Cat Is Art

Χρήστος Λύγκας, σκηνοθέτης πλοκής και μυστικών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Mικρός λάτρευε τα χρώματα. Φέτος έκανε καλλιτεχνική επιτυχία με ένα «σκοτεινό σπίτι». Αποκρυπτογραφεί το καμουφλάζ των ανθρώπινων σχέσεων, αποφεύγει τις εμμονές των θεωρητικών μοντέλων, αναλύει εξονυχιστικά τους χαρακτήρες στα έργα, ανακαλύπτει την ουσία των καταστάσεων, αποκαλύπτει μυστικές πτυχές, μετουσιώνει με ένταση το βίωμα. Ο Χρήστος Λύγκας είναι σκηνοθέτης νέας γενιάς και νέας κοπής. Σκηνοθέτης που φεύγει από τα «εγώ» του, τις ευκολίες, τις διανοητικές κατασκευές, αντικρίζει κατάματα τη ζωή και τις αντανακλάσεις της και τις μεταπλάθει ακατάπαυστα σε πηγή έμπνευσης. Στο εξαιρετικό, όσο και τραγικό, «Σκοτεινό Σπίτι» του Νιλ Λαμπιούτ σκηνοθετεί με αιφνίδιες βίαιες σκηνές, αφαίρεση, ρεαλισμό και μυστήριο το συναισθηματικό ακρωτηριασμό δύο αδελφών και τις τραυματικές εμπειρίες που τους οδήγησαν σε καταστροφικές συνέπειες. Με άξονα την επώδυνη παιδική ηλικία των ηρώων, συναρμολόγησε αξιοθαύμαστα μια πλοκή με εξομολογήσεις, έχθρες, ψέματα, αλήθειες, εκρήξεις, προδοσίες, αρνήσεις, πόνο, θυμό, εκδίκηση και δημιούργησε μια παράσταση ατμοσφαιρική, γρήγορη, ευέλικτη που κρατάει το θεατή αιχμάλωτό της μέχρι το τέλος, προσηλωμένο με κομμένη την ανάσα. Ο Χρήστος Λύγκας, ως ευαίσθητος δέκτης και ευφυής καλλιτέχνης, πιστεύω πως πρόκειται να προσφέρει πολλά στην ελληνική σκηνή. Εργάζεται στο θέατρο με ποιότητα, έρευνα, επιμονή και υπομονή. Διαθέτει πολιτισμό, πνευματικότητα, φαντασία, ανθρωπισμό και πολύ ευχάριστα θα θελήσουμε να ταξιδεύσουμε μαζί του στην ιδεατή του «Αρκαδία», που τόσο ευγενικά οραματίζεται.

Διαβάστε τη συνέντευξη.      

 

* Χρήστο, θέλεις να μου μιλήσεις για τις παιδικές σου αναμνήσεις;

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από τον ορεινό Πόντο και της μητέρας μου από την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Δυνατές παιδικές αναμνήσεις είναι τα Χριστούγεννα συνήθως αργά τη νύχτα. Όλοι να κοιμούνται στο σπίτι κι εγώ να κάθομαι κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, πανέμορφα στολισμένο από τη μητέρα μου, με θέα το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ένας φωτεινός μαγικός ορίζοντας, η απόλυτη στιγμή θαλπωρής που φυλάκισα στο μυαλό και την καρδιά μου. Είναι και τα καλοκαίρια στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής. Αλμύρα, πεύκο, η μαγεία της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς και η πανίσχυρη αίσθηση ότι όλα διαρκούν για πάντα. Τέλος, θυμάμαι πολύ έντονα να κρυφακούω τις κουβέντες των μεγάλων σα να ήθελα να τρυπώσω μυστικά στον κόσμο τους μέσα από τις λέξεις αλλά κι αυτό που έκρυβαν οι λέξεις τους. Ήταν σαν ένα παιχνίδι που άφηνε τη φαντασία μου να οργιάζει φτιάχνοντας ιστορίες του μυαλού και της ψυχής.

* Όταν ήσουν παιδί έδειχνες έφεση προς κάποια τέχνη;

 Από μικρός λάτρευα τα χρώματα και είχα έφεση στη ζωγραφική. Λάτρευα το παιχνίδι σε κάθε του εκδοχή, ιδιαίτερα τα παιχνίδια στο δρόμο, τότε υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη ακόμη αλάνες, και κάθε είδους περιπέτεια.

* Πότε συνειδητοποίησες πως πρόκειται να ασχοληθείς με το θέατρο;

Το κατάλαβα στα έντεκά μου χρόνια, όταν βρέθηκα μπροστά στην ανακοίνωση της οντισιόν του θεατρικού ομίλου του κολεγίου ΔΕΛΑΣΑΛ, όπου μαθήτευσα, για τη «Φαλακρή Τραγουδίστρια» του Ευγένιου Ιονέσκο. Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας!

* Ποιος άνθρωπος σε ενθάρρυνε;

Αν και πάντα ήταν επιφυλακτική και ανήσυχη για την απόφασή μου να ασχοληθώ με την τέχνη του θεάτρου, αυτή που στην ουσία με στήριξε και στην οποία χρωστάω όλη μου τη δημιουργική διάθεση και τη σχέση μου με την ομορφιά είναι η μητέρα μου.

* Κάποιος εκπαιδευτικός αντιλήφθηκε την κλίση σου;

Ένας καθηγητής μουσικός παιδαγωγός αλλά και σπουδαίος άνθρωπος που μου άνοιξε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου της τέχνης του θεάτρου ήταν ο Σταύρος Ξύδης με τεράστια προσφορά στους νέους ανθρώπους μιας ολόκληρης γενιάς.

* Ποιοι ήταν οι σπουδαίοι δάσκαλοι που συνάντησες στο θέατρο και τι σου έδωσαν;

Μίνως Βολανάκης, Ανδρέας Βουτσινάς, Βασίλης Παπαβασιλείου, Θεόδωρος Τερζόπουλος, οι καλλιτέχνες του Theater De Complicite, είναι κάποιοι σημαντικοί άνθρωποι του θεάτρου που μου άνοιξαν δρόμους και πλούτισαν το καλλιτεχνικό μου οπλοστάσιο. Παρόλα αυτά θεωρώ ότι από κάθε συνεργασία έχω κερδίσει εμπειρία και γνώση, ακόμη και από τη δουλειά με τους μαθητές μου, που είναι μια πηγή έμπνευσης για μένα.

* Ποια ήταν η πρώτη παράσταση στην οποία συμμετείχες;

Η πρώτη μου παράσταση ήταν στο Κ.Θ.Β.Ε. Η «Ελένη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά με την Αλεξάνδρα Λαδικού στον ομώνυμο ρόλο.

* Στο πανεπιστήμιο ποια ειδίκευση απέκτησες;

Εισήχθηκα στο Ιστορικό – Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και αποφοίτησα με ειδίκευση στην Ιστορία της Τέχνης.

* Είσαι παρατηρητικός;

Παρατηρώ σχεδόν από μια φυσική τάση τους ανθρώπους, τις κινήσεις, τις λέξεις, τις αντιδράσεις τους. Κυρίως με ενδιαφέρει να αποκρυπτογραφήσω το καμουφλάζ των σχέσεων γιατί εκεί κρύβεται όλη η ουσία της ανθρώπινης κατάστασης που τόσο αφορά την τέχνη του θεάτρου και την ανάλυση των χαρακτήρων στα έργα.

* Είναι χρήσιμο για τον καλλιτέχνη να παρατηρεί;

Αν μιλάμε για μια τέχνη που δεν είναι διανοητική κατασκευή, φορτωμένη από τις έμμονες των θεωρητικών μοντέλων προσέγγισης του θεάτρου αλλά για μια τέχνη ποτισμένη από το βιωματικό στοιχείο, τότε πραγματικά ο καλλιτέχνης οφείλει να φύγει από το εγώ και να δει τη ζωή και τα φαινόμενά της και να τα κάνει πηγή έμπνευσης.

* Το έργο που σκηνοθέτησες φέτος και εξακολουθεί να παίζεται έχει τίτλο «Σκοτεινό Σπίτι». Γιατί το σπίτι αυτό είναι σκοτεινό;

Στον πρωτότυπο τίτλο του έργου ο συγγραφέας σκόπιμα επαναλαμβάνει το επίθετο σκοτεινό, θέλοντας έτσι να καταδείξει τη διπλή καταστροφική επιρροή που δέχεται ο βασικός χαρακτήρας, ο Τέρι, όταν είναι έφηβος από την επαναληπτική κακοποιητική δράση -φυσική και σεξουαλική- που υφίσταται από τον πατέρα του και ένα φίλο της οικογένειας. Η τραγωδία αυτή καλύφθηκε και απωθήθηκε στις πιο σκοτεινές πτυχές της ψυχής των πρωταγωνιστών της. (Στη φωτογραφία, από την παράσταση “Σκοτεινό Σπίτι”, ο Θοδωρής Οικονομίδης και η Μαρία Προϊστάκη).

* Όταν διάβασες το «Σκοτεινό Σπίτι», πέρα από το γεγονός ότι είναι ένα πολύ ιδιαίτερο έργο, διαισθάνθηκες ότι θα αγγίξει το κοινό;

Κάθε δημιούργημα που γεννιέται από την ανάγκη του συγγραφέα να πει κάτι αληθινό, έχει τη δύναμη να φτάνει στην καρδιά του θεατή και να τον συγκινεί. Εδώ ο Νιλ Λαμπιούτ κάνει μια γενναία εξομολόγηση ψυχής, αφού το έργο βασίζεται σε μια ανάλογη τραυματική εμπειρία που είχε ο ίδιος σαν παιδί. Ο βιωματικός χαρακτήρας της εξομολόγησης αυτής έχει περάσει στο λόγο των ηρώων φτιάχνοντας ένα εκρηκτικό μείγμα που από την αρχή πίστεψα ότι θα ενδιέφερε το κοινό, ιδιαίτερα εκείνους που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογα προβλήματα στο ενδοοικογενειακό περιβάλλον.

* Οι απωθημένες μνήμες βίας, που στοιχειώνουν τους δύο άνδρες του έργου, εν τέλει διαμορφώνουν και τις ζωές τους;

Πραγματικά ο συγγραφέας έχει την ευφυΐα να αποτυπώνει στο έργο τις συνέπειες που είχε το τραυματικό παρελθόν στις ζωές των ηρώων του και όχι το τραύμα καθεαυτό. Είμαστε οι συνέπειες αυτού που έχουμε ζήσει, λέει σε όλους τους τόνους ο Λαμπιούτ. Τα δύο αδέρφια έκτισαν πάνω στα ερείπια μιας επώδυνης παιδικής ηλικίας δύο διαμετρικά αντίθετους κόσμους. Παρόλα αυτά η μοναχική, έντιμη και ηθικά συντηρητική πραγματικότητα του Τέρι, όπως και η μεγαλοαστική έκλυτη ζωή του Ντρου, αντανακλούν την ίδια απόγνωση και κρύβουν πόνο, θυμό και άρνηση για την αληθινή ζωή.

* Τελικά το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη; Στην ιστορία παρουσιάζεται και η θυσία ενός  ανύποπτου θύματος. Υπάρχει παραλληλισμός με την Ιφιγένεια;

Ο Λαμπιούτ έχει μελετήσει τους Έλληνες τραγικούς και τα έργα τους. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα σε πολλά έργα του με πλείστες αναφορές και αναλογίες που δανείζεται από την αρχαία ελληνική τραγωδία. Με ιδιαίτερα αιρετικό τρόπο κοιτάζει το ζήτημα της παιδικής κακοποίησης και τα συμπεράσματά του είναι πολύ μακριά από τις αισιόδοξες απόψεις της ψυχανάλυσης περί επούλωσης των πληγών και αποκατάστασης του θύματος. Εδώ, στο έργο, βλέπουμε μια τραγική αναπαραγωγή της καταστροφικής δράσης του θύτη – παιδεραστή στο πλαίσιο μιας εκδίκησης με θύμα μια νεαρή έφηβη που καθόλου αθώα δεν είναι! Η αίσθηση είναι ότι υπάρχει μια ομοιότητα ανάμεσα στην Τζένιφερ και την Ιφιγένεια της τραγωδίας, παρόλα αυτά στα πρόσωπα του Λαμπιούτ μιλάμε για ένα άλλο ήθος που απομακρύνεται του τραγικού. Οι χαρακτήρες του Λαμπιούτ μας μιλούν για το σημερινό άνθρωπο και τα κίνητρά τους είναι πολύπλοκα και συχνά αντιφατικά. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν παύει να τα υπονομεύει συνεχώς θέλοντας να πάει όσο  πιο βαθιά γίνεται στη ρίζα της ανθρώπινης κατάστασης, διαπιστώνοντας τελικά ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια αλλά πολλές, κάτι σαν την εικόνα του τέλους με το φως να διαπερνά τη μικρή γυάλινη σφαίρα – μπρελόκ που αποσπά ο Τέρι από την Τζένιφερ, και να δημιουργεί πολλές αντανακλάσεις πάνω στο γρασίδι. (Φωτογραφίες: “Σκοτεινό Σπίτι”, Θοδωρής Οικονομίδης, Γιώργος Χριστοδούλου).

* Το να δημιουργείς επιτυχώς στο θέατρο είναι θέμα τεχνικής, ταλέντου ή σκληρής δουλειάς;

Πιστεύω ότι ο συνδυασμός και των τριών δημιουργεί τις προϋποθέσεις να ευδοκιμήσει μια θεατρική δημιουργία. Παρόλα αυτά η σκληρή δουλειά είναι που θα εξελίξει το αρχικό ταλέντο και την τεχνική του καλλιτέχνη, καθώς η δημιουργία είναι ένα συνεχές σχολείο και κάθε έργο θέτει καινούργια ερωτήματα και απαιτεί λύσεις σε επίπεδο φόρμας και περιεχομένου που φέρνουν το δημιουργό αντιμέτωπο με νέες προκλήσεις και θέτουν σε αμφισβήτηση τρόπους και προσεγγίσεις που στο παρελθόν λειτούργησαν αποτελεσματικά στη διαδικασία παραγωγής ενός έργου.

* Όταν σκηνοθετείς, ρωτάς και τους ηθοποιούς; Ή έχεις εικόνα σχηματισμένη, που δεν την αλλάζεις;

Αντιλαμβάνομαι τη σκηνοθεσία ως μια συνάντηση με το ζωντανό υλικό μου, τους ηθοποιούς. Φιλοδοξία μου είναι να ερεθίσω τη δημιουργική τους φαντασία, ώστε να γεννήσουν μορφές όσο πιο κοντά στην αρχική μου φαντασίωση πάνω στο έργο. Ξεκινώντας το εσωτερικό μου τοπίο είναι ρευστό. Το χαρακτηρίζουν ακαθόριστες εντυπώσεις, προαισθήματα και δυνατές παρορμήσεις. Στη διάρκεια των δοκιμών γίνεται η ζύμωση όλων αυτών. Στην πράξη δοκιμάζονται τα υλικά και τίθενται ερωτήματα. Η στρατηγική μου είναι να καιροφυλακτώ, να περιμένω με την υπομονή που διακρίνει έναν ψαρά τη δημιουργική στιγμή της γέννας των ηθοποιών. Ο χρόνος της επώασης του υλικού είναι κρίσιμος και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την τελική μορφή της παράστασης. Ο σεβασμός που δείχνει ο δημιουργός σε αυτό το χρόνο αντανακλά πάντα στο σκηνικό αποτέλεσμα.

* Τι είναι αυτό που σου δίνει ενέργεια, σήμερα;

Η αίσθηση που έχω πάντα ότι δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα και ότι έχω να κάνω ακόμα πάρα πολλά, οι μαθητές μου με τις ελπίδες, τα όνειρα και τις προσδοκίες τους, οι φίλοι και η οικογένειά μου.

* Η τέχνη είναι ανάγκη;

Η τέχνη είναι το μοναδικό όπλο που έχουμε ενάντια σε ένα σύστημα που αποθεώνει την ύλη και καθιστά τον άνθρωπο δούλο της κερδοφορίας. Σε μια εποχή φτωχή πνευματικά ο πολιτισμός είναι μια όαση, μια κιβωτός ελπίδας και αισιοδοξίας πως θα μπορέσει να ξαναβρεί η ζωή τον ανθρώπινο χαρακτήρα της.

* Ποιο βιβλίο θεωρείς συγκλονιστικό;

Το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ.

* Υπάρχουν έργα του κλασικού ρεπερτορίου που θέλεις να σκηνοθετήσεις;

Ναι, πάρα πολλά. Ονειρεύομαι να έχω την τιμή και την τύχη να σκηνοθετήσω «Οιδίποδα Τύραννο», «Μήδεια», «Βάκχες» και φυσικά Σαίξπηρ. «Ρωμαίο και Ιουλιέτα», «Μάκβεθ», «Οθέλλο».

* Τι σε κάνει να γελάς αυθόρμητα;

Τελευταία γελάω δύσκολα. Έχασα τη μητέρα μου πριν από λίγο καιρό και όλα γύρω μου είναι σκιασμένα από αυτή τη μεγάλη απώλεια.

* Πώς σκέπτεσαι το ιδανικό σου μέλλον;

Σε ένα νησί ή κάπου στην εξοχή. Να έχω τη δυνατότητα να κάνω το θέατρο που αγαπώ με τους όρους που θέλω κοντά στη φύση με τους ηθοποιούς μου. Αυτό θα ήταν πραγματικά η προσωπική μου “Αρκαδία”.

* Η κρίση μπορεί να έχει και θετικό πρόσωπο;

Αν με τον όρο κρίση εννοούμε το αδιέξοδο στο οποίο έφτασε το παγκόσμιο καπιταλιστικό μοντέλο και η πορεία ενός συστήματος που αποθεώνει τον υλικό πολιτισμό αφήνοντας στο περιθώριο στοιχεία όπως η πνευματικότητα και η παιδεία, τότε εγώ νομίζω πως είναι η στιγμή της ήττας μιας λανθασμένης πορείας και ο θρίαμβος των δημιουργικών δυνάμεων του πολιτισμού μας που για χρόνια είχαν παραγκωνιστεί. Η στιγμή είναι πρόσφορη για υπερβάσεις, ένα σημείο μηδέν για την αρχή μιας αναγέννησης των στοιχείων που θα ορίσουν ένα πνευματικότερο μέλλον.

* Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σου; Ο θεατρικός οργανισμός «Πρώτες Ύλες» τι πρόκειται να μας παρουσιάσει;

Θα επαναλάβω μέσα Οκτώβρη το «Σκοτεινό Σπίτι» στο «Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» ως εναρκτήριο έργο της σεζόν και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν δύο παραγωγές. Η πρώτη αφορά τη θεατρική μεταφορά του παραμυθιού του Όσκαρ Ουάιλντ “Ο Ψαράς και η Ψυχή του” και η δεύτερη ένα άπαιχτο σύγχρονο αγγλικό έργο της Τζοάνα Λόρενς με τον τίτλο “Five Gold Rings”.

* Διακρίνεις πολιτισμό στην καθημερινότητά μας;

Mόνo νησίδες πολιτισμού διακρίνω. Ένα απρόσμενο καλημέρα, μια ευγενική κίνηση, ένας καλοσυνάτος γείτονας, πραγματικές εξαιρέσεις σε ένα τοπίο αστικών εχθροπραξιών, μιζέριας και απογοήτευσης.

* Παρατήρησες κάτι ασυνήθιστο στην Αθήνα τελευταία;

Ναι, πολύ περισσότερα ποδήλατα.

* Τα ζώα τα αγαπάς;

Τα αγαπώ πολύ. Πρόσφατα μάλιστα απέκτησα ένα μικρό σκυλάκι, τον Άλιστερ, ένα πανέμορφο γερμανικό σπιτς!

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση
diaxeiristisΧρήστος Λύγκας, σκηνοθέτης πλοκής και μυστικών

Related Posts