30.8 C
Athens
Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024

Ντιμπέιτ στην εφημερίδα «Καθημερινή» για τους «Σφήκες»: Ανάμεσα στο κεντρί και στο τσίμπημα

***

Γράφει ο δημοσιογράφος Νικόλας Ζώης

Ένα ντιμπέιτ για τους «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου, που παρουσιάστηκαν στην Επίδαυρο και δίχασαν το κοινό. Γράφουν γι’ αυτήν ο ηθοποιός Χρήστος Λούλης και ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος

*

Αν την κρίναμε με όρους προσέλευσης, θα λέγαμε ότι η πρώτη σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου στην Επίδαυρο, που παρουσιάστηκε στις 14 και 15 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, τα πήγε μέτρια: περίπου 11.000 θεατές παρακολούθησαν τους «Σφήκες» της «αιρετικής» σκηνοθέτιδος, συγγραφέως και ηθοποιού – ή, πιο σωστά, την «ελεύθερη διασκευή» τους, τη «βασισμένη στο έργο του Αριστοφάνη», όπως ανέφερε η ιστοσελίδα του Εθνικού Θεάτρου, συμπαραγωγού της παράστασης μαζί με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Μια μερίδα των θεατών, ωστόσο, που το Σάββατο επιδόθηκε σε γιουχαΐσματα και αποχώρησε από το κοίλον, έκρινε την παράσταση με δύο εξίσου άδικα κριτήρια: την περίφημη πιστότητα στο πρωτότυπο και τον βαθμό σεβασμού στην «ιερή» Επίδαυρο.

Η πρώτη σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου στην Επίδαυρο τα πήγε μέτρια: περίπου 11.000 θεατές παρακολούθησαν τους «Σφήκες» της.

Όχι ότι η ίδια η Κιτσοπούλου επιχείρησε κάτι μετριοπαθές. Από την υπόθεση του έργου (ένας δικομανής ηλικιωμένος κλείνεται στο σπίτι του από τον γιο του μήπως και συμμορφωθεί) εκείνη κράτησε μόνο τους δύο βασικούς ήρωες και τους έφερε στο σήμερα, προκειμένου να μιλήσει για τη σύγχρονη τάση να κρίνουμε, να δικάζουμε και να καταγγέλλουμε, σε social media, τηλεοπτικές εκπομπές, καθημερινές συναναστροφές.

Οι φωνές, οι εντάσεις και οι βωμολοχίες ήταν μέρος και αυτής της παράστασης της «αιρετικής» σκηνοθέτιδος, συγγραφέως και ηθοποιού. [ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ]
Κάπως έτσι, ο πατέρας (Θοδωρής Σκυφτούλης) βρίζει ακατάπαυστα τους γκέι, τους χοντρούς, τις γυναίκες, δικαιολογεί ένα βιασμό, οργίζεται με κάθε σύγχρονη τάση, διακηρύσσει ότι όλοι οφείλουν να έχουν άποψη για τα πάντα και τελικά γίνεται πολιτικός· ενώ ο γιος (Πάνος Παπαδόπουλος) τραγουδάει αμέριμνος για πρόσωπα της επικαιρότητας, παρακολουθεί αμέτοχος ή συμβάλλει σε δολοφονίες και φτάνει να ενδυθεί ταπεινωμένος μια βελέντζα κεντημένη από το τρίχωμα του πατρικού εφηβαίου.

Άλλοτε αποκαλυπτικά εγχώριων παθογενειών και άλλοτε απλώς ασύνδετα, τα παραπάνω επεισόδια συνοδεύονταν από ευρήματα εύστοχα (όπως ο Χορός) ή φθηνά (η σκηνή της κτηνοβασίας) και, κυρίως, από τη γνωστή αψήφιστη στάση της Κιτσοπούλου στα πράγματα, την οποία μας θύμισε σε μια ραπ παράβαση(;) μεταξύ αυτογνωσίας και ναρκισσισμού. Εξόργισε και αυτό το σημείο κάποιους «δικαστές» των social media, που καθώς μπορεί να μην είχαν βρεθεί καν στην Επίδαυρο, έμοιαζαν να συνεχίζουν μόνοι τους μια παράσταση με θέμα τη δικομανία. Και αυτό που σπάνιζε τις τελευταίες ημέρες ήταν μια γόνιμη συζήτηση, όπως αυτή που επιχειρείται παρακάτω.

Στο σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού δέσποζε μια μπασκέτα επτά μέτρων, που φαίνεται πως συμβόλιζε τους άφταστους στόχους των ανθρώπων. [ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ]
                                                          ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια παράσταση με τη δική της λαλιά

Του Χρήστου Λούλη*

Πάρα πολλές φορές έχω κάνει την απαγορευμένη συζήτηση με τους φίλους μου από το θέατρο. Σε πρόβες, ταξίδια, καφέδες, στον «Λεωνίδα», στα καμαρίνια, στα πούλμαν, στα σπίτια μας, ώσπου τη βαρέθηκα πια αυτή τη συζήτηση. Έχουμε νομίζω όλοι μας παραδεχτεί πια στον εαυτό μας και στους γύρω ότι δεν μας αρέσει ο Αριστοφάνης, δεν τον θεωρούμε αστείο και τον βαριόμαστε. Αμέσως μετά διορθώνουμε το μέσα μας και αποκαθιστούμε την επαγγελματική μας σοβαρότητα, λέγοντας ότι δεν φταίει ο ποιητής ούτε η εποχή του, καθώς είμαστε πολύ μικροί και ασήμαντοι να κρίνουμε εμείς έναν από το πάνθεο των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Είναι οι παραστάσεις που φταίνε, είναι η δική μας η εποχή που είναι ξενέρωτη, είναι οι συνάδελφοί μας που υποκύπτουν, στην καλύτερη περίπτωση, στην ευκολία και στα χρήματα που το πόπολο τους δίνει όταν το χαϊδεύεις. Πόσοι αφορισμοί χρειάζονται για να δικαιολογήσει κανείς ό,τι δεν μπορεί να κουβαλήσει αυτό το ασήκωτο μαρμάρινο κεφάλι…

Και έρχεται μια στιγμή που αναρωτιέσαι αν πράγματι είναι ξενέρωτη η εποχή μας ή εμείς που συνεχίζουμε να θέλουμε να κουβαλήσουμε το κεφάλι των προγόνων μας και όχι το δικό μας. Αν φταίει ο Αριστοφάνης που εμείς δεν έχουμε λαλιά. Άραγε ο Αρίστος δεν ενοχλούσε κανέναν; Κι αν όχι, ήταν για αυτόν επιτυχία; Ήταν τα έργα του ποτέ αστεία όπως εννοούμε τον όρο τώρα; Άραγε κανείς δεν βαρέθηκε ποτέ σε παράστασή του; Ήταν πάντα όλοι οι υποκριτές του χαρισματικοί και όλα του τα έργα αλφαδιασμένα; Τι σύγκριση, Θεέ μου! Τι ωραίο να μπορείς να την κάνεις!

Και ήρθε η στιγμή που είδα τους «Σφήκες»… και είδα μια παράσταση που διεκδίκησε ακριβώς αυτό. Να έχει τη δική της λαλιά, να κάνει τα δικά της λάθη, να πατήσει στο έργο του παππού μας και να μιλήσει ως Νεοέλληνας για τον Νεοέλληνα, χωρίς να νοιαστεί για την παρέλαση τύπων και χαρακτήρων που δεν υπάρχουν πια, να τολμήσει να βάλει 8 παραβάσεις, να τολμήσει να σπάσει τα δεσμά τού πώς ανεβαίνουν αυτά στην αγαπημένη μας Επίδαυρο, να μην «play it safe» που θα λέγανε και στην αρχαία Αθήνα.

Δεν μπορείς να προσεγγίσεις την αλήθεια αν δεν ρισκάρεις να προσβάλεις κάποιον ή να κάνεις κάποιον να βαρεθεί.

Κι αν το Φεστιβάλ, το Εθνικό Θέατρο και η Επίδαυρος έχουν μια αποστολή, είναι να προσφέρουν τη δυνατότητα να προσεγγίσεις την αλήθεια. Και δεν μπορείς να προσεγγίσεις την αλήθεια αν δεν ρισκάρεις να προσβάλεις κάποιον ή να κάνεις κάποιον να βαρεθεί. Αλλιώς ας το πάρουμε απόφαση πως έχουμε το Φεστιβάλ για να δουλεύουν οι ταβέρνες. Γνώμη μου. Δεν χάλασε κι ο κόσμος.

* Ο κ. Χρήστος Λούλης είναι ηθοποιός.

***

Η Λένα Κιτσοπούλου κατέθεσε το credo της σε μια ραπ παράβαση, ταιριαστή με τη μέχρι τώρα δουλειά της, όπου τα έβαζε με όλους. [ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ]
Η προβοκάτσια ως μπαλαφάρα

Του Πέτρου Τατσόπουλου*

Η τόλμη στην Τέχνη όχι μονάχα δεν με σοκάρει, αλλά απεναντίας: τη θεωρώ προαπαιτούμενη. Ομολογώ ότι δύσκολα θα συγκρατούσα τα χασμουρητά μου εάν παρακολουθούσα μια σεμνότυφη στριπτιζέζ ή έναν διστακτικό αγκιτάτορα. Καμαρώνω ακόμη και σήμερα γιατί ήμουν από τους πρώτους που υποδέχτηκαν με ένα διθύραμβο στα «Νέα» το βάπτισμα του πυρός της Λένας Κιτσοπούλου στην πεζογραφία, το όχι και τόσο μακρινό 2006: οι «Νυχτερίδες» της φανέρωναν ότι το λέει η περδικούλα της. Στις σχεδόν δύο δεκαετίες που κύλησαν έκτοτε, η Κιτσοπούλου έδειξε με κάθε τρόπο –με τα θεατρικά της έργα, με τα γραπτά της, με τις δηλώσεις της– ότι σκόπευε να μετατρέψει την τόλμη της σε μανιέρα. Να μεταμορφώσει τις θαρραλέες καλλιτεχνικές της προβοκάτσιες σε απολύτως προβλεπτές μπαλαφάρες. Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις μπαλαφάρες της Λένας Κιτσοπούλου και στις μπαλαφάρες του Μάρκου Σεφερλή; Οι μπαλαφάρες του Σεφερλή είναι αυθεντικές. Δεν υποδύονται ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι. Ακόμη περισσότερο: δεν υποδύονται ότι καταγγέλλουν αυτό που είναι. Η Κιτσοπούλου θυμίζει τον Κώστα Χατζηχρήστο στον «Ηλία του 16ου»: υποδύεται τον αστυφύλακα ενώ είναι κλέφτης. Μόνο που ο Χατζηχρήστος μάς πείθει ως κλέφτης που υποδύεται τον αστυφύλακα. Η Κιτσοπούλου, συν τω χρόνω, μας πείθει όλο και λιγότερο.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις μπαλαφάρες της Λένας Κιτσοπούλου και του Μάρκου Σεφερλή; Οι μπαλαφάρες του Σεφερλή είναι αυθεντικές.

Πήγα λοιπόν «υποψιασμένος» το περασμένο Σάββατο στην Επίδαυρο; Όχι ακριβώς. Είχα την αυταπάτη πως ένα κείμενο του Αριστοφάνη, έστω και ως βάση για «ελεύθερη απόδοση», θα λειτουργούσε και ως χειρόφρενο στην ακαταμάχητη κιτσοπούλεια έφεση προς την κραυγαλέα δημαγωγία. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η «απόδοση» θα είναι τόσο «ελεύθερη» ώστε να μη διατηρεί πλέον την παραμικρή σχέση με το πρωτότυπο κείμενο, πέρα από τον τίτλο. Η παράσταση είχε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «αρπαχτής», όπως περιμένουμε να τα βρούμε στο σχετικό λήμμα του Μπαμπινιώτη. Ακαθοδήγητοι ηθοποιοί, ο καθένας με τη δική του μικρή υποκριτική μανιέρα, υπηρετούσαν τη μεγάλη μανιέρα της Κιτσοπούλου, την εξής μία: έναν θηριώδη ναρκισσισμό μεταμφιεσμένο σε διάτρητο αυτοσαρκασμό. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε από το μυαλό να διαμαρτυρηθώ ή να σηκωθώ να φύγω. Ήθελα μονάχα να γείρω και να αποκοιμηθώ. Βλέπετε, από όλα τα εγκλήματα κατά της Τέχνης, η Κιτσοπούλου υπέπεσε στο χειρότερο: ήταν αφόρητα βαρετή.

* Ο κ. Πέτρος Τατσόπουλος είναι συγγραφέας.

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -