30.4 C
Athens
Σάββατο 22 Ιουνίου 2024

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ: «Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός»

«Σ’ ένα ταρατσάκι ο Σολωμός»

Σ’ ένα ταρατσάκι πίκρας λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος
σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος το φως και τις υψηλές του
διασυνδέσεις.

Την αγαπάει όπως το σωστό. Την Ελλάδα. Εκεί το
δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.

Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη και χάθηκε η ζωή.
Θροΐζουν τα φύλλα και στρέφεται το ερπετό να πιεί νερό.
Αδ… Αδ… Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη.

«Δε θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός», είπε και τα χέρια
του μύριζαν ακόμη φρέσκια ρίγανη απ’ την τελευταία του
περιπλάνηση.

Νυχτερινό και ατσάκιστο ένδυμα. Ίσως με κάτι λευκό θα
’πρεπε να το ξανοίξει. Το σώμα του γενικά το βλέπει σαν
ωραίο επιχείρημα για ν’ απουσιάζει.

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει, ενώ ο
άπειρος χρόνος της ελευθερίας του τον τυφλώνει. Μικρός
αγάπησε τη μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.

Οι ήλιοι που λατρεύει μες στη μέρα τον καίνε τη νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες τού τραβάνε τα ριντό και πέφτει
στον ύπνο του κόσμου. Αυλαία.

Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά
κι ανθισμένους κλώνους.

Ο μεγάλος εχθρός, ο θάνατος (ή μήπως ο καλύτερός του
φίλος;), εμφανίστηκε στο όνειρό του με φανταχτερή
ρεντινγκότα σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα. «Πού τα βρήκες
αυτά τα ρούχα;» ρώτησε ο κοιμώμενος, και το άλλο έγινε
γυναίκα και τον τύλιξε.

Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από το
δικαστικό αγώνα. Χτένα από χελώνα και καρφίτσες για τη
γραβάτα, που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του
καρφωθούν στο λαιμό. Λίμες για τα νύχια φονικές κι ένα
λεκανάκι από ελεφαντόδοντο, όπου στύβει, στύβει πανιά
μοβ.

Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της
φαρμακωμένης. Ίσως και το φως να ’χει πίσω του μια
δηλητηριασμένη ιστορία.

Η μέλισσα λένε χωρίς φύλο ενώ πετάει προς τα λουλούδια
ερωτική. Ο ποιητής χωρίς φύλο κι η μοναξιά του σαν
άνοιξη μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη σαρκική
που θα ’χε ταριχέψει.

Έχο­ντας το­πο­θε­τή­σει τον Σο­λω­μό σ’ ένα τα­πει­νό τα­ρα­τσά­κι η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ δεν προ­τί­θε­ται να αφιε­ρώ­σει ανέ­ξο­δους στί­χους θαυ­μα­σμού στον με­γά­λο ποι­η­τή. Με μία αυ­τάρ­κεια αφο­πλι­στι­κή πα­ρα­κο­λου­θεί τις κι­νή­σεις του Σο­λω­μού, βλέ­πει τη ζωή του να κυ­λά. Τον ιδιω­τι­κό του βί­ου, τα γρα­πτά του. Γί­νε­ται μία αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας που δεν εξα­ντλεί την μα­τιά της σε ευ­κο­λί­ες. Δεν υπάρ­χει απλώς για να τον επι­βε­βαιώ­νει.

Η Ρουκ μπο­ρεί να δει τη μέ­λισ­σα χω­ρίς φύ­λο, μπο­ρεί και βλέ­πει τον ποι­η­τή χω­ρίς φύ­λο. Που θα πει δια­θέ­τει μία ολι­στι­κή ανα­γνω­στι­κή προ­σέγ­γι­ση χω­ρίς δια­κρί­σεις και απα­ρά­βα­τες ιε­ραρ­χή­σεις με αν­δρι­κό προ­βά­δι­σμα. Δια­θέ­τει δη­λα­δή, την ικα­νό­τη­τα της επο­πτεί­ας, της υψη­λής επί­βλε­ψης.

Αυ­τή η λει­τουρ­γία της «κρι­τι­κής επί­βλε­ψης» πλάι στην συ­νάρ­τη­ση φα­ντα­σί­ας / τε­χνι­κής, στην ανα­τρε­πτι­κή γρα­φή και το εναλ­λα­κτι­κό όρα­μα θα μπο­ρού­σε να εί­ναι η τέ­ταρ­τη ποιό­τη­τα, η προ­σθή­κη που ίσως να έδι­νε μία άλ­λη διά­στα­ση στον συλ­λο­γι­σμό της Ostriker πε­ρί μη­τέ­ρων στην ποί­η­ση που ήταν και ο βα­σι­κός άξο­νας αυ­τού του κει­μέ­νου.

Αλί­μο­νο, σ’ έναν κό­σμο γε­μά­το πα­τέ­ρες-ποι­η­τές, ας τι­μή­σου­με εξί­σου και το αντί­θε­το, το συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό, το ανα­λο­γι­κά ισόρ­ρο­πό τους. Τις μη­τέ­ρες-ποι­ή­τριες που τους κοι­τούν ευ­θεία στα μά­τια και τους επι­βλέ­πουν. Τους δια­βά­ζουν κρι­τι­κά, τους αντι­στέ­κο­νται, τους προ­κα­λούν δη­μιουρ­γι­κά. «Αδ… Αδ… Αδάμ. Η γυ­ναί­κα στο στό­μα άδη­λη», όχι πια.

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -