“Οιδίπους Τύραννος”. Μια αστυνομική ιστορία άγνοιας, ενόχων και ενοχών

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Οι παλιοί ηθοποιοί έλεγαν: «Αν θες να σε προσέξουν, μην παίξεις ποτέ με παιδί ή με σκυλί». Παιδιά αλλά και ζώα έχουν κατακτήσει κατά καιρούς τα θεάματα και… κλέβουν την παράσταση ακόμα και ως guest stars, «διεκδικώντας» μέρος της δόξας. Αυτό όμως ουδόλως συνέβη στην παράσταση του «Οιδίπους Τύραννος», που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Σουγάρης και παρακολουθήσαμε στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, παρόλο που στη σκηνή υπήρχε και ένα χαριτωμένο σμήνος από ανέμελα παιδιά αλλά κι ένας εκπαιδευμένος πανέμορφος σκύλος.

Η Ίρμα είναι ένα λαμπραντόρ που έχει εκπαιδευτεί ως σκύλος-οδηγός, και για όσους τη θαυμάσαμε στη σκηνή είναι ένας συνεργάσιμος και πειθήνιος ηθοποιός. Δεν χρησιμοποιείται ως έκθεμα και εννοείται πως δεν υπέστη καμία κακομεταχείριση. Ο τυφλός Τειρεσίας εισέρχεται στη σκηνή, συνοδευόμενος από τον σκύλο, κάτι που πιθανόν δεν έχει ξαναγίνει στο παγκόσμιο θέατρο, όσον αφορά την προσέγγιση του ήρωα.

Όσο για τα παιδιά ήταν αξιολάτρευτα πειθαρχημένα, με χαρούμενο και ευγενές παίξιμο, νότες ορατές, έγχρωμες, στον αέρα του κόσμου και της σκηνής…

 

Μια δημοφιλής τραγωδία

Ας μιλήσουμε όμως για τον «Οιδίποδα Τύραννο» (στίχοι 1.530, πιθανότερη χρονολόγηση 430-425 π.Χ.), που αποτελεί μια δραματική δημιουργία που αποκαλύπτει τη μεγαλοφυΐα του Σοφοκλή, σημειώνοντας το κέντρο και την κορύφωση της δραματουργικής πορείας του. Ένα έργο με άριστη πλοκή του μύθου, άρτια οργάνωση των επιμέρους σκηνών, εξαίρετη ηθογραφία και στιχουργική δεξιοτεχνία, τέλεια αξιοποίηση της περιπέτειας, της αναγνώρισης και της κλιμάκωσης της τραγικής ειρωνείας. Πρόκειται για μια από τις πλέον πολυανεβασμένες και δημοφιλείς τραγωδίες σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η υπόθεση

Πριν από τη γέννηση του Οιδίποδα ο βασιλιάς της Θήβας, Λάιος, αποφάσισε να μάθει το πεπρωμένο του σχετικά με την απόκτηση διαδόχου, επειδή η γυναίκα του, η Ιοκάστη ή Επικάστη, δεν είχε κυοφορήσει ακόμη. Ο λοξίας Απόλλωνας του διεμήνυσε, μέσω της Πυθίας, πως θα αποκτούσε γιο και πως αυτός μάλιστα θα τον δολοφονούσε.

Ήταν από τους σπάνιους χρησμούς που ήταν τόσο ξεκάθαροι ως προς το περιεχόμενό τους. Επίσης πρέπει να επισημανθεί πως ο Λάιος είχε προκαλέσει την οργή των θεών για τη σχέση που σύναψε με άλλον άντρα, τον γιο του Πέλοπα, βασιλιά της Ηλείας, τον Χρύσιππο. Η αυτοκτονία του Χρυσίππου στη Θήβα, όπου τον είχε απαγάγει ο Λάιος, προκάλεσε το μένος του Πέλοπα, ο οποίος καταράστηκε τον βασιλιά της Θήβας να μην αποκτήσει γιο και αν κάνει να πεθάνει από το χέρι του. Οι θεοί συμφώνησαν, κατά άλλους η Ήρα, αφού η ενέργειά του αποτέλεσε ύβρη προς τους Νόμους.

Ο Λάιος, έχοντας γνώση το χρησμοδότημα, μετά τη γέννηση του πρωτότοκου, έδεσε τον Οιδίποδα από τα πόδια (εξ ου και το όνομα Οιδίπους: οίδημα=πρήξιμο + πους=πόδι) και τον έδωσε σ’ έναν δούλο, τον οποίο διέταξε να τον αφήσει έκθετο στον Κιθαιρώνα. Με αυτόν τον τρόπο εναπόθετε την τύχη του βρέφους στα χέρια των Θεών ή της Τύχης, όπως αναφωνεί στην τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, ο ίδιος ο ήρωας. Ένας βοσκός όμως βρήκε το παιδί και το παρέδωσε στη γυναίκα του βασιλιά της Κορίνθου, Πόλυβου, τη Μερόπη ή Περίβοια. Αυτοί μην έχοντας παιδιά, τον δέχτηκαν σαν «θείο δώρο». Έτσι ο Οιδίποδας ζει και μεγαλώνει στα παλάτια της Κορίνθου, στην πόλη Τενέα, ως γνήσιος και νόμιμος κληρονόμος του θρόνου.

Μέχρι που κάποιος τον αποκαλεί «νόθο». Θέλοντας να διαλευκάνει του λόγου το αληθές, επειδή επικρατούσε «σιγή ιχθύος» στο παλάτι για το θέμα, αποφασίζει να πάει στην Πυθία. Εκεί η ιέρεια του Απόλλωνα, με ξεκάθαρο χρησμό τον διώχνει από τον ιερό χώρο της διότι θα φανεί ομόκλινος του πατρός και πατροκτόνος, αιμομίκτης και σύζυγος της μητέρας του, καθώς και ότι αυτός και τα παιδιά του θα γίνουν αιτία πολλών κακών. Ήταν τέτοια η ένταση του γεγονότος, ώστε ο Οιδίποδας, ξεχνώντας τους λόγους προσέλευσής του στην Πυθία, αποφασίζει να μη γυρίσει στη θεωρούμενη κατ’ αυτόν πατρίδα του, την Κόρινθο, για να μην προκαλέσει δεινά στους πραγματικά θετούς του γονείς.

 

Η «Σχιστή οδός»

Κατά την περιπλάνησή του στον ελλαδικό χώρο, κατευθύνεται προς τη Θήβα. Σ’ ένα σταυροδρόμι της, στο τρίστρατο με το όνομα «Σχιστή οδός», συναντά μια άμαξα και ύστερα από μια έντονη λογομαχία σκοτώνει τον κάτοχό της και τους συνοδούς – δούλους του, εκτός από έναν. Όπως αποδεικνύεται αργότερα, από μαρτυρία του δούλου που σώθηκε, ο Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του Λάιο, ο οποίος κατευθυνόταν προς την Πυθία για να μάθει τι απέγινε το παιδί του.

Ο Οιδίποδας πλησιάζοντας στη Θήβα συναντά τη Σφίγγα, ένα φοβερό τέρας με κεφάλι ανθρώπου, σώμα λιονταριού και φτερά αετού, ένα από τα τρομακτικότερα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας. Η Σφίγγα σκότωνε κάθε διαβάτη που τη συναντούσε, επειδή δεν απαντούσε στο γρίφο της. Ρωτώντας τον Οιδίποδα «ποιο ον το πρωί στέκεται στα τέσσερα, το μεσημέρι στα δύο και το βράδυ στα τρία», έλαβε ως απάντηση: «Ο Άνθρωπος είναι εκείνο τον ον, που το ξημέρωμα της ζωής του κινείται στα τέσσερα, το βράδυ της ζωής του στα τρία, με τη βοήθεια του μπαστουνιού, ενώ στο μεσοδιάστημα (μεσημέρι) της ζωής κινείται με σιγουριά στα δυο». Μετά τη λύση του γρίφου η Σφίγγα έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε (ή κατά άλλους ο Οιδίποδας της επιτέθηκε όταν ήταν ξαφνιασμένη από τη λύση του γρίφου και ύστερα από άγρια μάχη τη σκότωσε). Ο Οιδίποδας αναγορεύτηκε βασιλιάς της Θήβας, από τον προσωρινό βασιλιά της πόλης Κρέοντα, και σύζυγος της Ιοκάστης, αδελφής του Κρέοντα, χήρας του Λάιου και μητέρας του Οιδίποδα.

Με την Ιοκάστη απέκτησε τέσσερα παιδιά, τους Πολυνείκη και Ετεοκλή και τις Αντιγόνη και Ισμήνη, που ήταν παράλληλα και αδέλφια του. Έτσι ολοκληρώθηκε το περιεχόμενο του χρησμού που έδωσε η Πυθία στον Λάιο πρώτα και στον Οιδίποδα αργότερα.

Εξαιτίας του λοιμού που μάστιζε τη Θήβα, για επτά χρόνια (όσα και τα χρόνια εξουσίας του Οιδίποδα), χρησμός από τον μάντη Τειρεσία υπέδειξε πως η αιτία του κακού είναι ο φονιάς του Λάιου.

 

Ο Θηβαϊκός Κύκλος

Στην τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος» εκτυλίσσεται η αποκάλυψη του φονιά, που είχε ως αποτέλεσμα την αυτοτύφλωση του Οιδίποδα και την αυτοκτονία της Ιοκάστης, η οποία κρεμάστηκε από τον πόνο της. Στην τραγωδία του Σοφοκλή, «Οιδίπους επί Κολωνώ», μαθαίνουμε πως ο Οιδίποδας, για άλλη μια φορά, περιπλανήθηκε στον ελλαδικό χώρο, με συνοδό την κόρη του Ισμήνη ή, κατά άλλους, την Αντιγόνη. Κατέληξε στην Αθήνα, όπου ο βασιλιάς της, ο Θησέας, τον δέχτηκε και μεσολάβησε για τη συμφιλίωσή του με τους θεούς και τον λυτρωτικό του θάνατο. Στην τραγωδία «Επτά επί Θήβας», του Αισχύλου, μαθαίνουμε για την τύχη του Πολυνείκη, του Ετεοκλή και του Κρέοντα. Ενώ, τέλος, από την τραγωδία «Αντιγόνη» μαθαίνουμε για την τύχη της ομώνυμης ηρωίδας. Ο μύθος του Οιδίποδα εντάσσεται στο πλαίσιο του «Θηβαϊκού Κύκλου».

Ο Σοφοκλής αντλώντας τις πηγές του από το άφθονο μυθολογικό υλικό της εποχής του και αξιοποιώντας, κατάλληλα, τις ποικίλες παραλλαγές και λεπτομέρειες του μύθου, τροποποιώντας ανάλογα κάποια σημεία της μυθικής παράδοσης, δραματοποίησε έξοχα την τραγική μοίρα του Οιδίποδα, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι από τις εφτά διασωθείσες τραγωδίες του οι τρεις αναφέρονται στην πολύπαθη μορφή του Λαβδακίδη και στα παιδιά του.

Ο «Οιδίπους Τύραννος» θίγει πλείστα υπαρξιακά ζητήματα, όπως άλλωστε και η «Αντιγόνη». Τη σύγκρουση του θεϊκού νόμου και του ανθρώπινου, τη σύγκρουση του κράτους με τον πολίτη, της κοινωνίας με το άτομο, την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο επιθυμητό και το ορθό, τη χρεία του ανθρώπου να βλέπει μόνον όσα θέλει και να εθελοτυφλεί για τα δυσάρεστα ή όσα ξεπερνούν την αντοχή και τη δύναμή του να υπομείνει, την ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει στους θεούς αλλά και να αναιρεί αυτήν την πίστη ζητώντας αποδείξεις, την αγωνία του ανθρώπου να ορίσει τη μοίρα του και να ξεφύγει από το πεπρωμένο.

Η συλλογική ευθύνη

Σε μια σύγχρονη ανάγνωση, που όμως είναι πιθανό να είχε απασχολήσει και τον Σοφοκλή, απλώς δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, τίθεται και το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης. Υπάρχει ένα είδος ευθύνης για πράγματα που κάποιος δεν έχει κάνει. Μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος γι’ αυτά. Η ευθύνη του κάθε ενός, ενώνεται με εκείνη του άλλου. Του διπλανού με του παραδίπλα. Είτε γιατί συνηγορήσαμε, είτε γιατί σιωπήσαμε. Όπως δεχόμαστε διάφορες άλλες συλλογικότητες ηρωικές, όπως τις «συλλογικές κατακτήσεις», την ίδια συλλογικότητα οφείλουμε να δεχτούμε και σε όσα μας ενοχλούν. Γιατί υπάρχει και η Συλλογική Μνήμη.

 

Σαν σε μαυρόασπρο φιλμ του Αντονιόνι

Ο Χρήστος Σουγάρης έχει διακριθεί ως ηθοποιός σε πολλές παραστάσεις, το 2015 μάλιστα ξεχώρισε στην «Ιλιάδα» του Στάθη Λιβαθινού. Αμέσως μετά μπήκε ορμητικά στον σκηνοθετικό στίβο με την παράσταση «Δον Ζουάν ή Η πέτρινη ευωχία». Κατόπιν προχώρησε στη δεύτερη σκηνοθεσία του με το παλαιότερο από τα επτά διασωθέντα έργα του Σοφοκλή, τον “Αίαντα”. Αυτή είναι η τρίτη και η περισσότερο επιτυχημένη, κατά τη γνώμη μου. Παρόλο που και οι δύο προηγούμενες ήταν πολύ αξιόλογες.

Ο Οιδίποδας είναι ένας νέος κι αρυτίδωτος βασιλιάς, η Ιοκάστη δεν απαγχονίζεται στο δωμάτιό της αλλά πέφτει από τον εξώστη του παλατιού στο κενό. Η εικόνα της μοιραίας γυναίκας, στο πρόσωπο της βασίλισσας, αντάξια του Τσάντλερ, κυριαρχεί επί σκηνής: Ψηλά πόδια, στενό μαύρο σακάκι με βάτες, σκούρο ίσιο παντελόνι, αγέρωχη θλίψη και λάμψη που στοιχειώνει. Από την άλλη, τρομερές οικογένειες με σκοτεινά μυστικά, πλοκή, ύφος, ατμόσφαιρα και μια αίσθηση προσμονής και παρακμής.

Όπως μας λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, «σ’ ένα αμυδρά φωτισμένο ανάκτορο, με θέα την Αθήνα, σαν σε μαυρόασπρο φιλμ του Αντονιόνι, περιστοιχισμένος από ανθρώπους που δεν «κοιτούν», ζει ο νεαρός βασιλιάς Οιδίπους».

Λέξεις, εικόνες, έννοιες επιβάλλονται στο μυαλό, όλα ανακατεύονται και καταλήγουν σε μια ποιητική παράσταση.

 

Ο βασιλιάς – ερευνητής

«Ένας άνευ προηγουμένου λοιμός τυραννά τη χώρα και τους πολίτες της. Μόνος τρόπος σωτηρίας, σύμφωνα με το χρησμό του Απόλλωνα, η εξιχνίαση της δολοφονίας του πρώην βασιλιά Λάιου και η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Ο νεαρός Οιδίποδας αναλαμβάνει χρέη ερευνητή και η αναζήτηση αρχίζει. Κοιτάζοντας το είδωλό του στον καθρέφτη δεσμεύεται πως θα βρει τον ένοχο. Θα το πράξει με την ίδια ζέση σαν να επρόκειτο για τον πατέρα του. Μέσα στο σπίτι δύο κορίτσια και δύο μικρότερα αγόρια, παίζουν την τυφλόμυγα. Ο νεαρός βασιλιάς συναντά και συνδιαλέγεται με τους χαρακτήρες που είχαν σχέση ή που θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να βοηθήσουν στη λύση αυτής της μυστηριώδους υπόθεσης».

Ο Χρήστος Σουγάρης διαβάζει, αισθάνεται, σκέφτεται, βλέπει, συγκεκριμενοποιεί σε εικόνες δεδομένες στιγμές, κι από αυτές τις εικόνες γεννιέται μια αφήγηση με γρίφους, λανθασμένες ενδείξεις, μεταθέσεις ευθυνών, παραπλανητικά ίχνη και υποψίες. Αναμφίβολα εγγύτατο προς το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το έργο του Σοφοκλή. Ο Οιδίπους Τύραννος συνιστά επιτομή του αστυνομικού μυθιστορήματος.

Όλη η πλοκή μπορεί να συμπυκνωθεί στο κρίσιμο ερώτημα: Ποιος σκότωσε τον βασιλιά Λάιο; Κορμός της δράσης και της λύσης, σε όλη την τραγωδία του Σοφοκλή, είναι η έρευνα του Οιδίποδα για την αποκάλυψη ενός δολοφόνου που θα αποδειχτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος. Πρόκειται μάλιστα για μια έρευνα την οποία διεξάγει έχοντας την πιο ακλόνητη εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη γνώση και διάνοια, για να διδαχτεί εν τέλει -με τον οδυνηρότερο τρόπο- πόσο περιορισμένη είναι η πρώτη και πόσο εύθραυστη η δεύτερη.

 

Η σιωπή

«Ο Κρέων γνήσιος bon viveur, μέσα στο λευκό του κοστούμι. Ο ανδρόγυνος Τειρεσίας συνοδευόμενος από τον εκπαιδευμένο σκύλο – οδηγό του. Η Ιοκάστη, αγέρωχη, αρχοντική με παγωμένο βλέμμα. Ένα μπεκετικό δίδυμο βοσκών, ο ένας τυφλός, ο άλλος κυνικός. Και τέλος ο χορός. Δύο πρόσωπα, που λειτουργούν ως δύο ημιχόρια. Ένας γηραιός τυφλός και ένας νεαρός, με όλες τις αισθήσεις ακέραιες, αλλά δίχως γνώση και εμπειρία. Πάνω στο τραπέζι κόκκινο κρασί. Θα καταποθεί, θα χυθεί, θα γίνει αιτία πνιγμού. Από το ρολόι του τοίχου ξεπροβάλει ο κούκος. Από την αρχή μέχρι και το τέλος τούτης της μέρας. Το φως, καθ’ όλη τη διάρκεια είναι αμυδρό. Και όσο η έρευνα προχωρά, μαζί με τα λεπτά της ώρας, τόσο βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Και τα μικρά παιδιά παίζουν πάντα την τυφλόμυγα. Η «αποκάλυψη» θα φέρει βροχή. Καταρρακτώδη. Κάθαρσης; Ο νεαρός Οιδίποδας, ως φιλοσοφικό alter ego του Φίλιπ Μάρλοου, του διάσημου χαρακτήρα του Ρέιμοντ Τσάντλερ, οδηγεί τους μάρτυρες, τους πολίτες της χώρας, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, με όρους, στυλιζάρισμα και όλα τα κλισέ του φιλμ νουάρ, σε μια ακραία ενδοσκοπική διαδικασία. Η έρευνα θα αποκαλύψει πως όσοι γνώριζαν ή υποπτεύονταν τι έχει συμβεί, επέλεξαν την εκούσια τυφλότητα και τη σιωπή. Στον πάτο αυτού του πηγαδιού βρισκόμαστε όλοι. Η ευθύνη για το έγκλημα είναι συλλογική. Ακόμη και αν ο «ένοχος» είναι ένας».

Οι χρησμοί

Ιδιαιτέρως χαρακτηριστικοί είναι οι προβληματισμοί του Οιδίποδα, τους οποίους άλλοτε αντικρούουν κι άλλοτε ενισχύουν η βασίλισσα Ιοκάστη και ο Χορός. Ο χρησμός έλεγε πως ο Λάιος θα πέθαινε από το χέρι του παιδιού του, μα υποτίθεται ότι το παιδί πέθανε σε βρεφική ηλικία κι ο Λάιος σκοτώθηκε από ξένους. Ακόμα ο Οιδίπους, σε κατοπινή προφητεία, θα σκότωνε τον πατέρα του, μα ο Πόλυβος πέθανε από φυσικά αίτια στην Κόρινθο. Δίπλα σ’ αυτά, η όλο συναισθηματικές διακυμάνσεις Ιοκάστη μια αρνείται την εγκυρότητα των χρησμών του Απόλλωνα και μια προσεύχεται σ’ αυτόν, προκειμένου να κατευνάσει την ταραγμένη ψυχή του συζύγου της. Είναι εκείνη όμως που επιμένει να ακολουθεί ένα επιχείρημα μέχρι τη λογική του κατάληξη, ενώ ο εξαρχής λογικός Οιδίπους φτάνει στο τέλος να διακατέχεται από παράλογους φόβους. Κι όμως, η λύση στέκει συνεχώς εκεί μπροστά τους.

Δύο ίχνη, ακριβώς, παραπλανούν και τον Οιδίποδα: η φήμη για τη θανάτωση του Λάιου από ξένους και ο θάνατος -από φυσικά αίτια- εκείνου που νόμιζε πατέρα του. Μόλις όμως αρχίζει να διαφαίνεται ότι τον φόνο του Λάιου δεν τον έκαναν πολλοί μα ένας κι ότι ο Πόλυβος δεν ήταν πραγματικός του πατέρας, το συμπέρασμα, πλέον, προκύπτει τρομερό, ακατανίκητο και ακατάβλητο. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Τα κίβδηλα ίχνη ακύρωναν τους χρησμούς του Απόλλωνα· κι ο θεός, στου οποίου το ιερό αναγραφόταν η αρχή: γνώθι σαυτόν, είχε κάθε λόγο να ασχολείται με την ανθρώπινη αυτογνωσία, όπως και τη λυσιτελή μέριμνα για την επαλήθευση των χρησμών του.

 

Η αστυνομική μυθοπλασία

Ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα Τύραννο, επισφραγίζοντας την άρρηκτη σχέση της έρευνας με την ανθρώπινη φύση, χρησιμοποιεί ως όχημα την αστυνομική διερεύνηση και την απόπειρα αποκατάστασης της αταξίας που επιφέρει μια εγκληματική πράξη ώστε να προτείνει μια πολυσύνθετη θεώρηση του κόσμου, θεμελιωμένη στο αξίωμα ότι το κύριο εύρημα κάθε έρευνας μπορεί να είναι ο ίδιος ο ερευνητής. Άλλωστε ο φόνος αποτελεί τη μεγαλύτερη ίσως διατάραξη της φυσικής, ηθικής και κοινωνικής τάξης. Με αυτό τον τρόπο χαράσσει μια πορεία, την οποία η αστυνομική μυθοπλασία -λογοτεχνική ή κινηματογραφική- συνειδητά ή όχι, ακολουθεί, για να λύσει τα ίδια αινίγματα, για να παλέψει στα ίδια σταυροδρόμια, στην προσπάθειά της να εξελιχθεί, να συλλάβει και να εκφράσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και να επαληθεύσει έναν ισχυρισμό που διατείνεται ότι η αστυνομική ιστορία είναι η καθαυτή ιστορία του ανθρώπου.

Οι ηθοποιοί και οι ρόλοι

Ο Οιδίποδας, ο ήρωας που συναντά στη Σφίγγα την τερατώδη πλευρά του ίδιου του εαυτού του, και το αίνιγμα που λύνει έχει ως αντικείμενο τον ίδιο τον εαυτό του, ένα αίνιγμα για τον τον εαυτό του και την πορεία της ζωής του, ερμηνεύεται από τον ταλαντούχο και γοητευτικό Ντένη Μακρή. Του αξίζουν θερμά συγχαρητήρια για την ορθή, στέρεη και απέριττη ερμηνεία του.

Η Ιοκάστη ήταν κόρη του Βοιωτού ήρωα Μενοικέα, αδελφή του Κρέοντα και της Ιππονόμης. Αποτελεί το δεύτερο τραγικό πρόσωπο του «Θηβαϊκού Κύκλου», μετά τον Οιδίποδα. Η Νίκη Σερέτη τεκμηρίωσε μια εκ βαθέων Ιοκάστη, μεταφυσική και ανθρώπινη, με ενσυναίσθηση και αφαιρετικότητα. Αν και έχω ξαναγράψει πολλές φορές για τις ερμηνείες της, αυτή τη φορά η παρουσία της στη σκηνή και η εκφραστικότητά της στο συγκεκριμένο ρόλο, θα μείνουν ως προσωπικές της κατακτήσεις. Ήταν υπέροχη και της οφείλουμε πολλούς επαίνους για τη συνετή και λαμπρή πορεία της στην τέχνη.

Σύμφωνα με ένα μύθο, ο Τειρεσίας σε έναν περίπατό του στο όρος Κυλλήνη παρακολούθησε δύο φίδια που ζευγάρωναν. Όταν τα φίδια του επιτέθηκαν, εκείνος τα χτύπησε με το ραβδί του σκοτώνοντας το θηλυκό. Τότε μεταμορφώθηκε ο ίδιος σε γυναίκα και έγινε ξακουστή εταίρα. Επτά χρόνια αργότερα όμως, στο ίδιο μέρος, είδε πάλι δυο φίδια που ζευγάρωναν και επειδή αυτή τη φορά σκότωσε το αρσενικό, ξανάγινε άνδρας.

Ο τυφλός και αμφίφυλος άνθρωπος γνώριζε ότι η περιέργεια του Οιδίποδα θα προκαλούσε μια τρομακτική απάντηση την οποία ο βασιλιάς της Θήβας δεν περίμενε και δεν θα έπρεπε να ξέρει. Το ίδιο όμως το “μη ρωτάς” είναι η παρότρυνση που συχνά ακούμε και σήμερα για την ευτυχία που προκαλεί η άγνοια, το να ζει δηλαδή κανείς μέσα στην παραίσθηση των απαντήσεων, αλλά όχι στα συμπεράσματα.

Η Μπέτυ Βακαλίδου ως τυφλός Τειρεσίας, ο πιο φημισμένος μάντης της αρχαιότητας στην Ελλάδα, παρουσίασε χωρίς επιτήδευση, με αβίαστο ρυθμό, ένα πρόσωπο δίφυλο, ανδρόγυνο. Τυλιγμένη στο βουδιστικό μανδύα, στο πορτοκαλί του ώριμου σεβασμού, της προσφοράς και του μοναχισμού, με τον σκύλο – οδηγό κάτω από τις εντολές της, μας έδωσε μια ερμηνεία εμπλουτισμένη με ψυχολογικές διακυμάνσεις, υπαινικτικότητα και δύναμη. Η εμφάνισή της συμβόλιζε την ταπεινότητα, τη σοφία και την αποστασιοποίηση από την υλιστική κοινωνία.

Οι Κώστας Λάσκος και Νίκος Γκέλια, ο ένας τυφλός, λυγισμένος από τη ζωή γέροντας και ο άλλος νέος, άπειρος, αμούστακος, ωμός και σκληρός, ήταν τα δύο άκρα αντίθετα ως μέλη του Χορού. Θύμιζαν ποίηση του Καβάφη: «Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος/σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·/με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά», «Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση/ χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι/ κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει». Ένα έξοχο αντιθετικό δίδυμο που αλληλοσυμπληρωνόταν.

Ο Κρέων είναι ο ήρωας που το στόμα του χρησιμοποιείται από τον Σοφοκλή για να μεταφέρει τις θέσεις του ποιητή στο κοινό. Γιος του Μενοικέα και αδελφός της Ιοκάστης, όταν έπεσε λοιμός στη Θήβα, ο Οιδίποδας τον έστειλε εμπιστευτικά τον Κρέοντα στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει τα αίτια του λοιμού και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε αυτός να αντιμετωπιστεί. Οι κατηγορίες που εκτοξεύει ο Οιδίποδας εναντίον του, ότι έχει κάνει σκευωρία με τον Τειρεσία για να σφετεριστεί το θρόνο, οδηγούν σε μια δραματική αναμέτρηση των δύο ανδρών. Ο Σαμουήλ Ακίνολα έπλασε με εξαιρετική δημιουργικότητα τον ήρωα και μας εξέπληξε, για ακόμα μια φορά, με την υποκριτική του ευθύτητα.

Ο έμπειρος Γρηγόρης Ποιμενίδης εντυπωσίασε ως τραχύς και αφελής βοσκός που παρέδωσε το βρέφος στους Κορίνθιους βασιλείς, με την ενεργητικότητα και την ευστροφία του, με την ερμηνευτική ζωντάνια του και την ισορροπημένη λαϊκότητά του.

Εξάγγελος είναι το πρόσωπο στο αρχαίο ελληνικό θέατρο που αναγγέλλει στην ορχήστρα ό,τι έχει συμβεί πίσω από τη σκηνή. Τον χρησιμοποιούν οι τραγικοί ποιητές, όταν θέλουν να αφηγηθούν γεγονότα που συνέβησαν στο εσωτερικό του ανακτόρου και που κατά κανόνα είναι πράξεις σκληρές και αποτρόπαιες, τις οποίες η αισθητική των αρχαίων δεν ανεχόταν να γίνονται μπροστά στα μάτια των θεατών. Ο ρόλος των αγγέλου είναι σημαντικότατος και –κατά κανόνα- δίνεται σε ικανούς και σημαντικούς ηθοποιούς. Διότι με τις βαρυσήμαντες ειδήσεις που φέρνει προωθεί την εξέλιξη του έργου και συχνά φέρνει την ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης. Άριστα έδωσε τον Εξάγγελο στην παράσταση ο Μιχάλης Μουλακάκης με την ωραία εκφορά του και την καλαίσθητη λιτή παρουσία του. Διακριτικός, ειλικρινής, αυθόρμητος, πειστικός, ξεχωριστός.

Ένας άλλος θαυμαστός και σπάνιος ηθοποιός έπαιξε τον Θηβαίο βοσκό, ο Γιώργος Ψυχογυιός. Η ερμηνεία του είχε ενότητα, είχε αρμονία, είχε ευγένεια, ανθρωπιά και συνέπεια.

Τέσσερα συμπαθέστατα παιδιά, υποδύονται την Αντιγόνη, την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη, τους καρπούς της συνεύρεσης μητέρας και γιου. Οι Άρης Κρητικός, Σιαμάκα Ακαμπούογκ, Ίων Δημητριάδης και Δέσποινα Μαρτσέκη πραγματικά μας έκαναν να συγκινηθούμε και να νιώσουμε πως όλοι μέσα μας κρύβουμε «ένα παιδί με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες μέσα στο χειμώνα», ένα παιδί που κρύβεται, που τρέχει, που ονειρεύεται, που φοβόμαστε μην το χάσουμε!

 

Οι συντελεστές και η παράσταση

Η μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη, τα σκηνικά / κοστούμια των Αριστοτέλη Καρανάνου και Αλεξάνδρας Σιάφκου, οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα και η κίνηση της Φαίδρας Σούτου εξυπηρέτησαν τις σκηνοθετικές προθέσεις κι έδωσαν ήχο, φως, κίνηση και εικόνα στο διαχρονικό μήνυμα του Σοφοκλή. Θετικά αξιοποιήθηκε η γλαφυρή και διαυγής μετάφραση του Βασίλη Παπαβασιλείου.

Με σκηνοθετική επινοητικότητα και ακρίβεια ο Χρήστος Σουγάρης μας μεταφέρει σε έναν τόπο όπου η ειρήνη είναι εύθραυστη και τα συναισθήματα εκδηλώνονται με πλάγιο αλλά αισθητικά αποτελεσματικό τρόπο. Υιοθετεί τη φόρμα του θρίλερ, προκειμένου να εισχωρήσει στο εσωτερικό κενό των ηρώων του, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης. Μετατρέπει, κοντολογίς, την τραγωδία σ’ ένα εγκεφαλικό θέατρο. Τα πάθη και οι εντάσεις των ηρώων του έχουν εσωτερικότητα και περισσότερο υποδηλώνονται, παρά εκφράζονται ανοιχτά. Ο θεατής νιώθει σαν ταξιδιώτης του χρόνου, που δεν ξέρει αν ο ίδιος είναι αντικειμενικός παρατηρητής ή συναισθηματικά εμπλεκόμενο μέρος. Κατορθώνει να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον και να το συντηρήσει αμείωτο έως το τέλος με το ύφος και τη γλυκιά γοητεία της σκληρής αλλά ταυτοχρόνως και υποδόρια τρυφερής ιστορίας ενός παιδιού που αγνοούσε τα πάντα και η μοίρα το φέρνει να ξεκινά την περιπέτεια της εξόδου από τον αμέριμνο κόσμο της άγνοιας.

 

  • Έχω να σημειώσω πως αυτές οι θεατρικές δουλειές δεν πρέπει να παίζονται για δέκα μόνον παραστάσεις αλλά να συνεχίζονται, καθώς σίγουρα θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Πληροφορούμαι ωστόσο ότι η παράσταση θα περιοδεύσει τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε κάτι είναι κι αυτό.

***

Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης – Μετάφραση: Βασίλης Παπαβασιλείου – Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης – Σκηνικά / Κοστούμια: Αριστοτέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου – Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας – Κίνηση: Φαίδρα Σούτου – Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Απατσίδου – Βοηθοί σκηνογράφων-Ενδυματολόγων: Δώρα Τουρβά – Μαρίνα Βερλέκη – Δραματουργική Επεξεργασία: Σεβαστή Ματσακίδου. Υπεύθυνος Επικοινωνίας: Γιάννης Κοκολάκης.

***

Ηθοποιοί: Ντένης Μακρής, Νίκη Σερέτη, Γιώργος Ψυχογυιός, Μπέτυ Βακαλίδου, Κώστας Λάσκος, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Μιχάλης Μουλακάκης, Νίκος Γκέλια, Σαμουήλ Ακίνολα, Άρης Κρητικός, Ίων Δημητριάδης, Σιαμάκα Ακαμπουόγκ, Δέσποινα-Μαρία Μαρτσέκη.

Εκτέλεση Παραγωγής: Λία Κίκερη. Παραγωγή: ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης – ‘Εως ΑΜΚΕ.

***

Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου

Προφήτου Δανιήλ 3 και Πλαταιών, Κεραμεικός

Διάρκεια: 90 λεπτά.