Cat Is Art

Η Σοφία Φιλιππίδου γράφει για την Ελενίτσα. Η μπύρα του Σαββάτου 16 / «Το χώμα ήταν απαλό»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ξέρω πως δεν αγαπήσατε τη μαύρη μας τη γάτα ούτε της βάζατε λάικ στις φωτογραφίες της. Θα είστε μάλλον προληπτικοί καταλαβαίνω… όμως αυτή η μπύρα είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν. Τη μαύρη μας τη γάτα την είδα έναν κρύο χειμώνα στην είσοδο της πολυκατοικίας μας. Ήταν το πιο αδύνατο και φοβισμένο γατάκι που είδα στη ζωή μου. Βγήκε από την κρυψώνα του, «πέταξε» τα κίτρινα μάτια του σαν ελατήρια έξω από τις κόγχες και με «άρπαξε»! Έτσι ο Κ.Φ. άρχισε να την ταΐζει και μετά από δυο χρόνια την εξημέρωσε και την ανέβασε σπίτι… Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γιορτάσαμε τα γενέθλιά της με ένα κεράκι και με τον αριθμό είκοσι κομμένο με ψαλίδι σε ένα χαρτόνι. Στη φωτογραφία των γενεθλίων της τα μάτια της, που κοιτούσαν τη φλόγα του κεριού είχαν την πρέπουσα μελαγχολία. Η Ελενίτσα που δεν ερχόταν ποτέ στην αγκαλιά μου τον τελευταίο καιρό άρχισε να ανεβαίνει στο κρεβάτι μου. Αγαπούσε να κάθεται στο στέρνο μου και να με κοιτάει στα μάτια… Στις 31 Δεκεμβρίου άρχισε να χάνει την ισορροπία της και να πέφτει. Επειδή δεν είχε δύναμη να πηδάει, έστρωσα την κουβέρτα της γιαγιάς μου -φτιαγμένη στο τσιγκελάκι- για να σκαλώνουν τα νύχια της και να σκαρφαλώνει. Τα ξημερώματα του νέου χρόνου ξάπλωσε δίπλα μου και μας πήρε ο ύπνος. Το πρωί με ξύπνησε ένας θόρυβος – η Ελενίτσα έπεσε στα σανίδια! Τη σήκωσα και την έβαλα πάνω στο σεντόνι στη μεριά του τοίχου –μου «είπε» ευχαριστώ με ένα μωρουδίστικο νιάου- τη σκέπασα με το μαύρο σάλι της μαμάς μου, έβαλα την αριστερή μου παλάμη επάνω στην κοιλίτσα της και ένιωσα την καρδιά της εδώ και κει να χτυπάει ακόμη. Έτσι μας ξαναπήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησα ήταν κοκαλωμένη. Προσπάθησα να κλείσω τα ματάκια της… Αυτό ήταν. Σηκώθηκα, έβγαλα από το μπαούλο ένα καλοκαιρινό άσπρο φανελάκι και τη σκέπασα. Μετά σκέφτηκα αν πρέπει να ξυπνήσω τον Κ.Φ. Επικράτησε η ψυχραιμία. Έτσι κι αλλιώς εκείνος ήξερε… είχε ετοιμαστεί από καιρό, αγόρασε και σκεπάρνι και είχε βρει και πού θα τη θάψουμε… Ξάπλωσα πάλι δίπλα της και σκέφτηκα τη μέρα που πήγα στη Θεσσαλονίκη να ξενυχτήσουμε την πεθαμένη μου μητέρα. Ήταν στο σαλόνι μας με τα κεριά της και τους άσπρους κρίνους της, όλα στην εντέλεια, και εγώ ξάπλωσα με το μαύρο μου παλτό δίπλα στον καναπέ και κοιμήθηκα λιγάκι… έτσι έκανα και με την Ελενίτσα κοιμήθηκα δίπλα της με συνείδηση πως την «ξαγρυπνάω» και αργότερα στις 3 μ.μ. χτυπήσαμε το κουδούνι των παιδιών στο απέναντι νεοκλασικό αρχοντικό, με την αυλή… Ξυπνήσανε με προθυμία -ήταν από ολονύχτιο πάρτι – διαλέξαμε ένα σημείο κάτω από τρία κυπαρίσσια. Το χώμα ήταν απαλό και σκάψαμε εύκολα. Βάλαμε τέσσερα παλιά τουβλάκια από το παρτέρι πάνω στο χώμα -εγώ έκανα και το σταυρό μου. Έτσι έφυγε η Ελενίτσα μας. Ο Κ.Φ. έκλαψε πολύ!

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΗ Σοφία Φιλιππίδου γράφει για την Ελενίτσα. Η μπύρα του Σαββάτου 16 / «Το χώμα ήταν απαλό»

Related Posts