26.6 C
Athens
Κυριακή 14 Απριλίου 2024

H «Αγριόπαπια» του Ίψεν στο θέατρο Εκάτη – Κριτική παράστασης

«Αγριόπαπια» του Ίψεν

Γράφει η Σύλβα Σαραφίδου [*]

Ιταλία, 1884. Ο Ίψεν γράφει καθημερινά, αδιάκοπα, για τέσσερις μήνες. Στις 2 Σεπτεμβρίου, στέλνει χειρόγραφο νέου έργου στον εκδότη του, και στις 11 Νοεμβρίου, εκδίδεται η Αγριόπαπια. Μετά την κατακραυγή των Βρυκολάκων (το 1881), και τον θρίαμβο του Εχθρού του Λαού (το 1882), ο Ίψεν δεν έχει γράψει λέξη για δύο ολόκληρα χρόνια.

Μακριά από τη Νορβηγία, και έχοντας ήδη αποδώσει ολοκληρωμένα συλλογικούς προβληματισμούς του, παύει να επιδιώκει να μεταδώσει κάποιο κοινωνικό μήνυμα, και ανακτά τη δημιουργικότητά του όταν καταπιάνεται με υπαρξιακά ερωτήματα (παρά τη βεβαιότητά του πως το νορβηγικό κοινό δεν θα ενδιαφερθεί για αυτά) – με στόχο να δώσει διέξοδο σε ιδέες που συσσωρεύονται μέσα του από καιρό.

Έμπνευση γίνεται ο εαυτός και η ζωή του, αποτυπώνοντας προσωπικούς στοχασμούς και αντλώντας από βιώματα- (εξού και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία* που έχουν, αναπόφευκτα, ‘τρυπώσει’ στο κείμενο), εκφραζόμενα μέσα από την ατομικοποίηση των χαρακτήρων, την οποία δουλεύει ιδιαίτερα.

Αποδέσμευση και αναγκαιότητα οδηγούν στη δημιουργία ενός από τα πιο σύνθετα έργα, όχι μόνο του ίδιου, μα και του σύγχρονου θεάτρου ευρύτερα: 5 πράξεις, 2 σκηνικά, τρίωρη διάρκεια, 12 χαρακτήρες (και συνολικά 21 πρόσωπα)- αμέτρητες έννοιες και πολυεπίπεδα σύμβολα. Κεντρικό σύμβολο και καταλύτης η αγριόπαπια, που περιθάλπει στη σοφίτα της η οικογένεια του Γιάλμαρ Έγκνταλ.

Αυτός, ζει ευτυχισμένος, αγνοώντας πως ο ίδιος άνθρωπος που χρηματοδότησε τις σπουδές του στη φωτογραφία, και τραυμάτισε στο κυνήγι την αγριόπαπια (ο εργοστασιάρχης Βέρλε), έχει επίσης ενοχοποιήσει τον γέρο – Έγκνταλ για έγκλημα που διέπραξε, οδηγώντας τον στη φυλακή, και συνάψει στο παρελθόν σχέσεις με τη γυναίκα του, Γκίνα, αφήνοντάς την έγκυο στην κόρη, Έντβιγκ, που ο Έγκνταλ θεωρεί δική του.

Με την άφιξη του ιδεαλιστή Γκρέγκερς, γιού του Βέρλε, και παλιού συμμαθητή του Έγκνταλ, και παρά τις προειδοποιήσεις του γιατρού Ρέλινγκ, η αλήθεια μαθαίνεται, επιφέροντας τη διάλυση της οικογένειας, και την αυτοκτονία της δεκατετράχρονης κόρης, που άθελά του προωθεί ο Γκρέγκερς, προτείνοντάς της να σκοτώσει την αγριόπαπια, ως απόδειξη αφοσίωσης στον πατέρα της- ο οποίος καταλήγει να θρηνεί μαζί με τη σύζυγό του την κόρη, που είναι εξίσου “δική του” πλέον.

Το δράμα τελειώνει με τους θεατές της τραγωδίας να εκφράζουν τα συμπεράσματά τους: Η “απαίτηση του ιδεώδους” εξυψώνει τον Γιάλμαρ, αναδεικνύοντας το μεγαλείο του – στα μάτια του Γκρέγκερς, ενώ για τον Ρέλινγκ, χωρίς το “ζωτικό ψεύδος”, ο Γιάλμαραν αναπόφευκτα θα ξεπέσει όταν καταλαγιάσει.

H νοηματοδότηση του επιλόγου ανήκει στον θεατή του έργου. Η “Αγριόπαπια” είναι έργο βαθιά ψυχολογικό και υπαρξιακό (παρότι έχει στοιχεία που παρασύρουν σε κοινωνικές θεωρήσεις**).

H σύγκρουση της “απαίτησης του ιδεώδους” με το “ζωτικό ψεύδος” δεν αποτελεί αντιπαράθεση ιδεολογιών, μα κοσμοθεωριών, οι οποίες παρατίθενται εξίσου ανθρώπινα, με κατάληξη το ίδιο το ερώτημα, το οποίο μπορεί να απαντηθεί κατόπιν, υποκειμενικά και εξατομικευμένα από τον “δέκτη”.

Αυτή η αντίθεση, περικλείει περίπλοκους οντολογικούς στοχασμούς (αναφορικά με την ευτυχία, τον σκοπό και το νόημα της ζωής, τον αυτοπροσδιορισμό, τον πυρηνικό εαυτό, την ανθρώπινη φύση), όχι από πρίσμα φιλολογικό, ή φιλοσοφικό, αλλά ενδοπροσωπικό. Έτσι, η πλοκή αντί να έχει ως κεντρικό άξονα τα δρώμενα***, γίνεται καθρέφτης εννοιών, μα και καθρέφτης του θεατή. [Αθήνα, 2023].

Ανάμεσα στους καθρέφτες του θεάτρου «Εκάτη», η Αγριόπαπια ζωντανεύει, σε μία μοναδική απόδοση: διαρκεί δύο ώρες – απαρτίζεται από πέντε πράξεις, και παρουσιάζεται από  ηθοποιούς, που ενσαρκώνουν 6 χαρακτήρες, με φόντο την οικία των Έγκνταλ, και τη σοφίτα της αγριόπαπιας στο background (στο center upstage).

Η παράσταση αποκλίνει δομικά από το αρχικό, μένει όμως (ως επί το πλείστον) πιστή στο ιψενικό κείμενο και ύφος. Το (αναγκαίο) ρίσκο της διαφοροποίησης είναι επιτυχημένο – δημιουργεί ένα σύνολο συγκροτημένο, που αποκτά χαρακτήρα κλασικό, με τη “βαρύτητα” που του αρμόζει, όχι όμως στυφό- αντιθέτως, απόλυτα φυσικό.

Χάρη στην (εμφανέστατα) εις βάθος επεξεργασία του κειμένου, την εννοιολογική και χαρακτηριολογική αποδόμηση, και την απόσταξη της ουσίας, οι κεντρικές θεματικές αναδεικνύονται άρτια και με σαφήνεια, και τα θεμελιώδη νοήματα απεικονίζονται απλά και ευθέως, χωρίς βέβαια να ευτελίζονται. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την αρμονία άριστης σημειολογίας, με αμεσότητα σχεδόν “υπέρ-ρεαλιστική”, και τη σύζευξη συμβολικής και προσωποκεντρικής προσέγγισης. Οι έννοιες δεν ‘παρουσιάζονται’- μετουσιώνονται, και γίνονται αντιληπτές καθώς ανασύρονται από το συλλογικό ασυνείδητο, όπου ως “αρχέτυπα”, μας είναι οικεία, και βιωματικά αντιληπτά.

Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λούρμπα είναι εξαιρετική: προσεγμένη, λεπτομερής, ευφυής, με ρυθμό. Πετυχημένη “πινελιά” η φωνή του Αντώνη Τρικαμηνά που ακούγεται ως εργοστασιάρχης Βέρλε. Η παράσταση φέρει τη γνώριμη “υπογραφή” της- πιο ολοκληρωμένη από ποτέ.

Αξιοσημείωτη δουλειά κάνει ο Αντώνης Συμεωνάκης, στον φωτισμό και τη φωτογραφία, και η Val de Lou, στη σκηνογραφία και τα κοστούμια, ενώ ποιοτική είναι η επιμέλεια της μουσικής, από τον Σωτήρη Λούπα, και της μετάφρασης, από τον Θίασο Λεπτουργείον.

Ο Μάνος Χατζηγεωργίου -άνετος κι επιβλητικός- είναι ένας απόλυτα αυθεντικός Γιάλμαρ, προσωποποιώντας τον ίδιο τον ‘Άνθρωπο’, όχι όμως τον (‘Άκου’…) ‘Ανθρωπάκο’. ‘Κουβαλάει’ τεράστιο συναισθηματικό φορτίο χωρίς καμία υπερβολή, και συγκινεί, με μία υπέροχη εκτέλεση.

Εξίσου φυσική και η Όλγα Μουργελά, που παίζει με σιγουριά την Γκίνα, χωρίς διόλου θεατρινισμούς, μα με “αέρα” κλασικού θεάτρου.

Ο Χάρης Λογγαράκης εναλλάσσεται ευέλικτα και έμπειρα, μεταξύ του γέρο – Έγκνταλ και του Ρέλινγκ, αποδίδοντας έκαστο ξεχωριστά και εξίσου επιτυχημένα.

Η Λήδα Χατζηδημητρίου αποτυπώνει την αθωότητα και την παιδικότητα, όχι όμως “παιδιάστικά”, μα συναισθηματικά.

Τέλος, ο Μιχαήλ – Άγγελος Δρόσος διαπρέπει ως Γκρέγκερς Βέρλε: ισορροπεί απόλυτα το υπερβατικό με το ανθρώπινο- από τη μία είναι σύμβολο του ιδεώδους, συγκροτημένος και ιδανικός, από την άλλη είναι ένας αληθινός άνθρωπος, που τρώει, πίνει, και εκδηλώνει με τις μικρό-εκφράσεις του αντιδράσεις, και σκέψεις- μιλά για “δυσωδία” και αναπτύσσει την αλληγορία της αγριόπαπιας προξενώντας ρίγη στο κοινό. Στο τέλος, το κοινό χειροκροτεί ειλικρινά, και μιλά με τους ηθοποιούς που κατεβαίνουν από τη σκηνή, και τη σκηνοθέτη, που ρωτά τις εντυπώσεις: Εξαίρετο!

* (την κοινωνικό-οικονομική πτώση της οικογένειας, τις δυσκολίες που ακολουθούν, το νόθο, παραμελημένο παιδί, την εργασία στα λατομεία, τα σκαμπανεβάσματα στην πορεία της δημιουργίας).

** (όπως το κοινωνικό-οικονομικό χάσμα μεταξύ των οικογενειών Έγκνταλ και Βέρλε, και το αντίκτυπο αυτού, ή η αντίθεση του κοινωνικού “φαίνεσθαι” με το “είναι”).

*** (υπό μία έννοια, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε με την αυτοκτονία της Έντβιγκ: τα νιάτα της ήταν ήδη καταδικασμένα, καθώς υπέφερε από ανίατη ασθένεια, και θα έχανε σύντομα την όρασή της).

***

[*] Η Σύλβα Σαραφίδου είναι Νευροψυχολόγος, MSc, AKC, Ψυχοθεραπεύτρια Τεχνών, Συγγραφέας, PhDcwww.ideaspsychology.com

***

Ταυτότητα παράστασης

«Αγριόπαπια»

Συγγραφέας: Ερρίκος Ίψεν.
Μετάφραση – προσαρμογή: θίασος Λεπτουργείον
Σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μάνος Χατζηγεωργίου, Λήδα Χατζηδημητρίου, Μιχαήλ Άγγελος Δρόσος, Χάρης Λογγαράκης, Όλγα Μουργελά.

Ακούγεται η φωνή του Αντώνη Τρικαμηνά.
Φωτογραφία: Αντώνης Συμεωνάκης.
Σκηνογραφία -Ενδυματολογία: Val de Lou.
Mουσική επιμέλεια: Σωτήρης Λούπας.

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΕΚΑΤΗΣ
Εκάτης 11, Αθήνα 113 64
Τηλέφωνο 210 640 1931
Πλατεία Κυψέλης

•••

ΘΙΑΣΟΣ ΛΕΠΤΟΥΡΓΕΙΟΝ – ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ

Το βραβευμένο θέατρο ΕΚΑΤΗ βρίσκεται στην πλατεία Κανάρη (πλατεία Κυψέλης) και ιδρύθηκε το 2007 από τη Βαλεντίνη Λουρμπά, η οποία και το διευθύνει. Στόχος του είναι η ποιότητα και το υψηλό επίπεδο των παραστάσεων. Όραμά του είναι η ανάδειξη της ευφυΐας , του μεγέθους των μεγάλων κλασικών και το δέος που τους ακολουθεί. Το θέατρο Εκάτη έχει θητεία στο κλασικό ρεπερτόριο και βασίζεται στη δύναμη και την ακτινοβολία που εκπέμπουν οι μεγάλοι κλασικοί, χωρίς να αλλοιώνει και να επεμβαίνει με εντυπωσιασμούς και καινοτομίες στη δύναμh και το κύρος τους. Πρεσβεύει τον σεβασμό στην ακρίβεια και την επιρροή που παράγει το άρτιο, το δομημένο, το βαθύ και το σπουδαίο που επιβάλλεται με τη μεγαλοσύνη του. Το θέατρο Εκάτη επιμένει σε δύσκολους καιρούς να είναι οπαδός των μεγάλων συγγραφέων και να γοητεύεται από την απολυταρχία και την ποίησή τους. Έργα που έχουν παρουσιασθεί είναι:

1. Ο Παρίας, του Αύγουστου Στρίντμπεργκ.
2. Ο Φθόνος Μότσαρτ-Σαλιέρη, του Πούσκιν.
3. Χορός του θανάτου, του Α. Στρίντμπεργκ (Το 2012 και σε επανάληψη το 2022-2023 με διαφορετική διανομή και σκηνοθετική άποψη.)
4. O Αρχιμάστορας Σόλνες, του Ε.”Ίψεν.
5. Oι Δανειστές, του Α. Στρίντμπεργκ.
6. Βρυκόλακες, του Ε. ‘Ίψεν (Το 2010 και την περίοδο 2014-15 με διαφορετική διανομή και σκηνοθετική προσέγγιση.)
7. Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί, του Ε. ‘Ιψεν.
8. Τα μαύρα τακούνια, Δραματοποιημένη ποίηση του Γιώργου Χρονά.
9. Το γράμμα μιας άγνωστης, του Σ. Τσβάιχ.
10. Η πιο δυνατή, του Α. Στρίντμπεργκ.
11 Το Κουκλόσπιτο, του Ερρίκου Ιψεν.
12. Τα στηρίγματα της κοινωνίας, του Ε. Ιψεν.
13. Περλιμπλίν και Μπελίσα, του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.
14. H Κυρά της θάλασσας, Του Ε. Ίψεν.
15. Η Αρκούδα, Του Άντον Τσέχωφ.
16. Πρόταση Γάμου, του Άντον Τσέχωφ.
17. Το μέγιστο κείμενο του Διονυσίου Σολωμου: Η Γυναίκα της Ζάκυθος.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -