Cat Is Art

Γιαννούλης Χαλεπάς. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 «συνάντησε» και πάλι την «Κοιμωμένη» Σοφία του…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Πριν καν πάω στο δημοτικό σχολείο είχα την πρώτη γνωριμία με την τέχνη στις υποχρεωτικές εξόδους με τους γονείς μου. Ήταν τότε που, λόγω της γιαγιάς μου, οι επισκέψεις στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας ήταν πολύ συχνές. Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν ο κόσμος που βρισκόταν πάντα συγκεντρωμένος στον κατηφορικό δρόμο προς την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου.

Ένας δρόμος που από τα πολλά δένδρα του είναι «σκοτεινός» ακόμη κι όταν έχει λιακάδα. Το μοναδικό φωτεινό του σημείο εκεί κάπου στο κέντρο, δεξιά όπως κατεβαίνουμε. Εκεί και το μοναδικό ανθοστόλιστο μνημείο.
Πάντα φρέσκα λουλούδια. Από τον πατέρα μου έμαθα για τον καλλιτέχνη που έφτιαξε αυτό το έργο. Το πρώτο έργο τέχνης που είδα στη ζωή μου σε απόσταση αναπνοής. Σαν ζωντανή η κοπέλα. Νιώθεις την ανάσα της. Αναπνέεις το άρωμά της. Κρατά με αβρότητα πολύχρωμα λουλούδια στο δεξί της χέρι, ενώ με το αριστερό έναν σταυρό στο στήθος. Κοιμάται ήρεμα από το 1877.

Έμαθα πως η Σοφία Αφεντάκη ήταν κόρη μιας από τις πιο γνωστές αστικές οικογένειες της Κιμώλου. Πέθανε στα 18 από φυματίωση και οι απαρηγόρητοι γονείς της παραγγέλνουν μια γλυπτική σύνθεση για το μνήμα της κόρης τους. Συνεργάστηκαν με τον Γιαννούλη Χαλεπά, έναν γλύπτη από την Τήνο.

Ο Χαλεπάς υπήρξε παιδί φημισμένων μαρμαρογλυπτών, με παραρτήματα της οικογενειακής επιχείρησης στη Σμύρνη, το Βουκουρέστι και τον Πειραιά. Η θέλησή του όμως ήταν να ασχοληθεί με την τέχνη και όχι με τις επιχειρήσεις. Έτσι μετά τα πρώτα μαθήματα στην Αθήνα φεύγει με υποτροφία στο Μόναχο. Τότε ο Χαλεπάς ήταν 26 ετών.

Το έργο αυτό ήταν καθοριστικό και για τον ίδιο αλλά και για το Νεκροταφείο. Εκεί που όλοι έχουν θαυμάσει τα μνημεία για αγωνιστές του 1821 και για προσωπικότητες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της Αθήνας του 19ου αλλά και του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα ανοιχτό μουσείο με τη μεγαλύτερη συλλογή έργων γλυπτικής του τόπου μας. Έργων φτιαγμένων από τους πιο διάσημους γλύπτες εκείνης της εποχής.

Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου, ο Χαλεπάς είχε μια δύσκολη οικογενειακή και πολύ ταραγμένη προσωπική ζωή. Όσα μου έλεγε τότε τα άκουγα σαν ένα παραμύθι. Μου έλεγε λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη. Η διήγησή του είχε ένα παράπονο για την τύχη του Γιαννούλη. Για τη σκληρή ζωή του και τα παιχνίδια της μοίρας. Χωρίς να καταλάβω αγάπησα και τον Χαλεπά και το έργο του, ιδίως όταν επισκέφτηκα στο χωριό Πύργο της Τήνου το σπίτι του και το εργαστήριό του που έγιναν Μουσείο.

 

 

Ο Χαλεπάς στο εργαστήριό του, της οδού Δαφνομήλη 35, στον δεύτερο παράλληλο από τον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Εκεί έζησε από το 1930 μέχρι το 1938.

 

 

Πάντα όμως είχα την απορία για το πώς ο πατέρας μου όντας ελάχιστα μορφωμένος είχε μάθει τόσα για τη ζωή του καλλιτέχνη. Θυμήθηκα πως για πολλούς μήνες προς το τέλος της δεκαετίας του ’50, ο πατέρας μου, επιπλοποιός στο επάγγελμα, είχε συνεργαστεί στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με τον καθηγητή της γλυπτικής Γιάννη Παππά. Από εκείνον είχε μάθει τα πάντα για τον Χαλεπά. Ποτέ δεν προσπάθησα να προσθέσω ψηφίδες στο παραμύθι της ζωής του άτυχου Γιαννούλη. Άτυχου μιας και οι έντονες ψυχικές διαταραχές που άρχισε να έχει εκείνη την περίοδο τον δυσκόλεψαν να ολοκληρώσει χωρίς ψεγάδι την «Κοιμωμένη» του. Μάλιστα, όπως λέγεται, διαπίστωσε ότι είχε κάνει κατά τον ίδιο ένα φοβερό λάθος. Τα πόδια της κοπέλας στο άγαλμα είναι ελαφρώς λυγισμένα. Όταν όμως αυτά τεντωθούν, τότε προεξέχουν από το κρεβάτι της. Είχε προηγηθεί και μια παρατήρηση της μητέρας Αφεντάκη στον καλλιτέχνη σχετικά με το σχήμα του προσώπου του αγάλματος. Θεωρούσε ότι δεν ταυτίζεται με τη νεκρή. Η παρατήρηση αυτή πριν ακόμα τελειώσει το έργο εξόργισε τόσο πολύ τον καλλιτέχνη που έσπασε το κεφάλι του αγάλματος, το οποίο και ξαναέφτιαξε στη συνέχεια. Η τελειομανία που διέκρινε τον Χαλεπά δεν κατάφερε να τον ηρεμήσει για τα τεχνικά λάθη που αντιλήφθηκε ότι είχε κάνει.

 

Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου.

 

Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με τη γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε. Όταν πέθανε και η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος, φρόντιζε πρόβατα και έφερε το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού.

Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με τη γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

 

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

 

 

Με τρυφερό βλέμμα παρατηρεί την αγαπημένη του Σοφία. Είχαν περάσει 53 χρόνια από την τελευταία τους συνάντηση.

 

Εκείνη τη χρονιά, το 1930, επισκέφθηκε το Α’ Νεκροταφείο. Με το τρυφερό του βλέμμα «αγκάλιασε» τη Σοφία Αφεντάκη για άλλη μια φορά. Ήταν η δική του «Κοιμωμένη». Την έβλεπε για πρώτη φορά ύστερα από 53 χρόνια. Ο Χαλεπάς έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα». Είχε μια μυθιστορηματική ζωή ανάμεσα στην τρέλα και τον θρίαμβο.

 

Πέθανε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 1938, χτυπημένος από μια ημιπληγία που είχε νεκρώσει το δεξί του χέρι. Τότε «συνάντησε» και πάλι στη Σοφία του, ύστερα από 61 χρόνια.

 

***

 

 

 

 

Αύγουστος 1927. Ο Χαλεπάς στο σπίτι του στην Τήνο με τον φίλο του ποιητή Ζαχαρία Παπαντωνίου.

 

Το 1973 με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τον θάνατο της Αφεντάκη ο δημοσιογράφος Παύλος Παλαιολόγος έγραψε στο «Βήμα»: «Αγέραστη μένει η Κοιμωμένη. Δεν αφυπνίζεται, αλλά και δεν γερνά. Λυτρωτικό το μάρμαρο, προστατεύει τον ύπνο και τη νεότητα της κόρης. Κόρη στα 118 της. Καλά το είπε ο ποιητής: όποιον αγαπά ο Θεός, πεθαίνει νέος. Τα νιάτα της μαρμάρωσε ο καλλιτέχνης και, νεκρός αυτός, παρατείνει την ξένη νεότητα όσο παρατείνεται και η ζωή του μαρμάρου».

 

Το ταφικό μνημείο για τον Γιαννούλη Χαλεπά, στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Να θυμίσω ότι σήμερα γίνονται προσπάθειες για να μεταφερθεί η «Κοιμωμένη» στη Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης, στο Άλσος Στρατού, στην περιοχή Γουδή, προκειμένου να αποκατασταθούν οι όποιες φθορές έχει υποστεί και για να αποκτήσει ασφαλή στέγη.

***

 

Με τη συμπλήρωση 80 χρόνων από τον θάνατό του ο Δήμος Τήνου σε συνεργασία με το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου «Γιαννούλης Χαλεπάς» αποφάσισαν να χαρακτηρίσουν το 2018 ως έτος μνήμης του μεγάλου καλλιτέχνη.

 

***

 

Ο πίνακας στην αρχή του θέματος είναι έργο του ζωγράφου Πέτρου Ζουμπουλάκη ο οποίος κατάγεται από τον Πύργο της Τήνου και το καλοκαίρι παρουσίασε στο Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου την έκθεση «Πορτρέτα σε βάθος χρόνου», με 60 προσωπογραφίες ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης. Ανάμεσά τους και το παραπάνω πορτρέτο του Χαλεπά, το οποίο επελέγη ως λογότυπο όλου του Έτους Χαλεπά 2018.

 

 

 

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΓιαννούλης Χαλεπάς. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 «συνάντησε» και πάλι την «Κοιμωμένη» Σοφία του…

Related Posts