Cat Is Art

Ένας καθοδηγητής «Φάρος» από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στο Θέατρο Αθηνών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

«Μα, για τ’ όνομα του Θεού, για τι πράγμα μιλάς;
Ήταν απλά ένα λάθος.
Κύριέ μου, οι άνθρωποι κάνουν λάθη, δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου…»
***
Οι χαρακτήρες του Conor McPherson και στα δύο έργα που παρακολουθήσαμε στην αθηναϊκή σκηνή τη θεατρική περίοδο 2018/19 (The Seafarer – Φάρος και The night alive – «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας»), παλεύουν επιτακτικά με τους εσωτερικούς τους δαίμονες. Στο γεμάτο ζωντάνια και ενθουσιασμό «Φάρο», ένας από αυτούς θα χρειαστεί να ασχοληθεί με τον ίδιο τον διάβολο. Και, ακόμα κι αν δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε στη λυτρωτική κορύφωση, ο McPherson αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι εκτός από γεννημένος αριστοτέχνης της πλοκής, είναι και ένας οξύς αναλυτής της ιρλανδικής ζωής, της ανθρώπινης μελαγχολίας και της ανδρικής φύσης.
Αυτή τη χρονιά λοιπόν πήραμε μια καλή γεύση από τα έργα του Ιρλανδού δραματουργού που μαγεύουν τους θεατές ανά τον κόσμο.
Στο έργο «Ο Φάρος», που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας το 2006 σε σκηνοθεσία του συγγραφέα, οι ήρωες, που στέκουν ανήμποροι και ανίκανοι να σηκώσουν το βάρος της ύπαρξής τους, αντιμετωπίζονται με συμπάθεια. Ανάμεσα στην ιστορία μυστηρίου, στο θρίλερ και στη μαύρη κωμωδία, ο «Φάρος», έργο γραμμένο αριστοτεχνικά, με ευφυώς διαγραμμένους χαρακτήρες και γρήγορους διαλόγους, αποτελεί μια ελεγεία για την εξιλέωση, τη συγχώρεση, τη λύτρωση.
Απλό, μεστό και αισιόδοξο, σε οδηγεί με τον τρόπο που ο φάρος οδηγεί τους ναυτικούς μέσα στην καταιγίδα.

«Ο Ναυτικός»

Μάλιστα το έργο στα αγγλικά λέγεται «Ο Ναυτικός» («The Seafarer»), αλλά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης στη μετάφραση του χάρισε τον τίτλο «Ο Φάρος» καθώς τον εμπνεύστηκε από το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Πυρσός λαμπρός του υπερτάτου φαροδείκτου», στο οποίο μιλάει γι’ αυτό το φως που σε οδηγεί.
«Όχι! Όχι! Δεν βρίσκεται η χαρά στην άλλη όχθη μόνον! Είναι εδώ, μεσ’ στις ψυχές μας, μέσα σε τούτες τις καρδιές, είναι παντού για όσους μπορούν να σπάσουν τα δεσμά των, αφού και μέσα μας ο ήλιος ανατέλλει και δείχνει την πορεία μας παντού όπου πηγαίνει, φως εκ φωτός αυτός, πυρσός λαμπρός του υπερτάτου φαροδείκτου, που όλοι τον παραλείπουν οι άλλοι, του φαροδείκτου, σύντροφοι, που είναι ο ουρανός!».

Στην εισαγωγή του έργου, ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα παλιό αγγλοσαξονικό ποίημα ανωνύμου του 8ου αιώνα, με τίτλο The Seafarer. Πρόκειται για το θέμα ενός περιπλανώμενου, καταραμένου ναυτικού, το οποίο λίγο πολύ ως μύθος είναι γνωστό. Ο Βάγκνερ τον χρησιμοποίησε στον «Ιπτάμενο Ολλανδό» του και με βάση τον ίδιο μύθο ο Σούμπερτ δημιούργησε την ωραιότατη σονάτα του Der Wanderer (Η φαντασία του οδοιπόρου).

Μια ευκαιρία

Πράγματι αυτό το έργο έχει πολύ να κάνει με την πίστη, όχι μόνο τη θρησκευτική. Την πίστη στην αγάπη, την πίστη στον άνθρωπο, την πίστη στον ήλιο που ανατέλλει. Το κυρίαρχο θέμα σχετίζεται με το γεγονός ότι όσο είσαι ζωντανός, όσο υπάρχεις, όσες αποτυχίες και αν έχεις σημειώσει σε όλους τους τομείς, δικαιούσαι αλλά και αξίζεις άλλη μία ευκαιρία. Όλοι μα όλοι οι άνθρωποι αξίζουν μια τελευταία ευκαιρία. Ο Μακ Φέρσον αφήνει τους ήρωές του να βρουν τρόπους να σταθούν με αξιοπρέπεια.
Η συμφορά τους είναι τραγικά κωμική. Ο Ρίτσαρντ, ο μεγάλος αδελφός, τυφλός, μέθυσος, με παιδικό θυμό κι ανελέητο χιούμορ, καταπιέζει με την ανημπόρια του τον αδελφό του, σαν άλλος Χαμ από «Το τέλος του Παιχνιδιού» του Μπέκετ.
Ο Σάρκυ, ο μικρότερος, αποτελεί «εγγύηση αποτυχίας». Απολυμένος από δεκάδες δουλειές, μόνιμα οργισμένος, με έναν ανεκπλήρωτο έρωτα για τη γυναίκα του εργοδότη του, προσπαθεί να ξαναπιάσει από κάπου το νήμα της ζωής του και να ξανασταθεί στα πόδια του.
Ο Ιβάν, αδύναμος κι επιπόλαιος, δεν έχει βρει το κουράγιο να πάει σπίτι του δύο μέρες, ζώντας με το φόβο της γυναίκας του, παρασυρμένος μόνιμα απ’ τη θαλπωρή του αλκοόλ και την παρηγοριά των φίλων.
Ο Νίκυ, με ψευδαισθήσεις μεγαλείου, και με όνειρα να στήσει μια αυτοκρατορία από την εμπορία τυροκομικών προϊόντων, αφού πλέον κανένας γονιός δεν τον εμπιστεύεται για μπέιμπι σίτινγκ.
Και, τέλος, ο κύριος Λόκχαρτ, ο καταλύτης, ένας μυστηριώδης, γοητευτικός άγνωστος, κομψός κι ευγενικός, μ’ ένα σχέδιο που πρέπει να πετύχει αυτή τη σημαδιακή νύχτα, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων.
Επαναλήψεις, διαφωνίες, φράσεις κλισέ, αποφθέγματα, ιστορίες από το παρελθόν, φανταστικές ιστορίες, αστεία, προσευχές, κωμικότητα, μουσική και πολύ αλκοόλ επιστρατεύονται προκειμένου να συνεχιστεί η νύχτα.

 

 

Μια νύχτα καταιγίδας

Πέντε άντρες, αυτή τη νύχτα, μακριά από κάθε γυναικεία παρουσία που θα μπορούσε να τους περιθάλψει και να τους σώσει, ανώριμοι, ανήλικοι, απόλυτα ανθρώπινοι, ευάλωτοι, θα γιορτάσουν, θα παίξουν, θα πιουν όσο δεν πάει άλλο και κυρίως θα δώσουν μάχη με τους δαίμονές τους.
Στο υπόγειο ενός σπιτιού, σ’ έναν παραθαλάσσιο οικισμό στα βόρεια του Δουβλίνου, ενώ έξω μαίνεται μια σφοδρή καταιγίδα, τέσσερις φίλοι κι ένας μυστηριώδης ξένος θα περάσουν τη νύχτα γιορτάζοντας με τον τρόπο που ξέρουν: παίζοντας χαρτιά και πίνοντας.
Ο Σάρκυ έχει επιστρέψει σπίτι του ύστερα από καιρό, για να φροντίζει τον Ρίτσαρντ, τον μεγαλύτερο αδελφό του, που πρόσφατα τυφλώθηκε. Στη γιορτινή βραδιά είναι μαζί τους ο Ιβάν κι ο Νίκυ, φίλοι αδελφικοί, στο ποτό και τις αποτυχίες της ζωής. Κι ένας ακόμη απρόσκλητος επισκέπτης, ο κύριος Λόκχαρτ, που κανείς δεν τον γνωρίζει, ενώ εκείνος μοιάζει να γνωρίζει πολλά. Ο αινιγματικός ξένος έχει κάτι ιδιαίτερο να προσφέρει για αυτή τη νύχτα εκτός από ένα μπουκάλι ουίσκι.

Τα ερωτήματα

Πώς βγήκε από τη φυλακή ο Σάρκυ δεκαεπτά χρόνια πριν; Πώς κέρδισε ο Ιβάν τη βάρκα στα χαρτιά; Τι έγινε με τη φωτιά στο ξενοδοχείο; Πώς τυφλώθηκε ο Ρίτσαρντ; Πόσες προσπάθειες χρειάστηκαν για να πεθάνει ο Μώρις Μάκεν; Τι βάζει στο παιχνίδι ο κύριος Λόκχαρτ και ποιoς θα τον ξεπληρώσει; Ποιος παίκτης θα καταφέρει να απελευθερωθεί πρώτος από τις αμαρτίες του και να κερδίσει την παρτίδα;
Η νύχτα βαθαίνει κι η θύελλα θριαμβεύει, κάποιοι άγνωστοι έξω στο δρόμο παίζουν τα δικά τους παιχνίδια κάνοντας ζημιές αλλά οι πέντε άντρες θα παίξουν μέχρι το τέλος, ποντάροντας όλο και περισσότερα: μια πιθανότητα να ξεφύγουν απ’ το παρελθόν τους. Και μια τελευταία ευκαιρία να σώσουν την ψυχή τους.
Η δύναμη και η ψυχραιμία είναι τα πιο σημαντικά στοιχεία σ’ αυτή την παρτίδα και όλοι οι χαρακτήρες προσπαθούν να ασκήσουν την εξουσία τους έναντι των άλλων με διάφορους τρόπους. Σε όλη τη διάρκεια του έργου φαίνεται να αμφισβητείται η δυναμική της οικογένειας, των οικογενειακών αξιών.
Όπως και το The Homecoming – «Η επιστροφή» (1964) του Χάρολντ Πίντερ, ο «Φάρος» μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κωμωδία απειλής», αφού όλα ξεκινούν από αθώες καταστάσεις για να αποκαλύψουν μια παράλογη και επικίνδυνη διάσταση. Το έργο χωρίζεται σε γύρους, σαν να βρίσκεσαι σε αγώνα πυγμαχίας. Στο τέλος κάθε γύρου υπάρχει κάποιος που κερδίζει και κάποιος που χάνει.

Η διαφορετικότητα των χαρακτήρων

Οι δύο αδελφοί υιοθετούν μια κλασική σχέση αφέντη – σκλάβου, ο μονίμως ηττημένος Ιβάν, κλειδωμένος εκτός σπιτιού από τη σύζυγό του, προφανώς προκάλεσε δύο θανάτους από αμέλεια σε κατάσταση μέθης και ο Νίκυ είναι ένας ανεπιθύμητος κι ενοχλητικός πρώην φίλος που έχει κλέψει το κορίτσι του Σάρκυ.
Η λύτρωση έρχεται πολύ ευφυώς μέσα από ένα αφηγηματικό τέχνασμα που ξαφνιάζει.

Ο «Φάρος» εξερευνά θέματα τόσο πραγματικά όσο και υπερφυσικά, όπως η θλίψη, η κατάχρηση ουσιών, οι διαλυμένες οικογένειες, οι ψευδαισθήσεις και τα φαντάσματα. Οι ήρωες προσπαθούν να απαλύνουν τις ένοχες και τις αποτυχίες τους μέσω ψεύτικων διεγερτικών. Ζουν με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους, τις αξίες και τις ψευδαισθήσεις τους, το σκοπό τους και τους περιορισμούς τους, την ευγένεια και την εγκληματικότητά τους.
Ωστόσο το κωμικό στοιχείο εισβάλλει από την αρχή του έργου, και διεκδικεί την ισοτιμία στην ανάπτυξη της παράστασης.
Ο Σάρκυ, απερίσκεπτος, επιπόλαιος και εξαρτημένος από το αλκοόλ, έρχεται αντιμέτωπος με τα λάθη που του στερούν τη χαρούμενη γλυκύτητα της ζωής. Αντίθετα, ο τυφλός αδελφός του, ο Ρίτσαρντ, με την τρυφερή ενάρετη λάμψη που εκπέμπει, μετατρέπει το σκοτάδι της τυφλότητάς του σε εγκάρδιο φως και γίνεται ο φάρος της ψυχής του Σάρκυ. Η σχέση τους, καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, διακρίνεται από μια εκρηκτική ένταση που ερμηνεύεται όμως όχι τόσο σαν ξέσπασμα οργής, αλλά σαν μια ιδιοσυγκρασιακή εξωτερίκευση της ακλόνητης αγάπης που τρέφουν ο ένας για τον άλλο.
Το καρέ των αποτυχημένων συμπληρώνουν ο Ιβάν και ο Νίκυ. Για αυτούς ο φόβος έχει το πρόσωπο μιας γυναίκας -της συζύγου και της συντρόφου αντίστοιχα. Οι φίλοι αποτελούν τη μοναδική ανάσα ελευθερίας που τους έχει απομείνει για να είναι υποφερτή η καθημερινότητα.
Η διαφορετικότητα των χαρακτήρων αποδίδεται με σκοτεινό, παιγνιώδες χιούμορ και ευαισθησία, προκαλώντας το γέλιο αλλά και τη συγκίνηση του θεατή.

Ο αινιγματικός κ. Λόκχαρτ

Ο μόνος παίκτης που διαφέρει αισθητά από τους υπόλοιπους είναι ο αινιγματικός κ. Λόκχαρτ, ο μυστηριώδης άγνωστος που η άψογη, αγγελικά απόκοσμη παρουσία του δεν αφήνει και πολλά περιθώρια διερεύνησης της προσωπικότητάς του, παρά μόνο όταν ο ίδιος αποκαλύπτεται.
«Στο θέατρο, ο άνθρωπος αντλεί μόνο ποίηση και όχι την πίκρα», λέει ο Καμύ. Εκεί βρίσκουν καταφύγιο και οι χαρακτήρες του «Φάρου», αναζητώντας έναν τρόπο να αποφύγουν αλλά και να κατανοήσουν ταυτόχρονα την κατάστασή τους.

Το έργο κορυφώνεται με την παρτίδα πόκερ που παίζεται ανάμεσα στους πέντε άνδρες, φαινομενικά ένα ακίνδυνο παιχνίδι. Το έργο δεν μας δίνει ξεκάθαρες αποδείξεις και απαντήσεις αν ο Λόκχαρτ είναι ο διάβολος και αν έχει έρθει να διεκδικήσει την ψυχή του Σάρκυ. Όλη αυτή η υπερφυσική σαγήνη όμως είναι ένας μηχανισμός που δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να αποκαλύψει το πνευματικό έλλειμμα αυτού του αρσενικού κόσμου που τροφοδοτείται με ψέματα. Ο Λόκχαρτ αποκαλύπτεται ως μια οντότητα που φέρει στοιχεία από τον σκοτεινό Μεφιστοφελή. Με το όνομα Μεφιστοφελής αναφέρεται στην τραγωδία Φάουστ του Γκαίτε ο διάβολος. Παριστάνεται όχι βεβαίως με τις γνώριμες κλασικές ειδεχθείς και αποκρουστικές μορφές του δαίμονα αλλά ενδεδυμένος κομψότατα, εύγλωττος, αρρενωπός, μαγνητικός και πολύ γοητευτικός.
Αυτό που δημιουργεί ο Αιμίλιος Χειλάκης στην παράσταση είναι προφανώς απλό, αλλά τολμηρό και αξέχαστο. Ο Λόκχαρτ του έχει πηγαίο δυναμισμό, πειθαρχία στα ερμηνευτικά του μέσα και εκκεντρική ερμηνευτική διάσταση που προσδίδει τόνους υπόγειας θλίψης.

 

 

Ερμηνείες και συντελεστές

Βεβαίως, όσον αφορά το έργο όλων των ηθοποιών, αυτό είναι πραγματικά αξιέπαινο. Ο τυφλός, αλκοολικός, φτωχός, κατεστραμμένος Ρίτσαρντ αποτελεί ένα μνημείο αυταρχικής αυτοπεποίθησης. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης ανταποκρίνεται επάξια αποδίδοντας θαυμάσια την κρυμμένη γλυκιά τραγικότητα, την ενσυναίσθηση και τη διαισθητικότητα του ήρωα.
Ο Σάρκυ έχει την ακτινοβολία του πρόθυμου υπηρέτη. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος για ακόμα μια φορά εντυπωσιάζει. Η έκφραση, η εσωτερικότητα, η ευλυγισία, η ευελιξία, η εκφορά του λόγου είναι χαρακτηριστικά στοιχεία της ερμηνείας του.
Οι δυο τους συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, τόσο ώστε να μην μπορούμε εύκολα να τους φανταστούμε χωριστά.
Στον Ιβάν του Νίκου Ψαρρά ο θεατής ανακαλύπτει όχι μόνο το αστείρευτο ταλέντο του, που άλλωστε είναι γνωστό, αλλά και τις ευρηματικές μεταπλάσεις του καθώς και την ερμηνευτική του τόλμη. Μια ερμηνεία αφιερωμένη στην ενδοσκόπηση και την εξερεύνηση του άγνωστου εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου.
Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ένας λαμπρός ηθοποιός, με αξιοσημείωτη πορεία, έπλασε με ακριβά υλικά τον τραγικοκωμικό Νίκυ και έδωσε έμφαση στο πικρό πάθος που κρύβει ο χαρακτήρας.
Η μετάφραση των Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη – Αθανασίας Σμαραγδή είναι εύληπτη και βοήθησε στο να φτάσει ο απαιτητικός λόγος του McPherson, όσο το δυνατόν πιο κατανοητός στην ακοή του κοινού.
Το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή αποπνέει μια στείρα εργένικη ομορφιά.
Τα κοστούμια της Μαρίας Κοντοδήμα έρχονται να δέσουν αρμονικά με τις προσωπικότητες όλων των ρόλων.
Η μουσική του Μίνωα Μάτσα πλαισιώνει την πλοκή υποβλητικά.
Οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου δίνουν την κατάλληλη έμφαση στη δράση.
Οι επιλογές του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη σε σχέση με τις χρονικές διάρκειες, την ταχύτητα και τους τονισμούς, μικρά πράγματα αλλά διόλου ασήμαντα, προσφέρουν στο σπουδαίο αυτό κείμενο πρωτόγνωρο παλμό και ζωή. Η απαράμιλλη σκηνοθετική ευαισθησία του αγγίζει το πνεύμα και την καρδιά.
Πρόκειται για μια παράσταση από εκείνες που δεν βλέπει κανείς συχνά στην Αθήνα και αυτό συμβαίνει όταν ένα μεγάλο έργο πραγματώνεται επί σκηνής με τέχνη, γνώση και σεβασμό.

Αν υπάρχει ένας πραγματικός δαίμονας σε αυτό το συναρπαστικό, απολαυστικό έργο, αυτός είναι ο δαίμονας του αλκοόλ. Εν τούτοις είναι απολύτως μεθυστικό να αναλογιστεί κανείς τι πρόκειται να μας δώσει στο μέλλον ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης.

***

Ο Κόνορ Μακφέρσον είναι Ιρλανδός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Θεωρείται ένας από τους πιο καταξιωμένους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς και σκηνοθέτες στο παγκόσμιο θέατρο, τρεις φορές υποψήφιος για βραβείο Τόνι. Γεννήθηκε το 1971 στο Δουβλίνο όπου παρουσίασε τις πρώτες του θεατρικές δουλειές ως συγγραφέας και σκηνοθέτης. Από τότε έχει γνωρίσει καθολική αποδοχή από κοινό και κριτικούς και έργα του έχουν παιχτεί τόσο στο Γουέστ Εντ όσο και το Μπρόντγουεϊ. Εκτός από τις τρεις υποψηφιότητες για Τόνι, ο ΜακΦέρσον έχει και άλλες σημαντικές διακρίσεις όπως το βραβείο Λόρενς Ολίβιε, το βραβείο της Evening Standard για το καλύτερο θεατρικό έργο, το βραβείο της Ένωσης Κριτικών Λονδίνου.
Στον κινηματογράφο, η πρώτη ταινία που βασίστηκε σε δικό του θεατρικό το I Went Down (1997), πήρε πολύ καλές κριτικές και κέρδισε βραβεία σεναρίου από το φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν και την Ιρλανδική Ακαδημία Κινηματογράφου. Η ταινία Saltwater (2000) σε δικό του επίσης σενάριο και πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, κέρδισε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας CICAE στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Ακολούθησε το The Actors (2003) με πρωταγωνιστές τους Μάικλ Κέιν και Μιράντα Ρίτσαρντσον. Η Ολική έκλειψη (2009) είναι η τρίτη ταινία που υπέγραψε και το σενάριο και τη σκηνοθεσία.
Έργα του έχουν ανέβει σε όλον τον κόσμο κι έχουν τιμηθεί με πολλά βραβεία. Στην Ελλάδα έχει ανέβει «Το Φράγμα» (The Weir) από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, στη Θεσσαλονίκη, το 1997. Φέτος ταυτόχρονα παρουσιάζεται και το «The night alive» – «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» στο Θέατρο Επί Κολωνώ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης – Αθανασία Σμαραγδή
Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Κοστούμια: Μαρία Κοντοδήμα
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μανώλης Δούνιας – Έλενα Σκουλά
Θεατρικές επιχειρήσεις: Κάρολος Παυλάκης

Διανομή (με σειρά εμφάνισης):

Σάρκυ: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος
Ρίτσαρντ: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Ιβάν: Νίκος Ψαρράς
Νίκυ: Προμηθέας Αλειφερόπουλος
Κύριος Λόκχαρτ: Αιμίλιος Χειλάκης

Θέατρο Αθηνών, Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου 10, Σύνταγμα

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΈνας καθοδηγητής «Φάρος» από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στο Θέατρο Αθηνών

Related Posts