«Colossus», ταξίδι μεταξύ ονείρου και εφιάλτη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Novus Ordo Seclorum»
«Ξαναγεννιέται από την αρχή ο μέγας των αιώνων κύκλος»
Βιργίλιος

Ο “Αγαμέμνων”, το πιο εκτεταμένο από τα σωζόμενα δράματα του Αισχύλου, ξεκινάει με μια ατμόσφαιρα ελπίδας ανάμεικτης με σκοτεινά προαισθήματα, καθώς ο φρουρός στη στέγη του παλατιού στο Άργος παρακολουθεί με αγωνία να δει το σημάδι της φωτιάς να αναγγέλλει την πτώση της Τροίας. Όταν το σημάδι αυτό φάνηκε, τα νέα επιβεβαιώθηκαν και από έναν κήρυκα που φτάνει στο παλάτι σχεδόν συγχρόνως, χωρίς έγνοια για τη σύμβαση του χρόνου. Η Κλυταιμνήστρα, η γυναίκα του Αγαμέμνονα, παρουσιάζεται να πανηγυρίζει, ο Χορός όμως των Αργείων γερόντων θυμίζει ότι ο Αγαμέμνονας θυσίασε την κόρη τους Ιφιγένεια στο βωμό της φιλοδοξίας του, για να μπορέσει ο ελληνικός στόλος να αποπλεύσει από την Αυλίδα, και αναλογίζεται με μελαγχολία τις πιθανές τραγικές συνέπειες. Εν τω μεταξύ φτάνει ο Αγαμέμνονας φέρνοντας μαζί του ως παλλακίδα του την αιχμάλωτη Τρωαδίτισσα πριγκίπισσα Κασσάνδρα. Η Κλυταιμνήστρα τον υποδέχεται ύπουλα και κατόπιν τον οδηγεί μέσα στο παλάτι, αφού τον εμπλέξει στην ύβρη να πατήσει τον ολοπόρφυρο τάπητα που του έχει στρώσει, σαν να ήταν θεός. Η βασίλισσα όμως σχεδιάζει να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα για να εκδικηθεί τη σκληρή του απόφαση να θυσιάσει την κόρη τους Ιφιγένεια, αλλά και για το γεγονός ότι επέστρεψε εμφανιζόμενος επισήμως με την αιχμάλωτη Κασσάνδρα ως σύντροφό του.
Η Κασσάνδρα, που μέχρι το σημείο αυτό παραμένει βουβή, περνάει τώρα σε μια έξαλλη προφητεία, προβλέποντας το φόνο του Αγαμέμνονα και το δικό της, και, έχοντας οράματα από τα προηγούμενα φρικιαστικά εγκλήματα των Ατρειδών, ξεσπάει σε παραληρηματικό θρήνο. Τελικά μπαίνει μέσα στο παλάτι, ξέροντας ότι βαδίζει προς το θάνατό της.

Κατά τη δεκαετή απουσία του, η Κλυταιμνήστρα έχει κι αυτή βρει ερωτικό σύντροφο και στήριγμα αλλά και βασιλιά επί της ουσίας στο πρόσωπο του Αίγισθου, εξαδέλφου του Αγαμέμνονα. Αυτός με τη σειρά του θεωρεί ότι του ανήκει δικαιωματικά ο θρόνος και βρίσκεται κι εκείνος δέσμιος δραμάτων από το παρελθόν, σε έναν φαύλο κύκλο εγκλημάτων πάθους, αιμομιξιών, και λατρείας για την εξουσία. Ο πατέρας του συγκεκριμένα, ο Θυέστης, ήταν αδελφός του Ατρέα, του πατέρα του Αγαμέμνονα. Τα δύο αδέλφια, Ατρέας και Θυέστης, διέπραξαν πολλές βιαιότητες και απάτες για να αρπάξει ο ένας από τον άλλο το θρόνο και τελικά ο Ατρέας έφτασε στο σημείο να σκοτώσει και να μαγειρέψει τα ανίψια του, δηλαδή τα παιδιά του Θυέστη, και μετά να τον καλέσει ανυποψίαστο σε ένα μακάβριο δείπνο. Στο τέλος του δείπνου ο Ατρέας τού αποκάλυψε χαιρέκακα ότι είχε μόλις φάει τα ίδια του τα παιδιά και σαν τρελός ο Θυέστης έφυγε αποφασισμένος για εκδίκηση. Σύμφωνα με ένα χρησμό θα έπαιρνε το αίμα του πίσω μόνον αν αποκτούσε γιο με αιμομιξία, από την ίδια του την κόρη -έτσι και έκανε. Ο καρπός αυτής της σχέσης ήταν ο Αίγισθος. Ο Αίγισθος φέρεται να σκότωσε τον Ατρέα και έτσι να βρέθηκε μαζί με τον πατέρα του στο θρόνο, διώχνοντας τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο στη Σπάρτη. Όταν ο Αγαμέμνονας ανελίχθηκε στο θρόνο της Σπάρτης εξεδίωξε τον Θυέστη και τον Αίγισθο. Ο Αίγισθος όχι μόνο μισούσε τον Αγαμέμνονα ως παιδί του άνδρα που διέπραξε το προαναφερθέν αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος των αδελφών και του πατέρα του, αλλά και ως εκείνον που -στα δικά του μάτια- κατείχε άνομα την εξουσία. Επιπλέον ο ίδιος ήταν ο μόνος που είχε απομείνει ζωντανός από τη βασιλική πλευρά του Θυέστη και συνιστούσε απειλή για τον Αγαμέμνονα, ο οποίος και τον είχε εξορίσει.

Η Ορέστεια δεν είναι μόνο ένα από τα κείμενα που σημάδεψαν τη γέννηση του ευρωπαϊκού θεάτρου, αλλά αποτελεί και το λίκνο του ενδιαφέροντος κάθε σκηνοθέτη για το θέατρο. Ένα κείμενο που γράφτηκε πάνω από 2.500 χρόνια πριν, ακόμη μας αγγίζει και ακόμη είναι σημαντικό για μας. Στην Ορέστεια μια κοινωνία αντικατοπτρίζεται, με αφηγηματικά στοιχεία που συναντιούνται στους παραδοσιακούς μύθους. Όπως ο φαύλος κύκλος της βίας, η Πειθώ, ο Οίκος και η Πόλις, το Άρρεν και το Θήλυ.
Τι υποδηλώνει η μορφή του Αγαμέμνονα και ποια είναι η θέση της Κλυταιμνήστρας απέναντί του, τη στιγμή που αυτός έχει θυσιάσει την κόρη τους Ιφιγένεια χάριν της ευόδωσης της εκστρατείας στην Τροία;
Ο Αγαμέμνων θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια δίνοντας λύση σε ένα δυσβάσταχτο δίλημμα – αν θα ζήσει το παιδί του ή αν θα επιλέξει αυτός την εκστρατεία στην Τροία με κόστος τη ζωή της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνων έκανε έναν πόλεμο, για ασήμαντη φαινομενικά αφορμή – ως απάντηση στην αρπαγή «της Ωραίας Ελένης», γυναίκας «πολύανδρου». Τον πόλεμο αυτό τον κέρδισε με δόλο, με τον γνωστό Δούρειο Ίππο, κατόπιν παρότρυνσης του Οδυσσέα.

Ο Αισχύλος αποκωδικοποιεί βαθιές πραγματικότητες της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης σκέψης βάζοντας τα χέρια του «επί τον τύπον των ήλων». Ο Φρόιντ (Freud) είχε μιλήσει για ένα ενοχικό υπόβαθρο στην ανθρώπινη ψυχή που καραδοκεί για να εκφραστεί σαν τέτοιο με την πρώτη δυνατή κατηγορία που θα διατυπωθεί και το οποίο έχει τις ρίζες του κάτω και από αυτό το ίδιο το ατομικό ασυνείδητο.
Η βαθιά και «ρηξιγενής» πραγματικότητα της ανθρώπινης ψυχής, σύμφωνα με τη Ζακλίν ντε Ρομιγί, ζητεί την αποκωδικοποίηση στην «Ορέστεια» καθώς έρχεται στο φως μέσα από προβληματικές αμιγώς πολιτισμικές (η έννοια του φόνου και της εκδίκασής του) – προβληματικές πρωτίστως του ορθού λόγου. Σ’ αυτό που δεν δίνεται απάντηση στην Ορέστεια είναι αν και πώς είναι δυνατόν ο δυτικός άνθρωπος να πετύχει την ειρήνη με τον εαυτό του, στρέφοντας με το μέρος του τα αρχαϊκά κομμάτια της ψυχής του και εξασφαλίζοντας την τόσο ποθητή γι’ αυτόν απενοχοποίηση. Αυτό το ερώτημα ο Αισχύλος αφήνει εμάς να το απαντήσουμε.

Η γυναίκα

Η παράσταση «Colossus» (Kολοσσός) του Θάνου Παπακωνσταντίνου, που παρουσιάστηκε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια σκηνική σύνθεση με αφορμή τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου. Πρόκειται για το τρίτο και τελευταίο τμήμα μιας τριλογίας, που τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά προτείνει μια ελεύθερη απόδοση της «Ορέστειας» του Αισχύλου, μετά το «Venison» (Kρέας από κυνήγι) και το «Pedestal» (Βάθρο).
Η Μαρία Καλλιμάνη συνεργάστηκε γι’ αυτή την παράσταση με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου, έναν πρωτοποριακό σκηνοθέτη που δραστηριοποιείται κυρίως στη Γερμανία. Η εκλεκτή ηθοποιός ερμήνευσε το ρόλο της Μητέρας – Κλυταιμνήστρας στη σκηνική σύνθεση «Colossus» (Kολοσσός).
Έχοντας μια σαφή αναφορά στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα, και πιο συγκεκριμένα στη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτά, παρακολουθούμε την πορεία μιας γυναίκας και τη μεταμόρφωσή της, από πιστή ακόλουθο, υποδειγματική σύζυγο και καλή μητέρα σε μυθικό τέρας που επιθυμεί την απόλυτη καταστροφή των πάντων. Ρόλο που ιστορικά έπαιξαν οι σύζυγοι, οι αδελφές, οι ερωμένες και οι κόρες των ναζί στη χιτλερική Γερμανία και στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων.

Ο πόλεμος

Στην πρώτη εικόνα, ένας Χορός στρατιωτών στο κάλεσμα ενός ολοκληρωτικού πολέμου που μαίνεται εκτός των τειχών της χώρας αποχωρεί και στη συνέχεια παρατάσσει επί σκηνής τα λάφυρα του πολέμου – τα ματωμένα ρούχα των ηττημένων. Ένα μνημείο της ιστορίας του κόσμου. Ένα μνημείο του πολέμου, που είναι παλιός σχεδόν όσο ο άνθρωπος και αγγίζει μυστικές πλευρές της ανθρώπινης καρδιάς, όπου το «εγώ» διαλύει τη λογική της σκοπιμότητας, όπου κυριαρχεί η φαντασία, όπου υπερτερεί το συναίσθημα, όπου βασιλεύει το ένστικτο. Τα μαθήματα της Ιστορίας μας θυμίζουν ότι τα κράτη στα οποία ζούμε, οι θεσμοί τους, ακόμη και οι νόμοι τους μάς δόθηκαν έπειτα από συγκρούσεις που συχνά έχουν κοστίσει πολύ αίμα. Υπάρχουν οι πόλεμοι που μορφοποιήθηκαν στην εποχή που πρώτη ύλη ήταν κυρίως η πέτρα, κατόπιν το σίδερο, υστερότερα η ανθρώπινη σάρκα και τέλος η φωτιά. Υπάρχουν πόλεμοι του 20ου αιώνα, του πιο πολεμικού αιώνα, στη διάρκεια του οποίου ο πόλεμος μετατράπηκε από «μέσο της πολιτικής» σε αυτοσκοπό. Αίμα, αίμα, αίμα παντού… Στη σκηνή ματωμένα νήματα, ανθρώπινα μέλη και αντικείμενα εξάρτυσης, όλα βαμμένα σκούρα απ’ το αίμα.

Ο άνδρας

Στη δεύτερη εικόνα, βλέπουμε σκηνές από τη ζωή μιας γυναίκας στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Ο άντρας της πολεμάει στο μέτωπο και αυτή τον περιμένει διατηρώντας την εστία του σπιτιού σε τάξη. Ένα κορίτσι από τον χώρο των νεκρών, όμως, την επισκέπτεται και διαβρώνει με την παρουσία της το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Η εμπόλεμη ζώνη επεκτείνεται και εντός της οικίας.
Η γυναίκα στοιχειώνεται από εικόνες καταστροφής και θανάτου. Ο άντρας επιστρέφει από το μέτωπο με τα λάφυρα της νίκης. Η γυναίκα τον υποδέχεται με ένα δείπνο, στο τέλος του οποίου τον θυσιάζει με τη σειρά της στο όνομα μιας νέας τάξης πραγμάτων, όπου η πατροπαράδοτη τάξη των πραγμάτων καταλύεται. Πρέπει να επιστρέψουμε στην κατάσταση αγριότητας, όλα πρέπει να καταστραφούν για να υπάρξει κάποτε μια νέα αρχή. Μην ξεχνάμε πως ο Άλντους Χάξλεϊ περιέγραψε το κράτος του μέλλοντος ως την «τελική επανάσταση», μία «δικτατορία χωρίς δάκρυα» όπου οι άνθρωποι «αγαπούν τη δουλεία τους».
Στην τελευταία εικόνα, η γυναίκα ντύνεται με τα ρούχα των νεκρών. Ολόκληρο το δάπεδο με τα ρούχα των ηττημένων γίνεται το ένδυμά της. Η ίδια γίνεται τελικά ένα νέο μνημείο, ένα μυθικό τέρας – παγωμένο και βουβό.

Το άγριο αίμα

Η πορεία της τριλογίας «Carnage» ακολουθώντας -όχι τυχαία- μια αντίστροφη σειρά, επιχειρεί να αποτυπώσει σκηνικά τη διαδρομή του ανθρώπου από ένα οργανωμένο πολιτειακό σύστημα προς μια κοινωνία αυτοδικίας, σε αντίθεση με αυτήν που προτείνεται στην Ορέστεια του Αισχύλου, όπου ο άνθρωπος περνά με τα παθήματά του από το ματωμένο κύκλο της αυτοδικίας προς την πολιτειακή και θεσμική οργάνωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Ο λόγος έρχεται σαν ακόμα ένα στοιχείο της σύνθεσης. Η δομή της οικογένειας και οι εξουσιαστικές σχέσεις μέσα σ’ αυτήν, η πίστη σ’ ένα σύστημα θρησκευτικό ή κοινωνικό, η τύφλωση του πιστού μέσα στη βεβαιότητα και την ασφάλεια του αισθήματος του «ανήκειν», τα ζητήματα των φύλων που σαν αντίρροπες δυνάμεις έλκουν και απωθούν το ένα το άλλο και η «άγρια» καταγωγή του ανθρώπου είναι θέματα που πλέκουν τον ιστό της αφήγησης στο «Colossus». Ολόκληρος ο κόσμος της παράστασης χτίστηκε γύρω απ’ την παραδοχή ότι ο άνθρωπος, όσο και να προσπαθεί να εξελιχθεί, δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ το άγριο αίμα που κουβαλά σαν κληρονομιά μέσα του.

 

Ο σκηνοθέτης

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, ένας ευαίσθητος δέκτης και οξυδερκής πομπός των προβλημάτων της σύγχρονης εποχής, μας δείχνει ότι όλες οι επαίσχυντες δυνατότητες της συμπεριφοράς και της διαγωγής του ανθρώπου ενσαρκώνονται και συγκεκριμενοποιούνται σ’ ένα μικρό αριθμό καταστάσεων, σε σκηνικές εικόνες και σε μερικές απλές πράξεις.

Μας παραδίδει μια αινιγματική και στυλιζαρισμένη σουρεαλιστική παράσταση, απόκοσμη, τρομακτική και με ιδιαίτερη δομή. Ένα πεδίο αλληλο-εμπλεκόμενων πραγματικοτήτων με μια συζυγοκτονία, μια παιδοκτονία που έχει προηγηθεί και μια μητροκτονία που έπεται.

Η έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας και η ψυχική απομόνωση, παρά τη φυσική εγγύτητα, είναι μερικά από τα επικρατούντα στοιχεία στον «Κολοσσό», ενώ σποραδικές φράσεις υπαινισσόμενες κάποιο βαθύτερο μυστήριο αλλά αποκομμένες από συμφραζόμενα δημιουργούν μία ξεχωριστή αίσθηση.

Το εικαστικό σύμπαν

Το διαμέρισμα του Μεσοπολέμου με τον ιδιότυπο φωτισμό και τα ελάχιστα αλλά εμβληματικά έπιπλα, η βραδύκαυστη, υπνωτιστική ροή και τα περιστασιακά εμβόλιμα επεισόδια, οι μονόλογοι, η παρουσία της τερατώδους αλλά και βλακώδους, δαιμονικής στρατιάς η οποία φαίνεται να ελέγχει τα δρώμενα, οι γύπες – τοτέμ, ο τάφος – θυσιαστήριο από όπου σχεδόν στα πόδια των θεατών ξεπροβάλλει η θαμμένη Ιφιγένεια-Κασσάνδρα, συντηρούν αμείωτο το αγωνιώδες ενδιαφέρον του θεατή. Επίσης υπάρχει και η εμφάνιση του λαγού ως καθρέφτη των προσωπικών φόβων του καθενός, ενός ζώου που παραδοσιακά συνδέεται με τη γονιμότητα, την αυτοθυσία, την άνοιξη, τη νύχτα, τη σεξουαλικότητα.

Με προσεκτικά σχεδιασμένες ηχητικές σιωπές και εικαστικά σκοτάδια πάνω σε ήπια χρώματα, η παράσταση έμοιαζε να αψηφά εσκεμμένα κάθε λογική εξήγηση ή αφηγηματική σύμβαση και να μιλά απευθείας στο ασυνείδητο.

Τεράστιες αντιθέσεις φωτεινότητας, εικαστικές λεπτομέρειες, πανέμορφα κοστούμια, ατμοσφαιρικά ονειρική μουσική επένδυση και ο ίδιος ο εξαιρετικός Θάνος Παπακωνσταντίνου στο ρόλο του Άνδρα – Αγαμέμνονα, δημιουργούν ένα σύμπαν εφιαλτικό και παράδοξο. Μια εικαστική συρραφή από παραισθητικές εικόνες σχετικές με την αδυσώπητη φύση κάθε ολοκληρωτικού συστήματος και τα τέρατα του φασισμού.

Ένα άθροισμα γοητευτικά ανησυχαστικών εικόνων διαποτισμένων από την αίσθηση της διάχυτης επικείμενης απειλής, ενός επερχόμενου ακαθόριστου κινδύνου, ενός βιολογικού εκφυλισμού.

Ένας ερεβώδης κόσμος, όπου επικρατούν η βία, ο φόβος, ο νοσηρός ερωτισμός και ο θάνατος. Μαγικός ρεαλισμός, ανατριχίλα και κρυφές επιθυμίες. Ειρωνεία και η διεγερτική επίδραση ενός αναπάντητου μυστηρίου.

Η σύνθεση του κειµένου, ο σκηνικός χώρος και η σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου συνιστούν μια ιλιγγιώδη και θαυμάσια αλλόκοτη κατάδυση στο ασυνείδητο και στις αρχετυπικές έννοιες του Κακού, της Ταυτότητας και του Θανάτου.

 

Οι ερμηνείες

Η μοναδική Μαρία Καλλιμάνη στον πιο θαρραλέο -ίσως- ρόλο της, υπηρετεί ένα κείμενο υψηλής ποίησης. Άψογη σε κίνηση και έκφραση, πέτυχε να φτάσει την πραγματικά απογειωτική αλλά θεατρικά λιτή έξαρση στο τέλος της τραγωδίας. Από μόνη της η ερμηνεία της αποτελεί μια πρόκληση και προσδίδει μια ιδιαιτερότητα, για να μην πω μοναδικότητα, έναν ηλεκτρισμό, στο όλο εγχείρημα.

Η Ελένη Μολέσκη, ως Ιφιγένεια – Κασσάνδρα, που προβάλλει από τον τάφο ζωντανή – νεκρή ήταν ένα αερικό με απόκοσμη θωριά. Η στάση, ο λόγος, η αφήγηση, οι μεταπτώσεις του συναισθήματος, δίχως στόμφο και μεγαλοστομία, άφησαν μια ονειρική εντύπωση.

Λαμπρή και έξοχα τελετουργική η επίδοση της Ιωάννας Μιχαλά.
Με εκφραστικότητα και άψογα γυμνασμένος ο Χορός των Βασίλη Βηλαρά, Γιάννη Ασκάρογλου, Τάσου Τσουκάλη – Δημητριάδη.

Οι συντελεστές

Η ιδιοφυής Νίκη Ψυχογιού στα σκηνικά – κοστούµια, οι δεινότατες Χαρά Κότσαλη και Νάντη Γώγουλου στην επιμέλεια της κίνησης, ο Αντώνης Μόρας στην υποβλητική, απειλητική σύνθεση του ήχου, η Χριστίνα Θανάσουλα στους πολυεπίπεδους και μεγαλοπρεπείς φωτισμούς, η γλυπτική του Αλέκου Μπουρελιά, η βοηθός του σκηνοθέτη Αριάννα Χατζηγαλανού και η έμπειρη Κατερίνα Μπερδέκα στη διεύθυνση παραγωγής, στήριξαν μια παράσταση που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε «ταξίδι μεταξύ ονείρου και εφιάλτη».

Είναι ένας σύγχρονος και έντεχνος τρόπος να μιλήσει κανείς για το παρελθόν και να το ανακαλέσει σε όλη του την περιπλοκότητα, σε μια ιστορία τοποθετημένη όχι μόνο στα κρίσιμα πεδία των μαχών και στα μετόπισθεν αλλά και στην περίοδο της αθωότητας, της άγνοιας που προηγήθηκε και του οργισμένου μέλλοντος που έπεται.

Η παράσταση αυτή αποτελεί σίγουρα για τον σκηνοθέτη προπομπό ακόμη σπουδαιότερων πραγμάτων.

  • Μετά τις παραστάσεις «Venison» (2012) και «Pedestal» (2013), εμπνευσμένες από τις Ευμενίδες και τις Χοηφόρους αντίστοιχα, το «Colossus» του Θάνου Παπακωνσταντίνου ολοκλήρωσε το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας «Carnage» (Σφαγή) προτείνοντας τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά μια ελεύθερη απόδοση της Ορέστειας του Αισχύλου.
  • Η ομάδα helter skelter Co του Θάνου Παπακωνσταντίνου για την παράσταση «Colossus» (Κολοσσός), βασισμένη στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου, συνεργάστηκε με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως.

Ταυτότητα παράστασης

Σύνθεση Κειµένου – Σκηνικός Χώρος – Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά – Κοστούµια: Νίκη Ψυχογιού
Κίνηση: Χαρά Κότσαλη – Νάντη Γώγουλου
Σύνθεση Ήχων: Αντώνης Μόρας
Σχεδιασµός Φωτισµών: Χριστίνα Θανάσουλα
Γλυπτική: Αλέκος Μπουρελιάς
Βοηθός Σκηνοθέτη: Αριάννα Χατζηγαλανού

Φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης
Επικοινωνία παράστασης: Ευαγγελία Σκρομπόλα & Μαρία Τσολάκη
Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγή: ΛΥΚΟΦΩΣ Γιώργος Λυκιαρδόπουλος – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

  • Ερμηνεία:
    Μαρία Καλλιμάνη
    Θάνος Παπακωνσταντίνου
    Ελένη Μολέσκη
    Ιωάννα Μιχαλά
    Βασίλης Βηλαράς
    Γιάννης Ασκάρογλου
    Τάσος Τσουκάλης – Δημητριάδης
  • Eπίσημη Πρεμιέρα: Πέμπτη, 27 Απριλίου στις 21:30
  • Διάρκεια: 90 λεπτά
    Χώρος: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, στον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο -2.
    Διεύθυνση: Πειραιώς 206, Ταύρος