Βιβλιοστάτης

Στο εστιατόριο: Η κοινωνία στο πιάτο μας, του Κρίστοφ Ρίμπατ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Από τις εκδόσεις Εστία κυκλοφορεί το βιβλίο “Στο εστιατόριο: Η κοινωνία στο πιάτο μας”, του Κρίστοφ Ρίμπατ.

“Η ιστορία του ευρωπαϊκού εστιατορίου αρχίζει την εποχή που κάποιοι παύουν να πεινούν· ή προσποιούνται πως έχουν πάψει να πεινούν. Στο υποσιτισμένο Παρίσι του 1760 δεν συνάδει με το αριστοκρατικό πνεύμα της εποχής να περιδρομιάζει κανείς σε ταβέρνα ή πανδοχείο. […] Οι επιφανείς πελάτες προσελκύονται από τα πολυτελώς επιπλωμένα μαγαζιά νέου τύπου. Στους τοίχους κρέμονται μεγάλοι καθρέφτες, μέσα στους οποίους μπορεί κανείς να θαυμάσει τον εαυτό του και τους άλλους. Σε διακοσμητικές πορσελάνινες λεκάνες αχνίζει το «αναστηλωτικό» κονσομέ, που χαρίζει στα καινούργια μαγαζιά το όνομά τους. Οι ζωμοί πουλερικών, κυνηγιού ή μοσχαρίσιου κρέατος αποκαθιστούν τη δύναμη των ανθρώπων που έχουν ευαισθησία σε άλλες τροφές. […] Σε αντίθεση με τα ταβερνεία, οι πελάτες εδώ δεν είναι υποχρεωμένοι να κάθονται σε ένα μακρύ τραπέζι μαζί με κάθε λογής αγνώστους. Τους προσφέρεται ξεχωριστό τραπέζι. Μπορούν να ορίσουν την ώρα που θα τους σερβίρουν. Επιλέγουν τα εδέσματα από κατάλογο. Μετά την Επανάσταση τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης συγκεντρώνονται από όλες τις επαρχίες στο Παρίσι. Πηγαίνουν μαζί για φαγητό στα εστιατόρια. Οι Παριζιάνοι τούς μιμούνται”.

 

 

Το φαγητό είναι πάντα το λιγότερο απ’ όλα όσα συμβαίνουν σ’ ένα εστιατόριο. Από την εποχή των πρώτων εστιατορίων στο Παρίσι του 18ου αιώνα, η έξοδος για φαγητό είχε να κάνει με το φαίνεσθαι, με την επίδειξη στυλ, με το συναίσθημα να νιώθεις ανοίκεια και οικεία, την ίδια στιγμή, ανάμεσα σε ξένους. Μπορεί οι ανυπόμονοι πελάτες να κρατούν το προσωπικό σε εγρήγορση, αλλά το προσωπικό και οι σεφ είναι αυτοί που ελέγχουν τα γεγονότα. Στην κουζίνα, στο μπαρ, στα τραπέζια, η πολυτέλεια και η σκληρή εργασία, η κομψότητα και η εκμετάλλευση, η πολιτιστική πολυμορφία και ο ρατσισμός συγκρούονται για να δημιουργήσουν τον καθρέφτη της κοινωνίας.

Ο Κρίστοφ Ρίμπατ συλλέγει συναρπαστικές εμπειρίες από εργαζόμενους στην κουζίνα, από ιδιοφυείς σεφ, από σερβιτόρους, φιλοσόφους, καλοφαγάδες και κοινωνιολόγους, συνδέοντας τα πρώτα γκουρμέ εστιατόρια του Παρισιού με την άνοδο του φαστ-φουντ και τους πιο καινοτόμους σεφ της εποχής μας.

Με αναφορές στον Φεράν Αντριά, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, τον Τζορτζ Όργουελ, τον Έλβις Πρίσλεϊ, τον Μαρσέλ Προυστ και πολλούς – πολλούς άλλους, το βιβλίο μάς ξεναγεί με μοναδικό τρόπο στη γαστρονομική και κοινωνική ιστορία των εστιατορίων.

Ο Κρίστοφ Ρίμπατ είναι καθηγητής Αμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Paderborn, στη Γερμανία. Ασχολείται με την πολιτισμική ιστορία, τις λογοτεχνικές σπουδές και τον πολιτισμό της εικόνας. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Flickering Light: A History of Neon (Reaktion, 2013), μιας πολιτισμικής ιστορίας των επιγραφών νέον μέσα από τη λογοτεχνία, τη μουσική και τον κινηματογράφο.

Με το βιβλίο του μας οδηγεί σε μέρη υποφωτισμένα ή και σκοτεινά, μας παρουσιάζει ψηφίδα ψηφίδα τον χώρο του εστιατορίου, μέσα από την ανθρωπογεωγραφία του, τις αντιθέσεις του, τον πλούτο και τη σκληρότητά του. Παραθέτει στοιχεία από έρευνες, ξεκινάει από τα πρώτα εστιατόρια του Παρισιού για να φτάσει στα φαστ φουντ και στους σελέμπριτι σεφ του 21ου αιώνα. Με συναρπαστικό τρόπο ξεναγεί τον αναγνώστη στη γαστρονομική και κοινωνική ιστορία του εστιατορίου.

  • Πληροφορίες έκδοσης: Εκδόσεις Εστία, Σελίδες: 272, ISBN: 978-960-05-1738-5, Τιμή: 21,00 ευρώ

***

Αρχική εικόνα: «Τραπέζι για κυρίες» (1930), έργο του Αμερικανού ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ. George A. Hearn Fund, 1931

eirini aivaliwtouΣτο εστιατόριο: Η κοινωνία στο πιάτο μας, του Κρίστοφ Ρίμπατ
Περισσότερα

«Χαμένες στη μετάφραση;» – Δύο Ελληνίδες συγγραφείς σε ξένες γλώσσες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του δήμου Αθηναίων παρουσιάζει την εκδήλωση «Δύο Ελληνίδες συγγραφείς σε ξένες γλώσσες» – «Χαμένες στη μετάφραση;» – Lost in Translation? τη Δευτέρα 8 Απριλίου 2019, στις 19.30, στο Ινστιτούτο Γκαίτε.

Οι συγγραφείς Αμάντα Μιχαλοπούλου και Έλενα Πέγκα θα μιλήσουν στην εκδήλωση «Χαμένες στη μετάφραση;» τη Δευτέρα 8 Απριλίου στις 19.30 στο Ινστιτούτο Γκαίτε (Ομήρου 14-16, Αθήνα) για τα θέματα της παρανόησης, της διαμεσολάβησης και της μεταφοράς -θέματα που σχετίζονται με τη μετάφραση κάθε ελληνικού έργου σε άλλες γλώσσες.

Δίγλωσσες Ελληνίδες ηθοποιοί θα διαβάσουν αποσπάσματα των μεταφράσεων: Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Ιταλικά), η Εύα Σιμάτου (Αγγλικά), η Άλκηστις Πουλοπούλου (Γαλλικά), ενώ η Λένα Κιτσοπούλου παρεμβαίνει στα γερμανικά σε βίντεο-κλιπ που έφτιαξε η ίδια με τα κείμενα των δύο συγγραφέων. Στην οθόνη θα προβάλλονται στα ελληνικά υπέρτιτλοι των κειμένων.

Τι σημαίνει να ζεις και να δημιουργείς σε μια γλώσσα όπως η ελληνική που απευθύνεται σε περιορισμένο αναγνωστικό κοινό; Είναι η μετάφραση σε άλλες γλώσσες επιθυμία επικοινωνίας; Συνομιλία με συγγραφείς ευρύτερα γνωστούς; Ή είναι πράξη ματαιοδοξίας και απελπισίας; Πότε προδίδει η μετάφραση το πνεύμα του κειμένου; Τι χάνεται και τι αλλάζει από τη μια γλώσσα στην άλλη;

Η εκδήλωση εντάσσεται στην ενότητα “Η Μεγάλη Γιορτή της Ανάγνωσης” και πραγματοποιείται με τη στήριξη της διοργάνωσης Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του δήμου Αθηναίων, μέγας δωρητής της οποίας είναι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, καθώς και του Ινστιτούτου Γκαίτε.
Οι δύο συγγραφείς, με πολύχρονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα, αλλά και με σημαντικό μέρος του έργου τους μεταφρασμένο στο εξωτερικό, έχουν τιμηθεί με το Βραβείο Διηγήματος της Ακαδημίας Αθηνών και έχουν συμμετάσχει στην ανθολογία “Best Εuropean Fiction” του εκδοτικού οίκου Dalkey Archive. Έργα της Αμάντας Μιχαλοπούλου έχουν μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες. Το βιβλίο της «Λαμπερή Μέρα» τιμήθηκε με το βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ στην αμερικανική μετάφραση του βιβλίου της “Θα ήθελα” απονεμήθηκε το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών (2008). Τo “Θα ήθελα” ήταν επίσης υποψήφιο για το βραβείο Best Book in Translation του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ. Τα δε θεατρικά και πεζά κείμενα της Έλενας Πέγκα έχουν μεταφραστεί στα ολλανδικά, σουηδικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά και έχουν παρουσιαστεί στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη, στη Λισαβόνα, στην Ολλανδία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η συλλογή διηγημάτων της “Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρµατα” τιμήθηκε με το βραβείο διηγήματος του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το 2012.

Στην ίδια εκδήλωση, οι δύο συγγραφείς θα μιλήσουν για το γυναικείο σώμα, το ταξίδι ως γέφυρα μεταξύ τοπικού και οικουμενικού, τον μύθο του Νάρκισσου καθώς και τη σχέση λογοτεχνίας και θεάτρου.

Πρόκειται για μία από τις πολυάριθμες εκδηλώσεις της Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του δήμου Αθηναίων που απευθύνονται σε κατοίκους αλλά και ξένους επισκέπτες της Αθήνας. Έχουν προηγηθεί, μεταξύ άλλων, δράσεις, όπως η διεθνής ημερίδα για την ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό σε συνεργασία με literature.gr τον Μάρτιο 2019, ο Μήνας της Μετάφρασης το φθινόπωρο 2018, ενώ τον Απρίλιο ακολουθεί συνέδριο για τη μετάφραση στον ελληνόφωνο χώρο.

Το πρόγραμμα της διοργάνωσης ‘Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου’ του δήμου Αθηναίων υλοποιείται χάρη στη στήριξη και των δωρητών: Μέγας δωρητής είναι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Χρυσοί δωρητές είναι το Ίδρυμα Ι. Λάτση και η εταιρεία Core Α.Ε. Δωρητές είναι το Ίδρυμα Ωνάση, το Κοινωφελές Ίδρυμα Κοινωνικού και Πολιτιστικού Έργου (ΚΙΚΠΕ), το Ίδρυμα Α. Κ. Λασκαρίδη και ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων Λόγου (ΟΣΔΕΛ). Πολύτιμοι υποστηρικτές είναι η Aegean Airlines, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών και η εταιρεία Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ).

eirini aivaliwtou«Χαμένες στη μετάφραση;» – Δύο Ελληνίδες συγγραφείς σε ξένες γλώσσες
Περισσότερα

Γιάννης Βαρβέρης – Πρόβα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ζούμε καλά

σ’ αυτό το απόμακρο νεκροταφείο.

Στους ευάερους τάφους

κάνουμε πρόβες ξαπλωμένοι

ενώ φυσάει από παντού ζωή

και μας γεμίζει νιάτα.

Όταν τελειώνει η πρόβα σηκωνόμαστε

γεμάτοι αισιοδοξία και δύναμη. Αύριο πάλι.

Οι πρόβες συνεχίζονται επ’ αόριστον

και μας μικραίνουν

σιγά σιγά ξαναγυρίζουμε στη γέννησή μας

και παραδινόμαστε

ετοιμοθάνατα νεογέννητα

γεμάτα σφρίγος.

Ζούμε καλά

σ’ αυτό το απόμερο νεκροταφείο.

Ποτέ σας δεν θα μάθετε

πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος

σε βρέφος

που δεν κλαίει.

***

Από τη συλλογή «Στα ξένα», 2001

 

  • Έργο: Theatre Curtain for Parade, 1931 by Pablo Picasso
eirini aivaliwtouΓιάννης Βαρβέρης – Πρόβα
Περισσότερα

“Η Αληθινή Ιστορία του Πινόκιο”, το σκοτεινό παραμύθι για μεγάλα παιδιά που μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Από το συγγραφέα του «Εφιάλτες και Παραμύθια», Αντώνη Τουμανίδη, ήρθε “Η Αληθινή Ιστορία του Πινόκιο”, το σκοτεινό παραμύθι για μεγάλα παιδιά που ήδη μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη!

«Μια φορά και έναν καιρό…
Μόνο που αυτό το παραμύθι δεν έχει ευτυχισμένη αρχή και πολύ φοβάμαι πως δε θα έχει ούτε ευτυχισμένο τέλος. Εσένα που διαβάζεις αυτό το βιβλίο θα σου αποκαλύψω την πραγματική ιστορία του Πινόκιο».

Ένας δολοφόνος κατά συρροήν με το ψευδώνυμο Τζεπέτο τρομοκρατεί τη Νέα Υόρκη, μεταμορφώνοντας τα θύματά του σε ανθρώπινες μαριονέτες. Ο ντετέκτιβ Καρλ Μπίκλερ θα ανακαλύψει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Η Αληθινή Ιστορία του Πινόκιο» και θα διαπιστώσει πως το κλασικό παραμύθι είναι αληθινό και γραμμένο με αίμα.

Βασισμένο στο διεθνώς βραβευμένο σενάριο του συγγραφέα, που έχει ήδη πάρει το δρόμο του για τη μεγάλη οθόνη, «Η Αληθινή Ιστορία του Πινόκιο» είναι ένα σκοτεινό παραμύθι για το δεσμό ανάμεσα σε έναν πατέρα και το γιο του, μια μαριονέτα η οποία το μόνο που ήθελε ήταν να γίνει ένα αληθινό αγόρι.

  • ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ «ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΙΝΟΚΙΟ»

Στοιχεία βιβλίου

Εκδόσεις Anubis

Η Αληθινή Ιστορία του Πινόκιο

Αντώνης Τουμανίδης

***

Σχήμα: 14 x 20,5 εκ.
Σελίδες: 208
Kωδικός: ΕΒ-00-1617
ISBN: 978-960-623-116-2
Tιμή: 10,90€

Κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία

ΓΡΑΦΕΙΑ Σολωμού 39, 10682 Αθήνα, τηλ.: 2169001092
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ – ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Σολωμού 39, 10682 Αθήνα, τηλ.: 2103801487, φαξ: 2103840095

eirini aivaliwtou“Η Αληθινή Ιστορία του Πινόκιο”, το σκοτεινό παραμύθι για μεγάλα παιδιά που μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη
Περισσότερα

«Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί το βιβλίο «Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Ένας ηλικιωμένος δημοσιογράφος, όταν γίνεται ενενήντα χρονών, αποφασίζει να κάνει ένα ξεχωριστό δώρο στον εαυτό του: μια νύχτα με μια έφηβη παρθένα. Η πιο φημισμένη και καπάτσα πατρόνα της πόλης τού βρίσκει αυτό που ζητάει.

Αλλά αντί για μια μικρούλα πόρνη που θα τον αναζωογονήσει, ο ήρωάς μας συναντά μια Ωραία Κοιμωμένη, που θα του πάρει το μυαλό. Και συνειδητοποιεί ότι μπορεί κανείς να πεθάνει στ’ αλήθεια από βαθύ, βασανιστικό, παράφορο έρωτα, σαν αυτόν που νιώθει τώρα ο ίδιος για πρώτη φορά στη ζωή του…

Ένα βιβλίο για την εφήμερη σάρκα και τον παντοτινό έρωτα, με τη γοητευτική φωνή, τον αισθησιασμό και τη διεισδυτική ματιά του μεγάλου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

 

 

 

***

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

Στις αρχές της καινούργιας χρονιάς είχαμε αρχίσει να γνωριζόμαστε σαν να ζούσαμε μαζί και ξύπνιοι, καθώς εγώ είχα βρει έναν προσεκτικό τόνο φωνής που εκείνη άκουγε δίχως να ξυπνάει και μου απαντούσε με τη φυσική γλώσσα του σώματος. Η διάθεσή της φαινόταν στον τρόπο που κοιμόταν. Από εξαντλημένο αγριοκόριτσο που ήταν στην αρχή, απέκτησε μια εσωτερική γαλήνη που ομόρφαινε το πρόσωπό της και της χάριζε χορταστικό ύπνο. Της ιστορούσα τη ζωή μου, της διάβαζα στο αυτί τα πρόχειρα των κυριακάτικων σημειωμάτων μου, στα οποία βρισκόταν ανομολόγητα εκείνη και μόνο εκείνη.

Τότε ήταν που της άφησα στο μαξιλάρι τα σμαραγδένια σκουλαρίκια της μητέρας μου. Τα φόρεσε στο επόμενο ραντεβού και δεν της πήγαιναν. Μετά της έφερα κάποια πιο ταιριαστά με το χρώμα του δέρματός της. Της εξήγησα: Τα πρώτα που σου έφερα δεν ήταν κατάλληλα για τον τύπο και το κούρεμά σου. Αυτά θα σου πηγαίνουν καλύτερα. Δε φόρεσε κανένα τους στα δυο επόμενα ραντεβού, αλλά στο τρίτο έβαλε αυτά που της είχα υποδείξει. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν υπάκουε στις διαταγές μου, αλλά περίμενε την ευκαιρία για να με ευχαριστήσει. Εκείνες τις ημέρες ένιωσα τόσο εξοικειωμένος μ’ αυτό το είδος σπιτικής ζωής, ώστε δε συνέχισα να κοιμάμαι γυμνός, παρά έφερα τις πιτζάμες από κινέζικο μετάξι που είχα σταματήσει να χρησιμοποιώ επειδή δεν είχα για ποιον να τις βγάλω.

Άρχισα να της διαβάζω τον Μικρό πρίγκιπα του Σεντ-Εξιπερί, ενός Γάλλου συγγραφέα που ολόκληρος ο κόσμος θαυμάζει περισσότερο απ’ όσο οι ίδιοι οι Γάλλοι. Ήταν το πρώτο ανάγνωσμα που την ψυχαγωγούσε χωρίς να την ξυπνά, έως του σημείου που χρειάστηκε να πάω δυο μέρες συνεχόμενα για να της το διαβάσω όλο. Συνεχίσαμε με τα Παραμύθια του Περό, τη βιβλική ιστορία της δημιουργίας του κόσμου, τις Χίλιες και μία νύχτες σε μια αποστειρωμένη εκδοχή για παιδιά, και από τις διαφορές μεταξύ του ενός και του άλλου κατάλαβα πως ο ύπνος της είχε διάφορα επίπεδα βάθους, ανάλογα με το ενδιαφέρον της για την ανάγνωση. Όταν ένιωθα πως είχε φτάσει στο τελευταίο, έσβηνα το φως και κοιμόμουν αγκαλιά μαζί της ώσπου να λαλήσουν οι πετεινοί.

Ένιωθα τόσο ευτυχισμένος, που τη φιλούσα στα βλέφαρα, πολύ απαλά, και μια νύχτα εμφανίστηκε σαν φως στον ουρανό: το χαμόγελό της για πρώτη φορά. Αργότερα, χωρίς κανένα λόγο, στριφογύρισε στο κρεβάτι, μου γύρισε την πλάτη και είπε δυσαρεστημένη: Η Ισαμπέλ έκανε τα σαλιγκάρια να κλάψουν. Ενθουσιασμένος με την προοπτική ενός διαλόγου, τη ρώτησα στον ίδιο τόνο: Ποιανού ήταν; Δεν απάντησε. Η φωνή της είχε κάτι το πληβείο, σαν να μην ήταν δική της παρά κάποιας ξένης που βρισκόταν μέσα της. Κάθε σκιά αμφιβολίας εξαφανίστηκε τότε από την ψυχή μου: την προτιμούσα κοιμισμένη.

Το μοναδικό μου πρόβλημα ήταν ο γάτος. Ήταν ανόρεχτος και με απέφευγε, βρισκόταν δυο μέρες στη συνηθισμένη του γωνιά δίχως να σηκώσει κεφάλι και μου έριξε μια νυχιά πληγωμένου θηρίου όταν θέλησα να τον βάλω στο καλάθι για να τον πάει η Νταμιάνα στον κτηνίατρο. Με δυσκολία κατάφερε να τον πιάσει και να τον βάλει μέσα σ’ ένα σακί, ενώ εκείνος επιδιδόταν στην κλοτσοπατινάδα. Σε λίγο μού τηλεφώνησε από το καταφύγιο για να μου πει πως δεν υπήρχε άλλη λύση παρά να του κάνουν ευθανασία και χρειάζονταν την άδειά μου. Γιατί; Γιατί είναι πια πολύ γέρος, είπε η Νταμιάνα. Σκέφτηκα οργισμένος πως κι εμένα θα μπορούσαν να με ψήσουν ζωντανό σ’ έναν φούρνο για γάτους. Ένιωσα ανυπεράσπιστος ανάμεσα σε δυο πυρά: δεν είχα μάθει ν’ αγαπάω τον γάτο, αλλά ούτε μου πήγαινε η καρδιά να δώσω εντολή να τον σκοτώσουν μόνο και μόνο επειδή ήταν γέρος. Πού το έλεγε το εγχειρίδιο;
Το συμβάν με τάραξε τόσο, ώστε έγραψα ένα σημείωμα για την Κυριακή με τίτλο που σφετερίστηκα από τον Νερούδα: Είναι ο γάτος μια μικρή τίγρις σαλονιού; Το σημείωμα έδωσε αφορμή για μια καινούργια καμπάνια που δίχασε και πάλι τους αναγνώστες υπέρ και κατά των γάτων. Σε πέντε μέρες υπερίσχυσε η θέση πως ήταν θεμιτό να θυσιαστεί ένας γάτος για λόγους δημόσιας υγείας, αλλά όχι επειδή ήταν γέρος.

  • «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 128 (Επανέκδοση του βιβλίου Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2004)
eirini aivaliwtou«Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Περισσότερα

“Περίγραμμα”, Rachel Cusk – Διαβάστε ένα απόσπασμα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τη χαρακτήρισαν μία από τις ευφυέστερες σύγχρονες συγγραφείς. Τη συνέκριναν με τον Φίλιπ Ροθ, εκτιμώντας ότι πρόκειται για το θηλυκό αντίπαλο δέος του. Οι κριτικοί σε όλες τις χώρες που εκδόθηκαν τα βιβλία της τριλογίας της συμφώνησαν ότι πρόκειται για ένα έργο που ανανεώνει το σύγχρονο μυθιστόρημα. Το πρώτο μέρος της τριλογίας διαδραματίζεται ένα καυτό καλοκαίρι στην Αθήνα, και εκεί η Φαίη, η αφηγήτρια, μια συγγραφέας που έχει έρθει στην Ελλάδα για να διδάξει δημιουργική γραφή, προσπαθεί να επανεξετάσει τη ζωή της μέσ’ από τις επαφές και τις συνομιλίες της με τα άτομα που συναντά. Με μεγάλη χαρά, οι εκδόσεις Gutenberg παρουσιάζουν στο ελληνικό κοινό το Περίγραμμα, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας της σπουδαίας Rachel Cusk.

Κ. Δαρδανός, 29 Μαρτίου 2019

 

 

Περίγραμμα
Rachel Cusk

Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου

Το “Περίγραμμα” είναι το πρώτο βιβλίο της περίφημης μυθιστορηματικής τριλογίας της Rachel Cusk, που, σύμφωνα με την Guardian, «δεσπόζει ως εμβληματικό έργο της σύγχρονης αγγλικής λογοτεχνίας».

Εκδόσεις Gutenberg
Διδότου 37, 106 80 – Αθήνα | Τηλ. 210 36 42 003
E-mail: info@dardanosnet.gr
www.GutenbergBooks.gr

***

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

 

eirini aivaliwtou“Περίγραμμα”, Rachel Cusk – Διαβάστε ένα απόσπασμα
Περισσότερα

“Η Φωνή του Δράκου”. Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Μίαν βραδιάν, η Κρατήρα η Διόμαινα, γεροντοκόρη πλέον ή σαράντα χρόνων, έμεινε να διανυκτερεύσει εις το καλύβι το πενιχρόν, το οποίον είχε μέσα εις τον ελαιώνα της όπου ειργάζετο όλην την ημέραν εις την συλλογήν του ελαιοκάρπου, και το βράδυ έκλειε προσωρινώς τους σάκκους τους πλήρεις ελαιών μέσα εις το καλύβι αυτό, έως την άλλην ημέραν, οπότε το φορτίον θα μετεκομίζετο δι’ ημιόνων εις το ελαιοτριβείον του Δήμου του Μανιάτη, κάτω εις τον αγροτικόν συνοικισμόν της Κεχρεάς∙ την νύκτα όμως καθ’ ην ο ελαιόκαρπος ήτο εις το καλάθι, εκοιμάτο κι αυτή εκεί, διά να τον φυλάττει κατά πάσης ενδεχομένης αποπείρας κλοπής, αν και τοιαύτα κρούσματα ήσαν σπάνια εις τον τόπον.

Εις το μικρόν τούτο υπόστεγον εύρισκεν αναψυχήν, κι εκοιμάτο την νύκτα, καθώς ήτο κουρασμένη διαρκώς από τας εξοχικάς εκδρομάς και τας εργασίας τας οποίας δεν έπαυε να εκτελεί ανά τους διαφόρους αγρούς της∙ είχε κτήματα άξια λόγου η γεροντοκόρη, αν και πολύ βεβαρημένα με χρέος, χαρά δε και παρηγορία της, ελπίς και απαντοχή της, ότι θα κατώρθωνεν επί τέλους, από χρόνον εις χρόνον, να εξοφλήσει αυτό το χρέος – το οποίον εκολλούσε ως ψώρα και επληθύνετο ως η κάμπη εις τα φυτά – ήτον να τρέχει από αμπέλι εις χωράφι, και από χωράφι εις ελαιώνα. Δεν έπαυε να εκτελεί μόνη, κατά περιόδους και ώρας, όλας τας αγροτικάς εργασίας όπως συνηθίζουν αι γυναίκες∙ το θειάφισμα, το αργολόγημα[1], τον τρύγον, και προ πάντων την συλλογήν των ελαιών, διαρκούσαν επί τινας μήνας του φθινοπώρου και του χειμώνος.

Την εσπέραν εκείνην δεν ήτο μόνη∙ συνωδεύετο από τον Κώτσον τον ανεψιόν της, τέκνον της αδελφής της, δεκατριών ετών. Δεν ήτον απλώς, το παιδίον αυτό, τέκνον της ωδίνος της αδελφής της, ήτο τέκνον της οδύνης δι’ αυτάς τας δύο. Η Κρατήρα είχε μείνει ορφανή μετά της νεωτέρας αδελφής της∙ ηλικιώθη πολύ και καταρχάς πιθανώς δεν ηθέλησεν, αργότερα ίσως δεν ημπόρεσε να υπανδρευθεί. Αλλ’ η ιδία, ως καλή μήτηρ, υπάνδρευσε κι επροίκισε την αδελφήν της.

Της έδωκε το ήμισυ των κτημάτων, κι επειδή ο γαμβρός απήτει και μετρητά, υπεθήκευσε το άλλο ήμισυ εις εγχωρίους τοκιστάς, διά να δανεισθεί τρισχιλίας δραχμάς να του δώσει. Είτα μετά τον γάμον, ο σύζυγος, ναυτικός, αφού έμεινεν επί τινας μήνας και διεχείμασεν εις τον τόπον, κατά Φεβρουάριον εμβαρκάρησε με το ιδιόκτητον πλοίον και ανεχώρησε.

Η Σοφούλα έμεινεν έγκυος. Είτα, μετά εννέα μήνας, ο σύζυγος, μετά βραχείαν επίσκεψιν κατά το θέρος, εξηκολούθει να ταξιδεύει ακόμη. Αλλ’ η Σοφούλα έκλεισε τον ένατον μήνα από της πρώτης απομακρύνσεως του συζύγου της κι εγέννησε το παιδίον αυτό, τον Κώτσον, όχι ακριβώς τον ένατον μήνα, αλλά μετά εννέα μήνας και τρεις ημέρας από της αναχωρήσεως του συζύγου.

Τότε τα γραΐδια της γειτονιάς και όλου του χωριού, εμέτρησαν καλώς τους μήνας, τας εβδομάδας, τας ημέρας, ως και τας ώρας. «Τόσες απ’ το Φλεβάρη και τριανταμία ο Μάρτης γίνονται… και τριάντα ο Απρίλης…» Και καθεξής. Αφού επρόσθεσαν όλους τους μήνας, μέχρι του Οκτωβρίου, ελογάριασαν ότι έμενον δεκαεπτά ημέραι ακόμη, του Νοεμβρίου, διά να γίνουν σωστοί εννέα μήνες. Αλλ’ η Σοφούλα εκάθισε στα σκαμνιά[2] όχι την δεκάτην εβδόμην αλλά την εικοστήν του μηνός, εγέννησεν άρα όχι την διακοσιοστήν εβδομηκοστήν ημέραν, αλλά την 273ην από της αναχωρήσεως του συζύγου.

Εντεύθεν σκάνδαλον και δυσφημία. Είτα επάνοδος του συζύγου και διαζύγιον. Είπαν ότι η Σοφούλα είχε φέρει στον κόσμον το παιδίον αυτό με τον μικρόν θείον της, ένα συγγενή όστις επηγγέλλετο εν μέρει τον προστάτην διά τας δύο ορφανάς. Ήτον άρα όχι μόνον μοιχαλίς αλλά και αιμομίκτρια.

-Πώς καταντήσαμε!… Σόμαρα – Γόμαρα! είπε σείων την κεφαλήν είς απλοϊκός γέρων.

-Λαός Σοδόμων και λαός Γομόρρας, διώρθωσεν ο κυρ Αναγνώστης της Ευγενίτσας, ο ψάλτης του ναού της Παναγίας.

-Θα μας χαλάσ’ ο Θεός, παιδάκι μ’ ! συνεπέρανε μία γραία…

Η Κρατήρα δεν επίστευσε ποτέ εις την ενοχήν της αδελφής της, ούτε ηθέλησε να την εξετάσει, επειδή επροτίμα ν’ αγνοεί και να πιστεύει εις την αθωότητα. Μόνον παρεκάλεσε τον πνευματικόν να την «ορμηνέψει», και είπεν εις τον πάτερ Ιωακείμ, ένα περιπλανώμενον καλόγηρον λίαν ιδιόρρυθμον, να «της πει καλά λόγια». Αυτή έτεινε να πιστεύσει ότι αι τρεις ημέραι παραπάνω ήσαν μία παραδρομή της φύσεως, έν λάθος εις το μέτρημα των ημερών, επειδή οι νόμοι τους οποίους έβαλεν ο Πανάγαθος Θεός δεν της εφαίνοντο να είναι τόσον στενοί και γλίσχροι, όσον τα κατάστιχα των τοκογλύφων και οι λογαριασμοί των γραϊδίων της γειτονιάς∙ ελέχθη ότι γυναικολόγος ιατρός, εκ της πρωτευούσης, ακούσας την διήγησιν, απεφάνθη ότι συμβαίνει, καίτοι πολύ σπανίως, να μένει το έμβρυον ημέρας τινάς περισσότερον εις την κοιλίαν της μητρός, ένεκα ιδιαιτέρας τινός νάρκης ή κακοπαθείας.

Ο συνήγορος της γυναικός, λεπτολόγος σοφιστής, παρετήρησε τα εξής: Πρέπει λοιπόν ως κριτήριον της συζυγικής πίστεως, εκ μέρους της γυναικός, να ληφθώσιν αι ιδιαίτεραι περιστάσεις και συμπτώσεις, τα μειονεκτήματα τα απορρέοντα εκ του επαγγέλματος του συζύγου, και όχι ο χαρακτήρ και η ενδόμυχος πεποίθησις και το καλώς νοούμενον συμφέρον;… Εάν ούτως έχει, αι γυναίκες των χωρικών, γεωργών και ποιμένων, πρέπει να θεωρούνται ως πισταί, μόνον διότι δεν αποδημούσιν οι σύζυγοί των, και διότι δεν είναι δυνατόν να γίνει εις το δημόσιον υπολογισμός τοιούτος μηνών και ημερών, οποίος καταχρηστικώς και αδεία της συγκυρίας γίνεται διά τας γυναίκας των θαλασσινών;

Προσέτι ο νομομαθής ούτος είπε και τα εξής: Αυτή η Ιερά Γραφή μας λέγει, «εν ταις ημέραις εκείναις συνέλαβεν Ελισάβετ», εννοούσα μίαν των ημερών εκείνων, ή περί τας ημέρας εκείνας, αλλά δεν μας λέγει ότι η μήτηρ του Προδρόμου συνέλαβε την δείνα ημέραν ακριβώς.

Εις την βιβλικήν ταύτην μαρτυρίαν, την οποίαν επεκαλέσθη ο ειρημένος δικηγόρος, ο αντίδικος αντείπεν ότι το καθαυτό κείμενον του Ευαγγελιστού δεν λέγει «εν ταις ημέραις εκείναις» αλλ’ εν συνεχεία λόγου∙ «μετά δε τας ημέρας ταύτας συνέλαβεν Ελισάβετ». Όσον αφορά το πρώτον, το συλλογιστικόν επιχείρημα του πληρεξουσίου της εναγομένης, ο συνήγορος του ενάγοντος παρετήρησεν ότι η δικαιοσύνη των ανθρώπων εξ ανάγκης είναι ατελής, και το γνωρίζομεν όλοι, αλλά δεν είναι τούτο λόγος, διότι σύνοιδεν εαυτήν ατελή, να παραιτηθεί και να παύσει υπάρχουσα. Διότι η δικαιοσύνη θα εξεθρονίζετο πράγματι και θα ετίθετο εις απαγόρευσιν, εάν ησπάζετο τον συλλογισμόν του αντιδίκου. Όταν καταδικάζεται είς αποδεδειγμένος κλέπτης ή φονεύς ή μοιχός, όλοι γνωρίζομεν ότι υπήρξαν και υπάρχουσι και δυνατόν να υπάρχωσι τινές, πολλοί ή ολίγοι κλέπται, φονείς ή μοιχοί, λανθάνοντες και διαφεύγοντες τον πέλεκυν της ανθρωπίνης δικαιοσύνης. Αλλά δεν είναι τούτο λόγος όπως μη τιμωρώνται και οι φωραθέντες ως ένοχοι των εγκλημάτων αυτών. «Εν ω εύρω σε, εκεί και κρίνω σε». Η δικαιοσύνη, αμυνόμενη υπέρ της ανθρωπότητος, τιμωρεί σήμερον όσους αν συλλάβει δράστας των εγκλημάτων αυτών, και επιφυλάττεται δι’ εκείνους, όσοι προς καιρόν ίσως διαφεύγουν τας χείρας της, αν τους συλλάβει αύριον…

Δευτερολογών ο πληρεξούσιος της εναγομένης παρετήρησε, μετά τινος λεπτού σαρκασμού, ότι συμφώνως με τα πορίσματα της διαλεκτικής του αντιδίκου, θα ήτο ως να έδιδεν η Θέμις συνταγήν και νουθεσίαν εις τας θελούσας ν’ αμαρτήσωσι και ως να έλεγεν εις αυτάς: «Κοιτάξατε καλά, εάν τυχόν επιθυμείτε να λάβητε εραστήν, να πράττητε τούτο επιδημούντος του συζύγου και όχι εν καιρώ απουσίας τούτου». Αλλ’ ο συνήγορος του ενάγοντος υπέβαλεν ότι περιττή θα ήτο τοιαύτη συνταγή, διότι η έννοια αυτής είναι αυτόδηλος και αι θυγατέρες της Εύας δεν θα είχον ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας. (Γέλωτες του ακροατηρίου).

Τέλος μετά πολλά, εδόθη το διαζύγιον… Η Σοφούλα είχεν εκτεθεί επί τόσον χρόνον εις την αγωνίαν και εις την καταλαλίαν του κόσμου την ανηλεή και είτα έμεινε, με έν παιδίον μόνον, πλησίον της αδελφής της, άναδρος όπως πρότερον, μήτηρ άνευ συζύγου και χήρα άνευ μεσολαβήσαντος θανάτου… Ευτυχώς δι’ αυτήν, αφού ανέθρεψε το τέκνον της, προσεβλήθη εκ νόσου και βραδέως, βραδέως ετήκετο, εωσότου μετά δεκαπέντε έτη απέθανε νέα ακόμη και ωραία – αλλά και δεν άφησε κατόπιν της, εις το πέλαγος του βίου, εκτεθειμένον εις τα βέλη του κόσμου, τον Κώτσον της.

Το τέκνον εκείνο της οδύνης, καθ’ όσον ηλικιούτο, εγίνετο ρωμαλέος και μεγαλόσωμος, άφοβος και τολμηρός. Πριν γίνει έφηβος εφαίνετο ως τέλειος νεανίας, είχεν αναδειχθεί φοβερός αναρριχητής εις δένδρα… Ανέβαινεν εις βράχους, εις κρημνούς, εις κορυφάς, παντού όπου δυσκόλως θα τον έφθανεν η φήμη, το όνειδος, ο φθόνος των άλλων παιδίων, τα οποία εις την ελαχίστην οργήν, εκ μικράς αφορμής ή και χωρίς αφορμήν, εσφενδόνιζον κατ’ αυτού, συνήθως εκ των νώτων, το δύσφημον όνομα της νοθείας∙ σπανίως κατά πρόσωπον, επειδή ο Κώτσος ήτον χειροδύναμος, κι αν έπιανε κανέν παιδίον, εις την βράσιν του θυμού του, θα του έσπαζε τα κόκαλα με τους γρόνθους του.

Έτρεχεν εδώ εκεί, ως αγριοκάτσικον, παιδίον υψηλόν και ρωμαλέον, ανερριχάτο εις τους βράχους και δένδρα, παντού όπου ενόμιζεν ότι δεν θα τον έφθανεν η ηχώ της απαισίας λέξεως∙ και η ηχώ ανήρχετο μεγαλοφωνοτέρα εις τα ύψη εκείνα, και παντού τον κατεδίωκε…

-Κάπου να πας να κρυφτείς βαθιά, παιδάκι μου, για να μη σε βλέπουνε και να μη σ’ ακούνε, του είπε μια των ημερών μία γραία γειτόνισσα, στρυφνή, διφορουμένης ψυχής.

Και η μοίρα του, ήτις τον είχε λικνίσει παιδιόθεν με το άσμα της συμφοράς, έμελλε να τον πάρει και να τον κρύψει βαθιά, εις τα σπλάγχνα της γης, διά να μην τον βλέπουν, μήτε να τους βλέπει, να μη τον ακούουν, μήτε να τους ακούει… Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, είχεν αναρριχηθεί μιά των ημερών εις υπερύψηλον δένδρον, λεύκαν κυπαρισσοειδή, από τας οποίας κατασκευάζουν τα κατάρτια των πλοίων. Ο Κώτσος επλησίαζε να φθάσει εις την κορυφήν, όταν έν παιδίον, το οποίον πολλάκις τον είχεν ενοχλήσει, διήλθε τρέχον αποκάτω και εύρεν ευκαιρίαν να φωνάξει προς τον αναρριχώμενον το σύνηθες υβριστικόν όνομα…

Μετ’ ολίγα δευτερόλεπτα, ο Κώτσος έπιπτε κάτω εις την γην, από ύψους είκοσι μέτρων. Είχε ξεπιασθεί με την μίαν χείρα και είχε κοιτάξει οργίλος προς τα κάτω. Φαίνεται ότι η ύβρις του διελθόντος παιδίου τον είχεν ερεθίσει υπερμέτρως και τον είχε κάμει να χάσει την λαβήν… Ο άτυχος Κώτσος έζησεν ολίγας ώρας αναίσθητος και είτα εξέπνευσεν…

Όταν πρώτην φοράν ήκουσεν ή πρώτην φοράν έδωκε προσοχήν εις το όνομα, το οποίον του έρριψεν έν παιδίον, εκεί όπου εμάλωσαν, παίζοντας μαζί τις αμάδες και συγχρόνως το παιδίον ετράπη εις φυγήν, ο Κώτσος ήτον δέκα περίπου ετών. Μαντεύσας ότι η λέξις είχε κακήν σημασίαν, εκυνήγησεν το παιδίον αλλά δεν ημπόρεσε να το φθάσει. Το ξένον παιδίον ανέβη εις τον Επάνω Μαχαλά, συνησπίσθη με άλλους δύο ομήλικας και οι τρεις ήρχισαν, ωφελούμενοι από το υψηλόν του τόπου, να πετροβολούν τον Κώτσον, όστις ηναγκάσθη εις την υποχώρησιν.

Πάραυτα έτρεξε προς την μητέρα του.

-Δεν μου λες, μάννα, τι θα πει «Μούλος»;

Η Σοφούλα ωχρίασεν, είτα ετραύλισε:

-Πού τον άκουσες… αυτόν το λόγο;

-Ο Γιάννης της Φαμελούς, τώρα που παίζαμε μαζί κι εμαλώσαμε, έφυγε τρέχοντας και μ’ εφώναξε «Μούλο! Μούλο!» Αχ! δεν τον έφτασα, να του δείξω εγώ… Πες μου, μάννα, τι θα πει…

-Το στόμα τους να πιαστεί!… να βγάλουν τη φάγουσα[3], ναι! ήρχισε να καταράται ταπεινή τη φωνή, ελθούσα εις επικουρίαν της αδελφής της, η Κρατήρα.

-Θα μου πεις, μάννα, και συ, θεια, τι θα πει; επέμεινε θορυβών και κλαίων, κτυπών τους πόδας του εις το έδαφος.

Τότε η θεία του ανέλαβε να του εξηγήσει, λησμονούσα ότι ήρχετο εις αντίφασιν με τας προ μικρού κατάρας της.

-Να! σε βλέπουν, βρε συ, που είσαι ξανθός… κι επειδή τάχα, απ’ την τρίχα σου, τους φαίνεται να μοιάζεις σαν μουλαράκι… γι’ αυτό σε φωνάζουν έτσι δα…

Ο Κώτσος δεν επείσθη.

Η Κρατήρα επρόσθεσε:

-Όπως της Μπουλίνας το γιο, που είναι κοκκινομάλλης, τόνε λένε Κοκκίνη… Και το Γιώργη της Μελάχρως, που είναι μαύρος, τόνε φωνάζουνε Αραπάκη… Κατάλαβες τώρα;

Ο μικρός ήρχισε να καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον από την γλυκείαν φωνήν της θείας του, ή όσον επείθετο από την έννοιαν των λόγων της.

-Όπως και το Νίκο της Κοντούλας, που τόνε λένε Μελίσση, γιατί είναι σα βόι τάχα, ε; είπε.

-Ναι, μαθές, επεβεβαίωσεν η Κρατήρα.

-Και τον Μιχάλη του Κορωνιού, τόνε λένε Ψαρή, όπως τη γίδα;

-Ίσα ίσα, αυτό.

Ο Κώτσος ησύχασε προς καιρόν. Αλλ’ είχε παρατηρήσει ότι το όνομα εκείνο το ετόξευον κατ’ αυτού με περισσοτέραν κακίαν, παρ’ όσην συνήθως εδείκνυον προς όσους εκάλουν «Ψαρή» ή «Μελίσση». Ολίγον καιρόν ύστερον, ήρχισε να εξετάζει κατ’ ιδίαν την θείαν του.

-Γιά, να σου πω, θεια; … Δε μου λες, γιατί ο πατέρας άφησε τη μάννα του κι επήρε άλλη γυναίκα;

-Δεν είναι δουλειά σου να εξετάζεις αυτά, απήντησε, προσπαθούσα υπό το αυστηρόν του τόνου να κρύψει την αμηχανίαν της, η Κρατήρα.

-Δεν είναι δουλειά μου; επανέλαβεν έτοιμος να κλαύσει ο Κώτσος. Ναι, γιατί με φωνάζουν «Μούλο», επειδή τάχα δεν έχω πατέρα, κι όχι απ’ το χρώμα των μαλλιών μου, που μου έλεγες…

Τότε η Κρατήρα εσκέφθη προς στιγμήν και ως φρόνιμος γεροντοκόρη έκρινεν ότι δεν ωφελούσε να κρύψει την αλήθειαν από τον ανεψιόν της, επειδή εις την εποχήν αυτήν της ελλείψεως παντός χαλινού, τα παιδία μανθάνουν πρωίμως όλα και, αν αυτή εσιώπα, ο μικρός θα εμάνθανε πολύ περισσότερα παρ’ όσα έπρεπε να ξεύρει, απ’ τα άλλα παιδία του χωρίου, από λόγια του δρόμου και από ακούσματα της αγοράς. Και λοιπόν του είπεν:

-Άκουσε, Κώτσο μου. Η μητέρα σου, όταν σε είχε στην κοιλιά, αρρώστησε, και της ήρθε αδυναμία και δεν μπόρεσε να σε γεννήσει στην ώρα της… Και απάνω στην αρρώστια της, που σε είχε στην κοιλιά, μες στον ύπνο της φώναζε «το παιδί! το παιδί!» κι ύστερα που σ’ εγέννησε και τώρα ακόμη που όλο άρρωστη είναι, ολοένα φωνάζει στα ξυπνητά της και στον ύπνο της «το παιδί! το παιδί μου!» Νιώθεις τι αδυναμία έχει σ’ εσένα κι αγροικάς με τι πόνο και καημό σ’ ανάθρεψε;… Και σαν της ήρθε η πρώτη αρρώστια, πριν σε γεννήσει, σ’ εβάσταξε μες στην κοιλιά μια δυο μέρες παραπάνω. Τότε τα λαδικά[4], ας είναι καλά που τα ξετάζουν όλα, μέτρησαν τους μήνες και τις μέρες κι είπαν πως τάχα η μάννα σου δεν σε είχε κάμει με τον άνδρα της, που έλειπε εννέα μήνες με το καράβι… επειδής έμεινες μες στην κοιλιά αυτές τις δυο τρεις μέρες παραπάνω… Τότε ο πατέρας σου, δεν θέλω να πω κακό λόγο, που μου είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη και με ανάγκασε ν’ αποθηκέψω εγώ το βιο μου και να του δώσω τρεις χιλιάδες μετρητά, επειδή επέμενε κι ήθελε «το μέτρημα! το μέτρημα!» κι ως την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να στεφανωθεί, αν δεν του μετρούσα τα λεπτά… ώστε, αφού έδωκα της μητέρας σου τα μισά κτήματα, όλο το μερδικό της, αναγκάσθηκα ν’ αποθηκέψω το μερδικό μου εγώ, για να του εύρω το μέτρημα να του δώσω… κοντολογής, ο πατέρας σου επίστεψε τα λόγια του κόσμου και είπε ότι δεν σε γνωρίζει για παιδί του… Μα εσύ, καθώς κι όλα τα ορφανά, έχεις το Θεό πατέρα και πρέπει ν’ αγαπάς τη μητέρα σου, που δε σου έφταιξε τίποτε και παιδεύεται με τόσον πόνο και καημό να σ’ αναθρέψει… Και να ’σαι φρόνιμος και καλός και καθένας που έσφαλε απ’ το Θεό θα το ’βρει. Και με άλλον να σε είχε κάμει η μάννα σου, πάλι εσύ σε φταις τίποτε και δεν πρέπει να σε πειράζουν γι’ αυτό, μα είναι παιδιά και δεν θέλουν ξεσυνέριο, επειδή δεν ξέρουν τι τους γίνεται… Γίνε συ φρόνιμος και καλός και θα ιδείς πως αυτό δεν μπορεί να σε βλάψει… Ας σ’ αξιώσει ο Θεός να προκόψεις και να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος, κι οι ίδιοι που σε βρίζουν τώρα θα ’ρχονται, μια μέρα, να σου βάζουν μετάνοιες… και συ θα τους κάνεις το βαρύ… Μονάχα, Κώτσο μου, να ’χεις την ευχή του Χριστού, κοίταξε να μην παραπονέσεις τη μάννα σου, που σ’ αγαπά τόσο… Ανίσως εσύ πεισμώνεις, σαν παιδί, εκείνης η καρδιά της είναι ματωμένη, γι’ αυτά και γι’ αυτά τα πράγματα.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του φθινοπώρου, η Κρατήρα είχε μείνει με τον ανεψιόν της εις τον ελαιώνα και είχον κλεισθεί εις το μικρόν καλύβι διά να κοιμηθώσι. Πλησίον του κτήματος υπήρχε μέγα δάσος, βαθύς δρυμών, από γιγαντιαία εξαίσια δένδρα.

Παρά την είσοδον του δάσους, εις τα νοτιοδυτικά σύνορα του ελαιώνος, υπήρχον πολλά ερείπια, έν σπήλαιον ή υπόγειον περιέργου σχήματος και κατασκευής, το οποίον εκαλείτο Δρακοσπηλιά. Ήρχιζεν από μίαν οπήν βράχου, όστις είχε χρησιμεύσει ως ακρογωνιαίος λίθος ενός κατηρειπωμένου κτιρίου και ανήρχετο προς τ’ άνω, εντός υψηλού βράχου κωνοειδούς, όστις απετέλει την κορυφήν της δειράδος[5]. Έλεγαν ότι εντός του σπηλαίου εκείνου ηκούετο ενίοτε παράδοξος ήχος και μεγάλη βοή. Τα κατηρειπωμένα κτίρια ήσαν τρία ή τέσσαρα.

Η οπή εντός του βράχου ανήρχετο εις διάστημα πολλών οργιών, ως ελέγετο, εις το κοίλον του βράχου και απέληγεν εις την κορυφήν όπου είχε διέξοδον. Ελέγετο ότι εκεί μέσα ενεφώλευε τον παλαιόν καιρόν ένας Δράκος, όστις έκρυπτεν εκεί θησαυρούς, τους οποίους εφύλαττον και έβοσκον την νύκτα διάφοροι Αράπηδες, σκλάβοι του.

Τριγύρω εις τα ερείπια έβγαιναν την νύκτα όχι ολίγα στοιχειά, εξωτικά και κρούσματα. Από την θέσιν των ερειπίων ήρχιζεν έν ρεύμα, στενόν, σύσκιον, το οποίον κατήρχετο βαθύ κάτω εις την κοιλάδα και εντός του ρεύματος, ολίγον παρακάτω από τα ερείπια, υπήρχε μία κρήνη παλαιά, εις την ρίζαν γηραιού δένδρου, μ’ ένα τάσι δεμένον δι’ αλύσεως εις κρίκον επί του γηραιού κορμού∙ εκαλείτο κοινώς το Κρύο Πηγάδι, ήτον δε κρύο όχι μόνον το νερόν, εκ του οποίου πολλοί δεν έπινον, λέγοντες ότι ήτον στοιχειωμένο, αλλ’ ο υγρός αήρ, το περιβάλλον και το σύσκιον και σκοτεινόν της μικράς κλεισωρείας. Πολλαί γραίαι, από τας πρωτινάς, όσαι είχον γεννηθεί περί τας αρχάς του αιώνος, όταν ήσαν αναγκασμέναι να διέλθωσιν από το στενόν τούτο, συνήθιζαν να χαιρετούν την παλαιάν κρήνην διά συνθηματικής ρήσεως:

-Χαίρε και συ, Κρύο Πηγαδάκι με το ζώδιό σου!

Μερικαί έλεγον «καημένο Κρύο Πηγάδι», και άλλαι τινές έλεγον ευφημότερον «Καλό Πηγάδι, με το ζώδιό σου!» Όλος ο τόπος τριγύρω, τα ερείπια και το ρεύμα, έβριθεν από νεράιδες την ημέραν, εμυρμηκία την νύκτα από στοιχεία και φαντάσματα.

Εις το Κρύο Πηγάδι πολλοί διηγούντο ότι είχον ιδεί να κάθεται πλησίον ένας Αράπης, με την τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα και βοσκοπούλες, είχαν «χτυπηθεί» διότι ευρέθησαν εις κακήν ώραν σιμά στο Κρύο Πηγάδι. Η Καμπαναχμάκαινα, ποιμενίς προβάτων, και μήτηρ δέκα παιδιών, είχε πάθει την νύκτα από αφωνίαν και παραλυσίαν.

Ο Κώτσος, το τέκνον της συμφοράς, είχε μάθει ν’ αγαπά την εξοχήν, σιμά εις την θείαν του, και την ηκολούθει συχνά εις τας εκδρομάς της. Η μήτηρ του έμενε κατ’ οίκον. Έπασχε σωματικώς από την γένναν της κι εδώ και είχε τρωθεί ηθικώς από τα βέλη της δυσφημίας. Η αδελφή της ήτο σχεδόν αγροδίαιτος.

Ο Κώτσος ηγάπα όλα τα της εξοχής, τα βουνά και τα δάση, τας βρύσεις, τα ρεύματα και τα ερείπια, ως και αυτά τα φαντάσματα. Είχε γίνει σχεδόν μισάνθρωπος, από το όνειδος το οποίον του έρριπτον οι ομήλικοί του. Είχε παύσει να φοιτά εις το σχολείον, εξ αιτίας της συμπεριφοράς των συμμαθητών του, τους οποίους δυσκόλως θα εσωφρόνιζε και αν είχε την συνήθειαν να «τους μαρτυράει στο δάσκαλο» ( το οποίον όμως εθεωρείτο ως στίγμα κακής προδοσίας μεταξύ των παιδιών). Άλλην άρα καταφυγήν δεν είχεν, ειμή να κάμνει συχνά καυγάδες και να δέρνει τους συμμαθητάς του – ενίοτε και να τις τρώγει.

Κατόπιν μιας τελευταίας σκηνής, καθ’ ην έδειρε δύο τρεις εκ των συμμαθητών του, οι δαρέντες «τον εμαρτύρησαν» εις τον δάσκαλον. Ο ίδιος δεν ήθέλησεν – εντράπη ή εδίστασε να πει εις τον δάσκαλον το επίθετον το οποίον κατ’ αυτού ετόξευον οι άλλοι. Αλλά τότε το βάρος της οργής του δασκάλου έπεσεν επ’ αυτόν.

Όχι μόνον «έφαγε ξύλο», με την λεπτήν βέργαν του δασκάλου η οποία έτσουζε, αλλ’ «απεβλήθη προσωρινώς» από τα μαθήματα. Μάτην, αφού ο ίδιος δεν ήθελε «να μαρτυρήσει», η θεία του προσεφέρθη να υπάγει αυτή «ν’ αγκαλέσει[6]» στον δάσκαλον τα άλλα παιδιά, τα οποία του έλεγαν «έτσι κι έτσι» και του εφώναζαν «αυτό κι αυτό». Ο Κώτσος αυτοβούλως την προσωρινήν αποβολήν την μετέβαλεν εις διαρκή λιποταξίαν και δεν επάτησε πλέον εις το σχολείον. Ήτον δε τότε δεκατριών ετών.

Και άλλοτε ο Κώτσος είχε «φάγει ξύλο» από τον διδάσκαλον, χωρίς να πταίει – ενώ άλλην φορά πάλιν είχε μείνει ατιμώρητος, ενώ έπταιεν. Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ Ιωακείμ, τον «ορμήνεψε» και του είπεν ότι σ’ αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις πταίομεν, εν άλλοις παιδευόμεθα» και προσεπάθησε να του εξηγήσει τι σημαίνει το απόφθεγμα: «οι αδικούντες πολλοί, αδικούμενος ουδέ είς».

Έμαθε λοιπόν ν’ αγαπά την ερημίαν, ν’ αγαπά τα ερείπια, ως και αυτά τα στοιχειά και τα φαντάσματα. Α! τα στοιχειά δεν του ήθελαν κακόν ούτε τον είχαν αδικήσει.

Δεν του είχαν ρίψει ποτέ κατά πρόσωπον, ούτε εκ των νώτων, το απαίσιον κοινωνικόν όνειδος.

Ο Κώτσος είχεν ένα πόθον βαθύν, μίαν ακράτητον περιέργειαν. Ήθελε να δοκιμάσει να εισέλθει εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου, το οποίον, ενώ εφαίνετο να καταδύεται κάτω εις την γην, ανήρχετο είτα εις την κορυφήν του βράχου. Ήτον εκείνη, η Δρακοσπηλιά, και είχε μεγάλην δι’ αυτόν έλξιν. Είχε δοκιμάσει άπαξ ήδη, την ημέραν. Αλλ’ η θεία του, ήτις τον επετήρει αγρύπνως, έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της.

-Μην το κάμεις αυτό, παιδάκι μου! Στη Δρακοσπηλιά μέσα ήθελες να μβεις; Θεός φυλάξει! Μην είσαι απόκοτος!…

-Είναι κανείς Δράκος μέσα, θεια;

-Και Δράκος να μην είναι, ποιος ξεύρει; Μπορεί να βαρέσεις πουθενά… είναι σκοτάδι και ποιος ξεύρει τι γκρίφια[7] έχει μέσα… Μπορεί να κακοπάθεις… ή να πάρεις φρίξη και να σκιαχτείς… Λένε πως έχει μια κακή βοή αυτή η σπηλιά, άμα χωθεί άνθρωπος μέσα.

Ο Κώτσος εφάνη ότι ήκουσε την συμβουλήν της θείας του, κι επανήλθε μαζί της εις τον ελαιώνα. Αλλ’ ο πόθος και η περιέργειά του ηύξησεν.

Είχεν ακούσει από τα παιδιά και τας γραίας ότι ο Δράκος, όστις εκατοικούσε τον παλαιόν καιρόν εκεί μέσα, μπορούσε να κάμει ένα άνθρωπον πλούσιον, στο κέφι του επάνω, άμα ήθελεν – εκτός αν επροτίμα, το οποίον ήτο και συχνότερον, να τον βλάψει και να τον μισερέψει διά πάντοτε, τον τολμηρόν επισκέπτην. Είχεν εκεί ταμιευμένα ο Δράκος γρόσια πολλά, φλωριά αναρίθμητα, τα οποία ένας Αράπης έβγαινε την νύκτα και τα εχόρευε, σιμά εις το στόμιον του σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εις το φως της σελήνης. Ωνειροπόλει να διαλάθει την προσοχήν του Αράπη, ν’ αρπάσει όσα ημπορέσει φλωριά, εκεί που τα εχόρευεν. Με αυτά τα φλωριά θα εξεχρέωνε πρώτον τα κτήματα της θείας του, επειδή το χρέος την έκαμνε να στενάζει. Είτα θ’ άφηνεν εις τας δύο γυναίκας αρκετά διά να καλοζούν κι αυτός θα εσκάρωνεν «ένα μεγάλο καράβι, τριοκάταρτο», θα επήγαινε να ταξιδεύσει και θα έφερνεν από τα ταξίδια «κόφες τα τάλλαρα», καθώς είχεν ακούσει να διηγούνται διά τα πλοία όσα ανέβησαν εις την Μαύρην Θάλασσαν, κατά τον πόλεμον τον Κριμαϊκόν, ότι είχαν γεμίσει το αμπάρι από τάλλαρα και τα εμοίραζαν «με κόφες» εις τους συντρόφους, τον λοστρόμον και τους ναύτας και αυτόν τον μούτσον… Μ’ εκείνα τα τάλλαρα θα έμβαινε καλά στα μάτια εκείνων των φθονερών παιδίων, των σημερινών εχθρών του και θα ήρχοντο να του βάζουν μετάνοιες στρωτές, καθώς έλεγεν η θεία του.

Την νύκτα εκείνην, καθώς είχε κατακλιθεί, αφού επείσθη ότι η θεία του εκοιμάτο βαθέως, κουρασμένη καθώς ήτον, εσηκώθη χωρίς κρότον, ήνοιξε την θύραν με άκραν προφύλαξιν. Επήρε μαζί του ένα κουτί σπίρτα, ένα χονδρόν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης, έκλεισεν αθορύβως την θύραν έξωθεν κι έτρεξε προς το μέρος της Δρακοσπηλιάς.

Η σελήνη αρτίως είχεν ανατείλει δρεπανοειδής. Ήτον σχεδόν μεσάνυκτα, έφθασε μετ’ ολίγον εις τα ερείπια.

Εισήλθεν εντός των κατηρειπωμένων κτιρίων, έφθασεν εις το στόμιον του υπογείου άντρου, άναψε το σπίρτον, είτα το κηρίον. Έκαμε τον σταυρόν του και εισήλθεν εις την οπήν.

Το χάσμα εχώρει ανέτως άνθρωπον, ο δε Κώτσος ήτο μεγαλόσωμον παιδίον. Ησθάνθη ψυχρόν, υγρόν αέρα, εις το πρόσωπόν του. Επάτει επί κόνεως ή άμμου. Εχαμήλωσεν, εκυρτώθη.

Προέβη ολίγα βήματα. Άλλο δεν έβλεπεν ή μαύρον τοίχον, σχεδόν ομαλόν, ως λαξευτόν, και ήκουεν αόριστον βόμβον ερχόμενον έσωθεν. Ήτο ως βόμβος μυιών ή ως ελαφρά πτερυγίσματα μικρών πουλιών. Διέβλεπε προσέτι αμυδρά σχήματα, όμοια με αποστάγματα από σύμπλεγμα αναμμένων κηρίων ή με κρύσταλλα κρεμάμενα εν καιρώ παγετού από τους σταλαγμούς[8] των στεγών.

Αποτόμως ο δρόμος του εκόπη. Ο τοίχος, όστις μέχρι τούδε εσχημάτιζε θόλον υπεράνω της κεφαλής του, εφάνη ως να κατήλθε κι εκρεμάσθη μέχρι του εδάφους και του έφραξε την οδόν.

Τότε ο Κώτσος περιέφερε το κηρίον εδώ κι εκεί διά να ίδει αν υπήρχε που δίοδος, αλλά ρεύμα αέρος έπεσεν αποτόμως επάνω εις το κηρίον και το έσβησε.

Συγχρόνως ο Κώτσος ήκουσεν, ή του εφάνη ότι ήκουσε, μίαν βοήν υποχθόνιον, υπόκωφον φωνήν, ήτις ήρχετο αγρία από τα βάθη του σπηλαίου.

Η φωνή του εφάνη ότι έλεγε:

-Μού…λο! Μού…λο!

Λοιπόν, ως και τα φαντάσματα ήξευραν την δυστυχίαν του! Λοιπόν και τα ξωτικά όλα εγνώριζαν το τρωτόν μέρος του! Και ο Δράκος διά της φωνής του επεκύρωνε τας φωνάς των μοθχηρών παιδίων!

Ο Κώτσος ετράπη εις φυγήν. Καθώς εστράφη οπίσω, εις το σκότος, προς το στόμιον του σπηλαίου, ζητών να εύρει ακτίνα της σελήνης ευμενή ήτις να του φέξει τον δρόμον του, εκτύπησε την κεφαλήν σφοδρώς εις τον θόλον του βράχου. Του ήλθε στιγμιαία ζάλη.

Α! έπρεπε να είχε κτυπήσει την κεφαλήν του πρωτύτερα, όταν ήθελε να εισέλθει εις το σπήλαιον του Δράκου… Ή μάλλον, όφειλε να κτυπά το κεφάλι του από πολύ πριν… πριν γεννηθεί ακόμη. Και την στιγμήν εκείνην επαρουσιάσθη εις την φαντασίαν του μειδιώσα και μορφάζουσα η όψις του περιπλανωμένου μοναχού, του Ιωακείμ, όστις άλλοτε του είχε διηγηθεί περί της αφελούς περιεργείας των μαθητών του Χριστού, ερωτώντων περί του εκ γενετής τυφλού, αν ο ίδιος ήμαρτεν ή οι γονείς του διά να γεννηθεί τυφλός.

Και αυτός ο Κώτσος, ήτο κάτι περισσότερον του εκ γενετής τυφλού – ήτο εκ γενετής κατάδικος.

Όταν συνήλθεν από την ζάλην, επέστρεψε ριγών και τρέμων πλησίον της θείας του. Την εύρεν έξυπνον. Αύτη είχεν «αλαφιασθεί» μέσα στον ύπνον της κι εξυπνήσασα, δεν εύρε πλησίον της τον ανεψιόν της.

Εξαφανίσθη, ετρόμαξεν. Εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν. Υπώπτευε ότι ο Κώτσος θα είχεν υπάγει, ο απόκοτος, προς το μέρος των ερειπίων και της Δρακοσπηλιάς. Ήρχισε να τον κράζει ονομαστί:

-Κώτσο!… πού είσαι;

Ενώ εδίσταζε και ητοιμάζετο, μισονδυτή και ξυπόλυτη όπως ήτον, να τρέξει προς τα εκεί, είδε τον Κώτσον να έρχεται. Ήτον χλωμός από το φως της σελήνης και χλωμός από την συγκίνησίν του.

-Τι έχεις;… Πού πήγες;

Ο νέος ταχέως συνήλθε.

-Τίποτα… τίποτα, θεια∙ ησύχασε.

-Δεν σου είπα εγώ να μην πας στη Δρακοσπηλιά; Λέγε… Τι έτρεξε;

-Άκουσα μια φωνή.

-Φωνή… θ’ άκουσες τη βοή που λένε πως βγαίνει τη νύχτα. Κι εφοβήθηκες πολύ;… Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου… Έλα να κοιμηθείς και να φυλάεσαι άλλη φορά, να μην είσαι απόκοτος.

-Η φωνή που άκουσα…

-Η φωνή… ε, τι;

-Έλεγε… ένα λόγο.

-Τι;

-Έλεγε «Μού…λο!»

Η Κρατήρα ησθάνθη πόνον και συγχρόνως εγέλασε. Ήρχισε να εξηγεί εις τον ανεψιόν της:

-Άμα αποκοτήσει κανείς και πάει στη Σπηλιά του Δράκου, νύχτα, μεσάνυχτα, αυτά θ’ ακούσει… Λένε πως η βοή εκείνη της Σπηλιάς έχει ένα ιδίωμα, να ξαναλέει στον άνθρωπο ό,τι καημό έχει στη ζωή του… Κείνο που του πονεί του καθενός, το λέει, τάχα με ανθρώπινη φωνή. Τ’ άκουσα που το έλεγαν οι παλαιοί, μα τώρα σ’ αυτά τα χρόνια δεν θα πήγε κανένας να μπει μες στη Σπηλιά. Εσένα σου φάνηκε πως άκουσες «Μούλο!» Αν επήγαινα εγώ μες στη Δρακοσπηλιά, θα μου εφαίνετο πως ακούω «το χρέος! το χρέος!», κείνον τον καημό που έχω. Αν επήγαινε η μάννα σου, θα έκαναν τ’ αυτιά της πως ακούει «το παιδί! το παιδί!» κι αν επήγαινε ο προκομμένος ο πατέρας σου, θ’ άκουε μια φωνή «το μέτρημα! το μέτρημα!» Αυτό είναι η φωνή του Δράκου.

Ολίγον καιρόν ύστερον, μετά τον τραγικόν θάνατον του παιδίου, αι δύο αδελφαί, πικραμέναι και μαυροφορούσαι – η μήτηρ ωχρά και μόλις δυναμένη να βαδίζει εκ της αδυναμίας, μέλλουσα ν’ αποθάνει ολίγας εβδομάδας ύστερον – η θεία ισχνή, ηλιοκαής και εγκαρτερούσα, εξήλθον λίαν πρωί εις την εξοχήν. Εκεί συνήντησαν τον πλάνητα μοναχόν, τον Ιωακείμ.

Ούτος τας εχαιρέτισε μετά συμπαθείας, σείων την κεφαλήν, και ήρχισε να λέγει προς την ορφανήν του τέκνου μητέρα:

-Ε! κουράγιο, Σοφούλα! Τι να γένει, καημένη∙ εκεί, στον άλλον κόσμο, θα βρεις πολλούς, πολλούς άλλους και τον Κωνσταντάκη σου μαζί… Τι να λες, εσύ, ταλαίπωρη;… Βέβαια θα είπες πως ήτον κακή ώρα! Αχ! η πλέον κακή ώρα είναι η ώρα της αμαρτίας, Σοφούλα! Αχ! τα οψώνια της αμαρτίας… Γι’ αυτό είπε και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης «η δεξιά σου, Χριστέ μου… σκαιωρίας πάσης περιφυλαξάτω με».

Είτα, όταν η Σοφούλα απέστρεψε κλαίουσα την κεφαλήν, ο πλάνος μοναχός είπεν εις την πρεσβυτέραν αδελφήν της:

-Αχ! Κρατήρα, και να ήτον αθώα… θα επήγαινε μαζί με τους Μάρτυρας… Όπως κι αν είναι, πιστεύω να βρει έλεος.

Κι επειδή εκείνη τον εκοίταζεν εν αμηχανία, ο ρασοφόρος επανέλαβε ταπεινή τη φωνή, διά να μην τον ακούσει η Σοφούλα:

-Απ’ τις δύο κακές ώρες, την μία που ένα πλάσμα έπεσε σε πειρασμό κι έφερ’ ένα άλλο πλάσμα στον κόσμο, και την άλλη, που αυτό το δεύτερο πλάσμα έπεσε απ’ το δένδρο κι εσκοτώθη – χωρίς την πρώτη, η δεύτερη ποτέ δεν θα ήρχετο – η χειρότερη ώρα είναι η πρώτη, Κρατήρα!

(1904)

 

 

[1] η αφαίρεση των αργών (άχρηστων) βλαστών από το κλήμα

[2] η ετοιμόγεννη καθόταν επάνω σε δυο ξύλινα υποπόδια, τοποθετημένα κοντά κοντά και το παιδί έπεφτε στο ενδιάμεσο κενό.

[3] πληγή που διαβρώνει και σαπίζει τις σάρκες

[4] γριές φλύαρες, κουτσομπόλες και ραδιούργες

[5] ράχη βουνού

[6] να εγκαλέσει, να καταγγείλει

[7] αιχμηρές μικρές προεξοχές των θαλασσινών βράχων

[8] υδρορρόες

-Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό) και με προσθήκη των επεξηγήσεων.

 

  • Φωτογραφίες: “Η Φωνή του Δράκου” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε σκηνοθεσία Τάσου Καρακύκλα με τους Κατερίνα Καλοχριστιανάκη και Κωσταντή Ντίσιο. Θέατρο “Φούρνος”. Κλικ: Αλίνα Κέκη

 

Διαβάστε επίσης:

“Η Φωνή του Δράκου” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο θέατρο “Φούρνος”

Τάσος Καρακύκλας: Το χιούμορ είναι ζυμωμένο με τις πιο σκληρές και τραγικές στιγμές του ανθρώπου

eirini aivaliwtou“Η Φωνή του Δράκου”. Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Περισσότερα

Αντώνης Βγόντζας: Ο 20ος αιώνας μάς έδωσε ηγέτες κορυφαίους και πατριώτες. Σήμερα τους αναζητάμε…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Ανήκω σ’ αυτούς που αγάπησαν τη Μεταπολίτευση. Σχεδόν τη λάτρεψαν. Όσοι τη ζήσαμε, από τους πόνους ενός πρόωρου τοκετού, όσοι πορευτήκαμε μαζί της, όσοι σπαρταρήσαμε και λαχταρήσαμε στα λάθη της, στα αμαρτήματά της ή και στα εγκλήματά της, πρέπει να είμαστε περήφανοι.

 

«Τα σκληρά και άγρια χρόνια στη Μεταπολίτευση. Από τον εκτροχιασμό στην ελπίδα», του Αντώνη Ν. Βγόντζα. Από τις Εκδόσεις Λιβάνη. Αριθμός σελίδων 432

Τα γεγονότα και τα στοιχεία είναι δεδομένα. Απαιτούνται πρότυπα και ιδεολογία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πραγματοποίησε την εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας και έκτισε ένα σύγχρονο κράτος. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, «ο Γέρος της Δημοκρατίας», κατέστησε την παιδεία κύριο στρατηγικό στόχο. Και τη Δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα της Μεταπολίτευσης. Και την οδήγησε σε ήρεμα νερά. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δημιούργησε έναν προοδευτικό, δημοκρατικό, σοσιαλιστικό χώρο με πλούτο ιδεών και προτάσεων. Οικοδόμησε μια νέα Πολιτεία. Γι’ αυτό και βρίσκεται στην κορυφή κατά τις αξιολογήσεις των πολιτών. Παρήγαγε ιδεολογία. Προαπαιτούμενο κάθε αγώνα. Εθνικού, πολιτικού και κοινωνικού. Ο εικοστός αιώνας μάς έδωσε κορυφαίους ηγέτες. Ήσαν όλοι τους πατριώτες. Σήμερα τους αναζητάμε. Η νεολαία θέλει όραμα και πάθος. Όχι διαχειριστικές προτάσεις».

 

***

Παραπάνω ο πρόλογος που έγραψε ο Αντώνης Ν. Βγόντζας για το τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στις 26 Μαρτίου 2019. Όπως έλεγε ο ίδιος: «Αυτό το βιβλίο δεν είναι «νομικό». Ούτε «ακαδημαϊκό». Είναι «πολεμικό»…

 

***

Τον αγωνιστή συμμαθητή μας στο ΣΤ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, που «έφυγε» την Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019, αποχαιρετούμε τη Δευτέρα 1 Απριλίου 2019, το μεσημέρι στις 2, στον Ιερό Ναό Πέτρου και Παύλου στην Πλατεία Υμηττού [172 37 Υμηττός, τηλέφωνο: 210-76.29.670] και η ταφή στο Κοιμητήριο Βύρωνα [Στην οδό Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου 17, Βύρωνας, 16233. Τηλέφωνο: 210-766.11.88].

 

Παναγιώτης ΜήλαςΑντώνης Βγόντζας: Ο 20ος αιώνας μάς έδωσε ηγέτες κορυφαίους και πατριώτες. Σήμερα τους αναζητάμε…
Περισσότερα

Η άνοδος της ασημαντότητας, του Κορνήλιου Καστοριάδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Από εκεί και πέρα, αν εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση, κατάσταση αποσύνθεσης και όχι κρίσης, κατάσταση αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, διαπιστώνουμε μια αντινομία πρώτου μεγέθους: Το απαιτούμενο είναι κολοσσιαίο, πάει πολύ μακριά –και οι άνθρωποι, τέτοιοι που είναι και τέτοιοι που αναπαράγονται συνεχώς από τις δυτικές κοινωνίες μα και από τις άλλες, βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό. Τι είναι το απαιτούμενο;

Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, την απόλυτη σχεδόν αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Αυτό θα απαιτούσε φυσικά μια αποδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων.

Αυτός όμως ο προσανατολισμός απέχει απίστευτα από τα όσα σκέφτονται, και ίσως από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η κολοσσιαία δυσκολία που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως για να βγούμε από την ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.

Θα έπρεπε λοιπόν από εδώ και πέρα οι άνθρωποι (μιλάω τώρα για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός σκοπός της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωση τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχθούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Ξέρουμε, ξέρω ποιο είναι αυτό το κάτι άλλο – τι ωφελεί όμως, από τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου δεν το δέχεται και δεν κάνει αυτό που πρέπει ώστε να γίνει πραγματικότητα; Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να πάψει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου. Άλλο πολιτικό σύστημα, μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων. Μιαν άλλη οργάνωση της παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί να ασκούν και να άρχονται, σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη- και ούτω καθ’ εξής.

Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν θεμελιώδη προβλήματα: για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αληθινή, μια άμεση δημοκρατία, όχι πια με 30.000 πολίτες, όπως στην Αθήνα της κλασικής εποχής, μα με 40 εκατομμύρια πολίτες, όπως στη Γαλλία, ή ακόμα και με πολλά δισεκατομμύρια άτομα στην κλίμακα του πλανήτη; Προβλήματα κολοσσιαίας δυσκολίας, που όμως κατά τη γνώμη μου μπορούν να λυθούν –με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση.

Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας – και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η δυική ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά νοιάζεται για αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους – οικολογική, για παράδειγμα – θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση, ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του φοβερά σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σε αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν την συνείδηση των συμπολιτών τους».

Απόσπασμα από το βιβλίου του Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η άνοδος της ασημαντότητας», μτφ Κ. Κουρεμένος, Ύψιλον, 2000, σελ. 128-131

eirini aivaliwtouΗ άνοδος της ασημαντότητας, του Κορνήλιου Καστοριάδη
Περισσότερα

Ελφρίντε Γέλινεκ – “Η Πιανίστρια” (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το 2004 το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στην Αυστριακή Ελφρίντε Γέλινεκ για «τη μουσική ροή του λόγου και του αντίλογου σε μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, τα οποία με ασυνήθιστο γλωσσολογικό ζήλο αποκαλύπτουν τον παραλογισμό των στερεοτύπων της κοινωνίας και τη δύναμή τους να υποδηλώνουν». Με σπουδές σε μουσική, σύνθεση, θέατρο και ιστορία της τέχνης, το 1967 έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα το «Liebhaberinnen» («Οι ερασιτέχνιδες»). Η πολιτική φιλοσοφία της Γέλινεκ, ιδιαίτερα η στάση της απέναντι στο φεμινισμό και οι απόψεις της για τα αυστριακά πολιτικά κόμματα, είναι πολύ σημαντικά για την κατανόηση του έργου της. Βασικά θέματα στο μυθιστορηματικό και θεατρικό έργο της Γέλινεκ είναι η γυναικεία σεξουαλικότητα, η κακοποίησή της και ο πόλεμος των φύλων γενικά. Στα τελευταία έργα της, έχει σε κάποιο βαθμό εστιάσει το βλέμμα της στην κοινωνική κριτική και στις δυσκολίες της Αυστρίας να λογαριαστεί με το ναζιστικό της παρελθόν.

Η Ελφρίντε Γέλινεκ (Elfriede Jelinek) γεννήθηκε στο Mürzzuschlag, στη Στυρία της Αυστρίας, στις 20 Οκτωβρίου 1946. Ο πατέρας της, Εβραίος Τσέχικης καταγωγής («Jelinek» σημαίνει «μικρό ελάφι» στα Τσέχικα), ήταν χημικός και δούλευε σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο τη δίωξη. Ωστόσο, αρκετές δεκάδες μελών της οικογένειας υπήρξαν θύματα του Ολοκαυτώματος. Η «κυριαρχική» μητέρα της, με την οποία μοιραζόταν το σπίτι και ως ενήλικη ακόμα και με την οποία είχε δύσκολη σχέση, προερχόταν από μία άλλοτε ευκατάστατη βιεννέζικη οικογένεια. Ως παιδί, η Ελφρίντε υπέφερε αρκετά από αυτό που η ίδια θεωρούσε υπερ-περιοριστική εκπαίδευση μέσα σε ένα Ρωμαιοκαθολικό μοναστηριακό σχολείο θηλέων. Επιπλέον, η μητέρα της είχε ήδη προσχεδιάσει την καριέρα της ως μουσικό Wunderkind, δηλαδή παιδί – θαύμα. Σε νεαρή ηλικία η Ελφρίντε διδάχτηκε πιάνο, εκκλησιαστικό όργανο, κιθάρα, βιολί, βιόλα και φλογέρα. Αργότερα, πήγε για σπουδές στο Ωδείο της Βιέννης, απ’ όπου αποφοίτησε με δίπλωμα στο εκκλησιαστικό όργανο. Επίσης, η Γέλινεκ σπούδασε ιστορία της τέχνης και θέατρο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, ωστόσο αναγκάστηκε να διακόψει επειδή μια κρίση άγχους την εμπόδιζε από το να παρακολουθεί τα μαθήματα. Η βιογραφία της Γέλινεκ αντικατοπτρίζεται έντονα στο έργο της.

Κριτικές και πολιτική

Η πολιτική φιλοσοφία της Γέλινεκ, ιδιαίτερα η στάση της απέναντι στον φεμινισμό και οι απόψεις της για τα αυστριακά πολιτικά κόμματα, είναι ζωτικής σημαντικότητας για την κατανόηση του έργου της. Σ’ αυτό οφείλεται επίσης και μεγάλο μέρος της βιτριολικής δημόσιας αμφισβήτησης η οποία την περιβάλλει. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αυστρίας από το 1974 ως το 1991, έγινε γνωστή τη δεκαετία του 1990 εξαιτίας της επίθεσής της εναντίον του νεοναζιστικού εθνικιστικού Κόμματος Ελευθερίας του Γεργκ Χάιντερ. Μέτα τις εκλογές του 1999 και τη συμμετοχή του Κόμματος του Χάιντερ στην κυβέρνηση συνασπισμού με τους συντηρητικούς η Γέλινεκ έγινε μία από τις δριμύτερες κατηγόρους της συμμαχίας αυτής. Η κυβέρνηση αυτή καταδικάστηκε από πλείστες ευρωπαϊκές και μη κυβερνήσεις γεγονός που οδήγησε σε κυρώσεις εναντίον της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να αποφύγει την κατακραυγή ερμήνευσε τις κυρώσεις εναντίον της ως κυρώσεις εναντίον της Αυστρίας και επιχείρησε να παρακινήσει το έθνος να την υποστηρίξει. Η σειρά αυτή των γεγονότων προκάλεσε μια προσωρινή υπερθέρμανση του πολιτικού κλίματος αποτέλεσμα του οποίου υπήρξαν οι κατηγορίες για προδοσία εναντίον όλων των διαφωνούντων με την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης και της Γέλινεκ.

Παρά το γεγονός πως το έργο της (αλλά και ο πολιτικός της ακτιβισμός, η συνέπειά της και η επιμονή της να ακολουθεί τις πεποιθήσεις της εντός και εκτός του έργου της) έχει γίνει αντικείμενο θαυμασμού από μερικούς και κατακραυγής από άλλους, και παρόλο που κάποιοι κριτικοί έχουν επιτεθεί στο έργο της μόνο και μόνο επειδή διαφωνούν με τις απόψεις της, η Γέλινεκ έχει κερδίσει διάφορα διακεκριμένα βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Georg Büchner (1998), το Βραβείο Müllheim Dramatists (δύο φορές: 2002 και 2004), το Βραβείο Φραντς Κάφκα (2004) και το Νόμπελ Βραβείο Λογοτεχνίας (2004).

Βασικά θέματα στο μυθιστορηματικό και θεατρικό έργο της Γέλινεκ είναι η γυναικεία σεξουαλικότητα, η κακοποίησή της και ο πόλεμος των φύλων γενικά. Στα τελευταία έργα της, έχει σε κάποιο βαθμό εγκαταλείψει τα γυναικεία θέματα και έχει εστιάσει την ενέργειά της στην κοινωνική κριτική γενικά και στις δυσκολίες της Αυστρίας να λογαριαστεί με το ναζιστικό της παρελθόν ιδιαίτερα, π.χ. στο Die Kinder der Toten (Τα Παιδιά των Νεκρών).

Το μυθιστόρημα Die Klavierspielerin της Γέλινεκ γυρίστηκε σε ταινία με τον τίτλο Η Δασκάλα του Πιάνου, ταινία που κέρδισε αναγνώριση, από τον Αυστριακό σκηνοθέτη Μίχαελ Χάνεκε, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ στο ρόλο της καταπιεσμένης πιανίστριας.

 

 

Το Βραβείο Νομπέλ

Σχολιάζοντας το Βραβείο Νομπέλ, ανέφερε πως ήταν χαρούμενη αλλά επίσης ένιωθε απόγνωση: «απόγνωση γιατί έγινε γνωστή, πρόσωπο της δημόσιας ζωής». Παραδειγματικό της μετριοφροσύνης της και της λεπτής αυτο-ειρωνείας της, αναρωτήθηκε -αυτή η διάσημη φεμινίστρια συγγραφέας- αν της απενεμήθη το βραβείο κυρίως επειδή «είναι γυναίκα» και πρότεινε πως μεταξύ Γερμανόφωνων συγγραφέων, ο Πέτερ Χάντκε τον οποίο εξυμνεί ως «ζωντανό κλασικό», θα ήταν πιο άξιος νικητής.

Η Γέλινεκ δέχτηκε κριτική από μερικούς γιατί δεν παρέστη αυτοπροσώπως στην τελετή απονομής για να παραλάβει το βραβείο αλλά αντιθέτως παρουσιάστηκε ένα βιντεο-μήνυμα κατά τη διάρκεια της τελετής το οποίο είχε ετοιμάσει η ίδια. Άλλοι ωστόσο εκτίμησαν το γεγονός πως η Γέλινεκ αποκάλυψε δημοσίως πως υποφέρει από αγοραφοβία και κοινωνική φοβία, διαταραχές άγχους οι οποίες μπορούν να αποβούν αρκετά δυσλειτουργικές για την καθημερινή ζωή, αλλά συχνά κρατώνται μυστικές απ’ όσους υποφέρουν από αυτές από ντροπή ή αίσθημα ανεπάρκειας. Η Γέλινεκ έχει πει πως οι αγχώδεις διαταραχές της καθιστούν αδύνατο ακόμα και για παράδειγμα να πάει σε έναν κινηματογράφο ή να επιβιβαστεί σε ένα αεροπλάνο (σε μία συνέντευξή της ευχήθηκε να μπορούσε να πετάξει μέχρι τη Νέα Υόρκη για να δει τους ουρανοξύστες μια μέρα πριν πεθάνει), και αισθάνεται ανίκανη να παραστεί σε οποιαδήποτε τελετή. Ωστόσο, με τα δικά της λόγια σε ένα άλλο μαγνητοφωνημένο μήνυμα: «Θα μου άρεσε επίσης πολύ να ήμουν στη Στοκχόλμη, αλλά δεν μπορώ να κινηθώ τόσο γρήγορα και τόσο μακριά όσο η γλώσσα μου».

 

 

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο της «Εκ βαθέων (Συνομιλία με την Κατρίν Λεσέρ)» (Εκκρεμές):

«Κ.Λ.: Η γυναίκα, δηλώνετε, δεν είναι μόνο δούλα στο κοινωνικό και σεξουαλικό επίπεδο, αλλά επίσης είναι «προλετάρια της γλώσσας».

Ε.Λ.: Ναι, σ’ αυτήν τη διαπίστωση έφθασα κυρίως όταν έγραψα τη Λαγνεία. Αρχικά ήθελα να γράψω ένα είδος αντιιστορίας της Ιστορίας του ματιού [Histoire de l’œil] του Georges Bataille. Φρονούσα ότι μια γυναίκα μπορούσε να σχεδιάσει να γράψει για το άσεμνο. Δυστυχώς οφείλω να παραδεχτώ ότι προφανώς αυτό είναι αδύνατον. Η “γλώσσα” του άσεμνου είναι ανδρική, πρόκειται για μια γλώσσα που την έχει επενδύσει εξολοκλήρου ο άνδρας, και όπου η γυναίκα είναι αυτή που αποκαλύπτεται, αυτή που προσφέρεται, όπου ο άνδρας είναι αυτός που καταναλώνει το σώμα της γυναίκας. Το σχέδιό μου δεν ήταν να γράψω ένα απλό πορνογράφημα, αλλά να παραγάγω μια κοινωνική κριτική, σαν αυτήν του Georges Bataille ή, πριν απ’ αυτόν, του μαρκήσιου de Sade. Ο Sade επιδόθηκε σε μια καυστική κριτική της γαλλικής προεπαναστατικής κοινωνίας. Κατ’ εμέ, η καλή πορνογραφία είναι η πορνογραφία της κοινωνίας. Διότι η ίδια η κοινωνία είναι πορνογραφική. Διότι πάντοτε είχε κάτι να κρύψει. Και αυτό ακριβώς της αποσπώ. Της αποσπώ αυτόν τον πέπλο, και δείχνω το άσεμνο. Την άσεμνη εργασία των γυναικών.»

Η γενεαλογία της Ελφρίντε Γέλινεκ είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, όπως συμβαίνει σε πολλές βιεννέζικες οικογένειες. Ο παππούς ή ο προπάππος της ήταν ένας μικρός πλανόδιος Εβραίος έμπορος μεταξιού. Η Ελφρίντε γεννήθηκε στη Βιέννη ακριβώς μετά τον πόλεμο, το 1946, σε μια «κοινωνία χωρίς πατέρα. Στην παιδική της ηλικία πάντοτε έγραφε. Και πάντοτε ήθελε να της διαβάζουν. Έμαθε να διαβάζει πολύ μικρή και από τότε δεν σταμάτησε την ανάγνωση. Είναι αλήθεια ότι μεγάλωσε χωρίς τηλεόραση. Συνεπώς το μόνο μέσον διαφυγής ήταν η ανάγνωση. Τα φοιτητικά χρόνια, μεταξύ 1964 και 1967 ήταν καθοριστικά. Αυτή η αιφνίδια ελευθερία ήταν ένα σοκ που δεν μπόρεσε να το αντέξει. Ανέπτυξε αυτό που σήμερα ονομάζεται «οξεία κρίση άγχους». Εισήχθη στο νοσοκομείο, και μόλις επέστρεψε στο σπίτι της άρχιζε να φοβάται. Φοβόταν να βγει από το σπίτι, μέχρι που τής ήταν αδύνατον πλέον να φύγει από το σπίτι.

Το 1968 η Ελφρίντε Γέλινεκ δεν ήταν στα οδοφράγματα. Κάνει την πρώτη της δημόσια ανάγνωση σε ένα αριστερό βιβλιοπωλείο. Το 1974 παίρνει δύο μεγάλες αποφάσεις που εκπλήσσουν: εντάσσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα και παντρεύεται. Εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα μετά το 1968, σε μια εποχή που η Άνοιξη της Πράγας είχε ήδη συντριβεί. Εκείνη την εποχή το Κομμουνιστικό Κόμμα Αυστρίας είχε ανοιχτεί σε ανθρώπους σαν τη Γέλινεκ και επιζητούσε να πλησιάσει τους καλλιτέχνες και τους ηθοποιούς. Όταν προς έκπληξη όλων της απονεμήθηκε το Νομπέλ 2004, δήλωσε: «Το Βραβείο Νόμπελ θα με σπρώξει ακόμη περισσότερο μέσα στα χαρακώματά μου. Δεν θέλω καθετί που μπορώ να πω να έχει εφεξής την αίγλη της μεγάλης αυθεντίας, ούτε οι πολιτικές μου απόψεις να αρχίζουν να υπολογίζονται περισσότερο από αυτές του απλού πολίτη. Και έπειτα δεν μου αρέσει να με καταδιώκουν. Θα ήθελα να μπορώ να μείνω ήσυχη ζώντας παράμερα και, αν είναι δυνατόν, να μην έρχονται πλέον να με αναζητούν εκεί που θα είμαι».

Η “Πιανίστρια” είναι ένα βιβλίο της Γέλινεκ με γραφή βαθιά διεισδυτική, σπαρακτική, μικρές προτάσεις, ο λόγος βγάζει μια μουσικότητα, τρέχει. Γλώσσα σαρκαστική και ειρωνική, χωρίς συναισθηματισμούς, κυνική. Ο ενθουσιασμός στη συνέχεια μετατρέπεται σε σοκ. Έχεις την αίσθηση ότι η συγγραφέας σκάβει κάτω από την επιδερμίδα, ανασκαλεύει, ανακαλύπτει και, με δάκτυλα ματωμένα, φέρνει στην επιφάνεια πράγματα ενοχλητικά, απωθημένα, ανατρέπει στερεότυπα, φωτίζει σκοτεινές περιοχές. Σε κάθε περίπτωση η πιανίστρια δεν είναι ένα βιβλίο «εύκολο». Είναι ένα πολύ σκληρό βιβλίο που σοκάρει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Κάτω από την εικόνα της αυτοκρατορικής Βιέννης, της πρωτεύουσας της μουσικής, της όμορφης πόλης των τουριστικών οδηγών, μας αποκαλύπτεται η Βιέννη των πορνομάγαζων, των μικροαστικών διαμερισμάτων, των φτωχών μεταναστών, των πάρκων που το βράδυ μετατρέπονται σε υπαίθρια ξενοδοχεία του έρωτα.
«Το καραβάνι Έρικα προχωράει. Είναι μια περιοχή που αποτελείται αποκλειστικά από κατοικίες, αλλά όχι από τις καλές. Αργοπορημένοι οικογενειάρχες χώνονται κλεφτά στην πόρτα του σπιτιού, όπου πέφτουν σαν φρικτές σφυριές πάνω στις οικογένειές τους…. Όλο και περισσότερους άνδρες συναντάει στο δρόμο της η Έρικα. Οι γυναίκες εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας στις τρύπες, που εδώ τις λένε διαμερίσματα…. Αντρικά μπουλούκια, ριγμένα σαν σαΐτες, μικρά τσούρμα που έρχονται χωριστά κυνηγημένα και τώρα ορμούν ενωμένα σε μια κάμαρα κάτω από το τραίνο της πόλης, όπου έχει κτιστεί ένα μαγαζί πιπ σόου». [σ.53-55]
Κάτω από την εικόνα της στοργικής μητέρας της ηρωίδας, μας αποκαλύπτεται μια καταπιεστική γυναίκα που μετατρέπει τις ανασφάλειες και τα απωθημένα της σε σωματική και ψυχολογική βία προς τα ευάλωτα μέλη της οικογένειάς της.
«…η κυρία μαμά ονειρεύεται με ουράνια γαλήνη νέες μεθόδους βασανιστηρίων». [σ.15] «Τώρα η μητέρα τριγυρνάει μέσα στο σπίτι με πιο γρήγορο ρυθμό, σαν λύκος, ρίχνοντας κοφτερές ματιές προς τη μεριά του ρολογιού. Σταματάει στο δωμάτιο της κόρης, όπου δεν υπάρχει ούτε προσωπικό κρεβάτι ούτε προσωπικό κλειδί». [σ.162]
«Μόνο αυτή η φιλαρέσκεια. Η καταραμένη φιλαρέσκεια. Η φιλαρέσκεια της Έρικας προκαλεί μπελάδες στη μητέρα και την ενοχλεί σαν αγκάθι στο μάτι. Αυτή η φιλαρέσκεια είναι το μοναδικό πράγμα από το οποίο τώρα πια σιγά σιγά θα έπρεπε να μάθει να παραιτείται η Έρικα. … Κι η ίδια η Έρικα το έχει πάρει πια απόφαση να μη φορέσει ποτέ τα φουστάνια της». [σ.11,14]

Κεντρική ηρωίδα είναι η δασκάλα πιάνου Έρικα Κόχουτ, η οποία κοντεύει τα σαράντα και ζει ακόμη με τη μητέρα της, τη δεσποτική γυναίκα που ηλικιακά θα μπορούσε να είναι γιαγιά της. Η Έρικα ήρθε στον κόσμο ύστερα από είκοσι χρόνια γάμου. Ο πατέρας της τρελάθηκε και οι κυρίες Κόχουτ τον ξεφορτώθηκαν κλείνοντάς τον σε άσυλο. Η μητέρα ελέγχει και ορίζει με καθολικό τρόπο τη ζωή της Έρικας. Θεωρεί την κόρη της ως οιονεί ιδιοκτησία της, σχεδιάζει το μέλλον της, βάζει στόχους και περιορισμούς, κτίζοντας γύρω της μια προστατευτική ζώνη απαγορεύσεων.
«Η μητέρα και η γιαγιά, η γυναικεία ταξιαρχία, θέτουν τα όπλα παρά πόδα, για να την προστατέψουν από τον αρσενικό κυνηγό, που παραμονεύει έξω, και σε περίπτωση ανάγκης να τον επιπλήξουν και να τον προειδοποιήσουν έμπρακτα». [σ.39]
Μεγαλώνοντας σε αυτό το περιβάλλον, η Έρικα αισθάνεται απομονωμένη από τα πάντα και βιώνει με οδυνηρό τρόπο την ενηλικίωσή της. Παρακολουθεί τις συνομήλικές της να παίζουν και να φλερτάρουν ενώ εκείνη, κλεισμένη στο σπίτι, αναγκάζεται να μελετά μουσική. «Η Έρικα είναι ένα έντομο κλεισμένο μέσα σε κεχριμπάρι. Άχρονο, χωρίς ηλικία. Η Έρικα δεν έχει ιστορία και δεν δημιουργεί ιστορίες». [σ.19]. Αποτυγχάνει να γίνει το μουσικό παιδί – θαύμα που ονειρευόταν η μητέρα και περιορίζεται στο ρόλο της δασκάλας. Με το πέρασμα του χρόνου, ξεπερνά τη μητέρα στην περιφρόνηση των ανθρώπων. Ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί αναπτύσσεται μια ευγενής άμιλλα εκδίκησης.

Τις χαρές του έρωτα, που σ’ εκείνη απαγορεύονται, αντικαθιστά με μικρές ευχαριστήσεις πρόκλησης πόνου στους άλλους και στον εαυτό της. Αναζητά διεξόδους σε πορνομάγαζα, κινηματογράφους πορνό και σε πάρκα για ματάκηδες.
«Άλλοτε πάλι χώνεται ανάμεσα στο πλήθος ανθρώπων μουντζουρωμένων από τη δουλειά, χτυπώντας με τη στενή άκρη του οργάνου, του βιολιού ή της πιο βαριάς βιόλας. Όταν το τραμ είναι γεμάτο, όπως στις έξι, μπορείς να σακατέψεις πολλούς ανθρώπους, ακόμα και με ένα σκούντημα. …Μια κυρία που αισθάνεται τον πόνο τόσο βαθιά όσο εσύ, ουρλιάζει ξαφνικά: το καλάμι της, … έχει υποστεί πλήγμα» [σ.20,21]. «Θέλει να διδάξει στον κόσμο τον τρόμο και τη φρίκη». [σ.25]
Οι άνδρες τής ξυπνούν μια λαχτάρα φυγής, που φαίνεται να παραμονεύει βαθιά μέσα της. Έτσι, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο νεαρός μαθητής της Βάλτερ Κλέμερ την ορέγεται, πανικοβάλλεται.
«Η Έρικα αγαπάει τον νεαρό και περιμένει από αυτόν τη λύτρωση. Δεν προδίδει σημάδια αγάπης για να μην ηττηθεί. Η Έρικα θα ήθελε να δείξει αδυναμία, αλλά και να καθορίσει μόνη της τη μορφή αυτής της αδυναμίας της». [σ.221]
«Οι καλοριζωμένες επιδόσεις της στην υπακοή χρειάζονται μεγαλύτερη ένταση! … απαιτεί γραπτώς να τη δεχτεί σαν σκλάβα του και να της αναθέσει αποστολές. [σ.231-2]
Κάτω από την εικόνα της αυστηρής συντηρητικής δασκάλας του πιάνου, που γυρνάει στην ώρα της σπίτι και φροντίζει τη μητέρα της, μας αποκαλύπτει μια έντονα καταπιεσμένη προσωπικότητα, που στερήθηκε τις χαρές της ζωής, μιας ζωής που η μητέρα προγραμμάτισε για εκείνη χωρίς τη θέλησή της και που η πιεσμένη της ενέργεια εκδηλώνεται με βία ενάντια στον εαυτό της και τους άλλους.
«Βγάζει ένα ξυραφάκι μέσα από ένα πακετάκι και το ξετυλίγει προσεκτικά. Το έχει πάντα μαζί της όπου κι αν πηγαίνει. Η λεπίδα γελάει όπως ο γαμπρός στη νύφη». [σ.50]
Ο όμορφος νεαρός Κλέμερ σπουδάζει, αθλείται, μελετάει μουσική, παίζει και φλερτάρει.
«Η γυναίκα τον πρόσβαλε τόσο, γι’ αυτό και την πλήγωσε. Αυτός ο λογαριασμός είναι βέβαια ισοσκελισμένος, αλλά απαιτείται παρ’ όλα αυτά ένα εξιλαστήριο θύμα. Ένα ζώο πρέπει να πεθάνει. … Οι αξόδευτες ορμές γίνονται τώρα μέσα του κακοήθεις εξαιτίας εκείνης της γυναίκας. …Χτυπάει το ξύλο ρυθμικά στο δεξί του πόδι». [σ.268-9,273]. «Περπατώντας αποφασίζει να κοιτάζει τους περαστικούς με αυθάδεια ή υπεροπτικά καταπρόσωπο».[σ.294]

Το βιβλίο προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις. Αυτό που τις συνδέει όλες, το υπόβαθρο του βιβλίου, είναι η βία. Η Γέλινεκ αποκαλύπτει τη αφανή βία της καθημερινότητας που κρύβεται κάτω από ένα κουκούλι κοινωνικών σχέσεων όπου κυριαρχούν ο ατομισμός, η υποκρισία, η μικροαστική μιζέρια. Μιας βίας που εκκολάπτεται από αυτές τις σχέσεις και βγαίνει συχνά στην επιφάνεια με καταστροφικό τρόπο. Περιγράφει, χωρίς συναισθηματισμούς και συχνά με ειρωνικό τρόπο, την παθολογική σχέση μητέρας – κόρης, τις διεξόδους που βρίσκει η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα για να εκφραστεί και τις ακραίες καταστάσεις στις οποίες οδηγούν. Χλευάζει τις κοινωνικές σχέσεις όπου κυριαρχούν ο ατομισμός, ο υπολογισμός, η υποκρισία, η μοναξιά και η αποξένωση.

eirini aivaliwtouΕλφρίντε Γέλινεκ – “Η Πιανίστρια” (αποσπάσματα)
Περισσότερα