Βιβλιοστάτης

Ο Τάσος Λειβαδίτης για τον έρωτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Έρωτας 1

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα

Να σωθούν απ’ τον εαυτό τους

Δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν

Κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε

Σα δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή

Αλλόφρονες, ματωμένοι, βγάλανε μια κραυγή

Σα ναυαγοί, που λίγο πριν ξεψυχήσουν

Θαρρούν πως βλέπουν φώτα

Κάπου μακριά.

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους

Σα δυο μεγάλα ψαροκόκαλα

Ξεβρασμένα στην όχθη

Ενός καινούριου μάταιου πρωινού.

Έρωτας 2

Οι αστράγαλοί σου δυο μικροί, μικροί ανθισμένοι τάφοι
όπου μέσα τους είναι θαμμένη για πάντοτε
η καρδιά μου.

Έρωτας 3

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω στο
γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
Αφού μ’ αγαπούσες.

Έρωτας 4

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, Καστανιώτης)

  • Έργο: Robert Indiana LOVE, 1967
eirini aivaliwtouΟ Τάσος Λειβαδίτης για τον έρωτα
Περισσότερα

Σπάνιο υλικό για τον αρμενιστή ποιητή Νίκο Καββαδία από τον Μιχάλη Γελασάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα
και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα ’χα ζήσει και τα έγραφα
παρ’ όλα αυτά, τότε ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής.»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Οκτώβριος 1974

Νέα σημαντικά στοιχεία για τον Νίκο Καββαδία έρχονται στην επιφάνεια σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ύστερα από πολύχρονη έρευνα του δημοσιογράφου και μελετητή Μιχάλη Γελασάκη, παρουσιάζεται ένας τόμος με ανέκδοτο και αθησαύριστο έργο, άγνωστες συνεντεύξεις του ποιητή, τον ναυτικό του φάκελο, τα καράβια που ταξίδεψε, ανέκδοτη αλληλογραφία, σπάνιες μαρτυρίες, αδημοσίευτες φωτογραφίες, τη σχέση του με τον Γιώργο Σεφέρη και άλλα ευρήματα με επεξηγηματικά κείμενα και σχόλια.

Η έκδοση αυτή εμπλουτίζει και επαναπροσδιορίζει την ανάγνωση και τη μελέτη γύρω από τον «Ιδανικό κι ανάξιο εραστή, των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», ο οποίος παραμένει ένας από τους δημοφιλέστερους και πιο διαβασμένους Έλληνες ποιητές.

Ο μυστηριώδης ανθρωπογεωγραφικός κόσμος του Κόλια, όπως τον έλεγαν οι φίλοι, γίνεται ακόμα πιο συναρπαστικός, με σταθερό φόντο τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς «στην πλάτη της θαλάσσης», όπου μόνη συντροφιά ήταν ο ήχος των μορσικών σημάτων.

***

Ο Μιχάλης Γελασάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1986. Φοίτησε στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του σπούδασε δημοσιογραφία. Διετέλεσε αρχισυντάκτης και διευθυντής του μουσικού περιοδικού Δίφωνο, διευθυντής προγράμματος του ρ/σ Δίφωνο fm και ραδιοφωνικός παραγωγός. Υπήρξε συντάκτης του ένθετου «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, μουσικός επιμελητής του ρ/σ Βήμα fm, αλλά και συνεργάτης στα μουσικά περιοδικά Pop & Rock, Όασις, Μετρονόμος κ.α. Είναι ιδρυτής και διευθυντής σύνταξης της διαδικτυακής μουσικής εφημερίδας Μusicpaper.gr. Κυρίως ο Χρίστος Θεοδώρου αλλά και άλλοι συνθέτες έχουν μελοποιήσει στίχους του, ενώ έχει γράψει τα κείμενα για τη μουσικοθεατρική παράσταση Μυστικά και το λιμπρέτο για τη διασκευή σε μιούζικαλ του έργου Τα μάγια της πεταλούδας του Λόρκα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η – Ε Ρ Ε Υ Ν Α – Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ

Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Νοέμβριος 2018
Αριθμός σελίδων : 456, Τιμή : 19,90 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-337-6

***

Οι Εκδόσεις Άγρα προσκαλούν το κοινό στην παρουσίαση του νέου βιβλίου ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ / ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ / ΑΝΕΚΔΟΤΟ & ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΡΓΟ / ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ / Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΣ / ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ

Εισαγωγή – Έρευνα – Κείμενα
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019, ώρα 20.00 στη Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα)

  • Είσοδος Ελεύθερη

Ομιλητές:
Παντελής Μπουκάλας – ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής
Μαρίνα Καραγάτση – συγγραφέας
Γιώργος Τράπαλης – φιλόλογος, λεξικογράφος
και ο ερευνητής – επιμελητής του τόμου Μιχάλης Γελασάκης

Μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία θα ερμηνεύσουν ο Χρήστος Θηβαίος και ο Κώστας Θωμαΐδης.
Στο πιάνο ο Χρίστος Θεοδώρου

 

Θα προβληθεί σπάνιο βίντεο με τον ποιητή.

 

 

Στίχοι του ποιητή κωδικοποιημένοι σε σήματα μορς θα ακουστούν από τον ασυρματιστή Albert Dennis Dawson (SVIHX), ο οποίος θα μιλήσει για τη ζωή στα φορτηγά πλοία.

***

Περιεχόμενα του βιβλίου:

Πρόλογος του Γιώργου Τράπαλη
Εισαγωγή, Έρευνα και Σχόλια του Μιχάλη Γελασάκη
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Η συνέντευξη στον Φρέντυ Γερμανό
Συνέντευξη στη Δημοκρατική Πορεία της Πάτρας
Συνέντευξη στο περιοδικό Ομορφιά
Η συνέντευξη στην Πανσπουδαστική
Μια συνομιλία για την εφημερίδα «Φιλελεύθερος»
Συνέντευξη στο περιοδικό «Επίκαιρα»
Η άγνωστη και μοναδική τηλεοπτική εμφάνιση του Νίκου Καββαδία
Συνέντευξη στο περιοδικό «Τετράδιο»
Δύο δηλώσεις και η συνέντευξη στην «Καθημερινή» που δεν έγινε
Η τελευταία συνομιλία στο περιοδικό «Γυναίκα»
ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Η απάντηση του Καίσαρα Εμμανουήλ στο ποίημα του Νίκου Καββαδία
Επιστολή από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής
Ναπολέων Λαπαθιώτης: «Σας ευχαριστώ για τα ωραιότατα τραγούδια που λαβαίνω»
Επιστολή του Άγγελου Σικελιανού
Θράσος Καστανάκης: «Λοιπόν, φέρσου καλά»
Μέλπω Αξιώτη προς Τζένια Καββαδία: «Μεγάλος ποιητής ο αλιτήριος και αναντικατάστατος στα ελληνικά γράμματα»
Μάρκος Αυγέρης: «Να είσαι πάντα έτσι θαλερός»
Επιστολή Υπουργείου Πολιτισμού: Απονομή κρατικής χορηγίας
ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ Κ. ΚΑΡΘΑΙΟΥ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Γράμμα στον Νικήτα Ράντο
Γράμμα στον Γλαύκο Αλιθέρση
Επιστολή στον Γιώργο Κοτζιούλα
Σημείωμα στον Άγγελο Σικελιανό
Γράμμα στον Μ. Καραγάτση
Σημείωμα στον Γιώργο Σεφέρη
Δύο γράμματα στη Μάρλεν Πίττα
Ένα γράμμα στην ΤΙΛ (Τζέκα Ιωάννου Λαγωνίκα)
ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗ ΤΣΙΡΚΑ
ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΘΡΑΣΟ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗ
ΑΝΕΚΔΟΤΟ / ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΡΓΟ
ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Το τραγούδι των απελπισμένων, 1927
Άσκοπο Γράμμα (Π.Β., 1928)
Ικεσία (Πέτρος Βαλχάλας, 1928)
Στη Φεβρωνία
Στη Φεβρ.
Αυτοκτονία υπάρχου
ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ο Σχολικός Σάτυρος (4 ποιήματα)
Ένα τραγούδι
Το καραβάνι
Συνομιλία με την αδερφή μου
ΑΝΕΝΤΑΧΤΑ / ΔΙΑΣΠΑΡΤΑ ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ
ΚΡΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ
Κριτική σε δύο βιβλία
Το Θέατρο Ερασιτεχνών Μαριτάνα
Το φιλολογικό 1932 στον Πειραιά
Ποιος φταίει;
Πειραιώτικα ταλέντα – Μία επίδειξις
Ταξιδευμένων καημοί – Με φορτηγά πλοία σε μεγάλες θάλασσες
Άρθρο για τον ζωγράφο John Corbidge
ΟΙ ΔΥΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Η παιδική ζωή του Καββαδία μέσα από τα μάτια της αδερφής του
Τζένια Καββαδία: Νύξεις για μιαν ερμηνεία των στίχων του
Η ανάμνηση της Άλκης Ζέη από τον Κόλια
Η συνάντηση με τη Ζωρζ Σαρή στο «Κορινθία»
Η διορθώτρια και το χειρόγραφο της «Βάρδιας»
H γνωριμία με τον παλαιοβιβλιοπώλη και εκδότη Νότη Καραβία
Κλείτος Κύρου: Το ταβερνάκι σημείο αναφοράς στη φιλία μου με τον Νίκο Καββαδία
Η ανάμνηση του Ηλία Πετρόπουλου και οι τελευταίες φωτογραφίες
ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ
Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ
Απόσπασμα αναφοράς χρόνου Υπηρεσίας
Βεβαιώσεις υπηρεσιών ασυρμάτου
Πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης
Φύλλο ελέγχου προσόντων
Δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β’ τάξεως
Αίτηση για δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Α’ τάξεως
Απόσπασμα ποινικού μητρώου
Πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης
Αιτήσεις Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας στην Ασφάλεια
Πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης
Φύλλο ελέγχου προσόντων
ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ
Η ναυτική του πορεία
Φωτογραφίες των καραβιών
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Καββαδίας – Σεφέρης
Η αντιπαράθεση Μ. Καραγάτση – Κώστα Ουράνη για τον Καββαδία
Τα «ονόματα» του Καββαδία
Τα πρόσωπα στα οποία αφιέρωσε τα ποιήματα (καταγραφή)
Μαρτυρίες και σύντομα βιογραφικά
Μαρτυρία της Νανάς Νταουντάκη για τη συνέντευξή της
Μαρτυρία του Γιάννη Καούνη για τη συνέντευξη της Πανσπουδαστικής
Σύντομα βιογραφικά
Βιβλιογραφία
Ευχαριστίες

 

eirini aivaliwtouΣπάνιο υλικό για τον αρμενιστή ποιητή Νίκο Καββαδία από τον Μιχάλη Γελασάκη
Περισσότερα

Ανδρέας Παπανδρέου. Οι 3.000 ώρες αγωνίας της ζωής του, όπως τις είδε ο Δημήτρης Καρανικόλας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Ο Ανδρέας Παπανδρέου γεννήθηκε την 5η Φεβρουαρίου 1919 στη Χίο. Πέθανε στην Εκάλη στις 23 Ιουνίου 1996. Έζησε δηλαδή 77 χρόνια. Από αυτά 123 ημέρες ήταν οι πιο συγκλονιστικές. Από τη Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 1995 μέχρι και την Πέμπτη 21η Μαρτίου 1996.

3.000 ώρες αγωνίας που έχουν καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια στο ημερολόγιο ενός δημοσιογράφου. 3.000 ώρες αγωνίας μέσα σε 282 σελίδες.

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καρανικόλας, ρεπόρτερ στην εφημερίδα «Έθνος», κάλυψε αυτό το πολιτικό γεγονός και λίγους μήνες αργότερα παρέδωσε στην ιστορία το βιβλίο με τον τίτλο «Το ημερολόγιο ενός δημοσιογράφου: 3.000 ώρες αγωνίας».

Ο Καρανικόλας είχε την τύχη να ζήσει από κοντά όλα όσα συνέβησαν τότε στο «Ωνάσειο». Εμείς έχουμε την τύχη να έχουμε στα χέρια μας αυτό το βιβλίο που περικλείει μόνο αλήθειες και ασφαλώς είναι χρήσιμο για τον ιστορικό του παρόντος και του μέλλοντος.

 

***

 

«ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ»…

 

Όμως για τον Δημήτρη Καρανικόλα και το βιβλίο του είναι καλύτερα να δούμε εδώ τον πρόλογο που είχε γράψει στο βιβλίο ο αείμνηστος δημοσιογράφος Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος.
«Είναι γοητευτικό επάγγελμα η δημοσιογραφία. Μέχρι και μαγικό καμιά φορά. Ίσως το μοναδικό που σου δίνει την αίσθηση πως ζεις μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, πως δεν βρίσκεσαι στο περιθώριο της ζωής, αλλά στο κέντρο της, πως παρακολουθείς και βιώνεις από κοντά καταστάσεις κι εξελίξεις.

Ο Δημήτρης Καρανικόλας, την εποχή του «Ωνασείου» καταγράφει λεπτό προς λεπτό όλα τα γεγονότα.

Αλλά είναι και δύσκολο. Απαιτητικό. Το ίδιο με ζηλιάρα γυναίκα. Γιατί τα θέλει όλα. Μέχρι και την προσωπική σου ζωή καμιά φορά. Που δεν μπορείς να την ελέγξεις, να την προγραμματίσεις και να την κατευθύνεις, γιατί εκείνο που αποφασίζει τελικά για σένα είναι το κυνήγι της είδησης, η ανάγκη να βρίσκεσαι την κατάλληλη στιγμή εκεί που διαμορφώνονται τα γεγονότα, εκεί που, καμιά φορά γράφεται η Ιστορία.
Όπως στο «Ωνάσειο», για παράδειγμα, εκείνους τους τέσσερις μήνες της νοσηλείας του Ανδρέα Παπανδρέου. Που, εκτός των άλλων, ήταν μια περίοδος δοκιμασίας για μας τους δημοσιογράφους. Και που – κακά τα ψέματα – δεν τα πήγαμε και τόσο καλά. Αλλά όχι με αποκλειστικά με δική μας ευθύνη. Γιατί η καθημερινή, συστηματική και υστερόβουλη παραπληροφόρηση υπήρχε, και η ανάγκη κάλυψης ενός απίστευτα μεγάλου τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού χρόνου πίεζε για μετάδοση πληροφοριών που καμιά φορά διαμορφώνονταν πρόχειρα και ανεύθυνα, αλλά και γιατί τα διάφορα πολιτικά παιχνίδια οδηγούσαν σε μεταδόσεις στοιχείων που, αν δεν ήταν κατασκευασμένα, ήταν τουλάχιστον ανεπιβεβαίωτα.
Σ’ αυτό το δύσκολο τετράμηνο υπήρξαν και αρκετοί δημοσιογράφοι που στάθηκαν με σεβασμό και ευθύνη τόσο απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίζονταν, όσο και απέναντι του αναγνωστικού κοινού που είχαν το χρέος να ενημερώνουν. Κι ένας απ’ αυτούς είναι και ο Δημήτρης Καρανικόλας, που είχε την ιδέα να καταγράψει μέρα προς μέρα όσα έζησε αυτούς τους τέσσερις μήνες στη σκηνή και στους διαδρόμους του «Ωνασείου», βιώνοντας απ’ όσο πλησιέστερα γινόταν τον αγώνα ενός μεγάλου πολιτικού να κρατηθεί στη ζωή, την προσπάθεια των εκπροσώπων του Τύπου να μαθαίνουν τι ακριβώς συνέβαινε και τις μεθοδεύσεις ορισμένων που επιχειρούσαν να πλασάρουν τη δική τους «αλήθεια».

Οι δημοσιογραφικές μαρτυρίες έχουν πάντα μια ιδιαίτερη αξία, όταν συμβαίνει να καταγράφονται ψυχρά, αντικειμενικά, αποστασιοποιημένα. Κι αυτό ισχύει πολύ περισσότερο όταν αφορούν σημαντικές πολιτικές στιγμές, όπως το τετράμηνο του «Ωνασείου». Η προσπάθεια του φίλου και συναδέλφου Δημήτρη Καρανικόλα ανταποκρίνεται και στις δύο αυτές προϋποθέσεις. Γι’ αυτό κι αποτελεί πολύτιμη δημοσιογραφική προσφορά προς όσους θέλουν να γνωρίζουν τι έγινε, από ποιους έγινε και με ποιους επιχειρήθηκε να γίνει, την ώρα που ο άρρωστος ηγέτης έδινε τον αγώνα της ζωής, στο «Ωνάσειο».

 

***

 

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

 

Ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου (Χίος 5 Φεβρουαρίου 1919 – Εκάλη 23 Ιουνίου 1996) ήταν πρόεδρος και ιδρυτής του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ) και αργότερα του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), του οποίου η ιδρυτική διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη 1974 συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση». Διετέλεσε πρωθυπουργός τις περιόδους 1981-1989 και 1993-1996. Ήταν γιος του επίσης πρώην πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος ήταν γνωστός και ως «Γέρος της Δημοκρατίας». Μητέρα του ήταν η Σοφία Μινέικο, κόρη του Πολωνού Ζίγκμουντ Μινέικο. O γιος του Γεώργιος Α. Παπανδρέου ήταν από το 2004 έως το 2012 πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός της Ελλάδας από το 2009 ως τις 11 Νοεμβρίου 2011.

 

ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

Τα ντοκουμέντα που περιέχονται στις 282 σελίδες, εμπλουτίζονται με πολυσέλιδο αλφαβητικό «Ευρετήριο ονομάτων». Παράλληλα υπάρχει το χρονικό της νοσηλείας. Επίσης μελετώντας το βιβλίο θα θυμηθούμε ποιοι ήταν οι γιατροί του Προέδρου, δικοί μας και ξένοι. Το πώς είδε ο ξένος Τύπος την ασθένεια, την παραίτηση και την έξοδό του από το «Ωνάσειο» και πολλά άλλα στοιχεία της ιστορικής εκείνης περιόδου. Επίσης θα διαβάσουμε την αποχαιρετιστήρια νεκρολογία του Γεωργίου Α. Παπανδρέου στον πατέρα του.

 

***

 

Ο Δημήτρης Καρανικόλας σήμερα, το 2019, πάντα μάχιμος στο Τμήμα Ειδήσεων της ΕΡΤ.

 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

Ο Δημήτρης Καρανικόλας γεννήθηκε στον Άλιμο, το 1961. Είναι παντρεμένος με την Αμαλία Κοντορούση και έχουν δύο παιδιά, την Ελένη και τον Γιώργο. Οι γονείς του, Γιώργος Καρανικόλας και Ελένη Στεφανίδου είχαν πολυετή συμμετοχή και προσφορά στους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά και αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών. Υπήρξαν οι εμπνευστές και ουσιαστικοί ιδρυτές της Θουκυδιδείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αλίμου, στην οποία δώρισαν μεγάλο μέρος της προσωπικής τους βιβλιοθήκης.

Από το 1981, ασκεί το λειτούργημα του δημοσιογράφου, ενώ από το 1995 μέχρι σήμερα εργάζεται στην ΕΡΤ. Έχει εργαστεί στις εφημερίδες: «Έθνος», «Έθνος της Κυριακής», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Αυριανή», «Εξόρμηση», «Η Βραδυνή», «Ημερησία». Επίσης στα περιοδικά: «Εικόνες», «Σύγχρονη γυναίκα», «Τέχνη και πολιτισμός», «Το παιδί μου κι εγώ». Στα ερτζιανά: Δίαυλος 10, Ράδιο Κύκλος, John Greek, Captain Jack και στους Κρατικούς ραδιοφωνικούς Σταθμούς των Ιωαννίνων και της Λάρισας.

Εντάχθηκε στη διδακτική κοινότητα, του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα όπου δίδαξε ως καθηγητής δημοσιογραφίας.

Τιμήθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, για τον τρόπο γραφής και προσέγγισης των κοινωνικών θεμάτων.
Ασχολήθηκε με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Εξελέγη Δημοτικός Σύμβουλος στον δήμο Αλίμου (1994, 1998, 2002 και 2006).

 

***

 

Δημήτρη Γ. Καρανικόλα. «Το ημερολόγιο ενός δημοσιογράφου: 3.000 ώρες αγωνίας». Εκδόσεις Θουκυδίδης, Τηλέφωνα: 210-98.10.531 και 210-36.35.413.

Παναγιώτης ΜήλαςΑνδρέας Παπανδρέου. Οι 3.000 ώρες αγωνίας της ζωής του, όπως τις είδε ο Δημήτρης Καρανικόλας
Περισσότερα

Απόσπασμα από το βιβλίο: Στα Μυστικά του Βάλτου, της Πηνελόπης Δέλτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ήταν νύχτα ακόμα του Σαββάτου, πριν ξημερώσει η Κυριακή, όταν, παίρνοντας μαζί του τρεις τέσσερις οδηγούς, ξεκίνησε ο Άγρας για το δάσος. Λυπημένα, γεμάτος κακές προαισθήσεις, τον κοίταζε ο καπετάν Τυλιγάδης, που ετοιμάζουνταν. Τον είχε συνοδεύσει από την Κούγκα, με την ελπίδα να τον σταματήσει. Μα δεν το επιχειρούσε πια. Του είχε δηλώσει ο Άγρας πως είχε πάρει απόφαση. Και τον ήξερε τον αρχηγό του πως μιας και πήρε μιαν απόφαση, δεν τον άλλαζε πια κανείς. Και του είπε μόνο, ως τελευταία παράκληση:
– Πάρε με μαζί σου, κύριε Αρχηγέ, και τον Μιχάλη, και τον Βαγγέλη, και τον Χρήστο, για πιο ασφάλεια.
Μα τον διέκοψε ο Άγρας, και του είπε με το ανοιχτόκαρδο αγορίστικο χαμόγελο του, που δεν υποψιάζουνταν ποτέ κακία στους άλλους.
– Μια από τις συμφωνίες μας είναι να πάμε, και αυτός κι εγώ, χωρίς τα παιδιά μας. Γιατί να τον πληγώσω,δείχνοντας του δυσπιστία;
– Τουλάχιστον, πάρε τ’ όπλο σου, κύριε Αρχηγέ!
– Αυτό ναι. Και το περίστροφο μου και τουφέκι μου. Αυτά είναι καλό να τα έχω πρόχειρα.
Και άφησε παραγγελία στον υπαρχηγό του:
– Φυλάγετε καλά τα περίχωρα, μη μας κάνουν καμιά μπαμπεσιά όσο λείπω. Βούλγαροι είναι αυτοί
– Και πας έτσι, μονάχος σου, ξέροντας την κακοπιστία τους; έκανε ταραγμένος ο καπετάν Τυλιγάδης.
Ο Άγρας σήκωσε τους ώμους του.
– Εγώ είμαι ένας… Αξίζει να το ριψοκινδυνεύσω για να επιτύχω τον ιερό σκοπό μου. Τα χωριά όμως μην πάθουν! Έχετε το νου σας!

Κι έφυγε με τους οδηγούς του, ακολουθώντας τον πιστό του Τώνη Μίγγα, που γνώριζε όλο το Βέρμιο και τα δάση του σα να ήταν σπίτι του, και που τον οδηγούσε πάντα, σε όλες του τις περιοδείες, από τότε που είχε αφήσει το Βάλτο και είχε αναλάβει τη Νιάουσα και την περιοχή της. Το μέρος της συναντήσεως ήταν μες στο δάσος, δυτικά από τη Νιάουσα, στη θέση Γαβράν – Καμίνι. Ήταν πρωί, νωρίς, ολοπράσινο το δάσος, δροσερή η ιουνιάτικη μέρα, λουλουδιασμένο το χώμα, πυκνοφυλλωμένα τα δέντρα, χλωρά τα χαμόδεντρα και οι φτέρες.
Πήγαινε ο Άγρας ανάμεσα στους οδηγούς του, σοβαρός, γυρνώντας στο νου του τη συνάντηση του με το Βούλγαρο οπλαρχηγό, ετοιμάζοντας τα λόγια που θα του έλεγε, για να του μεταδώσει την πίστη και τον ενθουσιασμό του. Κουτός δεν ήταν ο Άγρας, ούτε μωροπίστευτος. Ήξερε πολύ καλά σε ποια περιπέτεια είχε μπει, τι κινδύνους διέτρεχε. Και είχε ζυγίσει όλα τα υπέρ και όλα τα κατά. Μπορούσε ν? αποτύχει βέβαια, μα μπορούσε και να τους πάρει μαζί του. Αν ήταν ειλικρινείς ο Βούλγαρος Ζλατάν και ο Ρουμούνος Βασιλείου, οι δυο αρχηγοί με τους οποίους είχε συνεννοηθεί, η πολιτική του θα ήταν ευεργετική. Μα αν δεν ήταν;… Αν δεν ήταν, το ήξερε τι τον περίμενε. Μα το είχε αποφασίσει. Θα ήταν μαρτυρικός ο θάνατος του. Το ήξερε. Και το
δέχουνταν. Πήγαινε με μιαν ιδέα, μια μεγάλη κι ευεργετική ιδέα, να πείσει τους αιμοβόρους Βουλγάρους να παύσουν το αλληλοφάγωμα, να ησυχάσει τον τόπο, να γλιτώσει τους πολυβασανισμένους πληθυσμούς. Αν επιτύχαινε το σκοπό του, θα παρέδιδε μεθαύριο στον καπετάν Αμύντα ειρηνεμένη την περιοχή του, ήσυχη πια την περιφέρεια της Νιάουσας. Και κοντά στη Νιάουσα, θα φιλοτιμούνταν και οι άλλοι οπλαρχηγοί, Έλληνες και Βούλγαρο – Ρουμούνοι, να συμφιλιωθούν, ν’ αγαπήσουν, να συνεργαστούν στην απελευθέρωση της αιματοβαμμένης, πολυτυραννισμένης Μακεδονίας. Αν αποτύχαινε…

– «Τι είναι ένας άνθρωπος εμπρός σ’ ένα τέτοιο μεγάλο όνειρο;» έλεγε μέσα του. Και με φουσκωμένη την καρδιά από πίστη και θέληση να νικήσει, τραβούσε το δρόμο του, το κεφάλι ψηλά, τα μάτια φορτωμένα σκέψη κι ελπίδα, άφοβος, αποφασισμένος ή να νικήσει ή να πέσει στην προσπάθεια του αυτή. «Μια φορά θα πεθάνει
κανείς. Και ο Ιησούς για μια πίστη μαρτύρησε…»
Ο Τώνης Μίγγας που πήγαινε μπροστά, κοντοστάθηκε, ακροάστηκε, και γύρισε ανήσυχος.
– Τι στέκεσαι λοιπόν; ρώτησε ζωηρά ο Άγρας. Φθάσαμε;
– Όχι. Μα κάτι άκουσα μες στα κλαριά, πίσω μας. Τ’ ακούσατε μήπως κι εσείς, παιδιά; ρώτησε τους άλλους οδηγούς.
– Κάτι περπατάει, είπε ο ένας· κανένα αγρίμι ίσως…
– Μας ακολουθάει… Αγρίμι ακολουθάει ανθρώπους; ρώτησε ο Τώνης.
Ο Άγρας γέλασε.
– Εμείς πηγαίνομε στους Βουλγάρους, που είναι μπροστά μας, είπε αμέριμνα, και συ σκοτίζεσαι για το τι είναι πίσω μας;
– Μα αν μας ακολουθούν;
– Και ύστερα; Μπροστά μας είναι ο αντίπαλος! Άιντε, Τώνη, μην είσαι λαγόκαρδος. Αλλωστε, δεν ακούω τίποτα. Τράβα μπρος!…

Και ξανάρχισαν την πορεία τους. Έφθασαν στο σημείο της συναντήσεως. Μα αντί τον Ζλατάν, δε βρήκαν παρά δυο Βουλγάρους οπλισμένους, κομιτατζήδες, που, καθισμένοι χάμω, τους περίμεναν. Σαν είδαν τον Άγρα και τους οδηγούς του, σηκώθηκαν και τους σίμωσαν.
– Πού είναι οι άλλοι άντρες σου, καπετάν Άγρα; ρώτησαν, κοιτάζοντας με δυσπιστία προς το μέρος απ’ όπου είχε έλθει ο Άγρας με τους οδηγούς του.
– Δεν έφερα άντρες μαζί μου, αποκρίθηκε ακατάδεχτα ο Άγρας. Συμφωνία μου με το βοεβόδα Ζλατάν ήταν να έλθομε και οι δυο μονάχοι. Μα πού είναι ο Ζλατάν; Γιατί δεν είναι δω;
Οι δυο κομιτατζήδες αντάλλαξαν μια ματιά, και με κολακείες και καλά λόγια τον προσκάλεσαν να καθίσει να ξεκουραστεί.
– Δεν έχω ανάγκη από ξεκούραση, αποκρίθηκε ο Άγρας. Ήλθα να δω τον Ζλατάν, και ο Ζλατάν δεν είναι δω. Γιατί; Τι περιμένει για να έλθει;
Μπερδεμένος, μπουρδουμπίζοντας, άρχισε ο ένας Βούλγαρος να δίνει εξηγήσεις. Μα ο δεύτερος τον διέκοψε.
– Πώς να έλθει ο βοεβόδας μόνος και άοπλος εδώ, όταν οι Έλληνες αντάρτες είναι τόσο κοντά; ρώτησε.
– Έλληνες αντάρτες; Είμαι μόνος με τούτους μου τους οδηγούς, αποκρίθηκε ο Άγρας.
– Και το σώμα σου; Ένα μέρος δεν είναι στη Νιάουσα; Και άλλο δε φυλάει κατά το Παλιοχώρι; Και άλλοι άντρες δεν είναι σκορπισμένοι εδώ κι εκεί, γύρω μας; Μια πιστολιά να ρίξεις, θα ορμήσουν όλοι να αιχμαλωτίσουν το βοεβόδα!…
Με οργή τον διέκοψε ο Άγρας.
– Είστε άτιμοι και δόλιοι εσείς, και κατά τον εαυτό σας κρίνετε τους αντιπάλους σας! αποκρίθηκε. Εγώ ένα λόγο έχω, και το λόγο μου τον έδωσα του Ζλατάν, να έλθω μόνος να συνεννοηθώ μαζί του. Εκείνος γιατί δεν ήλθε; Πού είναι;
– Ήλθε. Μα μας ειδοποίησαν πως σώματα ελληνικά φυλάγουν γύρω στο δάσος. Κι έμεινε παραπέρα, όπου σε περιμένει.
– Παραπέρα, ε;… Σε μέρος ασφαλισμένο, ε;… είπε κοροϊδευτικά ο Άγρας. Πηγαίνετε με, λοιπόν, εκεί που κρύβεται. Δεν τον φοβούμαι εγώ. Ελληνομακεδόνας εγώ, δε φοβούμαι να περιδιαβάσω τα βουνά και τους λόγγους μας, να συνεννοηθώ με άλλο Μακεδόνα, ας είναι και αντίπαλος! Οδήγα μας εσύ. Σε ακολουθούμε!
Και ξαναπήραν το δρόμο τους, προς το βορινό βάθος του δάσους.

Ο Τέλλος Άγρας

Πηγαίνοντας, ρωτούσε ο Άγρας:
– Τι είστε σεις;
Ο ένας ήταν Βούλγαρος, δε ζητούσε παρά ειρήνη, ησυχία, να δουλέψει λέγει, το χωράφι του, ν’ αφήσει το τουφέκι του στη μπάντα, να το χαρίσει μακάρι, να μην το δει πια! Ο άλλος, Ρουμούνος, είχε νοσταλγήσει λέει, το λιβάδι του, τα πρόβατα του, τα παιδιά του.

Αχ, να ησύχαζε το αλληλοφάγωμα! «Ναι, να ησύχαζε…» σκέφτηκε ο Άγρας. «Να το ‘θελαν ειλικρινά ο Ζλατάν και οι άλλοι!… Τι ευλογία για τον τόπο!».

Κάτι πίσω του τσάκισε, μια πέτρα κύλησε σε κάποια χαράδρα. Αφηρημένος γύρισε ο Άγρας το κεφάλι. Αντάμωσε το ανήσυχο βλέμμα του Τώνη, και του γέλασε μ? ένα νεύμα που έλεγε: «Δε βαριέσαι!». Μα είχε ακούσει και ο Ρουμούνος, και τρομαγμένος γύρισε και αυτός.
– Φοβάσαι τις αλεπούδες; ρώτησε κοροϊδευτικά ο Άγρας, δείχνοντας μια φουντωτή κόκκινη ουρά, που διασχίζε τις φτέρες και χάνουνταν βιαστικά πίσω από κάτι χαμόδεντρα.
Και γελώντας όλοι ξαναπήραν πάλι το δρόμο τους. Περπατούσαν ώρα. Έφθασαν σ’ ένα ξέφωτο. Στάθηκαν, και ο ένας σφύριξε συνθηματικά. Τότε, από μέσα από τα δέντρα βγήκαν ένα δυο άντρες, και πίσω τους,διστακτικά, ένας κοκκινόξανθος με άνισα μάτια, κρατώντας τουφέκι και οπλισμένος ως τα δόντια. Τον φώναξε ο Άγρας:

.
– Βοεβόδα Ζλατάν, γιατί κάνεις τόσες δυσκολίες για να ‘ρθεις; ρώτησε. Σου είπα πως θα ?ρθω μόνος. Τι φοβάσαι;
Τα πονηρά μάτια του Βουλγάρου έψαχναν στα γύρω και πίσω από την άδεντρη φεξάδα. Αργά σίμωσε και πήρε το τεντωμένο χέρι του Άγρα.
– Εσένα δε σε υποψιάζομαι, του αποκρίθηκε. Ξέρω πως θέλεις αδελφικά να συνεργαστούμε, και αγαπημένοι πια να ζήσομε. Μα τους άντρες σου, πού τους άφησες;
– Δε σου είπα πως θα ?ρθω μόνος; Μόνος ήλθα. Τι θες εσύ τόσους αρματωμένους γύρω σου;
Ο Ζλατάν γέλασε.
– Δεν είναι τίποτα αυτοί, είπε· είναι βίγλες, έτσι, για τον τύπο. Εγώ σε περιμένω, και σου έχω και τραπέζι, με άλλους βοεβόδες, τον Κασάπτσε, τον Βασιλείου και άλλους. Έλα να φάμε μαζί ψωμί και αλάτι, και να ξεχάσομε τα περασμένα.
– Πού είναι οι άλλοι βοεβόδες; ρώτησε ο Άγρας, με μια ματιά ολόγυρα.
– Εκεί που στριφτεί το μονοπάτι, πίσω από το λόφο. Σου στρώσαμε τραπέζι στο χορτάρι. Μα άφησε δω το τουφέκι σου, ν? αφήσω κι εγώ το δικό μου, πάμε σαν αδέλφια που ξέκαναν από έχθρητα…
– Πάμε, είπε γελαστά ο Άγρας, ακουμπώντας σ’ ένα δέντρο του τουφέκι του, πλάγι στο τουφέκι και τα πιστόλια του Ζλατάν.

Με τα δυο του χέρια έσπρωξε πίσω τα πυκνά καστανά του μαλλιά, κι έκανε ν’ ακολουθήσει τον Ζλατάν στο στρίψιμο του μονοπατιού. Από ένα βράχο πλάγι του, στην πλαγιά μιας ρεματιάς, μια παιδική φωνή έσχισε τον αέρα:
– Μην πας, Κύριε Αρχηγέ! Μην πας!…
Την ίδια στιγμή, οι δυο οπλισμένοι Βούλγαροι του έπεσαν στις πλάτες, τον έπιασαν. Τους τίναξε ο Άγρας από πάνω του, και άρπαξε το περίστροφο του. Μα άλλοι τέσσερις, κρυμμένοι μες στα δέντρα, του ρίχθηκαν από πίσω, του έστριψαν τα χέρια, και το περίστροφο έπεσε στο χώμα.
– Κύριε Αρχηγέ!…

Γύρισε ο Άγρας και είδε το μικρό παιδικό σώμα του Γιωβάν, που ξεσηκώνουνταν από μέσα από πυκνές φτέρες, κι έκανε να τρέξει στο πεσμένο περίστροφο. Μα ένας Βούλγαρος τον πέταξε χάμω, και με μια κλωτσιά τον κατρακύλησε πάνω από το βράχο, ένα κουβαράκι, ως κάτω στη χαράδρα, όπου έμεινε ακίνητος. Είχε προφθάσει να τον δει ο Άγρας. Το βλέμμα του το καστανό είχε διασταυρωθεί με του παιδιού, του είχε στείλει ένα τελευταίο «Έχε γειά!», φορτωμένο θλίψη και σκέψη. Και είδε το σωματάκι, που κουτρουβαλούσε στις πέτρες.
– Γουρούνια! είπε στους Βουλγάρους, που τον κρατούσαν. Τι σας έφταιξε το μικρό;

Γύρω του το πανηγύρι ξέσπασε τότε. Με αλαλαγμούς και ξεφωνητά ξεφύτρωναν από παντού Βούλγαροι και Ρουμούνοι, έπιαναν τους οδηγούς, φώναζαν, γελούσαν.
– Πιάστηκε το θηρίο!
– Πιάσαμε τον Αρχηγό των Γρεκομάνων!
– Θάνατο στο θανάσιμο εχθρό!
– Σφάξτε τον!
– Σουβλιστέ τον!
– Ξεκοιλιάστε τον!
Ο Ζλατάν σταμάτησε τα βγαλμένα μαχαίρια.
– Στα χωριά! φώναξε. Τα χωριά να τον δουν πρώτα!
– Ναι! Στα χωριά! Στα χωριά να τον σεριανίσομε!
Ένας ψηλός, μεγαλόσωμος, χοντροκομμένος, με ασπρουλιάρικο, μωρουδιακίστικο, σα φουσκωμένο, μούτρο, σίμωσε, και με το δάχτυλο έσπρωξε το πηγούνι του Άγρα.
– Με θυμάσαι, παλιορωμιέ; ρώτησε. Και τον έφτυσε καταπρόσωπο.
Πέταξε πίσω το κεφάλι του ο Άγρας και ξέφυγε τη φτυσιά.
– Σε θυμούμαι, κακόπιστε Βασιλείου! Σε θυμούμαι, Ρουμούνε κάλπικε! είπε περιφρονητικά. Θυμούμαι το ξεθωριασμένο σου μούτρο, που βρωμά ψευτιά και προδοσία! Το στόμα σου, που μιαν αλήθεια δεν ξεστόμισε ποτέ!…
Βροχή έπεσαν οι κοντακιές απάνω του. Έκανε ο Βασιλείου να τον χτυπήσει. Βασταγμένος όπως ήταν ο Άγρας, του τράβηξε μια κλωτσιά στα σκέλια, τον έριξε κάτω.
– Παλιορουμούνε, άναντρε! Που μου ‘κανες το φίλο, τάχα πως μεσίτευες να μου φέρεις και τον Κασάπτσε!… γρύλισε μες στα δόντια του ο αιχμάλωτος αντάρτης.
– Βγάλτε του τα παπούτσια! φώναξε κάποιος.
– Ναι! Να μας κάνει την αρκούδα! Να χορέψει! είπε άλλος. Με μια τιναξιά ελευθέρωσε το χέρι του ο Άγρας και κατέβασε την ξανάστροφή του στο στόμα του Βουλγάρου.
– Δέστε τον! διέταξε ο Ζλατάν. Τον έδεσαν πισθάγκωνα.
– Γιατί τον κάνετε έτσι; ρώτησε τρέμοντας ένας από τους οδηγούς.
Ο Ζλατάν τον πλησίασε.
– Φύγετε σεις! είπε. Δε σας θέλομε κακό!
Κι επειδή δίστασε αυτός, πρόσθεσε ο Ζλατάν:
– Ούτε του αρχηγού σας δε θέμε το κακό! Είναι άγριος και θέλει καλόπιασμα. Μα φύγετε σεις, πάτε να πείτε στους δικούς σας, πως αύριο θα φέρω εγώ τον αρχηγό σας πίσω! Πάτε!
Τους άφησαν όλους ελεύθερους. Κι ένας ένας έφυγαν. Μόνος ο Μίγγας έμεινε.
– Φύγε και συ! του είπε ο Ζλατάν.
Μα μ’ επιμονή αργοκούνησε ο Τώνης Μίγγας το κεφάλι.
– Δεν αφήνω τον Αρχηγό, είπε.
– Δέστε τον λοιπόν και αυτόν! πρόσταξε ο Ζλατάν.
Και κρυφά έδωσε μια διαταγή σ’ έναν από τους άντρες του.
– Να πας να ξεσηκώσεις τους Τούρκους! Να τους πεις πως γύρω στο δάσος τα Γρεκομάνικα σώματα πιέζουν τα χωριά. Να τους σκορπίσουν – μη μας μυριστούν και μας ριχθούν!…

***

Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το 1874 και ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε δύο μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, τον γνωστό «Τρελαντώνη» του ομώνυμου βιβλίου της. Το βιβλίο της «Στα μυστικά του βάλτου» γράφτηκε το 1937 και η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατά την οποία τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά έφυγε από τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί άλλες δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τετράγωνο η βιογραφία της, από τη Μίτση Πικραμένου, με τίτλο «Η κυρία με μαύρα».

eirini aivaliwtouΑπόσπασμα από το βιβλίο: Στα Μυστικά του Βάλτου, της Πηνελόπης Δέλτα
Περισσότερα

Μανόλης Αναγνωστάκης – Αισθηματικό διήγημα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005) – Αισθηματικό διήγημα

Στον Κώστα Κουλουφάκο.

Ο πατέρας του του ’λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμαίικο…»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιός τα θυμάται…)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το ’δωσε ο μεγάλος αδερφός

Επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
Ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός κατόπιν ιδιαίτερος
Σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
Είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά

Μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
—Είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο πολύ τα πράγματα να σφίγγουν—
Πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ για να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα ’σωζε τότε το ρωμαίικο
Εδώ δεν το ’σωσε ο… ή ο… μη λέμε τώρα ονόματα,

Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί,
Χωθήκαμε στην οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες,
Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα
(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες και δεν το ξέρω,
Κι η ζωή θέλει σκληρότητα —μένα μού λες— και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και τώρα
Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απόξω
(Έτσι χοντρά χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως
—όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως—
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος

Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα
Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του «… γιά θυμήσου».
(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγματα που τα ξέρετε όλοι
Που τα ’πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν πολύ καλύτερα από μένα
Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδιαφέρον σας

  • Έργο: Roy Lichtenstein

 

eirini aivaliwtouΜανόλης Αναγνωστάκης – Αισθηματικό διήγημα
Περισσότερα

Luigi Pirandello – Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες (Αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η σύζυγός μου και η μύτη μου

«Τι κάνεις;», με ρώτησε η σύζυγός μου, βλέποντάς με να χασομερώ με ασυνήθιστο τρόπο μπροστά στον καθρέφτη.
«Τίποτα», της αποκρίθηκα, «κοιτάζω εδώ, μες στη μύτη μου, σ’ αυτό το ρουθούνι. Όταν το πιέζω, αισθάνομαι ένα πονάκι.»
Η σύζυγός μου χαμογέλασε και είπε:
«Νόμιζα ότι κοίταζες από ποια πλευρά κλίνει.»
Γύρισα σαν τον σκύλο που του πάτησε κάποιος την ουρά:
«Κλίνει; Εμένα; Η μύτη μου;»
Και η σύζυγός μου, με ηρεμία:
«Μα ναι, καλέ μου. Κοίταξέ την καλά: κλίνει προς τα δεξιά.
Ήμουν είκοσι οχτώ χρόνων και ανέκαθεν μέχρι τότε θεωρούσα τη μύτη μου, αν όχι ακριβώς ωραία, τουλάχιστον πολύ ταιριαστή όπως κι όλα τ’ άλλα μέρη τού σώματός μου. Γι’ αυτό μού ήταν εύκολο να παραδέχομαι και να υποστηρίζω εκείνο που συνήθως παραδέχονται και υποστηρίζουν όλοι αυτοί που δεν είχαν την ατυχία να τους τύχει ένα κορμί δύσμορφο: ότι δηλαδή είναι βλακώδες να καυχιούνται για τα χαρακτηριστικά τους. Γι’ αυτό η ξαφνική και αναπάντεχη ανακάλυψη εκείνου του ελαττώματος με εξόργισε σαν μια τιμωρία που δεν μου άξιζε.
Μάλλον η σύζυγός μου, σ’ εκείνη την οργή μου, είδε πολύ πιο μέσα από εμένα και πρόσθεσε αμέσως ότι, αν είχα επαναπαυτεί μες στη σιγουριά ότι ήμουν ολόκληρος χωρίς ψεγάδια, να το έβγαζα μια και καλή απ’ το μυαλό μου, αφού, όπως έκλινε η μύτη μου προς τα δεξιά, έτσι…
«Τι άλλο;»
Ε, διάφορα! Διάφορα! Τα φρύδια μου έμοιαζαν πάνω απ’ τα μάτια μου σαν δυο περισπωμένες, ~ ~, τ’ αφτιά μου ήταν άσχημα κολλημένα, το ένα πιο πεταχτό απ’ τ’ άλλο· και διάφορα ελαττώματα…
«Κι άλλα;»
Ε, ναι, κι άλλα: στα χέρια, στο μικρό δάχτυλο· και στα πόδια (όχι, στραβά, όχι!), το δεξί, ελάχιστα πιο τοξωτό απ’ τ’ άλλο: προς το γόνατο, ελάχιστα.
Έπειτα από έναν προσεχτικό έλεγχο έπρεπε ν’ αναγνωρίσω ότι όλ’ αυτά τα ελαττώματα ήταν αληθινά. Και τότε μονάχα, αφού βέβαια είχε αλλάξει η έκπληξη που ένιωσα αμέσως μετά την οργή σε λύπη και ταπείνωση, η σύζυγός μου για να με παρηγορήσει με παρότρυνε να μην θλίβομαι και τόσο, αφού ακόμη και μ’ αυτά, σε γενικές γραμμές, παρέμενα ένας ωραίος άντρας.
Φυσικά να μην εξοργιζόμαστε, όταν δεχόμαστε ως γενναιόδωρη παραχώρηση εκείνο που πρωτύτερα ως δικαίωμα μας το είχαν αρνηθεί. Πέταξα ένα φαρμακερότατο «ευχαριστώ» και, σίγουρος ότι δεν είχα λόγο ούτε να λυπάμαι ούτε να ταπεινώνομαι, δεν έδωσα καμία σημασία σ’ εκείνα τα ελαφρά ελαττώματα, μα μια τεράστια και ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι τόσα χρόνια ζούσα χωρίς ν’ αλλάξω μύτη, πάντοτε μ’ εκείνη, και μ’ εκείνα τα φρύδια και μ’ εκείνα τ’ αφτιά, μ’ εκείνα τα χέρια κι εκείνα τα πόδια· κι έπρεπε να περιμένω ν’ αποκτήσω σύζυγο για να προσέξω ότι τα είχα ελαττωματικά.
«Ω, τι έκπληξη! Δεν τις ξέρεις τις γυναίκες; Είναι φτιαγμένες επίτηδες για ν’ ανακαλύπτουν τα ελαττώματα των συζύγων τους.»
Να, όντως, οι γυναίκες, δεν το αρνούμαι. Κι εγώ όμως κάποτε, αν μου επιτρέπετε, ήμουν φτιαγμένος για να βουλιάζω σε κάθε λέξη που μου έλεγαν ή σε κάθε μύγα που έβλεπα να πετάει, στην άβυσσο των σκέψεων και των συλλογισμών που με έσκαβαν μέσα μου και με τρυπούσαν χιαστή στην ψυχή, σαν τη φωλιά τυφλοπόντικα· χωρίς να φαίνεται απ’ έξω τίποτα.
«Αυτό δείχνει», θα μου πείτε, «ότι είχατε αρκετό χρόνο για χάσιμο».
Όχι, να. Λόγω της ψυχικής διάθεσης στην οποία βρισκόμουν. Γενικά όμως, ναι, και λόγω της απραξίας, δεν το αρνούμαι. Πλούσιος, με δυο έμπιστους φίλους, τον Σεμπαστιάνο Κουαντόρτσο και τον Στέφανο Φίρμπο, που φρόντιζαν τις δουλειές μου μετά τον θάνατο του πατέρα μου· ο οποίος, όσο κι αν είχε μοχθήσει μα με το καλό μα με το κακό, δεν είχε καταφέρει να με κάνει να πετύχω ποτέ τίποτα· εκτός απ’ το ν’ αποκτήσω σύζυγο, αυτό ναι, πάρα πολύ νέος· ίσως με την ελπίδα ότι τουλάχιστον θ’ αποκτούσα ένα παιδί που δεν θα μου έμοιαζε καθόλου· και, ο καημένος, ούτε καν αυτό δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει από εμένα.
Να σημειωθεί βέβαια ότι εγώ δεν εναντιωνόμουν ηθελημένα στο να πάρω τον δρόμο που με οδηγούσε ο πατέρας μου. Όλους τους έπαιρνα. Να τους περπατήσω όμως, δεν τους περπατούσα. Σταματούσα σε κάθε βήμα· αρχικά άρχιζα από μακριά, έπειτα όλο και πιο κοντά να γυρίζω γύρω από κάθε πετραδάκι που συναντούσα, και μου προκαλούσε μεγάλη έκπληξη που οι άλλοι μπορούσαν να με προσπερνούν χωρίς να δίνουν καμία σημασία σ’ εκείνο το πετραδάκι που για μένα εν τω μεταξύ είχε πάρει τις διαστάσεις ενός ανυπέρβλητου βουνού ή μάλλον ενός κόσμου όπου θα μπορούσα σίγουρα να κατοικήσω.
Είχα μείνει έτσι, ακίνητος στα πρώτα βήματα πολλών δρόμων, με την ψυχή γεμάτη κόσμους ή πετραδάκια· που είναι το ίδιο. Δεν μου φαινόταν όμως καθόλου ότι εκείνοι, που με είχαν προσπεράσει και είχαν διασχίσει όλο τον δρόμο, είχαν μάθει στην ουσία περισσότερα από εμένα. Με είχαν προσπεράσει, δεν τίθεται αμφιβολία, κι όλοι τους προχωρώντας με τόλμη όπως πολλά αλογάκια· έπειτα όμως, στο βάθος τού δρόμου, βρήκαν μια άμαξα: τη δική τους άμαξα· ζεύτηκαν μ’ αυτήν με πολλή υπομονή, και τώρα την σέρνουν πίσω τους. Δεν έσερνα καμιά άμαξα εγώ· και γι’ αυτό δεν είχα ούτε χαλινάρια ούτε παρωπίδες· σίγουρα έβλεπα περισσότερο από ’κείνους· να πορευτώ όμως, δεν ήξερα προς τα πού να πορευτώ.
Τώρα, γυρίζοντας στην ανακάλυψη εκείνων των ελαφρών ελαττωμάτων, αμέσως, βούλιαξα ολόκληρος στη σκέψη ότι συνεπώς – είναι δυνατόν; – δεν γνώριζα καλά ούτε καν το ίδιο μου το κορμί, τα δικά μου πράγματα που βαθιά μέσα μου μού ανήκαν: τη μύτη μου, τ’ αφτιά μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου. Και πήγαινα να κοιταχτώ για να τα ελέγξω και πάλι.
Απ’ αυτό άρχισε το κακό μου. Εκείνο το κακό που θα με οδηγούσε σύντομα σε μια ψυχική και σωματική κατάσταση τόσο άθλια και απελπιστική που σίγουρα θα είχα πεθάνει ή θα είχα τρελαθεί εξαιτίας του, αν δεν είχα βρει σ’ αυτό το ίδιο (όπως θα πω) το γιατρικό που θα με θεράπευε.
[…]

Δύο επισκέψεις

Είμαι ευτυχής λοιπόν που μόλις τώρα, ενώ διαβάζετε αυτό το βιβλιαράκι μου με το περιπαιχτικό χαμόγελο που απ’ την αρχή συντρόφευε την ανάγνωσή σας, δύο επισκέψεις, η μια μέσα στην άλλη, ήρθαν ξαφνικά να σας αποδείξουν πόσο χαζό ήταν εκείνο σας το χαμόγελο.
Είσαστε ακόμη αναστατωμένος -σας βλέπω- εξοργισμένος, πληγωμένος για την απαίσια εντύπωση που κάνατε στον παλιό σας φίλο, που τον ξαποστείλατε όταν λίγο αργότερα εμφανίστηκε ξαφνικά ο καινούριος, με μια άθλια δικαιολογία, επειδή δεν αντέχατε πλέον να τον βλέπετε μπροστά σας, να τον ακούτε να μιλάει και να γελάει παρουσία εκείνου του άλλου. Μα πώς; Να τον ξαποστείλετε έτσι, ενώ λίγο πριν φτάσει εκείνος ο άλλος, ευχαριστιόσασταν τόσο να μιλάτε και να γελάτε μαζί του;
Τον ξαποστείλατε. Ποιον; Τον φίλο σας; Σοβαρά πιστεύετε ότι ξαποστείλατε εκείνον;
Σκεφτείτε το λιγάκι.
Τον παλιό σας φίλο, μέσα του και για τον εαυτό του, δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον ξαποστείλετε, με το που εμφανίστηκε ξαφνικά ο καινούριος. Οι δυο τους, μεταξύ τους, δεν γνωρίζονταν καθόλου· εσείς παρουσιάσατε τον έναν στον άλλον· και θα μπορούσαν να παραμείνουν μαζί κανένα μισάωρο στο σαλόνι σας να κουβεντιάζουν περί ανέμων και υδάτων. Καμία αμηχανία ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον.
Την αμηχανία τη νιώσατε εσείς, και γινόταν όλο και πιο ζωντανή και δυσβάσταχτη, όσο μάλιστα τους βλέπατε εκείνους τους δύο σιγά-σιγά να συμφιλιώνονται μεταξύ τους για να κάνουν μαζί μια συμφωνία. Τη σπάσατε αμέσως εκείνη τη συμφωνία. Γιατί; Μα επειδή εσείς (ακόμη δεν λέτε να το καταλάβετε;) εσείς, ξαφνικά, δηλαδή με την άφιξη του καινούριου σας φίλου, ανακαλύψατε δύο, τον έναν τόσο διαφορετικό απ’ τον άλλον, που αναγκαστικά κάποια στιγμή, μην αντέχοντας πλέον, έπρεπε να ξαποστείλετε κάποιον. Όχι τον παλιό σας φίλο, όχι· ξαποστείλατε τον ίδιο σας τον εαυτό, εκείνον τον έναν που είστε για τον παλιό σας φίλο, διότι τον αισθανθήκατε εντελώς διαφορετικό από εκείνον που είστε ή που θέλετε να είστε για τον καινούριο.
Ασύμβατοι μεταξύ τους δεν ήταν εκείνοι οι δύο, ξένοι ο ένας στον άλλον, αρκετά καλότροποι και οι δύο και φτιαγμένοι ενδεχομένως να συνεννοηθούν θαυμάσια· αλλά εσείς οι δύο που ξαφνικά ανακαλύψατε στον ίδιο σας τον εαυτό. Δεν μπορέσατε ν’ ανεχτείτε ότι τα πράγματα του ενός είχαν μπλεχτεί μ’ εκείνα του άλλου, χωρίς αυτά να έχουν κυριολεκτικά τίποτα το κοινό μεταξύ τους. Τίποτα, τίποτα, αφού για τον παλιό σας φίλο εσείς έχετε μια πραγματικότητα και για τον καινούριο μια άλλη, τόσο διαφορετικές στο σύνολό τους ώστε ν’ αντιλαμβάνεστε ο ίδιος ότι, όταν απευθυνόσασταν στον έναν, ο άλλος θα έμενε να σας κοιτάζει άναυδος· δεν θα σας αναγνώριζε πλέον· θα φώναζε στον εαυτό του:
«Μα πώς; Αυτός είναι; Έτσι είναι;»
Και μέσα στην αφόρητη αμηχανία που βρισκόσασταν, έτσι, δύο, ταυτόχρονα, αναζητήσατε μια άθλια δικαιολογία για ν’ απελευθερωθείτε, όχι απ’ τον έναν από εκείνους, αλλά απ’ τον έναν εκ των δύο που εκείνοι οι δύο σας ανάγκαζαν να είστε την ίδια στιγμή.
Άντε, άντε, γυρίστε να διαβάσετε αυτό το βιβλιαράκι μου, χωρίς πλέον να χαμογελάτε όπως κάνατε μέχρι τώρα.
Πιστέψτε επίσης ότι, αν μπόρεσε να σας προκαλέσει κάποια δυσαρέσκεια η εμπειρία που μόλις τώρα είχατε, δεν είναι τίποτα αυτό, αγαπητέ μου, διότι εσείς δεν είστε μονάχα δύο, αλλά ποιος ξέρει πόσοι, χωρίς να το ξέρετε, και νομίζετε ότι είστε πάντοτε ένας.
[…]

Πολλαπλασιασμός κι αφαίρεση

Μπαίνοντας στο σπίτι, βρήκα τον Κουαντόρτσο σε σοβαρή κουβέντα με τη σύζυγό μου Ντίντα.
Πόσο σίγουροι ήταν στις θέσεις τους, καθισμένοι και οι δύο στο ανοιχτόχρωμο σαλονάκι στο ημίφως· ο ένας χοντρός και μελαψός, βυθισμένος στον πράσινο καναπέ· η άλλη λεπτή και λευκή με τη γεμάτη φραμπαλάδες ρόμπα της, καθισμένη άκρη-άκρη στα τρία τέταρτα της διπλανής πολυθρόνας, με μια ηλιαχτίδα πάνω στον αυχένα της. Μιλούσαν σίγουρα για μένα, διότι καθώς με είδαν να μπαίνω, φώναξαν ταυτόχρονα:
«Ω, νά ’τος!»
Κι αφού ήταν δύο να με βλέπουν να μπαίνω, μου ήρθε η επιθυμία να στραφώ να ψάξω τον άλλον που θα έμπαινε μαζί μου, ξέροντας βέβαια καλά ότι ο «αγαπητός Βιτάντζελο» τού στοργικού μου Κουαντόρτσο όχι μονάχα ήταν κι αυτός μέσα μου όπως κι ο «Τζεντζέ» τής συζύγου μου Ντίντα, αλλά κι ότι εγώ ολόκληρος, για τον Κουαντόρτσο, δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός του «αγαπητός Βιτάντζελο», ακριβώς όπως για τη Ντίντα δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός της «Τζεντζέ». Δύο, λοιπόν, όχι στα μάτια τους, αλλά μονάχα για μένα που με ήξερα ως εκείνους τους δύο έναν κι έναν· κι αυτό για μένα δεν έκανε ένα επί αλλά ένα πλην, εφόσον σήμαινε ότι στα μάτια τους, εγώ ως εγώ, δεν ήμουν κανένας.
Μονάχα στα μάτια τους; Και για μένα επίσης, και για τη μοναξιά τής ψυχής μου επίσης που, εκείνη τη στιγμή, πέρα από κάθε εμφανή υπόσταση, κατανοούσε την αηδία να βλέπει το ίδιο της το σώμα μόνο του σαν να μην είναι κανενός μέσα στη διαφορετική, ασύλληπτη πραγματικότητα που εν τω μεταξύ του έδιναν εκείνοι οι δύο.
Η σύζυγός μου, βλέποντάς με να γυρίζω πίσω, ρώτησε:
«Ποιον ψάχνεις;»
Έσπευσα ν’ απαντήσω, χαμογελώντας:
Α, κανέναν, καλή μου, κανέναν. Νά ’μαστε!
Δεν κατάλαβαν, φυσικά, τι υπονοούσα μ’ εκείνο το «κανέναν» που έψαχνα δίπλα μου· και πίστεψαν ότι μ’ εκείνο το «νά ’μαστε» αναφερόμουν και σ’ εκείνους τους δύο, σιγουρότατοι ότι εκεί μέσα σ’ εκείνο το σαλόνι ήμασταν τώρα τρεις κι όχι εννέα· ή τουλάχιστον, οχτώ, μιας κι εγώ – για τον εαυτό μου – τώρα πια δεν μετρούσα πλέον.
Θέλω να πω:
1. Η Ντίντα, όπως ήταν για τον εαυτό της·
2. Η Ντίντα, όπως ήταν για μένα·
3. Η Ντίντα, όπως ήταν για τον Κουαντόρτσο·
4. Ο Κουαντόρτσο, όπως ήταν για τον εαυτό του·
5. Ο Κουαντόρτσο, όπως ήταν για τη Ντίντα·
6. Ο Κουαντόρτσο, όπως ήταν για μένα·
7. Ο αγαπητός Τζεντζέ τής Ντίντα·
8. Ο αγαπητός Βιτάντζελο του Κουαντόρτσο.
Ετοιμαζόταν σ’ εκείνο το σαλόνι, ανάμεσα σ’ εκείνους τους οχτώ που θεωρούνταν τρεις, μια ωραία συζήτηση.

  • Μετάφραση από τα Ιταλικά: Αρχοντία Κυπριώτου

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα του Σικελού νομπελίστα Λουίτζι Πιραντέλλο (1867-1936) Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες που ολοκληρώθηκε το 1925 και κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίνδικτος.

  • Εκδόσεις Ίνδικτος + Archodia Kypriotou

***

 

 

Ο Λουίτζι Πιραντέλλο (1867-1936), πεζογράφος και ίσως ο σημαντικότερος σύγχρονος Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας, τον αρχαίο Ακράγαντα. Ο ίδιος, μάλιστα, ισχυριζόταν ότι είναι ελληνικής καταγωγής και ότι το επίθετό του είναι παραφθορά του ελληνικού Πυράγγελος. Σπούδασε νομικά, φιλολογία και γλωσσολογία στα πανεπιστήμια του Παλέρμο, της Ρώμης και της Βόννης και δίδαξε ως καθηγητής ιταλικής φιλολογίας στο ανώτατο ινστιτούτο της ιταλικής πρωτεύουσας. Στη Ρώμη ο Πιραντέλο συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά, δημοσιεύοντας ποιήματα και πεζογραφήματά του. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1899. Η οικονομική καταστροφή του πατέρα του όμως, το 1903, τον ανάγκασε να αποδυθεί σε σκληρό αγώνα επιβίωσης ο οποίος τον έφερε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα έγραψε το κυριότερο μυθιστόρημά του, «Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ» (1904), που η απήχησή του τον επέβαλε σαν πεζογράφο. Ακολούθησαν τα έργα «Οι γέροι και οι νέοι» (1909), «Τερτσέτι» (1912), «Η τράπουλα» (1915) κ.ά. Εκείνο όμως που έμελλε να τον κάνει διάσημο σε όλο τον κόσμο ήταν το θεατρικό του έργο, το πρώτο μέρος του οποίου συνέθεσε και πάλι σε μια οδυνηρή εποχή γι’ αυτόν, εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του και της διανοητικής αρρώστιας της γυναίκας του. Τα κυριότερα θεατρικά έργα του, με τα οποία αποκρυσταλλώθηκε το ύφος γνωστό ως «πιραντελλισμός», είναι: «Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)», 1917, «Η ηδονή της τιμιότητας», 1917, «Όλα σε καλό», 1920, «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», 1921, «Να ντύσουμε τους γυμνούς», 1922, «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», 1930 κ.ά. Το 1934 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Πέθανε στη Ρώμη, το 1936.

  • Αρχική φωτογραφία: Ο Λουίτζι Πιραντέλλο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Ακράγαντα
eirini aivaliwtouLuigi Pirandello – Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες (Αποσπάσματα)
Περισσότερα

Roberto Bolanio – To Παγοδρόμιο (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

ΤΟ ΠΑΓΟΔΡΟΜΙΟ (απόσπασμα)

ΡΕΜΟ ΜΟΡΑΝ:

Τὸν εἶδα γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ὁδὸ Μπουκαρέλι

Τὸν εἶδα γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ὁδὸ Μπουκαρέλι, στὸ Μεξικό, δηλαδὴ στὴν ἐφηβεία, στὴ θαμπὴ καὶ ἀβέβαιη περιοχὴ ποὺ ἀνήκει στοὺς ποιητὲς ἀπὸ σίδερο, μιὰ νύχτα πλακωμένη ἀπὸ μιὰ ὁμίχλη ποὺ ὑποχρέωνε τὰ αὐτοκίνητα νὰ κυκλοφοροῦν ἀργὰ καὶ προκαλοῦσε ἀστεῖα καὶ ἔκπληκτα σχόλια τῶν διαβατῶν γιὰ τὸ νεφελῶδες φαινόμενο, τόσο ἀσυνήθιστο ἐκεῖνες τὶς μεξικάνικες νύχτες, τουλάχιστον ἀπ’ ὅσο θυμᾶμαι ἐγώ. Προτοῦ ἀκόμα μοῦ τὸν συστήσουν, στὴν εἴσοδο τοῦ καφὲ Λὰ Ἀβάνα, ἄκουσα τὴ φωνή του, βαθιά, σὰν βελούδινη, τὸ μοναδικὸ πράγμα σ’ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἄλλαξε μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου. Εἶπε: Εἶναι μιὰ νύχτα στὰ μέτρα τοῦ Τζάκ. Ἐννοοῦσε τὸν Τζὰκ τὸν Ἀντεροβγάλτη, ὅμως ἡ φωνή του ἀκούστηκε σὰν νὰ ἀναπολοῦσε περιοχὲς δίχως νόμο, ὅπου ὅλα ἦταν δυνατά. Ὅλοι ἤμασταν ἔφηβοι, ἀλλὰ περπατημένοι ἔφηβοι, καὶ ἤμασταν ποιητές, καὶ γελούσαμε. Ὁ ἄγνωστος λεγόταν Γασπὰρ Ἐρέδια, Γασπαρὶν γιὰ τοὺς εὔκολους φίλους καὶ ἐχθρούς του. Ἀκόμα θυμᾶμαι τὴν ὁμίχλη κάτω ἀπὸ τὶς περιστρεφόμενες πόρτες καὶ τὰ καλαμπούρια ποὺ ἔδιναν κι ἔπαιρναν. Μετὰ βίας διακρίνονταν τὰ πρόσωπα καὶ τὰ φῶτα, καὶ οἱ ἄνθρωποι τυλιγμένοι μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ πέπλο ἔδειχναν δυναμικοὶ καὶ ἀφελεῖς, κατακερματισμένοι καὶ ἀθῶοι, ἀκριβῶς ὅπως ἤμασταν ὅλοι. Τώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὸ καφὲ Λὰ Ἀβάνα, ἡ ὁμίχλη, φτιαγμένη στὰ μέτρα τοῦ Τζὰκ τοῦ Ἀντεροβγάλτη, εἶναι πιὸ πολὺ πιὸ πυκνή. Ἀπὸ τὴν ὁδὸ Μπουκαρέλι τοῦ Μεξικοῦ στὴ δολοφονία ! Αὐτὸ θὰ σκεφτεῖτε… Ἀλλὰ σκοπὸς ἐτούτου τοῦ ἀφηγήματος εἶναι νὰ σᾶς πείσει γιὰ τὸ ἀντίθετο…

Γασπάρ Ερέδια:

Ἔφτασα στὴ Ζ στὰ μέσα τῆς ἄνοιξης

Ἔφτασα στὴ Ζ στὰ μέσα τῆς ἄνοιξης, μιὰ νύχτα τοῦ Μαΐου, ἐρχόμενος ἀπὸ τὴ Βαρκελώνη. Μοῦ εἶχαν ἀπομείνει ἐλάχιστα χρήματα ἀλλὰ δὲν ἀνησυχοῦσα, γιατὶ στὴ Ζ μὲ περίμενε μιὰ δουλειά. Ὁ Ρέμο Μοράν, τὸν ὁποῖο εἶχα πολλὰ χρόνια νὰ δῶ, ἀλλὰ μάθαινα τακτικὰ τὰ νέα του –ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ περίοδο γιὰ τὴν ὁποία κανένας δὲν ἔμαθε ποτὲ τίποτα γι’ αὐτόν–, μοῦ πρόσφερε, μέσῳ μιᾶς κοινῆς μας φίλης, μιὰ ἐποχιακὴ θέση ἐργασίας ἀπὸ τὸν Μάιο ὣς τὸν Σεπτέμβριο. Ὀφείλω νὰ διευκρινίσω ὅτι δὲν ζήτησα ἐγὼ τὴ δουλειά, ὅτι οὔτε πρωτύτερα προσπάθησα νὰ ἔρθω σ’ ἐπαφὴ μαζί του καὶ ὅτι ποτὲ δὲν εἶχα πρόθεση νὰ ἔρθω νὰ ζήσω στὴ Ζ. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι μὲ τὸν Ρέμο Μορὰν ἤμασταν φίλοι, ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρό, καὶ ἐπιπλέον ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζητοῦν ἐλεημοσύνη. Ὣς τότε ἔμενα σ’ ἕνα διαμέρισμα ποὺ τὸ μοιραζόμουν μὲ ἄλλα τρία ἄτομα, στὸ Μπάριο Τσίνο τῆς Βαρκελώνης, καὶ δὲν τὰ πήγαινα τόσο ἄσχημα ὅπως μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ. Ἡ νομική μου ὑπόσταση στὴν Ἱσπανία μετὰ τοὺς πρώτους μῆνες ἦταν –κατὰ τὴν πιὸ ἤπια διατύπωση– ἀπελπιστική. Δὲν εἶχα ἄδεια παραμονῆς στὴ χώρα, δὲν εἶχα ἄδεια γιὰ ἐργασία, ζοῦσα σ’ ἕνα εἶδος καθαρτηρίου ἐπ’ ἀόριστον, σὲ ἀναμονὴ γιὰ νὰ βρῶ τὰ ἀπαραίτητα χρήματα γιὰ ν’ ἀνοίξω φτερὰ γι’ ἀλλοῦ ἢ νὰ πληρώσω κάποιον δικηγόρο νὰ μοῦ τακτοποιήσει τὰ χαρτιά. Φυσικά, ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἶναι οὐτοπική, τουλάχιστον γιὰ τοὺς ξένους ποὺ κατέχουν ἐλάχιστα ἢ τίποτα, ὅπως ἐγώ. Πάντως δὲν τὰ πήγαινα κι ἄσχημα. Γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ δούλευα σὲ προσωρινὲς δουλειές, ἀπὸ πωλητὴς σὲ κάποιο ὑπαίθριο πόστο στὴ Ράμπλα μέχρι νὰ ράβω μὲ μιὰ σαραβαλιασμένη Σίνγκερ δερμάτινες τσάντες γιὰ μιὰ πειρατικὴ βιοτεχνία. Ἔτσι ἐξασφάλιζα φαγητό, πήγαινα στὸ σινεμὰ καὶ πλήρωνα τὸ δωμάτιό μου. Μιὰ μέρα γνώρισα τὴ Μόνικα, μιὰ Χιλιανὴ ποὺ εἶχε ἕνα πόστο στὴ Ράμπλα, καὶ μὲ τὴν κουβέντα ἀποδείχτηκε ὅτι καὶ οἱ δυό μας, σὲ διαφορετικὲς περιόδους τῆς ζωῆς μας –ἐγὼ πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἐκείνη στὴν Εὐρώπη καὶ μὲ μεγαλύτερη συχνότητα–, εἴχαμε φιλία μὲ τὸν Ρέμο Μοράν. Ἀπὸ τὴ Μόνικα ἔμαθα ὅτι ὁ Ρέμο ζοῦσε τώρα στὴ Ζ ( ἤξερα ὅτι ζοῦσε στὴν Ἱσπανία, ἀλλὰ δὲν ἤξερα ποῦ ) καὶ ὅτι θὰ ἤμουν ἀσυγχώρητος ἂν στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμουν δὲν πήγαινα νὰ τὸν ἐπισκεφτῶ ἢ δὲν τοῦ ἔκανα ἕνα τηλεφώνημα. Γιὰ νὰ τοῦ ζητήσω βοήθεια ! Φυσικά, δὲν ἔκανα τίποτα ἀπ’ αὐτά. Ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα σ’ ἐμένα καὶ στὸν Ρέμο μοῦ φαινόταν ἄπειρη καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ γίνω ἐνοχλητικός. Ὁπότε συνέχισα νὰ ζῶ ἢ νὰ τὴ βγάζω ὅπως ὅπως, ἀναλόγως τὴν ἐποχή, ὥσπου μιὰ μέρα ἡ Μόνικα μοῦ εἶπε ὅτι εἶχε δεῖ τὸν Ρέμο Μορὰν σ’ ἕνα μπὰρ τῆς Βαρκελώνης καὶ ὅτι, ἀφοῦ τοῦ ἐξήγησε τὴν κατάστασή μου, αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ φύγω ἀμέσως γιὰ τὴ Ζ, διότι ἐκεῖ θὰ ἐξασφάλιζα δουλειὰ καὶ διαμονή, τουλάχιστον γιὰ ὅλη τὴν καλοκαιρινὴ σαιζόν. Ὁ Μορὰν μὲ θυμόταν! Ἡ ἀλήθεια εἶναι –ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω– ὅτι δὲν εἶχα τίποτα καλύτερο νὰ κάνω καὶ ὅτι οἱ προοπτικές μου, ὣς τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἦταν κατάμαυρες σὰν ἕνας κουβὰς κατράμι. Ἡ πρόταση, ἐξάλλου, μὲ συγκίνησε. Τίποτα δὲν μ’ ἔδενε στὴ Βαρκελώνη, μόλις εἶχα συνέλθει ἀπὸ τὸ χειρότερο κρυολόγημα τῆς ζωῆς μου ( ἔφτασα στὴ Ζ καὶ εἶχα ἀκόμα πυρετό ), καὶ μόνο ἡ ἰδέα νὰ ζήσω πέντε συναπτοὺς μῆνες δίπλα στὴ θάλασσα μ’ ἔκανε νὰ χαμογελῶ σὰν χαζός. Ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ μπῶ στὸ τρένο γιὰ τὴν ἀκτὴ καὶ νὰ φύγω. Τὸ εἶπα καὶ τὸ ἔκανα. Ἔχωσα στὸ σακίδιό μου τὰ βιβλία καὶ τὰ ροῦχα μου καὶ ἀναχώρησα μὲ οὔριο ἄνεμο. Ὅ,τι δὲν χώρεσε μέσα στὸ σάκο τὸ χάρισα. Καθὼς ἄφηνα πίσω μου τὸν Σιδηροδρομικὸ Σταθμὸ Φράνθια, πίστεψα ὅτι ποτὲ πιὰ δὲν θὰ ξαναγύριζα νὰ ζήσω στὴ Βαρκελώνη. Vade retro ! Πίσω καὶ μακριὰ ἀπὸ ἐμένα ! Δίχως πόνο, μήτε πικρία ! Στὸ ὕψος τοῦ Ματαρὸ ἄρχισα νὰ ξεχνῶ ὅλα τὰ πρόσωπα… Ἀλλά, φυσικά, αὐτὸ εἶναι σχῆμα λόγου, τίποτα δὲν ξεχνᾶς…

Ενρικ Ροσκέγιες:

Ὣς πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ὁ χαρακτήρας μου
ἦταν παροιμιωδῶς εἰρηνικὸς

Ὣς πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ὁ χαρακτήρας μου ἦταν παροιμιωδῶς εἰρηνικός. Μποροῦν νὰ τὸ πιστοποιήσουν οἱ συγγενεῖς μου, οἱ φίλοι μου, οἱ ὑφιστάμενοί μου, ὅσα ἄτομα εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ μὲ συναναστραφοῦν λιγάκι. Ὅλοι θὰ ποῦν ὅτι τὸ λιγότερο ἐπιδεκτικὸ ἄτομο γιὰ νὰ ἀναμειχθεῖ σὲ ἔγκλημα εἶμαι ἐγώ. Οἱ συνήθειές μου εἶναι ὀργανωμένες καὶ μάλιστα αὐστηρές. Καπνίζω λίγο, πίνω λίγο καὶ δὲν βγαίνω σχεδὸν καθόλου τὶς νύχτες. Ἡ ἱκανότητά μου γιὰ δουλειὰ εἶναι ἀδιαμφισβήτητη. Μπορῶ νὰ παρατείνω τὸ ἡμερήσιο ὡράριο ἐργασίας μου μέχρι τὶς δεκάξι ὧρες, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ ἡ ἀπόδοσή μου δὲν μειώνεται. Στὰ εἰκοσιδύο μου πῆρα τὸ πτυχίο τοῦ ψυχολόγου καὶ πέρα ἀπὸ ψευτομετριοφροσύνες πρέπει νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι ἤμουν ἀπὸ τοὺς καλύτερους στὸ ἔτος μου. Τώρα σπουδάζω Νομικά, σὲ μιὰ σχολὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ τὴν εἶχα τελειώσει ἐδῶ καὶ καιρό, τὸ ξέρω, ὅμως προτίμησα νὰ τὸ κάνω μὲ τὴν ἡσυχία μου. Δὲν ἔχω καμία βιασύνη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς σκέφτηκα ὅτι ἦταν λάθος μου ποὺ γράφτηκα στὴ Νομική. Τί μοῦ χρειάζονταν ἐμένα, ἄλλωστε, τέτοιες σπουδὲς ποὺ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρονου γίνονταν ὅλο καὶ βαρύτερες ; Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι θὰ τὰ παρατήσω. Ἐγὼ δὲν τὰ παρατάω ποτέ. Ἄλλοτε εἶμαι ἀργὸς καὶ ἄλλοτε γρήγορος, εἶμαι μισὸς χελώνα καὶ μισὸς Ἀχιλλέας, ὅμως δὲν τὰ παρατάω ποτέ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂς τὸ σημειώσουμε αὐτό, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ δουλεύεις καὶ νὰ σπουδάζεις ταυτοχρόνως καὶ ὅπως ἤδη ἔχω πεῖ, ἡ δουλειά μου συνήθως εἶναι ἐντατικὴ καὶ μὲ ἀπορροφάει. Ἡ εὐθύνη, φυσικά, εἶναι δική μου. Ἐγὼ ὅριζα τὸ ρυθμό. Ἐντὸς παρενθέσεως, ἐπιτρέψτε μου, μιὰ ἐρώτηση : Τί σκοπὸ εἶχα μὲ ὅλα αὐτά ; Δὲν ξέρω. Εἶναι στιγμὲς ποὺ τὰ γεγονότα μὲ ξεπερνοῦν. Μερικὲς φορὲς σκέφτομαι ὅτι ἔπαιξα τὸν χειρότερο ρόλο. Ἄλλοτε σκέφτομαι ὅτι σχεδὸν ὅλον ἐκεῖνον τὸν καιρὸ προχωροῦσα μὲ δεμένα τὰ μάτια. Τὶς νύχτες ποὺ πέρασα ξάγρυπνος δὲν κατάφερα νὰ βρῶ τὴν ἀπάντηση. Δὲν ὠφέλησαν οὔτε οἱ προσβολὲς καὶ οἱ ἐξευτελισμοὶ ποὺ ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται δέχτηκα. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ἄρχισα νὰ ἀναλαμβάνω εὐθύνες πάρα πολὺ νωρίς. Γιὰ μιὰ σύντομη καὶ εὐτυχισμένη περίοδο τῆς ζωῆς μου δούλεψα ὡς ψυχολόγος σὲ ἕναν σύλλογο γιὰ ἀπροσάρμοστα παιδιά. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχα μείνει ἐκεῖ, ὅμως ὑπάρχουν πράγματα ποὺ δὲν τὰ καταλαβαίνεις παρὰ μόνο ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, πιστεύω ὅτι εἶναι φυσιολογικὸ ἕνας νέος νὰ ἔχει φιλοδοξίες, ἐπιθυμία γιὰ ὑπερβάσεις, στόχους. Ἐγώ, πάντως, εἶχα. Ἔτσι ἔφτασα στὴ Ζ, λίγο μετὰ τὴν πρώτη νίκη τῶν σοσιαλιστῶν στὶς δημοτικὲς ἐκλογές. Ἡ Πιλὰρ χρειαζόταν κάποιον νὰ διευθύνει τὸν Τομέα Κοινωνικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ ἐπέλεξαν ἐμένα. Τὸ βιογραφικό μου δὲν ἦταν ὀγκῶδες, ὡστόσο συγκέντρωνα τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ νὰ τὰ βγάλω πέρα σ’ ἐκείνη τὴ λεπτὴ ἐργασία, ποὺ ἦταν σχεδὸν πειραματικὴ σὲ τόσους σοσιαλιστικοὺς δήμους. Φυσικά, ἔχω κι ἐγὼ ταυτότητα μέλους τοῦ κόμματος ( ἡ ὁποία θὰ μοῦ ἀφαιρεθεῖ δημοσίως καὶ παραδειγματικῶς ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν ἤδη δὲν μοῦ ἔχει ἀφαιρεθεῖ ), παρότι αὐτὸ δὲν εἶχε καμία σχέση μὲ τὴν τελικὴ συμφωνία : Κατέλαβα τὸ πόστο μου ἀφοῦ ὑποβλήθηκα σὲ ἐξέταση μὲ τὸν μεγεθυντικὸ φακό, καὶ οἱ πρῶτοι ἕξι μῆνες, ἐκτὸς ἀπὸ ἀσταθεῖς, ἦταν ἐπίσης ἰδιαιτέρως ἐξαντλητικοί. Συνεπῶς ἐπιτρέψτε μου νὰ ὑψώσω ἐδῶ τὴ φωνή μου ἐναντίον ὅσων τώρα ἐπιδιώκουν νὰ ἀναμείξουν τὴν Πιλὰρ σ’ ἐτούτη τὴ βρόμικη ὑπόθεση. Ὄχι, ἡ Πιλὰρ δὲν μοῦ ἔδωσε τὴ θέση λόγῳ τῆς φιλίας μας. Παρότι ἔπειτα ἀπὸ δύο θητεῖες ( στὴ Ζ οἱ κάτοικοι λατρεύουν τὴ δημαρχίνα τους καὶ ἂς λυσσᾶνε οἱ ἐχθροί της ), μεταξύ μας γεννήθηκε κάτι ποὺ θεωρῶ τιμή μου νὰ τὸ ἀποκαλῶ ἔτσι : φιλία δύο συντρόφων σὲ κόπους καὶ σὲ ὁράματα, καὶ ἀπὸ δικῆς μου πλευρᾶς ἡ φιλία αὐτὴ ἐπεκτείνεται καὶ στὸν ἀξιότιμο σύζυγό της, τὸν συνονόματό μου Ἐνρὶκ Ζιλμπέρτ ἰ Βιλαμαγιό. Μποροῦν τὰ τσακάλια ποὺ εἶναι μεταμφιεσμένα σὲ δημοσιογράφους νὰ λένε ὅ,τι θέλουν. Ἐὰν ὑπῆρξε κάποιο ἁμάρτημα τῆς Πιλάρ, ἦταν ἕνα καὶ μοναδικό, νὰ δείχνει ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη σ’ ἐμένα. Ἐὰν παρατηρήσουμε τὴν κατάσταση τῶν διαφόρων τμημάτων πρὶν νὰ ἀναλάβω ἐγὼ καὶ –ἂς ποῦμε– δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ συμπέρασμα βγαίνει αὐθορμήτως. Ἐγὼ ἤμουν ὁ κινητήρας τοῦ Δημαρχείου τῆς Ζ, ἐγὼ ἤμουν οἱ μυῶνες καὶ ὁ ἐγκέφαλός του. Δίχως νὰ ὑπολογίζω ποτὲ τὴν κούρασή μου, πάντοτε τελείωνα τὴ δουλειὰ καὶ μερικὲς φορὲς ἔκανα καὶ τὴ δουλειὰ τῶν ἄλλων. Οὔτε ποτὲ ἔτρεφα κακία ἢ φθόνο γιὰ κανέναν, ἀκόμα καὶ μεταξὺ ἀτόμων τοῦ δικοῦ μου κύκλου. Ξέρω ὅτι πολλοὶ ὑφιστάμενοί μου μὲ μισοῦσαν κρυφά. Ὁ χαρακτήρας μου, βεβαίως, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, στέγνωσε καὶ ἄδειασε ἀπὸ ἐλπίδες. Ὁμολογῶ ὅτι ποτὲ δὲν σκέφτηκα νὰ μείνω στὴ Ζ ὅλη μου τὴ ζωή· ἕνας ἐπαγγελματίας πάντοτε πρέπει νὰ φιλοδοξεῖ νὰ πετύχει κάτι περισσότερο. Στὴ δική μου περίπτωση, θὰ ἤμουν πανευτυχὴς ἂν μὲ καλοῦσαν νὰ ἀναλάβω ἕνα παρόμοιο πόστο στὴ Βαρκελώνη ἢ ἔστω στὴ Χερόνα. Πολλὲς φορὲς ὀνειρεύτηκα, δὲν ντρέπομαι νὰ τὸ πῶ, ὅτι ὁ δήμαρχος μιᾶς μεγάλης πρωτεύουσας θὰ μὲ τοποθετοῦσε ἐπικεφαλῆς σ’ ἕνα παράτολμο σχέδιο ἀποτροπῆς τῆς ἐγκληματικότητας ἢ στὴ μάχη κατὰ τῶν ναρκωτικῶν. Στὴ Ζ πιὰ τὰ εἶχα κάνει ὅλα ! Κάποια μέρα ἡ Πιλὰρ θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι δημαρχίνα καὶ τί θὰ ἀπογινόμουν ἐγώ ! Ἄραγε σὲ τί λογῆς πολιτικῶν τὰ πόδια θὰ ἀναγκαζόμουν νὰ πέσω ; Ἦταν οἱ νυχτερινοὶ φόβοι μου, ποὺ τοὺς κατέπνιγα καθὼς ὁδηγοῦσα κάθε βράδυ στὴν ἐπιστροφὴ γιὰ τὸ σπίτι. Κάθε βράδυ μονάχος καὶ ἐξουθενωμένος. Ὦ Θεέ μου, πόσα πράγματα ἀναγκάστηκα νὰ κάνω, πόσα νὰ καταπιῶ καὶ νὰ τὰ χωνέψω μονάχος μὲ τὴν ψυχή μου. Ὥσπου γνώρισα τὴ Νούρια καὶ ἔπεσε στὰ χέρια μου τὸ σχέδιο τοῦ Παλατιοῦ Μπενβινγκούτ…

 

 

INFO: ROBERTO BOLAÑO, ΤΟ ΠΑΓΟΔΡΟΜΙΟ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, ΑΘΗΝΑ 2016, σελ. 265.

ISBN 978 – 960 – 505 – 243 – 0

Τίτλος πρωτοτύπου: LA PISTA DE HIELO, 1993

Ἔργα τοῦ ἰδίου στὶς Ἐκδόσεις Ἄγρα: ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΦΟΝΙΣΣΕΣ, Μετάφραση Ἔφης Γιαννοπούλου, 2008 – ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑΤΑ, Μετάφραση Ἔφης Γιαννοπούλου, 2009 – 2666, Μετάφραση Κρίτωνα Ἠλιόπουλου, 2011 – ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΡΑΪΧ, Μετάφραση Κρίτωνα Ἠλιόπουλου, 2013 – ΦΥΛΑΧΤΟ, Μετάφραση Κρίτωνα Ἠλιόπουλου, 2013 – Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, Μετάφραση Κρίτωνα Ἠλιόπουλου, 2014 –

[1] Συμβουλὲς ἑνὸς ὀπαδοῦ τοῦ Μόρρισον σὲ ἕναν φανατικὸ τοῦ Τζόυς (Βαρκελώνη, 1984): «Ἀστυνομικὸ» μυθιστόρημα, χωρὶς ἀστυνόμο, στὸ ὁποῖο ὁ ἀφηγητὴς ἀκολουθεῖ τὴ ματωμένη διαδρομὴ μιᾶς νέας Λατινοαμερικανῆς, κρατώντας σημειώσεις γιὰ ἕνα μελλοντικὸ μυθιστόρημα, τὸ ὁποῖο τελικὰ δὲν τὸ γράφει. Ὁ Antoni Garcia Porta εἶναι Ἱσπανὸς συγγραφέας.

 

 

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (Σαντιάγο Χιλής, 1953 – Βαρκελώνη, 2003 ), πεζογράφος και ποιητής, έχει καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς του καιρού μας. Γεννήθηκε στη Χιλή, αλλά σε ηλικία δεκατριών ετών μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Μεξικό. Το 1973 αποφάσισε να επιστρέψει στη Χιλή προκειμένου να στηρίξει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Αλιέντε, έφτασε όμως λίγες μέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοτσέτ.

Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην αντίσταση ενάντια στη δικτατορία, ενώ μετά την απελευθέρωσή του επέστρεψε στο Μεξικό, απ’ όπου αργότερα μετανάστευσε στην Ισπανία (1978), για να εγκατασταθεί οριστικά στην Μπλάνες, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Καταλονίας. Πέθανε στη Βαρκελώνη από δυσλειτουργία του ήπατος, η οποία τον ταλαιπωρούσε για περισσότερο από μία δεκαετία.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1975. Ωστόσο, αν και ξεκίνησε από την ποίηση, γρήγορα στράφηκε στην πεζογραφία· έγραψε συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Για το μυθιστόρημά του Los detectives salvajes τιμήθηκε με τα βραβεία Herralde (1998) και Rόmulo Gallegos (1999), ενώ για το Llamadas telefοnicas (Τηλεφωνήματα – Άγρα, 2009) του απονεμήθηκε το 1998 το Premio Municipal de Santiago de Chile, η ανώτατη λογοτεχνική διάκριση στη Χιλή.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα 2666 (Άγρα, 2011 και 2017), που θεωρείται η κορύφωση της μυθοπλαστικής του τέχνης, κέρδισε το 2004, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, το βραβείο Salambο για το καλύτερο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν επίσης τα σπουδαία βιβλία του Πουτάνες φόνισσες (2008), Το Τρίτο Ράιχ (2013), Φυλαχτό (2013), Η ναζιστική λογοτεχνία στη Λατινική Αμερική (2014), Το Παγοδρόμιο (2016). Έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και η επιρροή του θεωρείται από τις σημαντικότερες στη σύγχρονη ισπανόφωνη λογοτεχνία.

eirini aivaliwtouRoberto Bolanio – To Παγοδρόμιο (απόσπασμα)
Περισσότερα

Μιχάλης Γκανάς: Τα Χέρια

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;»
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα», λέει, «που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

Μιχάλης Γκανάς
Από το βιβλίο «Γυναικών-μικρές και πολύ μικρές ιστορίες»
Εκδόσεις Μελάνι.

  • Έργο: Victoria Castro
eirini aivaliwtouΜιχάλης Γκανάς: Τα Χέρια
Περισσότερα

Ίταλο Καλβίνο: Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

…Ήδη στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου εντόπισες το εξώφυλλο με τον τίτλο που ζητούσες. Ακολουθώντας αυτό το οπτικό χνάρι, προχώρησες στο μαγαζί μέσα από το πυκνό δίχτυ των Βιβλίων Που Δεν Έχεις Διαβάσει και που σε κοιτάζουν συνοφρυωμένα από τους πάγκους και τα ράφια, προσπαθώντας να σε φοβίσουν. Εσύ, όμως, ξέρεις πως δεν πρέπει να εντυπωσιαστείς, πως ανάμεσά τους είναι παραταγμένα στη σειρά τα Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να Διαβάσεις, τα Βιβλία Που Φτιάχτηκαν Για Άλλες Χρήσεις Και Όχι Για Να Διαβαστούν, τα Βιβλία Που Ήδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Τα Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ήδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφούν. Κι έτσι ξεπερνάς το πρώτο τείχος των επάλξεων.

Τώρα σου επιτίθεται η στρατιά των Βιβλίων Που Αν Μπορούσες Να Ζήσεις Περισσότερες Ζωές Θα Διάβαζες Ευχαρίστως Αλλά Δυστυχώς Οι Μέρες Που Σου Απομένουν Να Ζήσεις Είναι Αυτές Που Είναι. Με μια γρήγορη κίνηση τα προσπερνάς και φτάνεις στις φάλαγγες των Βιβλίων Που Έχεις Πρόθεση Να Διαβάσεις Αλλά Πρώτα Έχουν Σειρά Κάποια Άλλα, των Βιβλίων Που Είναι Πολύ Ακριβά Και Που Μπορείς Να Περιμένεις Να Αγοράσεις Μισοτιμής, των Βιβλίων Που Επίσης Περιμένεις Να Αγοράσεις Όταν Θα Επανεκδοθούν Στις Οικονομικές Σειρές, των Βιβλίων Που Μπορείς Να Ζητήσεις Από Κάποιον Να Σου Δανείσει, των Βιβλίων Που Όλοι Πια Έχουν Διαβάσει Και Άρα Είναι Σαν Να Τα Έχεις Διαβάσει Κι Εσύ.

Αποκρούοντας όλες αυτές τις εφόδους, φτάνεις κάτω από τους πύργους του οχυρού, όπου αντιστέκονται

τα Βιβλία Που Εδώ Και Πολύ Καιρό Έχεις Στο Πρόγραμμα Να Διαβάσεις,

τα Βιβλία Που Ψάχνεις Χρόνια Και Δε Βρίσκεις,

τα Βιβλία Που Αφορούν Κάτι Με Το Οποίο Ασχολείσαι, Αυτή Την Περίοδο,

τα Βιβλία Που Θέλεις Να Αγοράσεις Για Να Τα Έχεις Στη Διάθεσή Σου Για Κάθε Περίπτωση,

τα Βιβλία Που Θα Μπορούσες Να Βάλεις Κατά Μέρος Για Να Τα Διαβάσεις Ίσως Το Καλοκαίρι,

τα Βιβλία Που Σου Λείπουν Για Να Τα Βάλεις Δίπλα Σε Άλλα Στη Βιβλιοθήκη Σου,

τα Βιβλία Που Σου Εμπνέουν Μια Ξαφνική Φρενιασμένη Και Όχι Εύκολα Δικαιολογήσιμη Περιέργεια.

Ορίστε, λοιπόν, που μπόρεσες να μειώσεις τον απεριόριστο αριθμό των εχθρικών δυνάμεων σε ένα σύνολο αρκετά, βέβαια, μεγάλο, αλλά που μπορεί, τουλάχιστο, να υπολογιστεί με ένα συγκεκριμένο αριθμό, αν και αυτή η σχετική σου ανακούφιση δε σε γλιτώνει από τις παγίδες των Βιβλίων Που Διάβασες Πριν Πολλά Χρόνια Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Ξαναδιαβάσεις και των Βιβλίων Που Πάντα Έλεγες Ότι Είχες Διαβάσει Και Ήρθε Πια Ο Καιρός Να Διαβάσεις Αληθινά.

Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ, ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούριων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούρια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούρια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο, και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο)…

eirini aivaliwtouΊταλο Καλβίνο: Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (απόσπασμα)
Περισσότερα

Γιάννης Ρίτσος, Ο Φαροφύλακας (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Από τη σειρά Ο Φαροφύλακας (1958)

Στον Γεράσιμο Σταύρου

Να μείνεις. Να μείνεις εδώ. Μια ησυχία, μια βαθιά ησυχία
σχεδόν μια ευτυχία, σαν νάληξε η μεταβλητότητα
ή σαν η θάλασσα νάχει αναλάβει και τη δική μας κίνηση
κ’ εμείς, απ’ το παράθυρο εδώ, μπορούμε να την παρακολουθούμε
ακίνδυνα, και κάπως μαγεμένοι μάλιστα
απ’ όλα αυτά τα φευγαλέα υδάτινα σχήματα,
απ’ αυτές τις ανώδυνες κραυγές, τους αναίτιους θορύβους,
τα ετοιμόρροπα χρώματα, τ’ αντιφεγγίσματα, τις μεταπτώσεις,
αμέτοχοι, κολακευμένοι κιόλας απ’ τη γνώση μας
για το αμετάβλητο του νερού κάτω απ’ τις πολυθόρυβες,
τις απειλητικές χειρονομίες των ανέμων. Να μείνεις.

Σε λίγο θα διακρίνεις κάτω απ’ το τεμάχιο των ήχων
την ταπεινόφρονη, αδιαίρετη σιωπή. Θα την διακρίνεις
σα μιαν ευγένεια προς τον ίδιο τον εαυτό σου. Ιδίως την ώρα που βραδιάζει
κ’ η κάμαρα μυρίζει αρμύρα, κάπνα και πετρέλαιο –
(μια οξύτατη ευωδία από φύκια κι άνεμο και σπιτική ησυχία,
μαζί με τη ζεστή ανάσα τού καφέ και την απέραντη βραχνάδα τού ορίζοντα),
κείνη την ώρα σαν να βρίσκεσαι μέσα σε μια άνετη, στέρεη κοιλότητα
σκαμμένη σφαιρικά μέσα στο μάταιο θόρυβο,
και, πότε-πότε, απόναν κρότο πιο ισχυρό, μια εξαίσια ταλάντευση
σάμπως να σε σκουντάει στον ύπνο σου ένα χέρι αγαπημένο χωρίς να σε ξυπνήσει
δίνοντας σου ταυτόχρονα την αίσθηση της ηρεμίας τού ύπνου
και του χεριού τού αγαπημένου. Ναι, να μείνεις.

Εδώ είναι σα να βρίσκεσαι σε μια καινούργια κιβωτό όπου σύναξες
μνήμες και πράξεις και όνειρα, για να τα σώσεις
και να σωθείς κι εσύ μαζί τους, -δέντρα και φυτά κι αγαθά ζώα
και σπόρους λουλουδιών∙ μπορείς να φαντάζεσαι
την άνθηση τους σα μικρές εκρήξεις από χρώματα,
σα μικρά πολύτιμα ηφαίστεια- τα βλέπεις κιόλας να φωτίζουν με τα χρώματά τους
τα χέρια σου, τη σόμπα, τη ντουλάπα, το τραπέζι
και τα παπούτσια σου πάνω στη καρέκλα∙ κ’ έτσι φωτισμένα
τ’ άδεια σου χέρια, μοιάζουνε και πάλι σα γεμάτα.

Τότε το ξύλινο τραπέζι με το χοντρό στρατσόχαρτο
γίνεται ένα μεγάλο δάσος όπου τέσσερις νέοι ξυλοκόποι
κόβουν τα δέντρα για να φτιάξουν το τραπέζι∙ βλέπεις
κ’ ένα μικρό επιπλοποιείο όπου τέσσερις νέοι ξυλουργοί
σκυμμένοι με πολλή φροντίδα φτιάχνουν το τραπέζι. Εδώ θα τρώμε. Κάποτε,
την ώρα που βραδιάζει, οι σκιές ανεβαίνουν με μικρές κυριαρχικές κινήσεις
σαν αχινιοί, εντελώς σαν αχινιοί, απ τα πόδια των επίπλων
ως τη ράχη της καρέκλας, ως επάνω σ αυτό το τραπέζι
ανάμεσα στα φλιτζανάκια, τα ποτήρια, το σταχτοδοχείο
κ’ υποχρεώνεσαι να δεις και να σωπάσεις∙ μα η σιωπή σου
είναι κιόλας μια ομολογία πως είδες, μια μαρτυρία
πως κρατάς κάποιο μυστικό ή πως κάτι δεν ξέρεις,
μια κατανόηση ανεπάρκειας που πέφτει μ’ έναν κούφιο θόρυβο
στο βασικό κενό σαν έναν αναμμένο αποτσίγαρο στη θάλασσα.

Κάποτε πάλι, τις νύχτες με φουρτούνα, τούτο το τραπέζι
καμπυλώνει τη ράχη του σαν ήμερος ελέφαντας
για να σε σεργιανίσει σ’ ένα παραμύθι. Μη νομίσεις
πως πρόκειται για λησμονιά και αδράνεια. Υπάρχουν κ’ εδώ πέρα
ένα σωρό δουλειές, καθήκοντα κ’ ευθύνες, όπως λένε.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Δ’ Τόμος] (1978)

Πορτρέτο Γιάννη Ρίτσου: Φαέθων Γρυπάρης

eirini aivaliwtouΓιάννης Ρίτσος, Ο Φαροφύλακας (απόσπασμα)
Περισσότερα