Βιβλιοστάτης

Χριστόφορος Λιοντάκης: Μα πριν ο μαύρος θάνατος τη σαϊτιά μου ρίξει, γλυκούς σκοπούς τραγούδησα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένας άγνωστος αρχαίος ποιητής (1ος – 2ος αιώνας μ.Χ.) από τους Αρκάδες (Ίνι) – στην ευρύτερη περιοχή του Αρκαλοχωρίου στο Ηράκλειο της Κρήτης – είχε γράψει:

 

...«ἀλλὰ πρὶν ἢ θάνατος βάλ’ ὀϊστῷ μολπὰς ἔμελψα 

αὐλῶν τῶν λιγυρῶν ἦχος ἀνευρόμενος.

Μοῖραν δ’ οὐκ ἀπέκλωσε θεὸς ἐμὲ θνητὸν ἐόντα·

κεῖμαι τω̣»…

 

Που σημαίνει:

 

«Μα πριν ο μαύρος θάνατος τη σαϊτιά μου ρίξει, γλυκούς σκοπούς τραγούδησα

με των αυλών τον ήχο.

Κι’ ας μη με γλύτωσ’ ο Θεός απ’ των θνητών τη μοίρα.

Κοίτομαι εδώ»…

 

***

Ο στίχος (*) από αυτό το ποίημα ήταν από τους αγαπημένους του Χριστόφορου Λιοντάκη. Ένας στίχος που τον είχε στο γραφείο του στο Ίνι.

Ένας στίχος που περιγράφει με 25 λέξεις τη ζωή του Χριστόφορου. Τη ζωή που ολοκληρώθηκε το ξημέρωμα της Παρασκευής 26 Ιουλίου 2019.

***

Γεννημένος στο Ηράκλειο το 1945, ο Χριστόφορος Λιοντάκης, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας Δικαίου στο Παρίσι. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Το τέλος του τοπίου», κυκλοφόρησε το 1973. Για το έργο του είχε τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και αγγλικά.

***

Για τον αγαπημένο φίλο των παιδικών μας χρόνων, το Ίδρυμα Θεοχαράκη κάνει αφιέρωμα τη Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019 στις 6 μ.μ.

Ο κύκλος των ποιητών στο Café Merlin, «υποδέχεται» τον Χριστόφορο Λιοντάκη.

Στην εκδήλωση συμμετέχουν:

Γιώργος Βέης, Άννα Γρίβα, Μάρω Δούκα, Νίκος Ερηνάκης, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Κώστας Καναβούρης, Τάκης Μαυρωτάς, Θανάσης Νιάρχος, Γιώργος Ψάλτης.

Επιμέλεια Κύκλου: Ιουλίτα Ηλιοπούλου

Είσοδος ελεύθερη.

***

Ίδρυμα Θεοχαράκη
Βασιλίσσης Σοφίας 9 και Μέρλιν 1
Αθήνα 106 71
Σταθμός μετρό «Σύνταγμα»
Τηλέφωνο: 210-36.11.206

***

(*) M. Guarducci, Inscriptiones Creticae I, V, 42. (Έμμετρη παράφραση Χαράλαμπου Κριτζά). «Ο μεγάλος δρόμος», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017, σελ. 62

Παναγιώτης ΜήλαςΧριστόφορος Λιοντάκης: Μα πριν ο μαύρος θάνατος τη σαϊτιά μου ρίξει, γλυκούς σκοπούς τραγούδησα…
Περισσότερα

“Μεγάλες Προσδοκίες” του Ντίκενς: Τι πρέπει να ξέρετε πριν δείτε την παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr

 

Στις 3 Αυγούστου του 1861 ο Κάρολος Ντίκενς δημοσιεύει στη λογοτεχνική εφημερίδα που επιμελείται ο ίδιος, το τελευταίο μέρος του αριστουργήματός του «Μεγάλες Προσδοκίες». Πρόκειται για την ιστορία του Πιπ, ενός ορφανού αγοριού που βλέπει ξαφνικά την τύχη να του χαμογελά. Του χαμογελά όμως πραγματικά ή μήπως τον ειρωνεύεται; Οι «Μεγάλες προσδοκίες» είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα στον κόσμο.

Μια γενναία κληρονομιά περιμένει τον Πιπ. Και ξαφνικά όλα αλλάζουν γύρω του και μέσα του. Ο δρόμος του διασταυρώνεται με τους δρόμους παράξενων ανθρώπων: ο δραπέτης Μάγκουιτς, η τρελή μις Χάβισαμ, η άκαρδη ωραία Εστέλλα, ο πανούργος δικηγόρος Τζάγκερς και πολλοί άλλοι μπερδεύουν τη ζωή και την ψυχή του ήρωα.

Χαρακτήρες που η πένα του Κάρολου Ντίκενς ζωντανεύει με τις πιο αδρές πινελιές και τις πιο λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, με χιούμορ και δραματική ένταση, στήνοντας μια δυνατή πλοκή μέσα στο σκοτεινό σκηνικό του Λονδίνου των αρχών του 19ου αιώνα.

Ο Κάρολος Ντίκενς, ορθότερα Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870) υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής. Μερικά από τα διασημότερα έργα του, στην πλειονότητα των οποίων κυριαρχεί το θέμα της κοινωνικής μεταρρύθμισης, είναι ο Όλιβερ Τουίστ, η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, η Ιστορία των Δύο Πόλεων, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Μεγάλες Προσδοκίες κ.α.

Πολλά από τα μυθιστορήματά του, με το έντονο ενδιαφέρον που παρουσίαζαν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, εμφανίστηκαν αρχικά στα περιοδικά σε συνέχειες, πρακτική ιδιαιτέρως διαδεδομένη την εποχή εκείνη. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, οι οποίοι ολοκλήρωναν τα μυθιστορήματά τους πριν τα εκδώσουν σε συνέχειες, ο Κάρολος Ντίκενς έγραφε και συγχρόνως εξέδιδε το μυθιστόρημά του.

Η πρακτική αυτή προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές με αποτέλεσμα το αναγνωστικό κοινό να αναμένει πάντα με αδημονία τη συνέχεια.

Ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας στα έργα του σχολιάζει τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του, αναπλάθει την ατμόσφαιρά της, αλλά επίσης συνθέτει χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν στοιχεία που ξεπερνούν τα συγκεκριμένα χρονικά όρια. Δεν λείπουν απ’ αυτά, ωστόσο, ο έρωτας, οι ίντριγκες, αλλά και η αστυνομική ιστορία.

Αν θέλει κανείς να καταλάβει περισσότερα για την προσωπικότητα του ανθρώπου και συγγραφέα Ντίκενς, θα μπορούσε να αναφέρει ένα περιστατικό της σύντομης αλλά θαυμαστής ζωής του, που χρησιμοποιεί η βιογράφος του Κλερ Τόμαλι.

 

 

«Βικτωριανή Αγγλία, 14 Ιανουαρίου 1840. Στο ομώνυμο πτωχοκομείο του Μέριλμπον, που βρίσκεται μέσα σε ένα περίπλοκο σύμπλεγμα κτηρίων, σε μια άναρχα δομημένη περιοχή του κεντρικού Λονδίνου, διεξάγεται δικαστική έρευνα για τον θάνατο ενός νεογνού. Η πλατεία Τραφάλγκαρ την εποχή εκείνη βρίσκεται ακόμη στα χαρτιά, ενώ ένα μεγάλο μέρος της πρωτεύουσας το χαρακτηρίζουν η φτώχεια και η ανέχεια.

Η Ελίζα Μπέρτζες, μια ορφανή παραδουλεύτρα ετών 25 ετών, κατηγορείται ότι σκότωσε το νεογέννητο παιδί της στην κουζίνα των αφεντικών της. Έχουν κληθεί, ως ένορκοι, οι ιδιοκτήτες και οι ένοικοι του συγκροτήματος, δώδεκα άτομα συνολικά, προκειμένου να αποδώσουν δικαιοσύνη -οι μεσόκοποι της περιοχής θεωρούν ότι πρέπει να επιβληθεί στη μητροκτόνο η πιο βαριά τιμωρία.

Ανάμεσά τους όμως βρίσκεται ένας νεαρός άνδρας που πρόσφατα έχει μετακομίσει εκεί. Δεν απαιτείται πολλή ώρα για να καταλάβει κανείς ότι είναι πολύ διαφορετικός από τους άλλους. Δεν είναι ούτε ψηλός ούτε κοντός, είναι κομψός και εντυπωσιακά ντυμένος. Πίσω από τα μαύρα κατσαρά μαλλιά του, που πέφτουν άτακτα στο μέτωπο και στο κολάρο του, διακρίνεται ένα ζωηρό, σπινθηροβόλο βλέμμα που διατρέχει ερευνητικά την αίθουσα.

Ο ξεχωριστός αυτός 28χρονος δανδής, που ακούει στο όνομα Κάρολος Ντίκενς, πιστεύει στην αθωότητα της Ελίζας. Πιθανότατα υπήρξε θύμα βιασμού και αργότερα έχασε στις σκάλες το αγοράκι της σε μια άτυχη στιγμή του καθημερινού της μόχθου, όταν έσπευσε να ανοίξει την πόρτα σε δύο κυρίες που είχαν έλθει για επίσκεψη. Το παιδί, κατά τα φαινόμενα, γεννήθηκε νεκρό και οι προσπάθειες της μητέρας να καλύψει την ιστορία σίγουρα δεν αγγίζουν τα όρια της ευθύνης.

Ο Κάρολος την υπερασπίζεται με πάθος, τα επιχειρήματά του συντρίβουν τις αμφιβολίες των υπολοίπων».

Και σίγουρα δεν αφήνει μια γυναίκα να καταστρέψει τη ζωή της από μια άδικη κατηγορία.

Αυτή άλλωστε η συναισθηματικότητα και η αληθοφάνεια του συγγραφέα που κυριαρχεί στο έργο του και προσδίδει πόντους στην καλλιέργεια της πεζογραφίας του έχει επαινεθεί από συναδέλφους του όπως ο Τζορτζ Γκίσινγκ, ο Λέων Τολστόι, ο Τζορτζ Όργουελ και ο Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον. Αντίθετα, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Χένρι Τζέιμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, τον επέκριναν για την ντελικάτη συναισθηματικότητα, την απουσία ψυχολογικού βάθους και το χαλαρό πεζογραφικό ύφος. Ο όρος Ντικενσιανός έχει επικρατήσει για να περιγράψει φτωχές κοινωνικές συνθήκες ή αντιπαθείς χαρακτήρες στα όρια του κωμικού.

 

 

Η υπόθεση

Οι «Μεγάλες Προσδοκίες» είναι η υπέροχη ιστορία του νεαρού Πιπ που ζει στη φτώχεια του χωριού του, ώσπου οι τρομερές συμπτώσεις τον φέρνουν στο Λονδίνο, στους κύκλους του «καλού κόσμου». Μέσα από τις περιπέτειες του Πιπ, που παρατηρεί τον κόσμο γεμάτος όνειρα κι ερωτηματικά, ο Ντίκενς περιγράφει την Αγγλία της πρώτης βιομηχανικής εποχής, μιας σκληρής εποχής όπου όμως τα θαύματα ήταν δυνατά. Με φόντο την ύπαιθρο, που παρακμάζει, και το άστυ, που αναπτύσσεται γοργά, ο Ντίκενς δημιουργεί μια σειρά αξιαγάπητους χαρακτήρες (όπως τον καλοκάγαθο Τζο και τη γλυκιά Μπίντυ) που συγκρούονται με τους Κακούς, που κι αυτοί απ’ την πλευρά τους έχουν τις δικαιολογίες τους.

Η ωραία Εστέλλα είναι δύστροπη και καταστροφική, η μις Χάβισαμ είναι μισότρελη, η αδελφή του Πιπ είναι μια μέγαιρα: και ο Μάγκγουιτς, που αποτελεί με τον τρόπο του το κέντρο αυτής της ιστορίας, είναι ένας παράνομος – σαν τον Γιάννη Αγιάννη στους Αθλίους. Όμως πίσω από τα φαινόμενα κρύβονται απρόσμενες αλήθειες και παλιά μυστικά που συνιστούν την ίδια την πλοκή και που κινούν το γαϊτανάκι των ηρώων. Ο ανικανοποίητος έρωτας, η φιλία, η μοίρα, η εκδίκηση, οι ταξικές συγκρούσεις, η κοινωνική αναρρίχηση, η αρρώστια, ο θάνατος και η λύτρωση περιγράφονται εδώ με ρεαλισμό και χιούμορ: οι δραματικές σκηνές είναι συνταρακτικές, οι κωμικές είναι ξεκαρδιστικές και οι πρώτες διαδέχονται τις δεύτερες σε μια μνημειώδη σύνθεση.

Κινηματογραφικές μεταφορές

Το βιβλίο έχει γνωρίσει δεκάδες κινηματογραφικές μεταφορές. Πιο διάσημη από όλες παραμένει η ταινία του 1946 σκηνοθετημένη από τον Ντέιβιντ Λιν. Ακόμη, αίσθηση έχουν κάνει μια ελεύθερη διασκευή του Αλφόνσο Κουαρόν με τους Ίθαν Χοκ και Γκουίνεθ Πάλτροου (1998), καθώς και μια τηλεταινία του BBC (1999) με τη Σαρλότ Ράμπλινγκ στο ρόλο της Μις Χάβισαμ.

Η πιο πρόσφατη παραγωγή γυρίστηκε το 2012 και έκανε πρεμιέρα στη χώρα μας στις 18 Απριλίου 2013. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Μάικ Νιούελ, ένας καλός επαγγελματίας του βρετανικού σινεμά, ο οποίος έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε πολλά είδη: από τις ερωτικές κομεντί («Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία») και τις γκανγκστερικές ταινίες («Ντόνι Μπράσκο»), μέχρι τις υπερπαραγωγές φαντασίες («Χάρι Πότερ 4»).

Οι “Μεγάλες Προσδοκίες”, γραμμένες στα 1860-61, ξεχωρίζουν από τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Ντίκενς για το πολύπλευρο, το περισσότερο οικείο κι ανθρώπινο των διαφόρων προσώπων τους. Εδώ, μονάχα ο Κομπέισον κι ο Όρλικ είναι βαθύτερα κακοί, μόνο ο Τζο κι η Μπίντυ, ίσως ακόμα κι ο Ερβέρτος κι η Κλάρα, είναι ουσιαστικά καλοί. […]

 

 

Ανθρώπινη ουσία

Το βιβλίο αυτό έχει αναμφισβήτητη δραματική δύναμη κι η τέχνη του, καθώς και το μήνυμα που αναπτύσσεται σε αυτές τις συγκινητικές σελίδες, έχει μια βαθύτερη ανθρώπινη ουσία.
Ο συγγραφέας, έχοντας μια τραυματική εμπειρία της φτώχειας και της αδικίας κατά την παιδική του ηλικία, πλάθει χαρακτήρες και γεννά με τη φαντασία του καταστάσεις που αντικαθρεπτίζουν τη βρετανική κοινωνία των βικτωριανών χρόνων.

Ο πλούτος έρχεται σε αντίθεση με τη μιζέρια και τη μεγάλη φτώχεια, ο έρωτας βρίσκεται σε συνεχή διαμάχη με την απόρριψη, ο σνομπισμός με την πίκρα των περιφρονημένων, το δίκαιο με το άδικο. Στο τέλος νικά η καλοσύνη, η καλή πλευρά του ανθρώπου έρχεται στην επιφάνεια ενώ ο σκοταδισμός και το κακό περιορίζονται. Στις «Μεγάλες Προσδοκίες», μάλιστα, ο συγγραφέας εμβαθύνει περισσότερο στην ψυχολογική ανάλυση των προσώπων του σε σχέση με άλλα έργα του.

Εγκλήματα, αθλιότητα, κτηνωδία και θάνατος συνυπάρχουν με κωμική εφευρετικότητα και απέραντη τρυφερότητα στο έργο του Τσαρλς Ντίκενς.

 

Πορτρέτο του Τσαρλς Ντίκενς από τον Ουίλιαμ Πάουελ Φριθ (1859). Ανήκει στο Μουσείο Βικτώρια και Άλμπερτ.

***

“Μεγάλες Προσδοκίες”: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ

***

Ο Κάρολος Ντίκενς (Τσαρλς Ντίκενς Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος.

Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους και κριτικούς της κοινωνίας. Επινόησε ορισμένους από τους γνωστότερους διεθνώς φανταστικούς χαρακτήρες και θεωρείται από πολλούς ως ο σπουδαιότερος συγγραφέας της Βικτωριανής Εποχής. Τα έργα του έχαιραν άνευ προηγουμένου δημοτικότητας κατά τη διάρκεια της ζωής του, ενώ αυτή η δημοφιλία διατηρείται και σήμερα τόσο για τα μυθιστορήματα όσο και για τα διηγήματά του. Οι κριτικοί της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα όπως και οι ακαδημαϊκοί τον έχουν αναγνωρίσει ως μια λογοτεχνική διάνοια.

Ο Ντίκενς γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ. Αφού ο πατέρας του φυλακίστηκε λόγω χρεών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο για να εργαστεί σε εργοστάσιο. Παρά την απουσία επίσημης εκπαίδευσης, αναδείχθηκε σε ακούραστο επιστολογράφο, ενώ επιμελούνταν συντακτικά μια εβδομαδιαία έκδοση για 20 χρόνια. Έγραψε 15 μυθιστορήματα, 5 νουβέλες, εκατοντάδες διηγήματα και μη λογοτεχνικά άρθρα. Έδωσε έναν εκτεταμένο αριθμό διαλέξεων και ήταν στρατευμένος υπέρ των δικαιωμάτων των παιδιών, της εκπαίδευσης και άλλων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Η λογοτεχνική επιτυχία του Ντίκενς ξεκίνησε με το λογοτεχνικό του ντεμπούτο, «Τα έγγραφα του Πίκγουικ», μια ιστορία που άρχισε να εκδίδεται το 1836, σε μηνιαίες συνέχειες. Σε λίγα χρόνια είχε μετατραπεί σε διεθνή λογοτεχνική διασημότητα, γνωστή για το χιούμορ, τη σάτιρά της και τη διορατική ματιά της στους χαρακτήρες και την κοινωνία. Τα μυθιστορήματά του, εκδίδονταν σε μηνιαίες ή εβδομαδιαίες συνέχειες, πρωτοπορώντας στο εκδοτικό οικοσύστημα της λογοτεχνίας, που τελικά έγινε ο κανόνας της Βικτωριανής Εποχής. Αυτή η συγγραφική πρακτική επέτρεπε στον Ντίκενς να σφυγμομετρεί την απόκριση του κοινού και ακολούθως τροποποιούσε την πλοκή και την ανάπτυξη του χαρακτήρα, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των αναγνωστών του. Για παράδειγμα, στον Ντέηβιντ Κόπερφιλντ, όταν ο ποδίατρος της συζύγου του εξέφρασε τη δυσφορία του για τον τρόπο που η δεσποινίς Μάουτσερ αντιλαμβάνεται τις αναπηρίες της, ο Ντίκενς της προσέδωσε θετικά χαρακτηριστικά, ανυψώνοντάς την στα μάτια του αναγνώστη. Επεξεργαζόταν προσεκτικά την πλοκή και εισήγαγε στη διήγησή του συχνά στοιχεία που αφορούσαν τοπικά ζητήματα.

Η πρακτική της συγγραφής σε συνέχειες προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές με αποτέλεσμα το κοινό να περιμένει με ανυπομονησία τη συνέχεια του μυθιστορήματος. Πλήθη φτωχών αναλφάβητων, πλήρωναν μισόλιρα σε εγγράμματους για να τους διαβάσουν τις μηνιαίες συνέχειες, καλλιεργώντας μια νέα γενιά επίδοξων αναγνωστών. Η συνεχής δημοτικότητα των μυθιστορημάτων και των μικρών ιστοριών του, είναι τέτοια που δε σταμάτησαν ποτέ να εκδίδονται.

Ο Ντίκενς θεωρείτο ένας λογοτεχνικός κολοσσός της εποχής του. Η νουβέλα του 1843, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», παραμένει δημοφιλής και συνεχίζει να εμπνέει διασκευές σε κάθε καλλιτεχνικό είδος. Συχνά έχουν διασκευαστεί επίσης ο «Όλιβερ Τουίστ» και οι «Μεγάλες Προσδοκίες» και όπως αρκετά μυθιστορήματά του, επαναφέρουν μνήμες του Βικτωριανού Λονδίνου. Το μυθιστόρημα του 1859, «Ιστορία Δύο Πόλεων», που εξελίσσεται σε Λονδίνο και Παρίσι, είναι το πιο γνωστό του ιστορικό μυθιστόρημα. Η δουλειά του έχει επαινεθεί, για το ρεαλισμό της, την κωμωδία, το πεζογραφικό του ύφος, τους μοναδικούς χαρακτήρες και την κοινωνική κριτική της.

 

Το πατρικό του Κάρολου Ντίκενς, Κομέρσιαλ Ρόουντ 393, Πόρτσμουθ

Ο Κάρολος Ντίκενς (πλήρες όνομα: Τσαρλς Τζον Χάφφαμ Ντίκενς) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812, στο Νο.1 της οδού Μάιλ Έντ (πλέον Κομμέρσιαλ Ρόουντ 393), στο Λάντπορτ της νήσου Πόρτσι (Πόρτσμουθ). Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον Ντίκενς (1785 – 1851) και της Ελίζαμπεθ Ντίκενς, το γένος Μπάρροου (1789 – 1863). Ο πατέρας του ήταν κλητήρας στο Ταμείο Ναύτου και ήταν προσωρινά τοποθετημένος στην περιοχή. Νονός του ήταν ο Κρίστοφερ Χάφφαμ, εξαρτύων του Βασιλικού Ναυτικού, τζέντλεμαν και η κεφαλή μιας εδραιωμένης φίρμας. Πιστεύεται ότι ο Χάφφαμ αποτελεί την έμπνευση για τον Πωλ Ντόμπυ, τον ιδιοκτήτη μιας ναυτιλιακής εταιρείας στο έργο του Ντίκενς: «Ντόμπυ και Υιός» του 1848.

Πατρικό του Ντίκενς στο Τσάθαμ (1817 – Μάιος 1821)

Τον Ιανουάριο του 1815 ο Τζον Ντίκενς ανακλήθηκε στο Λονδίνο και η οικογένεια μετακόμισε στην οδό Νόρφολκ Στριτ, στη συνοικία Φιτσρόβια. Όταν ο Κάρολος ήταν τεσσάρων ετών, μετακόμισαν στο Σίρνες και από εκεί στο Τσάθαμ του Κεντ, όπου έμειναν ώσπου ο Κάρολος έγινε 11 ετών. Η πρώιμη παιδική του ηλικία μοιάζει να ήταν ειδυλλιακή αν και ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του «ως ένα πολύ μικρό και όχι ιδιαίτερα καλομαθημένο παιδάκι».

Ο Κάρολος όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας περνούσε αρκετό καιρό με δραστηριότητες εκτός σπιτιού, αλλά ταυτόχρονα ήταν βιβλιοφάγος. Λάτρευε τα πικαρέσκα μυθιστορήματα, όπως αυτά του Τομπάιας Σμόλετ και του Χένρυ Φήλντινγκ, καθώς και τον Ροβινσώνα Κρούσο και τον Ζυλ Μπλας. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τις «Χίλιες και Μία Νύχτες» και το επτάτομο έργο “Collection of Farces and Afterpieces” της Ελίζαμπεθ Ίντσμπαλντ. Η εξαιρετική μνήμη που διέθετε, του επέτρεπε να διατηρεί ζωηρές αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, όπως και μνήμες χαρακτήρων και γεγονότων, στοιχείο που χρησιμοποίησε στο λογοτεχνικό του έργο. Η σύντομη εργασία του πατέρα του ως κλητήρα στο Ταμείο Ναύτου, του επέτρεψε την ολιγοετή πολυτέλεια ιδιωτικής εκπαίδευσης, αρχικά υπό δασκάλα και αργότερα στο Τσέιτεϊμ, υπό τον Ουίλλιαμ Γκάιλς, ένα σχισματικό.

Αυτή η περίοδος έληξε απότομα τον Ιούνιο του 1822, όταν ο Τζον Ντίκενς ανακλήθηκε στα κεντρικά του Ταμείου Ναύτου στον Οίκο Σόμερσετ και ακολούθως όλη η οικογένεια, εκτός του Καρόλου, που έμεινε πίσω για να τελειώσει τις εξετάσεις του, μετακόμισε στο Κάμντεν, στο Λονδίνο. Η οικογένεια εγκατέλειψε το Κεντ, με χρέη που συσσωρεύονταν ραγδαία και καθώς ο Τζον δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα έξοδά του, ο δανειστής του, ένας αρτοποιός, τον κυνήγησε για ένα χρέος 40 λιρών και τον έριξε στη φυλακή του Μάρσαλσι, στο Σάουθγουορκ, στο Λονδίνο, το 1824. Η σύζυγός του και τα νεαρότερα αδέλφια του Καρόλου, ακολούθησαν τον πατέρα τους στη φυλακή, όπως συνηθιζόταν για τους φτωχότερους οφειλέτες, καθώς δεν μπορούσαν να τους προσφέρουν αλλιώς στέγη και τροφή. Ο Κάρολος, δώδεκα πλέον ετών, διέμενε με την Ελίζαμπεθ Ρόυλανς, οικογενειακή φίλη, στο Κόλλετζ Πλέις 112, στο Κάμντεν. Η Ρόυλανς ήταν «μια φτωχή γριά, γνωστή στην οικογένειά μας», την οποία ο Ντίκενς απαθανάτισε με «μερικές μικροαλλαγές και ωραιοποιήσεις», ως «κα Πίπκιν» στο μυθιστόρημα «Ντόμπυ και Υιός».


Το προαύλιο της φυλακής Μάρσαλσι (περίπου το 1897). Η φυλακή είχε κλείσει το 1842

Αργότερα, διέμεινε στη σοφίτα του σπιτιού ενός δικαστικού κλητήρα, του Άρτσιμπαλντ Ράσσελ, «ενός παχουλού, καλοκάγαθου και ευγενικού γερο-τζέντλεμαν… με σύζυγο μια ήσυχη γριούλα» και το χωλό γιο τους, στη Λαντ Στριτ στο Σάουθγουορκ. Παρείχαν στον Κάρολο την έμπνευση για τους Γκάρλαντς στο Παλαιοπωλείο (The old curiosity shop).

Σχέδιο από τον Φρεντ Μπέρναρντ του Καρόλου Ντίκενς να δουλεύει στο εργοστάσιο παραγωγής βερνικιών παπουτσιών, αφότου ο πατέρας του είχε φυλακιστεί στο Μάρσαλσι, όπως δημοσιεύτηκε στο έργο του 1892 του Φόρστερ Life of Dickens.
Περνούσε τις Κυριακές του στη φυλακή του Μάρσαλσι, για να βλέπει τον πατέρα του, μαζί με την αδερφή του Φράνσις, που ήταν ελεύθερη από τη μελέτη της στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία. Ο Ντίκενς αργότερα χρησιμοποίησε τη φυλακή ως το περιβάλλον του μυθιστορήματος «Η μικρή Ντόρριτ». Ο Ντίκενς σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο για να πληρώσει τα έξοδα στέγασής του, για να βοηθήσει την οικογένειά του και στην αποπληρωμή χρέους του πατέρα του. Εργαζόταν σε δεκάωρες βάρδιες στην αποθήκη βερνικιών παπουτσιών του Γουώρρεν, στα Χάνγκερφορντ Στερς, κοντά στο σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό του Τσάρινγκ Κρος. Έβγαζε μόλις 6 σελίνια την εβδομάδα κολλώντας ετικέτες σε βαζάκια με βερνίκι παπουτσιών. Οι κουραστικές και συχνά απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες έμειναν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του Ντίκενς και επηρέασαν το λογοτεχνικό του έργο αλλά και τα δοκίμιά του. Αυτή η εμπειρία αποτελούσε το θεμέλιο για το ενδιαφέρον του στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις συμβάσεις εργασίας, την αυστηρότητα των οποίων επωμίζονταν αδίκως οι φτωχοί. Αργότερα, έγραψε χαρακτηριστικά: «… πόσο εύκολα θα μπορούσα να είχα παρασυρθεί σε τόσο νεαρή ηλικία». Χαρακτηριστικά διηγούνταν στο βιογράφο του Τζον Φόρστερ (από το The Life of Charles Dickens):

Η αποθήκη βερνικιών ήταν το τελευταίο κτήριο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στην παλιά συνοικία των Χάνγκερφορντ Στερς. Επρόκειτο για ένα χαοτικό, ετοιμόρροπο παλιό οίκημα, που ρύπαινε τον ποταμό με τα απόβλητά του και είχε κυριολεκτικά κατακλυστεί από τους αρουραίους. Τα δωμάτια με τις ξύλινες επενδύσεις, τα σάπια πατώματα, η ετοιμόρροπη σκάλα και οι γκρίζοι γερο-αρουραίοι, που εφορμούσαν στα κελάρια, τα σκουξίματα και γρατσουνίσματά τους να ηχούν από τις σκάλες όλη την ώρα, όπως και η βρωμιά και η αποσύνθεση του μέρους, είναι ξεκάθαρα ακόμη μπροστά μου, σα να βρισκόμουν και πάλι εκεί. Το λογιστήριο βρισκόταν στον πρώτο όροφο, έχοντας μια εποπτική άποψη του ποταμού και των φορτηγίδων κάρβουνου. Εκεί υπήρχε μια εσοχή, όπου ήταν το πόστο εργασίας μου. Αντικείμενο εργασίας μου ήταν να καλύπτω τα δοχεία με το βερνίκι: Πρώτα, με ένα φύλλο λαδόχαρτου και μετά με ένα κομμάτι μπλε χαρτιού. Μετά τα έδενα με σπάγκο και στο τέλος έκοβα κοντά και ταιριαστά το χαρτί, γύρω από το στόμιο, έτσι που έμοιαζε με δοχείο αλοιφής, που έβρισκε κανείς σε φαρμακείο. Όταν ολοκλήρωνα ένα συγκεκριμένο αριθμό πακεταρισμένων δοχείων, κολλούσα στο καθένα μια τυπωμένη ετικέτα και ξανάρχιζα από την αρχή. Δύο ή τρία άλλα αγόρια είχαν ανάλογα καθήκοντα στο ισόγειο με παρόμοιο μισθό. Ένα από αυτά, φορώντας μια κουρελιασμένη ποδιά και ένα χάρτινο καπέλο, ήρθε το πρωί της πρώτης μου Δευτέρας στην αποθήκη και μου έδειξε το κόλπο, με το οποίο έσφιγγε το σπάγκο και έδενε τον κόμπο. Ονομαζόταν Μπομπ Φάγκιν και πολύ αργότερα, λογοτεχνική αδεία, δανείστηκα το όνομά του στο μυθιστόρημα Όλιβερ Τουίστ.

 

 

 

Σχέδιο από τον Φρεντ Μπέρναρντ του Καρόλου Ντίκενς να δουλεύει στο εργοστάσιο παραγωγής βερνικιών παπουτσιών, αφότου ο πατέρας του είχε φυλακιστεί στο Μάρσαλσι, όπως δημοσιεύτηκε στο έργο του 1892 του Φόρστερ Life of Dickens.

 

Όταν η αποθήκη μετακινήθηκε στην οδό Χάντος στην πολυάσχολη περιοχή του Κόβεντ Γκάρντεν, τα αγόρια εργάζονταν σε ένα δωμάτιο, που το παράθυρο φαινόταν από το δρόμο. Έτσι, συγκεντρώνονταν ένα μικρό κοινό στο δρόμο που τους παρακολουθούσε να εργάζονται. Κατ’ εκτίμηση του βιογράφου του Ντίκενς, του Σάιμον Κάλλοου, η εργασία τους σε κοινή θέα ήταν «μια ακόμη εξέλιξη που επέτεινε τη μιζέρια του».

Ο θάνατος της Ελίζαμπεθ Ντίκενς, γιαγιάς του Τζον Ντίκενς από τη μεριά του πατέρα του, απροσδόκητα κληροδότησε στον φυλακισμένο Τζον Ντίκενς 450 λίρες. Εν αναμονή της απόδοσης της κληρονομιάς, ο πατέρας του Καρόλου Ντίκενς αποφυλακίστηκε λίγους μήνες μετά τον εγκλεισμό του. Σύμφωνα με το Δίκαιο των Αρρύθμιστων Οφειλετών, ο Τζον Ντίκενς συμφώνησε την εξόφληση των χρεών του στους πιστωτές του και έτσι η οικογένειά του έφυγε από τη φυλακή του Μάρσαλσι, αναζητώντας στέγη στο σπίτι της κυρίας Ρόιλανς.

Η μητέρα του Καρόλου, η Ελίζαμπεθ Ντίκενς, δε στήριξε την άμεση αποχώρηση του γιου της από την αποθήκη βερνικιών. Αυτή η στάση επηρέασε βαθύτατα τον Κάρολο και τον ώθησε να διαμορφώσει την άποψη ότι ο πατέρας πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις στην οικογένεια και ότι η μητέρα πρέπει να βρει το ρόλο της, περιορισμένη στα καθήκοντα του σπιτιού: «Ποτέ μετά δεν ξέχασα, δε θα ξεχάσω, δεν μπορώ να ξεχάσω, ότι η μητέρα μου ήταν θετική, στο ενδεχόμενο επιστροφής μου στη βιοτεχνία βερνικιών». Η αδυναμία της μητέρας του να ανταποκριθεί στη θέλησή του για αποδέσμευση από το εργοστάσιο βερνικιών, ήταν καταλυτικός παράγοντας για την πικρία του απέναντι στις γυναίκες.

Η δίκαιη αγανάκτηση που πήγαζε από την προσωπική του κατάσταση και από τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων της εργατικής τάξης έγινε ένα από τα κεντρικά θέματα του λογοτεχνικού του έργου και αυτήν τη δυστυχισμένη περίοδο της νιότης του υπενθυμίζει, στην αγαπητή και πιο αυτοβιογραφική του νουβέλα, τον Ντέιβιντ Κόππερφιλντ: «Δεν είχα καμία συμβουλή, καμία δεύτερη γνώμη, καμία ενθάρρυνση, καμία παρηγοριά, καμία βοήθεια, καμία υποστήριξη, κανενός είδους, από κανέναν, όσο μπορώ να θυμηθώ, όσο και ελπίζω να πάω στον Παράδεισο!».

Αφού ο Κάρολος Ντίκενς απαλλάχθηκε από τη δουλειά που μισούσε, εστάλη στην Ακαδημία του Οίκου Γουέλινγκτον στην πόλη του Κάμντεν, όπου παρέμεινε δύο χρόνια, ως το Μάρτιο του 1827. Δεν το θεωρούσε καλό σχολείο: «Πολλή από τη χαοτική, ανοργάνωτη διδασκαλία και την έλλειψη πειθαρχίας που τονίζονταν περαιτέρω από τη σαδιστική βιαιότητα του διευθυντή, τους ελεεινούς κλητήρες και τη γενική ατμόσφαιρα αποσάθρωσης, ενσωματώνονται στο έργο Ντέιβιντ Κόππερφιλντ, στην επιχείρηση του κου Κρικλ».

Ο Ντίκενς εργάστηκε στο νομικό γραφείο των Έλλις και Μπλακμορ, δικηγόρων στο δικαστήριο επί της διασταύρωσης των οδών Χόλμπορν και Γκρέι Ινν, ως βοηθός κλητήρα από το Μάιο 1827 ως το Νοέμβριο του 1828. Είχε το χάρισμα του μίμου και μπορούσε να υποδυθεί πρόσωπα από το περιβάλλον του: πελάτες, δικηγόρους και κλητήρες. Ήταν φανατικός θεατρόφιλος. Ισχυρίζονταν ότι για τουλάχιστον τρία χρόνια παρακολουθούσε καθημερινά θεατρικές παραστάσεις. Ο αγαπημένος του ηθοποιός ήταν ο Τσαρλς Μάθιους και ο Ντίκενς είχε αποστηθίσει τους πολυμονολόγους του (φάρσες στις οποίες ο Μάθιους υποδυόταν όλους τους χαρακτήρες).

Ακολούθως, έχοντας μάθει στενογραφία βάσει του συστήματος Γκέρνεϊ στον ελεύθερο χρόνο του, εγκατέλειψε τη δουλειά του κλητήρα για να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία. Ένας μακρινός συγγενής, ο Τόμας Κάρλτον, ήταν ανεξάρτητος ανταποκριτής σε υποθέσεις αστικού δικαίου και έτσι ο Ντίκενς κατόρθωσε να λάβει θέση στο ακροατήριο, ώστε να εργαστεί ως ανταποκριτής, καλύπτοντας τα νομικά τεκταινόμενα για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Αυτή η προϋπηρεσία είναι εμφανής στα έργα του «Νίκολας Νίκλμπι», «Ντόμπυ & Υιός» και ιδιαίτερα στο έργο «Ο Ζοφερός Οίκος». Η ζωντανή αναπαράσταση των μηχανορραφιών και της γραφειοκρατίας του νομικού συστήματος, διαφώτισαν το κοινό και λειτούργησαν ως όχημα διασποράς των αντιλήψεων του Ντίκενς, σχετικά με το βαρύ φορτίο που επωμίζονταν οι άποροι, που αναγκάζονταν λόγω συνθηκών να καταφύγουν στο Νόμο. Κανείς άλλος ανταποκριτής στο Λονδίνο δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Κάρολο Ντίκενς στην ακρίβεια και στην ταχύτητα των ειδήσεων.

Το 1830 ο Ντίκενς γνώρισε την πρώτη του αγάπη, τη Μαρία Μπίτνελλ, η οποία θεωρείται ότι αποτέλεσε το πρότυπο για το χαρακτήρα της Ντόρα στο έργο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Οι γονείς της Μαρίας όμως, δεν το ενέκριναν για την κόρη τους και διέκοψαν τη σχέση τους, στέλνοντάς την σε σχολείο στο Παρίσι.

 

 

Δημοσιογραφία και πρώτα μυθιστορήματα

Το 1832, στην ηλικία των 20 ετών, ο Ντίκενς ήταν δραστήριος και η αυτοπεποίθησή του ολοένα και αυξανόταν. Απολάμβανε τις μιμήσεις και την ψυχαγωγία που ήταν δημοφιλής στην εποχή του, δε διέθετε ούτε ξεκάθαρη ούτε συγκεκριμένη άποψη του τι ήθελε να γίνει και παρόλα αυτά γνώριζε ότι επιθυμούσε φήμη. Με το θέατρο να του ασκεί έλξη -έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της λέσχης Γκάρρικ- κατόρθωσε να συμμετέχει σε διανομή ρόλου ηθοποιού στο Κόβεντ Γκάρντεν, όπου ο διαχειριστής Τζωρτζ Μπράντλεϊ και ο ηθοποιός Τσαρλς Κεμπλ θα τον αξιολογούσαν. Ο Ντίκενς προετοιμάστηκε ενδελεχώς και αποφάσισε να μιμηθεί τον κωμικό Τσαρλς Μάθιους, αλλά τελικά έχασε την ακρόαση εξαιτίας ενός κρυολογήματος. Πριν προκύψει άλλη ευκαιρία, είχε ήδη ξεκινήσει τη συγγραφική του καριέρα. Το 1833 απέστειλε την πρώτη του ιστορία (“A Dinner at Poplar Walk”) στο λονδρέζικο περιοδικό Μηναίο Περιοδικό (Monthly Magazine). Ο Γουίλιαμ Μπάρροου, θείος του από την πλευρά της μητέρας του, του πρόσφερε εργασία στον «Καθρέπτη της Βουλής» (The Mirror of Parliament) και εργάστηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου για πρώτη φορά στις αρχές του 1832. Νοίκιασε δωμάτιο στο πανδοχείο του Φέρνιβαλ και εργάστηκε ως πολιτικός ανταποκριτής, δημοσιογραφώντας για τις αντιδικίες του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ ταξίδεψε σε αρκετά μέρη της Βρετανίας για να καλύψει εκλογικές εκστρατείες για λογαριασμό του «Πρωινού Χρονικού» (Morning Chronicle).

Η δημοσιογραφία του, υπό τη μορφή σχεδιαγραμμάτων σε περιοδικά, αποτέλεσε την πρώτη ανθολογία διηγημάτων του, που δημοσιεύτηκε το 1836 υπό τον τίτλο «Σκιαγραφήματα του Μποζ» (Sketches by Boz), όπου το Μποζ ήταν οικογενειακό υποκοριστικό που ο ίδιος χρησιμοποιούσε ως ψευδώνυμο για μερικά χρόνια. Ο Ντίκενς το υιοθέτησε από το ψευδώνυμο Μωυσής, που είχε προσδώσει στο νεότερο αδελφό του, Αύγουστο Ντίκενς, βάσει ενός χαρακτήρα του έργου «Ο Βικάριος του Γουέικφιλντ» του Όλιβερ Γκόλντσμιθ. Οποτεδήποτε το πρόφερε κάποιος με κρυολόγημα, το «Μόουζεζ» μετατρέπονταν σε «Μπόουζεζ», που αργότερα συντμήθηκε σε «Μποζ». Ένας κριτικός λογοτεχνίας της εποχής του έγραψε το 1849: «Ο κος Ντίκενς, σαν να ήθελε να πάρει εκδίκηση για το περίεργο όνομά του, αποδίδει ακόμη πιο περίεργα ονόματα στις φανταστικές δημιουργίες του».

Συνεισέφερε και επιμελήθηκε περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής του καριέρας. Τον Ιανουάριο του 1935 το «Πρωινό Χρονικό» εξέδωσε μια εσπερινή έκδοση υπό την επιμέλεια του κριτικού μουσικής της εφημερίδας, Τζορτζ Χόγκαρθ. Ο Χόγκαρθ κάλεσε τον Ντίκενς να συνεισφέρει με Σκιαγραφήματα Δρόμου. Αυτός έγινε τακτικός επισκέπτης στο σπίτι του πρώτου στο Φούλαμ, καθώς η αγάπη του Χόγκαρθ για τον Γουόλτερ Σκοτ, γνωστό Σκωτσέζο λογοτέχνη και κοινό ήρωα των δύο αντρών, του διέγειρε το ενδιαφέρον, ενώ απολάμβανε την παρέα των τριών θυγατέρων του Χόγκαρθ, της Τζορτζίνα, της Μαίρη και της δεκαεννιάχρονης Κάθριν.

Στις διαθέσιμες ώρες του έγραφε διηγήματα, βάζοντας μέσα τα πρόσωπα που γνώριζε, τους ανθρώπους που συναντούσε στο δρόμο και τους τύπους που δημιουργούσε με τη γόνιμη φαντασία του, εμφυσώντας στον καθένα τη γνώριμη πνοή του Ντίκενς. Την ίδια χρονιά, ένα άλλο από τα διηγήματά του δημοσιεύθηκε και αποτέλεσε την εκκίνηση της σταδιοδρομίας που επρόκειτο να δικαιώσει τη βαθιά πεποίθηση που είχε από τα πρώτα του παιδικά χρόνια ότι επρόκειτο να γίνει μεγάλος. Το Μάρτιο του 1836 κυκλοφόρησαν τα “Χαρτιά του Πίκγουικ”, που έγιναν ανάρπαστα από το αναγνωστικό κοινό. Μετά εκδόθηκε ο “Όλιβερ Τουίστ”, εμπνευσμένος από όσα είχε δει και γνωρίσει ο Ντίκενς στις περιοδείες του ως ανταποκριτής εφημερίδος.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αυτών επιτυχιών του, ο Ντίκενς είχε παντρευτεί την Αικατερίνη Χόγκαρθ και η οικογένειά του μεγάλωσε με γοργό ρυθμό, καθώς απέκτησε 10 παιδιά. Τα οικονομικά του επίσης βελτιώθηκαν πολύ και συνεχώς άλλαζε σπίτι, το ένα πιο μεγάλο από το άλλο.

Η δημοτικότητα του Ντίκενς μεγάλωνε κι αυτή. Έγινε γνωστός στην Αμερική, όσο ήταν και στην Αγγλία. Το 1842 διέσχισε τον Ατλαντικό και οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν με τον χαρακτηριστικό ενθουσιασμό τους. Κι όμως, του νεαρού Ντίκενς οι Αμερικανοί τού φάνηκαν ακαλλιέργητοι και θορυβώδεις, μασούσαν καπνό, είχαν δούλους και δεν σέβονταν την ξένη πνευματική ιδιοκτησία. Δεν δίστασε καθόλου να εκφράσει τις απόψεις του και γυρίζοντας στην Αγγλία έγραψε, τις όχι και τόσο κολακευτικές, εντυπώσεις του από την Αμερική, στα “Αμερικάνικα Σημειώματα” (1842) και στο “Μάρτιν Τσάζλγουιτ” (1843-1844). Το 1843 είχε εκδώσει τα “Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα” που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα ακολούθησε ο “Δαβίδ Κόπερφιλντ”.

Ο “Δαβίδ Κόπερφιλντ” (1849-1850) είναι σχεδόν η αυτοβιογραφία του Ντίκενς. Στο έργο αυτό απαθανατίζει τον πατέρα του στο πρόσωπο του κ. Μικόμπερ, και τον εαυτό του στο πρόσωπο του Δαβίδ. Το 1859 εξέδωσε την “Ιστορία δύο πόλεων” και το 1860-1861 εξέδωσε σε σειρές τις “Μεγάλες Προσδοκίες”.

Το 1867 μια πολύ δελεαστική προσφορά από την Αμερική τον έκανε να διασχίσει πάλι τον Ατλαντικό. Οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν μ’ έναν ενθουσιασμό άνευ προηγουμένου. Ξέχασαν τα όσα είχε γράψει κάποτε γι’ αυτούς, αλλά κι αυτός αναίρεσε εκείνα τα λόγια του. Σ’ ένα συμπόσιο που έκανε προς τιμήν του το Τυπογραφείο Ντελμόνικο της Νέας Υόρκης, έκανε μια πολύ εύγλωττη έκκληση για τη φιλία των δύο αγγλόφωνων λαών.

Το 1868 ο Ντίκενς επέστρεψε στην Αγγλία και δύο χρόνια αργότερα, το 1870, πέθανε στο Ρότσεστερ. Η σορός του τάφηκε στο Αββαείο του Γουεστμίνστερ.

***

“Μεγάλες Προσδοκίες”: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ

***

«Όλιβερ Τουίστ», «Μεγάλες Προσδοκίες», «Δύσκολα Χρόνια»

Ο Ντίκενς χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους αλλά και σπουδαιότερους κοινωνικούς σχολιαστές, που με τη φαντασία κατόρθωνε να κατακρίνει τα οικονομικά, κοινωνικά και ηθικά σφάλματα της Βικτωριανής Εποχής. Όπως είδαμε, είχε αναγκαστεί να δουλέψει σε εργοστάσιο βερνικιών. Αυτή η εμπειρία του έμεινε ανεξίτηλη όπως και τα βιώματα του από τη χρεοκοπία και τη φυλάκιση του πατέρα του αλλά και η ιδιότητά του ως ανταποκριτή εφημερίδας, με όσα κατέγραψε ύστερα από επαφή με τραγικά συμβάντα, έδωσαν την έμπνευση για τον Όλιβερ Τουίστ. Είδε πολλά παιδιά πληγωμένα θανάσιμα ή νεκρά. Το έργο του Όλιβερ Τουίστ αποδεικνύει το κοινωνικό του ενδιαφέρον. Σε αυτό το έργο διαφαίνονται όλων των ειδών οι ταραχοποιές και εγκληματικές μορφές των φτωχών ανθρώπων, η δυστυχία
όσων δεν είχαν εγκληματική ροπή καθώς και η αστική σκληρή πραγματικότητα.

Όπως αναφέρει και ο John Foster, «δε θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει όσα έζησε τα οποία τον στοιχειώνουν και τον κάνουν δυστυχισμένο ακόμη και ύστερα από χρόνια». Δεν θα θεωρείτο υπερβολή αν ισχυριζόμασταν ότι η ενασχόλησή του με τη βικτωριανή εργατική τάξη τον έκανε τον συγγραφέα που έγινε.
Αν ο πατέρας του δεν τύχαινε κληρονομιάς, ο Κάρολος θα αναγκαζόταν να δουλεύει σε όλη του τη ζωή σαν εργάτης.
Σύμφωνα με τον Louis Cazamian, ο Ντίκενς είχε το σωστό τρόπο να θίγει κοινωνικά θέματα. Τα σημαντικότερα είναι οι επιπτώσεις του Νόμου των Πτωχών του 1834, η παράνομη ζωή στο Λονδίνο και η θυματοποίηση των παιδιών, κάτι που εμφανίζεται από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του «Όλιβερ Τουίστ».
Ο Ντίκενς κατάφερε να κάνει γνωστές τις συνθήκες ζωής των φτωχών. Στα κείμενά του ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την ανθρώπινη δυστυχία, την έλλειψη της τάξης, την αθλιότητα, τη στάχτη και την παρακμή της αστικής βιομηχανικής πόλης.
Το έργο του “Όλιβερ Τουίστ” είναι ένα μανιφέστο κατά κυρίαρχων συντηρητικών ιδεών της βικτωριανής περιόδου. Στο έργο του Ντίκενς που ονομάζεται “Μεγάλες Προσδοκίες, έχουμε πάλι τη μορφή του μαθητευόμενου. Αυτή τη φορά σε ένα σιδεράδικο. Την επιθυμία του παιδιού να μάθει αυτή την τέχνη. Είναι εμφανής η έλλειψη καλής γνώσης κατανόησης και έκφρασης της γλώσσας, από πλευράς του νεαρού ήρωα. Ακόμη, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει την επιρροή που είχαν
οι πλούσιοι άνθρωποι (Μις Χάβισαμ) πάνω στους φτωχούς (Πιπ, Εστέλλα) με τους τελευταίους να πραγματοποιούν αγόγγυστα κάθε επιθυμία των πρώτων. Άλλωστε η μόνη σωτηρία ενός φτωχού παιδιού ήταν να το υιοθετήσει μια πλούσια οικογένεια, κάτι σχεδόν αδύνατο. Ο Ντίκενς όμως δε σταματά εκεί. Μας παρουσιάζει τη διαφθορά των νομικών και τη ψευδομαρτυρία αλλά και τη δολοφονία ενός εργοδότη από μεθυσμένο εργαζόμενο. Βλέπουμε έτσι τη διαφθορά των ηθών της εποχής.
Τη δεκαετία του 1850 ο Ντίκενς εμβάθυνε στα κακώς κείμενα της κοινωνίας, των νόμων, της εκπαίδευσης, των άθλιων συνθηκών ζωής των φτωχών αλλά κυρίως της εκβιομηχάνισης.
Το έργο του Ντίκενς που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό είναι το «Δύσκολα Χρόνια». Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Ντίκενς μας κάνει μια εξαιρετική περιγραφή της ζωής των εργατών, αναφέροντας την οινοποσία, τα σπίτια κοντά στα εργοστάσια, τα τυχερά παιχνίδια αλλά κυρίως τα συνδικάτα.
Αναφερόμενοι στις πολιτικές πτυχές τού έργου του Ντίκενς παρατηρούμε πώς σκιαγραφούνται τα συνδικάτα, οι εργάτες αποκαλούνται μεταξύ τους «σύντροφοι», υπάρχει Πανεργατική Ομοσπονδία με πρόεδρο ενώ παρατηρούμε ότι το γενικό συμφέρον προέχει του προσωπικού. Πλέον έχουμε να κάνουμε με κεφαλαιοκράτες και επαναστάτες. Μάλιστα, παρατηρούμε και την απειλή των κεφαλαιοκρατών όταν οι επιθεωρήσεις από επιτροπές του κράτους είναι συχνές, ότι θα μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους. Άλλωστε, δε βλέπουμε μόνο τα συνδικάτα αλλά και τις ενώσεις βιομηχάνων στις γραμμές αυτού του μυθιστορήματος. Κατά αυτόν τον τρόπο παρατηρούμε τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του Ντίκενς, που θα μπορούσε κανείς να πει πως θυμίζει Μαρξ αν και ο ίδιος δεν ήταν γνωστός του Ντίκενς.
Μάλιστα στο βιβλίο του «Η Ιστορία των Δύο Πόλεων» χαρακτηρίζει τους επιχειρηματίες ως κακοποιούς και συκοφάντες και τους φτωχούς ως ήρωες και μάρτυρες.

Μια αποτίμηση του έργου του Ντίκενς και η σχέση του με άλλους συγγραφείς

Ο Ντίκενς αφιέρωσε τη ζωή του στους φτωχούς. Συνεργάστηκε με την Angela Burdett-Coutts, τη δεύτερη πλουσιότερη γυναίκα της Αγγλίας, για φιλανθρωπικό σκοπό. Ο ίδιος έκανε δημόσιες αναγνώσεις των έργων του, τα έσοδα των οποίων ενίσχυαν τη δράση των νοσοκομείων.
Ήθελε να αφυπνίσει το έθνος, να κάνει τους ανθρώπους να καταλάβουν πως ανήκουν στην ίδια κοινωνία και να αντιληφθούν την κατάσταση που επικρατεί μέσα σε αυτήν την κοινωνία. Κατά την άποψή του, έπρεπε να πραγματοποιηθεί αυτή η αφύπνιση, ώστε να μπορέσουν να βρεθούν μακροπρόθεσμες λύσεις. Βέβαια, ο ίδιος εξέταζε τα αρνητικά της κοινωνίας αλλά δεν πρότεινε ποτέ κάποια λύση. Στο έργο του “Δαβίδ Κόπερφιλντ” παρομοιάζει τους βουλευτές με σκόνη που απλώνεται πάνω στα απορρίμματα από τα οποία τρέφονταν οι εξαθλιωμένοι. Ακόμη στα σκετσάκια του Μποζ (οικογενειακό ψευδώνυμο) ο Ντίκενς δίνει την εικόνα του Λονδίνου όπως τη
βλέπουμε στα έργα του. Μετά την επίσκεψη του στο Newgate έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φυλακές και τις τιμωρίες. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι ο Ντίκενς απορρίπτει τις συνθήκες ζωής των φτωχών και καταγγέλλει μέσα από τα έργα του όλα αυτά που αναγκάζονται να ζουν.

Από πολλούς θεωρείται σοσιαλιστής, κάτι που υποστηρίζεται από την επιρροή που είχε πάνω στον μετέπειτα σοσιαλιστή Όργουελ. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ριζοσπάστες, οι μεταρρυθμιστές και οι σοσιαλιστές (π.χ. Χαρτιστές) χρησιμοποίησαν τις περιγραφές του Ντίκενς για τα κάτεργα, την παιδική βία, τις φυλακές, την ανικανότητα της γραφειοκρατίας, την απανθρωπιά των εργοστασιαρχών για να στηρίξουν τον αγώνα τους για μια καλύτερη κοινωνία.
Ο Ντίκενς, αν και έζησε 20 χρόνια ταυτόχρονα με τον Μαρξ και θεωρείται σύγχρονος του, ποτέ δε χαρακτήρισε τον εαυτό του σοσιαλιστή. Αντίθετα, αυτός και η οικογένειά του ανήκαν στη μεσαία τάξη, η οποία είναι ανώτερη της εργατικής, και κατέβαλε πολλές προσπάθειες ώστε να παραμείνει σε αυτή τη θέση.

Ο Καρλ Μαρξ ανέφερε ότι οι βικτωριανοί συγγραφείς, όπως ο Ντίκενς, κατάφεραν να αναδείξουν τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής καλύτερα από τους
πολιτικούς. Τέλος, ο Ντίκενς επηρέασε πολλούς συγγραφείς 41 όπως ο Charles Kingsley, ο George Eliot, ο George Gissing, ο George Orwell, ο John Irving, η Anne Rice και η Jane Austen. Όμως δε σταματάμε εκεί. Ο Ντίκενς είχε ιδιαίτερη επιρροή στους Ρώσους συγγραφείς όπως ο Νικολάι Γκογκόλ, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και ο Λέων Τόλστοϊ.
Ήταν δριμύς στις επιθέσεις του εναντίον της αστικής τάξης κατακρίνοντας την τυραννία των νεόπλουτων στους εργάτες. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από ρεαλισμό με έντονα συναισθηματικά στοιχεία τα οποία όμως είχαν πάντοτε ευχάριστο τέλος.
Ο Όργουελ θεωρούσε τον Ντίκενς ως έναν συγγραφέα χαρισματικό με τη δυνατότητα να δημιουργήσει χαρακτήρες που θα είναι κατανοητοί στον κοινό αναγνώστη. Τον θεωρούσε ανατρεπτικό, ριζοσπάστη και ως ένα σημείο μέχρι και επαναστάτη. Στα βιβλία του Όλιβερ Τουίστ, Δύσκολα χρόνια, Ζοφερός Οίκος και Μικρός Ντόριτ ο Ντίκενς εναντιώθηκε στους αγγλικούς θεσμούς με τέτοια αγριότητα που δεν είχε σημειωθεί στο παρελθόν.
Τη συγγραφική κληρονομιά του διεκδίκησαν πολλοί. Οι αστοί σχολιαστές τονίζουν το ζήλο του για μεταρρυθμίσεις. Ακόμη και ο Πρίγκιπας Κάρολος τόνισε την ιδιοφυία του Ντίκενς και το πάθος του για κοινωνική δικαιοσύνη. Τα έργα του έχουν εκδοθεί χιλιάδες φορές σε πολλές γλώσσες και επηρέασαν πολλές γενιές. Μάλιστα τα μυθιστορήματά του διδάσκονται σε Γυμνάσια και Πανεπιστήμια ως κοινωνιολογικά και δημοσιογραφικά μαθήματα. Πιο συγκεκριμένα το
1981 στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στην Santa Cruz δημιουργήθηκε το λεγόμενο «Πρόγραμμα Ντίκενς» με στόχο τη βαθιά μελέτη της ζωής και του έργου του Ντίκενς.
Εν κατακλείδι, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι ο Ντίκενς γνωστοποίησε τις συνθήκες ζωής των φτωχών και εξαθλιωμένων ευαισθητοποιώντας ίσως την κοινωνία μέσα από τα έργα του με στόχο να αφυπνίσει την κοινωνία. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες όλων των εποχών και έχει αφήσει τη σφραγίδα του για πάντα στην ιστορία. Κατόρθωσε με το συγγραφικό του ταλέντο να γίνει κοινωνικός σχολιαστής. Ο Ντίκενς επηρέασε λογοτέχνες και κατάφερε να μείνει ανεξίτηλος. Τα έργα του είναι τρίτα παγκοσμίως σε πωλήσεις, ενώ μέχρι και σήμερα γίνονται αναφορές στο όνομά του και το έργο του στο Κοινοβούλιο.

 

 

Αποσπάσματα

Οι Μεγάλες Προσδοκίες (Great Expectations) του Charles Dickens, ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round από το 1860 ως το 1861. Η δράση τοποθετείται μεταξύ των Χριστουγέννων του 1812, όταν ο Πιπ, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι 8 ετών, ως το χειμώνα του 1840. To μυθιστόρημα ξεκινά με τον μικρό Πιπ να συναντά έναν κατάδικο που έχει αποδράσει από τη φυλακή, ο οποίος τον εκβιάζει προκειμένου να τον αναγκάσει να του φέρει τρόφιμα. Έτσι, ο τρομοκρατημένος Πιπ τρυπώνει κρυφά στο κελάρι της οικογένειάς του για να κλέψει φαγητά.

Στο κελάρι, στο οποίο λόγω των ημερών υπήρχε μεγαλύτερη αφθονία τροφίμων απ’ ό,τι συνήθως, με κατατρόμαξε ένας λαγός κρεμασμένος απ’ τα πόδια, που, καθώς γυρνούσα νομίζοντας πως με πιάσαν, μου φάνηκε πως μου ‘κλεινε το μάτι. Δεν είχα καιρό για χάσιμο. Έκλεψα λίγο ψωμί, ένα κομμάτι τυρί, σχεδόν μισό βάζο μαγειρεμένο κιμά (τον έβαλα στο μαντήλι μου μαζί με το χτεσινοβραδινό μου ψωμί), λίγο μπράντι (απογέμισα την νταμιτζάνα με νερό από ένα κιούπι στο ντουλάπι της κουζίνας), ένα κόκκαλο με πολύ λίγο κρέας πάνω του και μια ωραία στρογγυλή κρεατόπιτα με χοιρινό. Θα ‘φευγα χωρίς την κρεατόπιτα, μπήκα όμως στον πειρασμό να κοιτάξω ψηλά σ’ ένα ράφι να δω τι ήταν αυτό που είχαν τοποθετήσει τόσο προσεκτικά εκεί, μέσα σε μια σκεπασμένη πήλινη πιατέλα. Ανακάλυψα πως ήταν η κρεατόπιτα και την πήρα με την ελπίδα πως δεν προοριζόταν για άμεση χρήση και πως δε θα γινόταν αντιληπτή η απουσία της για λίγο καιρό.

Λίγο αργότερα, ο Πιπ το σκάει από το σπίτι αφού κοιμηθούν όλοι και πηγαίνει να βρει τον κατάδικο, που κρύβεται στους βάλτους, έξω από το χωριό του Πιπ.

“Θαρρώ πως έχετε πυρετό”, είπα.
“Θα φάω να χορτάσω πριν με σκοτώσουν οι βάλτοι”, είπε. “Θα το κάνω ακόμα κι αν είναι να με κρεμάσουν αμέσως μετά σε καμιά αγχόνη. Και θα τον νικήσω τον πυρετό, βάζουμε στοίχημα;”.
Καταβρόχθισε τον κιμά, το κρέας που είχε το κόκκαλο, το τυρί και την κρεατόπιτα, όλα μεμιάς. Και καθώς έτρωγε, όλο κοιτούσε ερευνητικά τριγύρω προσπαθώντας να διαπεράσει με το βλέμμα του την ομίχλη και συχνά σταματούσε -σταματούσε ακόμα και τα σαγόνια του- για ν’ αφουγκραστεί. […]
Ένιωσα λύπη για τη μοναξιά του. Είχα παρακολουθήσει ένα μεγάλο σκύλο που είχαμε κάποτε να τρώει το φαΐ του. Και τώρα παρατηρούσα τη μεγάλη ομοιότητα που είχε ο τρόπος του σκύλου με τον τρόπο αυτού του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έτρωγε με τεράστιες απότομες δαγκωματιές, ακριβώς όπως ο σκύλος. Κατάπινε, ή μάλλον κατέβαζε πολύ γρήγορα, αμάσητη, την κάθε μπουκιά. Και καθώς έτρωγε, έριχνε λοξές ματιές δεξιά κι αριστερά, σαν να σκεφτόταν πως υπήρχε κίνδυνος να ‘ρθει κάποιος από οποιαδήποτε μεριά και να του αρπάξει την πίτα. Σκέφτηκα πως ήταν πολύ ανήσυχος για να μπορέσει να φάει άνετα και πως δε θα μπορούσε ποτέ να έχει παρέα στο γεύμα χωρίς να δαγκώνει και τον συνδαιτυμόνα του. Σ’ όλα αυτά έμοιαζε πάρα πολύ με το σκύλο.

Την επομένη, στο σπίτι του Πιπ, το πλουσιοπάροχο -δεδομένης της περίστασης- χριστουγεννιάτικο δείπνο κοντεύει πια να ολοκληρωθεί.

Άρχισα να σκέφτομαι πως θα τη γλίτωνα για σήμερα, όταν η αδερφή μου είπε στον Τζο:
“Φέρε καθαρά πιάτα!”
Άρπαξα το πόδι του τραπεζιού και το ‘σφιξα στην αγκαλιά μου. Προαισθάνθηκα τι θα επακολουθούσε κι ένιωσα πως αυτή τη φορά ήμουν οριστικά χαμένος.
“Και τώρα” είπε η αδερφή μου στους καλεσμένους με τον πιο χαριτωμένο της τρόπο, “θα πρέπει να δοκιμάσετε το τελευταίο πιάτο. Το υπέροχο και νοστιμότατο δώρο του θείου Πάμπλετσουκ! Ξέρετε, είναι μια κρεατόπιτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα”, είπε η αδερφή μου καθώς σηκωνόταν.
Ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας απ’ τη συντροφιά. Η αδερφή μου βρήκε να πάει να φέρει την πίτα. Άκουσα τα βήματά της να προχωράνε προς το κελάρι. Είδα τον κύριο Πάμπλετσουκ να δοκιμάζει το μαχαίρι του. Είδα την όρεξη να ξαναξυπνά στα ρωμαϊκά ρουθούνια του κύριου Γουόπσλ. Άκουσα τον κύριο Χαμπλ να παρατηρεί πως “ένα μικρό κομματάκι από πίτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα θα μπορούσε να φαγωθεί μετά από όλα αυτά χωρίς να βλάψει καθόλου”. Κι άκουσα τον Τζο να λέει “Θα φας κι εσύ, Πιπ”. Ποτέ δεν ήμουν τελείως σίγουρος τι συνέβη απ’ τα δύο, ούρλιαξα από μέσα μου ή ξεφώνισα κανονικά και το άκουσαν όλοι στην παρέα; Ένιωσα πως δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο και πως έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Άφησα το πόδι του τραπεζιού κι έτρεξα να σώσω τη ζωή μου.

Y.Γ. Τα αποσπάσματα είναι από τη μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη.

 

 

Το σπίτι – μουσείο

Το 1923, η Εταιρεία Φίλων του Ντίκενς, με σκοπό να τιμήσει τη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα, αγόρασε το σπίτι το οποίο αποτελούσε την κατοικία του από τον Μάρτιο του 1837 ως το Δεκέμβριο του 1839 και το μετέτρεψε σε μουσείο. Πρόκειται για ένα οίκημα τυπικής Γεωργιανής αρχιτεκτονικής, που βρίσκεται στη συνοικία του Μπλούμσμπερι, στο κέντρο του Λονδίνου και αποτέλεσε μια καλή βάση για να γνωρίσει ο συγγραφέας τις πνιγηρές φτωχογειτονιές της βρετανικής πρωτεύουσας που απετέλεσαν κύρια πηγή έμπνευσης των μυθιστορημάτων του.

Το σπίτι-μουσείο, μας μεταφέρει με θαυμαστή ακρίβεια την εποχή του 19ου αιώνα, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να θαυμάσουμε, μεταξύ των άλλων, το γραφείο όπου ο Ντίκενς έγραψε μερικά κλασικά αριστουργήματα του όπως τον Όλιβερ Τουίστ, τη βιβλιοθήκη όπου δεχόταν τους θαυμαστές του ή την κρεβατοκάμαρα που είναι γεμάτη από προσωπικά του αντικείμενα. Χάρη στην τελευταία ανακαίνιση είναι πλέον επισκέψιμος ο χώρος της κουζίνας και της σοφίτας, που φιλοξενεί μια εκτεταμένη συλλογή από σπάνιες φωτογραφίες, χειρόγραφα και λεπτομέρειες σχετικές με τα δύσκολα παιδικά χρόνια του μεγάλου λογοτέχνη.

***

 

 

“Η σπασμένη καρδιά. Πιστεύεις ότι θα πεθάνεις.
Αλλά συνεχίζεις να ζεις, μέρα με τη μέρα, με την απαίσια μέρα.”
Κάρολος Ντίκενς, Μεγάλες Προσδοκίες, 1861.

Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς “Μεγάλες Προσδοκίες”, η πιο σκοτεινή ερωτική ιστορία όλων των εποχών, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Σύγχρονο Θέατρο, σε μια φιλόδοξη παραγωγή σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ.

Ο Πιπ, ένα ορφανό καλόψυχο παιδί, προερχόμενο απ’ την εργατική τάξη, ερωτεύεται την όμορφη αριστοκράτισσα Εστέλλα στην ηλικία των οκτώ χρόνων. Η Εστέλλα, όμως, έχει μεγαλώσει με τη Δεσποινίδα Χάβισαμ, η οποία έχει σπασμένη καρδιά, επειδή ο αρραβωνιαστικός της την εγκατέλειψε την ημέρα του γάμου τους. Η Δεσποινίδα Χάβισαμ, προκειμένου να εκδικηθεί γι’ αυτή την απώλεια, έχει διδάξει στην Εστέλλα να είναι ψυχρή και απόμακρη με τους άντρες, να μην επιτρέπει στον εαυτό της να νιώθει κανένα συναίσθημα. Όσο ο Πιπ παραμένει πιο χαμηλά από εκείνη σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, ο ρόλος αυτός είναι σχετικά εύκολος για την Εστέλλα. Τι θα συμβεί, όμως, όταν ο Πιπ αποκτήσει χρήματα και ανέλθει κοινωνικά, χάρη στον μυστηριώδη πάτρονά του και πρώην κατάδικο, κύριο Μάγκουιτς;

Οι “Μεγάλες Προσδοκίες” έχουν διασκευαστεί για το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ενώ τους εμβληματικούς ρόλους έχουν ενσαρκώσει κορυφαίοι ηθοποιοί του Hollywood όπως οι Ethan Hawke/Ralph Fiennes (Pip), Gwyneth Paltrowe (Estella), Jean Simmons/Charlotte Rampling/ Helena Bonham Carter/Anne Bancroft (Miss Havisham), Anyhony Hopkins/Robert de Niro (Magwitch).

 

 

Συντελεστές

Συγγραφέας: Κάρολος Ντίκενς
Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ
Διασκευή-Δραματουργική συνεργασία: Μαριλένα Παναγιωτοπούλου
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτογραφίες: Τάσος Βρεττός
Γραφιστική Επιμέλεια: Mavra Gidia
Υπεύθυνη Επικοινωνίας παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα – Λυκόφως Ι.Κ.Ε.

Παίζουν: Φιλαρέτη Κομνηνού, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Χριστοδούλου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Λήδα Κουτσοδασκάλου

Styling φωτογράφισης: Βασιλική Σύρμα | Mακιγιάζ: Αχιλλέας Χαρίτος

Κοστούμια: Βεστιάριο Κώνστα | Περούκα κας Φ. Κομνηνού: Στέφανος Βασιλάκης

 

 

Ταυτότητα Εκδήλωσης

Από: 24 Ιανουαρίου 2020
Τετάρτη στις 18:15 | Παρασκευή και Σάββατο στις 21:15 | Κυριακή στις 21:00

Τοποθεσία:
Σύγχρονο Θέατρο, Ευμολπιδών 45, Αθήνα 118 54

Εισιτήρια:
Τετάρτη & Παρασκευή: Διακεκριμένη: Κανονικό 17€ | Α Ζώνη: Κανονικό 15€, Μειωμένο* 12€ | Β Ζώνη: Κανονικό 12€ ||Σάββατο & Κυριακή: Διακεκριμένη: Κανονικό 20€ | Α Ζώνη: Κανονικό 17€, Μειωμένο* 14€ | Β Ζώνη: Κανονικό 14€ *Μειωμένο: Φοιτητικό, Ανέργων, Άνω των 65

Προπώληση:
στο ταμείο του θεάτρου | Τηλ.: 2103464380 | www.sychronotheatro.gr | www.ticketplus.gr| Τηλ.: 210 220 3000

Πληροφορίες / Κρατήσεις:
Τηλ.: 210 3464380 | sychronotheatro.gr

 

  • Διαβάστε επίσης:

“Μεγάλες Προσδοκίες”: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ

 

Charles Dickens – Χριστουγεννιάτικη ιστορία

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Μεγάλες Προσδοκίες” του Ντίκενς: Τι πρέπει να ξέρετε πριν δείτε την παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο
Περισσότερα

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

  • Από τη συλλογή “Τα δώρα των μάγων” (1999)

– Εικόνα: “December”, George Clausen

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη
Περισσότερα

Ο Τυφλός – Γιώργος Σεφέρης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη
μαύρος σαν τα νερά του Αχέροντα,
χωρίς όνειρα, χωρίς μνήμη,
κι ούτε ένα φυλλαράκι δάφνη.

Ο ξύπνιος χαρακώνει τη λησμονιά
σαν το μαστιγωμένο δέρμα
κι η παραστρατημένη ψυχή
αναδύεται κρατώντας συντρίμμια από χθόνιες ζωγραφιές,
ορχηστρίς μ’ ανώφελες καστανιέτες,
με πόδια που τρεκλίζουν
μωλωπισμένες φτέρνες
απ’ τη βαριά ποδοβολή
στην καταποντισμένη σύναξη εκεί πέρα.

O ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη.
Κι ο ένας Δεκέμβρης χειρότερος απ’ τον άλλο.
Τον ένα χρόνο η Πάργα,
τον άλλο οι Συρακούσες
κόκαλα των προγόνων ξεχασμένα,
λατομεία γεμάτα ανθρώπους σακατεμένους,
χωρίς πνοή και το αίμα μοιρασμένο
σαν τα παιδιά του Οιδίποδα
και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά.

  • Εικόνα: A Sunny Winters Day by Walter Moras
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟ Τυφλός – Γιώργος Σεφέρης
Περισσότερα

Ένας σταθμός για το “Κίτρινο Υποβρύχιο” και μια υπόσχεση για τη Σεμίνα Διγενή στις Βρυξέλλες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Το «Κίτρινο Υποβρύχιο» της Σεμίνας Διγενή, ύστερα από επιθυμία φίλων και αναγνωστών, πραγματοποίησε μια σύντομη αλλά εγκάρδια στάση στην καρδιά της Ευρώπης, την πρωτεύουσα του Βελγίου. Στο γνωστό βιβλιοπωλείο της πόλης των Βρυξελλών «Périple Arts et Lettres Hellénique» η δημοσιογράφος και συγγραφέας σε ατμόσφαιρα φιλική και ένθερμη υποδέχτηκε Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο Βέλγιο και υπέγραψε βιβλία της.

Η βραδιά στο «Périple» είχε ως επιστέγασμα και μια έκπληξη: Τη συγγραφέα να υπόσχεται στους πολυάριθμους φίλους του «Κίτρινου Υποβρυχίου», που έσπευσαν να το προμηθευτούν, πως θα τους επισκεφθεί ξανά. Αυτή τη φορά για να παρουσιάσει το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο της, το οποίο και πρόκειται να ολοκληρωθεί σύντομα.

 

Η Σεμίνα Διγενή με Ελληνίδες των Βρυξελλών και δημοσιογράφους από την Αθήνα. Τρίτο από αριστερά το catisart.gr (Ειρήνη Αϊβαλιώτου)

 

Η δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός συζήτησε με το αναγνωστικό κοινό, που την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό, για το πρώτο της βιβλίο και τη θεματολογία του.
Αξίζει να σημειώσουμε πως το «Κίτρινο Υποβρύχιο» βρίσκεται ψηλά στη λίστα των ευπώλητων, από τους πρώτους κιόλας μήνες της κυκλοφορίας του από τις εκδόσεις Πατάκη. Αυτό ήταν το πρώτο εκτός συνόρων ταξίδι του, αφιερωμένο στους Έλληνες του Βελγίου.

Η Σεμίνα Διγενή είναι γνωστή στο ευρύ ελληνικό κοινό από την τηλεοπτική σταδιοδρομία της. Αν και έχει διανύσει δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα στην τηλεόραση, αυτή ήταν η πρώτη της απόπειρα να γράψει ένα βιβλίο και μέσα από τις σελίδες του «Κίτρινου Υποβρυχίου» μας συστήνεται πρώτη φορά αυθόρμητα και επί της ουσίας:

«Με αυτήν την άλλη, την τηλεοπτική, που ξέρατε, δεν έχω καμία σχέση. Την αγαπώ ακόμη και την κατανοώ, αλλά… δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο!», λέει με χαρακτηριστική ειλικρίνεια και μας αφοπλίζει.

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στην ψυχεδελική μουσική ταινία κινουμένων σχεδίων των «Beatles», «The Yellow Submarine», η οποία βασίστηκε στη μουσική των θρυλικών “σκαθαριών”…

 

Από αριστερά: ο δημοσιογράφος Νίκος Θρασυμβούλου, ο Έλληνας πρέσβης στο Βέλγιο Διονύσιος Καλαμβρέζος, η συγγραφέας και δημοσιογράφος Σεμίνα Διγενή, ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ, Λευτέρης Νικολάου – Αλαβάνος και ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Μήλας, σε μια χαλαρή και φιλική συζήτηση για το βιβλίο

 

Την Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019, στο χώρο του κομψού βιβλιοπωλείου «Périple Arts et Lettres Hellénique», στην περιοχή κοντά στο Ευρωκοινοβούλιο, όπου συχνά διοργανώνονται φιλολογικές και καλλιτεχνικές βραδιές με πνοή Ελλάδας, η συγγραφέας υπέγραψε πάμπολλα αντίτυπα του βιβλίου της και μίλησε με τους πολυάριθμους Έλληνες που έσπευσαν να τη συναντήσουν, να συζητήσουν για το βιβλίο της και βεβαίως να φωτογραφηθούν μαζί της.

 

Η Σεμίνα Διγενή με τον Έλληνα Πρέσβη στο Βέλγιο, Διονύσιο Καλαμβρέζο

 

 

Στην υπογραφή του βιβλίου το «παρών» έδωσε ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ Λευτέρης Νικολάου – Αλαβάνος, ο οποίος λίγο πριν ξενάγησε τους Έλληνες δημοσιογράφους στο Ευρωκοινοβούλιο, παρουσιάζοντάς τους τις δράσεις, τις παρεμβάσεις και τις πρωτοβουλίες της ομάδας των ευρωβουλευτών του ΚΚΕ, για καίρια θέματα ελληνικού και διεθνούς ενδιαφέροντος.

Στην εκδήλωση παρευρέθη και ο πρέσβης της Ελλάδας στο Βέλγιο, Διονύσιος Καλαμβρέζος, ο οποίος δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προβολή των πολιτιστικών ελληνικών δρώμενων στις Βρυξέλλες.

 

Η συγγραφέας με τον πρέσβη Διονύσιο Καλαμβρέζο (αριστερά) και τον ευρωβουλευτή του ΚΚΕ, Λευτέρη Νικολάου – Αλαβάνο

 

Η Σεμίνα Διγενή έχει δηλώσει ότι το «Κίτρινο Υποβρύχιο» δεν είναι αυτοβιογραφία σε καμία περίπτωση. Συστήνοντας το βιβλίο έχει πει:
«Πρόκειται για μια άσκηση θάρρους. Έσκασε μια χύτρα ταχύτητας συναισθημάτων, λόγω ισχυρής πίεσης. Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο (δυο-τρεις παραγράφους) την ίδια νύχτα που έστειλα την επιστολή παραίτησης στην ΕΡΤ, ύστερα το παράτησα για χρόνια και τον περασμένο Μάιο άρχισα να γράφω σαν αφιονισμένη ένα χείμαρρο 80.000 λέξεων. Ποιος, εγώ; Που κάθε Δευτέρα αγχώνομαι και πανικοβάλλομαι µε τις 800 λέξεις που δίνω στις σελίδες µου στη Realnews; Επινόησα ένα μαγικό σπίτι, που είναι αόρατο και διαφανές, είναι ιπτάμενο, είναι και υποβρύχιο, µε έναν κεντρικό υπολογιστή που µε υπακούει τυφλά και πηγαινοέρχεται στον χρόνο. Του έδωσα το όνομα που είχε το πρώτο µου δισκάκι, το ‘Yellow submarine’, και ξεκίνησα ένα ταξίδι γεμάτο μουσικές. Πρόκειται για βιβλίο-μιούζικαλ και ολοζώντανοι στη σκηνή του εμφανίζονται οι πρώτοι έρωτες, οι φόβοι».

 

 

Σ’ αυτό το πρώτο της βιβλίο η Σεμίνα Διγενή γράφει για όλα αυτά για τα οποία δεν μίλησε ποτέ. Το κείμενο είναι ζωντανό, απρόβλεπτο και συναρπαστικό. Μια σύνθεση μεταξύ μαρτυρίας, ρεπορτάζ και μυθοπλασίας. Ζωή και σταδιοδρομία πλούσιες, γεμάτες εξερευνήσεις και αταξίες. Αταξίες που δίνουν νόημα στη ζωή και σοφία στον άνθρωπο.

Επιβάτες του “Κίτρινου Υποβρυχίου” δεν είναι μόνο οι θρυλικές προσωπικότητες της ελληνικής και διεθνούς πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής που συνάντησε η συγγραφέας, αλλά και τα μέλη μιας παράξενης -υπαρκτής- ελληνικής οικογένειας, οι πρωταγωνιστές αδιέξοδων ερώτων και οι υπαίτιοι τραυμάτων που δεν έκλεισαν ποτέ.
Όλοι αυτοί, σε μια μαγική περιστροφική σκηνή, με ολοζώντανα τα παρασκήνια μιας ταραχώδους προσωπικής και δημοσιογραφικής διαδρομής, από το 1975 στις εφημερίδες και από το 1982 στην τηλεόραση.

Ένα ντοκουμέντο, το αφηγηματικό νήμα του οποίου ξετυλίγεται με το «Yellow Submarine» των Beatles. Τα τραγούδια και η μουσική όχι απλώς δίνουν τον τόνο της αφήγησης, αλλά και συμβάλλουν μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο στην εξέλιξή της.

Το «Κίτρινο Υποβρύχιο» της Σεμίνας, στα σαράντα μικρά κινηματογραφικά κεφάλαια που το απαρτίζουν, μάς εμπεριέχει όλους. Υπερβαίνει την αυτοβιογραφική καταγραφή και χαρτογραφεί το κλίμα και την ατμόσφαιρα της Ελλάδας από τη “χαμένη άνοιξη” της δεκαετίας του 1960 στα ευφορικά 80s, στην ευμάρεια των 90s, μέχρι τους δαιδάλους της καταιγιστικής εθνικής μας κρίσης, ενώ αναμφισβήτητα έκανε… πολλούς ανθρώπους να χάσουν τον ύπνο τους.

Με μια μακριά και επιτυχημένη πορεία στον κόσμο της τηλεόρασης και γενικότερα της δημοσιογραφίας, η συγγραφέας περιγράφει τον πόλεμο που δέχτηκε όλα αυτά τα χρόνια, αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα και πετάει τις… μπηχτές της.

Το βιβλίο είναι διανθισμένο με προσωπικές φωτογραφίες της συγγραφέως.

Ας θυμηθούμε όμως τα προλογικά σημειώματα των: Δήμητρας Γαλάνη, Λιάνας Κανέλλη, Δρ. Χρήστου Κεχαγιά, Κώστα Λειβαδά, Αφροδίτης Μάνου, Τάκη Τζαμαργιά.

“Αγαπηµένη Σεµίνα… Σ’ αυτό το τόσο πλούσιο «soundtrack» της ζωής σου, θυµόµαστε και εµείς «την εποχή της όρεξης», που όλα ήταν (ή µήπως φάνταζαν;) διαφορετικά. Έτσι απλά, για να µην ξεχνάµε πώς ήταν η ζωή χωρίς το δηλητήριο του φόβου…” Δήμητρα Γαλάνη

“Το βιβλίο της Σεµίνας είναι σαν χολλυγουντιανό τρέιλερ µιας ολόκληρης καριέρας και µιας πολύµορφης ζωής. Κατάφερε να τουιτάρει έναν ορυµαγδό αναµνήσεων, εµπειριών, κολασµένων και ακόλαστων στιγµών”. Λιάνα Κανέλλη

“Πολλά από τα µυστικά της, που δεν ξέρει κανείς, είναι στις σελίδες αυτού του βιβλίου, όπου «δίνει µια δυνατή κλοτσιά σ’ όλες τις τρυφερές, ηδονοπαθείς σαχλαµάρες και στους νυσταλέους βηµατισµούς”. Χρήστος Κεχαγιάς

“Η Σεµίνα εισάγει ένα νέο είδος γραφής. Πυξίδες της στο απίθανο αυτό ταξίδι τραγούδια, ταινίες, παραστάσεις… µέσα στις σελίδες του συναντώνται όλες οι τέχνες. Έχω ερωτευτεί αυτό το βιβλίο”. Κώστας Λειβαδάς

“Μια θαυµάσια παράξενη τοιχογραφία του δεύτερου µισού του 20ού αιώνα, αλλά και των ηµερών που διανύουµε, όµορφα ντεγκρανταρισµένη «µε αγάπη και χωρίς κακία». Το διάβασα µε ταχύτητες σέβεντις, τότε που διαβάζαµε σχεδόν ένα βιβλίο την ηµέρα”. Αφροδίτη Μάνου

“Το βιβλίο αυτό αποτελεί και ένα πολύτιµο ηµερολογιακό υλικό για σκηνοθέτες που θέλουν να συνοµιλούν µε την Ιστορία του πρόσφατου παρελθόντος µας. Ως θέατρο ντοκουµέντο, θα µπορούσε να αναδείξει τις αναζητήσεις και τα κεκτηµένα µιας γενιάς”. Τάκης Τζαμαργιάς

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

[…] Κάθε μεσημέρι το γραφείο μου μετατρέπεται, όπως λένε οι στενοί συνεργάτες μου, σε Γέφυρα των Στεναγμών. Καταφθάνει κάθε παραπονούμενος παρουσιαστής, αρχισυντάκτης, παραγωγός, σεναριογράφος, δημοσιοσχεσίτης, ηθοποιός, σκηνοθέτης… Όλους τους βασανίζει ένας καημός, άλλους ο μισθός, άλλους τα νούμερα τηλεθέασης, άλλους ο συμπαρουσιαστής τους (το συνηθέστερο), άλλους η ώρα προβολής, άλλους το γραφείο Τύπου του σταθμού που δεν τους προλαβαίνει […] […] Σε κάποιες πάντως περιπτώσεις έχουν δίκιο, γιατί παρασύρομαι από συναισθηματισμούς και διαπράττω γκάφες ολκής. Όπως στην περίπτωση εκείνη που πιέζω την ιδιοκτησία και κυρίως τον Νίκο, προκειμένου να επιστρέψει στην τηλεόραση συγκεκριμένο τηλεοπτικό αστέρι. […] […] Σήμερα γίνομαι δεκατεσσάρων. Βεγγαλικά στο μυαλό μου. Σκέφτομαι ‘Επιτέλους μεγάλωσα!’.
Ολόκληρη γυναίκα, δηλαδή δεσποινίς κανονική, έτσι μου απευθύνονται πλέον […]

Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου ο καθείς θα περίμενε τη λέξη “τέλος”… με μια δόση χιούμορ, μα η Διγενή μάς “απειλεί”: “Αυτό δεν είναι το τέλος”… να περιμένουμε λοιπόν το υποβρύχιο Νο2… Εκεί, όπως αποκαλύπτει, συγκεντρώνονται σιγά σιγά τα πιο απίστευτα παρασκήνια τηλεόρασης, εφημερίδων και θεάτρου. Αναμένουμε λοιπόν!

 

  • Το βιβλίο της Σεμίνας Διγενή «Κίτρινο Υποβρύχιο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

 

  • Périple Arts et Lettres Helléniques, 115 rue Froissart, 1040 Bruxelles, phone: (+322) 230 93 35
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΈνας σταθμός για το “Κίτρινο Υποβρύχιο” και μια υπόσχεση για τη Σεμίνα Διγενή στις Βρυξέλλες
Περισσότερα

Το «Αϊβαλί» του Soloup συνεχίζει το ταξίδι του στα πέρατα της γης…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Από τη Ραβέννα της Ιταλίας στο Κλερμόντ – Φεράντ της Γαλλίας και το Παρίσι. Δύο φορές στην Οξφόρδη και μία στο Λονδίνο. Στην καρδιά της Ευρώπης, τις Βρυξέλλες στο Βέλγιο και στο Κίεβο της Ουκρανίας. Μετά: στο Σαν Φρανσισκο, στο Σακραμέντο (Καλιφόρνια), στη Βοστόνη (Μασαχουσέτη), στο Πανεπιστήμιο Στόκτον (Νιου Τζερσι), στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια (Νέα Υόρκη) και στη Φιλαδέλφεια (Πενσιλβάνια). Φυσικά στην Κωνσταντινούπολη και ασφαλώς στο Αϊβαλίκ.

Οι παραπάνω είναι μόνο οι επίσημες παρουσιάσεις που έγιναν στο εξωτερικό για το βιβλίο του graphic novel «Αϊβαλί» του Soloup (Αντώνη Νικολόπουλου).

Ήδη οι Εκδόσεις «Κέδρος» προχωρούν στην 4η έκδοση του βιβλίου το οποίο διανύει τον 5ο χρόνο από τότε που κυκλοφόρησε.

 

***

 

 

 

«Εύχομαι στα ταξίδια σου να έχεις πάντα ήρεμες θάλασσες και να βρίσκεις στο τέλος αγαπημένα λιμάνια»…

 

Έτσι είχα κλείσει τη συνέντευξη που έκανα στον Soloup τον Αύγουστο του 2015. Και πράγματι το «Αϊβαλί» ταξιδεύει πάλι στο τυπογραφείο και περιμένει να κυκλοφορήσει και στην Ισπανία.

 

Ήδη έχει μεταφραστεί σε τρεις γλώσσες: Γαλλικά, Τουρκικά, Αγγλικά.

 

-Στη Γαλλία (Clermont Ferrand) το βιβλίο πήρε το Βραβείο Coup de Coeur.

 

– Στο Μουσείο Μπενάκη (στην Πειραιώς) η έκθεση με τα αυθεντικά έργα του βιβλίου κράτησε για τρεισήμισι μήνες (10/02- 17/05-2015)

 

– Η ίδια έκθεση πήγε σε μουσεία, γκαλερί, πολιτιστικούς χώρους και δημόσιες βιβλιοθήκες σε όλη την Ελλάδα. Οι παρουσιάσεις αυτές διήρκεσαν πάνω από 400 ημέρες.

 

– Με αφορμή το υλικό του graphic novel «Αϊβαλί» έγιναν μεταπτυχιακές και διδακτορικές εργασίες. Πραγματοποιήθηκαν συνέδρια και γράφτηκαν άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά.

 

– Τέλος έγιναν εργαστήρια κι επισκέψεις σε σχολεία πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης όπως και σε πανεπιστήμια.

 

***

 

 

Μια ημέρα που συνάντησα τον Soloup στην Αθήνα τον ρώτησα πώς νιώθει με αυτή την επιτυχία, κι εκείνος μου είπε:

«Είμαι ευγνώμων για τη συγκίνηση και την αγάπη των αναγνωστών κάθε γλώσσας κι εθνικότητας για το βιβλίο αυτό. Επίσης είμαι ευτυχής για την επικοινωνία και για τους φίλους που έχω αποκτήσει».

 

***

 

Το ταξίδι συνεχίζεται και εύχομαι στον Soloup να έχει ήρεμες θάλασσες και ακόμη περισσότερα «λιμάνια»…

 

***

 

ΕΔΩ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ SOLOUP

Παναγιώτης ΜήλαςΤο «Αϊβαλί» του Soloup συνεχίζει το ταξίδι του στα πέρατα της γης…
Περισσότερα

Αλβανία: Κάποιοι ζουν, γράφουν, τραγουδούν και δημιουργούν δίπλα μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

 

Τέλος δεν έχει ο θρήνος στη χώρα των γειτόνων μας, την Αλβανία, η οποία χτυπήθηκε από ισχυρό σεισμό 6,4 Ρίχτερ τα ξημερώματα της Τρίτης, 26ης Νοεμβρίου 2019. Ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών ολοένα και αυξάνεται κι ο πόνος δεν έχει όρια.

Ωστόσο, αυτό που δεν μας έχει απασχολήσει ιδιαίτερα μέχρι τώρα είναι πως η τόσο κοντινή μας Αλβανία έχει ποίηση και λογοτεχνία. Κάποιοι δίπλα μας τραγουδούν, γράφουν, ζωγραφίζουν και δημιουργούν. Το γνωρίζουμε;

 

Ισμαήλ Κανταρέ

 

Ο Ισμαήλ Κανταρέ λέει πως η ποίηση ενός λαού είναι η αυτοβιογραφία του. Για ολόκληρες εποχές το δημοτικό τραγούδι ήταν για τον Αλβανό το χρονικό της ζωής του, η ιστορία του, η εθνική μνήμη του που περνούσε από γενιά σε γενιά.

Μοιρολόγια, νανουρίσματα, της αγάπης, της ξενιτιάς, γνωμικά, ιστορικά, έπη, μπαλάντες το δημοτικό τραγούδι κάνει τους ποιητές να χάνουν πάντα τα διακριτικά τους στοιχεία μόλις περνούν τα σύνορά του.

 

Kole Idromeno, Motra tone

 

Ένα δείγμα αλβανικής δημοτικής ποίησης είναι και το παρακάτω:

Ύπνος να με πάρει πάει
Μια κόρη με ξυπνάει
Και μου λέει: Μην κοιμάσαι!
Πρέπει ξύπνιος πάντα να ‘σαι
Γιατί, τάχα, ποιος το ξέρει
Αν ξανά σ’ αυτά τα μέρη
Θα μπορέσουν ν’ ανταμώσουν
Και γλυκά να ζευγαρώσουν
Μες στης νύχτας το σκοτάδι
Ελαφίνα και ζαρκάδι!

***

Οι επισκέπτες της γειτονικής μας χώρας μας περιγράφουν τα Τίρανα ως μία ιδιαίτερα γοητευτική πόλη, με τα ιστορικά κεντρικά κτήρια στο χρώμα της ώχρας, που είχαν χτίσει οι Ιταλοί, και τα λυγερά, ραδινά, ομπρελόσχημα, σκιερά πεύκα, της ίδιας ακριβώς ποικιλίας που συναντά ο επισκέπτης στη Ρώμη.

Η Αλβανία ολόκληρη δε, είναι πλημμυρισμένη από μια άγρια, ανεξημέρωτη κι αδάμαστη ομορφιά, με τη γαλάζια ακτογραμμή που εκτείνεται από τα Εξαμίλια μέχρι τη Χειμάρρα και τον Αυλώνα, τα πράσινα νερά και τις υπόλευκες όχθες του Αώου, και το αλπικό τοπίο στο εσωτερικό και τον Βορρά.

Οι ποιητές της και οι λογοτέχνες της υμνούν τη ζωή, τη μνήμη και τον έρωτα. Η χώρα διαθέτει μια πλειάδα διανοουμένων στοχαστών, οι οποίοι με το έργο τους εστιάζουν στην κάθε απόλαυση του βίου και στην κάθε πικρία και απογοήτευση, καθώς και χαρά, και λύπη, και αισιοδοξία και πτώση.

Στο χώρο του Πνεύματος και της Τέχνης, δύο είναι τα στοιχεία, από τα οποία αντλεί δύναμη και απαντοχή για να συνεχίζει την ανθρώπινη πορεία του και να μη λυγίσει ο αλβανικός λαός: Φιλόσοφος ο ίδιος, στο ποιητικό του έργο, στέκεται ενεός μπροστά στην αγάπη και την τέχνη, – την Αγάπη, την οποία από τα συμφραζόμενά του θεωρεί έργο Τέχνης και την Τέχνη, η οποία και δύναται να απαθανατίζει, να θεοποιεί και να εξυμνεί την αγάπη και τον έρωτα, τον καημό και την ευτυχία.

Πολίτες του κόσμου, πολλοί από τους ποιητές της χώρας, καταργούν τα επιβεβλημένα σύνορα, τόσο στα εδάφη, όσο και στις προκαταλήψεις, τόσο στις διάφορες προαποφασισμένες αποτυπώσεις, όσο και στις πανταχού και πανταχόθεν ιδέες, επισκεπτόμενοι, ζώντας και αγαπώντας χώρες και ανθρώπους του κόσμου, την ιστορία τους, τα βιώματά τους, τις επιτεύξεις και τις πεποιθήσεις τους, τον πολιτισμό τους, τα ήθη και τα έθιμά τους.

Οι ποιητές της Αλβανίας πραγματεύονται τον έρωτα ως άλγος και συμφορά, όχι ως ηδονή, ως ανεκπλήρωτη επιθυμία. Η ποιητική παράδοση των αλβανόφωνων ποιητών η οποία είναι πλούσια και υπολογίσιμη, είναι γεμάτη υπομονή και καρτερία. Υμνεί τη γενέτειρα και στις αιώνιες ανθρώπινες αξίες, τον πόθο για ζωή και πρόοδο, την αλήθεια, την αξιοπιστία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Σκεντέρμπεης

Ο Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης, ήταν Αλβανός άρχοντας και στρατιωτικός, ενώ κατά άλλες εκδοχές, η καταγωγή του θεωρείται σερβοαλβανοελληνική, σλαβονική ή σερβική. Αντιστάθηκε για χρόνια στην εισβολή των Οθωμανών και είναι ο εθνικός ήρωας της Αλβανίας.

 

Edi Hila

 

Ανθολογία Σύγχρονης Αλβανικής Ποίησης

Πρόλογος

«Οι πρώτοι στίχοι στην αλβανική γλώσσα γράφτηκαν το 1592, από τον Lekë Matrënga (Λεκ Ματράγκα, 1567-1619), τον ορθόδοξο ιερέα του ποιμνίου του Αγίου Γεωργίου της Χώρας των Αλβανών (Piana degli Albanesi), στη Σικελία, όπου, μετά το θάνατο του Καστριώτη, είχαν καταφύγει και εγκατασταθεί πολλοί Αλβανοί για να γλιτώσουν από την ωμή βία των Οθωμανών και την απειλή του εξισλαμισμού:

Άντρες καλοί, γυναίκες του χωριού μας,
Στην εκκλησιά ελάτε ένας ένας
Ν’ ακούσετε το λόγο του Θεού μας!
Δεν είναι αναμάρτητος κανένας
Πολλά τα πάθη του πιστού λαού μας…
Συγχώρεση ζητήστε ο καθένας
Κι ας είναι πάντα ο θάνατος στο νου μας:
Και στην Εδέμ θα μας δεχτεί ο Ένας
Ως αδελφούς και τέκνα του Χριστού μας.

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μικρό ποίημα, αριστοτεχνικό από άποψη μορφής, κάτι που υποδηλώνει -αν όχι την ύπαρξη κάποιας προϋπάρχουσας, χαμένης πλέον, ποιητικής παράδοσης- τα μέχρι εκείνης της στιγμής αξιόλογα επιτεύγματα της αλβανικής δημοτικής μούσας, μέσω της οποίας, κυρίως, εκφραζόταν ο ποιητικός λόγος, έως το 1836, έτος κατά το οποίο σημειώνεται ο πρώτος σταθμός της αλβανικής λογοτεχνίας.
Στον Αλβανό λαϊκό ποιητή εκείνων των εποχών διακρίνεται η ανάγκη έκφρασης του εσωτερικού του κόσμου, καθώς και μια διάθεση πειραματισμού σ’ αυτό που αργότερα θα ονομαστεί “καθαρή ποίηση”:

Κατέβηκε ομίχλη στο ποτάμι
Τρία μερόνυχτα το σκέπασε.
Τρία μερόνυχτα περάσανε
Αέρας φύσηξε ανάλαφρα
Και πάνω την ομίχλη σήκωσε.

Παράλληλα με τη δημοτική ποίηση, σποραδικά όμως λόγω των απαγορεύσεων και των διωγμών από την Υψηλή Πύλη, συνεχίζει να καλλιεργείται από κληρικούς, μοναχούς και άλλους πνευματικούς ανθρώπους η λόγια παράδοση, η οποία, αν και ως βασικό σκοπό έχει την τόνωση του θρησκευτικού αισθήματος μέσω των πεζών κειμένων, ασχολείται και με τη σμίλευση του στίχου -κάποτε, όπως στις περιπτώσεις του Pjetër Bodgani (Πέτρο Μπογντάνι, 1630-1689) και του Jul Varibosa (Ιουλ Βαριμπόμπα, 1724-1788), με άκρως επιτυχή αποτελέσματα.
Αυτές οι δύο παράλληλες πορείες της δημοτικής και της λόγιας παράδοσης θα συγκλίνουν στο έργο του Jeronim De Rada (Ιερώνυμου Ντε Ράντα, 1814-1903).
Ο διανοούμενος αυτός, γόνος Αλβανών αποίκων της Κάτω Ιταλίας, ήταν ένας ρομαντικός ποιητής, σύγχρονος του Σολωμού, προικισμένος με σπάνια χαρίσματα. Θρεμμένος με τα δημοτικά τραγούδια των Αλβανών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρική εστία για να βρουν στέγη στην απέναντι όχθη της Αδριατικής, κουβαλούσε στην ψυχή του τον καημό της χαμένης πατρίδας και στο νου δεν είχε τίποτε άλλο “πάρεξ ελευθερία και γλώσσα”. Μπορεί να μην κατέστησε την απόλυτη έκφραση, μας άφησε όμως και αυτός “λαμπερά θραύσματα”.
Το 1836 δημοσιεύεται το σημαντικότερο έργο του, η ποιητική σύνθεση Τα άσματα του Μιλοσάου, το οποίο τον καθιστά πρωτοπόρο της Εθνικής Αναγέννησης, ενός πολιτικού και πολιτιστικού κινήματος που επιδίωκε την εξέγερση του αλβανικού λαού εναντίον των κατακτητών. Στα Άσματα αυτά, τα οποία αποτελούν οπωσδήποτε ένα καθαρό ποιητικό επίτευγμα -και όχι μόνο για τα τότε δεδομένα της αλβανικής γραμματείας-, ο De Rada, εμπνευσμένος από τους αγώνες των Ελλήνων, λίγο καιρό μετά τη συνθήκη του Μαΐου 1832 που σφραγίζει την Επανάσταση του ’21, αναφωνεί: “Ήρθε η ώρα του Αλβανού / σίγουρα θα πεθάνουμε / όχι όμως στα κρεβάτια μας”.
Αλλά, επειδή οι πατριωτικές αυτές προσπάθειες της Εθνικής Αναγέννησης προσέκρουσαν σε πλήθος δυσκολιών και εμποδίων, ο De Rada δεν ευτύχησε να δει τα μέρη των προγόνων του “όπως ήταν άλλοτε, στα χρόνια του Καστριώτη” και πλήρης ημερών, πέθανε στο κρεβάτι του.
Η εν λόγω περίοδος κλείνει με δύο καθολικούς ιερείς, τον Ndre Mjeda (Ανδρέα Μιέντα, 1866-1937) και τον Gjergj Fishta (Γεώργιο Φίστα, 1871-1940). Η εμμονή του πρώτου ήταν ο θάνατος, τα άδυτα του οποίου εξερεύνησε με πάθος και μετέφερε με δεξιοτεχνία σε όλες σχεδόν τις κλασικές στιχουργικές μορφές που επιτυχώς υπηρέτησε. Ο δεύτερος, λάτρης του Παλαμά, έγραψε μεγάλα, επικά ποιήματα και, με την οξυδέρκειά του, έθεσε τις βάσεις της λογοτεχνικής κριτικής στην Αλβανία.
Άλλοι ποιητές της Εθνικής Αναγέννησης είναι ο Gavril Dara (Γαβριήλ Nτάρα, 1826-1885), ο Naim Frashëri (Nαΐμ Φράσερι, 1846-1900) και ο Andon Zako-Çajupi (Αvτόv Ζάκο – Τσαγιούπι, 1866-1930). Αυτοί, σε αντίθεση με τους τρεις πρώτους, θεώρησαν πρωτεύουσα την ανάγκη να γίνουν όσο το δυνατόν πιο κατανοητοί, ώστε να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα τον εθνικό καθήκον που είχαν αναλάβει, κάτι που επηρέασε κάπως αρνητικά την ποιότητα της ποίησής τους.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Faik Konica (Φαΐκ Κόνιτσα, 1875-1942), ένας πεζογράφος και κριτικός που ζούσε στη Δύση και γνώριζε από κοντά όλα τα λογοτεχνικά ρεύματα και τις λογοτεχνικές εξελίξεις της εποχής, αμφισβητώντας την αξία του Νaim Frashëri, ο οποίος, από διάφορους κύκλους, είχε προβληθεί ως εθνικός ποιητής (κάτι που ωστόσο θα συνεχίσει να ισχύει για πολλά χρόνια ακόμα), θα γράψει το 1937: “Ο αληθινός ποιητής επιλέγει τις λέξεις. Δεν χρησιμοποιεί την πρώτη που στάζει από την πένα του. Εξετάζει και άλλες, μέχρι να βρει αυτή που πρέπει, την ακριβέστερη”. Εκείνα τα χρόνια, πρόξενος στην Κορυτσά είναι ο Σεφέρης των δοκιμών, ο ποιητής ο οποίος εισάγει την έννοια της λέξης “ακρίβεια” και επιμένει σ’ αυτή…
Την ίδια εποχή εμφανίζεται στο προσκήνιο ο μεγαλύτερος, ίσως, Αλβανός ποιητής, ο Lasgush Poradeci (Λασγούς Ποραντέτσι, 1899-1987), ένας αυστηρός οπαδός της ακρίβειας. Αυτός “ο επινοητής των αρμονιών” (ο οποίος φοίτησε στο Λεόντιο Λύκειο Αθηνών) εξέδωσε μόνο δύο ποιητικές συλλογές, στη νεότητά του· μετά, βυθίστηκε σε μια σιωπή που έμελλε να διαρκέσει μισό αιώνα. Τη δεκαετία του ’80 ήταν πολλοί οι Αλβανοί που τον θεωρούσαν νεκρό, όπως διηγείται χωρίς ίχνος υπερβολής ο Ismail Kadare (Ισμαήλ Κανταρέ, 1936). Οι ερμηνείες γύρω από τη σιωπή του ήταν πολυποικίλες. Αποτραβήχτηκε για να μην προσφέρει σε μια “τέχνη” κατευθυνόμενη από τα όργανα της δικτατορίας; Έφτασε στην άλλη πλευρά του λόγου και μαγεύτηκε από αυτήν, όπως ο Οδυσσέας από την Κίρκη; Ποιος ξέρει. Δεν μίλησε ποτέ για τέτοια πράγματα. Δεν γνωρίζουμε αν είχε διαβάσει Mallarlé ή Valéry, πάντως, κάτι ανάλογο με ό,τι κατόρθωσαν αυτοί στη γλώσσα τους, το κατόρθωσε ο Poradeci στα αλβανικά. Αν δεν ήταν τόσο φειδωλός, θα μπορούσε και αυτός να μιλήσει για το Βιβλίο ή για την αφηρημένη σκέψη, πράγματα πάνω στα οποία οπωσδήποτε στοχαζόταν διαρκώς.
Σύγχρονός του, αλλά εντελώς διαφορετικός, ήταν ο Gjergj Millosh Nikolla (Μιλός Γεώργιος Νικόλα), γνωστός με το ακρωνύμιο Migjieni (Μιγιένι, 1911-1938), στην επαναστατική ιδιοσυγκρασία του οποίου οφείλεται η απελευθέρωση της αλβανικής στιχουργίας από το μέτρο και τις ομοιοκαταληξίες. Έγραψε κι αυτός ελάχιστα: τα όριά του τα καθόρισε ο πρόωρος θάνατος. Βασανίστηκε από αρρώστιες και συμπλέγματα, δοκιμασίες που τελικά λειτούργησαν ως τροφοδότες της τολμηρής φωνής του. Και, σαν να μην του έφταναν τα δεινά που πέρασε εν ζωή, η εικόνα του αλλοιώθηκε από την κριτική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που τον παρουσίασε απλά ως αντιμοναρχικό (έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ζογκ), ενώ οι ανησυχίες του ήταν βαθιές και διαχρονικές.
Επαναστάτης ήταν και ο κληρικός Fan Noli (Φαν Νόλι, 1882-1965), ο τρίτος σημαντικός ποιητής της γενιάς του ’30, αλλά η επαναστατικότητά του περιορίστηκε στην πολιτική ζωή της εποχής, η δε δραστηριότητά του κορυφώθηκε το 1924, όταν, μετά από λαϊκή εξέγερση, έγινε για έξι μήνες πρωθυπουργός της Αλβανίας. Αν και δεν υστερεί σε αρετές, η ποίησή του επισκιάζεται από το πλούσιο μεταφραστικό του έργο, που περιλαμβάνει μια σειρά αριστουργημάτων του Shakespeare, Cervantes και άλλων. Τη μοναδική του ποιητική του συλλογή την εξέδωσε το 1948. Ο Fan Noli υπήρξε μία από τις τελευταίες ελεύθερες φωνές της Αλβανίας, η οποία έμελλε να γνωρίσει στο πετσί της, για τα επόμενα σαράντα περίπου χρόνια, μια πολύ σκληρή, ίσως την πιο απάνθρωπη δικτατορία του 20ού αιώνα.

Edi Hila

Με την άνοδο στην εξουσία του Enver Hoxha (Ενβέρ Χότζα, 1908-1985) και του περιβάλλοντός του, πρώτο μέλημα της νέας διακυβέρνησης ήταν η μετάλλαξη της λογοτεχνίας σε προπαγανδιστικό μέσο για τη “δημιουργία του νέου ανθρώπου”. Οι απείθαρχοι συγγραφείς, αυτοί που δεν εντάχθηκαν στη συγκεκριμένη γραμμή, διώχτηκαν, εκτελέστηκαν ή κλείστηκαν σε φυλακές, η φήμη των οποίων συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να προκαλεί ανατριχίλα. Ένας από αυτούς ήταν ο ποιητής Arshi Pipa (Αρσί Πίπα, 1920-1997), που πέρασε τα νιάτα του στα φριχτά αυτά κολαστήρια και, με τις εμπειρίες του Γολγοθά του, έγραψε το συγκλονιστικό Βιβλίο της φυλακής. Πάντοτε τα βάσανα, ανεξάρτητα από το πόσο καλά το καταφέρνουν, έχουν μια τάση να μετουσιωθούν σε ποίηση.
Στο μεταξύ, το Κόμμα, κόβοντας μία μία όλες τις γέφυρες επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, είχε απαγορεύσει τη διείσδυση στην Αλβανία όλων εκείνων των βιβλίων που θα έβλαπταν τα συμφέροντά του, ιδιαίτερα τα βιβλία σύγχρονης ποίησης, η οποία, για τα γούστα των συντελεστών της λογοκρισίας -και κυρίως για τους σκοπούς τους-, παραήταν σκοτεινή. Από την άλλη, είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία ενός μεγάλου μέρους της αλβανικής παραδοσιακής λογοτεχνίας. Έτσι, αποκομμένοι τόσο από τα ευρωπαϊκά ρεύματα όσο και από την παράδοση, πολλοί λογοτέχνες εκείνων των καιρών, έκοντες άκοντες, έπλεκαν χαζοχαρούμενους στίχους για τον ηγέτη, για το Κόμμα, για τις συνεχόμενες νίκες του σοσιαλισμού και για τους νέους που γνωρίζονται και ερωτεύονται μόνο στα εργοστάσια ή στους κάμπους με σιτάρι ανοιξιάτικης σποράς.
Είναι λίγοι οι ποιητές -ας αναφέρουμε εδώ τους Fatos Arapi (Φατός Αράπι, 1930), Dritëro Agolli (Ντριτερό Αγκόλι, 1931) και Ismail Kadare, που, βάζοντας καμιά φορά σε κίνδυνο το μέλλον τους, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μερικά αξιόλογα έργα. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα ο Kadare, οι αλληγορίες του οποίου κατά του καθεστώτος αποσκοπούσαν στο να συνειδητοποιήσει o αναγνώστης την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η χώρα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Kadare είναι από τους πρώτους που μετέφρασε σύγχρονους ποιητές στα αλβανικά· και αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους Καβάφη, Σεφέρη και Ελύτη.
Όμως, ο σημαντικότερος Αλβανός ποιητής εκείνης της περιόδου, ο Martin Camaj (Μαρτίν Τσαμαΐ, 1925-1992, φωτογραφία κάτω αριστερά), ζούσε εκτός των συνόρων της Αλβανίας, στη Δυτική Γερμανία. Είχε δραπετεύσει το 1948 για να μην επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του. Δεν είχε την αναγνώριση άλλων ποιητών από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι, προκειμένου να δημιουργήσουν ελεύθερα, εγκαταστάθηκαν στη Δύση -όπως ο Milosz, Herbert, Holub-, αλλά πολλά από τα κοινά χαρακτηριστικά των τελευταίων τα συναντάμε και στον Camaj. Στη χώρα του, το πλούσιο έργο του έγινε γνωστό μετά την πτώση της δικτατορίας και έδειξε σε ποιο επίπεδο θα βρισκόταν η αλβανική ποίηση εάν η παράδοσή της είχε συνεχιστεί φυσιολογικά. Ο Martin Camaj είναι, μαζί με τους De Rada, Mjeda και Poraneci, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Αλβανίας.
Μετά το 1990, τα πράγματα άλλαξαν. Εμφανίστηκε μια νέα γενιά ποιητών που, συγκεντρωμένοι γύρω από το λογοτεχνικό τους περιοδικό Aleph, έδειξαν από την αρχή, σε αυτά τα δύσκολα μεταβατικά χρόνια, αποφασιστικότητα για αλλαγή και αφοσίωση στην ποίηση. Αυτοί οι νέοι είχαν αντιληφθεί ότι η ποιητική τέχνη, προτού αρχίσει ν’ αναλαμβάνει κοινωνικούς, πολιτικούς ή άλλους σκοπούς, πρέπει να μεριμνεί για τον εαυτό της. Παράλληλα με τα γραπτά τους, φρόντισαν από τη μία να μεταφέρουν στα αλβανικά τα απαγορευμένα αγαθά της σύγχρονης ποίησης και από την άλλη να γεφυρώσουν το χάσμα με την καλύτερη αλβανική ποιητική κληρονομιά. Έριξαν φως πάνω στις παραγνωρισμένες αξίες του παρελθόντος· ωστόσο, τους δασκάλους, είναι αλήθεια, τους αναζήτησαν προπαντός στην ξένη μοντέρνα ποίηση και, χάρη στα διδάγματα αυτών, έδωσαν τέλος στην εκφραστική ένδεια και τη μορφική μονοτονία, από τις οποίες είχε υποφέρει ως τότε το μεγαλύτερο μέρος της αλβανικής ποίησης. Γι’ αυτό και χρειάστηκε πολλές φορές (όπως είχε συμβεί και στους Έλληνες ποιητές της γενιάς του ’30, αλλά, βέβαια, εξήντα χρόνια πριν) να έρθουν αντιμέτωποι με τις συντηρητικές απόψεις των ξεπερασμένων σχολών, που ακόμα επιμένουν ότι ο ποιητής πρέπει “τα σύννεφα να τα παίρνει για σύννεφα”.

Και λίγα λόγια για την (παρούσα) ανθολογία: Έγινε με πίστη και αγάπη, με σκοπό να γνωρίσει στους Έλληνες αναγνώστες αυτή την τελευταία γενιά, για την οποία ο Kadare έχει πει ότι “είναι η αληθινή εκπρόσωπος της νέας αλβανικής λογοτεχνίας”, θεωρώντας το έργο της ως “το σπουδαιότερο δημιουργικό επίτευγμα στην Αλβανία των τελευταίων ετών”.»

Romeo Çollaku, Πρόλογος για το βιβλίο Ανθολογία Σύγχρονης Αλβανικής Ποίησης, στη σειρά Ποιητές του Κόσμου, στις εκδόσεις Ροές.

***

Η δίγλωσση αυτή ανθολογία παρουσιάζει τη νέα ποιητική γενιά της γειτονικής χώρας, τη γενιά για την οποία ο Κανταρέ έχει πει ότι αυτή είναι «η αληθινή εκπρόσωπος της νέας αλβανικής λογοτεχνίας», θεωρώντας το έργο της ως «το σπουδαιότερο δημιουργικό επίτευγμα στην Αλβανία των τελευταίων ετών»…

***

Μουσική και λαϊκή παράδοση

Η αλβανική παραδοσιακή μουσική εντάσσεται σε τρεις υφολογικές ομάδες. Με άλλες σημαντικές μουσικές περιοχές γύρω από τη Σκόδρα και τα Τίρανα, οι μεγάλες ομάδες είναι οι Γκέγκηδες στο Βορρά και οι νότιοι Λιάπηδες και Τόσκηδες. Οι βόρειες και νότιες παραδόσεις ξεχωρίζονται από τον «τραχύ και ηρωικό» τόνο του Βορρά και τη «χαλαρή» μορφή του Νότου.

Αυτές οι διαφορετικές μορφές έχουν κοινό «την ένταση που τόσο οι εκτελεστές όσο και οι ακροατές δίνουν στη μουσική τους ως μέσο πατριωτικής έκφρασης και ως όχημα μεταφοράς της αφήγησης της προφορικής ιστορίας», καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά όπως η χρήση ρυθμών όπως 3/8, 5/8 και 10/8. Η πρώτη συλλογή αλβανικής παραδοσιακής μουσικής έγινε από τον Πιέτερ Ντούγκου το 1940.

Τα αλβανικά παραδοσιακά τραγούδια μπορούν να διαιρεθούν σε μεγάλες ομάδες, τα ηρωικά επικά του Βορρά και τα γλυκά μελωδικά νανουρίσματα, ερωτικά τραγούδια, γαμήλια μουσική, τραγούδια της δουλειάς και άλλα. Η μουσική διάφορων φεστιβάλ και εορτών είναι επίσης σημαντικό κομμάτι του αλβανικού παραδοσιακού τραγουδιού, ιδιαίτερα εκείνων της Ημέρας του Αγίου Λαζάρου, που εγκαινιάζει την άνοιξη. Τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια είναι σημαντικά είδη της αλβανικής μουσικής και γενικά εκτελούνται σόλο από γυναίκες.

 

Edi Hila

 

Αλβανική γλώσσα και λογοτεχνία

Η Αλβανική αποδείχθηκε ότι είναι Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα το 1854 από το Γερμανό γλωσσολόγο Φραντς Μποπ. Η αλβανική γλώσσα αποτελεί ξεχωριστό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας.

Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι η Αλβανική προέρχεται από την Ιλλυρική, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από τη Δακο-Θρακική (η Ιλλυρική και η Δακο-Θρακική όμως μπορεί να ήταν στενά συνδεόμενες γλώσσες).

Δημιουργώντας πιο μακροχρόνιες σχέσεις η Αλβανική συγκρίνεται συχνά με τη Βαλτοσλαβική αφ’ ενός και τη Γερμανική αφ’ ετέρου, που και οι δύο έχουν πολλά κοινά ισόγλωσσα με την Αλβανική. Επίσης η Αλβανική έχει υποστεί μια φωνητική μεταβολή κατά την οποία το τονισμένο, μακρό ο έχει μεταπέσει σε α, πολύ όμοια με την πρώτη και αντίθετα με τη δεύτερη. Ομοίως η Αλβανική έχει πάρει το παλιό αναφορικό jos και το χρησιμοποίησε καινοτόμα για να προσδιορίσει αποκλειστικά επίθετα, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, που η Βαλτοσλαβική έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη αυτή για την οριστική κατάληξη των επιθέτων.

Η πολιτιστική αναγέννηση εκφράστηκε πρώτα απ’ όλα με την ανάπτυξη της αλβανικής γλώσσας στην περιοχή των εκκλησιαστικών κειμένων και εκδόσεων, κυρίως της Καθολικής περιοχής στο Βορρά, αλλά επίσης της Ορθόδοξης στο Νότο. Οι προτεσταντικές μεταρρυθμίσεις τόνωσαν τις ελπίδες για την ανάπτυξη της τοπικής γλώσσας και λογοτεχνικής παράδοσης όταν ο κληρικός Τζον Μπουζούκου μετέφερε στην αλβανική γλώσσα την Καθολική λειτουργία, προσπαθώντας να κάνει για την αλβανική γλώσσα ό,τι έκανε ο Λούθηρος για τη γερμανική.

Το Μεσάρι (Συναξάρι) του Τζον Μπουζούκου, που εκδόθηκε το 1555, θεωρείται το πρώτο λογοτεχνικό έργο στη γραπτή Αλβανική. Το εκλεπτυσμένο επίπεδο της γλώσσας και η παγιωμένη ορθογραφία πρέπει να είναι το αποτέλεσμα προγενέστερης παράδοσης γραπτής Αλβανικής, όχι πάντως αρκετά κατανοημένης. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες αποσπασματικές αποδείξεις, χρονολογούμενες πριν από το Μπουζούκου, που δείχνουν ότι η Αλβανική ήταν γραπτή γλώσσα τουλάχιστον από το 14ο αιώνα.

Η παλαιότερη μαρτυρία χρονολογείται από το 1332, με μια αναφορά στα Λατινικά του Γάλλου Δομινικανού Γουλιέλμου Αδάμ, Αρχιεπίσκοπου του Αντιβαρίου, που έγραφε ότι οι Αλβανοί χρησιμοποιούσαν Λατινικά γράμματα στα βιβλία τους, αν και η γλώσσα τους ήταν τελείως διαφορετική από τα Λατινικά. Άλλα σημαντικά παραδείγματα είναι: μία συνταγή βαπτίσματος (Unte paghesont premenit Atit et Birit et spertit senit) από το 1462, γραμμένη στα Αλβανικά με λατινική γραφή από τον Επίσκοπο Δυρραχίου Παλ Εντζέλι, ένα γλωσσάρι αλβανικών λέξεων του 1497 του Άρνολντ φον Χαρφ, Γερμανού που είχε ταξιδέψει στην Αλβανία και ένα απόσπασμα της Βίβλου του 15ου αιώνα του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, επίσης στα Αλβανικά αλλά γραμμένο με ελληνικά γράμματα.

Τα αλβανικά κείμενα από τους αιώνες αυτούς δεν πρέπει να ήταν μόνο θρησκευτικά αλλά επίσης και ιστορικά χρονικά. Αναφέρονται από τον ανθρωπιστή Μαρίνο Μπαρλέτι, που, στο βιβλίο του Rrethimi i Shkodrës (Η Πολιορκία της Σκόδρας) (1504), επιβεβαιώνει ότι ξεφύλλισε τέτοια χρονικά, γραμμένα στη γλώσσα του λαού (in vernacula lingua).

Το 16ο και 17ο αιώνα εκδόθηκαν στα Αλβανικά οι κατηχήσεις E mbësuame krishterë (Χριστιανικές Διδαχές) (1592) του Λέκε Ματρέγκα, Doktrina e krishterë (Το Χριστιανικό Δόγμα) (1618) και Rituale romanum (1621) του Πιέτερ Μπούντι, του πρώτου συγγραφέα πρωτότυπης αλβανικής πεζογραφίας και ποίησης, μια απολογία για τον Γεώργιο Καστριώτη (1636) από τον Φραγκ Μπάρντι, που εξέδωσε επίσης ένα λεξικό και λαογραφικά κείμενα και το θεολογικοφιλοσοφικό δοκίμιο Cuneus Prophetarum (Η Ορχήστρα των Προφητών) (1685) του Πιέτερ Μπογκντάνι, της πιο οικουμενικής προσωπικότητας του Αλβανικού Μεσαίωνα. Ο διασημότερος Αλβανός συγγραφέας είναι ο Ισμαήλ Κανταρέ.

***

Γνωριμία με τη νέα αλβανική ποίηση
Του Παντελή Μπουκάλα

«Ανθολογία σύγχρονης αλβανικής ποίησης». Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Ρομέο Τσολάκου. Επιμέλεια: Παυλίνα Παμπούδη. Εκδόσεις Ροές 2008, σελ. 208.

Αν η τέχνη είναι ένα από τα λιγοστά κύρια ονόματα ενός λαού, όσα προσδιορίζουν σπουδαία στοιχεία της ταυτότητάς του, η τέχνη του λόγου ειδικά, η ανώνυμη και η επώνυμη, ίσως μπορεί να θεωρηθεί το κυριότερο, αφού αποτελεί μια πλούσια και αυθεντική επιτομή εμπειριών, αισθημάτων και αντιλήψεων. Την αλβανική λογοτεχνία, στη μορφή της πεζογραφίας, την ταυτίζουμε, μάλλον περιοριστικά, με τα γραπτά του Ισμαήλ Κανταρέ, πολλά μυθιστορήματα του οποίου έχουν μεταφραστεί από χρόνια στα ελληνικά. Η αλβανική ποίηση, πάντως, είναι μια άγνωστη, ανεξερεύνητη χώρα, όπως άλλωστε και η αλβανική γλώσσα· βρισκόμαστε πια στην τρίτη δεκαετία αφότου μετανάστευσαν στην Ελλάδα χιλιάδες Αλβανοί, ζούνε μαζί μας και στη δούλεψή μας, αλλά η γλώσσα τους μένει κλειστή και άηχη στα αυτιά μας, ανεπιθύμητη – ούτε μία λέξη της, ένας χαιρετισμός, δεν πέρασε στη δική μας γλώσσα.

Σε κάποιες ανθολογίες χρωστάω τα λίγα, τα ελάχιστα που ξέρω για την αλβανική ποίηση, οι πρώτοι στίχοι της οποίας γράφτηκαν το 1592 από τον ορθόδοξο ιερέα Λεκ Ματράγκα, στη Σικελία, όπου είχαν καταφύγει πολλοί Αλβανοί μετά το θάνατο του Καστριώτη, για να σωθούν από την εκδίκηση των Οθωμανών, ενώ έτος-σταθμός θεωρείται το 1836, όταν ο Ντε Ράντα δημοσίευσε «Τα άσματα του Μιλοσάου», με μότο στίχους του Πίνδαρου, όπου, εμπνευσμένος από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, κήρυσσε πως «Ήρθε η ώρα του Αλβανού, / σίγουρα θα πεθάνουμε / όχι όμως στα κρεβάτια μας»). Όσον αφορά τη δημοτική ποίηση, μια καλή γεύση δίνει ο περυσινός τόμος με τον τίτλο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης» (μετάφραση Θωμάς Στεργιόπουλος, επιλεγόμενα Ισμαήλ Κανταρέ, εκδόσεις «Ροές»), ενώ η ποίηση ειδικά της μειονότητας, στις καλές και στις κακές στιγμές της, φιλοξενείται στα βιβλία «Δημοτικά τραγούδια της Βορείου Ηπείρου» του Παναγιώτη Στεφ. Φωτίου και του Νίκου Β. Λύτη (εκδ. «Νεφέλη», 1995), και «Δημοτικά τραγούδια της ελληνικής μειονότητας» του Βασίλη Νίκα (εκδόσεις «Ναΐμ Φράσερι», Τίρανα, 1988). Τέλος, μια πολύ καλή γνωριμία με την επώνυμη αλβανική ποίηση προσφέρει ο τόμος «Αίμος – Ανθολογία βαλκανικής ποίησης» (έκδοση του περιοδικού «Αντί», 2006), εξήντα σελίδες του οποίου περιέχουν ποιήματα των κορυφαίων Αλβανών ποιητών του 19ου και του 20ού αιώνα (Γερονίμ Ντε Ράντα, Ναΐμ Φράσερι, Γκέργκι Φίστα, που λάτρευε τον Παλαμά, Φαν Νόλι, Λάσγκους Ποραντέτσι, μεταφραστής του Μαγιακόφσκι, Μιγκένι, Μάρτιν Τσαμαϊ, το έργο του οποίου τελούσε υπό απαγόρευση έως το 1990, Φατός Αράπι, Ντριτερό Αγκόλλι, Ισμαήλ Κανταρέ, Αζέμ Σκρέλι, Αλί Ποντρίμια, Τζεβαχίρ Σπαχίου), μεταφρασμένα από τον Σταύρο Ζαρμπαλά, τον Πάνο Τσούκα και τον Θωμά Στεργιόπουλο.

Αν ο «Αίμος» αποτελούσε τη «συστατική επιστολή» των θεμελιωτών της αλβανικής ποίησης, η τωρινή «Ανθολογία σύγχρονης αλβανικής ποίησης», που τη συνέταξε ο ποιητής Ρομέο Τσολάκου, μεταφραστής Ελλήνων ποιητών στην αλβανική, αποτελεί μια ξενάγηση, γρήγορη έστω, στο τοπίο της σημερινής αλβανικής λογοτεχνίας. Ανθολογούνται λοιπόν, με τέσσερα ποιήματα ο καθένας, δεκαεφτά ποιητές, που έχουν γεννηθεί από το 1964 και έπειτα και πρωτοεμφανίστηκαν στη λογοτεχνική σκηνή μετά το 1990. Οι δώδεκα είναι άντρες (Αρμπέν Ντέντια, Αριάν Λέκα, Βιριόν Γράτσι, Αγκρόν Τούφα, Τσέλο Χότζα, Ιντλίρ Αζίζι, Ιλίρ Μπελίου, Πάρις Τεφερίτσι, Γκεντιάν Τσοτσόλι, Ρομέο Τσολάκου, Αλκέτ Τσάνι, Ερβίν Χατίμπι) και πέντε γυναίκες (Λουλιέτα Λεσανάκου, Ολυμπία Βελαϊ, Λιντίντα Αράπι, Λιντίτα Αχμέτι, Λέντια Ντούσι). Πολλοί από αυτούς έχουν παρουσιάσει και μεταφραστικό έργο, μεταγλωττίζοντας ξένους ποιητές, ανάμεσά τους και Έλληνες (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο αλλά και Σαπφώ, ποιήματα της οποίας μετάφρασε η Λιντίτα Αχμέτι, που γεννήθηκε στο Πριζρέν του Κοσσυφοπεδίου και ζει στα Σκόπια, όπου και σπούδασε αρχαία ελληνικά και λατινικά).

Για να μείνουμε σε ένα (όχι και τόσο) εξωτερικό γνώρισμα των ανθολογούμενων ποιητών, αρκετοί από αυτούς όχι μόνο σπούδασαν σε χώρες του εξωτερικού αλλά είτε πέρασαν ένα τμήμα της ζωής τους εκτός Αλβανίας είτε παραμένουν ξενιτεμένοι, στην Ιταλία, στην Αγγλία, στη Βουλγαρία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία και στην Ελλάδα, όπου ζει ο ανθολόγος Ρομέο Τσολάκου, που με τη δουλειά του λειτουργεί σαν μεταφορέας διπλής κατεύθυνσης, σαν συνδετικός κρίκος.

Εν αντιθέσει πάντως με τη νέα αλβανική πεζογραφία, στα ανθολογούμενα ποιήματα δεν εντοπίζονται πολλά ίχνη του προσωπικού ή μαζικού ξενιτεμού, που χαρακτηρίζει τη μετά τον Εμβέρ Χότζα Αλβανία, και αν όχι η μοναδική, σίγουρα η σαφέστερη σχετική αναφορά απαρτίζεται από τους εξής στίχους της Λιντίτα Αράπι: «Το βάσανο είναι / η ασυμμετρία / στα αρμονικά πρόσωπα / των σιωπηλών Αλβανών / τους οποίους / διακρίνω από μακριά σε μια / συμμετρική πόλη της Ευρώπης / και, χωρίς να τους ξέρω, / τους χαιρετώ». Δεν εντοπίζονται καν αναδρομικές αναφορές (επικριτικές, σατιρικές, πικρόχολες ή ό,τι άλλο) στη μοίρα της χώρας υπό τον Χότζα, όταν το δεσποτικό δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είχε οδηγήσει είτε στην αθρόα παραγωγή προσωπολατρικών στίχων (ανάμεσά τους και ορισμένα «νεοδημοτικά» της ελληνικής μειονότητας, «δημοτικά τραγούδια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης» όπως χαρακτηρίζονται στον προαναφερθέντα τόμο «Δημοτικά τραγούδια της μειονότητας», όπου και οι στίχοι «Ελεύθεροι, ολόχαροι, / πιασμένοι χέρι χέρι / πάμε μπροστά μ’ οδηγητή /το Κόμμα, τον Ενβέρη»), είτε στην αυτολογοκρισία και τη σιωπή είτε στην έμμεση διαμαρτυρία με τη σύνθεση αλληγορικών στίχων. «Το Κόμμα», γράφει μελαγχολικά ο Ρομέο Τσολάκου στον πρόλογό του, «κόβοντας μια μια όλες τις γέφυρες επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, είχε απαγορεύσει τη διείσδυση στην Αλβανία όλων εκείνων των βιβλίων που θα έβλαπταν τα συμφέροντά του, ιδιαίτερα των βιβλίων σύγχρονης ποίησης, η οποία, για τα γούστα των συντελεστών της λογοκρισίας -και κυρίως για τους σκοπούς τους-, παραήταν σκοτεινή. Από την άλλη είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία ενός μεγάλου μέρους της αλβανικής παραδοσιακής λογοτεχνίας. Έτσι, αποκομμένοι τόσο από τα ευρωπαϊκά ρεύματα όσο και από την παράδοση, πολλοί λογοτέχνες εκείνων των καιρών, εκόντες άκοντες, έπλεκαν χαζοχαρούμενους στίχους για τον ηγέτη, για το Κόμμα, για τις συνεχόμενες νίκες του σοσιαλισμού και για τους νέους που γνωρίζονται μόνο στο εργοστάσιο ή στους κάμπους με σιτάρι ανοιξιάτικης σποράς».

Απελευθερωμένη από αυτό το ασφυκτικό καθεστώς, που την έκλεισε έξω από την ήπειρο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, η αλβανική ποίηση επείγεται τώρα να καλύψει αποστάσεις που δεν καλύφθηκαν στον καιρό τους και φυσικά. Απολαμβάνοντας ακριβώς την απελευθέρωσή της ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο και αποσκοπώντας στην επανασύνδεσή της με τον έξω κόσμο, δείχνει να αποστρέφεται τα «μεγάλα θέματα» και τα «μεγάλα αισθήματα», τα βροντερά, και να αποφεύγει, ως εκ τούτου, τις μεγάλες λέξεις που σχεδόν υποχρεωτικά αναφύονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αποφεύγει επίσης το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που τραυματίστηκε βαριά επί δικτατορίας και επιλέγει το πρώτο ενικό, τη χαμηλόφωνη εξομολόγηση για ψυχικά στιγμιότυπα και όχι την κατασκευή πλατιών εικονογραφιών. Οι περισσότεροι από τους ανθολογούμενους βρίσκονται ακόμα λίγο πριν – λίγο μετά τα μισά της διαδρομής τους και η ποίησή τους, διόλου παράδοξο, δεν έχει την έμπειρη ακρίβεια που διέκρινε την ποίηση των πατέρων τους. Σαν χειρονομία γνωριμίας, ωστόσο, με μια άγνωστη ποιητική γλώσσα, και παρότι τέσσερα ποιήματα δεν φτάνουν για να σχηματίσει κανείς στέρεη άποψη για έναν λογοτέχνη, η Ανθολογία του Ρομέο Τσολάκου υπηρετεί με σεμνή επάρκεια το σκοπό της. Εκτός όλων των άλλων, μας υποχρεώνει να παραμερίσουμε τα αγαπημένα μας στερεότυπα για τους γείτονες και συγκάτοικούς μας, τους «κατσαπλιάδες».

– Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή

***

Βισάρ Ζίτι: Έξι Ποιήματα

Ο Βισάρ Ζίτι (Visar Zhiti) γεννήθηκε στο Δυρράχιο της Αλβανίας στις 2 Δεκεμβρίου 1952 και είναι γιος του ηθοποιού και ποιητή Χεκουράν Ζίτι (1911-1989). Μεγάλωσε στη Λούσνια και σπούδασε παιδαγωγικά στο ανώτατο Ινστιτούτο της Σκόδρα και εργάστηκε πέντε χρόνια ως δάσκαλος.

Η ποίησή του, που κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα, του στοίχισε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα που τα πέρασε στα μεταλλεία του Σπάτσι και μετά στο εργοστάσιο κατασκευής τούβλων στη Λούσνια. Στη συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος και εκδότης. Το 1996 εξελέγη βουλευτής, αλλά πολύ γρήγορα παραιτήθηκε και διορίστηκε μορφωτικός ακόλουθος στην αλβανική πρεσβεία της Ρώμης. Για την ποίησή του και τα πεζά του έχει τιμηθεί με διάφορα διεθνή βραβεία.

 

Edi Hila

 

Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι από τη συλλογή του «Η μνήμη του αγέρα», που εκδόθηκε στα Τίρανα το 1993.

-Μετάφραση από τα αλβανικά: Γιάννης Θηβαίος

ΧΡΟΝΟΣ

Πώς γλιστράει μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μου
το δαχτυλίδι σου
πριν ακόμα μου το φορέσεις

κι εγώ μένω μόνος, ο ερωτευμένος.

ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Όσο τα έχουμε στο κεφάλι
τα χτενίζουμε όπως είναι η μόδα,
τα ομορφαίνουμε.
τα φουσκώνουμε στον καθρέφτη,
τα αρωματίζουμε
τους κάνουμε ανταύγειες,

όμως όταν τα κόβουμε
και πέφτουν χάμω
τα μαζεύουμε με τη σκούπα
σαν σκουπίδια
σαν εξουσιαστές…

ΠΟΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

Ω Θεέ μου, πόσα πράγματα με περιμένουν
Θέλω τόσα να κάνω
Και μια ζωή δεν φτάνει.
Μου χρειάζεται ένα δάσος
και δεν έχω ούτε δέντρο.
Μου χρειάζεται δρόμος να περπατήσω
κι εγώ, δυστυχώς, έφτασα νωρίς.

Θέλω να σμιλέψω
το πρόσωπό μου
με τα χέρια σου
όμως δεν είσαι εδώ.
Θέλω να ξεκουραστώ
και δεν έχω κοπιάσει.

Θα ’θελα να στείλω ένα χαμόγελο
στον αέρα, μόνο ένα
όμως εμείς αδυνατούμε να καταλάβουμε
τη μνήμη του αγέρα.

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Όταν χτυπάει η πόρτα της
όποιος και να ’ναι
ο ήλιος
ή καταιγίδα
σκιά της νύχτας
άγγελος
ή στρατιώτης
γυναίκα του δρόμου, ορφανός
δάσος παλλόμενο
ή ποτάμι,
Ποτέ δε ρωτά:
«Ποιος είναι;»
Καθώς την πόρτα ανοίγει
χαρούμενη
αμέσως,
νιώθεις πως ποτέ δεν έχει υπάρξει
αυτή η πόρτα.

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Πάω συχνά
στην ακροθαλασσιά
και πετώ τα παπούτσια στο νερό.

Δεν ξέρω πώς γίνεται
και τα παπούτσια μου
μεγαλώνουν και μεγαλώνουν
γίνονται πλοία
να φέρουν τους Οδυσσείς στα σπίτια τους.

Ξυπόλυτος βγαίνω μπροστά τους
να τους καλωσορίσω.

Μ’ αρέσει να περπατάω στα βάθη της νύχτας
μόνος, χωρίς εμένα.
Να είμαι αγέρας, χωρίς τον αγέρα
που σπάει την ησυχία των δένδρων
που στέκουν σαν άνθρωποι από φύλλα.
Να είμαι δρόμος, όχι σαν δρόμος
που τον πατούν με τα πόδια τους οι άλλοι.
Να φύγω μακριά και να ’μαι εδώ.
Να είμαι κοντά σας
χωρίς να ’μαι εδώ.
Στα μυστήρια της νύχτας να χωθώ
χωρίς μυστήριο να υπάρχει. Κι από κει την αυγή να βγω.
Χωρίς τον εαυτό μου, σας είπα.
Αυτός ας μείνει ανάμεσά σας
σαν ένα τίποτα που στράγγιξε
στο φως.

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

Οι ρίζες της βροχής είναι στη θάλασσα.

Το προφίλ μου, το ξέρετε, είναι ο αγέρας.

Δε θέλω να είμαι μόνος
θέλω να περπατώ.

Εγώ δεν είμαι δέντρο ηλίθιο
με κλαδιά ανοιχτά.
Και μηλιά να ήμουνα
μόνο μήλα θα ’κανα.

Θέλω να πάω στο ποτάμι.

Τα χέρια μου είναι από πέτρα.

Όμως δεν είμαι βάθρο πέτρινο
που πάνω του στήνουν αγάλματα.
Πάνω μου δε σηκώνω άγαλμα κανένα.

Τώρα στο χώρο μου
μπρούμυτα ξάπλωσα,
τον καλπασμό του φλογισμένου αλόγου ακούω
με μάτια υγρά και χαίτη αέρινη. Στάσου!
Σαν να ψιθυρίζουν οι πεθαμένοι με τα φυτά
…οι πεθαμένοι σαν να μην πέθαναν
έτσι καθώς δεν έζησαν.

Το ξέρετε, εμείς είμαστε ένα με τη φύση.
Το δίκιο του ανθρώπου σαν τα κύματα.

-Πηγή: https://www.fractalart.gr/

  • Κεντρική εικόνα: Πίνακας του Αλβανού ζωγράφου Edi Hila

 

  • Διαβάστε επίσης:

“Ορκισμένη παρθένα” – ένα έργο για την ελευθερία, την ανάγκη και τη θυσία

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑλβανία: Κάποιοι ζουν, γράφουν, τραγουδούν και δημιουργούν δίπλα μας
Περισσότερα

“Αναμνήσεις από τας Πάτρας” – Μια πολύτιμη και μοναδική μαρτυρία από έναν φιλέλληνα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο φιλέλληνας Jacques Mangeart (1805-1874) έφτασε στην Πάτρα το 1828 με το εκστρατευτικό σώμα του Μαιζόν, συμμετέχοντας στην ίδρυση του γαλλο-ελληνικού τυπογραφείου. Από τις εμπειρίες του, συνέγραψε τις Αναμνήσεις του, όπου είναι εμφανής η συμπάθειά του για τους βασανισμένους Έλληνες και ομολογημένη η πρόθεσή του να τους υπερασπιστεί απέναντι στην αρνητική «κοινή γνώμη» της Ευρώπης.

Ο συγγραφέας, εκτός από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα (Απελευθέρωση των Πατρών, Φυγή των Τούρκων κ.λπ.), εστιάζει στην κοινωνική ζωή, τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειες των Ελλήνων, χωρίς προκαταλήψεις, αλλά με συμπάθεια, κατανόηση και έκδηλο ρομαντισμό.

Το βιβλίο “Αναμνήσεις από τας Πάτρας” αποτελεί μια πολύτιμη και μοναδική μαρτυρία για τη γένεση της πόλης των Πατρών μέσα από τις στάχτες της καταστροφής που έφερε ο πόλεμος.

 

 

Στο βιβλίο περιγράφονται αναλυτικά:

Η αποβίβαση των Γάλλων στην Πάτρα • Η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους • Η απελευθέρωση των Πατρών • Η φυγή των Τούρκων και των οικογενειών τους • Η κατάσταση της πόλης με τα καλύβια και τα ερείπια • Κοινές συνήθειες Τούρκων και Ελλήνων • Τα τουρκικά μνημεία – νεκροταφείο και σεράι • Η άφιξη του στρατηγού Μαιζόν • Η Κατάληψη του κάστρου του Ρίου • Η φυγή των Τούρκων και των οικογενειών τους • Οι πρώτοι νέοι κάτοικοι της πόλης • Ο Άγιος Ανδρέας, οι εκκλησίες και η φτώχεια των παπάδων • Τα τρόφιµα και οι διατροφικές συνήθειες των κατοίκων • Καινούργια καφενεία, μπιλιάρδα, εστιατόρια • Μια Ελληνίδα καλλονή • Ένας Έλληνας Γανυμήδης • Η εταίρα Τουρκο-Μαρία στην Πάτρα και ο πρώτος οίκος ανοχής • Η ενδυµασία των κατοίκων • Η βοήθεια από την Αµερική • Τα πρώτα δηµόσια σχολεία • Η πρώτη αστυνομική διεύθυνση • Η εκλογή των δηµογερόντων • Το εμπόριο στη νέα πόλη • Πανούκλα στα Καλάβρυτα • Γαμήλια και ταφικά έθιμα • Αρχαία ερείπια και υδραγωγείο • Ένα αξιοπρόσεχτο δέντρο κι ένα παράξενο πηγάδι • Οι μεσολογγίτικες οικογένειες • Οι Επτανήσιοι • Οι Γάλλοι μηχανικοί και το σχέδιο της πόλης από τον Βούλγαρη • Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τα εορταστικά έθιμα • Η ελληνική μουσική • Οι χοροί, οι γιορτές και το καρναβάλι.

Το βιβλίο είναι εμπλουτισμένη επανέκδοση της αρχικής ελληνικής έκδοσης του 1950 και περιλαμβάνει επίμετρο για τον μεταφραστή Γ. Τσουκαλά.

***

JACQUES MANGEART (ΖΑΚ ΜΑΝΖΑΡ)
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑΣ ΠΑΤΡΑΣ
(1828-1829) Η δημιουργία μιας νέας πόλης
Ιστορία: 978-960-9441-99-5, διάστ. 14Χ21, σελ. 240, τιμή 14 €
Μετάφραση Γ. Τσουκαλάς

Εκδόσεις Φαρφουλάς

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Αναμνήσεις από τας Πάτρας” – Μια πολύτιμη και μοναδική μαρτυρία από έναν φιλέλληνα
Περισσότερα

«Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες» από την Ευγενία Μακαριάδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Καθημερινοί ήρωες, όμορφοι, άσχημοι, λογικοί, παράλογοι, λογοδοτούν στην απώλεια, στη ζωή, στον χρόνο, στον έρωτα, στη φαντασία, στον θάνατο. Κινούνται σε τοπία αστικά, επαρχιακά, ουτοπικά και αλλόκοτα.

 

Η Ευγενία Μακαριάδη μας μιλάει για όνειρα παιδικά που γίνονται μνήμες. Παρουσιάζει μάνες χωρίς μητρικό ένστικτο. Μπαίνει στο κυνήγι του παρελθόντος χρόνου. Παρακολουθεί νέους χαμένους σε πεδία παραίσθησης. Θυμώνει για φόνους χωρίς καταδίκη και απορεί όταν βλέπει ζωντανούς και νεκρούς σε αλισβερίσι.

 

Το νέο βιβλίο της Ευγενίας Μακαριάδη, «Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες», από τις «Εκδόσεις Βακχικόν» είναι μια συλλογή διηγημάτων και αυτοτελών ιστοριών.

Οι ήρωες της Μακαριάδη «κυκλοφορούν» και αξίζει να τους γνωρίσουμε στις σελίδες του βιβλίου της. Και μόνο οι τίτλοι των διηγημάτων της σε βάζουν στον πειρασμό για να αρχίσουμε την ανάγνωση:

Αρωματικά σαπούνια, Νεκρόδειπνο, Σφηκοφωλιά, Από της συκιάς το γάλα, Τα αμίλητα, Τα δερμάτινα, Πριν πέσει ο ήλιος, Από λευκό λινάρι, Εκείνης τα χέρια, Απάγκιο παγκάκι, Τρύπα στον τοίχο, Υπογλυκαιμία, Τα πικρόφυλλα, Το πόκερ, Ψευδάνθρακας, Δάφνη, Τα δέκα σκαλοπάτια, Ρευστά σχήματα, Οπτικά πορίσματα, Γρύλος ανύψωσης, Λάβρα καλοκαιριού, Πληγωμένο όνομα, Ανεξήγητο χαμόγελο, Στην ακτή, Καταρράκτης, Σαν την κότα που ήπιε νερό, Ο καουτσουκένιος, Η σακούλα.

***

Η Ευγενία Μακαριάδη, βραβεύθηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για το μυθιστόρημα «Μύριαμ και Χάννα» (από τις Εκδόσεις Λιβάνη).

Στον πανελλήνιο θεματικό διαγωνισμό διακρίθηκε το διήγημά της «Hotel XXX – Άσεμνες Ιστορίες» (από τις Εκδόσεις Πατάκη).

Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε τοπικές εφημερίδες και στα διαδικτυακά περιοδικά Planodion -Ιστορίες μπονζάι, Fractalart, Vivliolatria καθώς και στο επιστημονικό περιοδικό «Ψυχογραφήματα».

 

 

 

Η Ευγενία Μακαριάδη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι έγγαμη και μητέρα δύο παιδιών. Εργάστηκε σε εταιρεία εξοπλισμού μηχανογραφικών κέντρων και σε τηλεοπτικό studio.

Παναγιώτης Μήλας«Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες» από την Ευγενία Μακαριάδη
Περισσότερα

Έμιλυ Ντίκινσον, ένα ποίημα για τον Νοέμβριο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

{1140}
Η Μέρα συνέχεια μίκραινε, πιεσμένη
Από μια Νύχτα κυρτωμένη και πρόωρη
Το Απόγευμα έριχνε το λιγοστό του Κίτρινο
Στο βαθύ Δειλινό-
Οι Άνεμοι έβγαλαν τις πολεμικές τους συνήθειες
Τα Φύλλα ζήτησαν άδεια και την πήραν-
Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του
Πάνω σε καρφί Βελουδένιο.

The Day grew small, surrounded tight

By early, stooping Night-
The Afternoon in Evening deep
Its yellow shortness dropt-

The winds went out their martial ways
The Leaves obtained excuse-
November hung his Granite Hat
Upon a nail of Plush-

Emily Dickinson, Έλα στον κήπο μου. Ποιήματα

Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013.

***

Η Έμιλι Ντίκινσον, μια από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του ΙΘ’ αιώνα και μια από τις πιο μυστηριώδεις φιγούρες της παγκόσμιας γραμματείας, σε περίοπτη θέση ανάμεσα στους προδρόμους του μοντερνισμού, συνέθεσε περισσότερα από 1.700 ποιήματα, αλλά δέκα μόνο δημοσίευσε όσο ζούσε, ενώ αίσθηση προκαλούν με την ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία τους και οι επιστολές της που διασώθηκαν.

Η Έμιλι Ντίκινσον, μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες όλων των εποχών γεννήθηκε, στις 10 Δεκεμβρίου το 1830 στο Άμερστ της Μασαχουσέτης.

Η γυναίκα που άλλαξε την αμερικανική ποίηση θεωρείται πρόδρομος του μοντερνισμού αν και τα περισσότερα ποιήματά της γράφτηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο πατέρας της ποιήτριας, Έντουαρντ Ντίκινσον, είχε σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Γέιλ και εργαζόταν ως δικηγόρος στο Άμερστ της Μασαχουσέτης, ενώ αργότερα εκλέχθηκε μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Συγκλήτου της πολιτείας και μέλος του Αμερικανικού Κογκρέσου. Στις 6 Μαΐου 1828, παντρεύτηκε την Έμιλι Νόρκρος Ντίκινσον και έκαναν τρία παιδιά: τον Γουίλιαμ Ώστιν, την Έμιλι Ελίζαμπεθ και τη Λαβίνια Νόρκρος.

Η Έμιλι Ντίκινσον προερχόταν από μια οικογένεια με ρίζες στη Νέα Αγγλία: οι πρόγονοί της έφτασαν στη Αμερική κατά το πρώτο μεταναστευτικό πουριτανικό κύμα. Συνεπώς, η αυστηρή προσήλωση της οικογένειάς της στον προτεσταντισμό επηρέασε και το έργο της ποιήτριας.

Στα 20 χρόνια της αποφάσισε να μείνει κλεισμένη στο σπίτι της. Η απομόνωση ήταν η επιλογή της και την τήρησε χωρίς παρεκκλίσεις. Ακόμα κι όταν ο πατέρας της πέθανε, εκείνη δεν παρευρέθηκε στην κηδεία προτιμώντας να παρακολουθεί πίσω από μία μισάνοιχτη πόρτα.

Έγινε τότε γνωστή ως “λευκή γυναίκα,” λόγω της τάσης της να φορά μόνο λευκά ρούχα στις σπάνιες περιπτώσεις που έβγαινε από το “Homestead”, το σπίτι που πέρασε όλα τα χρόνια της ζωής της.

Το 1854, γνώρισε τον πάστορα Τσαρλς Γουάντσγορθ σε ένα ταξίδι στη Φιλαδέλφεια. Ορισμένοι κριτικοί πιστεύουν ότι οι ρομαντικοί στίχοι των ποιημάτων της τα επόμενα χρόνια προέρχονταν από τον πλατωνικό έρωτά της για τον πάστορα, ωστόσο η ίδια τον αποκαλούσε “τον πιο κοντινό της άνθρωπο πάνω στη γη”.

Το 1858 υπήρξε η πιο παραγωγική περίοδός της. Λίγο πριν φτάσει τα 35 είχε γράψει περισσότερα από 1.100 ποιήματα από τα οποία δημοσιεύτηκαν μόνο πέντε, από τα οποία τρία ανώνυμα και ένα εν αγνοία της ίδιας της ποιήτριας.

Επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από το θρησκευτικό συντηρητισμό της οικογένειάς της, αλλά και του αστικού πουριτανικού περιβάλλοντος της πόλης όπου ζούσε, ενώ φαίνεται να αντλεί επιρροές και από τους μεταφυσικούς Άγγλους ποιητές του 17ου αιώνα. Θαύμαζε τον Τζον Κιτς και τους Ρόμπερτ και Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ.

Βυθισμένη στην κατάθλιψη περνούσε ώρες γράφοντας. Κανείς δεν ήξερε πόσο παραγωγική ήταν. Όλη η αλήθεια αποκαλύφθηκε μετά το θάνατό της.

Είχε ζητήσει, μετά το θάνατό της, από τη μικρότερη αδελφή της Λαβίνια, να καταστρέψει όλες τις επιστολές της. Με αυτό τον τρόπο, η Λαβίνια ανακάλυψε 1.700 ποιήματα της Έμιλι κρυμμένα στα συρτάρια του δωματίου της. Ο πρώτος τόμος ποιημάτων της εκδόθηκε μετά θάνατον το 1890 κι ο τελευταίος το 1955.

Η Ντίκινσον πάλεψε με το μυαλό της όμως, όπως η ίδια έλεγε, αυτό διαθέτει διαδρόμους που την υπερέβαιναν. Έσβησε στα 56 της “τόσο ανεπαίσθητα, σαν μία μικρούλα λύπη. Παντού σκορπίστηκε σιωπή, παντού γαλήνη,

Σαν ξαφνικά το σούρουπο μεγάλο να’ χει αρχίσει. Σαν να θέλει ασυντρόφευτη να μείνει. Σε δείλι απόμακρο, μονάχη της η φύση”.

  • Πίνακας: John Atkinson Grimshaw, At The Park Gate, 1878
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΈμιλυ Ντίκινσον, ένα ποίημα για τον Νοέμβριο
Περισσότερα