Βιβλιοστάτης

Paul Celan, «Η Φούγκα του Θανάτου»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα

το γράφει και βγαίνει απ’ το σπίτι κι αστράφτουν τ’ αστέρια
σφυρίζει τα σκυλιά του να ‘ρθούν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να σκάψουν ένα μνήμα στη γη
μας προστάζει παίξετε τώρα για χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ

ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά

Φωνάζει σκάψτε βαθύτερα στο χώμα εσείς κι εσείς οι άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει από τη ζώνη το σιδερικό το κραδαίνει τα μάτια του είναι γαλανά
καρφώσετε βαθύτερα το φτυάρι εσείς κι εσείς οι άλλοι παίζετε ακόμα για χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε και πίνουμε
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ παίζει με τα φίδια

Φωνάζει παίξτε το θάνατο ακόμα πιο γλυκά ο θάνατος
είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία
φωνάζει βαθύνετε τον ήχο των βιολιών και τότε θ΄ανεβείτε σαν καπνός στους αιθέρες
τότε θα βρείτε ένα μνήμα στα σύννεφα εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μεσημέρι ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία
σε πίνουμε το βράδυ το πρωί
πίνουμε και πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας μάστορας από τη Γερμανία τα μάτια του είναι γαλανά
σε πετυχαίνει με μολύβι καυτό σου ρίχνει δεν σφάλει
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
αμολά τα σκυλιά καταπάνω μας
μας χαρίζει ένα μνήμα σε αιθέρες
παίζει με τα φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένας μάστορας
από τη Γερμανία

τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ

  • Μετάφραση – επίμετρο: Γιώργος Καρτάκης

«Η φούγκα του θανάτου», το «ποίημα του αιώνα» σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ Έμεριχ, «η Γκουέρνικα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας» κατά τον Τζον Φέλστινερ, δημιουργήθηκε όπως όλα δείχνουν μετά το 1945. Φίλοι του ποιητή τον θυμούνται να επιμελείται το ποίημα στο Τσέρνοβιτς. Στα διασωθέντα χειρόγραφα αυτής της επεξεργασίας ο ίδιος ο Τσέλαν έχει σημειώσει επίσης την χρονολογία «1944». Ο είκοσι τετράχρονος τότε ποιητής είχε μόλις αφεθεί ελεύθερος από το ρουμανικό στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας και επιστρέψει στη γενέτειρα πόλη του – χωρίς τους γονείς του, οι οποίοι θα άφηναν αργότερα την τελευταία τους πνοή ως αιχμάλωτοι σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτές οι τραυματικές εμπειρίες, γεμάτες θλιβερές εικόνες, αποτελούν το εφαλτήριο για να γραφτεί το διάσημο αυτό ποίημα.

Ένα ακόμα κίνητρο για τη γραφή της «φούγκας του θανάτου» έγινε το ποίημα «Αυτός» του φίλου, επίσης γερμανόφωνου Ρουμάνου ποιητή, Ιμμάνουελ Βάισγκλας, το οποίο ομοίως έχει γραφτεί από τον δημιουργό του μετά τον εγκλεισμό του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι ανάμεσα στους δυο φίλους υπήρξε μια κατά κάποιο τρόπο ποιητική άμιλλα, η οποία τελικά και οδήγησε στη γένεση του συγκεκριμένου ποιήματος.

Το ποίημα, που φέρει αρχικά τον τίτλο «Το ταγκό του θανάτου», δημοσιεύεται σε ρουμανική μετάφραση το 1947 στο περιοδικό Contemporanul και ένα χρόνο αργότερα συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Η άμμος των τεφροδόχων» σε γερμανική γλώσσα. Η κυκλοφορία της συλλογής είναι, ωστόσο, περιορισμένη, αφού ο Τσέλαν θα την αποσύρει σύντομα εξαιτίας «τυπογραφικών λαθών που αλλοιώνουν το νόημα στίχων». Η ενσωμάτωσή του τελικά, το 1952, στην ποιητική συλλογή «Μήκων και Μνήμη» θα κάνει το ποίημα διάσημο.

Ήδη μέσα στον τίτλο του ποιήματος κρύβεται μια αντιφατική σύζευξη: Θάνατος και Μουσική – Χάος και Τάξη. Η μετονομασία του ποιήματος από «ταγκό του θανάτου» σε «φούγκα του θανάτου» διευρύνει επίσης τη σημασία που μπορεί να αποδοθεί στον τίτλο: Η φούγκα αποτελεί το μουσικό σύνολο της δημιουργίας του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ενός «μάστορα από τη Γερμανία». Ο όρος «φούγκα του θανάτου» μπορεί έτσι να θεωρηθεί, πως επισκιάζει αμφισβητώντας αυτόν τον πρωτομάστορα της μουσικής. Επισκίαση που ήταν αισθητή, όταν μπροστά από τα οικήματα των δημίων μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ηχούσαν οι φούγκες του Μπαχ, τις οποίες έπαιζε η ορχήστρα των κρατουμένων.

«Η φούγκα του θανάτου» δεν είναι ένα ποίημα για το Άουσβιτς, όπως εικάζεται συχνά, αλλά αποτελεί μια ποιητική σύνθεση μνημόσυνο για το σύνολο των θυμάτων στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Στόχος του ποιήματος δεν είναι η εικονική αναπαραγωγή σκηνών εξόντωσης, αλλά η προσπάθεια ανάκλησης στη συνείδηση γεγονότων, υποδεικνύοντας τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε ένα προοδευμένο πολιτισμό και την αγριότητα που ο ίδιος αυτός ο πολιτισμός επιδεικνύει.

Το μέχρι και στην τελευταία του λεπτομέρεια άρτια επεξεργασμένο από γλωσσική άποψη ποίημα είναι δομημένο πάνω στη βάση της αντιπαράθεσης. Καταρχάς, η ανακολουθία ανάμεσα στη φόρμα και το περιεχόμενο – από τη μια πλευρά η ποιητική και ρυθμικά ρέουσα γλώσσα, και από την άλλη τα αποτρόπαια γεγονότα – προξενεί μια σχεδόν μαγική επίδραση στον αναγνώστη, η οποία ακολούθως συνεπικουρείται σε όλο το μήκος του ποιήματος από κρυπτογραφημένους κώδικες όπως: «μαύρο γάλα», «μνήμα στους αιθέρες», «τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα / τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ», «παίζει με τα φίδια».

Στην μια πλευρά στέκουν τα θύματα – το «Εμείς» – που σκάβουν στον εξωτερικό χώρο και παίρνουν τη διαταγή να παίξουν για χορό, και στην άλλη υπάρχει «ένας άντρας», ίσως ο δεσμοφύλακας, που αντιπροσωπεύει τους δράστες. Ο άντρας βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι και δίνει από εκεί διαταγές, γράφει ένα γράμμα σε μια γυναίκα, η οποία λόγω των χαρακτηριστικών και του ονόματός της (Μαργαρίτα) ενσαρκώνει το σύνολο των Γερμανίδων γυναικών. Αυτή η αντιπαραβολή – η οποία λειτουργεί όμοια όπως η φωνή και η αντήχηση, η μορφή και η σκιά – δημιουργεί τη δραματική φόρτιση στο λόγο.

Το ποίημα είναι γραμμένο πάνω στο μέτρο του μουσικού όρου της «φούγκας», ο οποίος προέρχεται από την λατινική λέξη «fuga» που σημαίνει φυγή, τροπή, απόδραση, ενώ στα Γερμανικά, απ’ όπου και κατάγεται, σημαίνει «αρμός» (Fuge). Χρησιμοποιήθηκε ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα, για να χαρακτηρίσει είδη αντιστικτικής σύνθεσης που βασίζονταν στη μίμηση, και ειδικότερα το είδος που ονομάζουμε σήμερα κανόνα. Ο κανόνας είναι ένα πολυφωνικό έργο, στο οποίο όλες οι φωνές τραγουδούν την ίδια μελωδία, αρχίζουν όμως ή μία μετά την άλλη με διαφορά φάσης κάποιων μέτρων. Ο Τσέλαν μεταφράζει αυτό το ηχητικό σχήμα σε ακολουθίες, σύμφωνα με το μοτίβο «Λέξη – Ήχος – Εικόνα», ενώ παράλληλα από το ποίημα απουσιάζει οποιοδήποτε σημείο στίξης.

Με ποικίλα δάνεια από τους τομείς της μουσικής, της λογοτεχνίας – το όνομα Μαργαρίτα από τον Φάουστ – και της θρησκείας – η παρθένος Σουλαμίθ από το Άσμα Ασμάτων – το ποίημα διασχίζει τις παραδοσιακές καλλιτεχνικές φόρμες και «συν-αρμολογεί» φαινομενικά αταίριαστες μεταξύ τους αντιθέσεις, όπως τον ρομαντικό επιστολογράφο με τον αδίστακτο δράστη ή την ευαισθησία με την αναλγησία και την ωμότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο αποφεύγεται η μονοσήμαντη στερεοτυπία και ανάγεται σε ποιητική αλληγορία μια σχεδόν αδύνατον στο να εκφραστεί με άλλα μέσα οδύνη.

  • Πηγή: Ποιείν
  • Στις φωτογραφίες ο ποιητής Πωλ Τσέλαν με τη γυναίκα του, τη Γαλλίδα χαράκτρια Gisele Lestrange
eirini aivaliwtouPaul Celan, «Η Φούγκα του Θανάτου»
Περισσότερα

Εκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο, Carol Ann Duffy

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Οτιδήποτε.
Αρκετά αγνοήθηκα και σήμερα
θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,
μια απόχρωση του γκρι με βαρεμάρα ανακατώνονται στους δρόμους.
Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρά μου.
Το κάναμε αυτό στο σχολείο. Σαίξπηρ. Ήταν σε
μια άλλη γλώσσα και τώρα η μύγα είναι σε μια άλλη
γλώσσα.
Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τ’ όνομά μου.
Είμαι μία ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω στ’ αλήθεια ο,τιδήποτε,
έστω και με μισή ευκαιρία. Όμως σήμερα θα αλλάξω τον κόσμο.
Τον κόσμο του κάτι. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα
ξέρει ότι είμαι μία ιδιοφυία, και κρύφτηκε.
Χύνω το χρυσόψαρο στον καμπινέ. Τραβάω καζανάκι.
Βλέπω ότι αυτό είναι καλό. Το παπαγαλάκι πανικοβάλλεται.
Κάθε δεκαπέντε μέρες, περπατώ δυο μίλια μέχρι την πόλη
για το επίδομα. Υπογράφω. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.
Δεν έμεινε τίποτα να σκοτώσω. Τηλεφωνώ στο ράδιο
και λέω στον σπίκερ ότι μιλάει με έναν σούπερ-σταρ.
Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρο και βγαίνω.
Τα πεζοδρόμια αστράφτουν άξαφνα. Αγγίζω το χέρι σου.

  • Το ποίημα είναι από την πρώτη συλλογή της C.A.Duffy, «Standing Female Nude’, που εκδόθηκε στην Αγγλία το 1985. Γράφτηκε κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ο τίτλος (Education for leisure) ήταν ένα σύνθημα των 80s, υπονοώντας τη ματαιότητα της εκπαίδευσης αφού δεν εξασφάλιζε πλέον δουλειά στους νέους. Ο αφηγητής, χωρίς φύλο, χωρίς ηλικία, θα έλεγε κανείς εγκλωβισμένος στο παρόν, αγνοείται από ένα σύστημα που του έμαθε μεταξύ άλλων τους κλασικούς. Όμως η μόνη πρακτική χρήση των γνώσεών του, αφού εγκατέλειψε το σχολείο, είναι στο να ανασύρει από τη μνήμη του σκόρπια εδάφια, όπως αυτό από τον Βασιλιά Ληρ (‘As flies to wanton boys are we to th’ gods. They kill us for their sport’), για να περνάει την ώρα του. Η ενέργεια και η δυναμική του καταποντίζονται μέσα του, χωρίς διέξοδο, όπως το χρυσόψαρο στη λεκάνη της τουαλέτας. Το αποτέλεσμα αντανακλάται στις ψυχολογικές διαταραχές και στη δολοφονική του διάθεση. Αν ως αναγνώστης τον αγνοήσεις, θα σε πιάσει κι εσένα απ’ το χέρι, απειλητικά, κραδαίνοντας το μαχαίρι. Το αστείο είναι, ότι το ποίημα αφαιρέθηκε από βρετανική σχολική ανθολογία ποίησης το 2008, επειδή η αρμόδια επιτροπή το θεώρησε βίαιο, εκφράζοντας φόβους αύξησης των εγκληματικών επιθέσεων με μαχαίρι!

***

Η Κάρολ Άνν Ντάφυ γεννήθηκε το 1955 στη Γλασκόβη και από το 1996 ζει στο Μάντσεστερ, όπου διδάσκει σύγχρονη ποίηση και δημιουργική γραφή στο Manchester Metropolitan University. Από εργατική οικογένεια, ανοιχτά ομοφυλόφιλη και ανύπαντρη μητέρα. Η γραφή της επικεντρώνεται στον έρωτα και την κοινωνία. Το 2009 της απονεμήθηκε η ύψιστη λογοτεχνική διάκριση της Βρετανίας (Poet Laureate), σπάζοντας έτσι μία παράδοση κατά την οποία η διάκριση αυτή του «δαφνοστεφούς ποιητή» αποδιδόταν μόνο σε άντρες ποιητές. Το αφιέρωμα αυτό καλύπτει την πρώτη δεκαετία της ποιητικής της παρουσίας.

  • Μετάφραση – Κείμενα: Μαρία Σ. Μπλάνα

-Πίνακας: Clara Peeters, Still life with fish and cat

eirini aivaliwtouΕκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο, Carol Ann Duffy
Περισσότερα

Mαθήματα Τανγκό, Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Όλα όσα συμβαίνουν στην Αργεντινή γίνονται σχεδόν στα κρυφά και μένουν άγνωστα στον υπόλοιπο κόσμο. Από όλες τις ιστορίες οι οποίες αρχίζουν σε μια αχανή πεδιάδα με χλωμό χορταράκι, από όσα γεννά η μεγάλη αυτή χώρα όπου κατοικούσαμε και εν μέρει ζούμε ακόμα, έχουν γίνει θρυλικές μόνο δύο λέξεις, δύο λέξεις, γνωστές στο Εδιμβούργο, τη Στοκχόλμη, την Πράγα, το Τόκιο, τη Σαμαρκάνδη, συνώνυμες με τη Δημοκρατία της Αργεντινής, αντίστοιχες με έναν άνδρα και μια μουσική (ταυτισμένη με ένα χορό): αυτός ο άνδρας είναι ο Γκάουτσο και η μουσική το Τανγκό.
Είμαστε στο 1880. Υποτίθεται ότι τότε γεννήθηκε στα σκοτεινά, μάλλον η σωστή λέξη θα ήταν παράνομα, το τανγκό. Όσον αφορά την καταγωγή του τανγκό οι θεωρίες διαφέρουν, ανάλογα με τη συνοικία ή την εθνικότητα του ομιλητή: (αν κατάγεται αυτός) από τη νότια πλευρά της παλιάς πόλης του Μοντεβίδεο, από το βορρά ή το νότο του Μπουένος Άιρες, από το Ροζάριο. Αυτό δεν πρέπει να μας απασχολήσει ιδιαίτερα. Το ίδιο κάνει εάν γεννήθηκε στη μία ή την άλλη όχθη του ποταμού (Ρίο ντε λα Πλάτα). Μπορούμε να επιλέξουμε το Μπουένος Άιρες, διότι, γενικά, όλοι μιλούν για το έτος 1880. Πώς ήταν τότε το Μπουένος Άιρες; Η μητέρα μου έχει συμπληρώσει τα 89 και κάτι θυμάται ακόμα από τότε, ενώ εγώ έχω μιλήσει με πολλά άτομα. Όλοι μου περιγράφουν την ίδια εικόνα. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε οικοδομικά τετράγωνα, με σπίτια χαμηλά, ομοιόμορφα και ανάμεσά τους το σπίτι όπου γεννήθηκα: με δύο καγκελόφρακτα παράθυρα στο σαλόνι, με ρόπτρο στην κυρία είσοδο και δύο αυλές: η πρώτη με ένα πηγάδι, τη χελώνα στο βυθό του για να καθαρίζει το νερό και η δεύτερη με μια κληματαριά. Αυτό ήταν το Μπουένος Άιρες.
Συνοριακές περιοχές. Λέγεται ότι το τανγκό είναι υποβαθμισμένο, ότι γεννήθηκε στις κακόφημες γειτονιές, οι οποίες εκείνη την εποχή βρίσκονταν πολύ κοντά στο κέντρο. Όμως οι άνθρωποι εκείνης της εποχής μου εξήγησαν ότι η λέξη υποβαθμισμένο έχει μια απλή τοπογραφική έννοια, αντί για περιφέρεια θα έπρεπε να μιλάμε για συνοριακές περιοχές. Άρα πού γεννιέται το τανγκό; Στους ίδιους χώρους όπου αργότερα θα γεννιόταν η τζαζ στις Ηνωμένες Πολιτείες, στους οίκους ανοχής, και στους χώρους χαρτοπαιξίας, του σκορπισμένους σε όλη την πόλη. Σε χώρους όπου ο κόσμος πήγαινε έστω και μόνο για να παίξει χαρτιά, να πιει ένα ποτήρι μπίρα και να συναντηθεί με τους φίλους του.
Από το Μπουένος Άιρες στο Παρίσι. Αντίθετα από τα όσα λέγονται, το τανγκό δεν επιβλήθηκε στην κοινωνία από το λαό. Το τανγκό έχει αυτές τις σκοτεινές ρίζες, αλλά μετά θα μεταφερθεί στο Παρίσι από τους απογόνους των καλών οικογενειών και μόνον όταν θα γίνει δεκτό στην Ευρώπη θα επανέλθει για να επιβληθεί. Η θλίψη του τανγκό, που κάνει τον κόσμο να αποφαίνεται ότι πρόκειται για «μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται», σαν η μουσική να γεννιέται από τη σκέψη και όχι από τα συναισθήματα, αντιστοιχεί σε μεταγενέστερο στάδιό του, σίγουρα όχι στα πρώτα τανγκό.
Μέχρις ενός σημείου εμείς είχαμε προσπαθήσει να κατανοήσουμε το παρελθόν και το παρόν άλλων χωρών, αλλά ο υπόλοιπος κόσμος δεν μας είχε λάβει υπόψη και ξαφνικά έφτασε το νέο, το οποίο μας συγκίνησε όλους, δηλαδή ότι το τανγκό το χόρευαν στο Παρίσι, και μετά στο Λονδίνο, στη Ρώμη, στη Βιέννη, το Βερολίνο μέχρι και στην Πετρούπολη, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία εκείνων των ημερών. Το γεγονός μας γέμισε χαρά. Φυσικά, αυτό το τανγκό δεν ήταν ίδιο με εκείνο των κακόφημων οίκων του Μπουένος Άιρες, του Μοντεβίδεο, του Ροζάριο ή του Πλάτα. Είναι παράδοξο ότι στο Παρίσι, πόλη της ευφυίας και της ακολασίας, το τανγκό έγινε «καθώς πρέπει», έχασε τα αρχικά του βήματα και μεταβλήθηκε σε ένα είδος αισθησιακού βηματισμού.
Απιστίες και λυγμοί. Τα πρώτα τανγκό είχαν λόγια άσεμνα ή χωρίς νόημα. Μόνο αργότερα περνάμε σε ένα τανγκό με μελοποιημένους στίχους, όπου τα λόγια γίνονται σημαντικά, μετατρέπονται σε μελαγχολικά τανγκό, και σ’ αυτό το σημείο συναντάμε το όνομα του Κάρλος Γκαρντέλ. Διότι ο Γκαρντέλ, πέρα από τη φωνή του και το μουσικό του αυτί, επανέλαβε μια παλαιότερη προσπάθεια η οποία με αυτόν έφτασε στο αποκορύφωμά της: τη διαφοροποίηση από τον τρόπο που τραγουδάνε οι κρεολοί. Ο παλιός τρόπος ερμηνείας των κρεολών πρόβαλε τη σύγκρουση (η οποία οφειλόταν στη δεξιότητα – η αδεξιότητα – του τραγουδιστή) ανάμεσα στα δραματικά λόγια και την αποστασιοποίηση του ίδιου του τραγουδιστή.
Στην ουσία τι έκανε ο Γκαρντέλ; Πήρε τα κείμενα του τανγκό και τα μετέτρεψε σε σύντομες δραματικές σκηνές, στις οποίες, π.χ., θρηνεί ένας άνδρας εγκαταλελειμμένος από τη αγαπημένη γυναίκα ή μιλά για τη φυσική φθορά μιας γυναίκας: ένα θέμα γνωστό από τον ρωμαίο ποιητή Οράτιο.
Ο Γκαρντέλ παραλαμβάνει το τανγκό και το κάνει δραματικό. Τώρα, από τη στιγμή που ο Γκαρντέλ επιτελεί αυτόν τον άθλο, άρχισαν να γράφονται τανγκό για να ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο (γιατί έφυγες, αχ, ας σε κομματιάσει ένα τρένο), τανγκό όπου ο άνδρας προσποιείται ότι χαίρεται από την εγκατάλειψη της γυναίκας και τελικά η φωνή του πνίγεται στους λυγμούς. Όλα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τους παλιούς κατεργάρηδες οι οποίοι έδιναν διέξοδο στα πένθη με τον τρόπο των κρεόλων, δίχως μάρτυρες, με το μαχαίρι. Θυμάμαι τη φράση ενός μικροαπατεώνα του οποίου η φιλία με κάνει να ντρέπομαι, όπως λένε: «ο άνδρας που σκέπτεται μια γυναίκα πάνω από πέντε λεπτά, είναι αδερφή».
Μελετώντας το τανγκό δεν χάνεις τον καιρό σου, αντίθετα: μελετάς τις ποικίλες περιπέτειες της αργεντίνικης ψυχής.

Απόδοση: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

– Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) ήταν Αργεντινός διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, ποιητής και μεταφραστής.
– Ο Κάρλος Γκαρντέλ (1890-1935) ήταν γαλλοαργεντινός τραγουδιστής, συνθέτης και ηθοποιός.
– Οι γκάουτσος ήταν γελαδάρηδες που ζούσαν στην Αργεντινή, την Παταγονία, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη.

eirini aivaliwtouMαθήματα Τανγκό, Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Περισσότερα

Μάνος Ελευθερίου, Σε άδειο θέατρο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση
Σε άδειο θέατρο χωρίς τους θεατές
μέσα στη νύχτα σαν καράβι ταξιδεύεις
βρίσκεις λιμάνια που βουλιάξανε στο χθες
και να βρεθείς ξανά στο χάος κινδυνεύεις
Παλιές αγάπες αγιασμένες και μικρές
κι άλλες που μείνανε στον κόσμο κολασμένες
σαν καραμέλες μες στο στόμα μας πικρές
μας ταξιδεύουν κάθε βράδυ στοιχειωμένες
Κάτι αγάπες αγιασμένες και μικρές
Παλιές αγάπες
Είχα μι’ αγάπη τ’ όνειρό μου ν’ ακουμπώ
κι έγινε θέατρο κι αυτό πυρπολημένο
δεν έχει πόρτα μήτε είσοδο να μπω
μονάχα ένα θεατή και μεθυσμένο
Μάνος Ελευθερίου
Σε άδειο θέατρο – 2008
  • Ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη Σύρου, 12 Μαρτίου 1938 – 22 Ιουλίου 2018) ήταν Έλληνας ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Είχε γράψει ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μία νουβέλα, δύο μυθιστορήματα και περισσότερα από 400 τραγούδια. Παράλληλα εργάστηκε ως αρθρογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. Είχε επιμεληθεί διάφορα λευκώματα βασισμένα σε προσωπικές συλλογές του.
    Για το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων», τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005.
    Οι στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από όλους σχεδόν τους διαπρεπείς Έλληνες συνθέτες. Έγινε γνωστός ως στιχουργός τη δεκαετία του ’70, συνεργαζόμενος με τον Μίκη Θεοδωράκη (Λαϊκά: Το παλληκάρι έχει καημό, Σ’ αυτή τη γειτονιά, Πολιτεία Γ & Δ), τον Δήμο Μούτση (Ο Άγιος Φεβρουάριος: Η σούστα πήγαινε μπροστά, Άλλος για Χίο τράβηξε, Ο χάρος βγήκε παγανιά) και τον Γιάννη Μαρκόπουλο (Θητεία: Μαλαματένια λόγια, Τα λόγια και τα χρόνια, Παραπονεμένα λόγια). Αργότερα στίχοι του θα γίνουν τραγούδια από τον Γιάννη Σπανό (Η μαρκίζα), τον Σταύρο Κουγιουμτζή (Ελεύθεροι κι ωραίοι, Στα χρόνια της υπομονής), τον Θάνο Μικρούτσικο (Άμλετ της Σελήνης, Δεν είμαι άλλος, Δίκοπη ζωή), τον Ηλία Ανδριόπουλο (Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες) και τον Χρήστο Νικολόπουλο (Διαθήκη, Στων αγγέλων τα μπουζούκια). Θεωρείται ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.

– O πίνακας είναι του Χρήστου Μποκόρου

eirini aivaliwtouΜάνος Ελευθερίου, Σε άδειο θέατρο
Περισσότερα

«Το ταξίδι της απορίας» της Σωτηρίας Κυρμανίδου. Ένα παραμύθι για την ψυχική υγεία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Τι κάνει ο μικρός σκίουρος όταν η μαμά του αρρωσταίνει;
Είναι βαθιά στενοχωρημένος, αρνείται να πάει σχολείο, να παίξει με τους φίλους του, ντρέπεται.
Ποιος θα τον βοηθήσει να καταλάβει και στο τέλος να βγει νικητής;

Μια ιστορία που με τρυφερό τρόπο οδηγεί το παιδικό μυαλό στο δρόμο της γνώσης και το βοηθά να κατανοήσει ότι όχι μόνο το σώμα αλλά και το μυαλό μπορεί να αρρωστήσει.

Το παιδικό βιβλίο «Το ταξίδι της απορίας» της Σωτηρίας Κυρμανίδου εκδόθηκε για πρώτη φορά του 2008, ως αυτο-έκδοση. Δέκα χρόνια αργότερα, επανεκδόθηκε μέσω του εκδοτικού οίκου της Θεσσαλονίκης «Ανάτυπο». Είναι ένα ιδιαίτερο παραμύθι, που μιλά για την ψυχική υγεία. Θέμα ταμπού, θέμα ομολογουμένως δύσκολο, που βοηθάει μικρούς και μεγάλους, χωρίς φόβους, να γνωρίσουν τον ήρωά μας, τις απορίες του, την παρέμβαση των ειδικών επιστημόνων και έπειτα από αρκετή δουλειά να ιαθεί η μαμά του μικρού μας σκιουράκου και να δομηθεί ξανά η οικογένεια. Η πρώτη του παρουσίαση μετά την επανέκδοση, έγινε στις 2 Μαΐου 2018, με ομιλητές τη Λίτσα Καποπούλου, τον Βασίλη Παπακώστα και τη Βούλα Παπατσιφλικιώτη.

  • Ένα βιβλίο ξεχωριστό, γλυκόπικρο όπως κι η ίδια η ζωή με τις αδιάκοπες εναλλαγές της… Ένα ταξίδι που θα έπρεπε να κάνουν τα παιδιά μαζί με τους γονείς και τους δασκάλους τους, ώστε να μάθουν να περπατούν θαρραλέα, αγέρωχα και ψύχραιμα όταν βρεθούν στα δύσβατα μονοπάτια της ζωής.

 

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο

Το φεγγάρι έγειρε δειλά για ύπνο. Κουράσθηκε να συντροφεύει το πονεμένο σκιουράκι. Έδωσε τη θέση του στον αφέντη Ήλιο και εκείνος ξύπνησε, χαμογέλασε, τεντώθηκε και σκόρπισε τις ζωογόνες του αχτίδες στη γη.
Και ο μικρός μας σκιουράκος ανακάθισε εκεί ψηλά στα φυλλώματα των δέντρων. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έμεινε ξάγρυπνος και ούτε στο σχολείο πήγαινε. Προχθές, ενώ παίζανε στην αυλή, άκουσε τους φίλους του να γελάνε που η μαμά του στη γιορτή του δεν του έφτιαξε γλυκό. Πήγανε οι φίλοι του στο σπίτι να του ευχηθούν και η μαμά σκιουρίνα κουκουλωμένη στη γωνιά της δεν ήθελε να δει κανέναν. Έτσι λοιπόν ο σκιουράκος μας, στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, πόνεσε η καρδιά του γι’ αυτό και εξαφανίστηκε και από τις παρέες αλλά και από το σχολείο.
Μάταια προσπαθούσε ο μπαμπάς να του εξηγήσει:
– Άκουσε παιδί μου, μη στενοχωριέσαι. Η αρρώστια έρχεται απρόσκλητη. Κανείς μας δε θέλει να αρρωστήσει. Όταν όμως συμβεί πρέπει να έχουμε δύναμη να τη δούμε κατάματα και με την ανάλογη βοήθεια να την αντιμετωπίσουμε.
Όλη νύχτα, αυτά τα λόγια του πατέρα του στροβίλιζαν το μυαλό. Κάθε φορά που ’κανε έναν πήδο στο δέντρο να πάει ψηλότερα, απέναντι έβλεπε τη Σοφή Κουκουβάγια, άγρυπνη να τον κοιτά με νόημα.
Τούτο το πρωινό λοιπόν, μετά από τρεις μέρες που είχε να πάει στο σχολείο του, άκουσε κάτω χαμηλά, στα φυλλώματα που ήταν το σπίτι τους, φασαρία. Με δυο τρεις πήδους κατέβηκε, κρύφτηκε σε ένα κλαδί και είδε μια κυρία νεαρή, όμορφη, καλοσυνάτη να θέλει να μάθει για την απουσία του από το σχολείο. Η μαμά βγήκε στην πόρτα έχοντας τις παντόφλες τις ανάποδα φορεμένες, τη ρόμπα της κακοδεμένη στη μέση της, τα μαλλιά της ατημέλητα…
O μικρός σκιουράκος ντράπηκε, ντράπηκε τόσο πολύ, που έχωσε το κεφάλι του βαθιά, βαθιά που ένιωσε ότι χανόταν…
Δεν άκουσε και πολλά, τι είπε η νεαρή κυρία του Σχολείου του στη μαμά.
Όμως αυτό τον έβαλε σε σκέψεις.
Κάτι έπρεπε να κάνει. Πρώτα γι’ αυτόν, για το σχολείο του και έπειτα για την αγαπημένη του μανούλα.
Πριν αρρωστήσει ήταν τόσο γλυκιά, τόσο ήρεμη, προσεκτική στην εμφάνισή της, περιποιητική με όλους.
Κατεβαίνει λοιπόν από το δένδρο και αμέσως σκέπτεται, πως θα ήταν καλό, το πρόβλημά του να το κουβεντιάσει με τη Σοφή-Κουκουβάγια. Κάτι περισσότερο θα ξέρει…
Ξεκινάει λοιπόν να πάει να τη βρει. Για κακή του τύχη όμως η Σοφο-Κουκουβάγια είχε σύσκεψη με άλλα ζωάκια που μαλώνανε για το φαγητό που χανότανε από τις φωλιές τους. Του είπε όμως να έρθει όταν γείρει ο ήλιος. Ο σκιουράκος μας στενοχωρήθηκε, αλλά χαμογέλασε.
– Δεν πειράζει. Θα κάνω υπομονή. Λίγες ώρες μένουν.
Αντί να πάει στο σπίτι από το συνηθισμένο δρόμο, άλλαξε πορεία και πήγε από εκείνον που έβγαζε πρώτα στο σχολείο του.
Κάθισε λίγο μακριά, είδε τους φίλους του να παίζουνε, να γελούνε, μέχρι την ώρα που ακούσθηκε το κουδούνι. Σταμάτησαν οι φωνές και τα χαχανητά κι όλοι βρέθηκαν στα θρανία τους. Κατέβασε το κεφάλι του πικραμένος και επέστρεψε στη φωλιά του.
Η μητέρα, του χάρισε μισό χαμόγελο και κάθισε μπρος στο παράθυρο, βλέποντας τι άραγε; Φαγητό δεν είχε. Ο πατέρας ήταν στη δουλειά. Βγήκε από τη φωλιά κι αποφάσισε να κανονίσει αυτός το φαγητό, μέχρι την ώρα που θα επέστρεφε ο πατέρας. Κάπου εκεί στην παρυφή του λόφου, τον αντάμωσε κι επέστρεψαν μαζί στο σπίτι. Ετοίμασαν το τραπέζι, φώναξαν και τη μητέρα και κάθισαν να φάνε.
Ο σκιουράκος πεινούσε πολύ, αλλά βλέποντας το θλιμμένο, απλανές ύφος της μητέρας, του κοβόταν η όρεξη.
Έφαγαν όλοι λίγο, η μητέρα λιγότερο. Ο πατέρας είπε ότι λίγο θα ξεκουραζότανε. Η μητέρα κουκουλώθηκε πάλι στο στρώμα της και ο σκιουράκος μας άρχισε πάλι το ταξίδι της απορίας.

 

 

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Σωτηρία Κυρμανίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσε και ζει στο Σιδηρόκαστρο από μικρή μέχρι και τώρα. Εργάστηκε ως Κοινωνική Λειτουργός σε πλαίσια Ειδικής Αγωγής και είναι συνταξιούχος από το 2010. Διεξήγαγε κοινωνική έρευνα, προκειμένου να αρχίσει τη λειτουργία του το ΚΑΠΗ Σιδηροκάστρου. Με πρωτοβουλία της ιδρύθηκε Κοινωνική Υπηρεσία στο Δήμο Σιδηροκάστρου, όπου προσέφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες της επί δυόμισι χρόνια.
Έχει συνεργαστεί με τοπικούς φορείς και συστηματικά με τη ΝΕΛΕ Σερρών ως επιμορφώτρια. Με πρόγραμμα του ΙΔΕΚΕ πραγματοποίησε συμβουλευτική με ομάδες γονέων. Υπηρέτησε και υπηρετεί εθελοντικά φορείς και υπηρεσίες, άτομα και την τοπική κοινωνία.
Είναι ραδιοφωνική παραγωγός, επί σειρά ετών στο Ράδιο Κιβωτός της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης (www.imsn.gr) με δύο εβδομαδιαίες εκπομπές, «Φυλλομετρώντας και
αναπολώντας» και «Συντροφεύοντας».
Φέτος προσφέρει εθελοντικά και στην τοπική ΕΡΤ Σερρών με εκπομπή, αφηγούμενη παραμύθια.
Έχει τιμηθεί για το κοινωνικό και συγγραφικό της έργο. Συνεργάσθηκε με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης, κατεύθυνση Κοινωνικής Εργασίας, ως
εκπαιδεύτρια φοιτητών. Κείμενα και ποιήματά της καθώς και κριτικές για το έργο της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Προσκεκλημένη για λογοτεχνικά θέματα και για
να εκθέσει το συγγραφικό της έργο φιλοξενήθηκε σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Για το έργο της γράφτηκαν, δημοσιεύτηκαν κριτικές από συγγραφείς, ποιητές και
ανθρώπους των γραμμάτων. ΄Ελαβε συγχαρητήριες επιστολές από επιφανείς προσωπικότητες (Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, Επίσκοπος Αλβανίας, κ. Αναστάσιος,
Κική Δημουλά κ.α.).
Συμμετείχε ως μέλος και ως πρόεδρος κριτικής επιτροπής λογοτεχνικών-ποιητικών διαγωνισμών. Έχει κληθεί σε σχολεία ανά την Ελλάδα και μέσω του Ε.Κ.Ε.ΒΙ, αλλά και μεμονωμένα προκειμένου να παρουσιάσει το έργο της. Συμμετοχές σε φεστιβάλ παραμυθιού και άλλων δράσεων σχετικών με τη λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Β. Ελλάδος, του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και συμμετείχε σε δράση του για τα δικαιώματα του παιδιού, στη Βιβλιοθήκη Σερρών στις 30 Νοεμβρίου 2015.
Ορίστηκε μέλος κριτικής επιτροπής για τα βραβεία του ελληνικού τμήματος της ΙΒΒΥ έκδοσης 2015 (βραβείο σε συγγραφέα εφηβικού – νεανικού βιβλίου, για εφήβους και
νέους).
Αναφέρεται στη μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση. Της απονεμήθηκε Τιμητικός Έπαινος για την προσφορά της στον Πολιτισμό, από τον όμιλο για την UNESKO Πειραιώς και Νήσων (Οκτώβριος 2017, καθώς επίσης και τιμητική διάκριση από τον ίδιο φορέα τον Ιανουάριο του 2018.

Διακρίσεις:
Δεύτερο βραβείο ποίησης από την Ένωση Συγγραφέων Νομού Σερρών, 2004.
Τρίτο βραβείο ποίησης από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών το 2008, με το ποίημα «Αγάπη».
Τιμητική διάκριση Διηγήματος το 2008 από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.
Δεύτερο βραβείο διηγήματος απο την Π.Ε.Λ. το 2009.
Έπαινος από την Π.Ε.Λ., Δελφοί 2011.
Έπαινος διηγήματος στον 1ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό bonsaistories.
Επαίνους για τη συγγραφή παραμυθιών από Δήμο Τρικκαίων, Δήμο Δράμας, Ράδιο Θεσσαλονίκης.
2ο βραβείο στον 6ον Παγκόσμιο ποιητικό διαγωνισμό της Αμφικτιονίας Ελληνισμού 2017.
Τιμητικό βραβείο ΣΟΦΟΚΛΗΣ κατά τον 7ο Παγκόσμιο Ποιητικό διαγωνισμό της Αμφικτιονίας Ελληνισμού 2018.

  • Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, αρκετά παραμύθια και εκπαιδευτικού περιεχομένου βιβλία.
  • Έχει δύο παιδιά, τον Αβραάμ, καθηγητή Πληροφορικής και υποψήφιο Διδάκτορα του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και την Ελένη, κοινωνική λειτουργό με μεταπτυχιακές σπουδές.
  • Τη ζωή της ομορφαίνει ο μικρός της εγγονός, Δημήτρης.
  • E-mail sotkirmanidou@yahoo.gr

***

Έργα της συγγραφέως

«Στα μονοπάτια του πόνου»
Ποιητική Συλλογή, Σέρρες 2001, σ. 48

«Αγάπης Μύρο»
Ποιητική Συλλογή, Σέρρες 2002, σ. 64

«Ο Αετός και το σπουργίτι»
Παραμύθι για την αναπηρία, Α’ Έκδοση, Σέρρες 2003, σ. 12

«Η Ειδική Αγωγή στις Σέρρες». Καταγραφή φορέων, συλλόγων, νομοθεσία, λειτουργία ειδικών σχολείων Σέρρες 2003, σ. 72

«Κελάρυσμα ψυχής»
Ποιητική Συλλογή, Σέρρες 2004, σ. 80

«Το γιορτάσι της Αγάπης»
Παραμύθι Αλληγορία, Α’ Έκδοση, Σέρρες 2004, σ. 20

«Η Εκπαίδευση στο Δήμο Σιδηροκάστρου 2003-2004 Έρευνα
Σέρρες 2004, σ. 64

«Ανθολογία Ποιημάτων»
«Στις παρυφές του ονείρου»
«Δυτικά της καρδιάς»
Σέρρες 2005, σ. 144

«Το τραγούδι της συγγνώμης» και άλλα παραμύθια (διαζύγιο, άτομα με αναπηρία, σύγκρουση συναισθημάτων…)
Σέρρες 2006, σ. 56

«Το ταξίδι της απορίας» παραμύθι για την ψυχική διαταραχή
Σέρρες 2008, σ. 28

«Υπάρχουν ποιητές;»
Θεσσαλονίκη 2008, ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ
σ. 240, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ

«Το αστρομαργαριτάρι της Αγάπης»
Αλληγορία
«Μαλλιάρης Παιδεία»
Θεσσαλονίκη, σ. 20 (2009)

«Ήμουν του στάβλου ένα άχυρο»
Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι
Σέρρες 2010 , σσ. 20

«Εμπειρίες και στιγμές ζωής με τον Γέροντα Ευσέβιο Βίττη»
Σέρρες 2010, σ. 80

«Πες το με μια ευχή» .Το βιβλίο των ευχών για κάθε περίσταση
Σέρρες 2010, σ. 20

«Γραφής έργα» Συμμετοχικός τόμος Πανελλήνιας Ένωσης Συνεργασίας Νέων Λογοτεχνών. Εκδόσεις Ωρίων 2011

«Το δελφινάκι νικητής» παραμύθι για την αναπηρία. Έκδοση Ελληνογερμανικής αγωγής Αθηνών,2011 σ. 36

«Συμμετοχικός τόμος 44 βραβευμένων ποιητών».
Από την Ένωση Λογοτεχνών Ευρώπης, 2011

«Ερωτικός Μάης της Θεσσαλονίκης»
Μουσική εταιρία Β. Ελλάδος, Ζ΄ τόμος, 2011 σ. 180

«Ο κυρ δρόμος,οι οδηγοί και όλοι εμείς» Παραμύθι για την κυκλοφοριακή αγωγή
Έκδοση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, 2011

Συμμετοχικός τόμος από την Αμφυκτιονία Ελληνισμού,2011
1ος Ποιητικός Διαγωνισμός «Σωτήρης Περτσιούνης»
Λαογραφικός Όμιλος Μελίκης και Περιχώρων 2013, σ. 80, Εκδόσεις Ars Poetica
«Ανθολόγιο Συν-ποιείν» Αθήνα 2013. σς.64
«Ανθολόγιο Ελλήνων λογοτεχνών. Αθήνα 2014 σσ 200

«Η Σταλαχτή και ο Ντόζυ» δύο παραμύθια. Κυκλοφοριακή αγωγή και θεραπευτική ιππασία (Ο κυρ δρόμος Β΄ έκδοση)
Σέρρες 2014, σ. 48

«Υφάδι ζωής» Ποιητική συλλογή
Σέρρες 2014 σ. 110
Συνποιείν Β΄ Τόμος
Αθήνα 2014, σ. 200
Intercontinental Anthology of poetry on universal peace
Publisher Clobal Freternity of poets
ISBN 978-93-83755-06-6 (PB) σ.268
Ποίηση και πεζογραφία λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος
Θεσσαλονίκη 2015 σ. 200

«Ο καπνούλης στην αστραφτοχώρα»
Σέρρες 2016 σ. 28
Ανθολογία ΣΤ’ Παγκόσμιου ποιητικού διαγωνισμού
Θεσσαλονίκη 2017 σ. 272

«Το ταξίδι της απορίας»
Β’ έκδοση Εκδόσεις Ανάτυπον
Απρίλιος 2018

«Το αστρομαργαριτάρι της αγάπης»
Εκδόσεις Ανάτυπον
Απρίλιος 2018

eirini aivaliwtou«Το ταξίδι της απορίας» της Σωτηρίας Κυρμανίδου. Ένα παραμύθι για την ψυχική υγεία
Περισσότερα

Εικοστός αιώνας – Μέλπω Αξιώτη (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Χειμώνας.Τα συσσίτια στήνονταν παντού. O τόπος ρουφούσε ζωή από μια καραβάνα. O πληθυσμός μαζευότανε, ξεχνούσαν κάθε παρελθόν, και περίμεναν στην ουρά. Μ’ ένα ντενεκεδάκι. Κολλούσαν ψείρα και θερμότητα, ο ένας απ’ τον άλλον.

Εκείνη την ημέρα θα στηνόταν πρώτη φορά και το συσσίτιο των καλλιτεχνών. Το είχαν βάλει στο Μουσείο. «Πτέρυξ Μυκηναϊκή», σημείωναν τα τόξα που οδηγούσαν στην αίθουσα. Τα μάρμαρα στη μοναξιά πάγωναν περισσότερο και τα σπασμένα τζάμια κουβαλούσανε μέσα το τέλος του Φλεβάρη και τον κάθιζαν σ’ ανθρώπινα κόκαλα.
Ήρθε το μεσημέρι. Η ώρα που μαζεύει κι απομονώνει μπροστά στο ψωμί όλη την οικογένεια. Τότε έγινε μια ταραχή κι όλοι μετατοπίστηκαν κι ανάμεσά τους πέρασε κάποιος. «Ο πρόεδρος» ψιθύρισαν. O πρόεδρος σκαρφάλωσε σ’ ένα τραπέζι και στάθηκε ορθός. H μάζα άπλωνε από κάτω. Πόσα ανθρώπινα μάτια πήγαν και κόλλησαν σαν στρείδια πάνω του! Είχε ένα σκληρό πρόσωπο. Όλοι τότε κατάλαβαν πως από τη σκληράδα αυτή εξαρτάται το φαΐ τους. Η μαζεμένη μάζα από κάτω ταράχτηκε. «Ας τελειώσει επιτέλους αυτή η ιστορία!» ακούστηκε κάποια φωνή. «Ας τελειώσει επιτέλους!» είπαν κι άλλες φωνές, κι ο τόπος γύρω αγριεύτηκε. O πρόεδρος φοβέριζε και κουνούσε τα χέρια. «Ν’ αρχίσομε!» φώναζε η μάζα. «Πεινούμε!» φώναξε ένας. O πρόεδρος ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Μονομιάς έγινε σιωπή σαν του νεκροταφείου. Στα χέρια, οι ντενεκέδες, σαν κομπολόγια εκρέμονταν. Σαν να ‘βγαινε από στέρνα, μέσα στις γυμνές αίθουσες αντήχησε παράγγελμα:
«Άγγελος Σικελιανός». Ήτανε το πρώτο όνομα. Μια γυναίκα προχώρησε, ξεσκέπασε τον ντενεκέ, της έριξαν δυο κουταλιές. Ήτανε το φαΐ του. Του Άγγελου Σικελιανού. Ύστερα από τους ποιητές πήρανε οι πεζογράφοι. Ύστερα οι γλύπτες. Oι ζωγράφοι. Oι μουσικοί. Και οι χήρες τους. Εβάστηξε τρεις ώρες. Ήρθανε γεροντάκια, που τα είχε λησμονήσει ο κόσμος και ο χάροντας. Ήρθανε νέες περσινές, κουκουλωμένες με μποξά. Ήτανε χτεσινές δόξες, που ακούμπησαν σε μια γωνιά και ρούφηξαν τον ντενεκέ δημόσια, μπροστά σ’ όλους, δεν είχανε υπομονή να τον πάνε σπίτι τους. Ήτανε κάποιοι που δεν έδειχναν την παλάμη τους σ’ άνθρωπο, και την άπλωναν τώρα γυρεύοντας ψωμί, ψωμί. Κι έκοψαν μερικοί καταμεσής το στίχο, για να έρθουν, κι όσοι ως τώρα εξέρονταν μόνο μες στα χαρτιά, βλέπονταν στο πρόσωπο.
Εβάστηξε τρεις ώρες. Στην πιο μεγάλη οχλοβοή, που ήταν μπερδεμένοι όλοι σαν το κουβάρι, τρύπωσε ένας ανάμεσα κι έδινε κάτι στα κρυφά. Πέρασε σαν αέρας, δεν πρόλαβε κανείς να δει. Το ‘χωνε μες σε φούχτες ή όπου αλλού έβρισκε. Το πιάσανε απ’ τις φούχτες τους, και ήταν εφημερίδα. Ήταν ο μυστικός τύπος της κατοχής. Ποιος τους τον έφερε; Δεν έμαθαν. «Τα μυστικά συνεργεία δουλεύουνε», σκέφτηκε τότε η Πολυξένη, που ήταν κι εκείνη ανάμεσα στους συγκεντρωμένους.
Τον είχε ύστερα τρία χρόνια, η Πολυξένη, στον κόρφο της. Τον παράνομο εκείνο τύπο. Μαζί του εκοιμότανε. Τον έχωνε στα στήθια. Ήταν μικρά και φούσκωναν. Ίδρωνε και τον λέρωνε. Τον είχε και τη μέρα που πιάστηκε. Τον ήβρανε. «Μίλησε! Ποιοι είναι οι άλλοι!» «Όχι, δε θα μιλήσω», τους είπε. Δε μίλησε. Μόνο που λιγοθυμούσε. Ξυπνούσε κι έπεφτε πάλι σε βύθιση. Από πάνω τη χτυπούσαν. Ήτανε μια νεκρή, που δε θάφτηκε ακόμα και νιώθει φούχτα φούχτα το χώμα που της ρίχνουνε, και τη χώνει όλο πιο βαθιά. Έτσι έμεινε από τότε. Της τσάκισαν το χέρι, κόλλησε στραβά μόνο του, σαν του σκύλου του δρόμου. Κόλλησε μες στη φυλακή. Δεν πειράζει, είπε η Πολυξένη, σάμπως θα μου ξαναχρειαστεί το χέρι μου; Αύριο δε θα υπάρχω.
Είχε έρθει ύστερα ο Μάρτης. Ήρθε κι εκείνη η μέρα. Αποβραδίς καθένας κοιμήθηκε μονάχος του, την άλλη μέρα βρέθηκαν πολλοί μαζί. Ήταν διαδήλωση. Η πρώτη διαδήλωση. Ήρθανε παρέες παρέες. Όπως πάνε στη λειτουργιά. Πούθε εκινήσανε, πώς χωριστήκανε, εκείνο δεν το ‘δε κανείς. Σπάθες κι αλόγατα παραμονεύανε κι εχθροί τρομεροί με πολυβόλα. Κλείσανε τα μαγαζιά. Δεν τα ‘κλεισαν κυβερνήσεις, δε λάβανε κρατική εντολή, τα ‘κλεισαν εκείνοι μονάχοι. Δεν κρέμονταν σημαίες. Έβλεπε η Πολυξένη τον ουρανό, τα σύννεφα, και μια ανθρώπινη μάζα να κινιέται στη γη, σαν χωράφι ανθισμένο, σαν ντάλιες στη βιτρίνα, πού και πού ξάστραφτε ένα χρώμα, πού και πού εμάζευε, σαν φυσαρμόνικα. Πέσανε οι πρώτες πιστολιές. Τότε κινήθηκε απ’ τη μάζα ένα τμήμα κι έτρεξε. Πέσανε προκηρύξεις, όπως πέφτουνε τα φύλλα στους κήπους το φθινόπωρο. Ο πρώτος ήλιος της χρονιάς φώτισε μια σημαία. Μια μόνη σημαία που έτρεχε. Όλος ο κόσμος γύρω προσήλωσε το μάτι του στο χέρι που τη σήκωνε. Του ‘λειπαν τα δυο δάχτυλα. Ένας δίπλα μουρμούρισε: «Οι εξόριστοι, οι εξόριστοι!». Έτρεχε η Πολυξένη μαζί μ’ όλους που τρέχανε, έβλεπε τη σημαία, τα δάχτυλα που ελείπανε, ήτανε ο Αιμίλιος. Πέφτανε οι πιστολιές. «Οι εξόριστοι, οι εξόριστοι!» είπανε πάλι δίπλα της. Έβλεπε η Πολυξένη τα κορμιά που κυλήσανε, έβλεπε τον Αιμίλιο, γέμιζε το ένα μάτι της με χαρά, το άλλο τρόμο, πέρναγαν τότε δίπλα σε ζαχαροπλαστείο, μύριζε βανίλια άλλοτε, και τώρα μύρισε αίμα ο τόπος.
Σήκωσαν τους πρώτους νεκρούς. Δεν ήξερες ποιοι σου έδεναν, άγνωστοι, τις πληγές σου. Ήτανε μες στο πλήθος κι ανάπηροι που τρέχανε, ήτανε και κουτσοί με τόσες κουτσαμάρες, που ποτέ δεν ταιριάζουνε, στο ρυθμό ούτε στο βλέμμα, και τώρα ταίριαζαν κι αυτοί μέσα στο ίδιο κύμα. Έτρεχε η Πολυξένη, γύριζε δίπλα κι έβλεπε. Είχαν έρθει εκείνοι οι παλιοί, οι γνώριμοί της, απ’ τα λασπόσπιτα, απ’ τα τέρματα, όσοι κάνανε τον πόλεμο, και τώρα τη διαδήλωση, όσοι είχανε λογαριασμούς από τη Μικρασία, όσοι είχανε δολοφονημένους από δέκα πολέμους πατέρες, παιδάκια με δίχως βρακί, φοιτητές χωρίς θρανίο, κοπέλες με διπλή καρδιά, κι απάνω απ’ όλους έβλεπε η Πολυξένη έναν Αιμίλιο, μια δική της αγάπη που σκόνταφτε, μα έμενε ορθός.
Πέσανε ομοβροντίες, φώναξαν κάτι που έμοιαζε με «Λευτεριά» κι εσκόρπισαν. Κρύφτηκε η Πολυξένη στα σοκάκια κι έφευγε. Oι δρόμοι είχαν γίνει φιλικοί εκείνη τη μέρα. Oι διαβάτες, δικοί σου. Τρίξανε πάλι οι μεντεσέδες του νεκροτομείου κι εμπήκαν πάλι πτώματα. Τα πρώτα της Αντίστασης. Τα προηγούμενα ήτανε της Πείνας. Άρχιζε καινούρια σειρά.
Όταν σκόρπισε η διαδήλωση, έφυγαν, μα δε χώρισαν. Δε χάθηκαν όπως τότε, σ’ εκείνη την κηδεία που ήταν σαν το θέατρο που σκολά, και σκορπίζεις. Ήταν τώρα δεμένοι με κλωστές ψιλές, στέρεες. Πόσοι την ίδια ώρα, σ’ άλλα μέρη, σ’ άλλη γη…
Κοντά πριν φτάσει σπίτι της, ήταν μέρα λιακάδα, ίσως η πρώτη της χρονιάς, κι ένας μεγάλος στρατηγός έβγαζε τρεις σκύλους περίπατο. Περπάταγαν μαζί, μπρος αυτός, πίσω εκείνοι. Κοίταξε η Πολυξένη με τα δυο τρύπια μάτια της από δόξα και θάνατο, κι είδε την πρώτη απόσταση της εποχής που χώριζε τους εχθρούς απ’ τους φίλους.
Σκεφτότανε τώρα, ανάσκελα, στης φυλακής τα σίδερα, με το σπασμένο χέρι της:
«Τι καιρός, πόσα χρόνια, και να μην έχει τελειωμό!».

***

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ (1905-1973). Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη του Μυκονιάτη μουσικοσυνθέτη και τεχνοκριτικού Γεωργίου Αξιώτη (που χρημάτισε και πρόεδρος της Κοινότητας Μυκόνου για έξι μήνες το 1915) και της αριστοκράτισσας Καλλιόπης Βάβαρη. Οι γονείς της χώρισαν το 1908 και η Μέλπω μεγάλωσε στη Μύκονο με τον πατέρα της, ο οποίος τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε τη Μαρουλίνα Γρυπάρη, κόρη του πολιτικού Ιωάννη Γρυπάρη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Πανάγο και τη Φρόσω. Το 1910 η μητέρα της παντρεύτηκε τον Δημήτριο Ποσειδώνα. Στη Μύκονο η Μέλπω μεγάλωσε χωρίς μητέρα στο αυστηρό περιβάλλον της οικογένειας Αξιώτη και τέλειωσε το Σχολαρχείο. Από το 1918 ως το 1922 μπήκε εσωτερική στη Σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου. Το 1922 κατέβηκε στην Αθήνα και έζησε μαζί με τη μητέρα της και την ετεροθαλή αδερφή της Χαρούλα. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε ο πατέρας της, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Αθήνα. Το 1925 παντρεύτηκε το θεολόγο και δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη με τον οποίο έφυγε για τη Μύκονο. Ο γάμος τους κράτησε τέσσερα χρόνια. Μετά το διαζύγιο επέστρεψε στην Αθήνα όπου προσπάθησε να ζήσει ξανά με τη μητέρα της. Οι δυσκολίες στη σχέση τους ωστόσο την οδήγησαν σε συνεχείς μετακομίσεις. Το 1934 άνοιξε οίκο ραπτικής από κοινού με τη Βέτα Τσιτιμάτη. Η επιχείρηση λειτούργησε για ένα χρόνο, ενώ παράλληλα και ως το 1936 η Αξιώτη παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Το 1936 προσχώρησε στο ΚΚΕ, εγκαινιάζοντας τη δια βίου πολιτική της προσχώρηση στην Αριστερά. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με το δικηγόρο Νίκο Αλεξίου με τον οποίο συνδέθηκε ερωτικά. Το 1933 πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του διηγήματος Απ’ τα χτες ως τα σήμερα στο περιοδικό Μυκονιάτικα Χρονικά του Γιαννούλη Μπόνη. Ακολούθησαν κι άλλες δημοσιεύσεις στο ίδιο περιοδικό και το 1938 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, που είχε τίτλο Δύσκολες Νύχτες και τιμήθηκε ένα χρόνο αργότερα με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Κατά την προπολεμική περίοδο ήρθε σε επαφή με τους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε με τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Νίκο Καββαδία, τον Κλέωνα Παράσχο, τον Γιώργο Σεφέρη, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στον παράνομο Τύπο, μαζί με τις Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού και άλλες Ελληνίδες της αντίστασης. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε τη συγγραφική και πολιτική της δραστηριότητα, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με το περιοδικό Χαραυγή (1946). Οι επικείμενες συνέπειες της αριστερής της δράσης την ανάγκασαν να καταφύγει το 1947 στη Γαλλία, από όπου συνέχισε να αγωνίζεται μέσω άρθρων σε περιοδικά και συμμετοχών της σε συνέδρια, λόγους και άλλες εκδηλώσεις του εκεί αριστερού κινήματος. Στη Γαλλία γνωρίστηκε με κορυφαίες μορφές της αριστερής διανόησης (Louis Aragon, Elsa Triolet, Paul Elyard, Andre και Alice Bonnard, Pablo Neruda κ.α.). Από το Παρίσι ξεκίνησε και η πορεία προς την πανευρωπαϊκή της καταξίωση ως λογοτέχνιδας με τη μετάφραση του μυθιστορήματός της Εικοστός αιώνας, αρχικά στα γαλλικά (1949) και στη συνέχεια στα γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά και πολωνικά. Το 1950 διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική προκάλεσε αναχώρηση της Αξιώτη για την Ανατολική Γερμανία, στο πλαίσιο ομαδικής απέλασης 90 ατόμων. Από τη Δρέσδη όπου έζησε ως το τέλος του έτους συνέχισε τη δράση της, ενώ συνεχίστηκαν οι δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων της στις ευρωπαϊκές χώρες. Το Νοέμβρη του 1951 εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ασχολήθηκε με την αρθρογραφία και τη λογοτεχνική μετάφραση και πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, στα πλαίσια του οποίου γνωρίστηκε με τον Ναζίμ Χικμέτ. Το 1952 μετακόμισε στη Βαρσοβία και εργάστηκε σε ελληνική εκπομπή του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού ύστερα από πρόσκληση του Λευτέρη Μαυροειδή. Στη Βαρσοβία έζησε ως το 1955 με μια ενδιάμεση επίσκεψη στη Μόσχα λόγω επιδείνωσης της χρόνια κλονισμένης από βρογχίτιδα υγείας της. Το 1956 επέστρεψε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου έζησε ως την άνοιξη του 1957. Την ίδια χρονιά πέθανε η μητέρα της. Έπειτα από ολιγόμηνη επιστροφή στη Βαρσοβία επέστρεψε στο Βερολίνο στα τέλη του 1957 και από τον Οκτώβριο του 1958 ως το 1964 εργάστηκε ως Επισκέπτρια Λέκτωρ στο πανεπιστήμιο του Humboldt, διδάσκοντας Νέα Ελληνικά και Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Τα καλοκαίρια επισκεπτόταν την Ιταλία και παράλληλα συνέχισε να γράφει. Το Δεκέμβριο του 1964 επισκέφτηκε την Ελλάδα ύστερα από επίπονες προσπάθειες τεσσάρων χρόνων και το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου επαναπατρίστηκε με απόφαση του τότε υπουργού εξωτερικών Ηλία Τσιριμώκου. Μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα συνέχισε τα ταξίδια της στην Ιταλία και τη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, βοηθήθηκε κυρίως από φίλους όπως η Νανά Καλλιανέση, ο Αντρέας Φραγκιάς και ο Γιάννης Ρίτσος. Το 1971 έπειτα από νέα επιδείνωση της υγείας της και εμφάνιση προϊούσας αμνησίας και σωματικής καχεξίας έζησε στην κλινική Λυμπέρη, τον επόμενο χρόνο μετακόμισε στην πανσιόν Maison de repos, όπου και πέθανε. Το έργο της Μέλπως Αξιώτη τοποθετείται στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συγγραφικής της φυσιογνωμίας διαδραμάτισαν οι εμπειρίες της από τη ζωή στη Μύκονο, καθώς επίσης το μοίρασμα των νεανικών της χρόνων ανάμεσα στο νησί και την Αθήνα. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω βασικό άξονα του έργου της αποτέλεσε η μνήμη και η απόπειρα ανάπλασης του παρελθόντος. Παράλληλα η γραφή της επηρεάστηκε από τις νεωτεριστικές τάσεις της γενιάς του Τριάντα (ιδιαίτερα από την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου), το ρεύμα του σουρεαλισμού, την εμφάνιση του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, την ένταξή της στο κομμουνιστικό κόμμα. 1. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα λήμματα Άπαντα Μέλπως Αξιώτη Γ΄, Αθήνα, Κέδρος, 1980, χ.σ., «Αξιώτη Μέλπω», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, Ελεγμίτου Ελένη, «Χρονολόγιο Μέλπως Αξιώτη (1905-1980)», Διαβάζω 311, 12/5/1993, σ.34-46 και Καρβέλης Τάκης, «Μέλπω Αξιώτη», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Β΄, σ.262-301. Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

eirini aivaliwtouΕικοστός αιώνας – Μέλπω Αξιώτη (απόσπασμα)
Περισσότερα

«Σενάρια στο θέατρο της ζωής». Το νέο βιβλίο της Λίτσας Καποπούλου με διηγήματα και θεατρικά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τα «Σενάρια στο θέατρο της ζωής» της Λίτσας Καποπούλου είναι το τρίτο βιβλίο της, που εκδίδεται, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ανάτυπο». Περιλαμβάνει δεκαεπτά διηγήματα και θεατρικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο εμπεριέχονται σε μορφή qr code πέντε τραγούδια σε σύνθεση, ενορχήστρωση και ερμηνεία Βασίλη Παπακώστα και στίχους Λίτσας Καποπούλου. Επίσης το θεατρικό «Ρώσικη Ρουλέτα», που υπάρχει στο βιβλίο πρωτοπαρουσιάστηκε από τη θεατρική ομάδα «Διάνα» στο 13ο Φεστιβάλ Ομάδων Δράσης στο Θέατρο των Αλλαγών την 27 Σεπτεμβρίου 2016 σε σκηνοθεσία Κάτιας Κουλερή. Οι τίτλοι των διηγημάτων και θεατρικών είναι κατά σειρά: Αρτοποιείον «ο Αρίστος», Ευθύνες, Η ανταποκρίτρια από το Χαρτούμ, Μικέλ, Η απόλυση, Κάιρο – Ναύπλιο, Μετανάστες, Ξόρκια, Τα αιώνια ερωτήματα, Τα φυτά δεν πετυχαίνουν, Το διάλειμμα, Χορευτό, 1968, Συνάντηση, Το μαύρο σκυλάκι, Οι αξιαγάπητοι σκουπιδόγατοι, Ρώσικη Ρουλέτα. Οι τίτλοι των τραγουδιών, των οποίων αναγράφονται και οι στίχοι, είναι: Το Αστέρι, Απριλομάης, Χαμένη Αφροδίτη, Κατάντια, Μαιρούλα.

Η πρεμιέρα της παρουσίασής του έγινε στη Θεσσαλονίκη, στην «Παγκρήτια Αδελφότητα Μακεδονίας» την Κυριακή 4 Μαρτίου 2018 και σημείωσε εξαιρετική επιτυχία. Την εκδήλωση χαιρέτησε και συντόνισε η Άννα Τσιλιγκίρογλου-Φαχαντίδου, Ιατρός, Καθηγήτρια ΑΠΘ, Ζωγράφος, Συγγραφέας, τ. Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Β. Ελλάδος. Ομιλητές: Γιώργος Σανιδάς, Συγγραφέας, Βασίλης Παπακώστας, τ. Δικαστικός Λειτουργός, Συγγραφέας, Μουσικοσυνθέτης και Ερμηνευτής, ο οποίος έχει και τη μουσική επιμέλεια και εκτέλεση των πέντε τραγουδιών, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο σε στίχους Λίτσας Καποπούλου με τη συμμετοχή των Σπύρου και Γιάννη Κρηζίνη. Αποσπάσματα διάβασε η Λογοτέχνις Ελένη Βεζύρογλου. Η συγγραφέας Λίτσα Καποπούλου τιμήθηκε για την προσφορά της στη Λογοτεχνία από την «Ένωση Λογοτεχνών Β. Ελλάδος».
Στη συνέχεια τα «Σενάρια στο Θέατρο της ζωής» παρουσιάστηκαν με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα, στον πολυχώρο «Αίτιον» την Κυριακή 11 Μαρτίου 2018. Χαιρετισμό απηύθυνε ο Παναγιώτης Μυλωνάς, Μουσικολόγος-Λαογράφος και ο Ιωακείμ (Μάκης) Παπαδόπουλος, Πρόεδρος του «Συνδέσμου Φίλων Οικουμενικού Πατριαρχείου». Ομιλητές: Γιάννης Παρασκευόπουλος, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας, Βασίλης Παπακώστας τ. Δικ. Λειτουργός, Συγγραφέας, Μουσικοσυνθέτης, Ερμηνευτής. Αποσπάσματα διάβασε η σοπράνο Κάτια Κουλερή, που είχε και τη σκηνοθεσία του θεατρικού «Ρώσικη Ρουλέτα», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, όταν παρουσιάστηκε στο 13ο Φεστιβάλ Ομάδων Δράσης στο Θέατρο των Αλλαγών. Η Λίτσα Καποπούλου και ο Βασίλης Παπακώστας βραβεύτηκαν για το βιβλίο και τα τραγούδια, που περιέχονται σ’ αυτό από την «Ένωση Μακεδόνων και Θρακών Δυτ. Αττικής».
Την Τρίτη 29 Μαΐου 2018 παρουσιάστηκαν τα «Σενάρια στο Θέατρο της Ζωής» στο Περιστέρι στο «Cupping Café» με ιδιαίτερη επιτυχία. Την εκδήλωση χαιρέτησε ο τ. Νομαρχιακός Σύμβουλος Γιώργος Ρεμπής. Μίλησαν ο Νίκος Λιανός, Συγγραφέας – Στιχουργός- Αρθρογράφος, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, Συγγραφέας-Δημοσιογράφος και ο Βασίλης Παπακώστας, τ. Δικ. Λειτουργός – Μουσικοσυνθέτης – Ερμηνευτής – Συγγραφέας. Αποσπάσματα διάβασε η Σοπράνο Κάτια Κουλερή, ενώ τον συντονισμό είχε η Μαίρη Κολοβού, Συγγραφέας-Ραδιοφωνική Παραγωγός.
Και έπεται συνέχεια…

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Αποσπάσματα του βιβλίου

«…Θα αναρωτηθείτε: γιατί τόση ανησυχία για ένα σκυλάκι;
Μα γιατί το βλέμμα ενός ζώου μπορεί να κοιτάξει βαθιά μέσα σου και να βγάλει στην επιφάνεια τον καλό σου εαυτό. Την ανθρωπιά σου. Και τότε θα προβληματιστείς. Και ίσως γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη επιτυχία σου. Γιατί ένα ζωάκι δίνει αγάπη, ενώ ο άνθρωπος παίρνει αγάπη. Σε εξερευνά με τόση τρυφερότητα, που δεν αντέχεις να προσπεράσεις αδιάφορος! Σου λέει με τη γλυκύτητα των ματιών του ότι από σένα τον άνθρωπο περιμένει τα πάντα. Σου δείχνει με τη χάρη του ότι είσαι γι΄ αυτό ένας Μικρός Θεός! Στάσου, λοιπόν, αντάξια στο θρόνο σου, στο ύψος σου! Ιδιαίτερα στη γκριζόμαυρη εποχή μας, όπου το σπάνιο πλέον είδος της ελπίδας επιμένει και περιμένει!..».
Απόσπασμα από το διήγημα «Το μαύρο σκυλάκι»

«…Αυτό, που βλέπουμε τώρα αξίζει όσο πολλές λέξεις. Οι σκουπιδόγατοι μας δίνουν μαθήματα με το πόσο ευτυχισμένοι μπορούμε να είμαστε με τα πιο απλά πράγματα. Με τον ήλιο , ας πούμε, που βγήκε μετά από τη βροχή το πρωί. Έτσι πρέπει να είναι και οι άνθρωποι και τα μικρά παιδάκια. Όχι να γκρινιάζουν με το παραμικρό. Όσες δυσκολίες και νάχουμε πρέπει νάμαστε ευτυχισμένοι με τα απλά πράγματα, για να έχουμε ελπίδα και πίστη ότι όλα θα πάνε καλύτερα, ανέλυσε η θεία την εικόνα, που έβλεπαν…».
Απόσπασμα από το διήγημα «Οι αξιαγάπητοι σκουπιδόγατοι»

Η Λίτσα (Σταυρούλα) Καποπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Α’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Θηλέων Βόλου. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Σχολής Δημοσιογραφίας. Υπηρέτησε τη Θέμιδα ως Δικηγόρος και Δικαστική Λειτουργός.
Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Δίαυλος» το μυθιστόρημά της «Πνοή – Όταν χτυπά η καρδιά του πεπρωμένου…», το οποίο βραβεύτηκε από το Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών «Η Ναζιανζός» και από τον «Σύνδεσμο Φίλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Επίσης παρουσιάστηκε ως θεατρικό δρώμενο-ζωντανό γλυπτό μνήμης και συναισθημάτων στο Αίθριο της Δημοτικής Πινακοθήκης του Δήμου Πειραιά.
Παρακολούθησε κύκλους δημιουργικής γραφής στα εργαστήρια «Ιανός» και σεμινάρια σεναρίου, σκηνοθεσίας-υποκριτικής και θεατρικής γραφής στο «Θέατρο των Αλλαγών», σεμινάριο εκφραστικής γραφής /αστυνομική λογοτεχνία στο +αίσθημα με τη Βίκυ Τσιανίκα και την Αλκυόνη Παπαδάκη, γιατί πιστεύει ότι η γνώση δεν σταματά. Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και ταμίας στον Κύκλο Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών.
Το 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ανάτυπο» το δεύτερο μυθιστόρημά της «Στο Βασίλειο της Μοίρας» με ενσωματωμένο το μουσικό cd «Λουλούδι της Ανατολής» των Νικόλα Αδέσποτου και Δημήτρη Μήλα. Το βιβλίο, το μουσικό cd και ο εκδοτικός οίκος βραβεύτηκαν από τον «Πολιτιστικό – Εξωραϊστικό Σύλλογο Χαϊδαρίου».
Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ανάτυπο» το βιβλίο της «Σενάρια στο θέατρο της ζωής», που είναι διηγήματα και θεατρικά. Στο βιβλίο εμπεριέχονται στην πρωτοποριακή μορφή qr code πέντε τραγούδια σε σύνθεση, ενορχήστρωση και ερμηνεία Βασίλη Παπακώστα και στίχους δικούς της. Το βιβλίο και τα τραγούδια βραβεύτηκαν από την «Ένωση Μακεδόνων και Θρακών Δυτ. Αττικής».

Η συγγραφέας με το βραβείο της Ένωσης Μακεδόνων και Θρακών Δυτικής Αττικής»

eirini aivaliwtou«Σενάρια στο θέατρο της ζωής». Το νέο βιβλίο της Λίτσας Καποπούλου με διηγήματα και θεατρικά
Περισσότερα

Παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής της Ζέττης Σκάρπα Κόρντισε, στο Σύλλογο των Αθηναίων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής της Ζέττης Σκάρπα Κόρντισε με τίτλο «Από το Πάνθεο στην Πηγή», των εκδόσεων «Παπαηλιού», θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018 και ώρα 19:00, στο Σύλλογο των Αθηναίων (Κέκρoπος 10, Πλάκα).

Πρόκειται για ένα ταξίδι επιστροφής στον πυρήνα της ύπαρξης του ανθρώπου. Μια αναζήτηση που θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη ότι μέσα από τα αρχέτυπα με τα οποία γαλουχήθηκε μπορεί να βρει την απάντηση και την εσωτερική γαλήνη του Είναι του. Της «ουσίας» του όντος, που προέρχεται από την εναρμόνιση και την ισορροπία των αντιθέτων, με σκοπό την τελική συμφιλίωση της πορείας του, η οποία διαμορφώνεται από δοκιμασίες οδύνης και απώλειας.

Θα μιλήσουν η καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κα Ελένη Ποταμιάνου και ο ιατρός Νευρολόγος-Λογοτέχνης κος Άγγελος Γέροντας.
Τον συντονισμό της παρουσίασης θα κάνει η δημοσιογράφος κα Ελένη Κάραμποττ.

Ζέττη Σκάρπα Κόρντισε γεννήθηκε στον Πειραιά. Λάτρης του κλασικού μπαλέτου από νεαρή ηλικία, έκανε τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα στο Ισραήλ παίρνοντας υποτροφία στην Ακαδημία της Ιερουσαλήμ με δασκάλα την HasiaLevi. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνέχισε τις σπουδές της στη σχολή χορού της Ραλλούς Μάνου, της Μάγιας Σοφού και του Γιάννη Μέτση, ενώ αποφοίτησε από την Ανώτατη Επαγγελματική Σχολή της Δέσποινας Γρηγοριάδου.
Παρακολούθησε, ακόμη, μαθήματα στο Royal Ballet του Λονδίνου, σεμινάρια του Άγγλου σολίστα του Graham Powell, μαθήματα Τζαζ στις ΗΠΑ με τη Marcia Highland, σεμινάρια κλασικού χορού με τον Daniel Lomel και με τις δασκάλες του Bolshoi Ballet, Nina Tolstaya σε χορό κάρακτερ, Svetlana Kuznetsova στο κλασικό μπαλέτο και με την prima ballerina του, Nina Timofeeva.
Ταξίδεψε στην Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική όπου μελέτησε παραδοσιακούς χορούς, έκανε μαθήματα ινδικού χορού με την Ινδή καθηγήτρια Ratna, ενώ αργότερα εξειδικεύτηκε στο Flamenco σπουδάζοντας στην Ισπανική Ακαδημία και λαμβάνοντας μέρος ως χορεύτρια στην ομάδα «La Rambla» με δάσκαλο και χορογράφο τον Evan Trinder.
Δίδαξε χορό και χορογράφησε στη σχολή της Καλλιόπης Τρίπου, Κινησιολογία στο θέατρο Stanislavsky παρακολουθώντας, παράλληλα, μαθήματα υποκριτικής από τον Conrand Your, πήρε μέρος σε διάφορες παραστάσεις του Πειραματικού Μπαλέτου, ενώ συνεργάστηκε με το Μπαλέτο Αθηνών του Λεωνίδα ΝτεΠιάν, με το Εθνικό Ωδείο Χαλανδρίου και με άλλες σχολές.
Η αγάπη της για την ποίηση, την ενέπνευσε στη χορογραφία της για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, λαμβάνοντας μέρος και η ίδια σε εκδήλωση που διοργανώθηκε από τον Δήμο Αθηναίων στο Πάρκο Ελευθερίας.
Δύο ποιητικές συλλογές της έχουν εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg και μία από αυτοέκδοση.

 

Η ποιήτρια Ζέττη Σκάρπα Κόρντισε

***

Ο Σύλλογος των Αθηναίων (αρχική φωτογραφία) ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 1895 και λειτουργεί συνεχώς μέχρι σήμερα. Διοικείται από 12μελές Διοικητικό Συμβούλιο που, σύμφωνα με το καταστατικό, προκύπτει από ψηφοφορία μεταξύ των μελών του Συλλόγου και έχει θητεία τριών ετών. Κάθε νέο Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει το Προεδρείο σε ψηφοφορία μεταξύ των μελών του.

eirini aivaliwtouΠαρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής της Ζέττης Σκάρπα Κόρντισε, στο Σύλλογο των Αθηναίων
Περισσότερα

Ἄγγελος Σικελιανός, Ἱερὰ Ὁδός

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.

Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.

Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.

Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν
ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.

Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.

Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.

Ἡ μία,
(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,
αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!

Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
ζωηρά.

K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.

Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.

Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.

Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.

Μὰ ὡς, τέλος,
ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,
θὰ γιορτάσουν μαζί;»

Κι ὡς προχωροῦσα,
καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
ἕνα μούρμουρο,
κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:

«Θὰ ῾ρτει.»

(1935)

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)

* Το ποίημα γράφτηκε το 1935 και είναι από τα πιο σημαντικά του ποιητή. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ανθρωπιστικό θέμα, για την απολύτρωση δηλαδή του ανθρώπου από την καταπίεση και τον πόνο. Στο υποβλητικό ακόμη τότε σκηνικό της Ιεράς Οδού, του δρόμου που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα και που ακολουθούσαν οι αρχαίες πομπές των Ελευσίνιων Μυστηρίων, ο ποιητής, μέσα από το «συμβολικό δρώμενο» που βλέπει και περιγράφει, αναπαρασταίνει καταστάσεις ανάλογες με αυτές που ζούσαν οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια. Μας δίνει δηλαδή την εικόνα του ξεπεσμού και της υποδούλωσης που οδήγησε τον άνθρωπο η αφροσύνη του να αλυσοδέσει και να υποτάξει τη Μάνα-Γη, σύμβολο της μητρότητας και της αγάπης, για να οραματιστεί τελικά τη μέρα της σωτηρίας και της λύτρωσης, όταν η ψυχή του ανθρώπου θα συμφιλιωθεί απόλυτα και θα ταυτιστεί με τους αιώνιους νόμους της ζωής και με τη φύση. Παρήγορο μήνυμα ανάστασης και θριάμβου της ζωής.

 

«Δελφικές Εορτές»

 

Ο Άγγελος Σικελιανός είναι κορυφαίος Έλληνας ποιητής. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο. Γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1884 στη Λευκάδα. Ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Ιωάννη Σικελιανού, καθηγητή της ιταλικής και γαλλικής γλώσσας στο τοπικό γυμνάσιο και της Χαρίκλειας Σικελιανού, καλλιεργημένης και αρχοντικής γυναίκας.

Το 1900 ήλθε στην Αθήνα για να σπουδάσει νομικά, αλλά τα εγκατέλειψε πολύ νωρίς για να αφιερωθεί ολόψυχα στην ποιητική δημιουργία, ύστερα από ένα μικρό πέρασμα στο θεατρικό σανίδι ως ηθοποιός. Τον Αύγουστο του 1906 θα γνωρίσει την εύπορη Aμερικανίδα Εύα Πάλμερ (1874-1952), την οποία θα νυμφευτεί τον επόμενο χρόνο.

Το 1907 ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου εργαζόταν ο μεγαλύτερος του αδελφός και σε μία εκδρομή του στη Λιβυκή Έρημο θα γράψει την ποιητική σύνθεση «Αλαφροΐσκιωτος», η κυκλοφορία του οποίου το 1909 θα αποτελέσει εκδοτικό γεγονός. Το πρώτο του αυτό έργο είναι ένας αληθινός ύμνος προς την ελληνική φύση, γραμμένος με θαυμαστή δύναμη και με αδρούς πρωτότυπους στίχους.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), στους οποίους πήρε μέρος, έγραψε πατριωτικά ποιήματα, που δημοσιεύθηκαν σ’ εφημερίδες, περιοδικά και στη ποιητική συλλογή «Στίχοι» (1921). Έγραψε επίσης και δημοσίευσε από το 1915 έως το 1918 τον «Πρόλογο στη ζωή», αποσπάσματα από το «Πάσχα των Ελλήνων», το «Δελφικό Λόγο» και μελέτες. Είχε άφθονα οικονομικά μέσα και βρήκε την ευκαιρία να μελετά διαρκώς, να γράφει απερίσπαστα και να ταξιδεύει.

Μαζί με την Αμερικανίδα σύζυγό του, ο Σικελιανός συνέλαβε το σχέδιο ν’ αναστήσει τη Δελφική Αμφικτυονία. Οργάνωσαν το 1927 και το 1930 με δικά τους έξοδα τις «Δελφικές Εορτές», με παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών, με αγώνες και λαϊκές εκθέσεις, που τράβηξαν την προσοχή του κόσμου.

Η ποιητική έμπνευση του Σικελιανού αυτή την εποχή και αρκετά χρόνια αργότερα αντλεί τα θέματά της από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από τη μυθολογία και το μυστικισμό (ορφισμός κλπ.), από τη θρησκεία και την ιστορία. Τέτοιες είναι οι τραγωδίες του: «Διθύραμβος του Ρόδου» (1933) και «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη», καθώς και πολλά ποιήματα.

Ιδιαίτερη αξία έχει η ποιητική δημιουργία του Σικελιανού, από την εποχή που στον ορίζοντα άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε η ποίησή του πήρε κοινωνικό περιεχόμενο, μέσα από τις τραγωδίες «Η Σίβυλλα» (1940), «Ο Χριστός στη Ρώμη» (1946), «Ο θάνατος τον Διγενή» (1948) και «Ο Ασκληπιός».

Τον Μάρτιο του 1938 γνωρίζει την Άννα Καραμάνη (1904-2006), σύζυγο του φυματιολόγου Γεωργίου Καραμάνη. Η γνωριμία τους εξελίσσεται σε βαθύ έρωτα και ο Σικελιανός ζητάει από την Εύα να χωρίσουν. Αυτή συναινεί, όπως και ο γιατρός Καραμάνης. Ο γάμος τους θα γίνει στις 17 Ιουνίου του 1940.

Την περίοδο της Κατοχής έγραψε και κυκλοφόρησε κρυφά τα «Ακριτικά» (1941-1942), που ήταν μία κραυγή πόνου του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απήγγειλε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες», που είχε γράψει λίγες ώρες νωρίτερα.

Το 1945 θα είναι υποψήφιος με τον Καζαντζάκη για την Ακαδημία Αθηνών. Αντ’ αυτών θα εκλεγεί ο Σωτήρης Σκίπης. Το 1946 θα προταθεί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όπως και ο Καζαντζάκης, με πρωτοβουλία σημαντικών προσωπικοτήτων των γραμμάτων (Πολ Ελιάρ, Αντρέ Ζιντ, Χένρι Μίλερ, Ευγένιος Ο’ Νηλ κ.ά.). Η υποψηφιότητά τους θα τορπιλιστεί από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, με το πρόσχημα ότι έτσι θα βραβευόταν η Αριστερά στην Ελλάδα. Το 1947 θα εκδοθεί συγκεντρωμένο σε τρεις τόμους το ποιητικό του έργο, το ποιητικό του έργο υπό τον τίτλο «Λυρικός Βίος».

Ο αποκαρδιωμένος Σικελιανός έχει να παλαίψει τώρα με τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του και με τη φτώχεια. Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακό του λαμβάνει απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Στις 19 Ιουνίου 1951 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.

 

 

eirini aivaliwtouἌγγελος Σικελιανός, Ἱερὰ Ὁδός
Περισσότερα

Το θεατρικό έργο του Σταμάτη Πακάκη «Μάνα» στο 47ο Φεστιβάλ Βιβλίου και από τον Οκτώβριο στο Faust

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το θεατρικό έργο του Σταμάτη Πακάκη «Μάνα», που κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Faust την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018, κυκλοφορεί σε βιβλίο και η παρουσίασή του θα γίνει στο 47ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018, στις 20:30 – 22:00 (περίπτερο 160-162), όπου ο συγγραφέας θα υπογράφει το βιβλίο.

Ένα μουσικό σκοτεινό κοινωνικό παραμύθι για εφήβους και ενήλικες. Ανθρώπινες σχέσεις, ανθρώπινα πάθη, ανθρώπινα τραύματα! Όλα μπερδεύονται κατά τη διάρκεια του Ύπνου. Ύπνος με «Υ» διότι είναι ο μικρός γιος της Νύχτας, φίλος των μικρών παιδιών καθώς και σύμμαχος της Μάνας. Ποιας Μάνας; Της δικής σου Μάνας… της δικής μου Μάνας… της Μάνας όλων μας. Η ιδέα της Μάνας λοιπόν.
Παιδιά… Αγοράκι… Κοριτσάκι… Παιδικά παιχνίδια… Φανταστικοί φίλοι… Παιδικοί δαίμονες… Παιδική ασθένεια… Παιδική ηλικία… Παιδικά τραύματα! Σχέση Μάνας – Παιδιού και πώς αυτή διαμορφώνει την πορεία μας ως ενήλικες. Παιδικοί φόβοι, παιδική αποπλάνηση, ενηλικίωση, βία κατά των γυναικών, «φορεμένοι» κοινωνικοί ρόλοι. Το πέρασμα του χρόνου, η απώλεια αγαπημένων προσώπων, το διαζύγιο, η τεκνοθεσία, ο κοινωνικός καθωσπρεπισμός…
Το βιβλίο περιέχει CD και QR Code με την ηχογράφηση ολόκληρου του έργου, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο και τα τραγούδια της παράστασης μέσω ακουστικού υλικού.

Σημείωση Συγγραφέα

Το «Μάνα» είναι αποτέλεσμα προσπάθειας χρόνων. Από παιδί μου άρεσε να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και να δημιουργώ μία κρυφή ιστορία για τον καθέναν τους. Εννοείται είχα και φανταστικούς φίλους που με βοηθούσαν σε όλο αυτό. Μεγαλώνοντας σε νησί και συγκεκριμένα στη Ρόδο, άκουγα τις γιαγιάδες να λένε ιστορίες εν είδη κουτσομπολιού. Άκουσα ιστορίες ενδοοικογενειακής βίας, παιδικής αποπλάνησης, υιοθεσίας, παιδιών που μεγάλωναν μόνο μέσα στο σπίτι κ.ά. Όλα αυτά τα κρατούσα μέσα στα κουτάκια του μυαλού μου. Στην συνέχεια αυτές οι αναφορές είδα να συμβαίνουν γύρω μου. Δεν ήταν απλά ιστορίες των γιαγιάδων. Συνέχισα να γεμίζω τα κουτάκια του μυαλού μου. Κάποια στιγμή και με τη βοήθεια των μουσικών και θεατρικών μου επιρροών αποφάσισα να γράψω αυτό το έργο. Μελέτησα τόσο παραμύθια και συμβολισμούς αυτών όσο και εγχειρίδια ψυχολογίας, ψυχανάλυσης και ύπνωσης. Οι ήρωες του βιβλίου μου έχουν στοιχεία από αληθινούς ανθρώπους που ζουν ανάμεσά μας…

Ο Σταμάτης Πακάκης είναι ένας νέος και πολύπλευρος performer που συνδυάζει στις δουλειές του το θέατρο, τη μουσική και την κινησιολογία. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ενώ έχει καταγωγή από τη Ρόδο. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ε.Κ.Π.Α. καθώς και διπλωματούχος Μονωδίας και Κλασικής κιθάρας, πτυχιούχος Ανωτέρων Θεωρητικών της μουσικής (Αρμονία, Αντίστιξη, Φούγκα), Ενοργάνωσης Μπάντας και Μουσικοπαιδαγωγικών Συστημάτων καθώς και κάτοχος Diploma Performance in Music Theater, Popular Vocals, Classical Singing του L.C.M. Έχει κατορθώσει να συνεργαστεί με σημαντικά ονόματα της μουσικής και θεατρικής σκηνής της χώρας μας (Κωνσταντίνο Ρήγο, Δημήτρη Μαραμή, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Ευριδίκη, Αποστολία Παπαδαμάκη, Κέλλυ Σταμουλάκη, Κάρμεν Ρουγγέρη, Γιώργο Κουμεντάκη, Θέμη Μουμουλίδη, Θέμελη Γλυνάτση, Αλέξανδρο Ευκλείδη, Θεόδωρο Εσπίριτου, Χρήστο Θεοδώρου, Ίλια Κόντου, Αλέξανδρου Μαυρόγιαννη, Χαράλαμπο Γωγιό κ.ά.) καθώς και να εργαστεί σε σημαντικούς πολιτιστικούς χώρους (Εθνική Λυρική Σκηνή, Εναλλακτική Σκηνή της Ε.Λ.Σ., Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Badminton, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Skrow Theater, Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, Θέατρο Άνεσις, Θέατρο Ακροπόλ, Παλλάς κ.ά.). Είναι έκτακτος συνεργάτης των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της ΕΡΤ ως χορωδός (τενόρος). Επίσης έχει συνεχή παρουσία στο ελεύθερο θέατρο. Πρόσφατα ξεκίνησε να παρουσιάζει προσωπικές του δημιουργίες. Το πρώτο δείγμα είναι το video clip του τραγουδιού «Μάνα».

  • ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ iWrite Publications

 

eirini aivaliwtouΤο θεατρικό έργο του Σταμάτη Πακάκη «Μάνα» στο 47ο Φεστιβάλ Βιβλίου και από τον Οκτώβριο στο Faust
Περισσότερα