Βιβλιοστάτης

Δύο σημαντικά βιβλία των εκδόσεων Gutenberg

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Δύο πολύ σημαντικά βιβλία των εκδόσεων Gutenberg παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο των εργασιών του 5ου Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας», που οργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών και το Rio De Janeiro University – Instituto de Letras και πραγματοποιήθηκε στη Σύρο με εξαιρετική επιτυχία.

Αναλυτικά:
Την Κυριακή 14 Ιουλίου 2019, στη Δημοτική Πινακοθήκη Σύρου και παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, παρουσιάστηκε το βιβλίο του Από την βιομηχανική επανάσταση στην τεχνολογική. Στον αστερισμό ενός αβέβαιου μέλλοντος. Με συντονιστές την κ. Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, Ακαδημαϊκή Διευθύντρια του Θερινού Πανεπιστημίου, Αναπλ. Καθηγήτρια Γλωσσολογίας και τον κ. Γιάννη Μαμάη, από την πλευρά των εκδόσεων Gutenberg και ειδικό σύμβουλο του Δ.Θ.Π., για το βιβλίο μίλησαν οι Αντιπρυτάνεις Ιωαννίνων κ. Μηνάς Πασχόπουλος και Σταύρος Νικολόπουλος, η Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Έλενα Θεοδωροπούλου, η Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Ισμήνη Κριάρη, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Οδυσσέας-Ιωάννης Ζώρας, ο Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου κ. Κώστας Γουλιάμος και η Αντιπρύτανης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Ζωή Γαβριηλίδου.

Ομιλία στο πυκνότατο ακροατήριο, που κατέκλυσε τον καλαίσθητο χώρο της Πινακοθήκης, απηύθυνε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Χαιρετισμό απηύθυναν οι κ. Γιώργος Μαραγκός, Δήμαρχος Σύρου – Ερμούπολης και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου, Δωρόθεος Β΄.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας και στον άρτιο αισθητικά συνεδριακό χώρο της Έπαυλης Τσιροπινά στην Ποσειδωνία της Σύρου, παρουσιάστηκε και το βιβλίο των Μίκη Θεοδωράκη και Κώστα Γουλιάμου, Στη διαλεκτική της αρμονίας.

Για το βιβλίο μίλησαν η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Rio De Janeiro κ. Fernanda Lemos De Lima, ο κ. Γιάννης Μαμάης από τις εκδόσεις Gutenberg και ο συγγραφέας κ. Κώστας Γουλιάμος. Χαιρετισμό απηύθυνε ο Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Σταύρος Νικολόπουλος, ενώ την εκδήλωση συντόνισε η κ. Νικολέττα Τσιτσανούδη Μαλλίδη. Ακολούθησε μουσικό αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη από το μουσικό σχήμα Trio Del Arte.

***

Από την βιομηχανική επανάσταση στην τεχνολογική
Προκόπιος Παυλόπουλος

Στον αστερισμό ενός αβέβαιου μέλλοντος

Αυτό το κείμενο εμπλουτισμένο με ορισμένες προσθήκες, αποδίδει την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, κατά την έναρξη των εργασιών του 4ου Οικονομικού Forum Δελφών στις 28 Φεβρουαρίου 2019.

***

Στη διαλεκτική της αρμονίας
Μίκης Θεοδωράκης
Κώστας Γουλιάμος

Ο Μίκης Θεοδωράκης, όπως δεν τον έχουμε ξανακούσει ή διαβάσει, σε μια εκ βαθέων συζήτηση με τον πρύτανη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου Κώστα Γουλιάμο.

Περίληψη

Το αντικομφορμιστικό και διορατικό πνεύμα του Θεοδωράκη, όπως και η διανοητική του ακτινοβολία, δίνουν ερμηνείες με όρους διαλεκτικής σκέψης, κριτικού αυτοστοχασμού και νεοπυθαγόρειου προσανατολισμού.
Τα στοιχεία του πολιτισμού και της ειρήνης αποτελούν πάντοτε τις ενοποιητικές και ολοποιητικές δυνάμεις για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Δυνάμεις, ωστόσο, που -κατά τον Θεοδωράκη- βρίσκονται στον πυρήνα της συμπαντικής αρμονίας και της Μοναδικότητας του εσωτερικού κόσμου.

Περιεχόμενα

Ο διάλογος: προβλήματα και προβληματισμοί || Ο διάλογος του Κώστα Γουλιάμου με τον Μίκη Θεοδωράκη || Υστερόγραφο || Η πολυτροπική αρμονία ως κοινωνιογραφία μουσικής στον Μίκη Θεοδωράκη || Επίμετρο || Βιβλιογραφία

***

Εκδόσεις: Gutenberg

Διδότου 37, 106 80 – Αθήνα | Τηλ. 210 36 42 003
E-mail: info@dardanosnet.gr
www.GutenbergBooks.gr

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΔύο σημαντικά βιβλία των εκδόσεων Gutenberg
Περισσότερα

«Ο Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το αριστούργημα του Χένρι Μίλερ, ένα μυθιστόρημα που εξακολουθεί να σκανδαλίζει. O συγγραφέας περιπλανιέται στο φαντασμαγορικό Παρίσι του Μεσοπολέμου και μέσα από πολλές μικρές και μεγάλες περιπέτειες και σπαρταριστές ερωτικές δραστηριότητες ανακαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό και το βαθύτερο ψεύδος του κόσμου που τον περιβάλλει.

«Ο Τροπικός του Καρκίνου» είναι ένα έργο αντισυμβατικό που περιγράφει την ωμή αλήθεια, χωρίς εξιδανικεύσεις και δήθεν ηθική. Επί τριάντα χρόνια τα έργα του Χένρι Μίλερ ήταν απαγορευμένα στην πατρίδα του. Τα βιβλία του Αμερικανού συγγραφέα θεωρούνταν «χυδαία» και «πορνογραφικά». Όταν κυκλοφόρησε πρώτη φορά στη Γαλλία ο «Τροπικός του Καρκίνου» ο Μίλερ ήταν περίπου 40 χρονών, ενώ πέρασαν ακόμη 30 χρόνια, ώσπου ο αγγλόφωνος κόσμος να μπορέσει να διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και τα υπόλοιπα έργα του. «Ο Τροπικός του Καρκίνου» θεωρήθηκε έργο πορνογραφικό, γιατί μιλάει ανοιχτά για το σεξ χωρίς ανούσιες σεμνοτυφίες. Τα πρότυπα της τότε ηθικής ήταν πολύ πουριτανικά για να αντέξουν το τολμηρό εγχείρημα του Μίλερ, γι’ αυτό και απαγορεύτηκε. Απλά παρουσιάζει την ωμή πραγματικότητα.

Ο ίδιος λέει για το βιβλίο του: «Αυτό δεν είναι βιβλίο. Είναι ένας λίβελος, ένα κακολόγημα, η δυσφήμηση κάποιου ανθρώπου. Δεν είναι βιβλίο στην κανονική έννοια του όρου. Καθόλου. Δεν αποτελεί παρά μια παρατεταμένη διαρκή προσβολή, δεν αντιπροσωπεύει παρά μια ροχάλα εκσφενδονισμένη στο πρόσωπο της Τέχνης, μια κλωτσιά στα μαλακά των Θεών, του Ανθρώπου, της Μοίρας, του Χρόνου, της Αγάπης, της Ομορφιάς του καθετί, του οποιουδήποτε θελήσετε. Σκοπεύω να σας πω ένα τραγούδι, λίγο παράφωνα ίσως, αλλά θα το πω. Θα το πω ενώ εσείς θα κοάζετε και θα χορέψω πάνω στα βρώμικά σας πτώματα».

***

“Λαχταρώ έναν κόσμο, όπου οι άντρες και οι γυναίκες θα ’ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί – ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία – θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ’ επαφή μ’ άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων. Ποθώ μεγάλους κι αδάμαστους ποταμούς, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και τη σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος. Ωκεανούς, ναι! Ας βρούμε, στην ανάγκη ας εφεύρουμε νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ’ το παρελθόν, ωκεανούς που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς σχηματισμούς, νέες τοπογραφικές θέσεις και παράξενες, τρομαχτικές ηπείρους. Εμπρός! (…) Μας χρειάζεται ένας κόσμος κατοικημένος από άντρες και γυναίκες που θα κουβαλούν ανάμεσα στα σκέλια τους ένα μοτέρ, μας χρειάζεται ένας κόσμος κυριευμένος από φυσική μανία, πάθος, δράμα, δράση, όνειρα, τρέλα. Ένας κόσμος δημιουργός εκστατικών στιγμών, όχι παραγωγός πορδών. Πιστεύω πως σήμερα, πιότερο από ποτέ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ’ αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα, για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων. Μπορεί βέβαια να ‘μαστε όλοι καταδικασμένοι, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανέναν μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας δίχως μάχη”. (Απόσπασμα από το έργο του Χένρι Μίλλερ «Ο Τροπικός του Καρκίνου»)

*Το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1931 και εκδόθηκε το 1934 με τη χρηματική βοήθεια της Αναΐς Νιν. Το 1939 ο Χένρι Μίλερ εγκαταλείπει το Παρίσι, αφού δημοσιεύθηκε και το δεύτερο βιβλίο του “Ο Τροπικός του Αιγόκερω”. Ωστόσο, στις ΗΠΑ τα έργα του δεν εκδίδονται νωρίτερα από το 1960.

~ ~ ~

Υπάρχουν μέρες, μολαταύτα, με τον ήλιο να λάμπει κι εμένα να βγαίνω απ’ τα συνηθισμένα μονοπάτια και να τη λαχταρώ σαν τρελός. Μια στις τόσες, παρά την αλαμπή μου ικανοποίηση, κάθομαι και σκέφτομαι έναν άλλο τρόπο ζωής, κάθομαι και αναρωτιέμαι μήπως θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα αν είχα ένα νεαρό, σφριγηλό, αεικίνητο πλάσμα στο πλάι μου. Το πρόβλημα είναι ότι μετά βίας θυμάμαι πώς είναι η όψη της ή, ακόμα, πώς είναι να τη σφίγγω στην αγκαλιά μου. Όλα όσα ανήκουν στο παρελθόν φαίνεται να έχουν καταποντιστεί – έχω αναμνήσεις, αλλά οι εικόνες έχουν χάσει τη ζωντάνια τους, μοιάζουν νεκρές και ασύνδετες, σαν μούμιες φαγωμένες απ’το χρόνο και κολλημένες σ’ ένα τέλμα. Κάθε που πασχίζω ν’ αναθυμηθώ τη ζωή μου στη Νέα Υόρκη, το μόνο που φτάνει στο μυαλό μου είναι θραύσματα γεμάτε σκλήθρες, εφιαλτικά και καλυμμένα με χαλκοπράσινη σκουριά. Φαίνεται πως η κανονική μου ύπαρξη είχε φτάσει σ’ ένα κάποιο τέρμα, αλλά πού ακριβώς δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δεν είμαι Αμερικανός πια, μήτε Νεοϋορκέζος, κι ακόμα λιγότερο Ευρωπαίος, ή έστω Παριζιάνος. Δεν έχω καμία υπηκοότητα, ευθύνη καμιά, μήτε μίση, μέριμνες, διόλου προκαταλήψεις, πάθη μηδέν. Δεν είμαι υπέρ, δεν είμαι και κατά. Είμαι ουδέτερος.

Είναι αδύνατον να κοιτάξεις έστω και μια γωνίτσα των ονείρων του δίχως να αισθανθείς το φούσκωμα του κύματος και τη δροσιά του αφρού. Κι αυτός, ο Ματίς, στο δοιάκι να στέκει ατενίζοντας με ακλόνητα γαλάζια μάτια το χαρτοφυλάκιο του χρόνου. Ω, σε τι αλαργινές γωνιές έχει ρίξει τη μακριά, λοξή ματιά του! Κοιτάζοντας πέρα από το αχανές ακρωτήριο της μύτης του έχει δει τα πάντα – τις Κορδιλιέρες που πέφτουν μες στον Ειρηνικό, την ιστορία της Διασποράς όπως είναι αποτυπωμένη στην περγαμηνή, φωτοφράκτες να μελωδούν με το θρόισμα της ακρογιαλιάς, το πιάνο να καμπυλώνει σαν κοχύλι, στεφάνες ανθέων να αναδίνουν διαπασών φωτός, χαμαιλέοντες να συστρέφονται σπασμωδικά κάτω από το βάρος βιβλίων, σεράγια ν’αφανίζονται αφήνοντας ωκεανούς κονιορτού, μουσική να ξεχύνεται σαν φωτιά μέσα από την κρυμμένη χρωμόσφαιρα της οδύνης, σπόρια και μικροοργανισμοί να γονιμοποιούν τη γη, ομφαλοί να εμέσσουν τους λαμπρούς γόνους της αγωνίας… Είναι ο έξοχος σοφός, ένας μάντης χορευτής που, με μια κίνηση του χρωστήρα, αφαιρεί το άσχημο ικρίωμα όπου το σώμα του ανθρώπου είναι αλυσοδεμένο από τα αδιάσειστα γεγονότα της ζωής. Αυτός είναι, ναι αυτός, αν κάποιος σήμερα έχει το χάρισμα, αυτός γνωρίζει πού να διαλύσει μιαν ανθρώπινη μορφή, αυτός έχει το σθένος να θυσιάσει μιαν αρμονική γραμμή προκειμένου να ανιχνεύσει το ρυθμό και το μουρμουρητό του αίματος, αυτός παίρνει το φως που έχει διαθλαστεί εντός του και το αφήνει να πλημμυρίσει την παλέτα των χρωμάτων.

Τα πάντα είναι γκρίζα, μακάβρια, σφύζουν από ευθυμία, πρησμένα από μέλλον, σαν φλεγμονή στα ούλα. Μεθυσμένος από τούτο το έκλυτο έκζεμα του μέλλοντος, τρεκλίζω ίσαμε την πλατεία Βιολέ, τα χρώματα να είναι ιώδη όλα και φαιοκύανα, τα ανώφλια τόσο χαμηλά ώστε μονάχα νάνοι και καλικάντζαροι μπορούν χωλαίνοντας να μπουν∙ πάνω από το μουντό κρανίο του Ζολά, οι καμινάδες ξερνάνε καθαρή κοκαΐνη, ενώ η Παναγία των Σάντουιτς αφουγκράζεται με αυτιά σαν λάχανα το κόχλασμα των δεξαμενών του αερίου, αυτά τα όμορφα, παραφουσκωμένα βατράχια που κάθονται ανακούρκουδα στην άκρη του δρόμου.

Είμαι απάνθρωπος! Το λέω μ’ ένα τρελό παραισθησιακό χαμόγελο, και θα συνεχίσω να το λέω ο κόσμος να χαλάσει. […] Πλάι πλάι με την ανθρώπινη φυλή οδεύει και μια άλλη ράτσα όντων, η ράτσα των απάνθρωπων, η ράτσα των καλλιτεχνών που, κεντρισμένοι από άγνωστες παρορμήσεις, παίρνουν τη δίχως ζωή μάζα της ανθρωπότητας και, με τον πυρετό και τον αναβρασμό που της προσδίδουν, μετατρέπουν αυτή τη λασπώδη ζύμη σε άρτο, και τον άρτο σε οίνο, και τον οίνο σε τραγούδι. Από το νεκρό κοπρόχωμα και την αδρανή σκωρία, οι καλλιτέχνες γεννάνε ένα τραγούδι που μεταδίδεται και μολύνει. Βλέπω αυτή την άλλη ράτσα να λεηλατεί το σύμπαν, να ανατρέπει τα πάντα, ενώ τα πόδια τους κινούνται πάντα μες στο αίμα και στα δάκρυα, τα χέρια τους είναι πάντα αδειανά, πάντα πασχίζουν το πέραν να αδράξουν, τον Θεό που είναι τόσο απροσπέλαστος. […] Βλέπω πως όταν ξεριζώνουν τα μαλλιά τους στην προσπάθεια τους να καταλάβουν, να κατακτήσουν αυτό που μένει πάντα απρόσιτο, βλέπω πως όταν αλαλάζουν σαν τρελαμένα τέρατα και ξεσκίζουν και ξεκοιλιάζουν, βλέπω ότι αυτό είναι το σωστό, ότι δεν υπάρχει άλλη ατραπός ν’ακολουθήσεις. […] Όλα τα υπόλοιπα είναι κίβδηλα, όλα τα υπόλοιπα είναι ανθρώπινα. Όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στη ζωή και την αζωία.

Σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες περιπλανήθηκα, και στον Καναδά, και στο Μεξικό. Η ίδια ιστορία παντού. Αν θες ψωμί, πρέπει ν’ αφήσεις να σε ζέψουν, να μπεις στην κρεατομηχανή. Σε όλο τον πλανήτη, μια γκρίζα έρημος, ένα χαλί από ατσάλι και τσιμέντο. Η Παραγωγή! Όλο και περισσότερες βίδες και παξιμάδια, όλο και περισσότερο συρματόπλεγμα, όλο και περισσότερες σκυλοτροφές, όλο και περισσότερες μηχανές για να κουρεύεις το γκαζόν, όλο και περισσότερα ρουλεμάν, όλο και περισσότερα εκρηκτικά, όλο και περισσότερα άρματα μάχης, όλο και περισσότερα δηλητηριώδη αέρια, όλο και περισσότερο σαπούνι, όλο και περισσότερες οδοντόκρεμες, όλο και περισσότερες εφημερίδες, όλο και περισσότερη εκπαίδευση, όλο και περισσότερες εκκλησίες, όλο και περισσότερες βιβλιοθήκες, όλο και περισσότερα μουσεία. Εμπρός! Ο χρόνος πιέζει. Το έμβρυο σπρώχνει το στόμιο της μήτρας, και δεν υπάρχει μήτε στάλα σάλιο να διευκολύνει την έξοδό του. Μια στεγνή στραγγαλιστική γέννα. Μήτε κλάμα μήτε τιτίβισμα. Salut au monde! Χαιρετισμός από είκοσι ένα κανόνια που βροντάνε από το απευθυσμένο.

Σκεφτόμουν όλο εκείνο τον καιρό που είχα χαραμίσει για να διαβάζω Βιργίλιο ή να τσαλαβουτάω σε ακατανόητες παρλαπίπες όπως το Χέρμαν και Δωροθέα. Τι παραφροσύνη! Μάθηση, αυτή η άδεια ψωμιέρα! Σκέφτηκα τον Καρλ που ξέρει να απαγγέλει τον Φάουστ από το τέλος προς την αρχή, που ποτέ δεν γράφει ένα βιβλίο δίχως να εγκωμιάσει παράφορα τον αθάνατο, αδιάφθορο Γκαίτε του. Κι ωστόσο, δεν έχει νου και γνώση να βάλει καμιά πλούσια να του αγοράσει μια αλλαξιά εσώρουχα. Υπάρχει κάτι το αισχρό σ’ αυτή την αγάπη για το παρελθόν που καταλήγει στις ουρές των απόρων και στα αμπριά. Υπάρχει κάτι αισχρό σ’αυτόν τον πνευματικό γκανγκστερισμό που επιτρέπει σ’έναν ηλίθιο να ραντίζει με αγιασμό τις Μεγάλες Βέρθες, και τα πανίσχυρα θωρηκτά, και τα τρομερά εκρηκτικά. Κάθε άνθρωπος με υπερβολική δόση κλασικών σπουδών είναι ένας εχθρός της ανθρώπινης φυλής.

[Εκδόσεις Μεταίχμιο]

Μετάφραση: Γ.Ι. Μπαμπασάκης

– Εικόνα: Μίλερ και Νιν, η πρώτη επαφή – 1931.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Ο Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ (αποσπάσματα)
Περισσότερα

“Celestial Bodies” της Jokha Alharthi: Έρχεται και στην Ελλάδα το πρώτο αραβικό Booker

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

To Celestial Bodies της Jokha Alharthi δεν είναι απλώς το πρώτο αραβικό μυθιστόρημα που τιμήθηκε με το βραβείο Man Booker International. Ούτε είναι μονάχα ένα παράθυρο που μας επιτρέπει την πρόσβαση σ’ έναν καινούργιο, εξωτικό κόσμο όπως η κοινωνία μιας χώρας σαν το Ομάν, απ’ όπου κατάγεται η συγγραφέας και στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία της.

Το Celestial Bodies είναι ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα με υποδειγματική ανάπτυξη και άρτια δομημένους χαρακτήρες, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα σημαντικά μυθιστορήματα του δυτικού κόσμου. Μέσα από τις περιπέτειες τριών γενεών μιας οικογένειας του Ομάν, η Jokha Alharthi μας έδωσε ένα βιβλίο, το οποίο σύμφωνα με τα λόγια της προέδρου της επιτροπής και ιστορικού Bettany Hughes: «Ξεκινάει ως οικογενειακό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται σ’ έναν συναρπαστικό κόσμο, όμως λόγω των πολλαπλών επιπέδων του –της φιλοσοφικής, της ψυχολογικής και της ποιητικής του διάστασης– πολύ γρήγορα αισθανόμαστε να μας παρασέρνει η γραφή του μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ήρωες».

Είναι ένα βιβλίο που ενθουσίασε τα μέλη της επιτροπής αφού «αποφεύγει όλα τα στερεότυπα που θα περίμενε κανείς ως προς τα ζητήματα του φύλου, της φυλής, των κοινωνικών διακρίσεων και της δουλείας. Σε όλο το βιβλίο κρύβονται εκπλήξεις. Πραγματικά το λατρέψαμε».

To βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg, διευρύνοντας κι άλλο τα όρια της σειράς Aldina! Το Celestial Bodies θα εκδοθεί μέσα στο 2020, σε μετάφραση Ελένης Καπετανάκη.

***

Εκδόσεις Gutenberg

Διδότου 37, 106 80 – Αθήνα | Τηλ. 210 36 42 003
E-mail: info@dardanosnet.gr
www.GutenbergBooks.gr

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Celestial Bodies” της Jokha Alharthi: Έρχεται και στην Ελλάδα το πρώτο αραβικό Booker
Περισσότερα

“Γεννημένος Λούζερ”: Το πρώτο μυθιστόρημα της Ειρήνης Δερμιτζάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το μυθιστόρημα “Γεννημένος Λούζερ” της Ειρήνης Δερμιτζάκη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα της συγγραφέως.

“Η γιαγιά μου η Κατίνα με έδερνε για παραδειγματισμό με το μπαστούνι της, σε πλάτη, πόδια και κεφάλι. Κάθε πρωί, για να μάθω, λέει, και να μην κάνω λάθη. Αντί να τα αποφεύγω, έπεφτα με τα μούτρα καταπάνω τους. Έτσι, πίστευα πως ολόκληρη η ζωή μου ήταν ένα λάθος. Και μια ανούσια σύμπτωση… Ένας, σχεδόν, αγριάνθρωπος γνώρισε μια, σχεδόν, άμυαλη τουρίστρια και μ’ έφεραν σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Αν δηλαδή εκείνη τη μέρα φυσούσε λίγο λιγότερο κι η μάνα μου δεν κινδύνευε να πνιγεί ή αν ο πατέρας μου δεν είχε πιάσει τρία χταπόδια και δεν επέστρεφε νωρίς από το ψάρεμα, δεν θα είχα καν γεννηθεί! Η ύπαρξή μου, δηλαδή, είναι αποτέλεσμα οκτώ περίπου μποφόρ και τριών χταποδιών. Ποτέ δεν ήμουν καλός στα μαθηματικά, μα αυτές τις πράξεις ξέρω να τις υπολογίζω”.

Ο Μανούσος, ο αντιήρωας αυτού του βιβλίου, γεννιέται και μεγαλώνει στο Σκορποχώρι, ένα φανταστικό χωριό της Κρήτης. Η αφήγηση παρακολουθεί το κουβάρι της ζωής του να ξετυλίγεται μέσα από καταστάσεις άλλοτε τραγικές κι άλλοτε στα όρια του γκροτέσκ, έτσι που το μικροκαμωμένο και αδύναμο ανθρωπάκι γίνεται σιγά σιγά η προσωποποίηση της σκληρότητας κάθε μικρής κοινωνίας που πολλές φορές δείχνει μηδενική ανοχή στη διαφορετικότητα.

Μπορεί τελικά κάποιος να ξεφύγει από την ταυτότητα που του έχουν προσδώσει οι άλλοι; Μπορεί ένας λούζερ να νικήσει;

 

 

Σημείωμα της συγγραφέως:
Ξεκίνησα να γράφω το συγκεκριμένο μυθιστόρημα το 2010, θέλοντας να μιλήσω για την αποδοχή. Με το πέρασμα των χρόνων και τις συνεχείς διορθώσεις με πρόλαβε η επικαιρότητα. Ο ήρωας που είχα στο μυαλό μου εμφανίστηκε αρκετές φορές στις εφημερίδες. Πρώτα με τη στενάχωρη ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, ενός παιδιού διαφορετικού που πλήρωσε με τη ζωή του την ευαισθησία του κι έπειτα πριν λίγες μέρες με μια άλλη ιστορία ενός νεαρού άντρα που αυτοκτόνησε μην αντέχοντας άλλο τη “μάτσο” ταυτότητα που ήθελε η κοινωνία να του φορέσει. Έγραψα το μεγαλύτερο μέρος αυτού του βιβλίου ζώντας στο εξωτερικό. Το να γράφω από το Λονδίνο για την ιδιαίτερη πατρίδα μου την Κρήτη μεγάλωσε μέσα μου τον διχασμό. Ένιωσα σαν να προδίδω τον τόπο που μεγάλωσα αναδεικνύοντας τη σκληρή όψη των Κρητικών. Έτσι, μέσα από το όμορφο τοπίο της Κρήτης και την έντονη νοσταλγία για την παράδοση και την κουλτούρα του νησιού διαφαίνεται η έντονη αγωνία μου για την τάση κάθε μικρής κοινωνίας να κατασπαράζει το διαφορετικό.

Η Ειρήνη Δερμιτζάκη γεννήθηκε το 1982 στη Σητεία. Σπούδασε Θέατρο στην Ελλάδα και Κινηματογράφο στο Λονδίνο. Το 2018 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Δημιουργική Γραφή στην Αγγλία. Τα έργα της «Ορνιθοφοβία» και «Αντζελέτα και Ετελβίνα» (υπό την αιγίδα του υπουργείου πολιτισμού της Μεγ. Βρετανίας) έχουν ανέβει σε θέατρα του Λονδίνου. Έχει γράψει σενάρια για ταινίες μικρού μήκους και διηγήματα που διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς και έχουν εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει επίσης συμμετάσχει στο συλλογικό μυθιστόρημα Η κατάρρευση από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Το 2017 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Αυτό που δεν γνωρίζω ακόμα από την Anima εκδοτική. Το Γεννημένος Λούζερ είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Πληροφορίες

Γεννημένος Λούζερ
της Ειρήνης Δερμιτζάκη

Κυκλοφορεί
από τις Εκδόσεις Εύμαρος

Μορφή: Μαλακό εξώφυλλο
Αριθμός σελίδων: 324
Κωδικός ISBN-10: 6185162539
Κωδικός ISBN-13: 9786185162535
Διαστάσεις: 21×14 εκ.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Γεννημένος Λούζερ”: Το πρώτο μυθιστόρημα της Ειρήνης Δερμιτζάκη
Περισσότερα

Το Σίγρι υποδέχεται ξανά τον Αλμπέρ Καμύ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«Αλμπέρ Καμύ, ο άνθρωπος της Μεσογείου» είναι ο τίτλος της διάλεξης του διακεκριμένου συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη για τον κορυφαίο φιλόσοφο και συγγραφέα του 20ου αιώνα (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1957), ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με την Ελλάδα και ύμνησε, όσο κανείς, μια μικρή πατρίδα στο Αιγαίο, το Σίγρι της Λέσβου (1959).

 

 

Τραγούδια της Μεσογείου θα ερμηνεύσει η Δέσποινα Κριμπά. Στην κιθάρα ο συνθέτης Γιώργος Αθανασακόπουλος (Vibrato).

Ρύθμιση ήχου και φωτισμών: Βασίλης Πρινιωτάκης. Προβολή φωτογραφικού υλικού: Αλέξανδρος Μπουμπουρίδης.

Καλλιτεχνική επιμέλεια και οργάνωση παραγωγής: «Πλοηγός πολιτιστική εταιρεία»

Την εκδήλωση παρουσιάζει η μουσειολόγος, ιστορικός τέχνης Σοφία Πελοποννησίου – Βασιλάκου. Είναι μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού από το 2001. Έχει ασχοληθεί με το σχεδιασμό και τη λειτουργία της Οικίας Κατακουζηνού από το 2008 και είναι επιμελήτρια της Οικίας και υπεύθυνη του Αρχείου της.

***

“Ξέρω το γιατρικό, θ’ αγναντεύω για πολλή ώρα τη θάλασσα. Είναι ο τόπος των Θεών. Εκεί θα πάω να ζήσω, Άγγελε, στο νησί σου. Όμως στα δυτικά, στο γυμνό βράχο του γραφικού ψαράδικου χωριού. Ποιος ξέρει ίσως για πάντα…”.

Η πρώτη φορά που ήρθε ο Αλμπέρ Καμύ στη χώρα μας ήταν τον Αύγουστο του 1939, ήταν 27 χρονών και σχεδίαζε να ταξιδέψει με μηχανότρατα παρέα με την τότε ερωμένη του Κριστιάν Γκαλιντό. Στην Ελλάδα όμως ήρθε και ξαναήρθε. Κατά τον βιογράφο του, Ολιβιέ Τοντ, ύστερα από πρόσκληση του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας το 1955 και όταν ήταν πια 42 χρονών, ως κεντρικό πρόσωπο μιας ανταλλαγής απόψεων γύρω από «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», για να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ευάγγελο Παπανούτσο, Φαίδωνα Βεγλερή, Γιώργο Θεοτοκά και Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα σε μία εκδήλωση στην οποία προήδρευε ο διανοούμενος ψυχίατρος Άγγελος Κατακουζηνός. Από το βιβλίο της συζύγου του, Λητώς Κατακουζηνού, «Συντροφιά με τον Albert Camus», μας έχει γίνει γνωστό το γεγονός. Από τη συζήτησή του εκείνη τη χρονιά έχουν αρκετά πράγματα διασωθεί, κι αυτό χάρη στο μαγνητόφωνο του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Η “παρέα του Παρισιού”

Ο Άγγελος Κατακουζηνός, που ανήκε κι αυτός στην «παρέα του Παρισιού», τον φιλοξένησε στο περίφημο σπίτι των Κατακουζηνών στη λεωφόρο Αμαλίας 4. Σ’ ένα σπίτι – μουσείο, με τα ίχνη μεγάλων ζωγράφων και σπουδαίων εποχών. Η Λητώ Κατακουζηνού είναι εκείνη που έχει μεταφέρει στις επόμενες γενιές την αγάπη του Καμύ για την Ελλάδα, ατμοσφαιρικά και με κάθε λεπτομέρεια, πολύ προτού φύγει, στο βιβλίο της “Συντροφιά με τον Albert Camus”, που κυκλοφόρησε το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Ερμείας.

Στις σελίδες του βιβλίου, εξιστορείται και το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1959, δύο χρόνια αφού είχε πάρει το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας και έναν χρόνο προτού βιώσει μαζί με τον Γκαλιμάρ σε αυτοκινητικό δυστύχημα «τον πιο παράλογο θάνατο».

Στην επίσκεψή του ήταν μαζί του ο Μισέλ Γκαλιμάρ και ο ζωγράφος Μάριο Πράσινος. Τον Καμύ τον είχαν συνεπάρει τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά τόσο που να δηλώσει στη Λέσβο στον Άγγελο Κατακουζηνό ότι θέλει να ζήσει εκεί, ίσως και για πάντα.
Τις λεπτομέρειες τις περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο της η Λητώ Κατακουζηνού:
«Στο Σίγρι, το μικρό ψαράδικο χωριό στα δυτικά, στην άκρη της Λέσβου, θα πήγαινε την ερχόμενη άνοιξη. Εκεί θα τελείωνε ένα έργο του για το θέατρο. Το θέατρο, η μεγάλη αδυναμία του. Ερχόταν, μας είπε, από το νησί. Είχε πάει με το πλεούμενο του φίλου του του Γκαλιμάρ, μαζί του θαρρώ κι ο ζωγράφος Πράσινος. Στη Μυτιλήνη, σε κάποια αδιαθεσία του κι ένα μικροατύχημα του φίλου του, οι κάτοικοι, δίχως να ξέρουν ποιοι ήτανε, τους περιποιήθηκαν τόσο πολύ, τους πρόσφεραν τόση ανθρώπινη ζεστασιά, που άγγιξαν βαθιά την ευαίσθητη καρδιά του.
“Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και τον μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στον βυθό. Εδώ θέλω να ‘ρθω να ζήσω και να εργαστώ -είπα σε κάποια στιγμή-, να, εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ’ αυτό το απόμερο σπιτάκι”.
“Τι λέει ο ξένος;” πετάχτηκε κάποιος από τους ανθρώπους που μας περιτριγύριζαν περίεργοι. Κι όταν ο φίλος μου του εξήγησε “πάρ’ το, σ’ το δίνω, είναι δικό σου. Έλα να κάτσεις όσο θες”, μου το πρόσφερε καλόκαρδα ο νοικοκύρης του. “Καταλαβαίνετε”, μας έλεγε με έξαψη ο Καμύ, “είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις, σ’ το δίνουν. Είναι πολύ ωραίο το νησί σου, Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό”, συνέχισε ο Καμύ.
“Ωστόσο οι ελαιώνες, καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές, ασημοντυμένες οδαλίσκες να λικνίζονται στον αιγαιοπελαγίτικο αγέρα, παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά αρρενωπά βουνά, που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια του. Βουνά που αγναντεύουν πέρα κατά την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι της ιωνικής φιλοσοφίας”.

“Αλλά πέρα από τη μεγάλη ιστορία του νησιού, μ’ εντυπωσιάζουν και οι άνθρωποι που το κατοικούνε. Εκεί που θαρρείς πως είναι στεγνοί σαν τις αστυβιές και τις βαλανιδιές τους, ανακαλύπτεις μέσα τους ψυχικούς χυμούς, πολύτιμους, κρυμμένους θησαυρούς σαν τ’ ασήμια απ’ τις ελιές τους”.

“Θα στέκω στην άκρη του γιαλού, ν’ αγναντεύω τη θάλασσα, τα κύματα του Αιγαίου να μου φέρνουν μηνύματα μακρινά, μηνύματα από την Τιπασά, αρώματα της πατρίδας μου”.

Τον Ιανουάριο του 1960 ο Καμύ θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Μισέλ Γκαλιμάρ, με το πλεούμενο του οποίου είχε έρθει το 1959 στο Σίγρι.

***

«Είναι πολύ ωραίο το νησί σου, Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό. Οι ελαιώνες, οι καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές σαν ασημοντυμένες οδαλίσκες λικνίζονται στον αιγαιοπελαγίτικο αγέρα και παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά βουνά που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια τους. Βουνά που αγναντεύουν πέρα την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι της ιωνικής φιλοσοφίας. (…) Από τότε, η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα. (…) Καταλαβαίνετε; Είναι ο τόπος των θεών και ό,τι ζητήσεις σου το δίνουν».

***

«Υπάρχουν στιγμές στην ζωή μας που βαραίνουν πολύ και αφήνουν επάνω μας τα σημάδια, που στη συνέχεια τροφοδοτούν την μνήμη και δίνουν περιεχόμενο στην ύπαρξή μας. Έτσι αυτές οι μέρες που ζήσαμε μαζί με τον Camus, όταν πρωτοήλθε στην Αθήνα, μας χάρισαν ώρες φωτεινές κι αξέχαστες. Όπως εκείνες του Γαλλικού Ινστιτούτου, στην διαλογική συζήτηση που είχα οργανώσει σαν πρόεδρος της Ελληνογαλλικής Πνευματικής Ένωσης, με κεντρικό πρόσωπο τον Camus, και θέμα το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», λέει ο Άγγελος Κατακουζηνός γι’ αυτή τη, γεμάτη λάμψη, εκπληκτική βραδιά, πρωτόγνωρη στο αθηναϊκό κοινό, όπου η ελληνική διανόηση αντιπροσωπεύτηκε από τα πιο τρανταχτά ονόματα της εποχής.

…Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ευάγγελος Παπανούτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Φαίδων Βεγλερής, Ανδρέας Εμπειρίκος, στάθηκαν δίπλα στον κορυφαίο συγγραφέα και φιλόσοφο, σε ένα ευτυχισμένο, αρμονικό συναπάντημα της γαλλικής με την ελληνική σκέψη. Στην πνευματική αυτή ευωχία, που είχα το δύσκολο έργο να διευθύνω, ακούστηκε ο Camus και γύρω μας φτερούγισε το άνθος της πολιτιστικής Ευρώπης: η πορεία του πολιτισμού, αλλά και η βεβαιότητα πως ο πολιτισμός αυτός με τη σκυτάλη της ελληνικής κληρονομιάς στο χέρι θα συνέχιζε τον δρόμο του με βήμα σταθερό. Το αστραφτερό μυαλό του Camus και ο λόγος του, σπίθα δεξιοτεχνίας και πάθους, κράτησαν πάνω από δύο ώρες σε πνευματική διέγερση ένα πλήθος ακροατών, μέσα και έξω από το Ινστιτούτο».

***

Ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε και παραμένει ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς και διανοητές με διεθνή ακτινοβολία και ευδιάκριτο αποτύπωμα στην λογοτεχνία, το θέατρο και τη φιλοσοφία. Είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του «Ο Ξένος», που αποτελεί τη μυθιστορηματική ανάπτυξη της φιλοσοφίας του παραλόγου, της οποίας υπήρξε ένας από τους εισηγητές. Το 1957, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και τρία χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή σε τροχαίο δυστύχημα σε ηλικία 47 ετών στην ακμή της δημιουργικότητάς του.

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στο Μοντοβί της Γαλλικής Αλγερίας στις 7 Νοεμβρίου 1913. «Μεγάλωσα, όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου, μέσα στις τυμπανοκρουσίες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και η Ιστορία μας από τότε δεν έπαψε να είναι: φόνος, αδικία, βία».

Ο πατέρας του, ένας φτωχός βιοπαλαιστής που είχε έλθει στην Αλγερία για να κάνει την τύχη του, σκοτώθηκε στον πόλεμο. Η ισπανικής καταγωγής μητέρα του δούλευε ως παραδουλεύτρα για να μεγαλώσει αυτόν και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Η οικογένειά του, μετά τον θάνατό του πατέρα του, εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι και έζησε σε ένα μικρό δυάρι με τη γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του και έναν παράλυτο θείο του.

Παράλληλα με τις σπουδές του ο Καμύ ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το ποδόσφαιρο, αλλά μια κρίση φυματίωσης το 1930, έβαλε τέλος στα αθλητικά του όνειρα. Χρόνια αργότερα ενθυμούμενος αυτά που του προσέφερε το ποδόσφαιρο είπε τη γνωστή ρήση: « Στο ποδόσφαιρο χρωστάω όσα ξέρω για ηθική και καθήκον».

Η επιδείνωση της υγείας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το ανθυγιεινό διαμέρισμα στο οποίο έμεινε για 15 χρόνια και να ζήσει μόνος του κάνοντας διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Την ίδια χρονιά γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αλγερίου, από την οποία αποφοίτησε το 1936 με μια εργασία για τη σχέση της ελληνικής και χριστιανικής σκέψης στα κείμενα του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου.

Στην πρωτεύουσα της Αλγερίας σφυρηλάτησε την προσωπικότητά του και πραγματοποίησε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα. Εκεί ένιωσε τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και σε ηλικία 21 ετών παντρεύτηκε την πρώτη γυναίκα του, τη Σιμόν Ιέ, από την οποία γρήγορα χώρισε, επειδή ο ένας απατούσε τον άλλον. Εκεί πολιτικοποιήθηκε μέσα από τις τάξεις του Κ.Κ. Γαλλίας, αλλά γρήγορα και εδώ διαχώρισε τη θέση του και διαγράφηκε ως τροτσκιστής. Στο Αλγέρι άρχισε να δημοσιογραφεί ως πολιτικός συντάκτης και λογοτεχνικός κριτικός και εκεί έγραψε τα πρώτα του έργα.

Ζώντας στη Γαλλία, συμμετείχε στην αντίσταση κατά της Γερμανικής Κατοχής και κατά τη διάρκειά της, εξέδωσε το πρώτο σπουδαίο έργο του, το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» (1942). Πρόκειται για μια έξοχη σπουδή στην αλλοτρίωση του ανθρώπου του 20ου αιώνα, μέσα από το πορτρέτο ενός «ξένου» καταδικασμένου σε θάνατο όχι τόσο επειδή πυροβόλησε έναν Άραβα, αλλά επειδή αρνείται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε το φιλοσοφικό του δοκίμιο «Ο Μύθος του Σίσυφου», που αναλύει μία αντίληψη του παραλόγου. Το ίδιο χρονικό διάστημα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη μαθηματικό Φρανσίν Φορ, η οποία του χάρισε δύο κόρες. Όπως και με την Ιέ, δεν υπήρξε το πρότυπο του πιστού συζύγου.

Ο Καμύ εξέδωσε και άλλα σημαντικά έργα, όπως τα μυθιστορήματα «Η πανούκλα» (1943) και η «Πτώση» (1956), το θεατρικό «Καλιγούλας» (1944) και το δοκίμιο «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951), που προκάλεσε σκληρές διαμάχες μεταξύ των μαρξιστών της εποχής του. Τον Απρίλιο του 1955 βρέθηκε στην Αθήνα και συμμετείχε σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο για «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», που δεν είναι άλλο από μια Ευρώπη με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά, όπως υποστήριξε.

Το 1957, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε ηλικία μόλις 44 ετών και έγινε έτσι ο νεότερος συγγραφέας που είχε τιμηθεί μέχρι τότε με το επίζηλο βραβείο. Τρία χρόνια αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου 1960, το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα, όταν έπεσε θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος. Αργότερα θα γίνει γνωστό ότι ο Καμύ έλεγε συχνά στους φίλους του «πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα».

 

Στο κέντρο της φωτογραφίας, η Λητώ Κατακουζηνού και ο Αλμπέρ Καμύ

 

Το Σίγρι

Το Σίγρι είναι χωριό της Λέσβου που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νησιού, 94 χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη. Σήμερα αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του νέου Δήμου Λέσβου ενώ παλαιότερα ανήκε στον Δήμο Ερεσσού – Αντίσσης. Ο πληθυσμός του είναι 333 κάτοικοι (απογραφή 2011). Στο Σίγρι βρίσκεται το απολιθωμένο δάσος, το οποίο ανήκει στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO.

Η παρουσία των νησίδων Νησιώπη και Σεδούσα μπροστά από το χωριό δημιουργεί ένα φυσικό λιμάνι.

Η ονομασία Σίγρι πιθανότατα προέρχεται από το Βενετικό Siguro, το οποίο σημαίνει ασφαλές, δηλαδή ασφαλές λιμάνι. Οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν ασφαλές από τις συνεχόμενες επιδρομές των πειρατών. Στις μέρες μας επικράτησε το Σιγούριον και κατόπιν η επίσημη ονομασία, η οποία είναι Σίγριον.

Ιστορία

Η πρώτη γραπτή αναφορά του χωριού γίνεται από τον Στράβωνα, δεν είναι όμως εξακριβωμένο πότε δημιουργήθηκε οικισμός στην περιοχή.

Μετά τον 14ο αιώνα εντοπίζεται οργανωμένη κοινότητα, η οποία όμως κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω των πολλών επιθέσεων από πειρατές ερημώθηκε αρκετές φορές. Το 1667 το Σίγρι λεηλατήθηκε από τον πειρατή Georgio Maria Vitali. Το 1757 ο Σουλεϊμάν Πασάς κατασκεύασε κάστρο, το οποίο διατηρείται μέχρι και σήμερα. Πιθανολογείται ότι στο ίδιο σημείο υπήρχε οχυρωματικό έργο των Γατελούζων. Την ίδια εποχή λειτουργούσε υδραγωγείο, Τζαμί, σχολείο, χαμάμ καθώς και αγωγός που μετέφερε το νερό από παρακείμενη πηγή. Το 1789 το κάστρο διέθετε φρουρά εκατό ανδρών που είχαν στη διάθεσή τους διακόσια κανόνια. Το 1823 οι Ψαριανοί επιχείρησαν επιδρομή κατά του χωριού, μετά όμως την αποχώρησή τους οι Οθωμανοί προχώρησαν σε διώξεις του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας το Σίγρι κατοικείτο από Τούρκους, ενώ Έλληνες εγκαταστάθηκαν μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα.

Με την απελευθέρωση το 1912 παύει το κάστρο να υφίσταται ως τουρκικό στρατόπεδο και περνάει στα χέρια των συμμάχων, που και το χρησιμοποιούν ως βάση ανεφοδιασμού κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα με την ανταλλαγή πληθυσμών οι Τούρκοι κάτοικοι εγκαταλείπουν το Σίγρι και εγκαθίστανται σε αυτό ‘Ελληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Κυρίως εγκαταστάθηκαν κάτοικοι από το χωριό Χουχλιά (σήμερα Tuzla) το νησί Πασαλιμάνι στη θάλασσα του Μαρμαρά, την Τένεδο και τη Φώκαια και λιγότερο από την περιοχή της Σμύρνης, την Πάνορμο και την Αρτάκη και την Κωνσταντινούπολη ή άλλες περιοχές.

Οι πρόσφυγες κάτοικοι έχουν παράδοση στη ναυτιλία και την αλιεία και τα εμπορικά πλοία των Σιγριανών οργώνουν το Αιγαίο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε καταρρέουν οι μικρές αυτές επιχειρήσεις. Την περίοδο 1950 – 1960 αρκετοί κάτοικοι μεταναστεύουν στην περιοχή των Αθηνών, αλλά και σε Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά.

Τον Ιούνιο του 1959 επισκέφθηκε το Σίγρι με το σκάφος του εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ ο τιμημένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Αλμπέρ Καμύ. Ο Καμύ, γοητευμένος από το τοπίο και συγκλονισμένος από τους ανθρώπους, δήλωσε: «Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και το μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στο βυθό. Εδώ θέλω να ‘ρθω να ζήσω και να εργαστώ. Είναι ο τόπος των θεών!».

Απολιθωμένο Δάσος

Το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και σπανιότερα σε παγκόσμια κλίμακα μνημεία της γεωλογικής κληρονομιάς. Δημιουργήθηκε πριν από περίπου 20 εκατομμύρια χρόνια, όταν ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν και απολίθωσαν το δάσος που κάλυπτε τότε την περιοχή. Η Ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας τη μεγάλη περιβαλλοντική, γεωλογική και παλαιοντολογική αξία του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, το ανακήρυξε «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης» (ΠΔ 443/1985).

Οι πρώτες αναφορές για το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα. Από τότε το Απολιθωμένο Δάσος κίνησε το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών και μελετητών. Οι επιστήμονες που μελέτησαν το Απολιθωμένο Δάσος αναφέρονται με θαυμασμό στη μοναδικότητά του και στη μεγάλη επιστημονική του αξία που διατηρήθηκε σε άριστη κατάσταση ως τις μέρες μας.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο Σίγρι υποδέχεται ξανά τον Αλμπέρ Καμύ
Περισσότερα

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – “Λολίτα” (Ένα απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Απόσπασμα από την αρχή του μυθιστορήματος

Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου
εσύ, ψυχή μου. Λο – λί – τα: η ακρούλα της γλώσσας να έρπει τρεις
φορές, τρία βήματα στον ουρανίσκο πριν ραπίσει, τρις, τους
κοπτήρες. Λο. Λί. Τα.
Λο, σκέτη Λο, τα πρωινά, ένα σαράντα εφτά και με χαμένη τη μια
κάλτσα. Λόλα με το παντελονάκι. Ντόλυ στο σχολείο. Ντολόρες στο
χαρτί, στη διακεκομμένη γραμμούλα. Μα στην αγκαλιά μου πάντοτε
Λολίτα.
Είχε άραγε προάγγελο; Και βέβαια, και βέβαια είχε. Μπορεί δε
κάλλιστα να πεις πως ίσως να μην είχε υπάρξει αυτή η Λολίτα αν
πρώτα εγώ δεν είχα αγαπήσει, ένα καλοκαίρι, μια κάποιαν αρχική
παιδίσκη. Σ’ ένα βασίλειο στην ακτή. Μα πότε, πότε; Σε χρόνια τόσα
προτού η Λολίτα γεννηθεί όσο ήμουν ο ίδιος το καλοκαίρι εκείνο.
Μπορείς να ελπίζεις πάντα από χέρι δολοφόνου μιαν εκζήτηση στο
ύφος της αφήγησης.
Αξιότιμοι κύριοι ένορκοι, τεκμήριο πρώτο, αυτό που τα σφαλερά,
ουράνια σεραφείμ, τα απλοϊκά, τα ευγενή κι ολόφτερα σεραφείμ,
φθονήσανε. Ενώπιόν σας ένα ακάνθινο κουβάρι.”
Μίλησε, Μνήμη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΑΙΩΡΕΙΤΑΙ πάνω από άβυσσο και η κοινή νοημοσύνη λέει ότι η
ύπαρξή μας δεν είναι παρά αιφνίδιο ρήγμα φωτός ανάμεσα σε δύο
αιωνιότητες ερέβους· γνήσια δίδυμα τα εκατέρωθεν σκοτάδια, κι όμως ο
άνθρωπος, κατά κανόνα, αντικρίζει την προγενέθλια άβυσσο πιο ήρεμα απ’
ό,τι την άλλη, προς την οποία οδεύει (τρέχοντας με τεσσερισήμισι χιλιάδες
παλμούς την ώρα περίπου). Γνωρίζω, ωστόσο, και την περίπτωση νεαρού
χρονοφοβικού, ο οποίος ένιωσε κάτι σαν πανικό όταν είδε για πρώτη φορά
οικογενειακές ταινίες γυρισμένες λίγες εβδομάδες πριν τη γέννησή του. Είδε
έναν κόσμο κατά βάσιν απαράλλαχτο – ίδιο σπίτι, ίδιοι άνθρωποι – και
κατάλαβε μετά ότι εκείνος δεν υπήρχε πουθενά, ενώ κανένας δεν πενθούσε
την απουσία του. Σ’ ένα παράθυρο του επάνω ορόφου φάνηκε η μητέρα
του να κουνάει το χέρι της – κι αυτή η ασυνήθιστη χειρονομία τον
αναστάτωσε σαν να ήταν αποχαιρετισμός ακατάληπτος. Aλλά το θέαμα
που τον κατατρόμαξε ήταν ένα ολοκαίνουργιο καρότσι που στεκόταν εκεί,
στη βεράντα της εισόδου, με την καταχρηστική αυταρέσκεια του φέρετρου·
και μάλιστα φέρετρου άδειου, λες και, στην ανάστροφη πορεία των
γεγονότων, ως και τα κόκαλά του είχαν εξαλειφθεί.
Tέτοια διανοήματα αρμόζουν στο νεαρό της ηλικίας. Με άλλα λόγια, τα
πρώτα και τα έσχατα παίρνουν συχνά έναν τόνο μάλλον εφηβικό – εκτός
και αν συμβαίνει να ελέγχονται από το επιβάλλον και την αυστηρότητα
κάποιας θρησκείας. Η φύση θέλει τον ώριμο άνθρωπο να αποδέχεται τα
δυο μαύρα κενά, στην πρώρα και στην πρύμνη του, με την αταραξία που
αποδέχεται τα όσα προβάλλουν ενδιάμεσα. Πρέπει η φαντασία, εξέχουσα
απόλαυση του αθάνατου και του ανώριμου, να έχει τα όριά της. Για να
χαρούμε τη ζωή, δεν κάνει να την παραχαιρόμαστε.
Σε τέτοια δεδομένα αντιστέκομαι. Θέλω να σηκωθώ να διαδηλώσω
δημόσια ενάντια στη φύση. Ο νους μου έχει καταβάλει κολοσσιαίες
προσπάθειες, αλλεπάλληλες, γυρεύοντας να διακρίνει ψήγματα, έστω,
προσωπικής ανταύγειας, στα απρόσωπα ερέβη που περιβάλλουν τη ζωή
μου. Ευχαρίστως ασπάζομαι κι εγώ, μαζί με τον κάθε φτιασιδωμένο
πρωτόγονο, την πεποίθηση ότι έρεβος είναι, απλούστατα, το αποτέλεσμα
του τείχους που ορθώνει ο χρόνος και χωρίζει εμένα και τις μωλωπισμένες
μου γροθιές από τον ελεύθερο κόσμο της αχρονίας. Ταξίδεψα προς τα
πίσω στη σκέψη – και η σκέψη, όσο περισσότερο προχωρούσα, έσβηνε
αμετάκλητα – ίσαμε τόπους απόμακρους, όπου ψαχούλεψα να βρω
μυστική δίοδο· κι έφτασα να καταλάβω, εντέλει, ότι η φυλακή του χρόνου
είναι σφαιρική, δίχως εξόδους. Εκτός της αυτοκτονίας, δοκίμασα τα πάντα.
Έβαλα την ταυτότητά μου κατά μέρος, να γίνω στοιχειό να τρυπώσω σε
κόσμους που υπήρξαν πριν καν συλληφθώ. Υποβλήθηκα νοητικά στην
ποταπή δοκιμασία του συγχρωτισμού με βικτωριανές μυθιστοριογράφους
και απόστρατους στρατηγούς, όλο αναμνήσεις από προηγούμενες ζωές
τους, τότε που ήταν σκλάβοι αγγελιαφόροι και διέσχιζαν ρωμαϊκούς
δρόμους ή σοφοί γέροντες και κάθονταν κάτω από ιτιές στη Λάσσα. Tα πιο
παλιά μου όνειρα έφερα άνω κάτω, ψάχνοντας για ίχνη και νήματα – αν
και, ας το ξεκαθαρίσω ευθύς αμέσως, απορρίπτω αναφανδόν τον
τετριμμένο, ευτελή, βαθύτατα μεσαιωνικό κόσμο του Φρόυντ, με το μανιακό
κυνήγι των αφροδισιακών του συμβόλων (σαν να γυρεύει ο αναγνώστης
βακωνικές ακροστιχίδες σε κείμενα του Σαίξπηρ) και τα κακεντρεχή έμβρυά
του που κατασκοπεύουν, κρυμμένα στη φυσική τους κόγχη, την ερωτική
ζωή των γονιών τους.
Στην αρχή δεν είχα σαφή αντίληψη του γεγονότος ότι ο χρόνος, τόσο
απέραντος εκ πρώτης όψεως, ήταν φυλακή. Αναδιφώντας τα παιδικά μου
χρόνια (το πλησιέστερο πράγμα στην αναδίφηση της αιωνιότητας) βλέπω
το ξύπνημα της συνείδησης σαν
σειρά διαδοχικών σπιθισμάτων: τα διαστήματα μεταξύ τους μικραίνουν
βαθμιαία, ώσπου σχηματίζονται φωτεινές δέσμες αντίληψης που παρέχουν
στη μνήμη ακροσφαλή στηρίγματα. Να μετρώ και να μιλώ έμαθα πολύ
νωρίς και περίπου συγχρόνως, πλην όμως η ενδόμυχη γνώση του ότι εγώ
ήμουν εγώ και οι γονείς μου ήταν οι γονείς μου, φαίνεται ότι δεν
καταστάλαξε παρά αργότερα, συνειρμικά με την ανακάλυψη της ηλικίας
τους σε σχέση με τη δική μου. αν κρίνω από τον έντονο ήλιο ο οποίος, όταν
σκέφτομαι αυτή την αποκάλυψη, πλημμυρίζει αυτοστιγμεί τη μνήμη μου με
λοβιώδεις κηλίδες που λάμπουν μέσα από διαπλεκόμενους σχηματισμούς
φυλλωμάτων, η αφορμή πρέπει να δόθηκε στα γενέθλια της μητέρας μου,
προχωρημένο καλοκαίρι, εξοχή· έθεσα ερωτήματα, ζύγιασα απαντήσεις.
Όλα συμφωνούν με τη θεωρία της ανακεφαλαίωσης· οι απαρχές της
συνείδησης του στοχαζόμενου εαυτού, στο μυαλό των απώτατων
προγόνων μας, θα συνέπεσαν, ασφαλώς, με την ανάφανση της αίσθησης
του χρόνου.
Όταν λοιπόν ο πρωτοφανέρωτος, φρέσκος και δροσερός αριθμητικός
τύπος της ηλικίας μου, το «τέσσερα», βρέθηκε αντιμέτωπος με τους
γονεϊκούς τύπους των τριάντα τριών και των είκοσι επτά, κάτι μου συνέβη.
Δέχτηκα έναν αφάνταστα τονωτικό κλονισμό. Λες και αναβαπτίστηκα με
τρόπο ιερότερο από την ελληνοκαθολική εκείνη κατάβρεξη την οποία, πριν
από πενήντα μήνες είχε υποστεί ουρλιάζοντας, μισο-πνιγμένος ο μισοβίκτωρ (η μητέρα μου, πίσω από τη μισόκλειστη πόρτα, όπου το παλιό
έθιμο ήθελε τους γονείς να αποσύρονται, κατάφερε πάντως να ελέγξει
κάπως την αδεξιότητα του πρωτοπρεσβύτερου πατέρα Kονσταντίν
Βετβενίτσκι): ένιωσα να βυθίζομαι απότομα σε ένα υλικό ακτινοβόλο και
κινούμενο που δεν ήταν, βεβαίως, παρά το καθαρό στοιχείο του χρόνου.
Το μοιραζόμουν αυτό το στοιχείο, όπως ακριβώς ο αναζωογονημένος
λουόμενος μοιράζεται το λαμπερό νερό της θάλασσας με όντα που δεν
είναι ο εαυτός του, αλλά συνδέονται μαζί του στην κοινή ροή του χρόνου –
σε περιβάλλον, δηλαδή, σαφώς διαφορετικό από εκείνο του χώρου, το
οποίο αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος όπως και ο πίθηκος κι η πεταλούδα.
Εκείνη τη στιγμή ήταν που συνειδητοποίησα, έκθαμβος, ότι το πλάσμα των
είκοσι επτά ετών, ντυμένο στο απαλό λευκό και στο ρόδινο, που κρατούσε
το αριστερό μου χέρι, ήταν η μητέρα μου· και ότι το πλάσμα των τριάντα
τριών ετών, ντυμένο στο τραχύ λευκό και στο χρυσό, που κρατούσε το δεξί
μου χέρι, ήταν ο πατέρας μου. Προχωρούσαν αρμονικά και, ανάμεσά τους,
βάδιζα κι εγώ καμαρωτός καμαρωτός από φωτοκηλίδα σε φωτοκηλίδα, στη
μέση ακριβώς, σε ένα μονοπάτι που σήμερα αναγνωρίζω καθαρά: είναι μία
αλέα που κοσμούν βαλανιδιές, στο άλσος της εξοχικής μας έπαυλης,
ονόματι Βύρα, πρώην επαρχία Αγίας Πετρούπολης, Ρωσία. Κι από το
κορφοβούνι του απόμακρου και μοναχικού, σχεδόν ακατοίκητου χρόνου
του παρόντος μου, βλέπω σήμερα τον μικρότατό μου εαυτό να γιορτάζει,
εκείνη τη μέρα του Αυγούστου του 1903, τη γένεση της αισθητήριας ζωής.
Μπορεί οι βαστάζοντες από τα δεξιά και τα αριστερά μου να ήταν, και οι
δύο, ήδη παρόντες στον νηπιακό μου κόσμο, αλλά μόνο με το προσωπείο
μιας τρυφερής ανωνυμίας· τώρα είχε πλέον ανατείλει σαν ήλιος η περιβολή
του πατέρα μου, η περίλαμπρη στολή της Φρουράς Ιππικού, με το απαλό
μαλαματένιο απαύγασμα του θώρακα που πύρωνε στήθος και πλάτη – κι
εγώ κράτησα, για κάμποσα χρόνια, έντονο το ενδιαφέρον για την ηλικία των
γονιών μου, να ενημερώνομαι ανελλιπώς, σαν ανήσυχος επιβάτης που
ρωτά την ώρα ελέγχοντας το καινούργιο του ρολόι.
Ας σημειωθεί ότι ο πατέρας μου είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία
αρκετά χρόνια πριν γεννηθώ· υποθέτω λοιπόν ότι, κατά πάσα βεβαιότητα,
τη μέρα εκείνη είχε φορέσει τα γιορτινά σειρήτια του παλαιού του
συντάγματος αστεϊζόμενος. Άρα σε αστεϊσμό χρωστάω την πρώτη μου
αναλαμπή ολοκληρωμένης συνείδησης – πράγμα που συνεπιφέρει και
πάλι ανακεφαλαιώσεις, καθότι τα πλάσματα που πρώτα στη γη απόκτησαν
την αίσθηση του χρόνου ήταν και τα πρώτα που χαμογέλασαν.

Μετάφραση: Γιώργος Βάρσος
Αναδημοσίευση από «popaganda.gr/milise-mnimi-vladimir-nabokov/»

  • Φωτογραφία: James Mason και Sue Lyon στην ταινία Lolita του Stanley Kubrick, 1962.
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΒλαντιμίρ Ναμπόκοφ – “Λολίτα” (Ένα απόσπασμα)
Περισσότερα

Το μπουρίνι – Μ. Καραγάτσης (Ένα απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

ΤΟ ΜΠΟΥΡΙΝΙ πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1935 και περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων Το μεγάλο Συναξάρι. Η υπόθεση του διηγήματος αναφέρεται στις άθλιες συνθήκες ζωής των κολίγων του Θεσσαλικού κάμπου και τοποθετείται χρονικά στα τέλη του περασμένου αιώνα. Παρακολουθούμε στο απόσπασμα, που το παραθέτουμε ως δείγμα της νατουραλιστικής γραφής του Καραγάτση, το μεγάλο τσιφλικά να εκμεταλλεύεται τον ιδρώτα και την τιμή του κολίγα του.

***

Όταν ο ήλιος βασίλεψε κάτω, στην άκρη του ατέλειωτου κάμπου, οι θεριστάδες, μ’ ένα λαχάνιασμα ίσιωσαν το κορμί τους, ύστερ’ απ’ το σκύψιμο μιας ολόκληρης ημέρας. Το βραδινό αεράκι θρόισε απαλά μέσα στα στάχυα. Πάνω στα λιγοστά δέντρα —τα ξεραμένα από την κάψα και το λίβα— κούρνιασαν οι στερνές κάργιες*, μέσα σ’ όργιο από φωνές.

Πιο κάτω, έξω απ’ τα τσαντήρια των γύφτων, τα τσουκάλια έβραζαν πάνω σε μεγάλες φωτιές. Ένα μελαχρινό πλήθος, ντυμένο κουρέλια πολύχρωμα και καθισμένο ανακούκουρδα, περίμενε —σιωπηλό και χαυνωμένο απ’ τη δουλειά της ημέρας— το κατέβασμα της χύτρας απ’ το τσιγκέλι του τρίποδου. Μέσα απ’ τους ιδρωμένους κόρφους βγήκαν μαντίλια λερά, γεμάτα μ’ ένα κομμάτι ψωμί κρίθινο, ένα κρομμύδι, δυο σκελίδες σκόρδο. Τα τσιμπούκια γέμισαν λαθραίο καπνό, κλεμμένο απ’ τους αυλαγάδες* των καραγκούνηδων. Κάποιο βιολί αντήχησε παράξενα. Μια σπασμένη αντρίκια φωνή το συνόδεψε. Η νύχτα ακολουθούσε αργά το μακρόσυρτο δείλι του καλοκαιριού.

Οι καραγκούνηδες χώρισαν απ’ τους γύφτους. Τράβηξαν για το χωριό τους, που μόλις υψωνόταν πάνω απ’ το χώμα. Ούτε ένας καπνός δε στεφάνωνε τις χαμηλές στέγες. Ούτε μια φωνή δε ζωντάνευε τους μίζερους αυλαγάδες. Όλοι —άντρες, γυναίκες και παιδιά— είχαν πάει στο θέρο. Μέσα στο λυκοφώτισμα*, η ανάρια* παρέα τους σερνόταν αμίλητη κι άχαρη. Κανένα πρόσχαρο χρώμα πάνω στα ξεραμένα κορμιά. Όλοι φορούσαν βαριά σιγκούνια* από μαύρο μαλλί, ξεβαμμένο απ’ τον ήλιο, ποτισμένο απ’ τις βροχές και τους ιδρώτες. Καθώς περνούσαν μπροστά απ’ το κονάκι —που ήταν λίγο πιο έξω απ’ το χωριό— χαιρέτισαν τον αφέντη τους τον τσιφλικά, καμπουριάζοντας το κορμί. Άχνα δεν βγήκε απ’ το λαρύγγι τους. Μόνο τ’ άγνωρα παιδιά —που σέρναν τα γυμνά τους πόδια στην παχιά σκόνη του χωραφόδρομου— σταμάτησαν μια στιγμή, με στόμα ανοιχτό, μπροστά στις ψηλές μπότες, τα μακριά μουστάκια και το μονόκλ του Πήτερ Χατζηθωμά. Ύστερα, σκόρπισαν στα σπίτια τους. Οι γυναίκες άναψαν το μικρό λαδολύχναρο, για να στρώσουν τα σκουτιά του ύπνου. Να δώσουν ένα κομμάτι ψωμί στα μισοκοιμισμένα παιδιά. Μερικοί άντρες —οι νεότεροι— ξεκίνησαν αργά για τον καφενέ. Να περάσουν την ώρα κουτσοπίνοντας τσίπουρο, πριν αποκατιάσουν*.

Εκείνο το βράδυ, ο γερο-Γκουντής ο Ποτούλης, σαν γεύτηκε το ψωμί και το κρομμύδι του, αντί να πάει στο γιατάκι*, φόρεσε το τρίχινο σκουφί του και τράβηξε κατά την πόρτα. Η γριά του —η Γκουντίνα— ξαφνιάστηκε.

— Πού πααίν’ς, Γκ’ντή;

— Δ’λειά σ’! της απάντησε ο άντρας. Κι η σκλάβα του κάμπου βουβάθηκε μπρος στην προσταγή του αφέντη της.

Ο Γκουντής πήρε το δρόμο του κονακιού, με την αργή και μετρημένη περπατησιά των καμπίσιων της Θεσσαλίας. Μες στο μυαλό του γύριζε τα λόγια που θα ‘λεγε του τσιφλικά. Η αταβική* διπλωματία της τεσσεροχιλιόχρονης σκλάβας γενιάς του, πάλευε μέσα του με την απελπισία της στιγμής. Σαν έφτασε μπρος στη βαριά πόρτα με τα μαντεμένια* καρφιά, δεν είχε πάρει ακόμα απόφαση. Αναστέναξε βαθιά. Κι έκρουσε το μάνταλο. Τα λυκόσκυλα ούρλιαξαν στην αυλή. Πάνω στις πέτρες ακούστηκαν περπατησιές. Η πόρτα μισάνοιξε.

— Ποιος είναι; ρώτησε μια φωνή.

— Ιγώ. Η Γκ’ντής, η Πουτούλ’ς.

—Τι χαλεύ’ς γιέρου;*

— Θέλου να ιδώ τ’ αφεντ’κό.

— Κάτσι να ρουτήξω.

Η πόρτα ξανάκλεισε. Ο Γκουντής έμεινε μόνος, μες στη νύχτα. Πέρασαν λίγα λεφτά. Και πάλι ο Αρβανίτης ούσμπασης* άνοιξε το βαρύ θυρόφυλλο.

— Άιντε, ορέ Γκουντή. Το αφέντια σε καρτεράει στο οντά*.

Το κονάκι ήταν σπίτι παλιό, δίπατο, απ’ τον καιρό των Κονιάρων. Ο παλιός τσιφλικάς —ο Ρουστέν-μπεης— που το κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του, το ‘χε αφήσει να σαραβαλιαστεί. Τα καφάσια του χαρεμλικιού* σάπισαν κι έπεσαν. Απ’ τα σπασμένα τζάμια, ο σκληρός βοριάς του κάμπου έμπαινε λεύτερος. Σαν ο Ρουστέν-μπεης γέρασε και σπατάλησε την περιουσία του σε γλέντια κι ελεημοσύνες, πούλησε το τσιφλίκι του —το Κοριλάρ— στον Πήτερ Χατζηθωμά. Κι αυτός, κλείστηκε στο σαράι* του της Λάρισας, ανάμεσα στις αγαπημένες του γυναίκες — ο Αλλάχ δεν του ‘δωσε παιδιά. Και πρόσμενε το θάνατο με ψυχή γαλήνια, σαν καλός μουσουλμάνος που ήταν. Εξάλλου, στην καρδιά του βασίλευε πίκρα μεγάλη. Εδώ και λίγα χρόνια, το βιλαϊέτ* της Λάρισας γίνηκε γιουνάνικο*. Το Γκιαούρ ασκέρ* με τα γαλάζια παντελόνια, έπνιξε τον κάμπο. Κι από πίσω του, μια συμμορία από πειναλέους Παλιολλαδίτες. Που έπεσαν σαν ακρίδα και λοιμική* στο παρθένο χώμα της Θεσσαλίας…

Ο καινούριος τσιφλικάς του Κιριλάρ —ο Πήτερ Χατζηθωμάς— ήταν από κείνους τους Ρωμιούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αγγλία. Λεβεντάνθρωπος πενηντάρης, διατηρημένος εξαίσια από την υγιεινή ζωή και τον αθλητισμό των Αγγλοσαξόνων. Έφτασε στο μίζερο καραγκουνοχώρι φέρνοντας μαζί του τρία μπαούλα με κοστούμια σπορτ, πέντε λυκόσκυλα, μια ντουζίνα ρακέτες του τέννις, ολόκληρη συλλογή από κυνηγετικά όπλα και μια Φραντσέζα. Διόρθωσε το παλιό κονάκι, σε τρόπο που να ‘χει όλες τις ανέσεις. Όσο για το χτήμα και τ’ ανθρώπινα χτήνη που το δούλευαν, δεν άλλαξε τίποτα. Οι προϋποθέσεις του ανθρωπισμού δεν έχουν καμιά σχέση με τις δουλειές. Business are business…

Όταν ο Γκουντής μπήκε στον οντά, ο Χατζηθωμάς έπινε το βραδινό του ορεχτικό, ύστερ’ από μέρα πολύ κοπιαστική. Η Φραντσέζα του κάπνιζε ξαπλωμένη στην πολυθρόνα, πλάι στο παράθυρο. Δίπλα της, σ’ ένα τραπεζάκι, ήταν η καράφα με το ούζο, κι ένα ποτήρι από κρύσταλλο βοημικό. Ο χωριάτης, για μια στιγμή, έμεινε ξαφνιασμένος μπρος στην όμορφη γυναίκα με τη νωχελική και προκλητική θωριά. Ούτε είχε ακούσει ποτέ —ούτε είχε φαντασθεί— ότι μπορούσε να υπάρχει στον κόσμο, τέτοιο πλάσμα. Γρήγορα όμως μαζεύτηκε στον εαυτό του. Χαιρέτισε με τεμενά. Και περίμενε σιωπηλός, να του μιλήσει πρώτος ο αφέντης.

— Τι θέλεις, γέρο; τον ρώτησε ο Χατζηθωμάς.

Ο Γκουντής αναστέναξε κατεβάζοντας τα μάτια. Τα ξεραγκιανά του δάχτυλα τριγύριζαν, σαστισμένα, τον τρίχινο του σκούφο.

— Αφέντη, είπε. Τι να γίνει; Ο Θιος μι κατατρέχ’. Ντιπ! Σπυρί δεν έβγαλα! Ούτι του ιένα τρία!* Τι να γένου, η έρμους;

Ο Χατζηθωμάς άναψε την πίπα του:

— Τι θέλεις να σου κάνω εγώ, γέρο; Η σοδειά, φέτο, είναι κακή.

Τα μάτια του Γκουντή σηκώθηκαν απ’ το σκούφο:

— Αφέντη μ’. Η Θιος καταράσ’ κι του χώμα μ’. Οι άλλοι έχ’ νε του ιένα ιφτά κι ουχτώ. Κι σάμπους του βιο μ’ είνι μιγάλου; Τα ξέρ’ς τα χουράφια μ’…

— Τι σοδειά έχεις, γέρο;

— Έχου διν έχου διακόσια σταμπόλια*. Η αφεντιά σ’ θα μι πάρ’ τα μ’ σά. Τι να κάνου μι ικατό σταμπόλια; Πέντι κατουστάρ’ και θα πιάσου στου παζάρ’*. Η καπνός του αυλαγά μ’ χάλασι. Τουν έφαϊ του σκ’ λίκι. Κάτι κρουμμύδια μου μνήσκουν*. Τι να γένου, η έρμους;

Ο Χατζηθωμάς άρχισε να στεναχωριέται:

— Και τι θέλεις από μένα;

— Μη μ’ πάρ’ς του μισό φέτους — είπε ο Γκουντής. Πάρι μουνάχα πινήντα σταμπόλια. Κι από χρόν’, α θέλ’ η Θιος, να στα δώσου…

— Δεν γίνονται αυτά γέρο. Αν αρχίσω να χαρίζω στον ένα και στον άλλον, πάω χαμένος. Βγάλ’ τα πέρα όπως μπορείς.

Πάγωσε η καρδιά του Γκουντή:

— Κυρ Πέτρο! Αφέντη μ’! Θα χαθώ! Θα κριμαστώ! Πώς να ζήσου, ιένα χρόνου, μι πεντακόσιες δραμές; Πώς να πλερώσου τ’ ομόλογο*;

— Ποιο ομόλογο; ρώτησε ο Χατζηθωμάς, κοιτώντας το γέρο με περιέργεια.

— Χρουστάου διακόσιες δραμές στου Χαΐμ*, στ’ Λάρ’σα. Τι να ‘κανα; Του κουρίτσι μ’ είχι αρρουστήσ’. Έλιουνι, πέθνησκι. Του πήα στ’ Λάρ’ σα, στου γιατρό. Η γιατρός μι πήρε είκουσι δραμές. Η σπιτσέρης*, τρανταπέντι. Μ’ είπι, η γιατρός, να τ’ δίνου, του κορ’τσιού, κάθε μέρα κρίας. Ξουδεύ’κα, χριώθ’κα, πνίγ’κα! Κι του χουράφ’, δεν έδ’ κι ούτε ιένα τρία…

— Κι ήταν ανάγκη να πας στη Λάρισα το κορίτσι σου γέρο; Κι εδώ μπορούσε να γίνει καλά.

Στα μάτια του Γκουντή ζωγραφίστηκε απέραντη αγωνία:

— Πέθνησκι, αφέντ’, του κουρίτσ’! Έλιουνι! Μουνάχου το ‘χου. Η Ζουγράφου μ’, σαν του κρύου του νιρό! Πώς να βαστάξ’ η ψυχή μ’;

Οι καπνοί της πίπας σκέπασαν το πρόσωπο του Χατζηθωμά.

— Άιντε, γέρο — είπε. Πήγαινε. Και θα ιδούμε…

Ο Γκουντής προσκύνησε, και βγήκε πισωπατώντας. Δεν είχε πια πνοή. Τα γόνατά του ήσαν κομμένα. Σαν βρέθηκε έξω, ανάσανε βαθιά τον καθαρόν αέρα. Η νυχτερινή γαλήνη απλωνόταν χαρωπή στον πλατύ κάμπο. Πίσω απ’ τον Κίσαβο, σιγοπρόβαλε το φεγγάρι. Τα χρυσά πέλαγα του σταριού πήραν ζωή μυστική. Στην κατασκήνωση των γύφτων οι φωτιές δεν είχαν σβήσει ακόμα…

Περίληψη: Ο Γκουντής είχε, εκτός από τη Ζωγράφω, και ένα δεκαοχτάχρονο γιο, το Νάσο· ήταν ζωηρός και ανυπόταχτος, θαύμαζε τη ζωή των τσιγγάνων και των άλλων νομάδων του θεσσαλικού κάμπου και αντιστεκόταν στη θέληση του πατέρα του να στρωθεί στη σκληρή δουλειά.

Σαν τέλειωσε ο θέρος, ο επιστάτης του τσιφλικά —ο Γιώργης— ζύγισε το γέννημα* των κολίγων*, για να πάρει το μισό. Έτσι ήταν ο νόμος στη Θεσσαλία, από τον Όλυμπο στην Γκούρα, από το Πήλιο στ’ Άγραφα. Η γη ήταν χτήμα του τσιφλικά. Κι οι καραγκούνηδες τη δούλευαν από πατέρα σε παππού, την πότιζαν με τον ιδρώτα τους, για να δίνουν το μισό γέννημα στον αφέντη.

Πήγε ο Γιώργης και στο κιουτσέκι* του γερο-Γκουντή, να ζυγιάσει. Γινόντανε δυο ζύγια. Ένα, να δείξει πόσο ήταν ολόκληρο το γέννημα. Κι άλλο ένα, για να πάρει ο τσιφλικάς το μισό. Άρχισε το πρώτο ζύγι.

Ο Γκουντής κι ο Νάσος κουβαλούσαν τα σακιά με το στάρι στην παλάντζα. Ο Γιώργης ζύγιζε κι έγραφε τα νούμερα στο τεφτέρι. Έξαφνα, ο Γκουντής σταμάτησε, με μάτι γεμάτο παράπονο. Ο επιστάτης, καθώς ζύγιζε, έβαζε το πόδι κάτω απ’ την παλάντζα, αβγατίζοντας έτσι κάθε πέζο* τέσσερες και πέντε οκάδες.

— Κυρ Γιώργη μ’ — είπε ο Γκουντής. Στου Θιο θα δώκ’ς την ψυχή σ’! Μη μ’ αδικείς, τουν έρμου!

Ο επιστάτης κοκκίνισε από θυμό:

— Πάψε, γέρο! Ξέρω τι κάνω! Κι αν νομίζεις πως σ’ αδικώ, τα παράπονά σου στον αφέντη.

Ο γέρος έσκυψε το κεφάλι και λούφαξε. Η πείρα μιας ολόκληρης ζωής τον είχε διδάξει πως δεν πρέπει να τα βάζεις με τον αφέντη. Μα η ψυχή του Νάσου αναταράχτηκε. Με μούτρο φλογισμένο από θυμό, πήγε κοντά στον έμπιστο του τσιφλικά.

— Άκου, κυρ Γιώργη — είπε. Α ματαβάλ’ς του πουδάρ’α’ στου τάσ’ της παλάντζας, στου κόβου του πουδάρ’ σ’!

Ο επιστάτης για μια στιγμή στάθηκε αμίλητος, ξαφνιασμένος απ’ το θράσος του κολίγα. Τέτοιο πράμα δεν είχαν ματαϊδεί τα μάτια του! Μέσα του άναψε θυμός σκυλίσιος. Άρπαξε το κουρμπάτσι* και το σήκωσε με απειλή:

— Τσογλάνι του κερατά! Σε μένα μιλάς έτσι, μωρέ;

Με κίνηση γοργή, ο Νάσος ξέφυγε το χτύπημα. Έτρεξε στη γωνιά του κιουτσεκιού, που ‘ταν ριγμένος ένας σωρός ξύλα. Κι άρπαξε το τσεκούρι:

— Α, με βαρέσ’ς, ρουφιάνι, σ’ λιανίζου σαν κιμά!

Ο γέρο-Γκουντής έπεσε ανάμεσά τους, να προλάβει το μακελειό.

— Κυρ Γιώργη μ’! τραύλιζε. Κυρ Γιώργη μ’! μην τουν ξεσυνερίζ’σι τουν έρμου!

Και γυρνώντας στο γιο του, με μάτι σκληρό:

— Ισύ, δ’ λειά σ’! Τι ανακατέβ’σι; Δ’κόμ’ δεν είν’ του βίος; Τι μπαίν’ς στ’ μέσ’, δικεόρος*;

Η Γκουντίνα που ζύμωνε μπομπότα* στο χαγιάτι, έτρεξε λαφιασμένη σαν άκουσε το σαματά. Έπαιζαν ανήσυχα τα τρομαγμένα μάτια της. Πάλευε η ανάσα στ’ αχαμνό της στήθος. Ξοπίσω πρόβαλε η κόρη της, η Ζωγράφω. Λιγνή, αδύνατη, τυλιγμένη στο σκούρο τσεμπέρι.

— Τη δ’λειά σ’, ισύ! ξανάειπε ο Γκουντής στο γιο του. Άιντε στου χουράφ’! Για μπιλάδις είσι μουνάχα.

Ο Νάσος υποταγμένος στη φωνή του πατέρα του, πέταξε με λύσσα το τσεκούρι πάνω στα ξύλα. Το σαγόνι του έτρεμε. Τα μάτια του ξέσκιζαν το άπειρο, σαν ατσάλι. Δεν έβγαλε λόγο. Με περπατησιά βαριά, δρασκέλισε τη φραχτωσιά* του αυλαγά. Και τράβηξε στα χωράφια, με ψυχή τρικυμισμένη.

— Τι τρέχει εδώ;

Στο άνοιγμα της πόρτας πρόβαλε ο Χατζηθωμάς. Φορούσε σετακρούτα* φρεσκοσιδερωμένη, κάσκα ολόλευκη, γάντια κρεμ. Το μονόκλ, σφηνωμένο στο μάτι, του ‘δινε ύφος γεμάτο ευγένεια και θέληση συγκρατημένη. Ο Γκουντής λύγισε το κορμί του ως τη γη, καθώς έτρεξε να προαπαντήσει τον τσιφλικά.

— Τίπ’ τας, αφέντη μ’! Τίπ’ τας! Ικείνους η ρέμπελους*, η γιος μ’ κακουμίλ’ σι του κυρ Γιώργη. Μα το ‘διουξα, του παλιόπ’δου! Είπα του κυρ Γιώργη, να μην το ξεσυνερ’στεί.

Ο Χατζηθωμάς τριγύρισε το μονόκλ του στο μίζερο κιουτσέκι με τους καπνισμένους τοίχους. Κοίταξε τα λιγοστά σακιά με το γέννημα του Γκουντή. Τις κρεμασμένες αρμάδες* του καπνού. Το σωρό τα ξύλα, πλάι στο στόμα του φούρνου. Κατόπι είδε την Γκουντίνα, που κοιτούσε πετρωμένη απ’ το φόβο, κρατώντας ανοιχτά τα γεμάτα προζύμι δάχτυλά της. Και ξοπίσω τη Ζωγράφω, με τα μεγάλα ανόητα μάτια και το μισάνοιχτο στόμα. Με σιγανές χειρονομίες άναψε τσιγάρο. Και ξάπλωσε στην καρέκλα, που τσακίστηκε να του φέρει ο Γκουντής. Με τρόπο έκανε νόημα του επιστάτη. Κι ο Γιώργης γλίστρησε αθόρυβα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Ο τσιφλικάς έριξε χαμογελαστή ματιά στο γέρο που στεκόταν πελαγωμένος, μην ξέροντας τι να κάμει και τι να μιλήσει. Κι είπε:

— Ε, γέρο Γκουντή! Δεν με κερνάς κάνα τσίπουρο;

Οι καραγκούνηδες έγιναν χίλια κομμάτια να τον περιποιηθούν. Και σε λίγο, η Ζωγράφω απόθεσε μπροστά του το δίσκο με το τσίπουρο και μεζέ ντομάτα.

— Η κόρη σου είναι; ρώτησε ο Χατζηθωμάς.

Ο Γκουντής κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας, δίχως ν’ αποκριθεί.

— Να σου ζήσει! Εις υγείαν σας!

Αφού ήπιε το τσίπουρο, ο τσιφλικάς πήρε τον κολίγα κατά μέρος. Και του είπε:

– Είδα κι εγώ, Γκουντή, πως δεν πηγαίνεις καλά, φέτος. Πως έχεις ανάγκη από χρήματα. Εγώ, δεν είμαι κακός αφέντης. Στην ανάγκη βοηθάω τους κολίγους μου. Γι’ αυτό λοιπόν, απ’ τα διακόσια σταμπόλια της σοδειάς σου, δεν θα σου πάρω το εκατό. Δώσ’ μου μονάχα τριάντα. Κι από χρόνου, έχει ο Θεός…

Ο Καραγκούνης άρπαξε το χέρι του Χατζηθωμά, να το φιλήσει. Μα αυτός, το τράβηξε με τρόπο:

— Ήσυχα, γέρο! Ήσυχα… Αυτή τη χάρη στην κάνω, επειδή είσαι καλός και πιστός κολίγος. Κι από κει, αν θέλεις, δώσ’ μου το κορίτσι σου να το πάρω υπηρέτρια στο κονάκι. Να βοηθάει την κυρά Τασιά, που γέρασε πια. Θα το τρέφω. Θα το ντύνω. Και θα του δίνω τρία τάλιρα το μήνα. Σύμφωνοι;

Και πριν ο Γκουντής προφτάσει ν’ απαντήσει, ο Πήτερ Χατζηθωμάς προχώρησε κατά την πόρτα. Κι έφυγε γεμάτος μεγαλοπρέπεια.

***

κάργια: είδος πουλιού, ανήκει στα κορακοειδή.
αυλαγός: μεγάλο και εύφορο χωράφι.
λυκοφώτισμα: (λυκόφως) το μισόφωτο μετά τη δύση του ηλίου, το φως του σούρουπου.
ανάρια: (επίρρ.) σε αραιά διαστήματα.
σιγκούνι ή σεγκούνι: γυναικείο μάλλινο μαύρο φόρεμα, εξωτερικό, στην ενδυμασία της Καραγκούνας.
αποκατιάζω: κοιμάμαι (μτφ. από τις κότες).
γιατάκι: στρώμα, κοίτη.
αταβικός: κληρονομικός.
μαντεμένιος: από μαντέμι (χυτοσίδηρος).
τι χαλεύ’ς γιέρου: τι γυρεύεις γέρο.
ούσμπασης: επιστάτης.
οντάς: θάλαμος, δωμάτιο.
χαρεμλίκι: γυναικωνίτης.
σαράι και σερά(γ)ι: (λ. τουρκ.) ανάκτορο, μέγαρο.
βιλαϊέτ και βιλαέτι: (λ. αραβ.) επαρχία, νομός.
γιουνάνικο: (λ. τουρκ.) ελληνικό· έτσι ονόμαζαν οι Τούρκοι το ελληνικό κράτος που απελευθερώθηκε.
ασκέρ: στρατός — εδώ πλήθος.
λοιμική: δηλ. νόσος· αρρώστια επιδημική, θανατηφόρα.
του ιένα τρία: το ένα τρία, δηλ. ένα μέρος σπόρος και τρία μέρη παραγωγή.
σταμπόλι: μονάδα βάρους για τα σιτηρά.
παζάρ’: παζάρι, αγορά.
μνήσκουν: μένουν.
ομόλογο: έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους.
Χαΐμ: εβραϊκό όνομα.
σπιτσέρης ή σπετσιέρης: φαρμακοποιός.
γέννημα: καρπός, σιτηρά.
κολίγος ή κολίγας: αγρότης χωρίς κλήρο που καλλιεργούσε το χωράφι και έδινε τα μισά προϊόντα στον τσιφλικά.
κιουτσέκι: μικρός στεγασμένος χώρος για την αποθήκευση των σιτηρών.
πέζο: το βάρος, το φορτίο που ζυγίζουμε κάθε φορά.
κουρμπάτσι: (λ. τουρκ.) μαστίγιο.
δικεόρος: δικηγόρος.
μπομπότα: ψωμί από αλεύρι αραβοσίτου.
φραχτωσιά: φράχτης.
σετακρούτα: (λ. ιταλ.) μεταξωτό ύφασμα.
ρέμπελους: ρέμπελος, ανυπόταχτος, επαναστάτης.
αρμάδες ή αρμαθιές: δέσμες αραδιασμένες από πολλά ίδια πράγματα περασμένα σε κλωστή, ορμαθός.

  • Πίνακας: Δημήτρης Γιολδάσης – Αλώνισμα
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο μπουρίνι – Μ. Καραγάτσης (Ένα απόσπασμα)
Περισσότερα

Κυκλοφορεί η “Μετάβαση” της Rachel Cusk – Διαβάστε ένα απόσπασμα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Μόλις κυκλοφόρησε η Μετάβαση της Rachel Cusk! Δύο μήνες μετά την έκδοση του Περιγράμματος, του πρώτου μέρους της περίφημης τριλογίας (Περίγραμμα, Μετάβαση, Κῦδος), είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι η Μετάβαση, η συνέχεια της τριλογίας, βρίσκεται ήδη σε όλα τα βιβλιοπωλεία. Στο δεύτερο αυτό βιβλίο το σκηνικό αλλάζει: η Φαίη έχει φύγει απ’ την Αθήνα και έχει εγκατασταθεί στο Λονδίνο, σ’ ένα οικείο γι’ αυτήν περιβάλλον που ωστόσο μοιάζει ταυτόχρονα καινούργιο. Το σπίτι που αγοράζει για να μείνει με τους δυο γιους της χρειάζεται ανακαίνιση και, όσο γίνονται οι απαραίτητες εργασίες, η Φαίη αναδομεί σιγά σιγά την ίδια της τη ζωή επιχειρώντας κάτι δύσκολο, σχεδόν οδυνηρό: ν’ αγαπήσει πάλι τον εαυτό της. Ένα βαθύ, στοχαστικό «μυθιστόρημα μεταβάσεων», γραμμένο μ’ ένα στυλ σύγχρονο, ανανεωτικό. Ένα βιβλίο που μες στο χάος της σύγχρονης εποχής κατορθώνει να στρέψει ξανά τον καθρέφτη προς τον ίδιο μας τον εαυτό”, μας λέει ο κ. Κ. Δαρδανός των εκδόσεων Gutenberg.

Μετάβαση
Rachel Cusk
Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου

Μετά τον χωρισμό, η Φαίη, η συγγραφέας που γνωρίσαμε στο Περίγραμμα, αντιμετωπίζει την απώλεια και αποφασίζει ν’ αλλάξει την πραγματικότητά της. Το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας της Rachel Cusk που λάτρεψαν κοινό και κριτικοί.

***

  • Διαβάστε ένα απόσπασμα:

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚυκλοφορεί η “Μετάβαση” της Rachel Cusk – Διαβάστε ένα απόσπασμα
Περισσότερα

“Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι” – Η ιστορία του κλασικού πλέον βιβλίου και αποσπάσματά του

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αποσπάσματα από το βιβλίο

“Απέμεινε τελείως ακίνητη, σαν να ήταν βυθισμένη στον ύπνο, σαν να ήταν βυθισμένη σε όνειρο. Ύστερα τη διαπέρασε ένα ρίγος καθώς ένιωσε το χέρι του να την ψηλαφίζει απαλά, μα παρ’ όλα αυτά με έναν τρόπο παράξενο κι επίμονα αδέξιο, μέσα απ’ τα ρούχα της. Της έβγαλε το λεπτό μεταξένιο φόρεμα της, αργά, προσεκτικά, μέχρι που το κατέβασε τελείως και το τράβηξε από τα πόδια της. Έπειτα τρέμοντας από ανείπωτη ηδονή άγγιξε τη ζεστή κι απαλή σάρκα της, ακουμπώντας σε μια στιγμή τα χείλη του στον αφαλό της για να τον φιλήσει. Χωρίς να μπορεί ν` αντισταθεί μπήκε μέσα της αμέσως, για να βρει τη γαλήνη στο τρυφερό, ακίνητο κορμί της. Ήταν η στιγμή της πιο πλέριας γαλήνης γι’ αυτόν, η στιγμή που έμπαινε στο σώμα της γυναίκας.”

“Όμως ο Κλίφορντ είχε ακόμη κάποια παιδιάστικα φετίχ και ταμπού. Ήθελε να τον θεωρούν «πάρα πολύ καλό» συγγραφέα, κι ας ήταν τελείως ευτελές και ανούσιο αυτό. Καλός είναι αυτός που αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες. Τι νόημα έχει να είσαι καλός συγγραφέας και να μη σε διαβάζει κανείς; Και από ό,τι φαίνεται, η πλειονότητα των αληθινά «καλών» συγγραφέων είχαν μόλις χάσει το τρένο”…

“Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνουμε ή κρύβουμε τη συμπόνια μας είναι αυτός που προσδιορίζει τη ζωή μας”…

“Δε μου αρέσει που είσαι μακριά μου. Αν αρχίσω όμως να φαρμακώνομαι, κάτι καταστρέφεται. Υπομονή, πάντα υπομονή. Αυτός είναι ο τεσσαρακοστός μου χειμώνας. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτε για τους περασμένους. Όμως αυτόν το χειμώνα θα κρατήσω αναμμένη τη φλογίτσα μου της Πεντηκοστής και θα νιώθω γαλήνη. Και δε θ’ αφήσω την ανάσα του κόσμου να μου τη σβήσει”…

“Τόσα πολλά λόγια, λοιπόν, γιατί δεν μπορώ να σε αγγίξω. Αν μπορούσα να κοιμηθώ με τα χέρια μου τυλιγμένα στο κορμί σου, το μελάνι θα έμενε στο μπουκάλι”…

 

D.H. LAWRENCE, Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι

 

 

Η Κόνστανς ζει παγιδευμένη σ’ ένα γάμο χωρίς αγάπη με τον ψυχρό, απόμακρο λόρδο Τσάτερλι, που επέστρεψε από τον πόλεμο καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Χωρίς σχεδόν να το θέλει, αρχίζει να ερωτεύεται τον θηροφύλακα των κτημάτων τους, τον αινιγματικό Όλιβερ Μέλορς. Ενάντια στην ηθική της κοινωνίας, ενάντια στη χαώδη ταξική τους διαφορά, οι δυο τους ξεκινούν μια σχέση πέρα ως πέρα απαγορευμένη -μια σχέση σκανδαλώδη…

“Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι” τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Φλωρεντία το 1928, σε μια ιδιωτική έκδοση. Το εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή θέμα του και οι αισθησιακές περιγραφές του προκάλεσαν σάλο και το βιβλίο παρέμεινε απαγορευμένο στις ΗΠΑ μέχρι το 1959 και μέχρι το 1960 στην Αγγλία, όπου μάλιστα ο οίκος Penguin οδηγήθηκε αρχικά σε δίκη για την έκδοσή του. Σήμερα, ομόφωνα πλέον αναγνωρισμένο ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του 20ού αιώνα, το μυθιστόρημα του Ντ.Χ. Λόρενς παραμένει ένας γοητευτικός ύμνος στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα και τη χαρά της ζωής.

Ένα αμφιλεγόμενο, πολυσυζητημένο (και απαγορευμένο για χρόνια) αριστούργημα, η παράνομη ερωτική ιστορία της αριστοκράτισσας Κόνστανς Τσάτερλι και ενός άντρα της εργατικής τάξης, του δασοφύλακα Μέλορς. Το βιβλίο ασκεί κριτική στη «ζωή του πνεύματος», την οριστικά αποκομμένη από τη σάρκα (την οποία αντιπροσωπεύει ο ανάπηρος σύζυγος της Κόνστανς), και αποτελεί μια ελεγεία στη χαρά της σεξουαλικής ολοκλήρωσης.

Οίκτος, σεβασμός και πόθος αλληλοϋφαίνονται σ’ αυτό το επαναστατικό μυθιστόρημα. Η ιστορία της σχέσης της Κονστάνς Τσάτερλι και του Μέλορς, του δασοφύλακα που εργαζόταν για λογαριασμό του ανάπηρου συζύγου της, είναι το πιο αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα του Λόρενς -και ίσως η πιο ολοκληρωμένη κι εξαίσια μελέτη του για τον αμοιβαίο έρωτα.
Γράφοντάς το για να απελευθερώσει γενιές ολόκληρες που, όπως ένιωθε, θεωρούσαν την ερωτική συνεύρεση απλώς μια επιλήψιμη ή μηχανική πράξη, είπε για το βιβλίο: “Πάντοτε μοχθώ για ένα πράγμα: να δώσω στην ερωτική σχέση ομορφιά και αξία, να την απαλλάξω από την ντροπή. Και μ’ αυτό το μυθιστόρημα ξεπέρασα κάθε όριο. Το βρίσκω ωραία και τρυφερό και ευάλωτο όσο είναι ο γυμνός εαυτός μας”.

[…] δεν υπάρχει βιβλίο που να υμνεί λιγότερο την ηδονή από τον Εραστή της λαίδης Τσάτερλι. Δεν πρόκειται εδώ για το πώς θα αποφύγει κανείς την αμαρτία, αλλά για το πώς ο ερωτισμός θα ενσωματωθεί στη ζωή χωρίς να χάσει τη δύναμη που αντλούσε από την αμαρτία, πώς θα του δώσει όλα εκείνα που, μέχρι τώρα, αποδίδονταν στον έρωτα, πώς θα μετατραπεί δηλαδή η αμαρτία σε μέσο που αποκαλύπτει τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο Λόρενς δεν επιθυμεί να είναι ούτε ευτυχισμένος, ούτε μεγάλος, επιθυμεί απλώς να υπάρχει. Θεωρεί σπουδαιότερο το ότι είναι άντρας, παρά άτομο. Η προτίμηση, λοιπόν προς τη διαφορά αντικαθίσταται από την έντονη αποφασιστικότητα: το να είναι άντρας – όσο το δυνατόν περισσότερο. Δηλαδή, να μετατρέπει την ερωτική συνείδηση, επιλέγοντας τα πιο ανδροπρεπή στοιχεία, σε σύστημα αναφοράς της ζωής μας. […] (Από τον πρόλογο του Αντρέ Μαλρό)

Είπαν για το βιβλίο

«Κανείς δεν έγραψε καλύτερα για τη σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη και το σεξ».
Ντόρις Λέσινγκ

«Όποιος ασχολείται με το μυθιστόρημα του 20ού αιώνα δεν επιτρέπεται να μη διαβάσει αυτό το βιβλίο».
Λόρενς Ντάρελ

Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι, (Lady Chatterley’s Lover), του Βρετανού λογοτέχνη, Ντ. Χ. Λώρενς, είναι ένα έργο που έγινε διάσημο αρχικά για την απαγόρευση που συνόδευε την κυκλοφορία του για πολλά χρόνια. Σήμερα θεωρείται από τα αριστουργήματα της παγκόσμια ερωτικής λογοτεχνίας.
Το μυθιστόρημα γράφτηκε μεταξύ του 1926 και 1928 όταν ο Λόρενς έμενε στη Φλωρεντία, αλλά δεν κατάφερε να εκδοθεί πλήρες στην Αγγλία, παρά μόνο το 1960, και ύστερα από διάφορες δικαστικές και εξωδικαστικές διαμάχες.
Το έργο περιγράφει τη γνωριμία, τη σχέση και τη σεξουαλική έλξη της Λαίδης Κόνι Τσάτερλι, με τον δασοφύλακα – εργάτη στο αχανές κτήμα του Λόρδου Τσάτερλι, Όλιβερ Μέλορς.
«…Οι δύο αυτοί ήρωες θα αποτελέσουν σύμβολα του εικοστού αιώνα, αφού διαμόρφωσαν τον προσωπικό τους κώδικα ηθικής όχι με βάση τα κοινωνικά δεδομένα αλλά ανεξάρτητα από αυτά, δια­τηρώντας την ανθρωπιά και την ακεραιότητά τους μέσα από τη σε­ξουαλική πράξη. Η αποκαλυπτικότητα στην περιγραφή των ερω­τικών σκηνών προκάλεσε σκάνδαλο την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο και η κυκλοφορία του απαγορεύτηκε. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να αρθεί η παρανόηση του έργου, το οποίο αποτελεί μια τολμηρή έκφραση διαμαρτυρίας για την καταπίεση του ερωτικού ενστίκτου, έκφανση της φθοράς που προκαλούν στους ανθρώπους ο πολιτισμός και η βιομηχανική κοινωνία.»

  • Το έργο σήμερα θεωρείται κλασικό – έχει ενταχτεί στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα και έχουν γίνει πάμπολλες διασκευές του για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το θέατρο, και το ραδιόφωνο.

Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι δεν είναι μόνο το πιο γνωστό έργο του Ντ.Χ. Λόρενς, είναι και το βιβλίο -σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, μιας εποχής που ο κοινωνικός ιστός μεταμορφωνόταν παρασύροντας τα ήθη σε μια δίνη από ανομολόγητες ως τότε καταστάσεις. Μετά το μυθιστόρημα αυτό η λέξη «αιδώς» άλλαξε σημασία κι ο έρωτας άλλαξε μορφή. Ο ανάπηρος σύζυγος, σερ Κλίφορντ, σύμβολο της συντηρητικής αναρχίας, ο εραστής, ο δασοφύλακας, Όλιβερ Μέλορς, σύμβολο της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας και τέλος η λαίδη Τσάτερλι, η ανικανοποίητη σύζυγος, σύμβολο του έρωτα και της μητρότητας, είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του δράματος που χάραξε, με τον τρόπο του, τη φυσιογνωμία του αιώνα μας.

«Είναι κατά βάθος τραγική η εποχή μας, έτσι κι εμείς αρνούμαστε να τη δούμε τραγικά. Ο κατακλυσμός πέρασε, στη μέση τώρα εμείς και γύρω μας χαλάσματα. Αρχίζουμε να στήνουμε μικρά καινούργια σπιτικά, να τρέφουμε μικρές νέες ελπίδες. Μάλλον δύσκολη δουλειά· ομαλός δρόμος για το μέλλον δεν υπάρχει πια· τα εμπόδια, όμως, είτε τα παρακάμπτουμε είτε σκαρφαλώνουμε και τα ξεπερνάμε. Πρέπει να ζήσουμε, όσοι κι αν είναι οι ουρανοί που τσακίστηκαν.Αυτή, λίγο πολύ, ήταν η άποψη της Κόνστανς Τσάτερλι.»

Η υπόθεση

Με αυτά τα λόγια ο Λώρενς ανοίγει το μυθιστόρημά του. Η Κόνστανς (Κόνι) Ρηντ (Constance Reid) παντρεύτηκε το 1917 σε ηλικία 23 χρόνων τον Κλίφορντ Τσάτερλι (Sir Clifford Chatterley), 29 χρονών. Ύστερα από ένα βιαστικό γάμο και ένα σύντομο ταξίδι του μέλιτος, ο Κλίφορντ φεύγει στρατιώτης για τη Φλάνδρα, στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ύστερα από 6 μήνες, θα επιστρέψει στην Αγγλία, και στη γυναίκα του, ανάπηρος από τη μέση και κάτω, αλλά ωστόσο ζωντανός. Τρία χρόνια αργότερα, όταν ο πατέρας του Κλίφορντ θα πεθάνει, ο γιος του θα πάρει εκτός από τον τίτλο του βαρονέτου, και την τεράστια έπαυλή του, το «Ράγκμπι Χολ».
Η ζωή στο τεράστιο απομονωμένο κτήμα, χωρίς συγγενείς, φίλους ή παιδιά, αρχίζει να γίνεται αφόρητη για τη νεαρή και γεμάτη ζωντάνια Κόνι. Ένας φίλος του άντρα της, ο Μάικ, θεατρικός συγγραφέας από την Ιρλανδία, που ήρθε να τους επισκεφτεί θα γίνει ο πρώτος εραστής της κοπέλας που ακόμα δεν είχε προλάβει να νιώσει τη σεξουαλική ηδονή. Σε έναν περίπατο στο δάσος του Ράγκμπι Χολ, θα συναντήσει τον Όλιβερ Μέλορς. Γιος εργάτη ανθρακωρύχου, πρώην σιδηρουργός, δουλεύει σαν δασοφύλακας για τους Τσάτερλι εδώ και αρκετά χρόνια. Γοητευμένη από τον Μέλορς και αφού διακόψει τη σχέση της με τον Μάικ, θα δοθεί στην ερωτική σχέση που θα δημιουργήσει με αυτόν τον άντρα. Το μικρό σπίτι του φύλακα μέσα στο δάσος θα γίνει για την Κόνστανς ο τόπος της ηδονής. Ο έρωτας που θα αναπτυχθεί μεταξύ τους, και η εγκυμοσύνη που θα προκύψει, θα οδηγήσει την Κόνι στο να ζητήσει διαζύγιο από τον άντρα της. Ο λόρδος Τσάτερλι αρνήθηκε αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους δύο εραστές να συνεχίσουν την κοινή τους πλέον πορεία.

Ιστορία της έκδοσης

Από την αρχή της κυκλοφορίας του βιβλίου το 1928 μέχρι και το 1960 που το βιβλίο κυκλοφόρησε χωρίς περικοπές, οι αγγλόφωνοι αναγνώστες -εκτός από μερικές χιλιάδες που κατάφεραν να πάρουν στα χέρια τους, εκτός από την πρώτη έκδοση του 1928 του ίδιου του συγγραφέα και κάποιες από τις επόμενες πειρατικές εκδόσεις που θα ακολουθήσουν- δεν είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με αυτό το εγνωσμένης λογοτεχνικής αξίας έργο.
Όλες οι νόμιμες εκδόσεις που ακολούθησαν αυτήν του 1928, με πρώτη αυτή του εκδοτικού οίκου “Alfred A. Knopf, Inc.”, των ΗΠΑ, θα κυκλοφορήσουν λογοκριμένες και άσχημα περικομμένες. Το 1960 και αφού προηγήθηκε το 1959 η άρση της λογοκρισίας του βιβλίου στις ΗΠΑ – πράξη που επικυρώθηκε από δικαστήριο της χώρας- ο αγγλικός εκδοτικός οίκος “R v Penguin Books Ltd” θα προχωρήσει και αυτός στην έκδοση του αυθεντικού – μη λογοκριμένου χειρογράφου.
Έτσι στις 16 Αυγούστου του 1960 ο εκδοτικός οίκος θα κυκλοφορήσει το έργο, βάζοντας σε δοκιμασία τα όρια ανοχής της βρετανικής κοινωνίας αλλά και τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο “Obscene Publications Act” του 1959. Το βιβλίο γίνεται μέσα σε λίγες μέρες τεράστια εμπορική επιτυχία και το νούμερο ένα θέμα συζήτησης σε όλη τη Βρετανία.
Η απάντηση των Αρχών ήταν η απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου και ο εκδοτικός οίκος σύρθηκε στα δικαστήρια, με την κατηγορία της «προσβολής της δημοσίας αιδούς». Η δίκη που έγινε τέλη Οκτωβρίου του 1960 στο διαβόητο κακουργιοδικείο του Λονδίνου, “Old Bailey”, κράτησε έξι μέρες και (αφού σύμφωνα με τον νέο νόμο αποδείχτηκε η λογοτεχνική αξία του έργου) τελείωσε με την πανηγυρική δικαίωση του εκδότη, και την ελεύθερη πλέον κυκλοφορία του βιβλίου. Στις 10 Νοεμβρίου του 1960, χιλιάδες κόσμου συνέρρευσαν στα βιβλιοπωλεία της Αγγλίας, για να αγοράσουν το αυθεντικό, ελεύθερο πλέον, βιβλίο. 200.000 αντίτυπα πουλήθηκαν αυτήν τη μέρα, και 2.000.000 σε ένα ακριβώς χρόνο μετά το τέλος της δίκης.

Το σημαντικότερο όλων όμως είναι αυτό που ο Άγγλος ποιητής Φίλιπ Λάρκιν επεσήμανε σε ένα του ποίημα:

“Sexual intercourse began
In nineteen sixty-three
(which was rather late for me) –
Between the end of the Chatterley ban
And the Beatles’ first LP.”

  • Ο Ντέιβιντ Χέρµπερτ Λόρενς γεννήθηκε στο Ίστγουντ του Νοτιγχαµσάιρ το 1885. Η παιδική ηλικία του θα σηµαδευτεί από οικονοµικές και οικογενειακές δυσκολίες. Με την ενθάρρυνση της µητέρας του, µε την οποία ήταν ιδιαίτερα δεµένος, θα αναπτύξει το ενδιαφέρον του για τις τέχνες. Η καταγγελία του βιοµηχανικού πολιτισµού και των πουριτανικών ηθών της εποχής του µέσω του έργου του προκάλεσε στον Ντ. Χ. Λόρενς προβλήµατα και αντιδικίες µε τη λογοκρισία και το λογοτεχνικό κατεστηµένο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε τα βιβλία: Γιοι και εραστές (1913), Ερωτευµένες γυναίκες (1921). Πέθανε στην Προβηγκία το 1930.

Αρχική φωτογραφία: 10 Νοεμβρίου 1960: Δύο γυναίκες έξω από ένα βιβλιοπωλείο στην Leicester Square του Λονδίνου, κρατώντας αντίγραφα του “Lady Chatterley’s Lover” του D.H. Lawrence, μετά τη δίκη στο Old Bailey, που αποφάσισε ότι δεν ήταν άσεμνο και την ελεύθερη πλέον κυκλοφορία του βιβλίου. (Φωτογραφία: Keystone / Getty Images)

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι” – Η ιστορία του κλασικού πλέον βιβλίου και αποσπάσματά του
Περισσότερα

Ελεγεία των Λουλουδιών – Κ.Π. Καβάφης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.
Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.
Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

  • Πίνακας: “Summer”, Charles Courtney Curran – 1906
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕλεγεία των Λουλουδιών – Κ.Π. Καβάφης
Περισσότερα