Βιβλιοστάτης

Μίλτος Σαχτούρης, Του θηρίου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις

Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πως τρώνε τις άγκυρες
πως σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις πόρτες
με κομμένο το χέρι

θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια

Μίλτος Σαχτούρης, με το Πρόσωπο στον Τοίχο (1952)

  • Πίνακας: André Derain, «The Dance», 1906
eirini aivaliwtouΜίλτος Σαχτούρης, Του θηρίου
Περισσότερα

Ένα καλό βιβλίο για την παραλία είναι απαραίτητο όσο και το αντηλιακό!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η νέα σειρά των Εκδόσεων Διάπλαση, «Ελληνική Λογοτεχνία» μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να αφήσει τη δική της λογοτεχνική σφραγίδα. Ο εκδοτικός οίκος εύχεται σε όλους μας καλές διακοπές και μαζί με το αντηλιακό, προτείνει ως απαραίτητο για το καλοκαίρι και ένα καλό βιβλίο στην τσάντα μας! Και τα δύο έχουν δείκτη προστασίας!

Ένα εκδοτικό εγχείρημα που κυκλοφόρησε σε λιγότερο από ένα χρόνο τους παρακάτω τίτλους:

– «Φιλική Εταιρεία Πνεύματος», Δημήτρης Καρύδας

– «Μαγικός αέρας», Βασίλης Κυριλλίδης

– «Βήματα σε λιθόστρωτο», Γεράσιμος Δενδρινός

– «Η ωραία της νύχτας», Ελένη Γκίκα

– «Το τρίτο αστέρι», Γιώργος Γλυκοφρύδης

– «ex-έλληνες», Κωνσταντίνα Δελημήτρου

– «Πριν το πέρασμα», Μαρία Σούμπερτ

– «Γλώσσα από μάρμαρο», Ιφιγένεια Θεοδώρου

– «Το χαμένο άλλοθι», Μαίρη Βασάλου

– «Φόνος με ενδεχόμενο βλακείας», Μάρα Χωματίδη

Βιβλία που γνώρισαν απήχηση στο αναγνωστικό κοινό και μπορούν να μας συντροφεύσουν στα καλοκαιρινά μας βήματα, όπου και αν βρεθούμε.

eirini aivaliwtouΈνα καλό βιβλίο για την παραλία είναι απαραίτητο όσο και το αντηλιακό!
Περισσότερα

Η ευτυχία μου, Friedrich Nietzsche

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω,

Έμαθα να βρίσκω.

Κι από τότε που ένας άνεμος μου εναντιώθηκε,

Σαλπάρω μ’ όλους τους ανέμους.

Η ευτυχία μου – Friedrich Nietzsche

  • Πίνακας: Nini with Cat (Artist’s Wife) – Max Slevogt, German (1868-1932)
eirini aivaliwtouΗ ευτυχία μου, Friedrich Nietzsche
Περισσότερα

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Σονέτο XVIII

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Εσύ υπερέχεις σε απαλότητα και χάρη·
λυγίζει αέρας τα τριαντάφυλλα του Μάη
και δεν κρατούν τα καλοκαίρια μας πολύ.

Άλλοτε καίει πολύ των ουρανών η φλόγα,
θαμπώνεται άλλοτε η ολόχρυσή τους όψη·
τ’ όμορφο κάποτε χάνει την ομορφιά του
απ’ την πορεία της φύσης είτε από την τύχη.

Μα το δικό σου αιώνιο θέρος δε θα σβήσει,
της ομορφιάς την κατοχή δε θα τη χάσεις,
κι ο Χάρος δεν θα καυχηθεί πως μπήκες στη σκιά του·
θα λάμπεις πάντα εσύ μέσα σ’ αιώνιους στίχους!

Όσο θα βλέπουν μάτια κι άνθρωποι αναπνέουν,
οι στίχοι αυτοί θα ζουν κι εσύ θα ζεις μαζί τους.

μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου
(γενν. 1921)

Μια από τις περιφημότερες συλλογές σονέτων είναι η συλλογή των εκατόν πενήντα τεσσάρων σονέτων του Σαίξπηρ, που τυπώθηκε το 1609. Ο απαισιόδοξος τόνος τους εκφράζει αισθήματα που περιγράφονται με αντικειμενικότερο τρόπο στον Άμλετ και στις μεταγενέστερες τραγωδίες του συγγραφέα αποκαλύπτοντας έναν Σαίξπηρ αρκετά διαφορετικό από τον επιτυχή άνθρωπο του θεάτρου, ο οποίος αναδύεται μέσα από τις σωζόμενες βιογραφικές του μαρτυρίες. Τα περισσότερα από αυτά διακρίνονται από τα ερωτικά ποιήματα της εποχής χάρη στη διαύγεια της έκφρασης και στο βάθος και την ένταση της βιωμένης εμπειρίας, την οποία αναπαράγουν με τέτοιο τρόπο, ώστε τα σονέτα να θεωρούνται κυρίως τα ποιήματα εκείνα με τα οποία ο Σαίξπηρ αποτυπώνει τα προσωπικότερα αισθήματά του. Στο παραπάνω σονέτο το συνηθισμένο μοτίβο της αθανασίας, που εξασφαλίζει σ’ ένα πρόσωπο η απεικόνισή του σ’ ένα ποίημα, δεν ενοχλεί καθόλου, καθώς η φρεσκάδα και η λεπτότητα του συναισθήματος διαποτίζουν όλη την έκταση των στίχων.

  • WILLIAM SHAKESPEARE (Στράτφορντ-ον-Αίηβον 1564 – Στράτφορντ-ον-Αίηβον 1616). Άγγλος λυρικός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Το 1591 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως συγγραφέας και ως ηθοποιός σε διάφορους περιπλανώμενους θιάσους. Το 1594 έγινε μέλος του βασιλικού θιάσου και το 1597 βασικός μέτοχος στο θέατρο Γκλόουμπ. Το 1610 επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του. Το κορυφαίο λυρικό δημιούργημά του είναι τα εκατόν πενήντα τέσσερα Σονέτα του (1592-98;). Έγραψε τριάντα έξι θεατρικά έργα. Ανάμεσα στα πιο γνωστά είναι τα εξής: α) Κωμωδίες: Το ημέρωμα της Στρίγκλας (1594), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1596), Ο έμπορος της Βενετίας (1597), Δωδέκατη νύχτα (1600), β) Τραγωδίες: Άμλετ (1600), Οθέλλος (1604), Μάκβεθ (1606), γ) Ιστορικά έργα: Ιούλιος Καίσαρας (1600-1). Αντώνιος και Κλεοπάτρα (1607;).

Πίνακας: Gerrit van Honthorst  

eirini aivaliwtouΟυίλλιαμ Σαίξπηρ, Σονέτο XVIII
Περισσότερα

Sandro Penna, Ζεστή Άμμος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η ζωή… είναι να θυμάμαι το θλιβερό
ξύπνημα σε ένα τραίνο, την αυγή: να έχω
δει έξω το αβέβαιο φως: να έχω νιώσει
στο μουδιασμένο κορμί την παρθενική
και σκληρή μελαγχολία του τσουχτερού ανέμου.

Αλλά ακόμα πιο γλυκό είναι να θυμάμαι
την απροσδόκητη λύτρωση: δίπλα μου
ένας νεαρός ναύτης: το μπλε και το
άσπρο της στολής του κι έξω
μια θάλασσα νωπή από χρώμα.

*

Αν υποχωρήσει λίγο η νύχτα του καλοκαιριού
θα προβάλουν στην ακρογιαλιά
γεννημένοι σιωπηλά όπως τα χρώματά της-
γυμνοί άντρες που ελαφρά πορεύονται.

Κι όπως ο άνεμος κινεί την θάλασσα το ίδιο
σπρώχνουν φωνάζοντας οι άντρες τις βάρκες
σπρώχνουν τις βάρκες οι άντρες φωνάζοντας

Ανατέλλει πάνω στον τελευταίο ιδρώτα ο ήλιος

*

Αρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ηλίου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.

Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.

Το βράδυ, στην σκιά της μητρόπολης
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμα

κι η φωνή της καμπάνας.

*
Ήλιος δίχως σκιά πάνω σε ρωμαλέα
εγκαταλειμμένα κορμιά κάθε αρετή σωπαίνει.

Αργά η ψυχή βυθίζεται – με την θάλασσα-
μέσα σε φωτεινό ύπνο. Αίφνης
αναπηδούν – νεαρά νησίδια – οι αισθήσεις.

Η αμαρτία όμως δεν υπάρχει πια.

*

Αν πίσω απ’ το φωτισμένο παράθυρο
κοιμάται ένα αγόρι τη νύχτα του καλοκαιριού
κι ονειρευτεί…
Περνάει γρήγορο το τρένο
και πάει μακριά.
Η θάλασσα είναι όπως πρώτα.

*

Η θάλασσα είναι καταγάλανη.
Η θάλασσα είναι γαλήνια.
Στην καρδιά είναι σχεδόν μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι γαλήνια.

*
Ο έρωτάς μου ήταν γυμνός
στο ακρογιάλι μιας ηχηρής θάλασσας.
Του παραστεκόταν
ευνοϊκοί και πράοι-
εγώ και ο καιρός

Έπειτα τον έκλεισε στο σπίτι.
Μου τον λέρωσε μια μελάνη. Απομένω
στο ακρογιάλι μιας ηχηρής θάλασσας.

*

Ακίνητα είναι στον ουρανό τ’ αστέρια.
Αυτό το καλοκαίρι είναι όμοιο με τα’ άλλο καλοκαίρι.
Το αγόρι όμως που περνάει μπροστά σου
αν δεν το φωνάξεις, δεν θα’ ναι πια το ίδιο.

*

Όλα τα πράγματα του κόσμου αγαπούσα
και δεν είχε παρά το άσπρο μου σημειωματάριο
κάτω απ’ τον ήλιο.

*
Να το υδρόβιο κι ευτυχισμένο αγόρι.
Να το αγόρι γεμάτο από φως.
Πιο διαυγές από το στίχο που το περιέχει.
Ήπια εποχή σιωπής και ήλιου
κι αυτή η γιορτή των λέξεων μέσα μου.

*
Βγήκε απ’ το πράσινο αναπάντεχος
λίγο γυμνός ακόμη κι αμέσως εξαφανίστηκε.
Απέμεινε στον καύσωνα εκείνης της ώρας, μια ζεστή
μυρωδιά, μια – δυο μύγες κι εγώ μαζί τους
*
Το τραίνο θα καθυστερήσει τουλάχιστον μια ώρα.
Τα νερά της θάλασσας γίνονται πιο βαθυγάλανα.
Στο ασβεστωμένο ντουβάρι το κουδούνι
του σπιτιού δεν χτυπάει. Το σιδερένιο παγκάκι
ζεματάει στον ήλιο. Τα τζιτζίκια είναι
οι μόνοι κύριοι της ώρας.

*
Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος
μες στο γλυκό ψίθυρο της ζωής.

Sandro Penna, Ζεστή Άμμος (μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας)

Σάντρο Πέννα και Παζολίνι

Ο Σάντρο Πέννα γεννήθηκε στην Περούτζια στις 12 Ιουνίου 1906. Το 1929 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, πόλη που αποτελούσε το στόχο των συχνών νεανικών περιπλανήσεων. Εδώ έζησε την υπόλοιπη ζωή του (αν εξαιρέσουμε την παρένθεση της διαμονής του στο Μιλάνο όπου δούλεψε σαν υπάλληλος βιβλιοπωλείου) εξασκώντας τα πιο διαφορετικά και τυχαία επαγγέλματα. Πέθανε στη Ρώμη στις 23 Ιανουαρίου 1977. «Η ζωή… είναι να θυμάμαι…», ήταν το πρώτο ποίημα που έγραψε (όπως μας λέει ο ίδιος σ’ ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα), στο περιθώριο μιας εφημερίδας. Ένα βράδυ κοντά στη θάλασσα σε ηλικία 22 χρονών και σε μια εποχή που «ούτε υποπτευόμουν καν την ύπαρξη της ποίησης». Εκείνο το «πρώτο» ποίημα βρέθηκε ανάμεσα στα χαρτιά που άφησε με το θάνατό του, δακτυλογραφημένο με την ημερομηνία 24-8-1922, γνωρίζουμε πως ο Πέννα έγραφε ακόμη μαθητής γυμνασίου μακροσκελή ποιήματα επηρεασμένος από τον Ντ’ Ανούντσιο, εκείνο το «πρώτο» ποίημα διατηρεί όλο τον θαυμασμό μας γιατί ξέρουμε πως γεννιέται όχι από ένα θαύμα, αλλά έπειτα από «γνώση» κατακτημένη με αγωνία και μελέτη. «Μόλις συγκέντρωσα μερικά ποιήματα», συνεχίζει το αυτοβιογραφικό σημείωμα, «μου έτυχε να διαβάσω σε μια εφημερίδα πως οι πιο μεγάλοι ποιητές ήταν τρεις: ο Σάμπα, ο Ουνγκαρέτι, και ο Μοντάλε. Από τη στιγμή που ήξερα πως ο Σάμπα έχει ένα βιβλιοπωλείο στην Τεργέστη στην οδό Σαν Νικολό, είπα στον εαυτό μου: Να σε ποιον θα στείλω τα ποιήματά μου να μου πει αν αξίζουν. Η απάντηση μού ήρθε αμέσως…». Η ποίηση του Πέννα από την ευτυχισμένη εκείνη αρχή, δεν γνωρίζει ανάπτυξη. Επαναλαμβάνεται σε μια περιορισμένη ποικιλία ήχων και τόνων επιτυγχάνοντας μια σειρά από διαφάνειες που δεν έχουν προηγούμενο στην ιταλική ποίηση του αιώνα μας. Αν όμως το έργο του έχει μόλις τα τελευταία χρόνια εξαπλωθεί έξω από την «ελίτ» των ειδικών κι έχει αποκτήσει την ανάγνωση του αναγνωστικού κοινού, η δυσκολία να περιοριστεί η ποίηση του Πέννα σε μια ετικέτα, παραμένει. Ίσως γιατί αυτό που λέει είναι μόλις διατυπώσιμο, είναι ένα μυστικό που δεν μπορούμε να το επαναλάβουμε, παρά μόνον να το αισθανθούμε. Ο Αντόνιο Πόρτα γράφει: «Ο Πέννα μας αποδεικνύει σε μεγάλο βαθμό το «ακαθόριστο» με το οποίο είναι φτιαγμένη η ποίηση: κι ακόμα ότι δεν μπορεί να ορισθεί παρά μόνον με τον εαυτό της». Ο Σάντρο Πέννα άσκησε μεγάλη επιρροή στους ποιητές της αποκαλούμενης «Σχολής της Ρώμης».

  • Αρχική εικόνα: Italian Young Man In 1950. Photograph by George Daniell
eirini aivaliwtouSandro Penna, Ζεστή Άμμος
Περισσότερα

Κάτω από τον ήλιο στο ντάλα μεσημέρι, César Cantoni

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Κάτω από τον ήλιο στο ντάλα μεσημέρι τα παιδιά
παίζουνε στη δημοσιά ποδόσφαιρο.
Με τα στήθη γυμνά και το μέτωπο λούτσα στον ιδρώτα
τρέχουν άτακτα από τη μια ίσαμε την άλλη άκρη.
Τρέχουν – δεν διατυπώνουν ερωτήματα,
δεν εξάγουν συμπεράσματα, δεν πλάθουν μυστικά απόκρυφα.
Η ζωή για τούτα τα παιδιά
είναι τόσο απλή και αδιαφιλονίκητη
όσο και το πέτσινο τόπι που κλωτσάνε.
Αν υπάρχει κάποια αλήθεια, κάποιο αίτημα απόλυτο,
είναι η στιγμή εκείνη
όπου η μπάλλα περνάει κάτω απ’ τα δοκάρια του τέρματος.
Αυτή μόνο… Και τα κορίτσια που περνάνε
από τη δημοσιά όσο παίζουν
και χτυπάνε τις χορδές των ονείρων τους.

CÉSAR CANTONI (1951). Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

eirini aivaliwtouΚάτω από τον ήλιο στο ντάλα μεσημέρι, César Cantoni
Περισσότερα

Τάκης Καρβέλης, «Ο Φόβος του Τερματοφύλακα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Χιλιάδες μάτια σε καρφώνουν. Δύο τα δικά σου.
Τι κι αν σταυροκοπηθείς κι αφήσεις, ανάμεσα από σένα και την μπάλα,
που ρουφάει τα μάτια σου, μικρό σταυρό για φυλαχτό.
Αυτή θ’ ακολουθήσει την πορεία της. Εσύ στηλώσου
όσο μπορείς στα πόδια σου. Είσαι το ελάφι που ακροβατεί πάνω στην
τεντωμένη χορδή των νεύρων μας κι εκείνο τρέχει τρέχει μες στο δάσος
και το φοβίζει του ανάλαφρου τρεχαλητού του η αντήχηση.
Θα περάσει; Δεν θα περάσει; Αυτή η αγωνία μάς κρατάει τώρα στη ζωή.
Όμως εσύ σφίξου στον φόβο σου. Πόνταρε ακόμη
στον νόμο των πιθανοτήτων που σ’ έχουνε τυλίξει σαν μια τεράστια
αράχνη. Γιατί, νεαρέ μου μονομάχε, ιππότη της νέας μας ζωής, κάθε
κατεύθυνση είναι πιθανή.
Μέχρι την ύστατη στιγμή όλα πουλιούνται κι
όλα παίζονται. Μονάχα ο φόβος δεν πουλιέται και δεν παίζεται. Ο φόβος
της στιγμής αγχόνης που καλπάζει. Ο φόβος να ‘σαι μόνος μες στο
γήπεδο αρένα και να σπαθίζουν γύρω σου αναρίθμητα μάτια στιλέτα. Ο
φόβος ν’ αντικρίσεις το φόβο σου.

Τάκης Καρβέλης, «Ο φόβος του Τερματοφύλακα», Δεν είναι ο περσινός καιρός, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1988, σ. 14

  • Πίνακας: Το πέναλτι, Άγνωστου καλλιτέχνη. National Football Museum, Μεγάλη Βρετανία
eirini aivaliwtouΤάκης Καρβέλης, «Ο Φόβος του Τερματοφύλακα»
Περισσότερα

Μανόλης Πρατικάκης, ΙΧ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από παιδί της οδύνης χαρισματικός.
Σκοτεινό τάλκιν, μπρούμυτα με θλάση
στους προσαγωγούς η επελαύνουσα φήμη.
Νεκροψία οι λέξεις του στα γεγονότα.
Τι μεγάλος ζογκλέρ! Κάθε παιχνίδι
το ‘νιωθε να είναι ο μεγάλος Τελικός.
Παγκόσμιο ταλέντο που το είχε ο άτιμος
στο θάνατο.
(Μεγάλη αλήθεια κι ένδοξη καριέρα, δίνοντας
δύναμη θηρίου στην απόγνωση.
Ιλαρή παρωδία πρωταθλήματος μαχόμενος πάντα
στη μικρή περιοχή της ιστορίας, με μακρόηχες
σκελέες φωνητικότητας, με περικνημίδες
Γραβιάς.)

(Από τη συλλογή «Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους».
Ποιήματα αναφερόμενα στον Νίκο Καρούζο, Ίκαρος, Αθήνα 1993)

  • Φωτογραφία: Mario Tama/Getty Images
eirini aivaliwtouΜανόλης Πρατικάκης, ΙΧ
Περισσότερα

Μια διεξοδική μελέτη για το έργο «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Ζοέλ Πομμερά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Liberal Books η μονογραφία του ΝεκτάριουΓεώργιου Κωνσταντινίδη με τίτλο «La Réunification des deux Coréesde Joël Pommerat: Entre le paradoxe et le conflit». Πρόκειται για μια διεξοδική μελέτη του έργου Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα Ζοέλ Πομμερά. Το ελληνικό κοινό γνώρισε το εν λόγω έργο μέσα από την επιτυχημένη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης που ανέβηκε για δύο περιόδους σε μετάφραση Μαριάννας Κάλμπαρη και σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.

Το βιβλίο είναι γραμμένο στη γαλλική γλώσσα και προέκυψε από τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του Ν.-Γ. Κωνσταντινίδη στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, όπου δίδαξε το μάθημα «Η αισθητική του μοντέρνου και του μετα-μοντέρνου στο θέατρο του 20ου αιώνα». Στα τρία κεφάλαια της μονογραφίας, αναλύονται διεξοδικά τα είκοσι αυτόνομα επεισόδια του σπονδυλωτού έργου του Πομμερά μέσα από θεωρητικά εργαλεία της σημειωτικής του θεατρικού λόγου.

Ο Ζοέλ Πομμερά γεννήθηκε το 1963. Συγγραφέας και σκηνοθέτης των δικών του έργων αποκλειστικά, ανακάλυψε το πάθος του για το θέατρο σε ηλικία 12 ετών στο Φεστιβάλ της Αβινιόν. Έξι χρόνια αργότερα, συνεργάστηκε ως κωμικός με έναν επαρχιακό θίασο, αλλά γρήγορα αποφάσισε να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων και στη σκηνοθεσία. Το 1990 ίδρυσε τον θίασο Louis Brouillard και δημιούργησε τις πρώτες του παραστάσεις στο Théâtre dela Main d’Or στο Παρίσι. Η φήμη και το κύρος του θιάσου απογειώθηκαν, ύστερα από την επιτυχία του έργου του Πομμερά «Au Monde» το 2004. Από το 2005 έως το 2008, υπήρξε μόνιμος καλλιτεχνικός συνεργάτης της Espace Malraux, της Εθνικής Σκηνής του Σαμπερί και της Σαβοΐας. Από το 2007 έως την άνοιξη του 2010, συνεργάστηκε με τον Πήτερ Μπρουκ στο θέατρο Bouffesdu Nord στο Παρίσι. Έκτοτε, είναι μόνιμος καλλιτεχνικός συνεργάτης στο Ateliers Berthier του Odeon-Théâtre de L’Europe και στο Εθνικό θέατρο των Βρυξελλών. Τον Ιούλιο του 2006, ο Ζοέλ Πομμερά και ο θίασός του ήταν οι επίσημοι προσκεκλημένοι στο 60ο Φεστιβάλ της Αβινιόν. Από το 2006 και ύστερα, ο Ζοέλ Πομμερά έχει επανειλημμένως λάβει το Βραβείο Μolière και το Μέγα Βραβείο της Ένωσης Κριτικών και το 2010 του απονεμήθηκε το Βραβείο Θεάτρου της Εταιρείας Συγγραφέων και Δραματουργών.

Το έργο «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» γράφτηκε το 2012 και πρωτοπαίχτηκε στο Παρίσι, στο θέατρο Οντεόν, το 2013. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία (Prix Beaumarchais/le Figaro du meilleur auteur, Prix du Meilleur Spectacle public au Palmarès du théâtre et Prix de la meilleure création d’une pièce en langue française du Syndicat de la critique). Από τις εκδόσεις Actes Sud – Papiers έχει εκδοθεί το σύνολο του έργου του.

Ο Νεκτάριος-Γεώργιος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981. Είναι αριστούχος διδάκτωρ του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (υπότροφος ΙΚΥ), κριτικός θεάτρου, μεταφραστής και καθηγητής γαλλικών. Εκπονεί, από το 2016, μεταδιδακτορική έρευνα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, με θέμα «Το γαλλόφωνο θέατρο στην ελληνική σκηνή του 21ου αιώνα». Κείμενά του δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά, εφημερίδες, και διαδικτυακές σελίδες που σχετίζονται με το θέατρο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μεταφράσεις του γαλλόφωνων θεατρικών έργων έχουν εκδοθεί και παρουσιαστεί από ελληνικούς θιάσους. Είναι μέλος του Κέντρου Σημειολογίας του Θεάτρου και της Επιστημονικής Επιτροπής του περιοδικού Θεατρογραφίες.

Πληροφορίες

Nektarios-Georgios Konstantinidis

La Réunification des deux Corées de Joël Pommerat: Entre le paradoxe et le conflit

ISBN 978-618-5012-36-6

Τιμή: 10 ευρώ

Eκδόσεις Liberal Books

Γράμμου 28, Ζωγράφου, 157 73 Aθήνα

Tηλ.: 210-64.50.048, Fax: 210-64.49.924

www.liberalbooks.gr, e-mail: liberalbks@gmail.com

eirini aivaliwtouΜια διεξοδική μελέτη για το έργο «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Ζοέλ Πομμερά
Περισσότερα

Η κυρία Νίτσα, Μ. Καραγάτσης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η πρώτη μου αγάπη ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ. Αμέσως θα φανταστείτε το αιώνιο ειδύλλιο του αμούστακου εφήβου και της ώριμης γυναίκας, ή μάλλον χήρας, για να κυνηγήσω με μεγαλύτερη επιτυχία τις υπεκφυγές της φαντασίας σας.
Λοιπόν, όχι. Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ.

Η διαφορά της ηλικίας μας αυτή καθαυτή δεν θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση της ηλικίας μου, απέναντι της ηλικίας του διπλανού μου. Δεν μπορούσα όιμως να εννοήσω ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. Χωρίς άλλο έπρεπε να ζούσα πολύ καιρό, είκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω και γω…
Ας μην πάρουν οι οπαδοί της μετεμψύχωσης επιχείρημα αυτή τη χρονολογική φαντασία της ομίχλης του παιδικού μου μυαλού. Ας μην ψάξουν να βρουν ενστικτώδη υποσυνείδητα μιας γερασμένης ψυχής που έζησε, και ξαναζεί σε ένα νέο κορμί. Ήταν άγνοια της πραγματικότητας και τίποτα παραπάνω. Γιατί αν είχα ζήσει άλλοτε, εδώ και καιρό, μ’ όλη την προσωρινή μεταβατική κατάσταση της ψυχής μου, θα μου ‘μενε κάποια ανάμνηση της χαράς της επίγειας ζωής, ώστε να μην έκανα το λάθος να ξαναγεννηθώ.

Πολλοί ίσως να βρουν ότι είχα πρόωρο ερωτικήν ανάπτυξη. Τι πλάνη! Αισθηματική δεν αρνούμαι, μα ερωτικήν, αδύνατο. Και όμως, αν ρίχναν μια ματιά στην «Πρώτη αγάπη» του Κονδυλάκη, θα βλέπαν ότι δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο. Καθένας από την άχαρη ανατολή της ζωής του κρύβει μέσα του σε εμβρυώδη κατάσταση τη libido. Αγαπάει είτε σαν ασυνείδητος εραστής, είτε σαν σύνθετος Οιδίπους. Δεν έχει όμως το θάρρος στη δύση πια του βίου του να απλώσει μπροστά στον κόσμο τις πρώτες χλιαρές αχτίνες του ήλιου του.
Τίποτε καινούργιο κάτω από τον ήλιο, μα πολλά κρυφά.

Ήταν ένα λευκό διάφανο ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. Μια δημιουργία της φαντασίας του Μυσσέ, και της ρομαντικής πλειάδας. Μια εικόνα του Γκρεζ, χωρίς αφέλεια όμως. Κάτι πιο σύγχρονο. Αυτή τη μορφή ίσως την βρείτε και στον Φραπιέ και στον Μπαζέν. Η Ρόζα της «Maternelle» ή η Νταβιντέ Μπιρό; Ήταν δασκάλα. Δασκάλα μου, για να εννοούμαστε.
Επήγαινα στην τρίτη του δημοτικού, σ’ ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη. Δυο-τρεις ακακίες και μερικά βρωμόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Το χειμώνα το νερό της βρύσης πάγωνε, και η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.
Η κυρία Νίτσα -αυτό ήταν το όνομα της πρώτης δασκαλικής μου αγάπης- δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ’ αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χειμώνας του κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές του Ολύμπου παγερός και κοκαλιάζει τους βόλους στα χωράφια της εριβώλακος Θεσσαλίας.
Η τάξη μας είναι ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοί μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δεν θα ‘ρχόταν η «κυρία».
Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν αμπάριζα. Ύστερα η «κυρία» διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο και θα ενοχλούσαν τις «μεγάλες». Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.
Θα πηγαίναμε στον σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Από κει θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη -είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη «Μαγούλα», την Ορμάν μαγούλα, όπου θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.
Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζουμαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη «θα» πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και στυλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.

Θα μου πείτε, πώς θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γιομάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά, ώστε να μην μπορούν ν’ ανακατευτούν με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής. Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ-ζάγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε. Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού.
Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλον άνθρωπο, αλλιώτικο από σάς, ξένο, ένα φίλο ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φρανς δεν είναι ο «Μικρός Πέτρος». Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ’ όνομά του. Είναι σαν μια πνοή καθαρού αέρα, ή σαν μια πρέζα κοκαΐνης.

Το μάθημα της κυρίας Νίτσας είναι ιεροτελεστία. Η αδυναμία του εύθραστου αυτού αναιμικού κοριτσιού είχε πάνω μας μιαν επιβολή μεγαλύτερη από μια πελώρια μυϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της.
Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο της παιδικής ψυχής μου, βγάνω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτή τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού και femme fatale. Είτε μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είτε στο φως ενός καλοκαιριάτικου δειλινού, είχε μια πελώρια χάρη και μια άδολη, άθελη γοητεία.
Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση της νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα, είτε τώρα τις ζω είναι το ίδιο.

Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλε τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της.

Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ’ όλη την χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόσαντε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Πού ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δεν μας κοιτάει; Μας ξέχασε;
Το λευκό κεφάλι σηκώνεται. Με είδε, με κοιτάει. Τα μαλλιά της είναι πιο κοντά παρά ποτέ.
-Τι είναι, Γιαννάκη;
Τι είναι; Μα είναι τόσο πολλά πράματα μυστηριώδη για τη μικρή ψυχή μας, που έπρεπε να τα είχες καταλάβει, αέρινη μικρή δασκάλα. Μέσα στο κάθε παιδί κρύβεται ένας άντρας, ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι, όπως ο όμορφος λοχαγός, παραδείγματος χάριν, που περνάει με τ’ άλογό του τέσσερις φορές την ημέρα, κάτω από το παράθυρο της τάξης. Αυτόν τον κρυμμένο παιδικόν άντρα, έπρεπε να τον είχες ανακαλύψει, έπρεπε να τον είχες δαμάσει με την γυναικεία τέχνη σου. Μα δεν είχες καιρό. Τον δικό σου άντρα, τον ώριμο άντρα, τον ανακάλυψες, και αν δεν δάμασες αυτόν, δάμασες χωρίς άλλο το άλογό του, γιατί δεν εξηγιέται αλλιώς πώς στεκόταν πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, σκάβοντας με το πόδι τη γη και χλιμιντρώντας.
Εξέχασες τελείως τα παιδιά σου, κακή κυρία Νίτσα.
Η φωνή μου όταν της απαντούσα ήταν κλαψιάρικη.
– Δεν μπορώ να κάνω το ψι…
Το ψι. Ο τύραννος του νεοφώτιστου μαθητή. Ο τρόμος της καλλιγραφίας. Το χεράκι μπερδεύεται και τρέμει όταν αρχίζει να χαράζει το μεγάλο κόμπο, το γόρδιο αυτό δεσμό του ελληνικού αλφαβήτου.
Ένα χαμόγελο γιομάτο καλοσύνη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της. Τα μεναξεδένια μάτια στάζουν μέλι. Κατεβαίνει από την έδρα. Κάθεται κοντά μου στην άκρη του θρανίου. Από το κλειστό γιακά της βγαίνει μια μυρουδιά γυναίκας, απροσδιόριστη ακόμη για την αναίσθητη όσφρησή μου, μα αρκετά μυστηριώδης και ευχάριστη από τότε. Το μακρύ κορμί της ακουμπάει απάνω μου. Η ελαστική της σάρκα αποτυπώνεται καλά στη μνήμη μου, μ’ ένα αίσθημα περίεργο, συγγενές προς την ηδονή. Έχω λόγους να νομίζω ότι αυτή είναι η ηδονή σε εμβρυώδη κατάσταση.
Τα μακριά κέρινα δάχτυλά της παίρνουν στη θερμή μυρωμένη λαβή τους το ανήξερο παιδικό μου χέρι. Και με οδηγούσε στο δαίδαλο του ψι, σωστή διανόηση αυτή, εμένα αγράμματο παιδί, όπως μια μεστή γυναίκα τον ανήξερο έφηβο στο λαβύρινθο του έρωτα.

Συλλογιέμαι καμιά φορά εκείνη τη γυναίκα που, εδώ και χρόνια τώρα, για λίγες δραχμές, ανέλαβε να μου δείξει το ασανσέρ που ανεβαίνει στον έβδομο ουρανό της αγάπης. Κανένα καινούργιο συναίσθημα. Είμαι βέβαιος πως το ρόλο που έπαιξε αυτή ρεαλιστικότερα, τον ντεμπουτάρισε σε μένα η κυρία Νίτσα, με έναν ασυναίσθητο ρομαντισμό, για να λέμε την αλήθεια. Γιατί το φτωχό κορίτσι δεν μπορούσε να ξέρει τις απόκρυφες γωνιές της ψυχής των μαθητών της.
Κάθε γνωστού πράματος την πρώτη γνώση πρέπει να την ζητάμε πίσω, στις πιο μακρινές εποχές της ζωής μας. Εκείνο που μόλις σήμερα γνωρίσαμε, το είχαμε δει και άλλοτε. Πότε; Αυτό είναι μυστήριο. Κάτω από μια από τις άπειρες μορφές του, κάποτε θα έπεσε στην αχτίνα των αισθήσεών μας. Ίσως σε κάποια εποχή τόσο περασμένη και ξεχασμένη, ώστε η φαντασία μας να την βάζει σε μια χρονολογία πιο μακρινή από τη γεννησή μας. Και λέω η φαντασία μας, για να μην πάρουν επιχείρημα οι οπαδοί της μετεμψυχώσεως για να στηρίξουν τις αβέβαιες επιστήμες τους. Όχι, δεν τους το επιτρέπω.

Το τέλος το ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στην μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γεμάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά από την καρδιά μου.

Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε το λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλεια δεν τάραξε την ψυχή μου. Ήμουν από τότε πολιτισμένος. Την βλέπω σήμερα συχνά. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μας έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο της μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρία κινήματα. Ζει ευτυχισμένη, και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δεν μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη…
Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια.

  • Πίνακας: Writing boy – Albert Anker, 1908
eirini aivaliwtouΗ κυρία Νίτσα, Μ. Καραγάτσης
Περισσότερα