Animal stories

Τάι, ο φοβικός γίγαντας που αγάπησε τον Χάρη και την Έφη…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το σύμπαν κινείται στους ρυθμούς του και καλά κάνει. Το δικό μου σύμπαν, έχει προς το παρόν κάνει μία παύση. Με ανακουφίζει να μοιράζομαι. Θα ‘θελα να μοιραστώ την ιστορία μου με τον Τάι. Όποιος δε βαριέται, ορίστε.

Πήρα τον Τάι από ένα εκτροφείο Κάνε Κόρσο στη Νέα Μάκρη. Μου έδειξαν τρία κουτάβια και με άφησαν να επιλέξω ένα από αυτά. Τα δύο ήταν κάτι πανέμορφα κοινωνικά κουταβάκια γεμάτα όρεξη για χάδια και παιχνίδια. Ο τρίτος ήταν ο εκλεκτός μου. Ένας φοβισμένος μπούφος, με τα σάλια να του κρέμονται ως το πάτωμα. Πλησίασε διστακτικά τη μάντρα. Είχε χαμηλωμένο το χοντροκέφαλό του και μου ’ριχνε κάτι κλεφτές φοβισμένες ματιές. Έσκυψα να τον χαϊδέψω και το χέρι μου γέμισε τρίχες.

 

 

«Ωραία. Είναι φοβίτσας, σαλιάρης και μαδάει! Αποκλείεται να διαλέξει αυτόν!». Σκέφτηκε η Έφη.

Τα μάτια, λέει ο λαός, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Και τα ‘δα τα μάτια του! Πρόλαβα και τα ‘δα, κι ας τα ‘κρυβε επιμελώς αυτός ο μούστρουχος. Είχαν αυτή την καλοσύνη που μόνο μερικά και όχι όλα τα μάτια έχουν. Και μια θλίψη. Βαθιά, απόκοσμη θλίψη. Τον αγάπησα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Τον ερωτεύτηκα.

Γρήγορα ανακαλύψαμε ότι ο Τάι ήταν φοβικός. Πραγματικά φοβικός, όχι αυτό που λένε «θέλει το χρόνο του». Ο Τάι δεν ήθελε το χρόνο του. Ήθελε εμένα και την Έφη. Τελεία. Και δεχόταν χάδια από κάνα δυο δικούς μας, ύστερα από χρόνια προσπάθειας και υπομονής. Ακόμα και τώρα στα τελευταία, με το που μπαίναμε στο ασανσέρ να βγούμε βόλτα, ο Τάι άρχιζε να τρέμει. Κυριολεκτικά να τρέμει. Ρίγος. Κάθε φορά έσκυβα και τον χάιδευα. Κάθε φορά. Προσπαθούσα να του αποσπάσω τη σκέψη από τον απροσδιόριστο φόβο που τον κυρίευε. Επί ματαίω. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στην πόρτα του ασανσέρ και κάθε ικμάδα της ύπαρξής του σε εγρήγορση μην τυχόν και μας επιτεθούν τίποτα εξωγήινοι.

Τα πρώτα δύο χρόνια αφιερώσαμε άπειρο χρόνο για εκπαίδευση, δική μας κυρίως, και έπειτα του Τάι. Προσπαθήσαμε με χίλιους, πραγματικά με χίλιους τρόπους να τον κοινωνικοποιήσουμε. Μάθαμε την Καισαριανή παρέα. Εκείνη την περίοδο υπέφερα από φοβερές κρίσεις πανικού και οι βόλτες με τον Τάι με βοηθούσαν. Στην πραγματικότητα σταμάτησα να εστιάζω στο μεγάλο και ωραίο Εαυτό μου και άρχισα να νοιάζομαι για κάποιον που με είχε πραγματική ανάγκη. Ο Τάι με χρειαζόταν. Όταν βγαίναμε σε κεντρικά πεζοδρόμια ο Τάι με έσερνε στην κυριολεξία σε μέρη ήσυχα. Πάθαινε πανικό με τον κόσμο. Κόσμο κάθε είδους. Γυναίκες, αγόρια, παιδιά, παππούδες. Δεν είχε προτίμηση σε κανέναν. Ήταν ένας γίγαντας 50 κιλών που έτρεμε σαν ψάρι έξω από το νερό, στη θέα και μόνο του δίποδου είδους μας, του Ανθρώπου. Ντρεπόμουν στην αρχή. Μας βλέπανε που παλεύαμε να ισορροπήσουμε και ρωτάγανε. Όλο ρωτάγανε. «Γιατί φοβάται;», «Μήπως το δέρνετε;», «Έχει φάει ξύλο όταν ήταν μικρός;». Άντε να τους εξηγήσεις όλους αυτούς.

 

 

Σιγά σιγά βρήκαμε τα πατήματά μας. Τον δέχτηκα όπως ήταν. Σταμάτησα να τον πιέζω. Ξεκινήσαμε τις μοναχικές βόλτες μακριά από τα δίποδα και τους θορύβους που τόσο τον τρόμαζαν.

Όταν γυρίζαμε σπίτι ο Τάι μεταμορφωνόταν. Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ ένα πράμα. Έφευγε όλο το στρες και γινόταν ένας απίθανος, παιχνιδιάρης, γλυκός, στοργικός, τρελιάρης σκύλος. Του παραδόθηκα άνευ όρων. Του ανήκαν όλα. Το σπίτι, το αυτοκίνητο, τα ρούχα μας. Όλα είχαν τις γαϊδουρότριχές του και βρωμούσαν αυτήν την υπέροχη, μοναδική μυρωδιά του. Αυτή που μου λείπει και θα μου λείπει και θα μου λείπει ρε γαμώτο. Μου λείπεις ρε βλάκα. Μου λείπεις. Νόμιζα ότι με είχες ανάγκη εσύ αλλά τελικά εγώ σε είχα πιο μεγάλη ανάγκη ρε φιλαράκο. Νιώθαμε ασφαλείς μαζί σου. Ήσουν πάντα εκεί για εμάς, χωρίς γκρίνιες, χωρίς να μας κρίνεις. Με την ίδια χαρά και λαχτάρα κάθε φορά που μας έβλεπες κι ας είχε περάσει μονάχα μισή ώρα.
Εν αναμονή της μικρής μας κόρης λοιπόν, φίλοι και οικογένεια άρχισαν να ρωτάνε: «Τι θα γίνει με τον Τάι;», «Θα ζηλέψει», «Πρέπει να προσέχεις», «Παιδί και φοβικό σκυλί ποτέ μαζί». Δίκιο είχαν δεν τους αδικώ. Κι εγώ κάπως τα σκεφτόμουν αυτά. Προβληματιζόμουν πώς θα το πάρεις, πώς θα αντιδρούσες. Στην πραγματικότητα όμως δε σε φοβόμουν ούτε λεπτό. Ότι θα τα κατάφερνες. Και θα την αγαπούσες τη μικρή όπως αγάπησες κι εμάς.

Αλλά την έδωσες τη λύση, μόνος σου. Μας κούνησες μαντίλι, ρε μπαγάσα. Μάλλον δεν άντεχες τη μοιρασιά… Είχες ένα μοναδικό χάρισμα. Μου χάριζες στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Σε ευχαριστώ. Σε αγαπώ.

 

 

Αυτοί είναι οι άνθρωποι που μας βοήθησαν αυτά τα 5 χρόνια. Για να σας άφησε ο Τάι να τον πλησιάσετε, είστε σίγουρα ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί. Οι εκπαιδευτές του: Θέο Κουτσόπουλος, Χρήστος Κιούσσης, Άκης Κόντας, Ελευθερία Μήτρου και Στέλλα Σακαλή, που δεν παραπονέθηκες ποτέ για το θόρυβο! Σας ευγνωμονούμε.

Χάρης Τζωρτζάκης

  • To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο χρονολόγιο του ηθοποιού Χάρη Τζωρτζάκη στο F/b
eirini aivaliwtouΤάι, ο φοβικός γίγαντας που αγάπησε τον Χάρη και την Έφη…
Περισσότερα

Έλληνες ζωγράφοι ζωγραφίζουν τα ζώα της χώρας μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας, τα ζώα πρόσφεραν στον άνθρωπο πολλά και πολύτιμα: τον έθρεψαν με το κρέας τους, τον ζέσταναν με το τρίχωμά τους, τον βοήθησαν να καλλιεργήσει τη γη, έγιναν προστάτες και φίλοι του αχώριστοι. Ο Αριστοτέλης έλεγε πως «τα φυτά των ζώων ένεκέν εστι και τα ζώα των ανθρώπων χάριν», δηλαδή ότι τα ζώα ήρθαν στον κόσμο για χάρη των ανθρώπων.
Με ορισμένα μάλιστα, όπως με τους σκύλους και τις γάτες, ο άνθρωπος εξελίχθηκε παράλληλα. Τόσο στενά δέθηκε μαζί τους.
Τα μιμήθηκε για να επιβιώσει και για να κατασκευάσει τα κορυφαία τεχνολογικά του επιτεύγματα. Μήπως τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια δεν μιμούνται τις ιδιότητες των πουλιών και των ψαριών αντίστοιχα;
Τα ζώα εκδηλώνουν την αγάπη τους στον άνθρωπο τόσο πιστά και ανιδιοτελώς.
Τον κάνουν να χαμογελά και να θαυμάζει. Τον παρηγορούν. Του αρέσει να τα παρατηρεί ακόμη και αυτά που δεν θα αγγίξει ποτέ.
Έχει πολλούς καλούς λόγους για να τα έχει συντροφιά του, στο σπίτι του, κυρίως βέβαια τα γατάκια και τα σκυλάκια.
Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι οφείλουμε να τα φροντίζουμε, να τα νοιαζόμαστε και να τα περιθάλπουμε. Γιατί απλά τα αγαπάμε. Αλήθεια, χρειάζεται κανείς δικαιολογία για να αγαπά μια άλλη ζωντανή ψυχή;
Πώς θα γινόταν, λοιπόν, η τέχνη -και δη η ζωγραφική- να μη σαγηνευτεί από τη χάρη τους, την κίνησή τους και το εύγλωττο βλέμμα τους;
Παρακάτω θα δείτε μερικούς μόνο από τους πίνακες που εμπνεύστηκαν σπουδαίοι Έλληνες ζωγράφοι από τα ζώα της πατρίδας μας:

 

 

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: Το εισόδημα στο Μόλυβο

 

Κατερίνα Χατζηγιαννούλη: Γάτα

 

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Σμαράγδα Παπούλια: Cat’s hart

 

Βασίλειος Γερμενής: Το αγρόκτημα και τα ζώα του

 

Εμμανουήλ Ζαΐρης: Παιδί με γάτα

 

Νίκος Κούνδουρος

Χριστόφορος Κατσαδιώτης: Auschwitz

 

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος: Παπάς

 

Σμαράγδα Παπούλια: Μαύρη γάτα

 

Σμαράγδα Παπούλια

Οδυσσέας Οικονόμου: Η Θάλεια και η γάτα

Ιάκωβος Ρίζος: Κυρία στον καναπέ

Ιάκωβος Ρίζος: Κυρία στον κήπο με το σκύλο της

 

Νικόλαος Γύζης: Tο παιδί που κοιμάται

 

Ειρήνη Κανά: Γάτα

Γεώργιος Γουναρόπουλος: Το κορίτσι με τη γάτα

 

Καλλιρρόη Μαρούδα

 

  • Αρχική εικόνα: Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

 

eirini aivaliwtouΈλληνες ζωγράφοι ζωγραφίζουν τα ζώα της χώρας μας
Περισσότερα

Ελεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος, Ρήγας Καππάτος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σε άλλους καιρούς, τα Σάββατα,

εύκολα μέτραες εκατό γαϊδούρια απ’ το χωριό μου,

το μεγαλύτερο της Κεφαλλονιάς, στο Αργοστόλι, πλάι στη γέφυρα

από την από δω μεριά του καφενείου του Αριστοφάνη.

Εκεί μασούλααν το σανό τους περιμένοντας

τον κύριό τους να γυρίσει με τα ψώνια∙

για να τα μεταφέρουν στο χωριό, μαζί κι εκείνον, γιατί όχι

ακόμα κι αν τα χτύπαγαν, αφού πολλοί ήταν σκληροί μαζί τους.

Ακόμα κι έτσι, όμως, τον καλωσόριζαν

μ’ ένα ελαφρύ ογκάνισμα και τη ματιά υγρή απ’ την προσμονή,

γεμάτη πραότητα και καλοσύνη

από τα μύχια του στωικού εαυτού τους με την παροιμιώδη υπομονή:

να επιστρέψουν στο χωριό μια ώρα αρχύτερα,

να τα ξεσαμαρώσουν και να ξεκουραστούν κι εκείνα

στον ίσκιο κάποιου δέντρου, αν ήταν καλοκαίρι,

ή στη θαλπωρή του αχερώνα τους, αν ήτανε χειμώνας.

Τώρα, στερνά, μαθαίνω

πέθανε στο χωριό μου κι ο τελευταίος ειρηνικός εκπρόσωπος του είδους.

Δεν θα ακουστεί πια το εγερτήριο γκάρισμά τους

όταν μαζί με τα κοκόρια αποτελούσε

έναν δικό τους χορωδιακό μεμνώνιον ύμνο

στον ήλιο, καλωσορίζοντας τη μέρα.

Ούτε η σκληρή δουλειά ούτε και η σκληρότητα του ανθρώπου

μπόρεσαν να ξεκληρίσουν τη στωική παρουσία τους μέσα στη φύση.

Αυτό το κατόρθωσε η πρόοδος. Τι θλίψη.

(Νοέμβρης 2016)

– Εικόνα: Γιάννης Καστρίτσης: Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά

***

Ο Ρήγας Καππάτος γεννήθηκε στα Δειληνάτα της Κεφαλλονιάς, το 1934. Ποιητής, δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος, ανθολόγος. Για πολλά χρόνια ταξίδεψε σαν ναυτικός. Με τη Δικτατορία (1969) μετοίκησε και έκτοτε ζει στην Αμερική, περνώντας ένα μέρος του χρόνου του στην Ελλάδα. Σπούδασε Φιλολογία (χωρίς να ολοκληρώσει σπουδές), ξένες γλώσσες και μουσική.
Για τις λογοτεχνικές του δραστηριότητες ασχολείται κυρίως με τα ισπανικά, απ’ όπου για πολλά χρόνια επιδίδεται συστηματικά με τη μετάφραση ποιητών και πεζογράφων, πρωτίστως από τη Λατινική Αμερική αλλά και την Ισπανία. Σ’ αυτόν τον τομέα έχει κυκλοφορήσει ανθολογίες περουβιανού και χιλιανού διηγήματος, σε συνεργασία με τους ποιητές Πέδρο Λάστρα και Χαβιέρ Σολογλούρεν, καθώς και ποιητικές ανθολογίες, ατομικές και συλλογικές, όπως: του Πάμπλο Νερούδα, πρώτη ελληνική ανθολόγηση (1966), του Καίσαρα Βαλλιέχο (ανθολόγηση του ποιητικού του έργου, ΟΔΕΒ, 1979 και «Ποιητικά Άπαντα», έκδοση δίγλωσση, «Gutenberg», 2000), του Νικανόρ Πάρρα, του Πέδρο Λάστρα και του Όσκαρ Χαν, την αναμνηστική έκδοση του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου «Δεν θα περάσουν», τα «Ποιητικά Άπαντα» του Γκαρθία Λόρκα, σε συνεργασία με τον Κοσμά Πολίτη.
Το 1995 η κυκλοφορεί η μετάφρασή του του «Λεξικού των Συμβόλων», του Juan Eduardo Cirlot και από τις εκδόσεις «Εκάτη», «Το λεξικό των ισμών», του ίδιου συγγραφέα, κλ.π. Συνεργάζεται κατά καιρούς με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και δημοσιογραφεί μονίμως με ελληνικές εφημερίδες της Νέας Υόρκης. Σε συνεργασία με τον Μεξικανό ποιητή Κάρλος Μοντεμαγιόρ, κυκλοφόρησε στο Μεξικό μία ανθολογία Ελλήνων ποιητών το 1984, και με τον Χιλιανό ποιητή Πέδρο Λάστρα, έκανε την ανθολογία «Τα 100 ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της ισπανικής γλώσσας», που κυκλοφορεί σε 9η έκδοση στα ισπανικά, σε τρίτη στα ελληνικά (δίγλωσση), «Εκάτη», 2000, 2001, 2006 και έχει εξαντλήσει μία έκδοση στα αγγλικά, Seaburn, Nέα Υόρκη, 1998 και έντεκα εκδόσεις στα ισπανικά. Με τους ίδιους συνεργάτες έχει ετοιμάσει μια νέα ανθολογία νεοελληνικής ποίησης, όπου συμπεριλαμβάνονται 70 ποιητές από τον Καβάφη κι εδώ, και θα κυκλοφορήσει στη Βενεζουέλα . Επίσης, με τον ποιητή Πέδρο Λάστρα, ετοίμασε την ειδική ανθολογία «Η παρουσία της Ελλάδας στην ποίηση της Λατινικής Αμερικής», όπου ανθολογούνται 107 ποιητές της ηπείρου που εμπνέονται από την Ελλάδα, από την εποχή της ισπανικής κατάκτησης ίσαμε τις μέρες μας· κυκλοφόρησε στα ελληνικά από την «Εκάτη» και στα ισπανικά από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Χιλής.
Ο Ρήγας Καππάτος έχει κυκλοφορήσει έξι δικές του ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο διηγημάτων με ζώα. Επίσης υπό έκδοση είναι μία ανθολογία του σύγχρονης λατινοαμερικάνικης ποίησης με 95 ποιητές. Ποιήματα του Ρήγα Καππάτου έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά και στα αγγλικά. Σε συνεργασία με τον Χιλιανό ποιητή Ενρίκε Λιν, κυκλοφόρησε το 1985 στο Μεξικό, Εκδόσεις «Premia», στα ισπανικά, την ποιητική συλλογή του για γάτες «Τα ποιήματα του Αθηνούλη», εμπνευσμένα, κυρίως, από τη γάτα του με το ίδιο όνομα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Ισπανιστών Ελλάδας και επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Ανώτερων Σπουδών και Περουβιανών Ερευνών του Πανεπιστημίου του Αγίου Μάρκου της Λίμα Raul Porras Barrenechea.

 

eirini aivaliwtouΕλεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος, Ρήγας Καππάτος
Περισσότερα

Πηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Πρώτη φορά βρισκόμουν σε βαπόρι. Η θάλασσα μύριζε δυνατά, ο άνεμος φυσούσε.

Μαζί ταξίδευε όλη η οικογένεια. Μα ιδιαίτερη γνωριμία και φιλία είχα με τον Λουκά και τις δίδυμες Άννα και Λίζα, τα τρία μικρότερα παιδιά του αφέντη μου. Αυτά έρχονταν κι έπαιζαν τακτικά μαζί μου, στην άκρη του περιβολιού της Κηφισιάς, όπου καθόταν ο Σωτήρης ο υπηρέτης, και όπου ήταν και το δικό μου σπιτάκι.

Τον αφέντη μου δεν τον πολυήξερα. Είχε φτάσει από ταξίδι την παραμονή που φύγαμε από την Κηφισιά, με τον μεγάλο του γιο, το Μήτσο. Ως προς τις δυο κυρίες, την κυρία Βασιωτάκη και την Εύα, τη μεγάλη της κόρη, που ήταν δεκαπέντε χρονών και δεν καταδεχόταν πια παιχνίδια, σχεδόν δεν τις γνώριζα. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις τους στη δική μου γωνιά του κήπου και μετρημένα τα χάδια τους.

Το βαπόρι ήταν πανηγύρι. Πολλοί οι επιβάτες, και με όλους ήμουν φίλος.

Μόνο με μια κοπέλα, νόστιμη γαλανομάτα Εγγλεζίτσα, τα χάλασα από την πρώτη μέρα.

Μα μήπως έφταιγα εγώ;

Καθόταν σε μια πάνινη καρέκλα κοντά στον Μήτσο και κουβέντιαζε μαζί του. Στο χέρι της, που τ’ άφηνε και κρεμόταν απ’ έξω από την καρέκλα, βαστούσε ένα άσπρο κουρελάκι και, ενόσω μιλούσε του Μήτσου, το κουνούσε μια εμπρός και μια πίσω, αργά αργά.

Ανασηκώθηκα και ύψωσα τ’ αυτιά μου. Το κουρελάκι εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται σαν να μου λέει:

– Και αμέ δε θα με πιάσεις ποτέ… και αμέ δε… και αμέ δε… και αμέ δε…

– Α, έτσι είναι; του φώναξα.

Μ’ έναν πήδο όρμησα στο χέρι της μικρής Εγγλέζας, άρπαξα το κουρέλι, το τίναξα δυο τρεις φορές, έτσι που να βγάλω από μέσα του κάθε πνοή, και, πιάνοντάς το ανάμεσα στα πόδια μου, του τράβηξα δυο δαγκωματιές και το έκανα τρία κομμάτια.

Πού να φανταστώ εγώ πως θα σηκωνόταν τέτοια επανάσταση για ένα κουρέλι που σκότωσα!

Η κοπέλα έβαλε τις φωνές σαν να την είχα προσβάλει, φώναξε πως της έσχισα το νταντελένιο της μαντίλι. Ο Μήτσος, ο Λουκάς, ο κύριος Βασιωτάκης, οι δίδυμες, όλοι σηκώθηκαν ξεφωνίζοντας:

– Μάγκα! Μάγκα!

Δεν ήξερα ποιον να πρωτακούσω, σε ποιον να πρωτοτρέξω. Η κυρία Βασιωτάκη έλεγε και ξανάλεγε πως τα σκυλιά δεν είναι για συντροφιές. Μόνο η Εύα δεν είχε κουνήσει από την πλαγιαστή της καρέκλα, και γελούσε με την καρδιά της.

Σταμάτησα να συλλογιστώ πώς να ευχαριστήσω όλους, πώς να πάω μεμιάς σε όλους, και τότε μ’ έπιασε ο Μήτσος και μ’ έδειρε.

Δεν πόνεσα πολύ. Μια δυο μπατσιές στη ράχη δεν είναι πράμα να γίνει λόγος. Μα το φιλότιμό μου πειράχτηκε πολύ, γιατί το Μήτσο δεν τον γνώριζα ακόμα αρκετά, ώστε να παραδεχθώ από εκείνον τέτοιες ελευθερίες απέναντί μου.

Θύμωσα κι εγώ. Κακιωμένος με όλους, αρνήθηκα να πάω στη γαλανομάτα Εγγλεζίτσα, που, μετανιωμένη τώρα, με ξαναφώναζε κοντά της. Δε μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που ανακατώνονται στις δουλειές των άλλων, κι εννοούσα να της το αποδείξω.

  • Πηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας, εκδ. Bιβλιοπωλείον της «Eστίας», Aθήνα, 1935

 

 

Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, αρχές του 20ου αιώνα: στο όμορφο σπίτι μιας πολυμελούς ελληνικής οικογένειας ζει ο Μάγκας, ένα πανέξυπνο, αλλά ατίθασο φοξ τεριέ. Μέσα από τα μάτια του παρακολουθούμε τις διασκεδαστικές του περιπέτειες: τις αταξίες του, τα παιχνίδια του, τις παρεξηγήσεις που γεννούν οι διαφορές ανάμεσα στη σκυλίσια αντίληψη και τους κανόνες του ανθρώπινου πολιτισμού. Όταν ο Μάγκας αποδράσει από την ασφάλεια του σπιτιού του προκειμένου να αποφύγει την τιμωρία, θα περιπλανηθεί στις φτωχογειτονιές της Αλεξάνδρειας· θα γνωρίσει έναν αδέσποτο σκύλο, με διαφορετική κοσμοθεωρία, τον Αφράτο· θα ωριμάσει και θα αναλάβει μια ηρωική αποστολή.

Ένα σκυλί «με καλή ανατροφή» μεταφέρει τις απόψεις του για την οικογένεια που τον έχει, για τον κόσμο των ζώων με τα οποία συνυπάρχει, για την ευρύτερη κοινωνία της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Ένα σκυλί, λοιπόν, με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και με ανθρώπινη φωνή και σκέψη, βλέπει, σχολιάζει και φιλοσοφεί. Μιλά μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο θέλοντας να κάνει έτσι ακόμη πιο πειστική την εντύπωση (και) της ανθρώπινης υπόστασης του πρωταγωνιστή του βιβλίου. Ο Μάγκας, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1935, συνεπαίρνει τον αναγνώστη, ο οποίος μαθαίνει για σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως την Επανάσταση του 1821, τον «ατυχή» πόλεμο του 1897, καθώς και τον Μακεδονικό Αγώνα.

Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια. Ήταν κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη. Το υλικό και πνευματικό υπόβαθρο που της πρόσφερε η οικογένειά της, η μόρφωση που πήρε αλλά και η προσωπική της ευαισθησία αποτέλεσαν τις βάσεις του πρωτοπόρου και αξιολογότατου λογοτεχνικού έργου της. Τα έργα της πρώτης περιόδου της δημιουργίας της είναι εμπνευσμένα από τη βυζαντινή παράδοση και περιγράφουν τόσο την εθνική όσο και τη θρησκευτική ζωή του βυζαντινού κράτους. Η Πηνελόπη Δέλτα θεώρησε εθνικό καθήκον να φέρει σε επαφή τα Ελληνόπουλα με τους μεγάλους σταθμούς της ελληνικής ιστορίας, τους αγώνες της φυλής μας και τις εθνικές μας παραδόσεις. Έτσι τα έργα της, βασισμένα σε μια τέτοια θεματολογία, τα απευθύνει στα παιδιά, επενδύοντάς τα με μια γλώσσα που μιλούσε στην ψυχή και τη φαντασία τους, καλύπτοντας ένα μεγάλο κενό στην παιδική λογοτεχνία και εξυψώνοντας το εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα της νεολαίας.

  • Αρχική εικόνα: Waiting for Master, Arthur Wardle
eirini aivaliwtouΠηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας (απόσπασμα)
Περισσότερα

Το διαχρονικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη για τα ζώα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τα ζώα, Ιωάννης Πολέμης

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα·
μην τάχα σαν εμένα,
κι εκείνα δεν πονούν;
Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Aν δεν μιλούν κι εκείνα
κι ο λόγος αν τους λείπει,
μήπως δεν νιώθουν λύπη,
δεν νιώθουν και χαρά;
Μήπως καρδιά δεν έχουν,
στα στήθη τους κρυμμένη,
που τη χαρά προσμένει
κι αγάπη λαχταρά;

Aκόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,
θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω,
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

(Από το βιβλίο: Iωάννης Πολέμης, Πρώτα βήματα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Bιβλίων, 1904).

***

Ο Ιωάννης Πολέμης (1862 – 28 Μαΐου 1924) ήταν Έλληνας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Η καταγωγή του δικαστή πατέρα του ήταν από την Άνδρο, ενώ η μητέρα του ήταν Αθηναία. Και δύο οικογένειες πάντως είχαν ρίζες βυζαντινές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα 13 χρόνια του. Ο Ιωάννης Πολέμης καταγόταν από ιστορική οικογένεια του Βυζαντίου. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, γρήγορα ωστόσο εγκατέλειψε τις σπουδές του, καθώς τον είχε από νωρίς έλξει η λογοτεχνία.

Διετέλεσε γραφέας του Υπουργείου Παιδείας, υπογραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών, ενώ υπήρξε επίσης ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1880, όταν δημοσίευσε το πεζογράφημά του Ρέα Κυβέλη στο περιοδικό Αι Μούσαι, ενώ μέσω του ομώνυμου συλλόγου ήρθε σε επαφή με τον Παλαμά και τους ποιητές του κύκλου του. Καρπός της επαφής αυτής στάθηκε η στροφή του Πολέμη από την καθαρεύουσα στη δημοτική γλώσσα, στην οποία έγραψε και δημοσίευσε τα επόμενα ποιήματα και πεζά του στον Ραμπαγά και την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ποιήματα (1883). Από το 1884 ξεκίνησε να αρθρογραφεί με το ψευδώνυμο Guerrier στον Ασμοδαίο του Εμμανουήλ Ροΐδη και στο Άστυ και με το πραγματικό του όνομα στην Εβδομάδα, την Ποικίλη Στοά, το Εθνικό Ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Σκόκκου και αλλού.

Το 1888 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χειμωνανθοί και την ίδια χρονιά έφυγε για σπουδές ιστορίας της τέχνης και αισθητικής στο Παρίσι με υποτροφία του Δήμο Αθηναίων. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με τους Λεγκράν, Σαιντ Ιλλαίρ, Ψυχάρη, Ρενάν και Κοππέ. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1890 και πήρε το Α΄ βραβείο στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Ερείπια, εξ ημισείας με τον Κωστή Παλαμά για τη συλλογή του Τα μάτια της ψυχής μου. Ως το 1922 συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα, πάντα με επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό, ενώ η συλλογή Σπασμένα μάρμαρα βραβεύτηκε το 1917 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

Δημοσίευσε επίσης ανθολογίες και πεζογραφήματα, ενώ ασχολήθηκε με το θέατρο, συγγράφοντας αρχικά έμμετρα δράματα με βυζαντινή θεματολογία στη δημοτική (από τα οποία η Πρόκρις παραστάθηκε στο Βασιλικό Θέατρο) και αργότερα μονόπρακτα (τα οποία βραβεύτηκαν στον Αβερώφειο διαγωνισμό μαζί με το τρίπρακτο Βασιλιάς Ανήλιαγος), καθώς και πολύπρακτα έργα. Μετέφρασε έργα των Σαπφούς, Ανακρέοντα, Θεοκρίτου, Ευριπίδη, Ουγκώ, Μιστράλ, Μολιέρου, Αριστοφάνη και άλλων. Πέθανε το 1925 από βρογχοπνευμονία. Το έργο του Ιωάννη Πολέμη τοποθετείται χρονικά στο πέρασμα από το ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η γραφή του χαρακτηρίζονται από μελαγχολική διάθεση που παραπέμπει στην ποίηση του Αχιλλέα Παράσχου.

 

  • Πίνακας: Two Monkeys, 1562 – Pieter Bruegel the Elder
eirini aivaliwtouΤο διαχρονικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη για τα ζώα
Περισσότερα

Ανίτα Έκμπεργκ. Με το γατάκι της «κέρδισε» την καρδιά του Μαρτσέλο στη Φοντάνα ντι Τρέβι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Μια λευκή τίγρης κυκλοφορούσε ελεύθερη στη Ρώμη, στους δρόμους γύρω από το σιντριβάνι της Φοντάνα ντι Τρέβι, έχοντας στο κεφάλι της ένα λευκό γατάκι. Το γατάκι πεινάει και η «τίγρης» ζητάει βοήθεια από έναν «πάνθηρα»
Ο Μαρτσέλο λοιπόν πάει να βρει γάλα για το γατάκι που βρήκε η Σύλβια. Επιστρέφει ο «πάνθηρας» με ένα ποτήρι γάλα και βρίσκει την «τίγρη» να διασχίζει τα νερά της Φοντάνα. Δίνει το γάλα στο πεινασμένο γατάκι και στη συνέχεια μπαίνει και ο ίδιος στα παγωμένα νερά. Δεν μπορεί να πει όχι…
Η «τίγρης» Ανίτα Έκμπεργκ κερδίζει τον «πάνθηρα» Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και το γατάκι γουργουρίζει ευτυχισμένο…

***

 

Η Ανίτα Έκμπεργκ με το γατάκι της στην ταινία Dolce Vita.

 

Η παραπάνω σκηνή είναι από τη «Γλυκιά ζωή» του Φεντερίκο Φελίνι. Η ταινία βραβεύτηκε με τον «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάνες το 1960. Το 1961 πήρε βραβείο New York Film Critics Circle στην κατηγορία καλύτερης ξένης ταινίας. Επίσης το 1961 πήρε τρία βραβεία Sindacato Nazionale Giornalisti Cinematografici Italiani για την Α’ Ανδρικό ρόλο, για το καλύτερο σενάριο και για τα καλύτερα σκηνικά. Η Ανούκ Αιμέ βραβεύτηκε από την Étoile de Cristal ως καλύτερη γυναίκα ηθοποιός. Τέλος, το 1962 η ταινία κατέκτησε το Όσκαρ για τα καλύτερα κοστούμια.

***

Όμως ο Φελίνι σε αυτή την ταινία του μας σύστησε τον φωτορεπόρτερ Tazio Secchiaroli (1925-1998). Η τόλμη του περισσότερο παρά τα φωτογραφικά του εφόδια τον κάνουν γρήγορα να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους μαθητευόμενους και στα 1955 ιδρύει το δικό του γραφείο φωτορεπορτάζ το «Roma Press Photo», που καλύπτει από την πολιτική μέχρι τους κοσμικούς της εποχής και το κουτσομπολιό.

Η δουλειά δεν είχε ωράρια. Ο Secchiaroli και οι συνεργάτες του χτενίζουν τη Ρώμη μέρα-νύχτα για να βρουν ενδιαφέρουσες φωτογραφίες. Όλα θα αλλάξουν στην καριέρα του την παραμονή του Δεκαπεντάγουστου του 1958. Ο Tazio με τους συνεργάτες του πάνω στις βέσπες τους τριγυρνάνε στη Βία Βένετο που είναι το στέκι των καλλιτεχνών. Εκεί συναντά και φωτογραφίζει την Anita Ekberg με τον άντρα της Anthony Steel. Παράλληλα βρίσκει και φωτογραφίζει δεκάδες διασήμους της εποχής.

 

Στη Φοντάνα ντι Τρέβι, το γατάκι, η Ανίτα Έκμπεργκ και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.

 

Οι φωτογραφίες δημοσιεύονται τις επόμενες μέρες σε έντυπα στην Ιταλία και σε όλο τον κόσμο και μεγαλώνουν τη φήμη του πρακτορείου του Secchiaroli. Μέχρι τότε η μεγαλύτερη αμοιβή που είχε πάρει για φωτογραφία του ήταν 3.000 λιρέτες, ύστερα από εκείνες τις δημοσιεύσεις έφτασε και τις 200.000 λιρέτες για μια φωτογραφία. Έτσι η φήμη του Tazio Secchiaroli εκτοξεύεται και δίνει την έμπνευση στον Φελίνι και στο σεναριογράφο Ennio Flaiano να δημιουργήσουν τον ρόλο του φωτογράφου στη «Γλυκιά ζωή» και να τον …βαφτίσουν Paparazzo. Τον ρόλο αυτό στην ταινία τον ερμηνεύει ο Walter Santesso που είναι ο πρώτος παραράτσι. Ένας ρόλος βασισμένος στη ζωή και τη δράση του Tazio Secchiaroli και τον συνεργατών του.

Ο Ένιο Φλαϊάνο, που έγραψε το σενάριο, αναφέρει στο βιβλίο του «La Solitudine del Satiro» ότι εκείνο τον καιρό διάβαζε το κλασικό ταξιδιωτικό βιβλίο του Άγγλου μυθιστοριογράφου Τζορτζ Γκίσινγκ «By the Ionian Sea». Σ’ αυτό ο Γκίσινγκ περιγράφει ένα ταξίδι που έκανε στη νότια Ιταλία το χειμώνα του 1897-98. Στο Καταντζάρο της Καλαβρίας, ο Γκίσινγκ έμεινε στο ξενοδοχείο Albergo Centrale, που το είχε ένας ξενοδόχος ονόματι Κοριολάνο Παπαράτσο. Το όνομα άρεσε στον Φλαϊάνο και έτσι πέρασε στην ιστορία.

 

***

 

 

Η Ανίτα Έκμπεργκ γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1931 στο Μάλμε της Σουηδίας. Εργάστηκε ως μοντέλο και το 1950 στέφθηκε Μις Σουηδία. Έφυγε για τις ΗΠΑ με στόχο να γίνει Μις Υφήλιος. Το 1956 κέρδισε τη «Χρυσή Σφαίρα» της πιο ελπιδοφόρας νέας ηθοποιού. Η μεγαλύτερή της επιτυχία ήταν ο ρόλος της στην ταινία «Γλυκιά ζωή». Είχε μια έντονη και γεμάτη περιπέτειες ζωή. Είχε σχέση με τους Τζιάνι Ανιέλι, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Έρολ Φλιν και Φρανκ Σινάτρα, ενώ είχε παντρευτεί δύο φορές. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο ηθοποιός Άντονι Στιλ (1956-1959) και ο δεύτερος ο επίσης ηθοποιός Ρικ Φαν Νούτερ (1963-1975). Στα 84 της πέθανε στις 11 Ιανουαρίου του 2015 σε μία κλινική στην επαρχία Ρόκα ντι Πάπα της Ρώμης.

 

***

ΕΔΩ: Η ΑΝΝΙΤΑ, Ο ΜΑΡΤΣΕΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΤΑΚΙ

***

  • παπαράτσι < ιταλική paparazzi, πληθυντικός του Paparazzo, το επώνυμο του ανεξάρτητου φωτογράφου στην ταινία του Φεντερίκο Φελίνι Η Γλυκιά Ζωή («La Dolce Vita») (1960)
  • παπαράτσι αρσενικό άκλιτο ουσιαστικό
  • ανεξάρτητος φωτογράφος που πουλάει φωτογραφίες διασημοτήτων στα μίντια

 

Παναγιώτης ΜήλαςΑνίτα Έκμπεργκ. Με το γατάκι της «κέρδισε» την καρδιά του Μαρτσέλο στη Φοντάνα ντι Τρέβι
Περισσότερα

Δολοφόνος κυκλοφορεί ελεύθερος στις Μανωλάτες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Έρη Ρίτσου

Αυτή ΗΤΑΝ η Τσαπερδόνα. Ένα γλυκύτατο, παιχνιδιάρικο, μικρό γατάκι που με εμπιστοσύνη τριβόταν στα πόδια των ανθρώπων που έμπαιναν στο μαγαζί της Εμμανουέλας.
Η Εμμανουέλα τη βρήκε την Τρίτη νεκρή από φόλα, λίγα μέτρα έξω από το μαγαζί της.
Στους ΜΑNΩΛΑΤΕΣ πάω κάθε καλοκαίρι, δυο και τρεις και τέσσερις φορές, κάθε φορά που έχω φιλοξενούμενους, για να δουν την ωραία διαδρομή και να φάνε νόστιμο φαγητό, και προτείνω σε όσους έρχονται στη Σάμο να μην παραλείψουν να πάνε..
ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΠΑΤΗΣΩ! Και θα προτρέψω και όλους μου τους φίλους, γνωστούς και επισκέπτες να αποφεύγουν το χωριό αυτό, όπου κάθε λίγο και λιγάκι γίνεται η ίδια ιστορία. Κάποιος βάζει ΦΟΛΕΣ και σκοτώνει τα ζώα και όσοι γνωρίζουν, γιατί δεν γίνεται σ’ ένα τόσο μικρό χωριό να μη γνωρίζουν, ΣΙΩΠΟΥΝ. Δεν θα ξαναπατήσω λοιπόν αν δεν γίνει γνωστό ποιος κάνει αυτό το έγκλημα.
Αρχές του καλοκαιριού είχε τοιχοκολληθεί στο χωριό ανακοίνωση ξένων επισκεπτών που πρόσφεραν αμοιβή σε όποιον έδινε πληροφορίες για τον δολοφόνο των ζώων, και ανέφεραν επίσης πως στο μέλλον δεν θα ξαναεπισκεφτούν τον τόπο.
ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ αυτό που συμβαίνει και είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ να γνωρίζουν και να μη μιλούν οι άνθρωποι προστατεύοντας έναν εν δυνάμει δολοφόνο των ίδιων των συγχωριανών τους, γιατί όποιος δεν σέβεται τη ζωή δεν τη σέβεται γενικά. Σήμερα είναι το γατάκι, αύριο είναι ο γείτονας που δεν τον χωνεύει.

– Το κείμενο αναρτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2018 στο χρονολόγιο της Έρης Ρίτσου στο F/B.

Οι Μανωλάτες βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του νησιού, 25 χλμ. από την πόλη της Σάμου.

***

Η Έρη Ρίτσου είναι συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1955 στο Βαθύ και μεγάλωσε στο Καρλόβασι της Σάμου. Κόρη της γιατρού Γαρυφαλιώς Γεωργιάδου Ρίτσου και του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Σπούδασε αγγλική φιλολογία. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Έχει μια κόρη, τη Λητώ, και πολλούς καλούς φίλους.

eirini aivaliwtouΔολοφόνος κυκλοφορεί ελεύθερος στις Μανωλάτες
Περισσότερα

Οδυσσέας Ελύτης, Καλωσύνη στις λυκοποριές

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

1943

I
Ποίηση ἄγουρο νεράντζι μου
Κάτω ἀπὸ τοὺς καταρράχτες τοῦ ἥλιου
Ἰριδίζοντας
Ἕνα μεσημέρι σ᾿ ἄφησα
Ἡ καρδιά μου ἀκόμα γαλανή
Ἀπ᾿ τὸ τρέξιμο στὴν ἄμμο καὶ τὸν ἔρωτα
Ἔτρεμε
Ἀλλὰ τὰ πουλιὰ στὸ ρέμμα τ᾿ οὐρανοῦ
Ἔβλεπαν κιόλας ν᾿ ἀνεβαίνει ἕνα ἀκέφαλο ἄλογο
Χύνοντας ἀπ᾿ τὸν ἀδειανὸ λαιμό του μαῦρα φύκια

Κοῦροι ἀπὸ τὸν Προφητηλία ψηλά
Δαιμονισμένα χτυποῦσαν τὶς καμπάνες
Κι ἡ μνήμη σὰν πουνέντες ἔμπαζε
Βουητὸ καὶ θάλασσα
Στὴ μεγάλη ἀσβεστωμένη κάμαρα
Μὲ τὰ δυὸ καρυοφύλλια.

Ἐκεῖ τὸ ξύλινο τραπέζι μὲ τὰ κίτρινα λουλούδια
Τὸ ψωμὶ ἀνοιχτὸ σὰν εὐαγγέλιο
Ἡ φωνή, τὰ μαλλιὰ τῆς Ἑλένης.

Τ᾿ ἄφησα
στέκομουν ὀρθός
εἶχε σημάνει ἡ ὥρα
Ν᾿ ἀναβρύσει ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἷμα

Τρεῖς φορές αὐτὸς νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ
Καὶ τρεῖς φορές ἐκεῖνο ν᾿ ἀληθέψει
Τρεῖς φορές νὰ τὸ δῶ καὶ νὰ πῶ
τρεῖς φορές
Τινάζοντας ψηλὰ
Σὰν ἀπ᾿ τὸν ἅδη τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀπελπισμένου:

Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

II
Τώρα κρατήσου ἀπ᾿ τὰ σκοινιὰ τῆς θύελλας
Πές μου ποιὸς εἶμαι νὰ σοῦ πῶ ποιὸς εἶσαι

Εἶσαι καλός, εἶσαι ἄνθρωπος, ἔχεις μεγαλώσει
Μὲ πετεινούς, χρυσόμυιγες, γοβιούς, γεράνια
Σὲ μιὰν αὐλὴ μικρὴ ποὺ τὴν κουνοῦσε ἡ θάλασσα
Πέρα-δῶθε
Θυμᾶσαι
Μιὰν αὐλὴ ποὺ μεγάλωνε, χωροῦσε λόφους, κάμπους
Ποτάμια, κερασιές, καμπαναριά,
Βρακουλάδες ποὺ ἔρριχναν φωτιὰ τοῦ Τούρκου
Τὸν καιρὸ ποὺ ἡ μητέρα σου ἦταν
Σὰν μιὰ Παναγιὰ μικρή
Θυμᾶσαι

Ἡ ἁπλὴ ζωὴ πιὸ πλούσια
Κι ἀπὸ δάγκαμα σύκου πλάι σὲ φίλο, πιὸ σεμνή
Κι ἀπὸ λόγο πουλιοῦ σὲ δέντρων ἐκκλησίασμα
Νύχτα-μέρα κρατοῦσε τὸν κανόνα
Θυμᾶσαι
Μέρα-νύχτα πιὸ γλυκιὰ ἡ φωνή σου
Σὰν ἀχτίδα μές στὰ νέα λεμόνια ἔλαμπε
Κι ἡ καρδιά σου ἡ ἀθώα
μέσα στοῦ γλαυκοῦ βυθοῦ τὸν οὐρανό
Σὰν ἄστρο

Εἶσαι καλός, ἔχεις πηδήξει πάνω ἀπὸ φωτιές
Ἔχεις χαϊδέψει
Στὸ χνούδι τοῦ νεροῦ νησιὰ παιδόπουλα
Νέος στὰ χώματά τους ἔχεις δεῖ
Μιὰ κόρη ἀπὸ ἀλαφρόπετρα καὶ αὐγὴ
Νὰ χαράζει σὲ φλούδα δεσπολιᾶς τὸ πρῶτο γράμμα σου.

Χτύπα γι᾿ αὐτὰ τὰ τίμια καὶ τ᾿ ἀγαθά
Ἡ ζωὴ γι᾿ αὐτὰ δὲ θὰ χαθεῖ ποτέ της
Χτύπα ἀπὸ τὰ μάτια σου ν᾿ ἀντιλαμπίσει
Τὸ μαρμαρένιο σπίτι
Ποὔχει ψηλὰ στὴ στέγη
Τοῦ κατακλυσμοῦ τὸ πρῶτο περιστέρι
Γύρω-γύρω περβόλια μὲ νερά
Τῆς Ὑπομονῆς τὸ χάλκινο ἄγαλμα στὴν εἴσοδο
Καὶ βαθιὰ στὸ κελλάρι
Τὴ σοδειὰ τῆς φυλῆς
Θησαυρισμένη ὅπως τὸ λάδι
Σ᾿ ἕνα πιθάρι πατρογονικό, γαλήνιο.

ΙΙΙ
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας μέσα στὴ μαύρη πολιτεία
Δοῦλοι παζαρεύουν τὴ βροχή, τὰ δέντρα
Τὸν ἥλιο παραλυτικὸ μέσα στὸ καροτσάκι

Στοὺς στενοὺς βρώμικους δρόμους
Πυροβολοῦν μὲ τὸ μυαλό τους οἱ ἄνθρωποι

Ματώνοντας τὰ σύρματα
Κρυφὰ ἀπ᾿ τὰ τσομπανόσκυλα τοῦ φεγγαριοῦ
Τὰ πόδια σου γλυστροῦν
Στὰ βοῦρλα
Μὲς στὶς καλαμιὲς καὶ τὰ φαρμακερὰ νερά
Ἐκεῖ ποὺ μάχεται ὁ φονηάς τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς του
Κι ἡ σκέψη παγωμένη στέκεται στὸν ἀέρα

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
Ὅταν τὰ δέντρα μοιάζουν στῶν ἀρρώστων
Τὴ στερνὴ χαροπαλαιματιά
Κι ἕνας ἄγγελος μόνος του ὀνειρεύεται
Σὰν γκιώνης
Μὲς στὸν ἔρημο κάμπο
Ἡ ζωὴ ἀχνὰ μὴ στενάξει πιά

Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
– Ἂχ ἡ ζωὴ νὰ μὴ στενάξει πιά
Τὰ χέρια σου
Τὰ βασανισμένα χέρια σου
Ποὺ δίνουν ξάφνου μιὰ τῆς σκοτεινιᾶς
Ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου
Νὰ χλιμιντρήσει κορωμένος ὁ ἄνεμος
Ν᾿ ἀστράψει ὁ πόθος Λουμπαρδιάρης

Νὰ ροβολήσει ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ βουνά
Ψάλλοντας τὴν ἀγάπη
Ἕνα ἔθνος ὀξιές
Μὲ τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας στὶς σημαῖες του.

IV
Ἀκούγεται ἀπὸ τὴν περπατηξιά σου ἡ δόξα
Ὅπως ἀκούγεται ἀπ᾿ τὸ βρόντημα τοῦ μπρούντζου ὁ ἥλιος
Μελαψὸ παλληκάρι
Ποὺ ἀκουμπᾶς ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα
Μὲ τὸ κουράγιο ποὺ ἀκουμπάει στὴ μπόρα τὸ ἔλατο
Καὶ σοῦ πᾶν οἱ αἰῶνες ὅπως τῆς πάει τῆς ἀντρειᾶς
Τὸ λουλούδι στὰ δόντια καὶ τὸ μπὰμ
Τῆς πιστολιᾶς

Πέρασαν μές στὴ μνήμη σου μῆνες ἀνέμων
Ἡ φωνή σου σκοτείνιασε σὰν δρυμός
Εἶδες κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια σου νὰ ξεκοιλιάζουνται ἄλογα
Δάση νὰ τρῶν φωτιὲς ἀνθρώπους ἄνθρωπο

Εἶδες μιὰ πέτρα τρυπημένη ἀπὸ κραυγὴ θανάτου
Νὰ σηκώνει τὴ σκιά της τέρας
Μιὰ γυναίκα μὲ ράμφος καὶ φτερά
Νὰ σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Τὸ φεγγάρι στὸ στόμα τῆς φοβέρας

Τίποτα σύ! Μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου τὸ διάστημα
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύομαι
Λές, ἡ ματιὰ τοῦ ἀρνιοῦ σκοτώνει τὰ τσακάλια,
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύεσαι
Μελαψὸ παλληκάρι
Λέω: Ἡ ἐλπίδα τὄφτασε τὸ μπόι τῆς κορασιᾶς
Εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ καρδιὰ τοῦ ἀντρὸς νὰ μαχαιρώσει ἀτσάλι

Κύττα: σελλώνει ὁ ἄνεμος τὰ ὄνειρα
Σπίθες πετοῦν τὰ πέταλα στὸ πυρρὸ νέφος
Ἡ μέρα ὅπου καὶ νἆναι μὲ λούλουδα μηλιᾶς
Θὰ βγεῖ νὰ σεργιανίσει πάλι στὸ ἀρχιπέλαγος!

V
Σφίξε στὰ χέρια σου μιὰ νίκη ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Στὰ δόντια σου τὸ ὑστερικὸ φάντασμα τῆς φωτιᾶς
Μὲ τὰ κλαριὰ ποὺ ἕνα κοράλλι ξέχασε
Ν᾿ ἀνάβουνε ἀπὸ τὴ γητειὰ τοῦ παραδείσου

Σκέψου τὸ αὐγὸ ποὺ οἱ μέρες σου οἱ αὐριανὲς κλωσσᾶνε
Τὸ ἄστρο ποὺ ἡ νύχτα ἐξόρισε ἀπὸ τὸ στῆθος σου
Γιὰ νὰ τὸ πεθάνει

Σφίξε στὰ σπάργανα τοῦ Γεναριοῦ ὅπου κρύβεται τὸ μίσος
Καὶ τὸ δικό σου ἀδικοσκοτωμένο πόθο
Τὴ μιλιὰ ποὺ δὲ βρῆκε τὸ γενναῖο της στόμα
Τὸ χτικιὸ τῆς ἀγάπης σου
Γιατὶ δὲν ἦρθε ἀκόμα

Ἡ ὥρα νὰ μπεῖ στὸ κάθε πράγμα ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς
Νὰ συνεπάρει τὰ σπαρτὰ μιὰ τραμουντάνα ὑγείας
Νὰ πιεῖ ὁ χυμὸς τῆς θύμησης τὸ θελκτικό του μέλλον
Ν᾿ ἀνθοβολήσουν κερασιὲς μὲς στὰ σγουρὰ μαλλιά
Νὰ καταργήσει ὁ λόγος τὸ χρυσάφι.

VI
Χτύπα τὴν πόρτα στὴν καρδιὰ τῆς τυχερῆς σου μέρας
Φώναξε δυνατὰ τὸν ἥλιο
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Πάρε τὸ ὕφος τοῦ βουνοῦ
Ποὺ καμαρώνει μέσα στὶς κοιλάδες
Τὴν κόψη τοῦ κυπαρισσιοῦ

Ὅταν ὁρίζει ἕνα κατακόκκινο ἄστρο Ἀντάρη
Ἐπαναστάτη
Σὲ νύχτες ποὺ ἔσυρε ὁ νοτιάς μέσ᾿ στὴ σκουριὰ τοῦ πένθους
Σὲ νύχτες ποὺ τὸ φῶς ἀλλαξοπίστησε
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Ἐθελοντή
Δούλεψε τὴ φωτιά
Ρίξε μιὰ τουφεκιά
Στὴ λόχμη τῶν πουλιῶν τοῦ ἀνάξιου παραδείσου.

Θησαυριστὲς τοῦ βούρκου
Τοῦ ἥλιου μεροκαματιάρηδες
Ποὺ μές στὰ χέρια σας ἡ τύχη κουρελιάστηκεν

Ἔννοια σας, δὲ θὰ πᾶν χαμένες οἱ ἀστραψιὲς
Τοῦ πάθους ποὺ ἀχτιδώνει τὰ μελλούμενα

Κιόλας πλανιέται στὸν ἀγέρα τῆς φωνῆς ἡ σάλπιγγα
Καιρὸς ν᾿ ἀνοίξουν τ᾿ οὐρανοῦ οἱ γαμήλιες εὐωδιές
Νὰ μπεῖ τοῦ τραγουδιοῦ ὁ λαλὲς στὰ περβολίσια νειᾶτα
Τοῦ κάθε ἀγῶνα ἡ τρικυμία νὰ σπαρθεῖ στὴ θάλασσα
Φτέρες νὰ στείλουν μήνυμα στὰ πρωινὰ πουλιά:

Καιρός, καιρὸς νὰ ξημερώσει πιά
Ἡ Ἀνατολὴ περήφανη σ᾿ ἀδερφικὴ ἀγκαλιά!

VII
Τριώνι τῆς θαλασσινῆς νυχτιᾶς· Ἄλετροπόδι
Ποὺ σὰ νεύεις μὲ χρυσοὺς σταυρούς
Τὰ πεισματάρικα παιδιὰ τῆς χίμαιρας·
Καὶ σὺ ἐκστατικό μου Ἐλίκι
Στὴν ἀσημένια ζώνη τῆς ματιᾶς μου
Ἀπόψε
Ἀγρυπνήσετε
Κι ὅταν φυσήξει ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τῆς ἐρημιᾶς ἡ γιάμπολη
Σταλάζοντας πικρὰ στὴν ὑπνωμένη γῆς
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου

Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Σὲ βάτους ποὺ ἔφτυσαν φωτιὰ καὶ τώρα κρυώνουν
Σὲ δέντρα ποὺ ματώσαν, σ᾿ ἐρημοκκλησιές ποὺ ράισαν
Σὲ μοναξιὲς ἀπέραντες μαρμαρωμένου ἀνέμου
Σὲ φέγγη ποὺ ἀνατρίχιασαν ἕνα ἀθῶο κορμί
Σ᾿ ἀγκάθια ποὺ φαρμάκωσαν ἕνα φεγγάρι
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Στὶς σπαραγμένες σάρκες τοῦ γκρεμοῦ
Στά ρίγη ποὺ κρυστάλλωσαν τὶς ἀγωνίες τοῦ λόγγου
Γιὰ μιὰ στερνὴ φορά
Φωνάζω
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου

Ἄστρα, ὁ χρησμός σας δὲ θὰ πάει χαμένος

Παιδιά, ὁ χαμὸς ὁ χαλασμὸς ἡ πεῖνα
Κι ἡ ἀνάγκη τρεμοσβυοῦν στὸ ψυχορράγημα
Ὀρθώσετε τ᾿ ἀρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, ἔκσταση
Ἑτοιμάσετε τὴ χώρα σας
Τοῦ χάρου τὴ φωνὴ δὲν θὰ τὴν ἀνεχτοῦμε.

Ἡ μέρα εἶναι κοντὰ ποὺ θὰ ψοφήσει ὁ λύκος
Ποὺ ἡ ἀπονιὰ θὰ φάει τὶς σάρκες της
Ποὺ θὰ βουτήξει σὲ μιὰ δόξα μύρου τὸ βουνό
Καὶ ποὺ ἡ ψυχὴ θ᾿ ἀνάψει ἀπὸ τὶς μυστικές φλογίτσες σας
Ὅπως καὶ πρὶν Τριώνι, Ἀλετροπόδι, Ἐλίκι!

– Πίνακας: The She Wolf, 1943 by Jackson Pollock

eirini aivaliwtouΟδυσσέας Ελύτης, Καλωσύνη στις λυκοποριές
Περισσότερα

Καταγγείλτε το παστούρωμα και προστατεύστε τα ζώα των νησιών από τους βασανισμούς

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Αν και βίαιη, βάρβαρη και ντροπιαστική για τη χώρα μας, η πρακτική του παστουρώματος συνηθίζεται ακόμη στις Κυκλάδες και σε μικρότερη έκταση σε άλλα νησιά (Ρόδο, Κρήτη, Κέρκυρα κ.α.) και στην ηπειρωτική Ελλάδα (π.χ. Λακωνία). Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση έχει αλλάξει ελάχιστα για χιλιάδες παραγωγικά ζώα και ιπποειδή στις Κυκλάδες. Βελτίωση έχει παρατηρηθεί σε μεγάλα νησιά, όπως η Νάξος, αλλά σε μικρότερα, όπως η Κίμωλος και η Φολέγανδρος, στη συντριπτική τους πλειονότητα τα ζώα αυτά -ως και 98%, σύμφωνα με τα φιλοζωικά σωματεία- ζουν παστουρωμένα, χωρίς κατάλυμα και προφύλαξη από τις καιρικές συνθήκες, απροστάτευτα, κάποιες φορές χωρίς καθαρό και δροσερό νερό, αλλά και κατάλληλη τροφή.

Σύμφωνα με την Πανελλήνια Φιλοζωική και Περιβαλλοντική Ομοσπονδία, το έγκλημα αυτό γίνεται με τη σιωπή και συνενοχή των τοπικών κοινωνιών αλλά και την αδιαφορία και αδράνεια κτηνιατρικών υπηρεσιών, αστυνομικών αρχών και δημοτικών λειτουργών. Από τη μέχρι τώρα εμπειρία της, η ΠΦΠΟ έχει διαπιστώσει ότι στην πλειονότητά τους οι αστυνομικοί διστάζουν να πράξουν τα προβλεπόμενα από τον νόμο ώστε να μην έρθουν αντιμέτωποι με τις τοπικές κοινωνίες, ενώ υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι θεωρούν φυσιολογική αυτή την ιδιαίτερα εκτεταμένη και συχνή κακοποίηση των ζώων και δεν ανταποκρίνονται στις καταγγελίες, απεναντίας αποθαρρύνουν τους καταγγέλλοντες. Και, όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχει αντίδραση των τοπικών κοινωνιών, επειδή η πρακτική αυτή κληρονομήθηκε από προηγούμενες γενιές και θεωρείται κανονική, αλλά και επειδή βολεύει τους ιδιοκτήτες των ζώων ώστε να απαλλάσσονται από την επιτήρησή τους.

 

 

«Ας δέσει ο οποιοσδήποτε για μία μόνο μέρα και όχι για όλη του τη ζωή τα πόδια του μεταξύ τους, ή το κεφάλι του με τα πόδια, να μην μπορεί να αντιδράσει, να κινηθεί, να αναζητήσει τροφή, νερό, να προστατευθεί, για να καταλάβει και συναισθανθεί τη μαρτυρική ζωή αυτών των πλασμάτων και πόσο απάνθρωπο είναι αυτό που τους κάνουν», επισημαίνουν η ΠΦΠΟ και άλλες φιλοζωικές οργανώσεις.

Οι ίδιες δέχονται ότι «η αλλαγή νοοτροπίας και κουλτούρας θα χρειαστεί χρόνο, καθώς η πρακτική του παστουρώματος εφαρμόζεται πολλά χρόνια σε κάποια μέρη της Ελλάδας και, ειδικά στις Κυκλάδες, θεωρείται παράδοση. Είμαστε ανοιχτοί σε οποιαδήποτε πρόταση για ενέργειες και δράσεις που θα οδηγήσουν στην εξάλειψη της πρακτικής αυτής», τονίζουν.

Το παστούρωμα (ή μπαστούρωμα ή περδούκλωμα ή περδούκλι) είναι το δέσιμο των ποδιών ενός οικόσιτου ζώου μεταξύ τους. Συνήθως ένα μπροστινό και ένα πίσω της ίδιας πλευράς ή τα πόδια ανά δύο δεμένα (αποκαλείται διπλή παστούρα). Ακόμα πιο βάρβαρη πρακτική είναι το δέσιμο των ποδιών του ζώου με το κεφάλι, κάτι που γίνεται με τα βοοειδή. Το παστούρωμα αποτελεί βαρύτατη μορφή κακοποίησης καθώς τα ζώα δένονται από πολύ μικρές ηλικίες (σ.σ. οι κτηνοτρόφοι δένουν τα πόδια των ζώων εκτροφής αμέσως μετά τον απογαλακτισμό τους) και περνούν όλη τους τη ζωή έχοντας μεγάλες δυσκολίες στην παραμικρή τους κίνηση. Το τεράστιο αυτό… βασανιστήριο ζώων που έχει κινητοποιήσει όλους τους αρμόδιους φιλοζωικούς συλλόγους και ακόμα και τις Εισαγγελικές Αρχές που έχουν υποθέσεις που… τρέχουν, συναντάται κυρίως σε νησιά. Υπάρχουν βίντεο που έχουν αναρτήσει φιλόζωοι που είναι ευαίσθητοι με παρόμοιοι θέματα, όπως και άπειρες καταγγελίες.

Υπάρχουν και περιπτώσεις ζώων που έχουν σπάσει τα πόδια τους στην προσπάθεια να περπατήσουν καλύτερα ή να τρέξουν ή να πηδήξουν όπως έχει συμβεί με κατσίκια. Τα ζώα φυσικά και έχουν μεγάλο θέμα κίνησης με όλο αυτό και δεν μπορούν ούτε να ξαπλώσουν ούτε να χαλαρώσουν ή να ηρεμήσουν. Από το παστούρωμα μπορούν να προκληθούν και πολλοί άλλοι χρόνιοι τραυματισμοί και να επιφέρουν ακόμα και θάνατο. Ο βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι επειδή υπάρχουν κυνικοί, άκαρδοι και απάνθρωποι ιδιοκτήτες που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να περιφράξουν σωστά τον χώρο που έχουν τα ζώα τους ή δεν τα επιτηρούν ή δεν έχουν καν τον σωστό χώρο. Υπάρχει ακόμα και η δικαιολογία ότι μπορεί να προκληθούν ατυχήματα με πεζούς ή οχήματα ή και τα ίδια τα ζώα εάν βγουν στον δρόμο ή βρεθούν αλλού.

Όμως αυτό που ισχύει από πλευράς Νόμου είναι το εξής: οι ιδιοκτήτες των ζώων είναι υποχρεωμένοι βάσει του Ν. 4039/12 και Ν. 4235/14 αλλά και της ηθικής να παρέχουν στα ζώα τους σωστές συνθήκες διαβίωσης. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έπρεπε να διατηρούν ζώα. Επίσης, με κάποια εξαίρεση τη Λακωνία εκτός από κάποια νησιά δεν υπάρχει πουθενά αλλού στην Ελλάδα η σκληρή μέθοδος του παστουρώματος.

Ακόμα και για ένα μικρό διάστημα το δέσιμο σε έναν φράχτη ή κάπου για το ζώο μπορεί να είναι αποδεκτό αλλά όχι το παστούρωμα και για όλη τη ζωή ενός προβάτου, αλόγου ή άλλου ζώου. Η Πανελλαδική Φιλοζωική και Περιβαλλοντική Ομοσπονδία με φωτογραφίες και υλικό που είχε στείλει στις αρμόδιες Αρχές και την Εισαγγελία αλλά και στον Τύπο είχε καταγγείλει το θέμα, αναφέροντας ότι σε περίπτωση που οι ιδιοκτήτες δεν συμμορφωθούν με τις συστάσεις των αρμόδιων αρχών, δεν λύσουν τα ζώα τους και δεν τα φέρουν σε συνθήκες ευζωίας, ζητούν τις αυτεπάγγελτες ενέργειες του κοινού για την ποινική δίωξη των ιδιοκτητών, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4039/12.

Διαβάστε τη νέα εγκύκλιο του νόμου που απαγορεύει το παστούρωμα (Πηγή: Ippothesis)

Ύστερα από όλα αυτά αντιλαμβάνεστε το πόσο μαρτυρική είναι η ζωή αυτών των ζώων. Λέμε λοιπόν… τέλος στο παστούρωμα και ένα μεγάλο όχι στον βασανισμό των ζώων. Στην Ελλάδα του 2018 δεν νοείται οι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων να φέρονται έτσι στα ζώα.

 

 

  • Παρακολουθήστε τα βίντεο της καμπάνιας:

 

 

 

eirini aivaliwtouΚαταγγείλτε το παστούρωμα και προστατεύστε τα ζώα των νησιών από τους βασανισμούς
Περισσότερα

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Ντροπιαστική κηλίδα για την Αγιά η θανάτωση 40 αδέσποτων της πόλης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Σάββατο 25 Αυγούστου 2018, από το Μεταξοχώρι Αγιάς ο τραγουδοποιός Θανάσης Παπακωνσταντίνου έστειλε την παρακάτω επιστολή στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας με αφορμή τη θανάτωση 40 αδέσποτων στην Αγιά.

***

«Φέτος, ύστερα από περίπου δύο χρόνια αγρανάπαυση, είχα, σε συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα, ένα επίπονο αλλά και ωραίο συναυλιακό καλοκαίρι. Προχθές λοιπόν, επέστρεφα μ από σαράντα μέρες στο σπίτι μου και έπιασα τον εαυτό μου να λαχταρά, τόσο τα αγαπημένα πρόσωπα, όσο και τον όμορφο τόπο της Αγιάς, που επέλεξα να ζω τα τελευταία χρόνια.

Δυστυχώς όμως, έμαθα για τη βάναυση θανάτωση των αδέσποτων της πόλης και τη θέση της λαχτάρας πήρε η θλίψη κι η οργή. Αυτή η ενέργεια – είτε προέρχεται από διαταραγμένους ψυχικά, είτε από σκληρούς και ανελέητους ανθρώπους – αποτελεί μια ντροπιαστική κηλίδα για την Αγιά, που δεν θα σβήσει τόσο εύκολα, όπως μπορεί να υποθέτουν μερικοί.

 

Όλοι εκείνοι οι συνάνθρωποι, που αντιλαμβάνονται ότι δεν είμαστε το μοναδικό ον που έχει δικαίωμα στη ζωή, πως ό,τι υπάρχει γύρω μας είναι φτιαγμένο από τα ίδια πρωταρχικά υλικά που οδήγησαν – με άλλους συνδυασμούς – και στο ανθρώπινο είδος, που χρησιμοποιούν τη γνώση και τη συνείδηση για να κατανοήσουν την ύπαρξη κι όχι για να σκορπίσουν τον πόνο και το θάνατο, θα βγάλουν την Αγιά από την καρδιά τους και τις επιθυμίες τους.

Είναι μεγάλη ανάγκη, όποιος γνωρίζει κάτι για το έγκλημα της θανάτωσης των ζώων να μιλήσει, να ξεπλύνει την ντροπή που διαχέεται – άδικα – σ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής. Να μη διστάσει, νομίζοντας πως είναι καταδότης. Αντίθετα, θα είναι ένας άξιος άνθρωπος, που μπορεί να εξιλεώσει μια ολόκληρη πόλη.
Αν οι φταίχτες μείνουν ατιμώρητοι, ελπίζω να συναντήσουν κάποια στιγμή στη ζωή τους τις τύψεις, να τις έχουν παρέα για το υπόλοιπο του βίου τους».

  • Το κείμενο και η φωτογραφία είναι από τη σελίδα του καλλιτέχνη στο F/B
Παναγιώτης ΜήλαςΘανάσης Παπακωνσταντίνου: Ντροπιαστική κηλίδα για την Αγιά η θανάτωση 40 αδέσποτων της πόλης
Περισσότερα