Προσωπολατρία

Εμείς με τη «Σερενάτα» και η Αρλέτα με τον άγνωστο ερωτευμένο γάτο της…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Μια Φορά Θυμάμαι» τότε που «Τα Ήσυχα Βράδια» πηγαίναμε στο «Καφενείο» για να πιούμε «Τσάι Γιασεμιού» και να ακούσουμε «Το Τραγούδι Της Δραχμής». Την ίδια εποχή «Τα Μικρά Παιδιά», όπως «Το Λέει Και Το Τραγούδι», τα φόβιζε «Ο Λύκος». Όταν μεγαλώσαμε παίρναμε το «Λεωφορείο το 2», πηγαίναμε στο «Μπαρ το Ναυάγιο». Εκεί όταν βλέπαμε να «Έρχεται Κρύο» ζητούσαμε «Batida de Coco». Πάντα είχαμε μαζί μας τη «Σερενάτα» που τη στριφογύριζε ένας ερωτευμένος «Γάτος».

 

***

Αρλέτα
«Ο γάτος»

1981

Στίχοι: Αρλέτα
Μουσική: Αρλέτα

 

Ψάχνοντας σε παλιά χαρτιά
σε βρήκα κάπου ανάμεσα
σ’ ένα εισιτήριο του ΟΣΕ
κάτι παλιούς λογαριασμούς
κι ένα ντοσιέ με γράμματα

Ίσως έχεις κρατήσει μια φωτογραφία
κάπου μαζί με άλλες, να μη φαίνεται
αλήθεια, ήτανε μια όμορφη εκδρομή
πάντα σε τρόμαζαν τα μακρινά ταξίδια

Για σένα ήταν μια εκδρομή
για μένα ένα ταξίδι
μ’ ατέλειωτες αναμονές
σε μικρούς σκοτεινούς σταθμούς
σε ξύλινα παγκάκια

Αν ήτανε να σου χαρίσω ένα τραγούδι
θά `τανε για μια νύχτα με βροχή
να πέφτει σε μια τσίγκινη σκεπή
κι ένας ερωτευμένος γάτος να ουρλιάζει…

 

***

 

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΡΛΕΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ “ΓΑΤΟ” ΤΗΣ

 

***

 

Η Αρλέτα γεννήθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 1945. Πέθανε στην Αθήνα: 8 Αυγούστου 2017.

Παναγιώτης ΜήλαςΕμείς με τη «Σερενάτα» και η Αρλέτα με τον άγνωστο ερωτευμένο γάτο της…
Περισσότερα

Μίκης Θεοδωράκης: Ἑνωμένοι κάτω ἀπό τά κοινά λάβαρα πού γράφουν: Ἐλευθερία-Δημοκρατία-Ἑλλάδα!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Μίκης Θεοδωράκης, γιος του Γιώργη Θεοδωράκη και της Ασπασίας Πουλάκη, γεννήθηκε στη Χίο στις 29 Ιουλίου 1925.

 

Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τον Γαλατά στα Χανιά της Κρήτης και της μητέρας του από το Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του συναντήθηκαν στη Μικρά Ασία, λίγο πριν από την καταστροφή. Το ζεύγος Θεοδωράκη απέκτησε δύο παιδιά, το Μιχάλη και τον μικρότερό του Γιάννη.

 

 

***

 

Με αφορμή την επέτειο της γέννησής του δημοσιεύουμε εδώ στο catisart.gr μια δήλωσή του που έκανε μόλις δύο ημέρες μετά την επιβολή της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967.

 

 

***

 

 

 

Δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη, πρώην βουλευτού.

 

Πρός τή διεθνῆ κοινή γνώμη, τόν ξένο Τύπο καί τίς ξένες πρεσβεῖες

 

Ἀθήνα, 23.4.1967.

 

Ὁ βασιλιάς, συνωμότες ἀξιωματικοί καί ἐπίορκοι δικαστικοί,σέ συνεργασία μέ τούς Ἀμερικανούς ἰμπεριαλιστές, κατέλυσαν τή δημοκρατία στήν Ἑλλάδα. Ἡ προδοτική αὐτή ἐνέργεια εἶναι ἀποτέλεσμα πανικοῦ καί θά ὁδηγήσει ἀναπόφευκτα, καί σύντομα, στήν ὁριστική ἐκκαθάριση τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς κρίσης, μέ τό ξερίζωμα τοῦ θρόνου καί ὅλων τῶν προστατῶν καί παραφυάδων του ἀπό τή χώρα μας. Μέ τήν πράξη τους αὐτή, τά θλιβερά ὄργανα τῶν ξένων ἔθεσαν τόν ἑαυτό τους ἐκτός τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.

Ὁ ἑλληνικός λαός τούς ἔχει καταδικάσει. Τό τέλος τους, πού δέν θ’ ἀργήσει, θά εἶναι τό τέλος πού ἐπιφυλάσσουν οἱ ἐλεύθεροι λαοί στούς τυράννους των. Ἡ χώρα μας στρατοκρατεῖται. Σέ δεκάδες χιλιάδες ἔχουν φτάσει οἱ συλλήψεις.
Ἑκατοντάδες χιλιάδες εἶναι οἱ καταζητούμενοι. Κανείς δέν γνωρίζει τόν ἀκριβῆ ἀριθμό τῶν θυμάτων. Οἱ κρατούμενοι, πού ἀνάμεσά τους βρίσκονται ἡγετικοί παράγοντες τῆς Ἀριστερᾶς, τῆς Ἕνωσης Κέντρου, ἀκόμα καί τῆς Δεξιᾶς, βασανίζονται ἀπάνθρωπα. Οἱ δήμιοι τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ μας ἑτοιμάζουν καινούργια στρατόπεδα θανάτου καί ἔκτακτα στρατοδικεῖα.

Ὁ φασισμός ξαναχτύπησε, ὕστερα ἀπό τριάντα χρόνια, τήν Εὐρώπη. Χτύπησε τό λίκνο τοῦ πολιτισμοῦ, τήν καρδιά τῆς δημοκρατίας. Χτύπησε τή φωτεινή καί περήφανη ἀκρόπολη τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Κάνουμε ἔκκληση σέ ὅλους τούς δημοκράτες τοῦ κόσμου, καί ἰδιαίτερα τῆς Εὐρώπης, νά σταθοῦν ἀποφασιστικά στό πλευρό τοῦ μαχόμενου ἑλληνικοῦ λαοῦ.

Ὡστόσο, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πατριῶτες ὀργανώνουμε τήν πατριωτική δημοκρατική ἀντίσταση μέ αἰσιοδοξία καί πίστη στίς ἀκατάβλητες δυνάμεις τοῦ λαοῦ μας. Μεγάλη καί ἔνδοξη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς χώρας μας. Ἀναμετρηθήκαμε δεκάδες φορές μέ σιδερόφρακτους ἐχθρούς καί νικήσαμε. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ καινούργια ἱστορική μάχη θά εἶναι τόσο δύσκολη καί σκληρή ὅσο ἀποφασιστική καί ὡραία. Γιατί θά μᾶς ὁδηγήσει σέ περίλαμπρη νίκη. Στήν ἐλευθερία, στήν ἀβασίλευτη, πραγματική δημοκρατία, στήν ἐθνική ἀνεξαρτησία, στήν πατριωτική ἑνότητα τοῦ λαοῦ μας καί στήν ἐθνική ἀναγέννηση.

Οἱ Ἕλληνες ἐργάτες, ἀγρότες, ὑπάλληλοι, ἐπιστήμονες, βιοτέχνες, διανοούμενοι, οἱ πατριῶτες Ἕλληνες ἀξιωματικοί, φαντάροι, ναῦτες, ἀεροπόροι, χωροφύλακες, ἀστυνομικοί, ἡ περήφανη ἑλληνική νεολαία, ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί γέροι, ὅλοι οἱ Ἕλληνες πατριῶτες σηκώνονται, σάν ἕνας ἄνθρωπος, μπροστά στούς καταλυτές τῶν ἐλευθεριῶν καί παραμερίζουν τίς πολιτικές διαφορές.

 

 

 

Ἑνώνονται κάτω ἀπό τά κοινά λάβαρα πού γράφουν: Ἐλευθερία-Δημοκρατία-Ἑλλάδα! Ἑνώνονται μαχητικά μέσα σέ ἕνα Ἐθνικό Πατριωτικό Ἀντιδικτατορικό Μέτωπο. Γιά μᾶς δέν ὑπάρχει τώρα παρά ἕνα κοινό ἰδανικό, ἕνας σκοπός: πῶς θά βγάλουμε τήν Ἑλλάδα ἀπό τήν ντροπή τῆς τυραννίας. Μέ κάθε θυσία!

 

Τίς καρδιές μας φλογίζει τό πύρινο μίσος γιά τούς τυράννους. Οἱ καταλυτές τοῦ Συντάγματος, οἱ βιαστές τῆς δημοκρατίας, οἱ ἐχθροί τῆς ἐλευθερίας, οἱ προδότες τοῦ ἔθνους, πού πίστεψαν ὅτι θά γονατίσουν μέ τή βία τόν ἀδούλωτο λαό μας, ἄς εἶναι βέβαιοι πώς σέ λίγο θά τρέμουν μπροστά στήν ὀργή τοῦ γίγαντα ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καί τότε δέν θά βρεθεῖ γωνιά τῆς ἑλληνικῆς γῆς γιά νά τούς κρύψει. Στή χώρα πού γεννήθηκε ἡ δημοκρατία, πεθαίνουν οἱ τύραννοι!

 

Κάτω ἡ βασιλοφασιστική δικτατορία!

Ἔξω ἡ ξένη ἀκρίδα!
Κάτω ὁ μπόγιας Κόλλιας!
Ζήτω ἡ δημοκρατία!
Ζήτω ὁ ἑλληνικός λαός!

Παναγιώτης ΜήλαςΜίκης Θεοδωράκης: Ἑνωμένοι κάτω ἀπό τά κοινά λάβαρα πού γράφουν: Ἐλευθερία-Δημοκρατία-Ἑλλάδα!
Περισσότερα

Χριστόφορος Λιοντάκης. «Ο μεγάλος δρόμος» του ποιητή έφθασε στο «τέρμα της πλάνης»…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Στην αυλή της μονοκατοικίας της οδού Θέωνος, στον Νέο Κόσμο, χαιρόμασταν ακούγοντας τον Χριστόφορο Λιοντάκη να μας διαβάζει τα πρώτα του ποιήματα.

Η Σοφία και ο Άγγελος, ο Μπάμπης, ο Λάκης και ο Νίκος «μεταφερόμαστε» στους τόπους που «έχτιζε» ο Χριστόφορος «με το φως» της ήσυχης γειτονιάς, μέσα στα χειρόγραφά του, ανάμεσα στις μυρωδιές από την κουζίνα της κυρίας Ειρήνης και τα αρώματα από τη μαντζουράνα και τα γιασεμιά της μικρής αυλής του κυρίου Γιάννη που ήταν το οχυρό μας εκείνα τα ανέμελα χρόνια.

«Το τέλος του τοπίου» από το αγαπημένο του Ηράκλειο πέρασε και η εποχή της ανόδου, της καταξίωσης και της επιβράβευσης του ποιητή δεν άργησε. Από τους ροδώνες με τους χωροφύλακες και τους χωμάτινους δρόμους, έφθασε σε δρόμους ανοιχτούς και πολύβουους.

Έφθασε και στον μεγάλο του δρόμο που από την αρχή αυτής της χρονιάς τον ταλαιπώρησε. Τον κούρασε και τελικά τον νίκησε το ξημέρωμα της Παρασκευής 26 Ιουλίου 2019.

Σαν σήμερα κάναμε πάντα όλοι μαζί τη βόλτα στο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, στην παραπόταμο τότε, στην οδό Καλλιρρόης.

Φέτος θα πάμε μόνοι για να ανάψουμε ένα κερί στη μνήμη του Χριστόφορου που θα τον αποχαιρετήσουμε τη Δευτέρα 29 Ιουλίου στις 4.30 μ.μ. στο Νεκροταφείο Χαλανδρίου.

 

***

 

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης γεννήθηκε το 1945 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, στο Παρίσι.

Ανήκει στην αποκαλούμενη Γενιά του ’70, μαζί με άλλους συγγραφείς που άρχισαν να δημοσιεύουν τα έργα τους κατά τη δεκαετία του 1970, και κυρίως προς το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Το 1973 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Το τέλος του τοπίου». Η συλλογή του «Με το φως», 1999, τιμήθηκε ταυτόχρονα με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και με το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω», το 2000.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και αγγλικά και έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Harvard Review».

Ο Θάνος Μικρούτσικος έχει μελοποιήσει ποιήματά του που έχουν κυκλοφορήσει σε CD με τίτλο «Ποίηση με μουσική: Κωνσταντίνος Καβάφης-Χριστόφορος Λιοντάκης».

Το ποίημα που ακολουθεί είναι από αυτόν τον δίσκο.

 

***

 

Το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας ονόμασε τον Χριστόφορο Λιοντάκη Ιππότη της Τάξεως Γραμμάτων και Τεχνών και ο Δήμος Ηρακλείου του απένειμε το «Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη». Το 2012 τιμήθηκε με το βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του.

Νʼ αλλάξει αίμα

 

Ν’ αλλάξει αίμα
Νʼ αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει

Νʼ αλλάξει αίμα
Νʼ αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει

Νʼ απαλλαγεί από κείνο
Το κρυφό φανερό
Που όλα τα διχάζει

Νʼ απαλλαγεί από κείνο
Το κρυφό φανερό
Που όλα τα διχάζει

Ίδιες κινήσεις
Ίδιες αντιδράσεις
Ίδιες κηλίδες
Ίδια σχήματα

Ξέρει τι αρρώστιες τον περιμένουν
Ξέρει τη μνήμη των κυττάρων
Ξέρει τα χρωματοσώματα

Είναι το πεπρωμένο του

Νʼ αλλάξει αίμα
Νʼ αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει

Νʼ αλλάξει αίμα
Νʼ αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει

 

***

 

Μερικά από τα έργα του Χριστόφορου Λιοντάκη: Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες, Εκδόσεις Καστανιώτη (1991), Νυχτερινό γυμναστήριο, Εκδόσεις Καστανιώτη (1993), Ο μινώταυρος μετακομίζει, Εκδόσεις Καστανιώτη (1996), Υπόγειο γκαράζ, Κέδρος (1999), Με το φως, Εκδόσεις Καστανιώτη (2000), Αθηναϊκό μειδίαμα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (2009), Στο τέρμα της πλάνης, Εκδόσεις Καστανιώτη (2010), Εικόνες που επιμένουν, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (2012) και Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (2015).

 

***

 

 

***

 

Το 2017 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο «Ο μεγάλος δρόμος», από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για μια συγκινητική καταγραφή των παιδικών του χρόνων όπως τα έζησε εκεί που γεννήθηκε, στο χωριό Ίνι, στην ανατολική Μεσσαρά στην Κρήτη από το 1945 ως το 1956, δηλαδή τα μεταπολεμικά χρόνια.

Στο βιβλίο αυτό ο Λιοντάκης καταγράφει τα προσωπικά του βιώματα με λιτό και επιγραμματικό τρόπο ζωντανεύοντας τις παιδικές μνήμες με τρόπο μοναδικό…

«Ο μεγάλος δρόμος» μας οδηγεί σε μια φύση γεμάτη από τα αρχαιολογικά ερείπια της αρχαίας πόλης των Αρκάδων, όπου ο ποιητής κυκλοφορεί ανάμεσα σε πρόσωπα αγαπημένα.

Σε πρόσωπα που δεν θα τον ξεχάσουν ποτέ…

Παναγιώτης ΜήλαςΧριστόφορος Λιοντάκης. «Ο μεγάλος δρόμος» του ποιητή έφθασε στο «τέρμα της πλάνης»…
Περισσότερα

Τζορτζ Γκέρσουιν. Οι κριτικοί απέρριψαν το «Summertime» στην πρώτη του παρουσίαση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Την τρίπρακτη όπερα Πόργκυ και Μπες (Porgy and Bess) την παρουσίασε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1935 στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ.

Ακολούθησαν 124 παραστάσεις, οι οποίες ωστόσο δεν κάλυψαν οικονομικά τα έξοδα για το ανέβασμα του έργου. Η όπερα δέχθηκε σκληρή κριτική. Από την πρώτη στιγμή, μετά την πρεμιέρα της, αμφισβητήθηκε η οπερατική καταγωγή του έργου, ενώ κατά πολλούς η αξία του βρισκόταν σε μεμονωμένα μουσικά κομμάτια και λιγότερο στο δομημένο σύνολό του.

Η άποψη αυτή ενισχύθηκε από την επιτυχία που είχαν τραγούδια της όπερας ερμηνευμένα ανεξάρτητα, όπως το «Summertime».

 

 

 

Η αρνητική κριτική εστίασε επίσης στον στερεότυπο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι χαρακτήρες και εν γένει η ζωή των μαύρων της Αμερικής, σε μια εποχή που η αφροαμερικανική κοινότητα εξακολουθούσε να υπόκειται σε ρατσιστικές διαθέσεις.

Το γεγονός πως η όπερα βασίστηκε στο μυθιστόρημα ενός λευκού και συντέθηκε από έναν επίσης λευκό μουσικό με έδρα τη Νέα Υόρκη, αποτέλεσε επίσης πρόσφορο έδαφος για αμφισβήτηση της αυθεντικότητάς της.

***

Όταν ο Τζορτζ Γκέρσουιν συνέθεσε και παρουσίασε αυτή την όπερα ήταν 37 χρονών. Η καθολική αρνητική υποδοχή τον κατέβαλε και δύο χρόνια μετά σοβαροί πονοκέφαλοι και προσωρινή απώλεια μνήμης ήταν τα πρώτα μηνύματα που τον ανησύχησαν.

Μέσα σε λίγους μήνες έχασε πολύ βάρος με αποτέλεσμα να χρειάζεται υποστήριξη για να περπατήσει.
Όλα αυτά τον οδήγησαν, την Παρασκευή 9 Ιουλίου του 1937, στο νοσοκομείο Cedars of Lebanon στο Μπέβερλι Χιλς της Καλιφόρνια. Εκεί υπέπεσε σε κώμα. Τότε μόνον διαγνώστηκε ότι έχει όγκο στον εγκέφαλο.

Την Κυριακή 11 Ιουλίου οι γιατροί προχώρησαν σε εγχείρηση για την αφαίρεση του όγκου. Η πολύωρη επέμβαση δεν είχε ευτυχή κατάληξη.

Ο Γκέρσουιν πέρασε στην απέναντι όχθη όταν ήταν μόλις 39 χρόνων.

Ο πρόωρος θάνατός του συγκλόνισε την αμερικανική κοινή γνώμη, σε μία περίοδο που βρισκόταν στην ακμή του και ενώ προετοίμαζε αρκετές νέες συνθέσεις.

Πρόλαβε και έγραψε μουσική για μιούζικαλ, όπερα, κλασική μουσική και τραγούδια, αρκετά από τα οποία έγιναν κλασικά.

 

***

 

 

 

Το κλασικό έργο για ορχήστρα και πιάνο «Rhapsody in Blue» είναι το «σήμα-κατατεθέν» της συνθετικής ιδιοφυΐας του σπουδαίου Αμερικανού δημιουργού.

Παράλληλα λένε ότι το «Summertime» αποτελεί ένα από τα πλέον διασκευασμένα μουσικά θέματα στην ανθρώπινη ιστορία (μαζί με το «Yesterday» των Beatles), αγγίζοντας πλέον τις 33.000 διαφορετικές εκτελέσεις.

 

***

 

Το «Summertime» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βοστόνη το 1935 και αποτελούσε τμήμα της φολκ όπερας «Πόργκι και Μπες» (Porgy and Bess) που ήταν η πρώτη αμερικανική όπερα που εκτελέστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου.
Δανειζόμενος στοιχεία από τη θρησκευτική μουσική των μαύρων, ο Γκέρσουιν παρουσιάζει ένα νανούρισμα που τραγουδά η ηρωίδα της όπερας, Μπες, στην κόρη της. Είναι μια από τις πιο τρυφερές στιγμές του έργου, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη βία και το εμπόριο ναρκωτικών των αμερικανικών γκέτο.

Το «Πόργκι και Μπες» διηγείται ιστορίες από τη ζωή των απογόνων των σκλάβων, που μετατρέπονται σε μισθωτούς σκλάβους. Αυτή η όπερα αντιμετώπισε από την αρχή πολλές δυσκολίες μέχρι να γίνει αποδεκτή από το κοινό.
Ο Τζορτζ Γκέρσουιν δεν είχε την τύχη να ζήσει τη μεταστροφή της άποψης των κριτικών και του κοινού. Μόνο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η όπερα και συγκεκριμένα το «Summertime» γνώρισαν την αποδοχή που τους άξιζε.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 μάλιστα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χρηματοδοτεί την περιοδεία στην Ευρώπη ενός θιάσου Αμερικανών που θα φτάσουν μέχρι τη Μόσχα. Είναι η πρώτη καλλιτεχνική αποστολή στη Σοβιετική Ένωση από την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Επίσης είναι η πρώτη αμερικανική όπερα που παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου.
Εκτός από το «Summertime», άλλες δημοφιλείς συνθέσεις του ήταν: «I Loves You Porgy», «Let’s Call the Whole Thing Off» και το «They Can’t Take That Away from Me».

Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες ηχογράφησαν συνθέσεις του Γκέρσουιν. Ανάμεσά τους ήταν οι: Fred Astaire, Louis Armstrong, Dean Martin, Al Jolson, Bobby Darin, Janis Joplin, John Coltrane, Frank Sinatra, Billie Holiday, Ella Fitzgerald, Sam Cooke, Diana Ross, Miles Davis, Herbie Hancock και Nina Simone.

 

***

 

Ο Τζορτζ Γκέρσουιν (George Gershwin) γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 26 Σεπτεμβρίου του 1898 και πέθανε στο Χόλιγουντ της Καλιφόρνιας, στις 11 Ιουλίου 1937. Ήταν γόνος Ρώσων μεταναστών εβραϊκής καταγωγής από την Αγία Πετρούπολη, που εγκαταστάθηκαν στην Αμερική τη δεκαετία του 1890.

Συγκαταλέγεται στους δημοφιλέστερους και πιο επιτυχημένους Αμερικανούς συνθέτες όλων των εποχών. Συνδύασε τις τεχνικές και τις φόρμες του κλασικού τραγουδιού με το είδος της τζαζ, ενώ παράλληλα το ύφος του σημαδεύτηκε από πρωτότυπες μετατροπίες και περίπλοκους ρυθμούς.

Κύριος συνεργάτης του και στιχουργός πολλών συνθέσεών του υπήρξε ο αδελφός του, Άιρα Γκέρσουιν.

 

***

 

 

 

Ο πατέρας του, Μόρις Γκέρσβιν (Moshe Gershvin), εργάστηκε σε βιοτεχνία γυναικείων παπουτσιών και σε σύντομο χρονικό διάστημα ανελίχθηκε σε θέση προϊσταμένου. Αργότερα, διηύθυνε διάφορες επιχειρήσεις, όπως εστιατόρια, αρτοποιεία καθώς και ένα ξενοδοχείο, τις οποίες όμως εγκατέλειπε σε σύντομο χρονικό διάστημα όταν έχανε το ενδιαφέρον του.

Με τη σύζυγό του, Ρόζα Μπρούσκιν, απέκτησε συνολικά τέσσερα παιδιά, τα οποία είχαν ως μητρική γλώσσα την Αγγλική, καθώς δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ ρωσικά ή γίντις.

Σε μικρή ηλικία, ο Γκέρσουιν χαρακτηριζόταν ως παιδί του δρόμου που αποστρεφόταν το σχολείο και ήταν απείθαρχος. Το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως στενά δεμένο με τη μουσική, ωστόσο ο ίδιος ανέπτυξε ενδιαφέρον σε νεαρή σχετικά ηλικία.

Η μουσική του εκπαίδευση ξεκίνησε περίπου το 1910, όταν οι γονείς του αγόρασαν ένα μεταχειρισμένο πιάνο, το οποίο προοριζόταν για χρήση από τον αδελφό του Άιρα. Δύο χρόνια αργότερα, έγινε δεκτός ως μαθητής του διακεκριμένου πιανίστα και δασκάλου Charles Hambitzer, ο οποίος διέκρινε τις δεξιότητες του Γκέρσουιν και τον μύησε στο χώρο της κλασικής μουσικής, συνοδεύοντάς τον σε κοντσέρτα αλλά και μέσα από τη διδασκαλία κλασικών έργων στο πιάνο, συνθετών όπως ο Φρεντερίκ Σοπέν και ο Φραντς Λιστ.

Η πίστη του Hambitzer στις δυνατότητες του νεαρού Γκέρσουιν αναδεικνύεται από το γεγονός πως αρνήθηκε να λάβει χρήματα για την εκπαίδευσή του, καθώς και μέσα από επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία τον περιέγραφε ως ιδιοφυή.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, εγκατέλειψε το γυμνάσιο και εργάστηκε για περίπου τρία χρόνια ως πιανίστας διαφημιστής τραγουδιών του Τιν Παν Άλι, για τη μουσική εταιρεία του Τζερόμ Ρέμικ. Η πολύωρη και καθημερινή εξάσκησή του στην εκτέλεση τραγουδιών επέδρασε ευεργετικά στο παίξιμό του, το οποίο βελτιώθηκε σημαντικά μέσα από την εμπειρία που αποκτούσε.

Σε εφηβική ακόμα ηλικία, αναγνωριζόταν ως ένας από τους πλέον ταλαντούχους πιανίστες της Νέας Υόρκης και σύντομα ανέλαβε τη συνοδεία στο πιάνο δημοφιλών τραγουδιστών της εποχής.

Την ίδια περίπου περίοδο, ξεκίνησε να γράφει δικά του τραγούδια ενώ παράλληλα, εργάστηκε ως πιανίστας στις πρόβες έργων του Μπρόντγουεϊ (Broadway) και σύντομα άρχισε να αναγνωρίζεται για τις ικανότητές του στη σύνθεση.
Από το 1918, τραγούδια του συνόδευαν σόου του Μπρόντγουεϊ, ενώ στις 26 Μαΐου του 1919, παρουσιάστηκε το έργο La La Lucille σε μουσική εξολοκλήρου γραμμένη από τον ίδιο.

 

***

 

Στα τέλη του 1923, ο διευθυντής ορχήστρας Πωλ Γουάιτμαν ζήτησε από τον Γκέρσουιν να συνθέσει ένα έργο για ένα πολυδιαφημισμένο κοντσέρτο, το οποίο περιγραφόταν ως «Πείραμα στη Μοντέρνα Μουσική».

Αποτέλεσμα της συνεργασίας τους ήταν το έργο για πιάνο και ορχήστρα με τίτλο «Rhapsody in Blue», που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 12 Φεβρουαρίου 1924 στο Aeolian Concert Hall της Νέας Υόρκης, και κατάφερε να εξασφαλίσει θερμή υποδοχή από το κοινό και τους κριτικούς.

Σύμφωνα με ένα θρύλο, ο Γκέρσουιν είχε ξεχάσει την παραγγελία του Γουάιτμαν και συνέθεσε γρήγορα το έργο, σε διάστημα τριών εβδομάδων, αφού διάβασε την αναγγελία της συναυλίας στον ημερήσιο τύπο.

Η δεκαετία 1924-34 υπήρξε εν γένει μία περίοδος ευμάρειας για τον Γκέρσουιν, κατά την οποία αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη φήμη, καταλαμβάνοντας μοναδική θέση μεταξύ των Αμερικανών συνθετών της εποχής.
Την ίδια περίοδο ταξίδεψε αρκετά και γνωρίστηκε με σημαντικούς συνθέτες σύγχρονης κλασικής μουσικής, όπως τους Σεργκέι Προκόφιεφ, Μωρίς Ραβέλ και Άλμπαν Μπεργκ.

 

 

 

Μετά την επιτυχία του Rhapsody in Blue, αφοσιώθηκε κυρίως σε ορχηστρικά έργα, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψει και τη σύνθεση τραγουδιών για το θέατρο. Στιχουργός των περισσότερων υπήρξε ο αδελφός του, Άιρα Γκέρσουιν, του οποίου οι πνευματώδεις στίχοι – συχνά ενσωματώνοντας αργκό εκφράσεις και λογοπαίγνια – αναγνωρίζονται εξίσου με τις μελωδίες του Τζορτζ Γκέρσουιν.

 

Το 1925, ο Walter Damrosch τού ανέθεσε τη σύνθεση ενός κοντσέρτου, για τη συμφωνική ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Για το σκοπό αυτό, ο Γκέρσουιν ολοκλήρωσε το Κοντσέρτο σε Φα μείζονα, έργο για πιάνο και ορχήστρα που αποτελείται από τρία μέρη (Allegro, Adagio – Andante con moto και Allegro agitato) και συνιστά τη μεγαλύτερη σε διάρκεια σύνθεσή του.
Αν και δεν γνώρισε την ίδια αποδοχή σε σύγκριση με το Rhapsody in Blue, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του, γραμμένο για συμφωνική ορχήστρα χωρίς όργανα της τζαζ, και αποτελεί πιθανώς το πιο δημοφιλές κοντσέρτο για πιάνο Αμερικανού συνθέτη.

 

Το συμφωνικό ποίημα An American in Paris, σύνθεση που ολοκληρώθηκε το 1928, αντανακλά τις εντυπώσεις του Γκέρσουιν από τα ταξίδια του στο Παρίσι και απεικονίζει μουσικά την ατμόσφαιρα της πόλης όπως την εισέπραξε ο ίδιος. Θεωρείται έργο που αντλεί στοιχεία από την παράδοση των μπλουζ, ενώ με τους εναλλασσόμενους ρυθμούς του και την ελεύθερη δομή του παραπέμπει επίσης στο είδος του μπαλέτου.

 

Την περίοδο 1932-36, κατά την οποία παρακολούθησε μαθήματα υπό τον συνθέτη και θεωρητικό της μουσικής Joseph Schillinger, ολοκλήρωσε την Κουβανική Εισαγωγή (Cuban Overture, 1932), μία σειρά από παραλλαγές για πιάνο και ορχήστρα πάνω στη δική του προγενέστερη σύνθεση I got rhythm (1914), καθώς και την τρίπρακτη όπερα Πόργκυ και Μπες (Porgy and Bess, 1935).

 

Για τη σύνθεση της όπερας, ο Γκέρσουιν εμπνεύστηκε από το μυθιστόρημα του DuBose Heyward Porgy (1925) και για ένα διάστημα ταξίδεψε στον αμερικανικό Νότο προκειμένου να έρθει σε επαφή με την αφροαμερικανική μουσική παράδοση. Το λιμπρέτο του έργου, το οποίο ο ίδιος χαρακτήριζε ως μία αμερικανική φολκ όπερα, πραγματεύεται τη ζωή των μαύρων στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας και γράφτηκε από τον αδελφό του, σε συνεργασία με το ζεύγος DuBose και Dorothy Heyward.

 

***

 

ΕΔΩ Ο ΓΚΕΡΣΟΥΙΝ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ ΤΟ 1931

 

Παναγιώτης ΜήλαςΤζορτζ Γκέρσουιν. Οι κριτικοί απέρριψαν το «Summertime» στην πρώτη του παρουσίαση
Περισσότερα

Η Εθνική Ελλάδας Κωφών Γυναικών Παγκόσμια Πρωταθλήτρια στο μπάσκετ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κωφών Γυναικών, κατέκτησε η Εθνική Ελλάδας, επικρατώντας με 51-42 της Λιθουανίας στον τελικό της διοργάνωσης, το απόγευμα του Σαββάτου 6 Ιουλίου 2019 στο Λούμπλιν της Πολωνίας.

Η Στεφανία Πατέρα αναδείχτηκε η κορυφαία στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Η έμπειρη αθλήτρια του ΚΑΟ Μελισσίων, αγωνίζεται τα τελευταία χρόνια στην Α2 Γυναικών.

Η εθνική μας είναι η κορυφαία ομάδα του κόσμου, εδώ και μια τριετία. Μάλιστα κατέκτησε τον τρίτο συνεχόμενο τίτλο της απέναντι στην ίδια αντίπαλο.

Το 2016 η Εθνική Κωφών Γυναικών κατέκτησε την πρώτη θέση στο EuroBasket της Θεσσαλονίκης, το 2017 πήρε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σαμψούντας.

Οι αθλήτριες της Αθηνάς Ζέρβα έφτασαν στη νίκη έχοντας τον έλεγχο του ρυθμού και του σκορ στη μεγαλύτερη διάρκεια της αναμέτρησης.

Αφού πήραν μια μικρή διαφορά στο δεύτερο δεκάλεπτο, την αύξησαν στο τρίτο και έφτασαν με άνεση στη νίκη απέναντι στις Λιθουανές από τις οποίες είχαν γνωρίσει βαριά ήττα στην πρεμιέρα της διοργάνωσης (62-48).

Τα δεκάλεπτα: 9-9, 20-15, 34-25, 51-42

Τα ομαδικά στατιστικά της Ελλάδας: 10/28 δίποντα, 8/24 τρίποντα, 7/14 βολές, 35 ριμπάουντ (28 αμυντικά – 7 επιθετικά), 12 ασίστ, 10 κλεψίματα, 2 κοψίματα, 15 λάθη.

MVP του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος αναδείχθηκε η Στεφανία Πατέρα, η οποία οδήγησε την Εθνική Κωφών Γυναικών στην κορυφή για τρίτη συνεχόμενη διοργάνωση. Στην καλύτερη πεντάδα και η Ανθή Χαϊνά.

 

 

ΕΛΛΑΔΑ (Ζέρβα): Χαϊνά 10 (1), Σαρακατσάνη 3 (1), Αγαγιώτου 5 (1), Κοτσιρέα, Σπίνου 7 (8 ριμπάουντ), Μελίνη, Βεράνη 1, Βουδούρη, Κοτσιάφτη 10 (1 τρίποντο, 9 ριμπάουντ, 1 ασίστ, 1 κλέψιμο, 1 μπλοκ), Πατέρα 15 (4/8 τρίποντα, 5 ριμπάουντ, 3 ασίστ, 3 κλεψίματα)

 

 

Παναγιώτης ΜήλαςΗ Εθνική Ελλάδας Κωφών Γυναικών Παγκόσμια Πρωταθλήτρια στο μπάσκετ
Περισσότερα

Βάλτερ Γκρόπιους: «Η γλυπτική και η ζωγραφική είναι τμήματα του οικοδομείν»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Ο αρχιτέκτων Walter Gropius πέθανε την 5η Ιουλίου 1969 στη Βοστόνη, σε ηλικία 86 ετών, γνωρίζοντας μία μοναδική αναγνώριση: Το Bauhaus και το όραμά του, θα επηρεάζουν για χρόνια την αρχιτεκτονική.

Ο Γκρόπιους πίστευε πως οι καλλιτέχνες και οι τεχνίτες πρέπει να έχουν την ίδια, θεμελιακή, αισθητική μόρφωση και ανάπτυξη. Στο μανιφέστο του αναφέρει: «Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις εφαρμοσμένες τέχνες, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, είναι όλα τμήματα του οικοδομείν».

 

***

 

 

 

Οι κάτοικοι της Αθήνας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 γνώρισαν το έργο και τη φιλοσοφία του Γερμανού αρχιτέκτονα βλέποντας να χτίζεται το εμβληματικό κτήριο της πρεσβείας των ΗΠΑ.

 

Τα έργα άρχισαν το 1959 και ολοκληρώθηκαν το 1961, με συνολικό κόστος 1,5 εκατομμύριο δολάρια.
Ο αρχιτέκτονας Περικλής Σακελλάριος ήταν ο άνθρωπος που είχε αναλάβει την επίβλεψη του έργου, συντονίζοντας τους περίπου 350 μηχανικούς και εργάτες που έφεραν εις πέρας τις εργασίες.

 

Η πρεσβεία των ΗΠΑ εγκαινιάστηκε με μία λαμπρή τελετή στις 6 Σεπτεμβρίου του 1961.

 

Ύστερα από 56 χρόνια και συγκεκριμένα από τον Σεπτέμβριο του 2018 στο εσωτερικό της άρχισαν εργασίες ανακαίνισης του κτηρίου. Το κόστος τους θα αγγίξει τα 345 εκατομμύρια δολάρια. Θα ολοκληρωθούν το 2022.

 

Την αρχιτεκτονική επίβλεψη του έργου, έχει η εταιρεία Ann Beha Architects, με έδρα τη Βοστόνη. Το κατασκευαστικό κομμάτι θα φέρει εις πέρας η εταιρεία Caddell Construction Company.

 

Το έργο προβλέπει την κατασκευή νέων χώρων γραφείων, αναβάθμιση της δομής του αρχικού κτηρίου της πρεσβείας και του παρακείμενου παραρτήματος, αλλά και την εγκατάσταση ηλεκτρονικών και μηχανολογικών συστημάτων τα οποία θα ανταποκρίνονται στα σύγχρονα κατασκευαστικά κριτήρια.

 

Στόχος των εργολάβων είναι να διατηρήσουν πολλά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κτηρίου, όπως το κύριο λόμπι, τη μαρμάρινη πρόσοψη και τις μοναδικές σκάλες.

 

 

 

 

Επίσης, πρόκειται να κατασκευαστεί ένας νέος, αντιπροσωπευτικός χώρος για την πρεσβεία, ο οποίος θα συνδέει το αρχικό κτήριο με το μεταγενέστερο παράρτημα.

 

Περισσότεροι από 620 άνθρωποι θα απασχοληθούν στο έργο, εκ των οποίων οι 500 θα είναι εργαζόμενοι στην ελληνική αγορά, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η συνεισφορά στην τοπική οικονομία θα είναι της τάξεως του 1,2 εκατομμυρίου ευρώ το μήνα.

 

Ο σχεδιασμός του έργου θα είναι φιλικός προς το περιβάλλον, με βασικό στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας. Για το σκοπό αυτό, το νερό της βροχής θα χρησιμοποιείται ξανά για να καλύπτονται οι ανάγκες ποτίσματος, μειώνοντας το κόστος ύδρευσης.

 

***

 

Ο Βάλτερ Γκρόπιους (Walter Gropius) γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 18 Μαΐου 1883. Ήταν το τρίτο παιδί του Βάλτερ Άντολφ Γκρόπιους και της Manon Auguste Pauline Scharnweber. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Μόναχο και στο Πολυτεχνείο στο Σαρλόττενμπουργκ του Βερολίνου.

 

Το 1911, παντρεύτηκε τη χήρα του διάσημου συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ, Άλμα Μάλερ, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Μανόν. Η Μανόν πέθανε το 1935 από πολιομυελίτιδα. Ο Βάλτερ Γκρόπιους και η Άλμα χώρισαν το 1920. Το 1923, παντρεύτηκε την Ise Frank. Μαζί ζήσανε μέχρι τον θάνατό του. Το ζευγάρι, υιοθέτησε μία κόρη, την Beate Gropius, γνωστή ως Ati.

 

Το 1908 o Γκρόπιους βρήκε απασχόληση στην εταιρεία του Πέτερ Μπέρενς (Peter Behrens), ενός από τους πρώτους βιομηχανικούς σχεδιαστές. Ανάμεσα στους συναδέλφους του συγκαταλέγονταν οι Μις φαν ντερ Ρόε (Mies van der Rohe) και Ντίτριχ Μαρκς.

 

Το 1910 o Γκρόπιους άφησε την εταιρεία Μπέρενς και μαζί με το συνάδελφό του Άντολφ Μέγερ άνοιξε ένα γραφείο στο Βερολίνο.

 

 

 

 

 

Μαζί μοιράστηκαν τις ιδέες για ένα από τα δημιουργικά νεωτεριστικά κτήρια που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το εργοστάσιο παπουτσιών Φάγκους στο Άνφελντ της Γερμανίας, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά στοιχεία άγνωστα και πρωτοποριακά για την αρχιτεκτονική της εποχής, όπως το γυαλί. Τα αρμόδια μέλη της UNESCO αποφάσισαν να αποδώσουν σε αυτό το κτήριο, τον τίτλο του Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

 

Οι γυάλινοι τοίχοι-κουρτίνες αυτού του κτηρίου κατέδειξαν και τη νεωτεριστική ανησυχία ότι η μορφή απεικονίζει τη λειτουργία και την υποστήριξή του για την εργατική τάξη. Άλλες εργασίες αυτής της πρόωρης περιόδου περιλαμβάνουν το κτήριο για την έκθεση Werkbund στην Κολωνία, το 1914.

 

***

 

Στόχος του ήταν «να κτίσει το μέλλον» και σε όλη τη του ζωή εργάστηκε προς αυτή την κατεύθυνση.
Με την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιδρυτής και διευθυντής της σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών, Bέλγος ζωγράφος – αρχιτέκτονας Ανρί βαν ντε Βέλντε που δέσποζε στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης, διόρισε διάδοχό του τον Βάλτερ Γκρόπιους στη θέση του διευθυντή της σχολής όταν θα επαναλειτουργούσε.

 

 

 

 

Το 1919 η σοσιαλιστική συμμαχία της Θουριγκίας με πρωτεύουσα τη Βαϊμάρη, έδωσε άδεια στον Γκρόπιους να συγχωνεύσει τη Σχολή των Εφαρμοσμένων Τεχνών και την Ακαδημία Καλών Τεχνών, δημιουργώντας έτσι το Μπαουχάουζ (Bauhaus), όπου όλες οι τέχνες συνέκλιναν με την αρχιτεκτονική.

 

 

Διάσημο είναι το χερούλι πόρτας που σχεδίασε ο Γκρόπιους το 1922 με τον Adolf Meyer και το οποίο αποτελεί μόνιμο έκθεμα του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στην Ν.Υ (ΜοΜΑ).

Από το 1923, αρχίζει η κοινή πορεία του Γκρόπιους και του Μις βαν ντερ Ρόε, στο Bauhaus.
Ήδη, από τα τέλη του 1919, οι αρχές της Βαϊμάρης κατηγόρησαν το Μπαουχάουζ ότι είχε αριστερίζουσες πολιτικές κατευθύνσεις, και είχαν εν μέρει δίκιο, αν και ο Γρόπιους προσπαθούσε να αποφεύγει κάθε πολιτική σχέση με τα κόμματα, καθώς πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο προστάτευε τη σχολή.

 

Οι αρχές από την πλευρά τους κατέκριναν τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του Μπαουχάουζ, λέγοντας ότι προτιμούσε τους Eβραίους και τους «ξένους» από τους Γερμανούς.

 

Από τους πρώτους «ξένους» δασκάλους που διάλεξε ο Γκρόπιους ήταν ο γερμανο-αμερικανικής καταγωγής ζωγράφος Λάιονελ Φάινινγκερ και ο αυστριακός ζωγράφος Γιοχάνες Iτεν, ενώ λίγο αργότερα εντάχθηκαν στα εργαστήρια ο Pώσος Βασίλι Καντίνσκυ, ο Eλβετός Πάουλ Κλέε και ο Oύγγρος Λάζλο Μοχόλυ-Νάγκυ.

 

Το 1925, η σχολή Bauhaus, επαναλειτουργεί στη πόλη Ντεσσάου. Ο δήμαρχος της πόλης Φριτς Xέσσε, προσδοκώντας ότι η πόλη του θα αποκτήσει αίγλη, χρηματοδότησε και την κατασκευή των νέων κτιρίων όπου θα στεγαζόταν η σχολή.
Οι νέοι χώροι σχεδιάστηκαν από τον Γκρόπιους και ολοκληρώθηκαν το 1926. Το αρχιτεκτονικό αυτό σύμπλεγμα με τη ρευστότητα, τη διαφάνεια και την ασυμμετρία του, αποτέλεσε το πραγματικό μανιφέστο της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

 

Ο Γκρόπιους αρνήθηκε την αμοιβή του για να κατασκευαστεί το αρχιτεκτονικό ατελιέ που δεν υπήρχε μέχρι τότε, το οποίο ανέλαβε το 1927 να σχεδιάσει ο Χανς Μάιερ.

 

Το 1928 αποχωρεί ο Γκρόπιους από το Bauhaus και εγκαθίσταται ως ελεύθερος αρχιτέκτων στο Βερολίνο.

 

 

***

 

 

 

 

Το 1934 αρχίζει προπαγάνδα των ναζί ενάντια στον κύκλο των αρχιτεκτόνων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται «εβραιο-μπολσεβίκοι» και το Bauhaus περιγράφεται ως «εκκλησία του μαρξισμού».

 

***

 

 

 

 

Η παραγωγικότερη και σημαντικότερη αρχιτεκτονικά περίοδος της ζωής του ήταν η δεκαετία 1923-1934.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 κατάφερε να αποδράσει από το ναζιστικό καθεστώς. Πήγε πρώτα στην Αγγλία και λίγα χρόνια αργότερα, το 1937, εγκαταστάθηκε στην Αμερική. Εκεί γίνεται καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Χάρβαρντ ενώ παράλληλα εργάζεται ως ελεύθερος αρχιτέκτων.

 

Το 1945 ίδρυσε το γραφείο The Architects Collaborative (TAC) στο Κέιμπριτζ.

 

***

 

 

 

Από το 1950 επανέρχεται επαγγελματικά στη Γερμανία και αναλαμβάνει τη σχεδίαση κτιριακών συγκροτημάτων στο Βερολίνο. Το 1960 κατασκευάζει στο Βερολίνο την «πόλη του Γκρόπιους» (Gropiusstadt).

 

Τα έργα του δρομολόγησαν αλλαγές στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Ο δημιουργός του Bauhaus, σχεδίασε προϊόντα, σπίτια, εργοστάσια, νοσοκομεία, παιδικούς σταθμούς, πανεπιστήμια, ουρανοξύστες και μια ολόκληρη πόλη στη Γερμανία. Όλα στη σχεδιαστική φιλοσοφία που ο ίδιος οραματίστηκε.

 

***

 

ΕΔΩ, ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΟ CATISART  ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΛΤΕΡ ΓΚΡΟΠΙΟΥΣ

Παναγιώτης ΜήλαςΒάλτερ Γκρόπιους: «Η γλυπτική και η ζωγραφική είναι τμήματα του οικοδομείν»
Περισσότερα

Antoni Gaudi. Μια ολόκληρη ζωή έζησε και «ζει» μέσα στη Sagrada Familia

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στα 26 του χρόνια ο Antoni Gaudi κατάφερε να πάρει το πτυχίο του αρχιτέκτονα. Όταν ο 57χρονος τότε καθηγητής του Elies Rogent υπέγραφε τον τίτλο του σπουδαστή του, δήλωνε:

«Είτε βρήκαμε κάποιον φεγγαροπιασμένο, είτε μια μεγαλοφυΐα».

Πράγματι, όπως αποδείχτηκε, ο Γκαουντί ήταν μεγαλοφυΐα.
Γεννήθηκε στην Ταραγόνα, στις 25 Ιουνίου 1852 αλλά δεν έχει εξακριβωθεί σε ποια πόλη της. Πιθανόν στη πόλη Ρέους ή στη Ρουίντομς. Πάντως μια μέρα μετά τη γέννησή του βαφτίστηκε στη Ρέους.

 

Στο εργαστήριό του, μέσα στον ναό, ενώ εργάζεται.

 

Οι γονείς του, ο Francesc Gaudi y Serra και η Antonia Cornet y Bertran, προέρχονταν από οικογένειες μεταλλουργών. Σαν παιδί δεν μπορούσε να βγει και να παίξει με τους φίλους του, λόγω ρευματισμών. Εξαιτίας αυτού, δυσκολευόταν και να περπατήσει, γι’ αυτό συνήθως κυκλοφορούσε μ’ ένα γαϊδουράκι. Λέγεται πως αυτό του ‘δωσε τα δύο μεγάλα προτερήματα, που ανάπτυξε αργότερα στην τέχνη του: Μελέτη του χώρου κι ανάλυση του φυσικού περιβάλλοντος. Ήτανε λοιπόν αυτή η ακόρεστη περιέργεια κaι η δίψα για μάθηση που τον οδήγησαν να μελετήσει τη περίπλοκη φύση.

Κατάφερε να γίνει φίλος με τους φυσικούς νόμους της βαρύτητας και να απελευθερώσει την αρχιτεκτονική από τις σκληρές – μέχρι τότε – συμβάσεις της. Κανονικά ο Γκαουντί εντάσσεται στην Αρ Νουβώ, αν μπορεί κανείς να εντάξει έναν τέτοιο μεγάλο καλλιτέχνη κάπου. Βέβαια η αρχιτεκτονική του δεν περιορίστηκε στοn εξωτερικό χώρο μα και στοn εσωτερικό κι αυτό μαρτυρά μια σφαιρική άποψη τέχνης.

Από το 1873 και μέχρι το 1877 ήταν φοιτητής Αρχιτεκτονικής στο Escuela Tecnica Superior d’ Arquitectura στη Βαρκελώνη. Είχε μέτριους βαθμούς, αλλά και τρομερές επιδόσεις στο σχέδιο και στα διάφορα Projects. Εκεί, με τη βοήθεια του φίλου του Eduard, έφτιαξε ένα προσχέδιο για την ανακατασκευή των κατεστραμμένων μερών του Μοναστηριού Poblet. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του εκεί, διέμενε στο Casa Lonja de Mar, παλιά μονή της Carmen.

Σχεδόν ταυτόχρονα με τη Σχολή, υπηρέτησε και τη στρατιωτική του θητεία στο Ιππικό (1874-1879). Μπορεί να συμμετείχε σ’ εμπόλεμη κατάσταση, μα ποτέ δεν έλαβε μέρος σε μάχη.
Στην Αρχιτεκτονική Σχολή προτιμούσε να περνά ώρες μονάχος στη βιβλιοθήκη, αντί να παρακολουθεί τη διδασκαλία στην τάξη.

***

 

Λεπτομέρεια από τη Sagrada Famiglia.

 

Ο νέος αρχιτέκτονας, αμέσως μετά, ξεκίνησε να σχεδιάζει και να προγραμματίζει, παραμένοντας όμως για όλη την υπόλοιπη ζωή του, στις τάξεις της Σχολής που ‘χε μόλις τελειώσει. Σαν πτυχιούχος μελετητής πλέον, θέλησε να εξερευνήσει την πατρίδα του Καταλονία.

Επισκέφτηκε λοιπόν διάφορες περιοχές όπου ξύπνησε μέσα του το ενδιαφέρον για την Αρχιτεκτονική του Μεσαίωνα. Ταυτόχρονα ένιωσε συμπάθεια για τη καταπίεση των εργαζομένων.
Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πως μόνον ένας συναισθηματικός δεσμός αγάπης τάραξε τον μεγάλο καλλιτέχνη. Αυτός που ‘νιωσε για τη δεσποινίδα Pepita Moreu, που όμως από δειλία και συστολή, άργησε να της τον εκφράσει κι έτσι κείνη ήτανε μαζί με κάποιον άλλο, όταν αυτός τ’ αποφάσισε. Από το σημείο κείνο κι έπειτα, αφοσιώθηκε στις μελέτες και στο έργο του.
Παρέμεινε γοητευμένος από τη φύση κι αφού μελέτησε καλά τις φυσικές γωνίες και καμπύλες, τις ενσωμάτωσε στα σχέδιά του. Δεν χρησιμοποίησε τα γεωμετρικά σχήματα τόσο, όσο μιμήθηκε τον τρόπο που μεγαλώνει κατακόρυφα ένα δέντρο ή ένας άνθρωπος. Δανείστηκε πολλές εικόνες από τη φύση και αυτό προσέδωσε στις κατασκευές του την εντύπωση, πως ήτανε συνέχεια του περιβάλλοντος.

***

Σε κρίσιμη φάση της επαγγελματικής του ζωή οι κοντινοί του συγγενείς (αδερφός, μητέρα, αδερφή) και φίλοι έφυγαν από τη ζωή κι αυτό άλλαξε τη διάθεσή του. Αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο το 1912 όταν έχασε την αγαπημένη του ανιψιά, την Rosa Egea. Δύο χρόνια αργότερα έχασε και τον πιστό του συνεργάτη, τον Francesc Berenguer Mestres.
Αυτές οι δύο προσωπικές τραγωδίες τον τσάκισαν. Την ίδια εποχή η μεγάλη οικονομική κρίση στη Βαρκελώνη είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσουν τα έργα στη «Σαγκράδα Φαμίλια», ενώ τα έργα στο «Parc Guell» σταμάτησαν οριστικά.

 

Ο Γκαουντί σε εκδήλωση έξω από τον Ναό.

 

Από τότε σταμάτησε να μιλά στους γύρω του και περιορίστηκε μόνο στο έργο της ζωής του, τον μεγάλο καθεδρικό ναό La Sagrada Familia. Ο «ναός των φτωχών» είχε αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 1883. Εκεί ο Γκαουντί έβρισκε τη γαλήνη που αναζητούσε, διέμενε μάλιστα στο εργαστήριό του το οποίο είχε δημιουργήσει μέσα στη Sagrada Familia και το οποίο με πείσμα αρνιόταν να εγκαταλείψει.

***

Στις 7 Ιουνίου 1926 ο Γκαουντί κυκλοφορούσε στο δρόμο όπου τον χτύπησε το τραμ. Επειδή ήταν ρακένδυτος κι είχε άδειες τσέπες, δεν τον πήγαν σε νοσοκομείο επειδή πίστευαν πως δεν θα λάβουν το τίμημα της διαδρομής. Τελικά ο Γκαουντί μετέβη με κάποιο τρόπο στο νοσοκομείο απόρων στη Βαρκελώνη αλλά κανείς δεν αναγνώρισε τον μεγάλο καλλιτέχνη, μέχρι που τον βρήκε κάποιος φίλος την επόμενη μέρα. Όταν δε, επιδίωξε να τον μεταφέρει σε καλύτερο νοσοκομείο, ο Γκαουντί αρνήθηκε λέγοντας: «Εδώ ανήκω, στους άπορους».

Δύο μέρες μετά, στις 9 Ιουνίου 1926, πέθανε σε ηλικία 74 ετών κι η μισή Βαρκελώνη τον πένθησε, ίσως γιατί θάφτηκε στο μέσο του ημιτελούς αριστουργήματός του. Το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, παίχτηκε αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του. Ο τάφος του συλήθηκε κι έμεινε ανοιχτός κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου (1936 – 1939), για να σφραγιστεί ξανά το κιβούρι του και να κλείσει το μνημείο το 1939.

Στη συνέχεια ακολούθησε ο… εξοστρακισμός του, αλλά δεν άργησε η φήμη του να ανακτήσει τη πραγματική της αξία κυρίως με τα έργα που έφτιαξε στη Βαρκελώνη, η οποία σήμερα 93 χρόνια μετά τον θάνατό του απολαμβάνει τους καρπούς των δημιουργιών του.

Παναγιώτης ΜήλαςAntoni Gaudi. Μια ολόκληρη ζωή έζησε και «ζει» μέσα στη Sagrada Familia
Περισσότερα

Γιάννης Ευσταθιάδης: Η διαφήμιση επηρεάζει την Τέχνη αλλά δεν είναι Τέχνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γεννήθηκε το 1946 στην Αθήνα και έζησε στο κέντρο της, στην οδό Κολοκοτρώνη. Ανέμελη και ευχάριστη η παιδική του ηλικία, καθώς ο πατέρας του ήτανε έμπορος γυναικείων καπέλων. Ζούσαν αρκετά άνετα και με «μια γεύση κοσμικής ζωής, με τις κυρίες που έμπαιναν μες το κατάστημα, που πρόβαραν…», λέει χαριτολογώντας.

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης είναι μια συναρπαστική πολύπλευρη προσωπικότητα. Μια ζωή γεμάτη δημιουργικά βιώματα.
Έχει εκδώσει ποιήματα, πεζά και μικρά δοκίμια για τη μεγάλη αγάπη του: τη μουσική. Είναι ο «Απίκιος», που παρουσίαζε γαστρονομικά κείμενα.

Είναι ο πρωτότυπος μουσικός παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ.

 

 

Το 2012 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, καθώς και με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του δοκιμιακού του έργου.

Σπούδασε Νομικά. Λίγο πριν πάρει το πτυχίο της Νομικής και μέσω ενός θείου του μπήκε σε μία διαφημιστική εταιρεία για ένα χαρτζιλίκι καλοκαιρινό, για να μείνει 6-7 μήνες. Εντέλει έμεινε μια ζωή. Στις εταιρείες που δούλεψε είχε την ευκαιρία να γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους που μαθήτευσε κοντά τους, είτε στο κείμενο, είτε στο ραδιόφωνο που ήταν και παραμένει η μεγάλη του αγάπη.

Κυρίως όμως είναι ένας από τους γνωστούς κειμενογράφους της διαφήμισης. Πολλά δικά του σλόγκαν έγιναν πασίγνωστα και πέρασαν στην ιστορία της ποπ κουλτούρας των νεοελλήνων. Παράλληλα με τη διαφήμιση έγραφε χωρίς διακοπή και λογοτεχνία.

Πολλοί τον ρωτούν αν η διαφήμιση είναι μία παγίδα για τη λογοτεχνία…

Κι εκείνος απάντα: «Ναι, η διαφήμιση έχει μια μεγάλη ευκολία. Η διαφήμιση δεν είναι Τέχνη. Στην καλύτερη περίπτωση παράγει ιδιοκατασκευάσματα Τέχνης, έτσι λίγο σαν φαστ φουντ της Τέχνης και πολλές φορές επηρεάζει την Τέχνη. Αλλά δεν είναι Τέχνη»

***

Στα 50 και πλέον χρόνια επιτυχημένης επαγγελματικής πορείας στην ελληνική διαφήμιση του Γιάννη Ευσταθιάδη κάνει αφιέρωμα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού gr design. Με αφορμή αυτό το αφιερωματικό τεύχος, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη, το Σάββατο 25 Μαΐου 2019, με τιμώμενο πρόσωπο τον «ζωντανό θρύλο» της ελληνικής διαφήμισης.

Σε ένα χρονικό διάστημα από το 1975 ως το 2017, ο Γιάννης Ευσταθιάδης έγραψε και κυκλοφόρησε ποιήματα, αρκετές συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις. Έχει γράψει όμως και στιχουργήματα, παιδικά ποιήματα, συλλογές διηγημάτων ή και άλλα πεζά σε μικρή φόρμα. Επιπλέον, έχει γράψει άρθρα και χρονογραφήματα και έχει εκδώσει δύο βιβλία.

***

Αξιομνημόνευτη είναι επίσης και η γαστρονομική του δραστηριότητα και το προσωπείο του με το ψευδώνυμο ο «Απίκιος». Αυτά που έγραφε δεν έχουν σχέση με συνταγές ή κριτικές εστιατορίων. «Έγραφα για τη γαστρονομία χωρίς να ξέρω να μαγειρεύω. Είχα επικεντρωθεί στην πνευματικότητα και την κοινωνικότητα της τροφής…», σημειώνει ο Γιάννης Ευσταθιάδης.

***

Σπούδασε Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ξεκίνησε το 1966 στη διαφημιστική εταιρεία «Γνώμη» σαν βοηθός κειμενογράφου.

Το 1968 πήγε στην ΑΔΕΛ και όταν αποχώρησε το 1975, είχε την ευθύνη του Δημιουργικού Τμήματος.
Το 1975 ίδρυσε την εταιρία παραγωγής «Παπαδάκης & Ευσταθιάδης», που έγινε σύντομα η τρίτη εταιρεία του κλάδου.
Συνιδρυτής της Bold, Ogilvy & Mather το 1977, είχε από το ξεκίνημα την ευθύνη του Δημιουργικού.

Έχει διδάξει σε σχολές Διαφήμισης και στο Τμήμα Επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Υπήρξε, επί σειρά ετών, αρθρογράφος και columnist στον περιοδικό Τύπο (4 Τροχοί, Status, Tempo/Newsweek, Οικονομικός Ταχυδρόμος), ενώ –μεταξύ 1999 και 2005– έγραφε τη μουσική στήλη «Αντιστίξεις» στην Καθημερινή της Κυριακής.

Έχει παρουσιάσει τις εκπομπές «Πρόβα ορχήστρας» (2004-2005), «Αντιστίξεις» (2006) και «Η νήσος των θησαυρών» (2007-).

Το 2006-2007 παρουσίασε την τηλεοπτική εκδοχή της «Πρόβας ορχήστρας» στην ΕΤ1, στο πλαίσιο της εκπομπής «Hotel Τρίτων».

Κείμενά του έχουν ανθολογηθεί στο βιβλίο «Έκθεση-Θεματικοί Κύκλοι» της Γ΄ Λυκείου και στο βιβλίο «Νεοελληνική γλώσσα» της Α΄ Γυμνασίου.

***

 

 

Εργογραφία του Γιάννη Ευσταθιάδη

ΠΟΙΗΣΗ: Τα Ασπρόμαυρα, Ίκαρος 1975. Ποίηση Δωματίου, Ίκαρος 1981. Ενικού Αριθμού, ιδιωτική έκδοση 1985. Ασκήσεις σε Μονόζυγο, εκτός εμπορίου 1987. Άρση Βαρών, ιδιωτική έκδοση 1988. Δοκιμαστικοί Σωλήνες, εκτός εμπορίου 1989. Κιβωτός, Ύψιλον 1998. Ποιήματα 1975-1998, Ύψιλον 2004. Στιχουργήματα 1987-2003, Ύψιλον 2004

ΠΕΖΑ: Ο Έψιλον Έρως, Ύψιλον 1993. Με γεμάτο στόμα, Ύψιλον 2002. Δωμάτιο παντού, Μελάνι 2005. Γραμμένα φιλιά, Ύψιλον 2006. Πορσελάνη, Ύψιλον 2008. Καθρέφτης, Ύψιλον 2010.

ΑΡΘΡΑ-ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ: Χρονο-graffiti, Καστανιώτης 1995. Tragicomedia, Opera 1999.

ΔΟΚΙΜΙΑ: Το Βιβλίο με τις Αντιστίξεις, Λέσχη 2003. Το Δεύτερο Βιβλίο με τις Αντιστίξεις, Λέσχη 2006.

ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ: Πεινιαουρίσματα, Μελάνι 2002. Τραγουδί-τραγουδοχέρι, Μελάνι 2003

ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ: Απίκιος / Εγχειρίδιο Γαστρογνωμίας, Καστανιώτης 2000. Απίκιος / Πένες σε μελάνι, Μελάνι 2005. Απίκιος Άπαντα, Μελάνι 2008

ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ: (Σε συνεργασία με Κώστα Γ. Παπαγεωργίου). Τα ποιήματα του 2006, Κοινωνία των Δεκάτων 2007. Τα ποιήματα του 2007, Κοινωνία των Δεκάτων 2008.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΓιάννης Ευσταθιάδης: Η διαφήμιση επηρεάζει την Τέχνη αλλά δεν είναι Τέχνη
Περισσότερα

Φράνκο Τζεφιρέλι. Ο Αθηναίος από τη Φλωρεντία που αγαπούσε τη Μαρία Κάλλας και την Κρήτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Φράνκο Τζεφιρέλι λάτρεψε την όπερα, λάτρεψε και την Ελλάδα. Αγάπησε τη Μαρία Κάλλας, αγάπησε και την Κρήτη…

Στις 6 Νοεμβρίου 1958 ο Τζεφιρέλι παρακολούθησε την ιστορική επιστροφή της Μαρίας Κάλλας στη σκηνή στο ρόλο της Μήδειας. Στην Όπερα του Ντάλλας ανέβηκε η όπερα τoυ Λουίτζι Κερουμπίνι σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή και εικαστική επιμέλεια του Γιάννη Τσαρούχη.

Ο Τζεφιρέλι τον Ιανουάριο του 1964 κατάφερε να πείσει τη Μαρία Κάλλας να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της «Τόσκα» στη σκηνή του Κόβεντ Γκάρντεν. Την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη «Νόρμα».

 

 

Στην Όπερα του Ντάλλας στο Τέξας ο Φράνκο Τζεφιρέλι παρακολούθησε τη «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι με τη Μαρία Κάλλας. Σκηνοθέτης ο Αλέξης Μινωτής, εικαστική επιμέλεια από τον Γιάννη Τσαρούχη. Μαζί τους η Ισπανίδα μέτζο σοπράνο Tereza Berganza. Ήταν 6 Αυγούστου του 1958.

 

Στις 5 Ιουλίου του 1965 η Κάλλας εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν με την «Τόσκα» σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο Τζεφιρέλι στο δικό του Μουσείο στη Φλωρεντία έχει αφιερώσει στη Μαρία Κάλλας τέσσερις αίθουσες με αντικείμενα, ρούχα, μακέτες, φωτογραφίες και παρτιτούρες που σημάδεψαν τη σταδιοδρομία της μεγάλης ντίβας.

 

***

 

 

 

Τα «ελληνικά» βήματα του Τζεφιρέλι τον οδηγούν αργότερα και στην Κρήτη. Το 1986 ο «Οθέλλος» σε σκηνοθεσία Τζεφιρέλι θα πάρει σάρκα και οστά με τον Plácido Domingo στο βασικό ρόλο, την Katia Ricciarelli ως Δυσδαιμόνα και τον Justino Diaz ως Ιάγο. Το μεγαλύτερο τμήμα της ταινίας γυρίστηκε στο Ηράκλειο στα ενετικά νεώρια και το επιθαλάσσιο κάστρο Κούλε (Rocca di mare).

Για ένα περίπου μήνα η πόλη ζούσε στους ρυθμούς των γυρισμάτων με τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια εποχής με τα οποία ήταν ντυμένοι εκατοντάδες κάτοικοι της πόλης σε ρόλους βοηθητικών ηθοποιών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τζεφιρέλι δώρισε τα σκηνικά και τα κοστούμια στον Δήμο Ηρακλείου ο οποίος δεν τα αξιοποίησε…

 

***

 

 

 

Ο «ελληνικός κύκλος» του Τζεφιρέλι ολοκληρώθηκε το 2002. Τότε είχε έρθει στην Αθήνα για να παρακολουθήσει τη δική του ταινία «Callas for ever». Τον είχε προσκαλέσει ο Σύλλογος Φίλων του Σύγχρονου Μουσείου Τέχνης.
Ο τότε υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος είχε χαρακτηρίσει τον διάσημο σκηνοθέτη «Οικουμενικό πολίτη και άνθρωπο της αναγέννησης». Μάλιστα τον βράβευσε για τη συνεισφορά του στην προβολή του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Τζεφιρέλι ανταποδίδοντας τη φιλοφρόνηση δήλωσε «Είμαι Φλωρεντίνος και είναι τιμή για μας να καταγόμαστε από τη Φλωρεντία, την Αθήνα της Ιταλίας. Η Αθήνα για μας είναι το παν».
Ο Τζεφιρέλι που έζησε από κοντά την Κάλλας -συνεργάστηκαν άλλωστε σε έξι παραγωγές- δήλωσε ότι η Μαρία Κάλλας είναι η γυναίκα που προσέφερε τα μέγιστα στην τέχνη.

Όπως είπε, ήταν «μια γυναίκα απλή, ευάλωτη και ταυτόχρονα εξαιρετική προσωπικότητα, έζησε σε διαρκή σύγκρουση με τα προβλήματα των φίλων της, του πάχους της, του έρωτά της, αλλά από την άλλη είχε το πνεύμα της μουσικής μέσα της».

 

***

 

 

 

Ο Τζιανφράνκο Τζεφιρέλι έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών το Σάββατο 15 Ιουνίου 2019. Ήταν 96 ετών. Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσε στο διαδίκτυο το Ίδρυμα Φράνκο Τζεφιρέλι, ενώ ο γιος του Πίπο δήλωσε σε δημοσιογράφους πως ο πατέρας του πέθανε «ήσυχα» στο σπίτι του στη Ρώμη. Ο άλλος του γιος Λουτσιάνο ανέφερε πως ο πατέρας του υπέφερε το τελευταίο διάστημα, αλλά έφυγε ήσυχα από τη ζωή.

Ο Ιταλός σκηνοθέτης γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1923 στα περίχωρα της Φλωρεντίας ως Τζιανφράνκο Κόρσι (Gianfranco Corsi). Μητέρα του ήταν η Alaide Garosi, σχεδιάστρια μόδας και πατέρας του ο Ottorino Corsi, έμπορος μαλλιού και μεταξιού. Οι δύο γονείς του ξαναπαντρεύτηκαν και η Alaide δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δικό της επίθετο ή του Corsi για το παιδί της. Επέλεξε το επίθετο «Zeffiretti», λέξη που αναφέρεται στην όπερα του Μότσαρτ Idomeneo. Ωστόσο, το όνομα αυτό γράφτηκε λάθος στο δημοτολόγιο και έγινε Τζεφιρέλι. Όταν ήταν 6 ετών, η μητέρα του πέθανε και ο ίδιος μεγάλωσε υπό την φροντίδα της αγγλικής κοινότητας μεταναστών.

***

Ο Τζεφιρέλι αποφοίτησε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών το 1941 και, ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα του, εισήχθη στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας όπου σπούδασε αρχιτεκτονική και τέχνη. Μετά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολέμησε ως αντάρτης προτού συναντηθεί με τους Βρετανούς στρατιώτες και γίνει ο διερμηνέας τους. Μετά τον πόλεμο, ξαναπήγε στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας για να συνεχίσει τις σπουδές του αλλά όταν είδε τον Λόρενς Ολίβιε στον Ερρίκο Δ΄ το 1945, αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο και τον κινηματογράφο.

***

Ενώ εργαζόταν ως ζωγράφος τοπίου στη Φλωρεντία, προσλήφθηκε από τον Λουκίνο Βισκόντι και εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία La Terra trema, που κυκλοφόρησε το 1948. Με τον Βισκόντι συνεργάστηκε και στις ταινίες: Λεωφορείο ο πόθος (Ρώμη, 1949) του Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Τρωίλος και Χρυσηίδα (Φλωρεντία, 1949) του Σαίξπηρ και οι Τρεις Αδελφές (Ρώμη, 1951) του Τσέχωφ. Οι μέθοδοι του Βισκόντι είχαν μια βαθιά επιρροή στο μετέπειτα έργο του Τζεφιρέλι. Εργάστηκε και με άλλους σκηνοθέτες όπως ο Αντονιόνι και ο Ροσελίνι. Τη δεκαετία του 1960, ο Τζεφιρέλι ξεκίνησε να γράφει και να σκηνοθετεί τις δικές του παραστάσεις στο Λονδίνο και στην Νέα Υόρκη και σύντομα μετέφερε τις ιδέες του στον κινηματογράφο.

 

 

***

 

Έχει χαρίσει στον παγκόσμιο κινηματογράφο αριστουργήματα, μεταξύ των οποίων την ταινία «The Taming of the Shrew» (Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι,1967) με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, που είναι η καλύτερη κινηματογραφική διασκευή της ομώνυμης παράστασης.

 

 

 

Για την ταινία «Romeo and Juliet» (Ρωμαίος και Ιουλιέτα, 1968) έλαβε υποψηφιότητα για βραβείο Όσκαρ.

Κορυφαία ήταν και η μίνι σειρά για τη ζωή του Χριστού με τίτλο «Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (1977).

Μεγάλο μέρος της δουλειάς του αφορούσε τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη των σπουδαιότερων έργων της όπερας.

 

***

 

Ο Τζεφιρέλι το 1977 έγινε αξιωματικός της ιταλικής κυβέρνησης.
Το 1996, για τις υπηρεσίες του στις τέχνες, έγινε επίτιμος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ σε μια τελετή που έγινε στο Canterbury Cathedral. Το 1999 έλαβε το βραβείο Crystal Globe για την εκπληκτική καλλιτεχνική συνεισφορά του στον παγκόσμιο κινηματογράφο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Karlovy Vary.
Το 2004 έλαβε τη διάκριση του ιππότη από τη βρετανική κυβέρνηση όταν έγινε Ταξιάρχης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το 2009 βραβεύτηκε με το Premio Colosseo.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΦράνκο Τζεφιρέλι. Ο Αθηναίος από τη Φλωρεντία που αγαπούσε τη Μαρία Κάλλας και την Κρήτη
Περισσότερα

«Μικρός Σερίφης», Ντιάνα Μόρισον, Πεπίτο Γκονζάλες και Τσιπιρίπο αποχαιρετούν τον Πότη Στρατίκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο 18χρονος Τζιμ Άνταμς ή Δημήτρης Αδαμόπουλος, η όμορφη Ντιάνα Μόρισον, ο Μεξικανός Πεπίτο Γκονζάλες και το μικρό Ινδιανάκι, ο θρυλικός Τσιπιρίπο, αποχαιρετούν τον κύριο «Κώστα Φωτεινό».

Ο αντιστασιακός, εκδότης, συγγραφέας και δημοσιογράφος, που υπέγραφε ως «Κώστας Φωτεινός», στο αγαπημένο περιοδικό «Μικρός Σερίφης», ο Παναγιώτης (Πότης) Στρατίκης έφυγε από τη ζωή, στα 93 χρόνια του.

 

 

Πότης Στρατίκης. Η ποιότητα ήταν το κυρίαρχο υλικό σε όλες του τις δημιουργίες.

 

 

Ο Πότης Στρατίκης γεννήθηκε το 1926 και μεγάλωσε στο Κοπανάκι Μεσσηνίας. Ήταν άριστος μαθητής και όταν φοιτούσε στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας, ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Στρατίκης χωρίς να διστάσει προσχώρησε στην ΕΠΟΝ, λαμβάνοντας έτσι ενεργό ρόλο στην Εθνική Αντίσταση.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε και άρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες, ο Πότης Στρατίκης έφυγε από τη γενέτειρά του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως χιλιάδες άλλοι αριστεροί αναζητώντας ασφάλεια στο ανώνυμο πλήθος της πρωτεύουσας.

 

 

Το 1946, πέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις της Παντείου Σχολής, αλλά διέκοψε τα μαθήματα λίγους μήνες μετά επειδή δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις των σπουδών.
Ανήσυχο πνεύμα, ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του ξένες γλώσσες. Παράλληλα, άρχισε να χτυπά την πόρτα στα περιοδικά της εποχής.

Με την επιμονή του, κατάφερε να γνωριστεί με σημαντικούς ανθρώπους του Τύπου, όπως ο Στέλιος Ανεμοδουράς, ο Θέμος Ανδρεόπουλος, ο Απόστολος Μαγγανάρης, ο Νίκος Θεοφανίδης, ο Γιάννης Μαρής και ο Ηλίας Μπακόπουλος, ενώ ξεκίνησε να εργάζεται στον εκδοτικό χώρο, τον οποίο λάτρευε από παιδί.

 

 

Η αρχή έγινε με τις μεταφράσεις που έκανε για τα περιοδικά «Χτυποκάρδι» και «Τραστ του γέλιου», ενώ δούλεψε και στην παραγωγή του «Μικρού Ήρωα».

Ακολούθησε η «Μάσκα» του Απόστολου Μαγγανάρη, στην οποία εργάστηκε αρχικά σαν διορθωτής κειμένων, όμως αργότερα μετέφραζε αστυνομικά και γουέστερν διηγήματα. Η οξυδέρκειά του τον οδήγησε στο να γράφει και ο ίδιος κείμενα με πρωταγωνιστές τους γνωστούς ήρωες του περιοδικού, όπως ο «Ζορό» και το «Τσακάλι».

Ακολούθησαν οι συνεργασίες του με διάφορα μεγάλα περιοδικά της εποχής όπως τα «Ρομάντσο», «Πρώτο», «Θεατής», «Γυναίκα», «Φαντασία», «Ελληνίδα», «Πάνθεον», «Βεντέττα», πότε ως συντάκτης, πότε ως μεταφραστής και πότε ως μόνιμος συνεργάτης στα κείμενα.

Ο Πότης Στρατίκης υπήρξε αγωνιστής της ζωής. Δεν υποχώρησε, δεν συμβιβάστηκε…

Παράλληλα ασχολήθηκε πολύ και με τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων.
Το 1962, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να προχωρήσει ο ίδιος στην έκδοση ενός παιδικού περιοδικού. Είχε έτοιμη την ιδέα, απλώς έπρεπε να βρει και τον κατάλληλο συνεργάτη.

Ο «Μικρός Σερίφης» ήταν τυχερός. Γεννήθηκε Τρίτη και 13…

Όταν συζήτησε το θέμα με τον φίλο του και σχεδιαστή, Θέμο Ανδρεόπουλο, εκείνος του ζήτησε να κάνουν μαζί αυτό το εγχείρημα. Έτσι την Τρίτη 13 Νοεμβρίου του 1962 σε όλα τα περίπτερα της Αθήνας εμφανίστηκε το νέο περιοδικό, ο «Μικρός Σερίφης».

Ήταν το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό και ολοκλήρωσε την εκδοτική του διαδρομή τον Δεκέμβριο του 1991, με την κυκλοφορία του τεύχους 1468. Όμως ο «Μικρός Σερίφης» το 2012 και το 2015 κυκλοφόρησαν δύο ακόμη τεύχη (1469 και 1470) με τις περιπέτειες του Τζιμ Άνταμς στο Φαρ Ουέστ.
Το τεύχος 1.469 έφερε τον τίτλο «Κόκκινο Βουνό» που ήταν μια ακυκλοφόρητη ιστορία του Πότη Στρατίκη.

Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το τεύχος 1.470 με τίτλο «60 λεπτά αγωνίας» και περιελάμβανε αδημοσίευτη ιστορία με όλα τα χαρακτηριστικά που αγάπησαν οι αναγνώστες καθώς και άρθρο του δημιουργού.

Η επιτυχία του «Σερίφη», του οποίου τα κείμενα υπέγραφε σαν «Κώστας Φωτεινός», ήταν μεγάλη και αυτό ανάγκασε τους δύο συνεταίρους να προχωρήσουν στην έκδοση και ενός δεύτερου περιοδικού με τους ίδιους ήρωες.
Έτσι γεννήθηκε ο «Μικρός Καουμπόυ» ο οποίος κυκλοφορούσε μέχρι και το 1989.

Οι ιστορίες σε αυτά τα περιοδικά ήταν αυτοτελείς κυρίως, ωστόσο κατά καιρούς δημοσιεύτηκαν και κάποιες σε συνέχειες που κρατούσαν δύο ή ακόμα και δέκα τεύχη.
Το 1973 κυκλοφόρησε και τρίτο περιοδικό, ο «Μικρός Αρχηγός» το οποίο κυκλοφόρησε σε μόλις 838 τεύχη.
Η συνεργασία Στρατίκη και Ανδρεόπουλου κράτησε μέχρι και το 1971. Τότε ο Ανδρεόπουλος ανέλαβε την έκδοση του «Μικρού Καουμπόυ», συνεργαζόμενος με άλλους συγγραφείς.

Η θεματολογία των περιοδικών ήταν γουέστερν. Περιελάμβαναν στην πλειονότητά τους αυτοτελείς ιστορίες. Οι ήρωες του Στρατίκη τα έβαζαν με τους κακούς και φυσικά πάντα νικούσαν. Βέβαια δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς και ιστορίες σε συνέχειες, οι οποίες διαρκούσαν από δύο έως και δέκα τεύχη.

 

***

 

 

Στη συνέχεια ο Στρατίκης κατάφερε να αποκτήσει τα δικαιώματα για την ελληνική έκδοση ενός επιτυχημένου ξένου κόμικ, του «Λούκυ Λουκ».

Λίγα χρόνια αργότερα, θα ιδρύσει τον Εκδοτικό Οίκο «Αδελφοί Στρατίκη», σε συνεργασία με τα αδέλφια του Πέτρο και Χρήστο. Από τότε μέχρι τέλους, ο Πότης Στρατίκης δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με τα εκδοτικά πράγματα. Είχε γράψει περισσότερα από είκοσι βιβλία με θέμα την Αρχαία Ελληνική Ιστορία, ενώ συχνά σε συζητήσεις φιλολογικού περιεχομένου έδινε τη δική του συνταγή για την επιτυχή πορεία νέων εκδόσεων.

Τον Ιούνιο του 2006, τιμήθηκε από την Ένωση Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου για την προσφορά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα (Ιούνιος 2007), το Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθανασίου Β. Μπότση τον τίμησε για την επιτυχημένη διαδρομή του στον Περιοδικό Τύπο, αλλά και για το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο.

 

Παναγιώτης Μήλας«Μικρός Σερίφης», Ντιάνα Μόρισον, Πεπίτο Γκονζάλες και Τσιπιρίπο αποχαιρετούν τον Πότη Στρατίκη
Περισσότερα