Προσωπολατρία

Η συγκλονιστική μαρτυρία των δυτών που έβγαλαν από τη θάλασσα την Ελένη Τοπαλούδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι επαγγελματίες δύτες, Βασίλης Μαντικός και Κώστας Μπαλάφας, λίγο πριν από την κρίση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας για τη δολοφονία και τον βιασμό της Ελένης Τοπαλούδη, μοιράζονται σε συνέντευξη που παραχώρησαν στη rodiaki.gr το θέαμα που αντίκρισαν πριν από περίπου 18 μήνες.

Να σημειώσουμε ότι ισόβια και 15 έτη κάθειρξης στον καθένα ήταν η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου στους δύο κατηγορούμενους για τη φρικτή δολοφονία ύστερα από βιασμό της φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη.

«Δεν υπάρχουν λόγια να το περιγράψουμε όλο αυτό. Νιώθουμε οργή και αγανάκτηση. Είμαστε γονείς κι εμείς. Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, κι αυτό που αντικρίσαμε μας άφησε σημάδια. Ήταν πολύ σκληρό. Έχουν δει πολλά τα μάτια μας. Μια κοπέλα σχεδόν 1.90 την είχαν κατακρεουργήσει».

Μια κοπέλα σχεδόν 1.90 την είχαν κατακρεουργήσει

«Κοιτάξτε, από σύμπτωση είχαμε φθάσει νωρίς και συνθήκες ήταν τέτοιες που τυχαία μπορέσαμε να τη βρούμε. Αν ο καιρός την έβγαζε έξω από την αγκάλη του κόλπου, δεν θα τη βρίσκαμε ποτέ. Αυτό που είδαμε όταν φθάσαμε κοντά της ήταν φριχτό. Είδαμε τους αφρούς στο στόμα της και καταλάβαμε ότι έπεσε ζωντανή».

«Αμέσως καταλάβαμε ότι πρόκειται για έγκλημα. Τη βγάλαμε από τη θάλασσα με λύση ανάγκης, δένοντάς τη, γιατί φοβηθήκαμε ότι θα τη χάναμε. Όταν ο κ. Κώστας την γύρισε ανάποδα και την είδαμε, μας κόπηκε η αναπνοή και τους δύο».

«Αυτό που αντικρίσαμε ήταν εξαιρετικά φριχτό. Όμως μας άφησε σημάδια όλο αυτό για μέρες, θέλω να σας πω ότι έβγαινα στο μπαλκόνι κάθε μέρα, περιμένοντας με αγωνία το παιδί μου να επιστρέψει από το φροντιστήριο».

«Για να επανέλθω, έκανα καιρό. Ήταν πολύ σκληρό. Σκεφτείτε μόνο ότι ούτε στους γονείς του παιδιού αυτού επιτράπηκε να το δουν και να το αποχαιρετήσουν».

 

 

Δίκη Τοπαλούδη: Ισόβια και 15 χρόνια κάθειρξη στον καθένα από τους δύο κατηγορουμένους

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ συγκλονιστική μαρτυρία των δυτών που έβγαλαν από τη θάλασσα την Ελένη Τοπαλούδη
Περισσότερα

Σώτια Τσώτου: Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει, γέρνεις και ο ίσκιος σου μ’ αγγίζει…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας του αγωνιστή του ΕΛΑΣ Γιώργου Κρανιώτη, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς μπροστά στο σπίτι του τον Σεπτέμβριο του 1943. Το μένος των Γερμανών κατά του Γιώργου Κρανιώτη τους οδήγησε και στην πυρπόληση του σπιτιού του, με αποτέλεσμα να μείνει η οικογένεια του στο δρόμο.
H Ειρήνη, η μητέρα της Σώτιας, τρομοκρατημένη από τις βιαιότητες των Γερμανών, χάθηκε από τους δικούς της. Ήταν αγνοούμενη μέχρι το 1950, οπότε βρέθηκε να νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο της Βούλας. Η δραματική περιπέτεια της οικογένειάς της είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή της μικρής Σώτιας.

 

Η Σώτια είχε γεννηθεί στη Λιβαδειά, στις 14 Μαΐου 1942.

 

Οι αδελφές Ιορδανού, συγγενείς της μητέρας της, την έφεραν σε ηλικία δύο ετών στην Αθήνα όπου υιοθετήθηκε από την οικογένεια του Χαράλαμπου και της Δέσποινας Τσώτου. Η μικρή φοίτησε στο Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο «Μαρσέλου». Στη συνέχεια στο Α’ Γυμνάσιο της Αθήνας (Πλάκα) τα τρία πρώτα χρόνια και κατόπιν στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλογραιών «Άγιος Ιωσήφ» στην οδό Χαριλάου Τρικούπη.
Από τα 18 της χρόνια εργαζόταν ως δημοσιογράφος, παράλληλα με τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και τις δραματικές σχολές του Πέλου Κατσέλη και του Κωστή Μηχαηλίδη. Η Δικτατορία της 21ης Απριλίου τη βρήκε στην εφημερίδα “Ελευθερία”, η οποία διέκοψε αυθημερόν την έκδοσή της. Η Σώτια έκαψε τη δημοσιογραφική της ταυτότητα και έθεσε τέρμα στη δημοσιογραφική της καριέρα. Στη διάρκεια της Χούντας, συνελήφθη και κρατήθηκε πολλές φορές. Στην απομόνωση εμπνεύστηκε τα τραγούδια που θα την έκαναν λίγους μήνες αργότερα γνωστή ως στιχουργό, το «Βρε δε βαριέσαι, αδελφέ» και το «Να ‘τανε το ’21».

***

Η Σώτια Τσώτου πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 2011, από καρκίνο, αφήνοντας πίσω της μεγάλα στιχουργικά έργα.

***

Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει

1976

Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Μουσική: Κώστας Χατζής
Ερμηνεία: Μαρινέλλα και Κώστας Χατζής

*

Άσε με να κάτσω πλάι σου
κι ό, τι θέλεις συλλογίσου,
δε θα σου μιλήσω, δε θα σου μιλήσω.
Μίλα με τους άλλους γύρω σου
για ν’ ακούω τη φωνή σου,
σε παρακαλώ, σε παρακαλώ.

*

Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει,
πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ.
Γέρνεις και ο ίσκιος σου μ’ αγγίζει
κι εγώ ριγώ, κι εγώ ριγώ.

*

Άσε με απ’ το ποτήρι σου
μια γουλιά να πιω ακόμα,
δίψασα πολύ, δίψασα πολύ.
Φεύγει η ζωή και χάνεται
και τ’ αφίλητό μου στόμα
καίει για ένα φιλί, καίει για ένα φιλί.

Παναγιώτης ΜήλαςΣώτια Τσώτου: Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει, γέρνεις και ο ίσκιος σου μ’ αγγίζει…
Περισσότερα

Ιρένα Σέντλερ: Ο άγγελος που έσωσε 2.500 παιδιά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τα χέρια των ναζί

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«Κάθε παιδί που σώθηκε με τη βοήθειά μου αποτελεί δικαίωση της ύπαρξής μου στη γη και όχι έναν τίτλο δόξας».

(Every child saved with my help is the justification of my existence on this Earth and not a title to glory), Ιρένα Σέντλερ

 

 

«Μέσα σ’ εκείνο το ταραγμένο τοπίο, μες στη θλίψη των γκρίζων σπιτιών και της σιωπής, η σκηνή είχε κάτι το εξωπραγματικό. Μια γυναίκα προχωρούσε κυκλωμένη από τον φόβο, τα ερείπια, την πείνα, την ανθρώπινη αθλιότητα στον υπέρτατο βαθμό, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα παιδί, που σίγουρα δεν θα θυμόταν ποτέ εκείνες τις στιγμές κατά τη διάρκεια των οποίων παιζόταν το μέλλον του». Από το βιβλίο του Ζιλμπέρ Σινουέ “Ιρένα Σέντλερ – Η γυναίκα που έσωσε 2.500 παιδιά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο”. Μετάφραση Βασιλική Κοκκίνου, Εκδόσεις Ψυχογιός.

 

Από το 1942, με κίνδυνο της ζωής της, η Ιρένα Σέντλερ, υπάλληλος της Κοινωνικής Πρόνοιας στη Βαρσοβία, κατάφερε να φυγαδεύσει περίπου δυόμισι χιλιάδες παιδιά από το εβραϊκό γκέτο, ενώ φυλάσσονταν νύχτα και μέρα από τους Ναζί. Ξεγελώντας τις Αρχές, κατάφερε να τα περάσει μέσα από υπόγεια ή υπονόμους, μέσα σε κούτες από χαρτόνι, σε βαλίτσες, σε σακίδια, σε μαξιλαροθήκες, κάτω από σκουπίδια. Το 1965 ανακηρύχθηκε «Δίκαιη των Εθνών».

Μέσα από τη γλαφυρή του πένα, ο Ζιλμπέρ Σινουέ φέρνει στο φως την άγνωστη για πολλούς αληθινή ιστορία μιας γυναίκας που αψήφησε τον φόβο και τον θάνατο και ανέδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής.

Η Ιρένα Σέντλερ (πολωνικά: Irena Stanisława Sendler‎) (15 Φεβρουαρίου 1910 – 12 Μαΐου 2008) ήταν κοινωνική λειτουργός από την Πολωνία και μέλος της αντίστασης κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της χώρας. Μαζί με τους συνεργάτες της κατάφερε να βγάλει από το Γκέτο της Βαρσοβίας και να σώσει δυόμισι χιλιάδες παιδιά εβραϊκής καταγωγής. Κάποια στιγμή η δράση της έγινε γνωστή, συνελήφθη από τις ναζιστικές δυνάμεις, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά κατάφερε να δραπετεύσει.

Το 1965 της απονεμήθηκε από το κράτος του Ισραήλ ο τίτλος του Δικαίου των Εθνών. Το 2007 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Η Ιρένα Σέντλερ γεννήθηκε στην πόλη Otwock, κοντά στη Βαρσοβία, στις 15 Φεβρουαρίου του 1910. Ο πατέρας της, Stanisław Krzyżanowski, ήταν γιατρός και πέθανε όταν η Ιρένα ήταν 7 χρονών, έχοντας προσβληθεί από τύφο καθώς φρόντιζε ασθενείς που έπασχαν από αυτήν την αρρώστια. Όσο ζούσε είχε βοηθήσει πολλούς άπορους ασθενείς μεταξύ των οποίων και πολλούς Εβραίους. Έτσι μετά το θάνατό του η ηγεσία της εβραϊκής κοινότητας της περιοχής προσφέρθηκε να βοηθήσει οικονομικά για τη μόρφωση της Ιρένα. Η Ιρένα Σέντλερ σπούδασε πολωνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, από όπου όμως εκδιώχθηκε για τρία χρόνια επειδή διαμαρτυρήθηκε για το καθεστώς διακρίσεων εις βάρος των Εβραίων φοιτητών που επικρατούσε στο εν λόγω πανεπιστήμιο (οι Εβραίοι φοιτητές ήταν υποχρεωμένοι να κάθονται σε συγκεκριμένες θέσεις στα αμφιθέατρα και στις αίθουσες). Κατά τη διάρκεια των σπουδών της έγινε μέλος του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

 

 

Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Σέντλερ εγκαταστάθηκε στη Βαρσοβία και άρχισε να εργάζεται στην Κοινωνική Πρόνοια. Μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, μαζί με συναδέλφους της βοήθησε στη διάσωση πολλών Εβραίων, εφοδιάζοντάς τους με πλαστά χαρτιά. Τον Αύγουστο του 1943 η παράνομη οργάνωση Żegota (κωδική ονομασία του Πολωνικού Συμβουλίου για τη βοήθεια προς τους Εβραίους – Polish Council to Aid Jews) έθεσε την Ιρένα Σέντλερ επικεφαλής ενός ειδικού τμήματος της στόχος του οποίου ήταν η διάσωση των Εβραίων παιδιών.

 

 

Καθώς η Σέντλερ ήταν υπάλληλος της Πρόνοιας στην πολωνική πρωτεύουσα είχε ειδική άδεια να μπαίνει στο Γκέτο της Βαρσοβίας για να ελέγχει την κατάσταση της υγείας των εγκλείστων και γενικότερα τις συνθήκες υγιεινής που επικρατούσαν εκεί. Αφού ήρθε σε συνεννόηση με Εβραίους γονείς που ζούσαν μέσα στο Γκέτο, έβγαλε κρυφά, μαζί με τους συνεργάτες της 2.500 παιδιά Εβραίων (μόνη η Σέντλερ υπολογίζεται έβγαλε περίπου 400), τα οποία στη συνέχεια, αφού εφοδιάστηκαν με πλαστά χαρτιά και εμφανίζονταν ως χριστιανόπουλα, δόθηκαν σε πολωνικές οικογένειες ή μεταφέρθηκαν στο ορφανοτροφείο των Sisters of the Family of Mary και σε ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια όπως στο Little Sister Servants of the Blessed Virgin Mary Conceived Immaculate. Τόσο οι οικογένειες που μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά όσο και οι μοναχές στο ορφανοτροφείο και στα μοναστήρια γνώριζαν ότι επρόκειτο για Εβραιόπουλα και συνεργάζονταν με την οργάνωση Żegota. Για να βγάλουν η Σέντλερ και οι συνεργάτες της τα παιδιά (ανάμεσά τους και πολλά μωρά) από το Γκέτο τα έκρυβαν μέσα σε βαλίτσες, σε καλάθια, σε καρότσια τα οποία ήταν φορτωμένα και με άλλα υλικά κ.α. Για τα παιδιά αυτά η Σέντλερ και οι συνεργάτες της είχαν λίστες με τα ονόματά τους, που η Σέντλερ τα είχε είχε βάλει μέσα σε βάζα και τα είχε θάψει στον κήπο της, προκειμένου μετά τον πόλεμο να τα επιστρέψουν στους γονείς τους. Όμως τελικά σχεδόν όλοι γονείς των παιδιών αυτών εξοντώθηκαν στο Στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα.

Το 1943 η Ιρένα Σέντλερ συνελήφθη από την Γκεστάπο. Υπέστη βασανιστήρια (μεταξύ άλλων της έσπασαν τα χέρια και τα πόδια) όμως δεν αποκάλυψε τους συνεργάτες της ούτε έδωσε στοιχεία για τα παιδιά που είχαν βγάλει από το Γκέτο. Καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά τελικά κατάφερε να δραπετεύσει, με τη βοήθεια της οργάνωσης Żegota, που δωροδόκησε τους φρουρούς της και ενώ η Σέντλερ μεταφερόταν για να εκτελεσθεί. Αφού κρύφτηκε για ένα διάστημα επέστρεψε στη Βαρσοβία με άλλο όνομα και συνέχισε τη δράση της μέσω της Żegota. Κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης της Βαρσοβίας ήταν νοσοκόμα σε δημόσιο νοσοκομείο όπου έκρυψε πέντε Εβραίους.

 

 

Εξαιτίας των σχέσεων που είχε στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Πολωνίας με τον πιστό στην εξόριστη πολωνική κυβέρνηση «Στρατό της Πατρίδας» (Armia Krajowa –AK), το 1948-49 φυλακίστηκε και ανακρίθηκε από την κομμουνιστική μυστική αστυνομία της Πολωνίας, Urząd Bezpieczeństwa. Μετά την απελευθέρωσή της εντάχθηκε στο Ενωμένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (Polska Zjednoczona Partia Robotnicza, PZPR) όμως η σχέση της με τον Στρατό της Πατρίδας είχε ως συνέπεια να μην αναγνωριστεί η προσφορά της στην κομμουνιστική Πολωνία. Το 1965, όταν της απονεμήθηκε ο τίτλος του Δικαίου των Εθνών από το Γιαντ Βάσεμ, η κομμουνιστική κυβέρνηση της Πολωνίας δεν της επέτρεψε να ταξιδέψει στο Ισραήλ και να πάρει το βραβείο, κάτι που τελικά έγινε εφικτό σχεδόν 20 χρόνια μετά, το 1983. Στο μεταξύ η Σέντλερ είχε παραιτηθεί από το Ενωμένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας, μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 1968 στην Πολωνία και είχε εξαναγκαστεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση επειδή είχε υποστηρίξει δημόσια το Ισραήλ, στον πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Το 1980 εντάχθηκε στο κίνημα Αλληλεγγύη.

 

 

Η Ιρένα Σέντλερ εργάστηκε ως δασκάλα και βοήθησε στην οργάνωση ορφανοτροφείων και κέντρων φροντίδας για την οικογένεια, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους καθώς και ενός κέντρου για εκδιδόμενες γυναίκες στο Henryków. Το 1931 παντρεύτηκε τον Mieczysław Sendler αλλά χώρισαν το 1947. Αργότερα παντρεύτηκε τον Stefan Zgrzembski, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Ο δεύτερος γάμος της κράτησε μέχρι το 1959. Μετά το δεύτερο διαζύγιό της παντρεύτηκε ξανά τον πρώτο της σύζυγο Mieczysław Sendler.

 

 

Πέθανε στις 12 Μαΐου του 2008 και τάφηκε στο νεκροταφείο Powązki στη Βαρσοβία.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΙρένα Σέντλερ: Ο άγγελος που έσωσε 2.500 παιδιά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τα χέρια των ναζί
Περισσότερα

Όταν ο Μάνος Χατζιδάκις ανησυχούσε: “Αυτά τα υπουργεία κουλτούρας είναι επικίνδυνα”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Μάνος Χατζιδάκις σε μια συνέντευξη-ποταμό που είχε δώσει στον Γιάννη Μαρίνο και στον Παντελή Καψή στον ραδιοφωνικό σταθμό Top FM στις 8 Ιανουαρίου 1989 και είχε δημοσιευτεί και στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 9ης Φεβρουαρίου 1989, οργισμένος από την κατάπτωση στον αυριανισμό, από τον οποίο άλλωστε δεν απαλλάχθηκε ποτέ η κοινωνία μας, και απογοητευμένος ιδιαίτερα από τον πολιτικό κόσμο, είχε προβεί σε διαπιστώσεις οι οποίες, δυστυχώς, δεν απέχουν και από τη σημερινή πραγματικότητα. Αξίζει να προσέξουμε κάποια πολύ σημαντικά θέματα που είπε τότε αυτός ο όντως αδέσμευτος ελεύθερος άνθρωπος στους δύο δημοσιογράφους:

«Η σημερινή κρίση στην Ελλάδα είναι η μοιραία κατάληξη ενός κόσμου που προετοιμάστηκε για την εξαφάνισή του. Και εκεί νομίζω ότι έχει μεγάλο μερίδιο όλος ο μεταπολεμικός κόσμος και ειδικά ο πολιτικός.

Δεν προετοίμασε το σπάνιο είδος το πολύ ακριβό, τον ελεύθερο πολίτη… Το να έχουμε απατεώνες, ψεύτες, ανθρώπους που λένε μεγάλα λόγια δεν είναι χαρακτηριστικό της σημερινής κυβέρνησης (σ.σ.: πρόκειται για την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου). Είχαμε μπόλικους και στο παρελθόν. Αλλά ανθρώπους να αλλοιώνουν τα νοήματα των λέξεων και να επιμένουν να υπάρχουν παρ’ όλη την κατακραυγή γύρω τους, αυτό είναι πρωτοφανές. Αυτό το ανενδοίαστο είδος ανθρώπων το βλέπουμε για πρώτη φορά και αυτό είναι που με ανησυχεί.

Σήμερα, επί των ημερών μας, το να είσαι στην Αριστερά ή στη Δεξιά δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. Και η Αριστερά και η Δεξιά περιμένουν καινούργια στοιχεία αναθεωρητικά για να μπορέσουν να πάνε πιο πέρα. Ούτε η Αριστερά μπορεί να σταθεί με τη σημαία του παρελθόντος σήμερα, ούτε πάλι η Δεξιά με τον ακραιφνή και στενόμυαλο εθνικισμό τον μεταπολεμικό μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει (…) Είμαι απογοητευμένος, ιδιαίτερα για το άμεσο μέλλον. Και μην ξεχνάμε ότι σε τελευταία ανάλυση οι μόνες στιγμές που σκεφτήκαμε σοβαρά σαν έθνος ήταν στις καταστροφές. Ας περάσουμε μια καταστροφή μπας και σωθούμε σοβαρά. Δυστυχώς έρχεται η πλήρης εξαφάνισή μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος».

Και μια άποψη του Χατζιδάκι που είχε ξενίσει όταν πρωτοδιατυπώθηκε: «Το υπουργείο Πολιτισμού πρέπει να κλείσει και να υπαχθεί στο υπουργείο Παιδείας. Αυτά τα υπουργεία κουλτούρας είναι επικίνδυνα. Μην ξεχνάτε ότι πρωτοέγιναν σε φασιστικά καθεστώτα. Μας τα κληροδότησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Θα δεχόμουν να γίνω υπουργός Πολιτισμού για δύο μέρες, να το γκρεμίσω, να υπογράψω την κατάργησή του και να πάω σπίτι μου».

 

 

Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.

Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.

Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.

 

1954, Ρώμη. Με τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.

Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του Μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Γνωριμία με τον Κάρολο Κουν

Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.

Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξή του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.

Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τους Όρνιθες.

Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

 

Με τη Μελίνα Μερκούρη

 

Χατζιδάκις και σινεμά

Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974) κ.ά.

Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.

Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.

Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.

Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.

 

 

Η γέννηση του «Τρίτου»

Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.

Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.

Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ’ τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.

Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΌταν ο Μάνος Χατζιδάκις ανησυχούσε: “Αυτά τα υπουργεία κουλτούρας είναι επικίνδυνα”
Περισσότερα

«Ήρθε η ώρα να δείξουμε σοβαρότητα»: Προσωπικότητες απευθύνουν έκκληση να σωθεί ο πλανήτης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, ο Αλέν Ντελόν, η Πάτι Σμιθ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Σαρλ Αζναβούρ, η Σιλβί Γκιλέμ και ο Ανίς Καπούρ βρίσκονται μεταξύ των 200 προσωπικοτήτων από τον κόσμο της τέχνης, του θεάματος και της επιστήμης που απευθύνουν σήμερα επείγουσα έκκληση να σωθεί ο πλανήτης.

Κάτι το οποίο αποτελεί «τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία της ανθρωπότητας», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά.

Ανταποκρινόμενοι σε αίτημα της ηθοποιού Ζιλιέτ Μπινός (φωτογραφία) και του αστροφυσικού Ορελιέν Μπαρό «μερικές ημέρες μετά την παραίτηση του Νικολά Ιλό» από τη θέση του υπουργού Περιβάλλοντος της Γαλλίας, οι 200 ηθοποιοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, φωτογράφοι και επιστήμονες υπογραμμίζουν σε άρθρο που δημοσιεύει σήμερα η γαλλική εφημερίδα Le Monde ότι «ήρθε η ώρα να δείξουμε σοβαρότητα».

«Ζούμε έναν πλανητικό κατακλυσμό», υπενθυμίζουν οι υπογράφοντες το άρθρο, με την κλιματική αλλαγή και τη μείωση της βιοποικιλότητας στον πλανήτη.
«Είναι πολύ αργά για να μην κάνουμε τίποτα: η κατάρρευση συμβαίνει», υπογραμμίζουν. «Αλλά δεν είναι πολύ αργά για να αποφύγουμε το χειρότερο».
«Απέναντι στη μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία της ανθρωπότητας, η πολιτική εξουσία θα πρέπει να ενεργήσει σθεναρά και άμεσα», αξιώνουν.
«Θεωρούμε ότι μια κυβέρνηση που δεν θα καταστήσει τη διάσωση αυτού που μπορεί ακόμη να σωθεί προτεραιότητα και απαίτησή της δεν θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη», προειδοποιούν.

«Προτείνουμε την επιλογή της πολιτικής -μακριά από λόμπι- και μέτρα εν δυνάμει αντιδημοφιλή που θα προκύψουν από αυτήν».
Πρόκειται για ζήτημα επιβίωσης. Δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύον, επισημαίνουν και τονίζουν: «Πολλές άλλες μάχες είναι νόμιμες. Αλλά αν αυτή χαθεί, δεν θα υπάρχει άλλη να δώσουμε».

Πολλοί ηθοποιοί υπογράφουν την έκκληση αυτή, Ιζαμπέλ Ατζανί, Εμανουέλ Μπεάρ, Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Ρομέν Ντουρίς, Τζουντ Λο, αλλά και σκηνοθέτες, όπως οι Ολιβιέ Ασαγιάς, Ίβο Βαν Χόβε, Κλερ Ντενί, Βιμ Βέντερς και Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.

Συνυπογράφοντες είναι επίσης η τραγουδίστρια Μαριάν Φέιθφουλ, όπως και ο συγγραφέας Εμανουέλ Καρέρ ή ακόμη ο μαθηματικός Μιχαήλ Γκρόμοφ.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ – (Πληροφορίες και από τη Le Monde)
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Ήρθε η ώρα να δείξουμε σοβαρότητα»: Προσωπικότητες απευθύνουν έκκληση να σωθεί ο πλανήτης
Περισσότερα

Ο Σταύρος Νιάρχος και το άρωμα Σανέλ Νο 5…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Δημήτρη Λιμπερόπουλου (*)

 

…Του γαργαλούσε τη μύτη το Σανέλ νάμπερ φάιβ…
— Σανέλ, νάμπερ φάιβ; τη ρώτησε.
— Μάλιστα, σερ, απάντησε φοβισμένη, γιατί είχε βρει το μπουκαλάκι στο λουτρό που χρησιμοποιούσαν παλιά οι καλεσμένες του Νιάρχου…
Ο γέρος είχε μαλακώσει…
-«Τι μου θυμίζεις, μανούλι μου», ψιθύρισε κι έκλεισε τα μάτια.
Η νοσοκόμα ευχήθηκε ν’ αρχίσει να τη χαϊδεύει, γιατί όσο γέρος κι αν ήταν, δεν έπαυε να είναι ένας ζάπλουτος, που όχι μόνο μπορεί να της έκανε δωράκια, αλλά να τη θυμότανε και στη διαθήκη του…

***

 

Ο Σταύρος Νιάρχος με την πέμπτη γυναίκα του, Αθηνά – Τίνα Λιβανού.

 

Αλήθεια, αυτός τι έβαζε εκείνη την εποχή; Μπορούσε να το ξεχάσει;
Ποτέ: Χαβί ρουζ του Γκερλέν!
Τράβηξε αδύναμα την παλάμη του από το χεράκι της νοσοκόμας, έγειρε πίσω κι εκείνη αποτραβήχτηκε στη θέση της…
«Τομ, βρε Τομ», ψιθύρισε…
«Πολύ αργεί εκείνο το ελιξίριο, γι’ αυτό φέρε μου λίγο νέκταρ να βρέξω τα χείλη μου, που ξεραθήκανε»…
-Μάλιστα, κύριε, το ηδύποτό σας…
-Ώστε εδώ είσαι;
-Για πάντα, κύριε Σταύρο, δεν θα σας εγκαταλείψω ποτέ.

 

Η δεύτερη γυναίκα του Σταύρου Νιάρχου, η Μελπομένη Κάπαρη.

«Θα σας εγκαταλείψω όλους εγώ», σκέφτηκε ο γέρος, καθώς ο παλιός μπάτλερ έφτιαχνε τη δόση κι ο νέος τόλμησε να σκύψει και να του ψιθυρίσει:

***

«Ξέρετε, κύριε Τομ, ο γιατρός μου είπε ούτε γουλιά ποτό στον σερ».
… Ο Τομ τον αγριοκοίταξε κι έμεινε με το δίσκο στο χέρι, γιατί ο Μεγάλος ροχάλιζε… Διέταξε με ένα νεύμα τον Φελίξ να καθίσει στον καναπέ.
«Αν ξυπνήσει, να με φωνάξεις», είπε σιγά και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του…
Κάθισε στο γραφειάκι του και για μια ακόμη φορά έβγαλε από το συρτάρι τα ντοσιέ του…
Τον δυσκόλευε, τον μπέρδευε όλο αυτό το υλικό και δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει… Βρήκε μια σημείωση του εκδότη του: «Μπλέξε όλους τους μεγαλοεφοπλιστές και παρουσίασε τους σκληρούς και βίαιους, όχι μόνο στις δουλειές τους, αλλά σε όλες τους τις εκδηλώσεις… Παρομοίασέ τους με θαλάσσια κήτη που βουτάνε σε ανήλιαγα βάθη, εκεί που δεν φτάνουν τα αφρόψαρα… Ανέλκυσε την απληστία, τον ακόρεστο πόθο τους για πλούτο και ηδονή, σε μεγέθη που εντυπωσιάζουν τα αφρόψαρά-αναγνώστες»…
-Τέτοιου είδους βιβλίο, δηλαδή «τσόντα», αποκλείεται να γράψω.
Είχε απαντήσει στον εκδότη κι εκείνος τον συμβούλεψε: «Τότε μην παιδεύεσαι άδικα, γιατί ούτε δημοσιογράφος, ούτε συγγραφέας είσαι… Το μόνο που μπορείς να προσφέρεις είναι κουτσομπολιό και καυτές ερωτικές σκηνές των κροίσων, που υπηρέτησες και γνώρισες από κοντά»…
-Καλό σκυλόψαρο είσαι κι εσύ, που θέλεις να κατασπαράξεις τα θύματά σου, έκανε να του πει, αλλά προτίμησε να μουρμουρίσει: «Καλά, θα προσπαθήσω».

***

Ο Κεφαλλονίτης, όμως, δεν παράτησε την προσπάθεια κι άρχισε να ταξινομεί το υλικό του, κατά κεφάλαια κι ίσως αργότερα να εύρισκε άλλο σοβαρότερο εκδότη…
Ο ερασιτέχνης συλλέκτης και ίσως, μελλοντικός βιογράφος, είχε καταλάβει από το Σεν Μόριτς ότι ο Μεγάλος ξανάβλεπε σαν κινηματογραφική ταινία τη ζωή του κι όχι μόνο στο ξύπνιο του, αλλά και στον ύπνο του…
Και τι δεν θα ‘δινε ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος, αν μπορούσε να τοποθετήσει ένα μηχάνημα στο κεφάλι του Νιάρχου, που να μπορεί να καταγράφει τις αναμνήσεις και τις σκέψεις του…
Αυτό θα αποτελούσε μια συνταρακτική αυτοβιογραφία κι όχι φανταστική που θα επιχειρούσαν – μετά το θάνατό του – να γράψουν κάποιοι. Πραγματικά ο Σταύρος Νιάρχος, τόσο τελευταία στην Ελβετία, όσο και τώρα στην Αμερική, έφερνε διαρκώς στη σκέψη του συμβάντα από το παρελθόν…
Τίποτα καινούριο δεν τον ενδιέφερε πλέον. Ποιον; Αυτόν τον δαιμόνιο και προχωρημένο εφοπλιστή και επιχειρηματία, που οι ρηξικέλευθες αποφάσεις του χάραζαν νέους δρόμους, που οι άλλοι εφοπλιστές ακολουθούσαν μετά…
Κι όμως, μέσα στο βραχυκυκλωμένο από το χρόνο μυαλό του, έκανε και ορισμένες σκέψεις, που πήγαζαν από κάποιες εκπομπές της γαλλικής τηλεόρασης, με πνευματικούς ανθρώπους…
Φώναζε, λοιπόν, τον Τομ και του υπαγόρευε:
«Το καταραμένο κομπιούτερ, που έχω στο γραφείο μου, συγκεντρώνει το έργο μου, τον πλούτο μου, αλλά εξουδετερώνει την ατομικότητά μου, τις μεμονωμένες ιδέες μου»…
Γράφε, Τομ:
«Η νέα τεχνολογία δημιουργεί καινούριους μηχανισμούς, που εξαφανίζουν την ελευθερία και τη βούληση του ατόμου»…
Γράφε, Τομ:
«Η μετριότητα των Μedia αποσυναρμολογεί και αποπροσανατολίζει τα ταλέντα – δημοσιογραφικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά – και τα κατεβάζει από τα ύψη του πνεύματος στον πάτο του λαϊκισμού»…
Γράφε, Τομ:
«Το καινούριο σύστημα καταβροχθίζει τα εκλεκτά παιδιά του και ξερνάει στη δημοσιογραφία, στην τέχνη, στην πολιτική – παντού – τα σκάρτα»…

***

 

Ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος στην πρώτη γνωριμία του με τον Σταύρο Νιάρχο, τον Μάιο του 1959, στη Βουλιαγμένη. —Τι συμβαίνει παιδιά; Ρεπορτάζ στα κατσάβραχα; — Δυο λόγια κύριε Νιάρχο. Ποιος καλός άνεμος σας έφερε ως εδώ; Με κοίταξε με τη φιδίσια ματιά του, πάνω από τη γερακίσια μύτη, πήρε μια αναπνοή και μου έδωσε την εντύπωση ότι με έβλεπε σαν… σκουλήκι.

Ο Τομ, [κατά τη λαϊκή ρήση, “δώσε θάρρος στο χωριάτη, να σ’ ανέβει στο κρεβάτι”], τον διέκοπτε:
«Αυτά είναι χωρίς σημασία, γιατί δεν μου υπαγορεύετε σημαντικά γεγονότα της ζωής σας;».
Ο γέρος τον κοίταζε με υποψία, έτοιμος να εκραγεί, γιατί ο υποτακτικός του δεν τον είχε προσφωνήσει σερ… Αλλά δεν είχε άλλον να ξεσπάει και να του αποκαλύψει αυτό που κατέτρωγε τα σωθικά του και είχε αρνηθεί να το εκμυστηρευθεί ακόμη και στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, που είχε σπεύσει να τον εξομολογήσει και να τον μεταλάβει… Δίσταζε, αλλά έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον, να του φύγει το βάρος που ένιωθε μέσα του, αφού ακόμη και τα παιδιά του δεν τον έπαιρναν πια στα σοβαρά. Ή μήπως δεν καταλάβαινε ότι κι η πιστή του γραμματέας βαριότανε τις φλυαρίες ενός ετοιμοθάνατου γέρου…
Γι’ αυτό ρωτούσε τον Τομ:
-Δεν μου λες, Άγγελε ή Διάβολε, – που εσύ μόνο ξέρεις τι είσαι – μήπως κρατιέμαι στη ζωή, για να ξεκαθαρίσω μερικές πράξεις μου, για τις οποίες με έχουν κατηγορήσει αυτά τα ανίκανα και ζηλόφθονα μερμηγκάκια, οι άνθρωποι;
-Λες να μην έκανα σωστά που αρνήθηκα να εξομολογηθώ στο δεσπότη που ήρθε, μυρίζοντας λιβάνι, αλλά και κολόνια, τις αμαρτίες μου;
-Ποιος ρε να εξομολογηθεί και σε ποιους αναμάρτητους; αγρίεψε ο γέρος.
-Εγώ που βλέπεις, μια ολόκληρη ζωή δεν έδωσα λόγο σε κανένα, γιατί δεν φοβήθηκα ποτέ κανένα… Ούτε κυβερνήσεις, ούτε κρατικά όργανα, ούτε νόμους… Μόνο τώρα φοβάμαι τον ξεπεσμό μου… Κατάντησα άβουλο κι αδύναμο γεροντάκι στα χέρια των γιατρών κι όλων αυτών των υποτακτικών που κουμαντάρουν τη ζωή μου, από το κρεβάτι ως την πολυθρόνα μου…

***

(*) Το παραπάνω είναι απόσπασμα από κείμενο του Δημήτρη Λιμπερόπουλου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εικόνες», του Αλέκου Φιλιππόπουλου, του Ανδρέα Μπόμη και της Πέλλης Κεφαλά.

***

 

Ο Σταύρος Νιάρχος με την τέταρτη γυναίκα του, Σαρλότ Φορντ.

 

 

Ο Σταύρος Νιάρχος γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1909, στην Αθήνα. Είχε πατέρα τον Σπύρο Νιάρχο, έμπορο ελαιολάδου. Μητέρα του ήταν η Ευγενία Κουμάνταρου, κόρη του αλευροβιομήχανου Σταύρου Κουμάνταρου. Ο Σταύρος Νιάρχος σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ήταν εφοπλιστής, επιχειρηματίας, συλλέκτης έργων τέχνης και ιδρυτής του ομωνύμου Ιδρύματος.

***

-Ο Σταύρος Νιάρχος σε ηλικία 21 χρόνων, το 1930, συνάπτει τον πρώτο του γάμο με την Ελένη Σπορίδη, κόρη ναυάρχου, με την οποία χωρίζει ένα χρόνο αργότερα.

-Το 1939 παντρεύεται με την 20χρονη Μελπομένη Κάπαρη, κόρη πλοιοκτήτη από τη Σύρο και χήρα διπλωμάτη.

-Το 1947 χωρίζει από τη γυναίκα του Μελπομένη και η γνωριμία του με τον εφοπλιστή Σταύρο Λιβανό θα τον βάλει στα μεγάλα σαλόνια. Φλερτάρει με τη 14χρονη κόρη του Τίνα και όταν ο πατέρας της αρνείται να του δώσει το χέρι της, λόγω της μικρής της ηλικίας, παντρεύεται τη μεγαλύτερη αδελφή της Ευγενία [στη βασική φωτογραφία του θέματος], με την οποία κάνει τέσσερα παιδιά: Τον Φίλιππο, τον Σπύρο, τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία – Ειρήνη.

-Το 1965 ο Νιάρχος, που τρελαινόταν για το σκι, γνωρίζεται στο σαλέ του στην Ελβετία με τη Σαρλότ Φορντ, εγγονή του θρυλικού αυτοκινητοβιομήχανου Χένρι Φορντ. Η νεαρή Αμερικανίδα μένει έγκυος και το σκάνδαλο ξεσπάει. Η Ευγενία ζητά και παίρνει διαζύγιο. Ο Νιάρχος παντρεύεται με πολιτικό γάμο τη Φορντ, η οποία φέρνει στον κόσμο το πέμπτο παιδί του, την Έλενα – Άννα.

-Ο Νιάρχος ξεπερνά γρήγορα τον τραγικό χαμό της Ευγενίας και το 1971 παντρεύεται την αδελφή της Τίνα Λιβανού, που φαίνεται να είναι ο μεγάλος του έρωτας. Η Τίνα είχε χωρίσει το 1959 με τον Ωνάση, αφού του είχε χαρίσει τα δύο παιδιά του, Αλέξανδρο και Χριστίνα. Το 1974 η Τίνα θα πεθάνει και αυτή από βαρβιτουρικά, εξαιτίας του χαμού του γιου της Αλέξανδρου σε αεροπορικό δυστύχημα. Οι φήμες οργιάζουν και πάλι. Η Τίνα πέθανε στο ξενοδοχείο «Ντε Σαντελιέ» του Παρισιού και ο Νιάρχος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.

***

 

Ο Σταύρος Νιάρχος με την πριγκίπισσα της Ιορδανίας Φριάλ.

 

 

 

Ύστερα από 22 χρόνια και έπειτα από αμέτρητα προβλήματα με την υγεία του, ο Σταύρος Νιάρχος πέθανε στις 15 Απριλίου 1996 στη Ζυρίχη από πνευμονία, σε ηλικία 87 ετών.
Η κηδεία του τελευταίου Χρυσού Έλληνα έγινε στη Λοζάνη. Η νεκρώσιμη ακολουθία ετελέσθη στον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Γερασίμου, στο ύψωμα που βλέπει στη λίμνη Λεμάν. Περίπου πενήντα συγγενείς και στενοί φίλοι και συνεργάτες του, παραβρέθηκαν. Ανάμεσά τους ο πρώην βασιλιάς της Ελλάδος Κωνσταντίνος, η οικογένεια του βιομηχάνου Τζιάνι Ανιέλι και η πριγκίπισσα της Ιορδανίας Φριάλ.
Ο χοροστατήσας στη νεκρώσιμη ακολουθία αρχιεπίσκοπος Ελβετίας Δαμασκηνός είπε μπροστά στο φέρετρο του μεγαλοεφοπλιστή:

«Χάσαμε ένα μεγάλο Έλληνα, έναν άνδρα που ενσάρκωνε το μύθο της Μεγάλης Ελλάδας».

Ο ενταφιασμός έγινε στο κοιμητήριο Μπουά ντε Βο, δίπλα στη σύζυγο του Ευγενία και κοντά στην επίσης, τελευταία, σύζυγο του και αδερφή της προηγούμενης, την Αθηνά – Τίνα.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Σταύρος Νιάρχος και το άρωμα Σανέλ Νο 5…
Περισσότερα

Ο σερ Στέρλινγκ Μος με 212 νίκες «γκάζωσε» στα 90, δίχως όμως να κατακτήσει ποτέ τίτλο στη Formula 1…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Έφυγε από τη ζωή την Κυριακή του Πάσχα των Καθολικών [12 Απριλίου 2020], σε ηλικία 90 ετών από λοίμωξη του αναπνευστικού που τον ταλαιπώρησε τα τελευταία χρόνια, ο θρυλικός Βρετανός πιλότος της Formula 1, Σερ Στέρλινγκ Μος.

Στα μεταπολεμικά χρόνια ο Μος νίκησε στις 212 από τις 529 κούρσες που έτρεξε σε κάθε κατηγορία, συμπεριλαμβανομένων των Targa Florio, Mille Miglia και Tourist Trophy.

Μέχρι και σήμερα απασχολούσε συχνά τους στατιστικολόγους, επειδή είναι ο οδηγός της F1 που κέρδισε τα περισσότερα Grand Prix (16), χωρίς να κατακτήσει ποτέ τον τίτλο.

Στην καριέρα του ο Στέρλινγκ Μος είχε καταγράψει επίσης 16 pole position μεταξύ του 1952 και του 1961 και τέσσερις δεύτερες θέσεις στην κατάταξη του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος: 1955, 1956, 1957 και 1958.

***

Το 1962 τραυματίστηκε σοβαρά σε ένα ατύχημα στο Γκούντγουντ, το οποίο τον κράτησε σε κώμα για 30 ημέρες. Ύστερα από κάποιες δοκιμές το επόμενο έτος, με την Lotus, αποφάσισε να αποσυρθεί από τους αγώνες.

***

Ο Μος είχε συμμετοχή και σε μια ταινία του Τζέιμς Μποντ, το Casinò Royal, παίζοντας τον εαυτό του. Μια πηγή έμπνευσης για τους μεγαλύτερους, ένας μύθος και παράδειγμα για όλους τους πιλότους από το 1950 μέχρι σήμερα…

Παναγιώτης ΜήλαςΟ σερ Στέρλινγκ Μος με 212 νίκες «γκάζωσε» στα 90, δίχως όμως να κατακτήσει ποτέ τίτλο στη Formula 1…
Περισσότερα

Πυθαγόρας. Ο κόσμος τον λατρεύει, όμως στίχοι τραγουδιών του ενόχλησαν κάποιους «δηθενιστές»…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Το Πυθαγόρειο θεώρημα ή θεώρημα του Πυθαγόρα – που μας βασάνιζε στα μαθηματικά – αποτελεί το θεώρημα της επίπεδης γεωμετρίας.

Στην περίπτωση του στιχουργού Πυθαγόρα αποτελεί το θεώρημα της επίπεδης κριτικής.

Αναζητώντας στοιχεία για να ενημερώσω την «Κάρτα μνήμης» του catisart.gr με ένα κείμενο αφιερωμένο στον στιχουργό Πυθαγόρα ανακάλυψα – τώρα που #Μένουμε_σπίτι – ότι η επίπεδη κριτική καλά κρατεί.

Για να γίνω πιο σαφής: Μιλάω για την επιλεκτική κριτική και την αναφορά μέρους του έργου το μεγάλου στιχουργού. Διάβασα κείμενα από… όψιμους θαυμαστές του Πυθαγόρα οι οποίοι έχουν λησμονήσει (;) κάποιες χρονικές περιόδους της δημιουργικής του πορείας. Φυσικά το πρόβλημα είναι δικό τους…

 

***

 

 

Αυτό που αξίζει εδώ να θυμίσω είναι πως τα χρόνια που η τηλεόραση έλειπε σχεδόν από όλα τα σπίτια ήρθε ένα βράδυ μια απευθείας μετάδοση να ταράξει τα νερά και να δημιουργήσει συνωστισμό σε όσα σπίτια είχαν συσκευή, αλλά και στις βιτρίνες των καταστημάτων πώλησης τηλεοράσεων που είχαν ανοιχτές τις οθόνες μέχρι αργά. Σκοπός όλων ήταν να παρακολουθήσουν μια συναυλία. Ήταν 27 Οκτωβρίου του 1973 τότε που από το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά η κρατική τηλεόραση παρουσίαζε την «Αλβανία», το έργο των Κατσαρού – Πυθαγόρα με ερμηνεύτρια τη Μαρινέλλα.

 

 

Το θέμα του έργου – εν μέσω δικτατορίας – ενόχλησε τους «δήθεν τάχα μου» εκείνης της εποχής, όπως ενόχλησε και τους σημερινούς διαδόχους τους.
Το ίδιο είχαν ενοχλήσει και άλλα τραγούδια του Πυθαγόρα για τα οποία μάλιστα έκαναν και αναλύσεις προκειμένου να μας εξηγήσουν για ποιο λόγο τα έγραψε και τι ήθελε να πει ο ποιητής… Έμπαιναν στο μυαλό του Πυθαγόρα και μιλούσαν για λογαριασμό του…
Θυμίζω τα τραγούδια: «Ο Σταμούλης ο λοχίας», «Κυρά Γιώργαινα», «Πάμε για ύπνο Κατερίνα», «Δεν υπάρχει ευτυχία»…

 

***

 

Δεκάδες οι “χρυσοί” δίσκοι με τον Γιώργο Κατσαρό, τον Γιάννη Πάριο και τον Μάκη Μάτσα.

 

 

Ευτυχώς – και πάλι καλά – δεν ενόχλησε το 1972 το έργο των Καλδάρα – Πυθαγόρα «Μικρά Ασία» με τον Γιώργο Νταλάρα και τη Χαρούλα Αλεξίου.
Όμως το πέρασμα του χρόνου εξαφάνισε τις κακές κριτικές μιας και όλο το έργο του Πυθαγόρα δεν ήταν κάτι άλλο παρά ένα χείμαρρος. Ένας χείμαρρος εικόνων, χρωμάτων, ιστορίας, έρωτα, ρομαντισμού, ρεαλισμού, αγώνα, θάρρους, πίστης… Ένας χείμαρρος που παρέσυρε τους κακόπιστους και άνοιξε δρόμους σε δεκάδες καλλιτέχνες.

 

***

 

Με την οικογένειά του στο Αγρίνιο.

 

Ο Πυθαγόρας Παπασταματίου γεννήθηκε στις 12 Απριλίου 1930 και έγινε γνωστός μόνο με το μικρό του όνομα. Ήδη από το Γυμνάσιο υπέγραφε ως «Πυθαγόρας», χωρίς το επώνυμό του, και στην ερώτηση καθηγητή του γιατί δεν το γράφει αυτός απάντησε: «Ένας είναι ο Πυθαγόρας, όλοι με ξέρουν, δεν χρειάζεται το επώνυμο». Ήταν στιχουργός, ηθοποιός, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας.

Γεννήθηκε στο Αγρίνιο, όπου και έζησε μέχρι τα 18 του χρόνια. Οι γονείς του κατάγονταν και οι δύο από τη Σάμο. Είχαν γνωριστεί στη Σμύρνη, λίγο πριν από την Καταστροφή, όπου η μητέρα του ήταν δασκάλα και ο πατέρας του έφεδρος αξιωματικός. Η Μικρασιατική Καταστροφή σημάδεψε την οικογενειακή τους ζωή και επηρέασε αργότερα και το έργο του ως συνθέτη.

 

***

 

Εδώ με τον Γιώργο Κατσαρό και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο.

 

Το 1972 έγραψε τη «Μικρά Ασία». Ο Απόστολος Καλδάρας μελοποίησε τα τραγούδια: Μες στου Βοσπόρου τα στενά, Οι καμπάνες της Αγιά Σοφιάς, Δυο παλικάρια απ’ τ’ Αϊβαλί, Προσφυγιά, Πέτρα πέτρα χτίσαμε, Η Σμύρνη, Γιορτή ζεϊμπέκηδων, Το σπίτι μου το πατρικό, Πήρε φωτιά το Κορδελιό, Τι να θυμηθώ τι να ξεχάσω, Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς.

 

***

 

Το 1940, με το ξέσπασμα του Πολέμου, ο Πυθαγόρας μόλις είχε γραφτεί στο οκτατάξιο γυμνάσιο αρρένων Αγρινίου. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι γονείς του και οι αδελφές του είχαν καταφύγει στον ορεινό Βάλτο, ο αδελφός του ήταν αντάρτης, ενώ ο ίδιος φιλοξενούνταν από συγγενείς σε χωριό της Μακρυνείας. Σε ηλικία 14 ετών, το Μάρτιο του 1944 κατατάχτηκε και αυτός στον ΕΛΑΣ και τελείωσε το Γυμνάσιο μετά τη λήξη του πολέμου.

 

***

 

Με Μαρινέλλα, Τόλη Βοσκόπουλο και Γιώργο Κατσαρό.

 

 

Το 1973 έγραψε την «Αλβανία». Ο Γιώργος Κατσαρός μελοποίησε τα τραγούδια: Δυο παιδιά απ’ το Βραχώρι, Οι Ηπειρώτισσες, Ο έφεδρος, Μάνα θα τους περιμένει, Γράμμα απ’ το μέτωπο, Πήραμε τ’ Αργυρόκαστρο, Ο Ναπολιτάνος, Ένας Θεσσαλός φαντάρος, Νύχτα ευλογημένη, Η κατάρρευση, Η οπισθοχώρηση και Μάνα μου κρύψε το σπαθί.

 

***

 

Μετά το Γυμνάσιο, το 1949, ο Πυθαγόρας έφυγε για την Αθήνα. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δάσκαλο τον Δημήτρη Ροντήρη. Από τη Σχολή αποφοίτησε με άριστα, αλλά δεν ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε.

Πρώτο του τραγούδι, και μεγάλη επιτυχία το 1954, ήταν το «Ξαναβλέπω το μικρό το αμαξάκι» σε μουσική του Νίκυ Γιάκοβλεφ και με ερμηνεύτρια τη Μαίρη Λω.

Εργάστηκε για λίγο στο θέατρο, γρήγορα όμως στράφηκε στη συγγραφή στίχων και επιθεωρήσεων, κινηματογραφικών σεναρίων, στην οποία επικεντρώθηκε ιδίως από το 1958 και μετά.

Ορόσημο στην πορεία του θεωρείται το τραγούδι «Κάθε λιμάνι και καημός» που ακούστηκε στην ομότιτλη ταινία (1964), σε μουσική του Γιώργου Κατσαρού, συνθέτη με τον οποίο συνεργάστηκε σε πάνω από 200 τραγούδια που όλα έγιναν μεγάλες επιτυχίες.

 

***

 

 

Στην ταινία «Κάθε λιμάνι και καημός» ο Πυθαγόρας είχε γράψει το σενάριο και συμμετείχε ως ηθοποιός. Πρωταγωνιστούσαν η Γκέλυ Μαυροπούλου, ο Στέφανος Στρατηγός, ο Βασιλάκης Καΐλας κ.α. Σκηνοθέτης ο Όμηρος Ευστρατιάδης, Διευθυντής Φωτογραφίας ο Σπύρος Αναλυτής.
Το 1973 ο Πυθαγόρας διετέλεσε έκτακτο μέλος, το 1974 πάρεδρος και το 1975 τακτικό μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων.

 

***

 

«Η τιμωρία» (1965). Με την Ελένη Ανουσάκη. Σε σκηνοθεσία Ανδρέα Κατσιμητσούλια. Σενάριο του Πυθαγόρα. Μουσική του Γιώργου Κατσαρού. Τραγούδησαν: Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Αλέκος Αναστασιάδης και Ελένη Ανουσάκη. Έπαιζαν: Ελένη Ανουσάκη, Κώστας Κακκαβάς, Γιώργος Μούτσιος, Λαυρέντης Διανέλλος.

 

Η φιλική και επαγγελματική του σχέση με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Χρήστο Νικολόπουλο θα δώσει διαχρονικές λαϊκές επιτυχίες. Ανάμεσά τους: «Το αγριολούλουδο», «Υπάρχω», «Κάτω απ’ το πουκάμισό μου», ενώ τη δεκαετία του ’70 θα γράφει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τα τραγούδια του Γιάννη Πάριου.

*

«Αγριολούλουδο»

Το 1968, με μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και ερμηνεία από τον Στέλιο Καζαντζίδη.

*

Μη με λυπάσαι διώξε με απόψε
σαν να `μαι αγριολούλουδο
και τη ζωή μου κόψε
Εγώ γυμνός ξεκίνησα
εγώ πηγαίνω μόνος
Σπίτι μου είναι ο δρόμος
και τραγούδι μου ο πόνος
Διώξε με και μη λυπάσαι
τι θα γίνω μη φοβάσαι
κι αν χιονίζει και αν βρέχει
τ’ αγριολούλουδο αντέχει
*
Μη με κρατήσεις μονάχα από συμπόνια
το κρύο το συνήθισα θ’ αντεξω και τα χιόνια
Εγώ γυμνός ξεκίνησα
εγώ πηγαίνω μόνος
Σπίτι μου είναι ο δρόμος
και τραγούδι μου ο πόνος
Διώξε με και μη λυπάσαι
τι θα γίνω μη φοβάσαι
κι αν χιονίζει και αν βρέχει
τ’ αγριολούλουδο αντέχει…

 

***

 

 

«Μυρτιά» (1961), με την Ντίνα Τριάντη. Σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη. Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Έπαιζαν: Γκέλυ Μαυροπούλου, Κώστας Κακκαβάς, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Ανέστης Βλάχος, Θανάσης Βέγγος.

 

Μανιώδης καπνιστής και αρνούμενος να πειθαρχήσει στις συστάσεις των ιατρών του, ο Πυθαγόρας πέθανε αιφνίδια από έμφραγμα σε ηλικία μόλις 49 ετών, στις 12 Νοεμβρίου 1979 και κηδεύτηκε στο Μαρούσι.

 

«Δεν πουλάω την καρδιά μου» (1967). Με την Κατερίνα Βασιλάκου. Σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Κατσιμητσούλια. Σενάριο – Στίχοι τραγουδιών: Πυθαγόρας. Μουσική: Βασίλης Βασιλειάδης. Τραγούδησαν: Πάνος Τζανετής, Μπάμπης Τσετίνης, Βαγγέλης Περπινιάδης, Ρι Νόρμα. Έπαιζαν: Κατερίνα Βασιλάκου, Θανάσης Μυλωνάς, Δημήτρης Νικολαΐδης, Ελένη Ζαφειρίου.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΠυθαγόρας. Ο κόσμος τον λατρεύει, όμως στίχοι τραγουδιών του ενόχλησαν κάποιους «δηθενιστές»…
Περισσότερα

Αλέκος Λιδωρίκης. Ο εξαιρετικός θεατρικός συγγραφέας και ο σχεδόν ενοχλητικός δημοσιογράφος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Ένας κύριος με «Κ» κεφαλαίο, πάντα καλοντυμένος και ευγενικός, ερχόταν μια φορά κάθε βδομάδα στην οδό Μιχαλακοπούλου 35 και ανέβαινε από τη σκάλα και κατευθυνόταν σε ένα γραφείο στον δεύτερο όροφο. Τον συνόδευε μια πανέμορφη κυρία. Το ίδιο λαμπερή. Κομψά ντυμένη και με το λεπτό ιδιαίτερο άρωμά της να απλώνεται διακριτικά στον χώρο.
Στο κτήριο στεγαζόταν η εφημερίδα «Έθνος». Το γραφείο ήταν του διευθυντή Αλέκου Φιλιππόπουλου. Ο κομψός κύριος ήταν ο Αλέκος Λιδωρίκης. Η γλυκιά κυρία ήταν η σύζυγός του Ζωζώ Λιδωρίκη.
Βρισκόμαστε στο 1982 και ο Λιδωρίκης συνεργάζεται με τον Φιλιππόπουλο για άλλη μια φορά. Η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι και το 1987 στο νέο κτήριο της εφημερίδας στο Χαλάνδρι. Δούλευε ακατάπαυστα μέχρι τα 80 του… Ήταν η εποχή που οι εφημερίδες στηρίζονταν σε μεγάλες υπογραφές.
Τα χειρόγραφα ήταν (και εξακολουθούν να είναι) ο καθρέφτης του ανθρώπου. Τα κείμενα του Λιδωρίκη επιμελημένα, καθαρά, χωρίς διορθώσεις και μουτζούρες. Οι φωτογραφίες ήταν τυπωμένες σε μεγάλο μέγεθος, στο πίσω μέρος γραμμένες – απαλά – με μολύβι, οι λεζάντες, για να αποφευχθούν τα όποια λάθη. Όμως τις λεζάντες, τις έγραφε ο ίδιος κανονικά στο τέλος του κειμένου έτσι όπως ακριβώς ήθελε ο ίδιος να δημοσιευθούν. Πρόσεχε κάθε λέξη, κάθε γράμμα, κάθε σημείο στίξης.

 

***

 

Ο Αλέκος Λιδωρίκης (1907- 28 Μαρτίου 1988), από το 1930 συνεργάστηκε με τις εφημερίδες: «Ακρόπολις», «Καθημερινή», «Τα Νέα», «Μεσημβρινή», «Εθνικός Κήρυκας Ν. Υόρκης», «Ελευθεροτυπία», «Έθνος». Επίσης συνεργάστηκε με πολλά ελληνικά και ξένα περιοδικά.

Το 1933 έκανε το επίσημο ξεκίνημα του γράφοντας για τους κορυφαίος Έλληνες ηθοποιούς. Τα κυριότερα θεατρικά του έργα είναι: «Η μεγάλη στιγμή» (Θίασος Μουσούρη-Αλίκης, 1933) που εγκαινίασε με σπάνια επιτυχία τη σταδιοδρομία του σαν δραματουργού, «Λόρδος Βύρων» (Εθνικό Θέατρο, 1934), «Εδώ θα μείνουμε για πάντα», (Θίασος Μουσούρη-Αλίκης-Νέζερ,1937), «Αίθουσα Αναμονής» (Θίασος Κοτοπούλη, Πρώτο Εθνικό Βραβείο, 1940), «Μια ζωή είναι αυτή» (Θιάσος Μιράντα-Παππά, 1942), «Παντού τα Πάντα» (Θίασος Μουσούρη-Αρώνη, Μιράντας-Παππά, 1942), «Άντρας, Γυναίκα, Διάβολος» (Θίασος Κοτοπούλη, 1943), «Ένας ιππότης στον καιρό μας» (Θίασος Μουσούρη-Αρώνη, 1943), «Ο άγνωστος Θεός» (Θίασος Μουσούρη-Μιράντας-Νέζερ, 1944), «Χωρίς Γάντι» (Θίασος Κοτοπούλη, 1956), «Οι ξεριζωμένοι» (Θίασος Βεργή, Πρώτο Κρατικό Βραβείο, 1962-1963), «Καληνύχτα έρωτα» (Θίασος Μυράτ, 1964), «Ουράνιο Τόξο» (Θίασος Μουσούρη, 1966), «Οταν δεν τον περίμεναν» (Εθνικό Θέατρο, 1971).

***

Για τον Λιδωρίκη έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Ήταν ένας οξυδερκής, φιλέρευνος, αξεδίψαστος, σχεδόν ενοχλητικός, δημοσιογράφος. Αλλά για να συνεννοούμαστε, ένας λόγιος δημοσιογράφος, πράγμα σήμερα δυσεύρετο σαν εξωτικό πουλί. Τα κείμενά του έχουν κάτι από τη χάρη του Ουράνη, το χιούμορ του Παναγιωτόπουλου, το πάθος του Καζαντζάκη, την επιείκεια του Παπανούτσου, την ακρίβεια του Ευελπίδη, τον ρομαντισμό του Αθανασιάδη και την επιστημονική συνέπεια του Άμποτ».

***

Την εποχή του πολέμου, το 1940, ο Λιδωρίκης δεν κρύβεται πίσω από την υπογραφή του αλλά πάει στην πρώτη γραμμή ως πολεμικός ανταποκριτής. Μετά τη απελευθέρωση από τους Γερμανούς ο Λιδωρίκης πάει στις ΗΠΑ όπου εργάζεται στα Στούντιο της «20th Fox», ενώ συγχρόνως είναι ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων από το 1945 έως και το 1960.

***

 

 

Από τις πιο σημαντικές ήταν η συνέντευξη που πήρε από τη Μέριλιν Μονρόε.

 

Οι συνεντεύξεις του με τα πολιτικά πρόσωπα της Αμερικής της εποχής εκείνης (Αϊζενχάουερ, Στίβενσον, Άτσεσον, Χούβερ κ.α.) θεωρούνται ιστορικές. Τα νέα αστέρια του Χόλιγουντ (Τζέιν Ράσελ, Σούζαν Χαίγουορθ, Έλβις Πρίσλεϊ και τόσοι άλλοι) «μιλάνε» μέσα από τις συνεντεύξεις του Λιδωρίκη στο ελληνικό κοινό.

***

Το 1960 έρχεται και εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα και ξεκινάει συνεργασία με όλες τις μεγάλες εφημερίδες της εποχής. Δεν σταματάει όμως τις δημοσιογραφικές αποστολές. Ο «Γύρος του Κόσμου σε 12 ημέρες» τον ταξιδεύει σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική και στην συνέχεια: αποστολή δύο μήνες «Αμερική 1970». Στον Λιδωρίκη μιλάνε πολιτικά πρόσωπα, συγγραφείς, καλλιτέχνες, Αμερικανοί και Έλληνες της Αμερικής, γράφει τις εντυπώσεις του και αναλύει τα προβλήματα (ναρκωτικά, πληθωρισμός, μόλυνση περιβάλλοντος). Και πάλι αποστολές σε κράτη της Ευρώπης και λίγο πριν τον «Αττίλα» ταξίδι στην Κύπρο. Περιοδεία σε όλο το νησί, συνεντεύξεις με όλους τους παράγοντες και με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για το Κυπριακό πρόβλημα. Το 1973 κάνει αποστολή στη Σοβιετική Ένωση, συνδυασμός δημοσιογραφίας και θεατρικού συνεδρίου. Το 1975 μια νέα εφημερίδα γεννιέται, η «Ελευθεροτυπία». Συνεργάζεται από την αρχή μαζί της και λίγους μήνες μετά τη γέννησή της, της προφέρει μια μεγάλη επιτυχία: Την αποστολή στη Σιβηρία, την πρώτη μεγάλη αποστολή της εφημερίδας, που είναι και η πρώτη αποστολή Έλληνα δημοσιογράφου στη μακρινή και αχανή περιοχή της Σοβιετικής Ένωσης. Φτάνει ως το Ιρκούτσκ και οι εντυπώσεις και οι συνεντεύξεις του κυκλοφορούν αμέσως σε βιβλίο. Από το 1982 μέχρι το 1987 συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Έθνος».

 

Παναγιώτης ΜήλαςΑλέκος Λιδωρίκης. Ο εξαιρετικός θεατρικός συγγραφέας και ο σχεδόν ενοχλητικός δημοσιογράφος
Περισσότερα

Βασίλης Τσιβιλίκας. Τον ζήτησε ο Κάρολος Κουν, αν και είχε αποτύχει στις εξετάσεις για το Θέατρο Τέχνης…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ύστερα από μία αποτυχημένη προσπάθεια να εισαχθεί στο Θέατρο Τέχνης, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Η πρώτη εμφάνιση του Βασίλη Τσιβιλίκα στο θέατρο ήταν το 1965 στη Νέα Ιωνία.
Όμως δύο χρόνια αργότερα ο Κάρολος Κουν τον κάλεσε στο Θέατρο Τέχνης. Εκεί ερμήνευσε τον ρόλο του Μέτωνα στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη τον Μάιο του 1967 στο Διεθνές Θεατρικό Φεστιβάλ – World Theater Season, στο θέατρο Aldwych του Λονδίνου.

Την Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012 έπαιζε στο θέατρο στην παράσταση «Η ζωή ποδήλατο». Σύμφωνα με την τότε διευθύντρια του Σισμανογλείου Νοσοκομείου, ο ηθοποιός άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη διακομιδή του στο νοσοκομείο. Παρουσίασε έντονο θωρακικό άλγος, προσπάθησαν να τον επαναφέρουν στη ζωή εντός του ασθενοφόρου την ώρα της μεταφοράς του, ενώ επί 40 λεπτά και οι γιατροί του νοσοκομείου έδωσαν μάχη να τον σώσουν. Δυστυχώς, όμως, δεν ανταποκρίθηκε ο οργανισμός του ηθοποιού.

Ήταν παντρεμένος με τη δικηγόρο και νομικό Αλίκη Τσιβιλίκα και πατέρας ενός γιου και μιας κόρης.

***

Ο Βασίλης Τσιβιλίκας γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1942. Είχε καταγωγή από τη Δομνίστα και το Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας. Ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας και είχε δύο αδελφές.

Φοίτησε στο Αμερικάνικο Κολέγιο της Θεσσαλονίκης «Anatolia». Εκεί οι καθηγητές του τον παρότρυναν να ασχοληθεί με την υποκριτική, συμμετέχοντας αρχικά στη θεατρική ομάδα του σχολείου.

Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του πέρασε στην Αγγλική Φιλολογία, την οποία όμως εγκατέλειψε για να κατεβεί στην Αθήνα και να ασχοληθεί επαγγελματικά πλέον με την υποκριτική.

 

 

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ξεκινά να ασχολείται με την επιθεώρηση και στα μέσα της με την πρόζα. Η δεκαετία του ’70 ήταν η περίοδος που πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο. Η πρώτη ταινία που συμμετείχε ήταν «Η θεία μου η χίπισσα» του Αλέκου Σακελλάριου, με τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Ανδρέα Μπάρκουλη και τη Νόρα Βαλσάμη.

***

Έπαιξε στις ταινίες: Ξαφνικός πειρασμός (1988) Πονηρό τετ-α-τετ (1987), Ένα τραγούδι θα σου πω (1985), Παντρευτείτε γιατί χανόμαστε (1985), Το είδωλο (1986), Η γκαρσονιέρα της τρέλας (1986), Σου χαρίζω τη γυναίκα μου (1986), Τώρα θέλω τώρα (1980), Ψυχή και σάρκα (1974), Η Ρένα είναι “οφ-σάιντ” (1972), Ο κύριος σταθμάρχης (1972), Ο μάγκας με το τρίκυκλο (1972), Ζητείται επειγόντως γαμπρός (1971), Ο κατεργάρης (1971), Η θεία μου η χίπισσα (1970).

***

Έπειτα από την επιτυχία που σημείωσε με την πρώτη του εμφάνιση, συμμετείχε σε αρκετές ταινίες, ενώ παράλληλα η παρουσία του στο θέατρο ήταν σταθερή. Όντας θιασάρχης, επί πολλά χρόνια έπαιζε -ανελλιπώς, κάθε χρόνο- σε κωμωδίες, ελληνικές και ξένες, όπου σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε.

***

 

Φύσει κωμικός ηθοποιός, ο Βασίλης Τσιβιλίκας γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στην πρόζα όσο και στην επιθεώρηση.
Είχε προσφέρει στιγμές γέλιου με την υποκριτική του σε θεατρικά έργα, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, ακόμα και σε διαφημιστικά σποτ.

Το 1970, ο Βασίλης Τσιβιλίκας κάνει την πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση με το «Θέατρο της Δευτέρας», ενώ ακολουθούν το «Αξιωματικός Υπηρεσίας» το 1972, «Εν τούτω Νίκα» (στο ρόλο του ταβερνιάρη) και «Βίβα Κατερίνα» το 1973, «Ατσίδες» το 1976, «1.000 χρόνια μετά» το 1977, «Βράδια Επιθεώρησης» το 1984, «Ο κύριος συνήγορος» (1990), έκτακτη εμφάνιση στο «Χάι Ροκ» το 1992, «Ο τέταρτος γάμος» (1994), συμμετοχή στο «Baby style» το 1999 και «Άρωμα γυναίκας» το 2000.

Θρυλική ήταν η παρουσία του στο «Καλλιτεχνικό Καφενείο» με τον Μίμη Πλέσσα και τον Κώστα Φέρρη.

Παναγιώτης ΜήλαςΒασίλης Τσιβιλίκας. Τον ζήτησε ο Κάρολος Κουν, αν και είχε αποτύχει στις εξετάσεις για το Θέατρο Τέχνης…
Περισσότερα