Guest Friends

Μνήμη…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Μαρία Γίτσα

Υπάρχουν κάποιες στιγμές, εικόνες, μνήμες που στο μυαλό μας μένουν χαραγμένες. Εκεί… Έχουν ξεχωριστή θέση και τις ανασύρρουμε μαγικά καθημερινά. Τις θυμόμαστε ή μας θυμούνται εκείνες. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Αύγουστος στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου κι η μάνα μου και γυρίζαμε την Ευρώπη. Με το Fiat – άκι μας. Για ένα μήνα. Ο αδερφός μου έφηβος τότε, η αδερφή μου τέλη Δημοτικού αρχές Γυμνασίου κι εγώ τέλη νηπιαγωγείου αρχές Δημοτικού. Τρία συνεχόμενα καλοκαίρια. Το ταξίδι ξεκίναγε πάντα Παρασκευή. Σταματάγαμε Θεσσαλονίκη, βλέπαμε τους συγγενείς μας το Σαββατοκύριακο και Δευτέρα ξεκινούσαμε για την Ευρώπη. Ατέλειωτες ώρες οδήγησης από τον πατέρα μου – μόνο αυτός είχε δίπλωμα – σύνορα, έλεγχος, βράδια να κοιμόμαστε σε βενζινάδικά στο αμάξι γιατί αλλιώς δεν έβγαινε το πρόγραμμα, υπέροχες εικόνες και περιπέτεια. Τι περισσότερο θα μπορούσα να ζητήσω. Τότε δεν φοβόμασταν. Τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια φτάσαμε στη Γαλλία. Στο Παρίσι. Μείναμε δέκα μέρες εκεί. Πήγαμε λοιπόν κι εμείς να επισκεφτούμε τον Πύργο του Άιφελ. Κόσμος, ζέστη και αναμονή για να ανέβουμε να δούμε το Παρίσι από ψηλά. Εκεί λοιπόν, κάτω που περιμέναμε, ήταν βαρετά, ιδίως για ένα παιδάκι στα έξι. Για καλή μου τύχη υπήρχε ένας νερόλακκος. Είχα βρει πια τον τρόπο να σκοτώσω την ώρα της αναμονής. Άρχισα λοιπόν να πηδάω από τη μία πλευρά του στην άλλη. Τι παιχνίδι. Η μάνα μου άρχισε κι εκείνη με τη σειρά της να με προειδοποιεί. “Θα πέσεις”. Δεν άκουγα. “Θα πέσεις”. “Όχι δεν θα πέσω” της έλεγα με σιγουριά. “Θα πέσεις και δεν έχω μαζί μου ρούχα να σε αλλάξω και το ξενοδοχείο είναι μακριά.” “Όχι δεν θα πέσω.” Και τότε συνέβη. Έπεσα. Φυσικά δεν θα περιγράψω το τι έγινε με τη μάνα μου που με προειδοποιούσε. Ούτε θα περιγράψω τον Πύργο του Άϊφελ και τη θέα γιατί αυτό που έχει μείνει στη μνήμη μου είναι ότι καθώς έπαιζα κάτω από τον “Πύργο”, έπεσα. Και φυσικά τα άκουσα από τη μάνα μου. Και φυσικά έμεινα όλη τη μέρα με τα βρώμικα ρούχα. Πάντα μου άρεσε να διηγούμαι αυτήν την ιστορία και πάντα με κάποιον τρόπο “κατηγορούσα” τη μάνα μου ότι έφταιγε. Ότι δηλαδή εκείνη από την τόση προειδοποίηση και ανησυχία με έκανε να πέσω. Κοινώς με “μάτιασε”. Τα χρόνια έχουν περάσει και τα πράγματα ήρθαν έτσι στη ζωή μου που τώρα έχω κληθεί εγώ να παίξω αυτό το ρόλο. Της μάνας εννοώ. Πιάνω τον εαυτό μου καθημερινά να λέει διαρκώς, “θα πέσεις”, “πρόσεχε”, “μην το κάνεις αυτό” και τέτοιου τύπου εκφράσεις προσπαθώντας να προστατέψω το παιδί από πόνο, φόβο και κάθετι επικίνδυνο. Και κατανοώ πια τη δική μου μάνα, που όχι δεν είχε μαντικές ικανότητες και προέβλεπε το μέλλον, ούτε ήθελε να με ματιάσει. Τα πράγματα είναι απλά μαθηματικά. Όταν επαναλαμβάνεις κάτι με ζήλο, προσπάθεια, ένταση και δεν ξέρεις τι σημαίνει φρένο -γιατί ποιος ήξερε σε αυτές τις ηλικίες- κάποια στιγμή θα κουραστείς κι εκεί θα παραπατήσεις και ίσως πέσεις και ίσως λερωθείς. Δεν πειράζει όμως γιατί κάπως έτσι θα φτιάξεις κι εσύ τις δικές σου μνήμες. Α ρε μάνα…

  • Εικόνα: “Towing on the Champ-de-Mars, Paris in 1943” by Robert Doisneau
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜνήμη…
Περισσότερα

Με αφορμή τον Μάικλ Τζάκσον: «Ο χώρος του θεάματος συχνά τρέφεται από ανθρωποθυσίες»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Η παιδοφιλία και η παιδεραστία είναι ουσιαστικά ό,τι το ειδεχθέστερο μπορεί να εκδηλωθεί γιατί δηλητηριάζει και ναρκοθετεί το μέλλον της κοινωνίας, πληγώνοντας και τραυματίζοντας το πιο ευαίσθητο κομμάτι της, που είναι τα παιδιά”.

Ο ψυχίατρος και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρίστος Λιάπης, μίλησε στο ηλεκτρονικό περιοδικό newsbeast.gr για το αν συνδέεται ή όχι η ζωή ενός καλλιτέχνη με το έργο του και αν θα πρέπει ή όχι να ακούγεται η μουσική του.

“Πολλές φορές ανακύπτουν ηθικά διλήμματα για τη ζωή και το έργο ενός καλλιτέχνη.
Για πάρα πολλούς καλλιτέχνες και για πολλούς χαρισματικούς στον χώρο τους ανθρώπους, βλέπουμε συχνά, στην ιστορική διαδρομή τους, να συνυφαίνεται η χαρισματικότητά τους με κάποιον πυρήνα ψυχοπαθολογίας. Είναι κάτι το οποίο έχει διαπραγματευτεί και ο Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης, μέσα από τη σύνδεση, ουσιαστικά, μελαγχολίας και ιδιοφυΐας.

Πολλές φορές ο δημιουργικός πυρήνας ενός καλλιτέχνη δεν είναι άλλος από αυτόν της Κατάθλιψης ή της Διπολικής Διαταραχής. Εάν μέσα στη διαδρομή της ζωής οποιουδήποτε ανθρώπου, είτε είναι διάσημος είτε άσημος, είτε είναι καλλιτέχνης επιτυχημένος είτε δεν είναι, υπάρχει αυτό το δηλητήριο της παιδοφιλικής διαστροφής, αυτό -ως γεγονός- δεν πρέπει να συνδέεται με κάποιον πυρήνα συναισθηματικής ή ψυχικής διαταραχής ούτε όμως και με την καλλιτεχνική – επαγγελματική του πορεία. Το μήνυμα που ένας καλλιτέχνης καλείται να εκφράσει δεν μπορεί να κριθεί, όμως, υπό αυτό το πρίσμα. Η μουσική του Μάικλ Τζάκσον είχε βέβαια ένα συγκεκριμένο μήνυμα, χωρίς να διεκδικεί επαναστατικότητα, καθώς εξέφρασε, απλά και μονοσήμαντα, το πνεύμα ευημερίας και πλουραλισμού της δεκαετίας του ’80.

Ας μην ξεχνάμε ότι πριν βγουν όλα αυτά στην επιφάνεια – και είναι φοβερό ότι βγαίνουν στην επιφάνεια για ένα άτομο που δεν είναι πλέον στη ζωή και ενώ η αμερικανική δικαιοσύνη δεν έχει αποφανθεί ακόμη για την υπόθεση – ο Τζάκσον είχε προκαλέσει και στο παρελθόν την κοινή γνώμη, καθώς άλλαζε επανειλημμένως τη μύτη του και το χρώμα του. Βλέπαμε λοιπόν ότι υπήρχε μία πολυπροβληματικότητα, μέσα στην εκκεντρικότητά του. Θυμόμαστε τη σκηνή όπου είχε βγάλει τον μικρό του γιο πάνω από το μπαλκόνι και τον αιωρούσε πάνω από το παραληρούν πλήθος ως να θυσίαζε παιδιά στον Μολώχ του θεάματος, που συχνά απαιτεί ανθρωποθυσίες. Αυτό είναι μία άλλη παράμετρος την οποία πρέπει να δούμε, το πώς -δηλαδή- όλος ο χώρος του θεάματος τρέφεται από ανθρωποθυσίες. Από είδωλα που αρχικώς τα εξιδανικεύει και τελικώς απαιτεί την αποκαθήλωσή τους”.

Όσο για το αν πρέπει ή όχι να ακούμε τα τραγούδια του ποπ σταρ, ο Δρ. Λιάπης τόνισε:

«Δεν μπορεί κάποιος να δώσει ούτε ψυχιατρική ντιρεκτίβα ούτε ηθολογικο-μουσική κατεύθυνση για αυτό. Ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να ακούει οποιαδήποτε μουσική αισθάνεται ότι τον εκφράζει, τον εκτονώνει ή τον ηρεμεί. Τα τραγούδια του Μάικλ Τζάκσον δεν είχαν ποτέ κάποιο παιδοφιλικό μήνυμα ούτε κάποιο μήνυμα που ωθεί σε κάποιου είδους διαστροφή. Ας πάρουμε για παράδειγμα και το αντίπαλον μουσικό δέος, των ποπ ακουσμάτων εκείνης της εποχής, τη μέταλ μουσική, για την οποία είχε αναπτυχθεί η φιλολογία ότι συνδέεται με τον σατανισμό. Εγώ θα επιμείνω στο συμβολικό μήνυμα που έχει κάθε καλλιτέχνης και κάθε μουσική. Ας πούμε ο Έλβις Πρίσλεϊ ξεπέρασε τον μέσο όρο ενός επιτυχημένου και παγκοσμίως δημοφιλούς καλλιτέχνη και έγινε θρύλος για τη ροκ, διότι εξέφραζε τη λογική της ανατροπής. Η ροκ μουσική, τη δεκαετία του ’60, εξέφραζε το φιλειρηνικό μήνυμα κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να δούμε σε καλλιτέχνες και σε είδη μουσικής αντίστοιχα μηνύματα. Για παράδειγμα επειδή ο Μπομπ Μάρλεϊ είχε παραδεχθεί τη χρήση κάνναβης, εμείς δεν πρέπει να ακούμε τη μουσική του; Δηλαδή το μήνυμα του φιλειρηνισμού και της συμφιλίωσης που εξέπεμπε ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης πρέπει να πούμε ότι είναι απορριπτέο επειδή κάπνιζε ανοιχτά χασίς; Αναγνωρίζω ότι οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ακριβώς οι ίδιες, διότι αν ισχύουν αυτά που ακούγονται για τον Μάικλ Τζάκσον, έχει καταστρέψει πολλά παιδιά. Το τραύμα το οποίο κάθε παιδόφιλος προκαλεί, δείχνουν οι μελέτες δυστυχώς ότι διαιωνίζεται και ανακυκλώνεται και στις επόμενες γενιές μέσα από τα θύματά του, τα οποία είτε μπορεί να επαναλάβουν τη βία που υπέστησαν σε άλλα ανυπεράσπιστα παιδιά, είτε βιώνουν μια κατάσταση εσωτερικής ανισορροπίας, χωρίς να μπορέσουν πότε να κυνηγήσουν, όπως κανονικά κάνουν οι ενήλικες, την ευτυχία».

Ο Μάικλ Τζάκσον στο εδώλιο της Ιστορίας…

«Προτού λοιπόν ο Μάικλ Τζάκσον καθίσει στο εδώλιο της Ιστορίας ως παιδεραστής, αν όλα αυτά αποδειχθούν από την αμερικανική δικαιοσύνη, ενδεχόμενα, θα έπρεπε να καθίσει στο εδώλιο της Ιστορίας επειδή με όλη αυτή τη δημοσιότητα και την απήχηση που είχε, αντί να δομήσει ένα συγκεκριμένο μήνυμα, είτε για τις φυλετικές διακρίσεις είτε για άλλα προβλήματα που απασχολούσαν τις κοινωνίες μας, κατά την εποχή που εκείνος μεσουρανούσε στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα, αυτός προτιμούσε να αλλάζει το χρώμα του από το άσπρο στο μαύρο και από το μαύρο στο άσπρο και τελικώς φτάσαμε στο γκρι της παιδεραστίας. Ή προτιμούσε να στέλνει το μήνυμα, σε αγόρια και κορίτσια, να αλλάζουν την εμφάνισή τους με πλαστικές επεμβάσεις, υποδηλώνοντας πως μόνον πουλώντας την εμφάνισή μας μπορούμε να αρέσουμε. Με την είδηση του θανάτου του όλοι αποχαιρετήσαμε ένα κομμάτι της αθωότητας των παιδικών μας χρόνων. Αυτή την αθωότητα καταστρέφει ουσιαστικά η υστεροφημία του έτσι όπως αποκαλύπτεται, αν βέβαια ισχύουν οι κατηγορίες».

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο του newsbeast.gr, Κωνσταντίνο Kαλτσά, ο Δρ. Λιάπης.

  • Πηγή: www.newsbeast.gr
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜε αφορμή τον Μάικλ Τζάκσον: «Ο χώρος του θεάματος συχνά τρέφεται από ανθρωποθυσίες»
Περισσότερα

Έτσι βαθιά θέλω να σ’ αγαπώ – Τρία ποιήματα της Σοφίας Ζήση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Έτσι βαθιά θέλω να σ’ αγαπώ
όπως αγάπησε η Κοραλία τον Γιώργο
να ‘μαι η ωραία στο κρεβάτι σου η νέα
να μη ζητώ παιδιά και παστρικά νοικοκυριά
να ‘χω στο νου μου μόνο
όσα από στίχους θα σου στάζω κι από γλύκα
κι αφού περάσουν χρόνια δέκα
από τον θάνατό σου, πρόωρο και ξαφνικό
κι αφού για λίγους μήνες μόνο
θα μ’ έχεις πάρει για γυναίκα
από την απουσία σου σπρωγμένη
να πέσω απ’ την ταράτσα θέλω
και πέφτοντας να μετανιώνω
που μου πήρε τόσο χρόνο
στο κάλεσμα του ύψους ν’ αφεθώ.

*

Έτσι παράξενα θέλω να σ’ αγαπώ
να σε σοκάρω που και που με κάποιο στίχο
να κρύβεσαι κι ωστόσο να σε βρίσκω
στις πιθανές κρυψώνες, στα σκοτάδια, με την αφή να σε μορφώνω
και στις απίθανες, στ’ ανόητα φλας, που ολόφωτο σε χάνουνε
να σε κερδίζω λίγο λίγο με όποιο κόστος
κι ώρα πολύ για άεργο θάμα να μην έχω
τα ερωτομέρη μου να χαρακώνω μ’ άγριες φτέρνες
που τα χορταριασμένα διαζώματα των νταμαριών έχουν πατήσει
κι όρθιες της Κω τα όρθια κύματα από σανίδα σε σανίδα κατακτάνε
όσο για πονηρό σκοπό μορφώνομαι κι εγώ στις γλώσσες
και γράφω, γράφω για να σου εξαντλώ το αίμα
με την πνοή μαζί ρουφώντας την ατάκα
που από το στόμα σου ελπίζω πως θα τρέξει δίχως πρόβα
ή με τραγούδια πενιχρά πως θα σου πάρω τη συγκίνηση απ’ τα μάτια.

*

Έτσι εμμονικά θέλω να σ’ αγαπώ
στις πιάτσες να μοιράζω τον αριθμό σου
να σκέφτεται αδιάκοπα μεσ’ στο μυαλό σου ένα κουδούνι
στον ύπνο και στον ξύπνιο να με βλέπεις
πως έρχομαι και σου εξηγώ το σύμπαν
γιατί είναι έτσι αδιάφορο ενώ μας είπαν άλλα
πως απ’ τα σχέδια τα κρυφά της άφαντης διάνοιας
το εμπνευσμένο είναι για μας που έχουμε κρύφια γνώση
γιατί από μας μαθαίνουνε τ’ αστέρια πώς να σβήνουν
και λέω, λέω για να σου σβηστώ στα χέρια
μα δεν προσέχεις που τ’ ανώνυμα λόγια μου σου μιλούνε
γιατί είσαι ωραίος και δεν ξέρεις πώς περνάνε
όσοι δεν έχουν έστω κι έναν να τους εξυμνεί τα κάλλη
μόνοι αυτοί κι η φύση τους αμίλητα αδέρφια αγαπιούνται.

*

Και επιπόλαια ακόμα, κι ας μην το θες, θα σ’ αγαπώ
και στιγμιαία, απρόσμενα, αφόρητα, και λίγο, πολύ λίγο
ίσα που να ξεγελαστείς από τα μέσα σου πως βγήκα
αερικό ασυναίσθητο που το δοχείο του ψάχνει
κι επιταγές με τα σκοτάδια σου να ξανασμίξω να μου στέλνεις
μα μην τρομάζεις που τα υπάρχοντα φαντάσματά μου σου μιλούνε
τέχνες καλές τα ορμήνεψα κοντά σου να σπουδάζουν
για να ‘χω από τα λόγια τους ουσίες να δοκιμάζω
που θα ‘χουν με το αίμα μου σε πάθη δοκιμαστεί.

(Σημείωση: H Κοραλία του ποιήματος, είναι η ποιήτρια Κοραλία Ανδρειάδη-Θεοτοκά)

 

***

 

Εσύ τι λες, πως όποιος έτσι άφθονα αφρίζει, είναι απ’ την τρέλα;
Ξέρω να τα ξεχνώ τα λογικά μου όποτε πρέπει
γιατί χωρίς να ειδωθούμε σε παντρεύτηκα
εγώ που τ’ άσπρα πέπλα λοιδωρούσα
κι όσα μικρά πεθύμησες σου γέννησα
και τα σφιχτά χρυσάφια σου στα δάχτυλα φορούσα
και μ’ άντρες που δεν ήθελα σ’ απάτησα
τον δόλο για να αποδείξω της γυναίκας
κι ας ένιωσα ότι γυναίκα από κορίτσι έγινα
όταν στις μύτες των ποδιών σκαρφάλωσα
όπου ανεβαίνουνε οι δυστυχείς με πρόθεση να πέσουν
και βρήκα το στόμα σου γύρω από ένα καρφί να κλείνει
σαν σαστισμένος χαλασμός
σαν μάτι που απ’ το βλέμμα έχει χωρίσει με κοιτούσε
κι όσο εκλιπαρούσα το φιλί
όλο και δυνατότερα με φονικούς χτύπους με φιλούσε.

*

Το πόνεσα, το σμίλεψα, το κράτησα
και είπα για μια φορά να μην σ’ το στείλω
το ποίημα αυτό που τώρα σκίζει μου το στήθος και σε βρίσκει
κι άναυδο περμαζεύεται και ζει μεσ’ στα μαλλιά σου
α, τα μαλλιά σου,
που σου ’χω πει γι’ αυτά ό,τι τρελό μόνο τολμούν οι ερωτευμένοι
πως είναι πέλαγος βαθύ και σκοτεινό
και ας το βλέπω πως μαδούν
κι ας μην μπορούν πια να γεμίσουνε
ούτε το μαξιλάρι όπου μπήγεις τις καρφίτσες.
Έτσι μικρά κι ανόητα θα λέω κι εγώ τα πάθη μου
που μακριά σου γίνονται θηρία και με χαλούν
κι όταν σε βλέπω άλλο πια δε με γνωρίζουν
κι όσο κι αν τα παρακαλώ να βγούνε να μ’ αρπάξουν, δεν ακούνε.

*

Και σε ποθώ έτσι αλμυρά, όπως τα δάκρυα θέλουν
μα δεν είν’ ώρα ακόμα σ’ ερωτικούς σπασμούς ν’ αναλυθώ
έχω για άλλο ποίημα φυλαγμένο αυτόν τον πόνο
τους τρόπους τους αμέτρητους που σ’ αγαπώ θ’ ακούσεις παρακάτω.

*

Κάθε βράδυ, την ώρα που σε παίρνει ο ύπνος
ένας διακόπτης γυρίζει μέσα στο στήθος μου
κι ανάβει το φωτάκι νυκτός
που όσο κοιμάσαι σου διώχνει τον φόβο.
Τώρα τα πόδια σου κοιτούν το Βόρειο Σέλας
τώρα το στόμα σου κρεμάει για να σωπάσει
και στου ονείρου την ανοησία βγάζεις άκρη
γιατί προσέχω ο φόβος πάνω σου να μην περάσει.
Κι από τ’ αδύνατο που θέλω είσαι πιο πέρα
για εκεί ξεκίνησα και σίγουρα θα φτάσω
των μητροπόλεων τις ερημιές και των ψυχρών βουνών δεν διέσχισα
την κοιμωμένη σου ομορφιά για να ξεχάσω.

*

Κι όσο των πλανητών την ανταρσία υφαίνω
η τρομερή του Χείρωνα με δέρνει καταιγίδα
του Δία το βέλος του άκαμπτου Κρόνου μου δείχνει την ανάγκη
όσο της Αφροδίτης τον πορφυρό πυρσό με μάτι γυμνό καταλαβαίνω
που αντίκρυ της ο Πλούτωνας θέλει τη διώχνει, θέλει την καλεί
απ’ όλους της τους θαυμαστές σ’ αυτόν δίνεται μόνο
μ’ ένα άξαφνό του χτύπημα ν’ αφανιστεί παρακαλεί.
Και χύνονται άτακτα τα παρδαλά φώτα στους γαλαξίες
κι οι γαλαξίες τ’ οσμίζονται πως έρχεται η ώρα
η νύχτα με τη μέση της να σου ενοχλεί τον ύπνο
μαζεύονται οι αστερισμοί όσο ανησυχείς και τα σκεπάσματα ταράζεις
και στέκονται για μια στιγμή όσο πλευρό αλλάζεις.

*

Κι αν κάπου εδώ ευφάνταστα τον ύμνο ετούτο κλείνω
όπως και τα παράθυρα που να δακρύζουν κουραστήκαν
είναι που εκπληρώθηκε πριν το ποθήσω ο πόθος
απ’ τη γωνιά του κρεβατιού σου να σε κοιτώ όπως φέγγεις
κι αντί για κάτι χρήσιμο, να σπαταλώ την ώρα
φιλοτεχνώντας έρωτες γύρω απ’ το πρόσωπό σου
και ευχόμενη να διαδεχτώ τη δέσποινα στο κάδρο
που την φιλά ένα άγνωστος κρυφά δίπλα στη σκάλα
αφού εσένα τα χείλη σου ξεχάσαν τη λαγνεία.

*

Πες μου ξανά πώς λέγεται εκείνη η ταινία
που εσύ κάνεις τον σύζυγο
τον ζωντανό και τον νεκρό εναλλάξ
κι έχεις μια βάρκα παράταιρη στο πλάι σου για συμβία.
Πόσο διαρκεί; Για μια ζωή απ’ ότι λένε της παραγωγής της τα στοιχεία
όμως προφταίνεις πριν ξυπνήσεις να τη δεις
σε REM είναι διαθέσιμη, και βλέπεται όλη μέσα σε λίγα λεπτά.

 

***

 

  • Η Σοφία Ζήση γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981 και ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Δημιουργική Γραφή (Roehampton University, Birkbeck College). Οι Πυξ Λαξ και οι Όναρ έχουν μελοποιήσει στίχους της, έχει συμμετάσχει στην Μπιενάλε BJCEM (2005) διαβάζοντας ποιήματά της, ενώ έχει διακριθεί σε διάφορους διαγωνισμούς ποίησης. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά poiein.gr, marginalia.gr και vakxikon.gr. Στο θέατρο έχουν παρουσιαστεί έργα της στο London Student Drama Festival (2017, σκην. Goldsmiths Drama Society), Θέατρο 104 (2017-19, σκην. Blue Blonde), Θέατρο Faust και Θέατρο 104 σε συνεργασία με την ομάδα The Young Quill.

***

-Στη φωτογραφία, η Κοραλία Ανδρειάδη-Θεοτοκά και ο Γιώργος Θεοτοκάς

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΈτσι βαθιά θέλω να σ’ αγαπώ – Τρία ποιήματα της Σοφίας Ζήση
Περισσότερα

Μύτης Εγκώμιον, ποίημα του Αριστομένη Λαγουβάρδου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Σύ που ζείς με το μεθυστικό άρωμα του έρωτα,

και αναπνέεις χτυποκάρδια ανθρώπων που αγαπιούνται…

Ταχυδρόμε του Θεού μύτη!

Διπλό τούνελ-ορυχείο, μύτη οστεοχόνδρινη,

που αρδεύεσαι από διπλή αρτηρία!

Μύτη που μυρίζεις τις μυρωδιές,

σαν τον ποιητή που οσφραίνεται,

τις μυροβόλες οσμές των λέξεων!

Γυρνώντας από την δουλειά, μυρίζω την σιγουριά

του σπιτιού μου, την σκαμμένη γή του κήπου μου

και αναπνέω το άρωμα του τριαντάφυλλου,

του γιασεμιού, της λεβάντας, του δενδρολίβανου.

Ω μύτη! Μύτη Ελληνική, Αιγυπτιακή, Σημιτική,

μύτη αετίσια, μύτη της Σφίγγας που τρέχουν

να την θαυμάσουν στο Λούβρο!

Κάποιες φορές μύτη θέλεις να μάθεις,

να ψηλαφήσεις, να ανακατευτείς παντού,

αλλά αναπάντεχα φταρνίζεσαι και κατεβάζεις,

τα δικά σου μυτένια δάκρυα.

Μαζεύεσαι στην στενοχώρια και στην θλίψη,

και γίνεσαι μύτη “Πινόκιο”, όταν λές ψέματα.

Με τη μύτη αγαπάμε, αισθανόμαστε το γούστο

και τη μυρωδιά των παιδιών μας.

Κάθε πρωί, με την πρόφαση να το ξυπνήσω,

γαργαλώ το μωρό μου φιλώντας το στο λαιμό,

μυρίζοντας σαν “κυνηγόσκυλο τρούφας”,

την γλυκιά μυρωδιά του ύπνου του.

Ω μύτη που μυρίζεις τα τσουρεκάκια,

τους ζεστούς λουκουμάδες, το ψωμί του φούρνου,

όλα τα μπαχαρικά, την μυρωδιά του βιβλιοπωλείου,

του τσαγκαράδικου, του λαδάδικου…

Ακόμα και το γλυκό μου συντροφάκι

(το μαλτεζάκι μου) με γλείφει συνέχεια στον αστράγαλο,

γιατί μυρίζεται την πληγή μου.

Αλλά και αν όλα τα πράγματα γινόταν καπνός,

μόνο εσύ μύτη θα μπορούσες να τα μυρίσεις.

Και έχεις τόση ευτυχία, όταν μπαίνεις στις υποθέσεις

των άλλων!!!

Μύτη, λέξη με τις περισσότερες εκφράσεις,

που τις βλέπω σαν επανάληψη σε σειρά TV

στο μυαλό μου.

Τον σέρνει από τη μύτη.                  
Αυτός προχωρά με τη μύτη.
Να μου τρυπήσεις τη μύτη.
Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.
Δεν σηκώνει μύγα στη μύτη του.
Έσκασε μύτη.
Ο Μυταράς.
Ο Μυτόγκας.
Η Μυτούλα.
Η Μυτουλίνα.

Ω Μύτη Μεγάλη, Αλάνθαστη πυξίδα της ζωής,

Πολύπειρη μεσίτη ανάμεσα το σώμα και τη ψυχή..

Οδήγα με εκεί που πρέπει.

Αριστομένης Λαγουβάρδος

***

Ο Αριστομένης Λαγουβάρδος γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης.
Είναι Διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης.

                     ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση)

1) Το τέλος της αθωότητας (Τυποκρέτα Καζανάκης Ηράκλειο)
2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι.
3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (υπό έκδοση)

  • Εικόνα: The Venetian portrait painter, Vincenzo Catena
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜύτης Εγκώμιον, ποίημα του Αριστομένη Λαγουβάρδου
Περισσότερα

Μη φοβάσαι να εκφράζεις ανοιχτά αυτό που αισθάνεσαι!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη

Και ποιος μπορεί να ξεχάσει την τελευταία σκηνή στην κλασική ταινία “Όσα Παίρνει ο άνεμος”; Ο Ρετ Μπάτλερ αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Σκάρλετ Ο’ Χάρα και να δώσει τέλος στη θυελλώδη σχέση τους, αφού προσπαθώντας να κερδίσει την αγάπη της, έβλεπε πάντοτε την αδιαφορία της. Όταν εκείνη τον ρωτάει για το τι θα απογίνει, εκείνος της απαντάει με απόλυτη κυνικότητα και ένα εντελώς ψυχρό βλέμμα, “Ειλικρινά, αγαπητή μου, δε δίνω δεκάρα’’ και χάνεται στην ομίχλη.
Η σκληρή φράση του Ρετ Μπάτλερ -η οποία στην εποχή της είχε κατακριθεί- μας δείχνει πως πολλές φορές η ανάγκη μας να ξεσπάσουμε αυτό που καταπνίγει το μέσα μας, είναι επιβεβλημένη ακόμα και για την ψυχική μας υγεία.
Η κοινωνία από μικρή ηλικία μας νουθετεί να είμαστε πάντοτε ευγενείς, να μην εκφράζουμε ποτέ αυτό που αισθανόμαστε πραγματικά και να καταπνίγουμε το θυμό μας. Ειδικότερα οι γυναίκες, οι οποίες έχουν ταυτιστεί με την έννοια της ανιδιοτελούς αγάπης και προσφοράς, γαλουχούνται έτσι ώστε να προσφέρουν στην οικογένεια και να μην παραπονιούνται για τα δικά τους προσωπικά θέματα.
Ωστόσο, το να κρατάμε τα πάντα μέσα μας όχι μόνο καλό δε μας κάνει, αλλά αντιθέτως, μπορεί αυτός ο συσσωρευμένος θυμός να ξεσπάσει αργότερα με χειρότερο και πιο επιβλαβή τρόπο από όσο μπορούμε να φανταστούμε.
Για αυτό, είναι εξαιρετικά χρήσιμο να μην καταπνίγουμε πάντοτε αυτό που νιώθουμε και να αφήνουμε τον εαυτό μας να εκφράσει την πικρία και το θυμό του ελεύθερα. Αυτό δε σημαίνει πως γινόμαστε αγροίκοι ή πως βρίσκουμε άλλοθι στο να βιαιοπραγούμε, αλλά πως δίνουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να εκφράσει αυτό που νιώθει αλλά και στους άλλους τη γνωστοποίηση πως μία συμπεριφορά τους ήταν βλαπτική για εμάς και μας πόνεσε ψυχικά.
Είναι καλό να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ξεσπάσει, να κλαίει όταν αισθάνεται πως αυτό έχει ανάγκη και ακόμα καλύτερο να διακωμωδεί αυτό που του έχει συμβεί –το χιούμορ είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε αυτές τις περιπτώσεις. Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας -με λογική και μέτρο πάντα- να εκφραστεί περισσότερο ελεύθερα, να ξεσπάσει ακόμα και να βρίσει, αυτό ίσως και να τον λυτρώσει.
Για αυτό ας μάθουμε να εκφράζουμε αυτό που αισθανόμαστε χωρίς το φόβο πως θα φανούμε αδύναμοι. Θα μας ωφελήσει αρκετά.

  • Φωτογραφία: Koen Bluijs. All rights reserved.
    Βιετναμέζα σε τοπική υπαίθρια αγορά
  • Πηγή: smithsonianmag.com

* Η Μαρία Σκαμπαρδώνη είναι Δημοσιογράφος

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜη φοβάσαι να εκφράζεις ανοιχτά αυτό που αισθάνεσαι!
Περισσότερα

Περί καπνίσματος…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει ο Σπύρος Περδίου

Φασισμός δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Χτίζεται από “μικρά” γεγονότα, στα οποία δεν δίνουμε την πρέπουσα σημασία (ίσως γιατί μας “βολεύουν”).
Για παράδειγμα, το γεγονός ότι εφόσον δεν καπνίζεις και δεν θες να υποστείς τον καπνό των άλλων ενώ τρως, και δεδομένου του κρύου που δεν σου επιτρέπει να καθίσεις σε ανοιχτό χώρο, δεν υπάρχει ούτε μία επιλογή για να πας να γευματίσεις κάπου!
Για σκεφτείτε το…
Και μετά μιλάμε για “δημοκρατία” και “αρχές” και “προοδευτισμό”…
Για πείτε μου εσείς οι “δημοκράτες”, πόσοι από σας πάτε σε χώρο εστίασης και καπνίζετε μια χαρά ενώ υπάρχει και νόμος που το απαγορεύει;
Και πόσοι “προοδευτικοί” επιχειρηματίες είστε εκεί έξω και παραπονιέστε για την “ασφυξία τής αγοράς”, ενώ δεν φροντίζετε να μην ασφυκτιούν οι πελάτες σας;

ΥΓ. Το ότι μπορεί να υπάρχουν και παιδιά στον χώρο είναι μια άλλη “μικρή” λεπτομέρεια. Ακόμα και για τους γονείς τους που καπνίζουν πάνω από το καρότσι, μέσα στο εστιατόριο…

* Ο Σπύρος Περδίου είναι ηθοποιός και φωτογράφος

  • Βασική εικόνα: Μια σκηνή στο Νέο Άμστερνταμ (σημερινή Νέα Υόρκη) το 1639. Η μάχη κατά του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους πηγαίνει πολλούς αιώνες πίσω. Από τον Αμερικανό ζωγράφο Charles Henry Granger (1812 – 1893)

Περισσότερα για τον Σπύρο Περδίου διαβάστε ΕΔΩ

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΠερί καπνίσματος…
Περισσότερα

Ξεχωριστά – Της Μαρίας Γεωργαντά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Είδα ένα παράξενο όνειρο… ήσουν, λέει, σπάνιο και πολύχρωμο πουλί κλεισμένο σε ένα κλουβί πολυτελείας. Σε ένα χρυσό, λαμπερό, τεράστιο κλουβί με όμορφα στηρίγματα στις άκριες για να παίζεις και δίπλα ένα λαχταριστό στόμιο να απολαμβάνεις την εκλεκτή τροφή σου. Πετούσες ελεύθερος και ας μάγκωναν τα φτερά σου στα κιγκλιδώματα. Ένιωθες μια περίεργη ασφάλεια στο περιβάλλον, που είχες δημιουργήσει. Σαν αυτό το βασιλικό κλουβί να ήταν η ευλογία σου. Ώσπου νύχτωνε. Και το κελάηδημά σου ακουγόταν ισχνό. Μπορεί να έφταιγε ο λαιμός σου, που πιεζόταν στην τραμπάλα, που είχες κρεμαστεί. Έκανες τέτοιες απόπειρες συχνά – σαν να ήθελες, επίτηδες, να βιώνεις μικρούς θανάτους. Ίσως, για να αποζητάς το πέταγμα αλλιώς μετά. Ίσως, για να μοιάζει η «οχυρωμένη» ελευθερία σου πολύτιμη πια.
Ξαφνικά ένα χέρι σε χαϊδεύει τρυφερά στο κεφαλάκι. Μη με ρωτάς πώς άλλαξε το σκηνικό – στα όνειρα όλα συμβαίνουν ακαριαία, χωρίς ειρμό. Δεν μπορώ, να δω σε ποιον ανήκει, αλλά τα δάχτυλά του μου φαίνονται οικεία. «Μερικές φορές συναντάμε έναν άνθρωπο, δεν ξέρουμε ποιος είναι, δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν. Μονάχα όταν κοιτάμε τις παλάμες του… εκεί στις κλειστές του χούφτες, στα σφιγμένα του δάχτυλα… σαλεύει η υπόσχεση ότι αυτά τα χέρια θα ξεκλειδώσουν κάτι βαθιά κλειδωμένο μέσα μας…». Από πού ξεπήδησε αυτό τώρα; Συγγνώμη, η μνήμη, βλέπεις… ρίχνει τα βότσαλά της στη θάλασσα των ονείρων και ταράζει… μας ταράζει… πού είχαμε μείνει; Στο χέρι. Άφηνε χάδια σε όλο σου το κορμί, άγγιζε μέχρι και την πιο βαθιά πτυχή -εσύ ήξερες ότι είναι σχισμή- των φτερών σου. Και σε έβγαλε έξω από το κλουβί. Σε σκέπασε με το άλλο χέρι και εσύ δεν τρόμαξες. Ένιωθες ζεστασιά. Αίφνης ακούστηκε ένας ψίθυρος γυναικείος «Πέτα!» και ένα φιλί έμοιαζε να ήταν το σπρώξιμό σου. Άρχισες να πετάς σαν μανιακός, σαν μωρό που μόλις έμαθε να περπατάει και θέλει να ανακαλύψει τα πάντα. Το τιτίβισμά σου ακουγόταν σαν να ξεκαρδίζονται παιδιά. Πετούσες παντού και για δευτερόλεπτα χανόσουν μέσα στο γαλάζιο του ουρανού και το μπλε του ωκεανού – χανόσουν και από εκείνη και της έκοβες ανάσες. Αλλά να, που ερχόσουν πάλι. Κρυβόσουν πίσω από λουλούδια και αρώματα, για να έχετε τη χαρά, να βρείτε ο ένας τον άλλον. Για να μη φθαρεί ο ένας μέσα στον άλλον. «Δεν ξέρω τι σου έχω προσφέρει αλλά αυτό που έκανες σήμερα… με πήγες στον Παράδεισο! Δεν μπορείς να καταλάβεις…». Άσχετο. Άκυρο. Η Μνήμη. Μη δίνεις σημασία. Πίσω στο όνειρο εμείς. Που λες, είχες γείρει στο χέρι της και κελαηδούσες. Και εκείνη σε γέμιζε φιλιά σαν σταγόνες αλμύρας από τα κύματα της νιότης. Και σε γυρνούσε ξανά πίσω. Κάθε φορά σε επέστρεφε στο κλουβί σου. Διακριτικά και ήσυχα. Και σε ξαναέπαιρνε, όποτε σου τελείωναν τα αποθέματα, όποτε βούλιαζες στις «ανελεύθερές σου ώρες» και έβλεπες τα πολύχρωμα φτερά σου για ασπρόμαυρα. «Όλοι δεν αποκτάμε ένα χαρακτηριστικό συγκεκριμένο για κάποιον; Ταυτιζόμαστε με κάτι μέσα του, μας δίνει ένα παρατσούκλι – είτε το θέλουμε είτε όχι. Ε, λοιπόν, για μένα είσαι ξεχωριστός. Έλα, μη με κοιτάς και γελάς. Το ξέρω, ότι όλοι είμαστε, ο καθένας με τον τρόπο του και με την αναπνοή του. Αλλά εσύ είσαι ο Ξεχωριστός! Έτσι θα σε φωνάζω από εδώ και πέρα. Το όνομά σου δεν δηλώνει τίποτα. Δεν σου θυμίζει κάτι. Μπορεί να είναι μια ταυτότητα, δεν λέω. Αλλά δεν κουβαλάει όλα όσα προκαλείς, θυμάσαι, νιώθεις, ζεις. Ενώ το «Ξεχωριστός»; Μένει. Χαράζει. Διαρκεί. Αξίζει». Πώς μου ήρθαν πάλι αυτά; Φεύγεις; Μάλλον για αυτό. Επειδή αξίζει. Δεν σε αλλοιώνει η φυγή σου.
Μόνο στάσου λίγο, να σου ολοκληρώσω το όνειρο. Είχαμε μείνει στο κλουβί. Είχε κάνει μια βαθιά ρωγμή στον τοίχο, από όπου είχε γαντζωθεί – λες, να βάραιναν τα δεσμά; Και ξαφνικά το πουλί με τα σπάνια χρώματα δεν υπήρχε πουθενά. Έγινε εσύ! Είχες πινελιές στην πλάτη σου σαν κάποιος να σου σχεδίαζε φτερούγες. Όμως, το πινέλο ήταν μες στο αίμα και στα χέρια μου – μα τι έκανα; Με το αίμα μου σε ζωγράφιζα; Για αυτό γέμισαν αυλακιές οι παλάμες μου; Λένε ότι το κόκκινο στα όνειρα είναι κάτι «γρήγορο και ευχάριστο». Αλλά εσύ φεύγεις. Όντως, φεύγεις; Η εσάρπα, που μου έφερες δώρο, ήταν αυτή που πήρες και σκέπασες το κλουβί. Και αμέσως με αγκάλιασες σφιχτά. Έτσι όπως ξεκίνησαν όλα. Ή έτσι όπως τελείωναν. Δεν ξέρω, ξύπνησα μετά. Με αγκαλιά, πάντως. Ό,τι και αν ήταν, με αγκαλιά… ξέρεις, Ξεχωριστά!

  • Πίνακας: The Bird Cage by Frederick Carl Frieseke, 1910
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΞεχωριστά – Της Μαρίας Γεωργαντά
Περισσότερα

Άγγελος Παπαδημητρίου: Είμαστε sold out

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επειδή όλες οι μέρες μας είναι κατειλημμένες από επετείους, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χώρος για «Μαύρη Παρασκευή», διότι προτεραιότητα έχει πάντα η Μεγάλη Παρασκευή του Θείου Δράματος. Γι’ αυτό θα πρότεινα να συνδυάσουμε τη Μαύρη με τη Μεγάλη Παρασκευή του ελληνικού εμπορικού δράματος.

Η άποψη του Άγγελου Παπαδημητρίου δημοσιεύθηκε στη σελίδα 3, της εφημερίδας «Η Καθημερινή», την Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018.

Έτσι, η μέρα θα αποκτήσει αμέσως μεγαλύτερη οικειότητα μεταξύ των Ελλήνων και θα γίνει απόλυτα δική μας, ως λατρών του δράματος γενικά. Οπότε θα έχουμε έναν λόγο να ασχοληθούμε με αυτήν σαν να μας αφορά λόγω του οικονομικού δράματος που περνάμε τα τελευταία χρόνια. Η διαφορά μας με τους Αμερικανούς είναι ότι εκείνοι ικανοποιούνται με τη μία μέρα, ενώ εμείς, που δεν είμαστε της μιας βραδιάς αλλά του δεσμού, αισθανόμαστε ότι θέλουμε να επεκτείνουμε το δράμα. Αναπτύσσεται ένας έρωτας μεταξύ των προϊόντων και της αγοραστικής μας δύναμης και ίσως στο τέλος να πιστέψουμε ότι μπορούμε να τα αγοράσουμε. Το άλλο που δεν κάνουμε είναι να πλακωνόμαστε στα ράφια των καταστημάτων για ένα προϊόν. Εμείς εδώ είμαστε γνωστοί, δεν έχουμε το χάος των αμερικανικών μητροπόλεων και κρατάμε ένα επίπεδο, το επίπεδο της ντροπής. Πάντως είναι αλήθεια ότι εμείς που είμαστε γεμάτοι από ιστορία, αγίους, επετείους κ.λπ. δεν έχουμε χώρο για τέτοιες μέρες. Είμαστε sold out, πώς το λένε, οπότε πρέπει να συμπτύξουμε τα πράγματα για να χωρέσουν. Να φτιάξουμε έναν δικό μας χώρο και χρόνο ελληνικό, ανάμεσα σε μπλούζες, φούστες, παντελόνια από βαμβάκι 100%.

 

(*) Ο κ. Άγγελος Παπαδημητρίου είναι εικαστικός και ηθοποιός. Στην αρχή του θέματος αυτοπροσωπογραφία του.

Παναγιώτης ΜήλαςΆγγελος Παπαδημητρίου: Είμαστε sold out
Περισσότερα

Η ψυχολόγος Σύλβα Σαραφίδου γράφει για τη Θεραπευτική Πτυχή της Τέχνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Στην ενασχόληση με οποιαδήποτε μορφή τέχνης, οι περισσότεροι από εμάς τείνουμε να εστιάζουμε στην καλλιτεχνική και αισθητική πτυχή της. Οι τέχνες όμως έχουν και μία έντονα θεραπευτική πλευρά για τον άνθρωπο, κάτι που αναγνωριζόταν ήδη από πολλούς αρχαίους πολιτισμούς.
Η τέχνη, κάθε τέχνη, μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά με πολλούς τρόπους. Είναι ένα μέσο μέσα από το οποίο διατηρείται ζωντανή η εμπειρία και το βίωμα, καθώς και η συναισθηματική χροιά αυτών. Για τη διατήρηση μίας στιγμής έχει δημιουργηθεί πολλή τέχνη. Από ιστορική οπτική, η ίδια η ιστορία συγχωνεύεται με την ιστορία τέχνης, σμιλεύοντας συνδυαστικά το περελθόν. Παρόμοια, η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου, τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο, μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από τις καλλιτεχνικές (συνειδητά και ασυνείδητα) δημιουργίες του (όπως φωτογραφίες).
Έτσι λοιπόν η τέχνη μετατρέπεται σε μέσο επικοινωνίας της ίδιας της εμπειρίας με άλλους. Μέσα από την αφηρημένη αίσθηση που αφήνει κάθε μορφή τέχνης μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική επικοινωνία του μεγέθους και της σημασίας μίας εμπειρίας, με την ικανότητα αποτύπωσης του εαυτού στο έργο τόσο από τον δημιουργό όσο και από τον θεατή, πολύ περισσότερο από κάθε άλλο ‘συγκεκριμένο’ μέσο.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί η τέχνη να προωθήσει την ψυχολογική και πνευματική ωρίμανση, καθώς μας βοηθά να παρατηρήσουμε διαφορές με άλλους, και να αλληλεπιδρούμε με αυτούς μέσα από έναν ‘προστατευτικό φακό’, εξερευνώντας τη νέα οπτική γωνία. Η αποδοχή της διαφορετικότητας οδηγεί στην κατανόηση τόσο του άλλου όσο και του εαυτού. Κάτι τέτοιο προωθεί τη δημιουργία νέων οδών επικοινωνίας, και επιτρέπει στη δημιουργικότητα να εκτυλιχτεί.
Η επικοινωνία οπότε μπορεί να είναι και εσωτερική καθώς οι τέχνες προωθούν την ενδοσκόπηση και τον εσωτερικό διάλογο. Μέσα από την τέχνη μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες για τον ίδιο μας τον εαυτό καθώς αυτός θα εκδηλώνεται αυθεντικός, και να ανοίξουμε μία ‘συζήτηση’ μαζί του. Επιπλέον κάθε τέχνη αποτελεί δίοδο έκφρασης και εκδήλωσης του εαυτού και πτυχών του, όπως σκέψεις, συναισθήματα ή συμπεριφορές. Ο καθένας μας μπορεί να βρει την ταιριαστή σε εκείνον οδό και να ελευθερώσει συνειδητά και ασυνείδητα το ‘είναι’ του. Κάποιος δακρύζει με ένα ποίημα, άλλος γελά με μία σάτιρα -και τα δύο μπορούν αντίστοιχα να οδηγήσουν στην κάθαρση.
Τέλος, κάθε μορφή τέχνης έχει μία εξιδανικευμένη πτυχή, όπου παρουσιάζει μία κατάσταση ή ακόμα και ένα συναίσθημα στην ιδανική του εκδοχή, μακριά από τον ρεαλισμό. Κάτι τέτοιο μπορεί να μοιάζει αταίριαστο σε έναν κόσμο όπου ο ρεαλισμός είναι η κυρίαρχη νοοτροπία και η ρεαλιστική πτυχή της ζωής δείχνει το σκληρό της πρόσωπο, όμως ίσως η εξιδανικευμένη τέχνη να είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε! Η σχεδόν μυστηριακή επίδραση που έχει επάνω μας κάθε λογής τέχνη ξυπνά μέσα μας την ελπίδα μέσα από την επαφή με το ιδανικό. Και ίσως ετούτη η επαφή με το ιδανικό να μπορεί να ξυπνήσει μέσα μας την επιθυμία για αναζήτηση και πραγμάτωση αυτού στην καθημερινότητα, προσδίδοντάς της ελπίδα και χαρίζοντας χρώμα σε μία πραγματικότητα κατά τα άλλα μουντή και δύστροπη.
Ας έχουμε κατά νου πως κάθε αλληλεπίδραση με τέχνη κάθε μορφής μπορεί να χαρακτηρίζεται από θεραπευτικό στοιχείο. Η παρακολούθηση τέχνης, η δημιουργία τέχνης και η ίδια η θεραπεία τέχνης μπορούν να προωθήσουν την αυτογνωσία, την έκφραση, τη δημιουργικότητα, την επικοινωνία, και πάνω από όλα, την ελπίδα στη ζωή και στον άνθρωπο!

Σύλβα Σαραφίδου – Ψυχολόγος, MSc, AKC

Κέντρο Ψυχολογίας, Νευροεπιστήμης, Τέχνης
Γράμμου 25, Βριλήσσια
www.sylsfd.wixsite.com/ideas

* Η Σύλβα Σαραφίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Σπούδασε Ψυχολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Deree, The American College of Greece. Συνέχισε με MSc στις Νευροεπιστήμες και Ψυχολογία της Ψυχικής Υγείας στο King’s College London, ολοκληρώνοντας παράλληλα και διετές πρόγραμμα το οποίο της χάρισε τον τίτλο του Associate of King’s, με Leathes Prize. Τώρα εκπαιδεύεται στη Συνθετική Ψυχοθεραπεία, έπειτα από ολιστική εκπαίδευση γύρω από τις Εκφραστικές Θεραπείες μέσω Τεχνών.
Από το 2014 είναι σε διαρκή διάδραση με κλινικούς πληθυσμούς σε πληθώρα πλαισίων, από το 2016 εργάζεται με άτομα με άνοια και άλλες νευροψυχιατρικές παθήσεις, και τους φροντιστές τους, και από το 2018 παρουσιάζει τη δουλειά της σε επιστημονικά συνέδρια και επιστημονικά περιοδικά. Τώρα συνεχίζει με το πρόγραμμα Ideas που αναφέρεται σε άτομα με νευροψυχιατρικές παθήσεις και τον ευρύ πληθυσμό με ομαδικές και ατομικές συνεδρίες, ενώ πραγματοποιεί workshops για το ευρύ κοινό, σεμινάρια για επαγγελματίες και διδάσκει ψυχολογία σε ΙΕΚ. Παράλληλα ασχολείται ερασιτεχνικά με τις τέχνες.

  • Πίνακας: Paula Modersohn-Becker | Κορίτσι με γάτα σε δάσος με σημύδες, 1904 | Συλλογή Ludwig Roselius

Διαβάστε ΕΔΩ για το βιβλίο της Σύλβας Σαραφίδου

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ ψυχολόγος Σύλβα Σαραφίδου γράφει για τη Θεραπευτική Πτυχή της Τέχνης
Περισσότερα

Μελίνα Σκούφου – Μια προσευχή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια προσευχή για της καρδιάς το ελάχιστο το μέγα που κυρίεψε τους κήπους της αιωνιότητας και της αρμονίας.
Ας συγχωρεθούν τα λάθη και τα σημεία της κραυγής από τη σπίθα μας να σβήσουν.
Ας αγαλλιάσουν οι ψυχές μες στο γαλάζιο τ’ ουρανού και ας ξεπλυθούν απ’ τον αγέρα.
Ας μπαλωθούν οι τρύπες που ‘κλεψαν τη ζωοδότη γη κι οι ανθισμένες πορτοκαλιές ας μας τιμήσουν με το νέο, φρέσκο, αμάραντο και πολύτιμο άρωμά τους.
Ας σκεπαστεί η Γης με αρώματα πορφυρά, να ανθίσει εκεί όπου η ζωή δεν κατοικείται, παρά μόνο από τους μάγους του ωκεανού και του αδιαπέραστου αιθέρα.
Ας δημιουργήσουμε κατά βούληση εκ του μηδενός παλάτια ενδότερα και πολιτείες που επέζησαν του πόνου, της αλαζονείας, της μοναξιάς και της αντίστροφης κιβωτού.
Ως πολυμήχανοι Οδυσσείς ας προσαράξουμε στα λιμανάκια έχοντας βρει το νήμα του Ενός και ρίχνοντας άγκυρα σε κάθε επιστροφή, τιμώντας όλους τους προγόνους που παρασύρθηκαν απ’ τις Σειρήνες και ρήμαξαν και ρημάχτηκαν στου Ποσειδώνα τα υδρόγεια κύματα.
Ώσπου, τέλος, το κατάρτι μας συνάμα φόρος τιμής και φάρος ντυμένος στα λευκά πανιά της νίκης, στα ανοιχτά να πλέει έχοντας βρει όσα ποτέ δεν χάνονται, τα αόρατα -μια αγάπη, τη Χαμένη του Ατλαντίδα.
Μελίνα Σκούφου

 

Έργο της Μελίνας Σκούφου

 

* Η Μελίνα Σκούφου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Από πολύ μικρή ηλικία αγάπησε τη ζωγραφική και τον αθλητισμό, να γράφει ποιήματα και όταν αγόρασε την πρώτη της κιθάρα άρχισε να τα μελοποιεί. Το θέατρο ήρθε στη ζωή της ως ένας παραπάνω τρόπος έκφρασης και την κέρδισε γιατί είναι μία σύνθεση επιμέρους τεχνών και επιπλέον, μία ομαδική τέχνη. Σπούδασε Υποκριτική-Σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Καλών Τεχνών, Τμήματος Θεατρικών Σπουδών (2004-2008). Αργότερα σπούδασε στη σχολή σωματικού θεάτρου Duende School of Ensemble Physical Theatre (2015). Μεταπτυχιακό Υποκριτικής-Σκηνοθεσίας στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει παρακολουθήσει -μεταξύ άλλων- μαθήματα και σεμινάρια ζωγραφικής, ακροβατικών, τελετουργικού (ολιστικού) θεάτρου, Σωματικού Θεάτρου, δραματοθεραπείας, εναλλακτικών θεραπειών, κιθάρας, μουσικής σύνθεσης κ.ά. Επιστρέφοντας στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη με το Εθνικό Θέατρο («Αίας», σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα, Νέα Σκηνή Εθνικού, 2008, -«Wolfgang», σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, Νέα Σκηνή Εθνικού, 2008), με το Αμφι-Θέατρο («Λέσχη της Αυτοκτονίας», σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, 2009), και άλλες θεατρικές παραγωγές σε Αθήνα, δίπλα στους σκηνοθέτες Παντελή Δεντάκη, Δημήτρη Μυλωνά κ.ά. Εργάστηκε επί δυόμισι χρόνια συντονίζοντας ομάδες θεάτρου στα 3 οικοτροφεία και στο Κέντρο Ημέρας «Ίρις», κέντρο ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης ψυχικά ασθενών. Παράλληλα σε συνεργασία με το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Ελληνικού και αργότερα και στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Ελληνικού, δημιούργησε παιδικές ομάδες θεάτρου για τις οποίες έγραψε και σκηνοθέτησε θεατρικά έργα για παιδιά (2011-2016). Η αγάπη της για τη ζωγραφική επανέρχεται και ως αποτέλεσμα τον Νοέμβριο του 2011 παρουσίασε την πρώτη προσωπική έκθεση ζωγραφικής με τίτλο «Από το Πένθος στο Χρώμα», στο ArtGarage, στα Εξάρχεια. Ακολούθησε η δεύτερη έκθεση ζωγραφικής με τίτλο «Από το Πένθος στο Χρώμα-από το Χρώμα στο Φως», στον εκθεσιακό χώρο του Βουλευτικού, στο Ναύπλιο. Το 2012 ίδρυσε τον χώρο τέχνης «Συμμορία του Ήλιου», όπου διεξάγονται σεμινάρια αλλά και πρόβες για θεατρικές παραστάσεις. Τον Μάιο του 2014 σκηνοθέτησε την παράσταση «Εβίβα!» στο πλαίσιο του 4ου φεστιβάλ νέων καλλιτεχνών στο θέατρο Τρένο στο Ρουφ, η οποία ξεχώρισε αμέσως για την ευρηματικότητά της. Ακολούθησαν δύο θεατρικοί χειμώνες για το «Εβίβα!» (2014-2016) στην κεντρική σκηνή του Τρένου στο Ρουφ. Ανέλαβε τη σκηνοθεσία της performance “Dog Game” της Ολίβιας Καλούδη που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Επί Κολωνώ τον Ιούνιο του 2015. Τον Απρίλη του 2016, εμπνεύστηκε το Πλας ντε λα Κονκόρντ – Plateia Omonoias – Concord, τριήμερη περφόρμανς στην Πλατεία Ομονοίας, η οποία ήταν στο πλαίσιο του In Progress Feedback Festival και στην οποία συμμετείχε ως συν-σκηνοθέτης (με την Manjari Kaul) και περφόρμερ. Την άνοιξη του 2016, ανέλαβε τη σκηνοθεσία της παράστασης «Θάρρος και Αλήθεια», η οποία παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αποβάθρα της Αμαξοστοιχίας-Θεάτρου Το Τρένο στο Ρουφ κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο. Το 2017 σκηνοθέτησε την παράσταση “Ερωδιός” στο θέατρο ΠΚ και συμμετείχε ως περφόρμερ στo “The Glass between” της Νεφέλης Σταματογιαννοπούλου και στο “Gaze, a steady intent look” των Εύα Τσούρου και Μαρία Μεντή-Μερμίγκη. Από τον Νοέμβριο του 2017 συντονίζει ομάδες ψυχικής και σωματικής έκφρασης στο Σωματείο Καλυψώ.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜελίνα Σκούφου – Μια προσευχή
Περισσότερα