CATαφύγιο

Οι γάτες του Σέρβου ζωγράφου Vladimir Dunjic

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Vladimir Dunjic είναι Σέρβος ζωγράφος και εικαστικός. Γεννήθηκε στο Cacak το 1957. Αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών (τάξη του καθηγητή Mladen Srbinovic) το 1981. Είναι μέλος της Σερβικής Ένωσης Καλών Τεχνών (ULUS) από το 1982.

 

 

Ο Vladimir Dunjic έχει συμμετάσχει σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στο εξωτερικό. Εργάζεται και ζει ως ελεύθερος καλλιτέχνης στο Βελιγράδι.

 

 

Σας παρουσιάζουμε τα πολύ ιδιαίτερα και επιτυχημένα έργα του από τη σειρά του “Nine cat’s lives”.

  • Περισσότερες πληροφορίες: www.vladimirdunjic.com

 

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι γάτες του Σέρβου ζωγράφου Vladimir Dunjic
Περισσότερα

“Riña de gatos” – Η “διαμάχη των γατών” από τον Francisco de Goya

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Riña de gatos” (διαμάχη μεταξύ των γατών – cat fight) είναι ο τίτλος ενός έργου του Ισπανού ζωγράφου Francisco de Goya, που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ του 1786 και του 1787.

Δύο γάτες, μία μαύρη και μία γκρι τιγρέ, με τις πλάτες αψιδωτές και τις γούνες ανασηκωμένες, καβγαδίζουν πάνω σε έναν τοίχο από τούβλα. Το έργο φιλοτεχνήθηκε για την τραπεζαρία του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας της Asturias στο Palacio del Pardo.

 

 

Όπως δείχνει το στενό οριζόντιο σχήμα του, σχεδιάστηκε για να τοποθετηθεί πάνω από μια πόρτα ή ένα παράθυρο, μια θέση που ευνοείται από την προοπτική που του έδωσε ο ζωγράφος. Ο Goya δίνει μια τέλεια και ρεαλιστική ανάλυση των στάσεων και των εκφράσεων των γατών. Η βία των μικρών αυτών αιλουροειδών να κατακτήσουν τον ερειπωμένο τοίχο από τούβλα μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί και ως μια ανθρώπινη στάση. Επανέλαβε το θέμα αυτό στους Caprichos του το 1799.

Αρχικά, μεταξύ των μελετητών υπήρξε μεγάλη διαμάχη σχετικά με την αυθεντικότητα του έργου, καθώς δεν θεωρούσαν πως σχετίζεται με το στυλ της ζωγραφικής που ο Goya δημιούργησε για το Pardo. Τα τυπικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής Goyesque δεν φαίνονται πολύ καθαρά, ίσως λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας που το έργο παρέμεινε σε ένα υγρό υπόγειο εγκαταλελειμμένο.

Σήμερα βρίσκεται στο Museo Nacional Del Prado της Ισπανίας, στη Μαδρίτη.

 

Αυτοπροσωπογραφία, 1795-97, σινική μελάνη και υδατόχρωμα, 23×14 εκ., Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης

 

Ο Φρανθίσκο Γκόγια (Francisco José de Goya y Lucientes, 30 Μαρτίου 1746 – 16 Απριλίου 1828) ήταν Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης. Υπήρξε ζωγράφος της βασιλικής αυλής της Ισπανίας, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε τρεις γενιές μοναρχών και θεωρείται ο σπουδαιότερος Ισπανός καλλιτέχνης, από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου. Το έργο του, που ανήκει στην περίοδο του ροκοκό και του ρομαντισμού, περιλαμβάνει περισσότερους από 700 πίνακες ζωγραφικής, 900 σχέδια και σχεδόν 300 χαρακτικά, που στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από καινοτομίες και ρηξικέλευθα στοιχεία σύνθεσης.

Αν και υπήρξε διακεκριμένος και αναγνωρισμένος καλλιτέχνης στην Ισπανία, η φήμη του εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Κατά το 19ο αιώνα, το έργο του εκτιμήθηκε από τους ζωγράφους του ρομαντισμού, με κύριο θαυμαστή του τον Ντελακρουά, ενώ την ίδια στάση τήρησαν καλλιτέχνες και θεωρητικοί της τέχνης του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται σήμερα ως ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών, καθώς και ένας εκ των πρώτων «μοντέρνων» καλλιτεχνών.

 

 

Ο Γκόγια γεννήθηκε στο χωριό Φουεντετόδος, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια πριν μετακομίσει με την οικογένειά του στη Σαραγόσα. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών με τον ζωγράφο Χοσέ Λουθάν Μαρτίνεθ, καλλιτέχνη που είχε εκπαιδευτεί στη Νάπολι και συνδεόταν φιλικά με τον πατέρα του Γκόγια. Το 1764 και το 1766 συμμετείχε σε εξετάσεις για την υποτροφία που είχε θεσπίσει η Βασιλική Ακαδημία του Σαν Φερνάρντο στη Μαδρίτη, στις οποίες τελικά απέτυχε. Αργότερα, υπήρξε μαθητής του διακεκριμένου αυλικού ζωγράφου Φρανσίσκο Μπαγέ, στη Μαδρίτη. Το 1771 ταξίδεψε στη Ρώμη όπου συνέχισε την εκπαίδευσή του, ενώ μετά την επιστροφή του ανέλαβε τις πρώτες σημαντικές παραγγελίες για εκκλησίες και μοναστήρια της περιοχής της Σαραγόσας, κυρίως νωπογραφίες, τις οποίες ολοκλήρωσε μέσα στα επόμενα χρόνια.

Τον Ιούλιο του 1773 νυμφεύτηκε τη Χοσέφα Μπαγέ, αδελφή του δασκάλου του και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου ανέλαβε να φιλοτεχνήσει προσχέδια για το Βασιλικό Ταπητουργείο της Αγίας Βαρβάρας (Real Fábrica de Tapices de Santa Bárbara). Η επιρροή του Μπαγιέ στους κύκλους της αυλής της Μαδρίτης υπήρξε ενδεχομένως καθοριστική για την ανάθεση του έργου στον Γκόγια, πέρα από το ταλέντο που είχε ήδη εκδηλωθεί στο πρώιμο έργο του. Οι ύστεροι τοιχοτάπητες που ολοκλήρωσε αποτυπώνουν την αυτονομία του Γκόγια ως καλλιτέχνη και την ανάπτυξη ενός προσωπικού ύφους που εξελίχθηκε τα επόμενα χρόνια.

Τον Μάιο του 1780 εκλέχθηκε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Σαν Φερνάντο (Real Academia de Bellas Artes de S Fernando) υποβάλλοντας τον πίνακα Ο εσταυρωμένος Χριστός, μία συμβατική σύνθεση στα ακαδημαϊκά πρότυπα του Άντον Ράφαελ Μενγκς, που πιθανώς στηρίζεται στο ομώνυμο έργο του Ντιέγο Βελάθκεθ. Πέντε χρόνια αργότερα, διορίστηκε βοηθός διευθυντή του τμήματος ζωγραφικής της Ακαδημίας, ενώ στις 25 Ιουνίου του 1786 ανακηρύχθηκε επισήμως «ζωγράφος του βασιλιά» της Ισπανίας Καρόλου Γ’, με ετήσιο μισθό 15.000 ρεάλια. Την περίοδο αυτή, ο Γκόγια καθιερώθηκε και απέκτησε σημαντική φήμη ως προσωπογράφος.

Ο θάνατος του Καρόλου Γ’ το 1788, λίγο πριν από το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, οδήγησε σε μία νέα εποχή πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων, υπό την ηγεμονία του Καρόλου Δ’. Υπό την προστασία του νέου βασιλιά, ο Γκόγια ανακηρύχθηκε «ζωγράφος της Αίθουσας του βασιλιά» και σύντομα εξελίχθηκε σε έναν από τους διασημότερους και πιο πετυχημένους ζωγράφους της Ισπανίας. Το 1795 διορίστηκε Διευθυντής Ζωγραφικής της Ακαδημίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε όμως δύο χρόνια αργότερα, εξαιτίας προβλημάτων υγείας, τα οποία είχαν εμφανιστεί από το 1792, όταν προσβλήθηκε από μία σοβαρή νόσο που είχε ως αποτέλεσμα τη μόνιμη απώλεια της ακοής του.

Σχετικά με την αρρώστια του, δεν διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες, ούτε γνωρίζουμε αν υπήρξε αποκλειστικά σωματικής φύσης ή επηρέασε την ψυχική του υγεία. Το 2017 η Ρόνα Χερτζάνο, ειδική επί της ακοής στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, πραγματοποίησε ανακοίνωση, στις 28 Απριλίου 2017, στο Συνέδριο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου (UM SOM) σχετικά με έρευνά της για την ασθένεια του ζωγράφου. Διαπιστώνει ότι έπασχε από το σπάνιο σύνδρομο Σούσακ (Susac’s syndrome). Τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου είναι η περιορισμένη εγκεφαλική λειτουργία και προσωρινή απώλεια όρασης, ακοής και ισορροπίας. Παρά το ότι τα περισσότερα από αυτά εξαφανίζονται με την πάροδο του χρόνου, η απώλεια ακοής μπορεί να είναι οριστική, όπως συνέβη με τον Γκόγια. Μια άλλη εκδοχή που εκφράζει η ερευνήτρια, η οποία όμως δεν είναι τόσο ισχυρή όσο η πρώτη, είναι ότι η απώλεια ακοής προέκυψε ως συνέπεια της σύφιλης. Ανεξάρτητα από την πραγματική αιτία, θεραπεία στην εποχή του Γκόγια δεν υπήρχε για καμία από τις δύο παθήσεις.

Το 1799, ονομάστηκε «Πρώτος Ζωγράφος της Αίθουσας του Βασιλιά», με ετήσιο μισθό 50.000 ρεάλια. Τον ίδιο χρόνο, τυπώθηκε και η δημοφιλής σειρά χαρακτικών του, με τίτλο Καπρίτσια (Los Caprichos), έργο που είχε ξεκινήσει να φιλοτεχνεί από το 1796 και επιβεβαίωνε μία γενικότερη αλλαγή στο ύφος του έργου του, αν και οι επίσημες παραγγελίες που αναλάμβανε διατηρούσαν ακόμα τις καθιερωμένες φόρμες. Ανάμεσα σε αυτές τις παραγγελίες ξεχωρίζουν, την περίοδο αυτή, οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για τον Άγιο Αντώνιο δε λα Φλόριδα της Μαδρίτης, καθώς και το ομαδικό πορτρέτο για την οικογένεια του Καρόλου Δ’.

Το 1808, ο βασιλιάς της Ισπανίας παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιος του, Φερδινάνδος Ζ’, ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στο εξωτερικό λόγω της εισβολής των στρατευμάτων του Ναπολέοντα. Ο Γκόγια, όπως και η πλειονότητα των φιλελεύθερων Ισπανών, διχάστηκε σε ό,τι αφορά τη στάση που έπρεπε να κρατήσει καθώς έβλεπε θετικά τις μεταρρυθμίσεις που πίστευε πως θα προωθούσαν οι Γάλλοι, από την άλλη πλευρά όμως, δεν ήταν αδιάφορος απέναντι σε πατριωτικά αισθήματα και στη γενικευμένη εξέγερση του ισπανικού λαού εξαιτίας των εκτελέσεων που πραγματοποίησαν τα γαλλικά στρατεύματα. Διατηρούσε επίσης στενές σχέσεις με Ισπανούς εκπροσώπους του Διαφωτισμού.

Τελικά διατήρησε τη θέση του ως αυλικός ζωγράφος, αποτυπώνοντας στις προσωπογραφίες του τόσο Ισπανούς όσο και Γάλλους στρατιωτικούς. Τον Οκτώβριο του 1808 ταξίδεψε στη Σαραγόσα όπου ανέλαβε να φιλοτεχνήσει έναν πίνακα με θέμα την αντίσταση των κατοίκων της πόλης. Ολοκλήρωσε επίσης μία προσωπογραφία του Ιωσήφ Βοναπάρτη που ανέβηκε στο θρόνο της Ισπανίας το Δεκέμβριο του 1808. Ανάμεσα στα διασημότερα έργα του Γκόγια, αυτής της περιόδου, ανήκει ένας κύκλος χαρακτικών που απεικονίζουν τη σκληρότητα του πολέμου, με γενικό τίτλο Οι Συμφορές του Πολέμου.

Μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα και την επιστροφή του Φερδινάνδου Ζ’ στην Ισπανία, επαναφέρθηκε το παλαιό απολυταρχικό καθεστώς, ενώ δεκάδες χιλιάδες Ισπανοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλες χώρες. Ο Γκόγια διατήρησε τη θέση του, παρά το γεγονός πως είχε υπηρετήσει τον Γάλλο βασιλιά και θεωρείτο «ύποπτος» ως φιλελεύθερος, αν και αναγκάστηκε να απολογηθεί προς την Ιερά Εξέταση για τους πίνακες Γυμνή μάχα και Η ντυμένη μάχα που θεωρήθηκαν «άσεμνοι», χωρίς ωστόσο να καταδικαστεί. Με αφορμή την παλινόρθωση των Βουρβόνων, φιλοτέχνησε τους πίνακες Η 2α Μαΐου 1808 και 3η Μαΐου 1808, χάρη στους οποίους βελτίωσε τις σχέσεις του με τον Ισπανό μονάρχη. Το 1819 ο Γκόγια μετακόμισε στα περίχωρα της Μαδρίτης, σε μία κατοικία που ονομάστηκε από τους περίοικους «Η έπαυλη του κουφού» (La Quinta del Sordo).

Στα τέλη του έτους αρρώστησε βαριά, την ίδια περίοδο που φιλοτέχνησε τους αποκαλούμενος και μαύρους πίνακές του. Το 1824, όταν οι διώξεις έναντι των φιλελεύθερων και αντιμοναρχικών στοιχείων ανανεώθηκαν, ο Γκόγια υπέβαλε αίτημα για άδεια μετακίνησής του στη Γαλλία, για λόγους υγείας. Εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι, ενώ αργότερα έζησε στο Μπορντό μέχρι το τέλος της ζωής του, με εξαίρεση λίγες ημέρες κατά τις οποίες επισκέφθηκε τη Μαδρίτη προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα της συνταξιοδότησής του. Ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία, ο Γκόγια συνέχισε να εργάζεται, ενώ στα τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε μία σειρά λιθογραφιών, με σκηνές ταυρομαχίας.

Πέθανε στις 16 Απριλίου του 1828 στο Μπορντώ, σε ηλικία 82 ετών. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν το 1901 στη Μαδρίτη και θάφτηκαν τελικά στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου δε λα Φλόριδα, διακοσμημένη με τις νωπογραφίες του Γκόγια του 1798.

Έργο

Τα πρώτα έργα του Γκόγια, ως επί το πλείστον νωπογραφίες για εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς της Σαραγόσας, αποτύπωναν θρησκευτικά θέματα και ήταν επηρεασμένα από την κυρίαρχη τεχνοτροπία του ροκοκό. Μετά την εγκατάστασή του στη Μαδρίτη, το 1774, τού ανατέθηκε να φιλοτεχνήσει προσχέδια για το Βασιλικό Ταπητουργείο της Αγίας Βαρβάρας, με το οποίο ανέπτυξε μία σταθερή συνεργασία. Αυτό το είδος της ζωγραφικής δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, ωστόσο αποτελούσε πιθανότατα μία ευκαιρία διάκρισης για τον νεαρό Γκόγια, ο οποίος παρουσίασε τα προσχέδια για τους τοιχοτάπητες το 1780, μπροστά στον βασιλιά.

Συνολικά συνέθεσε 62 προσχέδια, αντλώντας τα θέματά του με βάση τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα των μελών της βασιλικής οικογένειας, των οποίων τα δωμάτια θα διακοσμούσαν, αποδίδοντας κυρίως σκηνές της καθημερινότητας, όπως στιγμιότυπα από κυνήγι ή διασκεδάσεις. Αρκετά προσχέδιά του αποτύπωσαν επίσης τους άνδρες (μάχος) και τις γυναίκες (μάχας) των λαϊκών τάξεων, που διακρίνονταν για την προκλητική τους συμπεριφορά και την ιδιαίτερη ενδυμασία τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνθέσεις Ο Γάμος και Η Μαριονέτα, στις οποίες διαφαίνεται η κριτική διάθεση του Γκόγια. Η πρώτη αποτελεί ένα σχόλιο αποδοκιμασίας για τους γάμους που πραγματοποιούνταν από οικονομικό συμφέρον, ενώ η δεύτερη σατιρίζει την ικανότητα των γυναικών να χειραγωγούν τους άνδρες.

Από το 1786, χρονιά κατά την οποία έλαβε τον τίτλο του «ζωγράφου του βασιλιά», ο Γκόγια ξεχώρισε και έγινε περισσότερο γνωστός μέσα από τις προσωπογραφίες του, φιλοτεχνώντας κυρίως πορτρέτα εκπροσώπων της άρχουσας τάξης και πλούσιων αστών. Στο ομαδικό πορτρέτο Η Οικογένεια του Καρόλου Δ΄, ακολούθησε το παράδειγμα του Ντιέγο Βελάθκεθ, απεικονίζοντας τον εαυτό του σε μία άκρη του πίνακα, όπως είχε κάνει και ο Βελάθκεθ στον πίνακα Las Meninas.

Ο Γκόγια είχε μελετήσει το έργο του Βελάθκεθ, ο οποίος επίσης διακρίθηκε ως προσωπογράφος, και πιθανώς επηρεάστηκε από αυτό. Ενδεικτικό είναι ακόμα το γεγονός πως επέλεξε να απεικονίσει με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, χωρίς διάθεση κολακείας. Ανάμεσα στους διακεκριμένους παραγγελιοδότες του Γκόγια, ανήκε επίσης ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μανουέλ Γοδόι.

Το γεγονός της βαριάς ασθένειάς του, που εκδηλώθηκε το 1792 και προκάλεσε μεταξύ άλλων την απώλεια της ακοής του, αποτέλεσε πιθανά την αφορμή για την έντονη διαφοροποίηση των καλλιτεχνικών προσανατολισμών του και την απεικόνιση των προσωπικών του οραμάτων, πέρα από τις επίσημες παραγγελίες που αναλάμβανε. Την περίοδο αυτή ολοκλήρωσε ένα νέο κύκλο έργων μικρών διαστάσεων, ζωγραφισμένα σε πλάκες λευκοσίδηρου, που διακρίνονταν για την πρωτοτυπία, τη φαντασία αλλά και την εφιαλτική ατμόσφαιρά τους. Σε ένα από αυτά, με τίτλο Το προαύλιο των τρελών, ο Γκόγια απεικόνισε μία ομάδα τρελών, μερικοί από τους οποίους παλεύουν μεταξύ τους ενώ άλλοι χαμογελούν ή ειρωνεύονται προς τον θεατή. Στον πίνακα φαίνεται αμυδρά μία περίφραξη, ενώ ο φωτισμός εντείνει με τη σειρά του τη ζοφερή ατμόσφαιρα που μεταδίδεται.

Στο πλαίσιο των «οραματικών» έργων του, ο Γκόγια κυκλοφόρησε το 1799 μία σειρά 80 χαρακτικών, με τον γενικό τίτλο Καπρίτσια (όρος που απέδιδε περισσότερο την έννοια φαντασιώσεις). Για τη δημιουργία των χαρακτικών, υιοθέτησε τη μέθοδο της οξυγραφίας, κυρίως της γραμμικής, αλλά και της τονικής. Οι συνθέσεις σατίριζαν ή καυτηρίαζαν τα ανθρώπινα πάθη ή τα ήθη της κοινωνίας της εποχής, ειδικότερα την εξουσία της Ιεράς Εξέτασης και γενικά του κλήρου, τη στιγμή που ο ίδιος ο Γκόγια αποτελούσε οπαδό του Διαφωτισμού.

Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία τους, τα Καπρίτσια έπαψαν να διατίθενται, πιθανόν υπό το βάρος πιέσεων που ασκήθηκαν από εκκλησιαστικούς κύκλους, ενώ το 1803 οι μήτρες των χαρακτικών δόθηκαν ως δώρο στον Κάρολο Δ’ και μεταφέρθηκαν στο Βασιλικό Χαλκογραφείο. Τυπώθηκαν εκ νέου πολύ μεταγενέστερα, στα μέσα του 19ου αιώνα, ενισχύοντας σημαντικά τη φήμη του Γκόγια εκτός των ισπανικών συνόρων.

Στα δημοφιλέστερα έργα του Γκόγια ανήκει ο πίνακας Η γυμνή μάχα (La maja desnuda), που φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1800 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γυμνά στην ιστορία της ισπανικής τέχνης. Απεικονίζει μία γυμνή γυναίκα που σε αντίθεση με ανάλογους παλαιότερους πίνακες (όπου ακολουθείται συνήθως η «αιδήμονα» στάση), δεν επιχειρεί να καλύψει τα επίμαχα σημεία του σώματός της αλλά στρέφει προκλητικά το βλέμμα προς το θεατή. Παραγγελιοδότης του έργου ήταν πιθανώς ο Μάνουελ Γκοντόυ, εκδοχή που εξηγεί ενδεχομένως την ύπαρξη του έργου, καθώς μόνο κάποιος με ανάλογη εξουσία θα μπορούσε να παραγγείλει ένα τόσο προκλητικό θέμα, με δεδομένο πως το γυναικείο γυμνό ήταν απαγορευμένο στη Ισπανία εκείνη την εποχή. Σχετικά με την ταυτότητα του μοντέλου έχουν διατυπωθεί διάφορες πιθανές εκδοχές, ωστόσο καμία δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα.

Ο Γκόγια ζωγράφισε επίσης ένα πανομοιότυπο έργο, στο οποίο το μοντέλο απεικονίζεται ντυμένο, με τίτλο Η ντυμένη μάχα (La Maja Vestida). Η πρώτη αναφορά σε αυτό τον πίνακα χρονολογείται στα 1800 και βρέθηκε στο ημερολόγιο ενός χαράκτη και ακαδημαϊκού που επισκέφτηκε το παλάτι του Γκοντόυ. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η Γυμνή μάχα, οδηγεί ενδεχομένως στο συμπέρασμα πως αποτελεί μεταγενέστερο πίνακα.

Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ο Γκοντόυ παρήγγειλε την Ντυμένη μάχα λίγο μετά το γυναικείο γυμνό, έτσι ώστε να εμφανίζει στους καλεσμένους του έναν από τους δύο πίνακες, ανάλογα με την ηθική τους. Οι πίνακες κατασχέθηκαν από την Ιερά Εξέταση το 1815 και τον Νοέμβριο του 1814 ο Γκόγια αναγκάστηκε να απολογηθεί για το «άσεμνο» περιεχόμενό τους. Η υπόθεση τελικά θα «κουκουλωθεί» – πιθανώς χάρη σε παρέμβαση του Antonio Maria Galarza, μέλους του συμβουλίου της Ιεράς Εξέτασης και συγγενή της πεθεράς του γιου του, Χαβιέ.

Η ενασχόλησή του με τη χαρακτική συνεχίστηκε, όταν με αφορμή την εισβολή των γαλλικών στρατευμάτων ολοκλήρωσε έναν κύκλο έργων που ονομάστηκε Οι Συμφορές του Πολέμου, αποτελούμενος από 82 συνθέσεις που αποτύπωναν τις θηριωδίες του πολέμου. Ο Γκόγια επέλεξε να φιλοτεχνήσει τα έργα από μία μάλλον ουδέτερη οπτική γωνία, χωρίς διάθεση να εξυμνήσει τα κατορθώματα μίας πλευράς ή να αναδείξει στοιχεία ηρωισμού, ενώ τα θέματά τους δεν βασίστηκαν σε προσωπικές του εμπειρίες, αλλά αποτέλεσαν προϊόν της φαντασίας του.

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, ο Γκόγια συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Φερδινάνδο Ζ’ και το 1814 ολοκλήρωσε δύο παραγγελίες για τους πίνακες 2α Μαΐου 1808 και 3η Μαΐου 1808, στους οποίους αποτύπωσε την εξέγερση που είχε ξεσπάσει το 1808 στη Μαδρίτη. Στα έργα αυτά, ο Γκόγια επιχείρησε να αποδώσει τα ιστορικά γεγονότα δίνοντας στην ισπανική εξέγερση μία θρησκευτική διάσταση, χωρίς να δώσει έμφαση στη ρεαλιστική απεικόνιση των σκηνών.

Το χειμώνα του 1819, ο Γκόγια ξεκίνησε να φιλοτεχνεί μία σειρά 14 ελαιογραφιών, έργα που έμειναν γνωστά με την ονομασία Μαύροι Πίνακες λόγω των σκοτεινών τόνων που τα χαρακτηρίζουν. Οι πίνακες προορίζονταν για τη διακόσμηση της νέας κατοικίας του, στα περίχωρα της Μαδρίτης, και συνέπεσαν χρονικά με μία σοβαρή επιδείνωση της υγείας του. Οι «μαύροι πίνακες», όπως και άλλοι που ανήκουν στο ύστερο έργο του, διακρίνονται για την ζοφερή και απαισιόδοξη ατμόσφαιρά τους.

Ένας από τους δημοφιλέστερους πίνακες της σειράς αυτής, με τίτλο Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του, απεικονίζει τον ομώνυμο θεό της μυθολογίας να καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του. Το ίδιο θέμα απεικόνισε περίπου το 1636 ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, ο οποίος ωστόσο απέδωσε τον Κρόνο με λιγότερο τερατώδη χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με το αντίστοιχο έργο του Γκόγια που διακρίνεται για την ωμότητά του. Οι «μαύροι πίνακες» ήταν αρχικά τοιχογραφίες, οι οποίες μεταγενέστερα «μεταφέρθηκαν» σε μουσαμά και από το 1881 ανήκουν στο Μουσείο Πράδο.

Στις 3 Μαΐου του 1808 εκτελέστηκαν μαζικά περίπου 400 Ισπανοί πολίτες από τα γαλλικά στρατεύματα, οδηγώντας σε μία γενικευμένη ισπανική εξέγερση.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά την εγκατάστασή του στο Μπορντό της Γαλλίας, ο Γκόγια φιλοτέχνησε κυρίως προσωπογραφίες φιλικών του προσώπων και άλλες μικρογραφίες, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την τεχνική της λιθογραφίας, που είχε ανακαλυφθεί περίπου το 1798. Μεταξύ των τελευταίων έργων του Γκόγια ξεχωρίζουν οι τέσσερις λιθογραφίες της σειράς Οι Ταύροι του Μπορντό, που απεικονίζουν σκηνές από ταυρομαχίες, αγαπημένο θέμα του Γκόγια από τα νεανικά του χρόνια. Την περίοδο 1815-16, παράλληλα με τις Συμφορές του πολέμου, είχε φιλοτεχνήσει επίσης μία σειρά 33 χαρακτικών με γενικό τίτλο Ταυρομαχία, στις οποίες απεικονίζονται αρκετές βίαιες σκηνές ή ριψοκίνδυνες ενέργειες των ταυρομάχων. Αντίθετα, στους Ταύρους του Μπορντό, ο Γκόγια εστιάζει περισσότερο στην ταυρομαχία ως είδος λαϊκής διασκέδασης και αναψυχής.

Αποδοχή και μεταθανάτια φήμη

Ο Γκόγια υπήρξε εν γένει αναγνωρισμένος καλλιτέχνης στην Ισπανία και έλαβε πολυάριθμες διακρίσεις εν ζωή. Η φαντασία του, η ικανότητά του στη διαχείριση του χρώματος και των σκιών, οι καινοτομίες στη σύνθεση και η πρωτοτυπία του αναγνωρίστηκαν από σύγχρονους κριτικούς, ενώ παράλληλα κατακρίθηκε κυρίως για την έλλειψη πειθαρχίας και στις συνθέσεις του και το γεγονός πως δεν «επέμενε» σε λεπτομέρειες των έργων του.

Ο Γκόγια δεν διέθετε μεγάλο αριθμό μαθητών, με αποτέλεσμα να μην επηρεάσει άμεσα την καλλιτεχνική ζωή της εποχής του, διαδίδοντας τις γνώσεις, τις αισθητικές του αντιλήψεις ή την τεχνική του σε άλλους ζωγράφους. Σχετικά με τους μαθητές του, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες, κυρίως από αναφορές των ονομάτων τους σε σχέδια, έγγραφα ή επιστολές του. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Luis Gil Ranc (1787-1867), Felipe Arrojo (1801-70) και María del Rosario Weiss (1814-43). Η τελευταία υπήρξε κόρη της συντρόφου του Γκόγια, Λεοκάντια Βάις, και μαθήτριά του κατά την παραμονή του στο Μπορντό.

Αν και κατά την τελευταία εικοσαετία της ζωής του, οι προσωπογραφίες του εκτοπίστηκαν από έργα άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως του Vicente López y Portaña (1772-1850), ορισμένοι ρομαντικοί καλλιτέχνες συνέχισαν να αναπαράγουν πίνακες ή χαρακτικά του Γκόγια, είτε μιμούμενοι το ύφος του, είτε αντιγράφοντας έργα του. Εκτός των ισπανικών συνόρων, η φήμη του ενισχύθηκε σημαντικά με την κυκλοφορία της σειράς χαρακτικών Καπρίτσια.

Βασισμένος στα χαρακτικά του Γκόγια, ο Ευγένιος Ντελακρουά ολοκλήρωσε ανάλογα σχέδια, στα μέσα της δεκαετίας του 1820, ενώ μέχρι το 1835, ο Γκόγια θεωρείται πως είχε ασκήσει επίδραση στο σύνολο των Γάλλων ρομαντικών ζωγράφων, ανανεώνοντας παράλληλα το ενδιαφέρον στη Γαλλία, για την ισπανική τέχνη. Ο Εντουάρ Μανέ μελέτησε επίσης το έργο του Γκόγια, γεγονός που αναδεικνύεται χαρακτηριστικά στον πίνακα Η εκτέλεση του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού (1867), έργο που παραπέμπει στον πίνακα 3η Μαΐου 1808 του Γκόγια.

Μετά το θάνατό του, μέρος του έργου του, κυρίως εκείνο που θεματικά συνδεόταν με τις κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις στην Ισπανία, έπαψε να γίνεται εύκολα αντιληπτό από τις επόμενες γενιές. Έργα όπως οι «μαύροι πίνακες», κρίθηκαν κυρίως υπό το πρίσμα της ωμότητας και της σκληρότητας που αποπνέουν, θεωρούμενα ως δημιουργία ενός «διαταραγμένου» μυαλού. Οι ιμπρεσιονιστές, αλλά και μεταγενέστερα ρεύματα, εκτίμησαν το έργο του Γκόγια και εμπνεύστηκαν από αυτό, με αποτέλεσμα από τα τέλη του 19ου αιώνα να αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους «μοντέρνους» ζωγράφους.

Ο Γκόγια ως έμπνευση

Η ζωή του Γκόγια ενέπνευσε άλλους δημιουργούς και αποδόθηκε τόσο σε κινηματογραφικές ταινίες όσο και σε έργα όπερας. Το 1986 ο Τζιαν Κάρλο Μενότι συνέθεσε την βιογραφική όπερα Γκόγια, κατά παραγγελία του Πλάθιντο Ντομίνγκο, ο οποίος υποδύθηκε τον Ισπανό ζωγράφο. Η όπερα Facing Goya (2000) του Μάικλ Νάιμαν, σχετίζεται επίσης με τον Γκόγια, πραγματευόμενη μία ιστορία αναζήτησης του κρανίου του, το οποίο δεν είχε βρεθεί κατά τη μεταφορά των λειψάνων του στη Μαδρίτη. Στις κινηματογραφικές παραγωγές με θέμα τον Γκόγια ή πτυχές της ζωής του, ανήκουν επίσης οι ταινίες Goya en Burdeos και Goya’s Ghosts (2006).

***

  • Διαβάστε επίσης:

-“El perro” – Ο σκύλος του Φρανθίσκο Γκόγια στην “Έπαυλη του Κουφού”

-Don Manuel Osorio de Zuniga – Οι γάτες στο έργο του Francisco de Goya

-To Μουσείο ντελ Πράδο γιορτάζει τα 200 του χρόνια

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Riña de gatos” – Η “διαμάχη των γατών” από τον Francisco de Goya
Περισσότερα

Λήμνος: Σπιτάκια από λάστιχα αυτοκινήτων για τις αδέσποτες γάτες του νησιού!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τα αδέσποτα ζωάκια είναι μια άσχημη πραγματικότητα στην Ελλάδα, αμέτρητα ζώα γεννιούνται και πεθαίνουν στους δρόμους καθημερινά, δίχως φροντίδα και στέγη.

Όμως δεν το βλέπουν όλοι έτσι και προσπαθούν να τα φροντίζουν, έτσι και ο φιλόζωος Στράτος Ροσβάνης, αν και φωτογράφος στο επάγγελμα, με πολλή αγάπη και μεράκι έφτιαξε γατο-σπιτάκια για τα αδέσποτα γατάκια της Λήμνου.

 

 

Με παλιά λάστιχα αυτοκινήτων που συνήθως απλώς τα πετάμε και μολύνουμε το περιβάλλον, πήρε χρώματα, τα έβαψε και τα έκανε πανέμορφα καταφύγια για τις γάτες του νησιού!

Το αποτέλεσμα της κατασκευής των γατόσπιτων είναι εκπληκτικό και αποτελεί απόδειξη ότι δεν χρειάζονται πολλά χρήματα για να βοηθήσεις τα αδέσποτα ζώα, αρκεί να έχεις όρεξη, λίγη φαντασία και πολλή αγάπη!

  • Πηγή: limnosreport.gr
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΛήμνος: Σπιτάκια από λάστιχα αυτοκινήτων για τις αδέσποτες γάτες του νησιού!
Περισσότερα

Οι “Χιονούλες” και οι “Casper”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι λευκές γάτες γοητεύουν τους πάντες για την ξεχωριστή ομορφιά τους. Η χιονόλευκη λάμψη τους, συχνά σε συνδυασμό με μπλε, πράσινα, χρυσά ή «παράταιρα» μάτια, τις κάνει να ξεχωρίζουν ανάμεσα στις πολύχρωμες γάτες.

Λόγω του χρώματός τους συχνά οι ιδιοκτήτες τους τις ονομάζουν «Casper» ή «Χιονούλα». Όπως και να έχει, ακόμα και να μην είσαι λάτρης των γατών, οφείλεις να παραδεχτείς την ιδιαίτερη ομορφιά του συγκεκριμένου είδους.

 

Three White Angora Kittens (by Arthur Heyer)

 

Λευκές γάτες, μπλε μάτια και κώφωση

Μια γενετική σύζευξη προκαλεί σε πολλές (αλλά όχι όλες) λευκές γάτες με μπλε μάτια να είναι κωφές. Οι λευκές γάτες με «διαφορετικά μάτια», δηλαδή ένα μπλε μάτι και ένα πράσινο, φουντουκί, ή χρυσό μάτι, είναι μερικές φορές κωφές στο αυτί που βρίσκεται πλησιέστερα στο μπλε μάτι. Αυτές οι ανωμαλίες συμβαίνουν μόνο με το κυρίαρχο λευκό γονίδιο, και ακόμη και μερικές γάτες με αυτό το κυρίαρχο γονίδιο αποτελούν εξαιρέσεις, αν γεννιούνται με μικρές κηλίδες άλλου χρώματος εκτός από το λευκό.

Το 5% του πληθυσμού των γατών είναι λευκές. Ένα 15-40% αυτού του ποσοστού έχει ένα ή δύο μπλε μάτια. Από αυτές τις γάτες με τα μπλε μάτια το 60-80% είναι κωφές, 20-40% έχουν φυσιολογική ακοή, 30-40% έχουν ένα μπλε μάτι και είναι κωφές, καθώς το 60-70% με ένα μπλε μάτι έχει φυσιολογική ακοή.

 

White Cat at an open window – Jacobus van Looy , c. 1895 Dutch

 

Λευκές γάτες και καρκίνος του δέρματος

Ο ήλιος είναι εχθρός για τις λευκές γάτες, καθώς η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αυτόν μπορεί να προκαλέσει καρκίνωμα, ειδικά σε περιοχές όπου το τρίχωμα είναι πολύ λεπτό ή ανύπαρκτο, όπως τα αυτιά, η μύτη και τα βλέφαρα. Αυτή η μορφή καρκίνου του δέρματος μπορεί να είναι επώδυνη, αντιαισθητική, και τελικά μοιραία εάν δεν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Ο μόνος βέβαιος τρόπος για την πρόληψη των καρκινωμάτων των πλακωδών κυττάρων σε λευκές γάτες είναι να τις κρατήσεις με ασφάλεια σε εσωτερικούς χώρους, μακριά από τον ήλιο.

Η σπάνια περίπτωση μιας γάτας από τη Γερμανία

Μια γάτα από τη Γερμανία, μπορεί να γεννήθηκε με μαυρόασπρο τρίχωμα από τότε όμως δεν θυμίζει σε τίποτα την αρχική εμφάνισή της.

Η Έλλη είναι μια γάτα τριών ετών. Όταν γεννήθηκε το τρίχωμά της ήταν μαύρο, ενώ από τη μύτη μέχρι το λαιμό είχε αρκετό λευκό τρίχωμα.

Ωστόσο μεγαλώνοντας η κηδεμόνας της Νικόλ, παρατήρησε πως το τρίχωμά της άλλαζε. Όταν έφτασε 18 μηνών άλλαξε ριζικά και έγινε λευκό.

«Η γατούλα μου έχει λεύκη και τα τελευταία δύο χρόνια εξαπλώθηκε σιγά σιγά. Ωστόσο, συνεχίζει να γίνεται όλο και πιο λευκή. Ευτυχώς, έχει επηρεάσει μόνο την εξωτερική εμφάνισή της και είναι μια χαρά στην υγεία της», ανέφερε η ιδιοκτήτριά της.

Οι κτηνίατροι ανέφεραν πως είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις ζώων που πάσχουν από λεύκη, ωστόσο δεν επηρεάζεται η υγεία τους.

Λευκό: Σύμβολο αγνότητας

Το λευκό είναι το πνευματικό χρώμα για τις γάτες. Ίσως έχετε παρατηρήσει πως αυτοί που επικοινωνούν με τα ζώα και τα μέντιουμ συνήθως έχουν λευκές γάτες μαζί τους.

Οι λευκές γάτες είναι οι υποστηρικτές των ανθρώπινων υπάρξεων. Μας βοηθούν να ενισχύσουμε τις δυνατότητές μας λόγω της σύνδεσής τους με το πνεύμα και τη φύση. Κατέχουν ξεχωριστά θεραπευτικά χαρίσματα.

Οι λευκές γάτες θεωρούνται ότι φέρνουν καλή τύχη σε πολλά μέρη του κόσμου.

Η πνευματική σημασία της λευκής γάτας είναι η αγνότητα και η θετικότητα. Όταν είναι κωφές, πιστεύεται πως οικειοθελώς το έκαναν για να μπορούν να επικοινωνούν με τους ανθρώπους τηλεπαθητικά.

Αν συμπεριφερθείτε σε μια λευκή γάτα ευγενικά, λέγεται πως θα σας φέρει χρήματα και ανώτερο επίπεδο πνευματικότητας.

Αντίθετα με όλες αυτές τις πεποιθήσεις, σε κάποια μέρη του κόσμου οι λευκές γάτες είναι σημάδι κακής τύχης ιδίως όταν περνούν τον δρόμο.

Η γάτα, ως σύμβολο, έχει διπλές έννοιες ως επί το πλείστον. Εξισορροπεί πάντα τα αντίθετα -για παράδειγμα, το φως και το σκοτάδι, την αδράνεια και την πράξη, το εξωτερικό και το εσωτερικό, το πάνω και το κάτω, το καλό και το κακό.

 

White Cat and Two Brimstone Butterflies (by Arthur Heyer)

 

Το άσπρο γονίδιο

Όσοι αγαπούν τις γάτες πάντα ενθουσιάζονται από τις κατάλευκες του είδους που, όμως, τα μάτια τους έχουν διαφορετικό χρώμα. Εκείνο που συνήθως αγνοούν ότι αυτές οι γάτες -συνήθως με ένα πράσινο/μπλε και ένα καφέ μάτι είναι γονιδιακά καταδικασμένες να υποφέρουν από κώφωση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Το τρίχωμα της γάτας καθορίζεται από 8 διαφορετικά γονίδια. Μερικά από αυτά είναι πιο βασικά ενώ άλλα είναι απλά τροποποιητές.

Το άσπρο γονίδιο δεν είναι γονίδιο χρώματος αλλά ένα συγκαλυμμένο γονίδιο. Αν μία γάτα έχει αυτό το γονίδιο ενεργοποιημένο τότε το γονίδιο αυτό ουσιαστικά υπερισχύει κάθε άλλου γονιδίου χρώματος που έχει το ζώο. Και αν το χρώμα διαγραφεί, απομένει το λευκό. Αυτό το γονίδιο, μαζί με το αδελφό γονίδιο για τις κηλίδες είναι υπεύθυνα για τις 99 στις 100 περιπτώσεις λευκών γατιών. Για το γονίδιο των κηλίδων υπάρχουν 3 βασικές ρυθμίσεις: χαμηλό, μεσαίο, υψηλό. Αν είναι χαμηλό, θα έχουμε μία γάτα με χρώμα σαν να φορά “γάντια”. Αν είναι μεσαίο, μπορεί να δώσει μία γάτα σαν να φορά κοστούμι (ασπρόμαυρη). Αν είναι υψηλό, τότε προκύπτει μία κατάλευκη γάτα. Μία πραγματικά λευκή γάτα έχει το άσπρο γονίδιο. Η λευκή “φορεσιά” είναι υπεύθυνη για την ανυπαρξία χρώματος παντού στο σώμα της. Αυτό σημαίνει ότι το χρώμα ουσιαστικά είναι μεταμφιεσμένο ή μπλοκάρεται και στα μάτια. Και στα αυτιά…

Τι της προκαλεί, ωστόσο, κώφωση; Στο εσωτερικό του αυτιού της γάτας υπάρχει μια κοιλότητα, σε σχήμα σπιράλ, που λέγεται κοχλίας. Εκεί, τα ηχητικά κύματα μετατρέπονται σε ηλεκτρικά σήματα που στέλνονται στον εγκέφαλο για επεξεργασία. Για να συμβεί αυτό είναι αναγκαία η ισορροπία ιόντων. Αυτό εξασφαλίζεται από ένα λεπτό στρώμα μελανίνης που στην περίπτωση της λευκής γάτα μπλοκάρεται από το άσπρο γονίδιο…

Τέλος, οι ολόλευκες γάτες γενετικά θα μπορούσαν να είναι οποιουδήποτε χρώματος. «Κουβαλούν» δηλαδή μια γενετική πληροφορία χρώματος, σε συνδυασμό με λευκό. Συμβαίνει συνήθως το λευκό χρώμα να επικρατεί των άλλων, κι έτσι το δεύτερο, ή τρίτο γονιδιακό τους χρώμα δεν εκδηλώνεται. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό αν δούμε τα μικρά ενός ζευγαριού λευκών γάτων, που μπορεί να εμφανίσουν οποιοδήποτε χρώμα.

Συνολικά, η γάτα είναι σύμβολο υπομονής, ανεξαρτησίας, περιέργειας και θάρρους. Είναι ένα πολύ πνευματικό ζώο. Είναι γνωστή για την ικανότητά της να περιμένει και να δρα μόνο όταν έρθει η σωστή στιγμή.

Το να δείτε μια γάτα στο όνειρό σας έχει διαφορετική σημασία από το να τη συναντήσετε. Η γάτα είναι ένα μυστηριώδες ζώο και σας προτείνει να αγκαλιάσετε την ανεξαρτησία σας και την παράξενη πλευρά σας.

 

Richard Schmid, 1934

 

  • Αρχική εικόνα: Arthur Heyer (Alemania/Hungría, 1872-1931).

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι “Χιονούλες” και οι “Casper”
Περισσότερα

Χριστουγεννιάτικο Bazaar του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων “Stray.Gr”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ήρθε το κρύο και μαζί του το Χριστουγεννιάτικο Bazaar του Stray.Gr για τα Αδέσποτα Ζώα.

Το νιαουρίζειν εστί σκυλοσοφείν και το bazaarεύειν ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να βοηθάμε τους αδέσποτους φίλους μας! Έχουμε τη χαρά λοιπόν για άλλη μια χρονιά να μας προσκαλέσουν και φέτος, οι εθελοντές του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων Stray.Gr, στο 16o Χριστουγεννιάτικο Bazaar που διοργανώνουν! Το Bazaar θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 21 και την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019, 10:00-20:00, στο υπέροχο στέκι τους, που τους φιλοξενεί για 3η φορά, τον χώρο τέχνης Trii Art Hub (Δράκου 9, ακριβώς 50 μέτρα από τη στάση μετρό Συγγρού Φιξ).

Παιδιά-σκυλιά αν έχετε (και γατιά) μην το χάσετε, γιατί σ’ αυτό το Χριστουγεννιάτικο Bazaar θα βρείτε δώρα για όλους (ακόμα και για κείνη τη θεία που έχετε να μιλήσετε 3 χρόνια).

Οι εθελοντές του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων Stray.Gr μας κάνουν μια λίστα με τα είδη που θα βρούμε στο μπαζάρ:

• Τα πιο γούρικα γούρια (ύστερα από έτη συγκριτικής μελέτης μπορούμε πια με βεβαιότητα να πούμε ότι τα πατουσογούρια μας τρώνε λάχανο όλα τα υπόλοιπα με πέταλα κ.λπ.), φτιαγμένα από τους εθελοντές μας με πολλή αγάπη (και ξεμάτιασμα)!
• Κοσμήματα με γάτες-σκύλους-κόκαλα-ψαροκόκαλα-πατούσες και ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή του φιλόζωου κοινού μας- φυσικά δεν λείπουν και τα πιο κλασικά κοσμήματα για να κάνετε δώρο στους λιγότερο σκυλογατοκεντρικούς φίλους σας (και στη θεία που λέγαμε).
• Είδη για τον σκύλο σας και τη γάτα σας – έλατε, μην ντρέπεστε, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο υπάρχει πάντα κι ένα δώρο για τον καλύτερό σας φίλο, αυτόν, τον τριχωτό με τις πατούσες!
• Δώρα και διακοσμητικά αντικείμενα, χειροποίητα και μη.
• Βιβλία καινούργια και μεταχειρισμένα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, διότι κοντά στο νου κι η γνώση.
• Όλα τα υπέροχα προϊόντα του Stray.Gr, φούτερ και t-shirts για μικρούς και μεγάλους, κούπες και τσάντες.
• Ημερολόγια για να οργανωθείτε γιατί χανόμαστε!
• Και φυσικά, τον πλούσιο μπουφέ μας με καφέ, αναψυκτικά και υπέροχα σπιτικά φαγητά και γλυκά απ’ τα χεράκια των εθελοντών μας (και των μαμάδων τους!), τα οποία θα μπορέσετε να απολαύσετε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του μπιστροκαφενείου μας!
Ελάτε με τον σκύλο σας μια υπέροχη βόλτα στο γιορτινό κέντρο της πόλης, κάντε τις αγορές σας και βοηθήστε τα αδέσποτα ζώα!

Από τα Bazaar μας προέρχεται η βασική χρηματοδότηση του ετήσιου έργου μας, δεδομένου ότι δεν λαμβάνουμε καμία οικονομική στήριξη από την πολιτεία ή άλλους φορείς.

Για περισσότερες πληροφορίες: info@stray.gr και 6947 421521

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΧριστουγεννιάτικο Bazaar του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων “Stray.Gr”
Περισσότερα

Η αλήθεια για τη μαύρη γάτα και γιατί γελάει τελευταία…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ορισμένες κουλτούρες είναι προληπτικές όσον αφορά τις μαύρες γάτες, πιστεύοντας πως αποδίδουν άλλοτε καλή και άλλοτε κακή τύχη.

Οι μύθοι και οι λαϊκές ιστορίες για τις μαύρες γάτες ποικίλλουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. H σκοτσέζικη λαογραφία θεωρεί ότι η άφιξη μιας μαύρης γάτας στο σπίτι σημαίνει ευημερία. Στην κελτική μυθολογία, μια νεράιδα γνωστή ως Cat sith παίρνει τη μορφή μαύρης γάτας. Οι μαύρες γάτες θεωρούνται επίσης καλή τύχη στη Βρετανία και στην Ιαπωνία. Επιπλέον, πιστεύεται πως αν κάποια γυναίκα έχει μαύρη γάτα, τότε εκείνη θα έχει πολλούς θαυμαστές.

Στη Δυτική ιστορία, οι μαύρες γάτες θεωρούνται συνήθως σημάδι κακών οιωνών, συγκεκριμένα υπάρχει η πεποίθηση πως είναι κατοικίδια των μαγισσών ή πως είναι μάγισσες των οποίων η μορφή αλλάζει. Το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης θεωρεί τη μαύρη γάτα σύμβολο κακής τύχης, ιδιαίτερα αν μία μαύρη γάτα περπατάει στο μονοπάτι μπροστά από ένα άτομο θεωρείται ότι είναι ένας οιωνός ατυχίας και θανάτου.

Στη Γερμανία, ορισμένοι πιστεύουν ότι οι μαύρες γάτες που διασχίζουν το μονοπάτι ενός ατόμου από δεξιά προς τα αριστερά είναι κακός οιωνός. Όμως, από αριστερά προς τα δεξιά, η γάτα προμηνύει ευνοϊκές καταστάσεις.

Καμιά γάτα, οποιουδήποτε χρώματος, μεγέθους και φυλής δεν έχει συνδεθεί με τόσο αρνητικά πράγματα όσο έχουν οι μαύρες γάτες. Και τι δεν έχουν ακούσει τα αυτιά τους. Ότι είναι άσχημες, ότι φέρνουν ατυχίες, ότι είναι μάγισσες, ότι έχουν όλα τα κακά αυτού του κόσμου αλλά και του άλλου.

Αν αφήσουμε όμως στην άκρη τις προκαταλήψεις, που είναι μόνο προκαταλήψεις και τίποτα περισσότερο, και εισέλθουμε στο μαγικό κόσμο τους, θα δούμε ότι τα πλάσματα αυτά είναι πανέμορφα και μοναδικά. Αν είστε από αυτούς που έχουν αδυναμία στις μαύρες γατούλες, οι αλήθειες που ακολουθούν θα σας κάνουν να τις αγαπήσετε περισσότερο.

*Σε κάποιες κουλτούρες οι μαύρες γάτες έχουν συνδεθεί με την τύχη

Είναι οι καλύτεροι φίλοι του ψαρά

Οι ψαράδες παραδοσιακά είχαν πάντα δίπλα τους μία ή περισσότερες μαύρες γάτες. Και αυτό γιατί πίστευαν ότι είναι καλότυχες. Η τύχη τους αυτή θα βοηθούσε όχι μόνο για να πιάσουν αρκετά ψάρια αλλά και για να επιστρέψουν ασφαλείς από τη θάλασσα. Με το αζημίωτο φυσικά καθώς είχαν και αυτές μερίδιο -και συχνά μεγάλο- στην ψαριά.

Δεν υπάρχει ράτσα μαύρης γάτας

Ο οργανισμός The Cat Fancier’s Association (CFA) αναγνωρίζει 22 διαφορετικές ράτσες γάτων που μπορεί να έχουν μαύρη γούνα, όπως η γάτα Νορβηγικού Δάσους, η γιαπωνέζικη Bobtail, η σκοτσέζικη Fold και άλλες. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ράτσα που να λέγεται ράτσα μαύρη γάτας.

Η γούνα τους είναι μπορεί να ξεθωριάσει

Αν η γούνα μιας γάτας έχει μαύρο συμπαγές χρώμα αλλά το κυρίαρχο γονίδιο είναι το χρώμα με ραβδώσεις, με την έκθεσή της στο ήλιο θα αρχίσει να ξεθωριάζει και να αποκτά ραβδώσεις. Αυτή η γάτα δηλαδή από πρώην μαύρη ξεπλυμένη θα γίνει καφέ ξεπλυμένη.

Το γονίδιο του μαύρου χρώματος ενδέχεται να τις κάνει και ανθεκτικές στις ασθένειες

Μπορεί το χρώμα της γούνας τους να ευθύνεται για την κακή τους φήμη, όμως αυτό είναι και εκείνο που θα τις κάνει να γελάσουν τελευταίες. Η μετάλλαξη αυτή που κάνει μαύρη τη γούνα τους τις κάνει ανθεκτικές και σε πολλές ασθένειες. Σύμφωνα μάλιστα με τους επιστήμονες το μαύρο χρώμα τους είναι λιγότερο για λόγους καμουφλάζ και περισσότερο για λόγους υγείας.

Οι περισσότερες παίρνουν το όνομά τους από το χρώμα τους

Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. To πιο συνηθισμένο όνομα μαύρης γάτας είναι το Blackie. Έπειτα ακολουθούν τα Salem, Sable, Ebony, ονόματα που έχουν να κάνουν και αυτά με το χρώμα. Εσείς πρωτοτυπήστε και σκεφτείτε κάτι που δεν έχει να κάνει με χρώμα, το οποίο είναι τόσο εμφανές που δε χρειάζεται σύσταση.

Δύσκολα φωτογραφίζονται. Όμως όταν τα καταφέρνουμε…

Στον κόσμο των social media που είναι γεμάτος χρώματα και γάτες με χρώματα, μια φωτογραφία μαύρης γάτας θα κάνει τη διαφορά. Όμως θα πρέπει να είναι καλή. Αν την πετύχετε, καμιά άλλη φωτογραφία δεν θα είναι καλύτερη από τη δική σας. Μια συμβουλή: Προτιμήστε το background να είναι μινιμαλιστικό ώστε με τον κατάλληλο φωτισμό η μαύρη γατούλα σας θα λάμπει.

  • Η εικόνα είναι του διάσημου καλλιτέχνη φωτογράφου Michael Bailey Gates
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ αλήθεια για τη μαύρη γάτα και γιατί γελάει τελευταία…
Περισσότερα

Don Manuel Osorio de Zuniga – Οι γάτες στο έργο του Francisco de Goya

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στον πίνακα Don Manuel Osorio de Zuniga του Francisco de Goya απεικονίζεται το τετράχρονο παιδί του κόμη της Αλταμίρα με αλαβάστρινο πρόσωπο, εύθραυστο, αθώο και τρυφερό μες στα κατακόκκινα ενδύματά του να κάνουν ακόμα πιο έντονη την ευάλωτη φύση του.

Στα χέρια του κρατά το σκοινάκι που έχει δεμένο από το πόδι ένα πουλί: Ένα αθώο παιδί να έχει αιχμαλωτίσει την ελευθερία. Στο ράμφος του πουλιού υπάρχει η επαγγελματική κάρτα του ίδιου του Γκόγια.

Μοιάζει σαν μια προέκταση της φυλάκισης του πουλιού η επαγγελματική του κάρτα που αυτό παραπέμπει σε παραπέρα σκέψεις για το πόσο ελεύθερος ένιωθε σε εκείνο το περιβάλλον. Ίσως ο Γκόγια με αυτό τον τρόπο να ήθελε να δείξει τη δική του αιχμαλωσία από τους προστάτες του.

Και πιο πίσω στο σκοτεινό φόντο, τρεις γάτες, που τότε συμβόλιζαν το κακό στην Ισπανία, έτοιμες να ορμήσουν στο δεμένο πουλάκι, κάνουν πιο ένοχο το σκηνικό του έργου, που έρχεται σε μιαν ακόμη αντίθεση με την αθωότητα του μικρού παιδιού. Είναι ένα έργο που μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος των μετέπειτα θεμάτων του.

 

 

 

 

Η μεγάλη ευαισθησία του Γκόγια στην αναπαράσταση των παιδιών φαίνεται σ’ αυτό το έργο, με τα πιο υψηλά αποτελέσματα. Στο πορτρέτο αυτό ο ζωγράφος αναπαριστά τον έκτο γιο του κόντε της Αλταμίρα. Ντυμένος με ένα κόκκινο κοστούμι, μπεζ εσάρπα και γιακά με λεπτή δαντέλα, ο μικρός Δον Μανουέλ παρουσιάζεται να παίζει με μια κίσσα, η οποία κρατά μια κάρτα (επισκεπτήριο) με το όνομα και το λογότυπο του καλλιτέχνη στο ράμφος της. Δίπλα του υπάρχουν ένα εξαιρετικά λεπτοδουλεμένο κλουβί με σπίνους και καρδερίνες και τρεις γάτοι με μεγάλα μάτια. Στο κάτω μέρος του πίνακα είναι γραμμένο ολόκληρο το όνομα του μικρού Μανουέλ και η ημερομηνία γέννησής του (2-4-1784).

Στη χριστιανική τέχνη τα πουλιά συχνά συμβολίζουν την ψυχή, ενώ στο μπαρόκ τα πουλιά σε κλουβί είναι σύμβολα της αθωότητας. Αν και η σύνθεση του έργου μπορεί να θεωρηθεί συμβατική για την εποχή μας (μία κόκκινη φιγούρα στο κέντρο του πίνακα και κάποια αντικείμενα στη βάση της φιγούρας), όμως για την εποχή κατά την οποία έζησε και δημιούργησε ο Γκόγια μια τέτοιου τύπου αναπαράσταση σε έναν απροσδιόριστο χώρο, με το «γυμνό φόντο» ατμοσφαιρικά φωτισμένο με «απειλητικούς» χαμηλούς τόνους, αποτέλεσε καινοτομία και επηρέασε μεταγενέστερους καλλιτέχνες όπως τον Μανέ.

Στο έργο, παρά την ακρίβεια ορισμένων λεπτομερειών, όπως ο γιακάς του μικρού Μανουέλ ή το τρίχωμα των γάτων, οι ελαφρές και γρήγορες πινελιές του Γκόγια, που δεν ορίζουν έντονα περιγράμματα και αυστηρά καθορισμένα σχήματα, προοιωνίζονται τον ιμπρεσιονισμό. Ο Γκόγια χρησιμοποιεί ένα βασικό, θερμό κόκκινο χρώμα στο κέντρο του πίνακα και στον υπόλοιπο χώρο θερμά και ψυχρά καφετιά, κίτρινα, πράσινα, άσπρα και μαύρα χρώματα, δημιουργώντας αντιθέσεις, αλλά κυρίως χρωματική και ατμοσφαιρική αρμονία.

Εντύπωση προκαλούν το χλωμό πρόσωπο του μικρού Μανουέλ και το βλέμμα του, που δε στοχεύει κάπου συγκεκριμένα, καθώς και το δυνατό φως γύρω από τα μαλλιά του. Οι τρεις γάτοι με τα έντονα μεγάλα μάτια, κρυμμένοι στη σκιά, που επιβουλεύονται την κίσσα, έρχονται σε αντίθεση με το αθώο βλέμμα του μικρού Μανουέλ, το οποίο φωτίζεται έντονα. Η αιχμάλωτη κίσσα, καθώς οδηγείται μπροστά από τους γάτους, συμβολίζει πιθανόν και τη σκληρότητα που δείχνουν ορισμένες φορές τα παιδιά.

 

Αυτοπροσωπογραφία

 

Βιογραφία του Φρανσίσκο Γκόγια

Ο μεγάλος δάσκαλος της ζωγραφικής και της χαρακτικής έμελλε να αποτελέσει ένα από τα περίβλεπτα δείγματα σύγχρονου καλλιτέχνη.

Ως επίσημος ζωγράφος της βασιλικής αυλής της Ισπανίας, πρόσφερε αφειδώς τις υπηρεσίες του στον μονάρχη, μη λησμονώντας όμως ταυτόχρονα τον λαό που στέναζε έξω από το παλάτι: με τρεις σειρές χαρακτικών σχολιάζει καυστικά τα δεινά του κόσμου, ριψοκινδυνεύοντας τόσο τη θέση του όσο και τη ζωή του.

Ο παραγωγικότατος καλλιτέχνης θα άφηνε κληρονομιά στην ανθρωπότητα 700 πίνακες ζωγραφικής (ελαιογραφίες), περισσότερα από 300 χαρακτικά αλλά και πλήθος σχεδίων, εισάγοντας παράλληλα σχεδιαστικές καινοτομίες και προάγοντας τη ζωγραφική τεχνική σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται με ασφάλεια ένας από τους κορυφαίους «μαέστρους» του καμβά.

Όσο για τις πολιτικές του ανησυχίες και την κοινωνική του ευαισθησία, παρέμεινε σταθερά προσηλωμένος στον οπτικό σχολιασμό των συμφορών του πολέμου και του ηγεμονικού ζυγού, γεγονός που θα τον ανάγκαζε να αυτοεξοριστεί εξαιτίας του κινδύνου που διέτρεχε πλέον από το στέμμα…

Πρώτα χρόνια

Ο Francisco de Goya γεννιέται στις 30 Μαρτίου 1746 στο Fuendetodos της Ισπανίας. Γιος επιχρυσωτή, ο Γκόγια θα περάσει την παιδική του ηλικία στη Σαραγόσα, όπου και ανακάλυψε την κλίση του στο σχέδιο. Σε ηλικία 14 ετών μάλιστα ξεκινά σπουδές ζωγραφικής με γνωστούς δασκάλους της εποχής, αντιγράφοντας έργα μεγάλων μετρ της τέχνης, όπως του Βελάσκεθ και του Ρέμπραντ.

Λίγο αργότερα, ο Γκόγια θα βρεθεί στη Μαδρίτη, δουλεύοντας στο εργαστήριο ζωγραφικής των Francisco και Ramοn Bayeu y Subías. Θέλοντας να επεκτείνει τις γνώσεις του στο σχέδιο και τον χρωματισμό, θα ταξιδέψει στην Ιταλία το 1770 (ή το 1771) για να σπουδάσει τους κλασικούς από πρώτο χέρι. Ήταν στη Ρώμη λοιπόν που θα ερχόταν σε επαφή με νέες τεχνικές και παλιά μυστικά, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος και στον διαγωνισμό ζωγραφικής της περίφημης Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Πάρμα: παρά το γεγονός ότι οι κριτές λάτρεψαν το έργο του, δεν του απένειμαν το πρώτο βραβείο.

Ο Γκόγια στην ισπανική βασιλική αυλή

Με τη βοήθεια του περίφημου Γερμανού ζωγράφου Άντον Μενγκς, ο Γκόγια έρχεται σε επαφή με την ηγεμονική οικογένεια της Ισπανίας και αρχίζει σταδιακά να δημιουργεί έργα κατά παραγγελία. Ξεκινά ταπεινά, φιλοτεχνώντας ταπισερί που λειτουργούσαν ως μοντέλο για υφαντές ταπετσαρίες, τις οποίες κατασκεύαζαν γυναίκες σε εργαστήριο της Μαδρίτης. Τα έργα αυτά απεικόνιζαν σκηνές της καθημερινότητας, όπως «Το Αλεξήλιο» (1777) και ο «Πωλητής Κεραμικών» (1779).

Μέχρι το 1779, ο Γκόγια είχε αποκτήσει μια μικρή φήμη, γεγονός που θα του εξασφάλιζε την προαγωγή του σε ζωγράφο της βασιλικής αυλής. Συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία, γίνεται δεκτός στη Βασιλική Ακαδημία του Σαν Φερνάντο τον επόμενο χρόνο, εμβαθύνοντας σε τεχνικές προσωπογραφίας.

Αποφοιτώντας, ήταν πλέον έτοιμος να εγκαθιδρύσει τη φήμη του ως ζωγράφος πορτρέτων, αναλαμβάνοντας πολυάριθμες παραγγελίες από τους αριστοκρατικούς κύκλους της ισπανικής αυλής. Έργα όπως το «Ο δούκας και η δούκισσα Οσούνα και τα παιδιά τους» (1787-1788) απεικονίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σχεδιαστική δεινότητα του Γκόγια αλλά και την έμφαση που έδινε στη λεπτομέρεια.

Αποτυπώνει με μαεστρία ακόμα και τα παραμικρά χαρακτηριστικά του προσώπου και των ενδυμάτων της αριστοκρατικής οικογένειας!

Ασθένεια

Το 1792 ο Γκόγια, υποφέροντας από άγνωστη πάθηση, θα χάσει πλήρως την ακοή του. Η ταραγμένη προσωπική περίοδος της ανάρρωσης θα τον ωθήσει να ξεδιπλώσει το ταλέντο του σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια: αρχίζει να ζωγραφίζει για το κέφι του, πίνακες δηλαδή που δεν του είχαν παραγγείλει και δεν επρόκειτο να πληρωθεί γι’ αυτούς, δίνοντας έμφαση σε πορτρέτα γυναικών από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το ζωγραφικό του ύφος υπόκειται επίσης σε ευρείες αλλαγές.

Παρά τις νέες πινελιές που εισήγαγε στην τέχνη του, ο Γκόγια συνεχίζει να ανθεί οικονομικά και επαγγελματικά, εξαργυρώνοντας τη φήμη του το 1795 όταν και ανέλαβε διευθυντής της Βασιλικής Ακαδημίας.

Κοινωνικές ευαισθησίες

Παρά το γεγονός ότι αποτελούσε ενεργό μέλος της ηγεμονικής αυλής και υπεύθυνος της Βασιλικής Ακαδημίας, ο Γκόγια δεν ξέχασε ποτέ τα δεινά του λαού της Ισπανίας: αποφασίζει λοιπόν να τα απαθανατίσει ως κοινωνικό σχόλιο.

Στρέφεται στη χαρακτική και φιλοτεχνεί το 1799 μια σειρά από έργα («Los Caprichos») που σχολιάζουν τη διαφθορά, την απληστία και την καταπίεση του λαού με καυστικό τρόπο: τα 80 χαρακτικά λειτουργούν ως γροθιά στο στομάχι για την άρχουσα τάξη, μιλώντας ανοιχτά για κοινωνικά γεγονότα και πολιτικά τεκταινόμενα.

Ακόμα όμως και στο επίσημο corpus των έργων του, ο Γκόγια δεν χαρίστηκε στο βασιλικό μαικήνα του: έβλεπε πάντα με κριτικό μάτι τις παραγγελίες που του δίνονταν από την αριστοκρατία, βάζοντας τη δική του καυστική πινελιά σε όσα θεωρούσε κακώς κείμενα. Περίφημο παράδειγμα είναι το έργο που φιλοτέχνησε για την οικογένεια του βασιλιά Καρόλου Δ’ (γύρω στα 1800), το οποίο παραμένει ένα από τους γνωστότερους πίνακές του, παρά το γεγονός ότι απεικόνισε τα μέλη της οικογένειας περισσότερο σαν καρικατούρες παρά σαν αληθινούς ανθρώπους!

Είναι σίγουρο ότι ο μεγάλος δάσκαλος θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα τις μορφές (το είχε ξανακάνει άλλωστε με μοναδική επιτυχία!), προφανώς όμως δεν ήθελε (ή έτσι τουλάχιστον υποθέτουν οι ιστορικοί τέχνης).

Ο Γκόγια χρησιμοποίησε επίσης την ιδιαίτερη παλέτα του για να καταγράψει (εν είδει χρονικογράφου) την ταραγμένη ιστορία της χώρας του και των καιρών του. Το 1808 η Γαλλία εισβάλλει στην Ισπανία, με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη στο τιμόνι. Ο Γάλλος αυτοκράτορας εγκαθιστά τον αδελφό του στον θρόνο της Ισπανίας, με τον περίφημο ζωγράφο Γκόγια να παραμένει ωστόσο στις υπηρεσίες και της νέας αυλής. Αυτό βέβαια δεν θα του στερούσε τη δυνατότητα να φιλοτεχνήσει μια νέα σειρά από χαρακτικά που θα αποτύπωναν τις φρικαλεότητες του πολέμου.

Κι όταν ο Ισπανός μονάρχης θα ξανακέρδιζε τον θρόνο του το 1814, θα ερχόταν το πιο περίφημο ενδεχομένως έργο του Γκόγια, το βαθύτατα αντιπολεμικό «3η Μαρτίου».

Ο πίνακας αναπαριστά την ισπανική εξέγερση στη Μαδρίτη κατά των γαλλικών δυνάμεων κατοχής, μιλά όμως σαφώς για την ανθρώπινη απώλεια του πολέμου.

Κατοπινά χρόνια

Με τον Φερδινάνδο Ζ’ στον βασιλικό θρόνο της Ισπανίας, ο Γκόγια κράτησε τη θέση του στην ισπανική αυλή παρά το γεγονός ότι είχε εργαστεί -τυπικά- για τον Γάλλο κατακτητή Ιωσήφ Βοναπάρτη. Ο βασιλιάς φέρεται να του λέει: «Θα σου άξιζε να αποκεφαλιστείς, είσαι όμως σπουδαίος καλλιτέχνης, οπότε σε συγχωρούμε!».

Άλλοι βέβαια δεν θα ήταν εξίσου τυχεροί με τον Γκόγια, καθώς ο βασιλιάς βάλθηκε να ξεκάνει τους φιλελεύθερους που ονειρεύονταν συνταγματικό κράτος. Ο Γκόγια, παρά το ακραίο προσωπικό ρίσκο που έπαιρνε, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον ζυγό του Φερδινάνδου με μια νέα σειρά χαρακτικών («Los disparates»), που απεικονίζουν τον παραλογισμό των καιρών διερευνώντας τις έννοιες της λαγνείας, της τρέλας, της τρίτης ηλικίας, του θανάτου και πολλών ακόμα εκρηκτικών κοινωνικών θεμάτων, πάντα υπό το πρίσμα του γκροτέσκου.

Το τεταμένο πολιτικό κλίμα και η «ενόχληση» που αποτελούσε πλέον ο Γκόγια για τη βασιλική αυλή θα τον αναγκάσουν να αυτοεξοριστεί πρόθυμα το 1824: παρά την κακή κατάσταση της υγείας του, ο ζωγράφος θεωρεί ότι θα είναι ασφαλέστερος εκτός Ισπανίας. Μετακομίζει στο Μπορντό της Γαλλίας, όπου και περνά τα τελευταία του χρόνια, συνεχίζοντας πάντα τη ζωγραφική.

Τα έργα της τελευταίας αυτής περιόδου παρουσιάζουν τα πορτρέτα φίλων του που αναγκάστηκαν επίσης να εγκαταλείψουν την Ισπανία. Ο ίδιος πεθαίνει στις 16 Απριλίου 1828 στο Μπορντό.

Προσωπική ζωή

Ο Γκόγια ήταν παντρεμένος με την Josefa Bayeu y Subías, την αδελφή των παλιών δασκάλων του Francisco και Ramοn Bayeu y Subías. Το ζευγάρι απέκτησε ένα παιδί, τον Xavier.

Παρουσίαση του έργου:

ΜΑΝΟΥΕΛ ΟΣΟΡΙΟ ΝΤΕ ΘΟΥΝΙΚΑ (ΜΑNUEL OSORIO DE ZUNICA)
Φρανσίσκο Γκόγια (Francisco Goya), ζωγράφος και χαράκτης, 1746-1828

Υλικό: λάδι σε μουσαμά
Έτος δημιουργίας: 1788
Τόπος διατήρησης: Μητροπολιτικό Μουσείο Τεχνών, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Διαστάσεις: 101 × 127 εκ.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουDon Manuel Osorio de Zuniga – Οι γάτες στο έργο του Francisco de Goya
Περισσότερα

«Η γάτα που το μήνυμα θα λάβει» του Στέλιου Καραγιάννη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Όταν θ’ ακούσουμε το ρόπτρο του θανάτου,

έξω απ’ την κάμαρή μας ν’ αντηχεί ένα βράδυ,

κι αν τη ζωή δεν έχουμε προλάβει,

μην πούμε «τι ανώφελα που ζήσαμε εδώ κάτου».

 

Όταν θ’ ακούσουμε το ρόπτρο του θανάτου,

στων αναμνήσεων το τελευταίο βράδυ,

στην κάμαρή μας θα ’χει πέσει το σκοτάδι

κι η γάτα θ’ αφουγκράζεται τα βήματά του.

 

Η γάτα που αγαπήσαμε θα έχει καταλάβει

στο βλέμμα μας τα από καιρό γραμμένα

και θα ’ρθει και θα μας αγγίξει μ’ ένα χάδι!

 

Κι ίσως να πούμε τότε «άραγε, ποιος να ’ναι τόσο βράδυ»

το χάδι ανταποδίδοντας στη γάτα κουρασμένα,

στη γάτα, που το μήνυμα θα λάβει.

 

  • Από το βιβλίο του Στέλιου Καραγιάννη «Mitos Menores» («Ελάσσονες Μύθοι»), που κυκλοφόρησε –σε μετάφραση του ισπανιστή Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο– το Σεπτέμβριο στην Ισπανία από τις Εκδόσεις Arbol de la Luz.

***

  • Πηγή: Andro

 

 

– Έργο: Πορτρέτο του Edouard Rod, 1909 – Ernest Bieler (Ελβετός ζωγράφος, 1863-1948)

 

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Η γάτα που το μήνυμα θα λάβει» του Στέλιου Καραγιάννη
Περισσότερα

Cornelis van Haarlem: Η πτώση του ανθρώπου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σε αυτό τον πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Cornelis van Haarlem με τίτλο “Η πτώση του ανθρώπου”, βλέπουμε την αποβολή του Αδάμ και της Εύας από τον παράδεισο, με πολλά ζώα τριγύρω τους. Μπορείτε να δείτε πρόβατα, αλεπούδες, βατράχους, μερικά συγκεκριμένα είδη σκύλων, ένα λιοντάρι, μια κουκουβάγια, το φίδι στο δέντρο το οποίο είναι κατά το ήμισυ άνθρωπος. Μπροστά στο δέντρο ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη εκφραστικότητά τους ένας πίθηκος και μια γάτα, που αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλον.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η αγκαλιά; Γνωρίζουμε από τα προηγούμενα έργα της εποχής ότι ένας πίθηκος αντιπροσωπεύει τα πρωταρχικά, άσεμνα ένστικτα της ανθρωπότητας, σύμφωνα με τη δυτική (χριστιανική) τέχνη. Μια γάτα συχνά συνδέεται με αρνητικά πράγματα, όπως η σκληρότητα και η απληστία.
Έτσι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την αγκαλιά, που έχει και μια εξέχουσα θέση στην εικόνα, ως προειδοποίηση ή πρόβλεψη τού τι πρόκειται να συμβεί, καθώς ο Αδάμ και η Εύα δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τα ένστικτά τους.

Κατά μία άλλη εκδοχή η γάτα συμβολίζει την Εύα, την οποία η λαβή του πιθήκου κρατά σταθερά, καθώς η Εύα χρησιμοποιήθηκε από τον Σατανά ως εργαλείο του για την πτώση του ανθρώπου. Ωστόσο κανείς δεν γνωρίζει τις πραγματικές προθέσεις του ζωγράφου.

 

Cornelis van Haarlem (1562–1638): The Fall of Man

 

Ο Κορνέλις φαν Χάαρλεμ (ολλανδικά: Cornelis Corneliszoon van Haarlem, 1562 – 11 Νοεμβρίου 1638) ήταν Ολλανδός ζωγράφος και σχεδιαστής της Χρυσής Ολλανδικής Εποχής στη ζωγραφική, ηγετική μορφή του μανιερισμού στον Βορρά και σημαντικός πρόδρομος του Φρανς Χαλς στην προσωπογραφία.

Ο Κορνέλις φαν Χάαρλεμ γεννήθηκε στο Χάαρλεμ το 1562 σε ευκατάστατη οικογένεια. Όταν η οικογένειά του διέφυγε από το Χάαρλεμ το 1572 λόγω της πολιορκίας της πόλης από τα ισπανικά στρατεύματα, ο μικρός Κορνέλις παρέμεινε στην πόλη, όπου και εκπαιδεύτηκε αρχικά από τον Πίτερ Πίτερς τον πρεσβύτερο, τον γιο του επιλεγόμενου και Lange Pier Πίτερ Έρτσεν και αργότερα μετέβη στην Αμβέρσα, όπου διετέλεσε μαθητής του Χίλλις Κουανιέ για ένα χρόνο, έχοντας πρώτα επισκεφθεί τη Ρουέν στη Γαλλία το 1579. Στη συνέχεια, περί το 1581-82, επέστρεψε στο Χάαρλεμ, όπου έζησε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του.

Έγινε αξιοσέβαστο μέλος της κοινωνίας της πόλης και, το 1583, έλαβε την πρώτη επίσημη παραγγελία από την πόλη του Χάαρλεμ για να δημιουργήσει ένα ομαδικό πορτρέτο του επίσημου γεύματος της πολιτοφυλακής του Χάαρλεμ. Η παραγγελία εκτελέστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία και, λίγα χρόνια αργότερα, ονομάστηκε επίσημος ζωγράφος της πόλης του Χάαρλεμ, λαμβάνοντας πολυάριθμες επίσημες παραγγελίες. Λίγο πριν το 1603, ο Κορνέλις νυμφεύτηκε τη Μαρίτχεν Άρεντς Ντάυμαν (Maritgen Arentsdr Deyman), θυγατέρα ενός πρώην Δημάρχου της πόλης και το 1605 κληρονόμησε το ένα τρίτο της περιουσίας του ιδιαίτερα ευκατάστατου πεθερού του.

Όταν στο Χάαρλεμ εγκαταστάθηκε ο Κάρελ φαν Μάντερ, έγιναν φίλοι και στη συντροφιά τους προσχώρησε και ο Χέντρικ Χόλτζιους. Οι τρεις καλλιτέχνες δημιούργησαν μια “Ακαδημία Καλλιτεχνών”, στα πρότυπα των αντίστοιχων της Γαλλίας και της Ιταλίας, όπου οι καλλιτέχνες συναντώνταν, συζητούσαν θέματα τεχνικής και αισθητικής και, κυρίως, είχαν τη δυνατότητα να ζωγραφίζουν ανθρώπινες μορφές εκ του φυσικού και να μελετούν το γυμνό.

Ωστόσο, οι ιστορικοί τέχνης δεν είναι σίγουροι αν ο Κορνέλις ζωγράφιζε εκ του φυσικού. Οι τρεις αυτοί καλλιτέχνες αποτελούν τη μείζονα έκφραση του μανιερισμού στην Ολλανδία, αναπαριστώντας γυμνές μορφές με συνεστραμμένα σώματα σε περίπλοκες στάσεις. Οι μανιεριστές είχαν δεχτεί ισχυρή επιρροή από το έργο του Μπαρτολομέους Σπράνγκερ, του οποίου τα σχέδια είχε φέρει ο φαν Μάντερ στο Χάαρλεμ το 1585 και είχαν άμεσο και ισχυρό αποτέλεσμα.

Ο Κορνέλις διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στην προσπάθεια αναμόρφωσης του καταστατικού της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά του Χάαρλεμ, καταργώντας τις μεσαιωνικού τύπου διατάξεις του και καταβάλλοντας προσπάθεια αναβάθμισης του κύρους των καλλιτεχνών.

Ανάμεσα στους καταγεγραμμένους μαθητές του συγκαταλέγονται οι Σάλομον ντε Μπράι, Κορνέλις Γιάκομπς Ντελφφ, Κορνέλις Ένγκελς και Χέρριτ Πίτερς Σβέελινκ. Μαθητής του ήταν, επίσης, ο Κορνέλις Κλες Χέντα, αδελφός του Βίλλεμ Κλες Χέντα, ο οποίος μετέφερε τον μανιερισμό του Δασκάλου του στην Ινδία, καθώς δραστηριοποιήθηκε ως ζωγράφος στην Αυλή του σουλτάνου Adil Shah του Μπιγιαπούρ (Bijapur).

 

 

Έργο

Ο Κορνέλις φαν Χάαρλεμ ζωγράφισε πορτρέτα (ατομικά και ομαδικά), σκηνές από τη μυθολογία και τη Βίβλο, ρωπογραφίες με σκηνές από κουζίνες και νεκρές φύσεις. Τα έργα του είναι στυλιζαρισμένα, με ιταλικού ύφους γυμνά σε περίεργες πόζες και κάπως χονδροειδή ανατομία. Αργότερα, το ύφος του άλλαξε και βασίστηκε περισσότερο στην ολλανδική παράδοση του ρεαλισμού. Ωστόσο, επηρέασε σημαντικά, ιδιαίτερα με τα ομαδικά πορτρέτα του, την αντίληψη για το είδος αυτό, στο οποίο ήταν πρωτοπόρος, και επηρέασε σημαντικά τον άλλο μεγάλο ζωγράφο ομαδικών πορτρέτων, τον Φρανς Χαλς. Πέντε πίνακές του μετατράπηκαν σε χαρακτικά από τον Χόλτζιους, γεγονός που του προσέδωσε σημαντική φήμη. Αργότερα τον Χόλτζιους ακολούθησαν και άλλοι χαράκτες.

Έργα του Κορνέλις φαν Χάαρλεμ υπάρχουν σε μουσεία όπως το Ρέικσμουζεουμ, το Μουσείο του Λούβρου, η Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου, το Μουσείο Ερμιτάζ, το Μουσείο Φρανς Χαλς και άλλα μεγάλα μουσεία ανά τον κόσμο.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουCornelis van Haarlem: Η πτώση του ανθρώπου
Περισσότερα

Όσα θα θέλατε να ξέρετε για τις γάτες ginger και δεν μάθατε ακόμη…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Oι γάτες είναι υπέροχα ζώα. Η καθεμία όποια απόχρωση και αν έχει, σε όποια φυλή και αν ανήκει, είναι ξεχωριστή. Βέβαια υπάρχουν και οι προτιμήσεις. Άλλοι τρελαίνονται για τις λευκές, άλλοι για τις ασπρόμαυρες και άλλοι για τις γκρι. Τις μαύρες δυστυχώς, για λόγους προληπτικούς, δεν τις προτιμούν πολλοί. Και αυτό είναι κρίμα γιατί είναι τόσο μοναδικές και ιδιαίτερες και σε καμιά περίπτωση δεν φέρνουν κακοτυχία. Το αντίθετο μάλιστα.

Μια άλλη αγαπημένη κατηγορία είναι οι πορτοκαλιές γάτες, οι υπέροχες αυτές γατούλες που αποκαλούνται και πορτοκαλένιες και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Όποιος έχει μια τέτοια γάτα, όποιος σκοπεύει να υιοθετήσει μία ή όποιος απλά τρελαίνεται για αυτό το χρώμα, οι παρακάτω πληροφορίες θα του φανούν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.

 

Φωτογραφία: Anna Bulka

 

*Όλες οι πορτοκαλί γάτες είναι Tabbies

Η γάτα Τάμπι (Tabby) δεν είναι κάποια ράτσα αλλά η ονομασία έχει να κάνει με το πώς είναι το τρίχωμά της. Η γατούλα αυτή είναι ραβδωτή και ποικίλει σε σχηματισμούς. Η τιγρέ Τάμπι φέρει σειρές από οριζόντιες ραβδώσεις. Οι γάτες Τάμπι που φέρουν διάσπαρτες κηλίδες στο τρίχωμά τους είναι γνωστές με την ονομασία Τάμπι πιτσιλωτές. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι ένα μεγάλο “Μ” στο μέτωπό τους.

Σε αντίθεση με τα άλλα χρώματα των γάτων που μπορείς να τα βρεις και ξεχωριστά, όλο μαύρη, όλο λευκή, όλο γκρι γάτα, οι πορτοκαλένιες δεν υπάρχουν μόνο σε πορτοκαλί. Είναι όλες Τάμπι. Γιατί μπορεί να μην είναι όλες οι Τάμπι γάτες πορτοκαλί, όμως όλες οι πορτοκαλί είναι Τάμπι.

*Έχουν πολλά ονόματα

Εμείς εδώ στην Ελλάδα τις αποκαλούμε πορτοκαλόγατες, πορτοκαλένιες, τζίντζερ. Στο εξωτερικό τις αποκαλούν είτε ginger cats είτε marmalade cats.

*Οι περισσότερες είναι αρσενικές

Το 80% των πορτοκαλί γάτων είναι αρσενικές. To γονίδιο που ευθύνεται για το πορτοκαλί χρώμα βρίσκεται στο χρωμόσωμα Χ. Τα θηλυκά ζώα έχουν δύο χρωμοσώματα Χ ενώ τα αρσενικά μόνο ένα, είναι δηλαδή τύπου ΧΥ. Αυτό σημαίνει ότι μια θηλυκή πορτοκαλή γάτα θα κληρονομήσει δύο πορτοκαλί γονίδια (ένα από τον κάθε γονέα) την ίδια στιγμή που μια αρσενική χρειάζεται μόνο ένα, το οποίο παίρνει από τη μητέρα του.

Με άλλα λόγια οι πορτοκαλί αρσενικές γάτες προέρχονται από μητέρες με ένα πορτοκαλί γονίδιο ενώ οι θηλυκές πορτοκαλί χρειάζονται και πατέρα με το ίδιο γονίδιο. Για αυτό ακριβώς το λόγο οι πορτοκαλιές γάτες είναι στην πλειονότητά τους αρσενικές.

*Πολλές από αυτές έχουν φακίδες

Εάν η γάτα σας έχει καφέ κηλίδες – φακίδες στο στόμα της, τα μάτια και τη μύτη, μην ανησυχείτε. Αυτές οι κηλίδες συνήθως αποδίδονται σε μια καλοήθη κατάσταση του δέρματος γνωστή ως lentigo simplex.

 

 

*Υπάρχουν πολλές διάσημες πορτοκαλιές γάτες

Πρώτος και καλύτερος ο αγαπημένος όλων Garfield. Είναι επίσης οι αγαπημένες των διαφημίσεων. Η πιο γνωστή πορτοκαλή γάτα είναι ο Morris, ο οποίος πρωταγωνιστεί σε διαφημίσεις για τροφές γάτων. Πολλές δε τέτοιες γάτες έχουν εμφανιστεί σε κινηματογραφικές ταινίες ή σειρές. Ο Σαμ του Άντι Γουόρχολ ήταν πορτοκαλής. Μάλιστα, κατ’ επανάληψη ο ίδιος ο διάσημος ζωγράφος τον είχε ζωγραφίσει.

*Γουργουρίζουν πολύ

Οι πορτοκαλιές γάτες γουργουρίζουν πολύ. Σύμφωνα με άρθρο του National Geographic, η προσωπικότητα μιας γάτας συνδέεται με το χρώμα της γούνας της. Και οι πορτοκαλιές τείνουν να είναι πιο φιλικές και να γουργουρίζουν πιο πολύ.

*Η Παναγία φίλησε μια πορτοκαλή γάτα

Σύμφωνα με την παράδοση ο Χριστός όταν ήταν μωρό, χαλάρωνε με μια πορτοκαλή γατούλα. Η μητέρα του, η Παναγία, φίλησε τη γάτα αυτή στο μέτωπο αφήνοντας το γράμμα Μ σε εκείνο το σημείο. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό το Μ που έχουν σ’ αυτό το σημείο οι γάτες είναι γι’ αυτό το λόγο.

*Είναι επιρρεπείς στην παχυσαρκία

Οι πορτοκαλένιες γατούλες είναι γνωστές για τη λαιμαργία τους και την τεμπελιά τους. Σαν αποτέλεσμα αυτών είναι συχνά παχουλές. Για αυτό θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να τους βάζουμε πρόγραμμα στο φαγητό.

*Είναι ιδιαίτερα φιλικές

Είναι επίσης γνωστές για τον πολύ φιλικό τους χαρακτήρα. Είναι χαδιάρες, αγαπησιάρες, τρυφερές, τους αρέσουν οι αγκαλιές και δεν ξεκολλάνε από πάνω σου.

  • Πίνακες: Andy Warhol

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΌσα θα θέλατε να ξέρετε για τις γάτες ginger και δεν μάθατε ακόμη…
Περισσότερα