CATαφύγιο

Ο Μπόρχες και οι γάτες. Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Νότος»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Στην αίθουσα αναμονής του σταθμού, ο Ντάλμαν είδε πως είχε ακόμα μισή ώρα καιρό. Ξαφνικά θυμήθηκε πως σ’ ένα καφενείο της οδού Μπρασίλ (λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι του Υριγκόγιεν) ήταν ένας πελώριος γάτος, που καθόταν να τον χαϊδεύουν οι περαστικοί, σαν καταχθόνια θεότητα.

Ο γάτος ήταν εκεί· κοιμόταν. Ο Ντάλμαν παράγγειλε έναν καφέ, ανακάτεψε αργά αργά τη ζάχαρη, τον δοκίμασε και, καθώς χάιδευε απαλά το μαύρο τρίχωμα, σκέφτηκε πως αυτή η επαφή ήταν απατηλή, πως ήταν σαν να τους χώριζε ένα τζάμι, γιατί ο άνθρωπος ζει στο χρόνο, στην αλληλουχία, ενώ το μαγικό ζώο, στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής».

Χορχέ Λουίς Μπόρχες, από το διήγημα «Ο Νότος» [μτφ: Α. Κυριακίδη]

 

eirini aivaliwtouΟ Μπόρχες και οι γάτες. Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Νότος»
Περισσότερα

Τα γατιά μου, Ντίνος Χριστιανόπουλος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αντί να σας πω λίγα λόγια για τα ποιήματά μου, σκέφτηκα να σας μιλήσω για τα γατιά μου. Νομίζω ότι δεν θα είναι και άσκημα, στο κάτω κάτω ανάλογα με τις αγάπες μας καταλαβαίνει κανείς και το τι είμαστε. Και χώρια που, μιλώντας για ποιήματα, γλιστράμε σε κουλτουριάρικες αναλύσεις και θεωρίες, ενώ μιλώντας για γατιά, θέλοντας και μη, δεν ξεφεύγουμε απ’ την ίδια τη ζωή. Καλύτερα λοιπόν ιστορίες από τη ζωή παρά αναλύσεις για την τέχνη.

Εμείς στο σπίτι μας αγαπούσαμε ανέκαθεν τα γατιά. Οι γονείς μου ήρθαν το 1924 ανταλλάξιμοι από την Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα μου έφερε μαζί της και την αγαπημένη της σκυλίτσα, τη Λιλίκα. Η Λιλίκα έζησε κάμποσα χρόνια, ως το 1931 που γεννήθηκα. Τότε ένα αυτοκίνητο την πάτησε μπροστά στα μάτια της μητέρας μου. Η μητέρα μου υπέφερε πολύ απ’ αυτό το ατύχημα· από τότε δε θέλησε να πάρει άλλο σκυλί, και το έριξε στα γατιά. Έτσι λοιπόν, από το 1931 και μετά, στην οικογένειά μας η μία γάτα διαδεχόταν την άλλη. Μέσα σ’ ένα κλίμα αγάπης και στοργής προς τα γατιά μεγάλωσα κι εγώ, και μάλιστα με πολλή χαρά κοιμόμουνα αγκαλιά μαζί με τα μικρά γατάκια, ενώ στο κρεβάτι των γονιών μου, και μάλιστα στα πόδια τους, συνήθιζε να κοιμάται η μεγάλη γάτα. Αυτή τη συνήθεια την κρατώ ως σήμερα: το μικρό στην αγκαλιά, η μεγάλη στα πόδια μου.

Ως τη γερμανική κατοχή τα γατιά μας πήγαιναν καλά. Αλλά το 1942 που έπεσε μεγάλη πείνα και κοντέψαμε να πεθάνουμε όλοι μας, φυσικά τα πρώτα που πέθαναν ήταν τα ζωντανά μας, πρώτα τα καναρίνια μας και μετά οι δύο γάτες μας. Όσο σκληρή και να ήταν η εποχή, είχαμε ακόμη αρκετή τρυφερότητα για να θρηνήσουμε αυτές τις απώλειες. Θυμούμαι μάλιστα ότι στο σπίτι που μέναμε, στην οδό Φλωρίνης, ο πατέρας μου έθαψε τα γατιά και τα καναρίνια στο υπόγειό μας. Το 1944, και πριν ακόμη φύγουν οι Γερμανοί, πήραμε πάλι μια γάτα, που οι απόγονοί της έζησαν μαζί μας πάνω από είκοσι χρόνια. Το 1963, όταν έγινε η διάνοιξη της οδού Αγίου Δημητρίου, το σπίτι μας βγήκε επάνω στον δρόμο και ο νοικοκύρης μας το έδωσε με αντιπαροχή. Τότε αναγκαστήκαμε να φύγουμε, και μάλιστα αρκετά μακριά, στην Κάτω Τούμπα, όπου είχαμε συγχωριανές της μητέρας μου και μας ήθελαν να είμαστε όλοι κοντά. Και πήγαμε, αλλά δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, αφήσαμε τα γατιά μας στο παλιό σπίτι, κάτι που μου κόστισε πολύ.

Στην Κάτω Τούμπα μείναμε δέκα χρόνια σε μια ειδυλλιακή μονοκατοικία, ή μάλλον σε ένα κουκλόσπιτο, με κηπάκι που ήταν από την πίσω μεριά. Εκεί βρήκαμε μια νέα γατούλα, την Τζούλη. Αυτή έζησε δεκαεξίμισι χρόνια και την πήραμε μαζί μας στο απέναντι ωραίο δίπατο, όπου μετακομίσαμε, όταν το κουκλόσπιτο έπεσε κι αυτό με τη σειρά του θύμα της αντιπαροχής. Η Τζούλη δεν έφευγε απ’ την αγκαλιά της μητέρας μου και της έκανε συντροφιά όταν εγώ έλειπα στη δουλειά. Τη γατούλα αυτή την αγαπούσαμε πάρα πολύ, γιατί ήταν τυφλή, και γι’ αυτό νιώθαμε μεγάλη τρυφερότητα γι’ αυτήν. Η Τζούλη πέθανε λίγο καιρό πριν να πεθάνει η μάνα μου και την πήρα και την έθαψα στο κτήμα του Καλού. Το κτήμα του Καλού είναι ένα τεράστιο κτήμα, σχεδόν εγκαταλειμμένο, ανάμεσα Αν και Κάτω Τούμπα. Εκεί ανακάλυψα σε μια γωνιά ένα μέρος πολύ κατάλληλο για να τη θάψω, έσκαψα σε σκληρό χώμα που από πάνω είχε πολλά ξερόκλαδα, και έτσι κανείς δεν μπορούσε να ανακαλύψει το μέρος. Από τότε εκεί έθαβα όλα τα γατιά μου, όταν πέθαιναν, και μέσα στα είκοσι επτά χρόνια που μείναμε συνολικά στην Τούμπα έθαψα επτά γατιά. Αυτό ήταν το νεκροταφείο των γατιών μου, που το αγάπησα όσο και τα σπίτια που έζησα.

Λίγο μετά την Τζούλη πέθανε και η μητέρα μου, τον Νοέμβριο του 1981. Τη θάψαμε στη Μαλακοπή, που είναι το ωραιότερο και συμπαθητικότερο νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα, χειμωνιάτικο αλλά φωτεινό και ευχάριστο, και μαζευτήκαμε όλοι οι φίλοι, μια και δεν υπήρχαν συγγενείς, για την κηδεία. Εκεί που περιμέναμε στο νεκροστάσιο, κι εγώ ήμουν πολύ θλιμμένος και βουρκωμένος, ξαφνικά εμφανίζεται μια ωραία γατούλα, από τις πολλές που περιέτρεχαν το νεκροταφείο, και έρχεται και στέκεται δίπλα μου σοβαρή σοβαρή. Όταν ξεκίνησε η μικρή πομπή από το νεκροστάσιο για να πάμε στο εκκλησάκι για τη νεκρώσιμη ακολουθία, η γατούλα με συνόδευε από δίπλα μου, χωρίς ούτε να χαϊδολογιέται ούτε να νιαουρίζει. Διανύσαμε μαζί καμιά διακοσαριά μέτρα και, μόλις φτάσαμε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, με εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε. Αναρωτιόμουν πώς εμφανίστηκε αυτή η γάτα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή και πώς προχωρούσε σιγά σιγά στον ρυθμό της μικρής πομπής για να με συνοδεύσει. Μου φάνηκε ότι είχε ‘ρθεί για να με παρηγορήσει, γιατί κανείς συγγενής δεν υπήρχε για να με συνοδεύσει, και ήτανε ίσως η μόνη ύπαρξη που θα μπορούσε να μου κάνει συντροφιά εκείνη την ώρα. Επίσης έκανα και τη σκέψη μήπως η ωραία αυτή γατούλα είχε εμφανιστεί για να αποχαιρετήσει τη μητέρα μου σαν εκπρόσωπος όλων των γατιών της Θεσσαλονίκης, τα οποία με αυτό τον τρόπο αναγνώριζαν τα πενήντα χρόνια της αγάπης και της στοργής που τους είχε δείξει η μητέρα μου. Όταν έφυγε η γάτα, πρόσεξα ότι ακόμη και το ηλιοβασίλεμα εκείνο το σούρουπο ήταν πολύ φαντασμαγορικό και εξαίσιο, και επιπλέον πολύ κοντά στο νεκροταφείο ακούγονταν κάτι ωραιότατα ρεμπέτικα. Λοιπόν, η συντροφιά της γατούλας, το ωραίο ηλιοβασίλεμα και τα ωραία ρεμπέτικα μου ‘δωσαν τόση χαρά και τόση αισιοδοξία που ξέχασα το βούρκωμά μου και άρχισα και σκέφτομαι πως δεν μπορεί όλα να σταματούνε εδώ· οπωσδήποτε κάτι υπάρχει, η ζωή συνεχίζεται και από την άλλη πλευρά του λόφου.

Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, και πάλι δεν μου έλειψαν οι γάτες. Σε λίγο καιρό ήρθε και με πλησίασε μια ξένη γάτα από έξω, τρίφτηκε στα πόδια μου, χαϊδεύτηκε, γίναμε φίλοι, και έμεινε στο σπίτι μας. Αυτή ήταν η Τσογλανίτσα. Η Τσογλανίτσα ήταν χαριτωμένη, μου έκανε πολλή παρέα, με αγαπούσε και την αγαπούσα, ζήσαμε μαζί κάμποσα χρόνια και μου γέννησε τρία γατάκια, αρσενικά και τα τρία, που τους έδωσα βιβλικά ονόματα: ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Ιεχονίας. Ένα χρόνο μετά η γατούλα πέθανε από μια ακατάσχετη αιμορραγία στην κοιλιά της. Τυραννίστηκε μια ολόκληρη νύχτα και το πρωί τη βρήκα πεθαμένη. Την έκλαψα πολύ και πήγα και την έθαψα μαζί με το άλλο γατάκι. Γι’ αυτήν έγραψε ένα διήγημα ο Περικλής Σφυρίδης.

Έμειναν τα τρία γατιά, που παίζαν στο σπίτι και μου έδιναν πολλή χαρά. Ο Ανανίας, που για πλάκα τον φώναζα και Αυνανία, ήταν ένα ωραίο και πανέξυπνο γατάκι. Του άρεζε να κάθεται στο γραφείο μου και να μου ανακατώνει με τα νυχάκια του τα χαρτιά. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το χαρώ πολύ, γιατί ένα απόγευμα κάποια παλιόπαιδα της γειτονιάς, για να το ξαφνιάσουν και να το κάνουν να τρομάξει, το έσπρωξαν σε έναν λάκκο με σβησμένο ασβέστη και το γατί έπεσε μέσα. Έτρεξα και το έβγαλα αμέσως, αλλά είχε υποστεί φοβερά εγκαύματα. Ό,τι και να έκανα, ό,τι αλοιφές και να του έβαλα, μέσα σε μια βδομάδα πέθανε. Το δεύτερο γατί, ο Αζαρίας, ήταν το αντίθετο, ένα πολύ κουτό πλάσμα και πολύ του δρόμου, τριγυρνούσε από το πρωί ως το βράδυ έξω και δεν πολυερχόταν στο σπίτι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν το αγαπούσα. Ο Αζαρίας είχε κι αυτός κακό τέλος. Ένα απόγευμα που περιφερόταν στη γειτονιά εμφανίστηκαν δύο αληταράδες με δύο μαντρόσκυλα, το γατί τρόμαξε και ανέβηκε επάνω σε ένα δεντράκι του δήμου για να σωθεί, αλλά αυτοί είχαν πολύ κακές διαθέσεις. Αμόλυσαν τα σκυλιά κάτω από το δέντρο και οι ίδιοι κουνούσαν το δέντρο, για να τρομάξει το γατί, να κατεβεί και να το αρπάξουν οι σκύλοι. Κατατρομαγμένος έτρεξα για να το σώσω, αλλά ήταν αργά. Το γατί στην απελπισία του έδωσε ένα τεράστιο σάλτο από την κορφή του δέντρου για να φύγει τρέχοντας και να γλιτώσει, αλλά δυστυχώς το ένα από τα δύο σκυλιά το πρόλαβε και του έμπηξε τα δόντια στην κοιλιά και του ‘βγαλε τα άντερα απ’ έξω. Ήταν τραγικό. Οι δύο νεαροί με τα σκυλιά έφυγαν θριαμβολογώντας, λες και είχαν κάνει κανένα ανδραγάθημα. Εγώ πήρα το φουκαριάρικο το ζώο με χυμένα τα άντερα, το πήγα στο σπίτι, αλλά δεν υπήρχε σωτηρία. Και το ότι άντεξε σ’ αυτή την κατάσταση μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν πολύ. Ο τρίτος, ο Ιεχονίας, έζησε σε βαθιά γεράματα. Στο τέλος της ζωής του άρχισε να χάνει το φως του. Ήδη ήταν από το ένα μάτι εντελώς τυφλός και από το άλλο μάτι έβλεπε παρά πολύ λίγο. Εγώ χαϊδευτικά τον φώναζα Γκαβό και ένιωθα γι’ αυτόν μεγάλη τρυφερότητα, όπως και για το παλιό μας γατάκι, την Τζούλη, που ήταν από μικρή τυφλή.

  • Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» τον Σεπτέμβριο του 1999.
eirini aivaliwtouΤα γατιά μου, Ντίνος Χριστιανόπουλος
Περισσότερα

Συμβουλές ενός γάτου, Νίκος Τσιφόρος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πρόκειται για έναν γάτο κοινό, γέρο, και με εμφάνιση συνοικιακού μπακάλη. Δεν έχει τίποτα το εξωτικό, τίποτα από Σιάμ ή Περσία στο παθητικό του. Τα μουστάκια του αρχίζουνε να παίρνουνε το δρόμο των γηρατειών. Οσμίζεται ακόμη τα μικρά, τρυφερά ποντίκια, αλλά είναι ζήτημα αν μπορεί πια να παίζει μαζί τους.
Τις νύχτες, επάνω στα πυρωμένα κεραμίδια, μαζεύει ολόκληρον ένα λόχο από νεαρούς, άπειρους γάτους, και τους κάνει ένα είδος φροντιστηρίου. Έχει σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της πείρας. Ξέρει πολλά.

Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

– Παιδιά μου, τους λέει, ένας κοινός γάτος όπως εμείς δεν έχει και μεγάλες πιθανότητες ν’ αναδειχθεί στη ζωή. Θα τρέφεται πάντα με τ’ αποφάγια των ανθρώπων, και μόνο αν είναι πολύ τυχερός θα πετύχει κάποια γεροντοκόρη που να τον ταΐζει μπομπόνια. Κι αυτό θα διαρκέσει όσο η γούνα του είναι γυαλιστερή και ωραία. Να είστε βέβαιοι ότι μόλις αρχίσει να μαδάει, θα χάσει όλες τις εύνοιες, που θα δοθούν σε κάποιον άλλο γάτο.
– Μάλιστα, συμφωνούν ειρωνικά οι νεαροί.
– Παιδιά μου, τα καλά φαγητά τα τρώνε συνήθως οι άνθρωποι. Ψάρι άλφα ποιότητος δεν πρόκειται να γευθείτε ποτέ, εκτός κι αν αποφασίσετε να το κλέψετε. Η κλοπή, παιδιά μου, δεν είναι αμάρτημα. Αμάρτημα είναι η ανακάλυψη του κλέφτη. Αυτό που σας λέω, είναι μια σπαρτιατική συμβουλή. Αν καταφέρνετε να ’σαστε τόσο καπάτσοι, ώστε να κλέβετε χωρίς να σας παίρνουνε μυρωδιά, να είστε βέβαιοι ότι θα περάσετε μια ζωή χαρισάμενη, τιμώμενοι και φθονούμενοι από όλους τους άλλους γάτους του κύκλου σας. Να κλέβετε, παιδιά μου, αλλά πολύ ελαφριά, πολύ έξυπνα, και όχι ψιλόψαρα. Όχι μαρίδες και γόπες. Όποιος κλέβει τέτοια είδη, κακοχαρακτηρίζεται και χάνει την καλή του φήμη. Μπαρμπούνια, λιθρίνια, τσιπούρες. Αυτά είναι που θα σας ανεβάσουν στην εκτίμηση του κοινού.

 

Ήταν μια ορεκτική συμβουλή που άρεσε σ’ όλους.
– Με τις γατούλες, παιδιά μου, να είσαστε τρυφεροί και περιποιητικοί, όχι όμως να σας παίρνουν και τον αέρα. Αυτό που κάνετε και διαλαλείτε τους έρωτές σας με ηχηρά νιαουρίσματα, είναι μια καλή πολιτική. Όποιος έχει πολλούς έρωτες, κατακρίνεται από την κοινή γνώμη μόνο και μόνο γιατί η κοινή γνώμη τον ζηλεύει. Κατά βάθος, η κοινή γνώμη πολύ θα επιθυμούσε να ’χει κι αυτή έρωτες. Επειδή όμως δεν τα καταφέρνει, το ρίχνει στην ηθικολογία, λέξη με την οποία έχει βαφτίσει την κακοήθειά της.
Έκανε μια μικρή παύση γεμάτη σκέψεις.
– Μπορείτε να χαρίζετε μικροπράματα στις γατούλες. Κάτι πρέπει να τρώνε κι αυτές από τα κλεμμένα. Αν το ξέρουνε ότι είναι κλεμμένα, δεν είναι ανάγκη να τους το λέτε κιόλας. Οι γατούλες δεν ενδιαφέρονται από πού τα έχεις, αλλά αν έχεις. Και μακριά από γούνες. Αν αρχίσετε να τους παίρνετε γούνες, δε θ’ αργήσει η ημέρα που θα αποπειραθούν να μαδήσουν και τη δική σας…
Ήταν ένα γάτος κοινός, γέρος, και γεμάτος πείρα απ’ τη ζωή.

Νίκος Τσιφόρος – Ο πρώτος Τσιφόρος των εκδόσεων Ερμής

***

Νίκος Τσιφόρος. «Η πινακοθήλη των ηλιθίων» ήταν το πρώτο του έργο. Παραμένει πάντα επίκαιρο.

Νίκος Τσιφόρος (1909-1970). Ο Νίκος Τσιφόρος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια. Σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Άσκησε τη δικηγορία για μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα όμως στράφηκε στο χώρο των γραμμάτων. Πρωτοεμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής με το θεατρικό έργο «Η πινακοθήκη των ηλιθίων» και ακολούθησαν πολλές θεατρικές επιτυχίες του, τις περισσότερες από τις οποίες έγραψε σε συνεργασία με τον Πωλ Βασιλειάδη. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του, είναι: «Η κυρία του κυρίου», «Γάντι και σαρδέλα», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», «Το έξυπνο πουλί», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο κοντός». Πολλά έργα του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο με εξίσου μεγάλη επιτυχία, ενώ ο ίδιος ο Τσιφόρος ασχολήθηκε με την κινηματογραφική σκηνοθεσία και το σενάριο. Παράλληλα έγραψε πολλά ευθυμογραφήματα («Τα παιδιά της πιάτσας», «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα», «Τζιμ κακής ποιότητος», «Άνθρωποι και ανθρωπάκια», «Τα ρεμάλια ήρωες», «Εμείς και οι Φράγκοι», «Μίλων Φιρίκης», κ.ά.) καταδεικνύοντας τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας. Επίσης, συνέθεσε χιουμοριστικές μεν, παιδαγωγικές δε, συνόψεις της Ελληνικής Μυθολογίας, της ιστορίας των Σταυροφοριών και της ιστορίας της Αγγλίας.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

eirini aivaliwtouΣυμβουλές ενός γάτου, Νίκος Τσιφόρος
Περισσότερα

Το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι και η ιστορία του / Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι ξεκίνησε τα πρώτα του δειλά και μικρά βήματα στη ζωή στον κήπο του σπιτιού μου. Ήταν τόσο μικρό το σώμα του, τόσο αδύνατα τα ποδαράκια του, περπατούσε αργά και επιθυμούσε να μην κουράζεται.
Δίπλα του, η μαμά του, η γάτα εκείνη που το γέννησε και του έδωσε την πρώτη του τροφή, το γάλα του. Πάντοτε ερχόταν δίπλα του και το ενθάρρυνε, πάντοτε αγωνιούσε για το αν το είναι καλά και νιαούριζε δυνατά όταν δεν μπορούσε να το βρει. Να ήταν εκείνο το μητρικό ένστικτο που μέσα της θα είχε πει πως κάτι δεν πάει καλά;
Με τα αδύνατα ποδαράκια του, έτρεχε όποτε το φώναζε, με τη δύναμη που υπήρχε μέσα του, έτρωγε όσο περισσότερο μπορούσε και μετά κουλουριαζόταν για να αποκοιμηθεί.
Φαινόταν αδύναμο και ασθενικό. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, γιατί το αγάπησα και η καρδιά μου δεν ήθελε να παραδεχτεί πως φαινόταν πως δεν είναι καλά. Όσο και αν το μυαλό μου και το ήξερε.
Το έβλεπα έτσι μικρό με το κεφαλάκι του να σηκώνεται και τα αυτιά του να τεντώνονται, προσπαθώντας κάθε φορά να διακρίνει από πού ακουγόταν η φωνή μου. Το έβλεπα να πιέζει τον εαυτό του ώστε να φάει περισσότερο, το έβλεπα να τρέχει με χαρά κοντά στη μαμά του και να της ζουλάει το σώμα ώστε να παίξει μαζί της.
Πόσο γλυκό ήτανε! Ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι που φαινόταν αδύναμο και ζητούσε διαρκώς τη μαμά του. Ένα πλασματάκι του οποίου τα μάτια άνοιγαν με δυσκολία, λες και σκοτάδι τα είχε σκεπάσει.
Εκείνη η γλυκιά στιγμή που κουλουριαζόταν στην αγκαλιά της μαμάς του, μου έδειξε πόσο δυνατή είναι τελικά η μητρική αγάπη, πόσο τελικά ίδια και άτρωτη φαντάζει η αγάπη της μάνας που θέλει να προστατεύσει το παιδί της.
Εκείνο το μικρό πλασματάκι μου έδειξε πως η μεγάλη αγάπη μπορεί να βγει και να ξεχειλίσει από ένα μικρό και αδύναμο πλάσμα.
Μέχρι εκείνη την ημέρα που το είδα ακίνητο για αρκετή ώρα και τη μαμά δίπλα του να το φωνάζει να έρθει κοντά της. Μόνο μου εκείνο πια δε θα μπορούσε να σηκωθεί ξανά…

* Η Μαρία Σκαμπαρδώνη είναι Δημοσιογράφος. Είναι αρθρογράφος σε πολλά sites (Κλόουν, Λόγιος Ερμής, Babyads, Antivirus) και επίσης είναι συνεργάτης και αρθρογράφος στο E Psychology, που είναι το πιο έγκυρο site Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά και έχει πιστοποίηση γνώσεων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η αγάπη της για τον αθλητισμό την οδήγησε στο να ασχοληθεί 11 χρόνια με το Taekwondo και να αποκτήσει μαύρη ζώνη. Η Φιλοσοφία και η Ψυχολογία είναι τα αγαπημένα αντικείμενα μελέτης της και θα προσπαθεί πάντα μέσα από την πένα για τη διερεύνηση της αλήθειας ως ένας σκεπτόμενος και ελεύθερος άνθρωπος.

  • Πηγή: Fractal

 

  • Πίνακας: Catherine Pain
eirini aivaliwtouΤο μικρό ασπρόμαυρο γατάκι και η ιστορία του / Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Περισσότερα

Γυναίκες και γάτες – Μάνος Στεφανίδης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στη Δάφνη Στεφανίδου

Γυναίκες πονόψυχες για γάτες. Γυναίκες σαν γάτες, που μεγάλωσαν και βάρυναν, ίδιες μαδημένες γάτες, φροντίζουν γάτες αδέσποτες, αφήνοντας φαγητό και νερό στις γωνίες, κουδουνίζοντας ντενεκεδάκια με στερεά τροφή ν’ ακούσουν οι γάτες και να έρθουν. Γυναίκες έρημες, που ξεχειλίζουν από έγνοια και τρυφερότητα για τα υπόλοιπα έρημα πλάσματα. Τι πιο φυσικό; Σαν να φροντίζουν έναν άλλον εαυτό να μην κακοπάθει, να μην πεινάσει, να μην κυνηγηθεί άλλο πια, να μην λησμονηθεί περισσότερο. Αυτές οι γυναίκες βρίσκουν στις γάτες ό,τι δεν τους έδωσαν οι άλλοι άνθρωποι. Δείτε τις πώς κουκουβίζουν, κυρτώνουν τη ράχη τους, κουνάνε φιλικά τα χέρια τους, φιλικά και απελπισμένα. Ίδιες γάτες, που μετά από τόσες κλωτσιές και ξεφωνητά, σα να βρήκαν ανέλπιστα ένα χάδι και λίγα ψαροκόκαλα.

Οι γάτες κατά βάθος φοβούνται και είναι επιφυλακτικές. Το ίδιο και οι γυναίκες που ξέρουν πόσο αλλοπρόσαλλα όντα είναι οι άνθρωποι, πόσο άπονα, οι άνδρες ιδίως. Ακούστε τις γυναίκες που μιλάνε στις γάτες, ακούστε και τις απαντήσεις των τελευταίων. «Νιαουρίσματα», θα πείτε ειρωνικά, ένθεν και κακείθεν. Ξεχνώντας πόσες αλήθειες μπορούν να ειπωθούν με ένα νιαούρισμα ή με ένα βλέμμα. Κυρίως με μια σιωπή. Φθάνοντας στην υπερβολή, μήπως και πω κάτι σωστό, τολμώ να υποστηρίξω πως αν μπορεί να διατυπωθεί κάποια αλήθεια, αυτό θα γίνει αποκλειστικά και μόνο μέσα από στη γλώσσα των γάτων, με νιαουρίσματα και υπαινιγμούς. Γι’ αυτό μην οικτίρετε, ούτε να κοιτάτε συγκαταβατικά αυτές τις σαραβαλιασμένες γυναίκες με τις σακούλες στα χέρια και την αγωνία στο μάτι. Αντιθέτως…

Θα έρθουν κι απόψε οι φίλες τους; Αγωνιούν, και δικαίως. Επιβίωσαν για μιαν ακόμα μέρα σ’ αυτή την αβίωτη πόλη ή μήπως τις εξολόθρευσε κάποιος υστερικός οδηγός ή η ευσυνείδητη φόλα του γείτονα; Ξέρετε αυτουνού που βρίζει και τις γυναίκες και τις γάτες κι όλο μιλάει για τη βρώμα από τα αποφάγια ή για τα καμένα λουλούδια από τις ακαθαρσίες τους. Επειδή μπορεί για αυτές, τις τελευταίες των τρυφερών σε έναν σκληρό κόσμο, να είναι οι γάτες ο απόλυτος φίλος αλλά και για εκείνους, τους καταχθόνιους γείτονες, παραμένουν οι γάτες ο μέγιστος εχθρός. Για όλα φταίνε οι γάτες. Για τις μιζέριες της ζωής τους, για όσα δεν κατάφεραν, για την μισοσκότεινη αυλή και τον άθλιο ακάλυπτο που κατέληξαν όταν παραδέχτηκαν ηττημένοι πώς δεν υπάρχει άλλο μέρος στον κόσμο που να τους υποφέρει. Καμία άλλη στέγη που να τους αντέχει…

Σιωπή όμως τώρα. Προσέξτε πώς πλησιάζουν οι γάτες με χορευτικά βήματα και υψωμένες ουρές σε χαιρετισμό προς τις φιλενάδες τους, τις ταΐστρες. Έρχονται με διακριτικότητα και ρίχνονται στο φαγητό με χάρη ισορροπώντας θαυμάσια ανάμεσα στην πείνα και στους καλούς τρόπους. Προς στιγμήν η άχαρη γωνιά λάμπει από ευτυχία, γίνεται γωνιά του παραδείσου. Οι ταΐστρες ξετρελαμένες από υπερβάλλουσα στοργή σαν μανάδες που υποδέχονται τον γιο τους από το μέτωπο, τους μιλάνε, τις κανακεύουν, τους απευθύνονται με χίλια ονόματα, τους λένε ιστορίες. Εκείνες τις ιστορίες, που θα ήθελαν να έχουν ζήσει αλλά δεν άντεξαν και που δεν τις έχουν πει σε κανέναν άλλο ποτέ. Οι γάτες ακούνε, ακούνε σοφές και αμίλητες, τρίβονται λίγο στα πόδια των σωτήρων τους, εκτελούν με υπολογισμένο αυθορμητισμό κάποια παιχνιδάκια ευαρέσκειας κι ύστερα αναχωρούν μία-μία για το σκοτεινό τους μέλλον. Χάνονται έτσι πίσω από κάγκελα κήπων ή αποχωρούν κοιτώντας ολόγυρα κι οπισθοβατώντας προς την στροφή του δρόμου. Μερικές από αυτές θα πουν κάπου αλλού τις ιστορίες που άκουσαν σαν για να ξεφορτωθούν το βάρος της ευθύνης, κάποιες άλλες θα τις γράψουν ή θα τις επενδύσουν με μουσικές, με εξαίσια νιαουρίσματα έρωτα. Οι πιο χαρισματικές όμως θα τις χορέψουν! Πρόκειται για εκείνους τους χορούς που εκτελούν οι γάτες όταν κυνηγιούνται αναμεταξύ τους, όταν σκαρφαλώνουν κάθετα σε στύλους ή δέντρα και όταν κουτρουβαλιάζονται ενθουσιασμένες στο χορτάρι. Αυτές οι χορογραφίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταφορές από τις αφηγήσεις των πονόψυχων, τρελαμένων γυναικών που τις αφήσαμε πριν λίγο μισοϊκανοποιημένες και μισοαπογοητευμένες επειδή τελείωσαν τόσο γρήγορα την αποστολή τους στην άκρη του δρόμου. Όμως οι ιστορίες τους, μπλεγμένες με άλλες ιστορίες και με άλλες κι ακόμη άλλες απ’ όλες τις ενσυνείδητες χορεύτριες γάτες της γης, ξεδιπλώνονται τώρα σε ένα κρεσέντο κινήσεων και άρα εισβάλλουν παντού, γράφουν σκιές σε τοίχους ή μάντρες ή σπίτια ξεχασμένα στην έξοχη ή εργατικές πολυκατοικίες, ή σε εκείνο το διώροφο στη γειτονιά μου στα Ταμπούρια που το είχαν κάνει στέκι άπασες οι γάτες, οι γάτοι και τα γατάκια της περιοχής κι οι απόγονοί τους επίσης. Ξεδιπλώνονται κάθε τόσο χορευτικές οι σκιές τους λέγοντας ιστορίες. Είναι αυτές που ακούτε τις νύχτες του χειμώνα ή στις Πανσελήνους του Αυγούστου όταν στους φεγγαρόφωτους κήπους κάνουν έρωτα οι γάτες. Τις ιστορίες, δηλαδή, εκείνων των γυναικών που συνήθως οι άντρες περιφρονούν ή απαξιώνουν επειδή έχουν ήδη μιαν ηλικία. Δεν είναι πια επιθυμητές, βλέπετε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν πάψει και να υπάρχουν. Εκτός κι αν είναι μόνο η επιθυμία της νεότητας αυτό που συνδαυλίζει τις σχέσεις των ανθρώπων. Ή, επειδή τις έχει μισοτρελάνει η τρέλα εκείνης της ζωής που δεν προχωράει, ούτε βγαίνει σ’ ένα ξέφωτο. Τις ιστορίες που είπαν με πόνο ψυχής και με ανείπωτη θέρμη ένα βράδυ στις αδέσποτες γάτες της γωνιάς και που, πιστέψτε με, από όλες τις ιστορίες του κόσμου, έχουν το περισσότερο, το πιο ουσιαστικό ενδιαφέρον.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα συναντήσετε στο γύρισμα του δρόμου μια απ’ αυτές τις πονετικές ταΐστρες, μην αποστρέψετε το βλέμμα αλλά δώστε τους εκείνο το χάδι που τόσα χρόνια τους χρωστάτε.

Υ.Γ. Είναι οι γυναίκες που δεν τις ποθούν πια σαν πηγάδια που τα σφράγισαν κι έτσι αρκούνται πια να φαντάζονται κόκκινους έρωτες μέσα από τους οξύτονους αναστεναγμούς των γάτων. Γιατί κακά τα ψέματα, το αρσενικό προσεγγίζει το θηλυκό όπως ο γεωργός το χωράφι του. Στην πράξη του έρωτα συμποσούνται σπορά, καρποφορία και θερισμός. Το θήλυ υποδέχεται, αποδέχεται, απορροφά και ανταποδίδει ανθίζοντας. Το άρρεν σκορπά, μοιράζεται σε άπειρα εγώ μέσα από την έκρηξη και τις κορυφώσεις του εγώ του. Ο οργασμός γεμίζει τη γυναίκα και αδειάζει τον άντρα. Ρωτήστε όποιον γάτο ή όποια γάτα θέλετε…

 

eirini aivaliwtouΓυναίκες και γάτες – Μάνος Στεφανίδης
Περισσότερα

Τιτού, η γάτα του ποιητού. Λεϊλά, η γάτα του σατανά – Ο Νικόλας Φραγκιουδάκης γράφει για τις γάτες του

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φιλόζωος ήμουν πάντα. Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν ξεχώριζα κανένα ζώο. Ένιωθα ότι όλα ξέρουν ένα μυστικό που όλοι εμείς οι άνθρωποι αγνοούμε. Αυτή η αγάπη μου με ώθησε αρχικά στην απόφαση να γίνω κτηνίατρος αλλά τα παράτησα και με κέρδισε η θεατρολογία και εν συνεχεία η υποκριτική… Πέρασαν διάφορα ζωάκια από τη ζωή μου ως μέλος μιας φιλόζωης οικογένειας. Σκυλιά και γατιά. Τώρα ζω σε ένα ρετιρέ στα Εξάρχεια με δύο απίστευτες συγκατοίκους. Την Τιτού, μια σοβαρή και λογική ταρταρούγα γάτα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τη Λεϊλά, μια λευκή γάτα με δύο διαφορετικά μάτια, που είμαι 100% σίγουρος ότι είναι εξωγήινο ον. Η Τιτού δέκα χρόνων γάτα. Είναι πιστή σε μένα και ποτέ δε χώνεψε καμία σχέση μου, με μερικές εξαιρέσεις βέβαια. Ακούει το όνομά της σαν σκυλί, έρχεται όταν τη φωνάζεις και τρελαίνεται για ό,τι λιχουδιά αρέσει και σε μένα, δρακουλίνια, πακοτίνια, γιαούρτι με γεύση φρούτου και προσούτο. Η Λεϊλά, τριών χρόνων, έχει τη σιλουέτα και την εμφάνιση κυρίας σικάτης του Κολωνακίου αλλά είναι και κωλοπετσωμένη σαν γυναίκα αυτοδημιούργητη από λαϊκή συνοικία. Χαϊδευτικά τη φωνάζω και ΚΑΙΤΗ άλλωστε.

Ο Νικόλας και η ταρταρούγα Τιτού

Η συμβίωση με γάτες είναι απόλαυση αλλά σίγουρα δεν είναι για όλους. Γι’ αυτό και θα έχουν φανατικούς οπαδούς ή φανατικούς «εχθρούς». Τα καταλαβαίνω και τα δύο. Όλα αυτά που βλέπουμε στα διάφορα video στο Internet με γατιά να γλείφουν το ένα το άλλο… Ξεχάστε το. Η Τιτού και η Λεϊλά είναι δύο άσπονδες φίλες που η μία ανέχεται την άλλη. Σε σημαντικές στιγμές όμως, έδειξαν ότι πραγματικά η μία αγαπάει την άλλη. Κάποια στιγμή η Λεϊλά είχε μια ατυχία και ήταν χαμένη για έξι μέρες. Η Τιτού την περίμενε στο παράθυρο νύχτα – μέρα. Γάτες έχω από σύμπτωση. Θα μπορούσα στη θέση τους να έχω σκυλάκι, γουρούνι… Είναι πολύ σοβαρά πλάσματα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η Τιτού καμία φορά νομίζω ότι έχει ενσυναίσθηση λες και έχει κάνει χρόνια ψυχανάλυση. Νιώθω ότι με μαθαίνει και με πηγαίνει μπροστά σαν άνθρωπο. Αν ήταν ένα αρχέτυπο, θα ήταν η θέα Αθηνά. Οργανωμένη, με στρατηγική, σοφή. Η Λεϊλά, περίεργη, αφελής, αεικίνητη, βουτάει στη ζωή χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες και το έχει πληρώσει. Και αυτή και εγώ. Αν ήταν ένα αρχέτυπο, θα ήταν η θεά Δήμητρα με λίγη Αφροδίτη. Επαναστάτρια, παραδομένη στα πάθη της. Η Τιτού, η γάτα του ποιητού. Λεϊλά, η γάτα του σατανά.

Η Λεϊλά με τα παράταιρα μάτια στην αγκαλιά του Νικόλα

  • Ο Νικόλας Φραγκιουδάκης είναι Θεατρολόγος (Πανεπιστήμιο Πατρών) και Ηθοποιός (Απόφοιτος της σχολής Βεάκη). Έχει δουλέψει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στο Αμόρε, στο Θέατρο Τέχνης, στο Ηρώδειο, στο θέατρο Κάππα, στο Τριανόν, στο θέατρο Αργώ και σε άλλα. Το χειμώνα θα βρίσκεται στο θέατρο Από Μηχανής στο «Σύνδρομο της άδειας φωλιάς».

 

«Το σύνδρομο της άδειας φωλιάς»

Το έργο διαπραγματεύεται τα όρια και τις ανθρώπινες σχέσεις, μέσα σε μια τριμελή οικογένεια και στο φάντασμα μιας εγκατάλειψης. Οι ήρωες παλεύουν να ενώσουν κομμάτια που όταν ενωθούν θα γίνουν αυτοκαταστροφικά. Σε τι βαθμό η αγάπη είναι ικανή να διαλύσει τα πάντα;
Ο Φίλιππος προσπαθεί να σπάσει τους οικογενειακούς τους δεσμούς και να φύγει μακριά. Ο λόγος είναι η συνεχής κόντρα με τον πατέρα του και η υπερπροστατευτική συμπεριφορά που δείχνει ο πατέρας στη αδερφή του. Ο Κωνσταντίνος Δημητρίου είναι ένας αυστηρός και επιβλητικός άνθρωπος, που θέλει να ελέγχει τις ζωές των παιδιών του. Ο πληγωμένος εγωισμός μετά την απόρριψη της γυναίκας του, τον έχει κάνει αυστηρό και σκληρό. Μεγάλη του αδυναμία είναι η κόρη του, την προστατεύει από όλα και τρέμει μην πάθει κακό. Η Νεφέλη είναι ένα εύθραυστο πλάσμα με μια σπάνια ασθένεια, μετά την εγκατάλειψη της μητέρας της όλος ο κόσμος για εκείνη είναι ο πατέρας της. Μόνο μαζί του νιώθει ασφαλής και εκείνος τη φροντίζει σαν μικρό κοριτσάκι. Ο Φίλιππος ζει και διαφωνεί με αυτό το περίεργο δέσιμο. Καταλυτικός ρόλος στη σχέση αυτή, ο νέος και όμορφος φίλος του Φίλιππου, Γιώργος. Ο Γιώργος ερωτεύεται με τη Νεφέλη και αλλάζει τις ισορροπίες του σπιτιού. Ο τρόπος που θα διαχειριστεί ο πατέρας αυτόν τον έρωτα θα έχει ακραίες συνέπειες.

 

 

 

Συντελεστές

Κείμενο/Σκηνοθεσία: Ζαχαρούλα Χρόνη, Κωνσταντίνα Καλλιβωκά
Σχεδιασμός Φώτων: Μαρία Κούτσου
Κίνηση/Χορογραφία: Ελεάνα Νικολοπούλου
Οργάνωση Παραγωγής: Τέχνης Πολιτεία
Παίζουν: Παναγιώτης Μπουγιούρης, Ηρώ Πεκτέση, Πάνος Νάτσης, Νικόλας Φραγκιουδάκης

Πληροφορίες

Από 24 Οκτωβρίου 2018
Τιμή: 12€ και 10€ γενική είσοδος 8€ φοιτητικά και ανέργων 5€ ατέλειες
Διεύθυνση: Από Μηχανής Θέατρο (Πάνω Σκηνή) – Ακαδήμου 13 – Αθήνα – Τηλ.: 210 5231131

eirini aivaliwtouΤιτού, η γάτα του ποιητού. Λεϊλά, η γάτα του σατανά – Ο Νικόλας Φραγκιουδάκης γράφει για τις γάτες του
Περισσότερα

Βασίλη Βασιλικού. Η γάτα της Rue d’Hauteville…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

1993. Όλο και περισσότερο το Παρίσι αυτό, της μοναξιάς, μου θυμίζει το Παρίσι της αυτοεξορίας. Γκρίζο, αδιάφορο. Κράτησα ημερολόγια, μα δεν έγραψα ιστορίες. Τις ιστορίες που έγραφα άλλοτε, που μυθοποιούσα το μικροπεριστατικό με μιαν ευκολία απίστευτη… Αυτήν τη βδομάδα έχω δουλειές. Το αμπαλάρισμα είναι το Σαββάτο. Μια αγωνία με κατέχει αόριστη. Ο Βαλέριο (ο γάτος) στενάζει, όπως στέναζε και πριν από την επέμβαση. Είναι ένα παράπονο μοναχικού άντρα. Όπως το λέει κι ο Ελύτης στον «Αγράμματο και στην Ωραία», σκόρπισε σπέρμα κι έσπειρε άστρα. Κάπως έτσι κι ο Βαλέριο, κοιτώντας τα άστρα, αναπολεί το σπέρμα του. Όχι, πρέπει να συνεχίσω την καταβύθιση. Νομίζω πως βρήκα μιαν άκρη, με τις στενωπούς που οδηγούν στη θάλασσα. Κάπου εκεί θα πρέπει να κρύβεται και το μυστικό μου. Στη θάλασσα τη βαθιά, την απέραντη, στη θάλασσα την πλατιά, τη μεγάλη. (Οι γάτες της Rue d’Hauteville, Βασίλης Βασιλικός).

 

Ο Βασίλης Βασιλικός ήταν γατόφιλος από παιδί. Έγραφε κιόλας για τις γάτες. Έφηβος τους έκανε απιστία και πέρασε στα σκυλιά, λόγω του κυνηγού παππού του. Όμως, όταν συνάντησε την κατοπινή γυναίκα μου, τη Βάσω Παπαντωνίου, η δημοφιλής σοπράνο είχε τη γάτα της αχώριστη συντροφιά, ακόμα και στις πρόβες της όπερας. Ώσπου την έχασε και δεν ήθελε άλλη. Τότε ο αδελφός της τής χάρισε μια σιαμέζα γάτα πανέμορφη. Τη βάφτισαν Μασιμίλα γιατί εκείνη την εποχή με τον Βασίλη Βασιλικό μετέφραζαν το μυθιστόρημα «Μασιμίλα Ντόνι» του Μπαλζάκ. Τους γέννησε πέντε πανέμορφα γατάκια. Τα τρία τα χάρισαν σε φίλους τους στο Παρίσι και τα δύο μικρά τα κράτησαν. Το ένα το βάφτισαν Σαπφώ, εις μνήμην της αγαπημένης γάτας που έχασε η Βάσω και το άλλο Valerio, που ήταν το όνομα του φίλου τους Valerio Adami, του ζωγράφου.

«Οι γάτες της Rue d‘ Hauteville» είναι ένα βιβλίο που ανταποκρίνεται πλήρως στις προσταγές του λογοτεχνικού είδους στο οποίο ανήκει, γραμμένο απλά, σε ημερολογιακό τύπο, πετυχαίνει να επικοινωνεί με τρόπο άμεσο τη συναισθηματική φόρτιση, καθιστώντας και τον ίδιο τον αναγνώστη μέτοχο αυτής.

«…ας συνεχίσω την περιπέτεια της ζωής μας, για να απαλλαγώ μια και καλή από το βάρος της. Να δω τα πράγματα ως έχουν κι όχι όπως, μέσα στην αγιάτρευτη αισιοδοξία μου, θα ήθελα να έχουν».

Ο Βασίλης Βασιλικός κατοικούσε με τη σύζυγό του για χρόνια στο Παρίσι. Στο βιβλίο «Οι γάτες της Rue d’ Hauteville» περιγράφει τις τελευταίες του μέρες σε αυτό πριν από την οριστική επιστροφή στην Ελλάδα. Η γυναίκα του και η κόρη του έχουν ήδη επιστρέψει κι έτσι όντας στο διαμέρισμα με μόνη παρέα τις δυο γάτες του, περνάει τον χρόνο του καταγράφοντας την καθημερινότητά του σαν σε ημερολόγιο μιας και εκείνο το διάστημα δεν διέθετε -όπως περιγράφει- την έμπνευση για κάτι περισσότερο.

Είχε βρεθεί, λοιπόν, μόνος στο Παρίσι για ένα εικοσαήμερο. Η Βάσω με την κόρη τους Ευρυδίκη είχαν έλθει στην Αθήνα. Πήραν μαζί τους τη μαμά-γάτα Μασιμίλα και του άφησαν τα τέκνα της για στείρωση. Δεν άντεχαν να τα βλέπουν με επιδέσμους. Έτσι προέκυψε το ημερολόγιο. Ο συγγραφέας -όπως κατά καιρούς έχει εξομολογηθεί- έπληττε θανάσιμα στο άδειο σπίτι και μοιράστηκε τη μοναξιά μου με το χαρτί.

Ο Βασίλης Βασιλικός είναι πολυγραφότατος και ένας από τους πιο πολυμεταφρασμένους συγγραφείς μας. Έχει βραβευθεί και διακριθεί για το έργο του. Γεννήθηκε στην Καβάλα, το 1934. Ο πατέρας του έγραψε ένα ημερολόγιο για τις ημέρες της Μικρασιατικής Εκστρατείας το οποίο εξέδωσε ο Βασίλης Βασιλικός. Έγινε βουλευτής Καβάλας το 1936 με την Βενιζελική παράταξη. Πήγε Δημοτικό Σχολείο στην Καβάλα, Γυμνάσιο στο «Ανατόλια» στη Θεσσαλονίκη. Το 1952 εισήχθη στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης από όπου αποφοίτησε το 1956 και από το 1959 έως 1961 φοίτησε στη Σχολή Drama School (Yale University) στις ΗΠΑ για συγγραφή σεναρίων κι έπειτα στην School of Radio and Television από όπου πήρε το δίπλωμα τηλεσκηνοθέτη.

Αναμφισβήτητα είναι μια γερή πένα με ταλέντο που φάνηκε από πολύ νωρίς αφού το 1953 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η διήγηση του Ιάσωνα» και το 1956, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, το «Θύματα ειρήνης». Λάτρεψε τη σκηνοθεσία, εργάσθηκε σαν βοηθός σκηνοθέτη σε ξένες παραγωγές, σαν σεναριογράφος, σαν ντοκουμενταρίστας και δημοσιογράφος.

Σε όλη του αυτή την πορεία εξέδιδε βιβλία. Η ζωή του χαρακτηρίζεται από ενεργό δράση στην πολιτική ζωή της Ελλάδας απ’ όπου κι αν βρέθηκε. Στη διάρκεια της δικτατορίας έζησε στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία όπου τα βιβλία του, που προορίζονταν για την Ελλάδα, τα εξέδιδε από το δικό του εκδοτικό οίκο με την επωνυμία «Εκδόσεις 8 1/2». Το 1969 το βιβλίο του «Z» έγινε κινηματογραφική ταινία από τον Κώστα Γαβρά.

Είχε ενεργή ανάμιξη στο αντιδικτατορικό κίνημα. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974 και αναχώρησε αμέσως για την Ιταλία, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Το 1981 επέστρεψε στην Ελλάδα ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής της ΕΡΤ μέχρι το 1984. Το 1985 φεύγει πάλι για την Ιταλία και έπειτα για τη Γαλλία. Το 1987 παντρεύεται την υψίφωνο Βάσω Παπαντωνίου. Το 1994 εγκαταθίσταται οριστικά στην Ελλάδα και ξεκινάει την εκπομπή «Άξιον Εστί» στην Κρατική Τηλεόραση.

Στη συνέχεια εκλέγεται σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων αλλά το 1996 γίνεται πρέσβης εκ Προσωπικοτήτων της Ελλάδας στην UNESCO και εγκαθίσταται οικογενειακώς πάλι στο Παρίσι μέχρι το 2004.

Ιδιαίτερο επίτευγμά του αποτελεί το γεγονός ότι έχει γράψει 112 βιβλία και είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος συγγραφέας μετά τους Καζαντζάκη, Καβάφη, Ρίτσο. Έργα του έχουν κυκλοφορήσει και στη γραφή Μπράιγ. Δίνει το στίγμα του, για θέματα καυτά και επίκαιρα. Από το 1962 αρθρογραφεί στον ελληνικό και ξένο Τύπο σχετικά με θέματα Τέχνης, καθώς και πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.

Διακρίσεις: το βραβείο των «12» το 1962, βραβείο Mediteraneo 1971, κρατικό βραβείο διηγήματος το 1980, το οποίο δεν αποδέχτηκε, Ταξιάρχης Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας (1984), μέλος του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, Επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών στην έδρα της Φιλολογίας, Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στην Έδρα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Πρόεδρος της Εταιρίας Συγγραφέων από το 2001 έως το 2005, τα αρχεία του βρίσκονται στο Howard Gottlieb Collection του Boston University – Η.Π.Α. και στο αρχείο Βοβολίνη. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Γλ: Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά

Αυτοί που βιάζονται να πάρουν το απόγευμα το λεωφορείο τους για να επιστρέψουν στις γειτονιές τους.
Μες στα τείχη δείχνουν πουλιά παράξενα,
πουλιά μιας άλλης μπόρας, που ήρθαν εδώ να σταλιάσουν στα κλαδιά αυτής της μισητής, εντειχισμένης επικράτειας.
Κι είναι τόσο ζωντανοί, που τα γιαπιά δείχνουν μπροστά τους σκάρτα.
Βασίλης Βασιλικός – Εκτός των τειχών

Άλλα σημαντικά βιβλία του:
Οι φωτογραφίες (1964), Εκτός των τειχών (1965), Γλαύκος Θρασάκης (1974-1978), Το ημερολόγιο του Ζ (1974), Ο ιατροδικαστής (1976), Τα καμάκια (1978), Foco d’amor (1979), Το τελευταίο αντίο (1979), Οι λωτοφάγοι (1981), Το ελικόπτερο (1985), Κ (1992), Μνήμη από μελάνι (1999), 290 πρόσωπα (2006), Τα ποιήματα (2007), Οι γάτες της Rue d’Hauteville (2010), Όναρ ημερόφαντον (2011), 8½ (1968-1973, 2012).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας πεζογράφος μετά τον Καζαντζάκη.
Είναι παντρεμένος με την υψίφωνο Βάσω Παπαντωνίου και έχουν μια κόρη, την Ευρυδίκη.

  • Εικόνα: Chat by Miss.Tic, street art, rue d’Hauteville, Paris 10e (75), 24 février 2018, photo Alain Delavie
eirini aivaliwtouΒασίλη Βασιλικού. Η γάτα της Rue d’Hauteville…
Περισσότερα

«Βάρτζακ Πο». Ο αίλουρος «Καράτε Κιντ» με τις επτά δεξιότητες και το δυνατό χαρακτήρα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τα δύο βιβλία με τον «Βάρτζακ Πο», τον γάτο που μυείται στις πολεμικές τέχνες και γίνεται ένας άλλος χωρίς να χάσει σε επ’ ουδενί τον εαυτό του, έκαναν τεράστια επιτυχία όταν πρωτοδημοσιεύτηκαν στη Μ. Βρετανία, μεταφράστηκαν, διαδόθηκαν, διασκευάστηκαν για το θέατρο, αποτέλεσαν διδακτικό υλικό σε σχολεία και φυσικά αγαπήθηκαν. Όταν τα διαβάσει κανείς, θα καταλάβει γιατί. Ο Βάρτζακ είναι ανάμεσά μας, ενταγμένος στην οικογένειά του, στον στενό κύκλο του, μέσα σε μία παράδοση που τον αγχώνει και τον γεμίζει ενοχές: επειδή δεν χωράει εκεί μέσα, επειδή νιώθει διαφορετικός, και επειδή νιώθει πως είναι ένα λάθος — όπως εμείς· όπως όλα τα παιδιά. Θα «επαναστατήσει», αλλά με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, και σίγουρα ονειρικό. Και δεν θα τα βάλει κάτω ποτέ, ακόμη και όταν βρεθεί αντιμέτωπος με τη μοναξιά, το κρύο, τον απόλυτο φόβο, τη βία και, ακόμη-ακόμη, και τον θάνατο. Ο Βάρτζακ είναι ο εαυτός που έχουμε μέσα μας: μια γάτα με χάρη, εξυπνάδα, αγάπη, δύναμη, αίσθηση συντροφικότητας, μαχητική, ονειροπόλα, αγαπησιάρα — και είναι και ανίκητη στις πολεμικές τέχνες, και μάλιστα στις πολεμικές τέχνες που έχουν να κάνουν με το πιο εωτερικό κομμάτι του εαυτού μας: όχι μόνο με νύχια και με δόντια, αλλά και με την προσέγγιση μιας καινούργιας αίσθησης του κόσμου.

Από τα δύο βιβλία παρελαύνουν σπουδαίοι ήρωες, αρχετυπικοί και εκ των προτέρων αγαπημένοι μας: ο ηλικιωμένος δάσκαλος των εσωτερικών πολεμικών τεχνών, η όμορφη, πεισματάρα και ευφυής θηλυκή γάτα, η αφελής και ναζιάρα φίλη της, οι πολύ πιο αφελείς πλην χεροδύναμοι μαχητές των σκουπιδιών, οι αδύναμοι και οι αγύρτες, οι villain — όλοι. Και όλοι θα δώσουν πολλές και δυνατές μάχες.

Ο SF Said γεννήθηκε στη Βηρυτό και από δύο ετών ζει στο Λονδίνο. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Για αρκετά χρόνια έγραφε τις επίσημες ομιλίες του Πρίγκιπα της Ιορδανίας. Αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτιστική δημοσιογραφία και την οργάνωση παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Γράφει κριτική για παιδικά και νεανικά βιβλία σε μεγάλες εφημερίδες.
Το βιβλίο «Βάρτζακ Πο» κυκλοφόρησε το 2003 και γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου έχει πουλήσει σχεδόν 300.000 αντίτυπα, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, αφού έχει μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες. Τιμήθηκε με το βραβείο Smarties Prize Gold Award και χαρακτηρίστηκε από κριτικούς και από συγγραφείς ως «ένα σύγχρονο κλασικό παιδικό βιβλίο».
Μεταφέρθηκε στο θέατρο, έγινε όπερα για παιδιά και διδάσκεται σε πολλά σχολεία. Το 2005 κυκλοφόρησε και η συνέχειά του.

Ο συγγραφέας με το πρώτο βιβλίο

Απόσπασμα

Οι τρεις φίλοι κίνησαν για το λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Στο δρόμο ο Βάρτζακ τους εξήγησε για τον Κύριο και τις μαύρες γάτες του.

Ήλπιζε να μην είναι πολύ αργά. Με το Γέρο-Πο πια απόντα και αρχηγό τον Πατέρα, τι θα έκανε η οικογένεια όταν θα ερχόταν αντιμέτωπη με τις γάτες του Κυρίου; Τι θα τους έκαναν οι γάτες του Κυρίου; Τα πάντα μπορεί να είχαν συμβεί. Ύστερα από τόσο καιρό που έλειπε, το σπίτι σίγουρα θα ήταν διαφορετικό.

Αυτές οι εικόνες στο κεφάλι του – η κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα, τα προσελάνινα μπολάκια φαγητού – μπορεί να μην υπήρχαν πια.

Για ένα μόνο ήταν σίγουρος. Έπρεπε να σκαρφαλώσουν στη μάντρα για να μπούνε μέσα και ο Βάρτζακ θυμόταν ότι ήταν το χειρότερο σκαρφάλωμα της ζωής του.

Μια βροντή βρυχήθηκε πάνω από την πόλη καθώς έφταναν στους πρόποδες του λόφου. Ο ουρανός είχε γίνει μαβής υπό την απειλή μιας ακόμα καταιγίδας.

«Εκεί πάνω είναι», είπε ο Βάρτζακ καθοδηγώντας τους, τη στιγμή που ο ουρανός φωτίστηκε από μια αστραπή.

Ανέβηκαν το λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Άρχισε να βρέχει. Οι σταγόνες μαστίγωναν με ορμή τη μύτη, τα μάτια και τα αυτιά του Βάρτζακ. Πάσχισε για μια ανάσα· νερό γέμισε το στόμα του, αλλά συνέχισε να ανεβαίνει το λόφο, ένα βήμα, δύο βήματα, εκατό, χίλια. Όσα χρειάζονταν.

Το φεγγάρι τους κοίταζε από ψηλά, ένας μελαγχολικός μονόφθαλμος ουράνιος φρουρός. Παράτα τα, έμοιαζε να λέει. Παράτα τα και φύγε.

Μουσκεμένοι, κατάκοποι, λαχανιασμένοι, έφτασαν στην κορφή του λόφου τη στιγμή που ο ουρανός ξεσκίστηκε από ένα λευκό φως.

Αυτό που είδε ο Βάρτζακ εκεί τον έκανε να ανατριχιάσει. Μια μικρή πέτρινη μάντρα στεκόταν μπροστά τους, η μισή σε ύψος από οποιαδήποτε άλλη της πόλης. Έμοιαζε παλιά και μισογκρεμισμένη, σαν να ήταν εγκαταλελειμμένη εδώ και πολύ καιρό. Μια ακόμη βροντή ταρακούνησε τη γη. Ο Βάρτζακ τρεμούλιασε. Ήταν αυτή η ίδια μάντρα που περιέβαλε τον κόσμο στον οποία μεγάλωσε; Το τείχος που τότε έμοιαζε τόσο ψηλό και αδύνατο για να το περάσει κανείς; Ή μήπως είχαν όλα αλλάξει όσο έλειπε;

Στη μάντρα υπήρχε μια πόρτα. Την έσπρωξε. Δεν κουνήθηκε· ήταν κλειδωμένη. Έκανε το γύρο της μάντρας, αναζητώντας κάτι οικείο. Μια αστραπή αποκάλυψε τις ρωγμές και τις χαραμάδες όπου είχαν φυτρώσει βρύα. Στην κορφή της μάντρας μπορούσε να δει τα ροζιασμένα πάνω κλαδιά κάποιων άρρωστων, γέρικων δέντρων – και να, εκείνο το μοναδικό δέντρο από το οποίο είχε πέσει τη νύχτα που έφυγε από το σπίτι.

Ο Βάρτζακ άγγιξε το μουσκεμένο κορμό του και χαμογέλασε με ανακούφιση. Τώρα το αναγνώριζε. Μα φυσικά ήταν το ίδιο. Το μέρος αυτό δε θα άλλαζε ποτέ· αυτός είχε αλλάξει.

«Αυτό είναι!» φώναξε χαρούμενος, σκεπάζοντας το θόρυβο της βροντής. «Υπάρχουν δέντρα μέσα από τα οποία μπορούμε να κατέβουμε. Εγώ θα πάω πρώτος και… Κλατζ, τι συμβαίνει;».

Ο Κλατζ έτρεμε. Τα μάτια του είχαν θολώσει και πάλι από φόβο. «Δε-δεν μπορώ σκαρφαλώσω», ψέλλισε. «Κλατζ δε σκαρφαλώνει».

Ο Βάρτζακ κοίταξε με δυσπιστία το πελώριο, δυνατό σκυλί. «Δεν μπορείς;».

«Μα φυσικά και δεν μπορεί», είπε απότομα η Χόλι. «Όλοι ξέρουν πως τα σκυλιά δε σκαρφαλώνουν – θα ήμασταν χαμένες αν μπορούσαν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μπούμε;».

«Τα σκυλιά δε σκαρφαλώνουν;».

«Όχι, δε σκαρφαλώνουν», είπε η Χόλι συνοφρυωμένη. «Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, σωστά; Το βλέπω στα μάτια σου».

Ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Κι είχαν φτάσει τόσο κοντά! Όμως αυτή η μάντρα, αυτή η παλιά πέτρινη μάντρα στεκόταν εμπόδιο για μια ακόμη φορά.

«Κλατζ λυπάται», είπε μια αδύναμη, φοβισμένη φωνή δίπλα του. «Θέλει βοηθήσει Βάρτζακ».

Μια αστραπή φώτισε το σύμπαν. Ακούστηκε και βροντή. Η βροχή κυλούσε στο πρόσωπο του Βάρτζακ σαν δάκρυα. Όμως ήταν παράξενο· η καταιγίδα δεν τον τρόμαζε όπως κάποτε. Αντίθετα, έμοιαζε να εισχωρεί μέσα του, από τα μουστάκια μέχρι την ουρά του, πλημμυρίζοντάς τον με τη δική του άγρια δύναμη, με αποτέλεσμα αυτός και η βροχή να γίνονται ένα.

Τώρα πια δεν υπήρχε γυρισμός. Με ή χωρίς σκυλί, θα έβρισκε την οικογένειά του.

«Δεν πειράζει, Κλατζ», είπε. «Θα μας περιμένεις εδώ. Έλα, Χόλι. Πάμε μέσα».

Άφησαν τον Κλατζ ζαρωμένο κάτω από το δέντρο. Οι δύο γάτες τινάχτηκαν πάνω στη μάντρα. Σκαρφάλωσαν στην κορυφή της και μετά κατέβηκαν από την άλλη, περνώντας από ένα μπερδεμένο λαβύρινθο κλαδιών.

Αθόρυβα, βρέθηκαν στον κήπο. Περπάτησαν στο υγρό χορτάρι κι έφτασαν στο πορτάκι για γάτες.

«Εδώ είμαστε», ψιθύρισε ο Βάρτζακ καθώς γλιστρούσαν μέσα. «Αυτό είναι το σπίτι της Κοντέσας».

***

 

Ο Βάρτζακ είναι ένας γάτος ράτσας, που ζει με τους γονείς και τα αδέλφια του στο ισόγειο μιας παλιάς έπαυλης. Παρά τις ανέσεις, η ζωή του κάθε άλλο παρά ιδανική μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού η οικογένειά του τον αδικεί και τον περιορίζει, ενώ ο μεγάλος του αδελφός δεν χάνει ευκαιρία να τον μειώνει. Οι μόνες όμορφες στιγμές είναι αυτές κοντά στον παππού του, όταν εκείνος του διηγείται ιστορίες για τον Τζελάλ, τον θρυλικό τους πρόγονο. Το σκηνικό όμως πρόκειται να αλλάξει για τα καλά, όταν η κυρία του σπιτιού εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει ένας τρομακτικός τύπος, ακολουθούμενος από δυο απαίσιες μαύρες γάτες! Ο Βάρτζακ πρέπει για πρώτη φορά να βγει στον έξω κόσμο ώστε να αναζητήσει βοήθεια. Τι τον περιμένει όμως εκεί; Και είναι άραγε αρκετός ο Τρόπος του Τζελάλ για να τον προστατέψει από τους αμέτρητους κινδύνους που παραμονεύουν;

Υπάρχουν Επτά Δεξιότητες που δίνουν σε μια γάτα μεγάλη δύναμη και ο Βάρτζακ Πο τις γνωρίζει όλες. Ξέρει να παλεύει, να κυνηγά, να κινείται χωρίς να τον αντιλαμβάνεται κανείς. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η Κοκαλιάρα Σάλι, η λευκή γάτα, η αρχηγός της πιο μοχθηρής συμμορίας της πόλης, γνωρίζει επίσης αυτές τις Δεξιότητες. Γνωρίζει ακόμα περισσότερα και από τον Βάρτζακ.
Και τώρα είναι αποφασισμένη να τον πιάσει…

Ένα περιπετειώδες – αλλά και τρυφερό – βιβλίο για όσους αγαπούν τις πολεμικές τέχνες ή τις γάτες ή… και τα δύο. Η πολυαναμενόμενη συνέχεια του Βάρτζακ Πο, με τις περιπέτειες του μαχητή γάτου, που έχουν ήδη αγαπήσει εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλες δώδεκα χώρες.

***

Ο λογοτεχνικός, αιλουροειδής ήρωας του συγγραφέα SF Said, ο πρωταγωνιστής του νεανικού μυθιστορήματος «Βάρτζακ Πο» ζει με την οικογένειά του σε μια παλιά μονοκατοικία στην κορυφή ενός λόφου και είναι μαθημένος να συμπεριφέρεται όπως απαιτεί η αριστοκρατική καταγωγή του, όσο κι αν νιώθει να ασφυκτιά από τα όσα του επιβάλλονται. Η περιπέτεια για τον Βάρτζακ ξεκινά όταν, μόνος αυτός από την υπόλοιπη οικογένεια, διαισθάνεται τον κίνδυνο, πηδάει τον ψηλό μαντρότοιχο που τους έχει φυλακισμένους στην ασφάλεια και τους χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο, προς αναζήτηση ενός άλλου τετράποδου που μπορεί να βοηθήσει, ενός σκύλου.

Ο Βάρτζακ γνωρίζει τον έξω κόσμο, έρχεται αντιμέτωπος με αδίστακτες συμμορίες αδέσποτων γατών, γνωρίζει τη φιλία, βρίσκεται μπροστά σε διλήμματα και γίνεται γνώστης του «Τρόπου», όταν στα αληθοφανή του όνειρα τον επισκέπτεται ένας θρυλικός πρόγονός του από τη Μεσοποταμία που τον κρίνει ικανό να του μεταλαμπαδεύσει μια μυστική πολεμική τέχνη για γάτες. Ο Βάρτζακ είναι ένας αίλουρος «Καράτε Κιντ», ακολουθεί τον δρόμο που του δείχνει ο «γατίσιος» κύριος Μιγιάγκι και ενηλικιώνεται μέσα από την περιπέτειά του. Διδάσκεται να αμφισβητεί και αναζητεί την πραγματική αλήθεια και τα αίτια πίσω από τα γεγονότα. Όλα αυτά ενώ αδέσποτες γάτες εξαφανίζονται και γάτες καθαρόαιμες κάνουν τα στραβά μάτια. Στο «Βάρτζακ Πο», η αφήγηση και η ατμόσφαιρα που πλέκει ο SF Said είναι σκληρή και σκοτεινή: σκοτωμοί, βία, αίμα, κίνδυνοι, αγωνία για τους ήρωες. Αν και νεανικό ανάγνωσμα, δεν είσαι σίγουρος ότι θα επιβιώσουν. Είναι ο τρόπος που οι γάτες περιδιαβαίνουν τα σκιερά σοκάκια σαν σε νουάρ ιστορία, και εκεί, ανάμεσα στις σκιές, θαρρείς πως κινείται ο Μπλάκσαντ, ένας άλλος γάτος από τα κόμικς αυτή τη φορά, ένας γάτος ντετέκτιβ δημιουργημένος από τους Juan Diaz Canales στο σενάριο και Juanjo Guarnido στο σχέδιο, μία γατίσια προσωποποίηση του Φίλιπ Μάρλοου σε πολύ δυνατές περιπέτειες.

Ο Βάρτζακ Πο έχει αγαπηθεί από τους έφηβους αναγνώστες, γιατί και ο ίδιος είναι ένας προβληματισμένος έφηβος. Νιώθει την οικογένειά του να τον περιορίζει και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει. Στην αρχή με τη φαντασία του -που θεριεύει με τις ιστορίες του παππού- και εν συνεχεία κυριολεκτικά, πηδώντας τη μάντρα του κήπου για να βγει στον απαγορευμένο έξω κόσμο. Αυτά που θα συναντήσει εκεί αρχικά τον ενθουσιάζουν: νέες εμπειρίες, ελευθερία επιλογών… Η απογοήτευση όμως δεν θα αργήσει να έρθει, όταν ο νεαρός γάτος διαπιστώνει ότι μακριά από την οικογένειά του νιώθει ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Τίποτα δεν είναι πια δεδομένο, ενώ οφείλει να φροντίζει για τις ανάγκες του μόνος του. Το συναίσθημα της αποτυχίας και η αυτολύπηση που έτσι κι αλλιώς ένιωθε, γίνονται εντονότερα και τον ακολουθούν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Οι λανθασμένες επιλογές (όπως π.χ. η προσκόλληση σε συμμορίες ή οι ανούσιοι τσακωμοί) φαντάζουν σωστές στο θολωμένο εφηβικό του μυαλό. Τελικά, μόνο με τη βοήθεια των νέων του φίλων και τη σταθερή καθοδήγηση του προτύπου – μυθικού προγόνου Τζελάλ, θα έρθουν οι πρώτες νίκες που θα ενισχύσουν την πληγωμένη του αυτοεκτίμηση. Ο Βάρτζακ έτσι επιστρέφει στο σπίτι του αλλαγμένος, έτοιμος να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του δαίμονες. Τα όσα επικά θα ακολουθήσουν, επιβεβαιώνουν στον ίδιο αλλά και στο περιβάλλον του ότι ενηλικιώθηκε.

Η ιστορία με τον αποπροσανατολισμένο έφηβο που χάρη σε κάποιον προστάτη βρίσκει το δρόμο του, είναι κλασική και τη συναντάμε από τη μυθολογία μέχρι τον Tolkien. Στο συγκεκριμένο σενάριο, η εκπαίδευση του νέου περνάει από μια λίστα με οδηγίες, τον Τρόπο του Τζελάλ (κάτι σαν Bushido για γάτες), τις οποίες ακολουθεί και γίνεται ατρόμητος. Κάτι αντίστοιχο θα βρούμε σε βιβλία προσωπικής βελτίωσης που βασίζονται στην Ανατολική Φιλοσοφία, όπως «Ο δρόμος του ειρηνικού πολεμιστή» (Way of the Peaceful Warrior, 1980). Σε όρους κινηματογράφου, ανάλογο σενάριο έχει το Karate Kid, όπου ο αρχικά άγαρμπος νεαρός πρωταγωνιστής, μυούμενος στη φιλοσοφία ενός μέντορα, ξεκλειδώνει μια ιδιαίτερη πολεμική τεχνική που τον μεταλλάσσει σε ανίκητο ήρωα. Μιλώντας για κινηματογράφο και για μεταλλάξεις, οφείλουμε να κάνουμε μια αναφορά στο φαινόμενο Paul Varjak το οποίο (σύμφωνα με το Urban Dictionary) αφορά άντρες που μετασχηματίζονται από αντιπαθητικοί σε συμπαθητικοί. Ο όρος προέκυψε από την ταινία «Πρόγευμα στο Τίφανις» (Breakfast at Tiffany’s, 1961) στην οποία ο συγγραφέας Βάρτζακ Πολ ερωτεύεται τη Χόλι Γκολάιτλι (συνωνυμία;) και τη γάτα της, ενώ έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Εννέα ζωές» (Nine lives by Varjak Paul) που έχει αρχίσει ήδη να κυκλοφορεί και στην πραγματικότητα.

***

Και αν το κείμενο του Βάρτζακ Πο είναι καλογραμμένο, γεμάτο σασπένς, δράση, αστεϊσμούς για τις γατίσιες συμπεριφορές, και διακριτικά δοσμένα νοήματα για το bullying και τις φυλετικές διακρίσεις, κείμενο που, αν και απευθύνεται σε εφήβους, θα ψυχαγωγήσει με την ευρηματικότητά του και το ενήλικο κοινό, αυτό που ανεβάζει το βιβλίο ένα επίπεδο πιο πάνω είναι η εικονογράφηση.

Όσο εύστοχα έχει αποδώσει τις εικόνες του «Εγχειριδίου γατικής του Γέρο Πόσουμ» ο Edward Gorey, γνωστός για την αγάπη του προς τις γάτες, άλλο τόσο τα έχει καταφέρει και ο Dave McKean στα σχέδια του «Βάρτζακ Πο». Ο συνήθης ανήσυχος εικονογράφος επιτυγχάνει με απλές γραμμές να στολίσει το κάθε κεφάλαιο με τρόπο που δεν εγκλωβίζει το μάτι, δεν καπελώνει το κείμενο, δεν φυλακίζει το συναίσθημα, αντίθετα πυροδοτεί τη φαντασία του αναγνώστη. Ο McKean, αέναος πειραματιστής, χρησιμοποιεί την ίδια τεχνική με την οποία εικονογράφησε το «Coraline» του Neil Gaiman (ελληνικός τίτλος «Το σπίτι στην ομίχλη»), όπου κι εκεί υπάρχει μία γάτα. Μια μαύρη, ανώνυμη γάτα που βάζει το δικό της σημαντικό λιθαράκι στην εξέλιξη της ιστορίας και στην απελευθέρωση της Coraline από εκείνον τον σκοτεινό κόσμο των θαυμάτων. Μια γάτα παράξενη, αλλά όπως γράφει και ο T. S. Eliot: «Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει / Τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει».

***

Εκτός όμως από μυστήριο και δράση, το βιβλίο περιέχει και αρκετά μηνύματα. Ένα από τα κυριότερα, αυτό της ανοχής στη διαφορετικότητα: Ο Βάρτζακ δεν έχει μπλε μάτια σαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, κάτι που ο μεγάλος του αδελφός χρησιμοποιεί για να τον κάνει να νιώθει υποδεέστερος. Ο ήρωας επομένως πέφτει θύμα διακρίσεων από μικρός και δυσκολεύεται να νιώσει κανονικό μέλος της πρώτης του ομάδας. Όταν επιστρέφει από τη μεγάλη του περιπέτεια, γίνεται (επιτέλους) αποδεκτός, όμως καλείται να υιοθετήσει και τους κανόνες της (σνομπ) συμπεριφοράς της αριστοκρατικής του ράτσας. «Είμαστε ιδιαίτερες. Είμαστε Μπλε Μεσοποταμίας. Όσο γι’ αυτές τις κοινές γάτες, ποιος νοιάζεται τι τους κάνει; Είναι ασήμαντες.» (σ.212) λέει ο πατέρας που αδιαφορεί για όποια γάτα «δεν είναι μία από εμάς». Οφείλει άραγε ο Βάρτζακ να ακολουθήσει τις επιταγές της οικογένειας ή να μείνει πιστός στους φίλους που τον δέχτηκαν στην παρέα τους όταν είχε ανάγκη;

Όσοι διάβασαν το βιβλίο και ενθουσιάστηκαν, αξίζει να μάθουν ότι η συνέχεια με τίτλο «Ο παράνομος Βάρτζακ Πο», όπου ο ήρωας παρουσιάζεται πλέον ως ενήλικας, έχει ήδη κυκλοφορήσει (και βραβευτεί). Ένα τρίτο βιβλίο που θα συμπληρώνει την τριλογία ίσως γραφτεί στο μέλλον, όπως όμως ο συγγραφέας αναφέρει, πρέπει πρώτα να γεράσει και ο ίδιος, ώστε να μπορεί να μας μεταφέρει την οπτική του Βάρτζακ σε αυτή την ηλικία! [to write a book about an old character, I need to be old myself]. Υπομονή!

(2015) Βάρτζακ Πο, γάτος εκτός νόμου, Κέδρος
(2014) Βάρτζακ Πο, Κέδρος

eirini aivaliwtou«Βάρτζακ Πο». Ο αίλουρος «Καράτε Κιντ» με τις επτά δεξιότητες και το δυνατό χαρακτήρα
Περισσότερα

Ποίημα του Κώστα Ψαράκη: «Γεωμετρία για γάτες»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

ο Ποιητής
(στον Νίκο)

1.
στο τέλος γκρεμίστηκε σχεδόν το σπίτι
γεμάτο γάτες και βιβλία
αλλά Αυτός
συνέχισε να λύνει Αρχαίες Ασκήσεις
για το μνημειώδες έργο του
«Γεωμετρία για Γάτες»
και να γράφει απίστευτα όμορφα ποιήματα.
2.
Το καλοκαίρι στο σαλόνι
όπου ανάμεσα στις πολυθρόνες φύτρωσαν καλάμια
κάτω από τις μεγάλες τρύπες της στέγης
και τον χειμώνα
στο μόνο στεγνό μέρος το σπιτιού
κάτω από μια σκάλα
που έστεκε κι εκείνη, έτσι, χωρίς νόημα πια.
3.
τις κρύες νύχτες
που κουλουριαζόταν κάτω από σκάλα
ένας ένας έρχονταν οι γάτοι
και κουλουριάζονταν πάνω του
να μην κρυώνει
κι ένα μικρό γατάκι
στ’ αυτί του
του υπαγόρευε
το επόμενο ποίημα
για το άρρητο.

– Πίνακας: Peter Harskamp

eirini aivaliwtouΠοίημα του Κώστα Ψαράκη: «Γεωμετρία για γάτες»
Περισσότερα

Γειτονιά με γάτες – Αντώνης Σουρούνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Η γειτονιά που μένω είναι γεμάτη από συγγραφείς κι από γάτες. Πηγαινοέρχονται ή κάθονται σκόρπια πάντα σε βαθιά απομόνωση και σε βαθύτερη συλλογή. Για τις γάτες μπορώ να φανταστώ ποιοι λόγοι και ποιες αιτίες λειτουργούν, ώστε φτάνοντας εδώ να καταλάβουν ότι έφτασαν στη γατοελβετία και να τερματίσουν το ταξίδι τους, όμως για τους συγγραφείς δεν είμαι απόλυτα βέβαιος. Δεν μπορώ, δηλαδή, να φανταστώ πως τους έλειπαν τόσο πολύ οι αναγνώστες κι ήρθαν εδώ, στην οδό Αναγνωστοπούλου, για να τους βρούνε. Ακόμα κι εμένα, που, όσο και να πεις, κάποιοι μου λείπουνε, δεν κουβαλήθηκα εδώ για να ‘μαι κοντά ούτε σε αναγνώστη ούτε σε αναγνωστόπουλο. Πάντως, η άφιξή μου ενίσχυσε αυτόν τον περίεργο πληθυσμό κατά ένα συγγραφέα και κατά ένα γάτο…».

«ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΟΥΡΑ» του Αντώνη Σουρούνη. Εκδ. «Καστανιώτη».

 

* Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942. Όταν τελείωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Ύστερα από μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας. Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας. Πέθανε σε ηλικία 74 ετών στις 5 Οκτωβρίου του 2016 από χρόνια ασθένεια.

Έγραψε:
«Οι συμπαίχτες», μυθιστόρημα, 1977
«Το μπαστούνι», παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, 1979, 1996
«Μερόνυχτα Φραγκφούρτης», διηγήματα, 1982
«Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», διηγήματα, 1983
«Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι», μυθιστόρημα, 1985
«Πάσχα στο χωριό», νουβέλα, 1991
«Υπ’ όψιν της Λίτσας», 1992
«Ο Χορός των ρόδων», μυθιστόρημα, 1994 (Κρατικό βραβείο, 1995)
«Μισόν αιώνα άνθρωπος», αφηγήματα, 1996
«Γκας ο γκάνγκστερ», μυθιστόρημα, 2000
«Κυριακάτικες ιστορίες», 2002
«Το μονοπάτι στη θάλασσα», μυθιστόρημα, 2006

 

 

eirini aivaliwtouΓειτονιά με γάτες – Αντώνης Σουρούνης
Περισσότερα