CATαφύγιο

«Το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι και η ιστορία του» – Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι ξεκίνησε τα πρώτα του δειλά και μικρά βήματα στη ζωή στον κήπο του σπιτιού μου. Ήταν τόσο μικρό το σώμα του, τόσο αδύνατα τα ποδαράκια του, περπατούσε αργά και επιθυμούσε να μην κουράζεται.

Δίπλα του, η μαμά του, η γάτα εκείνη που το γέννησε και του έδωσε την πρώτη του τροφή, το γάλα του. Πάντοτε ερχόταν δίπλα του και το ενθάρρυνε, πάντοτε αγωνιούσε για το αν το είναι καλά και νιαούριζε δυνατά όταν δεν μπορούσε να το βρει. Να ήταν εκείνο το μητρικό ένστικτο που μέσα της θα είχε πει πως κάτι δεν πάει καλά;

Με τα αδύνατα ποδαράκια του, έτρεχε όποτε το φώναζε, με τη δύναμη που υπήρχε μέσα του, έτρωγε όσο περισσότερο μπορούσε και μετά κουλουριαζόταν για να αποκοιμηθεί.

Φαινόταν αδύναμο και ασθενικό. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, γιατί το αγάπησα και η καρδιά μου δεν ήθελε να παραδεχτεί πως φαινόταν πως δεν είναι καλά. Όσο και αν το μυαλό μου και το ήξερε.

Το έβλεπα έτσι μικρό με το κεφαλάκι του να σηκώνεται και τα αυτιά του να τεντώνονται, προσπαθώντας κάθε φορά να διακρίνει από πού ακουγόταν η φωνή μου. Το έβλεπα να πιέζει τον εαυτό του ώστε να φάει περισσότερο, το έβλεπα να τρέχει με χαρά κοντά στη μαμά του και να της ζουλάει το σώμα ώστε να παίξει μαζί της.

Πόσο γλυκό ήτανε! Ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι που φαινόταν αδύναμο και ζητούσε διαρκώς τη μαμά του. Ένα πλασματάκι του οποίου τα μάτια άνοιγαν με δυσκολία, λες και σκοτάδι τα είχε σκεπάσει.

Εκείνη η γλυκιά στιγμή που κουλουριαζόταν στην αγκαλιά της μαμάς του, μου έδειξε πόσο δυνατή είναι τελικά η μητρική αγάπη, πόσο τελικά ίδια και άτρωτη φαντάζει η αγάπη της μάνας που θέλει να προστατεύσει το παιδί της.

Εκείνο το μικρό πλασματάκι μου έδειξε πως η μεγάλη αγάπη μπορεί να βγει και να ξεχειλίσει από ένα μικρό και αδύναμο πλάσμα.

Μέχρι εκείνη την ημέρα που το είδα ακίνητο για αρκετή ώρα και τη μαμά δίπλα του να το φωνάζει να έρθει κοντά της. Μόνο μου εκείνο πια δε θα μπορούσε να σηκωθεί ξανά…

* Η Μαρία Σκαμπαρδώνη είναι 23 ετών και είναι Δημοσιογράφος. Είναι αρθρογράφος σε πολλά και sites (Κλόουν, Λόγιος Ερμής, Babyads, Antivirus) και επίσης είναι συνεργάτης και αρθρογράφος στο E Psychology, που είναι το πιο έγκυρο site Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά και έχει πιστοποίηση γνώσεων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η αγάπη της για τον αθλητισμό την οδήγησε στο να ασχοληθεί 11 χρόνια με το Taekwondo και να αποκτήσει μαύρη ζώνη. Η Φιλοσοφία και η Ψυχολογία είναι τα αγαπημένα αντικείμενα μελέτης της και θα προσπαθεί πάντα μέσα από την πένα για τη διερεύνηση της αλήθειας ως ένας σκεπτόμενος και ελεύθερος άνθρωπος.

Πηγή: Fractal – http://fractalart.gr/to-mikro-aspromayro-gataki-kai-i-istoria-toy/

  • Εικόνα: Julius Adam II (1852-1913, German)
eirini aivaliwtou«Το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι και η ιστορία του» – Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Περισσότερα

Jean-Honoré Fragonard. Οι γάτες και ο ερωτισμός την εποχή του ροκοκό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ (γαλλ. Jean-Honoré Fragonard, 5 Απριλίου 1732, Γκρας – 22 Αυγούστου 1806, Παρίσι) ήταν Γάλλος ζωγράφος της εποχής του ροκοκό.

Στην ηλικία των έξι ετών ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ εγκαταλείπει τη γενέτειρά του, για να εγκατασταθεί μαζί με την οικογένειά του στο Παρίσι, όπου θα περάσει ολόκληρη σχεδόν την υπόλοιπη ζωή του. Ήδη από πολύ μικρός λάτρευε τη ζωγραφική και οι γονείς του, βλέποντάς το αυτό, τον έστειλαν σε ηλικία 14 ετών στο καλλιτεχνικό εργαστήρι του Φρανσουά Μπουσέ. Το 1752 κερδίζει το Βραβείο της Ρώμης και έτσι λαμβάνει μια βασιλική υποτροφία για να σπουδάσει στη Γαλλική Ακαδημία στη Ρώμη. Τα αισθησιακά και ερωτικά θέματα τα οποία ζωγράφιζε ο Φραγκονάρ μάγεψαν τους μεγαλοαστούς και τους αριστοκράτες και γρήγορα απέκτησε μεγάλη απήχηση στη Γαλλία.

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, αν και σε δυσμένεια λόγω των αριστοκρατών πατρόνων του, πήρε μια θέση συντηρητή στο Λούβρο με τη μεσολάβηση του Ζακ Λουί Νταβίντ. Την έχασε όμως το 1797 (κατ’ άλλους το 1805) και το 1806 πέθανε στην αφάνεια.

 

 

Όταν το 1776 ο ζωγράφος Jean-Honore Fragonard (1732-1806) αποτύπωσε την έμπνευσή του στον καμβά «Η κοπέλα που διαβάζει», κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο ο πίνακας αυτός θα γινόταν κάποτε το πιο δημοφιλές κέντημα στην Ελλάδα!

Ο Jean-Honore Fragonard είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του Rococo την περίοδο του Διαφωτισμού στη Γαλλία.

Τα έργα του, ερωτικά και αρκετά τολμηρά για την εποχή, απέκτησαν θαυμαστές και χορηγούς μέλη της αριστοκρατίας.

Οι εικόνες του γλαφυρές, με πολλούς συμβολισμούς και υπονοούμενα. Τα πρόσωπα με έντονα αποτυπωμένες εκφράσεις λένε τη δική τους ιστορία με μία μόνο ματιά.

Η μόδα της εποχής στα ρούχα καταγράφεται μέσα από τα πινέλα του με κάθε λεπτομέρεια. Η λεπτή δαντέλα, τα φουρό, οι πιέτες, τα χρώματα, τα αξεσουάρ και τα χτενίσματα αντρών και γυναικών, όλα είναι ολοκάθαρα αποτυπωμένα. Οι πίνακές του μέχρι και σήμερα διδάσκονται στις μεγάλες σχολές μόδας του κόσμου.

Η σχέση του με τον ερωτισμό είναι έκδηλη σε πολλά από τα έργα του. Το ίδιο και η πρόθεσή του να κλείνει το μάτι στον θεατή.

Οι κρυφοί εραστές και τα κλεφτά φιλιά δεν φαίνονται τόσο παράξενα, αν σκεφτεί κανείς πως ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του ήταν μια παντρεμένη γυναίκα.

 

 

 

Παρ’ όλες τις πολλές αναλύσεις που έχουν γίνει πάνω στον πίνακά του «Ο σύρτης» (Le verrou), κανείς δεν έχει μπορέσει μέχρι στιγμής να δώσει μια εξήγηση στη σκηνή που απεικονίζει ο πίνακας. Πρόκειται για έναν βιασμό, ή για μια ερωτική σκηνή.

Η φήμη του σαν ζωγράφου ελαφρών και ανέμελων ερωτικών σκηνών τον συνόδευσε όχι μόνο στους αιώνες που ακολούθησαν αλλά και επέσυρε την περιφρόνηση πολλών για την τέχνη του. Άλλωστε, αν και εργάσθηκε για την ερωμένη του Λουδοβίκου ΙΕ’, Μαντάμ ντι Μπαρί, η κυριότερη πελατεία του ήταν πλούσιοι ιδιώτες. Μόνο που η πελατεία του άφησε το κομψό και χαριτωμένο κεφαλάκι της στην γκιλοτίνα της Γαλλικής Επανάστασης.

 

 

Λέγεται πως κάποτε ο βαρόνος ντε Σεν Ζυλιέν θέλησε να παραγγείλει έναν πίνακα και απευθύνθηκε σε ένα ζωγράφο σοβαρών θεμάτων της εποχής του. Του ζήτησε να ζωγραφίσει την ερωμένη του ενώ έκανε κούνια. Την κούνια θα την έσπρωχνε κάποιος επίσκοπος και απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση του έργου ήταν να φαίνονται τα καταπληκτικά πόδια της. «Εμένα» του είπε «θα με τοποθετήσετε έτσι ώστε να μπορώ να βλέπω καλά τα πόδια αυτού του όμορφου πλάσματος». Ο σοβαρός ζωγράφος αποχώρησε, αλλά του σύστησε τον καταλληλότερο. Τον Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ. Αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του πιο διάσημου έργου του, της «Αιώρας».

Ο Φραγκονάρ, ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της ροκοκό ζωγραφικής, απεικόνισε όχι μόνο την ανεμελιά και τη χάρη των ερωτικών συνευρέσεων αλλά και τις απολαύσεις ενός ολόκληρου αιώνα, του 17ου. Και επειδή ο χρόνος δούλεψε σαν μηχανή στην υπηρεσία της τέχνης, σήμερα συζητάμε για έναν όχι μόνο διαπρεπή εκπρόσωπο της εποχής του αλλά για έναν μέγα ζωγράφο, δεινό σχεδιαστή και λαμπρό χαράκτη.

Ο Φραγκονάρ σπούδασε στο Παρίσι και στην Ιταλία και άρχισε τη σταδιοδρομία του ζωγραφίζοντας ιστορικά και μυθολογικά θέματα. Τα εγκατέλειψε γρήγορα και έγινε περιζήτητος γιατί αποτύπωνε με τη μοναδική του τέχνη τον απερίφραστο αισθησιασμό της ζωής. Με τη Γαλλική Επανάσταση έφτασε το τέλος της τέχνης του. Ήταν η σειρά του Νταβίντ και του ιδεώδους της Επαναστατικής Αρετής. Ο Φραγκονάρ με τη βοήθεια και μεσολάβηση του Νταβίντ δούλεψε για να εξοικονομήσει τα προς το ζην στην Υπηρεσία Μουσείων. Πέθανε λησμονημένος το 1805. Σήμερα τα έργα του είναι ανεκτίμητης αξίας.

Ιδιαίτερη είναι η αγάπη του και για τα μικρά χαριτωμένα αιλουροειδή, τις γάτες που συντρόφευαν κοπέλες της αριστοκρατίας και παιδιά.

Μερικούς από αυτούς τους πίνακες σας παρουσιάζουμε παρακάτω:

 

 

 

eirini aivaliwtouJean-Honoré Fragonard. Οι γάτες και ο ερωτισμός την εποχή του ροκοκό
Περισσότερα

«Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου» – Χίρο Αρικάουα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Απόσπασμα

Είμαι ένας γάτος. Προς το παρόν δεν έχω όνομα. Στη χώρα μας έχουμε έναν
διάσημο γάτο που έκανε κάποτε αυτήν ακριβώς τη δήλωση.
Δεν έχω ιδέα πόσο σπουδαίος ήταν ο συγκεκριμένος γάτος, αλλά
τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα του ονόματος, ο νικητής είμαι γω. Δεν
έχει καμία σημασία αν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει το όνομά μου, αφού
κάνει μπαμ ότι δεν ταιριάζει στο φύλο μου, μιας και είμαι γένους
αρσενικού. Μου το έδωσαν πριν από περίπου πέντε χρόνια – την εποχή της
ενηλικίωσής μου.
Εκείνη την εποχή κοιμόμουν στο καπό ενός ασημί βαν στο πάρκιγκ μιας
πολυκατοικίας. Γιατί εκεί; Επειδή κανείς δεν μ’ έδιωχνε αποκεί. Οι
άνθρωποι είναι στην ουσία πελώριοι πίθηκοι που περπατάνε στα δυο πόδια,
αλλά καμιά φορά είναι μεγάλοι κόπανοι. Αφήνουν τα αυτοκίνητά τους
εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης, αλλά μην τυχόν και δουν πάνω σ’
αυτά κάνα αποτύπωμα από γατίσια πατουσάκια, τα παίρνουν στο κρανίο!
Τέλος πάντων, το καπό εκείνου του ασημί βαν ήταν το αγαπημένο μου
λημέρι για ύπνο. Ακόμα και τον χειμώνα, ο ήλιος το έκανε ζεστό και
χουχουλιαστό, ιδανικό για έναν μεσημεριανό υπνάκο.
Έμεινα εκεί μέχρι την άνοιξη, που σημαίνει ότι είχα βγει ζωντανός κι
από τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Μια μέρα, εκεί που ήμουν
κουλουριασμένος και κοιμόμουν του καλού καιρού, ξαφνικά ένιωσα ένα
ζεστό, έντονο βλέμμα πάνω μου. Άνοιξα τα βλέφαρά μου μια χαραμάδα και
είδα έναν ψηλόλιγνο νεαρό να με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια έτσι όπως
ήμουν ξάπλα.
«Εδώ κοιμάσαι πάντα;» ρώτησε.
Ξέρω γω, ναι. Έχεις κάνα πρόβλημα;
«Είσαι σκέτη γλύκα, το ξέρεις;»
Έτσι λένε.
«Δεν σε πειράζει να σε χαϊδέψω, ε;»
Ευχαριστώ, να μου λείπει. Του ’κανα μια ελπίζω διακριτικά απειλητική
κίνηση ότι θα του ρίξω νυχιά.
«Νευράκια, νευράκια;» είπε κάνοντας μια γκριμάτσα.
Μπα, εσένα θα σ’ άρεσε εκεί που κοιμάσαι να περάσει κάποιος και ν’
αρχίσει να σε χαϊδολογάει όπου βρει; «Να υποθέσω ότι θες ένα δωράκι για
να κάτσεις να σε χαϊδέψουν;» Γρήγορο πιστόλι ο τύπος. Καλά τα λέει. Όλο
και κάτι θα θέλω σε αντάλλαγμα για τη διατάραξη του ύπνου μου. Άκουσα
ένα θρόισμα και σήκωσα το κεφάλι. Το χέρι του τύπου είχε εξαφανιστεί
μέσα σε μια πλαστική σακούλα.
«Δεν βλέπω να ’χω αγοράσει κάτι κατάλληλο για γάτα».
Μη σκας, φιλαράκι. Οι αιλουροειδείς επαίτες δεν το παίζουν δύσκολοι. Τα
αποξηραμένα χτένια φαίνονται νόστιμα.
Μύρισα το σακουλάκι που εξείχε απ’ την πλαστική σακούλα και ο τύπος με
χάιδεψε στο κεφάλι μ’ ένα στραβό χαμόγελο.
Όπα, όπα, μην παίρνουμε θάρρος!
«Δεν κάνει για σένα, γατάκι» είπε. «Άσε που είναι και πολύ πικάντικο».
Πολύ πικάντικο, έτσι λες; Νομίζεις ότι ένα πεινασμένο αδέσποτο σαν
εμένα χολοσκάει για την υγεία του; Να βάλω κάτι στο στομάχι μου και
σβέλτα – αυτή είναι η προτεραιότητά μου.
Επιτέλους, ο τύπος έβγαλε μια λεπτή φέτα τηγανητό κοτόπουλο από ένα
σάντουιτς, αφαίρεσε το κουρκούτι, έβαλε τη σάρκα στην παλάμη του και
την άπλωσε προς το μέρος μου.
Περιμένεις να το φάω απ’ το χέρι σου; Νομίζεις ότι θα πιάσουμε φιλίες
μ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν είμαι και τόσο εύκολος. Απ’ την άλλη, δεν μου
προσφέρουν συχνά φρέσκο κρέας – κι αυτό φαίνεται πεντανόστιμο· επομένως,
ίσως ήρθε η ώρα για έναν μικρό συμβιβασμό.
Καθώς καταβρόχθιζα το κοτόπουλο, ένιωσα δυο ανθρώπινα δάχτυλα να
γλιστρούν κάτω απ’ το πιγούνι μου και να φτάνουν στο πίσω μέρος των
αυτιών μου. Με έξυσε απαλά. Εντάξει, επιτρέπω σ’ έναν άνθρωπο που με
ταΐζει να με αγγίξει για ένα δευτερόλεπτο, αλλά ο τύπος αυτός είχε
πραγματικά τον τρόπο του. Αν μου έδινε μια δυο λιχουδιές ακόμα, θα τον
άφηνα μέχρι και το πιγούνι να μου ξύσει. Έτριψα το μάγουλό μου στο χέρι
του.
Ο τύπος χαμογέλασε, έβγαλε το κρέας απ’ το δεύτερο μισό του σάντουιτς,
αφαίρεσε το κουρκούτι και άπλωσε το χέρι του. Ήθελα να του πω ότι δεν
με χάλαγε ούτε το κουρκούτι. Θα με χόρταινε ακόμα περισσότερο.
Τον άφησα να με χαϊδέψει κανονικά, ανταποδίδοντάς του έτσι τη χάρη για
το φαγητό που μου έδωσε, αλλά έφτανε πια.
Πάνω που έκανα να σηκώσω ένα από τα μπροστινά πόδια μου για να τον
στείλω στο καλό, ο τύπος είπε: «Καλά, τα λέμε».
Τράβηξε το χέρι του, έκανε μεταβολή και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά
της πολυκατοικίας.
Έτσι γνωριστήκαμε. Πέρασε λίγος καιρός μέχρι να με βαφτίσει.
Από κείνη τη στιγμή, έβρισκα κροκέτες για γάτες κάτω από το ασημί βαν
κάθε βράδυ. Μια ανθρώπινη χούφτα κροκέτες –πλήρες γεύμα για μια γάτα–
αφημένες ακριβώς δίπλα στο πίσω λάστιχο.
Αν ήμουν εκεί την ώρα που ερχόταν ν’ αφήσει φαγητό, κοίταζε να μου
πάρει κανένα χάδι, αλλά όταν δεν ήμουν εκεί, άφηνε ταπεινά το δωράκι
του και εξαφανιζόταν.
Κάποιες φορές με προλάβαινε καμιά άλλη γάτα, ή μπορεί ο τύπος να
έλειπε, και τότε περίμενα μάταια μέχρι το πρωί τις κροκέτες μου. Αλλά,
σε γενικές γραμμές, βασιζόμουν πάνω του για το πλήρες γεύμα της ημέρας.
Οι άνθρωποι είναι άστατοι, επομένως δεν βασίζομαι πάνω τους εκατό τα
εκατό. Μια αδέσποτη γάτα πρέπει να αναπτύξει την ικανότητα να χτίσει
ένα περίπλοκο δίκτυο διασυνδέσεων για να επιβιώσει στους δρόμους.
Δύο γνωστοί που καταλαβαινόμασταν − αυτό είχαμε γίνει μεταξύ μας. Αλλά
όταν αρχίσαμε να χτίζουμε μια ζεστή σχέση, μπήκε στη μέση η μοίρα και
άλλαξε τα πάντα… Και τα ’κανε όλα κόλαση.
Διέσχιζα τον δρόμο ένα βράδυ, όταν ξαφνικά με τύφλωσαν οι προβολείς
ενός αυτοκινήτου. Έκανα να φύγω απ’ τη μέση μ’ ένα σάλτο, όταν
ακούστηκε μια διαπεραστική κόρνα. Και τότε πήγαν όλα στραβά. Επειδή
ξαφνιάστηκα με την κόρνα, το σάλτο μου άργησε ένα κλάσμα του
δευτερολέπτου και –μπαμ!– το αυτοκίνητο έπεσε πάνω μου και με
εκσφενδόνισε.
Κατέληξα σε κάτι θάμνους στην άκρη του δρόμου. Ο πόνος που διέτρεξε το
σώμα μου ήταν τελείως πρωτόγνωρος. Αλλά ήμουν ζωντανός.
Προσπάθησα να σηκωθώ βρίζοντας, μάλιστα έβγαλα και μια κραυγή. Άου!
Άου! Το πίσω δεξί μου πόδι πονούσε αφάνταστα.
Σωριάστηκα κάτω και διπλώθηκα στα δύο για να γλείψω την πληγή, και τότε
το είδα – Θεέ μου! Ένα κόκαλο εξείχε!
Πληγές από δαγκωματιές κι από κοψίματα τα περιποιούμαι μια χαρά με τη
γλώσσα, αλλά τούτο δω με ξεπερνούσε. Μέσα απ’ τον φριχτό πόνο, το
κόκαλο που ξεπρόβαλλε από το πόδι μου έκανε την παρουσία του κάτι
παραπάνω από αισθητή.
Τι πρέπει να κάνω; Τι μπορώ να κάνω;
Βοήθεια! Μα τι βλακείες λέω; Κανείς δεν βοηθάει ένα αδέσποτο.
Τότε θυμήθηκα τον τύπο που ερχόταν κάθε βράδυ και μου άφηνε κροκέτες.
Ίσως αυτός θα μπορούσε να με βοηθήσει. Πώς μου πέρασε τούτη η σκέψη απ’
το μυαλό, δεν ξέρω – πάντα κρατούσαμε τις αποστάσεις μας, πέρα από
κανένα χαδάκι, που το δεχόμουν για να τον ευχαριστήσω για τα δωράκια
του. Αλλά δεν είχα να χάσω και τίποτα.
Ξεκίνησα να διασχίζω το πεζοδρόμιο, σέρνοντας το πίσω δεξί μου πόδι με
το κόκαλο να εξέχει. Κάμποσες φορές το σώμα μου έπαψε να με υπακούει,
σαν να ήθελε να μου πει: Δεν αντέχω άλλο, δεν παλεύεται ο πόνος. Ούτε…
βήμα… παραπάνω.
Μέχρι να φτάσω στο ασημί βαν, είχε αρχίσει να χαράζει.
Πραγματικά δεν μπορούσα να κάνω ούτε βήμα παραπάνω. Πάει, σκέφτηκα,
αυτό ήταν.
Φώναξα με όλη μου τη δύναμη.
Άου… Άουουουου!
Φώναξα ξανά και ξανά, ώσπου η φωνή μου έσπασε. Με πέθαινε στον πόνο
ακόμα κι αυτό, για να πω την αλήθεια.
Και ξαφνικά άκουσα κάποιον να κατεβαίνει τα σκαλιά της πολυκατοικίας.
Σήκωσα το κεφάλι και είδα ότι ήταν αυτός.
«Καλά το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ».
Όταν με είδε από κοντά, χλώμιασε.
«Τι έπαθες; Σε χτύπησε αμάξι;»
Δεν μ’ αρέσει που το παραδέχομαι, αλλά τα είχα θαλασσώσει.
«Πονάει; Έτσι φαίνεται».
Φτάνουν οι εκνευριστικές ερωτήσεις. Δεν το λυπάσαι καθόλου το λαβωμένο
γατάκι; «Ακουγόταν απόγνωση στα ουρλιαχτά σου, αυτό με ξύπνησε. Εμένα
δεν φώναζες, γατάκι;» Ναι, ναι, και βέβαια εσένα φώναζα! Κι εσύ ήρθες
με το πάσο σου.
«Σκέφτηκες ότι ίσως μπορώ να σε βοηθήσω, ε;» Έτσι φαίνεται, Σέρλοκ.
Ξαφνικά ο τύπος άρχισε να ρουφάει τη μύτη του. Αυτός τώρα γιατί
έκλαιγε; «Είμαι περήφανος για σένα που με θυμήθηκες».
Οι γάτες δεν κλαίνε όπως οι άνθρωποι. Αλλά –μ’ έναν μαγικό τρόπο–
καταλάβαινα γιατί έκλαιγε.
Άρα θα κάνεις κάτι, ε; Δεν αντέχω άλλο τον πόνο.
«Ησύχασε, ησύχασε. Όλα θα πάνε καλά, γατάκι».
Ο τύπος με έβαλε απαλά σ’ ένα χαρτόκουτο όπου είχε στρώσει μια χνουδάτη
πετσέτα κι αποκεί στο μπροστινό κάθισμα του ασημί βαν.
Πήγαμε στο κτηνιατρείο. Δεν έχω χειρότερο, οπότε προτιμώ να μην το
συζητήσω περαιτέρω.
Κατέληξα να μένω με τον τύπο μέχρι να γιάνω. Ζούσε μόνος του και το
διαμέρισμά του ήταν καθαρό και τακτοποιημένο. Μου έβαλε ένα δοχείο με
άμμο στον χώρο της γκαρνταρόμπας δίπλα στο μπάνιο, καθώς και μπολ με
φαγητό και νερό στην κουζίνα.
Αν και δεν μου φαίνεται, είμαι ένα αρκετά έξυπνο γατί με καλούς τρόπους
κι έμαθα να χρησιμοποιώ την τουαλέτα αμέσως χωρίς ποτέ να λερώσω το
πάτωμα. Πες μου να μην ξύνω τα νύχια μου σε συγκεκριμένα σημεία και θα
συγκρατηθώ. Οι τοίχοι και οι κάσες από τις πόρτες ήταν απαγορευμένα
σημεία, οπότε χρησιμοποιούσα τα έπιπλα και το χαλί για το ακόνισμα των
νυχιών μου, αφού ποτέ δεν μου είπε ξεκάθαρα ότι αυτά αποτελούσαν
απαγορευμένες ζώνες. (Παραδέχομαι ότι φάνηκε λίγο δυσαρεστημένος στην
αρχή, αλλά είμαι απ’ τα γατιά που τα πιάνουν αυτά στον αέρα, που
οσμίζονται τι είναι πέρα για πέρα απαγορευμένο και τι δεν είναι. Τα
έπιπλα και το χαλί δεν ήταν πέρα για πέρα εκτός συζήτησης, αυτό θέλω να
πω.) Νομίζω ότι πέρασαν περίπου δύο μήνες για να βγουν τα ράμματα και
να δέσει το κόκαλο. Εκείνο το διάστημα έμαθα το όνομα του τύπου:
Σατόρου Μιγιαουάκι.
Ο Σατόρου με φώναζε με διάφορα ονόματα, όπως «Ψιτ» ή «Γατάκι» ή «κύριε
Γάτε», ανάλογα με τα κέφια του. Πράγμα κατανοητό, αφού δεν είχα όνομα
εκείνη την εποχή.
Όμως ακόμα κι αν είχα κάποιο όνομα, ο Σατόρου δεν μίλαγε τη γλώσσα μου,
επομένως δεν θα κατάφερνα να του το πω. Είναι κάπως άβολο που οι
άνθρωποι καταλαβαίνονται μόνο μεταξύ τους. Το ξέρατε ότι τα ζώα είναι
πολύ περισσότερο πολύγλωσσα; Όποτε ήθελα να βγω έξω, ο Σατόρου έσμιγε
τα φρύδια και προσπαθούσε να με πείσει ότι δεν πρέπει.
«Αν βγεις έξω, μπορεί να μην ξαναγυρίσεις ποτέ. Κάνε υπομονή, γατάκι.
Περίμενε να γίνεις τελείως καλά. Δεν θες να έχεις ράμματα στο πόδι μια
ζωή, έτσι δεν είναι;» Στο μεταξύ είχα αρχίσει πια να περπατάω λίγο, αν
και πονούσα ακόμη, αλλά βλέποντας πόσο ανησυχούσε ο Σατόρου, υπέμεινα
τον κατ’ οίκον περιορισμό εκείνους τους δύο μήνες και σκέφτηκα ότι είχε
και τα καλά του. Δεν είχε νόημα να σέρνω το ένα μου πόδι αν έμπλεκα σε
καβγά με καμιά άλλη γάτα.
Έτσι, έκατσα στ’ αυγά μου μέχρι να επουλωθεί επιτέλους η πληγή μου.
Ο Σατόρου με σταματούσε πάντα στην εξώπορτα μ’ ένα ανήσυχο βλέμμα, αλλά
τώρα στεκόμουν εκεί και νιαούριζα για να μ’ αφήσει να βγω έξω. Σ’
ευχαριστώ για όλα όσα έκανες. Θα σου είμαι ευγνώμων για μια ζωή. Σου
εύχομαι παντοτινή ευτυχία, ακόμα κι αν δεν μου ξαναφήσεις λιχουδιές
κάτω απ’ το ασημί βαν.
Ο Σατόρου δεν φαινόταν τόσο ανήσυχος όσο θλιμμένος. Ακριβώς έτσι
έδειχνε και για τα έπιπλα και το χαλί. Δεν είναι τελείως απαγορευμένο,
αλλά και πάλι… Τέτοια έκφραση είχε πάρει.
«Εξακολουθείς να προτιμάς να ζεις έξω;»
Για στάσου – κόψε το κλαψιάρικο ύφος. Θα με κάνεις κι εμένα σε λίγο να
λυπάμαι που φεύγω.
Και ξαφνικά, απ’ το πουθενά, είπε: «Άκου, γάτε, σκεφτόμουν μήπως θα
’θελες να γίνεις ο γάτος μου».
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Καθώς ήμουν
αδέσποτο ως το κόκαλο, δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό η
πιθανότητα να γίνω το κατοικίδιο κάποιου.
Είχα σκεφτεί να τον αφήσω να με φροντίζει μέχρι να γίνω καλά, αλλά
πάντα είχα κατά νου να φύγω μόλις επουλωνόταν η πληγή. Να το πω αλλιώς.
Νόμιζα ότι θα ήμουν αναγκασμένος να φύγω.
Εφόσον θα έφευγα που θα έφευγα, ήταν πολύ πιο αξιοπρεπές να σηκωθώ να
φύγω μόνος μου παρά να με διώξει ο άλλος. Οι γάτες είναι περήφανα
πλάσματα εξάλλου.
Αν ήθελες να γίνω το κατοικίδιό σου, ε, έπρεπε να το είχες πει
νωρίτερα.
Ξεγλίστρησα απ’ την πόρτα που είχε ανοίξει απρόθυμα ο Σατόρου. Ύστερα
γύρισα και του έκανα «νιάου».
Έλα, πάμε.
Αν και άνθρωπος, ο Σατόρου είχε ενστικτώδη αίσθηση της γατίσιας γλώσσας
και φάνηκε να καταλαβαίνει τι έλεγα. Έδειξε σαστισμένος για μια στιγμή,
αλλά με ακολούθησε ως έξω.
Ήταν μια φωτεινή νύχτα γεμάτη αστέρια, και η πόλη ήταν ήσυχη κι ωραία.
Πήδηξα στο καπό του ασημί βαν, ενθουσιασμένος που είχα ανακτήσει την
ικανότητα να κάνω άλματα, και ξαναπήδηξα κάτω, όπου άρχισα να κυλιέμαι
και να τρίβομαι.
Πέρασε ένα αυτοκίνητο κι αυτό έκανε την ουρά μου να τιναχτεί όρθια,
καθώς ο φόβος μην ξαναχτυπήσω ήταν πια βαθιά ριζωμένος μέσα μου. Πριν
το καταλάβω, βρέθηκα να κρύβομαι πίσω απ’ τα παντελόνια του Σατόρου, κι
εκείνος με κοίταξε χαμογελώντας.
Έκανα έναν γύρο τη γειτονιά με τον Σατόρου πριν επιστρέψω στην
πολυκατοικία. Έξω απ’ την πόρτα με τη σκάλα που οδηγούσε στο διαμέρισμα
του δευτέρου ορόφου, νιαούρισα. Άνοιξέ μου.
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα τον Σατόρου και είδα ότι χαμογελούσε, αλλά
και πάλι με το ίδιο θλιμμένο ύφος.
«Ώστε θέλεις να γυρίσεις πίσω, κύριε Γάτε;» Μάλιστα. Ναι. Οπότε, άνοιξέ
μου.
«Άρα θα γίνεις ο γάτος μου;»
Εντάξει. Αλλά να πηγαίνουμε και καμιά βόλτα πού και πού.
Κι έτσι έγινα ο γάτος του Σατόρου.

-Πρώτη δημοσίευση: Διάστιχο – https://diastixo.gr/

Χίρο Αρικάουα

«Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου»

Εκδόσεις «Μίνωας»

Ένας αδέσποτος γάτος ζει σε ένα πάρκιγκ στο σύγχρονο Τόκιο. Για τίποτα στον κόσμο δεν θα αντάλλασσε την ελευθερία του με την άνεση ενός διαμερίσματος. Την ημέρα, όμως, που τον χτυπά ένα αυτοκίνητο καταφεύγει στη βοήθεια του νεαρού Σατόρου, που τον φροντίζει, του προσφέρει τη ζεστασιά ενός σπιτικού και του δίνει το όνομα Νάνα.

Πέντε χρόνια αργότερα ο Σατόρου ξεκινά ένα ταξίδι με το βαν του, σχεδιάζοντας να επισκεφτεί τρεις παλιούς παιδικούς του φίλους.

Στο πλευρό του βρίσκεται ο Νάνα, που είναι χαρούμενος γι’ αυτή την εμπειρία παρόλο που δεν γνωρίζει τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού· ο Σατόρου δεν θέλει να του τον αποκαλύψει.

Με φόντο την εναλλαγή των εποχών στην Ιαπωνία, η ιστορία του Νάνα χαρτογραφεί τα συναισθήματα που προκαλούν οι αναπάντεχες λοξοδρομήσεις της ζωής, εξυμνώντας την αξία της φιλίας και της συντροφικότητας.

Ένα αλληγορικό μυθιστόρημα που έχει συγκινήσει εκατομμύρια αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο δείχνει πώς μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μας οι πράξεις αγάπης, μεγάλες αλλά και μικρές.

Το «Χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου» της Χίρο Αρικάουα, εξελίσσεται ήδη σε αναπάντεχη διεθνή επιτυχία, καθώς στην Ιαπωνία με την κυκλοφορία του βρέθηκε στην κορυφή των πωλήσεων, ενώ στην Αγγλία την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του ξεπέρασε τα 5.000 αντίτυπα.
Πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία στην οποία χαρτογραφούνται τα συναισθήματα που προκαλούν οι αναπάντεχες λοξοδρομήσεις της ζωής, ενώ παράλληλα η συγγραφέας μάς δείχνει πώς πράξεις αγάπης, μεγάλες και μικρές, μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μας προς το καλύτερο.

  • Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κονταξάκη.

 

  • Η Χίρο Αρικάουα γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1972 στο Κόουτσι της Ιαπωνίας. Γνώρισε επιτυχία με το πρώτο της μυθιστόρημα The Salt Town (2004), αποσπώντας το βραβείο Dengeki Novel, το οποίο απονέμεται σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς στην Ιαπωνία. Μεγάλη επιτυχία, επίσης, γνωρίζουν τα μυθιστορήματα της σειράς The Library Wars, τα οποία έχουν γυριστεί σε ταινίες κινουμένων σχεδίων και live action.
eirini aivaliwtou«Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου» – Χίρο Αρικάουα
Περισσότερα

Στέλλα Σκοπελίτου, Πώς ν’ αγαπάς μια γάτα!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

λέγεται πως οι γάτες είναι απόμακρες
μα μόλις με πλησίασε μια
ζητώντας χάδια.
απ’ όλους, διάλεξε εμένα
ίσως, γιατί μονάχα εγώ θα τη δεχόμουν.
μου έδειχνε τα νύχια της
πατώντας απαλά πάνω μου
όμως αντί για φόβο
προκάλεσε οικειότητα.
το μαύρο πάνω της ήταν τόσο
που δεν άντεξα και τη χάιδεψα
κι εκείνη,
αχόρταγη στο χάιδεμα,
τρίβοντας αθώα το κεφάλι της
στο δέρμα μου
ζητούσε κι άλλο
κι άλλο
κι ήταν πέρα για πέρα μαύρη
κι εγώ τόσο,
τόσο ήθελα να την κρατήσω,
ν’ αφήσω τ’ απειλητικά της χάδια
όσο θα της δείχνω αγάπη,
μα δε θα μ’ άφηναν ποτέ.

να φταίει η φύση της που διχάζει;
να φταίει το χρώμα της που τρομάζει;

παρεξηγημένα πλάσματα οι γάτες
και δύσκολα.
η αγάπη γι’ αυτές προϋποθέτει
αλλεπάλληλες γρατζουνιές
κι η λειτουργία του σκισμένου δέρματος
δεν είναι αυτή της προσδοκώμενης ανταπόδοσης
παρά ένδειξη ειλικρίνειας.
η ανταμοιβή
είναι το συναίσθημα που δίνει η επιθυμία τους
να κοιμηθούν
υπό τους χτύπους της καρδιάς σου.

 

eirini aivaliwtouΣτέλλα Σκοπελίτου, Πώς ν’ αγαπάς μια γάτα!
Περισσότερα

Άγγελος Παπαδημητρίου: Η Μίκρα με φιλοξενεί στο σπίτι μου…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

 

«Ευτυχισμένο είναι το σπίτι που έχει τουλάχιστον μία γάτα», λέει μια ιταλική παροιμία. Κι ο Άγγελος Παπαδημητρίου το ξέρει καλά αυτό.
Πολύ συχνά βλέπουμε στο χρονολόγιο του αξιαγάπητου καλλιτέχνη να φιγουράρει μια πανέμορφη ασπρόμαυρη γατούλα με γλυκά μάτια. Μοιάζει πολύ αφοσιωμένη και τον κοιτάζει με προσήλωση και λατρεία. Ενίοτε δε δείχνει να τον… ζυμώνει με τις αφράτες πατουσίτσες της, δείγμα μεγάλης στοργής και οικειότητας.

Η περιέργεια για το γεγονός αυτό αλλά και η -πασίγνωστη πλέον- αδυναμία μου στα αιλουροειδή, μικρά και μεγάλα, με έσπρωξε να τον ρωτήσω μια νύχτα:

Άγγελε, πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη γάτα σου; Είχες και παλαιότερα γάτα;

  • Ειρήνη μου, όχι μόνο δεν είχα ποτέ γάτα -μου απάντησε με θέρμη- αλλά αν μου έλεγες πριν από τέσσερα χρόνια ότι θα πάρω γάτα το λιγότερο θα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια σαν να άκουγα το πιο αστείο ανέκδοτο… Ώσπου μια χειμωνιάτικη κρύα νύχτα καθώς με έφερναν στο σπίτι φίλοι με το αυτοκίνητό τους, τη στιγμή που τους καληνύχτιζα ακούσαμε ένα μικρό νιαουρισματάκι… Ήταν τρία σχεδόν νεογέννητα γατάκια που είχαν μπει στη μηχανή για να ζεσταθούν. Δίχως να έχω ιδέα από ζώα, εξ ενστίκτου σχεδόν, τα περιποιήθηκα και παρ’ όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις του κτηνιάτρου επέζησαν και τα τρία! Δύο θηλυκά κι ένα αρσενικό, η Φιλοθέη, ο Νισάν και η Μίκρα (μπήκαν στη Φιλοθέη και τα βρήκαμε σε αυτοκίνητο μάρκας Μίκρα Νισάν). Αυτή τη στιγμή η Μίκρα με φιλοξενεί στο σπίτι μου, η Φιλοθέη ζει με τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο και τη σύζυγό του, ηθοποιό Ρίτα Λυτού κι ο Νισάν χαίρεται την ελευθερία του ζώντας στην εξοχή με τους φίλους του. Η σχέση μου με τη Μίκρα, που είναι βεντέτα του Διαδικτύου, είναι ισχυρή έως θυελλώδης και εγώ δηλώνω πια απερίφραστα γατοφιλόφιλος!

Συνέχισα τις ερωτήσεις, ώσπου αυτός ο διάλογος εξελίχθηκε σε μια μίνι συνέντευξη με θέμα τη Μίκρα, σε μια λιλιπούτεια ποιητική πραγματεία για τη γατο-ανθρώπινη συντροφικότητα και αγάπη.

– Πώς είναι ως προσωπικότητα η Μίκρα, Άγγελε;

  • Η Μίκρα είναι ένα πανέμορφο υπερευαίσθητο γατί, απίστευτα έξυπνο, κομψό, που δεν κάνει ποτέ ζημιές. Είναι πλάσμα χαρούμενο, μοναχικό, δύσπιστο, δεν ανέχεται κανένα άλλο ζώο δίπλα της… Είμαι ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύεται γιατί πιθανόν όταν το βρήκα, σχεδόν ψόφιο, με κλειστά ματάκια και το έσωσα, ήμουν ο πρώτος που είδε κι ίσως με θεωρεί κάτι σαν γονιό… Κοιμάται πάντα δίπλα μου κολλητά, δεν με ξυπνάει ποτέ… Και το περίεργο για γατί είναι πως δεν έχει γουργουρίσει ποτέ, μόνο σπάνιες φορές ψευτογουργουρίζει σχεδόν εσωτερικά σαν να έχει ακροαστικά. Είναι υγιέστατο, φαγανό, πεντακάθαρο. Η μεγάλη της δυστυχία είναι να φύγει από το σπίτι… Μια δυο φορές που αναγκάστηκα να την αφήσω λίγες μέρες σε ξενοδοχείο ζώων ή σε σπίτι φίλων κυριολεκτικά κόντεψε να πεθάνει… Αυτά τα λίγα!

 


Αγκαλιά εγώ και συ, στ’ αμπαζούρ το θαλασσί από κάτω!

 

Όλοι, μα όλοι οι καλλιτέχνες ακούμε φωνές που μας λένε ότι είμαστε οι πρώτοι και οι καλύτεροι… Δεν πειράζει… Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που τις ακούει κι η γάτα μας!

  • Οι λεζάντες είναι του Άγγελου Παπαδημητρίου
eirini aivaliwtouΆγγελος Παπαδημητρίου: Η Μίκρα με φιλοξενεί στο σπίτι μου…
Περισσότερα

Ελίσαμπεθ Μπίσοπ, Νανούρισμα για τη γάτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Νιάου, πήγαινε κοιμήσου κι ονειρέψου,
τα έξοχα μεγάλα μάτια σου να κλείσεις.
Στην κλίνη σου γύρω γεγονότα ετοιμάζουν
τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις.

Αγαπημένη Νιάου, μην κατσουφιάζεις
σου ζητώ μόνο συνεργασία,
ούτε ένα γατάκι δεν θα πνιχτεί
στη Μαρξίστρια Πολιτεία.

Χαρά κι Αγάπη αμφότερα θα είναι δικά σου,
Νιάου, τα κέφια μην αφήνεις να χαθούν.
Ευτυχισμένες μέρες έρχονται σε λίγο-
Κοιμήσου, κι άσε τες να έρθουν…

  • Ελίσαμπεθ Μπίσοπ, Νανούρισμα για τη γάτα – Μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης

-Εικόνα: A Snug Corner, S. Sullivan. 1881

eirini aivaliwtouΕλίσαμπεθ Μπίσοπ, Νανούρισμα για τη γάτα
Περισσότερα

Δημήτρης Καρακίτσος, Η γάτα του Σεβάχ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Εφτά οι θάλασσες, εφτά

Οι ζωές, εφτά οι αμαρτίες.

Σε μια θάλασσα

Δε θα μπορούσα να ζήσω

Λίγο-λίγο

Μου φανερώνεται

Ο ουρανός.

Σε μια ζωή.

Δε θα κατάφερνες τίποτα.

Ξέχασα τόσα και τόσα.

  • Από την ποιητική συλλογή «Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
eirini aivaliwtouΔημήτρης Καρακίτσος, Η γάτα του Σεβάχ
Περισσότερα

Ο Μπόρχες και οι γάτες. Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Νότος»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Στην αίθουσα αναμονής του σταθμού, ο Ντάλμαν είδε πως είχε ακόμα μισή ώρα καιρό. Ξαφνικά θυμήθηκε πως σ’ ένα καφενείο της οδού Μπρασίλ (λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι του Υριγκόγιεν) ήταν ένας πελώριος γάτος, που καθόταν να τον χαϊδεύουν οι περαστικοί, σαν καταχθόνια θεότητα.

Ο γάτος ήταν εκεί· κοιμόταν. Ο Ντάλμαν παράγγειλε έναν καφέ, ανακάτεψε αργά αργά τη ζάχαρη, τον δοκίμασε και, καθώς χάιδευε απαλά το μαύρο τρίχωμα, σκέφτηκε πως αυτή η επαφή ήταν απατηλή, πως ήταν σαν να τους χώριζε ένα τζάμι, γιατί ο άνθρωπος ζει στο χρόνο, στην αλληλουχία, ενώ το μαγικό ζώο, στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής».

Χορχέ Λουίς Μπόρχες, από το διήγημα «Ο Νότος» [μτφ: Α. Κυριακίδη]

 

eirini aivaliwtouΟ Μπόρχες και οι γάτες. Απόσπασμα από το διήγημα «Ο Νότος»
Περισσότερα

Τα γατιά μου, Ντίνος Χριστιανόπουλος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αντί να σας πω λίγα λόγια για τα ποιήματά μου, σκέφτηκα να σας μιλήσω για τα γατιά μου. Νομίζω ότι δεν θα είναι και άσκημα, στο κάτω κάτω ανάλογα με τις αγάπες μας καταλαβαίνει κανείς και το τι είμαστε. Και χώρια που, μιλώντας για ποιήματα, γλιστράμε σε κουλτουριάρικες αναλύσεις και θεωρίες, ενώ μιλώντας για γατιά, θέλοντας και μη, δεν ξεφεύγουμε απ’ την ίδια τη ζωή. Καλύτερα λοιπόν ιστορίες από τη ζωή παρά αναλύσεις για την τέχνη.

Εμείς στο σπίτι μας αγαπούσαμε ανέκαθεν τα γατιά. Οι γονείς μου ήρθαν το 1924 ανταλλάξιμοι από την Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα μου έφερε μαζί της και την αγαπημένη της σκυλίτσα, τη Λιλίκα. Η Λιλίκα έζησε κάμποσα χρόνια, ως το 1931 που γεννήθηκα. Τότε ένα αυτοκίνητο την πάτησε μπροστά στα μάτια της μητέρας μου. Η μητέρα μου υπέφερε πολύ απ’ αυτό το ατύχημα· από τότε δε θέλησε να πάρει άλλο σκυλί, και το έριξε στα γατιά. Έτσι λοιπόν, από το 1931 και μετά, στην οικογένειά μας η μία γάτα διαδεχόταν την άλλη. Μέσα σ’ ένα κλίμα αγάπης και στοργής προς τα γατιά μεγάλωσα κι εγώ, και μάλιστα με πολλή χαρά κοιμόμουνα αγκαλιά μαζί με τα μικρά γατάκια, ενώ στο κρεβάτι των γονιών μου, και μάλιστα στα πόδια τους, συνήθιζε να κοιμάται η μεγάλη γάτα. Αυτή τη συνήθεια την κρατώ ως σήμερα: το μικρό στην αγκαλιά, η μεγάλη στα πόδια μου.

Ως τη γερμανική κατοχή τα γατιά μας πήγαιναν καλά. Αλλά το 1942 που έπεσε μεγάλη πείνα και κοντέψαμε να πεθάνουμε όλοι μας, φυσικά τα πρώτα που πέθαναν ήταν τα ζωντανά μας, πρώτα τα καναρίνια μας και μετά οι δύο γάτες μας. Όσο σκληρή και να ήταν η εποχή, είχαμε ακόμη αρκετή τρυφερότητα για να θρηνήσουμε αυτές τις απώλειες. Θυμούμαι μάλιστα ότι στο σπίτι που μέναμε, στην οδό Φλωρίνης, ο πατέρας μου έθαψε τα γατιά και τα καναρίνια στο υπόγειό μας. Το 1944, και πριν ακόμη φύγουν οι Γερμανοί, πήραμε πάλι μια γάτα, που οι απόγονοί της έζησαν μαζί μας πάνω από είκοσι χρόνια. Το 1963, όταν έγινε η διάνοιξη της οδού Αγίου Δημητρίου, το σπίτι μας βγήκε επάνω στον δρόμο και ο νοικοκύρης μας το έδωσε με αντιπαροχή. Τότε αναγκαστήκαμε να φύγουμε, και μάλιστα αρκετά μακριά, στην Κάτω Τούμπα, όπου είχαμε συγχωριανές της μητέρας μου και μας ήθελαν να είμαστε όλοι κοντά. Και πήγαμε, αλλά δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, αφήσαμε τα γατιά μας στο παλιό σπίτι, κάτι που μου κόστισε πολύ.

Στην Κάτω Τούμπα μείναμε δέκα χρόνια σε μια ειδυλλιακή μονοκατοικία, ή μάλλον σε ένα κουκλόσπιτο, με κηπάκι που ήταν από την πίσω μεριά. Εκεί βρήκαμε μια νέα γατούλα, την Τζούλη. Αυτή έζησε δεκαεξίμισι χρόνια και την πήραμε μαζί μας στο απέναντι ωραίο δίπατο, όπου μετακομίσαμε, όταν το κουκλόσπιτο έπεσε κι αυτό με τη σειρά του θύμα της αντιπαροχής. Η Τζούλη δεν έφευγε απ’ την αγκαλιά της μητέρας μου και της έκανε συντροφιά όταν εγώ έλειπα στη δουλειά. Τη γατούλα αυτή την αγαπούσαμε πάρα πολύ, γιατί ήταν τυφλή, και γι’ αυτό νιώθαμε μεγάλη τρυφερότητα γι’ αυτήν. Η Τζούλη πέθανε λίγο καιρό πριν να πεθάνει η μάνα μου και την πήρα και την έθαψα στο κτήμα του Καλού. Το κτήμα του Καλού είναι ένα τεράστιο κτήμα, σχεδόν εγκαταλειμμένο, ανάμεσα Αν και Κάτω Τούμπα. Εκεί ανακάλυψα σε μια γωνιά ένα μέρος πολύ κατάλληλο για να τη θάψω, έσκαψα σε σκληρό χώμα που από πάνω είχε πολλά ξερόκλαδα, και έτσι κανείς δεν μπορούσε να ανακαλύψει το μέρος. Από τότε εκεί έθαβα όλα τα γατιά μου, όταν πέθαιναν, και μέσα στα είκοσι επτά χρόνια που μείναμε συνολικά στην Τούμπα έθαψα επτά γατιά. Αυτό ήταν το νεκροταφείο των γατιών μου, που το αγάπησα όσο και τα σπίτια που έζησα.

Λίγο μετά την Τζούλη πέθανε και η μητέρα μου, τον Νοέμβριο του 1981. Τη θάψαμε στη Μαλακοπή, που είναι το ωραιότερο και συμπαθητικότερο νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα, χειμωνιάτικο αλλά φωτεινό και ευχάριστο, και μαζευτήκαμε όλοι οι φίλοι, μια και δεν υπήρχαν συγγενείς, για την κηδεία. Εκεί που περιμέναμε στο νεκροστάσιο, κι εγώ ήμουν πολύ θλιμμένος και βουρκωμένος, ξαφνικά εμφανίζεται μια ωραία γατούλα, από τις πολλές που περιέτρεχαν το νεκροταφείο, και έρχεται και στέκεται δίπλα μου σοβαρή σοβαρή. Όταν ξεκίνησε η μικρή πομπή από το νεκροστάσιο για να πάμε στο εκκλησάκι για τη νεκρώσιμη ακολουθία, η γατούλα με συνόδευε από δίπλα μου, χωρίς ούτε να χαϊδολογιέται ούτε να νιαουρίζει. Διανύσαμε μαζί καμιά διακοσαριά μέτρα και, μόλις φτάσαμε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, με εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε. Αναρωτιόμουν πώς εμφανίστηκε αυτή η γάτα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή και πώς προχωρούσε σιγά σιγά στον ρυθμό της μικρής πομπής για να με συνοδεύσει. Μου φάνηκε ότι είχε ‘ρθεί για να με παρηγορήσει, γιατί κανείς συγγενής δεν υπήρχε για να με συνοδεύσει, και ήτανε ίσως η μόνη ύπαρξη που θα μπορούσε να μου κάνει συντροφιά εκείνη την ώρα. Επίσης έκανα και τη σκέψη μήπως η ωραία αυτή γατούλα είχε εμφανιστεί για να αποχαιρετήσει τη μητέρα μου σαν εκπρόσωπος όλων των γατιών της Θεσσαλονίκης, τα οποία με αυτό τον τρόπο αναγνώριζαν τα πενήντα χρόνια της αγάπης και της στοργής που τους είχε δείξει η μητέρα μου. Όταν έφυγε η γάτα, πρόσεξα ότι ακόμη και το ηλιοβασίλεμα εκείνο το σούρουπο ήταν πολύ φαντασμαγορικό και εξαίσιο, και επιπλέον πολύ κοντά στο νεκροταφείο ακούγονταν κάτι ωραιότατα ρεμπέτικα. Λοιπόν, η συντροφιά της γατούλας, το ωραίο ηλιοβασίλεμα και τα ωραία ρεμπέτικα μου ‘δωσαν τόση χαρά και τόση αισιοδοξία που ξέχασα το βούρκωμά μου και άρχισα και σκέφτομαι πως δεν μπορεί όλα να σταματούνε εδώ· οπωσδήποτε κάτι υπάρχει, η ζωή συνεχίζεται και από την άλλη πλευρά του λόφου.

Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, και πάλι δεν μου έλειψαν οι γάτες. Σε λίγο καιρό ήρθε και με πλησίασε μια ξένη γάτα από έξω, τρίφτηκε στα πόδια μου, χαϊδεύτηκε, γίναμε φίλοι, και έμεινε στο σπίτι μας. Αυτή ήταν η Τσογλανίτσα. Η Τσογλανίτσα ήταν χαριτωμένη, μου έκανε πολλή παρέα, με αγαπούσε και την αγαπούσα, ζήσαμε μαζί κάμποσα χρόνια και μου γέννησε τρία γατάκια, αρσενικά και τα τρία, που τους έδωσα βιβλικά ονόματα: ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Ιεχονίας. Ένα χρόνο μετά η γατούλα πέθανε από μια ακατάσχετη αιμορραγία στην κοιλιά της. Τυραννίστηκε μια ολόκληρη νύχτα και το πρωί τη βρήκα πεθαμένη. Την έκλαψα πολύ και πήγα και την έθαψα μαζί με το άλλο γατάκι. Γι’ αυτήν έγραψε ένα διήγημα ο Περικλής Σφυρίδης.

Έμειναν τα τρία γατιά, που παίζαν στο σπίτι και μου έδιναν πολλή χαρά. Ο Ανανίας, που για πλάκα τον φώναζα και Αυνανία, ήταν ένα ωραίο και πανέξυπνο γατάκι. Του άρεζε να κάθεται στο γραφείο μου και να μου ανακατώνει με τα νυχάκια του τα χαρτιά. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το χαρώ πολύ, γιατί ένα απόγευμα κάποια παλιόπαιδα της γειτονιάς, για να το ξαφνιάσουν και να το κάνουν να τρομάξει, το έσπρωξαν σε έναν λάκκο με σβησμένο ασβέστη και το γατί έπεσε μέσα. Έτρεξα και το έβγαλα αμέσως, αλλά είχε υποστεί φοβερά εγκαύματα. Ό,τι και να έκανα, ό,τι αλοιφές και να του έβαλα, μέσα σε μια βδομάδα πέθανε. Το δεύτερο γατί, ο Αζαρίας, ήταν το αντίθετο, ένα πολύ κουτό πλάσμα και πολύ του δρόμου, τριγυρνούσε από το πρωί ως το βράδυ έξω και δεν πολυερχόταν στο σπίτι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν το αγαπούσα. Ο Αζαρίας είχε κι αυτός κακό τέλος. Ένα απόγευμα που περιφερόταν στη γειτονιά εμφανίστηκαν δύο αληταράδες με δύο μαντρόσκυλα, το γατί τρόμαξε και ανέβηκε επάνω σε ένα δεντράκι του δήμου για να σωθεί, αλλά αυτοί είχαν πολύ κακές διαθέσεις. Αμόλυσαν τα σκυλιά κάτω από το δέντρο και οι ίδιοι κουνούσαν το δέντρο, για να τρομάξει το γατί, να κατεβεί και να το αρπάξουν οι σκύλοι. Κατατρομαγμένος έτρεξα για να το σώσω, αλλά ήταν αργά. Το γατί στην απελπισία του έδωσε ένα τεράστιο σάλτο από την κορφή του δέντρου για να φύγει τρέχοντας και να γλιτώσει, αλλά δυστυχώς το ένα από τα δύο σκυλιά το πρόλαβε και του έμπηξε τα δόντια στην κοιλιά και του ‘βγαλε τα άντερα απ’ έξω. Ήταν τραγικό. Οι δύο νεαροί με τα σκυλιά έφυγαν θριαμβολογώντας, λες και είχαν κάνει κανένα ανδραγάθημα. Εγώ πήρα το φουκαριάρικο το ζώο με χυμένα τα άντερα, το πήγα στο σπίτι, αλλά δεν υπήρχε σωτηρία. Και το ότι άντεξε σ’ αυτή την κατάσταση μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν πολύ. Ο τρίτος, ο Ιεχονίας, έζησε σε βαθιά γεράματα. Στο τέλος της ζωής του άρχισε να χάνει το φως του. Ήδη ήταν από το ένα μάτι εντελώς τυφλός και από το άλλο μάτι έβλεπε παρά πολύ λίγο. Εγώ χαϊδευτικά τον φώναζα Γκαβό και ένιωθα γι’ αυτόν μεγάλη τρυφερότητα, όπως και για το παλιό μας γατάκι, την Τζούλη, που ήταν από μικρή τυφλή.

  • Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» τον Σεπτέμβριο του 1999.
eirini aivaliwtouΤα γατιά μου, Ντίνος Χριστιανόπουλος
Περισσότερα

Συμβουλές ενός γάτου, Νίκος Τσιφόρος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πρόκειται για έναν γάτο κοινό, γέρο, και με εμφάνιση συνοικιακού μπακάλη. Δεν έχει τίποτα το εξωτικό, τίποτα από Σιάμ ή Περσία στο παθητικό του. Τα μουστάκια του αρχίζουνε να παίρνουνε το δρόμο των γηρατειών. Οσμίζεται ακόμη τα μικρά, τρυφερά ποντίκια, αλλά είναι ζήτημα αν μπορεί πια να παίζει μαζί τους.
Τις νύχτες, επάνω στα πυρωμένα κεραμίδια, μαζεύει ολόκληρον ένα λόχο από νεαρούς, άπειρους γάτους, και τους κάνει ένα είδος φροντιστηρίου. Έχει σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της πείρας. Ξέρει πολλά.

Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

– Παιδιά μου, τους λέει, ένας κοινός γάτος όπως εμείς δεν έχει και μεγάλες πιθανότητες ν’ αναδειχθεί στη ζωή. Θα τρέφεται πάντα με τ’ αποφάγια των ανθρώπων, και μόνο αν είναι πολύ τυχερός θα πετύχει κάποια γεροντοκόρη που να τον ταΐζει μπομπόνια. Κι αυτό θα διαρκέσει όσο η γούνα του είναι γυαλιστερή και ωραία. Να είστε βέβαιοι ότι μόλις αρχίσει να μαδάει, θα χάσει όλες τις εύνοιες, που θα δοθούν σε κάποιον άλλο γάτο.
– Μάλιστα, συμφωνούν ειρωνικά οι νεαροί.
– Παιδιά μου, τα καλά φαγητά τα τρώνε συνήθως οι άνθρωποι. Ψάρι άλφα ποιότητος δεν πρόκειται να γευθείτε ποτέ, εκτός κι αν αποφασίσετε να το κλέψετε. Η κλοπή, παιδιά μου, δεν είναι αμάρτημα. Αμάρτημα είναι η ανακάλυψη του κλέφτη. Αυτό που σας λέω, είναι μια σπαρτιατική συμβουλή. Αν καταφέρνετε να ’σαστε τόσο καπάτσοι, ώστε να κλέβετε χωρίς να σας παίρνουνε μυρωδιά, να είστε βέβαιοι ότι θα περάσετε μια ζωή χαρισάμενη, τιμώμενοι και φθονούμενοι από όλους τους άλλους γάτους του κύκλου σας. Να κλέβετε, παιδιά μου, αλλά πολύ ελαφριά, πολύ έξυπνα, και όχι ψιλόψαρα. Όχι μαρίδες και γόπες. Όποιος κλέβει τέτοια είδη, κακοχαρακτηρίζεται και χάνει την καλή του φήμη. Μπαρμπούνια, λιθρίνια, τσιπούρες. Αυτά είναι που θα σας ανεβάσουν στην εκτίμηση του κοινού.

 

Ήταν μια ορεκτική συμβουλή που άρεσε σ’ όλους.
– Με τις γατούλες, παιδιά μου, να είσαστε τρυφεροί και περιποιητικοί, όχι όμως να σας παίρνουν και τον αέρα. Αυτό που κάνετε και διαλαλείτε τους έρωτές σας με ηχηρά νιαουρίσματα, είναι μια καλή πολιτική. Όποιος έχει πολλούς έρωτες, κατακρίνεται από την κοινή γνώμη μόνο και μόνο γιατί η κοινή γνώμη τον ζηλεύει. Κατά βάθος, η κοινή γνώμη πολύ θα επιθυμούσε να ’χει κι αυτή έρωτες. Επειδή όμως δεν τα καταφέρνει, το ρίχνει στην ηθικολογία, λέξη με την οποία έχει βαφτίσει την κακοήθειά της.
Έκανε μια μικρή παύση γεμάτη σκέψεις.
– Μπορείτε να χαρίζετε μικροπράματα στις γατούλες. Κάτι πρέπει να τρώνε κι αυτές από τα κλεμμένα. Αν το ξέρουνε ότι είναι κλεμμένα, δεν είναι ανάγκη να τους το λέτε κιόλας. Οι γατούλες δεν ενδιαφέρονται από πού τα έχεις, αλλά αν έχεις. Και μακριά από γούνες. Αν αρχίσετε να τους παίρνετε γούνες, δε θ’ αργήσει η ημέρα που θα αποπειραθούν να μαδήσουν και τη δική σας…
Ήταν ένα γάτος κοινός, γέρος, και γεμάτος πείρα απ’ τη ζωή.

Νίκος Τσιφόρος – Ο πρώτος Τσιφόρος των εκδόσεων Ερμής

***

Νίκος Τσιφόρος. «Η πινακοθήλη των ηλιθίων» ήταν το πρώτο του έργο. Παραμένει πάντα επίκαιρο.

Νίκος Τσιφόρος (1909-1970). Ο Νίκος Τσιφόρος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια. Σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Άσκησε τη δικηγορία για μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα όμως στράφηκε στο χώρο των γραμμάτων. Πρωτοεμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής με το θεατρικό έργο «Η πινακοθήκη των ηλιθίων» και ακολούθησαν πολλές θεατρικές επιτυχίες του, τις περισσότερες από τις οποίες έγραψε σε συνεργασία με τον Πωλ Βασιλειάδη. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του, είναι: «Η κυρία του κυρίου», «Γάντι και σαρδέλα», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», «Το έξυπνο πουλί», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο κοντός». Πολλά έργα του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο με εξίσου μεγάλη επιτυχία, ενώ ο ίδιος ο Τσιφόρος ασχολήθηκε με την κινηματογραφική σκηνοθεσία και το σενάριο. Παράλληλα έγραψε πολλά ευθυμογραφήματα («Τα παιδιά της πιάτσας», «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα», «Τζιμ κακής ποιότητος», «Άνθρωποι και ανθρωπάκια», «Τα ρεμάλια ήρωες», «Εμείς και οι Φράγκοι», «Μίλων Φιρίκης», κ.ά.) καταδεικνύοντας τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας. Επίσης, συνέθεσε χιουμοριστικές μεν, παιδαγωγικές δε, συνόψεις της Ελληνικής Μυθολογίας, της ιστορίας των Σταυροφοριών και της ιστορίας της Αγγλίας.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

eirini aivaliwtouΣυμβουλές ενός γάτου, Νίκος Τσιφόρος
Περισσότερα