Cat-postal

Οι γάτες του Bruno Liljefors

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Bruno Liljefors ήταν Σουηδός καλλιτέχνης. Πιστεύεται πως είναι ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους άγριας ζωής του 19ου αιώνα. Οι απεικονίσεις των ζώων στα έργα του θεωρούνται υποδειγματικές για τον πρωτοποριακό συνδυασμό του ιμπρεσιονισμού και του ρεαλισμού. Γεννημένος στις 14 Μαΐου 1860 στην Ουψάλα της Σουηδίας από μια φτωχή οικογένεια, έδειξε από νωρίς το ταλέντο του για το σχέδιο, ενώ οι ντόπιοι καταστηματάρχες υποστήριξαν με υλικό τη ζωγραφική του. Σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών της Σουηδίας στη Στοκχόλμη, και εν συνεχεία έδωσε έργα με διαδοχικές αφηγηματικές εικόνες, οι οποίες θεωρούνται δείγματα της πρώτης μορφής σουηδικών κόμικς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1890, εξέθεσε στο διάσημο Salon του Παρισιού. Πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου 1939 στη Στοκχόλμη της Σουηδίας.

eirini aivaliwtouΟι γάτες του Bruno Liljefors
Περισσότερα

Οι γάτες του Jean Francois Millet

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Ζαν Φρανσουά Μιλέ (Jean Francois Millet, 1814-1875) ήταν ένας απίστευτος καλλιτέχνης. Απλός, ήρεμος, γαλήνιος, θρησκευτικός, ένας αξεπέραστος υπαιθριστής Γάλλος ζωγράφος και χαράκτης. Γεννήθηκε στην Γκρεβίλ το 1814 και πέθανε στην Μπαρμπιζόν το 1875. Σημαντικός εκπρόσωπος του γαλλικού ρεαλισμού του δεύτερου μισού του 19ου αι. Πρώτα του έργα ήταν προσωπογραφίες, ενώ μετά το 1843 έγινε εκφραστής της γαλλικής αγροτικής ψυχής και των μόχθων της καθώς η ζωγραφική του διακρίνεται για το απλό και πλατύ ύφος της.

Ένας από τους ιδρυτές της φημισμένης Σχολής της Μπαρμπιζόν επέδειξε ιδιαίτερο ταλέντο και αστείρευτη παραγωγικότητα στο μέσο του 19ου αιώνα. Γόνος οικογένειας εύπορων αγροτών έκανε πεποίθησή του πως η πορεία του ως καλλιτέχνη συνδέεται άρρηκτα με την αποτύπωση κάθε έκφανσης των ασχολιών της υπαίθρου. Της αγροτικής και βουκολικής ζωής, και την απέδωσε μ’ ευγένεια κι επισημότητα, προσδίδοντάς της τη σπουδαιότητα, που παραδοσιακά αποδίδονταν σε σκηνές με θρησκευτικά θέματα. Παρόλο που στην αρχή τα έργα του αποτέλεσαν αντικείμενο αντιπαραθέσεων κι αντιφατικών κριτικών, στο τέλος απέκτησε διεθνή φήμη. O Μιλέ δούλευε άοκνα στα χωράφια και ταυτόχρονα μάθαινε λατινικά διαβάζοντας λογοτεχνία από την πλούσια οικογενειακή βιβλιοθήκη. Οι γονείς του είχαν από νωρίς διαπιστώσει το ταλέντο του στο σχέδιο και αποφάσισαν τολμηρά να τον στείλουν για σπουδές στο Παρίσι. Γύρω στα 1850 είχε ήδη καθιερωθεί. Απεικόνιζε μάλιστα τους εργάτες και αγρότες στις πραγματικές τους, ανθρώπινες διαστάσεις: κατάκοπους, ηλιοκαμένους, σκεπτικούς. Πολλοί άλλωστε τον θεωρούν ιδρυτή αυτής της τεχνοτροπίας.

Το 1875 ο νατουραλιστής μάστορας πεθαίνει στο Μπαρμπιζόν σε ηλικία 61 ετών και θάβεται στο κοιμητήριο του Σαγί.

  • Στο μεγαλύτερο τμήμα της ανθρώπινης ιστορίας, η τροφή έχει συμβαδίζει με σκληρή σωματική εργασία, μια έννοια που εύκολα ξεχνιέται από τους σημερινούς καταναλωτές, οι οποίοι διαχωρίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις πηγές των τροφίμων τους. Ιστορικά, η παρασκευή του βουτύρου – ένα αργό, επαναλαμβανόμενο καθήκον – ήταν στην επαρχία εργασία των γυναικών. Στον πίνακα «Ανακατεύοντας το βούτυρο», η γυναίκα ανακατεύει το βούτυρο στον ξύλινο κάδο με μια μνημειώδη αξιοπρέπεια, υποδηλώνοντας τη σημασία αυτής της απλής εγχώριας δουλειάς. Η γάτα του σπιτιού τρίβεται με χάρη στο πόδι της, προσπαθώντας να την αποσπάσει από τη σκληρή εργασία ώστε να ξεκλέψει λίγα χάδια ή μια λιχουδιά. Σε έναν άλλο πίνακα με υπέροχες φωτοσκιάσεις του Jean Francois Millet, η γάτα σαν αδιάκριτος μα οικείος επισκέπτης μπαίνει από το παράθυρο στο σπίτι, αναζητώντας την ανθρώπινη συντροφιά.

eirini aivaliwtouΟι γάτες του Jean Francois Millet
Περισσότερα

Παγκόσμια ημέρα ποίησης συντροφιά με έναν γάτο…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Γάτος

 

Του Πολύβιου Δημητρακόπουλου

 

Βρε ζούδι καψερό, που νιαουρίζεις
κι ούλο το χρόνο κοπανάς τα ίδια,
και πας ούλες τσι ρούγες και γυρίζεις
πάνου τση γειτονιάς τα κεραμίδια,

 

πες μου, μωρέ, αιστάνεσαι θυμό,
όντας αρχίζει εκείνος ο καβγάς,
κι έτσι έχεις και συ κρυφόν καημό,
την ώρα που τσι γάτες κυνηγάς;

 

Χτυπάει η καρδιά σου; Σου ’ρχεται ζαλάδα;
Σου πιάνετ’ η φωνή; Σου ’ρχονται γέλια;
Και τι τση λες, μωρέ, αφ’ την καμινάδα,
όντας περνάει με την ουρά στα σκέλια;

 

Κι όντας, καληώρα, παύουνε οι μουρμούρες,
και πάει με το καλό το πανηγύρι,
τση λες και χωρατά; τση κόβεις κούρες;
τση κάνεις κάποτε το νοικοκύρη;…

 

Άκου, μωρέ, μια συμβουλή από μένα,
κι αν ίσως στη στιγμή δεν πιάκει τόπο,
να’ ρθεις μ’ ούλα τα νύχια σου ανοιγμένα
μόμολο να με κάνεις των ανθρώπω!

 

Την ώρα που τση λες τα ’στήματά σου,
νιάου-νιάου, και την παίρνεις το ξοπίσω,
και κείνη φεύγει και τση σκούζεις: «-Στάσου,
στάσου, μωρή, δυο λόγια να σ’ ορίσω!»,

 

αν τύχει κι έτσι δα την ξεγελάσεις
και τη ζυγώσεις κάνοντας το φίλο,
την ώρα σου, βρε γάτο μου, μη χάσεις,
και βούτα τη, και δος τση ένα ξύλο!

 

Και ποδοκύλησέ τη μες στα χώματα,
και πάρ ’τση τον αέρα με την πρώτη –
να ιδείς, σου ξανακάνει πια καμώματα,
όντας εσύ τση κάνεις τον ιππότη;…

 

Τ’ άκουσες, μωρέ γάτο;… Τώρα τράβα
και φκιάσ’ τση ούλες τούτες τσι φερσίες –
κι αν δεν την έχεις δούλα σου και σκλάβα,
ναρθείς και να μου δώκεις δυο φτυσίες!

 

***

 

Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος.

Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος (1864 – 28 Ιουλίου 1922) ήταν θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και εκδότης. Ήταν γνωστός επίσης με το γαλλικό φιλολογικό ψευδώνυμο Αρκάς (Paul Arcas).
Γεννήθηκε, στην Κυπαρισσία. Ολοκληρώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του κατατάχθηκε στο στρατό προκειμένου ν΄ ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, κατά επιθυμία του πατέρα του. Το 1882, ενώ υπηρετεί ως λοχίας στη φρουρά του Ναυπλίου γράφει την πρώτη του κωμωδία την οποία δύο χρόνια αργότερα ανέβασε σε θεατρική σκηνή, που όμως δεν ολοκληρώθηκε λόγω πυρκαγιάς που ξέσπασε στη σκηνή κατά τη δεύτερη πράξη του έργου, χωρίς όμως να συμβεί ατύχημα. Το απρόοπτο αυτό γεγονός που χαρακτηρίστηκε από τους θεατρικούς κύκλους της εποχής ως καλός οιωνός ενεθάρρυναν τον συγγραφέα να επιδοθεί στο θέατρο και να παραιτηθεί από το στρατό. Έτσι τον αμέσως επόμενο χρόνο, στις 19 Ιουλίου του 1895 πραγματοποιείται, στην Αθήνα, στο θέατρο «Αθήναιον», η πρεμιέρα του πρώτου και σπουδαίου θεατρικού του έργου «Η Μάρκελλα», ένα τετράπρακτο δράμα, υπό τον θίασο Δ. Κοτοπούλη, για το οποίο όλος ο τότε αθηναϊκός τύπος εξέφρασε «ευμενέστατα σχόλια». Με τις παραστάσεις αυτού του έργου, που παρακολούθησαν οι Βασιλείς και πολιτικοί ξεκίνησε ουσιαστικά η μεγάλη θεατρική συγγραφή του Π. Δημητρακόπουλου μέχρι τον Απρίλιο του 1922 που έγραψε το τελευταίο του έργο «Το Κριτήριον», που ανεβάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, λίγες ημέρες πριν τον θάνατό του.

Η εργογραφία του περιλαμβάνει πάνω από εκατό έργα. Μεταξύ των δημιουργιών του συγκαταλέγονται τραγωδίες, κωμωδίες, οπερέτες, καθώς και επιθεωρήσεις, όπου ήταν μάλιστα ένας από τους πρώτος συγγραφείς του τελευταίου αυτού είδους στην Ελλάδα.

 

***

 

Η Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα. Η εισήγησή του έφτασε στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων.

 

Ο Κώστας Στεργιόπουλος ήταν ο γυμνασιάρχης μας στο ΣΤ’ Γυμνάσιο Αρρένων της Αθήνας και η ποίηση ήταν πάντα στα αγαπημένα θέματα της διδασκαλίας του στο μάθημα των Νέων Ελληνικών.

 

Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά.
Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι.

Παναγιώτης ΜήλαςΠαγκόσμια ημέρα ποίησης συντροφιά με έναν γάτο…
Περισσότερα

Ο Λένιν με μια Γάτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Στην αγκαλιά του ξεκουράζεται,

με τα μπροστινά της πόδια στον αγκώνα.

Τα μάτια μισοκλείνει, καθώς το χέρι

τη ράχη της χαϊδεύει,

και μοιάζει ευτυχισμένη: Εκείνος πού

πρωί της έδωσε το γάλα, τώρα συλλογιέται

πώς να σώσει από την πείνα τους ανθρώπους.

 

Günter Kunert (Βερολίνο, 1929). Πολυγρα­φό­τα­τος Γερμανός συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ογρά­φος και ζωγράφος. Η ε­βρα­ϊ­κή κα­τα­γω­γή του και ο πό­λε­μος δεν του επέ­τρε­ψαν να ο­λοκλη­ρώ­σει τις σπου­δές του στις Γραφικές Τέ­χνες. T­ο 1948 προ­σχώ­ρη­σε στο Κομ­μου­νι­στι­κὸ Kόμ­μα (S­ED), όπου γνω­ρί­στη­κε με τον B­r­e­c­ht, απ’ τον ο­ποίο ε­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Το 1979 κα­τέ­φυ­γε με τη σύ­ζυ­γό του στην Ομο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α της Γερ­μα­νί­ας. Εκδίδει βι­βλί­α αδι­α­λεί­πτως και με τα­χύ­τα­τους ρυθμούς από το 1950 (οι τίτλοι υπερβαίνουν τους εκατό).

Aπό το βιβλίο του Αντ. Στεμνή «Επιλογή από τη γερμανική ποίηση» (1978), ποιήματα εμπνευσμένα από την Οχτωβριανή Επανάσταση.

eirini aivaliwtouΟ Λένιν με μια Γάτα
Περισσότερα

Η άφιξη του χριστουγεννιάτικου δέντρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τρυφερή, σχεδόν συγκινητική σκηνή από κάποιο χωριό του Βορρά. Ο πατέρας έρχεται από το δάσος και κρατάει το δέντρο. Το παιδάκι, η μητέρα και η γάτα έχουν βγει από το σπιτάκι στο χιονισμένο δρόμο για να τον υποδεχτούν.

Hans Andersen Brendekilde (1858-1942), Η άφιξη του χριστουγεννιάτικου δέντρου.

H. A. Brendekilde (Ζωγράφος)
Γέννηση: 7 Απριλίου 1857, Μπρεντεκίλντε – Όντενσε, Δανία
Απεβίωσε: 30 Μαρτίου 1942, Jyllinge, Δανία

Το τοπίο της φύσης που απεικονίζεται στον πίνακα ανήκει εμφανώς σε χώρα του Βορρά, όπως εμφανείς είναι και οι επιρροές του ιμπρεσιονισμού στη ζωγραφική του Μπρεντεκίλντε.
Ο Χανς Άντερσεν αρχικά εκπαιδεύτηκε ως λιθοξόος. Στη συνέχεια, σπούδασε γλυπτική και σχέδιο στην Ακαδημία των Τεχνών στην Κοπεγχάγη όπου και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Τότε πρόσθεσε στο όνομά του το Brendekilde από τον τόπο της καταγωγής του, όπως έκανε και ο φίλος του, με το ίδιο επίθετο, ζωγράφος Laurits Andersen που πρόσθεσε το όνομα Ring. Συνήθιζε να ζωγραφίζει τοπία και σκηνές από την ύπαιθρο της χώρας του που συχνά είχαν και κάποιο κοινωνικό χρώμα, λόγω ίσως της ταπεινής του καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλοκόπος. Ζωγράφισε, επίσης, πολλά τοπία από τα ταξίδια του στην Ιταλία, την Αίγυπτο και τη Συρία. Έφτιαχνε κεραμικά και υπήρξε ο πρώτος σχεδιαστής σε γυαλί της Δανίας. Ο Brendekilde απεικονίζει συχνά σκηνές από την καθημερινότητα των ανθρώπων της υπαίθρου τον χειμώνα. Κρύο και χιόνι… Τα πάντα καλυμμένα με χιόνι.
Οι πίνακές του σήμερα έχουν μεγάλη αξία και φθάνουν σε υψηλές τιμές στις δημοπρασίες έργων τέχνης.

eirini aivaliwtouΗ άφιξη του χριστουγεννιάτικου δέντρου
Περισσότερα

«Η γάτα» από τον Jean Cocteau

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Πλάι στη φωτιά, σαν κόκκινο χρυσόψαρο που παρασύρει το νερό, βούλιαξε η γάτα στον εαυτό της. Αν, κατά λάθος, κουνηθώ, η γάτα μπορεί να μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Ο περιστρεφόμενος τροχός της παλιάς μαγείας δεν πρέπει να σταματήσει: να μεταμορφωθεί σε πριγκίπισσα είναι γι’ αυτήν το απλούστερο πράγμα».

eirini aivaliwtou«Η γάτα» από τον Jean Cocteau
Περισσότερα

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο. Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Ένα λιοντάρι με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του. Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων, ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.
(Γιάννης Κοντός, Τα οστά, Κέδρος, 1982)

  • Πίνακας: René Magritte (1898-1967) – Το βραδινό γεύμα, 1940
eirini aivaliwtouΦούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο
Περισσότερα

«Ο γάτος και η σελήνη», William Butler Yeats

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο γάτος και η σελήνη

Ο γάτος τριγυρνούσε ΄δώ κι εκεί
Και η σελήνη στριφογύριζε σα σβούρα,
Κι ο πιο δικός της συγγενής
Ο σιγανός ο γάτος, πάνω κοίταξε.
Ο μαύρος Μιναλούς κοίταξε τη σελήνη,
Και πλάνης λυπημένος καθώς ήταν,
Το καθαρό αργυρό φως στον ουρανό
Ξεσήκωσε το ζωντανό του αίμα.
Τρέχει μες στο χορτάρι ο Μιναλούς
Σηκώνοντας τα μαλακά του πόδια.
Θες να χορέψεις Μιναλούς, χορεύεις;
Όταν δυο τόσο ταιριαστοί συναντηθούν,
Τι πιο καλό από ένα κάλεσμα χορού;
Ίσως να μάθει κι η σελήνη,
Από συρμούς βαριεστημένη,
Νέα στροφή χορού.
Κυλιέται στο χορτάρι ο Μιναλούς
Εδώ κι εκεί σε σεληνόφωτη μεριά
Κι η ιερή σελήνη από ψηλά,
Έχει αλλάξει φάση.
Να το γνωρίζει ο Μιναλούς ότι οι κόρες
των ματιών του συνεχώς θ’ αλλάζουν,
Από ολόγιομες μισές
Από μισές γεμάτες;
Κυλιέται στο χορτάρι ο Μιναλούς
Μόνος, σημαντικός και φωτισμένος
Κοιτάζει τη σελήνη όπως αλλάζει
αλλάζοντας στα μάτια του ματιά.

William Butler Yeats

Μετ. Μάρω Παπαδημητρίου
(Yeats Selected poetry, Pan Books 1974)

  • Αρχική εικόνα: Η τελευταία γνωστή φωτογραφία του William Butler Yeats. Δείχνει τον ποιητή στο Hôtel Idéal Séjour, στο Menton της Γαλλίας, τον Ιανουάριο του 1939. Ο Yeats φωτογραφίζεται με μια λευκή γάτα. Σύμφωνα με τη σημείωση στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, η γάτα ονομάζεται «Minnaloushe» και είναι συναρπαστική. Το διάσημο ποίημα του Yeats ωστόσο είναι για μια μαύρη γάτα κι όχι για μια άσπρη γάτα. Πιθανόν ο ποιητής να θυμόταν έναν προηγούμενο έρωτά του με έναν μαύρο γάτο, που υπήρξε έμπνευση και μούσα του.
eirini aivaliwtou«Ο γάτος και η σελήνη», William Butler Yeats
Περισσότερα

Άνθρωποι και Γάτες…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«…Υπάρχει κάτι στην αλτρουιστική και γεμάτη αυτοθυσία αγάπη του άλογου πλάσματος που αγγίζει την καρδιά κάποιου που είχε συχνά την ευκαιρία να δοκιμάσει την αχρεία φιλία και την επιφανειακή πίστη του ανθρώπου…»
Ο Μαύρος Γάτος – Έντγκαρ Άλαν Πόε

«…Κι όμως, μέσα σ’ όλην αυτή την καλοπέραση, μόνο μιαν ευχή, έναν πόθο είχα μες στην καρδιά μου: να δραπετεύσω απ’ το ανοιχτό παράθυρο, πάνω στις στέγες…»
Ο Παράδεισος των Γάτων – Εμίλ Ζολά

«Ο κύριός μου μ’ έπαιρνε πολύ τακτικά μαζί του στη βιβλιοθήκη του δούκα, όπου απέτρεψα με προσωπική μου παρέμβαση τη βρώση πολλών κακών και περιττών βιβλίων από βουλιμικούς βιβλιοπόντικες. Πρόσεξα δε ότι αυτά τα ενδιαφέροντα για τη λογοτεχνία ζώα έλκονταν ιδιαιτέρως απ’ την παραλογοτεχνία, επιδεικνύοντας το ίδιο κακό γούστο με πολλούς αναγνώστες. Σ’ αυτούς τους τελευταίους παρείχα – άθελά μου – πολύτιμες υπηρεσίες με τη δραστηριότητά μου στη βιβλιοθήκη…»
Η Γάτα του Γκαίτε – Σβεντ Λέοπολντ

«Οι Κινέζοι διαβάζουν την ώρα μέσα στα μάτια των γάτων.
Μια μέρα, ένας μισθοφόρος που έκανε τη βόλτα του στα περίχωρα του Νάνκινγκ, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει το ρολόι του και ρώτησε ένα αγόρι τι ώρα ήταν. Ο αλητάκος της Ουράνιας Αυτοκρατορίας δίστασε αρχικά, κατόπιν, όμως, θυμήθηκε κάτι, και απάντησε στον μισθοφόρο: «Θα σας πω αμέσως».
Λίγες στιγμές αργότερα, εμφανίστηκε κρατώντας στα χέρια του μια μεγάλη, χοντρή γάτα και, κοιτώντας το ασπράδι των ματιών της, διαβεβαίωσε τον άνθρωπο χωρίς δισταγμό: «Είναι λίγο πριν από το μεσημέρι, κύριε». Πράγμα απολύτως σωστό.
Αλλά κι εγώ, όταν γέρνω πάνω στην ωραία Φελίν, που τόσο εύστοχα της δώσαν αυτό το όνομα, στη Φελίν που τιμά το φύλο της και που είναι για μένα η περηφάνια της καρδιάς μου κι η ευωδία της ψυχής μου, τότε βλέπω, είτε είναι νύχτα, είτε μέρα, στο πιο λαμπρό φως ή στην πυκνότερη σκιά, βλέπω πεντακάθαρα στο βάθος των αξιολατρευτων ματιών της τον χρόνο, τον ίδιο πάντα: έναν χρόνο μακρινό, γιορταστικό, μεγάλο σαν το κενό, χωρίς διαίρεση σε λεπτά και δευτερόλεπτα – έναν ακίνητο χρόνο, που δεν έχει ώρα κι όμως είναι ανάλαφρος σαν στεναγμός και φευγαλέος σαν ένα βλέμμα.
Και αν κάποιος ενοχλητικός άνθρωπος ερχόταν να με ταράξει την ώρα που το βλέμμα μου είναι προσηλωμένο στο χαριτωμένο αυτό ρολόι, αν κάποια ανυπόμονη ψυχή με ρωτούσε: «Μα, τι ψάχνεις μες στα μάτια αυτού του πλάσματος; Μήπως τον χρόνο, σπάταλε και αργόσχολε θνητέ;», θα του απαντούσα χωρίς δισταγμό: «Ναι, τον χρόνο! Την αιωνιότητα!»…»
Η ώρα – Σαρλ Μπωντλαίρ

House Prince by Gedda Runyon Starlin

 

Ανθολογία – Άνθρωποι και Γάτες – Ρ. Κίπλινγκ / Ε. Σκάζα-Βάις / Γκυ ντε Μωπασάν / Ε.Α. Πόε / Ε. Ζολά / Σ. Λέοπολντ / Κολέτ / Ε. Χέμινγουεϊ / Τ. Τζόυς / Σ. Μπωντλαίρ

Μετάφραση: Γιούλη Τσίρου
Εκδόσεις: Το Ποντίκι, 2006

Ophelia Redpath. *** Cats & …

Στην ανθολογία αυτή παρουσιάζονται ενδεικτικά δέκα κορυφαίοι εκπρόσωποι της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο καθένας απ’ τους οποίους, με τον μοναδικό τρόπο του, αναδεικνύει τη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γάτα. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των ιστοριών είναι η ενστικτώδης διάθεση ανεξαρτησίας του ζώου, που το κάνει να φαίνεται σαν να διεκδικεί από τον άνθρωπο μια σχέση αμοιβαιότητας. Έτσι, περιγράφονται σχέσεις εξανθρωπισμένες, που αναφέρονται στην τάση για ελευθερία, στον έρωτα, στη ζηλοτυπία, στη σεξουαλικότητα, στην εξυπνάδα. Η γάτα, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ζώο, διατηρεί τον δικό της τρόπο ζωής (διαφέροντας ριζικά από τον σκύλο), προσαρμοσμένη εν τούτοις σ’ ένα περιβάλλον πέρα για πέρα ανθρώπινο.

 

Tea time with baby. by Michael Leu

 

  • Αρχική εικόνα: Park Hang-Ryul
eirini aivaliwtouΆνθρωποι και Γάτες…
Περισσότερα

«Η γάτα της Αθήνας» – Από την ποίηση του Τζαν Γιουτζέλ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Τζαν Γιουτζέλ ήταν «μια βροντερή φωνή φρέσκια, άμεση, πρωτότυπη» για τα τουρκικά -και όχι μόνο- ποιητικά δρώμενα του 20oυ αιώνα. Ασυμβίβαστος, πολυταξιδεμένος, κοσμοπολίτης, ευθύς, σαρκαστικός αλλά και ευαίσθητος, αφήνει πίσω του μια ποίηση αντίστοιχη του τρόπου ζωής του, μια ποίηση που πλάθεται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και καθιστά τον αναγνώστη συμμέτοχο στον ποιητικό κόσμο του γράφοντος «Για να δημιουργήσουμε μια νέα ζωή/ Ζώων και ανθρώπων/ Μεταβαλλόμενοι αλλά και μεταβάλλοντας/ Με την τεράστια δύναμη των λέξεων».

Η γάτα της Αθήνας

Κοιτάζω από το υπόγειο

Απέναντί μου υπάρχει τοίχος δύο μέτρα

Πιο πίσω τα γεράνια

Περνά τώρα μια γάτα πάνω στον τοίχο

Τεντώνεται τανιέται

Γυρίζει πίσω κατουρά

Το πιο κόκκινο γεράνι,

Μετά ξαπλώνει φαρδιά-πλατιά

Γλείφει τα μέλη της

Βλέπω πως δεν έχει ακόμη ευνουχιστεί

Δεν έχει ακόμη ενταχθεί στην Ευρωπαική Ένωση.

Τζαν Γιουτζέλ, Ποιήματα, μετάφραση Ηρακλής Μήλλας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

  • Ο Τζαν Γιουτζέλ ταξίδεψε ανά τον κόσμο, εργαζόμενος είτε ως μεταφραστής σε διάφορες πρεσβείες ή ακόμη και ως ταξιδιωτικός ξεναγός. Η κοσμοπολίτικη παιδεία του και τα ταξίδια του σε όλη την Ευρώπη («Σχεδόν πέρασα από την Ευρώπη σας/ σχεδόν με τα πατήματα αλόγου κούρσας») προκύπτει ευθέως από την ποιητική του γραφή, μια γραφή ετερογενών αποχρώσεων, αρμονικά συνδυασμένων στον ποιητικό καμβά του γράφοντος.

Πρόκειται για μια ποίηση που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, προσπαθώντας να συνδέσει σε μια αδιάκοπη ενότητα το εσωτερικό βίωμα με το εξωτερικό ερέθισμα. Η συχνή χρήση των τοπωνύμιων (ειδικά στα ποιήματα που έχουν επιλεγεί από τη συλλογή «Οικογενειακώς»), η διαρκής παρουσία του υγρού στοιχείου («Η βροχή, σαν παλιός μπεκρής, / Τώρα το έριξε στο ροζέ»), ο προφορικός τόνος και η δυναμική παρουσία της αργκό και της αγοραίας γλώσσας, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία, που διέπουν τη συγκεκριμένη εκλογή των ποιημάτων από τον μεταφραστή Ηρακλή Μήλλα, καλύπτοντας έτσι ένα ευρύ φάσμα της συνολικής ποιητικής παραγωγής του Γιουτζέλ. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αποκομίζει κανείς την εντύπωση, ότι πρόκειται για έργο ενιαίο αλλά και πολύμορφο, μέσα από τις εναλλαγές του οποίου σκιαγραφείται η εικόνα του εσωτερικού και του κοινωνικού ανθρώπου, μια εικόνα εκ πρώτης όψεως αντιφατική και ωστόσο απολύτως συμφιλιωμένη με τις διακυμάνσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διαλογική συνύπαρξη των ετερογενών αποχρώσεων του ανθρώπινου χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το κάθε ποίημα συνολικά και από το συνδυασμό τους, δημιουργεί μια ποιητική ατμόσφαιρα ταυτόχρονα στοχαστική και ανατρεπτική. Ο γράφων μέσα από την αυτοκριτική του προβαίνει σ’ έναν συλλογικό απολογισμό («Λέω χώρα μου, είναι όντως χώρα (…) Λέω ρεζίλι, είναι όντως ρεζίλι») και σε μια, ιστορικών αποχρώσεων, «ποιητική κριτική» με αποκορύφωμα αφενός το ποίημα «6/7 Σεπτεμβρίου 1955», που αναφέρεται στα Σεπτεμβριανά και αφετέρου το τελευταίο της συλλογής με τίτλο «Περπατάμε στη στάση», όπου γίνεται λόγος για την παθητική στάση και τις αέναες προσδοκίες του λαού: «Περιμένουμε ως έθνος περιμένουμε(…) η υπομονή συνεισφέρει λένε/Αλλά πρέπει να κουνάς και τα χέρια σου».

ΒΡΕ ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΠΡΑΜΑ

Χτες βράδυ σβήσανε τα φώτα,
Παίζαμε σκάκι μαζέψαμε τα πιόνια όπως όπως
Πλαγιάσαμε υποχρεωτικώς.
Σαν μαύρες γάτες τριγυρνούσαν στον κοιτώνα
Των κοιμισμένων φίλων οι ανάσες.
Ας τριγυρνούν λιγάκι!
Πάνω που ‘χα και εγώ σαλπάρει για το σπίτι
Χωρίς σταλαματιά να πέφτει απ’ το κουπί μου
Να τη π’ ανάβει κείνη η λάμπα εκατό κηρίων!
Κατάδικος στα κάτεργα βαρκάδα μες στο Βόσπορο
Αμ δίκιο έχουν, βεβαίως δεν σ’ αφήνουν, να όμως…
Βρε τι ωραίο πράμα το στοτάδι!
– Ποιήματα ενός πολιτικού κρατούμενου (Bir siyasinin siirleri, 1974)

Ο Τζαν Γιουτζέλ (Can Yücel, 21 Αυγούστου 1926 – 12 Αυγούστου 1999) ήταν Τούρκος ποιητής, ένας από τους πιο διακεκριμένους Τούρκους ποιητές του 20ού αιώνα, γνωστός για την απλή και ειλικρινή (και μερικές φορές αγενή) γλώσσα των ποιημάτων του.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γιος του πρώην υπουργού Εθνικής Παιδείας Χασάν Αλί Γιουτζέλ. Σπούδασε Λατινικά και Ελληνικά στα Πανεπιστήμια της Άγκυρας και του Κέημπριτζ και εργάστηκε ως μεταφραστής σε διάφορες πρεσβείες και στον τουρκικό τομέα του BBC στο Λονδίνο. Μετά την επιστροφή του στην Τουρκία το 1958, αφού έκανε στρατιωτική θητεία στην Κορέα, εργάστηκε για λίγο ως ταξιδιωτικός ξεναγός στο Μπόντρουμ και έπειτα έζησε στην Κωνσταντινούπολη ως ελεύθερος μεταφραστής και ποιητής. Είχε δύο κόρες, την Γκιουζέλ και τη Σου και έναν γιο, τον Χασάν, από το γάμο του με την Γκιουλέρ Γιουτζέλ.

Στα τελευταία του χρόνια εγκαταστάθηκε στην απομονωμένη χερσόνησο Ντάτσα στη Μούγλα στη νοτιοδυτική Τουρκία. Πέθανε στην Ντάτσα (Μούγλα) το 1999, όπου και κηδεύτηκε.

Ο Τζαν Γιουτζέλ είναι γνωστός για τη συχνή χρήση αργκό και μερικές φορές αγοραίας γλώσσας στα ποιήματά του. Ωστόσο, οι κριτικοί του συμφωνούν επίσης πως η αποτελεσματικότητά του στη χρήση λέξεων με έναν απλό και κατανοητό τρόπο αξίζει εγκωμίων και εκτίμησης. Θεωρούσε πολύ σημαντική γι’ αυτόν την οικογένειά του και οι αγαπημένοι του αναφέρονται σε πολλά ποιήματά του, όπως τα «Στη Μικρή μου Κόρη Σου», «Στην Γκιουζέλ» και «Αγαπούσα τον Πατέρα μου Πιο Πολύ στη Ζωή μου».

Ο Γιουτζέλ μετέφρασε επίσης έργα των Σαίξπηρ, Λόρκα και Μπρεχτ στα Τουρκικά.

  • Αρχική εικόνα: «A girl and her cat». Athens street art, Greece. (Photo by Michel)
eirini aivaliwtou«Η γάτα της Αθήνας» – Από την ποίηση του Τζαν Γιουτζέλ
Περισσότερα