Πρόσωπα

Στον φυλακισμένο Μούσα Καρτ δόθηκε το Διεθνές Βραβείο Σκίτσου την Ημέρα της Ελευθερίας του Τύπου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Πέμπτη 3 Μαΐου 2018. «Δυστυχώς, και η φετινή επέτειος βρίσκει τους δημοσιογράφους σε δεινή θέση σε πολλές χώρες του πλανήτη, χωρίς από πουθενά να φαίνεται ελπίδα να σταματήσει το βαρύ τίμημα που πληρώνουν κάθε χρόνο οι συνάδελφοι, προκειμένου να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους».
Αυτό έγραφε η ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ για την Ημέρα της Ελευθερία του Τύπου.

Την ίδια ημέρα όμως η ελβετική οργάνωση «Cartooning for Peace» τη γιόρτασε απονέμοντας το Διεθνές Βραβείο Σκίτσου σε έναν γελοιογράφο ο οποίος βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές της Τουρκίας. Πρόκειται για τον Μούσα Καρτ (Musa Kart) ο οποίος – μαζί με άλλους εκατοντάδες δημοσιογράφους – κατηγορήθηκε από το καθεστώς Ερντογάν (Erdoğan) ως…τρομοκράτης.

Το Διεθνές Βραβείο Σκίτσου απονέμεται μία φορά κάθε δύο χρόνια από το 2012, σε «θαρραλέους σκιτσογράφους του Τύπου» που «βρίσκονται σε κίνδυνο εξαιτίας της τέχνης τους».

 

Ο Τούρκος γελοιογράφος Musa Kart (στο κέντρο) σε εκδήλωση υπέρ της ελευθερίας του Τύπου.

 

Όπως έγραψε ο Καρτ στην απολογία του στο High Criminal Court της Κωνσταντινούπολης: «Τηλεφώνησα σε ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο, αναζητώντας τριήμερες διακοπές στο Αλικαρνασσό. Αυτό το τηλεφώνημα καταχωρίστηκε ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον μου. Κατηγορήθηκα ότι είχα επαφή με τρομοκρατική οργάνωση. Ενώ ήλπιζα να περάσω τρεις ημέρες σε ένα δωμάτιο με θέα τη θάλασσα, κατέληξα στο κελί της φυλακής».

Στο ίδιο κείμενο παρακάτω έγραφε: «Πριν από χρόνια, έφτιαχνα γελοιογραφίες με τις οποίες κατηγορούσα τη δράση του Fettullah Gülen εναντίον της χώρας μας και τώρα με κατηγορούν ως τρομοκράτη εκείνοι οι οποίοι ήταν «το δεξί χέρι» του Gülen. Είχα το προνόμιο να είμαι γελοιογράφος της εφημερίδας «Cumhuriyet» για 23 χρόνια. Αν είχαν κάνει έρευνα – χωρίς προειδοποίηση – στο σπίτι μου, θα έβρισκαν την υπογραφή μου κάτω από τις πιο σκληρές αντιτρομοκρατικές γελοιογραφίες οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας μου τα τελευταία 6 χρόνια».

***

Φέτος, η Κριτική Επιτροπή της Οργάνωσης Cartooning for Peace «επέλεξε να βραβεύσει τον Μούσα Καρτ, τον εμβληματικό σκιτσογράφο της καθημερινής εφημερίδας Cumhuriyet της Κωνσταντινούπολης, λόγω του ταλέντου του και του θάρρους που επέδειξε στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας».

Την επιτροπή που απονέμει το βραβείο απαρτίζουν ένας εκπρόσωπος του δήμου της Γενεύης, ο Γκιγιόμ Μπαραζόν, ο διευθυντής της ΜΚΟ Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW), ο Κένεθ Ροθ, καθώς και οι σκιτσογράφοι Plantu (Le Monde), Chappatte (Le Temps, The New York Times, Neue Zürcher Zeitung) και Λάιζα Ντόνελι (The New Yorker).

***

 

Φυσικά, ο Καρτ δεν μπορούσε να πάει προσωπικά για να πάρει το βραβείο του στην Ελβετία, καθώς είναι φυλακισμένος και περιμένει να εκδικαστεί η έφεσή του, «τελεί υπό δικαστικό έλεγχο και υπό απαγόρευση εξόδου από την επικράτεια» της Τουρκίας, εξηγεί η ανακοίνωση της Οργάνωσης.

Να θυμίσω εδώ ότι η Τζουμχουριέτ («Δημοκρατία»), η οποία ιδρύθηκε το 1924, έχει προκαλέσει επανειλημμένα την οργή του Ερντογάν λόγω της καυστικής κριτικής της.

Εκτός από τον Μούσα Καρτ άλλοι 14 συνάδελφοί του στην Τζουμχουριέτ, καταδικάστηκαν έπειτα από μια δίκη διάρκειας 9 μηνών, να εκτίσουν ποινή φυλάκισης τριών ετών και εννέα μηνών για υποστήριξη «τρομοκρατικών οργανώσεων». Αυτή την απόφαση η εφημερίδα τη χαρακτήρισε απλά «ντροπή», καταγγέλλοντάς την ως ένα «βαρύ πλήγμα» στην ελευθεροτυπία στην Τουρκία.

Ο δικηγόρος του Kart, δήλωσε ότι οι επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων της Cumhuriyet είναι χειρότερες από τις υποθέσεις McCarthy, στις περίφημες δίκες του 1950 όταν κατηγορήθηκαν περισσότερα από 200 άτομα για κομμουνιστική δράση.

***

Αυτή η επίθεση του Erdoğan στον Kart δεν ήταν η πρώτη. Το 2005, ως πρωθυπουργός, τον έστειλε και πάλι στο δικαστήριο το οποίο όμως αποφάσισε ότι το σκίτσο που είχε κάνει δεν ήταν συκοφαντική δυσφήμηση. Η ποινή που επιβλήθηκε στον Καρτ ήταν πρόστιμο σε 5.000 τουρκικές λίρες. Αποτέλεσμα εκείνης της επίθεσης ήταν να απονεμηθεί στον Kart το βραβείο Courage in Editorial Cartooning.

***

Στη συνέχεια, το 2014, ο Kart δημοσίευσε μία γελοιογραφία όπου δύο άντρες – συνεργάτες του Ερντογάν – έκλεβαν χρήματα από ένα θησαυροφυλάκιο. Ύστερα από μήνυση του πρωθυπουργού κατηγορήθηκε ο Καρτ για δυσφήμηση.

«Αυτό που ζούμε είναι γελοίο. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτώ αυτή την κατηγορία. Πηγαίνω να παραδοθώ. Δεν έχω να κρύψω τίποτα. Όσα σκίτσα έκανα ήταν κριτική και ελεύθερη άποψη. Να χαιρόμαστε όλοι την προεδρία του Ταγίπ Ερντογάν»… δήλωσε ο Καρτ.
Ο εισαγγελέας πρότεινε εννέα χρόνια φυλάκισης. Τελικά όμως ο γελοιογράφος απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες.

***

Ο Musa Kart γεννήθηκε το 1954 στη Yeniceoba, στην επαρχία της Konya in 1954. Δημοσίευση την πρώτη του γελοιογραφία σε ηλικία 20 ετών όταν ήταν στην Άγκυρα. Εκείνη την εποχή σπούδαζε στο Πολυτεχνείο. Το 1983 σταμάτησε να εργάζεται ως μηχανικός και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη γελοιογραφία. Δούλεψε στις εφημερίδας: Milliyet, Güneş, Günaydın, Cumhuriyet και στο περιοδικό Nokta. Από το 1994, εργάζεται στην καθημερινή εφημερίδα Cumhuriyet.

Πριν από το Διεθνές Βραβείο Σκίτσου της «Cartooning for Peace» ο Μούσα Καρτ κατέκτησε και τα παρακάτω βραβεία:
1985: «The Journalist of the Year», (Contemporary Journalists Association)
1985: First prize on the category of «Press Sport Caricature» (Amateur Sport Club Confederation)
1991: Award of Merit (Journalist Association)
1995: «Caricature Prize for Democracy», (Caricaturists Association)
1996: «The Journalist of the Year», (Contemporary Journalist Association)
1998: «The Caricaturist of the Year», (Siyaset Magazine)
2006: «Freedom of the Press», by the Turkish Journalist Society.

***

Κλείνοντας αυτό το θέμα πιστεύω πως αξίζει να προσθέσω άλλο ένα απόσπασμα από την έγγραφη απολογία του Musa Kart στο High Criminal Court της Κωνσταντινούπολης:

 

 

«Η γελοιογραφία είναι συνώνυμη με την κριτική σκέψη. Εάν μελετήσετε την έρευνα που διεξήγαγε ο ΟΟΣΑ για την κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων, θα διαπιστώσετε ότι το ποσοστό των νέων στην Τουρκία με υψηλό επίπεδο κριτικής σκέψης είναι μόλις 2,2%, ενώ ο μέσος όρος που ο ΟΟΣΑ διαπίστωσε ήταν 11%, ενώ ο αριθμός αυτός στη Νότια Κορέα ανέρχεται στο 28%. Θα μπορούσαμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε τη γελοιογραφία, ειδικά στα σχολεία, για να αναπτύξουμε την κριτική σκέψη. Εμείς εδώ όμως προτιμήσαμε την οδό της άδικης κατηγορίας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω δυο λόγια για τον εμπειρογνώμονα του οποίου οι σκέψεις αποτέλεσαν τη βάση αυτών του κατηγορητηρίου: Δεν έχει κάποιες ειδικές νομικές γνώσεις. Ούτε είναι ειδικός στον τομέα των επικοινωνιών. Τι είναι λοιπόν; Είναι ειδικός μόνο στους υπολογιστές και εργάζεται σε φιλοκυβερνητικά ιδρύματα. Ο κύριος αυτός λοιπόν ανακάλυψε τη λέξη «χειραγώγηση». Σχεδόν σε κάθε πρόταση της έκθεσης χρησιμοποιεί τη λέξη «χειραγώγηση» και με κατηγορεί ότι με τις γελοιογραφίες μου προσπαθώ να χειραγωγήσω το κοινό. Όμως αυτός ο «εμπειρογνώμονας» φαίνεται ότι χρησιμοποιεί τη λογική του λύκου που θέλει να φάει τα πρόβατα στην άλλη πλευρά του ποταμιού λέγοντας ότι «πίνετε το νερό μου»…».

Παναγιώτης ΜήλαςΣτον φυλακισμένο Μούσα Καρτ δόθηκε το Διεθνές Βραβείο Σκίτσου την Ημέρα της Ελευθερίας του Τύπου
Περισσότερα

Σωτήρης Χατζάκης. Οι περιπέτειες του ηθοποιού μέσα από έξι διαλέξεις στο Ίδρυμα Θεοχαράκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τα εργαλεία, οι μέθοδοι, οι τεχνικές του ηθοποιού στη διαχρονική επαφή του με τους σχηματισμούς και τα δόγματα που τον περιβάλλουν. Έξι διαλέξεις, στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Β. & Μ. Θεοχαράκη, από τον σκηνοθέτη Σωτήρη Χατζάκη. Έξι σταθμοί σε κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας (από το αρχαίο δράμα στον Shakespeare, από τον Τσέχωφ στον Strindberg, από τον Brecht στο σύγχρονο ελληνικό έργο), που αποκαλύπτουν τη στάση του ηθοποιού στα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

***

Ο Σωτήρης Χατζάκης γεννήθηκε το 1957 και σπούδασε θέατρο στην Αθήνα. Με την ιδιότητα του ηθοποιού συμμετείχε σε παραστάσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Με την ιδιότητα του σκηνοθέτη έχει υπογράψει παραστάσεις σε κρατικά και ιδιωτικά θέατρα της Ελλάδας. Με την ιδιότητα του καλλιτεχνικού διευθυντή διηύθυνε τα θέατρα: Θέατρο Καισαριανής (1980-Ι988), ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών (1993-94), Θέατρο Πολιτεία (1994), Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και Εθνικό Θέατρο.

Έχει παρουσιάσει δουλειά του στην ελληνική επικράτεια, τέσσερις φορές στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, και στο εξωτερικό, στις χώρες: Ισπανία, Πορτογαλία, Γερμανία, Αγγλία, Πολωνία, Κύπρο, Αλβανία, Κούβα, Ν. Αφρική. Έχει διδάξει σε προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας, στο Κέντρο Δελφών, στην Πειραματική Σκηνή, στη θερινή Ακαδημία του Εθνικού Θεάτρου, στο τμήμα θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πάτρας, στο τμήμα θεάτρου του Α.Π.Θ. και στη Δραματική Σχολή του Κ.Θ.Β.Ε.

***

Τρίτη 8 Μαΐου 2018: Ηθοποιός και πολιτική.
Τρίτη 15 Μαΐου 2018: Ηθοποιός και οικονομία.
Τρίτη 22 Μαΐου 2018: Ηθοποιός και θρησκεία.
Τρίτη 29 Μαΐου 2018: Ηθοποιός και κοινωνία.
Τρίτη 5 Ιουνίου 2018: Ηθοποιός και οικογένεια.
Τρίτη 12 Ιουνίου 2018: Το δίλημμα ανάμεσα στην εγκατάσταση και στην περιπλάνηση.
Από τις 6 μ.μ. έως τις 8 μ.μ.

***

Κύκλος 6 διαλέξεων: 50 ευρώ, 25 ευρώ (για φοιτητές και ανέργους)
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 ευρώ, 5 ευρώ (για φοιτητές και ανέργους)
Για την έκδοση φοιτητικού εισιτηρίου απαιτείται η επίδειξη φοιτητικής ταυτότητας.

***

Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Β. & Μ. Θεοχαράκη
Διεύθυνση: Βασιλίσσης Σοφίας 9 και Μέρλιν 1, Αθήνα
Σταθμός μετρό «Σύνταγμα»
Πληροφορίες-Κρατήσεις: 210-36.11.206

Παναγιώτης ΜήλαςΣωτήρης Χατζάκης. Οι περιπέτειες του ηθοποιού μέσα από έξι διαλέξεις στο Ίδρυμα Θεοχαράκη
Περισσότερα

Η Κλεοπάτρα Μάρκου υπότροφος 2018 στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Στις 28 Απριλίου 2018 πηγαίνει στη Γερμανία η Ελληνίδα ηθοποιός Κλεοπάτρα Μάρκου, όπου και θα παραμείνει έως τις 9 Μαΐου, για να παρουσιαστεί στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου, από τα μέλη της οποίας επιλέχθηκε ως υπότροφος στον τομέα του Performing Arts, με σκοπό να φιλοξενηθεί στην Ακαδημία και να εξελίξει τη δουλειά της, πάνω σε project της επιλογής της από τον Δεκέμβριο του 2018 έως τον Φεβρουάριο του 2019 και με στόχο την παρουσίαση του project αυτού τον Μάιο του 2019.

Η Ακαδημία Τεχνών του Βερολίνου ιδρύθηκε το 1696 και αποτελεί μια από τις παλαιότερες και σημαντικότερες ακαδημίες πολιτισμού της Ευρώπης. Σήμερα απαρτίζεται από 413 μέλη, τα οποία προέρχονται από 6 μεγάλες κατηγορίες: Visual Arts, Architecture, Music, Literature, Performing Arts, Film and Media Arts. Ενδεικτικά, στο τμήμα των Performing Arts το οποίο επέλεξε ως υπότροφο την Ελληνίδα Κλεοπάτρα Μάρκου αναφέρονται ως μέλη σπουδαία ονόματα του σύγχρονου πολιτισμού όπως Krzysztof Warlikowski, Frank Castorf, Christoph Marthaler, Volker Ludwig, Matthias Langhoff, René Pollesch, Nina Hoss, Nicolas Stemann, Angela Winkler, Matthias Lilienthal κ.ά.

Κάθε χρόνο δίνονται από την Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου δύο υποτροφίες για κάθε κατηγορία. Δώδεκα υποτροφίες σε νέους επαγγελματίες καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο στους αντίστοιχους 6 τομείς τεχνών: Visual Arts, Architecture, Music, Literature, Performing Arts, Film and Media Art. Φέτος η υποτροφία του Performing Arts δόθηκε στην Ελληνίδα ηθοποιό Κλεοπάτρα Μάρκου. Η συγκεκριμένη υποτροφία, ενταγμένη στη λογική του residency, προσκαλεί την καλλιτέχνιδα να φιλοξενηθεί στην Ακαδημία και να εξελιχθεί δουλεύοντας πάνω σε ένα δικό της project.

Στο πρώτο διάστημα (28.4.2018 – 7.5.2018) η Κλεοπάτρα Μάρκου συμμετέχει στο ανοιχτό φόρουμ όπου οι υπότροφοι από όλο τον κόσμο παρουσιάζουν τον εαυτό τους:ποιος είναι ο καθένας ως καλλιτέχνης, ποια είναι η μέχρι τώρα καλλιτεχνική του διαδρομή και κατεύθυνση, τι τον απασχολεί καλλιτεχνικά και τι θα ήθελε να ερευνήσει ως εξέλιξη της τέχνης του στο διάστημα που θα βρίσκεται στην Ακαδημία Τεχνών του Βερολίνου. Η παρουσίαση αυτή γίνεται μπροστά στα μέλη της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου που την επέλεξαν, στους υπόλοιπους καλλιτέχνες υποτρόφους (με σκοπό να γνωρίσει ο καθένας τη δουλειά του άλλου και να ανοιχτούν εδάφη μελλοντικής συνεργασίας και καλλιτεχνικής ανταλλαγής), καθώς και μπροστά στο βερολινέζικο κοινό (το λεγόμενο λεγόμενο «Public Plenum» ως διαδικασία) μια και το όλο event είναι απολύτως ανοιχτό ως θέαμα για όποιον ενδιαφέρεται να το παρακολουθήσει.

* Η Κλεοπάτρα Μάρκου (Συνέντευξη της Κλεοπάτρας Μάρκου στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ) είναι ηθοποιός και μεγάλωσε τα 7 πρώτα χρόνια της ζωής της στη Στουτγάρδη. Έκτοτε ζει στην Ελλάδα. Το 2014 δημιουργήθηκε για την ίδια ο πρώτος δίαυλος προς το εξωτερικό, με τη συμμετοχή της στη γερμανοελληνικής συμπαραγωγής ταινία Highway to Hellas σε σκηνοθεσία Aron Lehmann. Ακολούθησε το 2015 η συμμετοχή της στο International Forum του Berliner Festspiele Theatertreffen στο Βερολίνο, όπου επιλέχθηκε μέσα στους 37 καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο (σκηνοθέτες/περφόρμερς/δραματουργούς/ ηθοποιούς/ media artists/σκηνογράφους), οι 17 από γερμανόφωνες χώρες και οι υπόλοιποι από Μεξικό, Ρωσία, Ταϋλάνδη, Ιράν, Λετονία, Βραζιλία, Νορβηγία, Σουηδία, Μαλαισία, Ισπανία, Ρουμανία. Μέσα από το International Forum του Theatertreffen την ανακάλυψε η ελβετογερμανική Peng!Palast theater company, με την οποία συνεργάστηκε το 2016 στο πρότζεκτ της «ByeBye Babel», μια παράσταση ο τίτλος της οποίας ήταν εμπνευσμένος από το σύμβολο του Πύργου της Βαβέλ, που καταπιανόταν με τη δυστοπία και την ουτοπία της Ευρώπης, αποκαλύπτοντας κατά παράλογο τρόπο τις καταχρήσεις των ευρωπαϊκών συνόρων και το πολιτικά διαταραγμένο εσωτερικό της. Η παράσταση παίχτηκε αρχικά στη Βέρνη της Ελβετίας στο Schlachthaus Theater Bern και αργότερα περιόδευσε σε κάποιες πόλεις της Ελβετίας (στο Winterthur Theatre am Gleis, στο Theater Chur), καθώς και στο Βερολίνο (παίχτηκε στο Ballhaus Ost). Η συνεργασία της με τους Peng!Palast θα συνεχιστεί και στο επόμενο πρότζεκτ τους το «Faul», παράσταση που θα πραγματοποιηθεί τον προσεχή Νοέμβριο 2018 στη Βέρνη και θα ταξιδέψει σε Ελβετία και Γερμανία. Το 2016 παράλληλα η Κλεοπάτρα πρότεινε στο Bloom Up-Rodeo Theater & Tanz Festival Μονάχου της Γερμανίας μια ιδέα που είχε από καιρό σε σχέση με τα γυναικεία αρχέτυπα που συναντάμε στην ελληνική μυθολογία και την αρχαία τραγωδία. Η πρότασή της έγινε δεκτή από το Φεστιβάλ, επιλέχθηκε μέσα στις 4 προτάσεις -ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες- και σαν σύλληψη εμπλουτίστηκε, διαμορφώθηκε περαιτέρω και υλοποιήθηκε μαζί με άλλες τρεις καλλιτέχνιδες: τη Γερμανίδα σκηνοθέτη Jessica Glause, την Ουγγαρέζα χορεύτρια/περφόρμερ Beatrix Simko και τη Σέρβα σκηνογράφο/ενδυματολόγο Aleksandra Pavlovic – στο πλαίσιο μιας international καλλιτεχνικής σύμπραξης. Προέκυψε λοιπόν το «Get to know Kassandra», που παρουσιάστηκε σε μορφή work in progress στο Hoch X Theater, στο πλαίσιο του Bloom Up-Rodeo Theater & Tanz Festival. Την παράσταση αυτή ξεχώρισε και το γερμανικό θεατρικό περιοδικό Theater Heute. Ακολούθησε το καλοκαίρι του 2017 η παράσταση «Ιώ» και η συνεργασία της με την Αμερικανίδα Laura L. Tesman, που προσκλήθηκε από το 60ο Φεστιβάλ Φιλίππων να γράψει και να σκηνοθετήσει ένα έργο προορισμένο για να παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων. Φέτος το καλοκαίρι συμμετέχει στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή του Εθνικού Θεάτρου (Σκηνοθεσία Θάνος Παπακωνσταντίνου) που θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Πληροφορίες

Ελληνική Συμμετοχή 2018 | Κλεοπάτρα Μάρκου

Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου
Berlin, Γερμανία | Akademie der Künste
Hanseatenweg 10, 10557 Berlin, Γερμανία
http://www.adk.de/

Κριτική του Παναγιώτη Μήλα για την παράσταση «Ρότερνταμ»

  • Photographed By Giorgos Vitsaropoulos

 

 

eirini aivaliwtouΗ Κλεοπάτρα Μάρκου υπότροφος 2018 στην Ακαδημία των Τεχνών του Βερολίνου
Περισσότερα

Ηλίας Λεφούσης, Αυτοβιογραφία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Ηλίας Λεφούσης (Κερασιά Μαγνησίας, 1926 – Θεσσαλονίκη, 2008) ήταν Έλληνας συγγραφέας και πεζογράφος της νεότερης γενεάς της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γεννήθηκε στην Κερασιά Μαγνησίας και έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στον Βόλο.

Το έργο του «Ασημίνα Λαΐου» επανεκδόθηκε τρεις φορές και είχε λάβει το Β΄ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας στην κατηγορία Μυθιστόρημα το 1985. Το έργο μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 1989 από τον σκηνοθέτη Τάσο Ψαρά σε τηλεοπτική σειρά δεκατριών επεισοδίων με τον ομώνυμο τίτλο και με παραγωγή της ΕΡΤ. Το ίδιο χρόνο, το έργο μεταφράστηκε στα βουλγαρικά από την Αιμιλία Σκαρλάτοβα και στα αγγλικά τον Ελληνοαμερικανό Θωμά Κουφοδήμο (Thomas Kofodimos). Απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη το 2008.

Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Ηλίας Λεφούσης αφορούν κυρίως το εργατικό κίνημα του Βόλου, και την αγροτική ζωή της Θεσσαλίας κατά τον 20ό αιώνα. Η γωνία θέασης των γεγονότων πάντως είναι ιδιότυπη. Η θέαση γίνεται μέσα από τα μάτια των ηρώων και λιγότερο απ’ την πλευρά του συγγραφέα. Παράλληλα έχει συγγράψει πληθώρα διηγημάτων. Η γλώσσα είναι χαρακτηριστική, με αρκετούς ιδιωματισμούς, ακόμη και στο συντακτικό, και κοντές περιόδους (προτάσεις).

Από το 2014 λειτουργεί μουσείο (σχετικά με το έργο του), στη γενέτειρά του. Με πρωτοβουλία του Δήμου Ρήγα Φεραίου, ιδρύθηκε μουσείο προς τιμήν του Ηλία Λεφούση. Το μουσείο περιλαμβάνει το σύνολο του συγγραφικού έργου του συγγραφέα καθώς και προσωπικά του αντικείμενα. Το μουσείο εδρεύει στο πρώην δημοτικό σχολείο Κερασιάς, το οποίο δεν λειτουργεί από το 2010.

Ηλίας Λεφούσης, Αυτοβιογραφία

Το «Κοτσύφι» ήταν το καλυβάκι – απάγκιο του συγγραφέα Ηλία Λεφούση, το σπίτι που έγραψε κάποια από τα βιβλία του, ανάμεσα σ’ αυτά και το πιο επιτυχημένο, το «Ασημίνα Λαΐου – Ο Εθνικός Δρυμός των Δακρύων». Στη φωτογραφία πληγωμένο, μετά την πτώση μιας από τις τρεις λεύκες που υπήρχαν στο κέντρο της πλατείας.

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Χρήστο. Ανθή τη μάνα μου, αδέλφια έξι, αγόρια τέσσερα, θυγατέρες δύο. Γιώργος, Αποστόλης, Κλεομένης, Βασιλική-Κούλα, Ηλίας και Γεωργίτσα, που χάθηκαν, πάνε πολλά χρόνια. Πατρίδα μου η Κερασιά του Βόλου. Σπίτια ως 150, ως 20 χιλιόμετρα από Βόλο. Παιδικά χρόνια δύσκολα, χωράφια κι’ αμπέλια, μεσαίο νοικοκυριό, άνθρωποι αποσταγμένοι, ζωή ταλαιπωρημένη.

Τα αδέλφια Αποστόλης και Κλεομένης, πήρανε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας (1941), κατοχή κατόπι, καιροί μελαγχολικοί, κακουχίες και δυστυχίες. Όλοι μας υπηρετήσαμε την αντίσταση (1941-1944), μικροί και μεγάλοι, η απελευθέρωση έπειτα, φυλακωθήκαμε και εξοριστήκαμε, διαλυθήκαμε κατά κράτος. Είμαστε όμως αγαθοί από χαραχτήρα, κακότητες και μίση ανύπαρκτα, με την ευγενέστερη έννοια του όρου.

Στα 1951 που αποφυλακίστηκα από τις φυλακές ανηλίκων της Κηφισιάς, γράφτηκα στο νυχτερινό γυμνάσιο Βόλου – δραματικά χρόνια. Σκηνές απ’ τη ζωή μου εκείνων των καιρών, καταχώρησα στο μυθιστόρημά μου «Ασημίνα Λαΐου», που βγήκε το 1984 και που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας.

Το ίδιο βιβλίο γυρίστηκε στην τηλεόραση – σίριαλ από τον σκηνοθέτη Τάσο Ψαρρά. Μαθητής ακόμη έγραψα το «Ένας χειμώνας από τη ζωή μου» (1960). Ως την ώρα που χαράσσω αυτές τις γραμμές (11-5-05) έβγανα 22 βιβλία, ενώ αναμένεται ένα βιβλίο αφιερωμένο στην οικολογία.

Έζησα όλα μου τα χρόνια στο Βόλο, πόλη που τράβηξα πολλά βάσανα, που όμως έγραψα όλα μου τα βιβλία και τα είδα να βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας κατά χιλιάδες. Εδώ έκανα οικογένεια, ό,τι ωραιότερο απόχτησα στη ζωή.

Στα 1966 παντρεύτηκα την Κωστούλα Ν. Αναγνώστου απ’ το χωριό μου, κάναμε δύο αγόρια, ο ένας γιατρός, ο άλλος γεωπόνος, Χρήστος και Νίκος. Διατήρησα για πολλά χρόνια ένα επαγγελματικό γραφείο με επιτυχία. Οι νύχτες ήταν αφιερωμένες στο διάβασμα και στο γράψιμο, ο Κύριος ήξερε γιατί. Κάποιους καιρούς έκανα τον ρεπόρτερ στη Θεσσαλία, εφημερίδα του Βόλου, επί Αχιλλέα Ορφανίδη – μελαγχολικές εποχές.

Ο Δήμος Βόλου με τίμησε με το μετάλλιο της πόλης για την προσφορά μου στα γράμματα και επίσης το Εργατικό Κέντρο, για το βιβλίο μου Το εργατικό κίνημα του Βόλου 1881-1936. Αν και αντιμετώπισα πολλά δεινά σ’ αυτή την πόλη, ζω ήρεμα στο σπίτι μου, με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ως άνθρωποι, αν και ζούμε πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, αντιπροσωπεύουμε έναν παραδοσιακό κόσμο που κουβαλάμε στις πλάτες μας και στην ψυχή μας. Ετούτο το αλαλούμ που ζούμε σήμερα δεν το πολυκαταλαβαίνουμε, ζούμε ίσως παράμερα.

Στα βιβλία μου, που έγραψα με πολύ πάθος, κινούνται μεγάλες ομάδες ανθρώπων ή και ολόκληροι λαοί, όπως είναι ο παλιός αγροτικός κόσμος της Θεσσαλίας και οι εργάτες των πόλεων. Αν και πιστεύω πως έγραψα μετά από γίγαντες, επιμένω να λέω πως με τα βιβλία μου έφερα άγνωστα πράγματα στην επιφάνεια, με μια προσωπική γραφή, που ήρθε ύστερα από μεγάλη άσκηση και τα πολλά χρόνια. Δεν δυσκολεύτηκα στις επιλογές των θεμάτων, όσο στη διατύπωση του λόγου. Οι σελίδες που με άνεση διαβάζετε στα βιβλία μου, κρύβουν πολύ μόχθο και γράφτηκαν πολλές φορές, ίσαμε να λάβουν τη μορφή που έχουν.

Στην πόλη που ζω, αν και συχνά φιλέρημος, με γνωρίζουν όλοι ή τουλάχιστον πολλοί. Ακούω καθημερινά «καλημέρα σας κ Λεφούση, πώς πάμε; Γράφουμε κανά καινούργιο βιβλίο;». «Δόξα σοι ο Θεός, κάτι γίνεται». Άνθρωποι της γειτονιάς και της πόλης. Οι κρυφές χαρές της ζωής, η παρηγοριά της ψυχής. Ο έκτακτος λόγος της καρδιάς. Οι συγγραφείς στην επαρχία λογαριάζονται ως καλοί άνθρωποι, κάτι σαν παπάδες να πούμε.

Θα μπορούσα να κατηγορήσω αυτή την πόλη στο πρόσωπο κάποιων βασανιστών της ζωής, που η μοίρα τους μπερδεύει στα πόδια σου. Μα η πόλη είναι εκείνη που με καλημερίζει κάθε πρωί και με καληνυχτίζει κάθε βράδυ. Κάτω απ’ το παραθύρι μου, η νεραντζιά, μου σπάζει τη μύτη με τα λουλούδια της και η βεράντα μου είναι καταστόλιστη απ’ τις βουκαμβίλιες. Τα χρόνια, αντίς να συσσωρεύουν πάθη, είναι λογικότερο να συσσωρεύουν σοφία. Η πόλη που ζω είναι η πόλη μου, είναι ο τόπος μου, που απάγκιασα τα όνειρά μου και έγραψα τα βιβλία μου. Σε ανάσα αναπνοής απ’ τις όχθες του Αναύρου, ώρα της άνοιξης, με ξεκουφαίνουν τ’ αηδόνια.

Aτενίζοντας πίσω δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπερδεύτηκα σ’ ετούτη την περιπέτεια με τη λογοτεχνία. Κανονικά θα ’πρεπε να διάλεγα ένα επάγγελμα, όπως οι νέοι του χωριού μου, αγρότης, τσομπάνος ή κιρατζής, αυτές ήταν οι επιλογές.

Μα όλα τα έφερε τούμπα η φυλακή, που στάθηκε για ελόγου μου ένα μεγάλο σχολείο. Έζησα πέντε χρόνια ανάμεσα σε πολιτικούς κρατούμενους, που κάμποσοι ήταν Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Εκείνοι μου έβαναν το βιβλίο στα χέρια μου και μου άνοιξαν τη μαγεία της γνώσης. Στα 1977 έκανα ένα σπίτι στην Πάνω Κερασιά, στο χωριό μου, την καμένη απ’ τους Γερμανούς. Εκεί περνάω τα καλοκαίρια μου. Εκεί έγραψα τα μεγαλύτερα βιβλία μου.

Ο πατέρας μου, μνημείο καρτερικότητας και υπομονής, χαραχτηριστικός τύπος της προπολεμικής μακάριας Ελλάδας, κουράστηκε πολύ ως να μας μεγαλώσει μια κοπή παιδιά. Δεν μιλάω για τη μάνα μου, που στάθηκε ένας μάρτυρας, ολημερίς να καταγίνεται με το νοικοκυριό και την έγνοια να μας ταΐσει, να μας ποδέσει και να μας βγάλει στον κόσμο. Η λαλιά της ηχούσε ακατάπαυστα στο σπίτι, φωνή καθαρή, περιεχτική και καλομιλημένη, η καρδερίνα. Άξιζε ένα βασίλειο και της χρωστάω πολλά.

Το αποκεί το σόι της, άνθρωποι της γης, ήταν αφοσιωμένοι στα εκκλησιαστικά και τηρούσαν τη θρησκευτική τάξη. Ο παππούς μου Δημήτρης Τσακμάκης καλός νοικοκύρης, ήτανε και ψάλτης και ο μπάρμπας μου ο Θανάσης επίσης αδελφός της μάνας μου. Ψαλτάδες ήταν επίσης απ’ το σόι της ο μπάρμπα-Τριαντάφυλλος Αναγνώστου και οι γιοι, Δημήτρης και Νίκος που ήταν πεθερός μου. Ανάμεσά τους και ο πολύκλαυστος δάσκαλος Γιώργος Κολιαμβές, που πέθανε στα 24 του χρόνια, άνθος. Σ’ αυτό το περιβάλλον να βάνουμε και τον Αντώνη Κολιαμβέ, τον ερημίτη της Άνω Κερασιάς, που έλαβε μαθήματα στη μεγάλη σχολή του Γένους και που η ζωή του στάθηκε μυστήριο για κείνονε που θα ήθελε να τη μελετήσει.

Όλο το σπίτι των Κολιαμβέων, που είναι βαθύ και πολυδαίδαλο σόι από την πλευρά της μάνας μου, ήταν ένα σόι μυστηριώδες, που χάνεται στο χρόνο και τη σιωπή του. Πάνω στην προσάρτηση της Θεσσαλίας, 1881, τους συναντάμε ως πέντε αδέλφια να διευθύνουν στην Πόλη τα μεγάλα καταστήματα αποικιακών «Βόσπορος», που αμέσως με την προσάρτηση, τους καταστρέφουν οι Τούρκοι και γυρίζουν στην Κερασιά καραβοτσακισμένοι. Οι άνθρωποι εκείνοι ως κλώνοι του γένους μου άφησαν πίσω τους μια αξιοσέβαστη μνήμη που αξίζει να διατηρηθεί. Οι Κολιαμβέοι ήταν ξεχωριστοί άνδρες, ωραίοι και αριστοκρατικοί στους τρόπους, ακόμα και στις δύσκολες μέρες της ζωής. Η μάνα μου, που είχε μνήμη και ένα καμάρι για το σόι της, μίλαε συχνά για τους Κολιαμβέους, που έζησαν πολλά χρόνια στην ξενιτιά: Αλεξάνδρεια, Πόλη, Βουκουρέστι, Μόσχα και αλλού.

Ανιστορούσε τα κλέη τους. Το δάσκαλο Γιώργο Κολιαμβέ, που πέθανε στα 24 χρόνια του, τον έκλαιγε και τον τραγούδαε ίσαμε που πέθανε κι ίδια.

Δεν ξέρω γιατί κάθομαι και χαράζω αυτές τις γραμμές στο σπίτι μου, στον Άναυρο του Βόλου, Γαρέφη 4, Τετάρτη 11-5-05. Δεν έχω απαντήσεις μέσα μου. Μπορεί καμιά φορά να χρειαστούν για το άσημο άτομό μου. Προτού κλείσω αυτή τη σελίδα, να χαράξω και κάτι για τους Λεφουσαίους. Στα μητρώα της κοινότητας Μακρινίτσας αναφέρονται δύο καταχωρήσεις: Λεφούσης Δήμος του Κων/νου, έτος γεννήσεως 1880 και Λεφούσης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, έτος γεννήσεως 1845.

Για πολλά πράγματα δεν έχω ανταποκρίσεις μέσα μου, με κατέχει βαθιά σιωπή. Ζω πολύ μόνος. Και οι φίλοι χάθηκαν. Απ’ την πόλη που βλάστησα, απ’ την πόλη που χάθηκα. Το αίνιγμα της ζωής μου: η χειρ μου θα χαθεί η υπογραφή μου θα μείνει.

Βόλος 11-5-2005
Γαρέφη 4 – Άναυρος

Κιρατζής είναι ο αγωγιάτης. Το «άνθρωποι αποσταγμένοι» της αρχής, δεν το έχω συναντήσει, να είναι «αποσταμένοι»;
Πρόσεξα ότι «στην επαρχία οι συγγραφείς λογαριάζονται για καλοί άνθρωποι, κάτι σαν παπάδες».

Πηγή:

https://sarantakos.wordpress.com/

***

Δε θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο σημείωμα γνωριμίας με τον Έλληνα λογοτέχνη τίποτε άλλο εκτός από τις ίδιες, τις σκέψεις του, που έγραψε κάποιο μαγιάτικο απόγευμα του 2005 στο σπίτι του στη συνοικία του Αναύρου στο Βόλο.
Οι γονείς, τα αδέλφια, η οικογένειά του, η ζωή του, το έργο του, ήταν μερικές από τις αναφορές του μέσα σ’ αυτό το αυτοβιογραφικό σημείωμα.

Ο Ηλίας Λεφούσης υπηρέτησε πιστά την ελληνική λογοτεχνία για 50 και πλέον χρόνια. Το πρώτο βιβλίο του γράφτηκε το 1957 και ήταν το «Ένας χειμώνας από τη ζωή μου», ενώ το συγγραφικό του έργο ολοκληρώθηκε με την ανανεωμένη (2η) έκδοση του βιβλίου «Η Κερασιά του Βόλου» το 2005. Κατά γενική ομολογία το πιο επιτυχημένο έργο του ήταν το «Ασημίνα Λαΐου – ο εθνικός δρυμός των δακρύων», που βραβεύτηκε με Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας και το οποίο γυρίστηκε από τον σκηνοθέτη Τάσο Ψαρρά στην τηλεόραση (ΕΤ3) σε 13 ωριαία επεισόδια. Πολλά από τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες ενώ το συνολικό συγγραφικό του έργο απαρτίζεται από τα εξής βιβλία:
– Ένας χειμώνας από τη ζωή μου (1957)
– Επιστροφή στο αλέτρι (1958 )
– Φιλιάτικα (1964 )
– Μικρό Ιππικό (1975 )
– Τα 12 διηγήματα (1977 )
– Κολλίγοι (1978 )
– Βοϊδάμαξες (1980)
– Ασημίνα Λαΐου (1984,1989 και 2000-τρεις εκδόσεις-κρατικό βραβείο
πεζογραφίας)
– Τύμπανα του 1909 (1986)
– Εργατικό Κίνημα του Βόλου 1881-1936 (1985 )
– Μπέηδες και Τσιφλικάδες (1991)
– Όσο βγαίνει το χορτάρι… όσο κυλάει το νερό… (1992)
– Νήσος Τρίκερι τη (1993 )
– Η Κερασιά του Βόλου (1994 και 2005)
– Χωρικοί (τρεις τόμοι, 1995 )
– Ρακί του νόστου (1996)
– Κανάλια και Κάρλα (1997)
– Το παραμύθι Τοβίτ (2003)
Ο Ηλίας Λεφούσης για το μεγάλο αυτό συγγραφικό έργο τιμήθηκε από πολλούς φορείς του Βόλου και της περιοχής (Δήμος Βόλου, Εργατικό Κέντρο Βόλου κ.α.). Έφυγε στις 22-9-08 στη Θεσσαλονίκη, δίχως να προλάβει να ολοκληρώσει το τελευταίο βιβλίο του αφιερωμένο στην οικολογία.

  • H αρχική φωτογραφία (1942-43) είναι του Ν. Στουρνάρα. Οι τρεις λεύκες στο κέντρο της πλατείας και σε δεύτερο πλάνο η εκκλησία των Αγίων Αποστολών, λίγο πριν καεί από τους Γερμανούς κατακτητές. Η φωτογραφία αποτυπώνει το μεγαλείο της ψυχής των παλιών Ελλήνων οικοδόμων. Αποτυπώνει την ομορφιά και την αρμονία με την οποία χτίζονταν κάποτε τα χωριά, αλλά και οι πόλεις. Με μια φράση, δείχνει «το μεράκι του Έλληνα χτίστη». Το χωριό της Άνω Κερασιάς υπήρξε ένα πανέμορφο χωριό, ένα χωριό που χάθηκε
    για πάντα μετά τη μανία του ναζί κατακτητή.

 

eirini aivaliwtouΗλίας Λεφούσης, Αυτοβιογραφία
Περισσότερα

Ολυμπιάδα. Από την Αρχαία Πασσαρώνα, μέχρι την Πέλλα, τις Αιγές και την Πύδνα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Ολυμπιάδα (373 π.Χ. – 316 π.Χ.) ήταν πριγκίπισσα των Μολοσσών της Ηπείρου, κόρη του Βασιλιά Νεοπτόλεμου B´, σύζυγος του Βασιλιά των Φιλίππου Β´ των Μακεδόνων, και μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου των Μακεδόνων.

Γεννήθηκε στην Αρχαία Πασσαρώνα στον Νομό Ιωαννίνων της Ηπείρου, το έτος 373 π.Χ., και μεγάλωσε στο Αρχαίο Όρραον.

Έζησε ως σύζυγος του Φιλίππου Β´ στην Πέλλα και στις Αιγές (σημερινή Βεργίνα).

Δολοφονήθηκε με λιθοβολισμό στην Πύδνα του Θερμαϊκού κόλπου με εντολή του Κάσσανδρου (στρατηγού και επιμελητή του Μακεδονικού θρόνου) το έτος 316 π.Χ.

Ως ιστορική προσωπικότητα η Ολυμπιάδα έζησε στη σκιά δύο μεγάλων ιστορικών χαρακτήρων, του Φιλίππου Β´ και του γιου της, Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όμως, δεν υστερούσε καθόλου σε δύναμη προσωπικότητας και η συμμετοχή ή η παρέμβασή της συνετέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση πολλών ιστορικών γεγονότων της εποχής της. Ήταν η δευτερότοκη κόρη του Νεοπτόλεμου Β´, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου, και γεννήθηκε το 373 π.Χ. στην Πασσαρώνα (Νομός Ιωαννίνων), την πρωτεύουσα του βασιλείου των Μολοσσών. Η αδελφή της λεγόταν Τρωάδα. Το όνομά της, σύμφωνα με τον ιστορικό W. Heckel, ήταν Πολυξένη όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε, και αργότερα μετονομάστηκε Ολυμπιάδα και Στρατονίκη. Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα από τη νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 356 π.Χ.

Όταν ήταν έντεκα χρόνων, πέθανε ο πατέρας της Νεοπτόλεμος Β´ και το θρόνο πήρε ο θείος της, Αρύββας, ο οποίος παντρεύτηκε την ορφανή ανεψιά του και μεγαλύτερη αδελφή της, Τρωάδα, 16 ετών τότε. Ο ορφανός αδελφός της, Αλέξανδρος, ήταν τότε μόλις ενός έτους. Ήταν η εποχή που η Ήπειρος είχε απαλλαγεί από το πνεύμα της τοπικής περιχαράκωσης και βρισκόταν σε αναγεννητική περίοδο σε όλους τους τομείς. Πιθανολογείται ότι ο Αρύββας με τη μικρή σύζυγό του Τρωάδα και την κουνιάδα του Μυρτάλη διέμεναν στην Αρχαία Αμβρακία του Ν. Άρτας και Αρχαίο Όρραον. Η Μυρτάλη – Ολυμπιάδα από τα παιδικά της χρόνια έτυχε ιδιαίτερης μόρφωσης πέρα από απλή μάθηση και γραφή. Νωρίς διακρίθηκε για το ανήσυχο και ανικανοποίητο πνεύμα της, τις μεταφυσικές της ανησυχίες και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Έμαθε τα ιερατικά μυστικά στο Μαντείο της Δωδώνης, το οποίο και υπηρέτησε για χρόνια, ενώ ήταν μυημένη και στα Βακχικά Μυστήρια. Ήταν ιέρεια των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Φίλιππο Β’.

Υπήρξε η νόμιμη γυναίκα του Φιλίππου Β´ και μοναδική βασίλισσα των Μακεδόνων. Έζησε μαζί του είκοσι χρόνια (357 π.Χ.-337 π.Χ.). Ο Φίλιππος, βέβαια, σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής, πήρε πολλές γυναίκες (Αυδάτη, Φίλινα, Νικησίπολη, Μήδα κ.α.) που δεν ήταν Μακεδόνισσες, εκτός της τελευταίας, της Κλεοπάτρας. Όταν μπήκε στη Μακεδονική αυλή, βρήκε από αυτές τη Φίλινα με το γιο της, Αρριδαίο, και τη θυγατέρα της Αυδάτης, Κυνάνη. Η Ολυμπιάδα ήταν η πιο μορφωμένη από όλες όσες παντρεύτηκε ο Φίλιππος και από όλες γενικά τις Μακεδόνισσες αρχόντισσες. Εξασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία με την ομορφιά της, τη μόρφωση και τη σοβαρότητά της. Θυσίαζε πολλά για την ακόρεστη φιλαρχία της, εκτός από τη ζωή ή τη φήμη του γιου της, Αλέξανδρου, που αγαπούσε παθολογικά. Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε πολλούς αιώνες αργότερα, τη χαρακτήριζε κακότροπη και ζηλιάρα. Επίσης, αναφέρει ότι εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια. Αργότερα, λέγεται ότι η ίδια ομολόγησε στο σύζυγό της ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ενσάρκωση του ίδιου του Δία, και ότι ο ίδιος ο Φίλιππος Β´ τη χώρισε και την έστειλε στην Ήπειρο, κατηγορώντας την για μοιχεία.

Ωστόσο, είχε πολλές αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στο γιο της, τον Αλέξανδρο Γ´. Στην πολυκύμαντη και ταραχώδη ζωή της συναντώνται μεγάλα προτερήματα και μεγάλα ελαττώματα. Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε τάξει τη ζωή της σε ένα μόνο σκοπό και τον υπηρετούσε με πάθος: πώς θα εξασφάλιζε για το γιο της τη διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στη δίνη των μηχανορραφιών και δολοπλοκιών στην αυλή της Πέλλας. Και αυτό το ανυποχώρητο πάθος της υπονοούσε ο Φίλιππος, όταν, απαντώντας στο γιο του Αλέξανδρο, που χαρακτήριζε τη μητέρα του ως τη γενναιότερη απ’ όλες τις Νηρηίδες, του είπε γελώντας: «Όχι μόνο γενναιότερη, αλλά και πολεμικότερη, γιατί δε σταματάει να με καβγαδίζει».Οι σχέσεις των δύο συζύγων έως τo 337 π.Χ., οπότε και η Μακεδόνισσα Κλεοπάτρα, ανεψιά του στρατηγού Άτταλου, ανυψώνεται ως ισότιμη και νόμιμη βασίλισσα, υπήρξαν κατά βάση αρμονικές, χωρίς να λείπουν κάποιες εκρήξεις. Ο Φίλιππος της εμπιστευόταν τη διακυβέρνηση του κράτους, όταν απουσίαζε στις συχνές και μακρόχρονες εκστρατείες του. Η Ολυμπιάδα είχε δημιουργήσει στην αυλή δικό της κύκλο ευνοουμένων, που τους προστάτευε ακόμα και από τη στράτευσή τους και την αποστολή στα διάφορα μέτωπα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος διακρινόταν για την αφοσίωση στη μητέρα του, παρά τον δύστροπο και αυταρχικό χαρακτήρα της. Όταν ο Αντίπατρος, που είχε μείνει τοποτηρητής στη Μακεδονία, έγραψε στον Αλέξανδρο, που βρισκόταν στην Ασία, ένα εκτενές γράμμα, γεμάτο παράπονα για την Ολυμπιάδα, ο Μέγας Αλέξανδρος είπε, αφού το διάβασε: «Δεν ξέρει ο Αντίπατρος ότι ένα μόνο δάκρυ της μητέρας μου αρκεί, για να σβήσει χίλιες τέτοιες επιστολές»!

Η Ολυμπιάδα και ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας.

 

Η Ολυμπιάδα ήταν προικισμένη με χαρίσματα μεγάλα, πράγματι ηγεμονικά. Μετά το θάνατο του αδελφού της, Αλέξανδρου Α της Ηπείρου, βασιλιά των Μολοσσών, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και έγινε Αντιβασίλισσα και επίτροπος του ανήλικου εγγονού της, Νεοπτόλεμου Γ’. Στην Ήπειρο, ανέπτυξε πολιτική δράση ιστορικής σημασίας. Πλάτυνε το «κοινό των Μολοσσών» με την εισδοχή νέων Ηπειρωτικών φύλων και το μετονόμασε «Οι Σύμμαχοι των Απειρωτάν», ζωντανεύοντας έτσι το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών. Η Συμμαχία αυτή διήρκεσε από το 336 π.Χ.-328 π.Χ. δηλαδή οκτώ χρόνια, στη συνέχεια δε, κυβέρνησε μόνη της το Βασίλειο των Μολοσσών της Ηπείρου για άλλα έντεκα (11), κατ’ άλλους συγγραφείς δεκατρία (13) χρόνια έως το 317 π.Χ. οπότε επέστρεψε στη Μακεδονία.

Η απροσδόκητη και θλιβερή αγγελία του θανάτου του γιου της Αλέξανδρου Γ´, το 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα, τη συνέτριψε. Δε θέλησε ποτέ να δεχτεί πως ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε από φυσιολογικό θάνατο και θρηνούσε ακόμα που μάθαινε ότι έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί δύο χρόνια, εξαιτίας των άγριων αγώνων διαδοχής των στρατηγών του. Η οργή της μεγάλωσε, όταν ο Μακεδονικός στρατός της Ασίας αναγόρευσε βασιλιά τον διανοητικά καθυστερημένο γιο του Φιλίππου – από τη Φίλινα – ως Φίλιππο Αρριδαίο, τον οποίο παντρεύτηκε η φιλόδοξη κόρη της Κυνάνης, Ανταία Ευρυδίκη, για να εξυπηρετήσει τους φιλόδοξους σκοπούς της. Ο νεογέννητος γιος του Μεγάλου Αλέξανδρου και της Ρωξάνης, Αλέξανδρος Δ’, αναγορεύτηκε συμβασιλιάς. Η αχαλίνωτη φιλοδοξία της Ευρυδίκης ανησυχούσε την Ολυμπιάδα, που φοβόταν για τη ζωή του εγγονού της. Έπεισε τη Ρωξάνη να καταφύγει στην Ήπειρο. Εκεί βρήκε προστασία και η κόρη του Φιλίππου Β´ και της Νικησίπολης, η Θεσσαλονίκη, για την οποία η Ολυμπιάδα έτρεφε αγάπη και στοργή, αφού την ανάθρεψε σαν δικό της παιδί, διότι είχε μείνει ορφανή είκοσι μόλις μέρες μετά τη γέννησή της.

Μετά τους εξοντωτικούς πολέμους των επιγόνων, ο Κάσσανδρος, υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της Ολυμπιάδας, έγινε κυρίαρχος στρατηγός στη Μακεδονία και ο Φίλιππος Αρριδαίος με την Ανταία Ευρυδίκη συμμάχησαν μαζί του και τον ανακήρυξαν επιμελητή του Μακεδονικού θρόνου. Η Ολυμπιάδα, βλέποντας να κινδυνεύουν τα συμφέροντα του εγγονού της, Αλεξάνδρου Δ’, εγκαταλείπει την Ήπειρο και εκστρατεύει στη Μακεδονία. Σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Ευρυδίκης και του Αρριδαίου, οι τελευταίοι αιχμαλωτίζονται από τη γηραιά βασίλισσα και θανατώνονται άγρια. Ο Κάσσανδρος, απασχολημένος την εποχή εκείνη στην Αθήνα, κατευθύνεται εναντίον της Ολυμπιάδας, η οποία καταφεύγει στην οχυρωμένη παραθαλάσσια πόλη του Θερμαϊκού κόλπου Πύδνα, έχοντας μαζί της το μικρό Αλέξανδρο Δ´, τη Ρωξάνη, τη Θεσσαλονίκη και πολλούς πιστούς της. Έπειτα από επτάμηνη στενή πολιορκία και αφού η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε αφόρητη (οι εγκλωβισμένοι αναγκάσθηκαν να σφάξουν και να φάνε έναν ελέφαντα δώρο του Μ. Αλεξάνδρου), η Ολυμπιάδα συνθηκολόγησε για να σώσει τον εγγονό της. Ο Κάσσανδρος, αθετώντας την υπόσχεσή του, έβαλε τους ανθρώπους του να τη σφάξουν – κατ’ άλλους κάλεσε όλους τους εξαγριωμένους συγγενείς των δολοφονηθέντων από την Ολυμπιάδα, να τη λιθοβολήσουν, «αφήνοντας άταφο το πτώμα της να σαπίσει». Σήμερα πιθανολογείται ότι ο τάφος της βρίσκεται στoν τύμβο «Τούμπα» στο μακρύγιαλο της Πύδνας, αλλά δεν έχει ακόμα ανασκαφεί.

Παναγιώτης ΜήλαςΟλυμπιάδα. Από την Αρχαία Πασσαρώνα, μέχρι την Πέλλα, τις Αιγές και την Πύδνα
Περισσότερα

Η Στέλλα Κάλτσου φωτίζει στην Όπερα της Λισαβόνας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η καταξιωμένη σχεδιάστρια φωτισμών Στέλλα Κάλτσου συνεχίζει το ταξίδι της στις όπερες του εξωτερικού. Μετά την Όπερα του Χονγκ Κονγκ, το Φεστιβάλ Χέντελ στο Χάλε, την Όπερα του Οβιέδο, τώρα θα βρεθεί στη Λισαβόνα. Εκεί, στην Όπερα Σάο Κάρλος της Λισαβόνας, θα φωτίσει την εξαιρετικά δημοφιλή όπερα «Καπουλέτοι και Μοντέκοι» του Vincenzo Bellini που κάνει πρεμιέρα στις 14 Απριλίου 2018 σε μουσική διεύθυνση Giampaolo Bisanti και σκηνοθεσία Arnaud Bernard.

Η Στέλλα Κάλτσου, που -μεταξύ άλλων- επιμελήθηκε τους φωτισμούς στην παράσταση «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», υπογράφει αυτό τον καιρό τις «Δούλες» σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη στο Θέατρο Τέχνης, το «Καζιμίρ και Καρολίνα» του Γιάννη Χουβαρδά στο Bios και το «Υμπύ τύραννος» του Μάνου Βαβαδάκη στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Αμέσως μετά τη Λισαβόνα, επιστρέφει στην Αθήνα όπου θα φωτίσει τις παραστάσεις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Νίκου Μαστοράκη, το «Πορνοστάρ» του Κωνσταντίνου Ρήγου στο Φεστιβάλ Αθηνών, ο «Μισάνθρωπος» της Ιόλης Ανδρεάδη και τον «Εξολοθρευτή Άγγελο» της Άντζελας Μπρούσκου επίσης στο Φεστιβάλ. Επόμενος σταθμός στο εξωτερικό η συνεργασία της με την Όπερα της Κρακοβίας.

eirini aivaliwtouΗ Στέλλα Κάλτσου φωτίζει στην Όπερα της Λισαβόνας
Περισσότερα

Ιωσήφ Μπρόντσκι – Ποίηση και πεζογραφία – Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Μπρόντσκι γεννήθηκε ως τέκνο του Αλεκσάντρ Μπρόντσκι, επαγγελματία φωτογράφου του σοβιετικού ναυτικού, και της διερμηνέως Μαρία Βόλπερτ-Μπρόντσκι. Από την πλευρά του πατέρα του, καταγόταν από την επιφανή και παλαιά ραββινική οικογένεια Σορ (Schorr ή Shor), απευθείας απόγονος του Γαλλοεβραίου ποιητή του 12ου αιώνα Ζοζέφ μπεν Ισαάκ Μπεχόρ Σορ. Ως μικρό παιδί ο Μπρόντσκι επέζησε από την Πολιορκία του Λένινγκραντ, κατά την οποία ο ίδιος και οι γονείς του λίγο έλειψε να πεθάνουν από ασιτία, όπως συνέβη με μία θεία του.

Αργότερα υπέφερε από διάφορα προβλήματα υγείας που προκλήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Ο Μπρόντσκι είχε σχολιάσει ότι αισθανόταν αντιφρονών από νεαρή ηλικία. Γράφει: «Άρχισα να καταφρονώ τον Λένιν, ακόμα και από την πρώτη δημοτικού, όχι εξαιτίας της πολιτικής του φιλοσοφίας ή πρακτικής… αλλά εξαιτίας των εικόνων του, που βρίσκονταν παντού».
Ως μαθητής, ο Μπρόντσκι ήταν άτακτος και στα 15 του άφησε το σχολείο και επεχείρησε ανεπιτυχώς να εγγραφεί στη σχολή αξιωματικών των υποβρυχίων. Μετά εργάσθηκε στο νεκροτομείο των φυλακών Κρέστυ, έχοντας στο μυαλό του να σπουδάσει ιατρική, όπως και σε νοσοκομεία, σε πλοίο, ακόμα και σε γεωλογικές αποστολές, ενώ ταυτόχρονα σε ένα πρόγραμμα αυτοεκπαίδευσης έμαθε την πολωνική γλώσσα, ώστε να μπορεί να μεταφράσει Πολωνούς ποιητές όπως τον Τσέσλαφ Μίλος, και την αγγλική, ώστε να μεταφράσει Τζων Νταν. Στην πορεία, του δημιουργήθηκε ένα έντονο ενδιαφέρον για την κλασική φιλοσοφία και μυθολογία, καθώς και για τη βρετανική και αμερικανική ποίηση.

Το 1955 ο Μπρόντσκι άρχισε να γράφει τη δική του ποίηση και να μεταφράζει λογοτεχνία. Κυκλοφορούσε τα κείμενά του μυστικά και μερικά δημοσιεύθηκαν στο παράνομο περιοδικό Σύνταξις. Ωστόσο, τα γραπτά του δεν ήταν πολιτικού περιεχομένου και μέχρι το 1958 ήταν ήδη γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους για τα ποιήματά του «Το εβραϊκό κοιμητήριο κοντά στο Λένινγκραντ» και «Προσκυνητές». Ως προς το πώς αισθάνθηκε για πρώτη φορά κλήση προς την ποίηση, είχε πει: «Το 1959 στο Γιακούτσκ, περπατώντας σε αυτή την απαίσια πόλη, μπήκα σε ένα βιβλιοπωλείο και άρπαξα μία ποιητική συλλογή του Μπαρατίνσκυ, επειδή δεν είχα τίποτα να διαβάσω. Διαβάζοντάς τη, κατάλαβα τι τελικά έπρεπε να κάμω στη ζωή μου. Ή τουλάχιστον συναρπάστηκα. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν ο Εβγκένυ Μπαρατίνσκυ είναι υπεύθυνος.» Η γνωστή του Λουντμίλα Στερν έγραψε για τη συνεργασία της με τον Μπρόντσκι σε ένα αρδευτικό πρόγραμμα, όταν εργάζονταν ως βοηθοί γεωλόγου: «Περιτρέχαμε την επαρχία του Λένινγκραντ εξετάζοντας χιλιόμετρα καναλιών, ελέγχοντας τις όχθες τους, που ήταν σε φοβερή κατάσταση. Κατέπεφταν, διαλύονταν, είχαν κάθε είδους πράγματα να φυτρώνουν μέσα τους… Ωστόσο σε αυτά τα ταξίδια είχα το προνόμιο να ακούσω τα ποιήματα «Οι λόφοι» και «Θα καλπάζεις στο σκοτάδι». Ο Μπρόντσκι μού τα διάβασε ανάμεσα σε δύο βαγόνια του τρένου καθώς πηγαίναμε προς το Τιχβίν.»

Το 1960 ο εικοσάχρονος ποιητής συνάντησε την Άννα Αχμάτοβα, μία από τις κορυφαίες ποιήτριες της λεγόμενης «αργυρής εποχής», που τον ενθάρρυνε στο έργο του και στη συνέχεια έγινε μέντοράς του. Το 1962 στο Λένινγκραντ η Αχμάτοβα τον γνώρισε στη νεαρή ζωγράφο Μαριάννα Πάβλοβα Μπασμάνοβα (Марианна Павловна Басманова), η οποία ζωγράφιζε την προσωπογραφία της Αχμάτοβα. Ο Μπρόντσκι και η Μπασμάνοβα άρχισαν μία αισθηματική σχέση. Ωστόσο, ο τότε στενός φίλος του, ποιητής Ντιμίτρι Μπομπύσεφ ήταν ερωτευμένος με την Μπασμάνοβα και την κυνηγούσε. Αμέσως, ο Μπρόντσκι άρχισε να έχει προβλήματα με το καθεστώς, και ο Μπομπύσεφ θεωρήθηκε ευρύτατα ότι ήταν υπεύθυνος για τη συκοφάντησή του στις αρχές. Ο Μπρόντσκι είχε αφιερώσει πολλή ερωτική ποίηση στη Μαριάννα:

Ήμουνα μόνο αυτό
που άγγιξες με την παλάμη σου,
που πάνω του στην κορακόμαυρη νύχτα
έγειρες το κεφάλι σου…
Ήμουνα πρακτικά τυφλός.
Εσύ, εμφανιζόμενη,
μού δίδαξες να βλέπω.

***

Η διαίρεση της λογοτεχνίας σε ποίηση και πεζογραφία άρχισε με την εμφάνιση της πεζογραφίας, γιατί μόνο στην πεζογραφία αυτό θα μπορούσε να γίνει. Μέχρι σήμερα έχει καθιερωθεί να εξετάζουμε την ποίηση και την πεζογραφία ως ανεξάρτητα, τελείως διαφορετικά πεδία, ή καλύτερα σφαίρες της λογοτεχνίας. Σε κάθε περίπτωση «στίχοι σε πεζό», «η ρυθμική πρόζα» κ.λπ. μαρτυρούν μάλλον για την ψυχολογία του δανείου, δηλαδή για την πόλωση, παρά για μια ολοκληρωμένη αντίληψη της λογοτεχνίας ως φαινόμενο. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι αυτή η αντίληψη στα πράγματα σε καμία περίπτωση δεν μας έχει επιβληθεί έξωθεν, από την κριτική. Η αντίληψη αυτή, πριν απ’ όλα, είναι καρπός μια συντεχνιακής προσέγγισης της λογοτεχνίας εκ μέρους των ίδιων των λογοτεχνών.

Είναι ξένη ως προς τη φύση της τέχνης η ιδέα της ισότητας, η σκέψη οποιουδήποτε λογοτέχνη είναι ιεραρχική. Σ’ αυτή την ιεραρχία η ποίηση βρίσκεται πάνω από τη λογοτεχνία και ο ποιητής – βασικά – είναι υπεράνω του πεζογράφου. Αυτό συμβαίνει όχι τόσο γιατί η ποίηση είναι αρχαιότερη της πεζογραφίας, όσο γιατί ο περιορισμένος σε μέσα ποιητής μπορεί να κάτσει και να γράψει ένα άρθρο την ίδια στιγμή, που ο πεζογράφος στην ίδια ακριβώς θέση με πολύ δυσκολία θα μπορούσε να σκεφτεί για το στίχο. Ακόμη και στην περίπτωση που ο πεζογράφος διέθετε όλες εκείνες τις αναγκαίες για τη δημιουργία ενός αξιοπρεπούς κειμένου σε στίχους, ιδιότητες, γνωρίζει άριστα ότι η ποίηση πληρώνεται πολύ χειρότερα και με πολύ πιο αργούς ρυθμούς απ’ ότι η πεζογραφία.

Με μικρές εξαιρέσεις, ολοένα και λιγότεροι μεγάλοι συγγραφείς της νεότερης εποχής εκπλήρωσαν το χρέος τους προς την ποίηση. Ορισμένοι, όπως για παράδειγμα ο Ναμπόκοφ, μέχρι το τέλος των ημερών τους προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, ότι παρόλα αυτά – εάν όχι πριν απ’ όλα – ήταν ποιητές. Η πλειοψηφία όμως ξεπερνώντας τον πειρασμό της ποίησης, δεν στρέφονται ποτέ πια προς αυτή, παρά μόνο ως αναγνώστες, διατηρώντας, εν τούτοις, ένα βαθύ σεβασμό προς αυτή για τα μαθήματα λακωνικότητας και αρμονίας που τους έδωσε. Η μοναδική περίπτωση στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα, όπου διάσημος πεζογράφος μετατράπηκε σε μεγάλο ποιητή είναι ο Τόμας Χαρντ[1]. Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ο πεζογράφος που δεν έχει ενεργητική εμπειρία στην ποίηση τείνει προς την πολυλογία και τον βερμπαλισμό.

Τι μπορεί όμως ο πεζογράφος να διδαχθεί από την ποίηση; Τη συνάφεια του ειδικού βάρος της λέξης μέσα στο κείμενο, την επικέντρωση της σκέψης, την παράλειψη του αυτονόητου, τους κινδύνους που κρύβονται στην υψηλόφρονα σκέψη. Τι μπορεί να διδαχθεί ο ποιητής από τη πεζογραφία; Όχι και τόσα πολλά: την προσοχή προς τη λεπτομέρεια, τη χρήση του απλού λόγου και των γραφειοκρατικών εκφράσεων, σε σπάνιες περιπτώσεις τα τεχνάσματα της σύνθεσης (καλύτερος διδάσκαλος της οποίας – η μουσική). Και το ένα όμως και το άλλο, και το τρίτο μπορεί εύκολα να αντληθεί από την εμπειρία της ίδιας της ποίησης (ειδικά της ποίησης της Αναγέννησης), και θεωρητικά – και μόνο θεωρητικά – ο ποιητής μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς την πεζογραφία.

Το ίδιο μόνο θεωρητικά μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς τη συγγραφή πεζογραφίας. Η ανάγκη ή η άγνοια του κριτικού, δίχως να αναφέρουμε την απλή αλληλογραφία, αργά ή γρήγορα, τον υποχρεώνουν να γράψει μια αράδα «όπως όλοι οι άνθρωποι». Πέρα όμως απ’ αυτές, ο ποιητής έχει κι άλλες πειστικές αιτίες, τις οποίες θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε παρακάτω. Πρώτον, ο ποιητής απλά μπορεί να θελήσει μια ωραία ημέρα να γράψει κάτι σε πεζό λόγο. (Το σύμπλεγμα της ατέλειας, από το οποίο υποφέρει ο πεζογράφος στη σχέση του με τον ποιητή, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται για την ύπαρξη συμπλέγματος ανωτερότητας στον ποιητή στη σχέση του με τον πεζογράφο. Ο ποιητής τιμά το έργο του τελευταίου πολύ περισσότερο από τη δικό του, το οποίο πολλές φορές δε θεωρεί καν ως έργο). Εκτός απ’ αυτό, υπάρχουν υποθέσεις, οι οποίες δεν μπορούν να εκφραστούν παρά μόνο μέσω του πεζού λόγου. Η αφήγηση για περισσότερα από τρία πρόσωπα αντίκειται σχεδόν σε κάθε ποιητική φόρμα, με εξαίρεση το έπος. Οι σκέψεις πάνω σε ιστορικά θέματα, οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας (στις οποίες ο ποιητής ανατρέχει όπως και κάθε άλλος θνητός) με τη σειρά τους αποδεικνύονται πιο φυσικές στη πεζογραφία. «Η ιστορία του Πουγκατσόφ», «Η κόρη του Λοχαγού» – πόσο όμορφα θέματα θα ήταν για ρομαντικά ποιήματα! Και ιδιαίτερα για την εποχή του ρομαντισμού… Τελειώνει όμως, παρ’ όλα αυτά, με την αντικατάσταση του μυθιστορήματος σε στίχους από τους «στίχους από μυθιστόρημα». Είναι άγνωστο το πόσο χάνει η ποίηση από το γεγονός της στροφής του ποιητή προς την πεζογραφία το μόνο σίγουρο είναι ότι απ’ αυτό η πεζογραφία βγαίνει κερδισμένη.

Την καλύτερη ίσως απάντηση στο ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό να μας τη δίνουν τα πεζογραφήματα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα. Παραφράζοντας τον Κλαούζεβιτς[2], η πεζογραφία ήταν για την Τσβετάγιεβα απλά η συνέχεια της ποίησης με άλλα μέσα (δηλαδή ότι ουσιαστικά είναι η πεζογραφία ιστορικά). Παντού, στις σημειώσεις των ημερολογίων της, στα άρθρα της για τη λογοτεχνία, στα απομνημονεύματά της – ερχόμαστε σ’ επαφή ειδικά με την μεταφορά της μεθοδολογίας της ποιητικής σκέψης σε κείμενο του πεζού λόγου, με τη μετεξέλιξη της ποίησης σε πεζογραφία. Η Τσβετάγιεβα οικοδομεί τη φράση όχι τόσο με βάση την αρχή του κατηγορούμενου, που έπεται του υποκειμένου, όσο με βάση την ποιητική τεχνολογία: τον ηχητικό υπαινιγμό, το ρυθμό της ρίζας των λέξεων, το σημαντικό enjambment κ.λπ. Δηλαδή ο αναγνώστης όλη την ώρα έχει να κάνει όχι με μια γραμμική (αναλυτική) εξέλιξη, αλλά με μια κρυσταλλόμορφη (συνθετική) εξέλιξη της σκέψης. Για τους ερευνητές της δημιουργίας δεν υπάρχει, αν θέλετε, καλύτερο εργαστήριο: όλα τα στάδια της διαδικασίας παρουσιάζονται σ’ ένα εξαιρετικά μεγάλο – που φτάνει μέχρι τα όρια του απολιθώματος της καρικατούρας – πλάνο.

«Η ανάγνωση, – λέει η Τσβετάγιεβα, – είναι συμμετοχή στη δημιουργία». Αυτή φυσικά είναι μια δήλωση ποιητή ο Λέων Τολστόι δε θα έλεγε ποτέ κάτι τέτοιο. Σ’ αυτή τη δήλωση ένα ευαίσθητο – σε τελικά ανάλυση σχετικά προσεκτικό – αυτί θα διέκρινε στην καταπιεσμένη υπερηφάνεια του συγγραφέα (και μάλιστα γυναίκας) εκείνη τη χροιά της απογοήτευσης ειδικά του ποιητή, ο οποίος κουράστηκε αφάνταστα από την συνεχώς διευρυνόμενη – με κάθε στίχο – απόστασή του από το κοινό. Στο γεγονός ότι ο ποιητής στρέφεται προς την πεζογραφία – σ’ αυτή την a priori φόρμα συνομιλίας με τον αναγνώστη – υπάρχει πάντα κάποιο μοτίβο μείωσης του ρυθμού, της ταχύτητας, μια απόπειρα να εξηγήσει και να εξηγηθεί. Γιατί δίχως τη συμμετοχή στη δημιουργία δεν υπάρχει κατανόηση: και τι είναι κατανόηση αν όχι συμμετοχή; Όπως έλεγε και ο Ουίτμαν[3]: «Η μεγάλη ποίηση είναι δυνατή μόνο εφόσον υπάρχουν μεγάλοι αναγνώστες». Στρεφόμενη προς την πεζογραφία η Τσβετάγιεβα δείχνει στον αναγνώστη της από ποιες λέξεις – σκέψεις – αποτελείται η φράση αποπειράται – συχνά παρά τη θέλησή της – να φέρει τον αναγνώστη της πιο κοντά σ’ αυτή: να τον κάνει ίσο της.

Υπάρχει και μια ακόμη ερμηνεία της μεθοδολογίας της Τσβετάγιεβα αναφορικά με τον πεζό λόγο. Από τη στιγμή της εμφάνισης του αφηγηματικού ύφους οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο: διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα –φοβάται ένα και μόνο πράγμα: την κατηγορία περί μη αυθεντικότητας. Εξ ου και η τάση για ρεαλισμό ή οι αναζητήσεις όσον αφορά τη σύνθεση. Σε τελική ανάλυση, κάθε λογοτέχνης επιθυμεί ένα και το αυτό: να κατακτήσει ή να κρατήσει το χαμένο ή ρέοντα Χρόνο. Για όλα αυτά ο ποιητής διαθέτει το φίλτρο, τις άτονες σιωπές, τις δακτυλικές απολήξεις ο πεζογράφος δεν έχει τίποτα απ’ αυτά. Στρεφόμενη προς τη πεζογραφία η Τσβετάγιεβα τελείως ασυνείδητα μεταφέρει σ’ αυτή τη δυναμική του ποιητικού λόγου – βασικά, τη δυναμική του τραγουδιού, το οποίο καθεαυτό είναι φόρμα αναδιοργάνωσης του Χρόνου. (Αν και μόνο και μόνο γιατί ο στίχος είναι σύντομος, σε κάθε του λέξη, συχνά σε κάθε συλλαβή, υπάρχει διπλή ή τριπλή σημειολογική φόρτιση. Η ποικιλία των σκέψεων προϋποθέτει αντίστοιχο αριθμό αποπειρών περίσκεψης, δηλαδή πολλές φορές και τι άλλο είναι ο αριθμός αν όχι μια μονάδα του Χρόνου;). Η Τσβετάγιεβα, παρόλα αυτά, δεν ενδιαφέρεται και πολύ για την πειστικότητα του πεζού της λόγου: όποιο κι αν ήταν το θέμα της αφήγησης, η τεχνολογία του παραμένει η ίδια. Επιπλέον, η αφήγησή της, αν την κρίνουμε αυστηρά, είναι δίχως θέμα και επικεντρώνεται, κατά κύριο λόγο, στην ενέργεια του μονόλογου. Εν τούτοις όμως αυτή, σε αντίθεση τόσο με τους επαγγελματίες πεζογράφους, όσο και με άλλους ποιητές, που στράφηκαν προς την πεζογραφία, δεν υποτάσσεται στην πλαστική αδράνεια του λογοτεχνικού είδους και του επιβάλλει τη δική της τεχνική, του επιβάλλει τον εαυτό της. Αυτό δε συμβαίνει τόσο λόγω της μανικής της προσωπικότητας, όπως σκέφτονται συνήθως, όσο χάριν του μανικού τονισμού, ο οποίος για την ίδια ήταν πολύ πιο σημαντικός στο στίχο και στην αφήγηση.

Η εντύπωση της αυθεντικότητας της αφήγησης μπορεί να είναι αποτέλεσμα της παρατήρησης των απαιτήσεων του λογοτεχνικού είδους, μπορεί όμως να είναι και αντίδραση στο τέμπο της φωνής, η οποία αφηγείται. Στη δεύτερη περίπτωση και η αυθεντικότητα της υπόθεσης, όπως και η ίδια η υπόθεση, περνάνε σε δεύτερο πλάνο στη συνείδηση του ακροατή ως ένδειξη σεβασμού, για λόγους κοσμιότητας.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι (1940 – 1996) ήταν Ρώσος ποιητής, νομπελίστας (1987) αντιφρονών, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΕΣΣΔ. Γεννήθηκε στο Λένινγκραντ. Σε νεαρή ηλικία ήθελε να γίνει γιατρός, αλλά κατέληξε να εργάζεται ως βοηθός ιατροδικαστή. Από νωρίς έγραφε στίχους, ήταν φίλος της Άννας Αχμάτοβα στην οποία μάλιστα αφιέρωσε τον στίχο «Θα μας θυμάστε όλους σαν μια παρεκτροπή». Ήρθε σε σύγκρουση με το καθεστώς, δικάστηκε και καταδικάστηκε για «αλητεία και παρασιτισμό» σε πενταετή κάθειρξη. Το 1972 τον απέλασαν από την ΕΣΣΔ. Ύστερα από μικρή παραμονή στην Ευρώπη, πήγε στις ΗΠΑ, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του διδάσκοντας και γράφοντας ποίηση και δοκίμια τόσο στα αγγλικά, όσο και στα ρωσικά. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων. Πέθανε το 1996 στη Νέα Υόρκη και θάφτηκε στη Βενετία, την αγαπημένη του πόλη.

Μαρίνα Ιβάνοβνα Τσβετάγεβα ή Τσβετάγιεβα (Мари́на Ива́новна Цвета́ева, 8 Οκτωβρίου 1892 – 31 Αυγούστου 1941) ήταν Ρωσίδα συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1892. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Από το 1902 μέχρι το 1906 έζησε στη Γένοβα. Το 1906 πήγε σχολείο στη Λωζάνη και το 1908 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει ιστορία της φιλολογίας. Το 1910 τύπωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή. Παντρεύτηκε το 1912. Το 1917 έζησε τη Ρώσικη Επανάσταση, ενώ ο άντρας της πολεμούσε ενάντια στους Μπολσεβίκους. Το 1920 έχασε τη μια της κόρη. Το 1922 έφυγε για το Βερολίνο και την Πράγα και το 1925 πήγε με την οικογένειά της στο Παρίσι, όπου έμεινε για 14 χρόνια. Το 1939 γύρισε στη Ρωσία, όπου το περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα εχθρικό. Το 1941 οδηγήθηκε στη Γελαμπούγκα (Ταταρστάν) όπου και αυτοκτόνησε).

Τα ποιήματά της ήταν επηρεασμένα από την περίπλοκη προσωπικότητά της, τις σχέσεις της και τα συναισθήματά της.

[1] Τόμας Χαρντ (1840 – 1928) Άγγλος ποιητής – ρεαλιστής και ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές του 20ου αιώνα.

[2] Στο σημείο αυτό ο Μπρόνστσκι έχει υπόψη του τα λόγια του Κλαούζεβιτς (1780 – 1831), του Πρώσου αρχιστράτηγου, θεωρητικού της πολεμικής τέχνης και ιστορικού, σύμφωνα με τον οποίο ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα.

[3] Ουόλτ Ουίτμαν (1819 – 1892) – κλασικός Αμερικανός ποιητής.

Το μικρό αυτό δοκίμιο του νομπελίστα ποιητή δημοσιεύτηκε στο #1 του περιοδικού «Στέπα»

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Ιωσήφ Μπρόντσκι

Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

Ήταν λεπτός, φαλακρός, ρούσος

Και με σκουπίδια λερωμένος.

Σε σκουριασμένες σκεπές τριγυρνούσε

Τις νύχτες σε υπόγεια περνούσε.

Γέρος ήταν κι αδύναμος πολύ

Κι η παγωνιά συχνά ήταν σκληρή.

Πάγωναν οι πατούσες του,

Όπως παγώνουν ακριβώς τα πόδια.

Ποτέ δεν τον ζέσταναν,

Δεν τον χάιδεψαν, δεν τον τάισαν.

Γιατί δεν τον λυπόταν.

Γιατί δεν τον αγαπούσαν.

Γιατί τα δόντια του έπεσαν.

Γιατί είχε έλκη στ’ αυτιά.

Γιατί δεν αγαπούν τους άσχημους.

Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους

1957

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

Он был тощим, облезлым, рыжим,

грязь помоек его покрывала.

он скитался по ржавым крышам,

а ночами сидел в подвалах.

он был старым и очень слабым,

а морозы порой жестоки.

у него замерзали лапы,

точно так же, как стынут ноги.

но его никогда не грели,

не ласкали и не кормили.

потому что его не жалели.

потому что его не любили.

потому что выпали зубы.

потому что в ушах нарывы.

почему некрасивых не любят.

кто-то должен любить некрасивых.

1957

 

 

eirini aivaliwtouΙωσήφ Μπρόντσκι – Ποίηση και πεζογραφία – Κάποιος πρέπει ν’ αγαπάει τους άσχημους
Περισσότερα

Norman Rockwell, ο ρεαλιστής ζωγράφος του χρόνου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Νόρμαν Ρόκγουελ δημιούργησε περισσότερα από 4.000 έργα (απ’ αυτά πάνω από 300 ήταν τα εξώφυλλα για την εφημερίδα «The Saturday Evening Post» ). Εξαιρετικός καλλιτέχνης, εύστοχος παρατηρητής καταρχάς της αληθινής ζωής, ο πολυσυζητημένος Ρόκγουελ είναι διαχρονικός και παγκόσμιος, ένας από τους πιο αυθεντικούς εκφραστές μιας εποχής στη χώρα που επηρέασε τον κόσμο ολόκληρο και θεωρήθηκε επί δεκαετίες -κι όχι άδικα μα ούτε δίχως ακριβό αντίτιμο- αλλά και θεωρείται ακόμα, για πολλούς, η Γη της Επαγγελίας.

Στους πίνακές του συναντώνται οι γενιές, οι μάνες με τις κόρες, οι πατεράδες με τους γιους, οι νέοι με τους μεγαλύτερους, τα κατοικίδια ζώα με τα παιδιά. Ο Ρόκγουελ μόνον απλοϊκός δεν είναι, καθώς ακριβώς αυτό που απεικονίζει και αποτελεί το φόντο των έργων του είναι ο χρόνος. Σκληρή καθημερινότητα, χιούμορ, ανεμελιά, γιορταστική ατμόσφαιρα, οικογενειακές στιγμές και κοινωνικό σχόλιο σφραγίζουν με επιδεξιότητα και γλυκύτητα το έργο του.

Ο ρεαλιστής ζωγράφος Νόρμαν Ρόκγουελ γεννήθηκε το 1894 στη Νέα Υόρκη και πέθανε το 1978 στη Μασαχουσέτη. Ο ίδιος, πάντα και παντού, έλεγε ότι είναι ένας εικονογράφος με ειδίκευση σε ρεκλάμες και εξώφυλλα περιοδικών.

Φημισμένος είναι ο πίνακάς του με την 6χρονη Ρούμπι Μπρίτζις, που στις 14 Νοεμβρίου 1960, στη Νέα Ορλεάνη, ήταν το πρώτο έγχρωμο παιδί που πέρασε το κατώφλι σε σχολείο λευκών…

Το έργο του με τίτλο «Saying Grace» είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα πιο ακριβοπληρωμένα έργα της αμερικανικής τέχνης καθώς πωλήθηκε, σε δημοπρασία στη Νέα Υόρκη, στο ποσό των 46 εκατομμυρίων δολαρίων.

 

 

  • Αρχική φωτογραφία: Norman Rockwell, Black Sheep In A Red Dress Black Sheep In A Red Dress
eirini aivaliwtouNorman Rockwell, ο ρεαλιστής ζωγράφος του χρόνου
Περισσότερα

Το Πάσχα στη ζωγραφική του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ 

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (1870 – 24 Μαρτίου 1934), γνωστός απλά και ως Θεόφιλος, ήταν Έλληνας λαϊκός ζωγράφος της νεοελληνικής τέχνης. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου του είναι η ελληνικότητα και η εικονογράφηση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ιστορίας.

Ο Θεόφιλος, ο εξαιρετικός λαϊκός ζωγράφος, απαθανάτισε θρύλους και παραδόσεις, καθημερινές στιγμές από την ελληνική πραγματικότητα με το μοναδικό του προσωπικό ύφος που καθιστά τα έργα του από τα πλέον αναγνωρίσιμα της ελληνικής ζωγραφικής.

Αυτοδίδακτος καλλιτέχνης κατέληξε να γίνει ο αναγνωριστεί ως ο σπουδαιότερος λαϊκός καλλιτέχνης της Ελλάδας – το ταλέντο του οποίου όμως αναγνωρίστηκε μόνο μετά θάνατον. Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, γνωστός απλά ως Θεόφιλος, γεννήθηκε στη Βαρειά της Λέσβου, μεταξύ του 1867 και 1870, πρώτο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που απέκτησε άλλα επτά στη συνέχεια. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική εκδηλώθηκε από νωρίς και φέρεται να ήταν αντιστρόφως ανάλογο με την απόδοσή του στα σχολικά θρανία.

Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Θεόφιλο είναι σκόρπια και ασαφή. Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες έφυγε από το νησί σε ηλικία περίπου 18 ετών και πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του στη Σμύρνη. Από τη μικρασιατική πόλη έφυγε ύστερα από κάποιο επεισόδιο για να φτάσει στην Αθήνα, όπου κατά τον «ατυχή πόλεμο» του 1897 επιχείρησε να καταταγεί στο στρατό, χωρίς όμως να γίνει δεκτός.

Από εκεί φεύγει για τη Μαγνησία, όπου θα περάσει περί τα 30 χρόνια της ζωής του, και θα αφήσει πλήθος σημαντικών έργων του. Ζωγραφίζει σε καφενεία, ταβέρνες, χάνια, στο χωριό Μηλιές φιλοτεχνεί την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, αλλά και πολλά σπίτια, ελαιοτριβεία, φούρνους, μύλους κ.α. Στο Βόλο ζωγραφίζει και πλήθος επιγραφών στα προσφυγικά των εκδιωχθέντων από τη Μικρά Ασία. Δυστυχώς, πολλά από τα έργα του έχουν καταστραφεί είτε από σεισμούς και πυρκαγιές, είτε από κατεδαφίσεις και αμέλεια.

«…Τη δουλειά του Θεόφιλου μπορούμε να τη χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες περιόδους, που ξεχωρίζουν αρκετά μεταξύ τους. Πρώτη είναι η περίοδος της Θεσσαλίας. Όπως είπαμε και στην αρχή, τα έργα τα καμωμένα στη Θεσσαλία, αν εξαιρέσουμε τα πετυχημένα κι αριστουργηματικά του, είναι τις περισσότερες φορές σφιγμένα, με μια τάση για σχέδιο, που σπάνια φτάνει σ’ αποτέλεσμα, ενώ στο χρώμα έχουν μια περιορισμένη κλίμακα που, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις -έχω υπ’ όψη μου μερικά θαυμάσια έργα- έχουν κάτι το σχεδιαστικό και συγχρόνως το σκληρό. Η εποχή της επανόδου του στη Μυτιλήνη αποτελεί τη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του. Ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας, που υπάρχει στα έργα του Βόλου, εξαφανίζεται εδώ για να δώσει τη θέση του σε μια χρωματική ευφορία, με πλήθος σπάνιους τόνους, λεπτότατους μα και συγχρόνως γεμάτους ευδαιμονία. Τα έργα αυτά επιζητούν λιγότερο το σχέδιο, μα ίσως στο βάθος να είναι πιο σχεδιασμένα. Το χρώμα τους φτάνει σε μια λάμψη που εκφράζει ευτυχία, ξενοιασιά και, συγχρόνως, εκστασιακή αυτοσυγκέντρωση. Έχουν μιαν απίστευτη ποιότητα στην ύλη τους, μια δυνατή συνείδηση των κανόνων του έργου τέχνης, με την ανατολίτικη και βυζαντινή σημασία του όρου. Εκεί γύρω στην εποχή που θα συναντήσει τον Τeriade, ίσως όμως και λίγα χρόνια πριν, η ζωγραφική του αλλάζει. Αυτή είναι η τρίτη περίοδός του. Εδώ τα εντυπωσιακά και πολύτιμα χρώματα αρχίζουν να υποχωρούν κάπως, για να δώσουν τη θέση τους σε χρώματα πιο σωστά, πιο ζωγραφικά. Ό,τι ήθελε να κάνει στον Βόλο με το επιμελημένο και σφιχτό σχέδιο, το καταφέρνει τώρα με τα δικά του μέσα: με το χρώμα…», έγραψε για το έργο του Θεόφιλου, ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης.

Ο Θεόφιλος φέρεται να είχε και έντονη συμβολή στα κοινωνικά δρώμενα της περιοχής, με τη διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές ενώ την περίοδο της Αποκριάς, συνήθιζε να κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο άλλοτε ντυμένος ως Μεγαλέξανδρος, με μακεδονική φάλαγγα μαθητές σχολείων, και άλλοτε ως ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κοστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος.

Υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερα φτωχός, και συχνά ζωγράφιζε τοίχους καφενείων ή σπιτιών για να κερδίσει ένα πιάτο φαγητό. Εξίσου συχνά έπεφτε θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης ειδικά λόγω της επιλογής του, από μια ηλικία και μετά, να εγκαταλείψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ένδυσης και να φοράει φουστανέλα, όπως οι ήρωες που απεικόνιζαν τα έργα του.

Το 1927, ο Θεόφιλος επέστρεψε στη Λέσβο και ένα περίπου χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον τεχνοκριτικό και έμπορο έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη – Teriade, μια γνωριμία που συνέβαλε αρχικά στη βελτίωση των συνθηκών επιβίωσής του και μετέπειτα (δυστυχώς μετά θάνατον) στη σταδιακή αναγνώριση του έργου του ώσπου το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το έργο του «χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας». Ο Θεόφιλος πέθανε στις 24 Μαρτίου του 1934, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση.

Ως το Σεπτέμβριο του 1935, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, μνεία στο όνομά του γίνεται μόνο σε μερικά δημοσιογραφικά κείμενα στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη και το Βόλο. Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου δημοσιεύεται στα Αθηναϊκά Νέα μια συνέντευξη του Teriade με τίτλο «Μια καλλιτεχνική ανακάλυψη. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» και την επόμενη χρονιά οργανώνεται από τον Teriade έκθεση έργων του στο Παρίσι. Ο Τάκης Μπαρλάς αποκαλεί τον Θεόφιλο «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής» ενώ ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος το 1947 μιλάει για τον καλλιτέχνη σε έκθεση έργων του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών, τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη. Σύντομα, το όνομα και το έργο του ταξιδεύει σε πολλές γωνιές του κόσμου.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, έγραψε: «Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι και, καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, τη μεγάλη αφίσα της Έκθεσης του Θεόφιλου, που είχε ανοίξει ακριβώς εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε, λοιπόν, ναι. Υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο».

Ο Teriade χρηματοδοτεί την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου, που άνοιξε το 1965, στη γενέτειρά του Βαρειά στη Λέσβο, όπου φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου. Επίσης ως μουσείο Θεοφίλου λειτουργεί το αρχοντικό Χατζηαναστάση, γνωστό σήμερα ως οικία Κοντού, στην Ανακασιά του Δήμου Ιωλκού, τους τοίχους του οποίου φιλοτέχνησε ο ζωγράφος γύρω στο 1912.

  • Σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ έπαιξε και ο νευρολόγος – ψυχίατρος Άγγελος Κατακουζηνός.
  • Στην αρχική εικόνα: Οι κουλούρες με τα κόκκινα αβγά, Οικογένεια του κυρίου Πάτρισον από το Σικάγο.
eirini aivaliwtouΤο Πάσχα στη ζωγραφική του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ 
Περισσότερα

Η Αλεξάνδρα, η Αμαλία, η Ευγενία και η Ιωάννα διεκδικούν φέτος το «Βραβείο Μελίνα Μερκούρη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Αλεξάνδρα Καζάζου: «Είμαι άνθρωπος που βλέπει το αύριο όχι το μετά από δέκα χρόνια. Κάθε βήμα, κάθε επιλογή σε φέρνει σε ένα άλλο ταξίδι. Και αυτό αγαπώ. Τη διαδικασία της ζωής με όλα τα απρόβλεπτά της σε όλα τα επίπεδα».

 

Αμαλία Καβάλη. Άξιο θαυμασμού στοιχείο της παράστασης «Ορλάντο» είναι η ερμηνεία της Αμαλίας Καβάλη, μιας εκπληκτικά ευαίσθητης ηθοποιού, με λεπτή παιδικότητα, ωραία άρθρωση και χαριτωμένη παρουσία, τρυφερής και σπαρακτικής, που καταφέρνει να δώσει το διφορούμενο του κεντρικού ήρωα.

 

Ευγενία Δημητροπούλου: «Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως χαίρομαι πάρα πολύ που συνεργάζομαι με ανθρώπους που θαύμαζα από πριν και χαίρομαι πάρα πολύ όταν τους γνωρίζω σε επαγγελματικό επίπεδο κι αυτή η εικόνα που είχα για αυτούς γίνεται τώρα ακόμα καλύτερη».

 

Ιωάννα Κολλιοπούλου. Και μόνο με τις σιωπές της, ως «Στέλλα Γερακάρη» δίνει μάθημα αυτοσυγκέντρωσης. Και πάλι άριστη. Πάντα καλύτερη από κάθε προηγούμενη ερμηνεία της.

***

Τα παραπάνω γράφτηκαν στο catisart.gr για τα τέσσερα κορίτσια που διεκδικούν φέτος το «Βραβείο Μελίνα Μερκούρη» για την καλύτερη γυναικεία ερμηνεία της περασμένης θεατρικής περιόδου, σύμφωνα με την ανακοίνωση από το « Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη».

 

Φέτος οι υποψήφιες είναι:

 

 

*Ευγενία Δημητροπούλου για την ερμηνεία της στην παράσταση «Στέλλα Βιολάντη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα.

 

 

 

*Αμαλία Καβάλη για την ερμηνεία της στην παράσταση «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ σε σκηνοθεσία Ιούς Βουλγαράκη στο Skrow Theater.

 

 

 

*Αλεξάνδρα Καζάζoυ για την ερμηνεία της στην παράσταση «Insenso» του Δημήτρη Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Πέτρου Σεβαστίκογλου.

 

 

*Ιωάννα Κολιοπούλου για την ερμηνεία της στην παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη.

 

***

 

Το θεατρικό βραβείο θεσπίστηκε το 2007 από το Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη και απονέμεται ετησίως για την καλύτερη ερμηνεία νέας γυναίκας ηθοποιού κατά την προηγούμενη θεατρική περίοδο. Στην ηθοποιό μαζί με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ περιέρχεται και η καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη την οποία παραδίδει στην επόμενη βραβευθείσα. Το βραβείο αφορά σε υποψήφιες απόφοιτες δραματικής σχολής, με μια ικανή πορεία στις θεατρικές σκηνές, με συμμετοχές σε παραστάσεις και ερμηνείες σε ρόλους τέτοιες, που να έχουν αναδείξει και αποδείξει το ταλέντο τους.

 

Η επιτροπή του θεατρικού βραβείου αποτελείται από τους: Μάγια Λυμπεροπούλου (πρόεδρος), Δηώ Καγγελάρη, Ματίνα Καλτάκη, Δημήτρη Λιγνάδη και Ρένη Πιττακή

 

***

 

Οι βραβευθείσες 2007 – 2017

2007 Εύη Σαουλίδου
2008 Στεφανία Γουλιώτη
2009 Έλενα Μαυρίδου
2010 Μαρίνα Ασλάνογλου
2011 Λουκία Μιχαλοπούλου
2012 Μαρία Κίτσου
2013 Λένα Παπαληγούρα
2014 Γιούλικα Σκαφιδά
2015 Λένα Δροσάκη
2016 Αλεξάνδρα Αϊδίνη και Ιωάννα Παππά
2017 Ανθή Ευστρατιάδου

 

***

 

Πληροφορίες

Η απονομή θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018 και ώρα 20:00, στο Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, Πολυγνώτου 9-11, Πλάκα. Τηλέφωνο: 210- 33.15.601 (μετρό Μοναστηράκι). Είσοδος ελεύθερη.

***

*Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ΕΔΩ

*Η Ευγενία Δημητροπούλου ΕΔΩ

*Η Αλεξάνδρα Καζάζου ΕΔΩ

Παναγιώτης ΜήλαςΗ Αλεξάνδρα, η Αμαλία, η Ευγενία και η Ιωάννα διεκδικούν φέτος το «Βραβείο Μελίνα Μερκούρη»
Περισσότερα