Πρόσωπα

Βαρόνη φον Βεστφάλεν: Η Τζένη της καρδιάς του Μαρξ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Τζένη, άσε τις σφαίρες του ουρανού να κυλάνε,
Για μένα είσαι ήλιος και λάμψη αστεριών
Οι εχθρικοί κόσμοι μουγκρίζουν μπροστά μου
Θα τους νικήσω Τζένη, αν μείνεις δικιά μου…»
(Απόσπασμα από το ποίημα του Καρλ Μαρξ «Η σκέψη»)

Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, η γυναίκα που ενέπνευσε αυτούς τους στίχους δεν ήταν μια προλετάρια ή ένα ταπεινό κορίτσι της εργατικής τάξης. Η βαρόνη Γιοχάνα Βέρθα Ιουλία Τζένη φον Βεστφάλεν ήταν ένα άνθος με ρίζες στην πρωσική και τη σκοτσέζικη αριστοκρατία. Και τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του. Εκείνη και ο Καρλ γνωρίζονταν από παιδιά -η Σόφι, η αδελφή του Καρλ, σχεδόν συνομήλικη της Τζένης, ήταν η καλύτερή της φίλη. Και ο Καρλ, ως έφηβος, είχε πολύ καλές σχέσεις με τον πατέρα της, Λουδοβίκο φον Βεστφάλεν, ο οποίος υπήρξε για κείνον ένα είδος μέντορα -συνήθιζαν να κάνουν μαζί μεγάλους περιπάτους και να μιλούν για πολιτική ή να παραθέτουν και να αναλύουν με τις ώρες αποσπάσματα από τον Όμηρο, τον Δάντη, τον Γκαίτε και τον Σαίξπηρ. Η ίδια η Τζένη ήταν ευφυής, εγγράμματη, με υψηλή μόρφωση κι αγάπη για τη λογοτεχνία -ιδίως για τους Γερμανούς ρομαντικούς.

 

 

Η Johanna Bertha Julie Jenny Edle von Westphalen ήταν Γερμανίδα κριτικός θεάτρου και πολιτική ακτιβίστρια.

Στον Καρλ, παρατηρούν οι βιογράφοι της, ίσως να ερωτεύτηκε τα ίδια, οικεία χαρακτηριστικά, που είχαν οι αγαπημένοι της ήρωες του Γκαίτε και του Σίλερ: το ανήσυχο, ζωηρό πνεύμα που κονιορτοποιεί τις συμβάσεις. Την τραγικότητα και το πάθος του επαναστάτη ιδεαλιστή που εναντιώνεται σε μια σκληρή εξουσία. Όσο για κείνον, ήταν ξετρελαμένος με «το πιο όμορφο κορίτσι του Τρίερ»…

Η Τζένη φον Βεστφάλεν υπήρξε για τριάντα δύο χρόνια η σύζυγος του Διαβόλου, δηλαδή του Καρλ Μαρξ. Παράξενος όντως συνδυασμός μιας αριστοκράτισσας απ’ την Πρωσία και ενός άπορου επαναστάτη, ο οποίος αισθάνθηκε περηφάνια που τον διάλεξε για σύζυγό της.

Αρραβωνιάστηκαν μυστικά το φθινόπωρο του 1836. Ο πατέρας του Καρλ ήταν επιφυλακτικός, διότι η αρραβωνιαστικιά του γιου του ήταν από καλή γερμανική οικογένεια και περιζήτητη νύφη, ενώ ο γιος του εβραϊκής καταγωγής. Τελικά στις 12 Ιουνίου 1843 υπογράφεται το συμβόλαιο γάμου με την Τζένη.

Το γεγονός ότι ήταν εβραίικης καταγωγής, άνεργος, απένταρος και ταραξίας ήταν φυσικό ότι καθιστούσε τον Μαρξ ανεπιθύμητο και στην οικογένεια της Τζένης. Στο γάμο παραβρέθηκε μόνο η μητέρα της Τζένης, που την υποστήριζε, και ελάχιστοι φίλοι. Το γαμήλιο δώρο της μητέρας της Τζένης ήταν μια συλλογή κοσμημάτων και ασημικών, η οποία θα βρίσκεται περισσότερο στα χέρια των ενεχυροδανειστών παρά στο σπίτι των Μαρξ. Στο γαμήλιο δώρο ήταν, επίσης, και ένα κουτί γεμάτο με χρήματα. Στη διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος οι νεόνυμφοι ανέβαιναν τον Ρήνο και κάθε φορά που συναντούσαν ένα σύντροφό τους τον προσκαλούσαν να πάρει όσα χρήματα χρειαζόταν. Όπως ήταν φυσικό, τα χρήματα τελείωσαν μέσα σε μία εβδομάδα.

Η Τζένη («Τζένη της καρδιάς μου» την έλεγε ο Καρλ) δεν ήταν μία ακόμη γυναίκα. Αστή, χορτάτη, ανήσυχη, στα δεκαεφτά της απέρριψε πρόταση γάμου του ανθυπολοχαγού Φον Πάνεβιτς και τότε στο Τρίερ της Ρηνανίας συνδέθηκε με τον Μαρξ.

«Είναι κολασμένα ευχάριστο για έναν άνδρα να ξέρει ότι η γυναίκα του ζει πάντα στη φαντασία μιας ολόκληρης πόλης ως η “ποθητή πριγκίπισσα”», γράφει ο Καρλ Μαρξ σε επιστολή του το 1863, ένα μικρό δείγμα του βαθμού δεσίματος και έρωτα των δυο τους που δεν κλονίστηκε ποτέ μέσα στη φλόγα των επαναστατικών διεργασιών και των ταλαιπωριών.

Το να ζεις με τον Μαρξ δεν ήταν και η ευκολότερη υπόθεση. Επιπλέον να είσαι πολύτεκνη, να απελαύνεσαι από το Παρίσι, να συλλαμβάνεσαι στο Βέλγιο, να μην έχεις να φας και να περιμένεις το μηνιάτικο του Καρλ από τα κείμενά του στη «New York Daily Tribune», να πεθαίνουν τέσσερα από τα παιδιά σου λόγω και της ανέχειας. Αλλά και το να ζεις με τον Μαρξ δεν ήταν κάτι βαρετό. Να είσαι ακροάτρια στην Α’ Διεθνή, να τρως με τον Μπακούνιν, να συγκατοικείς με τον μποέμ Ενγκελς, να έχεις εικόνα πρώτη από όλους για κείμενα όπως η «Γερμανική Ιδεολογία». Να είσαι το αντικείμενο του πόθου, η μούσα και ο φάρος για μια προσωπικότητα όπως ο Καρλ Μαρξ.
Πενήντα τέσσερις από τις επιστολές της Τζένης σε μια ιστορική περίοδο που ξεκινά από το 1839 και φθάνει έως το 1869 έχουν συγκεντρωθεί σ’ έναν ενδιαφέροντα τόμο. Επιστολές που παραλήπτη έχουν εκτός του άνδρα της και τον Ένγκελς ή τον Γιόζεφ Βάιντεμαγερ (Πρώσο μαρξιστή κριτικό και δημοσιογράφο που συνεργάστηκε με τον Κάρολο στη «Γερμανική Ιδεολογία») αλλά και άλλους.

 

 

Μέσα στον κρότο μιας Ευρώπης που μετασχηματίζεται και ενός προλεταριάτου που αρθρώνει τον δικό του επαναστατικό λόγο, ξετυλίγεται ο κοινός βίος του Καρλ και της Τζένης. Βίος στενά αδιαίρετος με τις συλλογικές απόπειρες και έγνοιες των λαών τότε.

Σχέση ζεστή, ανθρώπινη, συντροφική που σκιαγραφεί μια ολόκληρη εποχή.

Ο βίος ενός κολοσσού της παγκόσμιας σκέψης που δεν έπαυε να είναι άνθρωπος με πάθη και λάθη με μια σπουδασμένη και χαρισματική γυναίκα που ξαφνιάζει με την ερωτική της αφοσίωση.

«Μικρό μου αγριογούρουνο! Πόσο χαρούμενη είμαι που είσαι ευτυχισμένος, που το γράμμα μου σ’ έκανε να χαρείς, που με πεθύμησες, που μένεις σ’ ένα δωμάτιο με ταπετσαρία και που ήπιες σαμπάνια στην Κολονία, και που έχει εγελιανούς πυρήνες εκεί, και που ονειρεύεσαι, και που – με λίγα λόγια – είσαι δικός μου, κατάδική μου αγάπη, αγαπημένο μου αγριογούρουνο. Αλλά μαζί μ’ όλα αυτά, ένα μου ‘λειψε: αν με παίνευες λιγάκι για τα ελληνικά μου, αν μου ‘στελνες μία μόνο ενθαρρυντική φρασούλα για την επιμελή φιλομάθειά μου…». Αυτά γράφει η Τζένη Μαρξ στον Καρλ στις 10 Αυγούστου του 1841.Η αφοσίωσή της είναι διάχυτη σε όλες τις επιστολές, όπως σε αυτή της 24ης Μαρτίου του 1846 που γράφει η ίδια: «Συμβαίνει κάτι περίεργο με τη ζωή κάποιου που αγαπάς. Δεν παραιτείσαι τόσο εύκολα απ’ αυτήν».

Από και προς την Τζένη Μαρξ έχουν διασωθεί συνολικά 320 επιστολές.

 

 

Ποίηση

Στην Τζένη
Ι
Τζένη, γελώντας θα μπορούσες να ρωτήσεις,
γιατί “Στην Τζένη” απευθύνω τα τραγούδια μου,
Όταν για σένα μόνον ο σφυγμός χτυπάει πιο γρήγορα,
Όταν για σένα το τραγούδι μου ηχεί μ’απελπισία,
Κι όταν εσύ μονάχα με εμπνέεις,
Όταν σε κάθε λέξη βρίσκω τ’όνομά σου,
Όταν χαρίζεις μελωδία σε κάθε ήχο,
Κι όταν η κάθε ανάσα σου είναι θεϊκή,
Γλυκά τ’ ωραίο σου όνομα ηχεί
Και ο ρυθμός του πάλι μου μιλάει
Κι ο πλούσιός του ήχος είναι μουσική,
Σαν τις δονήσεις των πνευμάτων στο σκοτάδι
Και σαν την αρμονία κάποιας χρυσής χορδής,
Μιας ύπαρξης υπέροχης και μαγικής.
ΙΙ
Βλέπεις! Θα γέμιζα χιλιάδες τόμους,
Γράφοντας μονάχα τη λέξη Τζένη,
Βιβλία που θα φανέρωναν έναν κόσμο σκέψης,
Κατόρθωμα αιώνιας θελήσεως,
Στίχοι που τρυφερά καταπραϋνουν κάθε πόθο,
Κάθε λάμψη, κάθε αιθέρια αστραπή,
Κάθε πόνο, κάθε θλίψη κι αγωνία,
Αλλά και κάθε ουράνια ευτυχία,
Κάθε ζωή και κάθε ανθρώπινη Σοφία.
Μπορώ να τα διαβάσω στα αστέρια
Κι η αναπνοή του Ζέφυρου τα ξαναφέρνει,
Από τους άγριους κεραυνούς της καταιγίδας.
Ω! Στ’αλήθεια θα τα γράψω σαν ρεφραίν,
Ώστε οι γενιές που έρχονται να ξέρουν:
ΤΖΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ.

«Τζένη, αν θέλεις ρώτησε γιατί μιλούν οι λέξεις μου
Και ποιο είναι το κρυμμένο νόημά τους.
Μα είναι άσκοπο να πούμε οτιδήποτε
Μάταιο θα ΄τανε και να το προσπαθήσουμε.

Κοίτα τα μάτια σου, τα τόσο φωτεινά,
Βαθύτερα και από τον πιο βαθύ καθρέφτη τ’ Ουρανού
Πιο καθαρά απ’το φως που εκπέμπει ο ήλιος
Και τότε την απάντηση θα βρεις.

Τόλμα να ζήσεις τη ζωή και να απολαύσεις.
Δοκίμασε να πιέσεις το λευκό σου χέρι –
Μόνη σου, εσύ θα πάρεις την απάντηση,
Τον μακρινό Παράδεισό μου θα γνωρίσεις.

Α! Κάθε που τα χείλη σου ανοίγουν
Για να μου πουν μια λέξη τρυφερή,
Τότε βυθίζομαι σε τρέλα εκστατική
Κι ύστερα, χάνομαι χωρίς ελπίδα.»
(Απόσπασμα από το ποίημα του Κ. Μαρξ «Ο κόσμος μου»)

 

 

Η βαρόνη Τζένη φον Βεστφάλεν, με ρίζες στην υψηλή αριστοκρατία και ο, τέσσερα χρόνια μικρότερός της, σχεδόν άνεργος νεαρός φοιτητής Καρλ Μαρξ, γνωρίζονταν από παιδιά. Η ιστορία τους όμως δεν ήταν ένα ρομαντικό παραμύθι. Οι δυο τους υπέφεραν, εξορίστηκαν, δοκιμάστηκαν σκληρά από τη φτώχεια, τις στερήσεις και την περιπλάνηση, χωρίς ποτέ να χάσει η Τζένη το χιούμορ της και την εμπιστοσύνη της στον Καρλ Μαρξ, αλλά και στην υπόθεση της εργατικής τάξης. Η αδιάλειπτη στήριξή της στο πλευρό του έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ολοκλήρωση του έργου του. Τα σημαντικότερα άρθρα και συγγράμματα του Μαρξ, όπως το «Κεφάλαιο», το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» κ.ά. πέρασαν από τα χέρια της, αφού είχε αναλάβει να καθαρογράφει και να δακτυλογραφεί τα δυσανάγνωστα χειρόγραφα του συζύγου της.

«[…] φανταζόμουν ότι είχες χάσει το δεξί σου χέρι και, Καρλ, βρισκόμουν σε κατάσταση έξαψης και ευδαιμονίας γι’ αυτό. Βλέπεις, θησαυρέ μου, σκεφτόμουν ότι έτσι θα σου ήμουν πλέον απολύτως απαραίτητη, ότι θα με κρατούσες παντοτινά κοντά σου και θα με λάτρευες. Και τότε θα κατέγραφα εγώ για λογαριασμό σου όλες αυτές τις λατρεμένες, ουράνιες ιδέες σου και θα σου ήμουν πραγματικά χρήσιμη».

Πόσο αποδεκτή και αληθοφανής θα γινόταν άραγε μια τόσο ακραία εκδήλωση πίστης, ολοκληρωτικής αφοσίωσης και απέραντης τρυφερότητας, απευθυνόμενη στην αυστηρή βιβλική μορφή ενός θεωρητικού γίγαντα της επανάστασης όπως ο Καρλ Μαρξ; Θα μπορούσε ποτέ – δίχως αυτό να αποτελεί σκάνδαλο – να γίνει πιστευτό ότι ο εισηγητής της πιο επαναστατικής κοσμοθεωρίας στην ιστορία της ανθρωπότητας θα γινόταν αντικείμενο παρόμοιου ερωτικού παραληρήματος, αποδέκτης τέτοιας παράφορης λατρείας; Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τον Μαρξ ως ερωτικό αντικείμενο του πόθου; Κι όμως, η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά πιο ευφάνταστη και πιο ανατρεπτική απ’ ό,τι συνήθως πιστεύουμε.

Μέσα στον κρότο μιας Ευρώπης που μετασχηματίζεται καθώς οι λαοί διεκδικούν καλύτερη ζωή με πολιτικά δικαιώματα, οι επιστολές της Τζένης προς «το μικρό της αγριογούρουνο» ζωντανεύουν την αγάπη της στον σύζυγό της και την πίστη της στην παγκόσμια επανάσταση.
Η Τζένη φον Βεστφάλεν Μαρξ, είναι γυναίκα ανήσυχη, επιστολογραφεί με πάθος, με πνεύμα λαμπρό και εύθυμο.

«Ήταν γιορτή να παίρνεις γράμμα από την Τζένη Μαρξ!» (Πολ Λαφάργκ)

Στις επιστολές ξετυλίγεται ο κοινός βίος τους με τις οικονομικές και οικογενειακές δυσκολίες (πεθαίνουν 4 παιδιά τους λόγω της ανέχειας) καθώς και ο χαρισματικός χαρακτήρας της Τζένης.
Πολύτεκνη απελαύνεται από το Παρίσι, συλλαμβάνεται στο Βέλγιο, αδυνατεί να θρέψει τα παιδιά της επειδή περιμένει το μισθό του άνδρα της από τα κείμενά του στη «New York Daily Tribune», εκτελεί χρέη γραμματέως, γράφει στους εκδότες του Μαρξ ή αναφέρεται στις χαρές και τις λύπες της οικογένειας.

Οι επιστολές έχουν παραλήπτη εκτός του άνδρα της και τον Φρίντριχ Ένγκελς, τον Γιόζεφ Βάιντεμαγερ (Πρώσο μαρξιστή δημοσιογράφο που συνεργάστηκε με τον Καρλ στη «Γερμανική Ιδεολογία»), την Μπέρτα Μάρκχαϊμ, τον Λούντβιχ Κούγκελμαν.

Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και η Τζένη – γραμματέας, συνέθεσαν το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” και το “Κεφάλαιο”. Κυοφόρησαν μαζί δηλαδή, ως ομάδα, δύο σπουδαία έργα και γέννησαν τη Μαρξιστική ιδεολογία. Η Τζένη όμως παράλληλα γέννησε και εφτά παιδιά, χάνοντας τα τέσσερα, υπήρξε σπουδαία φίλη, στοργική μητέρα, καλή κόρη, ακάματη ακροατής και αιώνια σύζυγος. Έζησε απίστευτες δυσκολίες, κυρίως οικονομικές και προσωπικές, δίπλα στο Μαρξ, χωρίς να τον εγκαταλείψει ποτέ, ούτε αυτόν, ούτε την ιδεολογία που τόσο πίστευε.

Έξυπνη, όμορφη, αγέρωχη, στενά συνδεδεμένη με το έργο του συζύγου της, η Τζένη έζησε μαζί του μια αυθεντική ιστορία αγάπης και μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, ταραχώδη και σημαδεμένη από την εξορία και -βεβαίως- τη φτώχεια. Ένα όμορφο γυναικείο πορτρέτο που διαγράφεται πίσω από ένα επίφοβο αντρικό πρόσωπο.

Μετά το γάμο η βαρόνη θα ταλαιπωρηθεί αφάνταστα από την οικογενειακή μιζέρια αλλά ποτέ δε θα υποτιμήσει το σύζυγό της. Ο Μαρξ ξεκινά μία ζωή εξόριστου και κατατρεγμένου και τα πρώτα θύματα είναι τα μέλη της οικογένειας του. Η πρώτη κόρη, η Τζένη έχει γεννηθεί στη Γαλλία. Η Λόρα και ο Εντγκάρ στο Βέλγιο, ενώ στο Λονδίνο θα γεννηθεί ο Χάινριχ Γκουίντο.

Η αγαπημένη σύντροφος του Μαρξ, Τζένη, πέθανε το 1881 από καρκίνο στο συκώτι, κάτι που του στοίχισε ανεπανόρθωτα.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΒαρόνη φον Βεστφάλεν: Η Τζένη της καρδιάς του Μαρξ
Περισσότερα

Lee Krasner: Η “κυρία Πόλοκ” ήταν μια κορυφαία μορφή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η ζωγράφος Λι Κράσνερ ήταν ήδη γνωστή στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης όταν γνώρισε τον Τζάκσον Πόλοκ. Βρέθηκαν τυχαία σε ένα πάρτι το 1936. Εκείνος μόλις είχε σκοντάψει και της είχε ψιθυρίσει στο αφτί: «Σ’ αρέσει το γα***ι;». Η Κράσνερ τον χαστούκισε. Φαίνεται πως δεν είχε πληροφορηθεί το όνομά του, γιατί τον Νοέμβριο του 1941, όταν άκουσε ότι ο Πόλοκ έκανε έκθεση με τον Γκρέαμ, αποφάσισε ότι έπρεπε να τον γνωρίσει.

Το 1942 επισκέπτεται το ατελιέ του από περιέργεια και το ειδύλλιό τους ξεκινά. Παντρεύονται τον Οκτώβριο του 1945 και, με χρήματα που τους δανείζει η επιδραστική συλλέκτρια έργων τέχνης Πέγκι Γκούγκενχαϊμ –η οποία έχει αρχίσει εκείνη την εποχή να δείχνει σοβαρό ενδιαφέρον για την τέχνη του Πόλοκ–, αγοράζουν μια έκταση στην εξοχή.

*Τρεις αυτοπροσωπογραφίες της:

 

Καταστρέφει τα έργα της

Η Κράσνερ επιδιώκει με κάθε τρόπο να απομακρύνει τον σύζυγό της από τις «σειρήνες» της πόλης, καθώς αντιμετωπίζει ήδη σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού. Δουλεύουν σε διαφορετικά σημεία μέσα στο σπίτι και ο ένας εισέρχεται στον χώρο εργασίας του άλλου μόνο έπειτα από πρόσκληση. «Κοιτάξτε, την κρεβατοκάμαρα μοιραζόμασταν, όχι το στούντιο. Ποτέ δεν μιλούσαμε για την πρόοδο της δουλειάς μας», θα αναφέρει η ίδια σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις της.

Αρνείται σθεναρά ότι επηρεάστηκε από τη χειρονομιακή και «αυτόματη» ζωγραφική του συντρόφου της, ωστόσο την περίοδο που ήδη συζούν καταστρέφει όλους τους πίνακες με τις κυβιστικές αναφορές που είχε κάνει κάτω από την επιρροή του δασκάλου της, Χανς Χόφμαν.

«Το μεγαλύτερο όφελος από τη σχέση τους είναι ότι και οι δύο απελευθερώθηκαν από το δόγμα των δασκάλων που τους διαμόρφωσαν», επισημαίνει μία από τις ερευνήτριες του έργου τους, η ιστορικός τέχνης Μπάρμπαρα Ρόουζ. «Εκείνη έγινε πιο αυθόρμητη και ο Πόλοκ οργάνωσε καλύτερα τη σκέψη του».

Στα έντεκα χρόνια της κοινής τους ζωής, οι φήμες ανέφεραν πως η Κράσνερ είχε σταματήσει να ζωγραφίζει κατ’ απαίτηση του διάσημου συζύγου της. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό», δήλωνε ενοχλημένη. «Οι πίνακες κρέμονται στους τοίχους· αν δεν τους βλέπουν, τι φταίω;».

 

 

Η Αμερικανίδα δημιουργός, σε αντίθεση με τους περισσότερους ομότεχνούς της, που έμεναν προσκολλημένοι σε μια ταυτότητα, δοκίμαζε διαρκώς νέες τεχνικές και υλικά. Λαμβάνοντας υπόψη και την αυστηρή αυτοκριτική που έκανε στο έργο της, καταστρέφοντάς το –το αρχείο που έχει διασωθεί είναι σχετικά μικρό σε σχέση με όσα δημιούργησε–, δικαιολογείται το ότι περνούσε μεγάλα διαστήματα απραξίας, απαραίτητα για τη μετάβασή της από τη μία καλλιτεχνική πρακτική στην άλλη. «Έχω απέραντο σεβασμό στον εσωτερικό μου ρυθμό. Απεχθάνομαι να πιέζομαι προς οποιαδήποτε κατεύθυνση», τόνιζε.

 

 

Η πρώτη έκθεση σε ηλικία 43 χρονών

Βέβαια, το ότι παρουσίασε την πρώτη της ατομική έκθεση το 1951, σε ηλικία 43 χρονών, πυροδότησε αρνητικά σχόλια σχετικά με την επίδραση που είχε πάνω της η έντονη προσωπικότητα του Πόλοκ. «Δεν μπορώ να συνεχίζω να ζωγραφίζω και ταυτόχρονα να προσπαθώ να αποτινάξω από πάνω μου την εικόνα της κυρίας Πόλοκ με την οποία με έχουν ταυτίσει», θα απολογηθεί. «Το πιο σημαντικό για μένα ήταν ότι δεν τα παράτησα, ότι συνέχισα να δημιουργώ. Πρέπει να “σκουπίζεις” τον δρόμο σου από τα περιττά, αλλιώς μπορεί να χαθείς μέσα στα λόγια».

Ακόμα και μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1956, σε τροχαίο, η Κράσνερ έφερε τον τίτλο της «χήρας του καλλιτέχνη» και κάθε αναφορά στη δουλειά της συνοδευόταν από μια σύγκριση με τη δική του εικαστική παραγωγή. Σήμερα πια, μετά θάνατον, θεωρείται από τις κυρίαρχες φυσιογνωμίες του αμερικανικού αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

 

Μωσαϊκό

 

Η αναδρομική έκθεση «Lee Krasner: Living in Colour», το 2019, στο Barbican Art Gallery του Λονδίνου, αναδεικνύει μέσα από 100 έργα τις ποιότητες της δημιουργικότητάς της, ποιότητες που ο καλλιτεχνικός κόσμος άργησε να ανακαλύψει.

 

 

Μια διαδρομή χωρίς όρια

Η έκθεση “Lee Krasner: Living Colour” έκανε τους φιλότεχνους να επανεκτιμήσουν την καλλιτεχνική κληρονομιά της. Η Λι Κράσνερ, εικαστικός και σύζυγος του Τζάκσον Πόλοκ, συνοδοιπόρος του σε μια διαδρομή χωρίς όρια, έζησε εξωθώντας στα άκρα την αντίληψη για τα όρια της ζωγραφικής.

Μια μέρα, ο Πόλοκ, θέλοντας να ακούσει τη γνώμη της Λι Κράσνερ για έναν πίνακά του, δεν της ζήτησε να του πει αν τον έβρισκε «καλό» ή «κακό», αλλά αρκέστηκε να τη ρωτήσει: «Είναι ή όχι ζωγραφική;».

 

 

Η Κράσνερ έζησε με έναν άνθρωπο δύσκολο, φιλόδοξο, αλκοολικό, καταθλιπτικό, που η δημιουργική περίοδός του κράτησε δέκα χρόνια. Εξαιτίας της ο Πόλοκ σταμάτησε για δύο χρόνια το ποτό, όταν τον έπεισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική του. Ήταν η περίοδος ακριβώς μετά το γάμο τους το 1944 όταν είχαν μετακομίσει στο Λονγκ Άιλαντ. Η Κράσνερ εργαζόταν για τη συντήρησή τους, ενώ ο Πόλοκ αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Την περίοδο αυτή, η οποία θεωρείται από τις δημιουργικότερες για τον Πόλοκ, επινοεί την τεχνική του dripping.

Το τι σημαίνει να είσαι μια γυναίκα εικαστικός, σύζυγος του «μεγαλύτερου εν ζωή εικαστικού της Αμερικής», όπως είχε γράψει το “Time” το 1951, είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Πόλοκ κυριολεκτικά «κατάπιε» τις δημιουργίες της Κράσνερ, αφού για τους περισσότερους ήταν απλώς η συμπονετική σύζυγός του.

Η σταδιοδρομία της Κράσνερ, ωστόσο, διήρκεσε πενήντα χρόνια και με τα 100 έργα της η έκθεση στο Barbican Art Gallery παρουσίασε μια χρονολογική αναδρομή από την εμφάνιση των πρώιμων αυτοπροσωπογραφιών της, τα ζωγραφικά σχέδια με κάρβουνα, τις μεγάλης κλίμακας αφηρημένες ζωγραφιές, τα κολλάζ και τη φημισμένη σειρά έργων της “Little Images”.

 

 

 

Υψηλά πρότυπα τέχνης

Καινοτόμος που επηρεάστηκε από τον κυβισμό του Πικάσο, τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό των Αμερικανών δημιουργών και την πολύχρωμη μορφή του κολλάζ, η Κράσνερ ανέπτυξε μια δική της μοναδική γλώσσα και δε δίσταζε να καταστρέψει ή να ανακυκλώσει τα έργα που δεν ανταποκρίνονταν στα υψηλά της πρότυπα.

Γεννημένη από Ρωσοεβραίους μετανάστες γονείς το 1914 στο Μπρούκλιν, η Κράσνερ αποφάσισε να γίνει ζωγράφος, όταν ήταν 14 ετών και γράφτηκε για να παρακολουθήσει μαθήματα τέχνης, στο Irving High School for Girls και συνέχισε στη National Academy of Design. Η εκπαίδευσή της ήταν διαρκής και η ίδια εξαιρετικά ανεξάρτητη, καθώς είχε καταφέρει να αποκτήσει μια εκτεταμένη και διεξοδική καλλιτεχνική εκπαίδευση. Υπάρχουν σχετικά λίγα έργα που σώθηκαν από αυτή τη χρονική περίοδο εκτός από λίγες αυτοπροσωπογραφίες και νεκρές φύσεις, καθώς τα περισσότερα έργα κάηκαν.

 

Η Κράσνερ επηρεάστηκε έντονα από την ίδρυση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 1929 και στη δεκαετία του ’30 άρχισε να μελετά συστηματικά τη σύγχρονη τέχνη. Για τις γυναίκες ήταν μια δύσκολη εποχή γεμάτη προκαταλήψεις. Ο δάσκαλός της Χανς Χόφμαν κάποια στιγμή της είπε: «Αυτό το έργο είναι πολύ καλό, δεν μπορείς να ξέρεις ότι το έχει κάνει μια γυναίκα».

Αντίθετα ο Πιέτ Μοντριάν κάποτε της είπε: «Έχετε έναν πολύ ισχυρό εσωτερικό ρυθμό, δεν πρέπει ποτέ να τον χάσετε». Η Κράσνερ ταλαιπωρήθηκε επί σειρά ετών, δούλεψε κάνοντας άλλη δουλειά, ως σερβιτόρα και τελικά εντάχθηκε το 1940 στους Αμερικανούς Αφηρημένους Καλλιτέχνες. Ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που διείσδυσαν στη σχολή της Νέας Υόρκης στη δεκαετία του ’40 και στη δεκαετία του ’50.

Όταν συναντήθηκε με τον Πόλοκ ήταν ήδη καθιερωμένη προσωπικότητα στη νεοϋορκέζικη σκηνή τέχνης και εξέθεταν μαζί σε μια ομαδική έκθεση το 1941 στην γκαλερί McMillen. Το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Οκτώβριο του 1945 και σύντομα μετακόμισε σε μια αγροτική αγροικία του Ίστ Χάμπτον. Η ζωή τους ήταν τρικυμιώδης αλλά εργάζονταν διαρκώς εκείνος στον αχυρώνα του σπιτιού και εκείνη σε ένα υπνοδωμάτιο στο ισόγειο.

 

 

Η σχέση τους έγινε εξαιρετικά δύσκολη και το καλοκαίρι του 1956 ενώ η Κράσνερ ήταν στην Ευρώπη, ο Πόλοκ σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα, από το οποίο διασώθηκε η τότε ερωμένη του Ρουθ Κλίγκμαν.

Τότε που τον πρωτογνώρισε, το 1936, θέλησε να πάει στο στούντιο όπου εργαζόταν. Εκεί τον βρήκε σε κακή κατάσταση έπειτα από μεθύσι, αλλά πρόθυμο να της δείξει τα έργα του. Συγκλονίστηκε περισσότερο με τον καλλιτέχνη, παρά με την τέχνη. Τον κυνήγησε ερωτικά και σύντομα άρχισαν να συζούν.

Η Κράσνερ, που δεν είχε μαγειρέψει ποτέ και ξόδευε όλη της την ενέργεια στη ζωγραφική, ξαφνικά έγινε υποδειγματική νοικοκυρά, εξαίρετη μαγείρισσα και πρώτης τάξεως γραμματέας. Μοιραία το δικό της έργο παραγκωνίστηκε.

Η τοιχογραφία για την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ 

Με τη βοήθεια της Κράσνερ και έχοντας ένα λόγο να κρατηθεί μακριά από το ποτό, ο Πόλοκ έγινε μεγάλο όνομα. Το 1942, η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ πρότεινε να τον χρηματοδοτήσει, αν ζωγράφιζε αποκλειστικά για την γκαλερί της κι έφτιαχνε μια τοιχογραφία για το διαμέρισμά της. Όταν, ένα χρόνο αργότερα, άνοιξε η πρώτη του ατομική έκθεση, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των καλύτερων κριτικών. Όμως δεν είχε τελειώσει την τοιχογραφία. Τη νύχτα πριν τελειώσει η προθεσμία, ο Πόλοκ άρχισε να ζωγραφίζει και δούλεψε για 15 ώρες ασταμάτητα.

 

 

Το αποτέλεσμα ήταν μια εντυπωσιακή παρέλαση από βαριές μαύρες κατακόρυφες γραμμές με περιδινούμενα τιρκουάζ, κίτρινα και κόκκινα. Μόλις στέγνωσε το χρώμα, αυτός και η Κράσνερ δίπλωσαν τον μουσαμά και τον πήγαν στο διαμέρισμα της Γκούγκενχαϊμ, όπου διαπίστωσαν έντρομοι ότι παραήταν μακρύς.

Η Γκούγκενχαϊμ έστειλε τον Μαρσέλ Ντισάν να βοηθήσει. Εκείνος πρότεινε να κόψουν 20 εκατοστά από το έργο. Ο Πόλοκ, που εν τω μεταξύ είχε ανακαλύψει την κάβα της Γκούγκενχαϊμ, δεν μπορούσε να συνεννοηθεί λογικά, οπότε κατέληξαν να περικόψουν τον πίνακα, για να χωρέσει. Μετά ο καλλιτέχνης όρμησε στο σαλόνι της Γκούγκενχαϊμ, όπου είχε καλεσμένους, κατευθύνθηκε τρικλίζοντας στο μαρμάρινο τζάκι, ξεκούμπωσε το φερμουάρ και ούρησε. Ήταν μια δύσκολη μέρα.

Η χαρακτηριστική τεχνική του Πόλοκ

Ήταν η αρχή μιας οδυνηρής περιόδου. Για να σταματήσει το ποτό, η Κράσνερ απαίτησε να την παντρευτεί. Κατόπιν βρήκε σπίτι σε μια αγροτική κοινότητα στο Λονγκ Άιλαντ και οι δυο τους έφυγαν από την πόλη. Σιγά σιγά, η ηρεμία της εξοχής επηρέασε ευεργετικά τον Πόλοκ. Μετρίασε το ποτό κι άρχισε να ζωγραφίζει. Μετέτρεψε μια παλιά σιταποθήκη σε στούντιο και λόγω του μεγάλου βάρους των μουσαμάδων αποφάσισε να τους απλώσει στο δάπεδο. Το επόμενο βήμα ήταν, κατά παράξενο τρόπο, λογικό: άρχισε να τους στάζει μπογιά από ψηλά.

Υπήρξαν διάφορες εκδοχές για το πώς ο Πόλοκ «εφηύρε» τη χαρακτηριστική τεχνική του, όπου έσταζε το χρώμα πάνω στον καμβά. Λένε ότι κατά λάθος αραίωσε πολύ το χρώμα του, ότι έριξε μια πινελιά θυμωμένος, ότι κλώτσησε ένα δοχείο με μπογιά. Στην πραγματικά δεν εφηύρε τίποτα. Στο παρελθόν διάφοροι μοντερνιστές είχαν σταλάξει, χτυπήσει, χύσει, πιτσιλίσει και πετάξει μπογιά. Η διαφορά ήταν ότι ο Πόλοκ κάλυπτε ολόκληρο το μουσαμά με την μπογιά, αλλά κι ότι τελειοποίησε την τεχνική.

Απέκτησε τέτοιο έλεγχο που μπορούσε να κηλιδώσει με μπογιά το ακριβές σημείο που ήθελε. Η αρχική αντίδραση στη ζωγραφική του υπήρξε διστακτική, αλλά σε λίγα χρόνια άρχισαν οι εγκωμιαστικές κριτικές. Αποφασιστικής σημασίας ήταν ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Life» τον Αύγουστο του 1949. Το κοινό λάτρεψε τον Αμερικανό καλλιτέχνη και ενθουσιάστηκε με την ιδέα μιας τέχνης που δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη.

 

 

Ο Τζάκσον Πόλοκ είχε σταματήσει να πίνει. Το 1948 έπεσε από το ποδήλατο ενώ προσπαθούσε να οδηγήσει σ’ ένα χωματόδρομο, κρατώντας μια κάσα από μπίρες στη μασχάλη. Ο γιατρός που τον φρόντισε του είπε ότι το αλκοόλ λειτουργούσε μέσα του σαν δηλητήριο. Ο Πόλοκ για δύο χρόνια δεν ήπιε σχεδόν καθόλου.

 

 

Ο βίαιος Πόλοκ που ζήλευε το ταλέντο της

Το χειμώνα του 1951 όμως, ξανακύλησε. Άρχισε να απειλεί ότι θα αυτοκτονούσε ή θα σκότωνε την Κράσνερ. Την είχε χτυπήσει κι άλλοτε, τότε όμως έγινε ρουτίνα. Στην αρχή η Κράσνερ προσπάθησε να αγνοήσει αυτό που συνέβαινε. Επέστρεψε στη ζωγραφική, κάτι που εξόργισε τον Πόλοκ, ο οποίος ζήλευε το ταλέντο της. Ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος, αν και η αφορμή ήταν απρόσμενη. Ο Πόλοκ που δεν την απατούσε ποτέ, βρήκε μια άλλη γυναίκα: τη Ρουθ Κλίγκμαν, ζωγράφο και εκείνη, ερωμένη πολλών άλλων ζωγράφων και «σωσία» της Λιζ Τέιλορ, μία πληθωρική μελαχρινή που τον κυνηγούσε πιο επίμονα απ’ όσο η Κράσνερ.

Ο Πόλοκ της ανακοίνωσε τη σχέση του και η Κράσνερ του έδωσε τελεσίγραφο: ή τη διώχνεις ή φεύγω. “Φύγε”, της είπε ο Πόλοκ και αυτή έφυγε. Ο Πόλοκ σοκαρίστηκε. Η Κράσνερ έφυγε για την Ευρώπη και η Κλίγκμαν πήγε να μείνει μαζί του. Για μια βδομάδα όλα πήγαν καλά, μέχρι που ο Πόλοκ ξέσπασε πάνω της. Έμεινε μακριά μια βδομάδα κι ο Πόλοκ ήταν πιο απομονωμένος από ποτέ.

Το Σαββατοκύριακο η Κλίγκμαν επέστρεψε με μια φίλη της, αλλά ο Πόλοκ δεν είχε κέφια. Στις 11 Αυγούστου 1956 οι τρεις τους πήγαν σε ένα πάρτι, αλλά όταν ο Πόλοκ κάθισε στο τιμόνι, ήταν ήδη μεθυσμένος και στην πρώτη στροφή έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο ανατράπηκε. Η Κλίγκμαν έζησε, αλλά η φίλη της και ο Πόλοκ πέθαναν ακαριαία. Το επόμενο πρωί η πρώην συζυγός του, η Λι Κράσνερ, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα στο Παρίσι. Έμοιαζε να ξέρει ήδη περί τίνος επρόκειτο. Κοίταξε ψηλά και είπε: «Ο Τζάκσον είναι νεκρός!»…

 

 

Αϋπνίες και δουλειά

Μετά το θάνατό του η Λι Κράσνερ μετακόμισε στο στούντιό του και άρχισε να κάνει μεγάλης κλίμακας έργα. Υπέφερε από αϋπνίες και αυτή η οδυνηρή διαδικασία μετατράπηκε σε στυλ που φανέρωνε μεγάλη ψυχολογική ένταση και έντονη συναισθηματική κίνηση. Επιστρέφοντας πολλές φορές σε προηγούμενα έργα της τα άλλαζε τελείως κόβοντας και αναδιοργανώνοντας θραύσματα για να δημιουργήσουν νέα κομμάτια.

Όταν η τιμή του έργου του Πόλοκ άρχισε να αυξάνεται στη δεκαετία του 1960 χάρη στην ενεργητική προώθηση της Κράσνερ αλλά και της επίμονης άρνησής της να πουλάει τα έργα του σε χαμηλή τιμή, η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ πήγε το Ίδρυμα Πόλοκ στα δικαστήρια απαιτώντας τα έργα που είχαν ζωγραφιστεί το 1946 και 1947.

 

 

Η δικαστική διαμάχη με τη συλλέκτρια

Η δικαστική διαμάχη αφορούσε μια φημισμένη σύμβαση που υπέγραψε ο Πόλοκ το 1945 με την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ να της δώσει τα περισσότερα έργα του σε αντάλλαγμα για ένα δάνειο 2.000 δολαρίων που είχε πάρει προκειμένου να δώσει προκαταβολή για το σπίτι του και τον αχυρώνα στο Ίστ Χάμπτονς. Έπειτα από μια μακρά νομική μάχη η απαίτησή της απορρίφθηκε.

Η εικαστική πορεία της Λι Κράσνερ είναι σπουδαία, κάτι περισσότερο από δημιουργική και κράτησε μέχρι το τέλος, μέχρι το θάνατό της το 1984. Τα 100 έργα της στο Barbican Art Gallery, το 2019, πολλά από τα οποία εκτέθηκαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη, μας σύστησαν μια ζωγράφο που πίστευε στον εαυτό της και την τέχνη της περισσότερο από όσο μπορούσαν να φανταστούν όσοι την αποκαλούσαν απλώς «κυρία Πόλοκ».

 

 

Μια ιστορία με αρκούδα…

Η Ρουθ Κλίγκμαν, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του ζωγράφου, ξεκίνησε την περίφημη διένεξη για τον πίνακα “Κόκκινο, μαύρο και ασημί”, τον οποίο, όπως ισχυριζόταν, ζωγράφισε ο Πόλοκ σαν ένα ερωτικό γράμμα προς την ίδια, τις ημέρες που έζησαν μαζί στο σπίτι. Μόνο που ο φερόμενος ως τελευταίος πίνακας του διάσημου ζωγράφου είναι ανυπόγραφος. Και εδώ αρχίζει η βεντέτα μεταξύ των δύο γυναικών της ζωής του.

Η Κράσνερ, με δικούς της ειδικούς, αποφαίνεται ότι ο πίνακας είναι πλαστός υποστηρίζοντας ότι δεν θυμίζει σε τίποτα την τεχνοτροπία που χρησιμοποιούσε ο Πόλοκ. Η Κλίγκμαν, από την άλλη, στα απομνημονεύματά της ισχυρίζεται ότι ο εραστής της ζωγράφισε τον πίνακα ξαφνικά, όταν εκείνη του πήγε τα χρώματα την ώρα που ήταν ξαπλωμένος στο γκαζόν, στην αυλή του σπιτιού, κάτω από τον καυτό ήλιο. «Ιδού ο δικός σου Πόλοκ», της είπε, όταν τελείωσε.

 

 

Η διαμάχη συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο των δύο γυναικών, με τους κληρονόμους τους. Το στρατόπεδο της Κλίγκμαν, μάλιστα, στην προσπάθεια να αποδείξει την αυθεντικότητα του έργου επιστράτευσε ένα συνταξιούχο αστυνομικό, ειδικό στην ιατροδικαστική έρευνα, ο οποίος με τις σύγχρονες μεθόδους του αντιμετώπισε τον πίνακα σαν το σώμα ενός εγκλήματος. Για εκείνον, την απάντηση τη δίνει το χαλί από τομάρι πολικής αρκούδας που βρισκόταν εκείνη την εποχή στο σπίτι του Πόλοκ. Μια τρίχα του ζώου βρέθηκε στον πίνακα. Αυτό αποδεικνύει ότι το έργο ζωγραφίστηκε εκεί, δεν σημαίνει ότι το έκανε και ο Πόλοκ, αντιτείνει το στρατόπεδο της Κράσνερ. Και με όλους τους πρωταγωνιστές της ιστορίας πλέον νεκρούς, μάλλον η αρκούδα είναι η μόνη τελικά που γνωρίζει την αλήθεια…

 

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουLee Krasner: Η “κυρία Πόλοκ” ήταν μια κορυφαία μορφή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού
Περισσότερα

Φρένο στη διαφημιστική βόλτα του Σάκη Ρουβά χωρίς άδεια στο Ηρώδειο με αυτοκίνητο. Τι λέει ο ίδιος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Σάκης Ρουβάς και γνωστή βιομηχανία αυτοκινήτων έκαναν διαφημιστικό σποτ για το καινούργιο αυτοκίνητο της εταιρείας έξω από την κεντρική είσοδο, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

«Έτοιμος για βόλτα» γράφει στο σχετικό χάσταγκ ο τραγουδιστής και «ανεβάζει» τη διαφήμιση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συγκεντρώνοντας χιλιάδες likes. Όμως δυόμισι ώρες αργότερα η ανάρτηση «κατέβηκε» ύστερα από παρέμβαση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Σύμφωνα με την ενημέρωση των υπηρεσιών του Υπουργείου, «η διαφήμιση της εταιρείας με τον κ. Σ. Ρουβά δεν έτυχε σχετικής αδειοδότησης. Ως εκ τούτου, η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλεως Αθηνών θα εφαρμόσει τις προβλεπόμενες από το Ν. 3028/2002 διατάξεις».

***

Ο τραγουδιστής με ανακοίνωσή του ζήτησε «συγγνώμη» και παραδέχτηκε ότι η εταιρεία αυτοκινήτων δεν ήταν ενημερωμένη.

Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η συναυλία μου με τη Σόνια Θεοδωρίδου στο Ηρώδειο ήταν μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας μου και είμαι πραγματικά ευγνώμων για την ευκαιρία που μού δόθηκε να τραγουδήσω στον εμβληματικό αυτό χώρο. Λυπάμαι που αυτή η στιγμή μου συνδέθηκε, δυστυχώς, και με μια άστοχη  προωθητική ανάρτηση στα social media μου, σχετικά με τη συνεργασία μου με εταιρεία, η οποία ουδεμία γνώση είχε. Αμέσως μόλις αντιληφθήκαμε το σφάλμα, η ανάρτηση κατέβηκε καθώς ο σεβασμός στα μνημεία και την πολιτιστική μας κληρονομιά είναι δεδομένος και αναμφισβήτητος. Ζητώ συγγνώμη για την όποια αναστάτωση προκλήθηκε».

***

Η παραπάνω φωτογραφία ΔΕΝ είναι από τη διαφήμιση.

Παναγιώτης ΜήλαςΦρένο στη διαφημιστική βόλτα του Σάκη Ρουβά χωρίς άδεια στο Ηρώδειο με αυτοκίνητο. Τι λέει ο ίδιος
Περισσότερα

Fernand Léger: Ο πρόδρομος της Ποπ Αρτ που λίγο έλειψε να γίνει ζωέμπορος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Φερνάν Λεζέ (Joseph Fernand Henri Léger) ήταν Γάλλος ζωγράφος, γλύπτης, σχεδιαστής, σκηνογράφος και παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών. Ξεκίνησε από τον κυβισμό, ωστόσο προχώρησε σε πιο εικονικές και εύληπτες παραστάσεις, με αποτέλεσμα να θεωρείται πρόδρομος της Ποπ Αρτ.

Ο Φερνάν Λεζέ γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1881 στη Νορμανδία. Ο πατέρας του ήταν κτηνοτρόφος και ζωέμπορος. «Ο πατέρας μου», θα πει αργότερα ο ζωγράφος, «ήταν ένα υπέροχο ζώο. Αν ζούσε λίγα χρόνια παραπάνω θα γινόμουν και εγώ ζωέμπορος όπως και αυτός».

 

 

Ο πίνακας «Οι διασκεδάσεις» είναι από τα τελευταία χρόνια του Φερνάν Λεζέ, όπου με μεγάλους πίνακες προσπάθησε να εκφράσει μια ανθρώπινη μυθολογία. Η σχεδόν πρωτόγονη και περισσότερο τονισμένη μνημειακή μορφή των προσώπων, υπογραμμίζει την ικανότητα δράσεως και μας δίνει την εικόνα μια ρωμαλέας ζωτικότητας.
Η χαρά ή η κούραση έχουν ένα βάρος, μπορούν να κινηθούν, έχουν κάποια δύναμη: «λειτουργούν» όπως έλεγε και ο ίδιος. Στον πίνακα αυτό ο Λεζέ με καθαρά και άμεσα σχήματα, υμνεί τη ζωή που αγαπούσε τόσο, την αλήθεια και την αξιοπρέπεια της δουλειάς και της χαράς.

 

 

Με την τέχνη του έδωσε την πιο ολοκληρωμένη έκφραση του μηχανοκρατικού περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα έκανε μια απόπειρα εξανθρωπισμού του σύγχρονου βιομηχανικού πολιτισμού. Γεννήθηκε στη Νορμανδία αλλά έζησε και μεγαλούργησε στη Γαλλική Ριβιέρα.

 

Γύρω στο 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, πρώτα αρχιτεκτονική και ύστερα ζωγραφική, χωρίς ωστόσο να ενταχθεί στο πρόγραμμα σπουδών.

Στην πρώτη περίοδο της διαμονής του στη γαλλική πρωτεύουσα ακολούθησε την τεχνοτροπία του Σεζάν και του κυβισμού και συνδέθηκε με τον Απολινέρ, τον Μπρακ, τον Πικάσο και τον Ρουσό. Το 1913 ανέπτυξε δική του κυβιστική τεχνοτροπία, ενσωματώνοντας τυποποιημένες μορφές οι οποίες υποδήλωναν μηχανική κίνηση. Ωστόσο, μετά τη συμμετοχή του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (αποστρατεύτηκε το 1917 λόγω τοξικής προσβολής από τα χημικά αέρια) έγινε μέλος της ομάδας του Νέου Πνεύματος (Ésprit Nouveau) του αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ.

Η επαφή του με τον Οζανφάν και τον Λε Κορμπιζιέ τον οδήγησε στην έξαρση των λογικών στοιχείων της κυβιστικής του διατύπωσης και σε μια ανήσυχη και ισχυρή πλαστική έκφραση του κόσμου της μηχανής (μηχανική περίοδος) την οποία αργότερα περιόρισε και μεταμόρφωσε, οργανώνοντάς την με αυστηρά διακοσμητικό πνεύμα. Αποκρυστάλλωσε τους όγκους και τα χρώματά του και χρησιμοποίησε από κοινού ανθρώπινες μορφές και μηχανήματα, ως στοιχεία που αλληλεπιδρούν στον ίδιο πίνακα. Τα πιο χαρακτηριστικά έργα του εκείνης της περιόδου είναι Το μηχανικό (1920) και Οι τρεις γυναίκες (1921). Στο έργο του Η πόλη (1919) απεικονίζεται ένα ελεγχόμενο τοπίο στο οποίο αναπαριστώνται τα καθαρά γεωμετρικά σχήματα των σύγχρονων μηχανημάτων, αντιπροσωπεύοντας μια μηχανιστική ουτοπία.

Ο Fernand Léger υπήρξε και εξαίρετος σχεδιαστής ψηφιδωτών και ταπισερί, καθώς και σκηνογράφος. Το 1923 σκηνοθέτησε την πρώτη πειραματική ταινία του, με τίτλο Μηχανικό μπαλέτο, η οποία επικεντρώνεται σε απλά μηχανικά αντικείμενα που κινούνται ρυθμικά.

Το 1931 επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη και διακόσμησε το διαμέρισμα του μεγιστάνα Νέλσον Ροκφέλερ.

Την περίοδο 1940-46 έζησε στις ΗΠΑ, διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο Γέιλ και στο κολέγιο Μιλς της Καλιφόρνια, ζωγραφίζοντας παράλληλα σε μουσαμά εμπνευσμένος από ακροβάτες και ισορροπιστές ποδηλάτες.

Πέθανε στο Ζιφ, Σεν-ε-Ουάζ, στις 17 Αυγούστου 1955.

 

Still Life with a Beer Mug 1921-2 Fernand L?ger 1881-1955 Purchased with assistance from the Friends of the Tate Gallery 1976 http://www.tate.org.uk/art/work/T02035

Painting titled The Acrobat and His Partner by Fernand Leger dated 1948

Jeune fille tenant une fleur. Léger, Fernand (French, 1881-1955). Oil on canvas, height 55.0 cm, width 46.0 cm, 1954.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουFernand Léger: Ο πρόδρομος της Ποπ Αρτ που λίγο έλειψε να γίνει ζωέμπορος
Περισσότερα

«Ναυτεμπορική». Η ιστορική οικονομική εφημερίδα οδηγήθηκε σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η 96χρονη «Ναυτεμπορική», η μοναδική καθημερινή οικονομική εφημερίδα στην Ελλάδα, η ιστορική εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1924 από τους αδελφούς Πάνο και Τζώρτζη Αθανασιάδη, οδηγήθηκε σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης…
Την όλη διαδικασία αναλαμβάνει ο ελεγκτικός όμιλος Grant Thornton καθώς και το «Δικηγορικό Γραφείο Αγγελίδη» με απόφαση του Πρωτοδικείου.
Υπενθυμίζεται ότι το αίτημα για υπαγωγή της εισηγμένης εταιρείας σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης είχε υποβάλει η Eurobank, διατηρώντας ως είχε και την προηγούμενη απόφαση για την προσωρινή προστασία από τους πιστωτές, με εξαίρεση τους εργαζομένους.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η εκποίηση – εν λειτουργία – των περιουσιακών στοιχείων της Ναυτεμπορικής θα γίνει με το μοντέλο ΔΟΛ, που θεωρήθηκε επιτυχημένο.
Σημειώνεται ότι το δικαστήριο έγινε τον Δεκέμβριο του 2019, ενώ βάσει των στοιχείων που είναι διαθέσιμα το ύψος των απαιτήσεων της Eurobank ξεπερνά το επίπεδο των οκτώ εκατ. ευρώ, ενώ οι υποχρεώσεις της επιχείρησης προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία υπολογίζεται ότι διαμορφώνονται περί των 3,8 εκατ. ευρώ.
Η «Ναυτεμπορική» με την ίδρυσή της σηματοδότησε την εμφάνιση του οικονομικού Τύπου στη χώρα μας. Το 2000 εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Παναγιώτης Μήλας«Ναυτεμπορική». Η ιστορική οικονομική εφημερίδα οδηγήθηκε σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης
Περισσότερα

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «Τους ειδικούς θα ακούμε. Οι λέξεις ήταν λάθος, ήταν απρόσεκτες»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020 ήταν καλεσμένος στο Mega στην εκπομπή «Πάμε Δανάη».

Μιλώντας με τον δημοσιογράφο Άρη Καβατζίκη και τη Δανάη Μπάρκα αναφέρθηκε στις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει πρόσφατα με μία ανάρτηση στο Facebook.

Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης ευχαρίστησε τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη για την παρέμβασή του υπέρ του θεάτρου μετά την καραντίνα. Ο ηθοποιός απάντησε ως εξής:

«Χρήστο, αν κάποιους πρέπει να ευχαριστούμε, είναι ο Πρωθυπουργός, η υπουργός Πολιτισμού κι ο ΓΓ Σύγχρονου Πολιτισμού, που πήραν πάνω τους ένα στοίχημα, ενάντια στις εισηγήσεις όλων των υγειονομικών».

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης συνεχίζοντας εξήγησε λέγοντας:

«Έκανα το λάθος να είμαι απρόσεκτος στη διατύπωσή μου των ευχαριστηρίων για το ότι έμειναν ανοιχτά τα θέατρα, γράφοντας αυτή την περίφημη φράση “ενάντια στις εισηγήσεις των υγειονομικών”. Προφανώς, δεν εννοώ ότι πήγε κανείς ενάντια στις εισηγήσεις των υγειονομικών, ούτε πρέπει γενικά να πηγαίνουμε ενάντια στις εισηγήσεις των υγειονομικών. Η δική μου συμπεριφορά και ο δικός μου τρόπος μέχρι τώρα έχει αποδείξει ότι είμαι υπέρ των εισηγήσεων των υγειονομικών φυσικά. Τους ειδικούς θα ακούμε. Οι λέξεις ήταν λάθος, ήταν απρόσεκτες».

***

Ο Μαρκουλάκης υπενθύμισε ότι η αναφορά του είχε σχέση με την καλοκαιρινή περίοδο, επεσήμανε μάλιστα πως περιμένει να μάθει ποια θα είναι η απόφαση της πολιτείας για τα κλειστά θέατρα.
Στη διάρκεια τη εκπομπής προβλήθηκαν στιγμιότυπα από τις πρόβες – όλοι οι συντελεστές με μάσκες – για την παράσταση «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή που είναι προγραμματισμένο να ανέβει στις 10 Οκτωβρίου 2020 στο «Θέατρο Παλλάς», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη.

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Τρίτο στεφάνι»
Του Κώστα Ταχτσή

Διασκευή: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Νίκος Μανουσάκης
Σκηνικά: Πάρις Μέξης
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση: Κική Μπάκα
Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Ματθαίου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
*
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Μαρία Καβογιάννη και Μαρία Κίτσου
ΠΑΙΖΟΥΝ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΑ: Κώστας Ανταλόπουλος, Ειρήνη Βαλατσού, Ντάνη Γιαννακοπούλου, Δανάη Επιθυμιάδη, Δημήτρης Καραβιώτης, Σύρμω Κεκέ, Τάσος Λέκκας, Ορνέλα Λούτη, Γιώργος Μακρής, Δημήτρης Μανδρινός, Στάθης Μαντζώρος, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Γιώργος Νούσης, Ελευθερία Παγκάλου, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Ελίζα Σκολίδη, Μενέλαος Χαζαράκης, Γιώργος Ψυχογυιός.

Παναγιώτης ΜήλαςΚωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «Τους ειδικούς θα ακούμε. Οι λέξεις ήταν λάθος, ήταν απρόσεκτες»
Περισσότερα

Heinrich Heidersberger: «Kleid aus Licht» ή ντύνοντας το γυναικείο κορμί με φως

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Heinrich Heidersberger ήταν Γερμανός φωτογράφος. Γεννήθηκε το 1906 και πέθανε το 2006 σε ηλικία εκατό ετών. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους Γερμανούς φωτογράφους του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα.

 

Σπούδασε αρχιτεκτονική και ζωγραφική στην τάξη του Fernand Léger στην Académie Moderne στο Παρίσι και έζησε στο απόγειο του υπερρεαλισμού. Η ζωγραφική ήταν μόνο το πρώτο του βήμα, σύντομα ανακάλυψε το πάθος του, τη Φωτογραφία. O Αμερικανός φωτογράφος Μαν Ρέι, ο οποίος έζησε στη Γαλλία τις αρχές του 1930, ήταν αυτός που τον ενέπνευσε.

 

 

Ξεκίνησε σαν ένας από τους πιο πετυχημένους Γερμανούς φωτογράφους της αρχιτεκτονικής φωτογραφίας, αλλά το 1950 άρχισε να πειραματίζεται με την αφηρημένη σουρεαλιστική φωτογραφία.

 

Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’40, εργάστηκε για το περιοδικό “Stern”, το οποίο δημοσίευσε το πειραματικό έργο του “Kleid aus Licht” – “το φόρεμα του Φωτός”. Χρησιμοποιώντας τις προβολές φωτός και τις σκιές δημιούργησε σχήματα που καλύπτουν τα γυμνά γυναικεία σώματα και έβαλε στη γυναίκα ένα μοναδικό φόρεμα από φωτοσκιάσεις.

 

 

Σήμερα μπορεί να φαίνονται αθώα και συνηθισμένα αυτά τα σώματα, αλλά η φωτογράφιση αυτή προκάλεσε μεγάλο σάλο όταν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Stern το 1949.

Ινστιτούτο για την παρουσίαση της φωτογραφικής τέχνης του Heinrich Heidersberger ιδρύθηκε από τον γιο του Benjamin το 2002. Μεταξύ άλλων έργων οργάνωσε έκθεση στην Κούβα με έργα του για τη χώρα από τη δεκαετία του 1950, σε συνεργασία με το κουβανικό Υπουργείο Πολιτισμού.

 

***

 

Φωτογραφίες του Heinrich Heidersberger από την Κούβα τη δεκαετία του 1950:

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουHeinrich Heidersberger: «Kleid aus Licht» ή ντύνοντας το γυναικείο κορμί με φως
Περισσότερα

James Dean – Το είδωλο μέσα από το φωτογραφικό φακό του Dennis Stock

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ήταν το 1955, όταν ένας φωτογράφος του πρακτορείου Magnum, ο Ντένις Σκοτ, βρέθηκε στο μπάνγκαλοου του Νίκολας Ρέι στο Chateau Marmont του Λος Άντζελες.

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Νίκολας Ρέι, άνθρωπος μποέμ και αντικομφορμιστής, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος σε δύσκολες εποχές, έγινε παγκοσμίως γνωστός για την ταινία του “Επαναστάτης Χωρίς Αιτία”.

 

USA. New York City. 1955. James DEAN in Times Square.

 

Ο Ρέι τράβηξε τον Στοκ από τον ώμο και του σύστησε ένα νεαρό άντρα που καθόταν σε μια καρέκλα. «Ντένις, θέλω να σου γνωρίσω τον Τζέιμς Ντιν. Είναι ένας ηθοποιός». Γυρνώντας στον νεαρό άντρα είπε: «Αυτός είναι ο Ντένις Σκοτ. Είναι φωτογράφος, κάποιος που πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσεις».

Ο Ντένις και ο Τζέιμς αντάλλαξαν μερικές ευγενικές κουβέντες μέχρι που έμαθαν πως έχουν κάτι κοινό: τον Τζον Μίλι, έναν φωτογράφο του Life που είχε επιμεληθεί το screen test του Τζέιμς Ντιν στη Νέα Υόρκη για τον Ελία Καζάν και για τον οποίο δούλευε ως βοηθός ο Ντένις Σκοτ για τέσσερα χρόνια. Ο Τζέιμς Ντιν ανέφερε στον Σκοτ πως η ταινία με τον Καζάν είχε τελειώσει τα γυρίσματά της και τον κάλεσε σε ένα κρυφό preview την επόμενη εβδομάδα σε ένα σινεμά της Σάντα Μόνικα.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Τζέιμς Ντιν μίλησε για την ταινία με τον Καζάν δεν είχε προετοιμάσει τον Ντένις Σκοτ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στο «Ανατολικά στην Εδέμ». Μετά το τέλος της προβολής, ο Τζέιμς Ντιν τον ρώτησε πώς του φάνηκε η ταινία και ο Στοκ του είπε: «Είσαι ένας απίστευτος ηθοποιός». Έκλεισαν ραντεβού για την επόμενη ημέρα και ο Στοκ του ζήτησε να κάνουν ένα φωτογραφικό αφιέρωμα της εφηβείας του και των σταθμών της μέχρι τώρα σταδιοδρομίας του. Ο Τζέιμς Ντιν του είπε ότι έτσι κι αλλιώς σκεφτόταν να πάει μέχρι τη Νέα Υόρκη και από εκεί στο Φερμάουντ για να επισκεφθεί τους θείους του που τον μεγάλωσαν όταν πέθανε η μητέρα του. Και κάλεσε τον Στοκ να τον συνοδεύσει.

O ταλαντούχος Ντένις Στοκ δούλευε περιστασιακά τότε για το Life, αλλά οι αρχισυντάκτες του δεν ήταν ενθουσιασμένοι με το γεγονός της φωτογράφησης ενός άγνωστου ηθοποιού, αν και οι πρώτες κριτικές από την ερμηνεία του Τζέιμς Ντιν για το «Ανατολικά της Εδέμ» μιλούσαν ήδη για το νέο σταρ του Χόλιγουντ. Ο Ντένις Στοκ θα πληρωνόταν 150 δολάρια για δύο μέρες δουλειάς, αν και μέσα του ήξερε πως το ταξίδι με το νέο του φίλο θα διαρκούσε πολύ περισσότερο και θα κόστιζε – αυτό ερήμην του – και τη δική του θέση στην ιστορία αυτού του κόσμου.

Με δύο στάσεις – στη Νέα Υόρκη και την Ιντιάνα – ο Ντένις Στοκ ακολούθησε τον Τζέιμς Ντιν στην πιο καθημερινή βόλτα του ανάμεσα σε ανώνυμους ανθρώπους, καταφέρνοντας να «πιάσει» εκείνες τις στιγμές που βλέποντας ακόμη και σήμερα τις φωτογραφίες που τράβηξε μπορείς να αντιληφθείς όχι μόνο τη σύνδεση ανάμεσα στους δύο νέους, αλλά και τη μελαγχολία στο βλέμμα του Τζέιμς Ντιν, προπομπό όσων θα έρχονταν σε λίγο στη σύντομη ζωή του, την απόλυτη διασημότητα και το τέλος.

Από την εμβληματική φωτογραφία στην Times Square, μέχρι τις προσωπικές του στιγμές στην Ιντιάνα, τις διάσημες πόζες του μέσα στο φέρετρο και τα παιχνίδια του με τους συγγενείς και τους συνεργάτες του, το πορτφόλιο που τράβηξε ο Ντένις Στοκ δημοσιεύτηκε στο Life για να συμπορευτεί με την πρεμιέρα του «Ανατολικά στην Εδέμ» και έκανε τον Στοκ διάσημο.

«Ήμασταν πολύ θλιμμένοι όταν τέλειωσε η εβδομάδα μας στο Φερμάουντ. Νομίζω πως και οι δύο γνωρίζαμε πως ο Τζίμι δεν θα γύριζε ποτέ πια πίσω στο σπίτι του και η ζωή του δεν θα ήταν πια η ίδια από δω και πέρα. Το ταξίδι ήταν ένα νοσταλγικό αντίο στις ρίζες του, ο δικός του τρόπος να πει αντίο στο παρελθόν του. Δεν θέλω να υπονοήσω ότι ένιωθε πως θα πεθάνει, αλλά ένιωθε σίγουρα πως βρισκόταν στην πορεία για μια διαφορετική ζωή», δήλωνε ο Ντένις Στοκ για το σημαντικότερο «ταξίδι» και της δικής του ζωής.

Το «Ανατολικά στην Εδέμ» βγήκε στις αίθουσες το Μάρτιο του 1955. Το «Επαναστάτης Χωρίς Αιτία» τέλειωσε τα γυρίσματά του τον Ιούνιο του 1955 και το «Giant» τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς. Πριν βγει ο μήνας, ο Τζέιμς Ντιν ήταν νεκρός και το Life με τις φωτογραφίες του ήταν μία από τις σημαντικότερες μαρτυρίες της ζωής του.

 

Ο Αμερικανός ηθοποιός, με τη σύντομη σταδιοδρομία, έγινε σύμβολο της «επαναστατημένης» νεολαίας της δεκαετίας του ‘50 και η λάμψη του φθάνει μέχρι τις μέρες μας. Είναι από τις θρυλικές μορφές του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Ο Τζέιμς Μπάιρον Ντιν (James Byron Dean) γεννήθηκε στο Μάριον της Ιντιάνα στις 8 Φεβρουαρίου 1931. Γιος ενός απλού οδοντοτεχνίτη, έχα­σε σε ηλικία οκτώ ετών τη μη­τέρα του, Μίλντρεντ, και ανα­τράφηκε από τους θείους του.

 

 

Το 1951 ακολούθησε τη συμ­βουλή του δασκάλου του στο θεατρικό εργαστήρι στο οποίο συμμετείχε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, με σκοπό να ασχο­ληθεί πλέον επαγγελματικά με την υποκριτική. Ώσπου να πάρει το ρόλο του Κάλεμπ Τρασκ στην ταινία «Ανα­τολικά της Εδέμ», κινηματογραφική διασκευή από το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ από τον Ελία Καζάν, είχε ήδη εμφανιστεί σε επτά τηλεοπτικά σόου και είχε παίξει ένα μικρό ρόλο στο Μπρόντγουεϊ. Τέσσερις μικρές τηλεοπτικές εμφανίσεις, ως το 1955, τη χρονιά που ένας «Επαναστάτης χωρίς αιτία» σε σκηνοθεσία Νίκολας Ρέι, συγκλόνισε τη νεολαία της συντηρητικής Αμερικής και καθιέρωσε το μπλουτζίν, τη στυλιζαρισμένη, δήθεν ανέμελη μπούκλα στο μέτωπο και το μόνιμο συνοφρύωμα στα φρύδια σαν πάγιο σήμα κατατεθέν μιας καταπιεσμένης γενιάς που προσπαθούσε να αντιδράσει.

 

 

Για να γιορτάσει την επιτυχία του, αγόρασε μία Πόρσε 550 Σπάιντερ και άρχισε να συμμετέχει σε αγώνες. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1955 σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στο Σάλεμ της Καλιφόρνιας, ενώ κατευθυνόταν προς το Σαλίνας, όπου θα έπαιρνε μέρος σε έναν ακόμη αγώνα. Λίγο πριν από το θάνατό του είχε ολοκληρώσει την τρίτη του ταινία «Ο Γίγας», σε σκηνοθεσία Τζορτζ Στίβενς, βασισμένη στο μυθιστόρημα της Έντνα Φέρμπερ, στην οποία ερμήνευε έναν αγροίκο, αντικομφορμιστή βοηθό σ’ ένα αγρόκτημα.

 

 

Οι τρεις ται­νίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε, τον μετέτρεψαν σε αντικεί­μενο λατρείας των νεαρών Αμερικα­νών. Ο βίαιος θάνατός του προκάλεσε ε­θνικό πένθος στη νεολαία και συνέ­βαλε στο να μετατραπεί σε είδωλό της, ακόμη μεγαλύτερο απ’ όσο όταν ζούσε.

 

Ο πατέρας του, Γουίντον Ντιν, σε μία συνέντευξή του είχε σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του γιου του και είχε διαβλέψει την επιτυχία του: «Δεν τον πολυβλέπουμε. Είναι, όμως, καλό παιδί ο Τζίμι μου. Ένα καλό παιδί και εί­μαι υπερήφανος για εκείνον. Δυσκολεύεσαι λίγο να τον καταλάβεις, είναι αλήθεια, αλ­λά είναι άντρας με τα όλα του και κάποια μέρα θα αφήσει τη σφραγίδα του. Προσέξ­τε τι σας λέω, το αγόρι μου θα αφήσει τη σφραγίδα του…».

 

USA. 1955. James DEAN flying back to California for the shooting of "Rebel Without a Cause."

USA. James DEAN, US actor. 1955. USA. New York City, New York. 1955. James DEAN in Manhattan, visiting some of the places he knew when he as a student at the Actor's Studio. Jerry's Bar on West Fifty Fourth Street, across from the old Ziegfield Theatre, was one of Jimmy's favorite hangouts.

USA. 1955. James DEAN, US actor.

USA. 1955. A little girl shows James DEAN a pheasant head.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουJames Dean – Το είδωλο μέσα από το φωτογραφικό φακό του Dennis Stock
Περισσότερα

Στέλλα Παππά: Η Κρητικιά τραγουδοποιός που ταξιδεύει στον κόσμο, μας τραγουδά live από το Μεξικό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γνωρίστε την καλλιτέχνιδα που θέλησε να γυρίσει την υφήλιο, να γράψει και να ηχογραφήσει ένα τουλάχιστον τραγούδι για κάθε χώρα που επισκέπτεται, με καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Η πανδημία όμως την καθήλωσε στο Μεξικό και τώρα τραγουδά από εκεί για τη στήριξη του project της «Όλα τα σουαρέ του κόσμου».

 

 

Γνωρίστε την καλλιτέχνιδα που αποκλεισμένη για μήνες στο Μεξικό, δεν χάνει το κουράγιο της και τραγουδά για εμάς στην Ελλάδα, σε μία αυτοβιογραφική live streaming μετάδοση, με τίτλο «Οδοιπορικό στο Μεξικό». Στις 5 Οκτωβρίου 2020 και 21.00 το βράδυ, η Στέλλα Παππά από την άλλη πλευρά της υφηλίου, θα αποδώσει διαδικτυακά τις εμπειρίες και απίστευτες ιστορίες που ζει στην Κεντρική Αμερική, στα μέρη των Αζτέκων.

 

 

Το live θα προβληθεί από αυτό τον σύνδεσμο:
https://www.facebook.com/events/608801829791304

Ταξιδιώτισσα με πυξίδα της τους απέραντους μουσικούς ορίζοντες, καθώς υλοποιεί το όραμα της για το δίσκο «Όλα τα σουαρέ του κόσμου /Toutes le ssoirées du monde» με καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Στο πέρασμά της από χώρα σε χώρα, γνωρίζει μουσικούς από όλη την υφήλιο, τους ακούει να παίζουν και κατόπιν συνεργάζονται ανταλλάσσοντας τις πολιτιστικές κληρονομιές που κουβαλάει ο καθένας από τον τόπο του. Έως τώρα, έχει πραγματοποιήσει συναυλίες και ηχογραφήσεις στη Νάπολη της Ιταλίας, σε Ισραήλ και Παλαιστίνη, στην Ανδαλουσία, στην Αβάνα και στην Μπαρακόα της Κούβας, στις Γαλλικές Αντίλλες και σε άλλα μέρη.

Stella Pappa – Tengomás video clip

 

Η Στέλλα Παππά σπούδασε μουσική, κλασική κιθάρα και κλασικό τραγούδι στο Ηράκλειο Κρήτης απ’ όπου κατάγεται. Στα 18 της πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου και αποφοίτησε από το τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ύστερα από μία στάση στο Βερολίνο, συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Αθήνα. Παράλληλα με τη Φυσική ασχολήθηκε εντατικά με το θέατρο και τη μουσική. Η ίδια θέλησε να χαράξει το δικό της δρόμο και να καταρρίψει τα όρια της μουσικής βιομηχανίας.

 

Stella Pappa & Hamitievnim – Τα παιδιά του Πειραιά

 

Ερχόμενοι στο παρόν, η Στέλλα εγκλωβίστηκε εν μέσω της πανδημίας για έξι μήνες στο κεντρικό Μεξικό. Η συγκεκριμένη χώρα συνεχίζει να πλήττεται βάναυσα από τον ιό καθώς μετράει πλέον περισσότερα από 70.000 θύματα, που την κατατάσσουν στην τρίτη θέση των βαρύτερων απολογισμών στον κόσμο. Λόγω αυτών των συνθηκών, η Στέλλα δεν έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει τις ζωντανές εμφανίσεις και το ταξίδι της. Οπότε αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια των φίλων και ακροατών της, για να καταφέρει αυτό το εξαιρετικό βίωμα να το μετατρέψει σε έναν υπέροχο δίσκο, και να τον παρουσιάσει στην Ελλάδα, όταν με το καλό επιστρέψει.

Support project “Toutes les soirées du monde”

 

Το project της το ονόμασε «Όλα τα Σουαρέ του Κόσμου». Το όνομα είναι παράφραση του τίτλου της αγαπημένης της ταινίας “Όλα τα πρωινά του κόσμου”. Σουαρέ στα γαλλικά σημαίνει «βράδυ», αλλά οι Γάλλοι το χρησιμοποιούν σαν λέξη και για την έννοια της βεγγέρας, της βραδινής μάζωξης σε κάποιο σπίτι με σκοπό τη διασκέδαση. Όπως μας λέει η ίδια: «Για κάποια χρόνια συνήθιζα να οργανώνω σουαρέ στο σπίτι μου κάθε Δευτέρα. Σε αυτά έρχονταν πολλοί μουσικοί και συνήθως η βραδιά εξελισσόταν σε μουσικά jam πάνω σε διαφορετικά μουσικά στυλ ανάλογα με τους καλεσμένους. Πολλές ωραίες συνεργασίες προέκυψαν από αυτές τις βραδιές. Όταν άρχισα να ταξιδεύω στην αρχή μου έλειψαν και τα σουαρέ και οι μουσικές συνεργασίες. Σύντομα όμως συνειδητοποίησα πως το ταξίδι είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για μουσική συν-δημιουργία».

Πρόκειται για ένα project που θα περιέχει ηχογραφήσεις και παρτιτούρες, φωτογραφίες και οπτικοακουστικό υλικό από τους προορισμούς της. Οκτώ κομμάτια, καθένα εμπνευσμένο / ηχογραφημένο σε διαφορετική χώρα. Στο τέλος του ταξιδιού, ο δίσκος αυτός θα παρουσιαστεί σε όλο του το εύρος, σε μία μεγάλη εκδήλωση στην Ελλάδα. Για να γίνει όμως αυτό το έργο πραγματικότητα, χρειάζεται τη βοήθειά σας. Η Στέλλα θέλει να συνεχίσει να ταξιδεύει και να έχει τη δυνατότητα να πληρώνει όλους όσοι συντελούν στο “Όλα τα Σουαρέ του Κόσμου” όπως τους αξίζει. Είναι πολύ σημαντικό να μπορεί να ηχογραφεί σε επαγγελματικά studios έτσι ώστε να αποδοθεί η μουσική της περιπέτεια με ακρίβεια.

 

 

Το link για το Crowdfunding είναι εδώ:
https://www.giveandfund.com/giveandfund/project/Stella-Pappa-Souare

Το μήνυμα της Στέλλας άγγιξε τις καρδιές του κόσμου, που την έχουν βοηθήσει να συγκεντρώσει σχεδόν το μισό ποσό από αυτό που επιθυμεί. Σημαντικότερες όλων, όμως, είναι οι θετικές αντιδράσεις και τα υποστηρικτικά μηνύματα που λαμβάνει και την εμπνέουν να συνεχίζει το καλλιτεχνικό της ταξίδι. Φίλοι, συνεργάτες και νέοι ακόλουθοι είναι συνοδοιπόροι της στο crowdfunding για την υλοποίηση αυτού του πολυπολιτισμικού project, που θα αποτελέσει κληρονομιά για όλους.

 

 

Αναζητήστε τη Στέλλα στα μέσα δικτύωσης:

Facebook

Instagram

Youtube

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΣτέλλα Παππά: Η Κρητικιά τραγουδοποιός που ταξιδεύει στον κόσμο, μας τραγουδά live από το Μεξικό
Περισσότερα

Ροσάνα Ροσάντα. Έσβησε στα 96 της η αντάρτισσα της Αριστεράς, «το κορίτσι του περασμένου αιώνα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Ροσάνα Ροσάντα, η εμβληματική προσωπικότητα της ιταλικής αριστεράς και εκ των ιδρυτών της ιστορικής εφημερίδας «Il Manifesto», πέθανε την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020 στη Ρώμη.
Ήταν 96 ετών και τον Ιούλιο του 2018 είχε επιστρέψει στη Ρώμη, από το Παρίσι όπου έζησε για 12 χρόνια.

***

Όπως έλεγε τότε: «Αποφάσισα να επιστρέψω στην Ιταλία, πλημμυρισμένη από την ανάγκη να καταλάβω τι έγινε. Από το Παρίσι, όπου έζησα για δώδεκα χρόνια, παρακολουθούσα τον Σαλβίνι στην τηλεόραση και ντρεπόμουνα για αυτό που έβλεπα. “Είναι επίσης και δικό μου λάθος, σφάλμα του δικού μας κόσμου”, επαναλάμβανα. Πέρασα τη ζωή μου κάνοντας πολιτική και θεώρησα με την απόστασή μου αυτή πως ήταν σαν να εγκαταλείπω τη μάχη».

***

Η Ροσάνα Ροσάντα, 96 ετών, δημοσιογράφος, συγγραφέας, αντάρτισσα, «το κορίτσι του περασμένου αιώνα», όπως έβαλε για τίτλο στην αυτοβιογραφία της, ξεφύλλιζε στο σαλόνι του σπιτιού της τα πρώτα φύλλα της συλλογής του «Ιλ Μανιφέστο», την εφημερίδα που ίδρυσε το 1969. Έλεγε: «Θέλω να τα ξαναδιαβάσω τα γεγονότα των εργατικών αγώνων της εποχής, γιατί οι εργαζόμενοι αγωνίστηκαν για τα δικαιώματά τους και κέρδισαν».

Η Ροσάντα ήταν μια «αιρετική αριστερή», όπως έγραψε η εφημερίδα La Repubblica. Με ενεργό ρόλο στην αντίσταση κατά του φασισμού, στην τελευταία της συνέντευξη δεν δίστασε να αναγνωρίσει ότι «φταίει και η Αριστερά, για το ότι στην Ιταλία κερδίζει η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι».

***

Διανοούμενη, με ευρύτατη πολιτική μόρφωση και όχι μόνο, η Ροσάντα στήριξε ενεργά την ελληνική αντίσταση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών, προσφέροντας αλληλεγγύη και έμπρακτη βοήθεια σε φοιτητές, καλλιτέχνες και εργαζόμενους κατατρεγμένους από τη χούντα, που είχε βρει καταφύγιο στην Ιταλία.

 

***

 

Η Ροσάντα γεννήθηκε στις 23 Απριλίου του 1924 στην Πούλα της Κροατίας, που τότε ανήκε στην Ιταλία.

Παναγιώτης ΜήλαςΡοσάνα Ροσάντα. Έσβησε στα 96 της η αντάρτισσα της Αριστεράς, «το κορίτσι του περασμένου αιώνα»
Περισσότερα