Κριτική παρουσίαση

Η Μαλάμω είναι η Ελλάδα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ’ αερικό στο δέντρο)

Παρόντες ἦσαν, πλήν τῆς παπαδιᾶς, (…) κ’ ἡ θειά τό Μαλαμώ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)

***

Να ‘ναι η Μαλάμω του Παπαδιαμάντη, να ‘ναι η ελληνική ταινία του 1960, Μαλάμω, γνωστή και ως «Μου Πήραν την Αγάπη μου»; Να ‘ναι το παραδοσιακό «Κι αν πας Μαλάμω μ’ για νερό/ κι εγώ στη βρύση καρτερώ,/ να σου τσακίσω το σταμνί / να πας στη μάνα’ σ’ αδειανή», που ανέσυρε από τη λήθη η Δόμνα Σαμίου;
Να ‘ναι η «Μαλάμω» (1985) σε στίχους της μοναδικής Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, που πρωτοτραγούδησε θαυμάσια η Άλκηστις Πρωτοψάλτη;
Αυτό που απολαύσαμε στο θέατρο «Λαμπέτη» είναι το έπος μιας γυναίκας που αγαπήθηκε, αλλά και μισήθηκε για την αξεπέραστη ομορφιά της, την αγνότητα και το πείσμα της.

 

Jerome Kaluta, Χάρης Χιώτης. Μπάμπης Γαλιατσάτος

 

Έπος

Το έπος προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα έπω (μιλάω). Είναι λογοτεχνικό αφηγηματικό είδος του έμμετρου λόγου, του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι ο μεγάλος αριθμός στίχων με θεματολογία μυθολογική ή ιστορική, ηρωική ή διδακτική, πλούσια σε ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία. Η δε δομή του, η πλοκή και τεχνική του διανθίζεται συνήθως από πλούσια καλολογικά στοιχεία που το κάνουν ιδιαίτερα δημοφιλές και κλασικό στο χρόνο. Εκ του έπους ορίζεται ομοίως το ιδιαίτερο αυτό είδος της ποίησης ως επική ποίηση. Ιδιαίτερα επίσης χαρακτηριστικά του έπους είναι ότι απαγγέλλεται και δεν τραγουδιέται, σε αντίθεση με άλλα ποιήματα, λυρικά ή δραματικά.

Ειδυλλιακόν δράμα

Είναι πραγματικά άξιον κοινωνιολογικής, ανθρωπολογικής και καλλιτεχνικής μελέτης το ενδιαφέρον που δείχνουν πολλοί σύγχρονοι δημιουργοί μας, όπως ο Σίμος Κακάλας, ο Νίκος Καραθάνος και άλλοι, για έργα που ανήκουν στην παράδοση του δραματικού ειδυλλίου. Όμως η σκηνοθέτις Ελένη Γκασούκα και ο συγγραφέας Νίκος Χαρλαύτης προχώρησαν ένα βήμα παρακάτω και δημιούργησαν εξαρχής ένα σύγχρονο έργο που βασίζεται μεν στην παράδοση αλλά μιλάει κατευθείαν στο σημερινό απαιτητικό θεατή ο οποίος κατακλύζεται από θεατρικές προτάσεις και μύριους καλλιτεχνικούς πειρασμούς.
Και αναφέρομαι στο ειδυλλιακόν δράμα διότι πρόκειται για μια παράδοση ολίγον αμφιλεγόμενη, υπό την έννοια ότι ναι μεν άφησε με όρους λαϊκής αποδοχής επιτυχίες στο διάβα της, όμως δεν μας κληροδότησε κάποια άξια λόγου πρόταση που να σχετίζεται με την πρόοδο του ελληνικού θεάτρου. Εκείνο που άφησε είναι κυρίως μια παράδοση, η οποία εμπορεύτηκε την έννοια της ελληνικότητας, σε μια εποχή που το θέμα του έθνους, των ριζών κ.λπ. κυριολεκτικά σάρωνε.
Η Γκόλφω του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, σχεδόν 40 χρόνια μετά τη συγγραφή της, σε τελείως διαφορετική μορφή, αυτή του κινηματογράφου, εξαιτίας της ηχητικής μορφής της ταινίας, που υπήρξε καθοριστική για την αποδοχή και απήχησή της στο κοινό, δημιούργησε μια σειρά από ανάλογες παραγωγές με θέματα παρμένα από την αγροτική και κυρίως τη βουκολική ζωή, τα ήθη και τα έθιμα της υπαίθρου. Λόγω των ενδυματολογικών χαρακτηριστικών, το είδος αυτών των ταινιών ονομάστηκε «φουστανέλα».
Ας γυρίσουμε όμως στην καυστική βουκολοτραγωδία του Νίκου Χαρλαύτη «Το έπος… της Μαλάμως» σε σκηνοθεσία Ελένης Γκασούκα, με τον Θανάση Αλευρά, που παρουσιάζουν τα Αθηναϊκά Θέατρα στο θέατρο Λαμπέτη.

 

Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Αργύρης Γκαγκάνης

 

«Λαϊκό θέατρο»

Η παράσταση εκφράζει ένα όνειρο φυγής από τον ταραγμένο κόσμο της βίας και της αδικίας και τον πόθο της επιστροφής στην αθωότητα, την παιδικότητα, τη γαλήνη, τη συνεργασία, τη συντροφικότητα, την αγάπη.
Αυτό που νιώθεις παρακολουθώντας την είναι ότι δημιουργείται εμπρός σου ένα είδος γνήσιου «λαϊκού θεάτρου», όπου όλη η σκηνή μετατρέπεται σε ένα θίασο βουκολικών μεταμφιέσεων.
Η Ελένη Γκασούκα συντόνισε και κούρδισε τη ρυθμικότητα των δρώμενων και διαμόρφωσε με επιδεξιότητα τα μονοπάτια επικοινωνίας με την πλατεία. Το δε κείμενο ήταν έμπλεο φαντασίας, γραμμένο με ιδιαίτερη άνεση από το συγγραφέα του. Ή μάλλον αυτό κατάφερε να δώσει, καθώς σίγουρα έκρυβε μόχθο και κάματο μεγάλο.
«Το έπος… της Μαλάμως» είναι ένα ειδύλλιο αξιοθαύμαστα φτιαγμένο από κλισέ που απελευθερώνουν τα πάθη τους στα βουνά και τα λαγκάδια, εκεί όπου υποτίθεται ότι βρίσκονται οι αμόλυντοι έρωτες, οι παρθένες κόρες, τα όμορφα παλικάρια με τα αιγοπρόβατα, οι στυγνοί και καταπιεστικοί τσέλιγκες, οι άσχημες και κακομαθημένες τσελιγκοπούλες, το χωριό με τους καθαρούς ελληνικούς βιορυθμούς του, οι φουστανέλες, τα γιορντάνια, τα γάργαρα νερά, ο ρομαντισμός, η σκληρότητα, τα κρυφά πάθη, τα καλά κρυμμένα μυστικά, η αυθαιρεσία των ισχυρών και τα έντονα συναισθήματα.

«Βουκολοτραγωδία μετ’ ασμάτων και ποικίλων ξεσπασμάτων»

Στο έργο παρακολουθούμε μια νεαρή χωριατοπούλα, γεμάτη ομορφιά και αλαζονεία, να μεταμορφώνεται μέσα από τις περιπέτειες και τα παθήματά της, να γίνεται ταπεινή και, με δάκρυα και πόνο, να αντιστέκεται στην άδικη μοίρα της.

Η Μαλάμω είναι γραμμένη σε 15σύλλαβο έμμετρο λόγο, έχει κοινά με τα θεατρικά του Μποστ, που είναι από τα αρτιότερα δείγματα πηγαίου νεοελληνικού χιούμορ, και διαθέτει το σκωπτικό χιούμορ του Σουρή. Ο ίδιος ο συγγραφέας την αποκαλεί «βουκολοτραγωδία μετ’ ασμάτων και ποικίλων ξεσπασμάτων».
Είναι μια ευφυέστατη σουρεαλιστική παρωδία βουκολικού δράματος, αστεία, σαρκαστική και παραβολική, μια σάτιρα της ελληνικής επαρχίας, του μελό όπως το μάθαμε από τον Φώσκολο, ένα ρηξικέλευθο, υπαινικτικό και υπονομευτικό κείμενο.
Αριστοφανική κωμωδία, βουκολικό δράμα, ανατρεπτικό κωμειδύλλιο, Ερωτόκριτος και Αρετούσα του 21ου αιώνα, φαντασμαγορική επιθεώρηση, όπως κι αν τη δείτε, η «Μαλάμω» μας διδάσκει Ιστορία, συμπληρώνοντας τον εικονοκλάστη Τσιφόρο στις κλασικές Σταυροφορίες του.
Όλα τα προσόντα της η Μαλάμω τα οφείλει στην έμπνευση και στη σπιρτάδα του δημιουργού της, στην αποτελεσματική δημιουργικότητα της Ελένης Γκασούκα αλλά και όλων των συντελεστών της παράστασης που αφήνουν έντονο το αποτύπωμά τους στη σκηνή και σε κάνουν να τη σκέφτεσαι πολλές ώρες αφού τελειώσει.
Η ευρηματική σκηνοθεσία της Ελένης Γκασούκα, η υποκριτική ευφυΐα του Θανάση Αλευρά και όλων των αστεριών που τον πλαισιώνουν και βεβαίως το κείμενο του Νίκου Χαρλαύτη, που αξιοποιεί όλο τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας πλάθοντάς τον σαν πηλό, δίνουν ένα αποτέλεσμα εξαιρετικού ήθους, πρωτοτυπίας και αισθητικής απόλαυσης, αναδεικνύοντας τη Μαλάμω ως την απόλυτη θεατρική ηρωίδα του χειμώνα 2018 -19.

 

Κωνσταντίνος Καϊκής, Θανάσης Αλευράς, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Πάνος Νάτσης

 

Οι ηθοποιοί

Δώδεκα υπέροχοι άντρες, από τους πιο ταλαντούχους της που διαθέτει το ελληνικό θέατρο –Κώστας Ανταλόπουλος, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Αργύρης Γκαγκάνης, Κωνσταντίνος Καϊκής, Jerome Kaluta, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Πάνος Νάτσης, Χάρης Χιώτης, Παντελής Αρουσαλίδης, Νίκος Καραγιαννίδης, Κωνσταντίνος Σακκάς– υποδύονται αριστοτεχνικά όλους τους ρόλους, γυναικείους κι αντρικούς.
Ο δε Θέμης Καραμουρατίδης έγραψε την πρωτότυπη μουσική, δίνοντάς της μια πολύ ζωντανή και κωμική χροιά.
Ομολογώ πως κατακτήθηκα από τη Μαλάμω και απόλαυσα κάθε στιγμή της. Καλοδουλεμένη και σκηνοθετημένη παράσταση με λεπτομέρειες πολύχρωμου παραδοσιακού καμβά. Κάθε κίνηση, κάθε έκφραση, κάθε χαρακτήρας μελετημένος σωστά, γεγονός που προδίδει εξαντλητική δουλειά. Ένας θίασος δεμένος, που δείχνει να διασκεδάζει επί σκηνής, με επικεφαλής τον ανεξάντλητο Θανάση Αλευρά. Τον παρακολουθώ χρόνια, όμως αυτή τη φορά πραγματικά ενθουσιάστηκα από τον τρόπο που πλάθει τον χαρακτήρα, που ερμηνεύει και ζει κυριολεκτικά ως «Μαλάμω» την κάθε στιγμή της πάνω στη σκηνή.
Γιατί η Μαλάμω είναι ιδέα, όχι πρόσωπο. Η Μαλάμω είναι η Ελλάδα, όπως η Μαλένα είναι η Ιταλία. Ένα πολυπόθητο κορίτσι στην πρώτη του τη δροσιά, ντυμένο στα γαλανόλευκα, φρέσκο, άσπιλο κι αθώο, που όλοι θέλουν ν’ αρπάξουν ένα του κομμάτι, να το ρίξουν στο κρεβάτι τους. Με τη διαφορά πως η Μαλάμω είναι παρθένα και περιμένει τον ένα και μοναδικό εραστή, αυτόν που έχει αγαπήσει, σε αντίθεση με την Ελλάδα που, ενώ θεωρεί πως είναι παρθένα, εδώ και δεκαετίες έχει υποκύψει σε όλους τους μνηστήρες της…
Ο Νίκος Χαρλαύτης είναι ένας χαρισματικός και ταλαντούχος διανοούμενος (δικηγόρος και ενδυματολόγος), που εμπνεύστηκε τη Μαλάμω από το κόμικ της Μπλανς Επιφανί και την έγραψε σε διάρκεια μεγαλύτερη των είκοσι χρόνων. Είναι ένα σπάνιο, έμμετρο κομμάτι, νεοελληνικής γραφής, που διαισθάνομαι πως με το πέρασμα του χρόνου να αποκτήσει αξία, σαν δείγμα ειδικής θεατρικής γραφής.

 

 

 

Κορίτσι – σύμβολο

Εκτός από μία βουκολική ιστορία, η Μαλάμω παραπέμπει σε πολλά. Στην ελληνική περιφέρεια με τις παθογένειές της, όπου λίγα έχουν αλλάξει στη νοοτροπία από άλλοτε, αλλά και στην Ελλάδα γενικότερα, αφού πρόκειται για μια πεντάμορφη κορασίδα που όλοι θέλουν να κάνουν δική τους εκείνη τραβά τη δική της ανηφόρα. Είναι η ξεροκέφαλη καλλονή που φέρει το στίγμα της γυναίκας «ελαφρών ηθών» μόνο και μόνο γιατί είναι ξεχωριστή και τη ζηλεύουν. Είναι η ενοχική κοπέλα που επιμένει να παραμείνει παρθένα, είναι ολόκληρη η ενοχική ελληνική οικογένεια που ντρέπεται για το διαφορετικό στους κόλπους της… Είναι όλοι οι ελλειμματικοί διπλανοί μας που μιλούν διαρκώς για σεξ αλλά αισθάνονται άβολα με την απόλαυση της ηδονής. Είναι το κορίτσι – σύμβολο. Η Μαλάμω είναι μια φανταστική προσωπικότητα. Φανταστική, με όλη τη σημασία της λέξης. Είναι μια γυναίκα, που δεν υπάρχει. Είναι σαν την ηρωίδα του ομώνυμου γνωστού και πετυχημένου γαλλικού «κόμικ» Μπλανς Επιφανί του Georges Pichard. Μια χυμώδης, σέξι και απονήρευτη κοπέλα, με μια πινελιά αφέλειας, αλλά κυρίως είναι μονίμως αβοήθητη και ανυπεράσπιστη, μπροστά στις άγριες διαθέσεις όλων εκείνων, που κατά περίεργο τρόπο προσφέρονται επίμονα και φορτικά να τη βοηθήσουν… Αυτή κατορθώνει και γλιτώνει, χωρίς (ή έστω με ελάχιστες) σωματικές απώλειες. Πάντως, γλιτώνει…
Μην ξεχνάμε ότι στην Πορνογραφία του, ο Μάνος Χατζιδάκις της αφιερώνει δύο τραγούδια, σε στίχους Άρη Δαβαράκη. Το ένα με τίτλο: «Η Ελλάδα σου μοιάζει, Μπλανς Επιφανί», λέει:
«Η Ελλάδα σου μοιάζει Μπλανς Επιφανί γιατί έχει ήθος, αφέλεια, υπομονή, να τη βιάζουν τακτικά οι κατακτητές
Με επιμονή τα καταφέρνει η Ελληνίς Επιφανί να παραμένει πάντα παρθένος και γυμνή».

 

 

 

Ευχή

Από τη θέση του θεατή, έφυγα συνεπαρμένη, με μια ολότελα θετική διάθεση απέναντι στην προσπάθεια όλου του θιάσου και των συντελεστών, με την ευχή δε ότι θα συνεχίσει να υπάρχει και να ωριμάζει η καλή ψυχαγωγία στο ελληνικό θέατρο, όπως αυτή που μας πρόσφερε η Μαλάμω.

Δροσιά και συνοχή, δυναμισμός και εντάσεις, πολυτάλαντοι ηθοποιοί, ένας πολυσύνθετος πρωταγωνιστής, μια ικανότατη σκηνοθέτις, η πηγαία μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη, τα εντυπωσιακά σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τα ευφάνταστα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη, οι επιτυχημένοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, η έξυπνη μελέτη της κίνησης από την Ελένη Γκασούκα και οι ευφάνταστες χορογραφίες της Χρυσάνθης Μπαδέκα συνθέτουν μια παράσταση αλλιώτικη, χαριτωμένη, ξεκαρδιστική, χορταστική, αυθεντική, ανεπιτήδευτη. Μια από τις πιο επιδραστικές και αγαπημένες παραστάσεις της χρονιάς.

***

Ετούτο το Δελτίο Τύπου, φως ίσως ρίξει «στο…περίπου»,
σε κάτι που καλείται «Βουκολοτραγωδία».
Κάτω απ΄της μυστήριας λέξης τον μανδύα,
υποβόσκει θέαμα, που δεν εντάσσεται σε είδος,
αφού εξιστορεί τα δεινά, «αγάμου – εξ επαρχίας – κορασίδος»,
μαζί και της πατρίδος.
Και τα δύο τούτα θηλυκά, πάση θυσία,
μες του έρωτα την ανταρσία,
ζητούν να κρατούν την παρθενία, εντός τους άσβεστη λυχνία.
Υπάρχει όμως διαφορά και αυτό μας αφορά!
Η μία την κρατά για να την παραδώσει, σ΄αυτόν που μόνο αγάπησε
και πάντοτε προσμένει,
ενώ η άλλη, που νομίζει πως την διατηρεί,
την έχει πολλαπλώς, από καιρό, χαμένη…

Τελικά, στη σκηνή του «Λαμπέτη» θα φανεί,
εάν το έργον «…της Μαλάμως», είναι κωμωδία,
μιούζικαλ, επιθεώρηση, ή δακρυπηγαίο δράμα,
εφ΄όσον όλα τούτα συνυπάρχουν και γίνοντ’ ένα πράμα,
καταπώς στη ζωή συμβαίνει…

Τι άραγε τους θεατές να περιμένει;

Η Μαλάμω πάντως, προς τη δόξα, κατά κει τραβά…
Μες το δικό της το χαβά, και παρόλα τα στραβά,
όπως η Ελλάς, διόλου δεν ξαποσταίνει,
μένει υπέρλαμπρη, ζηλευτή και λατρεμένη.
Εξόχως ξαναμμένη,
όλους σας αναμένει, από τις 20 Οκτώβρη,
μήπως κι επιτέλους το ’βρει…

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: Νίκος Χαρλαύτης
Σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Κίνηση: Ελένη Γκασούκα
Χορογραφίες: Χρυσάνθη Μπαδέκα
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Σουλεϊμάν

Στο ρόλο της Μαλάμως ο Θανάσης Αλευράς

ΠΑΙΖΟΥΝ:
Κώστας Ανταλόπουλος, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Αργύρης Γκαγκάνης, Κωνσταντίνος Καϊκής, Jerome Kaluta, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Πάνος Νάτσης, Χάρης Χιώτης, Παντελής Αρουσαλίδης, Νίκος Καραγιαννίδης, Κωνσταντίνος Σακκάς.

Πληροφορίες

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων:
Τετάρτη, Κυριακή: 20:00
Πέμπτη & Παρασκευή: 21:00
Σάββατο: 18:00 & 21:00

Εισιτήρια: Από 15 ευρώ, www.ticket365.gr και στο: 211 1000.365

Θέατρο ΛΑΜΠΕΤΗ
Τηλέφωνο : 210 6457086

Παραγωγή: ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΘΕΑΤΡΑ

 

…της Μαλάμως!http://www.ticket365.gr/parastaseis/14865-tis_malamosΚείμενο: Νίκος ΧαρλαύτηςΣκηνοθεσία: Ελένη ΓκασούκαΜουσική: Θέμης ΚαραμουρατίδηςΣκηνικά: Κωνσταντίνος ΖαμάνηςΚοστούμια: Νίκος ΧαρλαύτηςΣχεδιασμός φωτισμών: Σάκης ΜπιρμπίληςΚίνηση: Ελένη ΓκασούκαΧορογραφίες: Χρυσάνθη ΜπαδέκαΒοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος ΣουλεϊμάνΣτο ρόλο της Μαλάμως ο Θανάσης ΑλευράςΠΑΙΖΟΥΝ:Κώστας Ανταλόπουλος,Μπάμπης Γαλιατσάτος,Αργύρης Γκαγκάνης,Κωνσταντίνος Καϊκής,Jerome Kaluta,Κωνσταντίνος Μαγκλάρας,Παναγιώτης Νάτσης,Χάρης Χιώτης,Παντελής Αρουσαλίδης,Νίκος Καραγιαννίδης,Κωνσταντίνος Σακκάς.

Δημοσιεύτηκε από Panos Natsis στις Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

.

eirini aivaliwtouΗ Μαλάμω είναι η Ελλάδα…
Περισσότερα

Σε καλοκαιρινή παραλία και “κάτω απ’ τ’ αστέρια” οι Κωνσταντίνος Μπιμπής – Λίλα Μπακλέση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Υπάρχει μια νεανική παράσταση που αγαπήθηκε ιδιαίτερα πέρσι και συνεχίζει ακάθεκτη φέτος την πορεία της στο θέατρο Άλφα.Ιδέα. «Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» (Κωνσταντίνος Μπιμπής – Λίλα Μπακλέση) διηγούνται την ιστορία τους και οι θεατές που τους παρακολουθούν κρέμονται στην κυριολεξία από τα χείλη τους. Η παράσταση συνεχίζει την πορεία της μετατρέποντας τη σκηνή του θεάτρου σε έναστρο ουρανό, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15 και από την Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018 και κάθε Τετάρτη στις 19:15.

 

 

Τέλη των 80ς, αρχές των 90ς. Ελληνική επαρχία, πόλη νησιού. Η Μένια και ο Νικολής πάνε μαζί σχολείο, γίνονται αχώριστοι, ονειρεύονται, κάνουν έρωτα, ερωτεύονται «για πάντα».
Αλλά τα χρόνια περνούν και η πραγματικότητα – όπως συνηθίζει – επιβάλλει τον εαυτό της. Οι δύο ήρωες όμως ποτέ δεν παύουν να σημαδεύουν ο ένας τον άλλο. Παρά τις επιλογές που έχουν κάνει στις ζωές τους, ανάμεσά τους εξακολουθεί να καίει μια άγρια πυρκαγιά.
Αυτή είναι η τελική αναμέτρηση ενός μεγάλου εγκλωβισμένου έρωτα. Αυτή είναι η συνάντηση που χρωστούσαν ο ένας στον άλλο. Γεμάτη χιούμορ και συγκίνηση, τρυφερότητα και απόρριψη, σύγκρουση και νοσταλγία.
Μια ιστορία αγάπης και ενηλικίωσης, για τις πολύ μεγάλες προσδοκίες αλλά και τη σκληρή πραγματικότητα, με φόντο τη μικρή κοινωνία της επαρχίας, τις παραλίες του καλοκαιριού και την ξέγνοιαστη εποχή της δροσιάς και της αθωότητας.

  • «Παραθερίζουμε στην ίδια παραλία. Αφήνουμε τα πράγματά μας στα βότσαλα και βουτάμε στη θάλασσα. Είμαστε πολλά παιδιά, μεγάλη παρέα, αλλά για μένα υπάρχεις μόνο εσύ. Είμαστε δεκατεσσάρων χρονών. Μπορεί και δεκαπέντε. Καθόμαστε ακριβώς στο σημείο που σκάει το κύμα και μαζεύουμε κοχύλια. Είναι μια ωραία αφορμή για να καθόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο».

«Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» πρωτοεμφανίστηκαν στο Θέατρο Act στην Πάτρα και σε μια κίνηση συμβολική μεταφέρθηκαν από την περιφέρεια στην Αθήνα, ενώ συνήθως συμβαίνει το αντίθετο.
Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής και η Λίλα Μπακλέση, οι οποίοι ερμηνεύουν το κείμενο και μαζί με την Άρτεμη Γρύμπλα το σκηνοθέτησαν, επέλεξαν να πλησιάσει πολύ το κοινό αυτή τη συνάντηση και αυτή τη σχέση. Γι’ αυτό ανέβασαν τους θεατές στη σκηνή κι έπαιξαν κοντά τους. Η ιδέα αυτή έδωσε αμεσότητα, φυσικότητα και ζεστασιά στην παράσταση. Είχες την αίσθηση ότι έβλεπες ένα πραγματικό ζευγάρι στη ζωή του. Πράγματα και καταστάσεις που πονάνε, λάθη και συνέπειες, ποιητικές εικόνες, απλότητα στο σκηνικό, ευφάνταστα οριγκάμι να αιωρούνται.
Στο έργο παρακολουθούμε βασικά ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, έναν τελευταίο «καβγά» δύο ανθρώπων που αγαπιούνται βαθιά. Ο θεατής βρίσκεται δίπλα τους, αθέατος όμως γι’ αυτούς, τόσο που αισθάνεται αόρατος ή σαν να κλέβει σκηνές από την κλειδαρότρυπα.
Το ζευγάρι δεν είναι πλέον μαζί και στη συνάντησή τους, ύστερα από πολλά χρόνια, συζητούν τα γιατί της σχέσης τους και του χωρισμού τους. Τα θετικά και τα αρνητικά, το παρελθόν, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θεματική της νεότητας, καθώς και της πραγματικότητας που ταυτίζεται με την αλλαγή, την αποξένωση και το ανοίκειο. Γεγονός που πολύ συχνά αποτελεί για την ποιητική συνείδηση έναν τόπο «αλλού», ένα χώρο διαφυγής από το ανησυχητικό παρόν. Μέσο αλλά και σκοπός της συνάντησης η αναπόληση, η φυγή από την τρέχουσα πραγματικότητα, η μνήμη, που οι ήρωες εξετάζουν με επιμονή και πολλές φορές με εμμονή.
Στην ηλικία των δεκατεσσάρων χρονών άρχισε η σχέση τους. Μια ήταν μαζί και μια χώρια, χώρισαν, άλλαξαν αλλά δεν ξέχασαν.

***

Με θέμα τον έρωτα, η παράσταση «Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» αποτελεί μια μοναχική σκηνική αναζήτηση για την ανάγκη μας να ξαναβρεθούμε με δύο μάτια αγαπημένα και να συνδεθούμε μαζί τους σε μια κοινή πορεία.
Θα πρέπει να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει ότι μερικές φορές, ακόμα και για άδικους ή λάθος λόγους, ένας άνθρωπος αποφασίζει αυθαίρετα να φύγει από μια σχέση και δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Σε αυτό το σημείο, όσο δύσκολο κι αν είναι, μαζεύει κανείς τα συντρίμμια του, επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του και τους στόχους του και κάνει ένα νέο ξεκίνημα.
Πολλές φορές μια σχέση τελειώνει αφήνοντας τη γεύση του μισοτελειωμένου ή την αίσθηση ότι κάτι δεν ολοκληρώθηκε και τελείωσε πριν την ώρα του. Ένας από τους δύο κλονίζεται και δεν είναι σίγουρος για το τι επιθυμεί, αισθάνεται ότι περικλείεται από έναν στενό κλοιό και χρειάζεται περισσότερο χώρο και περιθώριο για να ξεκαθαρίσει όχι μόνο τα συναισθήματά του, αλλά και το πώς θα πρέπει να προχωρήσει στη σχέση.

***

Εν κατακλείδι, ποιοτικό και καλό θέατρο μπορεί να παραχθεί και εκτός Αθήνας, αρκεί να δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες και να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σε αυτό, είτε είναι δημιουργοί είτε είναι το κοινό. Αυτή τη φορά είδαμε μια σύγχρονη πρόταση, από ενδιαφέροντες δημιουργούς και νέους καλλιτέχνες, όπως το συγγραφέα Τηλέμαχο Τσαρδάκα, τους ηθοποιούς – σκηνοθέτες Λίλα Μπακλέση, Κωνσταντίνο Μπιμπή και τη συνσκηνοθέτιδα Άρτεμη Γρύμπλα.
Οι Λίλα Μπακλέση, Κωνσταντίνος Μπιμπής είναι δύο πολυσύνθετοι καλλιτέχνες, που διατήρησαν την άμεση επικοινωνία και επαφή με το κοινό. Πάνω στη σκηνή ήταν απόλυτα αληθινοί σαν να κοίταζαν τον κόσμο στα μάτια.
Η παράσταση είχε ενέργεια, λάμψη, έκφραση, οργή, έβγαζε γέλιο, πίκρα, ενθουσιασμό, με τα μικρά ή μακρινά πράγματα να γίνονται μεγάλα και προσιτά, ευδιάκριτα, διαυγή.

Τα σκηνικά του Αντώνη Χαλκιά και οι φωτισμοί της Σεσίλια Τσελεπίδη πρόσθεταν ενέργεια και ατμοσφαιρικότητα στην παράσταση.

Εξαιρετικές ερμηνείες και καθηλωτικές στιγμές. Μια γλυκιά ιστορία αγάπης που θα σας κάνει να γελάσετε, να συγκινηθείτε και να νοσταλγήσετε. Μια ιστορία αστεία, λυτρωτική, σπαρακτική, αληθινή και ζωντανή, γεμάτη έρωτα.

***

Trailer:

 

  • Ο Τηλέμαχος Τσαρδάκας γεννήθηκε το 1978 και μεγάλωσε στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά και διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις πολιτικές επιστήμες στο UCL του Λονδίνου. Το 1998 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Αιμοσφαίριο του ουρανού» (Αχαϊκές Εκδόσεις) και ακολούθησαν οι «Μικρές μπαλάντες γι’ απόψε» (εκδ. Λιβάνη, 2003), «Το σκοτεινό αγγελάκι και το δέντρο» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2007) και «Σονέτα για τα χείλη σου» (Εκδ. Anima Libri, 2014) και τα θεατρικά έργα: «Το Σκυλί του Ωρίωνα» (εκδ. Χαραμάδα, 2011), «Δεν είναι αλήθεια» (εκδ. Κήπος με τις Λέξεις, 2009 – μαζί με τέσσερις ακόμα συγγραφείς).
    Έχει επίσης γράψει τα θεατρικά έργα «Πούπουλα» και «Το χώμα λερώνει».
    Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί σε έντεκα γλώσσες. Έχει σκηνοθετήσει πολλές θεατρικές παραστάσεις και έχει παίξει, ως ηθοποιός, σε λίγες. Έχει γυρίσει την ταινία μικρού μήκους «Θέλω να πάρω κάτι από τα χέρια σου» (βασισμένη στην ποίηση του Δημήτρη Κάββουρα). Είναι διευθυντής του θεάτρου act στην Πάτρα.

Ταυτότητα παράστασης

«Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια»
του Τηλέμαχου Τσαρδάκα
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15
Και από Τετάρτη 21 Νοεμβρίου και κάθε Τετάρτη στις 19:15

Συντελεστές:

Κείμενο: Τηλέμαχος Τσαρδάκας
Ερμηνεύουν: Λίλα Μπακλέση, Κωνσταντίνος Μπιμπής
Σκηνοθεσία: Λίλα Μπακλέση, Κωνσταντίνος Μπιμπής
Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Άρτεμις Γρύμπλα
Σκηνικά: Αντώνης Χαλκιάς
Φωτισμοί: Σεσίλια Τσελεπίδη
Φωτογραφίες: Σοφοκλής Μπιμπής

Πληροφορίες:

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:15
Από Τετάρτη 21/11 και κάθε Τετάρτη στις 19:15
Διάρκεια: 70 λεπτά
Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ (προπώληση), 15 ευρώ (ταμείο), 12 ευρώ (ΑΜΕΑ, φοιτητικό, μαθητικό, ανέργων)
Που: Θέατρο Άλφα.Ιδέα, Πατησίων 37 και Στουρνάρα 51, Αθήνα
Τηλ.: (210) 5238742, 5221444
Τρόποι πρόσβασης: Στάση Μετρό Ομόνοια

***

Τζίφας Χρήστος
Υπεύθυνος Επικοινωνίας
Θέατρο Άλφα.Ιδέα
Mail: xristosxristost@gmail.com

eirini aivaliwtouΣε καλοκαιρινή παραλία και “κάτω απ’ τ’ αστέρια” οι Κωνσταντίνος Μπιμπής – Λίλα Μπακλέση
Περισσότερα

«Το δαχτυλίδι της μάνας». Μια παράσταση για το μυστικό παιδί, εκείνο που κρύβεται μέσα μας…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ορμώμενοι από μια φράση του Σαίξπηρ στον Άμλετ -«Υπάρχουν κι άλλα πράγματα, Οράτιε, στον ουρανό και στη γη που δεν τα ονειρεύτηκε η φιλοσοφία μας»- θέλουμε να πιστέψουμε πως -όντως- υπάρχουν τα φανταστικά όντα. Σ’ αυτό μας προέτρεψαν με τον αθώο αλλά τόσο μαγικό ενθουσιασμό τους οι καλλιτέχνες της ομάδας C. for Circus που μας παρουσίασαν «Το δαχτυλίδι της μάνας» σε σκηνοθεσία Παύλου Παυλίδη, στο Tempus Verum І Εν Αθήναις. Με αφορμή το έργο του Γιάννη Καμπύση για τις τελευταίες στιγμές ενός ποιητή και όχημα τη μουσική, την ποίηση και τη φαντασία, τα μέλη της ομάδας έστησαν μια ολοζώντανη τελετή αποχαιρετισμού, ξαναγράφοντας για χάρη του ποιητή τις τελευταίες του σελίδες και γιορτάζοντας τα 10 χρόνια της κοινής τους πορείας με την πιο αισιόδοξη παράστασή τους μέχρι σήμερα. Να σημειώσουμε ότι οι C. for Circus επέστρεψαν με «Το δαχτυλίδι της μάνας» μετά τις επιτυχημένες παραστάσεις τους τον περασμένο Ιούνιο.

Ξωτικά

Η παράστασή τους πραγματεύεται -μεταξύ άλλων- και τον τεράστιο, ανεξάντλητο και ανεξερεύνητο χώρο των απροσδιόριστων μορφών που έχουν εξάψει τη λαϊκή φαντασία, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μια ολόκληρη φιλολογία γύρω από αυτά. Πολλοί ευαίσθητοι άνθρωποι πιστεύουν πως υπάρχουν πλάσματα που έρχονται σε μας με τη μορφή νεράιδας ή καλικάντζαρου, πλάσματα που έχουν αποκληθεί από τον λαό «ξωτικά». Η εμφάνιση και το όνομα των ξωτικών ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, από εποχή σε εποχή και από πολιτισμό σε πολιτισμό. Οι Νύμφες και οι Δρυάδες της αρχαίας Ελλάδας αποτελούν ουσιαστικά τις ίδιες οντότητες. Ο Έντγκαρ Αλαν Πόε (1809-1849), ο συγγραφέας που συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη της λογοτεχνίας του φανταστικού, στο ποίημά του «Η χώρα των ξωτικών» έχει γράψει: «Πάνω στ’ άγρια δάση – στο λιμάνι/ Πάνω στα πετούμενα φαντάσματα -/ Πάνω από τα βάρυπνα τα πλάσματα -/ Κι όλα σαβανώνει τα εντελώς/ Μέσα σε λαβύρινθο από φως…».

Στην ελληνική και τη ρωμαϊκή μυθολογία κάθε δάσος, κάθε ποτάμι, κάθε λίμνη, κάθε βουνό, κάθε πηγή και κάθε ηλιόλουστος κάμπος θεωρούνται κατοικία υπερφυσικών πλασμάτων που το καθένα έχει την ξεχωριστή ονομασία του. Στα έπη του Ομήρου συναντάμε συχνά ξωτικά και μαθαίνουμε ότι οι Νύμφες συμμετέχουν στα συμβούλια των θεών στον Όλυμπο. «…κανένας ποταμός δεν έλειψε (μόνον ο Ωκεανός δεν ήρθε), καμιά νεράιδα, απ’ όσες χαίρονται τα δάση τα πανώρια, των ποταμών τα κεφαλόβρυσα και τα χλωρά λιβάδια…».

Δαιμονικές μορφές που αρχικά παρουσιάζονταν ως γυναίκες αιθέριας ομορφιάς, κατέληξαν να αναπαρίστανται ως μικροσκοπικά πτερωτά όντα με μαγικές ικανότητες. Οι μύθοι, οι θρύλοι και οι λαϊκές παραδόσεις της Ελλάδας σφύζουν από υπερφυσικά στοιχεία, μυστηριώδεις μορφές, μαρτυρίες, χάρτες και κώδικες που αποτελούν πολύτιμα εργαλεία για τους επίδοξους εξερευνητές και χαρτογράφους του λεγόμενου «άλλου κόσμου».

Στις προφορικές παραδόσεις όλων των λαών και στα παραμύθια, καθώς και στη λογοτεχνία, τα ξωτικά εκφράζουν την έντονη επιθυμία των θνητών να υπερβούν τα όρια του κόσμου μας και να μεταβούν κάπου αλλού, σε παράλληλα σύμπαντα, εκεί όπου οι άνθρωποι φθάνουν μόνο μέσω των ονείρων και της φαντασίας. Ειδικά τα ψηλά βουνά, εξαιτίας των ανεξερεύνητων κορυφών τους, υπήρξαν πάντα για τους ανθρώπους ένας αινιγματικός και άγνωστος κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος τερατώδεις ή χαριτωμένες οντότητες.

 

(Με ένα «κλικ» επάνω σε κάθε φωτογραφία θα τη δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος).

 

 

Ο συγγραφέας

Έντονα αμφιλεγόμενη παρουσία στην εποχή του, ο Γιάννης Καμπύσης, πνεύμα ανήσυχο, πρωτοποριακό, αντισυμβατικό όσο και ακαταστάλακτο, ασχολήθηκε στη σύντομη ζωή του με όλα τα είδη του λόγου. Η συνεχής αναζήτηση της πρωτοτυπίας και του καινούργιου μας συγκινεί σήμερα και μας επιβάλλει να δούμε με μια ματιά χωρίς προκαταλήψεις την περίπτωσή του. Φανατικός λάτρης της βόρειας, ιδίως της γερμανικής, λογοτεχνίας και ουσιαστικά «εισηγητής» της στον τόπο μας, γεμάτος φιλοδοξίες και εικονοκλαστικά όνειρα, διαχέεται ακατάστατα, πυρετικά, αναφομοίωτα στην ποίηση, στο διήγημα, στη μετάφραση, στο δοκίμιο και πάνω απ’ όλα στο θέατρο με την πρόθεση να υπερβεί το στενό πλαίσιο της θεματογραφίας του καιρού του και να συμπορευτεί με τον πιο προχωρημένο ευρωπαϊκό στοχασμό. Το «Δαχτυλίδι της Μάνας» αποτελεί ένα δείγμα των αναζητήσεών του να ξεφύγει από τα συμβατικά όρια της εποχής του.

Η υπόθεση

Το έργο αρχίζει μία παραμονή Χριστουγέννων, κάπου στη Θεσσαλία. Άγριος χειμώνας, νύχτα. Σε ένα πάμφτωχο σπίτι βρίσκεται ο εικοσιπεντάχρονος Γιαννάκης, άρρωστος. Κάθεται κοντά στη φωτιά και κουβεντιάζει με τη μάνα του, τη Ζαχαρούλα. Ο Γιαννάκης νοσταλγεί την πατρίδα τους, κοντά στα ψηλά βουνά, απ’ όπου αναγκάστηκαν να φύγουν, γιατί έγραψε ποιήματα που ενόχλησαν τους Τούρκους και τώρα ζούνε στον κάμπο και μέσα στη μαύρη φτώχεια. Περιμένουν τον μικρότερο αδερφό, τον Σωτηράκη, να φέρει κανένα ξεροκόμματο, παραμονή Χριστουγέννων. Τους επισκέπτεται η Κυριάκενα, συνομήλικη της Ζαχαρούλας, που έχει μια κόρη δεκαεφτά χρονών, την Ερωφίλη, την οποία αγαπάει κρυφά ο Γιαννάκης. Η Ζαχαρούλα κανονίζει με την Κυριάκενα να πουλήσει ένα «αξετίμητο» δαχτυλίδι με διαμαντόπετρες, οικογενειακό κειμήλιο, για να προσφέρει κάτι περισσότερο στο άρρωστο παιδί της. Ο Γιαννάκης όμως λέει ότι θα πεθάνει και εύχεται να γίνει αυτό πάνω στην ποδιά της Ερωφίλης. Η μάνα του τον μαλώνει που έχει χάσει τις ελπίδες του και του λέει ότι αυτός είναι ο «γιος που άρπαξε το μαγνάδι της Νεράηδας και την κέρδισε». Ο Σωτήρης φέρνει τα ελάχιστα αγαθά (ένα κομμάτι ψωμί και λίγες δεκάρες) και η οικογένεια προσπαθεί να γιορτάσει. Ο Γιαννάκης ζητά από τον αδελφό του να τραγουδήσει τα κάλαντα, κι έπειτα ζητά από τη μάνα του να πει ένα παραμύθι. Εκείνη τους λέει την ιστορία του δαχτυλιδιού, που ανήκε στη δική της μάνα. Όταν τη μοίραναν οι Μοίρες της χάρισαν το δαχτυλίδι με τις εφτά διαμαντόπετρες, αλλά η τρίτη Μοίρα είπε: «Μα όποιος τη δόξα του αρνηθεί και πάει ναν το ξεκάμει να ’ρθεί η Νεράιδα του βουνού και πίσω ναν το πάρει!». Μαθαίνουμε πως το δαχτυλίδι έσωσε πολλές φορές την οικογένεια από καταστροφές και δυστυχίες…

Ονειροφαντασία

Και ξαφνικά με έναν ιδιοφυή τρόπο, οι θεατές γινόμαστε μάρτυρες μιας σκηνής όπου ο Γιαννάκης παραδέρνει σε μία ονειροφαντασία με νεράιδες του βουνού και του κάμπου. Τρέχει στα χωράφια και ζητά να βρει τη Νεράιδα του Βουνού. Τη συναντά επιτέλους και την κρατά δική του, παρά τις μεταμορφώσεις της… Της ζητά να τον οδηγήσει στην κορυφή την απάτητη, εκείνη του λέει ότι δεν θα μπορέσει να ατενίσει τον ήλιο, γιατί «εκεί δεν είν’ γραφτό στον άνθρωπο να φτάσει». Αρχίζουν την ανάβαση μέσα στα χιόνια, ο Γιαννάκης προχωρά με μεγάλη δυσκολία, υποφέρει, παγώνει, κλαίει, νιώθει ότι πεθαίνει. Η νεράιδα πάει να του φέρει την Ερωφίλη, απλώνει το μαγνάδι της και χάνεται. Ο Γιαννάκης ξυπνά και βρίσκεται στην ποδιά της Ερωφίλης. Η Ζαχαρούλα προσπαθεί να ζεστάνει και να ζωντανέψει το παγωμένο της παιδί.
Η πραγματικότητα εναλλάσσεται με το όνειρο, η πρόζα με τον έμμετρο λόγο και το έργο βρίθει παραμυθιακών μοτίβων: Μοίρες και Νεράιδες, μαγεμένα αντικείμενα (δαχτυλίδι, μαντίλι, μήλο), αλλά και ήθη, χριστουγεννιάτικα έθιμα, παραδοσιακά κάλαντα, που αντλούν από τη λαϊκή παράδοση. Το υλικό αυτό διασταυρώνεται με τις ιδεαλιστικές, συμβολιστικές επιδράσεις που δέχτηκε ο συγγραφέας, όπως η αναζήτηση της ομορφιάς και της απάτητης κορυφής, η θυσία για την «Ιδέα».

Στη χώρα των διαψευσμένων ελπίδων

Στην παράσταση αφήνουμε το βλέμμα μας, την ακοή μας, τις αισθήσεις μας να περιπλανηθούν. Μέσα σε μία συνθήκη ονείρου, το πραγματικό μεταμορφώνεται, μετακινείται προς το φαντασιακό. Με αδρές πινελιές οι συντελεστές μας μεταφέρουν στη μελαγχολία ενός παρελθόντος που δεν γνωρίσαμε ή ενός μέλλοντος που δεν έχουμε ζήσει ακόμη, μας ταξιδεύουν στη χώρα των διαψευσμένων ελπίδων.
Kάπου, κάποτε, σε μια Ελλάδα. Ενεργοποιώντας με γόνιμη φαντασία τη λαϊκή παράδοση, που τόσο έντονα διατρέχει την ιστορία του Γιάννη Καμπύση, οι C. for Circus φέτος «ενηλικιώθηκαν» με μια ελάχιστα ειπωμένη ιστορία αποχωρισμού.
Η δουλειά τους αυτή, περισσότερο και από τις προηγούμενες, αποπνέει υψηλή αισθητική και κομψότητα. Έχει θαυμαστές ποιότητες και ιδιαίτερη σύνθεση. Εκφράζει την ευαισθησία και την οξυδέρκεια της ομάδας καθώς και την ευελιξία της δημιουργικότητάς τους. Φανερώνει χαρισματικές ιδιοσυγκρασίες και ταλέντα που βαδίζουν προς την ωριμότητα.
Η παράσταση ρέει αρμονικά, αιχμαλωτίζει τον θεατή και προσφέρει απολαυστικές εκπλήξεις. Πρόκειται για μια ζεστή αναπαράσταση της ζωής στην ελληνική επαρχία, η οποία ζωντανεύει με μοντέρνο τρόπο έναν κόσμο που έσβησε, το ελληνικό χωριό του τέλους του 19ου αιώνα, τα απάτητα βουνά, τα πυκνά τους δασοτόπια, τη στερημένη καθημερινότητα του λαού, τα ήθη και τα έθιμά του. Ακόμα, ψυχογραφεί επιτυχημένα τους ήρωες, τους οποίους περιβάλλει με τρυφερή ματιά.
Υπάρχει μια αίσθηση κύμανσης της ψυχής, συχνότητα και τόνος που μοιάζουν να διέφυγαν από το χρόνο και να επιστρέφουν τώρα, στον 21ο αιώνα, για να γίνουν ένα θεατρικό δρώμενο αυθύπαρκτο, με κοφτές αφηγήσεις, με θραύσματα θραυσμάτων. Με αντανακλάσεις, σιωπές κι εκρήξεις, πυκνωμένες μνήμες και αναζητήσεις, που υλοποιούνται πάνω σε λίγα μέτρα σανίδι.

 

Οι συντελεστές

 

Οι Παναγιώτης Γαβρέλας, Χρύσα Κοτταράκου, Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Νατάσα Ρουστάνη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και πραγματικά δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια από πάνω τους.

Ο σκηνοθέτης Παύλος Παυλίδης καθοδήγησε με έμπνευση και φαντασία την ταλαντούχα ομάδα. Η δραματουργία (Παύλος Παυλίδης, Αθηνά Σακαλή) είχε συμπύκνωση και ενάργεια. Στα κοστούμια οι Λίνα Σταυροπούλου – Τζίνα Ηλιοπούλου, στους φωτισμούς η Ιωάννα Ζέρβα και στη μουσική διδασκαλία η Βαλέρια Δημητριάδου λειτούργησαν θαυμάσια και πρόσφεραν στο κοινό εντυπωσιακά ακούσματα και πανέμορφες εικόνες.

Όλοι -μα όλοι- οι συντελεστές, μηδενός εξαιρουμένου, λειτούργησαν με κέφι και αγάπη για το έργο τους.

Αυτή η αγάπη αποδεικνύει ότι η τέχνη πάντα βρίσκει τρόπο να προχωρά, με όλες τις δυσκολίες και τα εμπόδια. Η τέχνη έχει δύναμη, καμιά φορά μάλιστα αδυσώπητη δύναμη. Όπως το νερό, όταν θέλει να περάσει, τρυπάει ακόμα και το μέταλλο, και την πέτρα. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να ζήσουμε και να πράξουμε αν δεν πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν καλύτεροι.

Μια παράδοξη ιστορία, ένα παράξενο παραμύθι, μια μεθυστική παράσταση που θα κρατήσει πολλές νύχτες ξάγρυπνο ένα μυστικό παιδί, εκείνο που κρύβεται μέσα στον καθένα μας…

***

Ταυτότητα παράστασης

Θίασος: C. for Circus
Συγγραφέας: Γιάννης Καμπύσης
Σκηνοθεσία: Παύλος Παυλίδης
Δραματουργία: Παύλος Παυλίδης, Αθηνά Σακαλή
Κατασκευή σκηνικού: Σπύρος Δουκέρης
Κοστούμια: Λίνα Σταυροπούλου, Τζίνα Ηλιοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Ιωάννα Ζέρβα
Μουσική διδασκαλία: Βαλέρια Δημητριάδου
Πιάνο, νταούλι, ηλεκτρική κιθάρα, τρομπόνι, μελόντικα: C. for Circus
Βοηθός σκηνοθέτη: Αθηνά Σακαλή
Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης, Νίκος Πανταζάρας
Βίντεο: Μαρία-Ελισάβετ Κοτίνη

*

Παίζουν: Παναγιώτης Γαβρέλας, Χρύσα Κοτταράκου, Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Νατάσα Ρουστάνη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης

*

Πληροφορίες

Μέρες και ώρα παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00
Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ, 8 ευρώ μειωμένο
Διάρκεια: 70 λεπτά
Κρατήσεις θέσεων: 210-342.51.70 και στο 6948-29.80.63

***

C. for Circus
URL: http://www.cforcircus.gr
Facebook: cforcircus

Tempus Verum І Εν Αθήναις
Ιάκχου 19, Γκάζι
Τ: 210 3425170, 6948298063
E: tempusverum@gmail.com
F: tempusverum

* Το θέατρο είναι προσβάσιμο σε ΑμεΑ.

Προπώληση: ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ ΚΛΙΚ

viva.gr, 11876, Seven Spots, Reload Stores, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης,
Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα, Viva Kiosk

Επικοινωνία: Ελεάννα Γεωργίου

***

Γιάννης Καμπύσης, Το δαχτυλίδι της μάνας, τυπογραφείο της «Εστίας» των Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρης, Αθήνα 1898.

«Το δαχτυλίδι της μάνας» είναι τίτλος ελληνικής όπερας του Μανώλη Καλομοίρη, η οποία συντέθηκε το 1917 και υπέστη νέα επεξεργασία το 1939.

Ο συνθέτης την ονομάζει «μουσικόδραμα σε τρία μέρη» και είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο δράμα του Γιάννη Καμπύση, το οποίο γράφτηκε το 1898 και, με τη σειρά του, είναι εμπνευσμένο από τη ζωή του Κώστα Κρυστάλλη. Το λιμπρέτο έγραψε ο ποιητής Γιώργος Στεφόπουλος, που υπογράφει ως «Άγνης Ορφικός». Η μουσική του έργου εκδόθηκε το 1937 από τον εκδοτικό οίκο Γαϊτάνου και συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα του συνθέτη σχετικά με την ιστορία της δημιουργίας και την υπόθεση του έργου, η οποία παρατίθεται όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην ιταλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα.

Από την όπερα αυτή προέρχεται και η ομώνυμη σουίτα του συνθέτη για ορχήστρα, επίσης σε τρία μέρη: Πρελούδιο – Η είσοδος της Κυράς – Ξημέρωμα των Χριστουγέννων.

«Το δαχτυλίδι της μάνας», γραμμένο σε ντοπιολαλιά, έχει χαρακτηριστεί επίσης ως μουσικό δράμα αλλά και ως χριστουγεννιάτικο ονειρόδραμα. Το 1968, το έργο εκφωνήθηκε στο «Θέατρο της Τετάρτης» στην Ε.Ρ.Α. Τον Δεκέμβριο του 2004, το «Το δαχτυλίδι της μάνας» παρουσιάστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε λιμπρέτο Γιώργου Στεφόπουλου (ο οποίος υπέγραφε ως Άγνης Ορφικός) και σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.

***

Θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, πεζογράφος και κριτικός, ο Γιάννης Καμπύσης γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1872, στην Κορώνη. Γιος του αγιογράφου Αναστάσιου Καμβύση και της Καλλιόπης Τριγγέτα. Ολοκλήρωσε το γυμνάσιο στην Καλαμάτα (1884-8) όπου του δόθηκε η ευκαιρία να λάβει μέρος σε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις μέσω του Ιωάννη Χ. Αποστολάκη. Την περίοδο 1888-1894 σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως δεν άσκησε τη δικηγορία και το 1896 διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, από το οποίο παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα. Από τον Οκτώβριο του 1898 ως τον Ιούλιο του 1899 έζησε στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε στενά τα πιο σύγχρονα ρεύματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τον Νατουραλισμό και τον Συμβολισμό, των οποίων υπήρξε τελικά εκπρόσωπος στην Ελλάδα.

Συνοπτικά η συγγραφική προσφορά του Καμπύση χωρίζεται σε τρία στάδια. Στο πρώτο (1894-1896) ο Καμπύσης κάνει την εμφάνισή του στα γράμματα με την πεζογραφία. Το δεύτερο στάδιο της συγγραφικής του εξέλιξης είναι το θεατρικό και αναπτύσσεται μέσα στην τριετία 1896-1899 και το τρίτο (1898-1900) καλύπτει το ταξίδι του στην Γερμανία, το κριτικό του έργο, τα ονειροδράματα και διάφορες μεταφράσεις. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε το 1895, με τη δημοσίευση του διηγήματος «Παουλίνα – Παουλίνα» στην τοπική εφημερίδα Καλαματιανή. Ακολούθησαν (έως και το 1898) διάφορα πεζογραφήματα, άρθρα και μελέτες, καθώς και κοινωνικά και ψυχολογικά δράματα. Το όψιμο έργο του (1899-1901), μετά την παραμονή του στη Γερμανία, περιλαμβάνει τα Γράμματα από τη Γερμανία, μεταφράσεις (μεταξύ άλλων του Nietzsche, Strindberg, Maeterlinck), κριτικές, ονειροδράματα και παραμυθοδράματα. Η κριτική του δραστηριότητα ήταν μεγάλη. Συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα της εποχής του όπως είναι η Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Η Τέχνη (της οποίας υπήρξε συνιδρυτής με τον Κώστα Χατζόπουλο και τον Ιωάννη Γρυπάρη), Φιλολογική Ηχώ και υπήρξε συνεκδότης με τον Δημήτρη Χατζόπουλο, του περιοδικού Ο Διόνυσος. Υπέγραφε ως Γιάννης και Γιάννης Κ.

Από το 1896 μέχρι το 1898 στράφηκε στο θέατρο, που υπήρξε η μεγάλη αγάπη του. Το έργα του, εμπνευσμένα από την νεοελληνική αστική ζωή και γραμμένα στη «ψυχαρική» γλώσσα, δημιούργησαν αντιδράσεις. Το θεατρικό του έργο δείχνει ισχυρές επιδράσεις του Ibsen, ακόμα περισσότερο όμως του Hauptmann. Οι σχετικοί πειραματισμοί του άρχισαν ήδη από το 1895 με την συγγραφή ενός μονόπρακτου δράματος, Στη γιορτή του, που πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Δημήτριο Ταγκόπουλο το 1917. Το 1896 εκδίδει σε έναν τόμο δύο θεατρικά του έργα, Το μυστικό του γάμου και τη Φάρσα της ζωής. Έγραψε επίσης έργα κοινωνικής κριτικής: Μις Άννα Κούξλευ, Οι Κούρδοι, Λεκαπηνοί, τα παραμυθοδράματα Αρήγιαννος, Ανατολή, τα ονειροδράματα Το δαχτυλίδι της μάνας, Στα σύγνεφα. Το μόνο έργο που παρουσιάστηκε την εποχή εκείνη στη σκηνή είναι Οι Κούρδοι το 1903, από τη Νέα Σκηνή του Χρηστομάνου. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας για πρώτη φορά βλέπει τη σύγχρονη εγχώρια ζωή, μέσα από τα μάτια των λαϊκών στρωμάτων και όχι των αστών. Το Δαχτυλίδι της μάνας και το μονόπρακτο Ανατολή μελοποιήθηκαν από τον Μ. Καλομοίρη. Το Δαχτυλίδι της Μάνας είναι εμπνευσμένο από τη ζωή και το τραγικό τέλος του σύγχρονού του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη και δείχνει την στροφή που κάνει ο Καμπύσης προς την εθνική λαϊκή παράδοση. Μετέφρασε έργα όπως η Δεσποινίς Τζούλια του Στρίντμπεργκ και ο Κατακτητής του Κνουτ Χάμσουν. Ο Καμπύσης ασπάστηκε την ηθογραφική τάση του Νικόλαου Πολίτη και έτσι από το έργο του δεν έλειψαν οι αναφορές σε θέματα αντλημένα από τη λαϊκή παράδοση, τα οποία εμπλούτισε με στοιχεία κοινωνικής κριτικής.

Τα Άπαντα του Καμπύση εξέδωσε το 1972 ο Γ. Βαλέτας, ενώ βιβλιογραφία του έχει δημοσιεύσει ο Γ. Κατσίμπαλης (1960). Κυκλοφορούν επίσης συγκεντρωτικές εκδόσεις των διηγημάτων του, καθώς και επιμέρους μεταφράσεις τους σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Πέθανε στη Αθήνα από φυματίωση στα είκοσι εννιά του χρόνια.

eirini aivaliwtou«Το δαχτυλίδι της μάνας». Μια παράσταση για το μυστικό παιδί, εκείνο που κρύβεται μέσα μας…
Περισσότερα

Από το βλογημένο Αϊβαλί στη «Γαλιλαία» και τον «Παρνασσό» με την Αμαλία και την Όλια

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένα συλλείτουργο πολλών τεχνών, του θεάτρου, της μουσικής, της ζωγραφικής, της πεζογραφίας και της αφηγηματικής παρακολουθήσαμε στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» από δύο κορυφαίες και αγαπημένες ηθοποιούς μας, την Αμαλία Μουτούση και την Όλια Λαζαρίδου. Ήταν η παράσταση «Αϊβαλί η πατρίδα μου», βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φώτη Κόντογλου.
Επρόκειτο για ένα θεατρικό αναλόγιο για την οικονομική στήριξη της Μονάδας Ανακουφιστικής Φροντίδας «Γαλιλαία», της οποίας οι δύο ηθοποιοί είναι εθελόντριες.

 

Η Αμαλία Μουτούση και η Όλια Λαζαρίδου στη σκηνή του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

 

Η παράσταση είχε μια θετική και γλυκιά αύρα, ήταν φρέσκια, όμορφη, ανεπιτήδευτη, δίχως ανώφελη σοβαροφάνεια, στηριγμένη στην απλότητα, τη δύναμη της λογοτεχνίας, τη μαγεία της προσφοράς και τη γοητεία της αγάπης!
Διότι ήταν ολοφάνερο ότι η Αμαλία και η Όλια είχαν αγάπη γι’ αυτό που έκαναν, αγάπη αγνή και αφειδώλευτη.
Οι περιγραφές ή οι απλές αναφορές από τον Φώτη Κόντογλου των τοπωνύμιων και των ανθρώπων που ζούσαν στο Αϊβαλί, αλλά και των συναισθημάτων και των σκέψεων του συγγραφέα για τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του έχουν μια τρυφερή «εμμονή» που αποδίδει την αλήθεια αλλά και το μύθο αυτής της μικρής πολιτείας της Μικράς Ασίας.
Ο συγγραφέας, μάλιστα, συχνά απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη, ως ένας αυτοβιογραφικός αφηγητής ο οποίος, παρουσιάζοντας παράλληλα το έμψυχο και άψυχο -αν υπήρχε κάτι άψυχο για τον Κόντογλου- περιβάλλον του, παρουσιάζει και τον εαυτό του, επιτυγχάνοντας έτσι μία εικόνα της «ζώσας φύσεως».

Η Αμαλία Μουτούση μας ταξίδεψε…

 

 

Στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές 

Ο κυρ Φώτης Κόντογλου, στο έργο του, αναπολεί και καταγράφει γεγονότα και ιστορίες της λατρεμένης πατρίδας του, τ’ Αϊβαλιού. Της χαριτωμένης πολιτείας, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, η οποία είναι κρυμμένη κάπου εκεί μες στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές της βλογημένης Ανατολής. Κι εμείς με την Αμαλία Μουτούση και την Όλια Λαζαρίδου ταξιδέψαμε σ’ αυτά τα μέρη, στις μυστικές σπηλιές, τους περίεργους βράχους, τα δάση με τις κυδωνιές, τα σπαρμένα χωράφια, τις ακρογιαλιές με τα βότσαλα και τα βρέφη να πλατσουρίζουν στα διάφανα νερά τους. Τους σκληρούς κι ευλαβικούς θαλασσόλυκους, τα παιδιά που μεγαλώνουν με τα σκυλόψαρα και τις εκθαμβωτικές γοργόνες.
Θρηνώντας την απώλεια της πατρίδας του ο Κόντογλου, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό του στην Ελλάδα, μας μιλάει νοσταλγικά για τους «αρχαίους ανθρώπους» της, μας διηγείται με αυθόρμητη ειλικρίνεια τις προσωπικές ιστορίες τους, πότε για αγίους, πότε για απλοϊκούς ξωμάχους, μα κάποτε και για ιδιότυπους κακούργους και λήσταρχους τους οποίους συνάντησε και γνώρισε.

 

Δυο θαλασσινοί. Παλληκάρια από το Αϊβαλί. ΄Εργο του Φώτη Κόντογλου.

 

Ανατολίτικη ψυχή

Ως γνήσια ανατολίτικη ψυχή, γίνεται συχνά κήρυκας της απλότητας, της φυσικότητας, της αμεσότητας. Με το πλούσιο εσωτερικό του θησαύρισμα μας μεταγγίζει ανεπαίσθητα τη γλυκιά ειρήνη της φύσης. Μας μιλά για μια γαλήνη μυστική, που ο ίδιος βίωσε, επιζητώντας άλλοτε τη μοναξιά μέσα σε όμορφα τοπία της πατρίδας του και άλλοτε παρατηρώντας ακόμα και τις πιο απλές και ασήμαντες παρουσίες της φύσης και ιδιαίτερα της αγαπημένης του θάλασσας.
Ντυμένες στα χρώματα του σπασμένου λευκού, που έμοιαζε με φίλντισι, απέριττες αλλά γεμάτες χάρη κι ευαισθησία, οι δύο ηθοποιοί έμοιαζαν με ιέρειες ή νεράιδες που μας μετέφεραν στο πνεύμα του Κόντογλου και μας αιχμαλώτισαν σ’ αυτό. Ένα πνεύμα που συνδυάζει με επιτυχία μέσα του την ανατολίτικη μακαριότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής με τη δική του στοχαστική ιδιοσυγκρασία, η οποία οδηγεί συχνά σε θρησκευτική κατάνυξη, όταν αποκαλύπτεται μπροστά του «η άβυσσος της θεϊκής αρμονίας του κόσμου».
Ενυπήρχε έτσι στην παράσταση και η εκστατική φωνή του καλλιτέχνη, και ο χρωστήρας του αγιογράφου, και η πένα του λογοτέχνη, που αποκαλύπτονται ταπεινά και αβίαστα μπροστά στην ομορφιά και το μυστήριο της φύσης.

 

Η Όλια Λαζαρίδου μας είπε ιστορίες από το βλογημένο Αϊβαλί.

 

Η δροσιά της λαϊκής τέχνης

Ως ζωγράφος ο Κόντογλου πρωτοστάτησε στο κίνημα για τη στροφή της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα προς την πνευματική ένταση της βυζαντινής παράδοσης και τη δροσιά της λαϊκής ζωγραφικής και αναβάπτισε στα νάματα της Ορθόδοξης θεολογίας την εκκλησιαστική μας ζωγραφική. Αναγεννητής της αγιογραφίας και άριστος κάτοχος μιας προσωπικής εικαστικής γλώσσας έδωσε δείγματα ξεχωριστής δουλειάς, απόδειξη του αυθεντικού ταλέντου του. Σ’ αυτόν ως δάσκαλο και το πολυσήμαντο έργο του βρήκαν καταφύγιο στα πρώτα τους βήματα νέοι δημιουργοί, όπως οι Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ράλλης Κοψίδης κ.ά., για να ανιχνεύσουν τη φυσιογνωμία τους και να μάθουν τα μυστικά της τέχνης του.
Ως πεζογράφος ήταν ένας από τους σημαντικότερους στυλίστες που παρουσιάστηκαν στα νεοελληνικά γράμματα. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα όσο λίγοι, την πλούσια φλέβα της, τις διασυνδέσεις της, τους διαφορισμούς της, τον εσωτερικό μηχανισμό της. Έδωσε στη γλώσσα μοναδικό παλμό, νεύρα κι αρμούς και υποδείγματα ύφους. Ο στοχασμός, ο θρύλος, η ιστορία, η εικονογραφία, οι μύθοι, τα παραμύθια, τα συναξάρια των αγίων, οι Νηπτικοί πατέρες, το Άγιον Όρος, η φύση, ήταν οι αέναες ρίζες του, οι αστείρευτες πηγές του.
Ως στοχαστής παρέμεινε ο μεγάλος ομολογητής της Ορθοδοξίας, για την οποία με τόσο πάθος αγωνίσθηκε ως την τελευταία του πνοή. Ακλόνητος στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δεν δεχόταν κανέναν συμβιβασμό που θα μπορούσε να νοθέψει την Ορθοδοξία όπως τη γνώριζε και την πίστευε, όπως μας την παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες.

«Αϊβαλιώτης καπετάνιος». Έργο του Φώτη Κόντογλου.

Η ελπίδα

«Το Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου μας το παρουσίασαν, μεταλαμβάνοντάς μας με χαρά και συγκίνηση, η Αμαλία Μουτούση και η Όλια Λαζαρίδου για δύο μόνο παραστάσεις στην Αθήνα, στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2018.
Η παράσταση, διάρκειας 60 λεπτών, είχε ήδη πραγματοποιήσει το πρώτο της ταξίδι, σε θεατρικές σκηνές των Μεσογείων και φιλοξενήθηκε για πρώτη φορά στην καρδιά της Αθήνας, στην ιστορική αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» για δύο βραδιές, με τη στήριξη του Συλλόγου των Φίλων του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Η παράσταση εντάσσεται στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος 2018-2019 των Φίλων του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».
Τρέφουμε την ελπίδα ότι θα βρεθεί χρόνος και οι ανάλογοι χώροι φιλοξενίας για να παρουσιαστεί ξανά το «Αϊβαλί η πατρίδα μου». Καθώς έχει φιλανθρωπικό χαρακτήρα και καθώς πάνω απ’ όλα σχετίζεται με την ανάγκη μας να κάνουμε μια παύση και να συλλογιστούμε πως η αδιαφορία να θυμηθούμε το παρελθόν σημαίνει τη λήθη της ίδιας μας της ταυτότητας.

Συντελεστές

Σκηνικά – Δάφνη Ρόκου
Φωτισμοί – Θωμάς Οικονομάκος
Βοηθός σκηνοθέτη – Νίκος Χαλδαιάκης
Σχεδιασμός ήχου – Δημήτρης Σπυράτος
Οργάνωση παραγωγής – Μαίρη Διονύση

http://www.galilee.gr/

 

***

Από τις Κυδωνίες μέχρι την Αθήνα

 

Ο Φώτης Κόντογλου (= Φώτης Αποστολλέλης) γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας στις 8 Νοεμβρίου 1895. Ήταν το τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολλέλη και της συζύγου του Δέσποινας, το γένος Κόντογλου. Είχε μία αδερφή και δύο αδερφούς. Σε ηλικία ενός μόλις έτους ορφάνεψε από πατέρα και την οικογένεια ανέλαβε ο αδερφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου (στην κηδεμονία του οποίου ανάγεται και το όνομα Κόντογλου), που ήταν Ηγούμενος στη Μονή Αγίας Παρασκευής.

Αυτοπροσωπογραφία του Φώτη Κόντογλου.

Τα μαθητικά του χρόνια τα πέρασε στο μετόχι της Αγίας Παρασκευής και στις Κυδωνίες και το 1913 μπήκε με εξετάσεις στο τρίτο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή και έφυγε για να συνεχίσει τις εικαστικές σπουδές του στο Παρίσι με οικονομική βοήθεια από τον θείο του. Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, συνεργάστηκε με το γαλλικό περιοδικό Illustration (σε διαγωνισμό του οποίου βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του έργου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα») και εργάστηκε ως εργάτης σε πολεμική βιομηχανία για να ζήσει. Το 1917 ταξίδεψε στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Το 1919 μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου διορίστηκε καθηγητής γαλλικών και ιστορία τέχνης στο Παρθεναγωγείο, ανέπτυξε πνευματική δραστηριότητα και ίδρυσε το σύλλογο Νέοι Άνθρωποι. Το 1921 πήρε μέρος στη μικρασιατική εκστρατεία και μετά την καταστροφή του 1922 κατέφυγε αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Είχε προηγουμένως επισκεφτεί το Άγιον Όρος, όπου ξαναπήγε το 1923 για να μελετήσει τη βυζαντινή τέχνη και να δημιουργήσει αντίγραφά αγιογραφιών, τα οποία παρουσίασε σε εκθέσεις, αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη, και επισκέφτηκε για τρίτη φορά το Άγιον Όρος. Την περίοδο 1930-1931 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, από το 1933 δίδαξε ιστορία τέχνης και ζωγραφική στο αμερικανικό κολέγιο, όπου γνωρίστηκε με τον Κάρολο Κουν, και είχε μαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο. Το 1935 ανέλαβε την οργάνωση του βυζαντινού τμήματος του μουσείου της Κέρκυρας. Ανέλαβε τη συντήρηση των τοιχογραφιών του Μιστρά, την εικονογράφηση πολλών εκκλησιών, τη διακόσμηση του Δημαρχείου της Αθήνας. Το 1963 τραυματίστηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα με τη σύζυγό του και έμεινε κατάκοιτος για πέντε μήνες. Πέθανε το 1965 (στις 13 Ιουλίου) στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού από μετεγχειρητική μόλυνση ύστερα από χειρουργική επέμβαση στην κύστη. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1959, για το βιβλίο του Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας), το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των Δώδεκα (1963 για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου), το Βραβείο του Ταξιάρχη του Φοίνικα, το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών (1965 για το σύνολο του έργου του). Μαθητής γυμνασίου ακόμη στις Κυδωνίες είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό Μέλισσα, που εικονογραφούσε ο ίδιος. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Φιλική Εταιρεία (μαζί με τους Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Πικιώνη, Στρατή Δούκα και Βάσο Δασκαλάκη) που κυκλοφόρησε από το 1924 ως το 1925 και του περιοδικού Κιβωτός (μαζί με τον Βασίλη Μουστάκη). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελληνικά Γράμματα του Κωστή Μπαστιά (1929), Νέα Εστία, Ελληνική Δημιουργία, Εκκλησία, Εφημέριος και την εφημερίδα Ελευθερία (από το 1949 ως το τέλος της ζωής του) και εξέδωσε μελέτες για τη βυζαντινή τέχνη και έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πεζογραφίας. Η πρώτη εμφάνιση του Κόντογλου στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1918 με την έκδοση της νουβέλας του «Πέδρο Καζάς» σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1928 εκδόθηκε το βιβλίο του Ταξείδια και το 1935 ο Αστρολάβος. Εντονότερη παρουσιάζεται η συγγραφική του δραστηριότητα (θρησκευτικής κυρίως θεματολογίας) στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και ως το τέλος της ζωής του.

eirini aivaliwtouΑπό το βλογημένο Αϊβαλί στη «Γαλιλαία» και τον «Παρνασσό» με την Αμαλία και την Όλια
Περισσότερα

Lee Strasberg, «Le travail à l΄Actors Studio» – Μαθήματα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η λογική του έργου

Τα μαθήματα του Lee Strasberg στο Actors Studio καταγράφθηκαν κατά τη διάρκεια πολλών χρονών, όχι σκεφτόμενοι το μέλλον, αλλά για να επιτρέψουν στο Actors Studio, να επανέλθουν σε αυτό. Από αυτές τις ώρες ο επιμελητής του βιβλίου «Le travail à l΄Actors Studio» κράτησε κάποια μοναδικά παραδείγματα που δείχνουν τη θεατρική φιλολογία που δείχνει το ουσιαστικό μέρος της εργασίας του Strasberg και της λειτουργία του Actors Studio.
Πολλοί από τους ανώνυμους ηθοποιούς που βλέπουμε να έχουν δουλέψει, μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, κάτω από τη διεύθυνση του καθηγητή και σκηνοθέτη, είναι προσωπικότητες παγκοσμίως γνωστές, όπως η Anne Bancroft, ο Marlon Brando, ο Montgomery Clift, ο John Crawford, η Jane Fonda, ο Walter Matthau, ο Steve MacQueen, ο Paul Newman, η Géraldin Page, ο Anthony Perkins, ο Sidney Poitier, ο Rod Steiger… Κατά την περίπτωση ο Strasberg τους συγχαίρει ή τους ψέγει, τους πειράζει, τους σατιρίζει, τους επηρεάζει, τους διηγείται ιστορίες: κάποιες από αυτές τις θεατρικές περιπτώσεις δείχνουν το παιδαγωγικό του σύστημα που με σοβαρό, πραγματικό και μεταδοτικό τρόπο ξυπνά το δημιουργικό τρόπο και τις αντιδράσεις των ηθοποιών.
Κάθε ηθοποιός έχει ανάγκη ενός «στούντιο», όπου μπορεί να αναπτύξει τις απόψεις του, να δοκιμάσει νέους χρωματισμούς, να εφεύρει, να αποδειχθεί. Μια από τις κυρίαρχες ιδέες του Strasberg είναι εκφρασμένη, περιληπτικά, σε ένα αξίωμα του Γκαίτε: «Ο ηθοποιός αναπτύσσεται στον δημόσιο χώρο, αλλά η τέχνη του αναπτύσσεται στον ιδιωτικό». Πάντως είναι αναγκαίο να μετατρέψουμε αυτό το αξίωμα. Ο ηθοποιός έχει πραγματικά την ανάγκη των άλλων για να προοδεύσει στην τέχνη του και στο επάγγελμά του. Το Actors Studio του παρέχει συγχρόνως συντρόφους και ένα μέρος όπου μπορεί να δουλέψει μόνος του.
Προς το τέλος του 1924, ο Strasberg κατάλαβε ότι έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε δύο πιθανότητες: να παραμείνει μέλος του Théâtre-Laboratoire ή να πάει στο Μπροντγουαίη. Αφού για λίγο πίστευε στη δυναμικότητα της ομάδας του Boleslavski, έγραψε στον Philip Loeb και λίγες εβδομάδες αργότερα δούλευε στο Theatre Guild ένα έργο, με τον τίτλο, «Pocessional» που ανέβηκε στις 12 Ιανουαρίου 1925. Όταν, αργότερα, το 1947, συναντήθηκαν ο Elia Kazan, η Cheryl Crawford και ο Robert Lewis για να φτιάξουν το Actors Studio, είχαν σκοπό να συνεχίσουν τη δουλειά, με ό,τι σήμαινε αυτό, στο Groupe Theatre, η δημιουργία του οποίου έγινε από την Crawford, τον Harold Clurman και τον Strasberg, το 1926, όταν αυτός συνεργάζονταν με το Theatre Guild. Ο Robert Lewis ήταν από την αρχή μέλος του Groupe Theatre, ο Kazan μπήκε στο Groupe σαν αρχάριος και τέλειωσε σαν ο κεντρικός ηθοποιός. Το Groype Theatre συνέβαλε με ουσιαστικό τρόπο στην θεατρική ζωή της Αμερικής.

Με τη φαντασία επεξεργάζεται

Η επιτυχία του Strasberg σαν καθηγητής δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα οποιοδήποτε σημείο της πολύπλοκης προσωπικότητάς του. Από πρώτη άποψη φαίνεται ένας ήρεμος άνθρωπος, χωρίς προκαταλήψεις. Πολλές επισκέψεις στο Actors Studio δεν επιτρέπουν να καταλάβουμε την αποτελεσματικότητά του, έχοντας παρακολουθήσει πάρα πολλές θεατρικές διαφορετικές καταστάσεις, βλέπουμε όλες τις πλευρές του. Υπάρχει, κατ’ αρχήν, η εκπληκτική του πολυμάθεια και η τεράστια εμπειρία του στον θεατρικό κόσμο που τον έζησε επαγγελματικά κατά τη διάρκεια πολλών δεκάδων ετών. Κατόπιν, παρατηρούμε μια ευαισθησία και ένα συνήθως πειθαρχημένο πάθος από μια μεγάλη δύναμη που έρχεται από την αυτοσυγκέντρωση και τη θέληση. Ο Strasberg έχει την ευκολία των μεγάλων καθηγητών να προσαρμόζεται στον κάθε ηθοποιό με τον οποίο δουλεύει. Αυτό είναι το στοιχείο της αποτελεσματικότητάς του. Ασχολείται με τον κάθε ηθοποιό ξεχωριστά επειδή ξέρει ότι είναι ένα ξεχωριστό άτομο και ότι έχει μια άποψη εξαιρετική για να παρατηρήσεις και να αναλύσεις αντικειμενικά, όπως ακριβώς και την εργασία του σαν ηθοποιός.

Ο ηθοποιός θα πρέπει να ασχοληθεί με τις πνευματικές διεργασίες που δίνονται κατευθείαν από την ιδιαίτερη λογική ενός έργου και αυτές οι διεργασίες -όπως και άλλες- μπορούν ή δεν μπορούν να παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα σε έναν ηθοποιό, σε αυτή την αρνητική περίπτωση μπορεί να ανατρέξει σε διαφορετικά μέσα -που θα τα περιγράψουμε στη συνέχεια- και που θα τον βοηθήσουν να αντεπεξέλθει σε παρόμοιες «δύσκολες στιγμές». Αλλά μπορούμε να αγνοήσουμε αυτές τις διεργασίες και η φαντασία του ηθοποιού θα μπορούσε να τις επεξεργαστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επειδή είναι ο σκελετός αυτού που προσπαθεί να αναστήσει.
Κάθε έργο έχει μια πολύπλοκη λογική, αλλά ανάμεσα στα στοιχεία που μας δίνει η λογική του έργου, είναι πιθανό να διακρίνουμε και να ξεχωρίσουμε τη λογική των προγενέστερων περιπτώσεων, αυτή των προσώπων, αυτή των ουσιαστικών και αισθητικών αντικειμένων, αυτή της κατάστασης και, τέλος, του συγκεκριμένου γεγονότος. Ο Strasberg θέτει πάντα τους ηθοποιούς σε επιφυλακή ενάντια σε μια μηχανική λογική: η λογική δεν μπορεί να είναι μηχανική.
Όταν ανακαλύφθηκαν τα αντιβιοτικά, φάνηκαν σαν τη μαγική συνταγή, ικανή να εξαλείψει κάθε είδους σοβαρής και συνηθισμένης αρρώστιας που μας ανησυχούσαν για πολλά χρόνια και ωστόσο δημιουργούν ήδη προβλήματα επειδή δημιουργούν γενιές μικροβίων που αντέχουν στην καταστροφική δύναμή τους. Αυτή είναι η λογική της ζωής, είναι η πραγματική λογική, δεν είναι μηχανική. Ένας κατακλυσμός είναι ευλογία για μια περιοχή αποξηραμένη, αλλά μετατρέπεται εύκολα σε πλημμύρα και η ευλογία γίνεται, λοιπόν, καταστροφή. Η λογική της πραγματικότητας είναι διαφορετική από τη μηχανική που λέει: «Προσευχηθήκαμε για τη βροχή, πώς θα μπορούσε να είναι όλεθρος;».
Κάθε πράγμα έχει μια ρεαλιστική εκδήλωση. Μια πραγματική αιτία έχει μια πραγματική σχέση με ένα πραγματικό αποτέλεσμα και αυτή η σχέση -εάν δεν το καταλάβουμε- θα μπορέσει να δημιουργήσει κενά στην κατανόηση.
Εάν η απάντηση σε κάθε πρόβλημα του ηθοποιού θα ξεκινούσε από το έργο, δε θα υπήρχαν δυσκολίες. Ποιος είναι ο ηθοποιός που σκέπτεται κάτι άλλο από το έργο που παίζει; Ποιος σκηνοθέτης αρχίζει κάποτε την εργασία του χωρίς να πει: «Αυτή είναι η ερμηνεία μου;». Εάν σκεφτόμαστε μηχανικά, θα βρίσκαμε έναν τρόπο να αντιμετωπίσουμε την εργασία για ένα έργο, αφιερωμένη στο ίδιο το έργο που θα πρέπει χωρίς διαφορετική άποψη να μας οδηγήσει σε μια βαθιά ανάλυση, δημιουργική, χρήσιμη και εξαιρετική. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Η δυσκολία προκύπτει από αυτό που έχουμε καταλάβει με λανθασμένο τρόπο στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην εργασία του ηθοποιού και τη σκηνή.
Όταν θέτετε σε ένα μεγάλο ηθοποιό ερωτήσεις για ένα ρόλο που παίζει με αξιοπρόσεχτο τρόπο, θα έπρεπε, λογικά, να μπορούσε να σας εξηγήσει αυτόν τον ρόλο, επειδή, εάν δεν τον καταλαβαίνει πώς μπορεί να τον παίξει τόσο καλά; Ωστόσο, πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί θα σας απαντούσαν: «Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε, είμαι απλά στη σκηνή και παίζω!». Αλλά αν θέσουμε ανάλογες ερωτήσεις σε συνηθισμένους ηθοποιούς, που δίνουν κακές παραστάσεις, θα σας εξηγήσουν αναλυτικά όλη την φιλοσοφία, το βάθος και τους στόχους του έργου. Στην ιστορία του θεάτρου, δε θυμάμαι παρά ένα μεγάλο ηθοποιό που έδωσε μια ακριβή περιγραφή ενός ρόλου: η κα Siddons για την Lady Macbeth, μας έδωσε μια εξαιρετική περιγραφή της ερμηνείας αυτού του προσώπου, εντελώς διαφορετική από αυτή που έπαιξε!

Η λογική της δημιουργικής ζωής

Η δημιουργία δεν έρχεται μόνο από αυτό που ο ηθοποιός θέλει να κάνει, οι πηγές της δημιουργίας είναι παντού ή κάποιο πράγμα μπορεί να ξυπνήσει τη συνειδητή ή ασυνείδητη δύναμη της φαντασίας. Αυτή είναι η αληθινή λογική της δημιουργικής ζωής ενός ηθοποιού.
Στο ηθοποιό Μ.: Αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες για να σας απελευθερώσουμε από αυτή την τόσο προκατειλημμένη αντίληψη που είχατε όταν ήρθατε στο Στούντιο, προκατάληψη που αφορούσε το έργο. Δεν μπορούσαμε τίποτε άλλο να δούμε σε εσάς παρά τη φροντίδα σας για τις σκηνές ή καλύτερα η ανησυχία που αισθανόσαστε και θα μπορούσε να σχηματισθεί ως εξής: «Τι θα έπρεπε να κάνω για να καταλάβει αυτό το ευλογημένο κοινό αυτό που θέλω να ξέρει, όσον αφορά το έργο». Είχατε, ευτυχώς, κάνει συνεχείς προσπάθειες για να αποποιηθείτε αυτή την αντίληψη. Σήμερα αυτές οι προσπάθειες έχουν, από κάποιο θαύμα, εκπληρωθεί στο πρώτο μισό της σκηνής που μας παίξατε. Είχατε πραγματικά απορροφηθεί από τη σκηνή.
Κατά τη διάρκεια που καθόσαστε εκεί, το πρόσωπό σας άλλαξε, είναι από τις λίγες φορές που σας είδα να πιστεύετε πραγματικά σε αυτό που κάνατε, κάτι έγινε, το παίξιμο είχε μια συνέχεια μέχρι τη στιγμή της βίας, λοιπόν, στο δεύτερο μέρος της σκηνής, αφεθήκατε ασυναίσθητα σε όλα αυτά τα πράγματα που μεσολαβούσαν για να παίζετε όπως συνήθως. Κατόπιν δεν ξέρατε πού ακριβώς να πάτε, τότε αποφασίσατε να κοιμίσετε το πρόσωπό σας. Προσπαθήσατε να προσκολληθείτε σε επαναλήψεις επειδή, στην πραγματικότητα, η έλλειψη πίστης στη λογική σας αποσυνθέτει, αυτό που σας ενοχλεί είναι αυτό που δεν έχετε αναγνωρίσει στο πρόσωπο και στη σκηνή, δεν έχετε το νόημα της ζωής σας, μετά από τη βίαιη στιγμή δεν είχατε καμιά λύση.

Ηθοποιός Μ.: Δεν έβλεπα τη λογική.
Strasberg: Θέλετε να πείτε ότι προσπαθήσατε να κάνετε το καλύτερο, αλλά το παίξιμο δε βοηθά να γίνει το καλύτερο, ένας γιατρός δεν βοηθά να κάνει το καλύτερο. Για οποιονδήποτε που κατέχει τα τεχνικά του μέσα, ένα πρόβλημα είναι η επαλήθευση του ταλέντου του.
Μια ηθοποιός δούλεψε μια από τις τελευταίες σκηνές του «Καλοκαίρι και καπνοί», όπου η Άλμα τελικά απορρίπτεται από τον γιατρό. Σε αυτή τη σκηνή η λογική των παρελθόντων περιστάσεων ήταν βασικά το θέμα.
Στην ηθοποιό Ν.: Είχατε συνειδητοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα που παρουσιάζονται για να διακρίνεται κάποια πράγματα που θα σας βοηθούσαν, όπως να παρατηρήσετε το σπίτι του, ύστερα από το δικό σας και να φροντίσετε να υπάρξει μια κατάσταση που θα έκανε αναγκαία μια επίσκεψη εκ μέρους σας. Μας μιλήσατε για τα άλλα πρόσωπα του έργου, μας δείξατε, μέσα από τον εαυτό σας, αυτό που συνέβαινε στον γιατρό και, κατά συνέπεια, αυτό που θα γινόταν στο γραφείο του. Αλλά αφήσατε ότι αυτός μπορούσε να δει, αν είχε παρατηρήσει το σπίτι σας.
Τι είχε δει; Τι στενοχώριες αντιμετωπίσατε πριν να φτάσετε σε αυτή τη σκηνή που σας οδηγεί στο γραφείο του; Δεν είχατε προβλέψει να έρθετε εδώ, τι έγινε για να φτάσετε εδώ; Χωρίς αμφιβολία κάτι το εξ ολοκλήρου ασυνήθιστο. Αισθανόσαστε άρρωστη. Μήπως αυτή η σκηνή είναι η συνέχεια μιας αδιαθεσίας ή αισθανόσαστε εγκαταλελειμμένη; Μου φάνηκε ότι δε θέσατε στον εαυτό σας όλες αυτές τις ερωτήσεις. Στην πραγματικότητα, αυτή η νεαρή γυναίκα είχε μια στενοχώρια. Κατά τη διάρκεια πολλών μηνών δε μίλαγε σε κανένα, είχε διαταραγμένο μυαλό, αλλά τώρα βγήκε από αυτή την κατάσταση, αλλά από ποια ακριβώς κατάσταση βγήκε και ποια ήταν η πεποίθησή της για να βγει;
Δε δημιουργήσατε σε αυτή τη σκηνή την ποιότητα που έρχεται από την εμπειρία της στην οποία αναφέρεται όταν λέει: «Είμαστε αδύναμοι, αλλά βρίσκουμε μερικές φορές τη δύναμη να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα». Ιδού τι συνέβη κατά τη διάρκεια της αρρώστιας της, άφησε να καταναλωθούν όλα τα προηγούμενα αισθήματα, πέρασε μια τρομερή δοκιμασία και βγήκε από αυτή καθαρή. Μέχρι εδώ ήταν ήρεμη και συγκεντρωμένη στον εαυτό της, αλλά κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής της, κοίταξε κατάματα τον εαυτό της για πρώτη φορά. Ιδού γιατί λέει, μόλις πριν να αρχίσει η σκηνή: «Ιδού τι θέλω και ιδού τι πρέπει να καταφέρω».
Είχα συνειδητοποιήσει την απουσία αυτής της προγενέστερης εμπειρίας, από τη στιγμή που μπήκατε στη σκηνή. Παρά το γεγονός ότι είσαστε εδώ, στο γραφείο του, ήταν φανερό ότι δεν είχατε ακόμη πάρει την απόφαση να έρθετε εδώ, ενώ η Άλμα Ουαϊνμίλερ έκανε έξι μήνες για να την πάρει. Οι αμφιβολίες, οι ανησυχίες και οι προκαταλήψεις, που κατά ένα θαυμαστό τρόπο είχατε σήμερα, είναι ακόμα εκεί. Αλλά πρέπει να έχετε και άλλα πράγματα που την ανάγκασαν να αντικρίσει κατάματα τον εαυτό της και την οδήγησαν να αντιμετωπίσει τον γιατρό σε αυτή τη σκηνή. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, δεν ξέρω αν είναι η δύναμη ή κάτι άλλο, εσείς πρέπει να το βρείτε. Ο τρόπος σας να το κάνετε, η φαντασία σας, η συνείδησή σας μπορεί να είναι διαφορετικές από αυτές κάποιου άλλου, αλλά αυτό που σας συνέβη πριν από αυτή τη σκηνή είναι ζωτικό για τη σκηνή και αυτό δεν το είδα.

Η δημιουργία ενός χαρακτήρα

Ο Strasberg συζήτησε τη λογική του ενός χαρακτήρα με την ηθοποιό Ο αφού είχε δουλέψει τη σκηνή της πράξης IV των «Τριών αδελφών», στην οποία ο Τούσενμπαχ αποχαιρετά την Ίρινα πριν από τη μονομαχία.
Strasberg: Είτε είναι νέος είτε γέρος, τι επιθυμεί η Ίρινα, περισσότερο από όλα στον κόσμο;
Ο.: Τον έρωτα.
Strasberg: Ακριβώς. Αναζητά την αγάπη, κάθε άτομο, που εκδηλώνει αυτή την ανάγκη, είναι ακόμα νεαρό.
Ο.: Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν θέλει τον Τούσενμπαχ.
Strasberg: Σας παρακαλώ, ξεχάστε αυτό προς στιγμή. Ο πατέρας αυτών των τριών κοριτσιών είναι νεκρός, εδώ και κάποιο καιρό, ένα μέρος της ζωής, όπως ήταν όταν αυτός ήταν ζωντανός, εξαφανίστηκε τώρα. Τα προβλήματα που ζουν απασχολούν και στενοχωρούν τις τρεις αδελφές, αλλά η Ίρινα, η πιο νέα, ψάχνει την αγάπη. Είναι συναισθηματική, αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι σαν την αγάπη που αυτή δεν έχει ακόμη βρει, αλλά ίσως θα το βρει αν δεν αποχωρήσει από το παιχνίδι. Αν δεν πλάσετε αυτό το συναίσθημα δεν υπάρχει η σκηνή. Τι πρέπει να κάνετε για να δημιουργήσετε αυτό το πρόσωπο, σε σχέση με τον έρωτα;
Ο.: Να σκεφτώ αυτό όλο τον καιρό.
Strasberg: Ακριβώς.
Ο.: Όταν η Ίρινα ακούει τη φωνή αυτού που τη φωνάζει, σκέφτεται τη Μάσα και τον σύζυγό της, το συναισθηματικό κενό της Μάσα…
Strasberg: Όχι, όχι, όχι! Μη σκέφτεστε τη Μάσα! Εσάς μόνο. Μην έχετε στο μυαλό σας το έργο, δεν θέλω φιλοσοφίες ή αστυνομικά μυθιστορήματα.

Ο.: Είναι ονειροπαρμένη.
Strasberg: Ξέρετε τι θέλει να πει αυτό; Όλοι είμαστε σε αυτή την κατάσταση, αυτό που μας κάνει να περιπατούμε, ο αέρας φυσά, οι άνθρωποι αναρωτούνται: «Τι γίνεται;». Κάποιες φορές, απαντάμε: «Είναι η άνοιξη». Κάποιες φορές λέμε άλλα πράγματα. Ιδού το είδος του χαρακτήρα που πρέπει να βρείτε εδώ για να δημιουργήσετε την Ίρινα σε αυτή τη σκηνή, αυτό σας επιτρέπει να εντάξετε την προσωπικότητά της, νέα ακόμη, ακόμη ονειροπαρμένη, ακόμα ψάχνοντας την αγάπη. Σηκώνεται νωρίς το πρωί, οι άνθρωποι φεύγουν, υπάρχει στην καρδιά της περισσότερο συναίσθημα, επειδή η στιγμή που χάνουμε κάτι για να δεχτούμε κάποιο άλλο είναι η ακριβής η στιγμή που αυτό το πεθαμένο πράγμα έχει μια τελευταία αναλαμπή και φέγγει με όλο του το φως πριν να εξαφανιστεί. Η διάθεσή της καταχτά ασυνείδητα όλο το είναι της, πρέπει να δουλέψετε σε αυτό επειδή δεν υπάρχει τίποτε στη σκηνή που θα μπορούσε να εμπνεύσει αυτό με άμεσο τρόπο, δεν υπάρχουν παρά τα πράγματα που η Ίρινα θα δεχτεί, όχι αυτό που επιθυμεί ακόμη και το οποίο πιστεύει ότι θα παρατήσει.
Ο.: Είναι ξεκάθαρο, για μένα. Κάνω πάντα το ίδιο λάθος, έχω την ανάγκη να ενισχύσω αυτό το πρόδηλο.

Η αναπαραγωγή ενός χαρακτήρα

Η «λογική μιας προσωπικότητας» έχει σχέση τόσο με το κατά πόσο έχουμε συνειδητοποιήσει τον χαρακτήρα αυτής της προσωπικότητας, όσο και με τις αναγκαίες εμπειρίες για να αναπαράγουμε αυτές στην προσωπικότητα. Ο Strasberg συζήτησε αυτό το θέμα με την ηθοποιό Π. με αφορμή μια σκηνή όπου αυτή είχε δουλέψει τον ρόλο της Νικόλ, στο έργο «Τρυφερή είναι η νύχτα».
Είναι ένας μονόλογος πολύ δύσκολος. Αυτό το διαπιστώσατε λέγοντας ότι έπρεπε να αφήσετε κατά μέρος ένα κομμάτι επειδή δεν βρίσκατε καμιά λογική στην οποία θα βασίζατε την εργασία σας. Ωστόσο η σκηνή που παίξατε δεν μας επέτρεψε καθόλου να δούμε έως σε ποιο βαθμό το είχατε κατανοήσει πλήρως. Μετά τη σκηνή μας είπατε ότι η γυναίκα ήταν καταδικασμένη να είναι λίγο ανισόρροπη διανοητικά, αυτός ο μονόλογος είναι το είδος της έκφρασης που αρμόζει τη στιγμή που φανερώνεται αυτή η ανισορροπία. Τι κάνατε για να δημιουργήσετε αυτό; Μας είπατε: «Όταν περνά μια κρίση διανοητικής ανισορροπίας, έχει ημικρανίες, λοιπόν, θέλω να μου δώσετε μια ημικρανία». Το να έχεις ημικρανία δεν σημαίνει καθόλου ότι είσαι διανοητικά ανισόρροπος!
Πρέπει να έχετε περισσότερη φαντασία και να βρείτε κάτι που να δείχνει το συναίσθημα που έρχεται από μια δυστυχία. Με άλλα λόγια, σταματήσατε πολύ νωρίς, δημιουργήσατε μια ιδέα του προβλήματος, αλλά στην επιλογή των πραγμάτων που θα μπορούσαν να κινήσουν τη φαντασία σας και να λύσουν το πρόβλημα, σταματήσατε εντελώς.
Κατά τη διάρκεια της σκηνής εγκαταλείψατε την ημικρανία, όχι μόνο επειδή η προσοχή σας ήταν εστιασμένη αλλού, αλλά επίσης επειδή δεν αντιλαμβανόσαστε πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στην ημικρανία και την διανοητική ανισορροπία. Η ημικρανία δεν προσδιόρισε τίποτε σε εσάς που να σχετιζόταν με τη διανοητική ανισορροπία, έτσι, στην πραγματικότητα, ενοχλούσε την πνευματική σας συγκέντρωση.
Να δούμε αν μπορείτε να κινήσετε τη φαντασία σας διαμέσου κάποιων ερωτήσεων και μην της επαναθέσετε σε εμένα. Τι γίνεται όταν ένα πρόσωπο είναι μόνο και όταν αυτή η μοναξιά ελευθερώνει τον φόβο ότι κάτι δεν γίνεται σωστά για αυτόν ή τον φόβο του κακού που δημιούργησε σε κάποιον ή με κάποιον; Δεν μπορεί να είμαστε ικανοποιημένοι με την επιλογή κάτι σαν την ημικρανία για να δημιουργήσουμε κάτι τόσο πλατύ σαν τη σχιζοφρένεια. Η ημικρανία σας βοήθησε να δημιουργήσετε κάτι το πιο συγκεκριμένο αλλά δεν σας επέτρεψε να βρείτε μια λογική λύση. Η εμπειρία αυτής της γυναίκας δεν μπορεί να δημιουργηθεί από μεμονωμένες στιγμές, πρέπει να τη δημιουργήσετε από το κεντρικό, ουσιαστικό θέμα ακόμη, από το γεγονός ότι υπάρχει, στην αρχή, μια συγκεκριμένη κατάσταση.
Τεχνικά, είναι κάποιες φορές πιθανό να βρείτε το κλειδί που ανοίγει ένα ολόκληρο σπίτι, διαλέγοντας κάτι το πολύ απλό, άλλες φορές έχουμε ανάγκη ένα ειδικό κλειδί για κάθε δωμάτιο, αν και δεν θα είστε ικανή να δημιουργήσετε με τη μια την κεντρική εμπειρία σε μια σκηνή σαν αυτή, θα μπορείτε, ωστόσο, να δείτε τις στενές σχέσεις του κάθε απομονωμένου στοιχείου με την κεντρική εμπειρία, έτσι ώστε να μπορείτε να τις δημιουργήσετε ξεχωριστά.
Lee Strasberg

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Le travail à l΄Actors Studio», του Lee Strasberg, εκδ. Gallimard, Παρίσι 1969.

– Πηγή: http://www.filmandtheater.gr/

  • Φωτογραφία: Marilyn Monroe και Lee Strasberg, 1955
eirini aivaliwtouLee Strasberg, «Le travail à l΄Actors Studio» – Μαθήματα
Περισσότερα

Απλότητα και μεγαλείο στη σοφόκλεια Αντιγόνη των Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Είδαμε πολλές παραστάσεις αυτό το καλοκαίρι. Αρχαίου δράματος κυρίως! Μεμονωμένοι δημιουργοί, θεατρικά σχήματα και ομάδες, σε αρχαίους και σύγχρονους χώρους, κλειστούς και ανοιχτούς, σε νταμάρια, σε κήπους, σε πλατείες, σε στάδια, σε εργοστάσια, αναζήτησαν να κατανοήσουν τον άνθρωπο, τα πάθη του, τις αγωνίες του, αναβιώνοντας τον αρχαίο δραματικό ρόλο και κρατώντας ζωντανό το διάλογο του χθες με το σήμερα.
Άλλες παραστάσεις μέτριες, άλλες καλές, άλλες καλύτερες. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια ήταν μία από τις κορυφαίες. Περιόδευσε ανά την Ελλάδα με ιδιαίτερη επιτυχία, όπως πληροφορηθήκαμε. Δυστυχώς όμως δεν ήταν ενταγμένη στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, αν και -κατά τη γνώμη μου- της άξιζε.

Πρόσωπο τραγικό

Η Αντιγόνη είναι πρόσωπο τραγικό του Θηβαϊκού Κύκλου και της ελληνικής μυθολογίας. Κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης ή, κατά μια άλλη εκδοχή, της Ευρυγανείας. Αδέλφια της ήταν η Ισμήνη και οι δίδυμοι Ετεοκλής και Πολυνείκης. Αδελφός της ήταν και ο Οιδίποδας, ο πατέρας της, λόγω της ακούσιας αιμομιξίας του με τη μητέρα του Ιοκάστη.
Ύστερα από την αποκάλυψη των πεπραγμένων του Οιδίποδα, την αυτοτύφλωση του ίδιου και τον απαγχονισμό της μητέρας της, οδήγησε τον πατέρα της στην εξορία του στους Κολωνούς. Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους επί Κολωνώ». Εκεί ο Θησέας έσωσε την Αντιγόνη όταν ο θείος της ο Κρέων (αδελφός της Ιοκάστης) πήγε να την απαγάγει. Μετά τον θάνατο του πατέρα της επέστρεψε στη Θήβα για να αποτρέψει τη μονομαχία των αδερφών της, οι οποίοι είχανε αναλάβει την εξουσία στη Θήβα. Ο πόλεμος των «Επτά επί Θήβας» που ξεκίνησε ο Πολυνείκης κατά του αδελφού του Ετεοκλή επειδή τον είχε αποδιώξει από τη Θήβα. Όταν ο πόλεμος τελείωσε υπέρ της Θήβας (Κάδμειος Νίκη) αλλά και με τον τραγικό θάνατο των δύο ηρώων στην «έβδομη πύλη», ο νέος άρχοντας, ο Κρέοντας, διατάζει τον ενταφιασμό με τιμές του Ετεοκλή, αλλά απαγορεύει να ταφεί το πτώμα του Πολυνείκη, επειδή ενήργησε ως προδότης. Το σώμα του να μείνει άταφο, βορά στα σκυλιά και τα όρνια, γιατί θέλησε να προδώσει την πατρίδα του.

Ο νεκρός αδελφός

Κι εδώ ξεκινά η συγκεκριμένη τραγωδία. Γιατί η Αντιγόνη ενταφιάζει τον νεκρό αδελφό της. Σε αντίθεση με την Ισμήνη, αψηφά τους νόμους του Κρέοντα και ενταφιάζει τον νεκρό αδελφό της σύμφωνα με τη θέληση των θεών. Η διαμάχη αυτή περιγράφεται γλαφυρά στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. Ένας φρουρός την ανακαλύπτει και την οδηγεί στον Κρέοντα. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν η τιμωρία της να κλειστεί σε σπήλαιο, χωρίς τροφή και νερό, μέχρι να πεθάνει. Ο αρραβωνιαστικός της Αίμονας, γιος του Κρέοντα, υπερασπίζεται την Αντιγόνη και κατηγορεί τον πατέρα του, ο οποίος αργότερα μετανοεί αφού ο μάντης Τειρεσίας τον προειδοποιεί ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Μάταια. Η Αντιγόνη αυτοκτονεί. Μαθαίνοντας το γεγονός ο Αίμωνας, αυτοκτονεί και αυτός συμπαρασύροντας και τη μητέρα του Ευρυδίκη, που κρεμάζεται.

Η γενιά των Λαβδακιδών

Ανατρέχοντας στη γενιά των Λαβδακιδών, που βασίλεψε στη Θήβα, να σημειώσουμε πως έδωσε και στους τρεις μεγάλους τραγικούς πλούσιο υλικό για τη σύνθεση των τραγωδιών τους. Τα πρώτα στοιχεία του μύθου βρίσκονται στην Ιλιάδα και στη Νέκυια της Οδύσσειας, ενώ στα έπη Θηβαΐς και Οιδιπόδεια πήρε την οριστική του μορφή.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Κάδμος, ιδρυτής της Θήβας, σκότωσε το ιερό φίδι του Άρη που φύλαγε την πηγή του θεού. Ο εγγονός του Λάβδακος καταδίωξε τη λατρεία του θεού Διονύσου και αμάρτησε κατά του θεού. Ο γιος του Λάιος απήγαγε τον γιο του Πέλοπα Χρύσιππο και ο Πέλοπας τον καταράστηκε να πεθάνει άτεκνος ή να σκοτωθεί από το παιδί του. Από εκεί ξεκινούν οι συμφορές του γένους των Λαβδακιδών, που για τρεις συνεχόμενες γενιές υποφέρουν απ’ αυτή τη βαριά κατάρα.

Ο Οιδίπους

Ο Οιδίπους, γιος του Λαΐου, σκότωσε, χωρίς να το γνωρίζει τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του, την Ιοκάστη, με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, και δύο κόρες, την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Όταν αποκαλύφθηκε η τραγική αλήθεια, η Ιοκάστη απαγχονίστηκε και ο Οιδίπους αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε. Σε σωζόμενο απόσπασμα της Θηβαΐδας αναφέρεται ότι ο Οιδίποδας καταράστηκε τους δύο γιους του να μοιράσουν την κληρονομιά του με οπλισμένο χέρι και να κατεβούν στον Άδη αλληλοσφαγμένοι, επειδή είχαν παραβεί την εντολή του να μη χρησιμοποιήσουν ποτέ το ασημένιο τραπέζι του Κάδμου και το χρυσό κύπελλο (δέπας), με το οποίο έπινε κρασί ο Λάιος.

Η μονομαχία

Τα δύο αδέλφια, Πολυνείκης και Ετεοκλής, συμφώνησαν να βασιλέψουν διαδοχικά ανά ένα χρόνο. Πρώτος βασίλεψε ο Ετεοκλής, ο οποίος όμως αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης έφυγε από τη Θήβα και πήγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου. Μαζί με τον πεθερό του και άλλους πέντε Αργείους ηγεμόνες εκστράτευσε εναντίον της Θήβας, για να διεκδικήσει την εξουσία. Οι επτά Αργείοι αρχηγοί τάχθηκαν απέναντι από τους επτά Θηβαίους ήρωες που υπερασπίζονταν τις επτά πύλες της Θήβας. Απέναντι από τον Ετεοκλή ήταν ο Πολυνείκης. Η τελική μονομαχία των δύο αδερφών επιβεβαίωσε την κατάρα του Οιδίποδα. Τα δύο αδέρφια έπεσαν αλληλοσκοτωμένα μπροστά στα τείχη της πόλης, η οποία όμως σώθηκε.

Μια μάχη ανάμεσα στα δύο φύλα

Η Αντιγόνη είναι το δεύτερο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή. Το δίδαξε, το 442 π.Χ., κερδίζοντας την πρώτη νίκη. Στη νεότερη εποχή από τον μύθο της Αντιγόνης εμπνεύστηκαν αρκετοί ξένοι συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρονται οι σύγχρονοι Ζ. Ανούιγ και Μ. Μπρεχτ. Ο Σοφοκλής έγραψε την Αντιγόνη γιατί ήθελε να καταδείξει την απόφαση των Αθηναίων να αφήσουν άθαφτο το σώμα του Θεμιστοκλή έξω από τα τείχη της πόλης.

Η Αντιγόνη καλείται ως ένα ηρωικό πρόσωπο να σταθεί πάνω από τα μέτρα ενός κοινού ανθρώπου, όπως είναι η Ισμήνη. Χαρακτηριστικά η Ισμήνη αναφέρει ότι, μία γυναίκα δεν είναι πρέπον να έρχεται σε σύγκρουση με έναν άνδρα. Φαίνεται καθαρά ο τύπος της σεμνής υπάκουης και ήσυχης κοπέλας, που οφείλει να είναι κάθε γυναίκα σε μία ανδροκρατική κοινωνία, όπου τις αρετές μιας γυναίκας καθορίζουν οι άνδρες. Σε αντίθεση με την Ισμήνη, η Αντιγόνη είναι μία γυναίκα τολμηρή και αποφασιστική, που ενεργεί, αψηφώντας το θάνατο, σύμφωνα με ό,τι προστάζουν οι θείοι νόμοι. Με βάση το χαρακτήρα της εμπνέεται για τις πράξεις της από την πεποίθηση ότι είναι αθώα ενώπιον των θεών, ανεξαρτήτως της κρίσης των απλών θνητών, οι οποίοι μπορεί να την κρίνουν ως ένοχη, αφού πρόκειται να παραβεί τη διαταγή του Κρέοντα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι η κεντρική ηρωίδα του δράματος δεν αποτελεί μια ιδανική ύπαρξη, αφού είναι άνθρωπος και οι άνθρωποι ποτέ δεν είναι άψογοι και ιδιαίτερα οι ήρωες των τραγωδιών.

Οπότε, ο Σοφοκλής παρουσιάζει τη σύγκρουση ανάμεσα στον Κρέοντα και στην Αντιγόνη ως μια μάχη ανάμεσα στα δύο φύλα. Η Αντιγόνη δεν νοείται ως ο συνηθισμένος τύπος γυναίκας μιας και είναι θαρραλέα, αποφασιστική και νιώθει ικανοποίηση εκτελώντας ό,τι είναι δίκαιο. Αυτή η αντιπαράθεση φαίνεται χαρακτηριστικά από το γεγονός ότι ο Κρέων δεν εκλαμβάνει, απλώς, τον τρόπο, που αντιδρά η ηρωίδα, ως απειλή, η οποία εκπορεύεται από τα δικαιώματα του Οίκου ενάντια στην πολιτική εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και ως απειλή, που έλκει την καταγωγή της από το κατώτερο, κατά την άποψή του, γυναικείο φύλο, ενάντια στην ανδρική του φύση. Συνεπώς, ο Κρέων μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας άνθρωπος αυταρχικός και υπερόπτης, ο οποίος φέρεται ανάλγητα απέναντι σε οποιαδήποτε εναντίωση στην προσωπική του εξουσία. Ακόμα, έχει μία καθαρά τυραννική νοοτροπία, καθώς υποτάσσει, σε ιεραρχική κλίμακα, τις αρμοδιότητες του Οίκου στην εξουσία της πόλης. Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς του εν τέλει αποτυγχάνει στο ρόλο του εκπροσώπου της πόλης και αυτό φαίνεται στο έργο μέσα από την καταστροφή του, αφού πεθαίνουν όλα τα μέλη της οικογένειάς του και τελικά μένει μόνος.

Κορυφαίο δράμα

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σαν το κορυφαίο δράμα, σε σχέση με τα υπόλοιπα διασωθέντα δράματα της πλούσιας αρχαίας ελληνικής δραματουργίας, αλλά συνάμα και το ευγενέστερο και υψηλότερο. Η Αντιγόνη υποστηρίζει ανώτερες αξίες και ηθικές αρχές, καθώς αίρεται πάνω από τα χαμηλά και τα ανθρώπινα και γίνεται εκφραστής φιλελεύθερων αρχών διατυπώνοντας πανανθρώπινα αιτήματα. Η ηρωίδα του Σοφοκλή γίνεται η απόλυτη ενσάρκωση της ηθικής αντίστασης, που εξεγείρεται μπροστά στην αυθαιρεσία ενός αιμοδιψή και αυταρχικού τυράννου. Επίσης, γίνεται το σύμβολο ενός δυναμικού ανθρώπου, που δεν δειλιάζει να θυσιάσει τον εαυτό της, με σκοπό να επιτελέσει το ιερό της χρέος προς τον αδελφό της. Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι το υψηλό φρόνημα και η αξιοπρεπής και ηρωική στάση της Αντιγόνης, διδάσκει και φρονηματίζει ακόμα και το σύγχρονο θεατή, όπως και το θεατή της κλασικής εποχής. Παράλληλα, καθιστά αυτό το έργο, του Σοφοκλή, ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Οι σκηνοθέτες

Ο προβληματισμός και οι λύσεις που πρότειναν οι δύο συν-σκηνοθέτες αφορούν τον άνθρωπο του θεάτρου, τον ειδικό που θέλει να γνωρίζει την ποιητική και υποκριτική λειτουργία του αρχαίου ελληνικού δράματος και, οπωσδήποτε, τον θεατή που θέλει να διδαχτεί.
Παρακολούθησα την παράσταση στο υπαίθριο Θέατρο Αλίκη Βουγιουκλάκη των Βριλησσίων, μια βραδιά Σεπτεμβρίου με σχεδόν αφόρητο κρύο κι έγινα μάρτυρας ενός πολύ ελπιδοφόρου φαινομένου. Ελάχιστοι θεατές εγκατέλειψαν το θέατρο, παρά το ανυπόφορο τουρτούρισμα.
Στο πέρασμα των αιώνων, λοιπόν, η επικίνδυνη σαγήνη της Αντιγόνης διδαγμένη από έναν εξαίρετο θίασο, επιμένει.
Οι δημιουργοί οι οποίοι ανατρέχουν στις πηγές και μελετούν τις μορφές, τις δημιουργίες και τα γεγονότα που σφράγισαν το μύθο ανακαλύπτουν κάτι που υπερβαίνει τη φθορά: τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια κείμενα βαθαίνουν και αποκτούν ένα νέο περιεχόμενο, μιλούν με μια νέα φωνή, τη φωνή του σήμερα. Από αυτή τη νέα φωνή μπορούμε να αντλήσουμε τις απαντήσεις για τα πανανθρώπινα ερωτήματα.

Η παράσταση

Η παράσταση ήταν συγκλονιστική. Είδαμε κάτι που σίγουρα δεν περιμέναμε. Ένα θέατρο όπου το κοινό -παρά το σφοδρό ψύχος, όπως προείπα- δεν έπαιρνε αναπνοή για να μη χάσει λεπτό από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και του Χορού. Μια ζωντανή παράσταση, μια σοβαρή και φιλοσοφημένη σκηνοθεσία, πολλή συγκίνηση.
Μπορεί κάποιοι να λένε ότι η παράσταση δεν ήταν άψογη. Ποια παράσταση όμως είναι τέλεια ακόμα και στα επιμέρους; Ποια παράσταση δεν πάσχει από μικρά, δευτερεύοντα ελαττώματα;
Η συγκεκριμένη Αντιγόνη είχε άποψη, είχε πειθώ, είχε προσωπικότητα. Η σκηνοθεσία άγγιξε το τραγικό αλλά σαφώς δεν επρόκειτο για μια μουσειακή αναπαράσταση, όπως περιμένουν κάποιοι όταν πρόκειται να δουν αρχαία τραγωδία. Πρέπει επιτέλους να αποβάλουμε αυτό το σύνδρομο.
Η Αντιγόνη του Σοφοκλή, στη σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια, είχε μια πραγματικά γόνιμη και δημιουργική αξιοποίηση του αρχαίου μύθου. Πέτυχε την υποβολή και την ενάργεια. Έδεσε την αρχαία τραγωδία με την εποχή μας. Διότι, κατά βάθος, η αρχαία τραγωδία είναι διδασκαλία και, συνακόλουθα, ακρόαμα που ισοδυναμεί μ’ έναν ιδιότυπο διάλογο μεταξύ δημιουργών και κοινού.

Οι υποκριτές

Ακολουθώντας τα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας, ωστόσο, όπου όλα τα πρόσωπα του δράματος μοιράζονταν σε τρεις υποκριτές, ο Αιμίλιος Χειλάκης μεταμορφώθηκε σε Κρέοντα και Ευρυδίκη, η Αθηνά Μαξίμου υποδύθηκε την Αντιγόνη και τον Τειρεσία, ενώ ο Μιχάλης Σαράντης έγινε Αίμονας, Σκοπός και Ισμήνη.
Παρενθετικά να σημειώσουμε πως στα πρώτα στάδια του αρχαίου δράματος υποκριτές ήταν οι ίδιοι οι ποιητές. Από την εποχή του Αισχύλου και έπειτα εμφανίζονται άτομα που εξειδικεύονται αποκλειστικά στην υποκριτική. Στα πρώτα στάδια, ο υποκριτής διακρίνεται από τα μέλη του χορού και επιλέγεται με βάση τις προτιμήσεις του ποιητή. Με την πάροδο των χρόνων η υποκριτική τέχνη εξελίσσεται, αποκτά πλέον τα χαρακτηριστικά επαγγέλματος: δημιουργία τάξης επαγγελματιών υποκριτών, αναγνώριση της σημασίας τους από το κράτος με την καθιέρωση του αγώνα τραγικών υποκριτών (για την ακρίβεια πρωταγωνιστών) το 447 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια. Πλέον η ανάθεση υποκριτών στους ποιητές ακολουθεί επίσημες διαδικασίες: κατανομή πρωταγωνιστών σε κάθε ποιητή με κλήρο.
Η παράδοση αποδίδει στον Αισχύλο την εισαγωγή του δεύτερου υποκριτή και στον Σοφοκλή την εισαγωγή του τρίτου. Η εισαγωγή του τρίτου υποκριτή έγινε οπωσδήποτε πριν από το 458, χρονολογία κατά την οποία ανεβαίνει η τριλογία του Αισχύλου, Ορέστεια (458 π.Χ.). Οι υποκριτές της τραγωδίας δεν υπερβαίνουν έκτοτε τους τρεις κατά κανόνα, συνεπώς υποδύονται ο καθένας περισσότερους του ενός ρόλους. Περίπτωση υπήρχε ακόμη ο ίδιος ρόλος να διανεμηθεί σε δύο ή περισσότερους υποκριτές. Κατ’ εξαίρεση μπορούσε να εγκριθεί ειδική χορηγία (παραχορήγημα) για μερικά επιπλέον πρόσωπα, τα οποία είτε είχαν ελάχιστο ρόλο είτε ήταν βωβά (κωφά πρόσωπα).
Στην παράσταση που σκηνοθέτησαν ο Αιμίλιος Χειλάκης και ο Μανώλης Δούνιας, τα εννιά μέλη του Χορού αναλαμβάνουν το ρόλο των αφηγητών της ιστορίας της εμμονικής σχέσης των ηρώων με τα πιστεύω τους που τους οδηγούν στην καταστροφή τους, καθώς ο Κρέοντας είναι αποφασισμένος να επιβληθεί και η Αντιγόνη αποφασισμένη να πεθάνει. Ανάμεσά τους οι πολίτες παραδομένοι στον φόβο, ψιθυρίζουν κρυφά, αλλά δεν τολμούν να αντιδράσουν, ενώ η πόλη παραμένει ακυβέρνητη.

Οι ερμηνείες

Η Αθηνά Μαξίμου διέπρεψε και ως Αντιγόνη και ως Άγγελος. Ήταν θεσπέσια τρυφερή και ταυτόχρονα ηρωική. Ιδιαίτερα όμως προκάλεσε ρίγη με τη φωνή και την παρουσία της στην ερμηνεία του Τειρεσία. Πρόκειται για μια σπουδαία καλλιτέχνιδα που ασκείται και δουλεύει πολύ με τα εκφραστικά της μέσα. Την παρακολουθώ πολλά χρονιά και πραγματικά από πολλές παραστάσεις της φεύγω με δάκρυα στα μάτια.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι ένας τρανός ηθοποιός, επιβλητικός και πεπειραμένος. Δοκιμασμένος και άξιος. Ο Κρέων και η Ευρυδίκη του είχαν τόλμη και ευσέβεια!
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Κρέοντα – Αντιγόνης, Κρέοντα – Αίμονα, Κρέοντα – Τειρεσία θα μας μείνουν αλησμόνητες.
Για τον Μιχάλη Σαράντη έχω γράψει εδώ και πέντε χρόνια ότι έχει θετικό μέλλον. Ως εκ τούτου για μένα δεν ήταν αποκάλυψη διότι έχω διαπιστώσει από καιρό τις δυνατότητές του. Όπως τις έχουν διαπιστώσει πολλοί σκηνοθέτες και έχουν αξιοποιήσει τα ταλέντα του. Υποδύθηκε τον Σκοπό, τον Αίμονα, την Ισμήνη και τον Άγγελο. Φώτισε με ρυθμό και αίσθημα τους ρόλους του και έδειξε το τεράστιο υποκριτικό υπόβαθρό του. Αν και πιστεύω ότι έχει πολύ ακόμα απόθεμα.

Η μετάφραση

«Το πραγματικό θέμα της τραγωδίας είναι κάτι περισσότερο από την αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκαιο της πολιτείας και το θεϊκό δίκαιο, ανάμεσα στο θετό και το φυσικό δίκαιο ή ανάμεσα στην εξουσία και τη δικαιοσύνη. Η πραγματική σύγκρουση είναι ανάμεσα στην ιδιωτική επιθυμία και τη δημόσια πραγματικότητα. Σ’ αυτήν την πόλη, όλοι είναι μόνοι. Προσπαθούν να ευτυχήσουν, αλλά δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν γι’ αυτό. Προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους, αλλά διαλέγουν λάθος μέσα. Διότι, όπως λέει ο Τειρεσίας: Δεν ξέρουν οι άνθρωποι. Δεν έμαθαν ποτέ. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν… πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο αγαθό απ’ την ορθοφροσύνη», γράφει στο σημείωμά του ο Γιώργος Μπλάνας, που έκανε μια θαυμάσια και ποιητικότατη όχι μετάφραση αλλά μετεγγραφή του έργου.

 

Φωτογραφία από το χρονολόγιο της Εύας Νάθενα

 

Ο Χορός και οι συντελεστές

Οι Σωκράτης Πατσίκας, Κρις Ραντάνοφ, Μαρία Τζάνη, Σμαράγδα Κάκκινου, Άννα Λάκη, Παναγιώτης Κλίνης, Πάρις Θωμόπουλος, Τίτος Λίτινας αποτελούσαν τον καλοκουρδισμένο, καλογυμνασμένο, καλλίφωνο Χορό, που μας εντυπωσίασε.

Ζωηράδα έδωσαν στην παράσταση η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και λειτουργικότητα η κίνηση της Αγγελικής Στελλάτου. Απολύτως ικανοποιητικοί οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και έξοχο το αφαιρετικό σκηνικό (βράχος – κύβος) της Εύας Νάθενα. Η εξαιρετική σκηνογράφος και ενδυματολόγος όμως επιμελήθηκε και τα υπέροχα κοστούμια, που πραγματικά τα θαυμάσαμε. Ιδιαίτερα την ευφυούς ευαισθησίας λεπτομέρεια με την κεντημένη φυσικού σχήματος καρδιά. Από τα πιο όμορφες ενδυμασίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια σε αρχαία τραγωδία.

Και…

Συνταρακτικά ανθρώπινη και βαθιά ψυχογραφική, μοναδικής διάνοιας και κυρίως ψυχικής φλόγας αυτή η Αντιγόνη, που είχε αμεσότητα και φυσικότητα, απλότητα και μεγαλείο. Διαχρονική αξία και εμβέλεια. Θα προτείναμε να την ξαναδούμε και… του χρόνου.

***

Ταυτότητα παράστασης

«Αντιγόνη»
Του Σοφοκλή
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Κίνηση: Αγγελική Στελλάτου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός Σκηνοθετών: Αλέξανδρος Βάρθης
Μουσική Διδασκαλία-Ακορντεόν: Άννα Λάκη
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη
Φωτογράφος/trailer Μαριλένα Αναστασιάδου
***
Ερμηνείες
Αθηνά Μαξίμου
Αιμίλιος Χειλάκης
Μιχάλης Σαράντης
***

Χορός
Σωκράτης Πατσίκας, Κρις Ραντάνοφ, Μαρία Τζάνη, Σμαράγδα Κάκκινου, Άννα Λάκη, Παναγιώτης Κλίνης, Πάρις Θωμόπουλος, Τίτος Λίτινας.

 

eirini aivaliwtouΑπλότητα και μεγαλείο στη σοφόκλεια Αντιγόνη των Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια
Περισσότερα

«Αγαμέμνων». Η τραγωδία της δικαιοσύνης και του εγκλήματος έλαμψε…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γρήγορα που σκοτεινιάζει. Φθινοπώριασε
δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο. Χώρια εσέ

Που μιλάς και η νύχτα κλαίει σαν το σκύλο σου
προδομένος απομένει — ποιός; Ο φίλος σου

Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
που σου ’μελλε να τό ’βρεις απ’ τη γυναίκα σου

Άσ’ τον άνεμο να λέει άσ’ τον να λυσσά
κάποιος θα ’ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα

Κάποτε κι εσύ θα φτάσεις — ποιός; ο νικητής
αλλά βασιλιάς μιας χώρας ακατοίκητης

Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
θα μετράει στα δάχτυλά της η γυναίκα σου.
Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Αγαμέμνων»

***

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το θέατρο αποτελεί προϊόν μακρόχρονης εξελικτικής πορείας, τα στάδια της οποίας δεν είναι πάντα ευδιάκριτα στο σύγχρονο θεατή. Παρ’ όλα αυτά η σχέση του με τη μαγεία, την τελετουργία, τη θρησκεία και τις άλλες μορφές παραστατικής έκφρασης του ανθρώπου στην προϊστορία αλλά και την ιστορία του πολιτισμού είναι αναντίρρητη και εκφράζει το όλον της παγκοσμιοποιημένης πολιτισμικής του κληρονομιάς που υπερβαίνει τα όρια και τα στεγανά μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, που παρακολούθησα πρόσφατα στο Ηρώδειο σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα και σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, με τους Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννη Στάνκογλου, Αργύρη Πανταζάρα, Ιώβη Φραγκάτου και Θοδωρή Κατσαφάδο, είχε αυτά τα στοιχεία της μαγείας και της σαγήνης που αποζητούμε στο θέατρο. Από την προσήλωση, από το θερμό χειροκρότημα, από την καταιγιστική σιγή κατά τη διάρκεια της παράστασης και από τα σχόλια θαυμασμού μετά τη λήξη της, έγινε φανερό ότι το κοινό έμεινε μαγεμένο από την προαιώνια ιστορία πάθους και παραφοράς, έτσι όπως έχει εντυπωθεί στη συλλογική μνήμη και στο υποσυνείδητό μας!

Ο σκηνοθέτης Τσέζαρις Γκραουζίνις με τη δουλειά του αυτή εμβάθυνε στα Ελευσίνια Μυστήρια, το μεσαιωνικό θέατρο, το θέατρο της Ασίας αλλά και στο δυτικό πολιτισμό, δημιουργώντας ένα πνευματικό και πηγαίο θέατρο, όπου δίνεται έμφαση στη χειρονομία και στο λόγο. Ένα θέατρο που αφορά τον ολοκληρωμένο άνθρωπο και μια παράσταση ικανή να μας κάνει όχι μόνο να παραβιάσουμε τα όριά μας αλλά επιπλέον να επεκτείνουμε τα όριά μας, να καλύψουμε τα κενά μας, να ολοκληρωθούμε ως θεατές.

Τριλογία

Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου περιγράφεται η επιστροφή του νικητή στρατηλάτη των Ελλήνων και η δολοφονία του από τη γυναίκα του Κλυταιμήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Αποτελεί το πρώτο έργο της «Ορέστειας» (458 π.Χ.), της μοναδικής σωζόμενης αρχαίας τριλογίας. Τα άλλα δύο έργα είναι οι «Ευμενίδες» και οι «Χοηφόροι».
Το δράμα διδάχτηκε επί άρχοντος Φιλοκλέους, τον δεύτερο χρόνο της εικοστής ογδόης Ολυμπιάδας. Πρώτευσε ο Αισχύλος με τον Αγαμέμνονα, τις Χοηφόρους, τις Ευμενίδες και το σατυρικό (δράμα) Πρωτεύς. Χορηγός ήταν ο Ξενοκλής από τις Αφίδνες. Η τραγωδία αποτελείται από 1.673 στίχους, με ελάχιστους να λείπουν.

Η υποδοχή του βασιλιά

Στον «Αγαμέμνονα» εξιστορείται η επάνοδος του βασιλιά στην πατρίδα του, η υποδοχή και ο φόνος του, καθώς και ο φόνος της Κασσάνδρας την οποία είχε φέρει μαζί του ως τρόπαιο από την Τροία -κατ’ άλλους, που την είχε ερωτευτεί. Το έργο ολοκληρώνεται με την έξαλλη ικανοποίηση της Κλυταιμήστρας για το γεγονός ότι σκότωσε εκείνον που είχε θυσιάσει την κόρη της Ιφιγένεια και με την ανακούφιση του Αίγισθου που επιτέλους θα πάρει πίσω το θρόνο τον οποίο θεωρεί ότι δικαιούται. Ο Χορός όμως αφήνει να εννοηθεί ότι τίποτα δεν μένει ατιμώρητο και ότι οι θεοί μπορεί να στείλουν τον Ορέστη για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη.
Ο Αγαμέμνων, φεύγοντας για το Ίλιο, υποσχέθηκε στην Κλυταιμήστρα πως αν πορθήσει το Ίλιο θα της στείλει μήνυμα με τον πυρσό την ίδια κιόλας μέρα. Γι’ αυτό η Κλυταιμήστρα διόρισε έμμισθο σκοπό να κοιτάζει πότε θα φανεί ο πυρσός. Όταν τον είδε ο φρουρός και ειδοποίησε την Κλυταιμήστρα, εκείνη φώναξε τους προεστούς -οι οποίοι αποτελούν τον Χορό- και τους ενημέρωσε. Αυτοί πανηγύρισαν τραγουδώντας. Ύστερα από λίγο έρχεται ο κήρυκας Ταλθύβιος και τους διηγείται τα σχετικά με τον πλου της επιστροφής. Ο Αγαμέμνων καταφθάνει με τα λάφυρα και την Κασσάνδρα. Μπαίνει στο σπίτι με την Κλυταιμήστρα. Η Κασσάνδρα δε, προτού μπει στο ανάκτορο, προμαντεύει τον θάνατό της, τον θάνατο του Αγαμέμνονα και τη μητροκτονία του Ορέστη. Πετάγεται και τρέχει μέσα να συναντήσει τον θάνατό της, πετώντας στη γη τα προφητικά της εμβλήματα.
Αυτό το μέρος του δράματος δόθηκε θαυμάσια, διότι ο Αισχύλος σχεδόν παρουσιάζει τον φόνο του Αγαμέμνονα επί σκηνής, ενώ τον θάνατο της Κασσάνδρας τον προσπερνά σιωπηλά… Έβαλε μάλιστα τον Αίγισθο και την Κλυταιμήστρα να δικαιολογούν τον φόνο που διέπραξαν μαζί· η μία με τον φόνο της Ιφιγένειας κι ο άλλος με τις συμφορές που υπέφερε ο πατέρας του, Θυέστης, από τον Ατρέα.

Το έργο αρχίζει με το μονόλογο του φρουρού που βάζει τον θεατή στην ατμόσφαιρα. Έχει κουραστεί κι αγανακτήσει να φυλάει σκοπιά τόσον καιρό περιμένοντας να ανάψει ένα φως στο αντικρινό βουνό, σαν σύνθημα ότι πάρθηκε η Τροία και ότι γυρνάει στην πατρίδα ο στρατός της χώρας. Λέει ότι πάει να τραγουδήσει για να μην τον πάρει ο ύπνος στη σκοπιά, μα το τραγούδι γυρνάει σε μοιρολόι για του παλατιού τα πάθη. Τότε διακρίνει τη λαμπάδα στην απέναντι κορυφή και γεμάτος ευδαιμονία δηλώνει ότι θα κράξει δυνατά στου Ατρείδη τη γυναίκα, αμέσως να σηκωθεί από την κλίνη και στα σπίτια φωνές χαράς να σηκώσει γι’ αυτή τη λάμψη. Κατόπιν αφήνει υπονοούμενα για την υποδοχή του Αγαμέμνονα λέγοντας πως δεν μιλά, μα αν είχε λαλιά το σπίτι, θα τα ‘λεγε όλα ξάστερα. Στη συνέχεια ο Χορός, δίχως να ξέρει ακόμα ότι επιστρέφει νικηφόρος ο στρατός, αναφέρεται με θαυμασμό στα δύο αδέλφια, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο, αλλά έμμεσα υπενθυμίζει και την Ιφιγένεια. Αναφέρει ότι αγωνιά που αργούν δέκα χρόνια τώρα οι στρατιώτες και αναρωτιέται μην τυχόν και πάλι ξεμείνουν από ανέμους τα καράβια και χρειαστεί ο θεός κάποια άλλη θυσία ανίερη κι απρόσφορη, που θα γίνει αφορμή πολλών δεινών. Προβληματίζεται δε γιατί μια μέρα δολερή η άφοβη οργή θα ξυπνήσει κι εκδίκηση θα ζητήσει.

Στην παράσταση είδαμε τη λειτουργία των σκηνικών Πυλών του Άδη, όπου οι άνθρωποι μπαίνουν για να πεθάνουν με βίαιο τρόπο. Η Κλυταιμήστρα, που έχει αποκληθεί «Μάνα του Άδη», φυλάσσει το πρόθυρο (είναι επίσης δωμάτων κύων, σκύλα πυλωρός) και ελέγχει την κίνηση από τα έξω προς τα μέσα –την ελέγχει απόλυτα, μέχρι που συναντά την αντίσταση της Κασσάνδρας.
Η σιωπή της Κασσάνδρας είναι πολλαπλώς συμβολική: η Κασσάνδρα είναι ο μόνος χαρακτήρας που αντιστέκεται στην πειθώ της Κλυταιμήστρας δημιουργώντας έτσι αμφιβολίες για την παντοδύναμη ικανότητά της να χειραγωγεί τους ανθρώπους με το μέσο αυτό.

 

 

Η «Ορέστεια»

Η Ορέστεια, που ανέβηκε στην Αθήνα δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του Αισχύλου, και τιµήθηκε µε το πρώτο βραβείο, είναι η µόνη τριλογία από τα έργα του Αισχύλου που έχει σωθεί ακέραια. Η τραγωδία ως θεατρικό είδος ολοκληρώνεται και µορφοποιείται οριστικά µε την «Ορέστεια». Παρουσιάζεται για πρώτη φορά η πλοκή μπροστά στα ανάκτορα, οπότε υποψιαζόμαστε ότι το πρώτο σκηνικό κάνει την εµφάνισή του στην ιστορία του θεάτρου. Συµµετέχουν περισσότεροι ηθοποιοί για µεγαλύτερη ανάπτυξη του τραγικού πλάτους µε την αντιπαράθεση των θεατρικών χαρακτήρων. Παρουσιάζεται στην τραγωδία ο κατατοπιστικός πρόλογος, η πάροδος (το τραγούδι του χορού καθώς εισέρχεται στην ορχήστρα), τα επεισόδια (διαλογικά τµήµατα που χωρίζονται µεταξύ τους από πέντε χορικά) και η έξοδος (το τραγούδι του χορού καθώς εξέρχεται από την ορχήστρα).
Θεωρείται ότι ένα από τα βασικά κίνητρα του δραματουργού να συγγράψει την Ορέστεια κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (458 π.Χ.) ήταν ο πατριωτισμός του αλλά και η εκτίμησή του προς τους θεσμούς -κυρίως του Αρείου Πάγου στην προκειμένη περίπτωση. Ο Αισχύλος (ο οποίος δύο χρόνια μετά πέθανε στη Σικελία, σε ηλικία 69 ετών) ήθελε (κυρίως όπως φαίνεται στις Ευμενίδες) να εξυψώσει τον Άρειο Πάγο σε θεϊκό βάθρο, επειδή μετά τους Περσικούς Πολέμους το γόητρο και κυρίως οι εξουσίες του συρρικνώνονταν από τους οπαδούς των δημοκρατικών. Παράλληλα, όμως, ήθελε και να τονώσει την επιθετική πολιτική των δημοκρατικών έναντι της Σπάρτης, οι οποίοι ήταν υπέρ της συμμαχίας με το Άργος -συμμαχία στην οποία ο Αισχύλος έβλεπε ελπίδες για να αναδειχτεί η Αθήνα σε πρωτεύουσα της Ελλάδας.
Η Ορέστεια αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο µε ιδιαίτερα έντονη, ευρεία και πυκνή δραµατικότητα, πράγµα που έχει οδηγήσει στην άποψη ότι η τριλογία αυτή είναι – µετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια – το µεγαλύτερο έργο της ελληνικής λογοτεχνίας.
Κάθε ένα από τα τρία έργα της τριλογίας µπορεί να ιδωθεί και µόνο του, ανάλογα µε την εκάστοτε προοπτική της θεατρικής παράστασης και αναπαράστασης που επιδιώκεται.
Το φετινό καλοκαίρι μάλιστα παρακολουθήσαμε και «Χοηφόρες» του Αισχύλου από την Ομάδα VASISTAS και την Αργυρώ Χιώτη στη Μικρή Επίδαυρο και, στο αρχαίο στάδιο Επιδαύρου, «Ευμενίδες» από τη Στεφανία Γουλιώτη.

Ο κύκλος της βίας

Κεντρικό γνώρισµα της τριλογίας είναι η κοσµοθεωρία του Αισχύλου περί µεταβαίνοντος δικαίου. Ο Αισχύλος αξιοποιεί ένα µύθο της εποχής του – την κατάρα των Ατρειδών – ως εφαλτήριο για να αναδείξει µε τη θεατρική δράση στο έπακρο την τετραδιάστατη τραγική υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής: Ανάγκη, Ύβρη, Άτη και Δίκη. Αυτές οι τέσσερις κινητήριες δυνάµεις παράγουν και ανατροφοδοτούν διαρκώς τον αέναο κύκλο της βίας και των δεινών πάνω στους ανθρώπους µε σαφή κοινωνικά και πολιτικά υπονοούµενα. Ο Αισχύλος προτείνει στο τέλος της τριλογίας την εξίσωση του ανθρώπου µε τη θεότητα, µεταλλάσσοντας τη Δίκη από εκδίκηση σε δικαιοσύνη, έτσι ώστε να µπορεί να κλείσει οριστικά ο κύκλος της βίας στην ανθρωπότητα και να επέλθει στην ανθρώπινη κοινωνία µία τέλεια ηθική τάξη και αρµονία. Πράγµα που προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι ανακαλύπτουν και αναγνωρίζουν τη θεότητα όχι έξω από αυτούς αλλά εντός τους. Συµπερασµατικά, µέσα στην κοσµοθεωρία αυτή, µε την άρση του διαχωρισµού του ανθρωπίνου και του θείου στοιχείου, οι χαρακτήρες της Ορέστειας αναβιβάζονται σε τιτάνιες µορφές, γίνονται υπεράνθρωπες, υπερβατικές οντότητες.
Η δικαιοσύνη ως µήνυµα, ηθικό αίτηµα και πανανθρώπινη επιταγή αποτελεί το κλασικό διαχρονικό περιεχόµενο της Ορέστειας, καθιστώντας αυτή την τριλογία πάντα επίκαιρη και συμβολική.

Ο σκηνοθέτης

Είναι σαφές ότι η τραγωδία του Αγαμέμνονα έχει απασχολήσει πολύ τον σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η πρώτη φορά που καταπιάστηκε με το έργο και το μελέτησε -όπως πληροφορηθήκαμε- ήταν πριν από 20 χρόνια στη Σουηδία. Από τότε, όπως είναι φυσικό, τον απασχολεί έντονα, γι’ αυτό και φέτος επέστρεψε σ’ αυτό ύστερα από τόσα χρόνια, καθώς πρόκειται για ένα έργο που αφορά το σήμερα, για την πολιτική του διάσταση και όχι μόνο. Η αρχαία τραγωδία, άλλωστε, έχει σημασία ηθική, φιλοσοφική, οντολογική και μεταφυσική.
Αυτό που φάνηκε να ελκύει τον σημαντικό σκηνοθέτη περισσότερο στο έργο είναι το θέμα της αναπόφευκτης μοίρας αλλά και η πικρή ειρωνεία του τραγικού ποιητή, που μας τονίζει ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Οι χαρακτήρες είναι τόσο πεπεισμένοι για το δίκιο τους, ώστε καταλήγουν να διαπράξουν νέα εγκλήματα. Κατόπιν τούτου ο φαύλος κύκλος του αίματος δεν κλείνει αλλά συνεχίζεται.
«Αυτή η ιστορία του Αισχύλου εκφράζει με εκπληκτική δύναμη το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας», μας λέει στο σκηνοθετικό του σημείωμα. «Πράγματι -συνεχίζει- χάνουμε αέναα στον αγώνα με το φόβο μας. Πράγματι, φτιάχνουμε πολιτείες ασταμάτητα και είμαστε αιχμάλωτοι στις φυλακές που χτίζουμε εκούσια με τα ίδια μας τα χέρια. Πράγματι, περιμένουμε σωτήρες και όταν τελικά εμφανιστούν συνειδητοποιούμε ότι δεν αξίζουν παρά τον οίκτο μας. Πράγματι, αυτό που ονομάσαμε «δικαιοσύνη», μας οδηγεί αργά ή γρήγορα στο έγκλημα. Όλοι είμαστε ένοχοι. Η τιμωρία είναι αναπόφευκτη. Ευτυχισμένος είναι εκείνος που κατάφερε ν’ απαλλαγεί απ’ τις ελπίδες και τις προσδοκίες του και έμαθε την υπομονή». Και καταλήγει: Ο κόσμος του «Αγαμέμνονα» είναι ζοφερός. Αλλά επιτρέψτε το ταξίδι μας στον κόσμο του να είναι ουσιαστικό και συναρπαστικό, γιατί πιστεύω ότι η οδηγός μας – η Ποίηση – γνωρίζει το δρόμο προς τη χαρά.

 

Η Κλυταιμήστρα

Πολλά από τα νοήματα του έργου ξεχώρισαν και φωτίστηκαν στην παράσταση, όπως η ματαιοπονία του θρήνου και της αναζήτησης ευθυνών και το αντιπολεμικό πνεύμα. Επίσης το ερωτικό στοιχείο. Διότι η Κλυταιμήστρα είναι η τρομερή γυναίκα με την παράξενη ομορφιά, η «γυναίκα μη τρόπαιο», η γυναίκα που είναι γεννημένη για βασίλισσα. Η γυναίκα που αναλαμβάνει τα ηνία της εξουσίας με άνεση και εκφράζει το θηλυκό πρότυπο του ηγεμόνα, ασκώντας δικαιώματα, ερωτοτροπώντας ελεύθερα με τον Αίγισθο, όπως άλλωστε ερωτοτροπεί και ο σύζυγός της με τις σκλάβες του.
Όταν ο Αγαμέμνων επιστρέφει από την Τροία θριαμβευτής, γεμάτος πλούτη, σκλάβες και λάφυρα, η Κλυταιμήστρα, που φέρει επάξια τον διπλού πέλεκυ της εξουσίας στο χέρι, δεν θα παραδώσει αυτήν την εξουσία στον άντρα της και δεν θα ανεχθεί την παρουσία της νεαρής εγκύου ερωμένης του, της γυναίκας-τροπαίου, της Κασσάνδρας, στο παλάτι της. Παράλληλα κατά τη δεκαετή απουσία του η Κλυταιμήστρα έχει κι αυτή βρει ερωτικό σύντροφο και στήριγμα στο πρόσωπο του Αιγίσθου, εξαδέλφου του Αγαμέμνονα. Αυτός με τη σειρά του θεωρεί ότι του ανήκει δικαιωματικά ο θρόνος και βρίσκεται κι εκείνος δέσμιος δραμάτων από το παρελθόν, σε μια αδιάκοπη ροή εγκλημάτων πάθους, αιμομιξιών και λατρείας για την εξουσία.

 

Ο Ατρέας και ο Θυέστης

Ο πατέρας του συγκεκριμένα, ο Θυέστης, ήταν αδελφός του Ατρέα, του πατέρα του Αγαμέμνονα. Τα δύο αδέλφια, Ατρέας και Θυέστης, διέπραξαν πολλές βιαιότητες και απάτες για να αρπάξει ο ένας από τον άλλο το θρόνο και τελικά ο Ατρέας έφτασε στο σημείο να σκοτώσει και να μαγειρέψει τα ανίψια του, δηλαδή τα παιδιά του Θυέστη, και μετά να τον καλέσει ανυποψίαστο σε ένα μακάβριο δείπνο. Στο τέλος του δείπνου ο Ατρέας τού αποκάλυψε χαιρέκακα ότι είχε μόλις φάει τα ίδια του τα παιδιά και σαν τρελός ο Θυέστης έφυγε αποφασισμένος για εκδίκηση. Σύμφωνα με ένα χρησμό θα έπαιρνε το αίμα του πίσω μόνον αν αποκτούσε γιο με αιμομιξία, από την ίδια του την κόρη -έτσι και έκανε. Ο καρπός αυτής της σχέσης ήταν ο Αίγισθος.

Ο Αίγισθος

Ο Αίγισθος φέρεται να σκότωσε τον Ατρέα και έτσι να βρέθηκε μαζί με τον πατέρα του στο θρόνο, διώχνοντας τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο στη Σπάρτη. Όταν ο Αγαμέμνονας ανέβηκε στο θρόνο της Σπάρτης εκδίωξε τον Θυέστη και τον Αίγισθο. Ο Αίγισθος όχι μόνο μισούσε τον Αγαμέμνονα ως παιδί του άνδρα που διέπραξε το προαναφερθέν αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος των αδελφών και του πατέρα του, αλλά και ως εκείνον που -στα δικά του μάτια- κατείχε άνομα την εξουσία. Επιπλέον ο ίδιος ήταν ο μόνος που είχε απομείνει ζωντανός από τη βασιλική πλευρά του Θυέστη και συνιστούσε απειλή για τον Αγαμέμνονα, ο οποίος και τον είχε εξορίσει.

Ο Οίκος των Ατρειδών

Το οικογενειακό ιστορικό του Αγαμέμνονα είχε αμαυρωθεί από βιασμούς, φόνους, αιμομιξίες, και προδοσία, συνέπειες του αποτρόπαιου εγκλήματος που διαπράχθηκε από τον πρόγονό του, Τάνταλο, και έπειτα εξαιτίας μιας κατάρας που επιβλήθηκε στον Πέλοπα, γιο του Ταντάλου, από τον Μύρτιλο, τον οποίο είχε δολοφονήσει. Έτσι ατυχία κυνηγούσε διαδοχικές γενιές του Οίκου των Ατρειδών, μέχρι να εξιλεωθούν από τον Ορέστη σε ένα δικαστήριο που πραγματοποιήθηκε από κοινού από ανθρώπους και θεούς.

 

Η Κασσάνδρα

Η Κασσάνδρα είναι μία από τις πιο τραγικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του βασιλιά της Τροίας, Πριάμου και της Εκάβης. Την είχε αγαπήσει ο Απόλλωνας, και εκείνη του υποσχέθηκε να δεχτεί τον έρωτά του, φτάνει να την έκανε μάντισσα που να μη λαθεύεται ποτέ σε ό,τι προέλεγε. Όταν όμως εκείνος ανταποκρίθηκε στην επιθυμία της και την προίκισε με το χάρισμα της μαντικής, η Κασσάνδρα αθέτησε την υπόσχεσή της και αρνήθηκε να του δοθεί. Θυμωμένος ο θεός, επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω ό,τι μια φορά είχε δώσει, την καταράστηκε να μην πιστεύει ποτέ κανείς άνθρωπος στις μαντείες της, όσο αληθινές και να είναι…
Μετά την άλωση της Τροίας, οι κατακτητές μοιράσθηκαν τις γυναίκες των ηττημένων, οπότε η Κασσάνδρα έπεσε στον κλήρο του Αγαμέμνονα, ο οποίος την ερωτεύθηκε σφοδρά. Τελικώς η τύχη της ενώθηκε με τη δική του: όταν έφθασαν στις Μυκήνες η Κασσάνδρα και ο Αγαμέμνονας δολοφονήθηκαν από την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της τον Αίγισθο.

Ο Χορός

Ο Χορός έχει δυναμική παρουσία στο έργο αυτό, όσο σε κανένα άλλο έργο της αρχαίας δραματικής ποίησης: αναμετράται και με την Κλυταιμνήστρα και με τον Αίγισθο, με φραστικές διατυπώσεις που ξεπερνούν το συνηθισμένο ήθος των χορών της τραγωδίας.
Ο δωδεκαμελής Χορός της παράστασης με τα μέλη του να στηρίζονται σε… δεκανίκια, αποτελείτο από πολύ ικανούς και ασκημένους ηθοποιούς, οι οποίοι δημιούργησαν ένα έξοχο κι έγκυρο σύνολο. Τους αναφέρουμε ονομαστικά γιατί η συμβολή τους στην παράσταση ήταν καθοριστική: Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου.

Οι συντελεστές

Για την παράσταση χρησιμοποιήθηκε η νέα μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και η πρωτότυπη μουσική του Χάρη Πεγιάζη. Η ποιητική του Μπλάνα διακρίνεται από μία εξόχως φροντισμένη γλώσσα που τονίζει το στοχαστικό του βάθος. Τα μεταφραστικό έργο του είναι μεγαλόπνοο. Επίσης η μουσική του Πεγιάζη δημιούργησε ιδανικά το κλίμα της επερχόμενης καταστροφής.
Το λιτό σκηνικό του Κέννυ ΜακΛέλλαν με τον μακρύ ξύλινο διάδρομο, φορτωμένο συμβολισμούς, σίγουρα ήταν λειτουργικό, εξυπηρετώντας τον σκηνοθετικό σκοπό. Όπως και τα επιβλητικά κομψά κοστούμια του ιδίου.
Η κίνηση του Έντι Λάμε ήταν φροντισμένη με καθαρότητα και εκφραστικότητα. Αν και χωρίς υπερβολές, μιαν απόκοσμη αύρα έδωσαν στην παράσταση οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου.
Η παράσταση σίγουρα εξυπηρετήθηκε θαυμάσια από όλους τους συντελεστές της.

Οι ερμηνείες

Το διπλό ρόλο του Αγαμέμνονα και του Αίγισθου ερμήνευσε έντεχνα ο Γιάννης Στάνκογλου, μια επιλογή που συμβολίζει το διπλό πρόσωπο της εξουσίας και το γεγονός ότι η εξουσία είναι πάντα ίδια απ’ όποιον κι αν ασκείται. Ο Στάνκογλου έδειξε το μεγαλείο του ταλέντου του με απλή δραματικότητα, με γνησιότητα, με έμπνευση.
Με κύρος, με σιγουριά και παλμό υποδύθηκε την Κλυταιμήστρα η Μαρία Πρωτόπαππα. Η ηθοποιός απέδειξε για άλλη μια φορά τα υποβλητικά δραματικά στοιχεία της υποκριτικής της τέχνης.

Λαμπρή επίδοση στο ρόλο του Φρουρού είχε ο πολύπειρος και πάντα συναρπαστικός Θοδωρής Κατσαφάδος.
Ο Αργύρης Πανταζάρας, ως Κήρυκας, ήταν πειστικότατος. Είχε δυναμική, βαρύτητα, σαφήνεια, ρεαλισμό. Θεωρώ πως έχει όλες εκείνες τις ικανότητες που απαιτούνται για το τραγικό θέατρο –φωνή, παρουσία, προσήλωση, πειθαρχία.
Ο ρόλος της Κασσάνδρας είναι από τους πιο δύσκολους και τους πιο ωραίους της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Η Κασσάνδρα συνδέει, με προφητική έκσταση, περασμένα και μελλούμενα δεινά. Η Ιώβη Φραγκάτου στάθηκε μοναδική ερμηνεύτρια του θρήνου της ηρωίδας και του πάθους της. Με ανάγλυφο πάθος έδωσε τον έρωτα, το μίσος, την οδύνη, το φόβο, το δέος αλλά και τη λύπη για τον επικείμενο θάνατό της.

Σκηνοθετικά ο Τσέζαρις Γκραουζίνις προσέγγισε με άμεσο και απέριττο τρόπο το κείμενο. Η παράσταση ήταν ελκυστική και «προκλητική». Λειτούργησε δε ως σημείο πολλαπλών αναφορών και συμβολισμών σε σχέση με τη δύναμη και την αρτιότητα του ποιητικού μεγαλείου της τραγωδίας.
Το κείμενο έλαμψε και ταξίδεψε το κοινό του σ’ αυτό το δραματικό τοπίο, που πολλές φορές μπορεί να γίνει εφιαλτικό. Αφουγκράστηκε το λόγο του Αισχύλου δίχως να χάσει την ουσία. Μια ουσία που έχει να κάνει με τη «δικαιοσύνη» και το «δίκαιο» ως µεταφυσικές, υπερβατικές έννοιες. Με τη σημασία της «ανταπόδοσης» και της «τιµωρίας» ως αρχαϊκό, πρωτόγονο δίκαιο.

  • Για την ετυμολογία του ονόματος υπάρχουν δύο εκδοχές: Κλυταιμνήστρα = αξιέπαινη, ξακουστή για τους μνηστήρες ή Κλυταιμήστρα = ξακουστή για τη ραδιουργία της. O τύπος Κλυταιμήστρα είναι ο τύπος που υπάρχει στα χειρόγραφα (παρά τό κλυτόν + μήδω/ μήδομαι). Η παρεμβολή του ν στο όνομα είναι αποτέλεσμα βυζαντινών ετυμολογικών προσπαθειών και σύνδεσης της βασίλισσας με πολλούς μνηστήρες.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Μουσική – Μουσική Διδασκαλία: Χάρης Πεγιάζης
Κίνηση: Έντι Λάμε
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Συγκλητική Βλαχάκη
Σύμβουλος δραματουργίας: Παναγιώτης Σκούρας

Παίζουν:
Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννης Στάνκογλου, Αργύρης Πανταζάρας, Ιώβη Φραγκάτου και ο Θοδωρής Κατσαφάδος

Χορός: Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου

Για τη Stefi & Lynx Productions:
Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη
Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Αλίκη Δανέζη Knutsen

Promo photos: Τάσος Θώμογλου
Φωτογραφίες παράστασης και αφίσας – Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

***

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Σεπτέμβριος – Ώρα έναρξης στις 9 μ.μ.

Δευτέρα 17 – Στα Βριλήσσια, Θέατρο Αλίκη Βουγιουκλάκη

Τρίτη 18 – Στον Κορυδαλλό, Θέατρο Θανάσης Βέγγος

Τετάρτη 19 – Στην Ηλιούπολη, Δημοτικό Θέατρο Άλσους

 

***

***

 

 

 

eirini aivaliwtou«Αγαμέμνων». Η τραγωδία της δικαιοσύνης και του εγκλήματος έλαμψε…
Περισσότερα

Ο Προμηθέας Δεσμώτης έμαθε τους ανθρώπους να χειρίζονται τη φωτιά και να αντιμετωπίζουν τη βροχή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

«Προμηθέας». Το όνομά του σημαίνει «συνετός», «προνοητικός». Παράγεται από την πρόθεση «προ» και το ουσιαστικό «μῆτις» (=σκέψη).

Όταν λοιπόν η πρόγνωση του καιρού μας ενημερώνει ότι τη Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018 πρόκειται να βρέξει τότε πρέπει να είσαι τουλάχιστον προνοητικός. Τη στιγμή μάλιστα που εκπροσωπείς μια οργάνωση ευρωπαϊκών προδιαγραφών με έδρα την Ελευσίνα, είναι επιεικώς άκομψο να αποχωρείς από τους πρώτους με τις πρώτες ανθυποσταγόνες της βροχής στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας.

Αυτό το σχόλιο είναι και το μοναδικό αρνητικό για το βράδυ που είχαν την πρεμιέρα τους τα «Αισχύλεια».

***

 

Τα μηνύματα για βροχή ήταν εμφανή πριν αρχίσει η παράσταση στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας.

 

Από την τιμωρία μέχρι και τους κεραυνούς

Ο Προμηθέας τιμωρείται από τον Δία, επειδή έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους. Ο Ήφαιστος έχει αναλάβει να δέσει σφιχτά τον Προμηθέα με αλυσίδες πάνω σε απόκρημνους βράχους. Το Κράτος και η Βία επιθεωρούν τον απρόθυμο Ήφαιστο. Στο βράχο καταφθάνουν οι κόρες του Ωκεανού, οι Ωκεανίδες, θρηνώντας για το μαρτύριο του ήρωα. Κι ενώ ο Προμηθέας και ο Ωκεανός μιλούν για τη σκληρότητα του Δία, επί σκηνής εμφανίζεται κι ένα άλλο πλάσμα που υποφέρει από την εκδικητικότητα των θεών: η Ιώ, παράνομη ερωμένη του Δία που εκείνος μεταμόρφωσε σε δαμάλα για τη γλιτώσει από τη ζήλια της Ήρας, χωρίς όμως να το καταφέρει καθώς η πανούργα εκείνη έχει στείλει για να τη βασανίζει τον Οίστρο, μια ενοχλητική βοϊδόμυγα που θα την ακολουθεί ανελέητα ως τα πέρατα του κόσμου. Ο Προμηθέας της διηγείται το παρελθόν της και προφητεύει το μέλλον της, που συνδέεται και με τη δική του μοίρα, καθώς κάποιος μακρινός απόγονός της, πολλά πολλά χρόνια μετά, θα τον απελευθερώσει. Ο Προμηθέας προφητεύει και την πτώση του Δία. Αρνείται όμως πεισματικά να φανερώσει στον απεσταλμένο Ερμή το πώς θα εκπέσει η βασιλεία του και η τραγωδία τελειώνει με τους μανιασμένους κεραυνούς του Δία ενάντια στον αντιστεκόμενο κρατούμενο με την ελεύθερη συνείδηση.

***

 

Η Κόρα Καρβούνη, ως Ιώ, στον Προμηθέα Δεσμώτη της Μάρθας Φριντζήλα.

 

Σημείωμα της σκηνοθέτιδας Μάρθας Φριντζήλα

Η παράσταση επικεντρώνεται στη δύναμη του λόγου και στη ρυθμική και μελωδική απόδοση του κειμένου. Για να βρεθεί ο λόγος στο επίκεντρο, αποφεύγουμε την εκφραστική δραματική ερμηνεία και επιμένουμε στην καθαρότητα της εκφοράς και των νοημάτων. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ερμηνείες των ηθοποιών στερούνται θεατρικότητας και πάθους. Αντίθετα υποστηρίζονται με τη χρήση μάσκας και υπογραμμίζονται με τη μελετημένη σχεδίαση των κινήσεων. Η παράσταση ακολουθεί μία αυστηρή μουσική και κινησιολογική παρτιτούρα που επιτρέπει στον ηθοποιό να εκφραστεί και να εκφράσει μέσα από ένα ορισμένο αισθητικό πλαίσιο.

***

 

Η βροχή δυνάμωσε και οι ηθοποιοί αρχίζουν να κατεβαίνουν από τη σκηνή.

 

Ο Προμηθέας λοιπόν στην Ελευσίνα, έμαθε τους ανθρώπους να χειρίζονται και τη βροχή. Οι «πρώτες» σταγόνες ανησύχησαν τους θεατές. Όχι τους ηθοποιούς. Οι «δεύτερες» σταγόνες ανησύχησαν περισσότερο τους θεατές. Καθόλου τους ηθοποιούς. Στις «τρίτες» σταγόνες έφυγαν σχεδόν τρέχοντας εκείνοι που έπρεπε να μείνουν. Οι θεατές στις θέσεις τους και οι ηθοποιοί συνέχιζαν. Στις «τέταρτες» σταγόνες ήταν απαραίτητο να σταματήσουν όλα. Το ενδεχόμενο κάποιου βραχυκυκλώματος ήταν πιθανό, οπότε για λόγους ασφαλείας και μόνο η διακοπή ήταν επιβεβλημένη.

-Ο Προμηθέας (Νίκος Καραθάνος, στη βασική φωτογραφία), στην Ελευσίνα, αν και δεσμώτης, μπόρεσε να τιθασεύσει και τη βροχή. Έμαθε τους θεατές πώς να την αντιμετωπίζουν: Με ψυχραιμία. Αυτός, αν και ακίνητος, δεν έπαψε ούτε για μια στιγμή να μεταδίδει το πάθος του σε όλους τους επί σκηνής συναδέλφους του. Έδινε τον ρυθμό ως διευθυντής ορχήστρας, όχι όμως ως αρχηγός αλλά ως συμπαίκτης.

-Αληθινό αγρίμι η Ιώ, όπως την ερμήνευσε η Κόρα Καρβούνη. Έτρεξε τον μαραθώνιο δρόμο του Προμηθέα Δεσμώτη ως δρομέας ταχύτητας. Επίτευγμά της – που απέδειξε τις τεράστιες δυνατότητές της – ήταν η «επιστροφή» στην κανονικότητα αμέσως μόλις σταμάτησε η βροχή και οι ηθοποιοί βρέθηκαν και πάλι στη σκηνή. Η Καρβούνη «μπήκε» σε αυτό το …δεύτερο μέρος με τέτοιο δυναμισμό που μας έκανε να ξεχάσουμε τους λόγους για τους οποίους έγινε η διακοπή.

 

***

Ακολουθεί μια επιθετική τετράδα που θα τη ζήλευαν πολλοί σκηνοθέτες:

Ο Κώστας Βασαρδάνης, ως Ερμής.

 

Κώστας Βασαρδάνης (Ήφαιστος, Ερμής), χάρισε στους θεατές την ευκαιρία να απολαύσουν το εύρος της ερμηνευτικής του γκάμας παρά το ογκώδες κοστούμι του Ήφαιστου. Επίσης ενέπνεε τους συναδέλφους του με την αύρα της σιγουριάς που τους μετέδιδε.

Γιώργος Βουρδαμής Μαυρογένης (Κράτος), δυναμική παρουσία, ξεχωριστή.

Θεανώ Μεταξά (Βία), αεικίνητη, φωτεινό σημείο και σημείο αναφοράς στο Παλαιό Ελαιουργείο.

Μιχάλης Πανάδης (Ωκεανός), νέος μεν αλλά με πλούσια εμπειρία, ισάξιος των παλαιοτέρων.

-Ο χορός των Ωκεανιδών: Ευγενία Λιάκου, Ερασμία Μαρκίδη, Έλενα Παπαδημητρίου, Ελένη Ποζατζίδου, Βιργινία Φραγκούλατζη, Μαρία Νίκα. Συμμετρικά τοποθετημένες στη σκηνή – τρεις δεξιά και τρεις αριστερά – ήταν η έκπληξη της παράστασης. Ένας αυτοτελής ρόλος από τις Fonέs. Τα 6 κορίτσια – σε διδασκαλία της Μαρίνας Σάττι – ήταν το δώρο στον Αισχύλο, στα Αισχύλεια και στους θεατές.

 

Αριστερά, ο Ωκεανός. Μπροστά από τη σκηνή η κατασκευή που θύμιζε ξυλόφωνο. Ο Προμηθέας στον βράχο του και ο χορός των Ωκεανιδών δεξιά και αριστερά.

 

Όλα τα άλλα, αν και λειτούργησαν συμπληρωματικά προς τους ηθοποιούς, ήταν εν τούτοις αυτοτελή έργα τέχνης:

-Το σκηνικό (με την αέρινη ξύλινη κατασκευή που έκανε πολλούς να πιστεύουν πως ήταν μουσικό όργανο) και η (ζωντανή) παρεμβατική μουσική είχαν την υπογραφή του Βασίλη Μαντζούκη.

-Ο σχεδιασμός φωτισμού από τον Felice Ross, ειδικά εκείνο το βράδυ, έδεσε και με το φως του βροχερού περιβάλλοντος.

-Όλες οι κατασκευές και οι μάσκες: Camilo Bentancor, Baumstrasse team. Εντυπωσιακές φιγούρες. Μικρά γλυπτά.

-Τα κοστούμια από την Baumstrasse team πρέπει οπωσδήποτε να πάρουν θέση σε ένα Νέο Θεατρικό Μουσείο. (Αυτό το μουσείο που ιδρύθηκε το 1938 – από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων επί προεδρίας του Θόδωρου Συναδινού, με πρώτο έφορο τον καθηγητή Γιάννη Σιδέρη – είναι σαν να μην υπάρχει λόγω της εγκληματικής αδιαφορίας όλων των αρμοδίων, χωρίς καμία εξαίρεση).

Η μισή ομάδα του χορού των Ωκεανιδών.

 

Μαρίνα Σάττι διδάσκοντας τις Fonέs μας έδειξε ότι δεν ξέρει μόνο να… σπάει κούπες αλλά και να σμιλεύει έργα τέχνης.

-Η υπογραφή της Εμμανουέλας Κορκή μας έκανε να σκεφτούμε πόσο χρειαζούμενη είναι η Κίνηση σε έναν Αισχύλο που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε η στατικότητα.

 

Στον χαιρετισμό. Αριστερά η Μάρθα Φριντζήλα και η Μαρίνα Σάττι.

 

-Κλείνω με τη Φριντζήλα. Εδώ είναι το γνωστό αίνιγμα: Η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα; Η Μάρθα με τη σκηνοθεσία της ή η Νικολέττα με τη μετάφρασή της; Και οι δύο! Και οι δύο μας χάρισαν έναν αυθεντικό Προμηθέα. Έναν Δεσμώτη που θα έπρεπε να τον δουν σε όλο τον κόσμο. Έναν Προμηθέα που τώρα πρέπει να βγάλει άμεσα διαβατήριο και εισιτήρια…

***

Ταυτότητα παράστασης

«Προμηθέας Δεσμώτης»
Του Αισχύλου
Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας
Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018 ώρα 20:30
Φεστιβάλ Αισχύλεια

***

Συντελεστές

Μετάφραση: Νικολέττα Φριντζήλα
Σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα
Σκηνικό, Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης
Σχεδιασμός φωτισμού: Felice Ross
Κατασκευές, μάσκες: Camilo Bentancor, Baumstrasse team
Κοστούμια: Baumstrasse team
Μουσική Διδασκαλία: Μαρίνα Σάττι
Κίνηση: Εμμανουέλα Κορκή
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Γιώργος Βουρδαμής Μαυρογένης, Βάσια Μπάλλα, Μιχάλης Πανάδης.

 

Από αριστερά: Κόρα Καρβούνη, Νίκος Καραθάνος, Κώστας Βασαρδάνης και Μιχάλης Πανάδης.

 

Διανομή

ΠΡΟΜΗΘΕAΣ Νίκος Καραθάνος
ΙΩ Κόρα Καρβούνη
ΚΡΑΤΟΣ Γιώργος Βουρδαμής Μαυρογένης
ΒΙΑ Θεανώ Μεταξά
ΗΦΑΙΣΤΟΣ, ΕΡΜΗΣ Κώστας Βασαρδάνης
ΩΚΕΑΝΟΣ Μιχάλης Πανάδης
ΦΩΝΗ ΩΚΕΑΝΟΥ Μιχάλης Πανάδης, Βασίλης Μαντζούκης, Πανού Μανού
ΧΟΡΟΣ ΩΚΕΑΝΙΔΩΝ Fonέs (σε διδασκαλία Μαρίνας Σάττι): Ευγενία Λιάκου, Ερασμία Μαρκίδη, Έλενα Παπαδημητρίου, Ελένη Ποζατζίδου, Βιργινία Φραγκούλατζη, Μαρία Νίκα
ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Βασίλης Μαντζούκης, Παναγιώτης Μανουηλίδης
ΒΟΗΘΟΙ ΣΚΗΝΗΣ: Χριστίνα Ντάκου, Ιωάννα Νασιοπούλου, Βάσια Μπάλλα, Ιωάννης [Ιώκο] Κοτίδης

***

 

Αριστερά, η Θεανώ Μεταξά, ως Βία και δεξιά ο Γιώργος Βουρδαμής Μαυρογένης ως Κράτος.

 

ΗΧΟΛΗΠΤΗΣ: Γιάννης Παξεβάνης
ΦΩΤΙΣΤΕΣ: Βαγγέλης Μούντριχας, Μάριος Καριώτης
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Ορφέας Εμιρζάς
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ: Ιωσήφ Βιβιλάκης
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Ιωάννα Νασιοπούλου
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: Χρύσα Παριανού
ΒΙΝΤΕΟ: Σόνια Κουλέπη
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Baumstrasse/ Δρόμος με Δέντρα, Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, Φεστιβάλ Αισχύλεια
BAUMSTRASSE TEAM (κατασκευές, κοστούµια, µάσκες): Ευγενία Αντωνιάδου, Νίκος Βεργίνης, Ελένη Δημητροπούλου, Άκης Καλλίδης, Ντίνα Κατσαμπίρη, Ελίνα Κιουπάκη, Ηλιάνα Κοντιάδη, Σόνια Κουλέπη, Βασιλιάνα Λώλου, Βάσια Μπάλλα, Αναστασία Μποσινάκη, Χριστίνα Ντάκου, Χρύσα Παριανού, Δάφνη Τούντα, Δάφνη Τσιρίδου.

 

***

 

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Προμηθέας Δεσμώτης έμαθε τους ανθρώπους να χειρίζονται τη φωτιά και να αντιμετωπίζουν τη βροχή
Περισσότερα

Τα βήματα του Οιδίποδα από τις Συρακούσες ως την Επίδαυρο και τα σύνορα του Ίππιου Κολωνού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Μόνοις οὐ γίγνεται θεοῖσι γῆρας οὐδὲ κατθανεῖν ποτε, τὰ δ’ ἄλλα συγχεῖ πάνθ’ ὁ παγκρατὴς χρόνος· φθίνει μὲν ἰσχὺς γῆς, φθίνει δὲ σώματος. θνῄσκει δὲ πίστις, βλαστάνει δ’ ἀπιστία, καὶ πνεῦμα ταὐτὸν οὔποτ’ οὔτ’ ἐν ἀνδράσιν Φίλοις βέβηκεν οὔτε πρὸς πόλιν πόλει· τοῖς μὲν γὰρ ἤδη, τοῖς δ’ ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ τὰ τερπνὰ πικρὰ γίγνεται καὖθις φίλα». – Οιδίποδας
(Μόνο τους θεούς δεν τους βρίσκουν τα γηρατειά και ούτε πεθαίνουν, ενώ όλα τα άλλα τα συνταράσσει ο παντοκράτορας χρόνος. Η γονιμότητα της γης χάνεται, όπως και η δύναμη του σώματος. Πεθαίνει η πίστη, φυτρώνει η απιστία, και το ίδιο φρόνημα ποτέ δεν παραμένει ούτε στους φίλους ούτε ανάμεσα στις πόλεις. Γιατί σε άλλους τώρα, σε άλλους σε μεταγενέστερο χρόνο, τα ευχάριστα γίνονται πικρά και πάλι τα πικρά αγαπητά)

 

 

Μετά τον «Οιδίποδα Τύραννο» ο Σοφοκλής περνά τη σκυτάλη στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» που παρουσιάζει με πράξεις όλα τα συγκλονιστικά περάσματα από την κάθοδο του ήρωα στην άνοδο. Είναι το τεχνικότερο κι ένα από τα υψηλότερα έργα της αρχαίας τραγικής ποίησης. Ήδη από τους πρώτους στίχους του ο Οιδίποδας παρουσιάζεται διαφορετικός, μεταμορφωμένος. Είναι ολιγαρκής και ταπεινός γιατί, όπως λέει ο ίδιος, τον δίδαξαν τα βάσανα και ο χρόνος.
Στην πλήρη ωριμότητά του φτάνει πλέον όταν βρίσκεται στην Αθήνα, στην πόλη της Σοφίας, στην πόλη του Φωτός. Όταν ο Οιδίποδας έρχεται στην Αθήνα, υπόσχεται ότι θα είναι αιώνιος εκδικητής της Θήβας, σύμφωνα με διαβεβαίωση του ίδιου προς τον Κρέοντα. Ως τέλεια ψυχή θα ζήσει πλέον σε έναν πνευματικό κόσμο, τον οποίο αντιπροσωπεύει η Αθήνα και θα αποστρέφεται τον υλικό κόσμο που αντιπροσωπεύει η Θήβα. Ως σώμα, ως μορφή ο ήρωας θέλει να ταφεί από τον Θησέα στην Αθήνα, ενώ ως συνείδηση θεωρεί χρέος του να βρίσκεται στον κόσμο της ύλης που αντιπροσωπεύει η Θήβα με σκοπό να βοηθήσει τους συμπατριώτες του στην αργή αλλά βέβαιη εξέλιξή τους.

Από το αρχαίο θέατρο των Συρακουσών

Ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του θεάτρου στην Ευρώπη, ο Γιάννης Κόκκος, επανήλθε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, στις 17 και 18 Αυγούστου 2018, ύστερα από 18 χρόνια, καθώς το 2001 είχε παρουσιάσει την «Ορέστεια» του Αισχύλου. Αυτή τη φορά σκηνοθετώντας την εμβληματική τραγωδία του Σοφοκλή, «Οιδίπους επί Κολωνώ». Επρόκειτο για μία μεγάλη συνεργασία του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου με το Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος του Φεστιβάλ Συρακουσών. Η τραγωδία έκανε πρεμιέρα τον Ιούνιο στο αρχαίο θέατρο των Συρακουσών, στο 54ο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος, αποτελώντας διεθνές γεγονός. Το ρόλο του Οιδίποδα ερμήνευσε ο Massimo de Francovich, ο σπουδαίος Ιταλός ηθοποιός που έχει ξεχωρίσει από τους ρόλους του στο θέατρο και τον κινηματογράφο, γνωστός στην Ελλάδα από τη συμμετοχή του στην ταινία του Paolo Sorrentino «Η τέλεια ομορφιά» (La grande Bellezza). Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του θεάτρου και του κινηματογράφου του 20ου αιώνα.

 

Ο σκηνοθέτης

Ο Γιάννης Κόκκος από την ηλικία των 19 ετών θέλησε να σπουδάσει θέατρο σε υψηλά επίπεδα, ώστε η τέχνη να γίνει το επάγγελμά του καθώς επίσης και ένα πιστεύω ζωής. Στο Στρασβούργο, ένα μέρος όπου φιλοξενεί τα πιο έγκριτα Πανεπιστήμια στην Ευρώπη, άρχισε τη λεγόμενη «άσκηση του θεάτρου».
Έχει συνεργαστεί ως σκηνογράφος, ενδυματολόγος ή σκηνοθέτης με σημαντικούς καλλιτέχνες και με τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα (Σκάλα του Μιλάνου, Όπερα Γκαρνιέ, Κόβεντ Γκάρντεν, Μαριίνσκι, Τεάτρο Ρεάλ, Κρατική Όπερα Βιέννης, Θέατρο Μουσικού Μάη, Φλωρεντίας, Όπερα Σαν Φρανσίσκο κ.ά.) και έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το μετάλλιο του Ιππότη του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών από το γαλλικό κράτος και με τα βραβεία Λόρενς Ολίβιε και Μολιέρος.
Στην Επίδαυρο παρουσίασε ξανά αρχαία τραγωδία το 2001, την Ορέστεια του Αισχύλου και το 2007 τη Μήδεια του Κερουμπίνι. Επίσης, έχει συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν με το Φεστιβάλ των Συρακουσών.

 

 

Ύμνος στην Αθήνα

Το δράμα του Σοφοκλή «Οιδίπους επί Κολωνώ», που μας παρουσίασε, είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα έργα. Το έγραψε ο Σοφοκλής, γέροντας πλέον περίπου 90 ετών, για να το δωρίσει όχι μόνο στην πατρίδα του, αλλά και στον ιδιαίτερό του δήμο, διότι καταγόταν από την Κολωνίδα φυλή. Με αυτό το έργο θέλησε ο Σοφοκλής να εξυμνήσει τον δήμο του και να χαροποιήσει τους Αθηναίους για όσα λέει ο Οιδίπους, ότι δηλαδή η πόλη τους θα είναι απόρθητη και ότι θα νικήσουν τους Θηβαίους, προμαντεύοντας ότι θα πολεμήσουν με αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξαιτίας της ύπαρξης του τάφου του. Γι’ αυτό ο «Οιδίπους επί Κολωνώ», εκτός από ένας διαλογισμός πάνω στο ανθρώπινο πεπρωμένο είναι, ταυτόχρονα, ένας ύμνος στην Αθήνα, την αγαπημένη πόλη του ποιητή και συνοψίζει το έργο ολόκληρης της ζωής του.
Η τραγωδία Οιδίπους παρουσιάστηκε στους Αθηναίους, πιθανόν το 401 π.X. από τον ομώνυμο εγγονό του, δηλαδή 5 χρόνια μετά το θάνατο του Σοφοκλή.

Ο Ίππιος (ή Ίππειος) Κολωνός

Ο Οιδίπους, ο τυφλός και εξόριστος πρώην βασιλιάς της Θήβας, φτάνει ύστερα από περιπλάνηση στον αθηναϊκό δήμο του Ίππιου Κολωνού, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη.
Ο Ίππιος (ή Ίππειος) Κολωνός βρισκόταν στην πεδιάδα του Κηφισού, 10 στάδια (2 χλμ) προς βορράν του Διπύλου και ήταν κατάφυτος από ελαιόδεντρα. Λεγόταν «Ίππιος», γιατί εκεί βρισκόταν ο ναός του Ιππίου Ποσειδώνα, προστάτη του δήμου, που καταστράφηκε από τον Αντίγονο Γονατά το 265 π.Χ. Υπήρχε επίσης βωμός της Ιππίας Αθηνάς, τέμενος των Ερινύων, ο τάφος του Οιδίποδα, καθώς και ηρώα του Θησέα, Πειρίθου και Αδράστου. Εδώ ήταν και το άγαλμα του Κολωνού, που έδωσε το όνομά του στο δήμο.

 

 

Η υπόθεση

Ο Οιδίπους κάθεται σ’ ένα βράχο μέσα στο ιερό άλσος των Ευμενίδων και ανακαλύπτεται από κάποιο κάτοικο, που τον διώχνει. Αρνείται να φύγει επικαλούμενος χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το μέρος αυτό θα είναι ο τόπος της τελικής του ανάπαυσης. Εν τω μεταξύ έρχεται εκεί και η άλλη κόρη του Οιδίποδα, η Ισμήνη. Ο Κολωνιάτης συγκεντρώνει τους γέροντες του τόπου. Αυτοί λυπούνται τον αδύναμο γέροντα και την κόρη του, αλλά, μόλις πληροφορούνται το όνομά του, τρομοκρατούνται και τον διατάζουν να φύγει. Ο Οιδίπους επικαλείται την αθηναϊκή φιλοξενία και ζητά να συναντήσει τον βασιλιά της πόλης. Ο Θησέας φτάνει και ο Οιδίπους του ζητά προστασία όσο ζει και ταφή, όταν πεθάνει. Ο Θησέας του τα υπόσχεται.
Σχεδόν ταυτόχρονα έρχεται ο Κρέων και μετά την αποτυχία του να πείσει τον Οιδίποδα να τον ακολουθήσει στη Θήβα, απαγάγει τις κόρες του και είναι έτοιμος να συλλάβει και τον Οιδίποδα. Τη στιγμή εκείνη επεμβαίνει ο Θησέας, κατακρίνει τις πράξεις του Κρέοντα και τον αναγκάζει να τον οδηγήσει στις κοπέλες. Πραγματικά σε λίγο επιστρέφει φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Στην Αθήνα φτάνει ως ικέτης ο γιος του Οιδίποδα, Πολυνείκης, και επιθυμεί να δει τον πατέρα του και να του ζητήσει τη βοήθειά του. Ο Οιδίπους αρνείται και τον διώχνει ρίχνοντάς του φοβερή κατάρα. Τότε ακούγεται κεραυνός και ο ταλαίπωρος γέροντας αντιλαμβάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Ξεκινά για εκεί όπου θα συναντήσει τον θάνατο, ακολουθούμενος από τον Θησέα και τις κόρες του. Αποχαιρετά τα παιδιά του και προχωρά μαζί με τον Θησέα, που είναι ο μόνος που πρέπει να ξέρει τον τόπο ταφής του. Οι κόρες του θρηνούν τον χαμό του πατέρα τους, αλλά ο βασιλιάς της Αθήνας τους υπόσχεται κάθε φροντίδα για το μέλλον.

Ταξίδι προς το θάνατο

Πολλοί κριτικοί θεωρούν τον Οιδίποδα επί Κολωνώ μία από τις κορυφαίες τραγωδίες που έχει γραφτεί ποτέ. Βασίζεται στον Θηβαϊκό δραματικό κύκλο ή κύκλο των Λαβδακιδών. Βάση της είναι η διαχείριση του ταξιδιού προς τον θάνατο.
Το νόημα αυτής της τραγωδίας θα μπορούσε να εκφραστεί με το κείμενο που έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Άρθουρ Σοπενάουερ: «Δεν υπάρχει κάτι σταθερό στην ασταθή ζωή· ούτε ατέλειωτος πόνος, ούτε αιώνια ευχαρίστηση, ούτε εντύπωση που ν’ αντέχει, ούτε ενθουσιασμός που να μην ξεθυμαίνει, ούτε υψηλή ιδέα που να στέκει ακλόνητη σαν κανόνας σ’ ολόκληρη την ύπαρξη. Όλα διαλύονται στον χείμαρρο των χρόνων». Παρακάτω κατέληγε στο συμπέρασμα: «Η ζωή είναι ένα δάνειο που το παίρνουμε από τη γέννησή μας και οι πόνοι και τα βάσανα είναι οι καθημερινοί τόκοι».
Κουβαλώντας στους γέρικους ώμους του το βάρος τρομακτικών εγκλημάτων, κυνηγημένος από την πατρίδα του, τη Θήβα, ο Οιδίποδας φτάνει ως πρόσφυγας στον Κολωνό, συνοικία των Αθηνών, τόπο της τελευταίας του κατοικίας. Οι θεοί τον έχουν καταδικάσει, οι θεοί τού έχουν υποδείξει τον τόπο της λύτρωσης. Μίασμα ο ίδιος, ένας άνθρωπος που αντιμετώπισε τις φρικτότερες δυστυχίες και τον πολύχρονο πόνο, γίνεται ο ήρωας-προστάτης της πόλης που τον υποδέχεται για λόγους ηθικής αλλά και συμφέροντος.

 

Διαχρονικό μήνυμα

Από τις Συρακούσες στην Επίδαυρο, η παράσταση μετέφερε τα βήματα του Οιδίποδα ως το ιερό δάσος των Ερινύων, όπου αποθεώνεται. Ο πολυπληθής θίασος και όλοι οι συντελεστές από τη γειτονική μας χώρα απέδειξαν την ευρυμάθεια, τη συγκρότηση, το ήθος της θεατρικής γραφής τους που δείχνει καλλιτέχνες οι οποίοι γνωρίζουν καλά την αρχαία τραγωδία στη διαχρονία της και στις κορυφαίες αποτυπώσεις της.
Ο Μάσιμο ντε Φράνκοβιτς ως αιωνόβιος γέροντας, παρά τα βάσανα και τις πικρότατες εμπειρίες που του φόρτωσαν τα χρόνια, τεντώνει όλες τις αισθήσεις που του απόμειναν στο γέρμα της ζωής του, για να ακούσει, με σεμνότητα και αξιοπρέπεια, από το στόμα του Χορού, για στερνή φορά τους εξαίσιους ήχους της φύσης και να χαρεί τα λαμπερά της χρώματα. Να ακούσει για τα πολύχρωμα άλση και λημέρια, για την ουράνια δροσιά του νάρκισσου, για τον κρόκο που αστράφτει σαν χρυσάφι.
Να λοιπόν ένα φωτεινό μήνυμα, με το οποίο μας δροσίζει διαχρονικά το ευλογημένο πνεύμα του Σοφοκλή, προικισμένο από τη φύση του να εξερευνά σε βάθος τα ανθρώπινα και να αποκαλύπτει τις μοναδικές αξίες που έχουν τη δύναμη να στυλώσουν τον άνθρωπο, αξίες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωση του θολωμένου κόσμου μας σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε.

Μια τραγωδία για τα σύνορα

Ο Γιάννης Κόκκος βλέπει την τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή ως μια τραγωδία για τα σύνορα, πραγματικά και μεταφυσικά, για το μυστήριο της ανθρώπινης ελευθερίας παρά την παντοδυναμία των θεών, για την ευθύνη, για τα γηρατειά, για την πολιτική διαχείριση της πόλης. Ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι επίσης ένα χαμηλόφωνο ποίημα, ένα πνευματικό ταξίδι.
Ένα γλυπτό ύψους 6 μ. (σκηνικό του σκηνοθέτη), που απεικονίζει έναν ανδρικό κορμό γερμένο από τα βάσανα, με την πλάτη γυρισμένη προς τους θεατές μάς περίμενε στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Το γλυπτό παρέπεμπε στον Οιδίποδα και σε μια μεταφορική εικόνα του πεπρωμένου του. Είδαμε επίσης στοιχεία που εκφράζουν την ένταση και την αγριάδα της Θήβας, μεταλλικά στοιχεία που μοιάζουν πολύ σύγχρονα, σε αντιδιαστολή με την ηπιότητα και την απλότητα της Αθήνας, που αποδίδονται μέσα από λιτούς πέτρινους πάγκους και απλά χρυσά σύμβολα. Ελιές και κυπαρίσσια κυριαρχούσαν επίσης στον περιβάλλοντα χώρο και εντάσσονταν αρμονικά με το τοπίο της Επιδαύρου.

 

Τα μικρόφωνα

Οι ηθοποιοί -παρά τη στέρεη τεχνική τους- έπαιξαν με μικρόφωνα, κάτι που προφανώς ήταν αναγκαία συνθήκη, λόγω της κακής ακουστικής του θεάτρου των Συρακουσών, όπου η παράσταση έκανε πρεμιέρα. Με αυτό το δεδομένο ο σκηνοθέτης δίδαξε τον λόγο πιο εσωτερικά και η έκφραση των ηθοποιών προσαρμόστηκε αντιστοίχως. Αν τα στοιχεία αυτά αφαιρούνταν για τις παραστάσεις της Επιδαύρου, θα έπρεπε προφανώς να διαμορφωθεί διαφορετικά το ύφος, να γίνει εξαρχής διδασκαλία του κειμένου, κάτι που θα ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί.
Ο Χορός δεν αποτελείτο μόνον από γέροντες, αλλά κι από νέους, από στρατιώτες και από γυναίκες, επειδή ο σκηνοθέτης θέλησε να δώσει συμβολικά την εικόνα μιας πραγματικής δημοκρατίας. Στον ιερό χώρο συγκεντρώθηκαν ηθοποιοί από διαφορετικές γενιές και διαφορετικές σχολές. Οι γενιές αυτές μας διηγήθηκαν μια ιστορία για τη μνήμη και την πείρα, για την ανθρωπιά, την κατανόηση, την ανεκτικότητα, την έννοια της φιλοξενίας, γεφυρώνοντας με απόλυτη ομοιομορφία το άλλοτε και το τώρα.

Παράδοση και αναζήτηση

Η παράδοση είναι μια εμπειρία που ισοδυναμεί με παραγωγικό κεφάλαιο και η διαρκής αναζήτηση, ο πειραματισμός, οι ζωντανές ιδέες, που ανανεώνουν την τέχνη και δεν την αφήνουν στάσιμη, είναι μια βιολογική ανάγκη.
Ο συντονισμός της παράδοσης και της αναζήτησης δύο μονάδων καλλιτεχνικής ενέργειας, όπως είναι το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και το Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος του Φεστιβάλ Συρακουσών (INDA) αποτελεί ένα μέτρο ισορροπίας απαραίτητο για ένα θέατρο που σέβεται την αποστολή του.
Ο Massimo de Francovich, που ερμήνευσε τον Οιδίποδα, βρίσκεται στην ίδια ηλικία με τον ήρωα και δίνει πραγματικά την εικόνα του άστεγου, του μετανάστη, που διατηρεί όμως στοιχεία από την αλλοτινή του αρχοντιά. Μας έδωσε τη μορφή του Οιδίποδα με εξαιρετική δύναμη, μια μορφή που διατηρεί το ηρωικό της μεγαλείο φανερώνοντας ταυτόχρονα την ανωτερότητα και την ευγένεια με τις οποίες η «αλύγιστη καρδιά» του αντιμετωπίζει τα αναπάντεχα χτυπήματα της μοίρας.
Όλους τους ηθοποιούς τους βρήκα εκπληκτικούς για την ετοιμότητά τους, την ενάργεια, την ορμή, το σπινθηροβόλο τους παίξιμο, τη ζεστασιά, την ερμηνευτική γοητεία, το θεατρικό αυθορμητισμό και τη λάμψη τους. Ασκημένοι, ταλαντούχοι, εξαιρετικοί!

Θαυμάσια η μουσική του Αλέξανδρου Μαρκέα. Επιβλητική αρμονία στο εικαστικό μέρος της παράστασης. Σε ενιαίο ύφος με το ιδιοφυές σκηνικό του Γιάννη Κόκκου τα κοστούμια της Paola Mariani.
Εντυπωσιακοί οι φωτισμοί του Giuseppe DiIorio.

Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου παρακολουθήσαμε έναν Οιδίποδα που εκφράζει τη σχέση με τους άλλους, τον τρόπο που αποδεχόμαστε τον άλλο –τον ξένο, τον διαφορετικό, τον άτυχο, τον δυστυχή, τον ικέτη και τον τρόπο που η πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίζει τον άλλο.
Παρακολουθήσαμε έναν Οιδίποδα που εκφράζει την αντικειμενικότητα της ενοχής και την υποκειμενικότητα της τιμωρίας, τη δικαιοσύνη και την πνευματική ανύψωση και είχαμε την ικανοποίηση της ομορφιάς, αυτής που γεμίζει όχι τις ώρες, αλλά την ψυχή.

 

῾Ως εὖτ’ ἂν τὸ νέον παρῇ κούφας ἀφροσύνας φέρον, τίς πλάγχθη πολὺ μόχθος ἔξω; τίς οὐ καμάτων ἔνι; φόνοι, στάσεις, ἔρις, μάχαι καὶ φθόνος· τό τε κατάμεμπτον ἐπιλέλογχε πύματον ἀκρατὲς ἀπροσόμιλον γῆρας ἄφιλον, ἵνα πρόπαντα κακὰ κακῶν ξυνοικεῖ. – Χορός

(Γιατί όταν υπάρχουν τα νιάτα που φέρνουν την κούφια ανοησία τι υπάρχει έξω από κόπους πολλούς; ποια κούραση λείπει; φόνοι, ταραχές, διχόνοιες, διαμάχες και φθόνοι. Και στο τέλος μας βρίσκουν τα κακά γηρατειά που στέκονται αδύναμα, χωρίς φίλους και συντροφιές, μαζί με τα χειρότερα απ’ όλα τα κακά).

***

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Σκηνικά: Γιάννης Κόκκος
Μετάφραση στα ιταλικά: Federico Condello
Συνεργαζόμενος σκηνοθέτης: Alfio Scuderi
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Annick Blancard
Βοηθός σκηνοθέτη: Stephan Grögler
Μουσική: Αλέξανδρος Μαρκέας
Κοστούμια: Paola Mariani
Φωτισμοί: Giuseppe DiIorio
Ερμήνευσαν: Massimo De Francovich (Οιδίποδας), Sebastian Lo Monaco (Θησέας), Roberta Caronia (Αντιγόνη), Stefano Santospago (Κρέοντας), Fabrizio Falco (Πολυνείκης), Eleonora De Luca (Ισμήνη), Danilo Nigrelli (Άγγελος), Sergio Mancinelli (Ξένος), Davide Sbrogiò (Κορυφαίος)
Χορός γερόντων: Massimo Cimaglia, Francesco Di Lorenzo, Lorenzo Falletti, Eugenio Santovito, Carlo Vitiello, La Vecchia Tatu
Χορός νέων: Tommaso Garrè, Salvatore Ventura, Emanuele Carlino, Federico Mosca, Danilo Carciolo
Χορός στρατιωτών: Alessandro Accardi, Mauro Cappello, Antonino Cicero Santaelena, Alessandro di Feliciantonio, Giacomo Lisoni, Andrea Maiorca, Riccardo Rizzo, William Caruso, Roberto Mulia, Salvatore Pappalardo, Stefano Pavone
Χορός γυναικών: Guilia Oliva, Chiara Ciancola, Vittoria Scuderi, Maria Chiara Pellitteri, Miriam Scala, Greta D’ Antonio, Noemi Scaffidi, SilviaTrigona, Guilia Messina, Silvia Messina, Federica Gurrieri, Adele di Bella, Alba Sofia Vella, Guilia Antille, Gabriella Zito
Γριές: Lucia Imprescia, Lisi Giusi

 

 

Γιάννης Κόκκος
«Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
17 & 18 Αυγούστου 2018
Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και INDA (Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος του Φεστιβάλ Συρακουσών)
Με τη στήριξη του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης
• Η παράσταση τελούσε υπό την Αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κυρίου Προκοπίου Παυλοπούλου και υπό την Αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας κυρίου Sergio Mattarella.
Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους.
– Οι ελληνικοί υπέρτιτλοι ήταν σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη.

eirini aivaliwtouΤα βήματα του Οιδίποδα από τις Συρακούσες ως την Επίδαυρο και τα σύνορα του Ίππιου Κολωνού
Περισσότερα

Ο Τάσος Λιγνάδης για τον θεατή και τον κριτικό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Τάσος Λιγνάδης, ιστορικός, φιλόλογος και άνθρωπος του θεάτρου, ένας από τους σημαντικότερους, εάν όχι ο σημαντικότερος, θεατρικός κριτικός της σύγχρονης Ελλάδας, έχει καταθέσει τη δική του άποψη για τον θεατή και το θεατρικό κριτικό, άποψη βασισμένη στο ευρύ πνεύμα, στην πείρα και στη γνώση.

Ο Τάσος Λιγνάδης (1926-1989) έγραφε ότι «ο θεατής δεν είναι μια υποδοχή καλαισθητικών εντυπώσεων ή ηθικών προβληματισμών, αλλά το χημικό στοιχείο που συνδυάζει ή καταλύει τα σήματα που προκαλούν την ενεργειακή του εκρηκτικότητα, αναθεωρώντας απαρχής το είναι του ή το είναι της ίδιας της ζωής ή της Ιστορίας».

Για δε τον κριτικό θεάτρου λέει στο βιβλίο του «Θεατρολογικά» (Τόμος Ι): «…το ήθος και το ύφος της Κριτικής είναι η περιουσία της και η αρχοντιά της. Είναι προϋποθέσεις ν’ ανοίξει ο διάλογος και όχι να κλείσει το θέμα. Πίσω από τη σκανδαλοθηρία και τον λίβελλο, όπως και πίσω από το εγκώμιο και τον λιβανωτό, κρύβονται όλα τα σκοτεινά απωθημένα ή τα συμφέροντα και όλες οι δυνατές αδυναμίες. Σε χώρες που ο Τύπος καταντάει μονοπώλιο μεγάλων οργανισμών, μεθοδεύει ανελεύθερα και τις δικές του κριτικές στήλες και διοχετεύει τα πνευματικά του καυσαέρια μολύνοντας την αναπνοή και θολώνοντας τους ορίζοντες της πνευματικής ζωής. Έχει τις δυνατότητες να δείχνει ό,τι θέλει, να αποκεφαλίζει ό,τι δεν του συμφέρει και να λασπώνει ό,τι θεωρεί επικίνδυνο».

Και συνεχίζει:

«Συχνά καταγγέλλεται η κριτική ότι είναι υποκειμενική. Η καταγγελία όμως σκιαμαχεί σοφιστικά με ένα ψευδοπρόβλημα. Βεβαίως είναι υποκειμενική, εάν εννοηθεί ότι εκφράζει την ιδιοσυστασία κάθε κρίνοντος προσώπου. Εάν όμως εννοηθεί ότι κάτω από την «υποκειμενική» υπάρχει το προσωπικό συμφέρον ή ιδιοτέλεια, η εύνοια ή η διαφθορά, τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά σε άσκηση κριτικής, αλλά σε μηχανισμούς παραπλανήσεως και απάτης. Η λειτουργία της κριτικής δεν διαθέτει φυσικά την προνομία του αλάνθαστου. Μπορεί ενίοτε να αυταπατάται, αλλά, εάν εξαπατά παύει να είναι κριτική».

Ο Τάσος Λιγνάδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια των εφηβικών του χρόνων βίωσε τη γερμανική κατοχή ως μέλος της Αντιστασιακής Οργάνωσης ΕΣΑΣ και παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στον παράνομο Τύπο ως αρθρογράφος στα περιοδικά Μαθητικά Γράμματα και Νεανική Φωνή. Με την Απελευθέρωση γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου πήρε μέρος στο φοιτητικό κίνημα ως ιδρυτικό μέλος της ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγου Πανεπιστημίου) και πρόεδρος της ΠΕΚΕ (Πανσπουδαστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα) και αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1970 με τίτλο της διατριβής του «Το πρώτο Δάνειον της Ανεξαρτησίας». Το 1955 διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή Μωραΐτη και το 1963 εκλέχτηκε λέκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Φιλοσοφική Σχολή, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της Απριλιανής Δικτατορίας. Εργάστηκε επίσης στη Σχολή Αηδονοπούλου, στο Pierce College και στο Λύκειο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Σχολή Μωραΐτη οργάνωσε θεατρικές παραστάσεις, ενώ την περίοδο της Μεταπολίτευσης διορίστηκε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, θέση που κράτησε ως το 1980. Στο Εθνικό Θέατρο εργάστηκε επίσης ως καθηγητής στη δραματική σχολή. Από το 1977 εργάστηκε στην ΕΡΤ ως σύμβουλος προγράμματος με αρμοδιότητες στο χώρο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, διέκοψε ωστόσο τη συνεργασία του, λόγω ιδεολογικών διαφωνιών. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1955 από τις σελίδες του περιοδικού της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού Νέον Αθήναιον, όπου δημοσίευσε πολλές μελέτες ως το 1963. Συνεργάστηκε επίσης με περιοδικά και εφημερίδες όπως τα Ελληνικά Χρονικά του Λουκή Ακρίτα (1952-1954), Νέα Πορεία (Θεσσαλονίκης), Λόγος (1947), Χρονικό (1972), Νέα Εστία, Επίκαιρα, Νίκη, Εσπερινή, Μεσημβρινή, Η Καθημερινή.

  • Πίνακας: Norman Rockwell (American, b. 1894 – 1978) Charwoman in Theatre

 

 

 

 

 

eirini aivaliwtouΟ Τάσος Λιγνάδης για τον θεατή και τον κριτικό
Περισσότερα