Βιβλιοστάτης

«Στέλλα Βιολάντη»: “Η ψυχή του θρήνου, του μαρτυρίου και της θυσίας”…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η “Στέλλα Βιολάντη” είναι τρίπρακτο θεατρικό δράμα του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Γράφτηκε το 1901 ως διήγημα με τίτλο “Έρως Εσταυρωμένος”. Το 1909 ο ίδιος ο συγγραφέας διασκεύασε το διήγημα σε θεατρικό έργο.

Το έργο, μέσα από τον έρωτα της Στέλλας Βιολάντη με έναν νέο, διαπραγματεύεται τη σύγκρουση μεταξύ πατέρα που θέλει να επιβάλλει τον δικό του τρόπο σκέψης και κόρης που θέλει να αποφασίζει η ίδια για τη ζωή της. Στο έργο στιγματίζεται η αυταρχικότητα του πάτερ-φαμίλια, που τότε είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου προς τα υπόλοιπα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειάς του.

Πρωτο-παρουσιάστηκε στην αθηναϊκή σκηνή το καλοκαίρι του 1909 με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη και έγινε μεγάλη επιτυχία. Με το πέρασμα του χρόνου έγινε από τα κλασικά του ελληνικού θεατρικού ρεπερτορίου.

Το θεατρικό έγινε το 1931 και κινηματογραφική ταινία, σε σενάριο του ίδιου του Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία Ιωάννη Λούμου και με πρωταγωνίστρια την Ελένη Παπαδάκη.

Το διήγημα με τίτλο «Έρως εσταυρωμένος» πρωτοτυπώθηκε στο περιοδικό Παναθήναια το 1901. Η ανάμνηση ενός περιστατικού που συνέβη πριν από λίγα χρόνια στην Αθήνα της εποχής του -δυο αδέρφια που σκότωσαν την αδερφή τους στο ξύλο γιατί είχε ερωτευθεί κάποιον που η οικογένεια δεν ήθελε- συμπαρέσυρε στη μνήμη του συγγραφέα και άλλα παρόμοια περιστατικά που είχε ακούσει και στη Ζάκυνθο όταν ήταν μικρός και στην Πάτρα και αλλού, και του έδωσαν το υλικό για να γράψει το διήγημα “Ο εσταυρωμένος έρωτας της Στέλλας Βιολάντη”.

Ψυχή του θρήνου,
του μαρτυρίου και της θυσίας,
Στέλλα Βιολάντη!
Μες στο μοσκοβόλο νησάκι που ανασαίνει
Με την πνοή του γιασεμιού και με του κρίνου,
Ω φλόγα ερωτική πλατιά χυμένη!
Επέταξε η ψυχή σου
Μες από την ανήμερη τη φυλακή σου,
για να ομορφήνει κάποια κόλασην
Ιστορισμένη
από κανένα Δάντη,
Στέλλα Βιολάντη!
Απόσπασμα από το ποίημα του Κωστή Παλαμά.

Όταν ο ποιητής Κωστής Παλαμάς διαβάζει το διήγημα στο περιοδικό, εμπνέεται και γράφει το ποίημα Ψυχή του θρήνου, του μαρτυρίου και της θυσίας. Ο Παλαμάς το στέλνει χειρόγραφο στον Ξενόπουλο, σαν δώρο, και εκείνος το εντάσσει στο θεατρικό του. Μάλιστα, στην πρώτη παράσταση, το ποίημα το απήγγειλε η ηθοποιός Στέλλα Γαλάτη, στην αρχή του έργου. Σε βιβλίο τυπώνεται για πρώτη φορά το 1903 από τις εκδόσεις του Ανέστη Κωνσταντινίδη, στη συλλογή με τα διηγήματα του συγγραφέα, με τον πρωτότυπο τίτλο του.

Σε πρώτη αυτοτελή έκδοση τυπώνεται το 1914 από τον εκδοτικό οίκο του Γεωργίου Φέξη.

Από τις εκδόσεις Κολλάρου, τυπώνεται το 1923, το διήγημα και το δράμα μαζί.

Η υπόθεση του έργου

Βρισκόμαστε στη Ζάκυνθο κάποια χρονιά της δεκαετίας του 1880, και συγκεκριμένα στο σαλόνι του πλούσιου Παναγή Βιολάντη, σταφιδέμπορα από τους ισχυρότερους του νησιού. Ο Βιολάντης ζει μαζί με τη γυναίκα του, την ανύπαντρη αδερφή του, τις τρεις κόρες του, Στέλλα, Νένα και Κατίνα (οι δύο τελευταίες δεν εμφανίζονται στο έργο) και τον μοναχογιό του Νταντή Βιολάντη. Ο Βιολάντης, ως γνήσιος πατριάρχης, έχει κανονίσει να παντρέψει την πρωτότοκη κόρη του Στέλλα με έναν γέρο μεν (45 χρονών) και άσχημο πλην πλουσιότατο έμπορο, τον Ντάντο Μένουλα. Η Στέλλα όμως, είναι κρυφά ερωτευμένη με έναν νέο από παλιά αριστοκρατική μεν, αλλά ξεπεσμένη οικογένεια, που δουλεύει σαν υπάλληλος στο αγγλικό τηλεγραφείο (το τηλεγραφείο για τους πλούσιους) του νησιού, τον Χρηστάκη Ζαμάνο. Ο Ζαμάνος – τύπος νεαρού δον Ζουάν – στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη Στέλλα, κάνει το λάθος να ζητήσει από αυτήν -και όχι πρώτα από τον πατέρα της- να την παντρευτεί. Αυτή η κίνηση εξαγριώνει τον Βιολάντη και καλεί στο σπίτι του τον Ζαμάνο, υποδυόμενος τον ευχαριστημένο με την προοπτική του γάμου, και εκεί, αφού εξευτελίζει τον νεαρό, τον διώχνει κακήν κακώς. Γεμάτος θυμό για το πείσμα της κόρης του να επιμένει να παντρευτεί κάποιον που εκείνος δεν εγκρίνει, τη φυλακίζει στη σοφίτα του σπιτιού, δίνοντάς της μόνο ψωμί και νερό, περιμένοντας να αλλάξει γνώμη και να υπακούσει στο θέλημά του. Όμως η Στέλλα, παρ’ όλα τα παρακάλια της μητέρας και της θείας της, παρόλο το μίσος και το θυμό του πατέρα της, δεν υποχωρεί, δηλώνοντας πως προτιμάει να χάσει τη ζωή της παρά να απαρνηθεί τον Χρηστάκη. Και αυτό τελικά θα συμβεί. Ύστερα από περίπου 12 μέρες εγκλεισμού ο πατέρας της γεμάτος χαρά της ανακοινώνει ότι ο Χρηστάκης δεν την αγαπάει πια -στην πραγματικότητα δεν την αγαπούσε ποτέ- αφού «κλέφτηκε» με μια άλλη κοπέλα και πλέον ανοίγει ο δρόμος για να πραγματοποιηθούν τα σχέδιά του, εκείνη, ψυχικά και σωματικά εξαντλημένη, προδομένη, απογοητευμένη, πεθαίνει.

Τα πρόσωπα του έργου

ΠΑΝΑΓΗΣ ΒΙΟΛΑΝΤΗΣ, ο πατέρας της Στέλλας
ΜΑΡΙΑ ΒΙΟΛΑΝΤΗ, σύζυγος του Παναγή
ΣΤΕΛΛΑ ΒΙΟΛΑΝΤΗ, η πρωτότοκη κόρη
ΝΤΑΝΤΗΣ ΒΙΟΛΑΝΤΗΣ, ο γιος
ΘΕΙΑ ΝΙΟΝΙΑ, θεία της Στέλλας, αδερφή του Παναγή
ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ ΖΑΜΑΝΟΣ, ο έρωτας της Στέλλας
ΑΣΗΜΙΝΑ, η υπηρέτρια της οικογένειας

Η γνώμη των κριτικών

«Το δίχως άλλο ανάμεσα στα έργα του κ. Ξενόπουλου, η Στέλλα Βιολάντη είναι το πιο άρτιο θεατρικά. Το θέμα της βέβαια, σήμερα είναι ολότελα παλιωμένο κι οι τωρινές κοπέλες βλέποντας τη Στέλλα θ’ απορούν για τους καυγάδες και τα μαρτύρια και τα… θεατρικά έργα που μπορούσε κάποτε να προκαλέσει η φυσική αξίωση ενός κοριτσιού να παντρευτεί σύμφωνα με το προσωπικό της γούστο και όχι με το γούστο του πατέρα της. Ωστόσο, υπάρχουν στη Στέλλα δύο χαρακτήρες θεατρικοί (η Στέλλα και ο Βιολάντης) διαγραμμένοι βέβαια, με τη μονοκόμματη κοντυλιά και την ισχνή πτύχωση που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική δραματουργία, αρκετά καθαροί όμως και αρκετά έντονοι ώστε να καταφέρνουν να στηρίζουν λίγο – πολύ το δράμα, μ’ όλο το «ξεπερασμένο» θέμα του. Η θεατρική διαγραφή αυτών των δύο χαρακτήρων είναι και η μόνη σήμερα αξία του έργου…», Μάριος Πλωρίτης στην εφημερίδα «Ελευθερία», 1/4/1949.

«Ο Παναγής Βιολάντης είναι ο Πατέρας του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Τον χαρακτηρίζει η επιβίωσις του αρχηγού της προϊστορικής πατρυάς. Τύραννος πραγματικός ορίζει τη γυναίκα του, τα παιδιά του, όσους βρίσκονται υπό την εξουσία του και δεν επιτρέπει στην κόρη του ούτε να ερωτευθεί παρά τη θέλησή του. Ζη για μια τιμή και για μια υπόληψη όπως λέει ο λαός… Η Στέλλα Βιολάντη είναι γνήσια κόρη του πατέρα της. Έχει θέληση ατσαλένια, όπως κι εκείνος, έχει και αυτοσεβασμό. Στέκεται πιστή στον έρωτά της, μολονότι διαπιστώνει πως ο εκλεκτός της δεν αξίζει τίποτα…. Το δράμα που προέρχεται από τη σύγκρουση αυτών των δύο ισχυρών θελήσεων, μετέχει, θα έλεγε κανείς, της θαλερότητας του δημιουργού του. Η “Στέλλα Βιολάντη” φέρει με άνεση τα σαράντα της χρόνια, παρουσιάζει ελάχιστες ρυτίδες, γοητεύει και συγκινεί. Τουλάχιστον οι δύο πρώτες πράξεις της, γιατί η τρίτη κάνει κάπως “βάδην εν χώρα” μοιραίως άλλως τε, εφόσον ο Ξενόπουλος έγραψεν αρχικώς το έργο του ως αφήγημα και συνεπώς δεν το άρχισε από το τέλος, όπως πρέπει να γίνεται με τα θεατρικά έργα…», Κώστας Οικονομίδης, εφημερίδα «Έθνος» 31/3/1949.

“…Το έργο γράφτηκε στις αρχές του αιώνα, με την προσδοκία να αρέσει στο αστικό κοινό της εποχής. Επηρεασμένος από το θέατρο του Ίψεν και από το αρχαίο δράμα ο Γρηγόρης Ξενόπουλος θέλει να προβάλει τη σκληρή θέση της γυναίκας της εποχής του, φιλοδοξώντας παράλληλα να φτιάξει μια σύγχρονη τραγωδία. Αν και πολύ λίγο κατορθώνει να αποφύγει το αισθηματολογικό πνεύμα που κυριαρχούσε στην κοινωνική ζωή, καταφέρνει όχι μόνο να εντοπίσει στην πιο αυταρχική του μορφή το κοινωνικό καθεστώς για τη γυναίκα της Ελλάδας, αλλά ηθογραφεί, ψυχογραφώντάς το, το καρκίνωμα των οικογενειακών “αρχών”, που σήμερα ακόμη δηλητηριάζουν τη ζωή πολλών κοριτσιών, παρά την απότομη αλλαγή ηθών. Ο πατέρας σύμβολο εξουσίας και αυταρχισμού. Απόλυτος κύριος του οικογενειακού του ποιμνίου. Ο γιος φερέφωνο της πατρικής αρχής, ένας μόλις διαμορφούμενος σαδιστής αντροκράτης. Οι γυναίκες του σπιτιού νηφάλια πειθήνιοι υπήκοοι της πατριαρχικής αρχής. Εκπαιδευμένες να τη δέχονται, να την ανέχονται για λόγους ηθικής κοινωνικής τάξης. Έτσι τις έμαθαν να πιστεύουν… και η Στέλλα πρέπει να συνετιστεί ή να πεθάνει. Η σκληρότητα που αναδίνει όλο το έργο απλώνεται απειλητική πάνω από τη Στέλλα Βιολάντη. Κανένας δεν συγχωρεί το θάρρος της να έχει προσωπική γνώμη, να υπερασπίζεται τα δικαιώματά της στη ζωή, να κρίνει… Γύρω της πυργώνεται το οικογενειακό καθεστώς, η προδοσία του άντρα, η αδικία και συγκρούονται με την προσωπική της περηφάνια και την ψυχική της δύναμη να υπερασπιστεί την αγάπη και τις πράξεις της…”, Ηρώ Βακαλοπούλου, εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», 4/2/1983.

 

 

Η πρώτη παράσταση

Η Μαρίκα Κοτοπούλη, διαβλέποντας στο πρόσωπο της Στέλλας έναν ρόλο που θα μπορούσε να τον κάνει επιτυχία της, παρακάλεσε τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, να πείσει τον Ξενόπουλο να το διασκευάσει για το θέατρο. Έτσι και έγινε. Ο Ξενόπουλος δούλεψε το έργο το 1908 και στις αρχές του 1909 και συγκεκριμένα το Σάββατο 10 Ιανουαρίου 1909, δόθηκε η πρώτη παράσταση – όχι όμως από την Κοτοπούλη, όπως θα περίμενε κανείς- αλλά από την Κυβέλη, στην Πάτρα, στο θέατρο Απόλλων.

Ωστόσο, στη θεατρική ιστορία θα μείνει η παράσταση της Κοτοπούλη.
Στην Αθήνα η πρώτη του έργου δόθηκε την Τετάρτη 10 Ιουνίου 1909 στο Θέατρο Ομόνοιας, στέγη της Νέας Σκηνής.
Εκτός από την Κοτοπούλη,
το ρόλο του Χρηστάκη Ζαμάνου έπαιξε ο Κώστας Σαγιώρ,
τον Παναγή Βιολάντη ο Αθανάσιος Περίδης,
η γυναίκα του Αγαθή Περίδη έπαιξε τη θεία Νιόνια,
η Σοφία Ταβουλάρη τη μητέρα της Στέλλας και
ο Περικλής Γαβριηλίδης τον Νταντή Βιολάντη.

Αυτή η παράσταση, που δόθηκε παρουσία και του Ξενόπουλου, άνοιξε με την απαγγελία από την ηθοποιό Στέλλα Γαλάτη, του ποιήματος που ο Παλαμάς έγραψε για το έργο. Η μουσική της παράστασης ήταν του Μανώλη Καλομοίρη, που δεν αποδόθηκε βέβαια με πλήρη ορχήστρα αλλά με ένα πιάνο και ένα βιολί.

Η Βιολάντη θεωρήθηκε προσωπική επιτυχία της Μαρίκας Κοτοπούλη όπως αναφέρει και ο κριτικός θεάτρου της εφημερίδας Εστίας της επομένης: …ως έργον θεατρικόν η Βιολάντη ή κυριολεκτικώτερον ως σκηνοποίησις φαίνεται ότι υστερεί της Σάντρη… μένει πάντως η Βιολάντη αν όχι “η ψυχή του θρήνου, του μαρτυρίου και της θυσίας” όπου με τα πτερά της Μούσης του ανύψωσε την ηρωίδα του κ. Ξενόπουλου ο ποιητής, ιδιαιτέρως εν ενδιαφέρουσα ηθογραφία την οποίαν αξίζει να δουν και όσοι δεν παρακολουθούν την άλλη μας φιλολογία και δεν εδιάβασαν τα διηγήματα του κ. Ξενόπουλου… Βεβαίως ουκ ολίγον συνεισέφεραν και οι ηθοποιοί της “Νέας Σκηνής” τελείως μελετημένοι, ιδιαίτατα δε η πρωταγωνίστρια εις την σχεδόν τέλειαν υπόκρισιν της οποίας πρέπει να ομολογηθή ότι οφείλεται η επιτυχία του όλου έργου κατά τα τρία τέταρτα. Διότι περί επιτυχίας πρόκειται, το επαναλαμβάνομεν. Επιτυχίας πλήρους, μαρτυρηθείσης και εκ των γενικών χειροκροτημάτων, με τα οποία ο συγγραφεύς εγένετο δεκτός επανειλημμένως κληθείς από σκηνής…

Η κριτική που κάνει για το έργο και για την Κοτοπούλη ειδικά η θεατρική κριτικός της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόη Παρέν είναι διθυραμβική. Γράφει ανάμεσα στα άλλα: …εν από τα ωραιότερα έργα εξ όσων έχουν γραφεί δια το Ελληνικόν Θέατρον… όλα τα πρόσωπα του έργου είναι τύποι χαρακτηριστικοί και όλοι είναι παρμένοι από την ζωή την καθημερινήν ενός παλιού τυραννικού καθεστώτος. Η δύναμις του ισχυροτέρου υπό την ασπλαγχνοτέραν της μορφήν παρουσιάζεται εις τον τύπον του πατρός Βαλάντη κάτω από την πυγμήν του οποίου σπαράζουν και πονούν και χάνονται το παιδί του, η αδελφή του, η γυναίκα του… …συγγραφεύς, μουσικός και ηθοποιοί μας έδωκαν μιαν από τις πολύ σπανίας θεατρικάς απολαύσεις της περιόδου αυτής με το καθαρώτατα Ελληνικόν αυτό ωραίον έργον το οποίο συνεχίζει την επιτυχίαν της Φωτεινής Σάντρη, με έναν βαθμό υψηλότερα για τον συγγραφέα. Η μουσική του κ. Καλομοίρη ήρεσε πολύ και εχειροκροτήθη…. Για την Μαρίκα Κοτοπούλη γράφει: …και η δις Κοτοπούλη υπήρξεν η ενσάρκωσις των χιλιάδων κοριτσιών που πίπτουν θύματα της πατρικής αυθαιρεσίας των γονέων και θυσιάζουν εις τον έρωτα την ζωήν των. Όλοι όσοι την αγαπούν παρηκολούθησαν με αληθινήν χαράν την μεγάλην επιτυχία της εις την Στέλλα Βιολάντη, επιτυχία που επλαισίωσε θαυμάσια η τέλεια υπόκρισις όλων των άλλων ηθοποιών…

Το έργο παίχτηκε για μια θεατρική εβδομάδα, (από Τετάρτη σε Τρίτη) όπως συνηθιζόταν τότε.

***

Η Ελένη Παπαδάκη έκανε το δικό της πέρασμα από τον ελληνικό κινηματογράφο, μέσα από τη βωβή ταινία του 1931, με τίτλο “Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου” (αρχική φωτογραφία). Η μια και μοναδική αυτή απόπειρα που (κατά τη γνώμη της ίδιας) ήταν μάλλον αποτυχημένη, την οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει οριστικά το σινεμά και να αφιερωθεί στο θέατρο.

Η ταινία βασίστηκε στη “Στέλλα Βιολάντη”, το δημοφιλέστερο -ίσως- έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Σκηνοθέτης ήταν ο Ιωάννης Λούμος, ενώ η μουσική-σάουντρακ που επένδυε το έργο ήταν του Κ. Λαζαρίδη σε στίχους του Πωλ Μενεστρέλ.

“Αν και η Ελληνική Κινηματογραφία δεν ηδυνήθη να διαθέσει μέχρι σήμερον επαρκή τεχνικά μέσα, κατόρθωσε να παρουσιάση μολαταύτα, μίαν αξιόλογον παραγωγήν, οποία -δεδομένου ότι υπάρχουν και πρώτης τάξεως καλλιτέχναι- μας πείθει ότι πολύ συντόμως θα δώση αποτελέσματα αντάξια της καλλιτεχνικής παραδόσεως της χώρας μας.” Ελένη Παπαδάκη (1931)

***

Η ιστορία του διηγήματος εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο, όπου η 19χρονη Στέλλα Βιολάντη, κόρη του πλούσιου μεγαλέμπορα Παναγή Βιολάντη, γνωρίζει έναν γοητευτικό νέο, τον Χρηστάκη Ζαμάνο. Ο Ζαμάνος εργάζεται στο τηλεγραφείο κι έχει συνηθίσει χάρη στο καλό παρουσιαστικό του να κερδίζει εύκολα τη συμπάθεια και τον έρωτα των κοριτσιών του νησιού. Η Στέλλα, ωστόσο, δεν του δίνει σημασία. «Δεν είχε τόση φιλοδοξία αυτή∙ δεν έβαλε ποτέ με το νου της να κατακτήσει νέο, που καθεμιά τον ήθελε και του το έδειχνε».
Η αδιαφορία αυτή της Στέλλας πληγώνει τον εγωισμό του χαϊδεμένου Χρηστάκη, ο οποίος αποφασίζει να την κατακτήσει, κι όπως χαρακτηριστικά λέει σ’ έναν φίλο του «θα την κάμω εγώ να βουρλιστεί!». Αρχίζει, λοιπόν, να διεκδικεί επίμονα την προσοχή της Στέλλας, κάνοντας ό,τι μπορεί για να την πείσει πως αγαπά μόνο εκείνη και πως αδιαφορεί για όλες τις άλλες. Ένα βράδυ, μάλιστα, της δίνει ένα γράμμα με το οποίο της εξομολογείται τον έρωτά του.
Η Στέλλα διαβάζοντας το γράμμα ξεγελιέται και θεωρεί πως ο Χρηστάκης την αγαπά πραγματικά. Περνά το βράδυ της ξάγρυπνη να σκέφτεται όλες τις προηγούμενες απόπειρές του να της δείξει το ενδιαφέρον του και πείθεται εν τέλει πως ο έρωτάς του είναι αληθινός. Του στέλνει, έτσι, κι εκείνη ένα σύντομο ερωτικό γράμμα: «Ναι, Χρηστάκη μου, σ’ αγαπώ κι εγώ, σ’ αγαπώ όσο δεν φαντάζεσαι, όσο δεν μπορείς να φαντασθείς. Είμαι δική σου. Αγάπα με. Η Στέλλα σου».
Ο Ζαμάνος ενθουσιάζεται με την απάντηση της Στέλλας, κι ακολουθώντας τη συμβουλή ενός Άγγλου φίλου του, πως δεν πρέπει να χάσει την ευκαιρία, αφού η κοπέλα είχε πολύ μεγάλη προίκα, αποφασίζει να στείλει επιστολή στον πατέρα της για να τη ζητήσει σε γάμο.
Ο πατέρας, όμως, της Στέλλας μόλις λαμβάνει τη σχετική επιστολή εξαγριώνεται με το θράσος του φτωχού υπαλλήλου. «Τι λέω-λέει;!! Ο γιος του Ζαμάνου, ο ψωρίτης του ψωρίτη, ο χαϊμένος, επήρε το αντζάρντο να μου γυρέψει τη θυγατέρα μου, εμένανε;…».
Ο Παναγής Βιολάντης ήταν ένας εξαιρετικά σκληρός άνθρωπος που ενδιαφερόταν μόνο για το καλό του όνομα στην τοπική κοινωνία. Μόλις, επομένως, υποψιάστηκε από το γράμμα του Ζαμάνου πως η κόρη του ενθάρρυνε αυτό το τόλμημα του νεαρού, θέλησε αμέσως να μάθει σε ποιο σημείο είχε εκτεθεί η οικογένειά του. Εμφανίστηκε έτσι υποκριτικά πρόσχαρος στο σπίτι του, δίνοντας στη Στέλλα την εντύπωση πως θα της επέτρεπε να παντρευτεί τον Χρηστάκη. Της ζητούσε, ωστόσο, επίμονα να του εξηγήσει πώς έγινε η γνωριμία με τον νεαρό, κι όταν εκείνη του είπε πως του είχε στείλει γράμμα, τη χτύπησε, την κλείδωσε στο δωμάτιό της, κι έφυγε για να πάρει πίσω το γράμμα της κόρης του και να απειλήσει το Ζαμάνο, ώστε να μη μάθει ποτέ κανείς γι’ αυτή την απρέπεια της Στέλλας.
Ο Χρηστάκης Ζαμάνος δέχτηκε έντρομος τις απειλές του Βιολάντη και πολύ γρήγορα του έδωσε το γράμμα της Στέλλας, αφού ούτως ή άλλως δεν είχε ποτέ αγαπήσει την κοπέλα. Ο Παναγής Βιολάντης διαβάζοντας το γράμμα της Στέλλας εξοργίστηκε ακόμη περισσότερο με την ανοησία της κόρης του:
«Τ’ είναι τούτα που μου κάνεις μωρή; εφώναξε ο Παναγής έξω φρενών∙ τι ντροπές είναι τούτες που μόβαλες στο κούτελό μου;… “Είμαι δική σου;”! Πώς έγραψες εσύ τέτοιο πράμα; Τίνος είσαι, μωρή; Ποιον ερώτησες να σου πει τίνος είσαι; Με ποιο δικαίωμα δόθηκες στον ξένον άνθρωπο; Ποιος σου είπε πως ορίζεις τον εαυτό σου; Πώς σου πέρασε από το νου, πως μπορείς να δώσεις και το νύχι σου, χωρίς να θέλω εγώ;… Δε μιλείς, μωρή;… Ε, τι είναι τούτα;».
Η οργή του Παναγή Βιολάντη ήταν πολύ έντονη, κυρίως γιατί σκεφτόταν την προσβολή που θα του γινόταν, αν μάθαιναν οι άνθρωποι του νησιού πως η κόρη του ξέπεσε σε τέτοιο σημείο, ώστε να στέλνει ερωτικά γράμματα σ’ έναν φτωχό υπάλληλο.
«Κι εχύθηκε πάνω της, και την άρπαξε από το λαιμό, και της τον έσφιξε να την πνίξει, κι έπειτα την άρχισε γροθιές, και την εκτυπούσε όπου έφθανε, στους ώμους, στο στήθος, στο κεφάλι, και την εκτυπούσε αλύπητα, με λύσσα, να την τελειώσει, να την ξεκάμει, όπως μόνον ένας πατέρας μπορεί να χτυπά την κόρη του… Και ως να τον εμεθούσε περισσότερο κάθε χτύπημα, ως να τον εφρένιαζε η αντίσταση της στερεάς σαρκός -γιατί άλλη δεν έκαμνε η κακομοίρα εκείνη- ο δαρμός του δεν εφαίνετο να έχει τελειωμό, και η φυσική εξάντληση, που μόνη θα τον εσταματούσε, αργούσε ακόμη πολύ».
Ο Παναγής δεν λυπόταν καθόλου την κόρη του, που την έβλεπε ως «ξένο κρέας», όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει ο αφηγητής, και δεν τον ενδιέφερε ακόμη κι αν πέθαινε:
«Ν’ αρρωστήσει και να πεθάνει, να πάει στο διάολο, αυτό παρακαλώ το Θεό μου. Ναι, να πεθάνει! Αυτό και μόνο μπορεί να τη σώσει από την ατιμία της και από την ντροπή της! Κοπέλα που αποδιαντράπηκε να γράψει σ’ έναν ξένο “είμαι δική σου”, δεν μπορεί άλλο να ζήσει στο σπίτι μου. Και αν δεν πεθάνει μονάχη της, θα την ξεκάμω εγώ, με τα χέρια μου!».
Όσο η Στέλλα συνέχιζε να επιμένει στον έρωτά της για το Χρηστάκη Ζαμάνο τόσο περισσότερο εξοργιζόταν ο πατέρας της και τη χτυπούσε καθημερινά. Κι όταν η μητέρα της άφησε να εννοηθεί στον Παναγή πως η Στέλλα σκεφτόταν ακόμη και να φύγει από το σπίτι -κάτι που θα αποτελούσε ανήκουστη ατιμία για την οικογένειά τους- ο Παναγής Βιολάντης την έκλεισε σε μια σοφίτα. Έπαψε να τη χτυπά, αλλά πλέον της έδινε μόνο λίγο ψωμί και νερό, ίσα για να επιβιώσει, και κάθε φορά τη ρωτούσε αν είχε μετανιώσει. Η Στέλλα επέμενε στην απόφασή της, μα σιγά-σιγά από τον καημό της άρχισε να αρρωσταίνει. Σταμάτησε να τρώει το ψωμί και αναζητούσε μόνο το νερό για να δροσίσει το σώμα της που έκαιγε από τον πυρετό. Πολύ σύντομα εξασθένησε τόσο, που όταν ο πατέρας της ανέβηκε στη σοφίτα για να την ενημερώσει με άφθονη χαιρεκακία πως ο Ζαμάνος θα παντρευόταν μια άλλη, τη βρήκε νεκρή.
Η Στέλλα Βιολάντη πέθανε από τη στεναχώρια της, χωρίς ποτέ να μάθει την αλήθεια για το Χρηστάκη Ζαμάνο και για την κοπέλα που σκόπευε να παντρευτεί. Όπως γράφει ο αφηγητής, «πέθανε με τη γλυκιά πλάνη πως κάποιος την είχε αγαπήσει».

***

«Στέλλα Βιολάντη»
(Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Γ. Ξενόπουλου)
(Πράξη 3η)
ΜΑΡΙΑ: (…) Έλα τώρα, να σε χαρώ. Και ο πατέρας σου ο ίδιος είναι πολύ
λυπημένος γι’ αυτά, κ’ ένα λόγο σου περιμένει για να σε συχωρέσει
με την καρδιά του. Πες τονε, Στέλλα, μέρα που ξημερώνει μεθαύριο!
Και ούτε τον Μένουλα επιμένει πια να σου δώσει με το στανιό, – να,
μα το Θεό, μού το είπε ο ίδιος (…) Το Χρηστάκη μοναχά να βγάλεις
από το νου σου, να ησυχάσεις, και … τώρα τώρα που θα γυρίσει από
το Καζίνο ο πατέρας σου και θα τον δεις να μπει μέσα, (να πας να
πέσεις στα πόδια του, να του ζητήσεις συχώρεση και να του
υποσχεθείς πως από δω και πέρα δεν θα κάνεις του κεφαλιού σου).
Κι εκείνος τότες θα σε φιλήσει, και θα γίνουν όλα μέλι γάλα.
ΣΤΕΛΛΑ (σηκώνει διαμιάς το κεφάλι και κοιτάζει κατάματα τη μητέρα
της): Όχι!

***

«Στέλλα Βιολάντη»
(Το αντίστοιχο απόσπασμα από το διήγημα)
Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρότασή της.
Να πέσει στα πόδια του πατέρα της και να του γυρέψει
συχώρεση· να του πει πως μετανόησε για το κίνημά της·
να του υποσχεθεί πως στο εξής δε θα έκανε τίποτα χωρίς
το θέλημά του· να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να
συλλογίζεται το Χρηστάκη, κι εκείνος ήταν πρόθυμος να τη
συγχωρέσει (…).
Η Στέλλα την άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Έπειτα κοίταξε
τη μητέρα της κατάματα, και με όλη την ηρεμία, με όλη τη
γαλήνη της σταθερότητας, επρόφερε:
-’Όχι.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Στέλλα Βιολάντη»: “Η ψυχή του θρήνου, του μαρτυρίου και της θυσίας”…
Περισσότερα

Οδυσσέας Ελύτης: Αποφθέγματα ποίησης και ζωής

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μερικά από τα σπουδαιότερα αποφθέγματα του μεγάλου μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη:

 

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».

«Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη».

«Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι».

«Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι».

«Την αλήθεια τη «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα».

«Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε».

«Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του».

«Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά».

«Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει».

«Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε».

«Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…».

«Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας».

«Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη».

«Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη».

«Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;».

«Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα».

«Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο».

«Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει».

«Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία».

«Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!».

«Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει».

«Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες».

«Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει».

«Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος»».

«Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου».

«Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο».

«Ήρθαν ντυμένοι «φίλοι» αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας».

«Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα».

«Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός».

«Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της».

«Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι».

«Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται».

«Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρικολάκιασε».

«Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα».

«Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε».

«Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου».

«Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας. Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα».

«Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά».

«Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ».

«Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες».

***

Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε Έλληνας ποιητής και ζωγράφος. Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας, που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Λέσβιου επιχειρηματία Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της συμπατριώτισσάς του Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του εγκαταστάθηκε το 1895 στο Ηράκλειο, όπου ίδρυσε εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργίας, και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη μητέρα του.

Με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης μεταφέρει την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Αθήνα και εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην οδό Σόλωνος 98α. Σε ηλικία έξι ετών ο Οδυσσέας εγγράφεται στο ιδιωτικό Λύκειο Μακρή, που βρισκόταν τότε στην οδό Ιπποκράτους. Το 1918 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδελφή του Μυρσίνη, σε ηλικία μόλις 20 ετών. Το 1923, ένα έτος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια Αλεπουδέλη ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία). Το 1924 θα γνωρίσει στη Λωζάνη τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που αποτελούσε το πολιτικό ίνδαλμα της οικογένειάς του.

Το φθινόπωρο του 1924 μετεγγράφεται στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και τον επόμενο χρόνο χάνει τον πατέρα του. Σ’ αυτή την περίοδο των μαθητικών του χρόνων εκδηλώνονται τα πρώτα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Συνεργάζεται με το περιοδικό Διάπλασις των Παίδων, διαβάζει ελληνική και γαλλική λογοτεχνία και το 1927 έρχεται σε επαφή με την ποίηση του Καβάφη. Το 1928 παίρνει το απολυτήριο του τότε Γυμνασίου και γνωρίζει την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Όλα αυτά τα χρόνια ο Οδυσσέας επισκεπτόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που θα επηρεάσει το λυρικό υπόστρωμα της ποίησής του.

Το 1929 αποτελεί καθοριστικό έτος για την ποιητική του διαδρομή. Ανακαλύπτει τον σουρεαλισμό και διαβάζει Λόρκα και Ελιάρ. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα και τα στέλνει με ψευδώνυμο σε περιοδικά. Το 1930 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Μοσχονησίων 146 (Πλατεία Αμερικής). Το 1933 γίνεται μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου και συμμετέχει σε εκδηλώσεις και συζητήσεις με τους Ιωάννη Συκουτρή, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Το 1935 θα γνωρίσει τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, που θα επηρεάσει καθοριστικά την ποίησή του, όπως και τη λαϊκή ζωγραφική του Θεόφιλου, η οποία θα ασκήσει σημαντική επίδραση στον εικονιστικό προσανατολισμό της ποίησής του. Τον ίδιο χρόνο, ο φίλος και ομότεχνός του Γιώργος Σαραντάρης τον φέρνει σε επαφή με τη λογοτεχνική συντροφιά, που εξέδιδε το πρωτοποριακό περιοδικό Νέα Γράμματα. Την αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, οι Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης. Στα Νέα Γράμματα θα δημοσιευτεί το πρώτο του δόκιμο ποίημα με τίτλο Του Αγαίου, με την υπογραφή: Ελύτης.

Το 1936 γνωρίζεται με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο και από τότε θα τους συνδέσει μια μακρόχρονη και στενή φιλία. Στην παρέα τους εντάσσονται οι ζωγράφοι Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και Γιάννης Μόραλης, καθώς και ο ποιητής Νίκος Καρύδης, δημιουργός του εκδοτικού οίκου Ίκαρος, ο οποίος θα εκδώσει τα περισσότερα από τα βιβλία του Ελύτη. Τον ίδιο χρόνο θα διακόψει τις σπουδές του στη Νομική και θα στρατευθεί. Θα απολυθεί ως έφεδρος αξιωματικός το 1938.

Τον Δεκέμβριο του 1939, όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεσπάσει, θα εκδώσει σε 300 αντίτυπα την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Προσανατολισμοί, μια φωτεινή αχτίδα μέσα «στη συννεφιά του κόσμου». Το 1940 η οικογένεια Αλεπουδέλη μετακομίζει στην οδό Ιθάκης 31 και την ίδια χρονιά ο Σάμουελ Μπο-Μποβί μεταφράζει τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη στα γαλλικά.

Με την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940) επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και ο παγωμένος χειμώνας του ’40, τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή του πυρός. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 προωθείται με το λόχο του εντός του αλβανικού εδάφους. Στις αρχές του 1941 παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Γλιτώνει τον θάνατο ως εκ θαύματος και μεταφέρεται στην Αθήνα. Η μακριά του ανάρρωση συμπίπτει με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την επακολουθήσασα Κατοχή.

Το 1943 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα, μια αλληγορική αντίσταση μέσα στην Κατοχή, καμουφλαρισμένη σε μια υπερρεαλιστική φόρμα, όπως η Αμοργός του Γκάτσου και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά.

Το 1945 συνεργάζεται με το υπερρεαλιστικό περιοδικό Τετράδιο. Δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του Λόρκα κι ένα δικό του έργο, την ελεγεία Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Την ίδια χρονιά, με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη, τοποθετείται διευθυντής προγράμματος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), θέση από την οποία παραιτείται ύστερα από λίγο. Την περίοδο αυτή ασχολείται με τη ζωγραφική, που ήταν μια παλιά του απασχόληση, συμπληρωματική της ποίησής του.

Το 1948 φεύγει από την Ελλάδα, που δοκιμάζεται από τον Εμφύλιο Πόλεμο, για την Ελβετία και από εκεί στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται. Εκεί γνωρίζεται με την πρωτοπορία της γαλλικής διανόησης (Μπρετόν, Ελιάρ, Τζαρά, Καμί) και έρχεται σε επαφή με εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως οι Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι. Το 1950 επισκέπτεται την Ισπανία και στο τέλος του ίδιου χρόνου εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου συνεργάζεται με το BBC.

Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο επανακάμπτει στο ΕΙΡ ως διευθυντής προγράμματος, θέση που θα κρατήσει για ένα μονάχα χρόνο. Το 1959 κυκλοφορεί το Άξιον Εστί, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο ποιητής καταδύεται στις ρίζες του ελληνικού μύθου και αντλεί υλικό και μορφές, εικόνες και ήχους, επιτυγχάνοντας μια δραματική σύνθεση, στην οποία το λυρικό «εγώ» ταυτίζεται με το επικό «εμείς» και η σύγχρονη γραφή συνδυάζεται με μια περιουσία, αρχαία βυζαντινή και νεότερη. Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.

Το 1967 το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου τον βρίσκει να μεταφράζει αποσπάσματα της Σαπφούς, στη νέα του κατοικία επί της οδού Σκουφά 23. Το 1969 φεύγει για δεύτερη φορά από την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει έως το 1971, οπότε επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίζεται πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών Επικρατείας, ο Ελύτης αρνείται, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμειγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνείται, επίσης, την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Το 1979 έρχεται η μεγάλη στιγμή για τον ποιητή. Στις 18 Οκτωβρίου η Σουηδική Ακαδημία ανακοινώνει ότι θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία». Στην ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας επισημαίνεται ότι το Άξιον Εστί αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ποίησης του 20ου αιώνα. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής στις 10 Δεκεμβρίου 1979 στη Στοκχόλμη, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο Γουσταύο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα.

Τα επόμενα χρόνια θα είναι αρκούντως δημιουργικά για τον Ελύτη, με σημαντικές εκδόσεις έργων του στην ποίηση, το δοκίμιο και τη μετάφραση. Οι διακρίσεις και οι τιμές για το έργο του, εντός και εκτός της Ελλάδας, θα συνεχιστούν και θα ενταθούν. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα φύγει από τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 85 ετών.

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ’ την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος».

Εργογραφία

Ποιητικές συλλογές
Προσανατολισμοί («Πυρσός», 1939)
Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα ( «Γλάρος», 1943)
Το Άξιον Εστί («Ίκαρος», 1959)
Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό («Ίκαρος», 1960)
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας («Ίκαρος», 1962)
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας («Ίκαρος», 1971)
Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά («Ίκαρος», 1971)
Το Μονόγραμμα («Ίκαρος», 1972)
Τα Ρω του Έρωτα («Αστερίας», 1972)
Τα Ετεροθαλή («Ίκαρος», 1974)
Μαρία Νεφέλη («Ίκαρος», 1978)
Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας («Ίκαρος», 1982)
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου («Ύψιλον», 1984)
Ο μικρός ναυτίλος («Ίκαρος», 1985)
Τα ελεγεία της Οξώπετρας («Ίκαρος», 1991)
Δυτικά της λύπης («Ίκαρος», 1995)
Εκ του πλησίον («Ίκαρος», 1998)

Δοκίμια

Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου («Νέα Εστία», 1946)
Ο ζωγράφος Θεόφιλος («Αστερίας» 1973)
Ανοιχτά χαρτιά («Αστερίας», 1974)
Η μαγεία του Παπαδιαμάντη («Ερμής», 1976)
Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο («Ύψιλον», 1980)
Ιδιωτική Οδός («Ύψιλον»,1990)
Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά («Ίκαρος», 1990)
Εν λευκώ («Ίκαρος», 1993)
Ο κήπος με τις αυταπάτες («Ύψιλον», 1995)

Μεταφράσεις

Ζαν Ζιρωντού: «Νεράιδα – Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις» (Εταιρία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1973)
Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο κύκλος με την κιμωλία» (Εταιρία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1974)
Δεύτερη Γραφή («Ικαρος», 1976)
Σαπφώ (1976)
Η Αποκάλυψη του Ιωάννη («Υψιλον», 1985)

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης χρησιμοποίησε ψευδώνυμο για το λογοτεχνικό έργο του, επειδή ήθελε να αποστασιοποιηθεί από το οικογενειακό του επίθετο, το οποίο ήταν «συνυφασμένο με ό,τι εγώ μισώ στη ζωή, το πρακτικό δηλαδή πνεύμα, την εμπορική πίστη, τον άκρατο ωφελιμισμό». Το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ελύτης μπορεί να προέρχεται από τον συνδυασμό της συλλαβής «ελ», αρχικής σε ονόματα σημαδιακά, όπως Ελλάδα, Ελπίδα, Ελευθερία, Ελένη, με τη γενική τοπωνυμική κατάληξη των ελληνικών ονομάτων ανάλογα με το «Πολίτης», όπως προτείνει ο ελληνιστής Κίμων Φράιερ. Παλαιότερα οι φίλοι υποστήριζαν τρεις εκδοχές του ψευδωνύμου Ελύτης: το όνομα Eluard (Ελιάρ) και τις λέξεις elite (ελίτ) και αλήτης.

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη

Η Σουηδική Ακαδημία, στις 18 Οκτωβρίου 1979, ανακοινώνει ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας θα απονεμηθεί στον Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Ήταν το δεύτερο Νόμπελ για την Ελλάδα και μάλιστα στην ίδια κατηγορία, ύστερα από αυτό του Γιώργου Σεφέρη το 1963. Η βράβευση του Ελύτη θεωρήθηκε έκπληξη, καθώς κανένα έργο του δεν είχε μεταφραστεί στα σουηδικά και τα προγνωστικά, που συνήθως πέφτουν έξω, έδιναν ως επικρατέστερους τους Βρετανούς συγγραφείς Γκράχαμ Γκριν και Ντόρις Λέσινγκ (το πήρε τελικά το 2007) και τον Τούρκο συγγραφέα Γιασάρ Κεμάλ.

Η ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας αναφέρει ότι η υψίστη διάκριση για τη λογοτεχνία απονέμεται στον Οδυσσέα Ελύτη «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει, με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία» και ότι το κυριότερο έργο του Έλληνα ποιητή, το «Άξιον Εστί», αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ποίησης του 20ού αιώνα.

«Η θάλασσα και τα νησιά, τα ζώα και τα φυτά τους, τα απαλά βότσαλα και οι ακρογιαλιές, ο αφρός των κυμάτων, οι μαύροι θαλασσινοί αχινοί, είναι στοιχεία, που επαναλαμβάνονται συνεχώς στο έργο του[…] Ο αισθητός κόσμος είναι έντονα ζωντανός στο έργο του, πλούσιος σε φρεσκάδα και καταπληκτικές εμπειρίες», προστίθεται στην ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας.

Στην ανακοίνωση επισημαίνεται, τέλος, ότι και το ψευδώνυμο του ποιητή «αντανακλά μια σύνθεση ιδεών της ελληνικής σκέψης, όπως το όνομα της ίδιας της χώρας του Ελλάδας, το όνομα της Ελπίδας, της Ελευθερίας και της Ελένης, το όνομα της γυναίκας, η οποία συμβολίζει την ομορφιά και τη γοητεία».

Η αναγγελία της βράβευσης έγινε δεκτή από τον Ελύτη με την παροιμιώδη ψυχραιμία και σεμνότητά του, όμως επισήμανε ο Τύπος. «Ήξερα ότι είμαι εφέτος υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ, αλλά δεν πίστευα ότι είχα πιθανότητες. Άκουγα διάφορες φήμες ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζονται διασυνδέσεις, υπόγειες διεργασίες και επαφές, πράγμα ακατάλληλα για τον χαρακτήρα μου. Ιδού όμως που όλα αυτά είναι μύθος. Και αυτό ας γίνει ένα μάθημα προς τους νεότερους. Ας νιώσουν οι νέοι πως κάνοντας σωστά και σεμνά τη δουλειά τους θα αναγνωρισθούν. Θέλω να πιστεύω ότι με την απόφασή της αυτή η Σουηδική Ακαδημία τιμά στο πρόσωπό μου ολόκληρη την ελληνική ποίηση, θέλω ακόμη να πιστεύω, ότι η Ακαδημία επιδιώκει να επισύρει την προσοχή όλου του κόσμου σε μια παράδοση που συνεχίζεται χωρίς διακοπή από την εποχή τού Ομήρου, παράδοση στην οποία περιέχεται ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός. Ευχαριστώ τη Σουηδική Ακαδημία για λογαριασμό μου και για λογαριασμό της πατρίδος μου», ήταν οι πρώτες δηλώσεις του Έλληνα νομπελίστα.

Ο λόγος του Ελύτη στην τελετή απονομής

Στις 10 Δεκεμβρίου 1979, έγινε στη Στοκχόλμη η τελετή βράβευσης από τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο Γουσταύο. Στην καθιερωμένη ομιλία που απευθύνουν οι νέοι Νομπελίστες, ο Οδυσσέας Ελύτης είπε:

Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.

Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.

Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του.

Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.

Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο».

Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση.

Όχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι».

Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.

Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο.

Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.

Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη.

Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.

Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

Πώς να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ’ ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν’ ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit!

Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πώς αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ’ άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.

Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ’ αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ’ εξέθρεψε, μ’ εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.

Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.

Είναι, το ξέρω, άτοπο ν’ αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Μαλαρμέ στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον Τ.Σ.Έλιοτ έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.

Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ’ αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν’ αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Ελληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.

Πώς όμως ν’ αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πώς να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ’ αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.

Για τον ποιητή – μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.

Όμως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Όλες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Ρεμπό την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ένα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Ματίς και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.

Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκόσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.

Μπορεί η ποίηση ν’ ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ’ τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ ολ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟδυσσέας Ελύτης: Αποφθέγματα ποίησης και ζωής
Περισσότερα

Δύο δίωρες online διαλέξεις με τον αγαπημένο συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη στο Bateau Lavoir

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο αγαπημένος συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης φέτος συμπληρώνει 10 χρόνια σεμιναρίων δημιουργικής γραφής, στα οποία συμμετείχαν τουλάχιστον 300 μαθητές με 29 εκδοθέντα βιβλία.
Το διάστημα αυτό διοργανώνει μαζί με το Bateau Lavoir – Χώρος Τεχνών & Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων δύο δίωρες online διαλέξεις με τίτλο “Η Μάγισσα Τέχνη – Εργαστήρι Γραφής”, που ως θέμα τους έχουν το πώς περνάμε από μια ιδέα στη συγγραφική πράξη, και μας περιμένει.

Η Μάγισσα Τέχνη – Εργαστήρι Γραφής 

Οι συναντήσεις απευθύνονται σε όσους θέλουν να μπουν στην «κουζίνα του συγγραφέα» και να ανακαλύψουν κρυφούς τόπους και τρόπους που θα τους βοηθήσουν στη δική τους γραφή.

Στις συναντήσεις μας -εξηγεί ο συγγραφέας- θα μιλήσουμε για τεχνικές και τρόπους γραφής, θα κάνουμε ασκήσεις σε ένα περιβάλλον διόρασης και δημιουργικότητας. Μέσα από τη μελέτη της πεζογραφίας και των κρυφών πηγών της, οι συμμετέχοντες θα συλλέξουν μια “εργαλειοθήκη” τεχνικών τέχνης που θα εφαρμόσουν στην πράξη γράφοντας δύο δικές τους πρωτότυπες δημιουργικές ασκήσεις έχοντας την ευκαιρία να δώσουν και να λάβουν εποικοδομητική ανατροφοδότηση για το έργο τους.

Στόχος είναι οι συμμετέχοντες να βιώσουν στην πράξη, ποιος είναι αυτός «ο άλλος τρόπος να δεις» μέσα από τον όποιο αντιλαμβάνεται τα πράγματα ο συγγραφέας. Θα επιχειρήσουμε, μέσα από μια αμφίδρομη διαδικασία να σηκώσουμε «την κουρτίνα εργασιών» του δημιουργού και να δουλέψουμε πάνω στις τεχνικές, τη δομή, τους αρμούς ενός βιβλίου.

Ταυτόχρονα θα εξερευνήσουμε πώς το μυθιστόρημα αλληλεπιδρά με τον κόσμο. Θα καταδυθούμε στο «πώς» και το «γιατί» των κείμενων, στο «εργαστήριο» της συγγραφικής πράξης. Και, μια και οι δύο βασικές συμβουλές για κάθε επίδοξο συγγραφέα είναι «Διάβαζε» και «Γράφε», οι συμμετέχοντες θα ενθαρρυνθούν να συνεχίσουν σε ένα δεύτερο κύκλο σεμιναρίων όπου θα ασκηθούν και θα διερευνήσουν τις δικές τους μοναδικές συγγραφικές φωνές. Θα προσδιορίσουν και θα αναλύσουν διαφορετικά στυλ γραφής και πράξη μέσα από αποκλειστικά δικά τους γραπτά.

***

Ο Αλέξης Σταμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και έκανε μεταπτυχιακά Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο. Έχει γράψει είκοσι εννέα βιβλία. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ο έβδομος ελέφαντας, εκδόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία. Το Μπαρ Φλωμπέρ εκδόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Η Αμερικάνικη Φούγκα, κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και εκδόθηκε στις ΗΠΑ (Etruscan Press). Το πρώτο του παιδικό μυθιστόρημα Ο Άλκης και ο Λαβύρινθος τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου. Η ποιητική του συλλογή Αρχιτεκτονική εσωτερικών Χώρων τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή. Μαθητές του έχουν εκδώσει 28 βιβλία. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Το Βήμα».

Πληροφορίες εκδήλωσης

Δύο δίωρες online διαλέξεις
με τον Αλέξη Σταμάτη στο Bateau Lavoir

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020 και Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020
Ώρα: 16:00-18:00

  • Κόστος 70 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%)

Τρόποι εξόφλησης: κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, μέσω POS.

Ηλεκτρονική εγγραφή στην ιστοσελίδα www.bateaulavoir.gr

Απαραίτητη κράτηση θέσεως στα τηλέφωνα: 6982918925, 6980867917 & στην ιστοσελίδα www.bateaulavoir.gr

Το Bateau Lavoir είναι μη κερδοσκοπική εταιρεία πολιτιστικών δραστηριοτήτων και τεχνών – Ιλισίων 4, Νέα Κηφισιά

Διαβάστε επίσης:

Αλέξης Σταμάτης: “Αθώα πλάσματα είμαστε όλοι μας. Έτσι γεννιόμαστε: δίχως καμία ενοχή”

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΔύο δίωρες online διαλέξεις με τον αγαπημένο συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη στο Bateau Lavoir
Περισσότερα

Συγγραφείς και εικονογράφοι στηρίζουν το παιδικό βιβλίο και διεκδικούν τα βραβεία του 2019

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου 2019 ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Πρόκειται για τέσσερις κατηγορίες Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου:

-Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου

-Κρατικό Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου

-Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Βιβλίου

-Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για παιδιά.

Συγγραφείς, εικονογράφοι και εκδότες είναι εδώ στηρίζουν το παιδικό βιβλίο και δίνουν τη δική τους μάχη κόντρα στο «άψυχο» tablet διεκδικώντας ένα από τα βραβεία του 2019.

Οι βραχείες λίστες συνοδεύονται από αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίση περιόδου (εκδόσεις 2018).

 

***

 

Βραχείες λίστες Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου 2019 (Εκδόσεις 2018)

 

***

 

Κατηγορία Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου

 

1. Αγγελική Δαρλάση, «Το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο στολίδι», εκδόσεις Μεταίχμιο 2018
2. Άντρη Αντωνίου, «Πού πήγε το γέλιο σου Ορσαλία»; εκδόσεις Πατάκη 2018
3. Γεωργία Γαλανοπούλου, «Οι Ψηλοκάραβοι», εκδόσεις Πατάκη 2018
4. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Σαλιγκάρι και Φεγγάρι», εκδόσεις Καλειδοσκόπιο 2018
5. Σοφία Μαντουβάλου, «Το αγόρι που διάβαζε στις κότες παραμύθια», εκδόσεις Πατάκη 2018
6. Φωτεινή Φραγκούλη, «Το πίσω μπαλκόνι», εκδόσεις Πατάκη 2018

 

***

 

Κατηγορία Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου

 

1. Αιμιλία Κονταίου εικονογράφηση, Χρήστος Μπουλώτης συγγραφή, «Ποιος είναι ο πλανήτης των Χριστουγέννων»; εκδόσεις Καλέντης 2018.
2. Célia Chauffrey εικονογράφηση, Ροδούλα Παππά συγγραφή, «Μια φορά κι έναν καιρό ένα ελαφάκι», εκδόσεις Νεφέλη 2018
3. Ντανιέλα Σταματιάδη εικονογράφηση, Ιωάννα Μπαμπέτα συγγραφή, «Παραμύθια με καρπούζι», εκδόσεις Μεταίχμιο 2018
4. Ντανιέλα Σταματιάδη εικονογράφηση, Μάκης Τσίτας συγγραφή, «Και βγάζω το καπέλο μου»…, εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη 2018
5. Πέρσα Ζαχαριά εικονογράφηση και συγγραφή, «Η φάλαινα, το αγόρι και η θάλασσα ανάμεσά τους», εκδόσεις Καλειδοσκόπιο 2018
6. Josep Antoni Tàssies Penella εικονογράφηση, Αγαθή Δημητρούκα συγγραφή, «Αν», εκδόσεις Καλειδοσκόποιο 2018

 

***

 

Κατηγορία Εφηβικού – Νεανικού Βιβλίου

 

1. Βασίλης Παπαθεοδώρου, «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια», εκδόσεις Καστανιώτη 2018
2. Γιώργος Χατζόπουλος, «Νι Πι ο τελευταίος πειρατής του Αιγαίου και το νερό της ζωής», εκδόσεις Πατάκη 2018
3. Ελένη Δικαίου, «Ο τελευταίος Έλληνας της Σμύρνης», εκδόσεις Πατάκη 2018
4. Κυριάκος Αθανασιάδης, Power Kid, εκδόσεις Στερέωμα 2018
5. Μαρούλα Κλιάφα, «Η ιστορία ενός νεαρού gamer», εκδόσεις Πατάκη 2018
6. Τούλα Τίγκα, «Τ’ άλλο μισό του κόσμου», εκδόσεις Πατάκη 2018

 

***

 

Κατηγορία Βιβλίου Γνώσεων για Παιδιά

 

1. Ελένη Γερουλάνου, «Ένας αρκούδος μια φορά», εκδόσεις Πατάκη και Μουσείο Μπενάκη 2018
2. Κατερίνα Λαγού, «Χαρίλαος; Τι όνομα είναι αυτό»; εκδόσεις Ψυχογιός 2018
3. Μαρία Αγγελίδου, Αντώνης Παπαθεοδούλου, «Καράβια που έπαιξαν με τη φωτιά», εκδόσεις Ίκαρος 2018
4. Μαρίζα Ντεκάστρο, «2651 ημέρες δικτατορίας», εκδόσεις Μεταίχμιο 2018
5. Ροδούλα Παππά, «Όταν μεγαλώσω»…, εκδόσεις Νεφέλη 2018

 

***

 

 

 

 

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου έχει ως εξής:

 

1. Αναστασία Οικονομίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Πρόεδρος
2. Μελπομένη Κανατσούλη, Καθηγήτρια του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντιπρόεδρος
3. Τασούλα Τσιλιμένη, Καθηγήτρια του Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συγγραφέας, Μέλος
4. Αγγελική Γιαννικοπούλου, Καθηγήτρια του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος
5. Ιωάννης Παπαδάτος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Κριτικός, Μέλος
6. Χρύσα Κουράκη, Κριτικός, Μέλος
7. Αργυρώ Πιπίνη, Συγγραφέας, Μέλος
8. Φωτεινή Στεφανίδη, Εικονογράφος, Μέλος
9. Κλεάνθη Γεωργέλλη, Εικονογράφος, Μέλος

Παναγιώτης ΜήλαςΣυγγραφείς και εικονογράφοι στηρίζουν το παιδικό βιβλίο και διεκδικούν τα βραβεία του 2019
Περισσότερα

Γιώργος Σεφέρης, «Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γιώργος Σεφέρης «Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα»
Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄

Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ’ το πρωί
αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ’ αγκαλιάσουν
μ’ αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν
φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί
κοιτάζουν· περιμένουν να ιδούν κάποιον· δεν περνά κανείς·
πίσω από τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ
πάνω σ’ ένα κοτσάνι βαριεστημένο χωρίς ευωδιά,
στην άλλη ζωή μια γυναίκα μου έλεγε μπορείς να γγίξεις αυτό το χέρι
κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις
τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.

Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια
τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα
κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ’ τη φωνή
στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει
να φωνάζει ο άνθρωπος: “μάνα” ή “βοήθεια”
ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.

Είναι ένας μικρός κήπος όλο τριανταφυλλιές
λίγα τετραγωνικά μέτρα που χαμηλώνουν μαζί μου
καθώς κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, χωρίς ουρανό·
κι η θεία της έλεγε: “Αντιγόνη ξέχασες σήμερα
τη γυμναστική σου
στην ηλικία σου δε φορούσα κορσέ, στην εποχή μου”
Η θεία της ήταν ένα θλιβερό κορμί μ’ ανάγλυφες φλέβες
είχε πολλές ρυτίδες γύρω στ’ αυτιά μια ετοιμοθάνατη μύτη
αλλά τα λόγια της ήταν γεμάτα φρόνηση πάντα
Την είδα μια μέρα να γγίζει το στήθος της Αντιγόνης
σαν το μικρό παιδί που κλέβει ένα μήλο.

Τάχα θα τη συναπαντήσω τη γριά γυναίκα έτσι που κατεβαίνω;
Μου είπε σαν έφυγα: “Ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρεθούμε;”
κι έπειτα διάβασα το θάνατό της σε παλιές εφημερίδες
το γάμο της Αντιγόνης και το γάμο της κόρης της Αντιγόνης
χωρίς να τελειώσουν τα σκαλοπάτια μήτε ο καπνός μου
που μου δίνει μια γέψη στοιχειωμένου καραβιού
με μια γοργόνα σταυρωμένη τότες που ήταν όμορφη, πάνω στο τιμόνι

Κορυτσά, καλοκαίρι ’37

Από το 1936 ο Γιώργος Σεφέρης βρίσκεται ως πρόξενος της Ελλάδας στην Κορυτσά της Αλβανίας, όπου και γίνεται δέκτης της γενικότερης αναστάτωσης που επικρατεί στην Ευρώπη και σύντομα θα οδηγήσει στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο ποίημα «Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα» ο Σεφέρης αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο το αίσθημα της αναμονής και της αδράνειας του ανθρώπου που ενώ γνωρίζει ότι τα γεγονότα που έρχονται θα είναι κοσμοϊστορικής σημασίας, ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει.
Ο ποιητής χρησιμοποιεί εδώ ένα προσωπείο παρμένο από το μυθιστόρημα του Πιραντέλο «Ο μακαρίτης Ματτίας Πασκάλ», θέλοντας να αποστασιοποιηθεί από το συναίσθημα της ενοχλητικής αυτής αδράνειας που τον έχει κυριεύσει κι ίσως για να παραπέμψει τον ενημερωμένο αναγνώστη στην ανάγκη του Ματτία Πασκάλ να αλλάξει τον εαυτό του. Ο Σεφέρης βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια πόλη που δεν έχει να του προσφέρει τις διεξόδους που θα έβρισκε σε μια μεγαλύτερη πόλη, και παράλληλα σε μια πόλη που τον κρατά μακριά από τα κέντρα ενημέρωσης, που τόσο σημαντικά ήταν σε μια τόσο έντονη χρονική περίοδο που μέρα με τη μέρα οδηγεί τους ανθρώπους και πιο κοντά στην καταστροφή.

  • Πίνακας: Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989) – Τριαντάφυλλο του Montrouge με εγγλέζικο φλιτζανάκι. Γαλλία, 1968
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΓιώργος Σεφέρης, «Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα»
Περισσότερα

Κυκλοφορεί το παιδικό βιβλίο της Ευγενίας Κωστή “Κίνε και Κόνι – Η πρώτη τους περιπέτεια”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από την Μaradel Βooks κυκλοφορεί το παιδικό βιβλίο “Κίνε και Κόνι – Η πρώτη τους περιπέτεια” της Ευγενίας Κωστή.

Ο Κίνε και ο Κόνι ξεκινούν ένα περιπετειώδες ταξίδι στο μαγικό δάσος! Σκοπός τους ένας! Να μαζέψουν μοβ λαχταριστά βατόμουρα! Στη διαδρομή θα γνωρίσουν συναρπαστικούς φίλους! Το μυστηριώδες Πεταλολούλουδο, το άλογο που πετάει και η σοφή κουκουβάγια Αγριππίνα θα τους διδάξουν τη δύναμη της φιλίας… Παρόλα αυτά οι κίνδυνοι δε θα λείψουν… Και κάπως έτσι όλα ξεκίνησαν ένα χρυσαφένιο ηλιόλουστο πρωινό στο χωριό της Ασημένιας Κανέλας…

 

 

Η Ευγενία Κωστή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του Πανεπιστημίου Πειραιά με μεταπτυχιακές σπουδές στη Χρηματοοικονομική Ανάλυση και εργάζεται ως οικονομική αναλύτρια.

Έχοντας καλλιτεχνικές ανησυχίες από μικρή, ασχολήθηκε με τη μουσική ολοκληρώνοντας τις σπουδές της στο πιάνο. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια την κέρδισε η συγγραφή παιδικών ιστοριών, που της δίνει ιδιαίτερη χαρά και τη γυρνάει στα παιδικά της χρόνια.

Στον μαγικό κόσμο της πρώτης περιπέτειας των δύο φίλων, Κίνε και Κόνι, η συγγραφέας αποσκοπεί να αγγίξει τις καρδιές των παιδιών και να τους προσφέρει στιγμές χαράς, γέλιου και φαντασίας!

  • Σύντομα θα κυκλοφορήσει και το δεύτερο βιβλίο της σειράς “Κίνε και Κόνι”.

-Eικονογράφηση: Στάθης Πετρόπουλος

 

Απόσπασμα παραμυθιού σε βίντεο στο παρακάτω link:

 

 

Στοιχεία επικοινωνίας με το κοινό:
Σελίδα Facebook: https://www.facebook.com/KineKoni/
Σελίδα Instagram: https://www.instagram.com/evgeniakosti_writer

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚυκλοφορεί το παιδικό βιβλίο της Ευγενίας Κωστή “Κίνε και Κόνι – Η πρώτη τους περιπέτεια”
Περισσότερα

“Από το θέατρο στη λογοτεχνία” – On line εργαστήρι συγγραφής με την Ειρήνη Δερμιτζάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Από το θέατρο στη λογοτεχνία” μια αντίστροφη διαδρομή. On line εργαστήρι συγγραφής με την Ειρήνη Δερμιτζάκη.

“Γιατί να τελειώνουν έτσι τα θεατρικά έργα; Τι γίνονται οι ήρωες όταν πέφτει η αυλαία; Θα μπορούσαμε να παρακολουθούμε τη ζωή τους μετά; Τι θα συνέβαινε αν καθορίζαμε εμείς τη μοίρα τους; Αν τους ταξιδεύαμε στον χωροχρόνο που εμείς φανταζόμαστε;
Σε αυτό το εργαστήρι συγγραφής, θα εμπνευστούμε από αγαπημένα θεατρικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας και μέσα από ασκήσεις δημιουργικής γραφής θα συγγράψουμε τα δικά μας κείμενα”.

Ο κύκλος των μαθημάτων έχει σχεδιαστεί έχοντας ως σκοπό να βοηθήσει τους συμμετέχοντες:

 Να ανακαλύψουν το συγγραφικό τους εαυτό, την προσωπική τους φωνή και τις θεματικές που τους απασχολούν ως δημιουργούς.
 Να εμβαθύνουν στο αντικείμενο που τους αφορά είτε αυτό είναι σενάριο, θεατρικό έργο, διήγημα ή μυθιστόρημα.
 Να ασχοληθούν με τη δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων και την αξία της πλοκής, του ρυθμού και της ατμόσφαιρας μιας ιστορίας.
 Να μάθουν τεχνικές με παραδείγματα από το έργο σπουδαίων θεατρικών έργων.
 Να αποκτήσουν κατάλληλα εργαλεία ώστε να μπορέσουν να ξεπεράσουν το δημιουργικό τους μπλοκάρισμα.

Ενδεικτικά θα ασχοληθούμε με: ‘Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι’, ‘Λεωφορείο ο Πόθος’, ‘Έντα Γκάμπλερ’, ‘Βρικόλακες’, ‘Γλάρος’, ‘Θείος Βάνιας’.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να παρακολουθήσουν ένα δωρεάν μάθημα γνωριμίας, μία εβδομάδα πριν από την έναρξη των μαθημάτων, έτσι ώστε να αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον τρόπο διεξαγωγής των μαθημάτων. Το εργαστήριο είναι ανοιχτό σε όλους, ανεξαρτήτως συγγραφικής εμπειρίας, αποτελείται κυρίως από πρακτική εξάσκηση με ασκήσεις και storytelling και ο ρυθμός της ομάδας προσαρμόζεται ανάλογα με τη δυναμική και το επίπεδο των συμμετεχόντων.

 Έναρξη από 2/6/2020 και κάθε Τρίτη 19:00-21:00.
 Τα μαθήματα θα πραγματοποιηθούν μέσα από τη δωρεάν εφαρμογή Zoom
 Το σύνολο των διδακτικών ωρών είναι 20 (10 δίωρα)
 Δεν απαιτείται κάποια προηγούμενη εμπειρία από τους συμμετέχοντες
 Δωρεάν μάθημα γνωριμίας την Τρίτη 26/5/2020
 Κόστος συμμετοχής 150€ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ)
 Πληροφορίες – δηλώσεις συμμετοχής: 2168096448 – info@katapacti.gr
 Διοργάνωση: Εργαστήρι θεάτρου Καταπactή (Κορομηλά 19 – Ν. Κόσμος), www.katapacti.gr

H Ειρήνη Δερμιτζάκη γεννήθηκε το 1982 στη Σητεία. Σπούδασε Θέατρο στην Ελλάδα, και Κινηματογράφο στο Λονδίνο. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή στο πανεπιστήμιο Teeside της Αγγλίας. Τα έργα της «Ορνιθοφοβία» και «Αντζελέτα και Ετελβίνα» (με την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού της Μεγ. Βρετανίας) έχουν ανέβει σε θέατρα του Λονδίνου. Έχει βραβευτεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε Ελλάδα, Αγγλία και Αυστραλία. Συνεργάστηκε με διάφορα ιστολόγια και περιοδικά λογοτεχνίας και έχει επίσης γράψει διάφορα κείμενα για το ραδιόφωνο, για comics και σενάρια για ταινίες μικρού μήκους. Το 2017 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Αυτό που δεν γνωρίζω ακόμα» από την Anima Εκδοτική. Διηγήματά της έχουν εκδοθεί σε συλλογές από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει επίσης συμμετάσχει στο συλλογικό μυθιστόρημα “Η κατάρρευση” από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Το νέο της μυθιστόρημα “Γεννημένος Λούζερ” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εύμαρος. Έχει διδάξει δημιουργική γραφή σε Ελλάδα και Αγγλία σε διάφορους οργανισμούς αλλά και ατομικά σαν Creative Writing Mentor.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Από το θέατρο στη λογοτεχνία” – On line εργαστήρι συγγραφής με την Ειρήνη Δερμιτζάκη
Περισσότερα

Βραχείες λίστες Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2019. Τίτλοι βιβλίων και ονόματα συγγραφέων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε τις βραχείες λίστες των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2019, σε εφαρμογή της νομοθεσίας που διέπει τον θεσμό των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων (Ν. 3905/2010).
Πρόκειται για τις Βραχείες Λίστες στις οποίες κατέληξε η αρμόδια Επιτροπή και αφορούν στα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία Μυθιστορήματος, Διηγήματος-Νουβέλας και Ποίησης και τα Κρατικά Βραβεία Δοκιμίου – Μαρτυρίας 2019 (Δοκιμίου-Κριτικής και Μαρτυρίας-Βιογραφίας-Χρονικού-Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας).
Οι βραχείες λίστες συνοδεύονται από αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2018).
***
ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2019 (εκδόσεις 2018)
***
Υποψήφιοι για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος
*
(κατά αλφαβητική σειρά)
1. Μαρία Γαβαλά, Κόκκινος Σταυρός, εκδόσεις Πόλις
2. Κώστας Κατσουλάρης, Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά, εκδόσεις Μεταίχμιο
3. Έλενα Μαρούτσου (Δεύτερη φωνή: Ούρσουλα Φωσκόλου) Δύο, εκδόσεις Κίχλη
4. Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, εκδόσεις Μεταίχμιο
5. Γιάννης Παπαγιάννης, Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εκδόσεις Διάπλαση
6. Γιώργος Παπαδάκης, Ο ταχυδρόμος, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
7. Βασιλική Πέτσα, Το δέντρο της υπακοής, εκδόσεις Πόλις
8. Γιώργος Συμπάρδης, Αδέλφια, εκδόσεις Μεταίχμιο
***
Υποψήφιοι για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας
1. Ρούλα Γεωργακοπούλου, Δέντρα, πολλά δέντρα, εκδόσεις Πόλις
2. Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη
3. Δήμητρα Κολλιάκου, Αλφαβητάρι εντόμων, εκδόσεις Πατάκη
4. Σοφία Μπραϊμάκου, Ματάμπρε: Ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα, εκδόσεις Νεφέλη
5. Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Οι Κυριακές το καλοκαίρι, εκδόσεις Ίκαρος
6. Μαρία Στασινοπούλου, Χαμηλή βλάστηση. Θάμνοι, πόες και μπονσάι, εκδόσεις Κίχλη
7. Ελένη Στελλάτου, Το κόκκινο και το άσπρο, εκδόσεις Πόλις
***
Υποψήφιοι για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης
1. Δημήτρης Αθηνάκης, Φτηνό κρεβάτι, εκδόσεις Πόλις
2. Χάρης Βλαβιανός, Αυτοπροσωπογραφία του λευκού, εκδόσεις Πατάκη
3. Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Πλησμονή οστών, εκδόσεις Μελάνι
4. Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Το μηδέν σε φωλιά, εκδόσεις Γαβριηλίδης
5. Αντωνία Μποτονάκη, Τέρμα Θεού, εκδόσεις Γαβριηλίδης
6. Όλγα Παπακώστα, Μεταμορφώ(θ)εις, εκδόσεις Πατάκη
7. Νίκος Σταυρόπουλος, Έβδομος όροφος, εκδόσεις Το Ροδακιό
8. Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Δραμάιλο, εκδόσεις Αντίποδες
***
ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΔΟΚΙΜΙΟΥ-ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 2019 (εκδόσεις 2018)
***
Υποψήφιοι για το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής
1. Γιάννης Κόκκωνας, Έγρεο, Φίλα Μάτερ. Προσωποποιήσεις της Ελλάδας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης
2. Δημήτρης Παπανικολάου, Κάτι τρέχει με την οικογένεια. Έθνος, πόθος και συγγένεια την εποχή της κρίσης, εκδόσεις Πατάκη
3. Αλεξάνδρα Σαμουήλ, «Πάντα αριθμώ διέταξας». Αναλογία, αριθμολογία και ποίηση, εκδόσεις Μελάνι
4. Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής, εκδόσεις Κίχλη
5. Μαρία Στεφανοπούλου, Ήμασταν τέσσερις. Τσβετάγιεβα, Παστερνάκ, Μαντελστάμ, Αχμάτοβα. Δοκίμιο για τη φιλοσοφία του πόνου, εκδόσεις Το Ροδακιό
6. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, εκδόσεις Πόλις
7. Θόδωρος Χατζηπανταζής, «Ρωμαίικος Συβολισμός». Διασταύρωση εγχώριας λαϊκής παράδοσης και ευρωπαϊκής πρωτοπορίας στο νεοελληνικό θέατρο ή Θέατρο και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
***
Υποψήφιοι για το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας-Bιογραφίας-Χρονικού-Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας
1. Μιχάλης Γελασάκης, Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής, εκδόσεις Άγρα
2. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στ’ αμπέλια, εκδόσεις Πόλις
3. Μαρία Καραγιάννη, Μ.Ζ. Κοπιδάκης, Ελευθέριος Βενιζέλος και Μαρία Ελευθερίου: Η αλληλογραφία (1889-1890), εκδόσεις Καστανιώτη
4. Θωμάς Μαλούτας, Οδοιπορικό σε πέντε αμερικανικές πόλεις. Πόλη του Μεξικού, Σάο Πάολο, Ρίο ντε Τζανέιρο, Σαντιάγο, Χιούστον, εκδόσεις Νήσος
5. Γιώργος Μενεξής, Αναμνήσεις ενός ναυτεργάτη, εκδόσεις Περίπλους
6. Λέων Ναρ, Ξανά στη Σαλονίκη. Η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945-1946), εκδόσεις Πόλις
7. Δημήτρης Ψαρράς, Ο αρχηγός. Το αίνιγμα του Ν. Μιχαλολιάκου, εκδόσεις Πόλις
***
Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων έχει ως εξής:
1. Μαρία-Ελισάβετ (Μαριλίζα) Μητσού, Καθηγήτρια του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών, Βυζαντινής Ιστορίας της Τέχνης και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μονάχου, Μέλος ΔΕΠ, Πρόεδρος
2. Μαρία (Μαίρη) Λεοντσίνη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος
3. Μιχαήλ Χρυσανθόπουλος, Καθηγητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μέλος ΔΕΠ
4. Κλαίρη Μιτσοτάκη, Συγγραφέας
5. Καλλιόπη (Κάλλια) Παπαδάκη, Συγγραφέας
6. Παυλίνα Παμπούδη, Συγγραφέας
7. Έλενα Χουζούρη, Κριτικός
8. Άννα Αφεντουλίδου, Κριτικός
9. Κώστας Καραβίδας, Κριτικός

Παναγιώτης ΜήλαςΒραχείες λίστες Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2019. Τίτλοι βιβλίων και ονόματα συγγραφέων
Περισσότερα

“Σούπερ Γκρανόλα” της Νάντιας Δρακούλα: Μια «συνταγή» γεννημένη σε ζούγκλα της Κόστα Ρίκα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τρίτη ηλικία: ομάδα υψηλού κινδύνου ή ομάδα δράσης; Τέσσερις ξεχωριστές γιαγιάδες, αποφασίζουν αυτό το καλοκαίρι να πάνε κόντρα σε όσα και όσους τις αδικούν καθημερινά. Η Ελισσώ, η Αλκυόνη, η Πέρσα και η Ουρανία, φέρνουν τα πάνω κάτω, όταν ανακαλύπτουν μια μαγική συνταγή που τις μετατρέπει σε υπερήρωες. Η «Σούπερ Γκρανόλα» δίνει σε καθεμία από αυτές μία ξεχωριστή υπερδύναμη, ταιριαστή με τον χαρακτήρα της. Από τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, τον Λυκαβηττό και όλο το κέντρο της Αθήνας, η ιδιαίτερη αυτή «συμμορία» εντοπίζει τα κακώς κείμενα και παρεμβαίνει για να τα διορθώσει, χρησιμοποιώντας τις μαγικές δυνάμεις που τους δίνει η όχι και τόσο αθώα συνταγή δημητριακών…

Στο ταξίδι τους αυτό, οι γιαγιάδες θα κάνουν νέους φίλους, θα αποκτήσουν νέες γνώσεις και ενδιαφέροντα, θα αγωνιστούν με θάρρος, θα συγκρουστούν και θα φιλιώσουν, δείχνοντάς μας πως ποτέ δεν είναι αργά για να διεκδικήσεις το δίκαιο, να εξελιχθείς και να μάθεις. Η ανατροπή όμως θα έρθει, όταν το απίθανο έργο της δικής τους απονομής δικαιοσύνης θα σταματήσει να περιορίζεται στις δικές τους υποθέσεις… Όταν συγκεντρώνεις τόση δύναμη στα χέρια σου, ξέρεις αλήθεια τι να την κάνεις;

 

 

Το νέο βιβλίο της Νάντιας Δρακούλα είναι μία υπερφυσική περιπέτεια, που σχολιάζει με χιούμορ την αθηναϊκή μας πραγματικότητα. Μικροί και μεγάλοι θα αναγνωρίσουν πολλά στοιχεία από τη ζωή τους στην πόλη, από όσα τους ενοχλούν και φαντάζονται ότι θα μπορούσαν μαγικά να διορθώσουν. Με στοιχεία μαύρης κωμωδίας και δόσεις ελαφριάς μελαγχολίας, η «Σούπερ Γκρανόλα» είναι ένας ευφάνταστος περίπατος στο κέντρο της Αθήνας και μία τολμηρή μεταφορική ματιά στο πώς μια ολική μεταμόρφωσή μας μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω. Είναι όμως και μία δήλωση αγάπης και εμπιστοσύνης στην τρίτη ηλικία, που πρόσφατα είδαμε και πάλι, λόγω πανδημίας, να αναφέρεται για την ιδιαίτερη φροντίδα που χρειάζεται. Ξεχνάμε όμως το πόση δύναμη έχει και το πόσα πολλά μπορεί να καταφέρει!

Όπως λέει και η συγγραφέας: Η μυστική συνταγή της «Σούπερ Γκρανόλα», τώρα περισσότερο από ποτέ, μας είναι τόσο αναγκαία, όχι μόνο για τους «ευπαθείς» και ηλικιωμένους αλλά για όλους εμάς που αναζητούμε τη δύναμη της καρδιάς μας, για να ονειρευτούμε ξανά και να τα βάλουμε με όσα φαντάζουν βουνό και αδύνατα. Και όπως λένε και οι Γκρανόλες, «γιαγιάδες ενωμένες ποτέ ηττημένες!»

***

Η «Σούπερ Γκρανόλα» είναι ένα προσωπικό αφιέρωμα της Νάντιας Δρακούλα στις γειτονιές του Λυκαβηττού, όπως τις έχει ζήσει η ίδια. Ως συγγραφέας, έγινε ευρύτερα γνωστή με το θεατρικό έργο «Σχοινάκι» (Εθνικό Θέατρο, 2017) και με το «Κάμπινγκ» (Πατάκης, 2017), που αγαπήθηκε πολύ από μικρούς και μεγάλους και έγινε βιβλίο ανάγνωσης σε πολλά σχολεία της χώρας. Εκτός από τη συγγραφή διανύει μια δυναμική επαγγελματική πορεία στην παραγωγή ντοκιμαντέρ και ταινιών.

Η εικονογράφηση του βιβλίου είναι της βραβευμένης, μεταξύ άλλων με Κρατικό Βραβείο, Ντανιέλας Σταματιάδη.

Το νέο βιβλίο της Νάντιας Δρακούλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός στα μέσα Ιουνίου.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Σούπερ Γκρανόλα” της Νάντιας Δρακούλα: Μια «συνταγή» γεννημένη σε ζούγκλα της Κόστα Ρίκα…
Περισσότερα

«Μέσα στά καπηλειά», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Μέσα στά καπηλειά», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη

 

Μέσα στά καπηλειά καί τά χαμαιτυπεῖα
τῆς Βηρυτοῦ κυλιέμαι. Δέν ἤθελα νά μένω
στήν Ἀλεξάνδρεια ἐγώ. Μ’ ἄφισεν ὁ Ταμίδης•
κ’ ἐπῆγε μέ τοῦ Ἐπάρχου τόν υἱό γιά ν’ ἀποκτήσει
μιά ἔπαυλι στόν Νείλο, ἕνα μέγαρον στήν πόλιν.
Δέν ´εκανε νά μένω στήν Ἀλεξάνδρεια εγώ. –
Μέσα στά καπηλειά καί τά χαμαιτυπεῖα
τῆς Βηρυτοῦ κυλιέμαι. Μές σ’ εὐτελή κραιπάλη
διάγω ποταπῶς. Τό μόνο πού μέ σώζει
σάν ἐμορφιά διαρκής, σάν ἄρωμα πού ἐπάνω
στήν σάρκα μου ἔχει μείνει, εἶναι πού εἶχα δυό χρόνια
δικό μου τόν Ταμίδη, τόν πιό ἐξαίσιο νέο,
δικό μου ὄχι γιά σπίτι ἤ γιά ἔπαυλι στόν Νείλο.

 

***

 

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (Αλεξάνδρεια, 17 Απριλίου 1863 (π.ημ.) / 29 Απριλίου 1863 Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933).

«Να μείνει», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη

 

Η ώρα μια την νύχτα θα ’τανε,
ή μιάμιση.
Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.
Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.
Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.
Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

***

17 Μαΐου: Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ομοφοβίας, Αμφιφοβίας και Τρανσφοβίας.

***

  • Ο βασικός πίνακας με τον τίτλο «Λουόμενοι» είναι έργο (1898 – 1905) του Paul Cezanne.

 

Παναγιώτης Μήλας«Μέσα στά καπηλειά», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη
Περισσότερα