Βιβλιοστάτης

Υπό το βάρος σκανδάλων σεξουαλικής παρενόχλησης το Νόμπελ Λογοτεχνίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φέτος, η Σουηδική Ακαδημία θα απονείμει δύο αντί για ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας, επειδή θα δώσει και αυτό που χρωστά από πέρυσι. Ένα Νόμπελ που δεν δόθηκε ποτέ, καθώς τα βαρύτατα σκάνδαλα που ξέσπασαν με επίκεντρο την Ακαδημία, το «κατάπιαν». Δεν είναι λίγοι εκείνοι που προβλέπουν ότι αν τα βραβεία δεν αλλάξουν και δεν προσαρμοστούν στην εποχή, το τέλος των Νόμπελ δεν είναι μακριά, με αρχή εκείνου της Λογοτεχνίας. του οποίου η αναγκαιότητα αμφισβητείται πλέον ανοιχτά.

Το #metoo «χτύπησε» και τη Σουηδική Ακαδημία και μάλιστα πολύ άγρια. Το Νοέμβριο του 2017 η σουηδική εφημερίδα Dagens Nyheter αποκάλυψε τις καταγγελίες δεκαοχτώ γυναικών εναντίον του 71χρονου Γαλλο-Σουηδού φωτογράφου Ζαν-Κλοντ Αρνό για σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση και βιασμούς. Ο Αρνό είναι σύζυγος της Καταρίνα Φρόστενσον, του μέλους της Σουηδικής Ακαδημίας που είναι υπεύθυνη για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ακόμα χειρότερα, ο ίδιος περηφανευόταν ότι ήταν το «19ο μέλος της επιτροπής», τονίζοντας έτσι την επιρροή του στις παρασκηνιακές αποφάσεις.

Εκτός από μια σωρεία σεξουαλικών κακουργημάτων σε διάστημα είκοσι ετών, κάποια από τα οποία έλαβαν χώρα σε χώρους της Ακαδημίας, ο Αρνό κατηγορήθηκε και για άλλες παράνομες δραστηριότητες, όπως η διαρροή των ονομάτων των βασικών υποψηφίων, τα οποία γίνονται κάθε χρόνο αντικείμενο έντονης στοιχηματικής δραστηριότητας. Τον περασμένο Οκτώβριο όταν και καταδικάστηκε ο Αρνό σε δύο χρόνια φυλάκισης, επτά από τα δεκαοχτώ μέλη της Ακαδημίας παραιτήθηκαν, ενώ αποφασίστηκε ότι δεν θα απονεμηθεί βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2018. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι σήμερα, η επιτροπή της Ακαδημίας προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ενώ το Ίδρυμα Νόμπελ ανακοίνωσε ότι το 2019 θα απονεμηθούν δύο βραβεία για να καλυφθεί το περσινό κενό. Την περασμένη εβδομάδα, το Ίδρυμα ανακοίνωσε επίσης ότι, αναγνωρίζοντας τα ζητήματα που προέκυψαν από το σκάνδαλο Αρνό, διόρισε πέντε εξωτερικά μέλη της Ακαδημίας για να βοηθήσουν στην επιλογή των υποψηφίων, σημειώνοντας παράλληλα ότι θα απομακρυνθεί άμεσα όποιο μέλος βρεθεί υπόλογο για δραστηριότητα που μπορεί να εκθέσει το κύρος του θεσμού.

Πέρα από τα σκάνδαλα πάντως, η μυστικοπάθεια της Ακαδημίας φαίνεται ότι της γυρίζει μπούμερανγκ, σε μια εποχή που άπαντες απαιτούν διαφάνεια για την αποφυγή ακριβώς πιθανών σκανδάλων.

Το ημίφως, εξάλλου, είναι γνωστό ότι ευνοεί τη δημιουργία «σκιών».

Είναι γνωστό ότι η Ακαδημία εξετάζει γύρω στις 200 υποψηφιότητες το Φεβρουάριο, μετά ανακοινώνει μια λίστα το Μάιο και μια τελική λίστα πέντε υποψηφίων το καλοκαίρι, αλλά κανείς πέρα από τους άμεσα εμπλεκόμενους δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς ακριβώς επιλέγεται ο νικητής, αφού τα πρακτικά είναι σφραγισμένα και μπορούν να αποκαλυφτούν ύστερα από 50 χρόνια. Το ίδιο το Ίδρυμα Νόμπελ μάλιστα, κατηγόρησε ανοιχτά πριν από λίγο καιρό την Ακαδημία ότι «έχει καλλιεργήσει μια μυστικοπαθή πρακτική όσον αφορά τα βραβεία». Κάποιοι αναρωτιούνται ανοιχτά εάν ήλθε η ώρα να τελειώνει ο θεσμός του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 124 χρόνια μετά τη θέσπισή του.

Είναι αλήθεια ότι ένα Νόμπελ σαν αυτό δεν έχει κάποια αντικειμενικά κριτήρια απονομής και πλέον όλος ο εκδοτικός κόσμος φαίνεται να στρέφεται εναντίον της Ακαδημίας για τις επιλογές της: Ένα πολύ κλειστό κύκλωμα ανθρώπων αποφασίζει με εντελώς δικά του κριτήρια τι είναι σημαντικό και τι όχι στη σύγχρονη λογοτεχνία. Ή, ξαφνικά, αποφασίζουν το 2016 να δώσουν το Νόμπελ στον Μπομπ Ντίλαν, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, κάτι που ίσως να επεδίωκαν κιόλας. Δεν αρκεί αυτό όμως…

Το τελευταίο Νόμπελ Λογοτεχνίας πήρε ο Καζούο Ισιγκούρο, το 2017.

Τα Νόμπελ Λογοτεχνίας έχουν μπει στο στόχαστρο για πάρα πολλούς λόγους: Μόνο 14 από τα 114 βραβεία που έχουν απονεμηθεί πήγαν σε γυναίκες, ελάχιστα σε μη λευκούς, ενώ τα «αγγλόφωνα» Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι διπλάσια από τα αντίστοιχα της επόμενης πιο βραβευμένης γλώσσας, της γαλλικής. Και, ναι, τα 102 από τα 114 έχουν δοθεί σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Το Νόμπελ Λογοτεχνίας πρέπει να γίνει πιο διάφανο ως προς τη διαδικασία και πιο ανοιχτό στις επιλογές του, αλλιώς σύντομα δεν θα έχει κανένα λόγο ύπαρξης πέρα από το να συζητιέται -κυρίως αρνητικά-, λένε οι κριτικοί του.

Ο πιο άμεσα ενδιαφερόμενος για όλα αυτά, βέβαια, είναι το Ίδρυμα Νόμπελ, το οποίο δείχνει πρόθυμο να κάνει κάποιες αλλαγές προκειμένου να κρατήσει ζωντανό το βραβείο. Παίρνει, κατά κάποιο τρόπο, το πάνω χέρι, υποβαθμίζει τη Σουηδική Ακαδημία και προχωρά σε αλλαγές. Έως τώρα, τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας ήταν «αθάνατα», δεν είχαν δικαίωμα παραίτησης, αλλά μπορούσαν να απέχουν επί χρόνια, χωρίς άλλος να παίρνει τη θέση τους. Το Ίδρυμα Νόμπελ ανακοίνωσε ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Θα μπει χρονικό όριο στη θητεία τους, θα βρεθεί τρόπος να αποβάλλονται, και το σπουδαιότερο, «η Ακαδημία δεν θα περιλαμβάνει πια μέλη που ερευνώνται για εγκληματικές υποθέσεις ή σύγκρουση συμφερόντων».

Το φετινό, διπλό βραβείο, δεν είναι ακριβώς πρωτάκουστο ως πρακτική. Το 1917, το 1966 και το 1974 δόθηκαν επίσης δύο βραβεία, αλλά τα χρήματα μοιράστηκαν. Κάποιοι πιστεύουν ότι η απόφαση για να αναπληρωθεί φέτος το περσινό κενό είναι λανθασμένη και ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2018 θα έπρεπε να μείνει απλώς κενό, ως διαρκής υπενθύμιση του σκανδάλου.

Μια άλλη άποψη, που κερδίζει έδαφος, λέει ότι ίσως το (άχρηστο) Νόμπελ Λογοτεχνίας θα έπρεπε να αντικατασταθεί με ένα Νόμπελ Προστασίας του Περιβάλλοντος και το σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια του βραβείου να πηγαίνουν σε έναν τέτοιο σκοπό. Εξάλλου, ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει και εξελίσσεται, θυμίζουν οι υποστηρικτές αυτής της λύσης, προσθέτοντας ότι το Νόμπελ Οικονομίας μπήκε στη λίστα μόλις το 1969. Το Ίδρυμα, όμως, δεν δείχνει πρόθυμο να προχωρήσει σε τόσο δραστικές αλλαγές, όχι ακόμα τουλάχιστον.

Και ίσως να έχει δίκιο, τουλάχιστον στην απροθυμία της να καταργήσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο κόσμος μας χρειάζεται τη Λογοτεχνία ως αντίβαρο σε ζητήματα εντελώς πρακτικά. Αυτό που θα πρέπει, συνεπώς, να κάνουν η Ακαδημία και το Ίδρυμα, είναι να σώσουν το βραβείο, από τη βασικότερη απειλή που αντιμετωπίζει: Την ανυποληψία.

eirini aivaliwtouΥπό το βάρος σκανδάλων σεξουαλικής παρενόχλησης το Νόμπελ Λογοτεχνίας
Περισσότερα

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

(Α. Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

  • Πίνακας: Σπύρος Βασιλείου
eirini aivaliwtouΑνδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»
Περισσότερα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το Άνθος του Γιαλού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911). Δημοσιεύτηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1906 στην εφημερίδα “Εστία”.

***

Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν
βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ
ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, – ἐκεῖ
ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ
νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ
μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ – ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ
πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ
λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς – κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον – νὰ
τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα,
καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.
Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς
θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δυὸ
μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα,
τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ
Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δυὸ
τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας
νὰ τοὺς ἐρωτήση.
Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ
ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε
φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα
μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν
ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν
νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς
ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί εἶναι, καί, ἐν
ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο
ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν
τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του,
διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.
Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν μίαν
μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ πύρινος
κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ.
Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς,
ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς
ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς
ὀφθαλμούς των.
Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:
– Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.
– Καὶ τί εἶναι;
– Εἶναι…
Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.
Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ ναυτίλοι
ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ
εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅ
Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν
ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις
ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.
Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:
– Ἀκοῦστε νὰ σὰς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιά,
τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας,
ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι
αὐτὸ ποὺ θὰ σὰς πῶ τώρα:
Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο;
Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει
γιὰ τὴν ἐμορφιά της, – ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ – μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τους Δράκους καὶ τὰ
Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ
ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ
στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ
γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.
Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν
ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς
τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ
τὴν στεφανωθῆ.
Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς
πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε
μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι
ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος.
Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα
βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν
τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά,
εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿
ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ
οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι,
κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ
χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο
φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς
καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ
πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.
– Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ
Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ
Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει
μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην
ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν
αἰχμαλωτίσει!
Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν
στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ
Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς
δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ
Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα,
φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ
φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα
ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ
ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον
ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

***

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 – 1911) έγραψε ηθογραφικά διηγήματα και μυθιστορήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του: “Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθω, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη “ἡ Μετανάστις” ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν “Σωτήρα”. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη “Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν” εἰς τὸ “Μὴ χάνεσαι”. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.”

 

  • Πίνακας: Δημήτρης Αστερίου
eirini aivaliwtouΑλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το Άνθος του Γιαλού
Περισσότερα

Κατερίνα Γώγου – «Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις»

 

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές – αγκαλιά απ’ τη μέση
μετρήσαμε τ’ άμέτρητα τ’ άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο -παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι’ αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’ αυτό αν τύχει και αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’ αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.

***

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 1940. Έπειτα από περίπου 53 χρόνια, στις 3 Οκτωβρίου 1993, αποφασίζει να τερματίσει τη ζωή της, λαμβάνοντας υπερβολική δόση χαπιών και αλκοόλ. Άνθρωπος ασυμβίβαστος, μέσα από τους οργισμένους στίχους της καταδίκαζε τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της.

«Η Κατερίνα ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Τελικά δεν άντεξε και έφυγε… άφησε όμως πίσω τα ποιήματά της που μιλούν ακόμη για εκείνη, με φοβερή δύναμη και άσβηστο πάθος…», σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο.

Ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, εργάστηκε σε παιδικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φιλμς. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες («Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο/1959», «Άπονη ζωή/1964», «Δεσποινίς Διευθυντής/1964», «Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα/1965», «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση/1971» κ.ά.). Πρωταγωνίστησε επίσης στις ταινίες «Το βαρύ πεπόνι» (Π. Τάσιου, 1977) για την οποία κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, «Παραγγελιά» (Π. Τάσιου, 1980 μέρος της ταινίας βασίζεται σε ποιήματά της) και «Όστρια» (Α. Θωμόπουλου, 1984», ταινία για την οποία συνεργάστηκε στο σενάριο. Για την τελευταία έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιράστηκε το Βραβείο Σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο.

Η μεγάλη της αγάπη, όμως, ήταν η ποίηση. «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω “ποιητής”. Μην κλειστώ στο δωμάτιο ν’ αγναντεύω τη θάλασσα κι απολησμονήσω. Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις. Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε για να με χρησιμοποιήσει. Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα για να κοιμίζω τους δικούς μου. Μη μάθω μέτρο και τεχνική και κλειστώ μέσα σε αυτά για να με τραγουδήσουν», έγραφε.

Από το γλυκό κοριτσάκι των ελληνικών ταινιών της Φίνος Φιλμς, η Κατερίνα Γώγου μετατρέπεται στην επαναστατική ποιήτρια που αρχίζει να γράφει για τον εαυτό της, «από αγανάκτηση για το κακό και από αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή. Αισθανόμουνα μια μουγκαμάρα. Επικοινωνία από πουθενά, από τίποτα. Είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να μη μιλάω. Κι όταν άρχισα να γράφω, νόμισα ότι θα σπάσει το στυλό. Τόσο πάθος είχα γι’ αυτά που ήθελα να πω. Δεν ξέρω πώς γράφουν οι άλλοι. Εγώ ζούσα και έγραφα», έλεγε η ίδια σε συνέντευξη της στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».

Ο ποιητής Τηλέμαχος Χυτήρης έχει αποκαλέσει την Κατερίνα Γώγου «Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων». Σύχναζε στα Εξάρχεια και τασσόταν υπέρ του αντιεξουσιαστικού χώρου με κάθε τρόπο διαμαρτυρίας. Συνελήφθη πολλές φορές, ανακρίθηκε και εξευτελίστηκε. Στις 18/03/1991, έγραψε ένα γράμμα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με τον τίτλο «Ξεχάσατε τον Πετρόπουλο», στο οποίο εξέφραζε την αλληλεγγύη της προς τον αναρχικό Κυριάκο Μαζοκόπο και τον ποιητή Γιάννη Πετρόπουλο που βρίσκονταν στη φυλακή.

Όταν η 17Ν σκότωσε στο Παγκράτι δύο αστυνομικούς, η Γώγου δέχτηκε τα μεσάνυχτα την επίσκεψη δύο αστυνομικών, που έσπασαν την πόρτα του σπιτιού της και την πήραν μαζί τους σαν ύποπτη. Ένας αυτόπτης μάρτυρας είχε καταθέσει ότι είδε μια γυναίκα να φεύγει τρέχοντας από τον τόπο του εγκλήματος και η αστυνομία κατέληξε σε κείνη, χωρίς να έχει αποδείξεις ή να μπορέσει εκ των υστέρων να επιβεβαιώσει οποιεσδήποτε υποψίες. Οι σχέσεις της με τις αστυνομικές αρχές ουδέποτε υπήρξε καλή, το 1986 είχε κάνει μάλιστα και μήνυση στον υπουργό Δημόσιας Τάξης επειδή κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης χτυπήθηκε από αστυνομικούς. «Από τη στιγμή που δεν μας αφήνουν να φτιάξουμε τη ζωή, θα χαλάσουμε αυτό που υπάρχει και θα βγει το καινούργιο μετά», δήλωνε.

eirini aivaliwtouΚατερίνα Γώγου – «Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις»
Περισσότερα

“Βιργιλίου Θάνατος” του Hermann Broch (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αγκρίκολας εκ γενετής, άνθρωπος που αγαπά την ειρήνη της επίγειας ζωής, άνθρωπος που θαν του ταίριαζ’ απόλυτα μια λιτή και στέρια ζωή στους κόλπους μέσα της κοινωνίας του χωριού, άνθρωπος που η ίδια του η καταγωγή θα είχε αποφασίσει να του επιτρέψει να μείνει, να του επιβάλει να μείνει, και που, σε μοίρα υπείκοντας ανώτερη, δεν τού ‘χε μήτε να φύγει επιτρέψει απ’ την πατρίδα του, μήτε να μείνει εκεί: εξοστρακίσει τον είχε, διώξει τον είχε η μοίρα του από το Κοινόν, από την κοινότητα: τον είχε εξορίσει στην πιό γυμνή, στην πιό τρομερή και στην πιό άγρια μοναξιά του ανθρώπινου τσούρμου, τον είχε κυνηγήσει απ’ την απλότητα της ρίζας του και τον είχε φτάσει πέρα μακριά, στην ποικιλία που στιγμή δεν παύει να διπλώνεται και να πτυχώνεται, κι όποτε συνέβαινε να μεγαλώνει σε μήκος κάτι (μ’ αυτόν εκεί τον τρόπο) ή σε πλάτος, δεν ήταν άλλο παρά η απόσταση απ’ την πραγματική ζωή, μιάς κι αυτή ήταν η μόνη που μεγάλωνε στ’ αλήθεια: μέχρι τα όρια των χωραφιών του είχε απλώς περπατήσει, στου βιού του απλώς το περιθώριο είχε ζήσει ο ποιητής: στασιό δεν είχε, δεν έβρισκε στασιό, έφευγε το θάνατο, το θάνατο εγύρευε, εγύρευε το έργο, το έργο τό ‘φευγε, ερωτάρης ναι, ξεφωλεμένος πάλι, πλάνητας των παθών τού μέσα και τού έξω κόσμου, της ζωής του της ίδιας μουσαφίρης. Και σήμερα, στο τέλος σχεδόν των δυνάμεών του, στο τέλος του φευγιού του, στων αναζητήσεών του το τέλος,πολεμήσαντας εντός του κι έχοντας πάρει την απόφαση οτ’ είναι έτοιμος για τον αποχαιρετισμό, μέσα του πολεμήσαντας για χάρη αυτής της ετοιμότητας κι έτοιμος να πάρει επάνω του την έσχατη αυτή μοναξιά και να περιπατήσει το μέσα του δρόμο της επιστροφής σ’ αυτήν, σήμερα η μοίρα, τώρα δηλαδή, μ’ όλη της τη βία η μοίρα και μ’ όλη της την ισχύ τον είχε γι’ άλλη μια φορά κουρσέψει, τού ‘χε γι’ άλλη μια φορά απογορεύσει την απλότητα της ρίζας του, την απλότητα της μέσα του ζωής, τον είχε βάλει πάλι έξω απ’ τον δρόμο της επιστροφής, τον είχε ρίξει ξανά στο στρατί της ποικιλίας του όξω κόσμου, τον είχε ακόμα μια φορά πετάξει στο κακό πού ‘χε σκιάσει ολόκληρη τη ζωή του, ναι, σήμερα ήταν σα να τού ‘χε στερήσει η μοίρα άλλη μιά μοναδική λιτότητα: τη λιτότητα όχι του θανάτου, μα τη λιτότητα του πεθαμού…

* “Βιργιλίου Θάνατος” του Hermann Broch, σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, από τις εκδόσεις Gutenberg, στη σειρά “Orbis Literae”

 

 

Ο Χέρμαν Μπροχ γεννήθηκε την 1.11.1886 στη Βιέννη. Η οικογένειά του είναι μια ευκατάστατη εβραϊκή οικογένεια (ο πατέρας του Josef Broch έχει βιομηχανία υφαντουργίας).  Ο Χέρμαν, μετά τη  δευτεροβάθμια εκπαίδευση, από το 1904 ως το 1906 σπούδαζε σε τεχνικό κολέγιο με ειδικότητα την υφαντική και για πολλά χρόνια (ως το 1927) εργάστηκε στο εργοστάσιο της οικογένειας. Κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν στον Αυστριακό Ερυθρό Σταυρό.
Στη Βιέννη ο Μπροχ γνωρίζεται με τους Robert Musil και Rainer Maria Rilke. Γνωρίζει, επίσης, την περίφημη Milena, γνωστή από την αλληλογραφία της με τον Κάφκα.
Το 1927 το εργοστάσιο της οικογενείας Μπροχ πωλείται και ο Χέρμαν Μπροχ, σαράντα χρονών πλέον, αφιερώνεται στο γράψιμο και στις σπουδές. Από το 1926 ως το 1930 σπουδάζει στη Βιέννη μαθηματικά, φιλοσοφία και ψυχολογία, αλλά τελικά τον κερδίζει η λογοτεχνία.
Το 1928 ξεκινά τους “Υπνοβάτες”, που εκδίδονται το 1931. Είναι μια τριλογία, που καλύπτει 40 χρόνια (1880 – 1920) γερμανικής ιστορίας. Ένα μυθιστόρημα για την παρακμή και την αποσύνθεση των αξιών, όπου η μυθιστορηματική αφήγηση συναντά την ποίηση και τη φιλοσοφία, το οποίο αποδεικνύεται προφητικό έργο. Ο ναζισμός εδραιώνεται στη Γερμανία και μετά την προσάρτηση της Αυστρίας το 1938, ο Μπροχ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Σώζεται με την παρέμβαση των φίλων του και με τη βοήθεια του Τζαίημς Τζόυς και άλλων συγγραφέων. Φεύγει για το Λονδίνο, μετά Σκωτία και τελικά, το 1939, καταλήγει στην Αμερική, στο Νιου Τζέρσεϋ.
Το 1945 δημοσιεύεται το “Βιργιλίου Θάνατος” που δίνει νέα ώθηση στη λογοτεχνική έκφραση. Παράλληλα γράφει άρθρα, δοκίμια και ποιήματα.
Στην Αμερική περνά δύσκολα χρόνια. Τα δύο έργα του δεν φέρνουν χρήματα. Το επόμενο βιβλίο του, “Οι Αθώοι”, είναι ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα, που ο Μπροχ συνθέτει προσθέτοντας εμβόλιμα σε πέντε παλιά του αφηγήματα, που αναθεωρεί, έξι καινούρια και τρία ποιήματα. Είναι ένα βιβλίο, ουσιαστικά, γραμμένο μέσα σε διάρκεια 35 χρόνων. Από το 1913 ως το 1948.
Ο Μπροχ παντρεύτηκε δυο φορές. Την πρώτη το 1909 στη Βιέννη και τη δεύτερη το 1949 στην Αμερική.
Τις παραμονές μιας επίσκεψης στην Ευρώπη παθαίνει καρδιακή προσβολή. Πεθαίνει στο New Haven στις 30.5.1951.
Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα “Ο Εκμαυλιστής”. Το 1999 κυκλοφορούν τα έργα του “Ψυχική Αυτοβιογραφία” και “Η αυτοβιογραφία ως πρόγραμμα εργασίας”.
Στα άπαντά του περιλαμβάνονται ποιήματα, δοκίμια, άρθρα, θεατρικά, αλληλογραφία και κείμενα ψυχανάλυσης.

eirini aivaliwtou“Βιργιλίου Θάνατος” του Hermann Broch (απόσπασμα)
Περισσότερα

Δύο ποιήματα της Κατερίνας Δέφνερ-Καφή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το πουλί της χαράς

Πουλί που φέρνεις τη χαρά,
στάσου λιγάκι να σε πιάσω!
Μα, όταν θα σε πλησιάσω
πάλι θ’ ανοίξεις τα φτερά!
Της μοίρας μου είναι γραφτό,
όταν το χέρι μου απλώνω,
να φεύγεις, δίνοντάς μου πόνο!
Μα, πάντα γω σε κυνηγώ!
Μη φεύγεις της χαράς πουλί,
έλα κοντά μου μόνο λίγο,
να ζήσω τη χαρά σου σ’ άλλη γη!

***

Δεν θα ‘θελα…

Δεν θα ΄θελα σε φάκελλο, γράμμα, άγγελέ μου, να σου κλείσω.
Στο πιάνο μου μόνο για σένα, θε να παίξω ένα κομμάτι,
που με τις νότες του σ’ ένα καθάριο ουρανό θα χτίσω
τραγουδιστά, της αρμονίας μας το θεϊκό παλάτι.

Δεν θέλω γράμματα μονάχα, άγγελέ μου, να σου στέλνω,
μα πιότερο η σκέψη μου σαν ουρανός να σ’ αγκαλιάσει
και η γαλάζια θαλπωρή του, έμπνευσή μου για να ψέλνω
την έναστρη αγάπη μου που άγγελοι έχουν πλάσει.

  • Από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Δέφνερ – Καφή “ΜΥΡΑ ΥΑΚΙΝΘΟΥ”, Εκδόσεις ΠΙΤΣΙΛΟΣ, Αθήνα 2017

 

***

Η Κατερίνα Καφή – Δέφνερ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 1955.
Είναι κόρη του καλλιτέχνη ζωγράφου κι αγιογράφου Δημητρίου Γ. Καφή.
Καθηγήτρια πιάνου και θεωρητικών της μουσικής στο Ωδείο Αθηνών, απ’ το 1979 μέχρι και τον Ιούνιο του 2015, όταν συνταξιοδοτήθηκε.
Ποιήτρια, δοκιμιογράφος, συνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός.
Απόφοιτος της Ελληνογαλλικής Σχολής του Αγίου Ιωσήφ (Saint Joseph).
Αριστούχος πτυχιούχος του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών, των Σχολών Ανωτέρων Θεωρητικών και Πιάνου.
Διπλωματούχος πιάνου (premier prix) του Διεθνούς Ωδείου Μουσικής των Παρισίων και Φιλοσοφίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου της Σορβόνης (D.E.A.).
Χρημάτισε, επίσης, καθηγήτρια μουσικής στις Ελληνογαλλικές Σχολές των Ουρσουλινών και του Αγίου Ιωσήφ.
Έκανε εκπομπές λογοτεχνίας και τέχνης στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος κι έδωσε σεμινάρια μουσικής στις περισσότερες Χ.Ε.Ν. της Αττικής.
Έλαβε μέρος σε συναυλίες, έδωσε διαλέξεις, έκανε ομιλίες και με την απαγγελία της διάνθισε πολλές λογοτεχνικές εκδηλώσεις.

***

Βιβλία της:

«Ποιήματα» (Αθήνα, 1975), «Μουσικά Φτερουγίσματα», ποίηση (Αθήνα, 1991), «Άλμπουμ από Ανταύγειες Τέχνης», ποίηση («Περγαμηνή», 1995), το μουσικοπαιδαγωγικό «Τα Θεωρητικά της Μουσικής σαν “Υποχρεωτικό” Μάθημα – Θεωρία Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και Λεξιλόγιο Μουσικής» («Ορφεύς», 2008), το τεχνοκριτικό «Δημήτριος Γ. Καφής» (Αθήνα, 2015), «Λυγμοί Κρίνων», ποίηση («Πιτσιλός», 2016) και «Μύρα Υακίνθου», ποίηση («Πιτσιλός», 2017).
Έγραψε σε στίχους και μουσική δική της τη Θεία Λειτουργία για τα 150 χρόνια της Ελληνογαλλικής Σχολής του Αγίου Ιωσήφ και τραγούδησε σαν υψίφωνος στην τελετή της 20-3-2006 στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.
Για τη θρησκευτική της ποίηση έχει τιμηθεί με τον Μεγάλο Χρυσό Σταυρό του Παναγίου Τάφου από τον τότε Πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο, τον Ιούλιο του 1976.
Γράφει συχνά δοκίμια και βιβλιοκριτικές στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα».
Συνεργασίες της υπάρχουν στα εγκυρότερα λογοτεχνικά έντυπα.
Είναι σύζυγος του συγγραφέα και ποιητή Όθωνα Μ. Δέφνερ.

 

  • Πίνακας: Sailboat At Le Petit Gennevilliersby – Claude Oscar Monet
eirini aivaliwtouΔύο ποιήματα της Κατερίνας Δέφνερ-Καφή
Περισσότερα

Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Δημήτρη Τσεκούρα “Η Πόρτα”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο άνθρωπος της ιστορίας μας, ένας διανοούμενος –μάλλον− πενηντάρης, που φέρνει κάπως στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, ζει μόνος. Και φοβάται πολύ ότι εάν τυχόν πεθάνει πριν από την ώρα του −γιατί ποτέ δεν ξέρεις−, κανείς δεν θα το(ν) ανακαλύψει. Μια ωραία πρωία λοιπόν βγάζει την πόρτα του σπιτιού και πάει και την πετάει στα σκουπίδια. Γιατί; Μα για τον απλούστατο λόγο, αφενός, ότι εάν πεθάνει πριν την ώρα του, η οσμή θα γίνει πολύ γρηγορότερα αντιληπτή. Αλλά και, αφετέρου, γιατί ο άνθρωπος της ιστορίας μας είναι εξαιρετικά περίεργος για το «πόσους ακριβώς κλέφτες μπορεί να ερεθίσει» ένα σπίτι ορθάνοιχτο, ένα σπίτι without the Door. Και για να είμαστε ειλικρινείς, καμία απολύτως σημασία δεν έχει αν όλα όσα συμβαίνουν μετά είναι εντός ή εκτός πραγματικότητας. Σημασία έχει ότι έχουν μια τρομακτική σημασία…

 

 

  • Ο Δημήτρης Τσεκούρας γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1967. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία και Γλωσσολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Γράφει Πεζογραφία και Θέατρο. Ζει στην Αθήνα.

***

Η παρουσίαση του βιβλίου την Τρίτη 12 Μαρτίου στις 20:00 στο Polis Art Cafe (Πεζμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου). Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Ντέπυ Πάγκα και Χάρης Τζωρτζάκης.

Πληροφορίες

Δημήτρης Τσεκούρας
Η Πόρτα
(μυθιστόρημα)
Εκδόσεις Έρμα

eirini aivaliwtouΚυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Δημήτρη Τσεκούρα “Η Πόρτα”
Περισσότερα

Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στο “Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών” ηλικιωμένοι άνδρες που “δεν μπορούν πλέον να είναι άνδρες” επισκέπτονται ένα μυστικό δωμάτιο για να περάσουν τη νύχτα με μια όμορφη κοπέλα που κοιμάται βαθιά. Από τη στιγμή που οι γέροι φτάνουν ώσπου να φύγουν, τα κοιμισμένα γυμνά κορίτσια δεν ξυπνούν καθόλου. Τα κορίτσια δεν ξέρουν ποιος τα επισκέφθηκε, τι έγινε και τι όχι. Ωστόσο η σεξουαλική επαφή εκεί μέσα, είναι απαγορευμένη, η κυρία του σπιτιού είναι κατηγορηματική: ‘δεν υπάρχουν άσχημα πράγματα σε αυτό το σπίτι’. Ο Καβαμπάτα πραγματεύεται σε αυτό το αριστουργηματικό μυθιστόρημα τη νεότητα και τα γηρατειά, τον χρόνο και τον ερωτισμό, τη μοναξιά των γηρατειών και εν τέλει τον φόβο για τον θάνατο.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

(Η αρχή του βιβλίου)

Η γυναίκα που υποδέχτηκε τον Εγκούτσι στο πανδοχείο τον προειδοποίησε
ότι δεν επιτρεπόταν να κάνει τίποτα που να μην συμφωνεί με τους κανόνες
της αισθητικής. Δεν επιτρεπόταν να βάλει το δάχτυλο του μέσα στο στόμα
της κοιμισμένης κοπέλας ή να επιχειρήσει κάτι παρόμοιο.
Υπήρχε αυτό το μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο και ένα άλλο δίπλα σε αυτό,
όμως ήταν φανερό ότι δεν υπήρχαν άλλα δωμάτια στον επάνω όροφο: κι
εφόσον ο χώρος στον κάτω όροφο ήταν αρκετά περιορισμένος για να
εξυπηρετήσει πολλά άτομα, το μέρος με δυσκολία θα μπορούσε να
χαρακτηριστεί πανδοχείο. Δεν υπήρχε καμία πινακίδα πάνω από την
είσοδο, ίσως επειδή το μυστικό που έκρυβε δεν επέτρεπε την ύπαρξή της.
Παντού επικρατούσε σιωπή. Από την ώρα που του είχαν ανοίξει την
κλειδωμένη είσοδο και τον είχαν αφήσει να μπει μέσα, ο γέρο-Εγκούτσι
είχε δει μόνο τη γυναίκα που του μιλούσε τώρα. Ήταν η πρώτη φορά που
πήγαινε εκεί. Δεν ήξερε αν η γυναίκα ήταν η ιδιοκτήτρια ή απλώς κάποια
υπηρέτρια. Καλύτερα να μην ρωτούσε.
Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα γύρω στα 45, είχε φωνή νεανική και
έδινε την εντύπωση ότι είχε καλλιεργήσει επίτηδες μια ήρεμη σταθερότητα.
Τα λεπτά της χείλη μόλις που άνοιγαν όταν μιλούσε. Απέφευγε να τον
κοιτάζει. Υπήρχε κάτι στα σκούρα μάτια της που εξασθένιζε την άμυνά του.
Η ίδια όμως φαινόταν εντελώς άνετη. Έφτιαξε τσάι στην μεταλική τσαγιέρα
που έβραζε στο μπρούντζινο μαγκάλι. Η ποιότητα του τσαγιού ήταν άριστη,
πράγμα παράξενο για ένα τέτοιο μέρος και μια τέτοια περίσταση,και έτσι ο
γέρο-Εγκούτσι αισθανόταν πιο άνετα. Σε μια εσοχή στον τοίχο κρεμόταν
ένας πίνακας του Καβάι Γκοκούντο, μάλλον αντίγραφο, που απεικόνιζε ένα
χωριό στην πλαγιά ενός βουνού, ζεστό μέσα στα φθινοπωρινά φύλλα. Δεν
υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει πως το δωμάτιο έκρυβε κάποιο
περίεργο μυστικό..
“Και σας παρακαλώ μην προσπαθήσετε να την ξυπνήσετε. Όχι ότι θα
μπορούσατε να το κάνετε, με όποιον τρόπο κι αν δοκιμάζατε. Κοιμάται
βαθιά και δεν ξέρει τίποτα”. Η γυναίκα είπε πάλι: “Θα συνεχίσει να
κοιμάται και δεν θα ξέρει τίποτε από την αρχή μέχρι το τέλος. Ούτε καν
ποιος ήταν μαζί της. Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε..”
Ο Εγκούτσι δεν είπε τίποτα για τις αμφιβολίες που είχαν αρχίσει να τον
κυριεύουν.
“Είναι μια πολύ όμορφη κοπέλα. Δέχομαι μόνο επισκέπτες που ξέρω ότι
μπορώ να εμπιστεύομαι απόλυτα”.

 

 

[…]
[…]
Ήταν ένα σπίτι όπου πήγαιναν γέροι άντρες που δεν μπορούσαν πια να
χρησιμοποιήσουν τις γυναίκες σαν γυναίκες. Όμως ο Εγκούτσι στην τρίτη
του επίσκεψη, ήξερε ότι το να κοιμηθεί με μια τέτοια κοπέλα ήταν μια
φευγαλέα παρηγοριά, το κυνήγι της χαμένης χαράς της ζωής. Άραγε
υπήρχαν ανάμεσά τους γέροι που επιθυμούσαν κρυφά να κοιμηθούν για
πάντα δίπλα σε μια κοπέλα που είχε ναρκωθεί; Του φαινόταν ότι υπήρχε
κάποια θλίψη στο κορμί μιας νέας κοπέλας που ξυπνούσε σ’ ένα γέρο την
επιθυμία για θάνατο. Ίσως όμως ο Εγκούτσι να ήταν από τους λίγους
πελάτες του σπιτιού που είχε τέτοιες ευαισθησίες. Ίσως οι περισσότεροι
το μόνο που ήθελαν να γευτούν τη νιότη των κοιμισμένων κοριτσιών, να
γλεντήσουν τα κορίτσια που δεν θα ξυπνούσαν με τίποτα […]
[…]
Καθώς τραβούσε το χέρι που είχε κάτω από το λαιμό της, ήταν τόσο
προσεκτικός, σαν να φοβόταν μη σπάσει ένα εύθραυστο αντικείμενο. Όμως
η παρόρμηση να την ξυπνήσει βίαια δεν του είχε φύγει ακόμα. Καθώς
τράβηξε το χέρι του, το κεφάλι της γύρισε απαλά και μαζί μ’ αυτό και ο
ώμος της, έτσι ώστε βρέθηκε ανάσκελα. Αυτός τραβήχτηκε και
αναρωτήθηκε αν θα άνοιγε τα μάτια της. Η μύτη της και τα χείλη της
έλαμπαν γεμάτα νιότη στο φως που έπεφτε από το ταβάνι. Έφερε το
αριστερό της χέρι στο στόμα της. Φαινόταν έτοιμη να βάλει το μεσαίο της
δάχτυλο ανάμεσα στα δόντια της και ο Εγκούτσι αναρωτήθηκε αν αυτή
ήταν κάποια συνήθειά της όταν αυτή κοιμόταν, αυτή όμως το έφερε απαλά
μέχρι τα χείλη της και όχι πιο μέσα. Τα χείλη της τραβήχτηκαν ελαφρά και
φάνηκαν τα δόντια της. Όλη αυτή την ώρα ανέπνεε με τη μύτη, τώρα όμως
ανέπνεε και με το στόμα. Του φάνηκε πως η αναπνοή της έγινε λίγο πιο
γρήγορη. Αναρωτήθηκε αν πονούσε κάπου και τελικά αποφάσισε ότι δεν
πονούσε. Επειδή τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, ένα ελαφρό χαμόγελο
σχηματιζόταν στα μάγουλά της. Ο ήχος των κυμάτων που έσπαγαν στον
ψηλό βράχο του φάνηκε κοντινότερος. Ο ήχος του νερού που έτρεχε κάθε
φορά που έσπαγε το κύμα έδειχνε ότι υπήρχαν μεγάλες πέτρες στη βάση
του βράχου. Το νερό αιχμαλωτιζόταν πίσω τους, φαινόταν να ακολουθεί το
κύμα που έσκαγε. Το άρωμα της αναπνοής της κοπέλας ήταν δυνατότερο
όταν έβγαινε από το στόμα παρά από τη μύτη. Δεν ήταν όμως μυρωδιά από
γάλα. Ήταν ίσως μια μυρωδιά που τον έκανε να νιώσει την ύπαρξη της
γυναίκας στην κοπέλα…».

***

ΓΙΑΣΟΥΝΑΡΙ ΚΑΒΑΜΠΑΤΑ
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1995
Μτφ. ΕΦΗ ΚΟΥΚΟΥΜΠΑΝΗ-ΠΟΛΥΤΙΜΟΥ
Αναδημοσίευση από το Διαδίκτυο

***

Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών του Καβαμπάτα αποτελείται από τρία διηγήματα. Το ομότιτλο είναι μεγάλης έκτασης – γύρω στις ενενήντα σελίδες και παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα τρία. Κι αυτό γιατί ίσως λόγω μεγέθους τονίζει ακόμα περισσότερο τον ερωτισμό που επικρατεί σαν θέμα και στα υπόλοιπα.
Ο γερο-Εγκούτσι είναι ένας 67χρονος Ιάπωνας που επισκέπτεται ύστερα από παρότρυνση ενός φίλου ένα σπίτι στο οποίο καταφεύγουν ηλικιωμένοι για να κοιμηθούν με νεαρές κοπέλες που έχουν ναρκωθεί. Οι επισκέπτες δεν έχουν δικαίωμα να κάνουν έρωτα ούτε να βιαιοπραγήσουν. Ο Εγκούτσι επαναλαμβάνει την επίσκεψή του και κάθε φορά κοιμάται με διαφορετική κοπέλα. Οι περιγραφές είναι εξαιρετικές όπως και στα υπόλοιπα κείμενα και οι σκέψεις του Εγκούτσι παλινδρομούν ανάμεσα στο παρελθόν και τις σχέσεις του με γυναίκες και στο παρόν ενός άντρα που βρίσκεται κοντά στο τέλος της ερωτικής του δραστηριότητας.
Στο ‘Μπράτσο’, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σουρεαλιστικό ξεκίνημα όπου ο ήρωας παίρνει μαζί του το αριστερό μπράτσο που του δανείζει μια γυναίκα. Αυτό το εύρημα του Καβαμπάτα λειτουργεί σαν στη θέση του να υπήρχε η ίδια η ιδιοκτήτρια του αποκομμένου μέλους και εκείνος μοιάζει σαν να συνομιλεί με την ίδια.
Τέλος, στο ‘Περί ζώων και πουλιών’, ένας άντρας που ζει σε ένα σπίτι γεμάτο με πουλιά και ζώα και την υπηρέτριά του, αναπολεί τη μοναδική ερωτική σχέση που τον είχε σημαδέψει.

Ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο που θα διαβαστεί μέσα σε δύο απογεύματα και θα μείνει στη μνήμη για πολύ καιρό.

***

Ο Γιασουνάρι Καβαμπάτα γεννήθηκε το 1899 και αυτοκτόνησε το 1972. Σπούδασε Αγγλική και Ιαπωνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο και ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα το 1923, παράλληλα με τη συνεργασία του στο λογοτεχνικό περιοδικό Εποχή της Τέχνης. Η γραφή του είναι έντονα επηρεασμένη από τα μεσοπολεμικά λογοτεχνικά ρεύματα της Γαλλίας και ξεφεύγει από τις ως τότε καθιερωμένες λογοτεχνικές σχολές της πατρίδας του. Παρ’ όλα αυτά, στα τελευταία έργα του εμφανίζονται έντονα στοιχεία της ιαπωνικής λογοτεχνίας του 15ου και 17ου αιώνα, αρμονικά δεμένα με το σύγχρονο τρόπο λογοτεχνικής έκφρασης. Μερικά από τα πιο σημαντικά έργα του είναι: Η χορεύτρια του Ιζού (1925), Η χώρα του χιονιού (1935-1947), Ο ήχος του βουνού (1949-1954), Χιλιάδες γερανοί (1959) κ.ά.

Ο Καβαμπάτα είναι ο πρώτος Ιάπωνας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1968.

 

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Yasunari Kawabata με τη γυναίκα του Hideko και το σκύλο τους, Asakusa (Tokyo – 1928-29).

 

  • Αρχική εικόνα: Kajita Hanko, Sleeping woman

 

eirini aivaliwtouΓιασουνάρι Καβαμπάτα. Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών (αποσπάσματα)
Περισσότερα

“Λυκόφως των ειδώλων” του Φρίντριχ Νίτσε (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένα συναρπαστικό σφυροκόπημα αιώνιων ειδώλων, ένα διονυσιακό φινάλε για τον φιλόσοφο στη σκιά του οποίου κινήθηκαν όλοι οι μεταγενέστεροι. Το Λυκόφως μαζί με τον Αντίχριστο και το Ecce Homo είναι τα τρία τελευταία έργα του Φρειδερίκου Νίτσε. Γράφτηκε το 1888, την τελευταία νηφάλια χρονιά του Νίτσε, περίοδο που ο ίδιος περιγράφει σαν «την τέλεια μέρα που όλα ωρίμαζαν».

Κανείς δεν δίνει στον άνθρωπο τα χαρακτηριστικά του – ούτε ο θεός, ούτε η κοινωνία, ούτ’ οι γονείς κ’ οι πρόγονοί του, μα ούτε κι ο ίδιος ο εαυτός του. Κανείς δεν ευθύνεται για τ’ ότι υπάρχει, για το πώς είναι φτιαγμένος, για τις συνθήκες ή τον περίγυρο στον οποίο ζει. Δεν αποτελεί επακόλουθο κάποιου ειδικού σχεδίου, μιας βούλησης, ενός σκοπού, ούτε κι απόπειρα πραγμάτωσης του “ιδεατού ανθρώπου”, της “ιδεατής ευτυχίας” ή της “ιδεατής ηθικής”· είναι πέρα για πέρα παράλογο να θέλουμε με το ζόρι να του φορτώσουμε τον άλφα ή τον βήτα σκοπό. Εμείς επινοήσαμε την έννοια “σκοπός”· στην πραγματικότητα, σκοπός δεν υπάρχει. […]

Η έννοια “θεός” στάθηκε ως τα τώρα η μέγιστη αντίρρηση κατά της ύπαρξης… Αρνούμαστε το θεό· αρνούμαστε μαζί και την ηθική ευθύνη απέναντί του: μόνον έτσι λυτρώνουμε τον Κόσμο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Απόσπασμα από το βιβλίο

«Το ν’ αποδίδει κανείς την κακή του διάθεση σ’ άλλους, ή στον ε α υ τ ό του –το πρώτο το κάνουν οι σοσιαλιστές, το δεύτερο, λογουχάρη, οι χριστιανοί–, δεν έχει εντέλει καμμιά σημασία. Αμφότεροι πιστεύουν –κι αυτό δείχνει, ακριβώς, α ν α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α– πως κάποιος ά λ λ ο ς πρέπει να φ τα ί ε ι για την κατάστασή τους· κοντολογής, ο άρρωστος, σα φάρμακο κατά της αρρώστιας του, “συνταγογραφεί” στον εαυτό του τη γλυκιά παρηγοριά της εκδίκησης. Οι στόχοι τούτου του μένους, που είναι η δ ο ν ή ς εκζήτηση, συνιστούν αίτια περιστασιακά· ο πάσχων βρίσκει παντού αφορμές για να ξεθυμάνει».

Πληροφορίες

Λυκόφως των ειδώλων
Φρίντριχ Νίτσε
Εκδ. Gutenberg

***

Μετάφραση: Βαγγέλης Δουβαλέρης
Επιμέλεια: Ήρκος Ρ. Αποστολίδης

eirini aivaliwtou“Λυκόφως των ειδώλων” του Φρίντριχ Νίτσε (απόσπασμα)
Περισσότερα

Φρίντα Κάλο: Αξίζεις μια αγάπη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Φρίντα Κάλο έζησε έναν μεγάλο έρωτα με τον Ντιέγκο Ριβέρα. Όσο περίπλοκη ήταν η ζωή της, τόσο περίπλοκη ήταν και η σχέση τους. Ανάμεσά τους μπήκαν κι άλλα πρόσωπα. Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Φρίντα έγραψε πολλά ερωτικά γράμματα. Ένα από αυτά είναι και το παρακάτω:

Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει να νιώθεις σίγουρη, που να μπορεί να καταναλώσει όλο τον κόσμο αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα, που να νιώθει πως οι αγκαλιές σου πάνε τέλεια με το δέρμα της.

Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει να χορεύει μαζί σου, που να επισκέπτεται τον παράδεισο κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου, και που δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει τις εκφράσεις σου.

Αξίζεις μια αγάπη που να σε ακούει όταν τραγουδάς, που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου, που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη, που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου, που να μην την τρομάζει η πτώση.

Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα, που να σου φέρει τον ενθουσιασμό, τον καφέ και την ποίηση.

eirini aivaliwtouΦρίντα Κάλο: Αξίζεις μια αγάπη
Περισσότερα