Βιβλιοστάτης

Αργυρώ Μαντόγλου: «Τρικυμίες Παθών. Τα νεανικά χρόνια του Κοραή στο Άμστερνταμ»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το άγνωστο πορτρέτο του νεαρού Αδαμάντιου Κοραή, μάς παρουσιάζει στο νέο της βιβλίο η Αργυρώ Μαντόγλου. Τίτλος του βιβλίου: «Τρικυμίες Παθών. Τα νεανικά χρόνια του Κοραή στο Άμστερνταμ».
Το βιβλίο παρουσιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα, που βιώνει τη σύγκρουση ανάµεσα σε ό,τι του δίνεται και ό,τι φιλοδοξεί να γίνει. Μια προσωπικότητα με τους δισταγμούς, την τόλμη, την ευαισθησία, αλλά και το σπινθηροβόλο πνεύμα –ιδιότητες που έμελλε να συμβάλουν στην κατοπινή εξέλιξη του µεγάλου Δασκάλου του Γένους.

***

Την Τετάρτη 3 Μαρτίου στις 6 μ.μ. η Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS και οι «Εκδόσεις Κλειδάριθμος» θα παρουσιάσουν διαδικτυακά το βιβλίο.
Θα μιλήσουν: Ο δημοσιογράφος Γιάννης Μπασκόζος, ο επιμελητής του βιβλίου Δημήτρης Θάνας και η συγγραφέας, Αργυρώ Μαντόγλου.

***

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Τον Ιούνιο του 1771 ένας νεαρός έµπορος αποπλέει µε τον βοηθό του από το λιµάνι της Σµύρνης µε προορισµό το κοσµοπολίτικο Άµστερνταµ, όπου θα αναλάβει τη διεύθυνση ενός εµπορικού συνεταιρισµού. Είναι ο εικοσιτριάχρονος ∆ιαµαντής Κοραής, που πέρα από τις εµπορικές δραστηριότητες θέλει απελπισµένα να ξεφύγει από τον ζυγό των Τούρκων, να αναπνεύσει τον αέρα της ελευθερίας και να καλλιεργήσει το πνεύµα του στη «φωτισµένη» Ευρώπη.
Ο ίδιος αργότερα θα πει: «Η νεότης µου εσαλεύετο από τρικυµίας παθών». Αυτά τα πάθη περιγράφονται σε τούτη τη µυθιστορηµατική βιογραφία –µια εν πολλοίς άγνωστη αλλά σηµαντική πτυχή της ζωής του Αδαµάντιου Κοραή–, η µεταµόρφωσή του από συνεσταλµένο Ανατολίτη σε γοητευτικό µποέµ κοσµοπολίτη, η έκθεσή του στις ριζοσπαστικές ιδέες λίγο πριν από το ξέσπασµα της Γαλλικής Επανάστασης, η επαφή του µε σπουδαίους διανοούµενους, το πάθος του για µάθηση και η µύησή του στην τέχνη, στον έρωτα και στις απολαύσεις, αλλά και ο σκοτεινός εαυτός του, που θα αποκαλυφθεί όταν φτάσει στα έγκατα της θλίψης και στα όρια των αντοχών του.

 

***

 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

 

Η Αργυρώ Μαντόγλου σπούδασε αγγλική λογοτεχνία, φιλοσοφία και κριτική θεωρία. Κείµενά της έχουν δηµοσιευθεί στον Τύπο, ενώ ασχολείται µε τη µετάφραση, τη διδασκαλία λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής. Έχει µεταφράσει έργα των Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνιας Γουλφ, Χένρι Τζέιµς, Τζέιν Όστεν, Έµιλι Μπροντέ, Καζούο Ισιγκούρο, Χαρούκι Μουρακάµι (για τη µετάφραση του Κάφκα στην ακτή έλαβε το Βραβείο Αναγνωστών Public), ενώ πεζά της έχουν βρεθεί στις βραχείες λίστες βραβείων του ∆ιαβάζω, του Αναγνώστη και του Athens Prize for Literature. Το Τρικυµίες παθών είναι το δέκατο βιβλίο της, και επισφραγίζει την πολύχρονη πορεία της στα ελληνικά γράµµατα.

 

***

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

«Τρικυμίες Παθών. Τα νεανικά χρόνια του Κοραή στο Άμστερνταμ»

Της Αργυρώς Μαντόγλου
Τετάρτη 3 Μαρτίου
Στις 6 μ.μ.
Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS
«Εκδόσεις Κλειδάριθμος»

 

***

 

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά και θα μεταδίδεται ζωντανά από το IANOS RADIO, το κανάλι Youtube και τη σελίδα Facebook του ΙΑΝΟΥ.

 

Youtube Link: https://www.youtube.com/watch?v=3vdgwCaQCTc

 

Link βιβλίου: https://www.ianos.gr/trikimies-pathon-0509152

Παναγιώτης ΜήλαςΑργυρώ Μαντόγλου: «Τρικυμίες Παθών. Τα νεανικά χρόνια του Κοραή στο Άμστερνταμ»
Περισσότερα

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Έγκλημα και Τιμωρία (αξιοσημείωτα αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι είναι αναμφίβολα ένας από τους γνωστότερους και σπουδαιότερους Ρώσους συγγραφείς. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και θεωρούνται κλασικά. Από τα γνωστότερα έργα του, αν όχι το γνωστότερο, είναι το βιβλίο του «Έγκλημα και Τιμωρία». Έχει αγαπηθεί τόσο από τους κριτικούς όσο και από το αναγνωστικό κοινό, και όχι αδίκως. Η ψυχολογική ανάλυση του ήρωα από το μεγάλο Ρώσο συγγραφέα δίνει στο έργο βάθος και ο προβληματισμός του το καθιστά διαχρονικό. Δίκαια θεωρείται ένα από τα μεγάλα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διδάσκεται σε πολλές σχολές Ψυχολογίας πανεπιστημίων του σύγχρονου κόσμου.

Το Έγκλημα και Τιμωρία (στα ρωσικά “Преступлéние и наказáние”) εκδόθηκε πρώτη φορά το 1866 σε δώδεκα συνέχειες στο περιοδικό λογοτεχνίας Ру́сский ве́стник («Ο Ρώσος αγγελιοφόρος»).

Ο Ρόντιον Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικοβ (στα ρωσικά Родиóн Ромáнович Раскóльников) είναι ο φανταστικός πρωταγωνιστής του βιβλίου “Έγκλημα και Τιμωρία”  του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Το όνομα Ρασκόλνικοβ προέρχεται από τη ρωσική λέξη raskolnik που σημαίνει “σχισματικός” (παραδοσιακά αναφέρεται σε μέλος των Παλαιών Πιστών). Το όνομα “Ροντιόν” προέρχεται από την ελληνική γλώσσα και σημαίνει κάτοικος της Ρόδου.

Ο Ρασκόλνικοβ είναι ένας νεαρός, πρώην φοιτητής νομικής, που ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας στην Αγία Πετρούπολη. Ζει σε μια μικρή σοφίτα που νοικιάζει, αν και λόγω έλλειψης χρημάτων, αποφεύγει για αρκετό καιρό να πληρώσει. Κοιμάται στον καναπέ, χρησιμοποιώντας παλιά ρούχα για μαξιλάρι, και λόγω έλλειψης χρημάτων τρώει πολύ σπάνια. Είναι όμορφος και έξυπνος, αν και γενικά αντιπαθής στους συμφοιτητές του. Έχει αφοσιωθεί στην αδερφή του (Αβντόνια Ρομάνοβνα Ρασκόλνικοβα) και τη μητέρα του (Πουλχερία Αλεξάντροβνα Ρασκόλνικοβα).

Ρόλος στην πλοκή

Στο “Έγκλημα και Τιμωρία”, ο Ρασκόλνικοβ δολοφονεί την ενεχυροδανείστρια, Αλιόνα Ιβάνοβνα, μ’ ένα τσεκούρι που έκλεψε από την αποθήκη ενός επιστάτη, με σκοπό να χρησιμοποιήσει τα χρήματά της για καλό σκοπό, βασισμένος σε μια θεωρία που είχε αναπτύξει για τον “μεγάλο άνδρα”. Ο Ρασκόλνικοβ πίστευε ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε “συνηθισμένους” και σε “ιδιαίτερους”: οι συνηθισμένοι είναι ο κοινός όχλος, οι ιδιαίτεροι (κυρίως ο Ναπολέοντας) δεν χρειάζεται να ακολουθήσουν τους ηθικούς κώδικες που ισχύουν για τους απλούς ανθρώπους, δεδομένου ότι είναι γραφτό να γίνουν μεγάλοι άνδρες. Ένας μεγάλος άνδρας δεν θα πρέπει να σκέφτεται δύο φορές τις πράξεις του. Ο Ρασκόλνικοβ αναλογίζεται αυτή τη θεωρία για μήνες, και τη λέει μόνο στην (ήδη νεκρή) αρραβωνιαστικιά του. (Αν και νωρίτερα, είχε γράψει ένα άρθρο σε αυτό το πνεύμα σε μια εφημερίδα με την προϋπόθεση ότι μόνο τα αρχικά του να χρησιμοποιηθούν ως υπογραφή). Ο Ρασκόλνικοβ θεωρεί τον εαυτό του έναν από τους ιδιαίτερους ανθρώπους και, συνεπώς, “επιτρέπεται” να διαπράξει φόνο. Ωστόσο, το σχέδιό του δεν πάει καλά, πριν μπορέσει να αποδράσει από το διαμέρισμα της ενεχυροδανείστριας Αλιόνα Ιβάνοβνα, η ντροπαλή, πειθήνια ετεροθαλής αδερφή της (η Λιζαβέτα Ιβάνοβνα) έρχεται και βρίσκει τυχαία το πτώμα. Ο Ρασκόλνικοβ, μέσα στον πανικό του, δολοφονεί και την αδερφή της ενεχυροδανείστριας, ένα έγκλημα που, για κάποιο λόγο, δεν το βαραίνει τόσο πολύ όσο ο πρώτος φόνος. Το γεγονός των ίδιων των φόνων δεν τον βασανίζει ιδιαίτερα. Αυτό που τον βασανίζει είναι το γεγονός ότι δεν “αμάρτησε” και δεν μπόρεσε να γίνει ο “μεγάλος άνδρας” που έλεγε στη θεωρία του.

Ο Ρασκόλνικοβ βρίσκει ένα μικρό πορτοφόλι πάνω στο πτώμα της Αλιόνα Ιβάνοβνα, το οποίο κρύβει κάτω από ένα βράχο έξω χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενό του. Η μεγάλη του αποτυχία είναι ότι του λείπει η πεποίθηση που πίστευε ότι συνοδεύει το μεγαλείο και συνεχίζει την πτώση στην τρέλα. Μετά την ομολογία του στην πάμφτωχη, ευσεβή πόρνη Σοφία Σεμιόνοβνα Μαρμελάντοβα, αυτή τον καθοδηγεί να παραδεχτεί το έγκλημα, και να το ομολογήσει στον Ηλία Πέτροβιτς “Μπαρούτη”, έναν υπολοχαγό της αστυνομίας με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία (το βιβλίο υπαινίσσεται ότι ο αστυνομικός τον υποπτευόταν από την αρχή). Ο Ρασκόλνικοβ καταδικάζεται σε εξορία στη Σιβηρία, συνοδευόμενος από τη Σοφία Σεμιόνοβνα, όπου ξεκινάει την ψυχική και πνευματική του επανένταξη.

Στον κινηματογράφο

Στον κινηματογράφο, τον υποδύεται για πρώτη φορά ο Γρηγόρης Τσμάρα (1923) στη βουβή διασκευή του Ρόμπερτ Βίνε, ο Πίτερ Λορ (1935) στη χολιγουντιανή εκδοχή (Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ) και ο Τζον Σιμ (2002), ο Κρίσπιν Γκλόβερ (2002) και ο Ηλίας Κρέμνοβ (2005). Ο χαρακτήρας του Μισέλ στην ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν Ο Πορτοφολάς (1959) βασίζεται στον Ρασκόλνικοβ. Ο Πολ Σράντερ που έγραψε το σενάριο της ταινίας Ο Ταξιτζής (1976) εμπνεύστηκε κι αυτός με τη σειρά από τον χαρακτήρα του Μπρεσόν, Μισέλ, για να δημιουργήσει τον αντι-ήρωα Τράβις Μπικλ, που έπαιξε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο.

Μια φυσιογνωμία “σχισματική”

Ο Ρασκόλνικοφ, ο κεντρικός ήρωας στο Έγκλημα και Τιμωρία, κουβαλά -παρότι ο ίδιος, τουλάχιστον αρχικώς, δεν το αντιλαμβάνεται- την ουσία της Ορθοδοξίας. Πρόκειται για μια φυσιογνωμία “σχισματική” (Raskol = Σχίσμα, raskolnik = σχισματικός), όπως άλλωστε δηλώνει το όνομά του· είναι “σαν να εναλλάσσονται μέσα του δυο αντικρουόμενοι χαρακτήρες”, λέει ο Ραζουμίχιν στην Πουλχερία και την Ντούνια.

Πρώην φοιτητής, διωγμένος από το πανεπιστήμιο, “απόμακρος” και “κλειστός” χαρακτήρας, σχεδόν ακοινώνητος, με τη “νεανική φιλαρέσκεια” και περηφάνια που του αρμόζει, ο Ρασκόλνικοφ δεν είναι ένας χυδαίος δολοφόνος, αλλά ένας ιδεολόγος με ανώτερα κίνητρα. Όχι μόνο αφουγκράζεται τις “παράξενες ιδέες” της νέας γενιάς που “κυκλοφορούν στην ατμόσφαιρα”, αλλά υποκύπτει σε αυτές και, “έχοντας γίνει προληπτικός το τελευταίο διάστημα”, αντιλαμβάνεται τη συζήτηση μεταξύ του αξιωματικού και του φοιτητή που ακούει στο καφενεδάκι λίγο πριν διαπράξει τον φόνο σαν μια “υπόδειξη” για τον προορισμό του. Κυριεύεται από την ηθική του ωφελιμισμού, όπου “ένα μικρό ασήμαντο εγκληματάκι” όχι μόνο θα “ξεπλυθεί με χιλιάδες καλές πράξεις”, αλλά θα φέρει “εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες υπάρξεις στο σωστό δρόμο”, και φτάνει στο σημείο να διαπράξει ένα φόνο για λόγους ιδεολογικούς, για να δικαιώσει “το καθήκον, τη συνείδηση” της “νέας γενιάς”. Ο Ρασκόλνικοφ ενσαρκώνει όλα τα προβλήματα της εποχής του που ο Ντοστογιέφσκι προσπαθεί να πολεμήσει καθώς το μυθιστόρημα υπακούει στην αντιδικία του συγγραφέα με τους μηδενιστές, η οποία εκφραζόταν καιρό τώρα σε κάθε του συγγραφική απόπειρα. Δεν μένει όμως στάσιμος ως χαρακτήρας στην πολιτική και ιδεολογική του διάσταση· αντιθέτως, εξελίσσεται καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του. Η αληθινή τιμωρία δεν είναι αυτή που του επιβάλλεται από το νόμο, αλλά η ψυχική κόλαση πού επιβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του. Δεν αρκεί μονάχα να ομολογήσει το έγκλημά του για να λυτρωθεί, ούτε να ζητήσει συγχώρεση από τον Θεό κι από την ανθρωπότητα. Χρειάζεται να δει το φως που κρύβεται μέσα του και να τολμήσει να ομολογήσει στον εαυτό του την πίστη του. Το βιβλίο περιγράφει την πορεία του Ρασκόλνικοφ προς την ελευθερία, καθώς ανακαλύπτει, με τη βοήθεια της Σόνιας και τη δύναμη της αγάπης, τον εαυτό του και ψηλαφεί εντός του την παρουσία του Ιησού Χριστού. Η ανάγνωση της ιστορίας του Λαζάρου από τα χείλη της Σόνιας παροτρύνει τον αναγνώστη να πιστέψει στη μεταμόρφωση του ήρωα, η οποία έρχεται στο τέλος του βιβλίου όταν ο Ρασκόλνικοφ αγκαλιάζει την πλευρά του εαυτού του που τόσο καιρό απαρνιόταν, παύει να αντιστέκεται στην πίστη του και, ως άλλος Λάζαρος, ανασταίνεται.

“Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία”

Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στο βιβλίο του “Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία” (μετάφραση Ανδρέας Παππάς, εκδόσεις Πατάκη, 2020) σε απόσπασμα από το κεφάλαιο «Φίοντορ Ντοστογιέφσκι» λέει: Επειδή ακριβώς μπορούσε να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με κάθε είδους απρόοπτα και με υπαινιγμούς, ο Ντοστογιέφσκι ήταν από τους αγαπημένους συγγραφείς μαθητών και μαθητριών της Ρωσίας, μαζί με τον Φένιμορ Κούπερ, τον Ουγκώ, τον Ντίκενς, τον Τουργκένιεφ. Ήμουν δώδεκα ετών όταν, πριν από περίπου σαράντα πέντε χρόνια, διάβασα για πρώτη φορά το «Έγκλημα και τιμωρία» και θεώρησα πως είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο. Το ξαναδιάβασα όταν ήμουν δεκαεννέα ετών, όταν στη Ρωσία μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, και το βρήκα φλύαρο, αφόρητα συναισθηματικό, κακογραμμένο. Το διάβασα για τρίτη φορά όταν ήμουν είκοσι οκτώ ετών (…) αλλά και ξανά, αργότερα. (…) Ωστόσο, μόνο πολύ πρόσφατα συνειδητοποίησα ποιο είναι το κύριο μειονέκτημα αυτού του βιβλίου.

Κατά τη γνώμη μου, η ρωγμή που κάνει το όλο οικοδόμημα να καταρρέει από ηθική άποψη βρίσκεται στο σημείο εκείνο όπου ο δολοφόνος Ρασκόλνικοφ «ανακαλύπτει» την Καινή Διαθήκη, χάρις στη Σόνια, η οποία του διαβάζει για τον Ιησού και την ανάσταση του Λαζάρου. Μέχρι εκεί κανένα πρόβλημα. Όμως, ακολουθεί μια φράση που τη θεωρώ από τις πιο ανόητες που έχω διαβάσει ποτέ: «Το κερί ήταν έτοιμο να σβήσει· μόλις που φώτιζε πλέον το φτωχικό δωμάτιο όπου ο δολοφόνος και η πόρνη διάβαζαν μαζί το αιώνιο βιβλίο». Ο δολοφόνος, η πόρνη και το «αιώνιο βιβλίο». Τι τρίγωνο κι αυτό!

Αξιοσημείωτα αποσπάσματα

Ωστόσο, το Έγκλημα και Τιμωρία είναι ένα μυθιστόρημα ενός από τους μεγαλύτερους Ρώσους συγγραφείς, Fyodor Dostoevsky. Το μυθιστόρημα δημοσιεύθηκε σε δόσεις κατά τη διάρκεια του 1866. Ο Rodion Romanovich Raskolnikov είναι ένας φτωχός πρώην μαθητής στην Αγία Πετρούπολη, ο οποίος είναι και ο κύριος πρωταγωνιστής. Εδώ είναι μερικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημα:

“Όλα βρίσκονται στα χέρια ενός άνδρα και τα αφήνει όλα να γλιστρήσουν από τη δειλία, αυτό είναι ένα αξίωμα. Θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζουμε τι φοβούνται οι άντρες. Κάνοντας ένα νέο βήμα, λέγοντας μια νέα λέξη είναι αυτό που φοβούνται περισσότερο. “

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Κεφάλαιο 1

“Γιατί πηγαίνω εκεί τώρα; Μπορώ να το κάνω αυτό; Είναι τόσο σοβαρό; Δεν είναι καθόλου σοβαρό. Είναι απλώς μια φαντασία να διασκεδάζω; ένα παιχνίδι! Ναι, ίσως είναι ένα παιχνίδι”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Ch. 1

“Γιατί να με λυπηθείτε, λέτε; Ναι! Δεν υπάρχει τίποτα που με λυπάμαι! Θα έπρεπε να σταυρώσω, να σταυρωθώ σε έναν σταυρό, να μην λυπηθώ! Με σταυρώστε, ω δικαστή, με σταυρώστε, αλλά με λυπηθείτε;”

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Ch. 2

«Τι γίνεται αν ο άνθρωπος δεν είναι πραγματικά απατεώνας, γενικά ο άνθρωπος, εννοώ, ολόκληρη η φυλή της ανθρωπότητας – τότε όλα τα υπόλοιπα είναι προκατάληψη, απλά τεχνητοί τρόμοι και δεν υπάρχουν εμπόδια και είναι όλα όπως θα έπρεπε».

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Ch. 2

«Έτρεξε δίπλα στη φοράδα, έτρεξε μπροστά της, την είδε να κτυπιέται στα μάτια, ακριβώς στα μάτια! Κλαίει, ένιωσε πνιγμένο, τα δάκρυά του ρέουν. Ένας από τους άντρες του έδωσε μια περικοπή με το μαστίγιο απέναντι από το πρόσωπο, δεν το ένιωθε. Περιστρέφοντας τα χέρια του και ουρλιάζοντας, έσπευσε προς τον γκρίζο γέρο με την γκρι γενειάδα, ο οποίος κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Μία γυναίκα τον έπιασε από το χέρι και θα είχε πάρει τον έφυγε, αλλά έσκισε τον εαυτό του και έτρεξε πίσω στη φοράδα. Ήταν σχεδόν στην τελευταία έκπληξη, αλλά άρχισε να κλωτσάει για άλλη μια φορά”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Ch. 5

“Θεέ μου!… μπορεί να είναι, θα πάρω πραγματικά ένα τσεκούρι, ότι θα τη χτυπήσω στο κεφάλι, θα χωρίσω το κρανίο ανοιχτό … ότι θα περπατήσω στο κολλώδες ζεστό αίμα, αίμα … με το τσεκούρι … Θεέ μου, μπορεί να είναι;”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Ch. 5

«Άκουσε ξαφνικά βήματα στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η ηλικιωμένη γυναίκα. Σταμάτησε κοντά και ήταν ακόμα θάνατος. Αλλά όλα ήταν ήσυχα, οπότε πρέπει να ήταν το φανταχτερό του. Αμέσως άκουσε ξεκάθαρα μια αμυδρή κραυγή, σαν κάποιος είχε εκπέμψει ένα χαμηλό σπασμένο γκρίνια. Και πάλι νεκρή σιωπή για ένα ή δύο λεπτά. Κάθισε οκλαδόν στα τακούνια του από το κουτί και περίμενε, κρατώντας την αναπνοή του. Ξαφνικά πήδηξε, πήρε το τσεκούρι και έτρεξε έξω από την κρεβατοκάμαρα”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 1, Ch. 7

“Πού έχω διαβάσει ότι κάποιος καταδικασμένος σε θάνατο λέει ή σκέφτεται, μια ώρα πριν από το θάνατό του, ότι εάν έπρεπε να ζήσει σε κάποιο ψηλό βράχο, σε τόσο στενή προεξοχή που θα είχε μόνο χώρο για να σταθεί, και ωκεανός, αιώνιο σκοτάδι, αιώνια μοναξιά, αιώνια καταιγίδα γύρω του, αν έπρεπε να παραμείνει όρθιος σε μια τετραγωνική αυλή του χώρου όλη του τη ζωή, χίλια χρόνια, αιωνιότητα, ήταν καλύτερο να ζήσεις παρά να πεθάνεις ταυτόχρονα!, για να ζήσεις και να ζήσεις! Ζωή, ό,τι κι αν είναι! … Πόσο αλήθεια είναι! Καλό Θεό, πόσο αλήθεια! Ο άνθρωπος είναι ένα άθλιο πλάσμα! … Και κακός είναι αυτός που τον καλεί άσχημο γι ‘αυτό”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και Τιμωρία, Μέρος 2, Κεφ. 6

“Η ζωή είναι αληθινή! Δεν έχω ζήσει τώρα; Η ζωή μου δεν έχει πεθάνει ακόμα με αυτήν τη γριά! Το Βασίλειο του Ουρανού σε αυτήν – και τώρα αρκετά, κυρία, άσε με με ειρήνη! Τώρα για τη βασιλεία του λόγου και του φωτός … και της θέλησης και της δύναμης … και τώρα θα δούμε! Θα δοκιμάσουμε τη δύναμή μας”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 2, Ch. 7

“Μου αρέσει να μιλούν ανοησίες. Αυτό είναι ένα προνόμιο του ανθρώπου για όλη τη δημιουργία. Μέσα από λάθος έρχεστε στην αλήθεια! Είμαι ένας άνθρωπος επειδή κάνω λάθος! Ποτέ δεν φτάνετε σε καμία αλήθεια χωρίς να κάνετε δεκατέσσερα λάθη και πιθανότατα εκατόν δεκατέσσερα”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 3, Ch. 1

«Αλλά τι μπορώ να σας πω; Γνωρίζω τον Ρόντιον για ενάμιση χρόνο. Είναι ευμετάβλητος, μελαγχολικός, περήφανος και υπεροπτικός. Πρόσφατα (και ίσως για πολύ περισσότερο από ό,τι γνωρίζω) έχει υποστεί κατάθλιψη και υπερβολικά ανήσυχος για την υγεία του. Είναι ευγενικός και γενναιόδωρος. Δεν του αρέσει να επιδεικνύει τα συναισθήματά του και μάλλον φαίνεται άκαρδο από το να μιλάει γι’ αυτά. Μερικές φορές, ωστόσο, δεν είναι καθόλου υποχονδριακός, αλλά απλώς απάνθρωπα κρύος και αίσθηση. Είναι σαν να είχε δύο ξεχωριστές προσωπικότητες, ο καθένας τον κυριαρχεί εναλλάξ”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 3, Ch. 2

“Οι ενέργειες μερικές φορές εκτελούνται με αριστοτεχνικό και πιο πονηρό τρόπο, ενώ η κατεύθυνση των δράσεων είναι διαταραγμένη και εξαρτάται από διάφορες νοσηρές εντυπώσεις – είναι σαν ένα όνειρο.”

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 3, Ch. 3

“Ξεκίνησε με το σοσιαλιστικό δόγμα. Ξέρετε το δόγμα τους. Το έγκλημα είναι μια διαμαρτυρία ενάντια στην ανωμαλία της κοινωνικής οργάνωσης και τίποτα περισσότερο, και τίποτα περισσότερο. Δεν γίνονται δεκτές άλλες αιτίες!”

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 3, Ch. 5

“Εάν έχει συνείδηση, θα υποφέρει για το λάθος του. Αυτό θα είναι τιμωρία – καθώς και η φυλακή.”

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 3, Ch. 5

«Ήταν σκοτεινό στο διάδρομο, στέκονταν κοντά στη λάμπα. Για ένα λεπτό κοίταζαν ο ένας τον άλλον σιωπηλά. Ο Ραζουμίχιν θυμήθηκε εκείνο το λεπτό όλη του τη ζωή. Τα καύσιμα και τα πρόθυμα μάτια του Ρασκόλνικοφ γίνονταν πιο διεισδυτικά κάθε στιγμή, διαπερνώντας την ψυχή του, στη συνειδητότητά του. Ξαφνικά ξεκίνησε ο Ραζουμίν. Κάτι περίεργο, καθώς πέρασαν μεταξύ τους … Κάποια ιδέα, κάποια υπόδειξη όπως ήταν, γλίστρησε, κάτι απαίσιο, φρικτό και ξαφνικά κατανοητό και από τις δύο πλευρές … Ο Ραζουμίχιν έγινε χλωμός. “

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 4, Ch. 3

“Δεν υποκλίθηκα, υποκλίθηκα σε όλα τα δεινά της ανθρωπότητας.”

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 4, Ch. 4

“Η εξουσία δίνεται μόνο σε εκείνον που χρονολογείται να σταματήσει και να το πάρει … πρέπει να έχει το θάρρος να τολμήσει.”

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 5, Ch. 4

«Ήθελα να δολοφονήσω, για τη δική μου ικανοποίηση … Εκείνη τη στιγμή δεν με νοιάζει αν θα περνούσα το υπόλοιπο της ζωής μου σαν μια αράχνη να τα πιάνει όλα στον ιστό μου και να πιπιλίζουν τους ζωντανούς χυμούς».

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 5, Ch. 4

«Πηγαίνετε αμέσως, αυτό το λεπτό, σταθείτε σταυροδρόμια, υποκλιθείτε, πρώτα φιλήστε τη γη που έχετε μολύνει και, στη συνέχεια, υποκλιθείτε σε όλο τον κόσμο και πείτε δυνατά σε όλους τους ανθρώπους, «Είμαι δολοφόνος!». Τότε ο Θεός θα σας στείλει ξανά τη ζωή. Θα πάτε, θα πάτε;”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 5, Ch. 4

«Πρέπει να ευχαριστήσεις τον Θεό, ίσως. Πώς το ξέρεις; Ίσως ο Θεός να σε σώζει για κάτι. Αλλά να έχεις μια καλή καρδιά και να έχεις λιγότερο φόβο! Φοβάσαι τη μεγάλη εξόρμηση μπροστά σου; Όχι, θα ήταν ντροπή να είσαι φοβάστε το. Εφόσον έχετε κάνει ένα τέτοιο βήμα, πρέπει να σκληρύνετε την καρδιά σας. Υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτήν. Πρέπει να εκπληρώσετε τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης. Ξέρω ότι δεν το πιστεύετε, αλλά πράγματι, η ζωή θα σας φέρει μέσα . Θα το ζήσετε εγκαίρως. Αυτό που χρειάζεστε τώρα είναι καθαρός αέρας, καθαρός αέρας, καθαρός αέρας!”.

– Fyodor Dostoevsky,  Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 6, Ch. 2

“Τίποτα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι πιο δύσκολο από το να μιλάς την αλήθεια, τίποτα πιο εύκολο από το κολακευτικό”.

– Fyodor Dostoevsky,  Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 6, Ch. 4

«Έγκλημα; Τι έγκλημα; … Ότι σκότωσα ένα κακόβουλο έντομο, μια ηλικιωμένη ενεχυροδανειστή, που δεν το χρησιμοποιούσε σε κανέναν! … Η δολοφονία της ήταν εξιλέωση για σαράντα αμαρτίες”.

– Fyodor Dostoevsky,  Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 6, Ch. 7

“Αν είχα πετύχει, θα έπρεπε να στεφθώ με δόξα, αλλά τώρα είμαι παγιδευμένος”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 6, Ch. 7

«Σκότωσα τη γριά ενεχυροδανειστή και την αδερφή της Λιζάβτα με τσεκούρι και τους ληστεία».

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Μέρος 6, Ch. 8

“Είσαι κύριος … Δεν πρέπει να χτυπάς με ένα τσεκούρι. Αυτό δεν είναι έργο κυρίου”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Επίλογος 2

“Μερικά νέα είδη μικροβίων επιτέθηκαν στα σώματα των ανδρών, αλλά αυτά τα μικρόβια ήταν προικισμένα με νοημοσύνη και θέληση… Οι άνδρες που τους επιτέθηκαν έγιναν αμέσως τρελοί και εξοργισμένοι”.

– Fyodor Dostoevsky,  Έγκλημα και τιμωρία, Επίλογος 2

«Πώς συνέβη, δεν ήξερε. Αλλά αμέσως κάτι φαινόταν να τον καταλάβει και να τον πετάξει στα πόδια της. Κράτησε και έριξε τα χέρια του γύρω από τα γόνατά της. Για την πρώτη στιγμή φοβόταν τρομερά και έγινε χλωμό. Άλμα και τον κοίταξε να τρέμει. Αλλά την ίδια στιγμή κατάλαβε, και ένα φως άπειρης ευτυχίας ήρθε στα μάτια της. Ήξερε και δεν είχε καμία αμφιβολία ότι την αγαπούσε πέρα ​​από τα πάντα και ότι τελικά ήρθε η στιγμή”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Επίλογος 2

«Ήθελαν να μιλήσουν, αλλά δεν μπορούσαν· τα δάκρυα στάθηκαν στα μάτια τους. Ήταν τόσο χλωμό και λεπτό, αλλά αυτά τα άρρωστα χλωμά πρόσωπα ήταν φωτεινά με την αυγή ενός νέου μέλλοντος, μιας πλήρους ανάστασης σε μια νέα ζωή. από την αγάπη· η καρδιά του καθενός κράτησε άπειρες πηγές ζωής για την καρδιά του άλλου”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Επίλογος 2

“Επτά χρόνια, μόνο επτά χρόνια! Στην αρχή της ευτυχίας τους σε μερικές στιγμές ήταν και οι δύο έτοιμοι να δουν αυτά τα επτά χρόνια σαν να ήταν επτά ημέρες. Δεν ήξερε ότι η νέα ζωή δεν θα του έδινε τίποτα, ότι θα έπρεπε να πληρώσει ακριβά για αυτό, ότι θα του κόστιζε μεγάλη προσπάθεια, μεγάλο βάσανο”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Επίλογος 2

“Αλλά αυτή είναι η αρχή μιας νέας ιστορίας – η ιστορία της σταδιακής ανανέωσης ενός ανθρώπου, η ιστορία της σταδιακής αναγέννησής του, της μετάβασής του από τον έναν κόσμο στον άλλο, της μύησής του σε μια νέα άγνωστη ζωή. Αυτό μπορεί να είναι το θέμα μιας νέας ιστορίας, αλλά η παρούσα ιστορία μας έχει τελειώσει”.

– Fyodor Dostoevsky, Έγκλημα και τιμωρία, Επίλογος 2

 

  • Φωτογραφία: Έγκλημα και τιμωρία (2007) σε σκηνοθεσία Dmitry Svetozarov

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΦιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Έγκλημα και Τιμωρία (αξιοσημείωτα αποσπάσματα)
Περισσότερα

Κώστας Καρυωτάκης – Ἡ ἀποχαιρετιστήρια ἐπιστολή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι᾿ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.

Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ᾿ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.

Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές !!! εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέσῃ τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδὸς Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν᾿ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὠρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου.

***

Ο Κώστας Καρυωτάκης έμεινε στην ιστορία -πέρα από το μεγάλο έργο που άφησε- για τον τραγικό τρόπο με τον οποίο έδωσε τέλος στη ζωή του με περίστροφο ένα απόγευμα του 1928 στην Πρέβεζα. Στην τσέπη του βρέθηκε ένα ιδιόχειρο σημείωμα που εξηγεί τους λόγους της αυτοκτονίας, με ένα εντυπωσιακό υστερόγραφο.

Ο Καρυωτάκης δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., επισκέφθηκε το τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν.

Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά.

Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. (Το περίστροφο αυτό, τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα – κτήριο Α, Βασ. Σοφίας).

Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

Κώστας Καρυωτάκης (1896 – 1928)

Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται τη Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚώστας Καρυωτάκης – Ἡ ἀποχαιρετιστήρια ἐπιστολή
Περισσότερα

Toni Morrison, Αγαπημένη (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

“Είσαι το καλύτερο που μπορείς να έχεις”. Toni Morrison, Αγαπημένη

 

Κάπου στο Οχάιο, στο σπίτι με τον αριθμό 124, μένει η Sethe, μια γυναίκα που γεννήθηκε σαν σκλάβα και τώρα ζει ελεύθερη, χωρίς όμως να αισθάνεται απελευθερωμένη. Μαζί της ζει η έφηβη κόρη της, Denver, ενώ και οι δύο είναι απομονωμένες από την τοπική κοινότητα. Παρόλο που βρίσκονται μακριά από το Sweet Home, τη φυτεία όπου ήταν σκλάβα η Sethe, οι αναμνήσεις τις ακολουθούν παντού. Πέρα από αυτές όμως, το σπίτι στοιχειώνει το φάντασμα της κόρης της που πέθανε όταν ήταν μωρό. Ανώνυμο ακόμα, το μωρό πέθανε σε μια απόπειρα της Sethe να δραπετεύσει από τη φυτεία, ενώ στην ταφόπλακά της είναι γραμμένη μόνο η λέξη “Αγαπημένη”.

Όταν ο Paul D, ένας επίσης πρώην σκλάβος του Sweet Home, αρχίζει να μένει μαζί τους, δημιουργείται μια μορφή οικογένειας και σταθερότητας. Λίγο μετά την άφιξή του όμως, εμφανίζεται και μια μυστηριώδης κοπέλα, στην ηλικία που θα είχε η Αγαπημένη αν ζούσε. Η κοπέλα μιλάει και φέρεται σαν παιδί, δεν ξέρει τίποτα για το παρελθόν της και αναταράσσει τη σχέση της Sethe με τον Paul D. Η ίδια διεκδικεί μια θέση στο σπίτι 124, στη ζωή και στην καρδιά της Sethe.

Πρόκειται για ένα βιβλίο με αρκετά σκληρές και συγκλονιστικές περιγραφές ιδιαίτερα όσον αφορά τη ζωή στο Sweet Home. Ο ρεαλισμός αυτός έρχεται σε άμεση σύγκρουση με την ύπαρξη του φαντάσματος που στοιχειώνει το σπίτι στο Οχάιο. Παρόλο που το στοιχείο του μεταφυσικού δεν φαίνεται να ταιριάζει με την υπόθεση, η Morrison το έχει αποδώσει με τέτοιο τρόπο που δεν φαίνεται καθόλου παράταιρο.

Η ιστορία που παρουσιάζεται στην Αγαπημένη είναι εμπνευσμένη από την αληθινή υπόθεση της Margaret Garner. Η Garner ήταν μια Αφροαμερικανίδα, που κατάφερε να αποδράσει μαζί με τα παιδιά της από τη φυτεία όπου ήταν σκλάβα. Όταν ο ιδιοκτήτης της την εντόπισε, η ίδια προτίμησε να σκοτώσει την κόρη της παρά να επιστρέψει στη σκλαβιά. Στη δίκη της μάλιστα δεν καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία, αλλά για φθορά και απώλεια περιουσίας του ιδιοκτήτη της.

Το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο της Toni Morrison είναι ένα έργο για τη σκλαβιά, το ρατσισμό, τη δύναμη της κοινότητας, τη μητρότητα και πάνω απ’ όλα για την ελευθερία.

 

Toni Morrison (Φωτογραφία: Bernard Gotfryd)

 

Ατενίζοντας ατρόμητα την άβυσσο της σκλαβιάς, το κλασικό αυτό μυθιστόρημα μεταμορφώνει την Ιστορία σε μια αφήγηση υποβλητική σαν έπος, βίαιη σαν πολεμικό τραγούδι, τρυφερή σαν νανούρισμα.
Η Σιθ γεννήθηκε σκλάβα στον Νότο και δραπέτευσε στο Οχάιο, ωστόσο δεκαοκτώ χρόνια αργότερα δεν είναι ακόμη ελεύθερη. Την κατατρύχουν οδυνηρές αναμνήσεις από το Φιλόξενο Σπιτικό, το όμορφο αγρόκτημα που έγινε για την ίδια και τους συντρόφους της ο τόπος της απόλυτης φρίκης. Το καινούργιο της σπίτι το στοιχειώνει το φάντασμα του μωρού της που πέθανε χωρίς όνομα, από τα ίδια της τα χέρια, με μία μονάχα λέξη χαραγμένη στην ταφόπλακα του, να θυμίζει πως κάποτε έζησε: «Αγαπημένη».
Ποιητικό και σκληρό, τεντωμένο σαν σχοινί, το μυθιστόρημα εξερευνά το ανεξίτηλο τραύμα της δουλείας με τρόπο που καθηλώνει τον αναγνώστη. Ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της νομπελίστριας Τόνι Μόρισον, της πιο τολμηρής γυναικείας φωνής στην αμερικανική πεζογραφία.

«Η “Αγαπημένη” είναι το πέμπτο μυθιστόρημα της Τόνι Μόρισον – ένας ακόμη θρίαμβος. Η πολύπλευρη τεχνική ικανότητα και το συναισθηματικό βάθος της Μόρισον δεν γνωρίζουν όρια». (Margaret Atwood)

«Η συγγραφέας συγχωνεύει τη φρίκη με την ομορφιά σε μια ιστορία που σε συγκλονίζει δια βίου». (Sunday Times)
«Έργο γνήσιας δύναμης… Υπέροχα γραμμένο.» (The Washington Post)

 

 

Η Τόνι Μόρισον (1931-2019) γεννήθηκε στο Λορέιν του Οχάιο. Το αληθινό της όνομα ήταν Chloe Anthony Wofford και ήταν το δεύτερο από τέσσερα παιδιά οικογένειας μαύρων της εργατικής τάξης. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα Πανεπιστήμια Κορνέλ και Χάουαρντ και εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Χάουαρντ και στο Γέιλ. Μοίρασε τον χρόνο της ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στο Νιου Τζέρσι, όπου δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Έγραψε τα μυθιστορήματα: “The Bluest Eye” (“Γαλάζια Μάτια”, 1970), “Sula” (“Σούλα”, 1973), “Song of Solomon” (“Το τραγούδι του Σόλομον”, 1978, τιμημένο την ίδια χρονιά με το National Book Critics Circle Award), “Tar Baby” (“Παιδί από κάρβουνο”, 1981), “Beloved” (“Αγαπημένη”, 1988, Βραβείο Πούλιτζερ την ίδια χρονιά), “Jazz” (“Τζαζ”, 1992), “Paradise” (“Παράδεισος”, 1997), “Love” (“Αγάπη”, 2003), “A Mercy” (“Έλεος”, 2008), “Home” (ελλ. τίτλος: “Γυρισμός”, 2012), “God Help the Child” (“Ο Θεός ας βοηθήσει το παιδί”, 2015). Εξέδωσε επίσης τις συλλογές δοκιμίων της “What Moves at the Margin: Selected Nonfiction” (2008) και “The Source of Self-Regard: Essays, Speeches, Meditations” (2019) και επιμελήθηκε συλλογές δοκιμίων όπως, λ.χ., “Race-ing Justice, En-gendering Power: Essays on Anita Hill, Clarence Thomas and the Construction of Social Reality” (1992) και “Playing in the Dark: Whiteness and the Literary Imagination” (2007), στις οποίες εξετάζονται θέματα φυλετικής συνείδησης και λογοτεχνικής έκφρασης. Το 1993 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για το σύνολο του έργου της. Τιμήθηκε, επίσης, με βραβεία Διακεκριμένης Συνεισφοράς στα Αμερικανικά Γράμματα του National Book Foundation, το 1996, και PEN/Saul Bellow Award, το 2016. Τον Μάιο του 2012 ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος δήλωνε φανατικός αναγνώστης της, της απένειμε στον Λευκό Οίκο το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας (Presidential Medal of Freedom). Έφυγε από τη ζωή στη Νέα Υόρκη στις 5 Αυγούστου 2019, σε ηλικία 88 ετών.

Βραβεία:
Νόμπελ Λογοτεχνίας 1993
National Book Award – Medal for Distinguished Contribution to American Letters 1996
PEN/Saul Bellow Award for Achievement in American Fiction 2016

 

“Στη σιωπή που ακολουθούσε, η Μπέμπα Σαγκς, η άγια, τούς πρόσφερε τη μεγάλη της καρδιά.
Δεν τους έλεγε να καθαρίσουν τη ζωή τους ή να μην αμαρτήσουν πια. Δεν τους έλεγε ότι ήταν οι περιούσιοι της γης, οι κληρονομούντες πράοι ή οι μακάριοι αναμάρτητοι.
Τούς έλεγε ότι η μόνη χάρη που τους μέλλονταν ήταν η χάρη που μπορούσαν να φανταστούν. Ότι αν δεν μπορούσαν να τη δουν, δεν θα μπορούσαν να την έχουν.
– Εδώ, έλεγε, σ’ αυτόν τον τόπο, είμαστε σάρκα· σάρκα που κλαίει, γελάει· σάρκα που χορεύει ξυπόλητη στη χλόη. Αγαπήστε την. Αγαπήστε την με πάθος. Εκείνοι εκεί δεν αγαπούν τη σάρκα σας. Τη σιχαίνονται. Δεν αγαπούν τα μάτια σας· θα ‘θελαν να σας τα βγάλουν. Δεν αγαπούν ούτε το δέρμα της πλάτης σας. Εκείνοι εκεί το γδέρνουν. Και, ω άνθρωποί μου, δεν αγαπούν τα χέρια σας. Αυτά μονάχα τα χρησιμοποιούν, τα δένουν, τα σφίγγουν, τα κόβουν και τ’ αφήνουν αδειανά. Ν’ αγαπάτε τα χέρια σας! Να τ’ αγαπάτε. Σηκώστε τα ψηλά και φιλήστε τα. Αγγίξτε τους άλλους, χαϊδέψτε το ‘να με τ’ άλλο, σύρετέ τα στο πρόσωπό σας, γιατί ούτε κι αυτό το αγαπούν. Ε σ ε ί ς πρέπει να τ’ αγαπήσετε, ε σ ε ί ς! Όχι, δεν αγαπούν το στόμα σας. Εκεί, πέρα μακριά, θα το δουν τσακισμένο και θα το ξανατσακίσουν. Τα λόγια που βγαίνουν από μέσα του δε θα τα προσέξουν. Τις κραυγές του δε θα τις ακούσουν. Αυτό που βάζετε μέσα του για να θρέψετε το κορμί σας, θα σάς το αρπάξουν και θα σάς δώσουν αποφάγια. Όχι, δεν αγαπούν το στόμα σας. Ε σ ε ί ς πρέπει να τ’ αγαπήσετε. Γι’ αυτή τη σάρκα μιλάω. Τη σάρκα που χρειάζεται αγάπη. Τα πόδια που χρειάζονται ξεκούραση και χορό· τις ράχες που χρειάζονται στήριγμα· τους ώμους που χρειάζονται μπράτσα, γερά μπράτσα, σάς λέω. Και, ω άνθρωποί μου, εκεί πέρα δε θέλουν το λαιμό σας χωρίς βρόχο και στητό. Γι’ αυτό αγαπήστε το λαιμό σας· βάλτε το χέρι σας εκεί, στολίστε τον, χαϊδέψτε τον και κρατήστε τον όρθιο. Κι όλα σας τα σπλάχνα που θα ‘θελαν να τα ρίξουν στα γουρούνια, εσείς πρέπει να τ’ αγαπάτε. Το σκοτεινό, μαύρο συκώτι – αγαπήστε το, αγαπήστε το, και την καρδιά που χτυπά και σφύζει, αγαπήστε την. Περισσότερο από τα μάτια και τα πόδια. Περισσότερο από τα πνευμόνια που πρέπει ν’ ανασάνουν ελεύθερο αέρα. Περισσότερο από τη ζωοφόρο μήτρα και τα ζωογόνα μέρη σας, ακούστε με, αγαπήστε την καρδιά σας. Γιατί αυτή είναι το κόσμημα”.

 

 

Toni Morrison (18 Φεβρουαρίου 1931 – 5 Αυγούστου 2019)

  • Το βιβλίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη.
  • Το 1998 το βιβλίο έγινε και ταινία με τον τίτλο Beloved και πρωταγωνίστρια την Oprah Winfrey.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουToni Morrison, Αγαπημένη (απόσπασμα)
Περισσότερα

Νικηφόρος Βρεττάκος προς Ρόμπερτ Οπενχάιμερ: “Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η ιστορία του Οπενχάιμερ υπενθυμίζει ότι η εθνική ταυτότητα των ΗΠΑ παραμένει στενά συνδεδεμένη με τον πολιτισμό της πυρηνικής εποχής. Στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή, αξίζει να θυμόμαστε ότι ο «πατέρας της ατομικής βόμβας» είχε προειδοποιήσει ότι επρόκειτο για ένα όπλο τρόμου δίχως διακρίσεις, που στα επόμενα χρόνια κατέστησε την Αμερική στόχο των πλέον ετερόκλητων επιθέσεων.

 

 

«Μερικοί άνθρωποι γέλασαν, μερικοί άνθρωποι φώναζαν, οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν σιωπηλοί. Μέσα στο μυαλό μου κυριάρχησε ένας στίχος, μια γραμμή από το “Bhagavad-Gita” στην οποία ο Krishna προσπαθεί να πείσει τον πρίγκιπα ότι πρέπει να κάνει το καθήκον του: “Είμαι ο θάνατος: ο καταστροφέας των κόσμων”».

Αυτά ήταν τα λόγια του γερμανικής καταγωγής Aμερικανού φυσικού Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, με τα οποία περιέγραψε τη στιγμή της πρώτης έκρηξης ατομικής βόμβας στην έρημο του Νew Mexico στις 16 Ιουλίου του 1945.

Ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ είναι ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1904 στη Νέα Υόρκη από πατέρα έμπορο που ήρθε μετανάστης στις ΗΠΑ από τη Γερμανία και από μητέρα ζωγράφο με καταγωγή από τη Βαλτιμόρη. Ύστερα από δύσκολα σχολικά χρόνια στα οποία ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, ακοινώνητος και γεμάτος ανασφάλειες -ανασφάλειες που τον ακολούθησαν σε όλη του τη ζωή- μπαίνει στο Χάρβαρντ το 1922, όπου παράλληλα με τη φυσική και τη χημεία παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας, γαλλικής φιλολογίας ενώ έχει ιδιαίτερη έφεση στις γλώσσες. Μαθαίνει λατινικά, ελληνικά γαλλικά, γερμανικά και προκειμένου να δώσει μία διάλεξη στην Ολλανδία μαθαίνει μέσα σε έξι εβδομάδες Ολλανδικά.

Τρία χρόνια αργότερα τελειώνει τις σπουδές στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ξεκινάει μία σειρά ταξιδιών σε μεγάλα επιστημονικά κέντρα της Ευρώπης, σε μία περίοδο που η Γηραιά Ήπειρος ήταν το επίκεντρο των επιστημονικών επαναστάσεων. Το 1926 και αφού έχει περάσει από το πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ – όχι και με τις καλύτερες αναμνήσεις, καθώς ήταν μία δύσκολη περίοδος κατά την οποία ο Aμερικανός φυσικός αναζητούσε την ψυχική του ηρεμία – αποδέχεται την πρόσκληση του Γερμανού φυσικού Max Born – ένας από τους θεμελιωτές της κβαντικής μηχανικής – να εργαστεί στο πλευρό του στην πόλη Γκέτινγκεν της Γερμανίας.

Το 1927 ο Οπενχάιμερ παίρνει το διδακτορικό του πάνω στην «κβαντική θεωρία των μορίων» με τη δημιουργία της «προσέγγισης Born – Oppenheimer» που αποτελεί μέχρι και σήμερα τη βάση για οποιαδήποτε μελέτη των μορίων. Το ταξίδι του στην Ευρώπη τελειώνει το 1929. Επιστρέφει οριστικά πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες καλύπτοντας παράλληλα δύο θέσεις, τόσο στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ όσο και στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας στην Πασαντίνα. Λίγα χρόνια μετά αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες που θέλουν το Ρόμπερτ Οπενχάιμερ να έχει στενές επαφές με το κομμουνιστικό κόμμα – άλλωστε πολλά άτομα από το κοντινό του περιβάλλον ήταν μέλη του κόμματος ή ανήκαν σε οργανώσεις που βρίσκονταν κοντά σε αυτό – χωρίς ποτέ ωστόσο να επιβεβαιωθούν. Τον Ιούνιο του 1942 διορίζεται επιστημονικός διευθυντής του προγράμματος Manhattan για την κατασκευή της ατομικής βόμβας.

Ο Οπενχάιμερ ιδρύει ένα νέο ερευνητικό σταθμό στο Los Alamos του New Mexico. Εκεί φέρνει τα καλύτερα μυαλά που υπήρχαν στη Φυσική για να εργαστούν στην ανάπτυξη μιας ατομικής βόμβας καταλήγοντας στο τέλος να διαχειρίζεται περισσότερους από τρεις χιλιάδες ανθρώπους. Η πρώτη δοκιμή ατομικής βόμβας γίνεται στην έρημο του Alamogordo στο Νέο Μεξικό στις 16 Ιουλίου 1945 – με το κωδικό όνομα «Trinity» – με τον Οπενχάιμερ λίγο καιρό αργότερα να συμφωνεί με την πλειοψηφία που τασσόταν υπέρ της χρήσης της βόμβας ενάντια στην Ιαπωνία. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Οι βόμβες ουρανίου της 6ης Αυγούστου και πλουτωνίου της 9ης Αυγούστου του 1945 ερημώνουν τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Οι ηθικές όμως συνειδήσεις – την ώρα που οι αναφορές για τις απώλειες στην Ιαπωνία έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο – αρχίζουν να ταλαιπωρούν τόσο τον ίδιο τον Οπενχάιμερ όσο και όσους πήραν μέρος στην αποστολή. Τη στιγμή μάλιστα της βράβευσης για τη συνεισφορά του στον πόλεμο από τον πρόεδρο Τρούμαν, ο Οπενχάιμερ δηλώνει: «Κύριε πρόεδρε, έχω αίμα στα χέρια μου». Μία φιγούρα τόσο αναγνωρίσιμη όσο αυτή του Αϊνστάιν, έγινε σύμβολο μίας ολόκληρης εποχής κερδίζοντας τον θαυμασμό των περισσότερων φυσικών. Έπρεπε να φτάσει το 1961 για να βραβευτεί με το βραβείο Fermi – την ανώτατη διάκριση – από την Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.

Όπως όλοι οι επιστήμονες που συμμετείχαν στο Λος Άλαμος, ο Οπενχάιμερ δεν φάνηκε ποτέ να μετανιώνει για τη συμμετοχή του στην κατασκευή της ατομικής βόμβας αλλά περισσότερο ήρθε σε επαφή με τις δυσάρεστες συνέπειες που μπορεί να έχει μία επιστημονική σύλληψη: «Με κάποιο είδος χοντροκομμένης αίσθησης, που καμιά χυδαιότητα, κανένα χιούμορ, καμιά υπερβολή δεν μπορεί να εξαλείψει, οι φυσικοί γνώρισαν την αμαρτία και αυτή είναι μια γνώση που δεν μπορούν να χάσουν».

Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1967 από καρκίνο του λάρυγγα.

 

 

“Γράμμα στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ”

Στο πρόσωπο του εφευρέτη και πατέρα της ατομικής βόμβας, του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος βλέπει τον επιστήμονα που το φως του μυαλού του το εκμεταλλεύτηκαν δυνάμεις σκοτεινές, για να σπείρουν τον όλεθρο.

Στο ποίημά του “Γράμμα στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ” ο ποιητής μιλά άλλοτε με το στόμα εκείνων που πέθαναν, άλλοτε μ’ εκείνων που επέζησαν και πάνω απ’ όλα με το στόμα του ανθρώπου που συνειδητοποιεί το μέγεθος της μικρής του οντότητας αλλά και τη θεϊκή πνοή που φέρει, κατά τον Βρεττάκο, μέσα στη συμπαντική αρμονία.

Δεν καταδικάζει τον Οπενχάιμερ. Τον λυπάται βαθιά, έτσι όπως καταδικάστηκε ο ίδιος να ζει φυλακισμένος στο κελί των σιδερένιων του τύψεων, αυτός ένας Προμηθέας που… “πρόσφερε” στην ανθρωπότητα το απόλυτο σκοτάδι, μέσα από το φως της Επιστήμης.

“Άτυχε Προμηθέα, που σου ‘κλεψαν το φως από τα χέρια σου…”

Ένα ποίημα δεκαεφτά σελίδων, ένα ποίημα – ποταμός, μια ανθρώπινη κραυγή ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στην αναλγησία, ενάντια στα συμφέροντα, πολιτικά και οικονομικά, που οπλίζουν το ανθρώπινο χέρι, σκορπώντας το θάνατο.

Μια καταδίκη της ανθρώπινης μικρότητας, ένας ύμνος της ανθρώπινης μεγαλοσύνης.

“Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!”

Δεν έχετε ούτε τη δύναμη
να φωνάξετε παρών;

Σήκω πάνω κατηγορούμενε!

Ρομπέρτ Οπενχάιμερ!
Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες.
Καταδικάστηκες τελεσίδικα:
Να κρίνεσαι πάντοτε, υπόδικος ως
το τελευταίο λυκόφως.
Ολόρθος απάνω
στη μοιραία σου πέτρα, έκπτωτε βασιλιά, στο μεγάλο
σταυροδρόμι του λάθους σου, κοίταξε: έχεις
δεξιά σου τον άνθρωπο, ζερβά σου τον ήλιο. Ενώπιος
ενωπίω, προς όλα τα σημεία της γης,
κοίταξέ με στα μάτια, μη σκύβεις το πρόσωπο.
Θα μ’ ακούσετε, φίλε Οπενχάιμερ! Σφαλίστε
όσο θέλετε τ’ αυτιά σας, θα μ’ ακούσετε, τώρα
που δε μπορείτε να κρυφτείτε πια πίσω από τίποτα
που η ψυχή σας ακούει κάθε ανθρώπινο ψίθυρο.
Μην ξοδεύεστε άδικα, μην προσπαθείτε,
κρατήστε για λογαριασμό σας το πικρό μειδίαμα.
Μη νομίζετε, φίλε Οπενχάιμερ, όχι, δεν είμαι ποιητής!
Στον κόσμο τούτο ποιητές σήμερα δεν υπάρχουν .
Ο χώρος τριγύρω μας κατακλύστηκε ολόκληρος.

Ο πόνος ξεχείλισε!
Τα σκέπασεν όλα!
Οι μύθοι βουλιάξανε!
Τα πράγματα έχουν τη δική τους φωνή!
Οι ποιητές παραμίκρυναν[…]

[…] Χτυπάμε την πόρτα σας και περνάμε ένας – ένας
και πάλι γυρίζουμε και πάλι χτυπάμε και πάλι και πάλι, ουρές
ατελείωτες,
μετρήστε μας, φίλε Οπενχάιμερ, μετρήστε, να ξέρετε πόσες
είναι περίπου οι στρατιές που προορίσατε για το θάνατο.

Προσέξτε με, όχι, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τα ’χω ξεθάψει απ’ τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν’ ανοιγοκλείνει.
Τ’ άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο,
δε μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, να ’χει ένα όνομα.
Δε μπορεί πια, Ρομπέρτ! Κοίταξέ με καλύτερα.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρομπέρτ, δε με γνώρισες; Ο αδελφός σου
Ρομπέρτ! Είμαι εγώ, ο αδελφός σας,
που σας ζύμωσα το ψωμί και το ξέρατε.
Που σας ύφανα και το ξέρατε, που σας τα ’δωσα όλα,
που σας έχτισα τ’ αργαστήρι σας με παράθυρα στον ουρανό,
να μελετάτε τον ήλιο, να ψάχνετε
το βάθος του κόσμου, να στοχάζεστε άνετα.[…]

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΝικηφόρος Βρεττάκος προς Ρόμπερτ Οπενχάιμερ: “Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες”
Περισσότερα

Τίτος Πατρίκιος – Το δύσκολο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όπως κι αν έρθουνε τα πράγματα,
όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες,
πάντα μπορεί κανείς να ερωτεύεται.
Το δύσκολο είναι ν’ αγαπάς

  • Εικόνα: Two Dancers in Blue, 1899 – Edgar Degas
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤίτος Πατρίκιος – Το δύσκολο
Περισσότερα

Γιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.
Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.
Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τομ. 3ος, Κέδρος)

Εικόνα: Love of Winter
1914, George Wesley Bellows

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΓιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»
Περισσότερα

Hannah Lucinda Smith: Η άνοδος του Ερντογάν – Κίνδυνος για την Ευρώπη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ποιος στ’ αλήθεια είναι ο Ερντογάν; Τι χρειάζεται να ξέρουμε για τον γείτονά μας; Πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει για τη χώρα μας, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη;

Η Hannah Lucinda Smith, ανταποκρίτρια των Times στην Άγκυρα εδώ και μια δεκαετία, παρακολουθεί βήμα βήμα την άνοδο του Ερντογάν από την εποχή που πούλαγε κουλούρια στους δρόμους έως σήμερα.

Ταξιδεύει από τη μια άκρη της Τουρκίας στην άλλη και από περιοχές όπου φτωχοί μουσουλμάνοι στολίζουν τα σπίτια τους με τη φωτογραφία του Ερντογάν μέχρι τα πολυτελή τουριστικά θέρετρα του Αιγαίου. Μιλά με παλιούς και νέους συνεργάτες του, με φίλους και εχθρούς του και φτιάχνει το πορτρέτο μιας χώρας ιδιαίτερα περίπλοκης και διχασμένης ανάμεσα σε αυτούς που λατρεύουν σαν θεό τον σημερινό ηγέτη της Τουρκίας και αυτούς που σαπίζουν στις φυλακές.

Περιγράφει επίσης τον τρόπο που επηρεάζει την Τουρκία ο πόλεμος στη Συρία και ερευνά το κουρδικό ζήτημα, το μεταναστευτικό πρόβλημα, τις σχέσεις της με την Ευρώπη, τη Ρωσία, την Αμερική, και τον Τραμπ.

Η Hannah Lucinda Smith είναι ανταποκρίτρια των Times του Λονδίνου στην Τουρκία από την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης. Έχει καλύψει επίσης τον πόλεμο στη Συρία, τις μάχες στο Χαλέπι, την Πολιορκία του Κομπάνι. Έχει κάνει πλήθος ρεπορτάζ για τους Κούρδους, τον ISIS, τους πρόσφυγες και την πορεία τους μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα.

***

Απαραίτητο σε όσους ενδιαφέρονται για την Τουρκία και το μέλλον της και εξαιρετικά καλογραμμένο.
The Times

Εξαιρετικό πορτρέτο του ανθρώπου που «ωραιοποίησε» τον λαϊκισμό τουλάχιστον μια δεκαετία νωρίτερα από τον Τραμπ. Η Σμιθ παρουσιάζει, αντικειμενικά και δίκαια, όλες τις όψεις της Τουρκίας και τις απόψεις που κυριαρχούν στη χώρα.
Financial Times

Ταυτότητα έκδοσης

Hannah Lucinda Smith
Η άνοδος του Ερντογάν
Κίνδυνος για την Ευρώπη
Πρόλογος: Παναγιώτης Τσάκωνας
Μετάφραση: Ευάγγελος Τζιγκουνάκης

Εκδόσεις Gutenberg
Διδότου 37, 106 80 – Αθήνα | Τηλ. 210 36 42 003
E-mail: info@dardanosnet.gr
www.GutenbergBooks.gr

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουHannah Lucinda Smith: Η άνοδος του Ερντογάν – Κίνδυνος για την Ευρώπη
Περισσότερα

Λογοτέχνες μιλούν για το χιόνι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Κι αν χιονίζει στο πνεύμα

κι αν κρυώνουν οι μεγάλες ιδέες

ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.

Νίκος Καρούζος

Η ζωή δεν σταματά και δεν αναβάλλεται, ό,τι καιρό κι αν κάνει. Με αφορμή το χιόνι, αυτό το καιρικό φαινόμενο που σπάνια κάνει αισθητή την εμφάνισή του στην Ελλάδα, αλλά και δύσκολα αφήνει κάποιον ασυγκίνητο, είτε μικρό είτε μεγάλο, μέρες που είναι, ας απολαύσουμε το χιόνι που ασπρίζει τα πάντα γύρω μας, προσεγγίζοντάς το μέσα από τις διαφορετικές ματιές γνωστών λογοτεχνών.

«Το χιόνι έπεφτε όπως τα αστέρια πέφτουν στα σκοτεινά δέντρα. Έτσι ήταν που εύκολα κάποιος, δεν μπορούσε να φανταστεί κάτι άλλο εκτός από ομορφιά».

Mary Oliver, Snowy Night.

«Μια χιονόμπαλα στο πρόσωπο, είναι σίγουρα η τέλεια αρχή για μια φιλία που θα διαρκέσει».

Markus Zusak, The Book Thief.

«Λοιπόν, τώρα ξέρω. Ξέρω ότι ένα πολύ απλό πράγμα όπως μια χιονόπτωση, μπορεί να σημαίνει τόσα πολλά για έναν άνθρωπο».

Sylvia Plath, The Unbridged Journals of Sylvia Plath.

«Υπάρχει κάτι πανέμορφο στο χιόνι που έχει στρωθεί. Περπατάς εκεί που κάποιος άλλος δεν έχει περπατήσει. Αυτό σε κάνει να νιώθεις ξεχωριστός άνθρωπος, παρόλο που ξέρεις ότι κατά βάθος, δεν είσαι».

Carol Rifka Brunt, Tell the Wolves I’m Home.

«Είμαι ένα βιβλίο από χιόνι, ένα ανοιχτό χέρι, ένα απέραντο λιβάδι, ένας κύκλος που περιμένει. Ανήκω στη γη και είναι χειμώνας».

Pablo Neruda, Winter Garden.

  • Έργο τέχνης: Fox Hunt – 1893 – Winslow Homer

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΛογοτέχνες μιλούν για το χιόνι
Περισσότερα

Κώστας Βοστατζόγλου: Αγαπώ τους ανθρώπους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο θρυλικός Μποστ

Αγαπώ τους ανθρώπους. Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους που νοιάζονται. Είναι αυτοί που με μικρές τους πράξεις με κάνουν να ελπίζω πως στο τέλος ο ζόφος και το σκοτάδι θα νικηθούν. Πως το δίκαιο, η καλοσύνη, η αγάπη, η εντιμότητα, η γνώση και ο πολιτισμός θα κερδίσουν κάποια στιγμή την παρτίδα και την πατρίδα. Χρωστάω ό,τι είμαι στους ανθρώπους. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αυτοί δεν χρωστάνε – δεν χρωστάγανε ποτέ – σε μένα. Γι’ αυτό άλλωστε δεν τους ζητάω ποτέ τίποτα. Απλά τους ευχαριστώ που υπάρχουν.

Κανένας δεν τους ανάγκασε να είναι καλοί άνθρωποι. Μόνον η έμφυτη αίσθηση αξιοπρέπειας και ηθικής που πηγάζει από την παιδεία τους, τους κάνει να είναι τέτοιοι. Αυτοί που δεν είναι καλοί – και είναι πολλοί – με κάνουν να απελπίζομαι. Ξέρουν πως “για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή” και αρνούνται να “παιδευτούν” για να γίνουν καλύτερα τα πράγματα. Βολεύονται με ένα απαξιωτικό “εγώ θα αλλάξω τον κόσμο”; και ξεμπερδεύουν διαιωνίζοντας αυτόβουλα την υποταγή. Τη δική τους και των άλλων.

Κι όμως. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει από τον καθένα μας. Μια έγχρωμη, η Ρόζα Παρκς, αρνούμενη να σηκωθεί από τη θέση της στο λεωφορείο των λευκών – επειδή ήταν κουρασμένη – γύρισε τούμπα το παγιωμένο και θεσμοθετημένο καθεστώς του ρατσισμού στον Αμερικάνικο Νότο. Μια μικρή Παλαιστίνια που είχε συλληφθεί γιατί χαστούκισε έναν Ισραηλινό στρατιώτη που της γκρέμισε το σπίτι, στην ερώτηση μιας στρατοδίκη λοχαγού “πώς τόλμησε να χαστουκίσει έναν Ισραηλινό στρατιώτη” απάντησε απλά: “να σας δείξω;”.

Κάποιος “λαπάς” ποιητής, στο ηθικό δίλημμα που του έθεσε ένας δικαστής – τρομάρα του – γιατί δεν υπογράφει δήλωση αποκήρυξης όσων πίστευε – πράγμα που θα του έδινε το δικαίωμα να δει επιτέλους το παιδί του, είπε: εκατομμύρια χρόνια έκανε ο άνθρωπος να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν μπορώ εγώ να τον ξαναγυρίσω στα τέσσερα. Αυτοί και άλλοι τέτοιοι στάθηκαν και στέκουν – όσοι ζουν ακόμα, γιατί μόνον αυτοί “ζουν” – με ορθό το κεφάλι απέναντι σε εκβιασμούς, διώξεις, βασανιστήρια, ακόμα και στη βιολογική τους εξόντωση. Αυτοί και άλλοι εκατομμύρια άλλοι, αλλάζουν με τη στάση και την ηθική τους τον κόσμο.

Άλλαξαν τον κόσμο. Νίκησαν τον τρόμο και τον φόβο. Είναι οι σύγχρονοι “άγιοι”. Δεν ήταν πιο γενναίοι από εμένα ή από σας. Φοβόντουσαν και αυτοί. Πονάγανε όπως πονάει ο καθένας. Νοιάζονταν όμως. Όχι μόνον για τον εαυτό τους. Νοιάζονταν για όλους. Και δίνουνε. Δίνουνε. Συνέχεια δίνουν. Δίνουνε, μουσικές, τραγούδια και χορούς, έργα, πολιτισμό και γνώση. Μας διδάσκουν. Μας μαθαίνουν να αγαπάμε τον τόπο μας, τούτο τον ξερότοπο που μαχαιρώνουν κυπαρίσσια τον ουρανό του, τον τόπο που αρκεί να τον σκάψεις με το νύχι για να ξεθαφτούν αγάλματα, μάγια, αίματα και κόκαλα μεγάλων ανθρώπων.

Για να ξεθάψεις την ιστορία, τις ιστορίες των ταπεινών, τους τεχνίτες, τους ξωμάχους, αυτούς που πελεκάνε στην πέτρα και το μάρμαρο αγρίμια κι αγριμάκια, τους δασκάλους των χωριών που είναι άγνωστοι και τους θεραπευτές, τους ζωγράφους της ομορφιάς σαν τον Χατζημιχαήλ, αυτούς όλους που σώζουν τις παραδόσεις της ανθρωπιάς. Όλοι ετούτοι δεν δίστασαν στιγμή όταν τους ρώτησαν με ποιους θα παν και ποιους θα αφήσουν. Διάλεξαν. Απλά διάλεξαν. Πήγαν με το μέρος της καρδιάς. Δεν πήγαν με τους ισχυρούς. Με τους κατακτητές. Με τους αρχόντους. Τους “άριστους”. Τους “νικητές” που αλλάζουν γνώμες σαν λερωμένα πουκάμισα. Με αυτούς που γράφουν την ιστορία και την ηθική μεταξύ του ρεαλισμού, του κυνισμού – τα πάντα τελικά – μεταξύ του αφαλού και των γονάτων.

Διάλεξαν να είναι δίπλα μας όσοι νοιάζονταν πραγματικά, για να ονειρεύονται μαζί μας, να μας χτυπάνε χαϊδευτικά στην πλάτη όταν πονάγαμε, να τραγουδάνε για τις όμορφες, για να μας παρηγορήσουν όταν κλάψαμε, όταν είπαμε τους καημούς μας, όταν σεργιανούσαμε στα σοκάκια με τα χαμόσπιτα, όταν σκοντάφταμε στα βρεγμένα καλντερίμια των επαρχιακών πόλεων, όταν χορέψαμε μονάχοι μπροστά σε ένα τζούκμποξ, όταν μας στήριξαν προσφέροντάς μας ένα ποτηράκι κρασί κι ακούγοντάς μας όταν δεν είχαν να μας δώσουνε τίποτα άλλο. Από τους άλλους απ’ αυτούς που “σκίζονταν” για να μας κυβερνήσουν “για το καλό μας”, προκόψαμε. Γράψαμε από κάσα που λένε οι χαρτοπαίκτες.

Αγαπώ λοιπόν τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που νοιάζονται. Είναι αυτοί που με μικρές τους πράξεις με κάνανε να ελπίζω πως στο τέλος ο ζόφος, το σκοτάδι και η αρρώστια θα νικηθούν. Πως το δίκαιο, η καλοσύνη, η αγάπη η εντιμότητα, η γνώση και ο πολιτισμός θα κερδίσουν κάποια στιγμή την παρτίδα και την πατρίδα. Χρωστάω ότι είμαι στους ανθρώπους. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αυτούς που με “μεγάλωσαν”. Που με μάθανε να σέβομαι τους άλλους. Να σέβομαι τις γυναίκες και να ντρέπομαι για την κατάντια όσων τις πληγώνουν. Για όσους τις βιάζουν. Που με μάθανε πως η βία που στρέφεται εναντίον τους, είναι βία εναντίον μου.

Δεν χρειαζόταν η Μπεκατώρου που είναι επώνυμη και αναμφισβήτητα γενναίος άνθρωπος για να τραβήξει την κουρτίνα του “όμορφου κόσμου, αγγελικά πλασμένου” για να μου το αποκαλύψει. Το ήξερα από πάντα. Από χιλιάδες άλλες ανώνυμες που σηκώσανε τον σταυρό τους κι ανεβήκανε τον Γολγοθά. Μόνες. Στιγματισμένες. Ολομόναχες στην πικρή πατρίδα. Στην πατρίδα που ο φασιστικός ολοκληρωτισμός καλπάζει αλλόφρων δέρνοντας ανηλεώς σταθμάρχες διότι “προσεβλήθη”. Στην πατρίδα που η βία τείνει να γίνει ενδημικό φαινόμενο. Που η οπλοχρησία, το σπορ της δολοφονίας δια “ασήμαντο αφορμή”, για “κτηματικές διαφορές”, γιατί είναι σκούρος και “μας παίρνει τη δουλειά”, γιατί είναι “κομμούνι και αναρχοάπλυτος” και το ρεφρέν “τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα” είναι θεσμοί και βρίσκουν ακόμα και στα “κόμματα” πρόθυμους υπερασπιστές και συνηγόρους.

Ο ανορθολογισμός και η απανθρωποποίηση σ’ όλο τους το μεγαλείο είναι εδώ. Η κατάσταση φυσικά δεν διορθώνεται με περισσότερη αστυνομία και λιγότερους γιατρούς, ούτε με περισσότερη καταστολή και λιγότερους δασκάλους. Με περισσότερα πρόστιμα και την αυτάρκη λογική “όλα τα κάνω σωστά” που εκπέμπει ο πομπός Μωυσής που συν τοις άλλοις είναι γκόμενος και έχει γυναίκα υπέρκομψη.

Παρόλα αυτά και μ’ όλα ταύτα, τα θεόστραβα, εγώ θα εξακολουθώ να αγαπάω τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που νοιάζονται. Που νοιάζονται για το δίκαιο και την αλήθεια. Που χωρίς παρωπίδες κάνουν μικρά πράγματα για να ξορκιστεί το κακό και η άγνοια που μας δέρνει σαν κοινωνία. Θα είμαι μ’ αυτούς και θα το παλεύω. “Ρομαντικός έως θανάτου” όπως με κατηγόρησε κάποτε κάποια που είχα αγαπήσει.

  • Ο Κώστας Βοσταντζόγλου ήταν εικαστικός, θεατρικός συγγραφέας και πολίστας του Παναθηναϊκού. Γιος του θρυλικού Μποστ.

Κώστας Βοσταντζόγλου. Ο «πεταλούδας» υπήρξε «ρομαντικός έως θανάτου» και σε όλα πρωταθλητής…

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚώστας Βοστατζόγλου: Αγαπώ τους ανθρώπους
Περισσότερα