Βιβλιοστάτης

«Η Ωραία Κοιμισμένη»… ξύπνησε, έγινε βιβλίο και μας περιμένει με τη συγγραφέα της, Όλγα Μωραΐτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Λίγα χρόνια πριν, μια… Κοιμισμένη ανέβηκε στη σκηνή του θεάτρου. Εκεί τη γνωρίσαμε, εκεί την αγαπήσαμε.

Εν τω μεταξύ… ξύπνησε, «έγινε βιβλίο» και με τη νέα της εμφάνιση μάς περιμένει μαζί με τη συγγραφέα της, την Όλγα Μωραϊτη, στο καινούργιο ταξίδι της.

***

«Είμαστε σε μια γειτονιά της Αθήνας. Εκεί ζει ένα μικρό κορίτσι, η Ναυσικά. Αυτή η γλυκιά μικρούλα όμως έχει ένα μικρό ελάττωμα. Είναι λίγο… τεμπέλα. Έτσι λοιπόν, το δωμάτιο θα το συγύριζε η μαμά, τις ασκήσεις θα τις έλυνε το λυσάρι, και οι φίλες θα τη συγχωρούσαν για ακόμα μια φορά που δεν τις ακολουθούσε να παίξουν στο πάρκο. Τίποτα δεν ένοιαζε τη Ναυσικά, παρά μόνο ο μεγάλος της έρωτας… Ήταν ερωτευμένη με ένα λάπτοπ. Με γουρλωμένα τα ματάκια της όλη νύχτα ξεροστάλιαζε μπροστά στην οθόνη του και η κακοκεφιά με τη νύστα ακολουθούσαν το πρωί. Μάταια χτυπούσε το ξυπνητήρι ξανά και ξανά. Η Ναυσικά άλλαζε πλευρό και κοιμόταν του καλού καιρού».

 

 

Η Ναυσικά είναι ένα κορίτσι που ζει στο σήμερα και αγαπά την τεχνολογία. Τόσο, που δεν ζει χωρίς αυτήν. Οι φίλες της, η μητέρα της και η γιαγιά της ανησυχούν. Φαίνεται πως έχει ξεχάσει να ζει όταν οι οθόνες είναι κλειστές και το wifi ανενεργό…
Μέσα από μια περιπέτεια με πολύ γέλιο, προβληματισμούς και ανακαλύψεις η Ναυσικά θα ανακαλύψει πως στη ζωή όλα χρειάζονται αλλά στις σωστές δόσεις. Και ακόμα, πως σε κανέναν δεν λείπουν οι ικανότητες και τα χαρίσματα, απλώς, μερικές φορές δεν τα βλέπουμε. Γιατί, χωρίς να το καταλάβουμε, τα είχαμε… κοιμίσει!

 

***

 

Το βιβλίο αυτό, «Η ωραία κοιμισμένη», είναι ένα δώρο ζωής αφού αποφεύγοντας το δασκαλίστικο ύφος καταφέρνει να δώσει στα παιδιά τη δυνατότητα να σκεφθούν μόνα τους κάποιες επιλογές τους και ίσως -αν χρειαστεί- να τις αναθεωρήσουν…

 

***

 

Η Όλγα Μωραΐτη.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

«Η Ωραία Κοιμισμένη»
Της Όλγας Μωραΐτη
Εκδόσεις Φυλάτος

 

*

Παρουσίαση
Τη Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019
στις 8 μ.μ.
στο Polis Art Cafe
Αίθριο Στοάς Βιβλίου
Πεσματζόγλου 5
10559 Αθήνα
Μετρό σταθμός «Πανεπιστήμιο»

***

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
-Η κ. Λία Σαντοριναίου, ραδιοφωνική παραγωγός
-Η συγγραφέας και ο εκδότης.
-Ο κ. Αγαπητός Χρυσοχόος, θα αναπτύξει το θέμα: «Εθισμός των εφήβων στο Διαδίκτυο».

*

Συμμετέχουν οι μουσικοί: Ελένη Φουρλάνου και Κωνσταντίνος Φουρλάνος.
Επιμέλεια – σκηνοθεσία μουσικού μέρους: Roman Gomez
– Είσοδος ελεύθερη

Παναγιώτης Μήλας«Η Ωραία Κοιμισμένη»… ξύπνησε, έγινε βιβλίο και μας περιμένει με τη συγγραφέα της, Όλγα Μωραΐτη
Περισσότερα

Βασιλική – Βίκυ Τσίγγα: Πίστεψε στον εαυτό σου, πίστεψε στη «Δύναμη του Λόγου»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Τη στιγμή που θα αρχίσεις να ανακαλύπτεις και να γνωρίζεις τον εαυτό σου όλο και περισσότερο από εκείνη τη στιγμή και μετά θα ενεργοποιήσεις την ίδια την ουσία του είναι σου.
Θα αναδυθεί ως θησαυρός η αγάπη από μέσα σου για σένα και τους συνανθρώπους σου.
Πίστεψε στον εαυτό σου τον έναν και αληθινό και μην τον εγκαταλείπεις ποτέ και για κανένα λόγο.
Η αυτοεκτίμηση και η αυτοαγάπη είναι επιλογή»!
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Η Δύναμη του Λόγου», της Βασιλικής – Βίκυς Τσίγγα.
***
Η συγγραφέας προσθέτει: «Η σχέση με τον καθρέπτη σου είναι ιερή. Είναι σχέση στοργής και εμπιστοσύνης. Είναι η ίδια η σχέση με τον εαυτό σου. Οικοδόμησε λοιπόν γερές βάσεις και εξασκήσου καθημερινά να εκπέμπεις και να μαγνητίζεις, την ανώτερη εκδοχή του έρωτα και της αγάπης μεταξύ σας.
Αυτό που πιστεύεις (αρνητικό ή θετικό) για σένα και για τη ζωή, αυτό που βλέπεις και νιώθεις, θα στο ανταποδώσει ως πιστό αντίγραφο.
Επομένως για να βιώνεις και να ζεις στο εδώ και τώρα με πληρότητα και αφθονία, δυνάμωσε στο άπειρο την πίστη σου για σένα, η οποία είναι ενωμένη με το θεϊκό εσωτερικό σου φως.

 

 

Πες ξανά και ξανά: Σ’ αγαπώ απέραντα υπέροχε εαυτέ μου. Σε αποδέχομαι και σε συγχωρώ ολοκληρωτικά.
Κοίτα και αναγνώρισε στον καθρέφτη σου πως ό,τι χρειάζεσαι, ό,τι επιθυμείς ήδη το έχεις, στο εδώ και τώρα μέσα σου. Δες το με διαύγεια και καθαρότητα ψυχής, διότι εσύ είσαι το σύμπαν όλο».

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Η Δύναμη του Λόγου»
Της Βασιλικής – Βίκυς Τσίγγα

Παρουσίαση

Την Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019 στις 6 μ.μ. στο Polis Art Cafe, Πεσματζόγλου 5, πάνω από τη Στοά του Βιβλίου, πλησίον του σταθμού Μετρό Πανεπιστημίου.

*

Για το βιβλίο θα μιλήσουν: Διονύσιος Ακτύπης, Βουλευτής Ζακύνθου. Νίκος Κομν. Χατζηγεωργίου, Σύμβουλος επί Εκδοτικών Θεμάτων. Αννίτα Πατσουράκη, Ιστορικός Τέχνης. Ερωτόκριτος Κυμιωνής, Συγγραφέας, Εισηγητής Σεμιναρίων Αυτογνωσίας, Σχεδιαστής Μόδας.

Παναγιώτης ΜήλαςΒασιλική – Βίκυ Τσίγγα: Πίστεψε στον εαυτό σου, πίστεψε στη «Δύναμη του Λόγου»
Περισσότερα

Κ. Γ. Καρυωτάκης: Ποιήματα και Πεζά – Διαβάστε ένα απόσπασμα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η καινούργια έκδοση των Ποιημάτων και των Πεζών του Κ. Γ. Καρυωτάκη από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg έρχεται να προστεθεί στην έκδοση των Ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη που έχει ήδη κερδίσει την εμπιστοσύνη των αναγνωστών, στην προτίμηση των οποίων είχε μεγάλη απήχηση.

 

Το πορτρέτο του Κώστα Καρυωτάκη είναι έργο του γελοιογράφου Ηλία Δελλόγλου.

Η έκδοση αυτή περιλαμβάνει την αποκατάσταση των κειμένων στην αρχική τους μορφή, τον σχολιασμό τους και την κριτική πρόσληψή τους.

Συγκεκριμένα:
α) Τα Ποιήματα και τα Πεζά του Καρυωτάκη στην πρώτη έκδοσή τους από τον ίδιο (χωρίς διορθώσεις και παρεμβάσεις) με σημαντικές επισημάνσεις για τη γλώσσα και το ύφος και, γενικά, για την ερμηνευτική διαδικασία.
β) Υποσελίδιο Υπόμνημα με εκδοτικά, πραγματολογικά, γλωσσικά και ορθογραφικά σχόλια που διευκολύνουν τον σημερινό αναγνώστη στην καλύτερη κατανόηση των έργων του Καρυωτάκη.
γ) Συστηματική Εισαγωγή με βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, καθώς και με ανάλυση της ποίησης και της ποιητικής του Καρυωτάκη (ιστορικά συμφραζόμενα, κοινωνικές συνθήκες, ποιητική μορφή και περιεχόμενο, διακειμενικές σχέσεις, γλώσσα, ύφος, στιχουργία, ποιητικές καινοτομίες).
δ) Διεξοδικό Χρονολογία ανά έτος.
ε) Διαχρονική Βιβλιογραφία.
στ) Εκτενές Παράρτημα με όλες τις επιστολές του Καρυωτάκη, καθώς και με κρίσεις για το έργο του.
ζ) Λεπτομερή Ευρετήρια τίτλων, ονομάτων και πρώτων στίχων.

***

Ποιήματα και Πεζά
Κ. Γ. Καρυωτάκης
Επιμέλεια: Δημήτρης Δημηρούλης

Ο Καρυωτάκης σήμερα, πέρα από τα στερεότυπα καταναλωτών λογοτεχνικών κοινοτοπιών και διενέξεις ομοτέχνων του. Τα ποιήματα και τα πεζά, όπως τα πρωτοδημοσίευσε ο ίδιος, οι μεταφράσεις, ο βίος του, οι κριτικές για το έργο του και μια κατατοπιστικότατη εισαγωγή που ξαναθέτει τους όρους ανάγνωσής του.

 

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

 

 

Εκδόσεις Gutenberg

Διδότου 37, 106 80 – Αθήνα | Τηλ. 210 36 42 003
E-mail: info@dardanosnet.gr
www.GutenbergBooks.gr

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚ. Γ. Καρυωτάκης: Ποιήματα και Πεζά – Διαβάστε ένα απόσπασμα
Περισσότερα

Γιώργου Σεφέρη, «Υστερόγραφο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή

πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.

Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.
Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε

γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί

που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης—
Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.

*

11 Σεπτέμβρη 1941

*

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1998 (19η έκδ.), σ. 192]

*

Ο Γιώργος Σεφέρης, γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1900, στα Βουρλά, της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 στην Αθήνα.

*

Πίνακας: Thomas Gainsborough – The Painter’s Daughters Chasing a Butterfly, 1756

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΓιώργου Σεφέρη, «Υστερόγραφο»
Περισσότερα

Γιάννης Ρίτσος: «Το υστερόγραφο της δόξας» ποιητική σύνθεση για τον Άρη Βελουχιώτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Άρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας), ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905 στη Λαμία και έχασε τη ζωή του, κυνηγημένος από εχθρούς και φίλους, στις 16 Ιουνίου 1945, στο φαράγγι του Φάγγου, στη Μεσούντα Άρτας, περικυκλωμένος ο ίδιος και η ομάδα του από δωσίλογους και γερμανοτσολιάδες και από το κυβερνητικό 118ο Τάγμα Εθνοφυλακής.

Ο πρωτοκαπετάνιος, αλύγιστος, περήφανος και αδούλωτος, δεν παραδόθηκε ποτέ, δεν διανοήθηκε ούτε προς στιγμή ότι θα αφηνόταν να συλληφθεί και να διασυρθεί από τους προδότες και βέβαια ποτέ δεν σκέφτηκε, όταν όλα είχαν χαθεί, ότι θα άφηνε να γράψει το τέλος του, άθλιο εχθρικό βόλι. Μαζί με τον πρωτοκαπετάνιο, πάντα δίπλα του, έβαλε το δικό του τέλος το πρωτοπαλίκαρό του, ο μαυροσκούφης Τζαβέλας.

Οι άθλιοι που τους κύκλωσαν προς αιώνιο εξευτελισμό τους και αιώνιο εξευτελισμό σε ό,τι αντιπροσώπευαν τότε και σήμερα, διαμέλισαν φριχτά τα άψυχα σώματά τους και κρέμασαν τα κομμένα κεφάλια τους στους φανοστάτες της κεντρικής πλατείας των Τρικάλων, στήνοντας από κάτω τους βάρβαρο γλέντι, παντοτινό στίγμα ντροπής και αναθέματος των προσκυνημένων που ανενόχλητοι συνεχίζουν και σήμερα τα φρικτά έργα τους.

 

 

Τον Ιούλιο του 1945 ο Γιάννης Ρίτσος περιέγραψε με μοναδικό τρόπο, στην ποιητική του σύνθεση με τίτλο «Άρης Βελουχιώτης – υστερόγραφο της δόξας», τον Άρη των παιδιών και των μεγάλων:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ
Άρης Βελουχιώτης

***

ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΚΕΔΡΟΣ”

Ο Άρης, παραμύθι-αλήθεια
Πριν κάμποσο καιρό, πάνου στη Λιάκουρα, στο αετοχώρι
το Δαδί, ρώτησα ένα παιδί ως οχτώ χρονώ:
– Τον ξέρεις τον Άρη;
– Ναι, μου λέει. Τον ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Όχι. Μα τόνε ξέρω.
– Πώς είναι;
– Τρεις βολές πιο αψηλός απ’ τον πατέρα μου. Κι έχει ένα
μεγάλο-μεγάλο κόκκινο άλογο. Και πίσω τον ακολουθάει
πάντοτες ένας τρανός αητός με μια σημαία.
Μιαν άλλη φορά, στα Τρίκαλα, ρώτησα ένα «αετόπουλο»
που πέρναγε τις γραμμές του οχτρού μεταφέροντας μαντάτα
στους αντάρτες μέσα στο κούφωμα ενός καλαμιού.
– Γιωργή, τον ξέρεις τον Άρη;
– Τόνε ξέρω.
– Τον είδες ποτέ σου;
– Τον είδα με τα μάτια μου.
– Πώς είναι;
– Έχει μακριά γένεια κι ένα αληθινό άστρο στο μαύρο σκού-
φο του. Κι άμα μιλάει -κι ας χιονίζει ακόμα- γίνεται
μονομιάς πολλή ζέστα. Κι όταν ακούνε το όνομά του οι Γερ-
μανοί κρύβουνται σα λαγοί μέσα στα δάσα.
Ένα μεγάλο κόκκινο άλογο, ένας αητός με μια σημαία, ένα
άστρο αληθινό, πολλή ζέστα -αυτός είναι ο Άρης των παι-
διών και των μεγάλων.
Και γω που δυο φορές όλο-όλο τον αντάμωσα, έτσι σαν τα
παιδιά και γω, έτσι τον βλέπω και τον τραγουδάω τον ΑΡΗ.

 

 

ΣΤΟΝ ΑΡΗ
Ι
Άρη
Στα βουνά στα βουνά
πάνου ψηλά
τ’ άλογα
ο καλπασμός σου
Ζήτω.

Άρη
τ’ όνομά σου
η σάλπιγγα
η ανηφόρα της ψυχής σου
ψηλά-ψηλά
– που πας
αγγόνι του Κολοκοτρώνη;

Άρη
ρωμιέ λεβέντη
ασίκη της παλληκαριάς
οι Αγγέλοι σε παράταξη
δείχνουν όπλα
καθώς ανεβαίνεις.

Άρη
τα δέντρα κλαίνε
κλαίνε τα βουνά
κλαιν τα ποτάμια μας
νυχτώνει ο ίσκιος σου τους κάμπους
νυχτώνει τον αγέρα
γδέρνει τα στήθεια της η Ελλάδα
δέρνεται η Λευτεριά
η Λευτεριά η μητέρα σου
και σου κανάκιζε τα γένεια
στον ίσκιο του πλάτανου

Άρη
σε κλαίνε τ’ άλογα
κλαίνε τ’ αρνιά
κλαιν τα τρυγόνια
σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις
καθώς σε πάει καβάλλα στο φαρί του
εσύ μπροστά στη σέλλα πάνου
και κείνος πίσω στα καπούλια.
ΙΙ
Άρη
στα βουνά στα βουνά
πάνου ψηλά
στα σύγνεφα.

Άρη
στο μαύρο σκούφο σου
μαζεύει η Ελλάδα τις καρδιές μας
μαζεύει τον όρκο μας
αητέ μας
που χάραξες τον ίσκιο σου
τριπλό σταυρό στον ήλιο.

Ωχ βγάλτε τ’ ακριβά σκουτιά
μες απ’ τα ελάτινα σεντούκια
βγάλτε τις κόκκινες παντιέρες
βγάλτε τ’ ανθόνερα
πλύντε τον και τυλίχτε τον,
σκεπάστε με τα μαυροπάνια τους καθρέπτες
σκεπάστε και το Γοργοπόταμο.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
ουδέ ψωμί κι ουδέ κρασί
κι ουδέ λαγούτο –
λουκέτο στο ντουνιά
και στην καρδιά
κατεβασμένα τα ρουλά στα πρόσωπα
κλειστά και του σκυλιού τα μάτια
κλειστά τα παρεθύρια
τι αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς
κι έγειρε η χαίτη του στο χώμα.

Αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς.
Σιωπή τρεις μέρες και τρεις νύχτες
και τα χαράματα ταχιά
να σκούξουν μονομιάς τα καριοφίλια
διακόσιες μπαταριές
ν’ αντιβουίξει η Λιάκουρα κι η Πίντο
ν’ αντιβουίξουν οι σπηλιές του 21
ν’ αρχίσουν τα βιολιά και τα λαγούτα
ν’ ανοίξουνε τα πορτοπαραθύρια
τι δέστε πάνου εκεί ψηλά
στο ξάγναντο της δόξας
ψηλά-ψηλά μέσα στο φως
στα χρυσά σύγνεφα της δύσης
δυο κόκκινα φαριά τραβάν
και πάνου στόνα η Λευτεριά
και στ’ άλλο πάνου ο Βελουχιώτης.

 

 

ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ
Ι
ΠΟΣΟ ΣΤΕΝΕΨΕ ο αγέρας γύρω στα δέντρα
εκεί στα κουρσεμένα κορφοβούνια
καθώς γκρεμίστηκε του δειλινού το γιοφύρι
κόκκινος κουρνιαχτός και μαύρα τρόχαλα
πάνου στις στέγες που τους πήρανε τα χελιδόνια.

Ακόμα είναι ζεστές οι πέτρες.
Το απόγεμα είναι σιωπηλό και χνουδωτό σαν κλωνάρι λουμίνια.
Απ’ όξω οι ελιές μπροστά στη μάντρα λεν’ τα βάσανά τους
τινάζουνε τη σκόνη απ’ τη σταχτιά τους φούστα και βουβαίνουνται
μόλις το πρώτο αστέρι βγάλει ένα «αχ»
κι ο κάμπος της Λαμίας σφαλάει τα μάτια του μες στις παλάμες δυο
κυπαρισσιών του.

Τότες ένα άλογο συλλογισμένο χάνεται κάτου από τις βαλανιδιές
κοιτάει μακριά ένα ματωμένο σύγνεφο και κλαίει.
Η Ρουμελιώτισσα μαυλίζει τα πουλερικά της
οι κόττες της δε θέλουνε να φάνε.
Τρίζει το ξύλινο θυρόφυλλο σα να το ανοίγει ο θάνατος
σταυροκοπιέται ο λύχνος πάνω στο μεσότοιχο
κι ο μαύρος σκύλος πάει σκυφτός μυρίζοντας το χώμα.

Που’ ναι τ’ αχνάρια Του; Που πήγε; Δρόμος κι άλλος δρόμος
έγνοιες πολλές κι ανηφοριές κι ακονισμένα βράχια
στάλα τη στάλα το αίμα η στράτα χαραγμένη μες στ’ αγκάθια.

Λοιπόν Καπτάν-Μπελή η άσπρη φλοκάτα σου μαράθηκε
και το μεγάλο σφυροδρέπανο στα στήθεια σου πικρές ώρες θερίζει.
Άιντε και σκούπισε τα μάτια σου ρίξε και τη φλοκάτα σου στης νύχτας
το καζάνι
μαύρη, κατάμαυρη να γένει ως είναι κι η καρδιά μας
ως είτανε κι ο σκούφος Του και του καημού τα μάτια
τώρα που ο Άρης δε λαλάει στα κορφοβούνια το κλαρίνο της αντρειάς του.
ΙΙ
ΠΕΦΤΕΙ ΒΑΡΥ το βράδι σαν το βράχο που ξεκόλλησε από το βουνό και
πάει κατρακυλώντας στο λαγκάδι
τα σύγνεφα άδεια ξεφτισμένα σαν τις τσέπες του παντελονιού του σκοτω-
μένου αντάρτη
σκοντάφτει το ραβδί της σιγαλιάς απάνου στα λιθάρια
κει που περπάταες άλλοτε κρατώντας μες στα χέρια σου την τύχη του
λαϊκού αγώνα.

Έι τώρα ποιος θα πει τη λέξη εκείνη της φωτιάς που άναβε την καρ-
διά της Ρωμιοσύνης
ποιος το τραγούδι εκείνο που λαμπάδιαζε της Ρούμελης τον κόρφο
κι ανέμιζαν μες τις καλαμποκιές τα σπίτια σαν τα φλάμπουρα
κι έβγαινε ο γεροντάκος απ’ την τρύπα του κι έστριβε πάλι το ψαρό μου-
στάκι του
κι έβγαινε η γριούλα και πλατάγιζε η πικρή ποδιά της σαν προικιό της
άνοιξης
κι έβγαινε κι ο σκυφτός παπάς με το βαγγέλιο του 21 κι άγιαζε το διάβα
σου
και ξύπνααν οι καμπάνες της Δομνίτσας με τον άνεμο κατάστηθα
και βγαίνανε οι αητοί απ’ τη Γκιώνα κι αφουγκράζονταν
καθώς ορθός απάνου στ’ άλογό σου διάβαζες της λευτεριάς τη διάτα.
ΙΙΙ
Α ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕΣ με πέντε παλληκάρια χάραμα το χάραμα
μ’ ένα ταγάρι ρουμελιώτικο δυο κριθαρένια παξιμάδια κι άλλα τόσα βόλια
με τρεις χιλιάδες πίστη να πλερώσεις κρίματα και χρέητα
και νάμπεις στο ντορό με τρία μιλιούνια χελιδόνια.
Κι έσκυβε η μια στην άλλη ελιά και ρώταγαν: τι θέλει ετούτος
ποιον ήλιο κουβαλάει μες στο ταγάρι του και σκάσαν πριν της ώρας τους
οι ανθοί μας;

Άρη πως άντεξες να κουβαλάς μες στους ανέμους τις βροχές και τα χιο-
νόνερα
απάνου στα κατσάβραχα πίσω απ’ του αυγερινού την κλειδαρότρυπα
ετούτο το βαρύ κανόνι της καρδιάς σου;

Α πως σε γνώρισαν αμέσως τα λιθάρια
πως σε θυμήθηκαν αμέσως τα παιδιά
– που σ’ είδαν; «καν στην εκκλησιά καν στ’ όνειρό τους» –
και τρέξαν με δαφνόκλαδα τραντάζοντας τις πόρτες:
«ήρθε ο αγέρας, μάνα, ο ήλιος ήρθε, αδέρφια μας,
πάλε με χρόνια με καιρούς πάλε δικά μας ε ί ν α ι
μα το σταυρό σου λέω μητέρα είναι μαζί με τον παπά και τον πάρεδρο
κι όλο μιλάει κι από το στόμα του πέφτουνε κόκκινα τριαντάφυλλα
και βγαίνουν τα πουλιά και κάθουνται στον ώμο του και κελαηδάνε
κι ένας τρανός αητός στέκεται πα στο μαύρο σκούφο του
κι ένα χελιδονάκι τζαναμπέτικο χοροπηδάει πα στο ζερβί του χέρι.

Κοίτα πως φέγγει το κατώφλι μας κοίτα που βγάνει μούρα κι η μουριά μας
κοίτα που κλαίει απ’ τη χαρά του ο σκύλος μας κοίτα η κατσίκα που κοι-
λοπονάει
κοίτα που σκάει ένα γεράνι στο παράθυρο κι ένα άλλο στην καρδιά μου
κι άλλο κει δα στα χείλια σου και σε μποδάει να μου μιλήσεις, μάνα,
κι άκουσε τις καμπάνες που βαράνε ανάσταση, άκουσε,
και σπάνε τα σκοινιά τους τ’ άλογα και τρέχουν απ’ τ’ αχούρια
κι οι προβατίνες στάθηκαν στο πλάγι του κι ακούνε
καθώς μιλάει Εκείνος στο πεζούλι του σκολειού μας
και πλάι του μια Κερά, μια μεγαλόχαρη – πως να την πεις; τέτοια δεν
είδα, μάνα,
γερή ψηλή κι ανοιχτογλέφαρη με φυσεκλίκια σταυρωτά στον κόρφο –
κρατάει του το ντουφέκι, δε λαλεί, και Λευτεριά θαρρώ τήνε φωνάζουν,
μάνα δε γλέπεις, δε γροικάς καμπάνες, να οι καμπάνες» …
και μπρος ο γιος και πίσω η μάνα πάρα πίσω ο σκύλος κι η κατσίκα.

Τα πέντε παλληκάρια δέκα κι είκοσι, τρακόσα κι άλλα πεντακόσα,
χιλιάδες και χιλιάδες, Άρη, ρουμελιώτη αρχάγγελε, της λευτεριάς καμ-
πανοκρούστη
κι άντετε μπρος κι άντετε γεια τι πήρε η νύχτα.

Κι έτσι όπως έφευγες ξανά για τα καινούργια τρίστρατα της δόξας
άφηνες πίσω σου σε κάθε σπίτι ένα λυχνάρι κι ένα κόνισμα της Ρωμιο-
σύνης
άφηνες είκοσι σπαθιά μες στην ψυχή της νιότης
μια φούχτα αστέρια στο κομπόδεμα της γριούλας
μιαν αστραπή στα μάτια του παππού πίσω από τ’ άσπρα φρύδια του
ένα φουστάνι Μπουμπουλίνας στα προικιά της κόρης
ένα χαρτένιο δίκωχο στο κούτελο του αητόπουλου
κι ακόμα εκεί καταμεσής στο χοροστάσι του χωριού μας
άφηνες κρεμασμένη σ’ έναν πλάτανο
την προδοσία να χάσκει με τα πόδια ανάγερα μπροστά στη νύχτα
για να περνάνε οι γριές και να ξορκίζουνε τον κόρφο τους
νάρχεται τα μεσάνυχτα ένα κάτασπρο άλογο να στέκεται στα πισινά
του πόδια και να χλιμιντράει
νάρχουνται και τ’ αγρίμια να μυρίζονται και να γυρνάνε πάλε πίσω
σβήνοντας πάνου από το χιόνι τα φανάρια των ματιών τους.
IV
Ω ΤΙ ΤΣΟΥΒΑΛΙΑ ονείρατα κουβάλησες πάνουσ στη ράχη σου από τόνα
στ’ άλλο κορφοβούνι
από πέτρα σε πέτρα κι από δέντρο σε φως κι από χιόνι σε φλόγα
ω τι ζεστά ψωμιά μπουκώσανε τα σκλαβωμένα στόματα
τι μήλα και τι φώτα πέσαν στις ποδιές των κοριτσιών μας
τι βόλια αστράψανε στις φούχτες της Ελλάδας
καθώς ξεκλείδωνες τα δώδεκα σεντούκια του Κανάρη
ως άναβες τις πυρκαϊές μέσα στης θύμησης τα δάσα
και φεγγοβόλαγαν τα Μισολόγγια και τα Χάνια της Γραβιάς
και σπάθιζε η φωτιά στα δυο το μεσονύχτι
και μες στη λάμψη φτάνανε οι καβαλλαρέοι
και σταύρωναν διπλά σπαθιά μπροστά στη φλόγα δίνοντας τον όρκο:
Λευτεριά για θάνατος.
V
ΜΑΥΡΙΛΙΟ Δομοκός Βελούχι και Παλιόκαστρο
πρώτο ταμπούρι πρώτο σάλπισμα πρώτη σημαία
κι αντιλαλούσαν τα ρουμάνια, οι λαγκαδιές: «Μαύρη ‘ναι η νύχτα στα
βουνά»
την ώρα που Άγγελοι μπαρουτοκαπνισμένοι ροβολάγανε με φωτοσκάλες
απ’ τα καταρράχια
κι η αστροφεγγιά τίναζε ογρή την κίτρινη ποδιά της
και το κουδούνισμα του τράγου όλο μαλάκωνε μες στη νυχτιά σαν το
σταρένιο παξιμάδι στη βρυσούλα
και μέσα στα τσαρδιά οι τσοπάνοι κοιμισμένοι βλέπαν πίσω απ’ τα μα-
τόκλαδά τους
χρυσά τα δέντρα, ολόχρυσα και τα βουνά, χρυσά και τ’ άλογα πάνου απ’
τον ίσκιο τους,
ολόγιομους τους κάμπους φως και συλλογή σαν τα τοπία της Γέννησης
το πλίθινο μαντρί πελεκημένο μάλαμα τετράγωνα-τετράγωνα
τα κυπαρίσσια πέρα σκοτεινοί βιγλάτορες χαμένοι μες στη λάμψη
και να στης εκκλησίας το χρυσό τρούλλο το ρωμέικο πάλε φλάμπουρο
και να τα περιστέρια της Γραφής μ’ ένα χρυσό ρουλό στο στόμα
χρυσή γραφή και λέει: «αντάρτες βγήκαν στα βουνά βγήκαν οι αρματω-
λοί κι οι κλέφτες»

και να στο μονοπάτι του βουνού που σέρνεται χρυσό ποτάμι
ο μέγας καβαλλάρης που τραβάει κατάμπροστα με τη χρυσή του σάλ-
πιγγα
και τον φωτάει μέσα στο φως ένας μεγάλος καταρράχτης χρυσαχτίνες
κρεμάμενες από τα νύχια της μεγάλης περιστέρας.
VI
ΚΙ ΑΝΑΣΑΛΕΨΑΝ τα παιδιά μέσα στον ύπνο τους, γείραν απ’ τ’ άλλο
τους πλευρό οι τσοπάνοι
σα να τους ανασήκωσε το φως δυο σπιθαμές πάνου απ’ το χώμα
κι ως ξύπνααν βρίσκαν την αγκλίτσα τους νάχει πετάξει κόκκινα μπουμ-
πούκια
βρίσκαν οι γέροι στην καπνοσακκούλα τους τα τρία ψηφία της λευτεριάς
χρυσογραμμένα
βρίσκαν τ’ αγόρια μέσα στα τσαρούχια τους τη μυστική γραφή του Πα-
παφλέσσα
βρίσκανε τα κορίτσια μες στις τσέπες τους αντίς αμύγδαλα μια φούχτα
δαγκωμένα βόλια
βρίσκανε στα κρουσταλλιασμένα γένεια του παππού πέντε ξανθά κλωσ-
σόπουλα
βρίσκανε μες στης κόττας η φωλιά ξεστά μεγάλα δίκορκα όνειρα
βρίσκανε πλάι στο χιονισμένο αλέτρι παπαρούνες
κι αφήναν τα μαντριά και τα κοττέτσια τους και βγαίναν στο κλαρί κλε-
φτόπουλα
καθώς πετιούνται στο δεντρί την Άνοιξη τα φύλλα
ποτάμι-ποταμάκι μέγα ρέμα ο Γοργοπόταμος κι η θάλασσα πίσω απ’
τον Άρη.
VII
ΑΡΗ ΠΑΙΔΙ της Λιάκουρας σπαθί του Γερανοβουνιού κι αητέ της Γκιώνας
εσύ δεν ήξερες μαθές από χαρτιά και μπερδεμένα λόγια
εσύ με το σπαθί σου γύρναγες του κόσμου τις σελίδες
και διάβαζες ολόισια την καρδιά χωρίς πολλά τερτίπια μ’ ένα ΝΑΙ μ’
ένα ΟΧΙ.

Όταν τα σύγνεφα διπλώνονταν στις μάλλινες καπότες τους
κι ο γήλιος κρύβονταν στην τρύπα του σαν τον ασπάλακα
όταν η Ελλάδα χώνονταν μες στο καβούκι της σαν τη χελώνα
και πάνου της χτυπούσε η μπότα του Αλαμάνου
όταν διπλώνονταν στα τέσσερα οι καρδιές και κρύβονταν μέσα στο χώμα
σαν τα παλιά ντουφέκια μη και πέσουνε στου οχτρού τα χέρια.

εκείνο τον καιρό που τα κανόνια του Κολοκοτρώνη σκούριαζαν
κι οι μέρες πάγωναν κι οι νύχτες φούμερναν μισό αποτσίγαρο άστρο
και μες στα χιόνια τα Θεσσαλικά και στα Μακεδονίτικα λαγκάδια σάπιζαν
άλογα πεθαμένα και φαντάροι κι αραβίδες και σπασμένα αμάξια
τα τρόπαια τ’ αλβανικά κι οι παλιές δόξες κι οι παλιές σημαίες

τότες που ο αγκυλωτός σταυρός σκορπιός περπάταγε μέσα σ’ ένα γυμνό
κρανίο
και μες στους δρόμους της Αθήνας πέθαιναν αγκαλιασμένοι τα σκυλιά
κι οι ανθρώποι
σφίγγοντας μες στα δόντια μια ξερή πορτοκαλόφλουδα
σφίγγοντας την ψυχή τους μες στα μάτια τους σάμπως στεγνό κουκούτσι
κι ο πιο μεγάλος δρόμος της ελπίδας είτανε το κατσαρόλι του συσσίτιου
και το σπαθί το πιο μεγάλο της ψυχής είταν το δάκρυ
τότες που κρέμονταν το λιόγερμα σαν σκοτωμένο κόκκινο άλογο σε μια
κατηφοριά της Γκούρας
με το κεφάλι προς τα κάτου και με το αίμα του να πήζει ανάμεσα στα
δόντια
κι ούτε ένα σαλιγκάρι να σουρθεί στον τοίχο ούτε φωνή να πει το μίσος

τότες που λίγο-λίγο κάπου-κάπου μια φωτιά τίναζε το σινιάλο της στη
νύχτα
και κάπου-κάπου απόμακρος καπνός ανέβαινε απ’ το τζάκι της Ιθάκης
και μυστικά δυο-δυο τρεις-τρεις στα σταυροδρόμια της σκλαβιάς δίναν
τον όρκο
και μες στον όρθρο βιαστικοί μαντατοφόροι ξεκινάγαν με το μήνυμα
διπλοραμμένο στην καρδιά τους

τότε που η Φιλική Εταιρεία σκυφτή στο μοναστήρι της νυχτιάς κάτου απ’
το τρίφλογο άστρο Κ.Κ.Ε.
αργά ιερά συλλάβιζε το νέο της όνομα πάνου στο αλφαβητάρι του 41
με τρία μονάχα κεφαλαία: ΕΑΜ – με τρεις δαυλούς φερμένους απ’ το
Μισολόγγι
κι οι νέοι βουβοί διαβάζανε τη νιότη τους μέσα στο μυριοσέλιδο βιβλίο
του Αγώνα
πούχε νωπές ακόμα πάνου του σταλαματιές απ’ το κερί της Άγιας
Λαύρας
πούχε νωπά τα χνάρια απ’ τα χοντρά μπαρουτοκαπνισμένα δάχτυλα
του Παπαφλέσσα

τότες που το χαρτόνι απ’ τη φψτογραφία του Ρήγα τόφτιαχναν χουνί
τα πρωτοξάδερφα του Ρήγα και ξυπνούσε η συνοικία ξεχτένιστη μες
στ’ άστρα
κι οι τραυματίες του Αλβανικού σκαρφάλωναν στα δεκανίκια τους με
τα κομμένα τους ποδάρια
σα ν’ ανεβαίναν σε ανεμόσκαλες να χτίσουνε τη δόξα
κι έβγαινε ο Μπάυρον μυστικά με τις παρέες των φοιτητών στα μεσονύ-
χτια συνεργεία
κι έγραφε το καινούργιο του τραγούδι στα βουβά ντουβάρια
κι άστραφτε η πολιτεία μες στα χαράματα μ’ ολάνοιχτο το πέτρινο βαγ-
γέλιο της
μ’ ολάνοιχτο τον πληγωμένο κόρφο της στο φως μ’ ολάνοιχτο το στόμα
της
να πει το νέο της θούριο ΕΑΜ ΕΑΜ ΕΑΜ στο αυτί του νιόβγαλτου ήλιου
κι έφευγε το μαντάτο στα κρυφά μαλαματένια σύρματα μακριά ως τα
πέρατα
και στο σκοινί του ορίζοντα ζυγιάζονταν σε σχήμα ΕΑΜ τρία καινούρ-
για χελιδόνια

τότες ακούστηκε η φωνή σου από το πιο αψηλό κατάρραχο
ο πρώτος κούκος της καινούργιας Άνοιξης -ποιος είναι; τι είναι;-
το πρώτο ντουφεκίδι χελιδόνισμα πρώτο καψούλι στης Αντίστασης το
καριοφίλι
κι άστραψες στεριανός Κανάρης μες στις φλόγες βάνοντας μπουρλότο
στα καράβια της νυχτιάς
κι άστραψε φλόγα ΕΛΑΣ η πρώτη σου φωνή -ποιος είναι; ποιος μας
κράζει;-
κι άκουσαν κάτου τα χωριά κι είπανε «τούτη είναι η φωνή μας»
κι άκουσαν κάτου τα δέντρα κι είπανε: «βγήκε ο ήλιος»
κι άκουσαν οι βουνοκορφές κι είπανε: «τούτος ειν’ ο αητός μας»
κι άκουσε η Ρωμιοσύνη ολάκερη κι είπε: «ο ακριβογιός μου».
VIII

ΑΚΟΥΣΑΝ κι έτρεξαν τ’ αψήλου ανασηκώνοντας τα τσίνουρα στον ήλιο
μ’ αξίνες και κασμάδες και ντουφέκια – έι σεις που πάτε, ωρέ συντέκνοι;
είναι αψηλά πολύ τα στάχυα τ’ ουρανού – έι που’ ν’ τ’ αστέρια;
που πάτε με τα ολόχρυσα δρεπάνια, για ποιο θέρο;

Α θα πυργώσουνε τα στάχυα στα γαλάζια αλώνια στις κορφές των Ά-
γραφων –
κι εσύ μικρούλη χωριατόπουλο με τη σκισμένη κάπα σου, που πας, τη
νύχτα-νύχτα;
πως σου παγαίνει έτσι να περπατάς βιγλάτορας μέσα στ’ αστέρια
με τόνα χέρι στο χαλκό νεφρό με τάλλο πάνου στο ντουφέκι
μικρέ φρουρέ της λευτεριάς που ανηφορίζεις;
κι όταν το χάραμα γλαρώνεις πια κι αφήνεις να γλιστρήσει από την
ξεσφιγμένη φούχτα σου
η κούρασή σου σα σταρένιο ξεροκόματο μέσα στον ύπνο
έρχεται Κείνος και σου ρίχνει την τραγόμαλλη καπότα του που αστρά-
φτει απ’ το ψιλό διαμάντι της δροσούλας
και σε σκεπάζει ολάκερον με το βαθύ του χαμόγελο ωσά μ’ ένα χιράμι
του χωριού σου
που όλο ευωδάει απ’ τη λεβάντα και το θρούμπι

κι όταν σε πάρει ο ύπνος ο βαθύς με μια κόκκινη τρύπα στο μελίγγι
μ’ ένα κόκκινο αυλάκι στο παιδιάστικο μάγουλο
μ’ ένα λουλούδι φως πηγμένο στο χειλάκι σου,
έρχεται η ίδια η Δόξα και σε παίρνει στα δυο χέρια της
και σε φιλάει στο κούτελο και σε τυλίγει με μια κόκκινη παντιέρα
κι ίσια σε πάει να σ’ ακουμπήσει απά στα γόνατα της Παναγίας
που στάζουν απ’ τα μάτια της αργά χοντρά τ’ αστέρια
κι ο Καπετάνιος σου πάνου σ’ ένα λιθάρι εκεί στο κορφοβούνι
μαζώνει ολόγυρα τα παλληκάρια του και λέει σφουγγίζοντας τα μάτια
του:

«Μην κλαίτε αδέρφια μου τ’ αδέρφι μας που αποκοιμήθη
είταν καλό κι είταν γλυκό κι είταν στο δαχτυλίδι της αντρειάς το πιο
χοντρό διαμάντι
δεν του ταιριάζουν του παιδιού μας κλάιματα μονάχα η περηφάνεια
άιντε σκεπάστε το καλά με χώμα μη μου κρυώσει
βάλτε μαζί και το ντουφέκι του μη νιώσει την ορφάνια
βάλτε μαζί και μπόλικο θυμάρι μη μου παραπονευτεί για ξενητειά
και πάνου του φυτεύτε στην καρδιά του μια τριανταφυλλίτσα
κι άιντετε μπρος για το γιουρούσι – δε φελάν τα μοιρολόγια-
και πάλε ωσά γυρίσουμε το πιο καλό το πιο ακριβό ντουφέκι που κερδέ-
ψαμε
στο αγόρι μας ετούτο θα το δώκουμε μην πικραθεί πως είναι ξεχασμένο».

Κι ακούει το κοιμισμένο παλληκάρι και πετάγεται
και ροβολάει στη μάχη πρώτο και καλύτερο:
«Έι Καπετάνιο να με πάλε δίπλα σου
οι αποθαμένοι σ’ ακλουθάνε Καπετάνιο απέθαντοι».
IX

ΤΟΤΕΣ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ μες στα δάσα που πολύ σωπαίναν και πολύ αφουγ-
κράζονταν
απάνου σ’ έναν κέδρινο κορμό κομμένον για τραπέζι
κράταγες μες στη φούχτα σου το απλό καλέμι και μαζί τα τρία τα δά-
χτυλα της Ρωμιοσύνης
μαθαίνοντάς την σαν παιδί να βάνει πάλι την υπογραφή της: ΛΕΥΤΕΡΙΑ
ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟΣ.

Και δίπλα σου μέσα στο δάσο ένα κουτσούβελο τριζόνι συλλαβή με
συλλαβή
διάβαζε κάτου απ’ τ’ άστρα: λευτεριά για θάνατος –
έτσι όλο συλλαβή με συλλαβή τριζόνι με τριζόνι κι άστρο με άστρο
μες στο βαθύ ξωκλήσι της Ελλάδας ψαλμουδιές βουή θυμιάματα
και τα ψαλτήρια δέντρα στης νυχτιάς την Άγια Λαύρα
και τ’ αναλόγια καριοφίλια το λιβάνι βόλια.
Δόξα εν Υψίστοις να κι ο Παπαφλέσσας μ’ ανασκουμπωμένα ράσα
να το χρυσό σπαθί του Ωρίωνα στη μέση του Χριστού καταμεσής εκεί
στον τρούλλο
να το χρυσόμαλλο τομάρι της Μεγάλης Άρκτου κρεμασμένο στο λι-
γνόν ώμο τ’ αη-Γιάννη
να κι ο ιερέας ο Άρης στην Ιερή Πύλη του Σύμπαντου
με το χρυσό βαγγέλιο: Λευτεριά για Θάνατος
κι άγγελοι εδώ στη γης με τα ντουφέκια τους
κι άγγελοι στα μπαλκόνια τ’ ουρανού με τα κεριά τους
ένας ουρανός και γης μες στη γιορτή της λευτεριάς και του θανατού.
Χ

ΚΑΙ ΝΑ Τ’ ΑΨΗΛΟΥ που καλπάζουν καβαλλάρηδες καβάλλα στ’ άτια
της ψυχής τους
να τ’ άσπρα αλόγατα που χλιμιντράν καλπάζοντας μέσα στα φώτα
και πίσω ο κουρνιαχτός κι ο γήλιος. γεια σου λεβεντιά
και μπρος τους ο ουρανός κι η δόξα: γεια σου αδέρφι.

Στ’ άλογα, στ’ άλογα, προστάζει ο Άρης την Ελλάδα,
στ’ άλογα εμπρός, στην μπάντα οι κλάψες
στην μπάντα τα ψοφίμια κι οι ραγιάδες κι οι κιοτήδες,
ψηλά-ψηλά στ’ άλογα πάνου, τ’ άλογα πάνου απ’ τα δέντρα.
Ποιος μένει πίσω; Ποιος; Κανείς. Στ’ άλογα στ’ άλογα –
Ομέρ Βρυώνη τι τα λες; Κακά μαντάτα βίτσισαν τ’ αυτιά σου.
Ε τι τα λες; Αντρειώθη η αντρειά στου άντρα το μπρούτζινο κλινάρι
το μπρούτζινο σπαθί του της τρυπάει τα σπλάχνα.
Στ’ άλογα στ’ άλογα, προστάζει ο Άρης, λεύτερα βουνά μας,
και να τ’ αψήλου που καλπάζουν καβαλλάρηδες μες στο αίμα και στις
φλόγες
κι αστράφτει ο λαός κι αστράφτει η γης κι αστράφτουν τα επουράνια
κι η Λευτεριά μες στους αγρούς που δένει τις πληγές της
και νάτα τα δρεπάνια σταυρωμένα με τις σπάθες
να και τ’ αλέτρια που άλλαξαν με τα ντουφέκια
και να στους κάμπους τους Θεσσαλικούς ο Αρχάγγελος της Πικραμένης
που τ’ άρματά του αποκουμπάει για λίγο στη φτελιά και παίρνει το
λαγούτο.

Ω τι ποτάμια πούτρεξαν και πότισαν τα χώματα
ω τι κορμιά σπορά σπαρθήκαν στα φαράγγια
ω τι σοδειά θα βγει να φάει και να χορτάσει η λιμασμένη αγάπη
ω τι τραγούδι θ’ ακουστεί στ’ αυτί τριανταφυλλάκι του μωρού μας
ω τι μπαμπάκι θα φυτρώσει μες στο χιόνι για προικιό της νιότης
τι θ’ αραδιάσουν στα χαρτιά τους οι ρωμιοί τραγουδιστάδες
τι νέα καρδιά βαθειά θ’ ανθίσει στου ντουνιά τα στήθεια
κόκκινη κατακόκκινη καρδιά η καρδιά μας
κόκκινη κατακόκκινη σαν της υγειάς τα μάγουλα
κόκκινη σαν της λευτεριάς τη φλόγα
κόκκινη σαν την περηφάνεια του Άρη
κόκκινη σαν το γέλιο που άστραψε στο πικρό στόμα του κόσμου.

Και τώρα να. Και τώρα να. Και τώρα –

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ
Ποιο νάναι τούτο το άγιο λείψανο
που το σέρνουν στο χώμα
που το πατάνε και το φτύνουν
οι πατημένοι κι οι κατάφτυστοι;

Ποια νάναι τούτη η άγια κάρα
δεμένη στο Τρικαλινό φανάρι
με την αγαρινή τριχιά την ίδια
πούσυρε και τον Πατριάρχη;

Ποια νάναι τούτη η άγια κάρα
που εκεί ψηλά απ’ το φανοστάτη
κοιτάει ψηλά με τα βαθιά της μάτια
πάνου από τα κεφάλια των βουνώνε
πάνου απ’ τα κεραμίδια των αιώνων
ίσια μπροστά κατάματα κοιτάει
τ’ αστέρι της αθανασίας;

Σκίστε μανάδες την ψυχή σας
σκίστε βουνά τον κόρφο σας
μαυροφορέσου Λιάκουρα
ήλιε ρασοφορέσου
βόγγηξε μέσα σύγνεφο της Γκιώνας
σκούξε κατακαημένη Καλαμπάκα
ετούτος είναι ο Άρης Βελουχιώτης
πούτρωγε βόλια για ψωμί
μπαρούτι για προσφάγι
που εκέρνα το αίμα του κρασί
στα χείλια όλου του κόσμου.

Ποιος να το πει πως να το πει
λεβέντη μας
ποιος να το μολογήσει
και με τι φωνή
ποιο χείλι να λαλήσει
και με τι καρδιά.

Ο Βελουχιώτης ο Άρης
κρέμεται σα ληστής
και κάτου οι Αλαμάνοι
κάτου οι ληστές
και κάτου τα τσακάλια
της προδοσίας
χορεύουν και μεθάνε
με τ’ άγιο το αίμα του.

Και πάνου εκεί στις πέτρες
που το αίμα του έβαψε
πάνου στο κορφοβούνι
της λευτεριάς
μια πέρδικα χλιμμένη
μοιριολογεί
κρατάει ένα κομμάτι
απ’ τ’ άγιο ρούχο του
και βρέχει το με δάκρυα
και το φιλεί
και λέει με μια φωνίτσα
ψιλή φωνή:
«Εφέτος μαραθήκαν
πριχού ν’ ανθίσουνε
τα φύλλα της καρδιάς μας
κι οι νεραντζιές
και του ήλιου το χρυσόμηλο
κει ψηλά
μαράγκιασε και πέφτει
μεσοκαλόκαιρα.

Λιγνέψανε τα ελάτια
κι αρρωστήσανε
λίγνεψε κι η ψυχή μας
πολιογέρασε.

Ένα-ένα πέσαν τ’ άστρα
σα δόντια του άρρωστου
και γριά φαφούτα η νύχτα
στέκει και μας τηρά.

Και μόνο το φεγγάρι
σιγοπερπάτητο
περνάει σαν παλληκάρι
δίχως λαλιά
σα χλωμό παλληκάρι
νυχοπερπατεί
πάνου στον παγωμένο
το Γοργοπόταμο.

Και μελετάει κλαμένα
μια-μια τις χάρες σου
ένα-ένα τα καλά σου
τις αντρειοσύνες σου.

Και κάθε που μιλάει
πέφτει στη γη
σα ρόιδι ραβδισμένο
και μια καρδιά.

Κι ένα χρυσό πουλάκι
απ’ τις ιτιές
ρίχνεται στο ποτάμι
και πνίγεται.

Κι αδειάζει ο τόπος γύρου
κι ουδέ ψυχή
και μένει το φεγγάρι
το καταμόναχο.

Και μένει το φεγγάρι
το ερημικό
σα χλωμό παλληκάρι
αργό κι αχνό,

Πούχασε την αγάπη
μέσα στην Άνοιξη
και πορπατεί χλιμμένο
στο Γοργοπόταμο.

Και κατιτίς στα χέρια
κρυφοκρατεί
σαν ίσκιο που σπιθίζει
σα συλλογή.

Κι ο ίσκιος που σπιθίζει
είν’ το ντουφέκι σου
και μια το δακρυοβρέχει
μια του λαλεί:

«Εκείνος που πεθαίνει
»για τη Λευτεριά
»ποτές του δε βουλιάζει
»στη λησμονιά».
Κι η πέρδικα η χλιμμένη
που μοιριολόγαγε
τα μάτια της σκουπίζει
κι ανασηκώνεται.
Κι η Ελλάδα η πικραμένη
κι η μοναχή
την πουκαμίσα του Άρη
παίρνει μαντίλι της
και χόπλα πρώτη-πρώτη
μες στο χορό
όπως στον ήλιο πρώτη
και στην ψυχή.

Χόπλα λεβέντες άιντε
ζήτω η λευτεριά
χόπλες τα νιάτα ζήτω
κι ο Καπετάνιος μας.
Χόπλες τα νιάτα ζήτω
με μια ψυχή
εμείς να τόνε σύρουμε
το χορό.
Εμείς οι πικραμένοι
κι οι κακορίζικοι
πρώτοι να τόνε σύρουμε
το χορό
κρατώντας απ’ το χέρι
τη λευτεριά
μέσα στην Οικουμένη
μέσα στα Σύμπαντα.

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ
Ι
ΑΡΗ ΜΕΘΑΥΡΙΟ σα λουφάξουν τα τσακάλια με μια πέτρα σφηνωμένη
στα δόντια τους
και μπει το φως μέσα στο δίκιο του έτσι που μπαίνει το σπαθί στη θήκη
του
και τ’ άρματά σου πάρουνε τη θέση τους πάνου στης ιστορίας το τζάκι

τότες θα πάρει κι ο λαός μας μες στα χέρια του την άγια κάρα σου
και θα κινήσει η λιτανεία στους φωτισμένους δρόμους
κάτου απ’ τον άγιο φανοστάτη των Τρικάλων
δίπλα στου Γοργοπόταμου τις νιολουσμένες πικροδάφνες
κι έτσι θα φεύγουν με σημαίες μέσα στον ήλιο.

Κι έτσι θα τρέχουνε οι λαοί στους ματοποτισμένους αγρούς μας
κάθε που θα ζητάνε απ’ το Θεό της Λευτεριάς
να στείλει τη βροχή αδερφή σου να ποτίσει
το σπόρο που κοιμάται στα χωράφια της ψυχής
κάθε που θα ζητάνε νάβγει ο ήλιος ο αδερφός σου τα χρυσά χαράματα
με τ’ ολοκόκκινο φιλί του να μεστώσει τα ροδάκινα όνειρά μας.

Α τότες Άρη που θα στρέψει ο μόχτος του ντουνιά
χαρούμενο ποτάμι απάνου στης αγάπης τη μυλόπετρα
θα ξαναπούμε τ’ όνομά Σου σα να λέμε ακέριο τον αγώνα
όπως μια κερασιά ανθισμένη λέει ολόκληρη την Άνοιξη
όπως το δάκρυ λέει ολάκερο τον πόνο
όπως το πρώτο αστέρι λέει ολάκερη τη νύχτα του καλοκαιριού
κι όπως η Λευτεριά λέει τον κόσμο ακέριο.
ΙΙ

Α ΕΣΥ ΨΙΛΗ βροχούλα του Μαρτιού, του Μάη χοντρό γελούμενο χαλάζι
πως φέγγουνε τα μάτια Του σε κάθε στάλα πίσω από τα φύλλα
πως μας κοιτάει κάτου απ’ τον πλάτανο ο ίσκιος του ο διωματάρης.

Αύριο μεθαύριο δεν μπορεί θα φτάσει τούτη η μέρα
α θα φουσκώσει ο σπόρος του ήλιου σου βαθιά-βαθιά μέσα στα στήθεια
όπως φουσκώνει το προζύμι το σταρένιο μας ζυμάρι στη βαθειά τη σκάφη
και ξεχειλάει απ’ τ’ χρωματιστά πεσκίρια η νιότη των αγρών σαν το
βυζί της κόρης απ’ το μπούστο
κι αστράφτει ο φούρνος και μοσκοβολάει η αυλή της Ήπειρος καμένη
αφάνα λεβεντιά και θρούμπι
και ξεφουρνίζουν τα χοντρά ζεστά ψωμιά που ανοίγουνε την όρεξη του
κόσμου
για φαΐ για φως και για δουλειά για τα μεγάλα τα έργα.

Α τότες πως θα πλημμυρίσει με πλατειές σταλαματιές χαράς ο γυμνός
κόρφος
έτσι που σπάει ένα σύγνεφο μαρτιάτικο στη μύτη του κυπαρισσιού το
ρόιδι του
κι οι κόττες παίρνουνε στη μύτη τους απόνα γυάλινο κουκκί και νάτες
να πορπατάνε κάτου απ’ τη συκιά μ’ ένα μπαλάκι φως μες στην καρδιά
τους.

Και τότες τι όνειρα θα σε κρατούν στον κόρφο τους μέσα στον ήλιο
ποιο αγουροξύπνητο αγεράκι θ’ ανεμίζει τα ξεφτέρουγα και τα μαλλιά
σου.

Και πάνου εκεί στα κατακόκκινα κεραμίδια της Άνοιξης
διακάκι του Μαγιού το χελιδόνι μας θα σε βλογάει
μέσα στο φως των κίτρινων σταχυών μες στου αμπελιού τα νιάτα.

Κι ο πλάτανος λεβεντοπλάτανος, με τα σουσούμια της γενιάς σου,
θα ζώνεται διπλές τριπλές ζυγές τα πράσινα γαλήνια φυσεκλίκια
και μες στον κάμπο τρίζωστος απ’ τα ποτάμια της ειρήνης
θα στήνει ασάλευτο τον ίσκιο του να ξαποστάσεις.
ΙΙΙ

ΕΪ ΤΟΤΕΣ ΑΡΗ τ’ όνομά σου ποιος θα το ξεχάσει
γραμμένο πάνου σ’ όλα μας τ’ αλέτρια
απάνου σ’ όλα τα σφυριά και σ’ όλα τα δρεπάνια
απάνου σ’ όλες τις καρδιές σ’ όλα τα χείλη
απάνου στ’ αναγνωμαστάρι της καλής γριούλας
που στ’ ανοιχτό κατώφλι του καλοκαιριού σκυμμένη
φορώντας δυο μικρούς ήλιους για ματογυάλια της
θα συλλαβίζει κλαίγοντας, λεβέντη μας,
τον τίτλο τούτο γράμμα-γράμμα πούγραψες με το σπαθί σου
απάνου-απάνου στο τραγούδι της χαράς όλου του κόσμου:
Λευτεριά για Θάνατος.

Και τότες Άρη όπως και τώρα ο ίσκιος σου
θα πέφτει το βραδάκι στο τραπέζι του δείπνου μας
και θα σπιθίζει κόκκινες φωτιές μες στα ποτήρια του κρασιού μας.

Τη νύχτα πάνου στην ταράτσα εκεί της Ρούμελης
θα σου κρατάμε πάντοτες το κέδρινο σκαμνί σου
θα σου κρατάμε απείραχτη τη θέση σου στην Άνοιξη
το ξύλινο κουτάλι σου και το παγούρι
θα σου φυλάμε και το πρώτο αχλάδι του καλοκαιριού
τον πρώτο γρύλλο στη γωνιά της θύμησης
και το πιο φρέσκο απ’ τα τσαμπιά των άστρων.

Και στο καρφί της μέσα πόρτας κρεμασμένη πάντοτες
θα καρτεράει η αντάρτισσα φλοκάτα σου
συλλογισμένη μες στο νύχτιο αγιάζι
και πάντοτες απάνου εδώ στης Λευτεριάς τα γόνατα
ο μαύρος σκούφος σου θα στέκει αητός της Γκιώνας.

Και πάντα ο όρκος του λαού μας για το φως
για το ψωμί για το κρασί για την αγάπη
και για το δίκιο θάναι (μα τη Λευτεριά στο λέω)
– ναι, μα τον Άρη, σου το λέω, της λευτεριάς πρωτοχελίδονο –
όρκος του λαού μας θάναι -μα τον Άρη- : Ο ΑΡΗΣ.

ΑΘΗΝΑ, Ιούλιος 1945

  • Εικόνα: Το Βελούχι από τον Άγιο Νικόλαο Ευρυτανίας – Ιωάννα Ξέρα
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΓιάννης Ρίτσος: «Το υστερόγραφο της δόξας» ποιητική σύνθεση για τον Άρη Βελουχιώτη
Περισσότερα

“Επίλογος” του Ζωρζ Ρόντενμπαχ σε μετάφραση Κώστα Καρυωτάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φθινόπωρο είναι, βρέχει, να, και ο χρόνος όλο σβήνει!
Η νιότη σβήνει, σβήνεις, ω προσπάθεια ευγενική,
που μόνο εσέ θα σκεφτούμε πεθαίνοντας, σεμνή
προσπάθεια να περάσουμε και το Έργο μας να μείνει.

Αχ! πάει κι αυτή που μ’ έθρεφεν ελπίδα η πιο μεγάλη·
μάταιο σαν άλλα ονείρατα, τ’ όνειρο πάει κι αυτό.
Όλα περνούν, οι πόθοι μας περνούν, ένα βουητό,
περνούμε, τέλος οι ίδιοι εμείς για να ‘ρθουν αύριο
περνούμε τέλος οι ίδιος εμείς για να ‘ρθουν αύριον άλλοι.

Γιρλάντα η δόξα εμάδησε κι είναι οι γιορτές φυγάτες.
Μόνο πικρία μένει σ’ εκείνον που ‘χε ονειρευτεί
πολύ να μην επέθανε και λίγο να σωθεί
και κάπως ναν τον αγαπούν χρόνοι, καιροί διαβάτες!

Αλίμονο! Με ρόδο τον εαυτό μου παρομοιάζω,
με ρόδο που μαραίνεται και γίνεται χλωμό!
Αίμα δεν τρέχει· θα ‘λεγε κανείς πως φυλλορροώ…
Κι αφού πια τώρα ενύχτωσε — για θάνατο νυστάζω!

Georges Rodenbach, Épilogue (Ζωρζ Ρόντενμπαχ, μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης)

  • Πίνακας: Hans Andersen Brendekilde (1857-1942), Μονοπάτι το φθινόπωρο (1902)
Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Επίλογος” του Ζωρζ Ρόντενμπαχ σε μετάφραση Κώστα Καρυωτάκη
Περισσότερα

Το εμβληματικό έργο του Φρανκ Βέντεκιντ “Λούλου” κυκλοφορεί από την ΚΑΠΑ Εκδοτική

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η γυναίκα με τα αναρίθμητα προσωπεία: κορίτσι και πόρνη, σύζυγος και ερωμένη, άγγελος και διάβολος. Η Λούλου ως αινιγματικό, κορυφαίο σύμβολο της γυναικείας υπόστασης θα αποτελέσει το απόλυτο αντικείμενο του πόθου αντρών και γυναικών και θα περάσει με απαράμιλλη διάθεση και δημιουργικότητα από τις ζωές όσων ανθρώπων συναντήσει στον δρόμο της, φέρνοντας τον έρωτα, την ηδονή, τον αισθησιασμό αλλά και την καταστροφή.

Η Κάπα Εκδοτική προσφέρει στο αναγνωστικό και θεατρόφιλο κοινό ένα εμβληματικό έργο του ευρωπαϊκού θεάτρου, ένα κείμενο που, γραμμένο έναν αιώνα πριν, γνώρισε τη λογοκρισία και τις απαγορεύσεις, αλλά και πλήθος διασκευών και θριαμβευτικών σκηνικών επιτυχιών έως σήμερα.

Η Κάπα Εκδοτική παρουσιάζει για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ολόκληρο το έργο «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ, που αποτελείται από τα έργα «Το πνεύμα της Γης» και «Το Κουτί της Πανδώρας».

Η έκδοση εμπλουτίζεται από Επίμετρο, γραμμένο ειδικά για τον τόμο, του διακεκριμένου σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά.

Πληροφορίες

Φρανκ Βέντεκιντ
Λούλου
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Επίμετρο: Γιάννης Χουβαρδάς
ΚΑΠΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ

***

Διαστάσεις: 21 Χ 17
Σελίδες: 280
ISBN: 978-960-628-061-0
Χρονολογία: Νοέμβριος 2019
Τιμή: 12,00 (συν ΦΠΑ 6%)

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο εμβληματικό έργο του Φρανκ Βέντεκιντ “Λούλου” κυκλοφορεί από την ΚΑΠΑ Εκδοτική
Περισσότερα

“Ζάκυνθος”: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό – λεύκωμα της Διονυσίας Πόθου – Αλεξιάδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η Διονυσία Πόθου – Αλεξιάδη μάς ξεναγεί με το φωτογραφικό φακό της στην όμορφη πατρίδα της, στην αρχόντισσα του Ιουνίου, τη Ζάκυνθο.

Ένα βιβλίο – λεύκωμα, ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο πανέμορφο νησί του Ιονίου, μέσα από τη ματιά της συγγραφέως και φωτογράφου, που σκοπό έχει να αναδείξει τις μαγικές άλλα και κάποιες άγνωστες πτυχές του νησιού, να τις συστήσει στους αναγνώστες του βιβλίου αλλά και να τις αναδείξει.
Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο λεύκωμα «Ζάκυνθος» είναι αποτέλεσμα μιας πολύχρονης – συναισθηματικής φωτογράφησης της Διονυσίας Πόθου – Αλεξιάδη για την ιδιαίτερη της πατρίδα, το μυροβόλο νησί του Ιονίου, τη Ζάκυνθο.

 

Ο αναγνώστης και θεατής του λευκώματος θα ζήσει το ταξίδι στη Ζάκυνθο ακολουθώντας ένα οδοιπορικό από την ανατολική πλευρά του νησιού, μετά βόρεια, δυτικά και νότια. Ένα βιβλίο με παραλίες, λιβάδια, ορεινά και πεδινά μέρη, χωριά με τα σπάνιας ομορφιάς καμπαναριά του νησιού που καταλήγουν στην πρωτεύουσα του «Fior di Levante».

 

 

Η Διονυσία Πόθου – Αλεξιάδη αναφέρει χαρακτηριστικά:
Γεννήθηκα στη Ζάκυνθο, το μυροβόλο νησί του Ιονίου, όπου οι άνθρωποι – γλεντζέδες, ταξιδευτές, ονειροπόλοι, γεμάτοι ρυθμό, φανατικοί λάτρεις της μουσικής και της ποίησης – ζουν μεταξύ του ονειρικού Ομηρικού βασιλείου του Οδυσσέα, της βενετσιάνικης αρχοντικής αύρας και της φιλελεύθερης κουλτούρας του Νέου Ελληνισμού. Ακροβατούν μεταξύ του ένδοξου χθες και της σημερινής πραγματικότητας.
Λίκνο μου είναι το Μέσω Γερακαρίο. Στην κοινωνία του, μικρή σε αριθμούς, λιτή σε ανάγκες, αφοσιωμένη στις παραδόσεις, υπερήφανη για τα έργα των μελών της, έζησα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια «θησαυροφυλάκιο της ζωής μου», σε μια γνήσια και αυθεντική εποχή, πιστή στις αξίες που η ίδια μου δίδαξε.
Η φύση της Ζακύνθου και οι ομορφιές της, το απέραντο και βαθύ γαλάζιο της θάλασσάς της, το χρυσοπράσινο των φύλλων των ελαιώνων της από τις ακτίνες του ήλιου, οι ευωδιές των ανθισμένων περιβολιών της, οι φεγγοβόλες νύχτες της, οι παφλασμοί των κυμάτων στις παραλίες της, οι ήχοι των μαντολινάτων και οι μελωδίες των κανταδόρων της στις γειτονιές της, μ’ έκαναν να λατρέψω αυτό τον ευλογημένο τόπο και ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτόν ψυχικά και πνευματικά, προσφέροντας του το παρόν Λεύκωμα, που ελπίζω να είναι η αρχή.

 

 

Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται σε αυτό, είναι αποτέλεσμα μιας πολύμηνης «συναισθηματικής» φωτογράφησης για την πατρίδα μου. Μιας επίπονης περιπέτειας μου στις παραλίες, τα λιβάδια, τα ορεινά και πεδινά μέρη, τα χωριά και την πρωτεύουσα της.
Μαζί με τη φύση φωτογράφισα και μνημεία της ιστορίας της πατρίδος μου, όσα έτυχαν στο μαραθώνιο οδοιπορικό μου στο νησί. Απομεινάρια του αρχαίου ένδοξου παρελθόντος της, αρχαιοελληνικές κολόνες και εκκλησίες με σπάνιας ομορφιάς καμπαναριά που σώζονται μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953.
Στο φωτογραφικό μου Λεύκωμα υπάρχει η εναλλαγή του παροδικού με το μόνιμο, του απαλού και του φθαρτού με το τραχύ και το άφθαρτο.
Ελπίζω ο αναγνώστης και θεατής του Λευκώματος να ζήσει το ταξίδι που του προσφέρω στο “Fior de Levante”, με τις συγκινήσεις που δημιουργούν τα επιλεγμένα από εμένα τοπία και μνημεία, αρχίζοντας από την ανατολική πλευρά του νησιού και κάμπο, προχωρώντας βόρεια και μετά δυτικά, νότια και καταλήγοντας στη χώρα της Ζακύνθου.

 

 

Διονυσία Αλεξιάδη γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φωτογραφία με τον Άλκη Ξανθάκη στη Σχολή ΑΚΤΟ, από την οποία αποφοίτησε το 1981.
Παράλληλα με τη φωτογραφία σπούδασε ζωγραφική, ενώ κατά την πενταετή παραμονή της στο Λονδίνο σπούδασε Φωτογραφία, Ιστορία της Τέχνης και Εσωτερική Διακόσμηση (αποφοίτησε το 1989).
Στη συνέχεια εργάστηκε αρκετά χρόνια ως διακοσμήτρια.
Η Διονυσία Αλεξιάδη με “όπλο” τη φωτογραφική μηχανή της, έχοντας ως μοναδικό στόχο της τη φωτογραφία, έχει ταξιδέψει σε αναρίθμητες πόλεις και τόπους… από τη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία, την Ιαπωνία μέχρι την Καλιφόρνια, από την Ινδία μέχρι τη Μογγολία, από την Παταγονία μέχρι την Αλάσκα, από τη Νότια Αφρική μέχρι τα Νορβηγικά φιόρδ και από την Αργεντινή μέχρι το Περού. Έχει διασχίσει την Ασία με τον Υπερσιβηρικό και τη Σαχάρα με καραβάνια, απαθανατίζοντας παντού τοπία και μνημεία.
Συγκέντρωσε έτσι ένα πλούσιο φωτογραφικό αρχείο, μέρος του οποίου παρουσιάζει στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας… Ανατολικά» (2010) με φωτογραφίες από ταξίδια στη Νοτιανατολική Ασία.
Προηγούμενα έργα της είναι:
«Ταξιδεύοντας… ματιές στον κόσμο» (2005), το οποίο συνιστά και την πρώτη της εκδοτική δουλειά.
Άλλα χόμπι της Διονυσίας είναι η Ζωγραφική (πρώτη έκθεση έργων της το 1980) και η ιστιοπλοΐα με αρκετές διακρίσεις.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Είναι παντρεμένη με τον Αλέξη Αλεξιάδη και έχει δύο γιους, τον Νικήτα και τον Νικόλα.
Η Διονυσία Αλεξιάδη πραγματοποίησε τις εξής ατομικές εκθέσεις:
2005 Οκτώβριος, θέμα «Ταξιδεύοντας», γκαλερί ΜillefioriArt Space, Κολωνάκι, Αθήνα
2005 Δεκέμβριος, έκθεση και παρουσίαση του βιβλίου της «Ταξιδεύοντας, Ματιά στον κόσμο», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα
2006 Ιούνιος, θέμα «Ταξιδεύοντας», ξενοδοχείο Sofitel, Ελ. Βενιζέλος, Αθήνα
2006 Αύγουστος, θέμα «Ταξιδεύοντας», Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ζακυνθίων, Ζάκυνθος
2007 Μάιος, θέμα «Ματιές στα χρώματα του κόσμου», Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη
2008 Μάιος, θέμα «Φωτογραφίες του κόσμου», Σισμανόγλειο Μέγαρο, Κωνσταντινούπολη
2008 Ιούνιος, θέμα «Μετά τις φωτιές», Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Βρυξέλλες
2010 Μάιος, θέμα «Ταξιδεύοντας… Ανατολικά», Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ύδρας, Ύδρα
2010 Νοέμβριος, θέμα «Αντιθέσεις», γκαλερί Χάρητος 26, Κολωνάκι, Αθήνα
2011 Μάιος, θέμα «Ταξιδεύοντας… από Ανατολή σε Δύση», Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, Ξάνθη
2012 Φεβρουάριος, Εξερευνητής (ομάδα φωτογράφων), Κολωνάκι, Αθήνα
2014 Μάρτιος, θέμα “The right to Smile”, Palais des Nations, E Building, Ηνωμένα Έθνη, Γενεύη
2015 Απρίλιος, θέμα “A Journey through Greece”, Γενικό Προξενείο Νέας Υόρκης, Νέα Υόρκη
2015 Ιούνιος, θέμα «Φωτο-γραφήματα», Ξενοδοχείο Σπέτσες, Σπέτσες
2016 Μάρτιος, θέμα “Greece – visual memories”, ICPNA, Λίμα, Περού
2017 Μάιος, θέμα “Travelling through Europe”, EU Info Centre in Bosnia & Herzegovina, Sarajevo
2017 Νοέμβριος, θέμα «Pebbles & Rocks”, Χάρητος 26, Κολωνάκι, Αθήνα

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Ζάκυνθος”: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό – λεύκωμα της Διονυσίας Πόθου – Αλεξιάδη
Περισσότερα

Αφιέρωμα στον συγγραφέα Νίκο Μπακόλα από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους.
Μόνο που ήξερε να προσφέρει»

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, 20 χρόνια μετά το θάνατο του Νίκου Μπακόλα, τιμά το έργο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα, ο οποίος διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ, με τη σκηνική μεταφορά του μυθιστορήματος της «Μεγάλης Πλατείας», αλλά και με ένα Αφιέρωμα, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019.

Το αφιέρωμα «Ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Μόνο που ήξερε να προσφέρει», τίτλος εμπνευσμένος από την τελευταία φράση από το διήγημα «Το κορίτσι με το κόκκινο γαρύφαλλο», θα παρουσιαστεί στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, από τις 11:00 έως τις 13:00, και θα περιλαμβάνει, συζητήσεις, αναλόγια, παρουσιάσεις καθώς και οπτικοακουστικό υλικό (ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ Α.Ε. και προσωπικό αρχείο του συγγραφέα).

Στο πλαίσιο του αφιερώματος, ο πρωταγωνιστής του ΚΘΒΕ Κώστας Σαντάς θα διαβάσει το αδημοσίευτο διήγημα «Το κορίτσι με το κόκκινο γαρύφαλλο» και θα παρουσιαστεί το επίσης αδημοσίευτο έργο «Σενάριο σε τρία μέρη – Χωρίς τίτλο», σε σκηνοθετική επιμέλεια του Μιχάλη Σιώνα.

Την ίδια μέρα, το κοινό της πόλης θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει στρογγυλό τραπέζι για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, στο οποίο θα συμμετέχουν ο Δημήτρης Βάγιας, η Σοφία Νικολαΐδου, ο Παναγιώτης Πίστας. Το στρογγυλό τραπέζι θα συντονίσει ο Γιώργος Φράγκογλου. Στη συζήτηση θα πάρει μέρος και ο γιος του Νίκου Μπακόλα, Χριστόφορος Μπακόλας.

Ο Νίκος Μπακόλας γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1927 στη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του (κατοικώντας στην περιοχή των παλαιών «Εξοχών», που αποτελεί και τον κεντρικό χώρο των περισσότερων έργων του). Αποφοίτησε από το Μαθηματικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής Θεσσαλονίκης το 1956. Παράλληλα με τις σπουδές του άρχισε την απασχόλησή του με τη δημοσιογραφία, που αποτέλεσε αργότερα την κύρια επαγγελματική του ασχολία.

Δημοσίευσε για πρώτη φορά κείμενά του ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια το 1951, αλλά η πρώτη επαγγελματική του συνεργασία ήταν το 1952-53 με τη βραχύβια εβδομαδιαία εφημερίδα Ελεύθερος Κήρυξ. Έκτοτε, και κυρίως από το 1956 ως το 1986 που συνταξιοδοτήθηκε, εργάστηκε κατά καιρούς ως συντάκτης (μεταφραστής, συντάκτης ύλης, ή υπεύθυνος φιλολογικών και καλλιτεχνικών σελίδων) σε όλες σχεδόν τις ημερήσιες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης (Μακεδονία 1957-60 και 1982-86, Ελεύθερος Λαός 1960-62, Θεσσαλονίκη 1964-67, Νέα Αλήθεια 1970-71, Ελληνικός Βορράς 1975-82) και ως συνεργάτης (1956-60) και κατόπιν αρχισυντάκτης (1967-69) της εβδομαδιαίας εφημερίδας Δράσις. Εργάστηκε επίσης ως υπάλληλος και κατόπιν προϊστάμενος του Τμήματος Τύπου της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης (1959-67), και με την ιδιότητά του αυτή υπήρξε γραμματέας του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης από το 1960 ως το 1965. Το 1989-90 υπηρέτησε ως Γενικός Διευθυντής της ΕΡΤ-3 για πέντε μήνες.

Ως πεζογράφος πρωτοεμφανίστηκε το 1952 κερδίζοντας με το πεζογράφημα του «Παραλλαγή στο πένθιμο εμβατήριο» τον β΄ έπαινο του διαγωνισμού νουβέλας του περιοδικού Μορφές. Το 1958 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, το «Μην κλαις αγαπημένη», το οποίο είχε λάβει έπαινο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν: «Ο κήπος των πριγκίπων» (1966), σταθμός στην εξέλιξή του ως πεζογράφου, και τα: «Εμβατήρια» (1972), «Ύπνος θάνατος» (1974), «Μυθολογία» (1977). Με το τελευταίο κέρδισε την καθολική κατάφαση της κριτικής, ενώ τιμήθηκε και με το βραβείο του περιοδικού Τομές. Το 1987 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του «Η μεγάλη πλατεία» που του χάρισε το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Το 1990 εξέδωσε το μυθιστόρημα «Καταπάτηση» (με το οποίο ολοκλήρωσε την τετραλογία που είχε αρχίσει με τον «Κήπο των πριγκίπων») και το 1994 το πεζογράφημα «Η κεφαλή». Το 1997 του απονεμήθηκε, για δεύτερη φορά, το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το βιβλίο του «Η ατέλειωτη γραφή του αίματος». Το βιβλίο αυτό υπήρξε εξάλλου η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό λογοτεχνικό βραβείο της ίδιας χρονιάς. Έλαβε ακόμη, για το τελευταίο μυθιστόρημά του «Μπέσα για μπέσα» ή «Ο άλλος Φώτης» (1998), το βραβείο Balkanica, η ανακοίνωση του οποίου έγινε λίγες εβδομάδες μετά τον αιφνίδιο θάνατό του στις 13 Νοεμβρίου 1999. Μεταθανάτια εκδόθηκαν δύο συλλογές διηγημάτων του, που είχε ωστόσο ετοιμάσει για έκδοση ο ίδιος, το «Χρονιές άγιες και άγριες» (1999) και «Το ταξίδι που πληγώνει και άλλα διηγήματα» (2000).

Ο Νίκος Μπακόλας μετέφρασε επίσης ξένη, κυρίως αμερικάνικη πεζογραφία: Ουίλιαμ Φόκνερ («Η βουή και το πάθος», 1963 και «Ένα ρόδο για την Έμιλυ», 1995), Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ («Ο μέγας Γκάτσμπυ», 1971), Χένρι Τζέιμς («Το στρίψιμο της βίδας», 1973) κ.ά.

Το θέατρο αποτέλεσε, από διάφορες πλευρές, ένα σχεδόν παράλληλο προς τη δημοσιογραφία και την πεζογραφία ενδιαφέρον του. Από το 1958 έγραφε στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργαζόταν και θεατρική κριτική. Ασχολήθηκε με τους μεταπολεμικούς θεατρικούς μας συγγραφείς και αρθρογράφησε επανειλημμένως για θέματα κυρίως των κρατικών θεατρικών σκηνών. Διετέλεσε πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής (1974-75), εισηγητής δραματολογίου (1977-80) και καλλιτεχνικός διευθυντής (1980-82 και 1990-93) του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Νεότερος έγραψε και ένα θεατρικό έργο, «Ο κόκκινος φάκελος» (διασκευή διηγήματός του), που παρέμεινε άπαιχτο.
Ανάμεσα στα κατάλοιπά του βρέθηκε η μετάφραση του μυθιστορήματος του Φόκνερ Σαρτόρις, την οποία επεξεργαζόταν έως την τελευταία στιγμή, το μυθιστόρημα «Για τον έρωτα και μόνο», κείμενα για τη σχέση του με το θέατρο και διάφορα άλλα. Σε δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά χρησιμοποίησε αρκετές φορές το ψευδώνυμο Νίκος Χριστοφόρου.

Το αφιέρωμα εντάσσεται στις εκδηλώσεις για τα 60 χρόνια του ΚΘΒΕ, που θα κορυφωθούν το 2021. Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο.

Πρόγραμμα αφιερώματος

• «Το κορίτσι με το κόκκινο γαρύφαλλο»
Το διήγημα του Νίκου Μπακόλα «Το κορίτσι με το κόκκινο γαρύφαλλο» ανήκει στα αδημοσίευτα κείμενα του συγγραφέα. Το κείμενο θα διαβαστεί από τον πρωταγωνιστή του ΚΘΒΕ, Κώστα Σαντά.

«Άρχισε να γράφεται Τετάρτη, ώρα 2 παρά 10 το πρωί στις 30-4-1958, κι ενώ το ραδιόφωνο έπαιζε το Rose Tattoo» (από τις σημειώσεις του συγγραφέα)

Διαβάζει ο Κώστας Σαντάς (Ηθοποιός ΚΘΒΕ).

Ώρα έναρξης: 11:00
Διάρκεια: 20 λεπτά

• «… με τον απλό τρόπο του παραμυθιού»
Στρογγυλό Τραπέζι

Συμμετέχουν οι: Δημήτρης Βάγιας (Ηθοποιός ΚΘΒΕ, πρώην Διευθυντής Δραματικής Σχολής ΚΘΒΕ), Σοφία Νικολαΐδου (Συγγραφέας), Παναγιώτης Πίστας (Φιλόλογος, Πρώην Ακαδημαϊκός)
Συντονισμός: Γιώργος Φράγκογλου (Φιλόλογος)

Στη συζήτηση θα συμμετέχει και ο Χριστόφορος Μπακόλας, γιος του Νίκου Μπακόλα.

Ώρα έναρξης: 11:30
Διάρκεια: 60 λεπτά

• «Σενάριο σε τρία μέρη – Χωρίς τίτλο»
Παρουσίαση

Ο σκηνοθέτης Μιχάλης Σιώνας επιχειρεί μια σκηνική πρόταση ενός αδημοσίευτου κειμένου του Νίκου Μπακόλα, γραμμένου σε μορφή σεναρίου.

Σκηνοθετική επιμέλεια: Μιχάλης Σιώνας
Παίζουν: Βασίλης Σπυρόπουλος, Χρίστος Στυλιανού, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

Ώρα έναρξης: 12:45
Διάρκεια: 15 λεπτά

Τη διοργάνωση του αφιερώματος επιμελούνται οι: Αμαλία Κοντογιάννη, Άντα Λιάκου, Στέλλα Παπαδημητρίου, Φωτεινή Τσακίρη.

Οι διοργανωτές ευχαριστούν τον Χριστόφορο Μπακόλα για τη χορήγηση πλούσιου υλικού από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα, καθώς και το ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ Α.Ε. για την άδεια χρήσης οπτικοακουστικού υλικού κατά τη διάρκεια του αφιερώματος.

***

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΜΠΑΚΟΛΑ

ΘΕΑΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Πληροφορίες: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Τ. 2315 200 200, www.ntng.gr

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑφιέρωμα στον συγγραφέα Νίκο Μπακόλα από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
Περισσότερα

“Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ” – Δίγλωσση συλλογική έκδοση σε επιμέλεια του Αντώνη Μεταξά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Mε αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου «Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ | The crisis of the Rule of Law in the EU» (Εκδόσεις Ευρασία), την οποία έχει επιμεληθεί ο Καθηγητής κ. Α. Μεταξάς, θα διεξαχθεί την Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019 και ώρα 19:30 στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα) επιστημονική εκδήλωση με θέμα «Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ως «Ένωση Δικαίου» – Απειλείται σήμερα το Κράτος Δικαίου στην ΕΕ;».

Ομιλητές στην εκδήλωση θα είναι η κ. Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, τ. Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ο κ. Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο κ. Χρήστος Ράμμος, Πρόεδρος της ΑΔΑΕ και επιτ. Αντιπρόεδρος του ΣτΕ και ο επιμελητής του τόμου, Καθηγητής κ. Α. Μεταξάς. Συντονιστής της συζήτησης θα είναι ο κ. Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, επίτιμος Πρόεδρος του ΣτΕ.

Eurasia Publications, following the publication of the collective volume “The Crisis of Law in the EU”, edited by Prof. Dr. Antonis Metaxas, is organizing a scientific event that will take place on Wednesday 27th of November at 19:30 in the Lecture Room of the Books’ Archway (5 Pesmazoglou Street, Athens) under the title: “The European Union (EU) as “Rechtsstaat” – Is the Rule of Law in the EU today under threat?”.

Invited speakers: Ms Aikaterini Sakellaropoulou, President of the Council of State (CoS), Mr. Evangelos Venizelos, Former Vice President of the Government & Professor of Constitutional Law, Mr. Ioannis Sarmas, President of the Court of Auditors, Mr. Christos Rammos, President of the Hellenic Authority for Communication Security and Privacy (ADAE) and Honorary Vice-President of the Council of State (CoS), and Prof. Dr. Antonis Metaxas, National and Kapodistrian University of Athens/University of Berlin. The panel discussion will be coordinated by Mr. Konstantinos Menoudakos, President of the Data Protection Authority, Honorary President of the Council of State (CoS).

Στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, η πορεία προς την Ένωση είναι ασύμμετρη και συχνά ασυνεπής. Η Ένωση ήταν ανέκαθεν μια ιδέα, ένα όραμα σε αναζήτηση πραγματικότητας.
Η υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου σε πλαίσιο ελεύθερης πολιτειακής αλληλένθεσης και η διασφάλιση πολιτικών μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα περιστολής της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης συνιστούν μονόδρομο επιβίωσης για την Ευρώπη, σήμερα πιο πολύ ίσως από ποτέ.

If the crucial question for Europe, today more than ever before, is to re-detect its “soul” and, for us Europeans, our motive to co-exist in the Union as members of a “Community of Law” (Rechtsgemein-schaft), then, this volume can be considered to constitute a small contribution in this direction.

Περιεχόμενα

Προλογικό σημείωμα
Preface
Εισαγωγική προσφώνηση του επιμελητή της έκδοσης στην εκδήλωση «Κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση»
Introductory Address of the Volume Editor to the Scientific Event “The Crisis of the Rule of Law in the European Union”
-Προκόπιος Παυλόπουλος
Η Κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
-Αντώνης Μεταξάς
Μετά την Ευρώπη τι;
Πέρα από τη φενάκη της μη θνητότητας
-Χρήστος Ν. Ράμμος
Κρίση του κράτους δικαίου στην Ευρώπη. Μια ακόμη ευρωπαϊκή κρίση ή βαθύτερη και υπαρξιακή κρίση;
-Δημήτριος Σκαλτσούνης
Η δικαστική επικοινωνία ως παράγοντας διαμόρφωσης της εμπιστοσύνης του κοινού στη δικαιοσύνη
-Andreas Haratsch
The Rule of Law and Democracy – A Tense and Complementary Relationship
-Robert Grzeszczak
Paradoxes of the Rule of Law in the EU: Challenges in Poland
-Nora Chronowski
The Case of Hungary: Beyond the Rule of Law
-Markus Thoma
The Crisis of the Rule of Law in the European Union

Πληροφορίες

Ξενόγλωσσος τίτλος: THE CRISIS OF THE RULE OF LAW IN THE EU
Εκδότης ΕΥΡΑΣΙΑ
Χρονολογία Έκδοσης: Απρίλιος 2019
Αριθμός σελίδων 120
Επιμέλεια: ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ” – Δίγλωσση συλλογική έκδοση σε επιμέλεια του Αντώνη Μεταξά
Περισσότερα