Βιβλιοστάτης

Επίσκεψη της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη στη Βιβλιοθήκη Δημήτρης Ι. Πουρνάρας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τη Βιβλιοθήκη της ΕΣΗΕΑ «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας» επισκέφτηκε σήμερα το πρωί, ύστερα από πρόσκληση του Μορφωτικού Ιδρύματος, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη συνοδευόμενη από την ειδική σύμβουλο της Άννα Παναγιωταρέα. Η υπουργός ξεναγήθηκε από την πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ και του Μορφωτικού της Ιδρύματος Μαρία Αντωνιάδου καθώς και από τον αρχιτέκτονα και ειδικό του βιβλίου Κώστα Στάικο και τον ιστορικό Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη. Παρέστη επίσης η Ελένη Καρκαζή – Πουρνάρα, κόρη του πρώην Προέδρου της ΕΣΗΕΑ Δημήτρη Ι. Πουρνάρα, η οποία με τον αδελφό της, Νίκο Πουρνάρα, συνέβαλαν με τη γενναιόδωρη χορηγία τους στην ανακαίνιση και την επαναλειτουργία της Βιβλιοθήκης.

Η υπουργός είχε την ευκαιρία περιηγηθεί στο περιεχόμενο της Βιβλιοθήκης, που περιλαμβάνει σπάνια βιβλία, χειρόγραφα και το αρχείο που αναφέρεται στην ιστορική διαδρομή της ΕΣΗΕΑ. Στη συζήτηση που ακολούθησε η υπουργός προέτρεψε το ΔΣ να ενημερωθεί για τις σχετικές προσκλήσεις, η δημοσιοποίηση των οποίων επίκειται από το Υπουργείο Ανάπτυξης, για τα ψηφιακά προγράμματα προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ψηφιοποίησης των σπάνιων περιεχομένων της Βιβλιοθήκης. Επίσης, πρότεινε να ενημερωθεί το ΔΣ από τις οικείες προκηρύξεις που ήδη έχει δημοσιοποιήσει το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, ώστε να επιτευχθεί η χρηματοδότηση των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Μορφωτικού Ιδρύματος.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕπίσκεψη της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη στη Βιβλιοθήκη Δημήτρης Ι. Πουρνάρας
Περισσότερα

Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται – Θανάσης Βαλτινός

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το αυτοτελές απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη (Βιβλίο πρώτο: Αμερική), όπου ο Θ. Βαλτινός καταγράφει περιστατικά από την περιπετειώδη ζωή του ήρωά του, μετανάστη στην Αμερική, στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο συγκεκριμένο τμήμα παρουσιάζονται οι συνθήκες που ωθούσαν στον ξενιτεμό και οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όσοι ήθελαν να μεταναστεύσουν. O συγγραφέας μάς μεταφέρει στο κλίμα της εποχής με την απλότητα της περιγραφής και της γλώσσας του, κυρίως όμως με τη φυσικότητα και τον καθημερινό τόνο που δίνει στο κείμενό του.

Το 903 αποφάσισα κι εγώ να ξενιτευτώ.

Σηκώθηκα μιαν αυγή, στις δεκαπέντε Μαρτίου, ημέρα Παρασκευή, πήρα οχτακόσιες δραχμές, και αξημέρωτα πέρναγα το Νούδιμο του Oρχομενού. Αποκεί έπεσα στον κάμπο της Μηλιάς. Τότε ακόμα ο δρόμος Λεβίδι-Τρίπολη δεν ήταν φτιαγμένος, πηγαίναμε από Κακούρι μεριά.

Έφτασα στην Τρίπολη το απομεσήμερο κι έμεινα το βράδυ σ’ ένα χάνι Βασιλείου Μαχαίρα ή Αναγνωστόπουλου, Δαραίου. Αυτός είχε μπακάλικο, μαγεριό και κρεβάτια για ύπνο. Το πρωί στις πέντε πήγα στο σταθμό κι έβγαλα εισιτήριο για Πειραιά, δέκα δραχμές και ογδόντα λεφτά.

Ήρθε το τρένο μπήκα μέσα, περάσαμε τον Αχλαδόκαμπο, τη μεγάλη γέφυρα, Μύλους, Άργος, Κόρινθο. Περάσαμε τον Ισθμό, από πάνω εμείς από κάτω τα πλοία. Είχα σύσταση για έναν πατριώτη μου στον Πειραιά, Ιωάννη Τσέκο ή Λαβωμένο. Ήταν πολλούς χρόνους εκεί και είχε τραυματιστεί στο επαναστατικό, από σφαίρα στο κεφάλι, πάντα την πάντα, δίχως να τον βλάψει στα μυαλά. Και ο Πειραιάς τον ονόμασε Λαβωμένο. Αυτός είχε και αδερφούς, τον καπετάν Πέτρο, μεγάλο παλικαρά, τον Βασίλειο Τσέκο ή Κακόχρηστο, ληστή Πατρών και περιφερείας. Εκείνη την εποχή είχαν δόξα μεγάλη.

Πήγα τον βρήκα στο σπίτι του, με πήρε, δεν ήξερα την πόλη, με πήγε στο ξενοδοχείο.

Το πρωί ήρθε να πάμε στο γιατρό της εταιρείας να επιθεωρηθώ. Η εταιρεία άνοιγε αργά και χρειάστηκε να περιμένουμε. Σε καμιά ώρα φάνηκε ο γιατρός, μπήκαμε μέσα, με εξέτασε, μ’ έβγαλε σκάρτο από τραχώματα.

Μου ’δωσε συνταγή να παίρνω φάρμακα, να ρίχνω στα μάτια μου να καθαρίσουν. Και με το νυστέρι άρχισε να κόβει τα σπυράκια από μέσα τα ματόφυλλα.

Απελπίστηκα που δε θα πέρναγα.

Είχε ένα τρένο το δείλι για Μύλους και ήθελα να φύγω.

Μου λέει ο Τσέκος, πάμε στο σπίτι.

Και με πήρε στο σπίτι του να φάμε. Το σπίτι ήταν μικρό, ένα δωμάτιο για τους ξένους το κράταγε ο αδερφός του, ο καπετάν Πέτρος, άρρωστος.

Είχε και δυο γιους, Νίκο και Μπάμπη, και κορίτσια. Με δέχτηκαν καλά και σήμερα βρίσκουνται οι φαμελιές τους στον Πειραιά. Αποφάγαμε, σηκώθηκα να φύγω. Μου είπαν αυτοί να μείνω να φύγω την αυγή, να μην ξενυχτήσω στο δρόμο.

Δεν τους άκουσα, ήμουν φαρμακωμένος.

Μπήκα στο τρένο, μέσα στο βαγόνι είδα έναν που έμοιαζε ξενοφερμένος. Έκατσα κοντά του και πιάσαμε κουβέντα.

Τον ρώτησα πού ήταν.

— Στην Αμερική.

— Τώρα έρχεσαι;

— Μάλιστα.

— Από ποιο μέρος;

— Από το Σικάγο.

— Γνώρισες κανέναν Δαραίο εκεί;

— Ναι, τον Αναστάσιο Μεγρέμη.

— Είναι καλά;

— Καλά.

— Από ποιο μέρος είσαι του λόγου σου;

— Από το Άργος, το χωριό Μπερμπάτι.

— Το όνομά σου;

— Γρηγόριος Γκορίτσας.

— Πώς περνάγατε στην Αμερική;

— Πολύ καλά, ό,τι θέλαμε τρώγαμε. Φτηνά πράματα, ρούχα, παπούτσια.

— Το μεροκάματο;

— Άλλος δύο δολλάρια, άλλος ένα κι εβδομήντα πέντε, άλλος ενάμισι.

— Δουλειές πολλές;

— Πολλές. Γραμμές, μίνες για το χρυσό, για κάρβουνο και άλλες.

— Και τι ήθελες στην Ελλάδα;

— Ήρθα να δω τους γονιούς μου και θα φύγω πάλι.

— Τότε έκανες καλά. Εδώ μεγάλη φτώχεια. O κόσμος κιντυνεύει, σήκωσε φτερό για έξω. Κάργα τα καράβια με τρεις χιλιάδες το καθένα, όλο παιδαρέλια. Δω εκεί κανένας σαραντάρης.

Φτάσαμε στο Άργος κι εγώ κατέβαινα για Μύλους.

Αυτός θα έμενε.

Γεια σου, του λέω, φίλε, χωρίζουμε.

Μου λέει, μείνε στο Άργος, απόψε θα μείνουμε μαζί. Και αύριο φεύγεις.

Του λέω καλά.

Άργος-Μύλους, το εισιτήριο ήταν πενήντα λεφτά. Κι έτσι το αποφάσισα.

Πήραμε τις βαλίτσες του και πήγαμε στην πόλη. Μου λέει έχω έναν κουμπάρο εδώ και πρέπει να τον βρω, να αφήσω τα πράματά μου. Μείνε εσύ να τα φυλάς και εγώ θα πάω.

Ήταν ένα απόκεντρο εκεί, κάτι σοκάκια στενά. Παραμέσα η πόλη ωραία, πλατείες, δρόμοι, εκκλησίες, εμπορικά.

Αλλά τα απόκεντρα βρόμαγαν.

Πήγε αυτός στον κουμπάρο του, έκατσε πλέον της ώρας.

Ήρθε κανένα καιρό, είχε πέσει η νύχτα.

— Τον βρήκες τον κουμπάρο σου;

— Τον βρήκα.

— Τι σου είπε;

— Να πάω τις βαλίτσες μου εκεί.

— Θα τις πας;

— Θα τις πάω.

— Δίνεις μπέσα σ’ αυτόν με τα πράγματά σου, ρούχα και διάφορα που έχεις μέσα;

— Γιατί;

— Αύριο θα σου πει δεν έφερες τίποτα και πού σε είδα. Αν θέλει σε κάνει και καλά, βράδυ είναι ποιος σε γνωρίζει.

Λες;

Έλα να πάμε στο ξενοδοχείο, να πάρουμε το κλειδί του δωματίου να είσαι ασφαλισμένος. Μη δίνεις μπέσα στον καθένα. Κι εγώ αν ήθελα, ξέρω ένα δρόμο Καπαρέλι-Σάγγα, σου τ’ άρπαζα και το ’σκαγα.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο, βάλαμε τις βαλίτσες στο δωμάτιο, πήραμε το κλειδί, βγήκαμε έξω.

Μπήκαμε σ’ ένα μαγέρικο, φάγαμε, δε μ’ άφησε να πληρώσω.

Πήγαμε ύστερα στο καφενείο, πάλι δε μ’ άφησε. Το πρωί σηκωθήκαμε, διατάξαμε καφέδες, έκανα να βγάλω λεφτά, τίποτα. Πλήρωσε και τον ύπνο.

Αλλά, του λέω, είναι μπενετάδες τώρα.

Πήγαμε στο σταθμό, και έβγαλα εισιτήριο. Του ’δωσα τη σύστασή μου κι αυτός τη δική του, για να ’χουμε αλληλογραφία, σα φίλοι πια που γνωριστήκαμε, φάγαμε, κοιμηθήκαμε μαζί.

Ήρθε το τρένο από το Ανάπλι και χωρίσαμε.

Μπήκα μέσα, κατέβηκα στους Μύλους. Αποκεί πήρα το άλλο για την Τρίπολη. Αυτό πήγαινε αργά, είχε παρουσιαστεί μια έλλειψη από κάρβουνο και πάλευε να πάει με ξύλα. Τα είχαν κανονίσει έτσι οι σιδεροδρομικοί. Στον ανήφορο της Αντρίτσας μας έπιασε μια ψιχάλα μικρή και η μηχανή άρχισε να καλντίζει. Δεν είχε στίμη δυνατή να φύγει και στεκόταν και γλίστραγε πίσω και ροβολάγαμε οι επιβάτες να ρίχνουμε χαλίκια στις ρέλες, να ξαναπαίρνει μπροστά. Μέχρι να πιάσουμε ίσιωμα μας έβγαλε την ψυχή.

Φτάσαμε στην Τρίπολη βράδυ, τα φώτα είχαν ανάψει. Πήγα κοιμήθηκα τη νύχτα στου Δαραίου, το πρωί έφυγα.

Έκοψα πάλι μέσα από τον κάμπο της Μηλιάς, πέρασα το χάνι του Τουνικιώτη κι άλλα ψηλότερα.

Έμεινα στο χωριό ένα χρόνο και άρχισα τη θεραπεία.

O γιατρός να καθαρίζει τα τραχώματα με το νυστέρι και να ρίχνει μέσα τα φάρμακα που με τριβόλιζαν.

Θ. Βαλτινός, Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο Πρώτο: Αμερική, Άγρα

Οι Έλληνες της Αμερικής

*το 903: το 1903 *στο επαναστατικό: δηλαδή στην τελευταία επανάσταση στην Κρήτη *πάντα την πάντα: από τη μια πλευρά στην άλλη, είχε τραύμα διαμπερές *τραχώματα: ασθένεια μολυσματική των ματιών *μίνες: υπόνομοι των μεταλλείων *σήκωσε φτερό: ξεσηκώθηκε *κάργα: επίρρημα, για να δηλώσουμε κάτι πολύ γεμάτο *δω εκεί: αραιά και πού, καμιά φορά *κανένα καιρό: κάποια στιγμή *δίνεις μπέσα: έχεις εμπιστοσύνη *μαγέρικο: μαγειρίο *μπενετάδες: το αποχαιρετιστήριο γεύμα που παραθέτει αυτός που μεταναστεύει *να καλντίζει: να φεύγει προς τα πίσω *στίμη: ατμός *ροβολάγαμε: κατεβαίναμε *στις ρέλες: στις γραμμές του τρένου *με τριβόλιζαν: με έτσουζαν, με έκαιγαν

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται – Θανάσης Βαλτινός
Περισσότερα

“Γράψε, Μπορείς!”: Μια πρωτοβουλία του «Ελευθερουδάκη» που ξυπνά το συγγραφέα μέσα σας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράψε, Mπορείς!
(είναι ευκολότερο και κοστίζει λιγότερο, απ’ όσο νομίζεις)

Δεν χρειάζεται να έχεις πάει στο φεγγάρι, για να έχεις κάτι ενδιαφέρον να αφηγηθείς!
Όλοι μας έχουμε μια ιστορία να πούμε, αληθινή ή φανταστική.

Μέσα από την πρωτοβουλία Γράψε, Μπορείς!, ο «Ελευθερουδάκης» ξυπνά τον συγγραφέα μέσα μας και απευθύνεται σε όλους εκείνους, που γράφουν ή θέλουν να γράψουν και να εκδώσουν τα γραπτά τους.

Στον ταξιδιώτη που θέλει να θυμάται τα ταξίδια του, στον καλλιτέχνη που θέλει να καταλογογραφήσει τη συλλογή των έργων του, στον επιχειρηματία που επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία της επιχείρησής του, στους κατοίκους μιας περιοχής που θέλουν να καταγράψουν την ιστορία του τόπου τους, στην καταπληκτική μαγείρισσα που θέλει να κάνει τις συνταγές της βιβλίο, αλλά και… στην εγγονή που θέλει να καταγράψει τις συνταγές της γιαγιάς της, στη μαμά που θέλει να χαρίσει στους παππούδες το «βιβλίο» με τις ζωγραφιές των εγγονιών τους, αλλά και στην ίδια που θέλει… να γράψει για τη δική της ζωή, όταν ήταν μικρή, για τα παιδιά και τους φίλους της.
Στον διπλωμάτη, που θέλει να μοιραστεί τις εμπειρίες του, στον ταξιτζή που έχει μαζέψει ολόκληρο θησαυρό από αυτά που του λένε οι πελάτες του, στον καπετάνιο που δεν θέλει να ξεχάσει τα ταξίδια της ζωής του, στον συνταξιούχο που έχει ζήσει την περιπέτεια της ζωής και επιτέλους έχει χρόνο να την περιγράψει, για την οικογένεια και τους φίλους του.
Στον νέο συγγραφέα που ανυπομονεί να δει τυπωμένο το βιβλίο του, στον επιστήμονα, που θέλει να δημοσιεύσει τα άρθρα και τις σημειώσεις του, στον πολιτικό, για να μοιραστεί τα άπειρα σοβαρά και αστεία στιγμιότυπα της καριέρας του, στον γιατρό, στον…

Η Γ.Κ. Ελευθερουδάκης Α.Ε., με έτος ιδρύσεως το 1898, είναι συνυφασμένη για πάνω από 100 χρόνια με το βιβλίο και τις εκδόσεις στην Ελλάδα. Η οικονομική κρίση επηρέασε την εταιρία και τις ιδιοκτήτριες, Μαρίνα και Σοφίκα Ελευθερουδάκη, οι οποίες – αποφασισμένες να «μην το βάλουν κάτω», συνεχίζουν την οικογενειακή παράδοση με νέες, καινοτόμες και δημιουργικές ενέργειες..

Η ενέργεια, που ανακοινώνεται σήμερα, είναι το Γράψε, Μπορείς!

Όπως, χαρακτηριστικά, είπε η Σοφίκα Ελευθερουδάκη: «Ο βιβλιοπώλης είναι μια γεννημένη προξενήτρα. Φέρνει κοντά τους ανθρώπους με τα βιβλία. Στόχος μας σήμερα με το Γράψε, Μπορείς!, είναι να φέρουμε τους ανθρώπους που θέλουν να γράψουν, πιο κοντά στο να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους και να προτρέψουμε όλους να καταγράψουν τις αναμνήσεις τους».

Σε όλους εσάς που ονειρευόσαστε να μοιραστείτε τις ιδέες σας γράφοντας. Υπάρχει τρόπος!

Ο «Ελευθερουδάκης» με εξειδικευμένους συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές και γραφίστες, μπορεί να σας βοηθήσει να κάνετε το δικό σας βιβλίο πραγματικότητα.

 

 

Τηλέφωνα επικοινωνίας 210-3317-600, 601, 603.
Email: internet@books.gr. eleftheroudakipublications@gmail.com.
www.books.gr.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Γράψε, Μπορείς!”: Μια πρωτοβουλία του «Ελευθερουδάκη» που ξυπνά το συγγραφέα μέσα σας
Περισσότερα

Ο Αριστοτέλης για τον ύπνο και την εγρήγορση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΥΠΝΟΥ ΚΑΙ ΕΓΡΗΓΟΡΣΕΩΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α’.

***

Στο πεδίο των ερευνών του βιολογικής και ψυχολογικής τάξεως, ο Αριστοτέλης αφιέρωσε στα όνειρα τρεις πραγματείες: «Περί ύπνου και εγρηγόρσεως», «Περί ενυπνίων» και «Περί της καθ’ ύπνον μαντικής».

Εκείνο που βασικά τον ενδιέφερε ήταν το τι και το πώς: τι είναι το όνειρο και πώς συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Αναλύοντας το θέμα της καθ’ ύπνον μαντικής, διατηρεί μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ ευπιστίας και σκεπτικισμού. Δεν απορρίπτει την αντίληψη ότι από τα όνειρα προκύπτουν μαντείες, δεν αποδέχεται όμως ότι είναι θεόπεμπτα. Ο Αριστοτέλης έδινε αρκετή έμφαση στο τυχαίο και το συμπτωματικό, κι έτσι υποστήριζε ότι πολλά όνειρα δεν πραγματοποιούνται. Τα όνειρα συνιστούν τόσο σημεία όσο και αίτια μελλοντικών γεγονότων, τα περισσότερα όμως μοιάζουν να είναι συμπτώσεις. Επομένως, ο Αριστοτέλης δεν θεωρεί ότι όλα τα όνειρα έχουν νόημα.

Υποστηρίζει ότι τα όνειρα είναι έργο της φαντασίας και, επομένως, παραπροϊόν προηγούμενης αίσθησης. Στον ύπνο το όνειρο γίνεται αντιληπτό διά της ψυχής. Το πρώτο που εξετάζει είναι σε ποια δύναμη της ψυχής εμφανίζεται το όνειρο: στο νοητικό ή στο αισθητικό μέρος; Τόσο η αντίληψη των μορφών και των ειδώλων όσο και η δυνατότητα έκφρασης διανοημάτων στη διάρκεια του ύπνου οφείλονται στη φαντασία. Το όνειρο είναι μια μορφή νοητικής εικόνας στον ύπνο.

Ο ικανότερος κριτής των ενυπνίων, κατά την αριστοτελική διδασκαλία, είναι εκείνος που μπορεί να παρατηρεί ομοιότητες.

 

Wladislaw Slewinski

 

Ζητήματα περί ύπνου και εγρηγόρσεως και ονείρων και μαντικής. Ο ύπνος και η εγρήγορσις ανήκουσιν εις το αισθητικόν — είναι κοινά του σώματος και της ψυχής — διαδέχονται άλληλα — υπάρχουσιν εις πάντα τα ζώα και εις ουδέv φυτόν

1. Περί δε του ύπνου καί της εγρηγόρσεως πρέπει να εξετάσωμεν τί είναι ταύτα και αν είναι φαινόμενα ίδια μόνης της ψυχής, ή μόνου του σώματος, ή είναι κοινά και εις τα δύο. Και αν είναι κοινα και εις τα δύο, εις ποίον μέρος της ψυχής ή του σώματος ανήκουσι; Και διά ποίαν αιτίαν υπάρχουσιν εις τα ζώα; Και πάντα τα ζώα έχουσι και τα δύο ταύτα, ή άλλα μεν έχουσι τον ύπνον μόνον, άλλα δε την εγρήγορσιν; Ή άλλα μεν ουδέν εξ αυτών έχουσιν, άλλα δε έχουσι και τα δύο συγχρόνως;

2. Προς τούτοις πρέπει να εξετάσωμεν τι είναι το ενύπνιον, και διά ποίαν αιτίαν οι άνθρωποι όταν κοιμώνται, άλλοτε μεν ονειρεύονται, άλλοτε δε όχι; Ή συμβαίνει πάντοτε να ενυπνιάζωσιν, όταν κοιμώνται, αλλά δεν ενθυμούνται τα ενύπνια; Και αν τούτο γίνηται, διά ποίαν αιτίαν γίνεταις

3. Και είναι δυνατόν να προβλέπη τις (με τα ενύπνια) τα μέλλοντα ή όχι; Και αν είναι δυνατόν, κατά ποίαν σημασίαν είναι δυνατόν τούτο; Και μόνον τας πράξεις, αι οποίαι μέλλουσι να γίνωσιν υπό ανθρώπου προβλέπει ή και εκείνα, των οποίων αιτία είναι η θεία δύναμις και όσα γίνονται φυσικώς ή αυτομάτως 1 ;

4. Και πρώτον τούτο βέβαια είναι φανερόν, ότι ο ύπνος και η εγρήγορσις συμβαίνουσιν εις το αυτό μέρος του ζώου· διότι είναι εναντία προς άλληλα, και ο ύπνος φαίνεται ότι είναι μία στέρησις της εγρηγόρσεως· πάντοτε δε τα εναντία, και εις τα πράγματα τα οποία δεν κάμνει η φύσις (τα τεχνητά), και εις εκείνα τα οποία η φύσις κάμνει, τα εναντία φαίνονται ότι συμβαίνουσν εις έν και το αυτό όργανον, όπερ δύναται να τα δέχεται, και είναι πάθη του αυτού πράγματος. Τοιαύτα είναι λ. χ. υγιεία και νόσος 2, κάλλος και ασχημία3, δύναμις και αδυναμία, όρασις και τυφλότης 4, ακοή και κωφότης.

5. Προσέτι και εκ των ακολούθων είναι φανερόν (ότι είναι εναντία ο ύπνος και η εγρήγορσις)· δήλα δη διά του αυτού μέσου δια του οποίου αναγνωρίζομεν τον γρηγορούντα (έξυπνον), διά του αυτού αναγνωρίζομεν και τον κοιμώμενον· διότι εκείνον όστις αισθάνεται, νομίζομεν ότι γρηγορεί, και νομίζομεν ότι πας γρηγορών αισθάνεται ή τι εκ των συμβαινόντων έξω 5, ή τινάς εκ των κινήσεων, αι οποίαι γίνονται εντός αυτού6. Αν λοιπόν η εγρήγορσις συνίσταται εις ουδέν άλλο παρά εις την αίσθησιv, φανερόν είναι, ότι δι’ εκείνου δι’ ου αισθάνονται τα ζώα, γρηγορούσι τα γρηγορούντα και κοιμώνται τα κοιμώμενα.

6. Επειδή δε η αίσθησις δεν ανήκει εις την ψυχήν μόνον, ούτε εις το σώμα μόνον, διότι η ενέργεια ανήκει εις τούτο, εις το οποίον ανήκει η δύναμις, η δε λεγομένη αίσθησις, ως ενέργεια, είναι μία κίνησις της ψυχής διά του σώματος (διδομένη εις αυτήν), είναι, φανερόν ότι το πάθος τούτο (η αίσθησις) δεν είναι ίδιον της ψυχής μόνης, και ότι άψυχον σώμα δεν είναι δυνατόν να αισθάνηται. Επειδή δε προσδιωρίσαμεν πρότερον εις άλλα συγγράμματα, περί των λεγομένων μερών της ψυχής, και ότι το θρεπτικόν δύναται να υπάρχη χωριστά από τα άλλα μέρη εις τα έχοντα ζωήν, κανέν όμως από τα άλλα δεν δύναται να υπάρχη άνευ τούτου, είναι φανερόν, ότι όσα εκ των ζώντων έχουσιν αύξησιν μόνον και φθίσιν, ταύτα ούτε ύπνον ούτε εγρήγορσιν έχουσιν. Τοιαύτα δ’ είναι τα φυτά· διότι τα φυτά δεν έχουσι το αισθητικόν όργανον7, είτε χωριστόν από του θρεπτικού είτε μη χωριστόν διότι κατά την δύναμιν και κατά τον τρόπον του είναι τα όργανα ταύτα είναι χωριστά8.

7. Ομοίως9 δε είναι φανερόν και ότι ουδέν ζώον υπάρχει, όπερ πάντοτε γρηγορεί ή πάντοτε κοιμάται, αλλά και τα δύο ταύτα πάθη υπάρχουσιν εις τα αυτά ζώα ομού10. Διότι αν υπάρχη ζώον έχον αίσθησιν, τούτο δεν είναι δυνατόν να μη κοιμάται και να μη γρηγορή, διότι και τα δύο ταύτα πάθη ανήκουσιν εις την αίσθησιν του πρώτου αισθητικού11. Δεν είναι δε δυνατόν ούτε το εν μόνον εκ τούτων να υπάρχη πάντοτε εις το αυτό ζώον, ήτοι γένος τι ζώων να κοιμάται πάντοτε ή πάντοτε να γρηγορή.

8. Διότι όσα όργανα εκτελούσι λειτουργίαν φυσικώς, όταν υπερβώσι τον χρόνον καθ’ όν δύνανται να επιτελώσι αυτήν, αναγκαίως αδυνατούσιν, όπως τα όμματα βλέποντα ούτω παύουσι πλέον να βλέπωσι. Το αυτό πάσχει και η χειρ και παν άλλο όργανον, όπερ εκτελεί έργον τι. Εάν λοιπόν όργανον τι έχον έργον το αισθάνεσθαι υπερβή τον χρόνον καθ’ ον δύναται να αισθάνηται συνεχώς12, θα αδυνατήση και δεν θα αισθάνηται πλέον. Ώστε, αν η εγρήγορσις ορίζεται διά τούτου, διά της απαλλαγής13 της αισθήσεως από καταστάσεως αδυναμίας, και αν πρέπη πάντοτε το εν μόνον εκ των εναντίων να είναι παρόν, το δε έτερον απόν, και αν η εγρήγορσις είναι το εναντίον του ύπνου καί αν το εν ή το άλλο αυτών πρέπη να ευρίσκηται εις παν ζώον, τότε είναι αναγκαίος ο ύπνος.

9. Λοιπόν, αν ο ύπνος είναι τοιούτον πάθος, τουτέστιν αδυναμία δι’ υπερβολήν εγρηγόρσεως, η υπερβολή δε της εγρηγόρσεως είναι άλλοτε μεν νοσηρά, άλλοτε δε συμβαίνει άνευ νόσου (ούτως ώστε και η αδυναμία και η παύσις αυτής θα γίνεται καθ’ όμοιον τρόπον), αναγκαίον είναι να δύναται να κοιμάται παν το εγρηγορός. Διότι είναι αδύνατον να ενεργή πάντοτε. Ομοίως δε ουδέν δύναται να κοιμάται πάντοτε, διότι ο ύπνος είναι πάθος της αισθητικής δυνάμεως, όπερ είναι τρόπον τινά δέσμευσις αυτής και ακινησία. Επομένως παν ον, το οποίον κοιμάται, ανάγκη να έχη το αισθητικόν μέρος (όργανον), αισθητικόν δε είναι το δυνάμενον να αισθάνηται ενεργώς. Να ενεργή τις όμως διά της αισθήσεως εν κυριολεκτική και στενή σημασία και συγχρόνως να κοιμάται είναι αδύνατον, και διά τούτο πας ύπνος είναι κατάστασις εξ ης αναγκαίως είναι δυνατή έγερσις (εγρήγορσις)14.

10. Πάντα λοιπόν τα άλλα15 ζώα είναι φανερόν ότι έχουσι το πάθος τούτo (τον ύπνον), και τα ζώντα εις το ύδωρ, και τα πτηνά και τα χερσαία. Διότι και πάντα τα γένη των ιχθύων και τα μαλάκια παρετηρήθησαν ότι κοιμώνται και πάντα τα άλλα, όσα έχουσιν οφθαλμούς· διότι είναι φανερόν ότι και τα σκληρόφθαλμα, και τα έντομα κοιμώνται. Πάντα όμως τα τοιαύτα έχουσιν ολίγον ύπνον. Διό και μερικά δύνανται πολλάκις να μας διαφύγωσι την αντίληψιν αν κοιμώνται ή όχι. Τα δε οστρακόδερμα κατά τας γενομένας παρατηρήσεις δεν απεδείχθη ακόμη αν κοιμώνται. Εάν όμως είναι πειστική η δοθείσα υφ’ ημών εξήγησις, τότε θα πεισθή τις, ότι ο ύπνος είναι και εις την τάξιν ταύτην. Ότι λοιπόν πάντα τα ζώα έχουσι την δύναμιν του ύπνου, είναι φανερόν εκ των ειρημένων. Διότι το ζώον έχει κύριον χαρακτηριστικόν το να έχη αίσθησιν, ωρίσαμεν δε ότι ο ύπνος είναι τρόπον τινά η ακινησία και η δέσμευσις της αισθήσεως, η δε εγρήγορσις είναι η απαλλαγή και ελευθέρωσις αυτής. Αλλ’ ουδέν των φυτών δύναται να έχη τι των παθών τούτων· διότι άνευ αισθήσεως δεν υπάρχει ούτε ύπνος ούτε εγρήγορσις, όσα δε έχουσιν αίσθησιν, ταύτα και λυπούννται και χαίρουσι, όσα δε έχουσι χαράν και λύπην, έχουσι και επιθυμίαν. Αλλά τα φυτά δεν έχουσι κανέν εκ τούτων. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι και η θρεπτική δύναμις εκτελεί την λειτουργίαν της καλύτερα κατά τον ύπνον παρά κατά την εγρήγορσιν16. Διότι τότε, ήτοι όταν κοιμώνται τα ζώα, τρέφονται περισσότερον και αυξάνονται, όπερ δεικνύει ότι ουδεμίαν έχουσι χρείαν της αισθήσεως διά τα δύο ταύτα.

 

Didier Lourenço

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’.
Διατί τα ζώα κοιμώνται και γρηγορούσι. Η αφή είναι κοινή και αχώριστος αίσθησις εις πάντα τα ζώα. Η κοινή αίσθησις, ήτις συγκεντροί τα αισθήματα πασών των άλλων αισθήσεων, πάσχει το πάθος τούτο, τον ύπνον, και ταύτης ακινητούσης, πάσαι αι άλλαι ακινητούσι και δεσμεύονται. Αίτια του ύπνου είναι η χρεία της αναπαύσεως και αvoρθώσεως των οργάνων. Ο ύπνος έχει σχέσιν προς τον τόπον ένθα εδρεύει η αρχή της αισθητικότητος και της κινήσεως, ήτοι προς την καρδίαν. Ζώα έναιμα και άναιμα.

1. Διατί δε κοιμώνται και γρηγορούσι τα ζώα, και εις ποίαν αίσθησιν ή εις ποίας αισθήσεις, αν εις πολλάς17 (ανήκει ο ύπνος και η εγρήγορσις) δέον να εξετάσωμεν.

2. Επειδή τινά μεν των ζώων έχουσιν όλας τας αισθήσεις, άλλα δε δεν έχουσι τινάς λ. χ. την όψιν, την ακοήν, άπαντα όμως έχουσι την αφήν και την γεύσιν, εκτός των ατελών ζώων (περί δε τούτων ωμιλήσαμεν εν τη πραγματεία περί Ψυχής), και επειδή είναι απολύτως αδύνατον18 να έχη οιανδήποτε αίσθησιν το κοιμώμενον ζώον, είναι φανερόν ότι αναγκαίως υπάρχει εις πάσας τας αισθήσεις το πάθημα τούτο (η αναισθησία) κατά τον λεγόμενον ύπνον. Διότι, εάν ζώόν τι ησθάνετο μεν διά ταύτης της αισθήσεως ουχί δε δι’ εκείνης, θα ησθάνετο διά της πρώτης τούτων, όταν κοιμάται, και τούτο είναι αδύνατον.

3. Τω όντι εις εκάστην αίσθησιν υπάρχει αφ’ ενός η ιδία αυτής δύναμις και αφ’ ετέρου η κοινή εις πάσας, ίδιον π.χ. της όψεως είναι το να βλέπη, της δε ακοής το να ακούη, και περί των άλλων αισθήσεων ομοίως· υπάρχει όμως και κοινή τις δύναμις ακολουθούσα και συνοδεύουσα πάσας τας αισθήσεις, διά της οποίας έχει τις την συνείδησιν, ότι και βλέπει και ακούει. Διότι βεβαίως δεν βλέπομεν διά της όψεως ότι βλέπομεν. Και διακρίνομεν και δυνάμεθα να διακρίνωμεν ότι τα γλυκέα είναι διάφορα των λευκών ούτε διά της γεύσεως, ούτε διά της όψεως, ούτε διά των δύο ομού, αλλά διά τινος δυνάμεως της ψυχής κοινής εις όλα τα αισθητήρια. Διότι η αίσθησις είναι μία και εν είναι το κύριον αισθητήριον όργανον· αλλ’ όμως το είναι (το χαρακτηριστικόν) εκάστου είδους αισθήσεως μένει διάφορον· άλλο είναι π.χ. το του ήχου και άλλο το του χρώματος.

4. Αύτη δε η κοινή δύναμις είναι συνδεδεμένη προ πάντων με την αίσθησιν της αφής, διότι η αίσθησις αύτη δύναται να υπάρχη χωριστή από των άλλων αισθήσεων, αι άλλαι όμως δεν είναι χωρισταί απ’ αυτής. Περί τούτων δε είπομεν εις την περί Ψυχής θεωρίαν. Φανερόν είναι λοιπόν ότι της κοινής ταύτης αισθήσεως πάθη είναι η εγρήγορσις και ο ύπνος, και διά τούτο υπάρχουσιν εις όλα τα ζώα, διότι και μόνη η αφή είναι κοινή εις πάντα τα ζώα. Τω όντι, εάν ο ύπνος συνίστατο εις το ότι πάσαι αι αισθήσεις πάσχουσί τι, θα ήτο άτοπον αν αισθήσεις, αίτινες ούτε αναγκαίον είναι ούτε δυνατόν κατ’ ουδένα τρόπον να ενεργώσι19 συγχρόνως, όμως μένωσιν εν αργία και ακινησία συγχρόνως. Το εναντίον· θα συνέβαινεν εις αυτά ευλογώτερον, να μη ηρεμώσι συγχρόνως20. 5. Η εξήγησις, την οποίαν ημείς λέγομεν, είναι ορθή ως προς ταύτα τα φαινόμενα· διότι, όταν το αισθητήριον το δεσπόζον πάντων των άλλων και εις το οποίον τα άλλα αναφέρονται, πάθη τι, αναγκαίως συμπάσχουσι καί πάντα τα άλλα, όταν όμως εν τούτων ασθενήση, δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να ασθενήση καί εκείνο. Είναι δε φανερόν εκ πολλών παρατηρήσεων, ότι ο ύπνος δεν συνίσταται εις το ότι αι αισθήσεις αργούσι καί δεν γίνεται χρήσις αυτών, ούτε εις το ότι δεν δύνανται21 να αισθάνωνται, διότι καί εις τας λιποθυμίας συμβαίνει η αναισθησία αύτη, επειδή η λιποθυμία είναι αδυναμία των αισθήσεων22. Συμβαίνουσι δε και παραφροσύναι όμοια έχουσαι φαινόμενα. Προσέτι δε διά της συμπιέσεως των φλεβών του αυχένος γίνεταί τις αναίσθητος23. Όταν όμως η αδυναμία της χρήσεως του αισθάνεσθαι δεν εξηγήται διά τινος των αισθητηρίων ούτε διά την τυχούσαν αιτίαν, η εξήγησις ευρίσκεται, ως ήδη είπομεν, εν τω πρώτω αισθητηρίω (τη καρδία), δι’ ου η ψυχή αισθάνεται πάντα. Διότι, όταν τούτο αδυνατήση, αναγκαίως καί τα αισθητήρια πάντα αδυνατούσι να αισθάνωνται, όταν δε τι εκ τούτων αδυνατήση, δεν αδυνατεί αναγκαίως καί εκείνο.

6. Πρέπει δε να εξηγήσωμεν διά ποίαν αιτίαν συμβαίνει ο ύπνος καί οποία είναι η φύσις του παθήματος τούτου.

7. Επειδή δε πολλά είναι τα είδη της αιτίας24, διότι αίτιον καλούμεν και το ένεκα τίνος (γίνεταί τι), καί την αρχήν (οπόθεν προέρχεται η κίνησις), καί την ύλην και τον λόγον (το είδος), λέγομεν λοιπόν πρώτον ότι η φύσις ενεργεί πάντοτε χάριν σκοπού τινος, ούτος δε είναι αγαθόν τι. Εις παν δε ον, το οποίον φυσικώς κινείται, αλλά δεν δύναται πάντοτε καί συνεχώς να κινήται ευαρέστως, η ανάπαυσις είναι αναγκαία καί ωφέλιμος· καί μετά πάσης αληθείας εφαρμόζεται η μεταφορά αύτη εις τον ύπνον, διότι είναι ανάπαυσις. Ώστε ο ύπνος υπάρχει χάριν της συντηρήσεως των ζώων. Το τέλος δε, δι’ ο υπάρχει ο ύπνος, είναι η εγρήγορσις, διότι η αίσθησις καί η νόησις είναι ο σκοπός πάντων, όσα έχουσι την μίαν ή την άλλην αυτών25, αύται δε είναι αι ύψισται ενέργειαι εκείνων, το δε τέλος εκάστου όντος είναι το ύψιστον. Επομένως πρέπει αναγκαίως να έχη τον ύπνον έκαστον ζώον.

8. Λέγω δε αναγκαίως εκ της υποθέσεως, ότι δηλ. εάν ζώόν τι μέλλη να συντηρήση την ιδίαν εαυτού φύσιν, αναγκαίως πρέπει να έχη δυνάμεις τινάς26 καί, όταν ταύτας έχη, πρέπει να έχη καί άλλας27 τινάς.

9. Θα εξηγήσωμεν μετά ταύτα ποία σωματική κίνησις καί ποία πραξις γίνεται εις τα ζώα, ίνα επέρχηται εγρήγορσις καί ύπνος. Εις μεν τα άλλα ζώα πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι αίτια των παθών τούτων είναι τα αυτά ή ανάλογα προς τα των εναίμων ζώων. Εις δε τα άναιμα28 τα αίτια είναι τα αυτά τα οποία είναι εις τους ανθρώπους. Ώστε διά των επί των ανθρώπων παρατηρήσεων δέον να εξηγήσωμεν πάντα.

10. Πρότερον ήδη ωρίσαμεν αλλαχού ότι η αρχή της αισθήσεως εις τα ζώα υπάρχει εις το αυτό μέρος όπου και η αρχή της κινήσεως29. Εκ των τριών δε τόπων εις τους οποίους διαιρείται το σώμα, η αρχή αύτη είναι ο μέσος τόπος μεταξύ της κεφαλής και της κοιλίας. Και εις μεν τα έναιμα ζώα το μέρος τούτο είναι το περί την καρδίαν, διότι όλα τα έναιμα έχουσι καρδίαν και αυτή είναι η αρχή της κινήσεως και της κυρίας αισθήσεως (της κοινής). Είναι δε φανερόν ότι ενταύθα είναι η αρχή της κινήσεως, καί η της αναπνοής, καί γενικώς η της ψύξεως, και ότι η φύσις τα όργανα, τα οποία αναπνέουσι30 καί εκείνα τα οποία ψύχονται διά μέσου του υγρού31, τα έπλασεν ίνα διατηρώσι την θερμότητα εις το μέρος τούτο. Περί της αρχής ταύτης θεωρουμένης καθ’ εαυτήν θα είπωμεν ύστερα. Εις δέ τα ζώα τα οποία δεν έχουσιν αίμα, τα έντομα καί όσα δεν δέχονται αέρα, φαίνεται ότι αήρ έμφυτος εις αυτά αναφυσάται καί καταβαίνει εις μέρος του σώματος ανάλογον (με τους πνεύμονας των εναίμων). Φανερόν δε είναι τούτο εις τα ολόπτερα32 έντομα, ως εις τας σφήκας, τας μελίσσας τας μυίας και τα όμοια.

11. Αλλ’ επειδή είναι αδύνατον χωρίς ισχύος να κινήση τις ή να ενεργήση τι, ισχύν εμποιεί η κατάσχεσις (κράτησις) της πνοής, είτε αύτη έρχεται έξωθεν, ως εις τα εισπνέοντα, είτε είναι σύμφυτος, ως εις τα μη αναπνέοντα, δια τούτο δε και τα πτερωτά έντομα φαίνεται ότι βομβούσιν, όταν κινώνταις διότι διασπάται ο αήρ πίπτων εις το διάφραγμα των ολοπτέρων.

12. Κινείται δε παν ζώον, όταν εις το πρώτον αισθητήριον διεγείρηται αίσθημα είτε οικείον33, είτε έξωθεν34. Εάν δε ο ύπνος και η εγρήγορσις είναι πάθη του μέρους τούτου του σώματος, είναι φανερόν εις ποίον τόπον καί εις ποίον έσχατον μέρος του σώματος έχουσι την πηγήν των ο ύπνος καί η εγρήγορσις.

13. Τινές δε κινούνται εν ώ κοιμώνται καί κάμνουσι πολλά ανήκοντα εις την εγρήγοοσιν καί ουχί βεβαίως άνευ φαντασίας καί τινος αισθήματος. Διότι το ενύπνιον είναι τρόπον τινά εν αίσθημα. Αλλά περί τούτου θα πραγματευθώμεν ύστερον.

14. Διατί δε τα μεν όνειρα ενθυμούμεθα, όταν εγερθώμεν, αλλά τας κατά την εγρήγορσιν πράξεις δεν ενθυμούμεθα πάντοτε, περί τούτου είπομεν εις τα Προβλήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’
Φυσιολογική εξέτασις του ύπνου. Ο ύπνος εξαρτάται εκ της θρέψεως, καί είναι αποτέλεσμα της εκ των τροφών αναθυμιάσεως. Νυσταγμός μετά το γεύμα. Ναρκωτικά, κόποι και ασθένειαι. Υπνηλότης των βρεφών. Μελαγχολικοί. Εν τω ύπνω η φυσική θερμότης συγκεντρούται εν τω εσωτερικώ.

1. Πρέπει νυν ως συνέχειαν των ειρημένων να εξετάσωμεν ποία (φυσιολογικά περιστατικά) συντρέχουσιν εις την εγρήγορσιν καί τον ύπνον καί ποία είναι η αρχή του πάθους τούτου.

2. Είναι φανερόν ότι το ζώον άμα έχη αίσθησιν, τότε πρώτον πρέπει αναγκαίως καί να λαμβάνη τροφήν καί (διά ταύτης) αύξησιν35. Τροφή δε εν τελευταία καταστάσει36 εις πάντα τα ζώα, εις μεν τα έναιμα είναι το αίμα, εις δε τα άναιμα είναι το ανάλογον (υγρόν). Τόπος δε (περιεκτικός) του αίματος είναι αι φλέβες, των οποίων αρχή είναι εν τη καρδία37. Φανερόν δε είναι τούτο, όπερ λέγομεν, εκ των ανατομών38. Όταν λοιπόν η τροφή έξωθεν εισέρχηται εις τα μέρη του σώματος, τα ικανά να δέχωνται αυτήν (εις τον πεπτικόν σωλήνα), γίνεται αναθυμίασις καί μεταβίβασις αυτής εις τας φλέβας39. Ενταύθα η τροφή αλλοιούται μεταβαλλομένη εις αίμα καί διευθύνεται προς την καρδίαν. Περί τούτων έγινε λόγος εις τα περί Τροφής. Τώρα όμως θα επαναλάβωμεν ταύτα μόνον, όπως θεωρήσωμεν τας αρχάς της κινήσεως40 και τα πάθη του αισθητικού μέρους, εκ των οποίων προέρχεται η εγρήγορσις και ο ύπνος.

3. Βεβαίως ο ύπνος δεν είναι οιαδήποτε αδυναμία του αισθητικού, διότι, ως προείπομεν, αναισθησίαν προξενούσι καί η παραφροσύνη και ο πνιγμός καί η λιποψυχία· ενίοτε δε και δύναμις φανταστική ισχυρά ευρέθη εις λιποθυμήσαντας. Τούτο41 όμως έχει δυσκολίαν τινά· διότι, αν ο λιποθυμήσας δύναται να κοιμηθή, δύναται42 και η φαντασία αύτη να είναι όνειρον. Πολλάκις δε ομιλούσιν εκείνοι, οίτινες σφοδρώς λιποθυμούσι καί φαίνονται ως νεκροί43. Περί τούτων δε πάντων πρέπει να δοθή η αυτή εξήγησις.

4. Αλλά, ως είπομεν, ο ύπνος δεν είναι πάσα αδυναμία οιαδήποτε του αισθητικού, αλλά εκ της αναθυμιάσεως των τροφών γίνεται το πάθος τούτο· διότι αναγκαίως το αναθυμιώμενον ωθείται προς τα άνω μέχρι σημείου τινός, έπειτα δε στρέφεται εις τα οπίσω και μεταβάλλεται όπως τα κύματα του Ευρίπου44. Η θερμότης λοιπόν εκάστου των ζώων φυσικώς αναβαίνει εις τα άνω, όταν δε φθάση ειίς τα άνω μέρη45, όλη ομού πάλιν στρέφεται οπίσω και καταβαίνει. Διά τούτο μάλιστα οι ύπνοι παράγονται μετά τα γεύματα, διότι τότε εν τω άμα πολύ και πυκνόν υγρόν φέρεται εις τα άνω, όπου ίσταται καί προξενεί46 νυσταγμόν, έπειτα δε, όταν καταβή καί στραφέν οπίσω απωθήση την θερμότητα, τότε έρχεται ύπνος καί το ζώον κοιμάται.

5. Απόδειξις τούτων είναι καί τα υπνωτικά, διότι πάντα προξενούσι βάρος της κεφαλής, και τα ποτά καί τα φαγητά, η μήκων, ο μανδραγόρας, ο οίνος και αι αίραι. Καί οι τας κεφαλάς αυτών φέροντες κάτω καί νυστάζοντες47 φαίνονται ότι πάσχουσι ταύτα καί αδυνατούσι να υψώσωσι την κεφαλήν καί (να ανοίξωσι) τα βλέφαρα. Και ο τοιούτος βαρύς ύπνος έρχεται μετά τα φαγητά προ πάντων, διότι πολλή είναι τότε η εκ των τροφών αναθυμίασις.

6. Προσέτι δε έρχεται ο ύπνος καί έκ τινων κόπων, διότι ο μεν κόπος διαλύει (υγροποιεί) το σώμα, η δε διάλυσις αύτη γίνεται ως μία τροφή αχώνευτος, εκτός εάν γείνη ψυχρά48. Καί νόσοι τινές φέρουσι το αυτό αποτέλεσμα ύπνου, όσαι προέρχονται εξ υπερβολής του υγρού καί του θερμού, όπως συμβαίνει είς πάσχοντας πυρετόν και ληθαργίαν.

7. Προσέτι η πρώτη ηλικία (υπόκειται εις τοιούτον ύπνον). Τα παιδία τω όντι κοιμώνται πολύ, διότι όλη η τροφή φέρεται προς τα άνω. Απόδειξις δε τούτου είναι η κατά την πρώτην ηλικίαν υπερβολική αύξησις των άνω μερών του σώματος αναλόγως προς τα κάτω, διότι η αύξησις γίνεται προς τα άνω.

8. Διά ταύτην την αιτίαν τα παιδία γίνονται και επιληπτικά· ο ύπνος τω όντι ομοιάζει με την επιληψίαν και είναι τρόπον τινά επιληψία49. Διά τούτο και η αρχή του πάθους τούτου συμβαίνει εις πολλούς, όταν κοιμώνται· και η προσβολή γίνεται, όταν κοιμώνται μόνον, όταν δε εξυπνήσωσι, παύει. Διότι, όταν ο αήρ φέρηται προς τα άνω κατά μεγάλην ποσότητα, έπειτα καταβαίνων εξογκώνει τας φλέβας και πιέζει τον πόρον, διά του οποίου γίνεται η αναπνοή50.

9. Διά ταύτα δεν είναι ωφέλιμοι οι οίνοι εις τους παίδας ούτε εις τας τροφούς αυτών, διότι ουδόλως ίσως διαφέρει να πίνωσιν αυτά ή αι τροφοί των· αλλά πρέπει να πίνωσιν οίνον υδαρή και ολίγον, διότι ο οίνος καί μάλιστα ο μέλας είναι πνευματώδης. Τόσον δε πλήρη τροφής είναι τα ανώτερα μέρη των παιδιών, ώστε πέντε μηνών ήδη όντα δεν δύνανται να στρέφωσι τον αυχένα, διότι, όπως καί εις τους πολύ μεθυσμένους, ούτω καί εις αυτά πολύ υγρόν φέρεται εις τα άνω μέρη.

10. Ευλόγως λοιπόν τούτο το πάθος είναι αιτία να μένωσι κατ’ αρχάς ακίνητα τα έμβρυα εις τας μήτρας51. Καί γενικώς τον ύπνον αγαπώσι καί οι έχοντες βαθέως κειμένας τας φλέβας καί οι έχοντες μορφήν νάνων καί οι μεγαλοκέφαλοι, διότι εκείνων μεν αι φλέβες είναι τόσον στενοί, ώστε το υγρόν κατερχόμενον δεν κυκλοφορεί ευκόλως, εις δε τους νανώδεις καί τους μεγαλοκεφάλους είναι πολλή η προς τα άνω ορμή του υγρού καί η αναθυμίασις. Απ’ εναντίας δε οι έχοντες μεγάλας φλέβας δεν αγαπώσι τον ύπνον, διότι η κυκλοφορία52 είναι εύκολος εις τας φλέβας των, εκτος εάν έχωσιν άλλο τι πάθος εναντίον.

11. Ούτε πάλιν οι μελαγχολικοί είναι φίλυπνοι, διότι το εσωτερικόν αυτών είναι ψυχρόν, ώστε δεν γίνεται εν αυτοίς άφθονος αναθυμίασις· διά τούτο δε και τρώγουσι πολύ και έχουσι σκληράν σάρκα, καί τα σώματα αυτών φαίνονται ως να μη έχωσι φάγει τίποτε. Διότι η μαύρη χολή, ούσα ψυχρά εκ φύσεως, κάμνει ψυχρόν καί το μέρος όπου γίνεται η θρέψις (κοιλίαν και ήπαρ), καί τα άλλα μέρη, όπου δύναται να υπάρχη η δύναμις της τοιαύτης εκκρίσεως.

12. Ώστε είναι φανερόν εκ των ειρημένων, ότι ο ύπνος είναι συγκέντρωσις της θερμότητος εντός (της καρδίας) καί αντίδρασις φυσική ένεκα της ειρημένης αιτίας53. Εκ τούτου δε καί αι πολλαί κινήσεις του κοιμωμένου. Όπου όμως εκλείπει η θερμότης, εκεί γίνεται ψύξις, καί ένεκα της ψύξεως καταπίπτουσι τα βλέφαρα καί ψυχρά μεν γίνονται τα ανώτερα καί τα εξωτερικά μέρη, αλλά τα κατώτερα καί τα εσωτερικά είναι θερμά, λ. χ, οι πόδες και τα σπλάγχνα του σώματος.

13. Δυνατόν όμως να ερώτηση τις: διατί ο ύπνος είναι ισχυρότατος μετά τα γεύματα, καί διατί προκαλούσιν ύπνον ο οίνος και άλλα τοιαύτα έχοντα πολλήν θερμότητα. Δεν είναι βέβαια λογικόν ο ύπνος να θεωρήται κατάψυξις· το αίτιον του ύπνου μάλλον είναι η θερμότης. Άρά γε συμβαίνει τούτο, διότι, καθώς ο στόμαχος, όταν είναι κενός, είναι θερμός, όταν δε πληρωθή (τροφών), γίνεται ψυχρός εκ της γενομένης κινήσεως, ούτω καί οι πόροι και τόποι της κεφαλής γίνονται ψυχροί, όταν φέρηται εκεί η αναθυμίασις; Ή διότι, καθώς εις τους χύνοντας εφ’ εαυτών θερμόν υγρόν εξαίφνης γίνεται φρίκη, ούτω καί εδώ, όταν ανέλθη το θερμόν, τότε το ψυχρόν συγκεντρούται και ψύχει το σώμα και κάμνει την φυσικήν θερμότητα να είναι αδύνατος και να υποχωρή;

14. Πάλιν, όταν λαμβάνηται πολλή τροφή, ην ανυψοί η θερμότης, όπως το πυρ σβύννεται όταν επιτεθώσι πολλά ξύλα, ούτως ο στόμαχος ψύχεται έως ού χωνευθή η τροφή; Διότι, ως είπομεν, γίνεται ο ύπνος, όταν πυκνόν υγρόν φέρηται εις τα άνω υπό της θερμότητος διά των φλεβών εις την κεφαλήν. Αλλ’ όταν το υψωθέν υγρόν δεν δύναται πλέον να αναβή, διότι είναι υπερβολικώς πολύ, τότε το εξατμισθέν υλικόν απωθείται οπίσω και ρέει κάτω.

15. Διά τούτο οι άνθρωποι κατακρίνονται, όταν το υγρόν, όπερ ωθεί προς τα άνω, αφαιρήται. Διότι μόνος ο άνθρωπος εξ όλων των ζωών έχει την ορθοστασίαν, και όταν μεν καταπέση το θερμόν, προξενείται άνοια (αναισθησία), ύστερον δε λειτουργεί η φαντασία. Ή αι λύσεις, τας οποίας τώρα εκθέτομεν, ενδέχεται να εξηγώσι πώς γίνεται η κατάψυξις54;

16. Αλλ’ όμως η κυρία έδρα του ύπνου είναι ο περί τον εγκέφαλον τόπος, ως και αλλαχού είπομεν. Πάντων των μερών του σώματος το ψυχρότατον είναι ο εγκέφαλος και το ανάλογον με το αυτό μέρος εις όσα ζώα δεν έχουσιν εγκέφαλον. Καθώς λοιπόν το υγρόν, όπερ εξατμίζεται υπό της ηλιακής θερμότητος, όταν φθάση εις τας υψηλά μέρη (της ατμοσφαίρας), ψύχεται υπό της ψυχρότητος αυτών και συμπυκνωθέν πίπτει κάτω γινόμενον πάλιν ύδωρ, ούτω κατά την εις τον εγκέφαλον ανάβασιν της θερμότητος η υπερβολική εξάτμισις μεταβάλλεται εις γλοιώδη ύλην, διό καί οι κατάρροι φαίνονται ότι προέρχονται εκ της κεφαλής, ενώ η αναθυμίασις, ήτις είναι ικανή να τρέφη και δεν έχει τίποτε τo νοσηρόν, φέρεται προς τα κάτω συμπεπυκνωμένη και ψύχει (μετριάζει) την θερμότητα.

17. Συντελεί δε εις την κατάψυξιν, και εις το να μη γίνεται δεκτή ευκόλως η αναθυμίασις, η λεπτότης και η στενότης των πέριξ του εγκεφάλου φλεβών. Τούτο λοιπόν είναι το αίτιον της καταψύξεως, και αν ακόμη είναι υπερβολική η αναθυμίασις ένεκα της θερμότητος. Εγείρεται δε ο άνθρωπος, όταν γείνη η χώνευσις και επικρατήση55 η θερμότης, ήτις πολλή εξερχόμενη εκ των πέριξ μερών συμπυκνούται εις μικρόν χώρον, και όταν διαχωρισθή το ουσιωδέστατον καί καθαρώτατον αίμα. Είναι δε το αίμα της κεφαλής το λεπτότατον άμα καί καθαρώτατον, ενώ το εις τα κάτω μέρη αίμα είναι πυκνότατον καί θολερώτατον. Όπως δε καί ενταύθα καί αλλαχού είπομεν, η καρδία είναι η αρχή όλου του αίματος.

18. Εκ δε των μερών της καρδίας56 η μέση κοιλία είναι ηνωμένη με τας δύο κοιλίας, εκάστη δε τούτων δέχεται το αίμα εξ εκάστης αρτηρίας ήτοι εκ της λεγομένης μεγάλης αρτηρίας και εκ της αορτής. Εις την μέσην κοιλίαν γίνεται ο χωρισμός του αίματος. Αλλά να είπωμεν ακριβέστερον περί τούτων ανήκει εις άλλας ειδικάς πραγματείας.

19. Επειδή όμως είναι περισσότερον αδιάκριτον το αίμα μετά την εισαγωγήν των τροφών, γίνεται ο ύπνος καί διαρκεί έως ου το μεν καθαρώτατον μέρος του αίματος αποχωρισθή εις τα άνω, το δε θολερώτατον εις τα κάτω. Όταν δε τούτο γείνη, εγείρονται (τά ζώα) ελεύθερα από το βάρος της τροφής.

20. Εξηγήσαμεν λοιπόν ποίον είναι το αίτιον του ύπνου· καί είπομεν ότι είναι η αντίδρασις πυκνού υγρού, όπερ υψούται υπό την επίδρασιν της εμφύτου αυτώ θερμότητας επί το πρώτον αισθητήριον όργανον (την καρδίαν). Είπομεν προσέτι, ότι ο ύπνος είναι η κατάληψις του πρώτου αισθητηρίου, ώστε να μη δύναται να λειτουργή, καί ότι είναι φαινόμενον αναγκαίον (διότι ουδέν ζώον δύναται να υπάρξη άνευ των όρων οίτινες συντελούσιν εις την ύπαρξιν καί ανάπτυξιν αυτών), ο δε ύπνος υπάρχει χάριν συντηρήσεως, διότι η ανάπαυσις συντηρεί.

Σημειώσεις
(1) Αυτόματα λέγονται όσα δεν είvαι δυνατόν να αναφέρωνται εις αιτίαν καλώς γνωστήν.

(2) Εις το σώμα.

(3) Εις τα οργανικά.

(4) Εις την όψιν.

(5) Λ. χ. βλέπει, ακoύει.

(6) Λ. χ. συλλογίζεται, φαντάζεται.

(7) Και όμως δεv εivαι όλως άμοιρα ύπνου και εγρηγόρσεως, αλλ’ έχουσιν αναλόγους λειτουργίας.

(8) Υπό του λόγου, ή της νοήσεως γίνεται ο χωρισμός.

(9) Επειδή ο ύπνος και η εγρήγορση είναι ενάντια.

(10) Αλλ’ ουχί συγχρόνως εν ενεργεία και τα δύο.

(11) Της καρδίας. Τα φυτά δεν έχουσι κεντρικόν τι όργανον, όπερ είναι αναγχαίον εις την αίσθησιν, άνευ δε ταύτης δεv δύνανται να λέγωνται ότι κοιμώνται ή γρηγορούσι, διότι ο ύπνος και η εγρήγορσις είναι η αργία και η ενέργεια της αισθήσεως.

(12) Αδιακόπως.

(13) Ο ύπνος είναι δέσμευσις της αισθήσεως, η δε εγρήγορσις λύσις των δεσμών και ελευθερία, της αισθήσεως.

(14) Διότι ζώον πάντοτε κοιμώμενον δεν θα ησθάνετο, ενώ η αίσθησις αποτελεί ουσιωδώς το ζώον.

(15) Εκτός του ανθρώπου.

(16) Τα κατώτερα ζώα συνήθως κοιμώνται μετά το φαγητόν.

(17) Κατά τον Αριστοτέλη ο ύπνος προσβάλλει κυρίως την κοινήν ή πρώτην αίσθησιν, ήτις είναι η αίσθησις η συλλέγουσα πάντα τα αισθήματα, και άνευ της οποίας ταύτα δεν θα εγίνοντο.

(18) Εάν εν τοις ονείροις αισθάνεται το ζώον, τα αισθήματα ταύτα είναι όλως διάφορα των συνήθων αισθημάτων.

(19) Αι διάφοροι αισθήσεις δεν ενεργούσι συγχρόνως, ή τουλάχιστον η ψυχή δεν δύναται να αντιληφθή συγχρόνως δύο διάφορα αισθήματα.

(20) Διότι ενεργούσι συγχρόνως.

(21) Ουχί διότι ο ύπνος προσβάλλει αυτούς. Αλλά διότι προσβάλλει την αρχιχήν αίσθησιν άνευ της οποίας αι άλλαι δεν είναι.

(22) Και όμως τότε δεν υπάρχει ύπνος.

(23) Η πίεσις των καρωτίδων φλεβών φέρει λιποθυμίαν. Ο Αριστοτέλης δεν διακρίνει τας φλέβας από των αρτηριών.

(24) Η τελική, η ποιητική, η υλική και η ειδική.

(25) Διότι ουχί πάντα έχουσι και τας δύο.

(26) Λ. χ. την νόησιν και την αίσθησιν.

(27) Λ. χ. τον ύπvov και την εγρήγορσιν.

(28) Τα έντομα, τα μαλάκια.

(29) Η κίνησις έχει πολλάς σημασίας. Ο Αριστοτέλης ομιλεί περί διανοητικών και περί τοπικών κινήσεων. Είναι δε: 1) η κατά ποσόν ή μέγεθος κίνησις ήτοι αύξησις και φθίσις· 2) η κατά ποιόν κίνησις ή αλλοίωσις· 3) η κατά το πού ή φορά· 4) η κατ’ ουσίαν μεταβολή, ήτοι γένεσις καί φθορά.

(30) Εν τω αέρι.

(31) Εν τω ύδατι, εξ ου λαμβάνουσι την ψύξιν την αναγκαίαν προς συντήρησιν της ζωής.

(32) Ολόπτερα είναι εκείνα, ων αι πτέρυγες είναι εκ μιας μόνης μεμβράνης και δεν διαιρούνται εις πτερά καθώς εις τα πτηνά.

(33) Βούλημα ή σωματαίσθημα.

(34) Διεγειρόμενον υπό των εξωτερικών πραγμάτων.

(35) Το ζώον τρέφεται και ότε είναι ακόμη έμβρυον (εν τη μήτρα), ουχί όμως ως ζώον, αλλ’ ως φυτόν· όταv δε γεννηθή, τότε λαμβάνει αίσθησιν και τότε πρώτον τρέφεται ως ζώον.

(36) Μετά τας διαδοχικάς αλλοιώσεις, ας υφίστανται αι τροφαί κατά την πέψιν.

(37) Ο Αριστοτέλης την καρδίαν εθεώρει ορθώς αρχήν του αίματος, σφαλερώς δε και ως αρχήν των νεύρων.

(38) Ίσως εvvoεί την ανατομικήν γενικώς, ίσως και ίδια αυτού συγγράμματα, άτινα δεv σώζονται.

(39) Αι φλέβες την τροφήν φέρουσιν εις το ήπαρ, όπου γίνεται η πρώτη μεταβολή αυτής εις αίμα. Τούτο το ακατέργαστον και άπεπτον αίμα φέρουσιν είτα οι φλέβες εις την καρδίαν, ήτις το κατεργάζεται εις τέλειοv αίμα. Μετά την πέψιν ταύτην διανέμουσι τo αίμα εις άπαν τo σώμα άλλαι φλέβες (αι αρτηρίαι, ας όμως δεν διέκρινε σαφώς από των φλεβών ο Αριστοτέλης).

(40) Ήτις φέρει εις τον ύπνον.

(41) Το ότι ο ύπνος είvαι αναισθησία οιαδήποτε.

(42) Αλλά τούτο είναι αδύνατον· άρα ο ύπνoς δεν είναι απλή αδυναμία του αισθάνεσθαι.

(43) Όνειρα πολλά ενθυμούμεθα όταν εγερθ’ωμεν, ουδεμίαν όμως φαντασίαν μετά την απαλλαγήν της λιποθυμίας. “Πολλά δε έστιν ά λέγουσιν εv τω καιρώ (του πάθους) οι σφόδρα λειποψυχήσαντες και δόξαντες τεθνάναι, ων ουδενός μνημονεύουσιν εγερθέντες”. (Θεμιστ.)

(44) Όπως η πλήμμυρα και άμπωτις στενού τινος.

(45) Το θερμόν, όταν φθάση εις τον εγκέφαλον, όστις είναι ψυχρός, ψύχεται και αυτό και καταβαίvει πάλιν εις την καρδίαν και κάμνει ψυχρόν το θερμόν αυτής, ούτω δε εκ της ψύξεως κοιμάται το ζώον.

(46) Το υγρόν προξενεί βάρος εις την κεφαλήν· διά τούτο και κινούμεν αυτήν νυστάζοντες. Όταν όμως το θερμόν, όπερ ανύψωσε τα υγρά, στραφή οπίσω ψυχρανθέν, συρρέουσι μετ’ αυτού και τα υγρά και γίνεται ο ύπνος.

(47) Οι λαβόντες τα ναρκωτικά.

(48) Τας εν τω πεπτικώ σωλήνι εκκρίσεις η εκ του κόπου αναπτυχθείσα θερμότης διαλύει και ωθεί εις τα άνω του σώματος και επιφέρει τον ύπvov. (Θεμίστιος)·

(49) Καί ο ύπνος και η επιληψία είναι αργία αισθήσεων.

(50) Όταν ούτος μεν ο αήρ καταβαίνη, άλλος δε αναβαίνη, επειδή συγχρόνως γίνεται η εξάτμησις κάτω και συγκέντρωσις άνω, αναγκαίως εξογκoύνται αι φλέβες, αίτινες τότε πιέζουσι και συστέλλουσι τον πόρον της αναπνοής, τούτου δε στενωθέντος, παύει η αναπνοή, και ούτω γενάτται η επιληψία.

(51) Ως νεναρκωμένος εξ εγκεφαλικής πλησμονής·

(52) Ο Αριστοτέλης, ως είπομεν, ηγνόει την κυκλοφορίαν του αίματος, εγίνωσκε δε μόνον την άμεσον μετάβασίν του εις τα άκρα εκ της καρδίας και την εις τον εγκέφαλον κίνησιν του και επιστροφήν. Ο εγκέφαλος, ως το ψυχρότατον όργανον, ελαττώνει και κανονίζει την θερμότητα του αίματος.

(53) Της επί του εγκεφάλου επιδράσεως της πέψεως.

(54) Αι ειρημέναι λύσεις είναι ενδεχόμεναι και πιθαναί. Η κυρία εξήγησις και το αληθέστερον αίτιον του ύπνου είναι τούτο, όπερ θα είπη εν τοις εξής.

(55) Όταν η θερμότης υπερισχύση του ψυχρού, όπερ παράγει η εξάτμισις των υγρών.

(56) Ο Αριστοτέλης, καίτι ανακριβώς περιγράφει τα μέρη της καρδίας, ουχ ήττον φαίνεται ότι ανέταμε πτώματα ανθρώπων. Εν γένει δε η μελέτη αύτη είναι πλήρης ακριβεστάτων παρατηρήσεων, καίτι δυνατόν είναι να αμφισβητήση τις τινάς αυτών, λ. χ. την μετά του ύπνου στενήν και αχώριστον σχέσιν της θρέψεως.

 

– Πηγή: Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/

  • Αρχική εικόνα: Ira Tsantekidou
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟ Αριστοτέλης για τον ύπνο και την εγρήγορση
Περισσότερα

Παρουσίαση του μυθιστορήματος του Νίκου Καμτσή “Η Μνήμη Του Δρόμου”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι Εκδόσεις Όταν παρουσιάζουν το μυθιστόρημα του Νίκου Καμτσή “Η Μνήμη Του Δρόμου” στο Polis Art Cafe (Πεσματζόγλου 5, Αθήνα), τη Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020 και ώρα 20.00.

Θα μιλήσουν ο Γιώργος Κιμούλης, ο Θανάσης Παπαγεωργίου, ο Παναγιώτης Μέντης και ο συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει η Εύα Καμινάρη.

Θα τραγουδήσει ο Κώστας Θωμαΐδης.

 

 

Σχετικά με το βιβλίο

Ένα ταξίδι που μοιάζει χωρίς τέλος. Σε μια άλλη γη, αφιλόξενη, επειδή δεν είναι δικιά μας.
Και τι είναι δικό μας;
Ένα οδοιπορικό απελπισίας. Φυγή στο άπειρο, στο άγνωστο, στο αχανές στο πουθενά. Μέσα από την καμένη γη που άφησε ο ορυμαγδός της πτώσης κρατών και λαών. Σε καμιόνια και ψυγεία κρεάτων, περνάνε λαθραία από τα σύνορα, ψάχνοντας τα σύνορα της δικιάς τους ερημιάς.
Πέντε άνθρωποι, μία μοίρα.
Πέντε ιστορίες που ενώνονται σε μία.
Μια ιστορία στην οποία πρώτο ρόλο παίζουν κάτι ασήμαντα αντικείμενα όπως οι ασφάλειες του ηλεκτρικού ρεύματος, μια κόκκινη κλωστή που λείπει, παγάκια που λιώνουν σε έναν πρώιμο μαγιάτικο καύσωνα, μια μαριονέτα που παίζει σαξόφωνο και ακούει στο όνομα Κλίντον και μια ξεκούρδιστη μαϊμού με πιατίνια στα χέρια. Ένα βίαιο πάντρεμα πολιτισμών. Κόσμοι που μπλέκονται σε ένα ρευστό σύμπαν καθώς μία Εκάβη σέρνει μαζί της τις κόρες της και ένα αυτοσχέδιο κάρο -ο Θεός να το κάνει- κυλάει ετοιμόρροπο τις ρόδες του στους χωματόδρομους, λίγα χιλιόμετρα έξω από μία γνώριμη μεγαλούπολη. Πεταμένα σκηνικά σε μία αποθήκη θεάτρου αναγκάζονται να μπλέξουν με τα υψίπεδα του Ρατζαστάν στην Ινδία, με τα λόγια ενός Αγγέλου που ζωντανεύει σε μία τελετή τσιγγάνικη, έναν αρχέγονο χορό και τη μυρωδιά από ψημένο φιστίκι στην παραλία της Θεσσαλονίκης, στη μακρινή και εξωτική δεκαετία του 1960.

Σημείωμα του συγγραφέα:

Μια ιστορία για τους δρόμους, που ακολουθεί το πάντρεμα των πολιτισμών. Μπλέξιμο ζωών, χνώτων και βλεμμάτων. Μια οικογένεια οικονομικών μεταναστών έρχεται από τον ερειπωμένο κομμουνιστικό παράδεισο στην Ελλάδα.

Πέντε άνθρωποι με αποσκευές γεμάτες με μοναξιά, δεμένοι σε ένα μύλο. Πέντε ιστορίες που ξετυλίγονται σαν ακτίνες ενός κύκλου και συναντιούνται στο κέντρο του. Εκεί που βρίσκεται άλλωστε η ύπαρξη και η μοναξιά του καθενός μας. Η Αφήγηση επέλεξε να ξετυλιχτεί με μια… ακτινωτή πορεία.

Πέντε άνθρωποι με αποσκευές που δεν έχουν τίποτα άλλο εκτός από την ταυτότητά τους. Την πραγματική και όχι την αστυνομική. Αυτή που φέρνουν στο πετσί τους, που δηλώνει την κουλτούρα τους, την παράδοση και τα αρχέτυπά τους. Άδειες τσέπες, στομάχια και κυρίως βλέμματα έκπληκτα στη μεγάλη πόλη, που δεν τους καταλαβαίνει και τους πετάει στο περιθώριό της. Ο μόνος φιλόξενος χώρος γι’ αυτούς η αποθήκη ενός θεάτρου. Εκεί που οι πολιτισμοί είναι κρεμασμένοι σε κρεμάστρες και κλεισμένοι σε μπαούλα. Στις ραφές των κοστουμιών που φέρνουν τον ιδρώτα και την ψυχή των ηθοποιών που τα φόρεσαν, στα εγκαταλελειμμένα σκηνικά κόσμων και πολιτισμών. Μέσα στον μουχλιασμένο αλλά, παρόλα αυτά, φιλόξενο χώρο της αποθήκης ενός θεάτρου στις παρυφές της πόλης, στήνεται μια τελετουργία θρησκευτική και παγανιστική, μαγική τόσο που μόνο τα κουφάρια από παλιά σκηνικά και κοστούμια μπορούν να δικαιολογήσουν. Εκεί θα συμβεί και θα ανθίσει το θαύμα τους. Σ’ ένα περιβάλλον έτσι και αλλιώς θαυμάτων. Όπως περιβάλλον θαυμάτων είναι το θέατρο και η σκηνή. Σαν αρχαία τραγωδία.

Οι τρεις γυναίκες χορεύουν έναν αρχέτυπο, άγνωστο σε μας, χορό αποχαιρετισμού και κατευόδιου. Μάνα και δύο κόρες κινούνται σαν αερικά, ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον υπερρεαλισμό. Η Ηλέκτρα, η Κλυταιμνήστρα, η Εκάβη, η Αντιγόνη, η Ιφιγένεια, τις συντροφεύουν. Οι αγγελιαφόροι δε θα μπορούσαν να λείπουν. Στο πρόσωπο του τεχνικού τού θεάτρου και ενός ψυχανεμισμένου μαριονετίστα έρχονται και φέρνουν το μήνυμα του έξω κόσμου που ζει ράθυμα, με απάθεια τη δική του αφασική ζωή, τον δικό του ευδαιμονισμό και στους δικούς του ρυθμούς. Οι ιστορίες τους είναι παράλληλες και υπόγειες. Πρόσωπα μιας σύγχρονης… αρχαίας τραγωδίας προκαλούν τη λύτρωσή τους και ξεπλένονται στην καλοκαιριάτικη μπόρα που λυσσομανάει στις λαμαρίνες του υπόστεγου. Η τελική Νέμεσις έρχεται και φέρνει τη λύτρωση και για τα πρόσωπα αλλά και για τον αναγνώστη.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΠαρουσίαση του μυθιστορήματος του Νίκου Καμτσή “Η Μνήμη Του Δρόμου”
Περισσότερα

Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση & Εκπαιδευτική Πολιτική – Αφιέρωμα στη μνήμη του Γεράσιμου Αρσένη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η παρουσίαση του βιβλίου “Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση & Εκπαιδευτική Πολιτική – Τιμητικό αφιέρωμα στη μνήμη του Γεράσιμου Αρσένη” θα πραγματοποιηθεί την Tρίτη 14 Ιανουαρίου 2020 και ώρα 6.00 μ.μ. στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα).

Χαιρετισμό θα απευθύνει ο εκδότης Γιώργος Δαρδανός.

Θα μιλήσουν οι Μιχάλης Κασσωτάκης -Ομότιμος Καθηγητής ΕΚΠΑ, Εκπρόσωπος ΟΠΕΠ, η Λούκα Τ. Κατσέλη -Ομότιμη Καθηγήτρια ΕΚΠΑ και οι Δημήτρης Βεργίδης -Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, Παναγιώτης Κιμουρτζής -Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου, Πρόεδρος ΕΛΕΙΕ, Γιώργος Μάρκου -Ομότιμος Καθηγητής ΕΚΠΑ, τ. Πρόεδρος ΙΠΟΔΕ.

Το συντονισμό θα κάνει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καμπουράκης.

Ποια παιδεία θέλουμε και ποιες εκπαιδευτικές αλλαγές είναι αναγκαίες; Γιατί δεν υλοποιούνται; Μήπως φταίει το πολιτικό έλλειμμα; Ένας τιμητικός τόμος στη μνήμη του Γεράσιμου Αρσένη με 8 άρθρα συνεργατών του για την εκπαίδευση και τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.

***

Πίστευα και πιστεύω ότι για την ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας και για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη κλειδί είναι η παιδεία. Σε όλες τις χώρες οι κοινωνίες προόδευσαν [……] όταν το εκπαιδευτικό τους σύστημα βρισκόταν σε αντιστοιχία με τις προκλήσεις της εποχής. Έχοντας αυτά υπόψη, νιώθω ανήσυχος γιατί η ελληνική εκπαίδευση δεν πληροί τον όρο αυτό. Επί δεκαετίες παλεύουμε να στεριώσουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να φροντίζει αποτελεσματικά τα παιδιά μας και δεν το έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα. Θλίβομαι, όταν αναλογίζομαι ότι λόγω της ελλιπούς εκπαίδευσης τα παιδιά μας θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον συνθήκες πιο αντίξοες από εκείνες που αντιμετωπίσαμε εμείς. Θλίβομαι γιατί αδυνατούμε να τους δώσουμε την παιδεία που χρειάζονται για να σταθούν στα πόδια τους σε ένα νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Μήπως δεν έχουμε προσδιορίσει ποια παιδεία θέλουμε ή μήπως ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε, αλλά δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τις αναγκαίες εκπαιδευτικές αλλαγές; Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Μήπως φταίει το πολιτικό έλλειμμα; Μήπως η αδυναμία αυτή οφείλεται στην ατολμία που χαρακτηρίζει το πολιτικό σύστημα να προχωρήσει σε τομές ή να τις υπερασπισθεί, όταν κάποιοι τολμούν να τις εφαρμόσουν;

Γεράσιμος Αρσένης

(Διασκευασμένο απόσπασμα από την ομιλία του στην 1η Ημερίδα του ΟΠΕΠ)

 

Ο αείμνηστος Γεράσιμος Αρσένης με τη σύζυγό του Λούκα Κατσέλη (αριστερά) και την κόρη τους, Αμαλία Αρσένη

 

Περιεχόμενα του βιβλίου

 

Αντί πρόλογου || Εκπαίδευση και κόμμα: από τη μάχη της ιδεολογίας στη μάχη της διανομής || Εκπαιδευτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στη χώρα μας από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα || Το ζήτημα της παιδαγωγικής και διδακτικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης: μια διαχρονική εξέταση με έμφαση στη μεταρρύθμιση Αρσένη || Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: η σημασία του σχεδίου εφαρμογής της || Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αντίδραση στο παράδειγμα της μεταρρύθμισης Αρσένη (1997/1998) || Το ελληνικό σχολείο στο επίκεντρο: επισημάνσεις για υπαρκτά σήμερα ελλείμματα και προτάσεις για ένα διαφορετικό σχολείο στο μέλλον || Παιδεία ανοικτών οριζόντων: από τη διακήρυξη των Δελφών στην υλοποίηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Το παράδειγμα των Ελεύθερων Κύκλων Σπουδών (ΕΛΚΥΣ) || Η εκπαιδευτική πολιτική κατά την τελευταία τριακονταετία για τη δόμηση ενός μοντέλου Ολοήμερου Δημοτικού Σχολείου στην Ελλάδα: πρόοδος και παλινδρόμηση || Βιογραφικά συγγραφέων || Βιογραφικό Γεράσιμου Αρσένη

Παρατηρήσεις
Τα κείμενα γράφουν οι: Αθανάσιος Γκότοβος, Θεόδωρος Γ. Εξαρχάκος, Μιχάλης Κασσωτάκης, Δημήτρης Ματθαίου, Σήφης Μπουζάκης, Παναγιώτης Δ. Ξωχέλλης, Ιωάννης Ε. Πυργιωτάκης, Δημήτρης Χρ. Χατζηδήμου.

Πληροφορίες

Συλλογική εργασία
Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση & Εκπαιδευτική Πολιτική
Τιμητικό αφιέρωμα στη μνήμη του Γεράσιμου Αρσένη
Εκδόσεις: Gutenberg

Τιμή καταλόγου: 12 ευρώ
Τιμή: 10,80 ευρώ και δωρεάν αποστολή εντός Αττικής

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕκπαιδευτική Μεταρρύθμιση & Εκπαιδευτική Πολιτική – Αφιέρωμα στη μνήμη του Γεράσιμου Αρσένη
Περισσότερα

Χειμερινά σταφύλια – Ανδρέας Εμπειρίκος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση
  • Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

 

Διαβάζει ο ποιητής:

 

 

-Πίνακας: Woman grasping fruits, Abraham Brueghel

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΧειμερινά σταφύλια – Ανδρέας Εμπειρίκος
Περισσότερα

Το “Ουρλιαχτό” του Άλεν Γκίνσμπεργκ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Σηκώστε τα φουστάνια σας, Κυρίες μου περνάμε απ’ την Κόλαση.”

Η εισαγωγή του Κάρλος Ουίλιαμς στο “Ουρλιαχτό” του Γκίνσμπεργκ ήταν, ίσως, η μεγαλύτερη δημόσια υποδοχή ποιητή από ποιητή, εξαιρουμένης της επιστολής με την οποία ο Έμερσον προλόγισε, εδώ και πάνω από ενάμιση αιώνα, τη δεύτερη έκδοση των “Φύλλων Χλόης” του άσημου τότε Ουίτμαν. Το “Ουρλιαχτό” συνδύασε την αποκαλυπτική κριτική της ανιαρής, ευημερούσας εποχής του Αϊζενχάουερ με τον άκρατο ύμνο της ανερχόμενης Αντικουλτούρας. Στάθηκε το διασημότερο ποιητικό βιβλίο της εποχής του και η έκδοσή του εισήγαγε τον Γκίνσμπεργκ τόσο στην ιστορία της ποίησης όσο και στην ιστορία της διασημότητας. Το “Ουρλιαχτό” αποτέλεσε, μαζί με το μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ “Στο Δρόμο”, τη Βίβλο μιας ολόκληρης γενιάς της οποίας το όνομα επινόησε ο ίδιος ο Κέρουακ: ΒΕΑΤ, με όλες τις συνηχήσεις από τα “Beaten Down” (Έκπτωτος) και “Beatified” (Μακάριος).

Το «Ουρλιαχτό» είναι το ποίημα που έγραψε το 1956 ο Άλεν Γκίνσμπεργκ και αποτελεί το ποιητικό μανιφέστο της Γενιάς των Μπητ λογοτεχνών. Όπως και το «Στο Δρόμο» του Τζακ Κέρουακ και το «Γυμνό Γεύμα» του Ουίλιαμ Μπάροουζ, είναι ένα κοινωνικό σχόλιο που τάσσεται ενάντια στην αμερικανική συντηρητική κοινωνία της δεκαετίας του 1950, και το άδικο πολιτικό σύστημα και εκφράζει το αίτημα της ανανέωσης.

Το «Ουρλιαχτό» είναι αφιερωμένο στον Καρλ Σόλομον. Το 1950 ο Γκίνσμπεργκ συλλαμβάνεται για συμμετοχή σε κλοπές τις οποίες είχαν διαπράξει φίλοι του και αντί για φυλάκιση του επιβάλλεται εγκλεισμός στο Ψυχιατρείο Ρόκλαντ για οκτώ μήνες. Εκεί βρισκόταν ήδη ο Καρλ Σόλομον. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε στους διαδρόμους του νοσοκομείου όπου ο Σόλομον είχε μόλις υποβληθεί σε μια θεραπεία ηλεκτροσόκ. Ταραγμένος ο Γκίνσμπεργκ – γιατί η σκηνή του θύμισε τη μητέρα του Ναόμι που υπέφερε από σχιζοφρένεια – παρακολούθησε τον Σόλομον που ψιθύριζε: «είμαι ο Κιρίλοφ, είμαι ο Κιρίλοφ» εννοώντας τον ήρωα από τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι. Τότε ο Γκίνσμπεργκ του απάντησε: «κι εγώ είμαι ο Μίσκιν», κάνοντας αναφορά στον Ηλίθιο. Έτσι ξεκίνησε αυτή η γνωριμία που έμελλε να γράψει στην ψυχή του Γκίνσμπεργκ και να οδηγήσει στο «Ουρλιαχτό».

Το «Ουρλιαχτό», μέσα από μια πρωτοφανή γλωσσική μεγαλοπρέπεια, μελοδραματικές καταγραφές, άσεμνες αναφορές και παρεκτροπές, υποδηλώνει με τόλμη και ως ουρλιαχτό/κραυγή τη διαμαρτυρία για κάθε είδους εκμετάλλευση, καταστολή και υποταγή. Ο ανήσυχος και αντισυμβατικός ποιητής παρουσιάζει μια εικόνα ενός κόσμου εφιάλτη που διακατέχεται από την απελπισία, την απόρριψη και την προκατάληψη και εναποθέτει στους φωτισμένους της γενιάς του, την αναζήτηση μιας υπερβατικής πραγματικότητας. Την αναζήτηση αυτή που γίνεται μέσω της χρήσης των ναρκωτικών – που τους βοηθούν να ξεχάσουν τον πόνο και την αμφισβήτηση – της άσεμνης τέχνης, της χυδαίας ποίησης. Κι αυτοί, υπακούοντας, αφήνουν τον αυθορμητισμό τους να τους κυριεύσει και γράφουν ελεύθερα για τα ναρκωτικά, το σεξ, την ομοφυλοφιλία και οτιδήποτε άλλο αποτελεί ταμπού στην εποχή τους, χρησιμοποιώντας γλώσσα ωμή και προκλητική.

 

 

Το ποίημα αποτελείται από τρία τμήματα. Κάθε ένα από αυτά έχει επανειλημμένες αναφορές σε ένα μόνο θέμα.

Στο πρώτο τμήμα – που είναι και το μακράν μεγαλύτερο – ο Γκίνσμπεργκ καταθέτει ότι υπήρξε μάρτυρας της καταστροφής “των καλύτερων μυαλών” της γενιάς του και δίνει μια λεπτομερή περιγραφή αυτών των ανθρώπων. Δεν ήταν επιστήμονες, δεν ήταν πολιτικοί ή άλλα σημαίνοντα μέλη της αμερικανικής κοινωνίας αλλά ήταν χρήστες ναρκωτικών, μουσικοί, ποιητές, αντιφρονούντες πολιτικοί και ταξιδιώτες του κόσμου.

Είδα τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς µου ρημαγμένα

από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα,

σερνάμενα χαράματα, σε δρόμους νέγρικους,

ζητώντας µια άγρια δύση,

χίπστερς αγγελοπρόσωπους, κορωμένους µε τα πανάρχαια βαποράκια

για την αστρική γεννήτρια στη µηχανή της νύχτας,

λέτσους, µπατίρηδες, κοµµένους, να καπνίζουν µαστούρηδες

στο µεταφυσικό σκοτάδι ξυλιασµένων ορόφων,

να πλέουν στις κορυφές των πόλεων, να µελετούν τζαζ,

[…]

Στο δεύτερο μέρος αναρωτιέται τι ήταν αυτό που κατέστρεψε τα καλύτερα μυαλά της γενιάς του, για να δώσει αμέσως την απάντηση: Ο Μολόχ. Τον άδικο θεό των Φοινίκων που λατρευόταν με θυσίες αθώων μωρών επιλέγει ο Γκίνσμπεργκ για να μιλήσει για το τέρας που σκοτώνει τη νεολαία και την αγάπη.

Ποια αλουμίνια σφίγγα τσιμέντου τους άνοιξε τα καύκαλα

κι έφαγε µυαλά και φαντασία;

Ο Μολόχ! Λέρα! Ερηµιά! Αηδία!

Σκουπιδοτενεκέδες κι ανεπίτευκτα δολάρια!

Παιδιά να τσιρίζουν κάτω απ’ τις σκάλες!

Άγρια να κλαίνε σε στρατούς!

Γέροι να σκούζουν στα πάρκα!

Ο Μολόχ! Ο Μολόχ! Ο εφιάλτης Μολόχ! Ο αδέκαστος Μολόχ!

Ο παρανοϊκός Μολόχ! Ο Μολόχ κατακριτής των ανθρώπων!

[…]

Στο τρίτο τμήμα του ποιήματος απευθύνεται άμεσα στον Καρλ Σόλομον, τον στενό του φίλο δηλώνοντάς του την αλληλεγγύη του επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τη φράση «Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου».

Καρλ Σόλοµον! Είµαι µαζί σου στο Ρόκλαντ,

εκεί που η τρέλα σου απ’ τη δική µου πιο µεγάλη.

Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,

εκεί όπου πρέπει τόσο παράξενα να νιώθεις.

Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,

εκεί όπου παίζεις τη σκιά της µάνας µου.

Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,

εκεί όπου έχεις δολοφονήσει τις δώδεκα ιδιαιτέρες σου.

Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,

εκεί όπου γελάς µ’ εκείνο το αόρατο χιούµορ.

[…]

 

Ο Allen Ginsberg δεν φαντάστηκε ποτέ ότι το «Ουρλιαχτό» θα βρει τόσο μεγάλη αναγνώριση και έτσι το ποίημα είναι γεμάτο με προσωπικές αναφορές που μόνο οι φίλοι και οι γνωστοί του θα είχαν γνωρίσει.

Το «Ουρλιαχτό» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ στο βιβλίο με τον τίτλο «Ουρλιαχτό, Καντίς και άλλα ποιήματα», σε μετάφραση Άρη Μπερλή.

Βγάλτε τίς κλειδαριές από τίς πόρτες!
Βγάλτε τίς πόρτες απ’ τούς μεντεσέδες!

Γιά τον Κάρλ Σόλομον

Ι

Είδα τά καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ’ την
τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,
νά σέρνονται μέσ’ απ’ τούς νέγρικους δρόμους τήν αυγή γυ-
ρεύοντας μιά φλογισμένη δόση,
χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επου-
ράνιο δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας,
φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμέ-
νοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι πα-
γωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορ-
φές τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ,
πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ’ τόν εναέριο
σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλί-
ζοντας φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων,
πού πέρασαν απ’ τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι αχτι-
νοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραμα-
τικά λουσμένα στό φώς τού Μπλέηκ ανάμεσα στούς μανδα-
ρίνους τού πολέμου,
πού αποβλήθηκαν απ’ τίς ακαδημίες γιατ’ ήσαν λέει τρελοί κι
εξέδιδαν άσεμνες ωδές στά παράθυρα τής νεκροκεφαλής,
πού τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια μέ εσώρουχα, καίγοντας
τά λεφτά τους σέ καλάθια αχρήστων καί στήνοντας τ’ αυτί
στόν Τρόμο μεσ’ απ’ τόν τοίχο,
πού πιάστηκαν από τίς ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας
φτιαγμένοι μέ μαριχουάνα από Λαρέντο γιά Νέα Υόρκη,
πού καταπίνανε φωτιά στούς τεκέδες ή πίναν νέφτι στό Πα-
ράνταϊς Άλλεϋ, θάνατος, ή τυραννούσαν τά κορμιά τους
κάθε νυχτα
μέ όνειρα, μέ ναρκωτικά, μ’ εφιάλτες στόν ξύπνο, βακχείες
καί οχείες κι ατέλειωτα όργια,
ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στό
μυαλό πού πηδούσε σέ κολόνες τού Καναδά καί τού Πάτερ-
σον, καταυγάζοντας τόν ασάλευτο κόσμο τού Χρόνου,
Πεγιότ συμπάγειες τώμ θαλάμων, χαράματα περιβόλων πρά-
σινων δέντρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στίς στέγες, αύ-
τοκινητάδες τής πλάκας καί τής μαστούρας καί απέραντες
σειρές βιτρίνες καί βλεφαρισμοί τών φώτων τής τροχαίας,
ηλιακές καί σεληνιακές καί δενδρικές δονήσεις στά βρυχώ-
μενα χειμωνιάτικα δειλινά τού Μπρούκλιν, τενεκεδοπαρα-
ληρήματα κι ευγενικό βασιλικό φώς τού νού,
πού στρωθήκαν στό μετρό γιά τήν ατέρμονη βόλτα απ’ τό
Μπάττερυ στό άγιο Μπρόνξ μέ μπενζεντρίν ωσότου τών
τροχών καί τών παιδιών ο θόρυβος τούς έριξε τρέμοντας
σύγκορμοι μέ στραβό τό στόμα τσακισμένοι ξεστραγγισμέ-
νοι από κάθε σκέψη στό θλιβερό φώς τού Ζωολογικού Κήπου,
πού βουλιάξαν όλη νύχτα στό υποβρύχιο φώς τού Μπίκφορντ
καί ξενερίσανε καί βγάλαν τό απόγευμα μέ ξεθυμασμένη
μπίρα στήν ερημιά τού Φουγκάτσι, ακούγοντας τόν Ερχομό
τής Κρίσης στό τζουκμπόξ τού υδρογόνου,
πού μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ’ τό πάρκο στό
σπίτι στό μπάρ στό Μπέλβιου στό μουσείο στή Γέφυρα τού
Μπρούκλιν,
ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών πού πηδούσαν απ’
τίς βεράντες απ’ τίς εξόδους πυρκαγιάς απ’ τά παράθυρα απ’
τό Εμπάιερ Στέητ απ’ τήν σελήνη,
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
γεγονότα καί μνήμες κι ανέκδοτα καί πλάκες πού σπάσανε
καί σόκ νοσοκομείων καί φυλακών καί πολέμων,
ολόκληρες διάνοιες πού ξεράστηκαν αναπολώντας μέ απόλυτη
ακρίβεια εφτά μέρες καί νύχτες μέ μάτια πού άστραφταν,
κρέας γιά τή Συναγωγή πεταμένο στό πεζοδρόμιο,
πού χάθηκαν στό πούπετα Ζέν Νιού Τζέρσυ αφήνοντας στό πέ-
ρασμά τους διφορούμενα κάρτ-ποστάλ τού Ατλάντικ Σίτυ
Χώλ,
υποφέροντας από ιδρώτες τής Ανατολής καί οστεόλυση τής
Ταγγέρης καί κινεζικές ημικρανίες σέ περίοδο αποτοξινώ-
σεως στό γυμνό καί θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,
πού γυρόφερναν τά μεσάνυχτα στό μηχανοστάσιο τών τρένων
κι αναρωτιόνταν πού νά πάνε, καί πήγαν, χωρίς ν΄αφήσουν
κανένα μέ παράπονο,
πού ανάβανε τσιγάρα στά βαγόνια βαγόνια βαγόνια πού κρο-
τάλιζαν τραβώντας μεσ’ απ’ τό χιόνι γιά τίς ερήμικες φάρ-
μες στήν παππούδικη νύχτα,
πού μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού
τηλεπάθεια καί μπόπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο
ενστικτωδώς κάτω απ’ τά πόδια τους στό Κάνσας,
πού τριγυρνούσαν μόνοι στούς δρόμους τού Αϊντάχο ψάχνον-
τας γιά φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους πού ήσαν φαντα-
στικοί ινδιάνοι άγγελοι,
πού σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη
άστραψε σέ υπερφυσική έκσταση,
πού σάλταραν σέ λιμουζίνες μέ τόν Κινέζο τής Οκλαχόμα
όταν τούς κέντρισε η χειμωνιάτικη τού φαναριού τού δρόμου
μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,
πού σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στό Χιούστον ψά-
χνοντας γιά τζάζ ή σέξ ή πράγμα, καί πήραν στό κατόπι τόν
αετονύχη τόν Σπανιόλο νά συζητήσουν γιά τήν Αμερική καί
τήν Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπαρκάραν
γιά τήν Αφρική,
πού εξαφανίστηκαν στά ηφαίστεια τού Μεξικού αφήνοντας
πίσω τους τίποτ’ άλλο πέρα από τή σκιά τών μπλουτζήνς
καί τή λάβα καί τή στάχτη τής ποιήσης σκορπισμένη στό
τζάκι Σικάγο,
πού ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή ερευνώντας τό F.B.I μέ
γενειάδες καί σόρτς μέ μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξυ
καί λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φυλλάδια,
πού έκαναν τρύπες από τσιγάρο στά μπράτσα τους διαμαρτυ-
ρόμενοι γιά τή ναρκωτική καταχνιά τού ταμπάκου τού Κα-
πιταλισμού,
πού μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στή Γιούνιον
Σκουαίαρ κλαίγοντας καί βγάζοντας τά ρούχα τους ενώ οι
σειρήνες τού Λός Άλαμος τούς κυνηγούσαν στριγκλίζοντας,
τήν Ουώλ Στρήτ κατεβαίνοντας στριγκλίζοντας , κι ενώ τό
φέρρυ γιά τό Στάτεν στρίγκλιζε επίσης,
πού έσπασαν κλαίγοντας σέ λευκά γυμναστήρια γυμνοί καί
τρέμοντας μπροστά στίς μηχανές άλλων σκελετών
πού δάγκωσαν ντέτεκτιβς στό σβέρκο καί τσίριζαν καταγοη-
τευμένοι σέ αστυνομικά εκατό μιά καί κανένα έγκλημα δέν
είχαν διαπράξει παρά μονάχα τή δική τους άγρια παιδερα-
στία καί μέθη,
πού ούρλιαζαν πεσμένοι στά γόνατα στόν υπόγειο καί σύρθη-
καν έξω από τήν οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα καί γεννη-
τικά όργανα,
πού αφέθηκαν νά γαμηθούν από πίσω από άγιους μοτοσυκλε-
τιστές κι αλάλαζαν από χαρά,
πού κάνανε τσιμπουκι μ’ αυτά τ’ ανθρώπινα σεραφείμ, τούς
ναύτες, χάδια τού Ατλαντικού κι αγάπες τής Καραϊβικής,
πού ξεφάντωναν πρωί καί βράδυ στούς ροδόκηπους καί στό
γρασίδι τών δημοσίων πάρκων καί κοιμητηρίων σκορπίζον-
τας μ’ απλοχεριά τό σπέρμα τους σ’ όποιον κι άν ήθελε,
πού είχαν αδιάκοπο λόξιγκα θέλοντας νά χαχανίσουν καί τέ-
λειωσαν μ’ ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα σ’ ένα χαμάμ
όταν ο ξανθός καί γυμνός άγγελος ήρθε νά τούς καρφώσει
μ’ ένα ξίφος,
πού χάσανε τ’ αγόρια τους στίς τρείς γριές στίγκλες τής
μοίρας τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα τού ετεροφυλόφιλου δο-
λάριου τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού κλείνει τό μάτι έξω
απ’ τή μήτρα καί τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού δέν κάνει
τίποτ’ άλλο απ’ τό νά κάθεται στόν πισινό της καί νά ψαλι-
δίζει τίς χρυσές κλωστές τής διανόησης στόν αργαλειό τού
τεχνίτη,
πού ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ’ ένα μπουκάλι
μπίρα μιά αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί καί πέ-
σαν κάτω απ’ τό κρεβάτι καί συνεχίσανε στό πάτωμα καί
έξω στό διάδρομο καί τέλειωσαν λιγοθυμώντας μέ τό όραμα
τού απόλυτου μουνιού καί σπέρμα πού ξέφυγε από τό τε-
λευταίο παίξιμο τής συνείδησης,
πού γλύκαναν τό πράμα εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας
στό δειλινό καί είχαν μάτια κόκκινα τό πρωί, πρόθυμοι
όμως νά γλυκάνουν τό πράμα τής ανατολής, αστράφτοντας
οπίσθια στούς σιτοβολώνες καί γυμνοί στή λίμνη,
πού σάρωσαν τό Κολοράντο πορνοκοπώντας μέ μυριάδες κλεμ-
μένα αυτοκίνητα τής νύχτας, Νήλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως
αυτών τών ποιημάτων, ψωλαράς καί Άδωνις τού Ντένβερ –
χαρά στ’ αμέτρητα γαμήσια του μέ κορίτσια σέ χορταρια-
σμένα οικόπεδα κι αυλές, σέ ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες
κινηματογράφων, σέ βουνοκορφές σέ σπήλαια, μέ χτικιάρες
γκαρσόνες στ’ ανασηκωμένα μεσοφούστανα τών κρασπέδων
τών εθνικών οδών, κυρίως δέ σέ μυστικούς σολιψισμούς ου-
ρητηρίων βενζινάδικων, καί σέ σοκάκια επίσης,
πού σβήσαν σάν εικόνες σέ απέραντες βρομερές ταινίες, μετα-
κινήθηκαν στό όνειρο, ξύπνησαν σ’ένα απροσδόκητο Μαν-
χάτταν, σύρθηκαν έξω απ’ τά υπόγεια μέ πονοκέφαλο απ’τό
άσπλαχνο Τοκαίυ καί τούς τρόμους τών σιδηρών ονείρων τής
Τρίτης Λεωφόρου καί τράβηξαν παραπατώντας γιά τό γρα-
φείο ανεργίας,
πού περπατήσανε όλη νύχτα μέ τά παπούτσια τους γεμάτα
αίμα στίς χιονισμένες αποβάθρες παραμονευόντας μιά πόρ-
τα τού Ήστ Ρίβερ νά ανοίξει σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο
καί αχνούς,
πού δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στίς πολυκα-
τοικιούμενες απόκρημνες όχθες τού Χάντσον κάτω από τόν
γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα τής σελήνης, καί τά κε-
φάλια τους στεφανωθούν μέ δάφνη εις αιωνίαν λήθην,
πού φάγανε τό αρνάκι ραγού τής φαντασίας ή χωνέψανε τόν κά-
βουρα στόν λασπώδη πυθμένα τών ποταμών τού Μπάουερυ,
πού κλάψανε γιά τό ρομάντσο τών δρόμων μέ τό κάρο τους
γεμάτο κρεμμύδια καί κακή μουσική,
πού κάθισαν σέ παράγκες ανασαίνοντας στό σκοτάδι κάτω απ’
τή γέφυρα καί σηκωθήκαν γιά νά στήσουν κλαβεσέν στίς
σοφίτες τους,
πού βήχανε στόν έκτο όροφο τού Χάρλεμ στεφανωμένοι μέ
φλόγα κάτω από τόν φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από κα-
φάσια θεολογίας,
πού ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολάροντας ανυπέρβλη-
τες επωδές πού στό κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές ασυναρ-
τησιών,
πού μαγειρέψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές
μπόρστ καί τορτίγιες κάνοντας όνειρα γιά τό αγνό βασίλειο
τών φυτών,
πού χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας
γιά ένα αυγό,
πού πέταξαν τά ρολόγια τους απ’ τήν ταράτσα γιά νά ρίξουν τήν
ψήφο τους υπέρ τής Αιωνιότητας έξω απ’ τό Χρόνο, καί ξυ-
πνητήρια πέφταν κάθε μέρα στά κεφάλια τους καθ’ όλη τήν
επόμενη δεκαετία,
πού κόψανε τίς φλέβες τους τρείς φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,
τό πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά
μέ αντίκες όπου νιώθαν πώς γερνούν, καί κλαίγανε,
πού κάηκαν ζωντανοί μέ τά αθώα φανελένια τους κουστούμια
στή Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ’ εκρήξεις μολυβένιου
στίχου καί φουλαρισμένοι σαματά τώμ σιδηρών συνταγμά-
των τής μόδας καί νιτρογλυκερινικών κραυγών τών νεράι-
δων τής διαφημίσης καί μουσταρδικού αερίου τών απαισίων
διανοουμένων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τά μεθυσμένα
ταξί τής Απολύτου Πραγματικότητος,
πού πήδηξαν από τή γέφυρα τού Μπρούκλιν αυτό πράγματι
συνέβη καί χαθήκανε άγνωστοι καί ξεχασμένοι στή φασμα-
τική ζάλη τών παρόδων τής Τσάιναταουν, κι ούτε τούς κέ-
ρασαν μιά μπίρα,
πού τραγουδούσαν απ’ τά ανοιχτά παράθυρα τους απελπισμέ-
νοι, έπεσαν από τό παράθυρο τού μετρό στό βρόμικο Πασ-
σάικ, ρίχτηκαν σέ νέγρους, κλαίγανε στούς δρόμους, χόρε-
ψαν ξυπόλητοι πάνω σέ κρασοπότηρα σπασμένα πίτα στό
μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζάζ
τού ’30, τέλειωσαν τό ουίσκυ καί ξέρασαν μέ ρόχθο στή
ματωμένη τουαλέτα, μέ βογκητά στ’ αυτιά τους καί συριγ-
μούς κολοσσιαίων σειρήνων,
πού κουτρουβάλησαν στίς λεωφόρους τού παρελθόντος ταξι-
δευόντας ο ένας στού άλλου τόν Γολγοθά τής αγρύπνιας καί
τής μοναξιάς ή στήν ενσάρκωση τής τζάζ τού Μπίρμινχαμ,
πού διασχίσανε τή χώρα απ’ τό ‘να άκρο στ’ άλλο σ’ εβδομην-
ταδύο ώρες γιά νά δούν άν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες
ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, γιά νά βρούν τήν Αιω-
νιότητα,
πού ταξίδεψαν στό Ντένβερ, πού πέθαναν στό Ντένβερ, πού
ξαναγύρισαν στό Ντένβερ καί περίμεναν ματαίως, πού α-
γνάτευαν στό Ντένβερ καί στοχάζονταν καί μονάζανε στό
Ντένβερ καί τελικά εφύγανε γιά ν’ ανακαλύψουν τό Χρόνο,
καί τό Ντένβερ νοσταλγεί τώρα τούς ήρωες του,
πού πέσανε στά γόνατα σ’ απελπισμένες εκκλησιές καί προσ-
ευχήθηκαν ο ένας γιά τού άλλου τή σωτηρία καί τή φώτιση
καί τίς καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τά μαλλιά της μιά
στιγμή,
πού σπάσαν τό κεφάλι τους στίς φυλακές καρτερώντας απίθα-
νους εγκληματίες μέ χρυσά κεφάλια καί τή γοητεία τής
πραγματικότητας στίς καρδιές πού τραγουδούσαν γλυκά
μπλούζ στό Αλκατράζ,
πού αποσύρθηκαν στό Μεξικό γιά νά καλλιεργήσουν μιά συν-
ήθεια, ή στά Βραχώδη Όρη στόν τρυφερό Βούδα ή στήν
Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στό Νότιο Ειρηνικό στή μαύρη λοκο-
μοτίβα ή στό Χάρβαρντ στόν Νάρκισσο στό Γούντλων στή
γιρλάντα από μαργαρίτες ή στόν τάφο,
πού αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας τό ρα-
διόφωνο γιά υπνωτισμό καί απόμειναν μέ τή δική τους τρέ-
λα καί τά χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,
πού πέταξαν κλούβια αυγά στούς ομιλητές περί Ντανταϊσμού
στό Κολέγιο τής Νέας Υόρκης καί μετά παρουσιάστηκαν
στά γρανιτένια σκαλοπάτια τού τρελοκομείου μέ ξυρισμένα
κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες καί απαιτώντας
άμεσο λοβοτομία,
καί πού τούς δόθηκε αντί γι’ αυτό τό συμπαγές κενό της ιν-
σουλίνης τού μετρασόλ τού ηλεκτροσόκ τής υδροθεραπείας
ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πίνγκ πόνγκ καί αμνη-
σίας,
πού αναποδογύρισαν ένα μονάχα συμβολικό τραπέζι τού πίνγκ
πόνγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, καί ξεκουράστηκαν γιά
λίγο στην κατατονία,
καί γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μέ
μιά ματωμένη περούκα, καί τά δάκρυα καί τά δάχτυλα, στήν
ολοφάνερη καταδίκη τής τρέλας τών θαλάμων τών τρελο-
πόλεων τών Ανατολικών Πολιτειών,
στά δυσώδη δωμάτια τού Πίλγκριμ καί τού Ρόκλαντ καί τού
Γκρέυστοουν, λογομαχώντας μέ τούς αντίλαλους τής ψυχής,
χορεύοντας ρόκ στίς μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τής
αγάπης, ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς, σώματα πού γινήκαν
πέτρα βαριά σάν τό φεγγάρι,
μέ τή μάνα τελικά……. καί τό τελευταίο φανταστικό βιβλίο
πεταμένο έξω απ’ τό παράθυρο, καί τήν τελευταία πόρτα
πού έκλεισε στίς 4 τό πρωί καί τό τελευταίο τηλέφωνο πού
βρόντηξε στόν τοίχο αντί απαντήσεως καί τό τελευταίο ε-
πιπλωμένο δωμάτιο πού άδειασε μέχρι τό τελευταίο κομ-
μάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο τριαν-
τάφυλλο καρφωμένο στήν κρεμάστρα στήν ντουλάπα, φαν-
ταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο
κομματάκι παραισθήσεως –
Ώ Κάρλ, όσο δέν είσαι ασφαλής δέν είμαι άσφαλής, καί τώρα
είσαι στ’ αλήθεια μέσα στήν απόλυτη μπουγιαμπέσα τού
χρόνου –
καί πού γι’ αυτό ετρέχανε στούς παγωμένους δρόμους δαιμο-
νισμένοι από μιά ξαφνική αστραπή τής αλχημείας τής χρή-
σης τής έλλειψης τού καταλόγου τού μεταβλητού μέτρου καί
τού παλμικού επιπέδου,
πού ονειρεύονταν καί επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στό Χώ-
ρο καί τό Χρόνο μέσ’ άπό άντικριστές εικόνες, καί παγί-
δευαν τον αρχάγγελο τής ψυχής ανάμεσα σέ 2 οπτικές ει-
κόνες καί δένανε τά στοιχειώδη ρήματα καί βάζανε μαζί τό
ούσιαστικό καί τήν παύλα τής συνείδησης πηδώντας μέ τήν
αίσθηση τού Pater Omnipotens Aetema Deus
γιά ν’ άναγεννήσει τή σύνταξη καί τό μέτρο τού φτωχού άνθρώ-
πινου πεζού λόγου καί νά σταθεί μπροστά σας αμίλητος καί
νοήμων καί τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως
ανοίγοντας τήν ψυχή γιά νά ομονοήσει μέ τό ρυθμό τής
σκέψης μές στό γυμνό κι απέραντο κεφάλι,
ό τρελός τό ρεμάλι κι άγγελος μπήτ στό Χρόνο, άγνωστος, κι
όμως καταγράφοντας εδώ αυτά πού θ’ απομείνουν γιά νά
ειπωθούν σέ καιρούς μετά τό θάνατο, γι’ αύτούς
πού υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στά φασματικά ρούχα τής
τζαζ στή χρυσοκέρατη σκιά τής μπάντας καί τραγούδησαν
το βάσανο γι’ αγάπη τού γυμνού αμερικάνικου μυαλού μέ
μιά ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή πού ανα-
τρίχιασε τίς πόλεις μέχρι τό τελευταίο ραδιόφωνο
μέ τήν απόλυτη καρδιά τού ποιήματος τής ζωής σφαγμένη καί
πετάμενη έξω απ’τά κορμιά τους καλή γιά φάγωμα γιά
χίλια χρόνια.

II

Ποιά σφίγγα τσιμέντου καί αλουμίνιου έσπασε τά κρανία τους
καί καταβρόχθισε τά μυαλά καί τή φαντασία τους;
Μολώχ ! Μοναξιά ! Βρομιά ! ’Ασχήμια ! Σκουπιδοτενεκέδες
κι απρόσιτα δολάρια ! Παιδιά πού τσιρίζουν κάτω άπ’ τίς
σκάλες ! ’Αγόρια πού κλαΐνε μ’ αναφιλητά στούς στρατούς !
Γέροι πού κλαψουρίζουν στα πάρκα !
Μολώχ ! Μολώχ ! Εφιάλτης τού Μολώχ ! Μολώχ ό χωρίς
αγάπη καμιά ! Μολώχ τού μυαλού ! Μολώχ ό στυγνός κρι-
τής τών άνθρώπων !
Μολώχ η ακατανόητη φυλακή ! Μολώχ τό νεκροκέφαλο άψυχο
κάτεργο καί Κογκρέσο τών θλίψεων ! Μολώχ τών κτιρίων
τής κρίσεως ! Μολώχ ό θεόρατος λίθος τού πολέμου ! Μο-
λώχ οί αποσβολωμένες κυβερνήσεις !
Μολώχ μέ τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής ! Μολώχ πού στίς φλέβες
σου τρέχει ρευστό ! Μολώχ μέ τά δάχτυλα δέκα στρατιών.
Μολώχ μέ άνθρωποφάγο στήθος δυναμό ! Μολώχ μέ τ’ αύτι
πού καπνίζει σαν τάφος !
Μολώχ μέ τά μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ τών
ουρανοξυστών στή σειρά καθισμένων στούς απέραντους δρό-
μους σάν ’Ιεχωβάδες ! Μολώχ έργοστασίων πού κρώζουν
στό πούσι κι ονειρεύονται ! Μολώχ καμινάδων κι άντένων
πού στέφουν τις πόλεις !
Μολώχ μέ αγάπη απέραντη πετρελαίου καί πέτρας ! Μολώχ
μέ ψυχη τραπεζών κι ηλεκτρικής ένεργείας ! Μολώχ πού ή
φτώχεια σου είναι τό φάσμα τής μεγαλοφυίας ! Μολώχ πού
ή μοίρα σου είναι ένα σύννεφο αφύλου υδρογόνου ! Μολώχ
πού τ’ όνομά σου είναι Νούς !
Μολώχ πού μέσα σου νιώθω μονάχος ! Μολώχ πού μέσα σου
ονειρεύομαι αγγέλους ! Τρελός στόν Μολώχ ! Πούστης στόν
Μολώχ ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στόν Μολώχ !
Μολώχ πού μπήκες στήν ψυχή μου νωρίς ! Μολώχ πού μέσα
σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση ! Μολώχ πού μέ τρόμα-
ξες πάνω στή φυσική μου έκσταση ! Μολώχ πού σ’ εγκα-
ταλείπω ! Ξυπνώ στον Μολώχ ! Φώς κατεβαίνει άπο τον
ουρανό !
Μολώχ ! Μολώχ ! Ρομπότ διαμερίσματα ! αόρατα προάστια !
σκελετώδη θησαυροφυλάκια ! τυφλές πρωτεύουσες ! δαιμο-
νικές βιομηχανίες ! φασματικά έθνη ! αήττητα τρελοκομεία !
γρανιτώδες ψωλές ! τερατώδεις μπόμπες !
Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας τόν Μολώχ στόν Ούρανό !
Πεζοδρόμια, δέντρα, ραδιόφωνα, τόνοι ! την πόλη σηκώνον-
τας στόν Ούρανο πού υπάρχει παντού τριγύρω μας !
Οράματα ! οιωνοί ! παραισθήσεις ! θαύματα ! εκστάσεις ! τά
πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι !
Ονειρα ! λατρείες ! φωτοχυσίες ! θρησκείες ! ολόκληρη η μαού-
να φορτωμένη εύαίσθητο σκατό !
Ρήξεις ! πάνω άπ’ τό ποτάμι ! υστερίες καί σταυρώσεις ! κάτω
μέ τό ρέμα ! Εύφορίες ! Θεοφάνειες ! ’Απελπισίες ! Δέκα
χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες ! Μυαλά ! Αγάπες
νέες ! Παλαβή γενιά ! κάτω στά βράχια του Χρόνου!
Αληθινό άγιο γέλιο στό ποτάμι ! Τά είδαν όλα ! τ’ άγρια μά-
τια ! τ’ άγια άλυχτήματα ! Είπαν αντίο ! Πήδηξαν άπ’ τή
στέγη ! στή μοναξιά! κουνώντας τα χέρια ! κρατώντας λου-
λούδια ! Κάτω στό ποτάμι! κάτω στό δρόμο!

III

Κάρλ Σόλομον ! Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ
όπου πιο τρελός είσαι από μένα
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου πρέπει νά νιώθεις πολύ παράξενα
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου μιμείσαι τή σκιά της μάνας μου
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου σκότωσες τίς δώδεκα γραμματείς σου
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου γελάς μέ τοΰτο τ’ άόρατο χιούμορ
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στήν ίδια φοβερή γραφο-
μηχανή
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου ή κατάστασή σου είναι σοβαρή καί τή λέν στό ραδιό-
φωνο
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου οι κρανιακές λειτουργίες δ΄ρν δέχονται πιά τά σκουλή-
κια τών αισθήσεων
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου πίνεις τό τσάι απ’τά στήθια των γεροντοκόρων τής
Γιούτικα
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου λογοπαικτείς πάνω στά σώματα τών νοσοκόμων σου
τίς στρίγκλες τού Μπρόνξ
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου ούρλιάζεις μές στό ζουρλομανδύα πώς χάνεις τό παι-
χνίδι στό πραγματικό πίνγκ πόνγκ τής αβύσσου
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου βροντάς στο κατατονικό πιάνο πώς ή ψυχή είναι αθώα
καί άθάνατη ποτέ δέν πρέπει νά πεθαίνει βάναυσα σ’ ένα
στρατοκρατούμενο τρελάδικο
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου πενήντα άκόμη σόκ κι ή ψυχή σου δέν θά ξαναγυρίσει
στό σώμα της απ’τό προσκύνημά της σ’ένα σταυρό στό
κενό
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου κατηγορείς τούς γιατρούς σου για φρενοβλάβεια καί
καταστρώνεις τήν εβραϊκή σοσιαλιστική επανάσταση ενάν-
τια στόν φασιστικό εθνικό γολγοθά
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου θά σχίσεις στά δυό τόν ουρανό τής Λόνγκ Άιλαντ καί
θ’αναστήσεις τόν ζωντανό σου ανθρώπινο Ιησοϋ απ’τόν
υπερανθρώπινο τάφο
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου υπάρχουν είκοσιπέντε χιλιάδες τρελοί σύντροφοι όλοι
μαζί τραγουδώντας τίς τελευταίες στροφές τής Διεθνούς
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου σφιχταγκαλιάζουμε καί φιλούμε κάτω απ’ τά σεντόνια
τίς Ηνωμένες Πολιτείες τίς Ηνωμένες Πολιτείες πού βή-
χουν όλη νύχτα καί δέν θά μάς αφήσουνε να κοιμηθούμε
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
όπου ξυπνάμε από τό κώμα ηλεκτρισμένοι απ’ τά αεροπλά-
να τών ψυχών μας πού σουρίζουν πάνω άπ’ τή στέγη ήρθαν
νά ρίξουν τίς αγγελικές τους μπόμπες τό νοσοκομείο κα-
ταυγάζεται στό φώς φανταστικοί τοίχοι γκρεμίζονται Ώ
κοκαλιάρες λεγεώνες ορμάτε έξω Ώ αστερόεσσα καταπλη-
ξία τού ελέους ό αιώνιος πόλεμος είναι εδώ Ώ νίκη ξέχασε
τά εσώρουχά σου είμαστε ελεύθεροι
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
στά ονειρά μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι
πέρα για πέρα στήν εθνική οδό πού ζώνει τήν ’Αμερική μέ
δάκρυα ώς τήν πόρτα τού σπιτιού μου στή Δυτική νύχτα

Σάν Φρανσίσκο, 1955-56

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο “Ουρλιαχτό” του Άλεν Γκίνσμπεργκ
Περισσότερα

Το “Μνημείο Πεσόντων” της Άλις Όσβαλντ: Μια ανασκαφή της “Ιλιάδας”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Άλις Όσβαλντ επιχειρεί μια ανασκαφή της “Ιλιάδας”, μεταφράζει από το πρωτότυπο και δημιουργεί ένα “προφορικό νεκροταφείο”, ένα μεγάλο ποίημα-φόρο τιμής στους νεκρούς και των δύο στρατοπέδων του Τρωικού Πολέμου, υπενθυμίζοντας ότι μία από τις βασικές λειτουργίες του έπους, και όλης της λογοτεχνίας, είναι η διατήρηση της μνήμης.

 

Το Μνημείο Πεσόντων (2011) ξεκινάει με την ξερή καταγραφή, με κεφαλαία μάλιστα γράμματα, των ονομάτων εκείνων που σκοτώθηκαν στις ιλιαδικές μάχες: ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ / ΕΧΕΠΩΛΟΣ / ΕΛΕΦΗΝΩΡ / ΣΙΜΟΕΙΣΙΟΣ / ΛΕΥΚΟΣ / ΔΗΜΟΚΟΩΝ / ΔΙΩΡΗΣ / ΠΕΙΡΟΟΣ / ΦΗΓΕΑΣ / ΙΔΑΙΟΣ και συνεχίζει για οκτώ σελίδες, ένα μικρό νεκροταφείο νεκρών πολεμιστών.

***

“Ο πρώτος που πέθανε ήταν ο ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ
Άντρας ταγμένος βούτηξε με φούρια στο σκοτάδι
Με σαράντα μελανά καράβια ν’ αφήνουν πίσω τους τη γη
Άντρες σάλπαραν μαζί του από εκείνους τους γκρεμούς
που τους φωτίζουνε λουλούδια
Όπου το χορτάρι δίνει στα πάντα τροφή
Πύρασος Ίτων Πτελεός Ανδρών
Πέθανε στον αέρα πηδώντας για να φτάσει πρώτος
στην ακτή
Το σπίτι του έμεινε μισοχτισμένο
Πετάχτηκε η γυναίκα του γδέρνοντας τα μάγουλά της
Ο Ποδάρκης ο σε όλα λιγότερος αδελφός του
Πήρε το πόστο του αλλά αυτά έγιναν πριν πολύ καιρό
Βρίσκεται στη μαύρη γη χιλιάδες χρόνια τώρα”.

***

Το “προφορικό νεκροταφείο” της Όσβαλντ, το μνημείο που στήνει προς τιμήν όλων των κοινών, “αόρατων” ανθρώπων, υπενθυμίζει κάθε στιγμή πόσο σύντομο και απρόβλεπτο είναι το πέρασμά μας από αυτή τη ζωή, και κατ’ επέκταση, πόσο μοναδικό και πολύτιμο. Η -τολμηρή- απόφασή της να συμπυκνώσει την Ιλιάδα με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτει αναπάντεχα στον αναγνώστη κάτι από την πρωταρχική λειτουργία της λογοτεχνίας. Λέμε ιστορίες όχι μόνο για να εξηγήσουμε τα ανεξήγητα του κόσμου που μας περιβάλλει, όχι μόνο για να κατευνάσουμε το φόβο και να βρούμε παρηγοριά, αλλά και για να θυμόμαστε, όσα έγιναν και όσους πέρασαν πριν από μας, επειδή οι νεκροί πεθαίνουν πραγματικά μόνο όταν τους έχουν ξεχάσει όλοι. Δεν είναι τυχαίο ότι η εφημερίδα “Le Monde” επέλεξε να τιμήσει τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Bataclan δημιουργώντας ένα αντίστοιχο μνημείο: οι φωτογραφίες των 130 θυμάτων συνοδευόμενες από τα ονόματά τους και ένα συντομότατο κείμενο κάθε φορά, που υπενθύμιζε ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, πώς ζούσαν και τι ονειρεύονταν, πώς ακριβώς σκοτώθηκαν και ποιοι μένουν πίσω για να τους θυμούνται.

***

Περπατώντας στα χνάρια του ιλιαδικού κόσμου, νιώθοντας τη σκόνη και τη μεταλλική γεύση του αίματος, η Βρετανίδα Άλις Όσβαλντ στήνει ένα αριστουργηματικό ποιητικό μνημείο με άξονα τους αμνημόνευτους και ατραγούδιστους νεκρούς του έπους, το οποίο με ευστοχία αποκαλεί Μνημείο Πεσόντων.

Κυρίως, όμως, ανασυστήνει με τα ίδια ακριβώς εργαλεία ολόκληρο τον ομηρικό κόσμο, φτάνοντας μέχρι την απλή λεπτομέρεια της αίσθησης του θανάτου που είναι κυρίαρχη σε κάθε απτή παρομοίωση, σε κάθε κίνηση της φύσης, «όπως ένα μουρμούρισμα του ανέμου/ ξεκινά ένα ψιθύρισμα κυμάτων/ μια μακριά νότα δυναμώνει/ Το νερό αναπνέει στεναγμό βαθύ/ Σαν κυματισμό της γης/ Όταν ο δυτικός άνεμος περνάει μέσα από χωράφι/ Λαχταρώντας ψάχνοντας/ χωρίς να βρίσκει τίποτα/ Οι μίσχοι των καλαμποκιών τινάζουν τα πράσινα κεφάλια τους».

Η Άλις Όσβαλντ, για την οποία γράφτηκε ότι είναι ίσως η μεγαλύτερη εν ζωή ποιήτρια της Μεγάλης Βρετανίας, δανείζεται από την Ιλιάδα τις μινιμαλιστικές «βιογραφίες» των άσημων νεκρών και χτίζει με στίχους το μνημείο τους. «Ο ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ είναι νεκρός που λάτρευε το τρέξιμο/ Τώρα κάποιος πρέπει να το πει στον πατέρα του/ Εκείνον τον εξαντλημένο άντρα που ακουμπάει σ’ έναν τοίχο/ Περιμένοντας τον αγαπημένο του γιο».

Στη συνέχεια χρησιμοποιεί, ελεύθερα «μεταφρασμένη», την παραπάνω ιλιαδική παρομοίωση: «Όπως ένα λιοντάρι που οδηγεί τα μικρά του μέσα από το δάσος/ Και πέφτει σε μια ομάδα κυνηγών/ Και από το βλέμμα παίρνει δύναμη/ Σφίγγοντας όλο του το πρόσωπο σαν μια γροθιά/ Γύρω από τα πετράδια των ματιών του». Μια ελλειπτική «βιογραφία» κι ύστερα μια παρομοίωση, σε αντιφώνηση – παρομοίωση η οποία όμως επαναλαμβάνεται! Και με την επανάληψη το ποίημα γίνεται τραγούδι, γίνεται μοιρολόι. Η σύλληψη και η εκτέλεση είναι απλή και ιδιοφυής. Η πλοκή της Ιλιάδας μένει ολότελα απ’ έξω. Η ποιητική αφήγηση περιλαμβάνει αρχικά τους άσημους νεκρούς και τις δις επαναλαμβανόμενες παρομοιώσεις.

Ο ανώνυμος στρατιώτης αποκτά σάρκα και οστά τη στιγμή ακριβώς που χάνεται: «Όπως όταν ο θεός ρίχνει ένα αστέρι/ Και όλοι κοιτούν επάνω/ Να δουν αυτό το μαστίγιο από σπίθες/ Κι έπειτα πάει».

Η στιγμή του χαμού αναφλέγεται φωτίζοντας τη ζωή του νεκρού, τα λίγα εκείνα που χρειάζονται για να γίνει πρόσωπο. Κι ακολουθεί η παρομοίωση-θρήνος.

Η Όσβαλντ, που μετά τις αρχαιοελληνικές οξφορδιανές σπουδές της εργάστηκε ως κηπουρός και είναι μητέρα τριών παιδιών, σάρωσε τα μεγάλα βρετανικά βραβεία ποίησης. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την προφορικότητα, τη φωνή.

Απήγγειλε απέξω το «Μνημείο μεσόντων». Για τις ανάγκες άλλων ποιημάτων της ηχογραφεί τις ζωντανές κουβέντες των ανθρώπων. Η μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά διαμεσολαβεί αποτελεσματικά την εμπνευσμένη εργασία της. Το ποίημα έρχεται ενθαρρυντικά να συναντηθεί με τις αναζητήσεις της καινούργιας ελληνικής ποίησης στα θέματα της προφορικότητας, του πειραματισμού, της φωνητικής εκφοράς, με τον πήχη, οπωσδήποτε, ψηλά σηκωμένο άπό την Οσβαλντ.

Κατά ενδιαφέροντα τρόπο –για να γυρίσουμε στο ποίημα– ο Πάτροκλος συμπεριλαμβάνεται στο «Μνημείο» κι ας μην είναι ανώνυμος, ενώ το έργο κλείνει με έναν σταρ, τον Έκτορα (υπάρχει γυναίκα που να μπορεί να αντισταθεί, όχι στον Πάρι, αλλά στον Έκτορα;). Με αυτόν τελειώνουν οι «βιογραφίες». Και το ποίημα σβήνει με δώδεκα μη επαναλαμβανόμενες πλέον παρομοιώσεις, που αντηχούν ελεγειακά η μία μετά την άλλη.

 

 

 

«Όπως εκείνη τη στιγμή κίνησης αργής/ Όπου η γυναίκα ζυγίζει το μαλλί/ Τα καημένα τα χέρια της αράχνες/ Δουλεύουν όλη νύχτα κλώθοντας για τα παιδιά της μέλλον/ Κι έπειτα σταματά/ Χαϊδεύει τη ζυγαριά να ισορροπήσει».

***

Οι υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου αφηγούνται, αναπαράγοντας ελεύθερα τις ομηρικές διατυπώσεις, τον τρόπο θανάτου καθενός από αυτούς τους επώνυμους νεκρούς:

Ο ΟΡΣΙΛΟΧΟΣ και ο ΚΡΗΘΩΝ δεν κρατιούνταν Είχαν ρηχά ανέκφραστα μάτια Που κοιτούσαν πάντοτε το λίκνισμα της θάλασσας Και ήταν εγγόνια ποταμού Του φημισμένου Αλφειού που τα μυώδη του ύδατα κυκλώνουνε τα χώματα της Πύλου Να τους κρατήσουν όμως δεν μπορούν τα μπράτσα αυτά τα μπλαβιασμένα Σαν μεγαλώσαν αρκετά Μπήκαν σ’ ένα καράβι σάλπαραν για την Τροία η ιστορία τους Τελειώνει εδώ στο μαύρο

***

Όπως τον Ιούνιο / Μια παπαρούνα που τη σφυροκοπά η βροχή / Γέρνει το κεφάλι της / Έτσι ακριβώς είναι / Όταν παραδίδεται ο λαιμός του ανθρώπου / Και ο χάλκινος κάλυκας του κράνους του / Γέρνει το κεφάλι του.

Όπως σημειώνει με εξαιρετική ακρίβεια η μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά στον πρόλογό της: «Ο λυρισμός των παρομοιώσεων, που άλλες φορές γλυκαίνει το τραγούδι του θανάτου και άλλες το δυναμώνει και το ενισχύει, φέρνει τη μοίρα του ανθρώπου σε αντιπαραβολή με αυτή όλων των άλλων φυσικών πλασμάτων, του ελαφιού, του λύκου, του λουλουδιού, των βράχων και των φύλλων, που ανανεώνονται, χάνονται και εμφανίζονται ξανά, όπως αυτοί οι στρατιώτες, εμείς, οι επόμενοι, που περνάμε σαν κομήτες και φωτίζουμε για μια στιγμή κάποιον ουρανό, για να αντικατασταθούμε στη συνέχεια από άλλους, μπορούμε όμως να ελπίζουμε ότι κάποιοι, χιλιάδες χρόνια αργότερα ίσως να διαβάσουν το όνομά μας και να μας θυμηθούν».

«Ο Ελεφήνωρ απ’ την Εύβοια που πρόσταζε σαράντα πλοία/ Γιος του Χαλκώδοντα για τη μητέρα του τίποτα δεν γνωρίζουμε/ Πέθανε σέρνοντας το πτώμα του Εχέπωλου/ Μια λάμψη, μια υποψία σάρκας φάνηκε κάτω από την ασπίδα καθώς έσκυψε/ Και τον χτύπησε ο Αγήνωρ τον ένατο χρόνο του πολέμου/ Είχε τα μαλλιά του μακριά»

***

Όπως μια σταγόνα από το χυμό του σύκου μες στο γάλα / μυστηριωδώς το πήζει / λες και μια σταγόνα λήθαργου πέφτει μες στον κουβά / και η γυναίκα που ανακατεύει / σταματά

Όπως το αναπόδραστο μάτι / του αετού από ψηλά / κάτω από την ακτίνα του οποίου / ο γρήγορος σαν τη σκιά λαγός δεν καταφέρνει να κρυφτεί / μπρούμυτα στο χώμα / ενός φυλλώδους δάσους / αυτό το περιφερόμενο μάτι ρίχνει ένα βλέμμα / και σκοτώνει.

***

«Όπως όταν ο θεός ρίχνει ένα αστέρι/ Και όλοι κοιτούν επάνω/ Να δουν αυτό το μαστίγιο από σπίθες/ Κι έπειτα πάει»

***

Γεννημένη το 1966, η πολυβραβευμένη και δημοφιλής Άλις Όσβαλντ κατοικεί σήμερα σε ένα προάστιο του Λονδίνου με την οικογένειά της και ζει από τη συγγραφή. Δεν δίστασε μετά τις φιλολογικές και θεατρικές σπουδές της να δουλέψει ακόμα και ως κηπουρός, καθώς ήθελε να κάνει κάτι που να απασχολεί το σώμα της έτσι ώστε το μυαλό της να μπορεί «να δουλεύει τα δικά του», όπως λέει η μεταφράστριά της. «Η σχέση της με την φύση αποτυπώνεται στα ποιήματά της, στο εφήμερο της ανθρώπινης ζωής. Για την Όσβαλντ οι άνθρωποι μοιάζουν με τα φύλλα, που πέφτουν, λιώνουν και στην θέση του έρχονται άλλα. Και γράφει με ύφος στακάτο που έχει μια πολύ μεγάλη δύναμη, χωρίς να χρησιμοποιεί εύκολα τον λυρισμό».

***

Άλις Όσβαλντ
«Μνημείο πεσόντων»
Εκδόσεις Μελάνι, 2018, μτφ. Μυρσίνη Γκανά, σελ. 104

 

  • Διαβάστε επίσης:

Το «Μνημείο πεσόντων» της Άλις Όσβαλντ στην Οικία Κατακουζηνού

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο “Μνημείο Πεσόντων” της Άλις Όσβαλντ: Μια ανασκαφή της “Ιλιάδας”
Περισσότερα

Το «Παλαιοβιβλιοπωλείο των αστέγων». Μια όαση γνώσης στην καρδιά της Αθήνας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το ισόγειο του κτηρίου στην Πειραιώς 132 έχει αλλάξει όψη τους τελευταίους μήνες. Ένα μέρος κλειστό μεταμορφώθηκε, καθώς πολύχρωμες σειρές από ράχες βιβλίων το μεταμορφώνουν σε ένα σιδηρόδρομο γνώσης.

Πρόκειται για το πρώτο «Παλαιοβιβλιοπωλείο των αστέγων» που αν έχετε κέφι και ψάξετε λίγο κρύβει θησαυρούς παλιές και νέες εκδόσεις που κάποιοι άφησαν και δεν χρειάζονται πια.

Ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από το εγχείρημα λέγεται Λεωνίδας Κουρσούμης. Υπάλληλος εκδοτικού οίκου βρέθηκε εξαιτίας της κρίσης χωρίς δουλειά, με λιγότερα από τα ένσημα που χρειαζόταν για να βγει σε σύνταξη και χωρίς σπίτι.

 

 

Ξεκίνησε έτσι να μαζεύει πεταμένα στο δρόμο βιβλία και αναζητώντας κάποια που δεν ήθελαν όσοι τα είχαν διαβάσει. Μαζί με τα βιβλία μάζευε και κάποια μικροαντικείμενα που υπάρχουν και εκτίθενται δίπλα στα βιβλία.

Λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, λογοτεχνία, ιστορία, οι μεγάλες σειρές από βιβλία έχουν τα πάντα για όλα τα γούστα και πιο δίπλα κόμικς και περιοδικά, μερικά από αυτά περιζήτητα.

Αξίζει να στηρίξουμε το σχέδιό του να δημιουργήσει ένα παλαιοβιβλιοπωλείο για να εργάζονται άστεγοι συνάνθρωποί μας και να εξασφαλίσουν μια βασική, αξιοπρεπή διαβίωση. Δωρίστε όσα βιβλία ή μικροαντικείμενα δεν είναι σε εσάς απαραίτητα, για να ζήσουν εξαρχής μια νέα ζωή, αλλά και να πιάσουν τόπο, να στηρίξουν τη ζωή των άλλων.

***

Στο Παλαιοβιβλιοπωλείο των αστέγων: 10 βιβλία με 15 ευρώ μέχρι και τις 19 Ιανουαρίου 2020.

***

 

 

Η συλλογή των βιβλίων του Παλαιοβιβλιοπωλείου μετρά σήμερα πάνω από 25.000 τίτλους – σημειωτέον πως, όταν ο κ. Κουρσούμης ξεκινούσε το εγχείρημα, είχε στη διάθεσή του μόλις 2.500 βιβλία.

***

Όλα τα βιβλία, πλην κάποιων λευκωμάτων, πωλούνται στην τιμή των 2 μόλις ευρώ.

***

«Παλαιοπωλείο των αστέγων»
Πειραιώς 132
[Μόλις 100 μέτρα πριν από το Μουσείο Μπενάκη] Καθημερινά 9 π.μ – 4 μ.μ.
Πληροφορίες: booksleonis@yahoo.gr
Τηλέφωνο: 6977-239.766.

Παναγιώτης ΜήλαςΤο «Παλαιοβιβλιοπωλείο των αστέγων». Μια όαση γνώσης στην καρδιά της Αθήνας
Περισσότερα