Βιβλιοστάτης

Σόνια – Ένα ποίημα της Κατερίνας Γώγου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Έγειρε το χλωμό κεφάλι της μ’ ένα λυγμό
κι αποκοιμήθηκε
για πάντα
Πάνω της ο ουρανός ορεινός
άγονο τοπίο-σκοτεινός-
πέτρες μόνο και βράχια κι ούτε βροχή…
Νύφη εσύ με πασαλειμμένο το στόμα σου κόκκινο
τούλια χέρια λιωμένα δαντελωτά
προσφέρανε ικετευτικά
ένα ματσάκι κρινάκια
Γύρω στο χώμα οι φίλες σου
θλιμμένες και βαμμένες υπερβολικά
σουρσίματα αλλόκοτα κάνανε
σαν για να τις προσέξουνε
και παίξουν σε κάποια ταινία
Να αυτό το δαχτυλίδι ποίημα παιδικό
Λόγος Τιμής
αυτή την ώρα που οι Μελλοντικοί
το πέταγμα των αετών μαθαίνουν
αυτή την ώρα που το κούτελό σου
δείχνει εκείνο που δε φαίνεται
την ίδια πάντα ώρα
που οι ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΦΑΛΤΣΕΤΕΣ
τους Διαφορετικούς σκοτώνουν…

***

Η Κατερίνα Γώγου ήταν Ελληνίδα ηθοποιός, με αξιοπρόσεκτη διαδρομή στο «σανίδι» και τη μεγάλη οθόνη, ποιήτρια που αγαπήθηκε από τη νεολαία της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα από τη γενιά των Εξαρχείων που τότε γεννιόταν και σεναριογράφος.

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1940 στην Αθήνα και από τα έξι χρόνια της ξεκίνησε τη θεατρική της καριέρα ως παιδί – θαύμα. Το 1952 πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Ο Άλλος», δίπλα στον Γιώργο Παππά. Σπούδασε υποκριτική στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα. Τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα στο θέατρο τα έκανε με τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου στο έργο των Ευαγγελίδη – Μαρή «Κύριος 5%».

Φήμη, όμως, απέκτησε στα κινηματογραφικά πλατό της Φίνος Φιλμ κατά τη δεκαετία του ‘60, παίζοντας δεύτερους ρόλους σε δεκάδες ταινίες, συνήθως κωμωδίες, στις οποίες ήταν η «θεότρελη» μικρή αδελφή, το «ατίθασο νιάτο» ή η σκανδαλιάρα υπηρέτρια. Χαρακτηριστικοί είναι οι ρόλοι της στις ταινίες «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Νόμος 4.000» (1962), «Δεσποινίς Διευθυντής» (1964), «Γάμος αλά ελληνικά» (1964), «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965), «Μια τρελλή τρελλή οικογένεια» (1965).

Τον εμπορικό κινηματογράφο τον απαρνήθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, τα οποία τη βρήκαν πολιτικά ενταγμένη σε ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Ο πρώτος της ρόλος σε ταινία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου ήταν στο «Βαρύ Πεπόνι» (1977) του τότε συζύγου της Παύλου Τάσιου (1942-2011), με τον οποίο απέκτησε μία κόρη τη Μυρτώ Τάσιου (1967-2015). Ακολούθησε η σπαρακτική της εμφάνιση, ως αφηγήτριας, στην «Παραγγελιά» (1980) του ιδίου, στην οποία απήγγειλε ποιήματα από τις συλλογές της «Τρία κλικ αριστερά» και «Ιδιώνυμο», που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τη νεολαία της εποχής.

Το 1977 τιμήθηκε με βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στο «Βαρύ Πεπόνι» και το 1984 με βραβείο β’ γυναικείου ρόλου στην ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου «Όστρια ή το τέλος του παιγνιδιού», όπου είχε συνυπογράψει το σενάριο.

Εκτός από τη μεγάλη πορεία της στο θέατρο και στον κινηματογράφο, χάραξε σημαντική τροχιά και στη νεοελληνική ποίηση, κατορθώνοντας να περάσει στο συλλογικό επίπεδο τις αγωνίες της προσωπικής διαδρομής της στην τέχνη και τη ζωή. Η βαθιά πολιτική στάση της, η αναρχική της διάθεση, η περιθωριακή συνείδησή της και οι κοινωνικές ανησυχίες της διαπερνούν ολόκληρη την ποιητική της παραγωγή, που ξεκίνησε το 1978 και ολοκληρώθηκε το 2002, με τη μεταθανάτια έκδοση του «Με λένε Οδύσσεια».

H Κατερίνα Γώγου άφησε την τελευταία της πνοή στις 3 Οκτωβρίου 1993, μέσα στο ασθενοφόρο που τη μετέφερε στο «Ιπποκράτειο» της Αθήνας. Βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση, εξαιτίας υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, ενώ αντιμετώπιζε πρόβλημα και με τα ναρκωτικά. Πέρασαν, όμως, δύο ημέρες έως την αναγνώριση του πτώματός της, επειδή ένας φίλος της που τη συνόδευε στις Πρώτες Βοήθειες εξαφανίστηκε αμέσως μετά το θάνατό της.

***

  • Ποιήματα της Κατερίνας Γώγου έχουν μελοποιήσει μεταξύ άλλων, ο Κυριάκος Σφέτσας, ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Κωνσταντίνος Βήτα, ο Ηλίας Λιούγκος, ο Παντελής Θεοχαρίδης και ο Τάσος Ρωσόπουλος.
  • Στις 21 Ιανουαρίου 2013 ανέβηκε για σειρά παραστάσεων στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» το έργο της Σοφίας Αδαμίδου «Πέρασα με κόκκινο», εμπνευσμένο από την ποίηση της Κατερίνας Γώγου. Πρωταγωνιστούσε η Τζένη Κόλλια στο ρόλο της Γώγου.

– Πίνακας: Debora Chapin

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΣόνια – Ένα ποίημα της Κατερίνας Γώγου
Περισσότερα

Τοξικές σχέσεις: Φθινοπωρινός κύκλος ομιλιών από τις «Εκδόσεις Πορφύρα» και τον Βασίλη Ζανάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Λίγους μήνες από τον επιτυχημένο κύκλο ομιλιών στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, με αφορμή την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου της Karyl McBride «Χωρίς εσένα» και έπειτα από αιτήματα κατοίκων εκτός κέντρου, οι εκδόσεις Πορφύρα οργανώνουν μια σειρά τριών συναντήσεων (30/9, 30/10 και 2/12) στο «Καφέ Βανίλια» της Νέας Ερυθραίας.

Οι συναντήσεις αυτές θα γίνουν τη Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου, την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου και τη Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019.

Θεματικός πυρήνας, τα δύο βιβλία της γνωστής ψυχολόγου και οικογενειακής συμβούλου «Υπάρχει χώρος για μένα; Οι περιπέτειες του Ναρκισσισμού στην εποχή μας μέσα από τις σχέσεις μάνας-κόρης» και «Χωρίς εσένα: Σπάζοντας τους τοξικούς δεσμούς ή η διαχείριση ενός αποχωρισμού», τα οποία εξετάζουν θέματα ανατροφής, απώλειας και διαχείρισης στο πλαίσιο ενός ναρκισσιστικού περιβάλλοντος.
Η πρώτη συνάντηση, με εισηγητή τον ψυχοθεραπευτή Βασίλη Ζανάκη, εστιάζει στο φλέγον ζήτημα του διαζυγίου και της συναισθηματικής εξέλιξης.

 

 

Πώς διαχειρίζομαι μια τοξική σχέση;

 

Το όνειρο μιας επιτυχημένης σχέσης και ενός ευτυχισμένου γάμου αποτελεί για τους περισσότερους έναν σημαντικό στόχο ζωής. Οι δεσμοί της αγάπης και συντροφικότητας που ιδεατά αναπτύσσονται σ’ ένα ζευγάρι έρχονται να προσφέρουν συναισθηματική ευδαιμονία και ελπίδα για μια ισορροπημένη και ικανοποιητική ζωή.

Το «εμείς» που δημιουργείται σ’ έναν γάμο έχει στόχο να βοηθήσει και τους δύο συντρόφους, και τα δύο «εγώ», να καλύψουν τις ανάγκες τους και να βιώσουν μια συναισθηματική πληρότητα. Τι γίνεται όμως αν κατά την πορεία του γάμου ανακαλύπτουμε μέρα με τη μέρα ότι ο σύντροφός μας δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για εμάς, ή ακόμα και για τα παιδιά μας -εάν υπάρχουν- πάρα μόνο για τον εαυτό του;

Πώς αντιμετωπίζουμε έναν σύντροφο που ενώ στην αρχή φάνταζε γοητευτικός, ενδιαφέρον, ισχυρός αλλά και στοργικός, τελικά αποδεικνύεται υπερβολικά εγωιστής, απαιτεί συνεχώς προσοχή, θαυμασμό και περιποίηση από εμάς, ενώ ταυτόχρονα γίνεται και συναισθηματικά κακοποιητικός αν δεν γίνεται μόνο το δικό του; Τι κάνουμε όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο σύντροφός μας είναι υπέρμετρα νάρκισσος;

 

Με αφετηρία το βιβλίο «Χωρίς εσένα: Σπάζοντας τους τοξικούς δεσμούς ή η διαχείριση ενός αποχωρισμού» της Karyl McBride, o Βασίλης Ζανάκης και οι εκδόσεις Πορφύρα μάς καλούν να συζητήσουμε τι καθιστά μια σχέση τοξική, πώς να προσεγγίσουμε το μεγάλο ερώτημα «να χωρίσουμε ή όχι» και πώς να διαχειριστούμε το χωρισμό ή το διαζύγιο με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρξει ένα καλύτερο αύριο.

***

Ο Βασίλης Ζανάκης έχει σπουδάσει Ψυχολογία και Οικονομικά στο University of Pennsylvania, Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ, με μετέπειτα εκπαίδευση και εξειδίκευση στην ψυχοθεραπεία αναλυτικού τύπου ατόμου, ομάδας, ζεύγους και οικογένειας.

Είναι ιδρυτικό μέλος και διδάσκων του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Αναλυτικής Ψυχοθεραπείας Ομάδας και Οικογένειας ΕΛ.ΕΚ.ΙΝ. (www.elekin.gr) και μέλος του International Association for Group Psychotherapy and Group Processes IAGP.

 

***

 

Χρήσιμες πληροφορίες

 

Νέα σειρά φθινοπωρινών συναντήσεων από τις εκδόσεις Πορφύρα
Αφορμή: Τα δύο βιβλία της Karyl Mc Bride «Υπάρχει χώρος για μένα» και «Χωρίς εσένα» που κυκλοφορούν στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Πορφύρα και εστιάζουν σε θέματα διαχείρισης, ανατροφής και απώλειας στο πλαίσιο ενός ναρκισσιστικού συναισθηματικού περιβάλλοντος.
Πρώτη συνάντηση: Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου. Ώρα διεξαγωγής: 17:30-19:30
Θέμα: Απο-Χωρισμός και Συναισθηματική Εξέλιξη
Εισηγητής: Βασίλης Ζανάκης, ψυχοθεραπευτής

*

Βανίλια Γλυκοπωλείο-Καφέ / Αναξαγόρα 8, Νέα Ερυθραία / Είσοδος: 6 ευρώ (με καφέ)

Κρατήσεις: Στο τηλέφωνα 210 6202900 (Βανίλια) / Πληροφορίες: Στο τηλέφωνο 2130 291224 (Εκδόσεις Πορφύρα)

Παναγιώτης ΜήλαςΤοξικές σχέσεις: Φθινοπωρινός κύκλος ομιλιών από τις «Εκδόσεις Πορφύρα» και τον Βασίλη Ζανάκη
Περισσότερα

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ιζαμπέλ Αλιέντε «Το σπίτι των πνευμάτων»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ιζαμπέλ Αλιέντε «Το σπίτι των πνευμάτων» (μετάφραση Βασιλική Κνήτου), που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

*

Αυτή η εποχή θα είχε χαθεί για πάντα μες στο χάος των παλιών αναμνήσεων, που είχαν ξεθωριάσει από τον χρόνο, αν η Κλάρα και η Μπλάνκα δεν αντάλλασσαν γράμματα. Αυτή η πυκνή αλληλογραφία κράτησε ζωντανά τα συμβάντα, σώζοντάς τα από το στερέωμα των απίθανων γεγονότων. Με το πρώτο κιόλας γράμμα που είχε πάρει από την κόρη της, μετά τον γάμο της, η Κλάρα είχε μαντέψει ότι δε θα έμενε για πολύ καιρό μακριά από την Μπλάνκα. Χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, ετοίμασε ένα από τα πιο ηλιόλουστα και ευρύχωρα δωμάτια του σπιτιού, για να την περιμένει. Εκεί έβαλε και την μπρούντζινη κούνια όπου είχε μεγαλώσει τα τρία της παιδιά.

Η Μπλάνκα ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει στη μητέρα της τους λόγους για τους οποίους είχε δεχτεί να παντρευτεί, γιατί ούτε κι η ίδια τούς ήξερε. Αναλύοντας τα γεγονότα του παρελθόντος, όταν ήταν πια ώριμη γυναίκα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο βασικός λόγος ήταν ο φόβος που ένιωθε για τον πατέρα της. Απ’ όταν ήταν βυζανιάρικο μωρό είχε γνωρίσει την παράλογη δύναμη της οργής του και είχε συνηθίσει να τον υπακούει. Η εγκυμοσύνη της και η είδηση ότι ο Πέδρο Τερθέρο ήταν νεκρός την έκαναν να το αποφασίσει οριστικά· παρ’ όλα αυτά, από την πρώτη στιγμή που είχε δεχτεί να δεσμευτεί με τον Ζαν ντε Σατινί είχε κατά νου ότι δε θα επέτρεπε ποτέ να ολοκληρωθεί αυτός ο γάμος. Θα σκαρφιζόταν κάθε είδους επιχείρημα για να καθυστερήσει την ένωσή τους, προφασιζόμενη στην αρχή τις αδιαθεσίες λόγω της κατάστασής της, ενώ έπειτα θα έβρισκε άλλες, σίγουρη πως θα της ήταν πολύ πιο εύκολο να χειριστεί έναν σύζυγο σαν τον κόμη, που φορούσε σεβρό παπούτσια, έβαφε τα νύχια του με βερνίκι και ήταν διατεθειμένος να παντρευτεί μία γυναίκα γκαστρωμένη από άλλον, παρά να αντιταχθεί στη θέληση ενός πατέρα σαν τον Εστέμπαν Τρουέμπα. Διάλεξε, λοιπόν, από τα δύο κακά εκείνο που της φάνταζε μικρότερο. Κατάλαβε ότι ανάμεσα στον πατέρα της και τον Γάλλο κόμη υπήρχε μία εμπορική συμφωνία, για την οποία εκείνης δεν της έπεφτε λόγος. Με αντάλλαγμα ένα επίθετο για το εγγόνι του, ο Τρουέμπα είχε δώσει στον Ζαν ντε Σατινί μία γενναία προίκα και την υπόσχεση ότι κάποια μέρα θα έπαιρνε και μια κληρονομιά. Η Μπλάνκα πρόσφερε τον εαυτό της ως αντάλλαγμα για τον διακανονισμό, αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να χαρίσει στον σύζυγό της την αγάπη της ούτε το κορμί της, γιατί εξακολουθούσε να αγαπάει τον Πέδρο Τερθέρο Γκαρσία, περισσότερο λόγω της δύναμης της συνήθειας, παρά από ελπίδα ότι μπορεί και να τον ξανάβλεπε κάποια μέρα.

Η Μπλάνκα και ο καινούργιος της σύζυγος πέρασαν την πρώτη νύχτα του γάμου τους στο νυφικό δωμάτιο του καλύτερου ξενοδοχείου της πρωτεύουσας, που ο Τρουέμπα είχε βάλει να το γεμίσουν λουλούδια, ελπίζοντας πως θα κέρδιζε τη συγγνώμη της κόρης του για μια σειρά από βίαια ξεσπάσματα με τα οποία την είχε βασανίσει τους τελευταίους μήνες. Προς έκπληξή της, η Μπλάνκα δε χρειάστηκε να προσποιηθεί ότι ήταν αδιάθετη, γιατί, μόλις βρέθηκαν μόνοι, ο Ζαν άφησε κατά μέρος τον ρόλο του γαμπρού που της έδινε φιλάκια στον λαιμό και διάλεγε τις καλύτερες γαρίδες ταΐζοντάς τη στο στόμα, και φάνηκε να ξεχνάει ολότελα τους γοητευτικούς του τρόπους που θύμιζαν ζεν πρεμιέ του βωβού κινηματογράφου, για να μεταμορφωθεί στον αδερφό που είχε υπάρξει για εκείνη, την εποχή που έκαναν μαζί περιπάτους στην εξοχή, τότε που πήγαιναν για πικ νικ στα χορτάρια με τη φωτογραφική μηχανή και τα γαλλικά βιβλία. Ο Ζαν μπήκε στο μπάνιο και καθυστέρησε τόσο, που, όταν εμφανίστηκε και πάλι στο δωμάτιο, η Μπλάνκα είχε σχεδόν αποκοιμηθεί. Νόμιζε πως ονειρευόταν βλέποντας ότι ο άντρας της είχε βγάλει το γαμπριάτικο κοστούμι του και είχε φορέσει μία πιτζάμα από μαύρο μετάξι και μία εντυπωσιακή βελούδινη ρόμπα, είχε βάλει ένα δίχτυ για να κρατήσει στη θέση τους τις άψογες μπούκλες των μαλλιών του και μύριζε έντονα εγγλέζικη κολόνια. Δεν έδειχνε καθόλου να υποφέρει από ερωτική ανυπομονησία. Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και της χάιδεψε το μάγουλο με την ίδια, κάπως περιπαικτική, έκφραση που η Μπλάνκα είχε ξαναδεί και σε άλλες περιστάσεις, και μετά της εξήγησε, με τα σπαστά ισπανικά του που δεν είχαν καθόλου «ρο», ότι δεν είχε καμία ιδιαίτερη κλίση όσον αφορά τα του γάμου, δεδομένου ότι εκείνος ήταν ένας άντρας ερωτευμένος με τις τέχνες, τα γράμματα και τα παράδοξα της επιστήμης, και ότι, επομένως, δε θα επιχειρούσε να την ενοχλήσει με συζυγικές απαιτήσεις, οπότε θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί, αλλά όχι μπλεγμένοι, σε απόλυτη αρμονία, σαν καλλιεργημένοι άνθρωποι. Ανακουφισμένη, η Μπλάνκα τον αγκάλιασε από τον αυχένα και τον φίλησε και στα δύο μάγουλα.

«Ευχαριστώ, Ζαν!» αναφώνησε.

«Δεν υπάρχει λόγος», αποκρίθηκε εκείνος ευγενικά.

Βολεύτηκαν στο μεγάλο, αυτοκρατορικού στυλ, κρεβάτι, σχολιάζοντας τις λεπτομέρειες της γιορτής και κάνοντας σχέδια για τη μελλοντική τους ζωή.

«Δε θέλεις να μάθεις ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού μου;» τον ρώτησε η Μπλάνκα.

«Εγώ είμαι», απάντησε ο Ζαν φιλώντας τη στο μέτωπο.

Κοιμήθηκαν ο καθένας στην πλευρά του, με τις πλάτες γυρισμένες. Στις πέντε το πρωί, η Μπλάνκα ξύπνησε με το στομάχι της ανακατωμένο από τη γλυκερή μυρωδιά των λουλουδιών με τα οποία είχε στολίσει ο Εστέμπαν Τρουέμπα το νυφικό δωμάτιο. Ο Ζαν ντε Σατινί τη συνόδευσε στο μπάνιο, της κρατούσε το μέτωπο όσο εκείνη διπλωνόταν πάνω από τη λεκάνη, τη βοήθησε να ξαπλώσει, και έβγαλε τα λουλούδια στον διάδρομο. Μετά από αυτό έμεινε άγρυπνος την υπόλοιπη ώρα διαβάζοντας τη Φιλοσοφία του μπουντουάρ, του Μαρκήσιου ντε Σαντ, ενώ η Μπλάνκα μουρμούριζε μισοκοιμισμένη πόσο υπέροχο είναι τελικά να παντρεύεσαι έναν διανοούμενο.

Την επόμενη μέρα ο Ζαν πήγε στην τράπεζα να εξαργυρώσει μία επιταγή του πεθερού του και πέρασε σχεδόν όλη τη μέρα στα καταστήματα του κέντρου, αγοράζοντας ρούχα και λευκά είδη που θεωρούσε ότι ταίριαζαν με τη νέα του οικονομική κατάσταση. Η Μπλάνκα, στο μεταξύ, έχοντας βαρεθεί να τον περιμένει στο φουαγιέ του ξενοδοχείου, αποφάσισε να πάει να επισκεφθεί τη μητέρα της. Φόρεσε το καλύτερο πρωινό της καπέλο και πήγε με μια νοικιασμένη άμαξα στο μεγάλο σπίτι της γωνίας, όπου τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της έτρωγαν χωρίς να μιλούν, πικραμένα και κουρασμένα ακόμη από τις λαχτάρες του γάμου κι από την επίγευση των τελευταίων καβγάδων. Βλέποντάς τη να μπαίνει στην τραπεζαρία, ο πατέρας της άφησε να του ξεφύγει μια κραυγή τρόμου.

«Τι κάνεις εδώ, κόρη μου;» βρυχήθηκε.

«Τίποτα… ήρθα να σας δω…» μουρμούρισε τρομαγμένη η Μπλάνκα.

«Είσαι τρελή! Δεν καταλαβαίνεις πως, αν σε δει κανένας, θα πει ότι ο άντρας σου σε γύρισε πίσω πριν καν τελειώσει το ταξίδι του μέλιτος; Θα πουν ότι δεν ήσουν παρθένα!»

«Μα, δεν ήμουν, μπαμπά».

Ο Εστέμπαν ήταν έτοιμος να της ρίξει ένα χαστούκι, αλλά μπήκε μπροστά ο Χάιμε με τέτοια αποφασιστικότητα, που τελικά απλώς την έβρισε μόνο για τη βλακεία της. Η Κλάρα, ασυγκίνητη από όλα αυτά, έβαλε την Μπλάνκα να καθίσει σε μια καρέκλα και της σέρβιρε ένα πιάτο κρύο ψάρι με σάλτσα κάππαρης. Ενώ ο Εστέμπαν συνέχιζε να φωνάζει και ο Νικολάς πήγαινε να φέρει την άμαξα για να τη γυρίσει πίσω στον άντρα της, εκείνες οι δυο κουβέντιαζαν όπως τον παλιό καιρό.

Το ίδιο εκείνο απόγευμα η Μπλάνκα και ο Ζαν πήραν το τρένο που τους πήγε στο λιμάνι. Εκεί επιβιβάστηκαν σε ένα αγγλικό υπερωκεάνιο. Αυτός φορούσε λευκό λινό παντελόνι και μπλε σακάκι ναυτικού στιλ, ρούχα που ταίριαζαν τέλεια με την μπλε φούστα και το άσπρο σακάκι της γυναίκας του. Μετά από τέσσερις μέρες, το πλοίο τούς άφησε στην πιο ξεχασμένη επαρχία του Βορρά, όπου, μες στην πνιγηρή ζέστη του απομεσήμερου, κανένας δεν είχε όρεξη να προσέξει τα κομψά τους ρούχα και τις βαλίτσες τους, που ήταν από δέρμα κροκόδειλου. Ο Ζαν ντε Σατινί τακτοποίησε προσωρινά τη σύζυγό του σε ένα ξενοδοχείο, και ο ίδιος βάλθηκε να ψάχνει ένα σπίτι αντάξιο των νέων του πόρων. Μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες τα μέλη της μικρής επαρχιακής κοινωνίας είχαν μάθει πως ανάμεσά τους υπήρχε ένας αληθινός κόμης. Αυτό διευκόλυνε πολύ τα πράγματα για τον Ζαν. Μπόρεσε να νοικιάσει ένα παλιό αρχοντικό που κάποτε ανήκε σε μία από τις πλούσιες οικογένειες της εποχής των αλατωρυχείων, πριν εφευρεθεί το συνθετικό υποκατάστατο που έστειλε όλη την επαρχία κατά διαόλου. Το σπίτι ήταν κάπως μελαγχολικό και εγκαταλειμμένο, όπως τα πάντα σε εκείνα τα μέρη, χρειαζόταν μερικές επισκευές, διατηρούσε όμως ανέπαφη την παλιά του αξιοπρέπεια και τη γοητεία του ως κτίσμα από τα τέλη του αιώνα. Ο κόμης το διακόσμησε σύμφωνα με το γούστο του, με μία αμφιλεγόμενη και κάπως παρακμιακή φινέτσα που ξάφνιασε την Μπλάνκα, που ήταν συνηθισμένη στη ζωή στην εξοχή και στην κλασική σοβαρότητα του πατέρα της. Ο Ζαν έφερε κάτι ύποπτα βάζα από κινέζικη πορσελάνη που, αντί για λουλούδια, είχαν μέσα τους φτερά από στρουθοκάμηλο, κάτι κουρτίνες από δαμασκηνό ύφασμα με πτυχές και φούντες, μαξιλάρες με κρόσσια, έπιπλα όλων των στιλ, επίχρυσα διαχωριστικά, παραβάν και κάτι απίστευτες λάμπες δαπέδου, που τις στήριζαν πήλινα αγάλματα που παρίσταναν μαύρους από την Αβησσυνία σε φυσικό μέγεθος, ημίγυμνους, αλλά με σανδάλια και τουρμπάνι. Το σπίτι ήταν πάντα με τις κουρτίνες κλειστές, σε ένα απαλό μισοσκόταδο που κατάφερνε να αποκρούει το ανελέητο φως της ερήμου. Στις γωνίες, ο Ζαν είχε βάλει ανατολίτικα δοχεία όπου έκαιγε αρωματικά βότανα και μπαστουνάκια από λιβάνι, που, αρχικά, ανακάτευαν το στομάχι της Μπλάνκα, αλλά σύντομα εκείνη τα συνήθισε. Προσέλαβε κάμποσους Ινδιάνους ως υπηρετικό προσωπικό, πέρα από μία χοντρή τεραστίων διαστάσεων που είχε αναλάβει την κουζίνα, την οποία εκπαίδευσε ώστε να φτιάχνει τις πολύ καρυκευμένες σάλτσες που του άρεσαν, και μία κουτσή κι αναλφάβητη υπηρέτρια για να φροντίζει την Μπλάνκα. Φόρεσε σε όλους φανταχτερές στολές που θύμιζαν οπερέτα, αλλά δεν κατάφερε να τους βάλει και παπούτσια, γιατί ήταν συνηθισμένοι να περπατούν ξυπόλυτοι και δεν τα άντεχαν. Η Μπλάνκα ένιωθε άβολα σε εκείνο το σπίτι και δεν εμπιστευόταν τους απαθείς Ινδιάνους που τη σέρβιραν ανόρεχτα και φαίνονταν να την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της. Κυκλοφορούσαν γύρω της σαν πνεύματα, γλιστρώντας αθόρυβα από δωμάτιο σε δωμάτιο, σχεδόν πάντα άεργοι και βαριεστημένοι. Δεν απαντούσαν όταν τους μιλούσε, λες και δεν καταλάβαιναν ισπανικά, ενώ μεταξύ τους κουβέντιαζαν ψιθυριστά ή σε διαλέκτους του οροπεδίου. Κάθε φορά που η Μπλάνκα σχολίαζε στον σύζυγό της τα περίεργα που έβλεπε όσον αφορά τους υπηρέτες, εκείνος έλεγε πως ήταν έθιμα των Ινδιάνων κι ότι δεν έπρεπε να τους δίνει σημασία. Το ίδιο της απάντησε και η Κλάρα σε ένα γράμμα της, όταν εκείνη της είπε πως μια μέρα είχε δει έναν από τους Ινδιάνους να ισορροπεί πάνω σε κάτι παράξενα παλιά παπούτσια με στραβό τακούνι και βελούδινα λουριά, που μέσα τους στριμώχνονταν τα φαρδιά και γεμάτα κάλους πόδια του άντρα. «Η ζέστη της ερήμου, η εγκυμοσύνη και η ανομολόγητη επιθυμία σου να ζήσεις σαν κόμησσα, σύμφωνα δηλαδή με τον τίτλο του άντρα σου, σε κάνουν να βλέπεις οράματα, κόρη μου», της έγραψε αστειευόμενη η Κλάρα, και πρόσθεσε πως το καλύτερο αντίδοτο ενάντια στα παπούτσια του Λουδοβίκου ΙΕ’ ήταν ένα κρύο ντους και ένα φλιτζάνι χαμομήλι. Μια άλλη φορά, η Μπλάνκα βρήκε στο πιάτο της μια μικρή ψόφια σαύρα που παραλίγο να τη βάλει στο στόμα της. Μόλις συνήλθε από την τρομάρα και κατάφερε να μιλήσει, φώναξε τη μαγείρισσα και της έδειξε το πιάτο με τρεμάμενο δάχτυλο. Η μαγείρισσα πλησίασε τραμπαλίζοντας τον τεράστιο λιπαρό της όγκο και κουνώντας τις μαύρες της κοτσίδες, και πήρε το πιάτο χωρίς να κάνει σχόλια. Καθώς γυρνούσε από την άλλη μεριά, όμως, της Μπλάνκα τής φάνηκε πως διέκρινε ένα συνωμοτικό νεύμα ανάμεσα στον σύζυγό της και την Ινδιάνα. Εκείνο το βράδυ έμεινε ξύπνια μέχρι πολύ αργά, αναλογιζόμενη αυτό που είχε δει, μέχρι που τα ξημερώματα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν απλώς ιδέα της. Η μητέρα της είχε δίκιο: η ζέστη και η εγκυμοσύνη την έκαναν να χάνει τα λογικά της.

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ είναι το μυθιστόρημα που καθιέρωσε ως συγγραφέα την Ιζαμπέλ Αλιέντε και έγινε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία, φθάνοντας αμέσως στην κορυφή των πωλήσεων. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1982 στο Μπουένος Άιρες, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί από πολλούς ισπανόφωνους εκδοτικούς οίκους. Την ίδια χρονιά ανακηρύχθηκε ως το Καλύτερο Μυθιστόρημα στη Χιλή και χάρισε στη συγγραφέα το λογοτεχνικό βραβείο Parorama.

 

 

Η ΙΖΑΜΠΕΛ ΑΛΙΕΝΤΕ γεννήθηκε το 1942 στο Περού και μεγάλωσε στη Χιλή. Είναι ανιψιά του Σαλβαδόρ Αλιέντε, προέδρου της Χιλής την περίοδο 1970-1973. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 35 γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από 65 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Μέσα από αυτά έχει στόχο να ψυχαγωγεί αλλά και να επιμορφώνει τους αναγνώστες της, συνδέοντας τις ιστορίες της με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Η ίδια χαρακτηρίζει το έργο της «ρεαλιστική λογοτεχνία», επηρεασμένη τόσο από την απίστευτη παιδική της ηλικία, όσο κι από τους μαγικούς ανθρώπους και τα γεγονότα που πυροδότησαν τη φαντασία της. Εκτός από το συγγραφικό της έργο, ασχολείται ενεργά με την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μετά τον θάνατο της κόρης της το 1992, ίδρυσε στη μνήμη της ένα ίδρυμα αφιερωμένο στην προστασία και χειραφέτηση των γυναικών και των παιδιών σε όλο τον κόσμο. Από το 1987 ζει μαζί με τον δεύτερο σύζυγό της και την οικογένειά τους στην Καλιφόρνια, αλλά, όπως δηλώνει, βρίσκεται πάντα με το ένα πόδι στην Καλιφόρνια και με το άλλο στη Χιλή.

Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα της Ο ΙΑΠΩΝΑΣ ΕΡΑΣΤΗΣ και ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΑΝΤΕΡΟΒΓΑΛΤΗ.

Η ίδια γράφει για τη ζωή της:

“Παρ’ όλο που είμαι Χιλιανή, γεννήθηκα συμπτωματικά στη Λίμα. Είχα έναν πατέρα που εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήσει αναμνήσεις. Η μητέρα μου ήταν ο φάρος της ζωής μου· ίσως γι’ αυτό μου είναι πιο εύκολο να γράφω για γυναίκες. Εκείνη μου έδωσε, σε μια ηλικία που τα άλλα κοριτσάκια παίζουν με τις κούκλες, ένα τετράδιο για να καταγράφω τη ζωή, σπέρνοντας έτσι το σπόρο που τριάντα χρόνια αργότερα θα με έκανε να εισβάλω στη λογοτεχνία”.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑπόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ιζαμπέλ Αλιέντε «Το σπίτι των πνευμάτων»
Περισσότερα

Μιχάλης Γκανάς, «Λιανοτράγουδο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όταν στα μάτια σε κοιτώ
δε θέλω να τα κλείνεις,
γίνεσαι νύχτα βροχερή
κι απ’ έξω με αφήνεις.

Εγώ τον πόνο τον βαστώ
την πίκρα την αντέχω,
κλαίω γιατί σε ξέχασα
και όχι που δε σ’ έχω.

Τα μάτια τα ψιχαλιστά
βουρκώνουν μα δεν κλαίνε
και τα πολλά τους μυστικά
τα κρύβουν, δεν τα λένε.

Καλύτερα που δε μιλάς
τα λόγια μας ξεχνιούνται
όσα ποτέ δεν είπαμε
αυτά δε λησμονιούνται.

Τα μάτια σου τα καστανά
άλλα να μην κοιτάξουν
φοβάμαι μην ξενιτευτούν
και πάνε αλλού να κλάψουν.

– Εικόνα: BRIULLOV, Karl Pavlovich (1799–1852)

The Last Day of Pompeii, λεπτομέρεια

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜιχάλης Γκανάς, «Λιανοτράγουδο»
Περισσότερα

«Μαργαρίτα, γης Μαδιάμ!» της Τζώρτζιας Ρασβίτσου: Ένα κριτικό αφήγημα ενάντια στο συντηρητισμό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Στα χρόνια της επταετίας, ένα παιδί μεγαλώνει στην ελληνική επαρχία. Η πεντάχρονη Μαργαρίτα περιγράφει την καθημερινότητά της, επικρίνοντας με τη λογική της τα στερεότυπα της εποχής.

Μια θρησκευόμενη γιαγιά, η γιαγιά Μαργαρίτα, που έχει χόμπι να παρακολουθεί δίκες, έχει αναλάβει τη διαπαιδαγώγησή της πάνω στα ελληνοχριστιανικά πρότυπα, που η Μαργαρίτα κωδικοποιεί και ερμηνεύει με τον τρόπο της. Μια αληθινή εικόνα της ελληνικής επαρχίας στα χρόνια της Χούντας, όπου παπάδες, νταβατζήδες, σινεμά, γείτονες, αστυνομία, ζητιάνοι (κάθε είδους), μητέρες εξόριστων, μητέρες οικονομικών μεταναστών, δίνουν το “παρών” στην καθημερινότητά της.

Παρεμβάλλονται έξι ασφυκτικοί μονόλογοι των γονιών της Μαργαρίτας, σύντομα μακροβούτια στον σκοτεινό κόσμο των ανικανοποίητων ενηλίκων. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στην παιδική λογική και τον ενήλικο παραλογισμό. Κάθε κεφάλαιο αποτελεί και ένα θέμα συζήτησης.

Ένα ευχάριστο κριτικό αφήγημα στον συντηρητισμό και στους εκπροσώπους του, που μέχρι σήμερα ταλαιπωρούν την ελληνική κοινωνία.

 

 

Η Τζώρτζια Ρασβίτσου είναι συμβολαιογράφος. Άρθρα της, κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου, δημοσιεύονται συχνά στην εφημερίδα «Η Αυγή», στο «Κουτί της Πανδώρας» και στο Lesvosnews.net καθώς και σε άλλες ελληνικές και ξένες ιστοσελίδες. Ζει και εργάζεται στη Λέσβο.

 

8. Νίκη
Η μαμά της Μαργαρίτας, παρατηρεί, υποφέρει και σπάνια αντιδρά. Είναι τόσο απασχολημένη με την ενδελεχή έρευνα και αποκωδικοποίηση του ανδρικού ψυχισμού, που δεν βλέπει τι γίνεται μπροστά της, γιατί πάντα ψάχνει να βρει τι γίνεται πίσω από την πλάτη της. Η σιωπή της έχει κάτι το ηρωικό. Έτσι επιδεικνύει τη μεγάλη της αγάπη μετατρέποντάς την σε απαντοχή, ξοδεύοντας τη ζωή της σε μια καλοπροαίρετη και γι’ αυτό πρόχειρα στημένη και αμφοτεροβαρή απάτη. Τη γνωρίζει, τη βλέπει, τη νιώθει και συνεχίζει με χαρά να αυταπατάται.
Περιμένοντας τη νύχτα φτιάχνοντας τους μύθους της:
«Κάθε βράδυ κάθεται στο παράθυρο και καπνίζει. Κοιτάζει άραγε τον ουρανό ή κάτω; Δεν αναρωτιέμαι τι σκέφτεται. Ξέρω. Κάθε βράδυ μαζεύει τα κομμάτια του, τα συναρμολογεί, για να είναι έτοιμος την επόμενη μέρα. Τη μέρα τον διαλύουμε σε κομμάτια, το βράδυ κρυφά μόνος του, τα συναρμολογεί και την άλλη μέρα πάλι τον ξαναδιαλύουμε. Κι αυτό το λέμε συνύπαρξη. Η ζωή του ενός να αρπάζει ό,τι μπορεί, ό,τι πολύτιμο βρίσκει στη ζωή του άλλου, την πίστη, την αγάπη, τη σκέψη, τα όνειρα. Κι εγώ γουστάρω να τον κλέβω. Πανηγυρίζοντας άρπαξα την ελευθερία του. Σε μια στιγμή αδυναμίας. Και από τότε, άλλες φορές έχω τύψεις, άλλες φορές τον λυπάμαι, ενώ τις περισσότερες περηφανεύομαι για το λάφυρό μου. Έρχονται ώρες που προσπαθώ να βρω τον γάμο μας στον Ποινικό Κώδικα. Εκβίαση, απάτη, δόλος, αρπαγή. Και τότε λυπάμαι τον εαυτό μου. Πώς θέλησα ν’ απλώσω χέρι σε κάτι ξένο και τόσο πολύτιμο; Ποιος εγωισμός με κάνει κλέφτρα; Άλλες φορές το ξεχνώ. Κατά βάθος όμως ξέρω ότι δεν μπορώ να του αποσπάσω τίποτα. Δεν είναι αφελής. Αντίθετα εκείνος με εξαπατά δίνοντάς μου “μπιζουδάκια φο” με λαμπερές τύψεις. Έτσι για το κέφι του. Μέσα στο χρημοτοκιβώτιο του μυαλού του δεν μπαίνει κανείς. Το πολύτιμο εμπόρευμα βρίσκεται καλά κλειδωμένο κι αχρησιμοποίητο κάπου, που εύχομαι να μην έχει ξεχάσει πού. Τύφλες!
Τύφλες και σ’ εμένα, που είμαι σαν αδέσποτο σκυλί, που προσπαθεί να ριζώσει, κάνει χαρές και κουνάει την ουρά του να μην το διώξουν. Τριγυρίζει απέξω περιμένοντας να του πετάξουν κανένα κόκαλο. Δεν θέλει ελευθερία το σκυλί. Θέλει να ανήκει και να το κρατούν από το λουρί. Τρώει με όρεξη τα αποφάγια που του πετούν και λέει ευχαριστώ. Κι αν τύχει καμιά φορά και γαβγίσει, του φωνάζουν ‘ουστ!‘ και τότε βάζει την ουρά στα σκέλια και σωπαίνει. Μα, πάντα παρηγοριέμαι γιατί ακόμη κι ένα αδέσποτο σκυλί, κάποτε ίσως γίνει απαραίτητο κι ίσως μάλιστα αγαπηθεί πραγματικά ή ίσως του δοθεί η ευκαιρία να κάνει κάτι ηρωικό και να κερδίσει την παντοτινή αγάπη και εκτίμηση του αφεντικού του. Για να γίνει όμως το όνειρο αυτό πραγματικότητα, πρέπει να είναι ένα γερό και υγιές σκυλί. Ένα καθαρό σκυλί. Ένα όμορφο σκυλί. Ένα υπάκουο σκυλί. Ένα καταδεχτικό σκυλί. Ένα ακούραστο σκυλί. Ένας καλός φύλακας για το σπίτι. Ένας πιστός φίλος για το αφεντικό. Με άλλα λόγια αυτός είναι σήμερα ο στόχος της ζωής μου: να γίνω Ένα Τέλειο “Σκυλί”.

 

 

10. Ουδείς αναμάρτητος

“Ουδείς αναμάρτητος!”
Αυτό λέει έλεγε από χτες το πρωί η γιαγιά Μαργαρίτα και κανένας δεν της έδινε σημασία. Η μαμά μου τη δικαιολογούσε: “Κόλλησε η βελόνα της.”
Το θρησκευτικό μας πρόγραμμα είχε βγει. Την επόμενη θα πηγαίναμε να εξομολογηθούμε και σαν αύριο θα κοινωνούσαμε. Εγώ δεν είχα εξομολογηθεί άλλη φορά και η γιαγιά με προετοίμαζε:
“Απλό. Θα πεις ό,τι σου βαραίνει την ψυχή.”
“Δεν μου τη βαραίνει τίποτα.”
“Ουδείς αναμάρτητος. Σκέψου κάτι που έκανες και δεν έπρεπε να το είχες κάνει και πες το.”

 

Όλη μέρα σκεφτόμουν, σκεφτόμουν και όλα όσα είχα κάνει τα έβρισκα σωστά. Γιατί ακόμα και κάτι στραβό να είχα κάνει, θα είχα τον λόγο μου φυσικά. Οι ώρες περνούσαν, κι όποτε συναντιόμασταν με τη γιαγιά μέσα στο σπίτι μου έλεγε “ουδείς αναμάρτητος” και άρχισα να ανησυχώ ότι αύριο θα πήγαινα στον παπά σαν μπούφος και δεν θα είχα να πω τίποτα. Άσε που ο εξομολόγος δεν είναι ο παπα-Μιχάλης που είναι γείτονας και με ξέρει, αλλά θα έρθει ένας άλλος. Μέχρι που το άγιο πνεύμα έκανε πάλι το θαύμα του. Με φώτισε και ησύχασα.
Έτσι, την άλλη μέρα ξυπνήσαμε πρωί πρωί, ήπιαμε τα καφεδάκια μας, βουτήξαμε τα παξιμαδάκια μας, η γιαγιά με έντυσε, έβαλα ένα άσπρο καλτσόν, με χτένισε κοτσιδάκια, μου φόρεσε τον βαφτιστικό σταυρό με τα έξι σμαράγδια, που ήταν λίγο μικρότερος από τον σταυρό του δεσπότη, έβαλα και τα μαύρα λουστρίνια και δεν χόρταινα να καθρεφτίζομαι γιατί άμα είμαι περιποιημένη “δείχνω”.
Πήγαμε στον Αη Θαράπ(ι) και η γιαγιά μπήκε πρώτη ενώ εγώ έκατσα έξω με μια φίλη της που κι αυτή περίμενε τη σειρά της για να πει τις αμαρτίες της, ενώ όλο και ερχόταν κι άλλες αμαρτωλές. Επιτέλους η γιαγιά τέλειωσε! Ήρθε η σειρά μου!
Μπήκα και έκατσα σε μια καρέκλα. Ο παπάς με κοίταξε μου είπε μπράβο που πήγα τόσο μικρό παιδί και με ρώτησε: “Υπάρχει κάτι που θέλεις να…”
Πριν τελειώσει όμως την πρότασή του έγώ τα είχα όλα έτοιμα αποβραδίς, πήρα φόρα και:
“Μιά φορά που πήγαμε εκδρομή στο δάσος, εγώ πήγα μόνη μου για εξερεύνηση. Αφού περπάτησα αρκετά, είδα ένα σπιτάκι. Πήγα κοντά και από το παράθυρο είδα μέσα μια γριά και ένα μικρό παιδάκι. Η γριά αυτή ήταν κακιά και το παιδάκι το τυραννούσε. Το έβαζε να κάνει όλες τις δύσκολες δουλειές, το τάιζε λίγο και το είχε ντυμένο με κουρέλια. Τότε εγώ κρύφτηκα και όταν βγήκε το παιδάκι να πάει να μαζέψει ξύλα το πήρα από πίσω και του είπα: Ήρθα να σε σώσω.” Εκείνο μ’ ευχαρίστησε και καταστρώσαμε ένα σχέδιο δολοφονίας της γριάς. Όταν πήγε το αγοράκι να πάρει νερό από το πηγάδι, έκανε ψέματα ότι του έπεσε ο κουβάς μέσα και φώναξε τη γριά. Εκείνη πήγε κοντά, έσκυψε για να δει και τότε πήγα κι εγώ από πίσω και τον βοήθησα και την πετάξαμε μέσα στο πηγάδι και πέθανε.”
Ο παπάς με κοιτούσε και δεν μίλαγε.
“Και πού έγινε αυτό;” με ρώτησε.
“Στο δάσος.” του απάντησα.
Με κοίταζε και δεν μιλούσε. Τον κοίταζα κι εγώ. Στο τέλος μου είπε:
“Είναι αμαρτία να λέμε ψέματα, το ξέρεις;”
“Το ξέρω, αλλά εδώ γι’ αυτό ακριβώς ήρθαμε. Για να πούμε τις αμαρτίες μας. Κι αφού δεν έχω αμαρτίες και είμαι καλή, είπα να πω ψέματα για να έχω κι εγώ μια αμαρτία να συγχωρηθώ. Θα με συγχωρέσετε;”
“Δε συγχωρώ εγώ. Ο Θεός συγχωρεί και εσύ είπες ψέματα.”
“Τα είπα για να συγχωρεθώ”.
“Μετάνιωσες που τα είπες;”
“Όχι”.
“Τότε δεν μπορείς να συγχωρηθείς.”
Αχ, τι ήταν τούτο πάλι! Δε μου τα παν αυτά. Το πράγμα στράβωσε και ο παπάς ή ο θεός δε με συγχωρούσε. Η ώρα περνούσε.
“Η γιαγιά μου θ’ ανησυχεί” του είπα μπας και ξεμπλέξω, αλλά εκείνος επέμεινε ότι έπρεπε πρώτα να μετανιώσω και μετά να πάρω τη συγχώρεση. Μου ήρθε να τα άνω όλα λίμπα, αλλά συγκρατήθηκα. Ο παπάς διάβαζε αμίλητος, εγώ καθόμουν αμίλητη, κούναγα τα πόδια μου με τα γυαλιστερά λουστρίνια και σκεφτόμουν ότι έμπλεξα άσχημα. Μετά από κάμποση ώρα σιωπής του είπα:
“Δεν είσαι καλός παπάς, γιατί για να μ’ αφήσεις να φύγω, θες να πω ψέματα ότι μετάνιωσα, αλλά εγώ δεν θα πω.”
“Μπορείς να φύγεις χωρίς να συγχωρεθείς” μου είπε χωρίς να με κοιτάξει.
Τότε άνοιξα την πόρτα και μόλις είδα τη γιαγιά, έπεσα πάνω της και μ’ έπιασαν τα κλάματα.
Εκείνη συγκινήθηκε και είπε στις φίλες της ότι είμαι το καλύτερο παιδί.
Τότε βγήκε ο παπάς και της είπε: “Το κοριτσάκι αυτό πρέπει να το προσέξετε. Χρειάζεται πολλή υπομονή και καθοδήγηση, αλλιώς θα το χάσετε.”
Η γιαγιά έμεινε να τον κοιτά και ο τράγος γύρισε και ξαναμπήκε μέσα. Τα είπα στη γιαγιά τα καθέκαστα και το καψώνι που μου έκανε και καταλήξαμε ότι ήταν βλάκας. Αλλά εγώ, α-παπά, δεν πρόκειται να ξαναπάω ποτέ!

 

 

 

Εκδόσεις «ΕΚΑΤΗ», Χ. Κ. ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ

 

3ης Σεπτεμβρίου 91 Αθήνα, 10434,
Τηλ.: 210-8837343, 210-8665456,
http://ekati.gr/

 

Τίτλος: «Μαργαρίτα, γης Μαδιάμ!»
Συγγραφέας: Τζώρτζια Ρασβίτσου
Έτος 1ης Έκδοσης: 2018
Διαστάσεις: 14 x 21
Αριθμός Σελίδων: 112 (εκατόν δώδεκα).
Τιμή (χωρίς Φ.Π.Α.): 10,00 €
Κατηγορία: Ελληνική λογοτεχνία
ISBN: 978-960-408-246-9

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Μαργαρίτα, γης Μαδιάμ!» της Τζώρτζιας Ρασβίτσου: Ένα κριτικό αφήγημα ενάντια στο συντηρητισμό
Περισσότερα

“Σμιλεύοντας τον χρόνο” του Αντρέι Ταρκόφσκι (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Ο άνθρωπος είναι απασχολημένος να κυνηγά φαντάσματα και να προσκυνά είδωλα. Στο τέλος όλα καταλήγουν σ’ ένα, και μάλιστα απλό στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί να υπολογίζει στη ζωή του: την ικανότητα να αγαπάει. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναπτυχθεί μες στην ψυχή και να γίνει ο υπέρτατος παράγοντας που καθορίζει το νόημα της ζωής ενός ανθρώπου.

Έργο μου είναι να κάνω το θεατή που βλέπει τις ταινίες μου να συνειδητοποιήσει την ανάγκη του να αγαπάει και να τον αγαπούν, να καταλάβει ότι τον καλεί η ομορφιά κοντά της”.

∼∼

[…]

Ό,τι κι αν συμβεί, το νόημα της ταινίας, αυτό που έδωσε σε κάποιον την αρχική ιδέα να τη γυρίσει, δεν πρέπει να «χυθεί» στο δρόμο, στην πορεία της δουλειάς, κυρίως εφόσον η σύλληψη παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τον κινηματογράφο, δηλαδή χρησιμοποιώντας εικόνες της ίδιας της πραγματικότητας η σύλληψη πρέπει να ζωντανέψει στην ταινία μόνο μέσα από την άμεση επαφή με τον πραγματικό,απτό κόσμο…

Είναι σοβαρό λάθος, θα έλεγα μοιραίο, να ακολουθεί μια ταινία πιστά, ό,τι είναι γραμμένο στο χαρτί, να μεταφέρει κανείς στην οθόνη δομές που τις έχει μελετήσει από πριν με τρόπο εγκεφαλικό. Αυτό το απλό επιχείρημα μπορεί να το διεκπεραιώσει κάθε επαγγελματίας τεχνίτης.

Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ζωντανή διαδικασία και απαιτεί ικανότητες για άμεση παρατήρηση του συνεχώς μεταβαλλόμενου, αεικίνητου υλικού κόσμου.

Ο ζωγράφος με τα χρώματα, ο συγγραφέας με τις λέξεις και ο συνθέτης με τους ήχους αναλαμβάνουν έναν αδυσώπητο,φθοροποιό αγώνα, για να υποτάξουν το υλικό στο οποίο βασίζεται η δουλειά τους.

Ο κινηματογράφος εμφανίστηκε σαν μέσο καταγραφής της κίνησης της πραγματικότητας, μιας κίνησης υπαρκτής, συγκεκριμένης, χρονικά καθορισμένης και μοναδικής.

 

 

«Σμιλεύοντας τον χρόνο», Αndrei Τarkovsky (Αντρέι Ταρκόφσκι)
Εκδόσεις Νεφέλη

  • Αρχική εικόνα: Stalker (1979)
Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Σμιλεύοντας τον χρόνο” του Αντρέι Ταρκόφσκι (αποσπάσματα)
Περισσότερα

«Η μεγάλη πλατεία» (απόσπασμα) του Νίκου Μπακόλα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Και θρηνούσαν «δεν αφήσαν ούτε έναν» κι είχανε παγώσει όλοι, κοκαλώσαν στα παράθυρα, σαν ακίνητες φωτογραφίες, όταν είδαν να κατηφορίζει η πομπή, να σέρνεται, να μην έχει τελειωμό ή έλεος, και να λέει η Αμαλία «που τους πάνε;» κλαίγοντας, γιατί σίγουρα θα ’ταν ανάμεσά τους φίλοι –περπατούσανε οι άντρες κι οι γυναίκες κι είχαν φορτωμένος μπόγους, άλλοι τα μωρά τους πάνω απ΄ το σβέρκο τους, κι απ’ ανάμεσα σερνόταν αμαξάκια ή αραμπαδάκια, όπου είχανε θαφτεί οι γέροι κάτω από ρούχα κι από μπατανίες.

«Η Μεγάλη Πλατεία» του Νίκου Μπακόλα. Από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Η παράσταση θα παρουσιαστεί σε πανελλήνια πρώτη, το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019, στο Θέατρο Μονής Λαζαριστών (Σκηνή Σωκράτης Καραντινός).

Και πετάχτηκε ο Χρίστος, αισθανόταν πως δεν έπρεπε να λείψει, και σε λίγο βρέθηκε κοντά στη λεωφόρο, όπου είχε φτάσει το κεφάλι της πομπής, με τους Γερμανούς μπροστά αμίλητους και πάνοπλους• μια στιγμή ακούμπησε σε μια εξώπορτα κι ένιωσε πως από μέσα πάλλονταν φωνές και κλάματα και γυρνώντας πάνω στο κεφάλι του, είδε που κρεμόταν ένα ξερό στεφάνι, πιο πολύ κλαριά και λίγα φύλλα, και θυμήθηκε το ξέρω αυτό το σπίτι, ήτανε εβραίικο απρόσιτο, με την πόρτα πάντοτε κλειστή, τις κουρτίνες του κατεβασμένες, κι όπως βάρυνε επάνω στην εξώπορτα είδε τώρα πως υποχωρούσε και ανέβαινε μια σκάλα βυσσινιά που γυάλιζε, που ντυνόταν μ’ ένα γκριζωπό ταπέτο, όλα καθαρά.
Τώρα ακουγόταν ένα χαμηλόφωνο κλαψούρισμα, σαν μια ψαλμωδία ακατανόητη, κι ανεβαίνοντας ακόμη μέσα στο μισόφωτο, είδε που στεκόντανε τρεις άντρες και γυναίκες, που δεν βγάζαν άχνα, και αναρωτιότανε ο Χρίστος ποιος θρηνεί, και την ίδια ώρα άκουσε που λέγανε, «περιμένετε τουλάχιστο να φύγουμε», έμοιαζε να ήταν γέρος, να ικέτευε• κι ανεβαίνοντας τα τελευταία σκαλοπάτια, βρέθηκε ο Χρίστος με τους άλλους, όπου βλέπαν όλοι μέσα σε μια πόρτα, ήταν τρίφυλλη και ανοιγμένη, στα μεγάλα κρύσταλλά της είχε ζωγραφιές, κάτι σαν τα κρίνα ή πουλιά μακρόλαιμα, σ’ ένα σύμπλεγμα παράξενο, και στη μέση απ’ τη σάλα καθισμένη μια γριούλα που έκλαιγε (τώρα πια ούτε ακουγόταν) και επάνω της ολόρθος ένας γέρος άρχοντας, με το μαύρο του καπέλο, τα χρυσά γυαλιά του, το πλατό του κι ένα μπαστουνάκι σαν βεργούλα καφετιά, που σηκώνονταν σαν παιδικό παιχνίδι και παρακαλούσε «περιμένετε λοιπόν να φύγουμε» και κατόπι «λυπηθείτε την κυρία μου», που ορθωνότανε κι εκείνη και τη στήριζε ο γέροντας, τότε έσκυψε στη μια μεριά ο Χρίστος, ήταν σαν να άπλωνε το χέρι, να τραβούσε την τζαμόπορτα πιο άκρη και να νιώθει ότι καίγονταν το πίσω του κρανίο, τα μαλλιά και πιο κάτω ο λαιμός του, που δενόταν και που του στραγγάλιζε φωνή κι ανάσα, αλλά φώναζε η καρδιά του, όχι, κι άπλωνε τα χέρια του.

 

***

 

Γιατί στον κρυμμένο τοίχο, στην κρυμμένη τους ντουλάπα είχαν κιόλας ανοιχτεί συρτάρια, όπου δυο γυναίκες βγάζανε λευκά σεντόνια και κουβέρτες και λινά και τα ρίχναν κάτω σε δυο στοίβες, λες και τα μοιράζανε• τότε κίνησαν ο γέροντας και η κυρά του, βάδιζε ολόστητος εκείνος και κοιτούσε πέρα, και κρεμόταν απ’ το μπράτσο του η γυναίκα, κι όπως φτάνανε στο κεφαλόσκαλο, όρμησαν αυτοί που περιμέναν, προς τη σάλα, και ακούστηκε να σπάζει τζάμι, τέλος πόδια όπου τρέχαν πέρα δώθε (είχαν ξεχυθεί στις κάμαρες) και κατέβηκε ο Χρίστος απ’ τις σκάλες, μια στιγμή σταμάτησε πιο πίσω απ’ το ζεύγος, τώρα έβλεπε το φως του δρόμου, σαν να τους προϋπαντούσε.

Ο Νίκος Μπακόλας (26 Ιουλίου 1927 – 13 Νοεμβρίου 1999) πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη, κατοικώντας στην περιοχή των παλαιών «Εξοχών», που αποτελεί και τον κεντρικό χώρο των περισσότερων έργων του. Δημοσίευσε για πρώτη φορά κείμενά του ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» το 1951. Σε δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά χρησιμοποίησε αρκετές φορές το ψευδώνυμο Νίκος Χριστοφόρου.

Μα εκεί σταμάτησε η κυρία, έμοιαζε σαν να ’θελε να ξαπλωθεί στα σκαλοπάτια, και την έπιασε ο Χρίστος απ’ τις δυο μασχάλες, της ψιθύρισε «κουράγιο», και την ίδια ώρα ακουστήκανε που βρίζονταν επάνω –«κλέφτες, λιμασμένοι» τσίριζε κάποια γυναίκα, μα της απαντήσανε «ρουφιάνα»– ήταν πια στο κάτω σκαλοπάτι, κι ένιωθε ο Χρίστος πάει τέλειωσε, όπου γύρισε ο γέροντας τον κοίταξε, έβγαλε το μαύρο του καπέλο κι είπε «είμαι ο Αλμπέρτο Ματαλόν», σαν να είχε κάποια σημασία, και σκεφτότανε ο Χρίστος, τι θα του χρησίμευε το όνομά μου; γιατί ήτανε τα χέρια του που πρόσφεραν, ότι στήριζαν εκείνη την κυρία και τη βοηθούσαν να κατέβει απ’ το πεζοδρόμιο στο δρόμο, στο γυαλιστερό το καλντιρίμι, όπου τώρα κατεβαίνανε μυριάδες από τη φυλή τους, πιο πολύ από τη φτώχεια, απ’ τα παραπήγματα του «έξι», και σταθήκανε οι γέροντες σαν να ’λεγαν, πως να μπούμε στο ποτάμι; όμως ήρθε ένας στρατιώτης και τους πρόσταξε ξερά, είχε μια βραχνή φωνή αγουροξυπνημένη, και την ίδια ώρα σπάσαν τζάμια και θρυψαλιστήκανε στο πεζοδρόμιο, τότε όρμησε ο Γερμανός με το αυτόματο στο σπίτι.

Όμως το ποτάμι έφευγε, η γυναίκα και ο Ματαλόν της είχαν πια παρασυρθεί, και προχώρησε για λίγο ο Χρίστος, μέχρι που κατάλαβε πως είναι αχρείαστος, στάθηκε και έβλεπε το λιγερό το γέρο, όσο που ξεχώριζε το μαύρο του καπέλο, είχαν βγει στη λεωφόρο, στις γραμμές του τραμ, μια στιγμή του φάνηκε πως είδε το Δημήτρη, μα αισθάνθηκε πως το στομάχι του ανέβαινε, σαν να έβγαινε από το λαρύγγι του, και σωριάστηκε σ’ ένα πεζούλι, πίσω ένιωσε τα κάγκελα, άνοιξε τα χέρια του και χούφτωσε τα σίδερα και είπε τι δροσιά –το ποτάμι όλο προχωρούσε.

***

Και φοβήθηκε πως θα πνιγεί, ένιωσε σαν να του είχαν δέσει το λαιμό τον σφίγγανε, και ανακουφίστηκε που είδε ένα χέρι μπρος στα μάτια του, το αναγνώρισε που του μιλούσε και του έλεγε «μπαμπά, τι έπαθες;» και αισθανότανε πιο σίγουρος, είναι όντως ο Δημήτρης σκέφτηκε, κι είπε «τίποτα, κουράστηκα» και σηκώθηκε σαν κουρντισμένος, έπιασε το γιο του απ’ τον ώμο και του μίλησε πιο ήρεμα, «πάμε, δεν μπορούμε πια να βοηθήσουμε».

Κι ανεβήκανε τον πρώτο δρόμο που συνάντησαν, θα ξετυλιγόταν ένας τοίχος όλο πέτρα κι υγρασία, που το πάνω μέρος πνίγονταν στις φυλλωσιές, μα θυμήθηκε, κι εδώ καθόντανε Εβραίοι, λέγονταν Μαλάχ και δε μιλούσαν σε κανέναν, τόση περηφάνεια, κι απέναντί τους ήταν το λευκό τριώροφο, και αυτό είναι Εβραίων, συλλογιόταν, λέγαν πως τους έξι μήνες ζούσαν στο Παρίσι, το υπόλοιπο σε τούτο το παλάτι, κι όλο ψιθυρίζαν ότι η κυρία τα ’χε ταιριασμένα μ’ ένα χριστιανό μηχανικό κι όλο τρέχανε στις ερημιές, με άμαξες ή αυτοκίνητα.

Και χωρίς να καταλάβει –έτσι που πνιγότανε στις θύμησες– είδε ότι είχαν φτάσει στο τρελοκομείο, μια στιγμή τον κράτησε ο Δημήτρης, είπε «να ο Άγγελος», ότι όντως στέκονταν ένας λευκοντυμένος έφηβος, έμοιαζε ότι σκεφτόταν κι ότι θλίβονταν, κι όταν τον ρώτησαν είχε τη φωνή σπασμένη, κι είπε μόνο «δείτε τι τους κάνανε», ότι γύρω τους κυλιόντανε χαρτιά, βιβλία που τα είχαν σκίσει, και σπασμένες πλάκες μαύρες από το γραμμόφωνο, «πάει κι η Μπετίνη και η αδερφή της» θρήνησε ο Άγγελος, όμως τον κοιτάζανε απορημένοι, και δικαιολογήθηκε ο Δημήτρης «δεν τις ξέραμε», και δεν τους εξήγησε ο φίλος, ίσως να σκεφτόταν πως δεν είχε σημασία, «τι τους κάνανε τους φουκαράδες» μίλησε ο Χρίστος, κι άπλωσε το χέρι, χάιδεψε τον Άγγελο, «δεν μπορείς να κάνεις τίποτε» τον παρηγόρησε, κι έλεγε τ’ αγόρι πως «μπορούσαμε», κι είχε όλο πείσμα η φωνή του πίκρα.

 

***

 

 

Αλλά θα ’τανε χαμένος κόπος, έκλαιγε η φωνή του και αδυνατούσε να τους εξηγήσει, ούτε θ’ άκουγαν εκείνοι, ότι κίνησε ο Χρίστος όλως ανεξήγητα, κι υποσχέθηκε ο Δημήτρης «θα βρεθούμε το βραδάκι», που δεν είχαν γίνει τα δυσάρεστα ακόμη.

Όμως περπατούσε ο πατέρας του πυρετικά, μια στιγμή τον ρώτησε «μα πού τον ξέρω;» κι εννοούσε το λευκοντυμένο έφηβο, και του εξήγησε ο Δημήτρης, κι «είναι εντάξει» θα κατέληγε, κι έμενε σιωπηλός ο Χρίστος όλος επιφύλαξη, αλλά προχωρούσε πάντα βιαστικά, θα το καταλάβαινε σε λίγο και θα δικαιολογιόταν, «θα ανησυχεί η μάνα σου».

Κι όπως σπρώξαν την αυλόπορτα, είδαν που καθότανε συλλογισμένη, έδειχνε πως είχε πληγωθεί, πως τρόμαξε, και μιλούσε σαν να ήτανε μονάχη, «είχα κάποτε μια φίλη που τη λέγανε Ραχήλ, μεγαλώναμε μαζί και παίζαμε, που να την πηγαίνουν τώρα;» κι έλεγε ο Δημήτρης «θα μπορούσαν να κρυφτούνε στα βουνά», αλλά τον αγριοκοίταξε ο Χρίστος, «τους ξεπούλησε ο Κόρετς», κάποτε γνωρίζανε το γιο του, ήτανε ένα κατάξανθο αγόρι μ’ ακριβό ποδήλατο, είχαν έρθει από την Αυστρία και του λέγανε «βρε Μπούμπι, δώσε μία βόλτα», όμως το ’βρισκε αδύνατο –«ο αρχιραβίνος τους ξεπούλησε», είχαν φύγει όλοι και απόμεινε εκείνος, κλείστηκε στο δίπατό του σπίτι κι ούτε που τον βλέπαν τώρα, ούτε το ποδήλατο του Μπούμπι, το ξανθό τσουλούφι που κατέβαινε στο μάτι, ίδια με των Γερμανών.

***

Κι έτσι που τα κουβεντιάζανε στο μπαλκονάκι τους, είδαν την Τσιμόνενα που έμπαινε στο σπίτι τους, είχε ένα μπόγο ρούχα, όλο άσπρα, και σε λίγο ο χοντρός της γιος, φορτωμένος δύο καρέκλες μπήκαν, ξαναβγήκανε φουριόζοι, και μουρμούρισε ο Χρίστος «κλέβουνε οι άτιμοι», γιατί κάναν γιάγμα στα εβραίικα σπίτια και αρπάζανε ό,τι βρίσκαν ό,τι είχε απομείνει απ’ τους άλλους, κι είπε η Αμαλία «είναι η δεύτερη φορά», που δε θα στεκότανε κι η τελευταία, γιατί ως το βράδυ πήγαιναν κι ερχόντανε, κι είχαν πάρει και τα δυο μικρότερα αδέλφια, όπου τρέχαν και ξαναγυρνούσαν κι όλο φορτωμένοι, σαν μερμήγκια που γεμίζανε την τρύπα τους, και δεν είχαν τελειωμό• κι έλεγε η Αμαλία «είναι όλα τους κλαμένα και θα φέρουν γρουσουζιά» –που όντως χάσαν το χοντρό τον άλλο χρόνο»…

 

 

 

Παναγιώτης Μήλας«Η μεγάλη πλατεία» (απόσπασμα) του Νίκου Μπακόλα
Περισσότερα

Κατερίνα Γώγου, Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν και τά κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δέν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τούς αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
“Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.

 

***

Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940  –  3 Οκτωβρίου 1993).

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚατερίνα Γώγου, Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Περισσότερα

«Η Κερένια Κούκλα», του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή — γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή — —
…Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και την θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι! . . .

Σα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα — και τα χείλη των νέων που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης: γιατί και χαρά δεν είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή — είναι ο άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο άνεμος. Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές που πολλές φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . . .

 

«Η κερένια κούκλα» του Κ. Χρηστομάνου έρχεται από τις 10 Φεβρουαρίου 2020 στο Bios. Σε σκηνοθεσία Βασίλη Βηλαρά και δραματουργία Κέλλυς Παπαδοπούλου. Ερμηνεύουν: Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Ιωάννα Πιατά, Δημήτρης Τσιγκριμάνης, Αντιγόνη Φρυδά.

Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως με περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη θλίψη της ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώση η ανθρωπινή μας περιφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ματιά του βίου, πάντα το θλιμμένο το ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις κλωνόγερτες ημέρες μας τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά, προς τη μεγάλη θάλασσα τη σκοτεινή που είναι η ευτυχία η αληθινή — γιατί είναι η αιώνια αλήθεια . . .

Το μαραμένο ρόδο.

Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο.

Κάθε φορά που ήθελ’ ανεβή τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια απ’ την κουζίνα, που ήτονε στο υπόγειο, ως τη χωματένια την αυλή, σταματούσε κι ακκουμπούσε και τα δυο της τα χέρια στα γόνατα, για να πάρη ανάσα• η μύτη της κέρωνε και τα ρουθούνιά της ανοιγοκλείνανε σαν τις φτερούγες μιας άσπρης πεταλούδας. Ήταν αλήθεια λίγο αψηλά τα σκαλοπάτια, μα τόσο λαχάνιασμα πάλι! —

.. . Κι ολοένα ανεβοκατέβαινε απ’ την αυλή στην κουζίνα κι από την κουζίνα στην αυλή για να ξεπλύνη το μπρίκι τον καφφέ και τα κουταλάκια της, για να τρίψη την κατσαρόλα της, σαν απότρωγαν αυτή κι ο άντρας της, κάτω από τη βρύση που δεν έπαυε να στάζη — γιατ’ ήτονε χαλασμένος ο σωλήνας.

Μα μπαινόβγαινε κι απ’ την καλή την κάμαρη, που ήτον ισόγεια σχεδόν μ’ ένα-δυο σκαλοπάτια ξύλινα — Αχ, πάλι σκαλοπάτια! λες βάλθηκαν κι αυτά να την κουράζουν ακόμα περισσότερο, — πότε για να τινάξη κάτι προσκεφαλάδες με μεγάλες μάρκες που τις είχε κεντημένα η ίδια ανεβατό, πότε για να ξεσκονίση τα χαρτένια λουλούδια πούχε σε δυο φαρφουριά πάνω στην εταζέρα ή για ναπλώση ένα-δυο ρουχαλάκια πούχε κάνει σαπουνιστά στη λεκάνη και που γαλάζωναν απ’ το λουλάκι απάνω στο σκοινί• κ’ έσκυβε και σφουγγάριζε τα νερά πούχανε στάξει απ’ τα ρούχα στα σκαλιά και στις πλάκες μπρος την πόρτα κ’ έπειτα πήγαινε ναπλώση και το σφουγγαρόπαννο πιο πέρα από τα ρούχα στο ίδιο το σκοινί, που ήτανε δεμένο απ’ το στρόφιγγα της πόρτας σε μια μικρή ζαλισμένη μυγδαλίτσα — γιατί δεν έφθανε ως τη μάντρα πέρα. . και κάθε φορά πούρριχνε κάτι απάνω στο σκοινί, η μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα — που δεν είχε ακόμα ανθίσει — λύγιζε ίσαμε κάτω και τιναζόταν πάλι απάνω, απ’ του σκοινιού το τράβηγμα, με τα γυμνά κλαριά της σηκωμένα σα χέρια στον αέρα. Αχ, τι λυπητερό πράμα να βλέπη κανείς ένα νέο δεντράκι να λυγάη για το χατίρι ενός σφουγγαρόπαννου ίσαμε κοντά να σπάση και να τρέμη σύγκλαρο για πολλήν ώρα, απ’ το πόνο του!

Μα πιο λυπητερό ακόμα ήτονε να βλέπατε τη νέα γυναικούλα να κρυφοβογκά και να σέρνεται, στραγγίζοντας στα πόδια της, χωρίς να θέλη να τομολογήση στον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί αν το παραδεχόταν πως ήτον άρρωστη, ήτονε χαμένη: δε θα μπορούσε πια να ταρνηθή ταντρός της με τόσο θάρρος και με χείλια που για να χαμογελάσουν της σούρωναν όλο της το πρόσωπο. Εκείνος όμως την κύτταζε με τα μάτια του τα γαλαζοπράσινα με τα μακριά ματόκλαδα καρφωμένα πάνω της — την κύτταζε ακόμα κι όταν δεν της μίλαγε. . .

Τι νέος που ήτον ο άντρας της και τι όμορφος! — όλο αυτό συλλογιζόταν η άμοιρη. Κι αλήθεια πολύ πιο νέος απ’ αυτή φαινόταν, κι όχι μόνον από τότε που τα τριαντάφυλλα στα μάγουλά της είχανε σβύσει, που τα μάτια της δείχνανε βαθουλωμένα κ’ είχαν πεταχτή ταυτιά της, κίτρινα σα φύλλα φθινοπωρινά. Ήτονε μικροκαμωμένος ο Νίκος, ενώ η Βεργινία ήτον αψηλή και ξερακιανή απ’ ανέκαθε, με κάτι κοκκάλες στο πρόσωπο, με μαλλιά κοκκινωπά κι αριά, κ’ έτσι έδειχνε τουλάχιστο δέκα χρόνια πιο μεγάλη του, που δεν είχαν ούτε τρία χρόνια διαφορά: αυτός εικοσιδυό, κ’ εκείνη ήτον και δεν ήτον εικοσιπέντε.

Κακό πράμα ναν’ η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα της! Σον αγαπάει μ’ αλλοιώτικη αγάπη από ‘κείνονε, με μια φωτιά πιο άγρια, σα βιαστικιά κι απελπισμένη για τη νιότη που της φεύγει• και ο καημός αυτός, πέφτοντας μέσα στη φλόγα την ερωτική, την κάνει κι αποθεριεύει και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά. Κι ο νέος άντρας πάλι πιο γλήγορα ψυχραίνεται όσο βλέπει να μαραίνεται το ρόδο της λαχτάρας του και βλέπει γύρω του νανθούν οι κάμποι της ζωής και τα γλυκά λουλούδια να χαιρετούν τις πλάνες πεταλούδες…

Όταν, το μεσημέρι, κατέβαινε ο Νίκος απ’ τον τροχιόδρομο στη στάση της Γαργαρέτας κ’ έπαιρνε τους ανηφορικούς δρόμους να πάη σπίτι του, ψηλά, κάτω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γύριζαν και τον κύτταζαν τα κορίτσια στις πόρτες, που περίμεναν τους άντρες του σπιτιού ναρθούν απ’ τη δουλειά να φαν ψωμί. Σα ξέρετε δα τα αιώνια κορίτσια στις καινούργιες συνοικίες με τα χαμόσπιτα, που αντιπροσωπεύουν τανέβασμα στα κοινωνικά σκαλοπάτια, μα ίσως και το ξεφύλλισμα της εργατικής οικογένειας, τα κοριτσόπουλα με την κορδέλλα φιόγκο πίσω στα μαλλιά, με σκερτζότζικη ποδίτσα και μπότα κουμπωτή — έτοιμα πάντα ναδράξουν το χαμόγελο που ανθίζει σε νέα χείλια κάτω από ένα μουστακάκι.

 

 

 

Ήτονε να μην τονέ βρουν του γούστου τους, έτσι που περνούσε πεταχτός και καμαρωτός με το κεφάλι πίσω, χαριτωμένo παιδί σοβαρευούμενο, σταράτο, με κοντά μαλλιά μαύρα όλο κυματισιές σαν από ξύλο σκαλιστό; — κι απάνω στα πηχτά μαλλιά ήτον καθισμένη αλαφρά (σα νάτον αλήθεια πεταλούδα πούθελε να πετάξη) μια σταχτιά πεταλούδα που τη φορούσε ατσαλάκωτη! Κ’ είχε και κάτι μικρούτσικα αυτάκια ροδοκόκκινα σαν κορίτσι και τα δόντια του, όταν γέλαγε, ασπρίζανε σαν το ρύζι κάτω απ’ το μαύρο μουστακάκι, το άστριφτο ακόμα, που δεν εννοούσε να μεγαλώση: — έτσι έλεγε μέσα της κάθε φορά που τον κύτταζε με λαχτάρα και θαυμασμό για τα τόσα νιάτα, η άμοιρη η γυναίκα του. Σο στόμα του γέλαγε καμμιά φορά, μα τα μάτια του δε γέλαγαν, παρά μόνο ανοίγανε διάπλατα σα νανθίζανε, με κάτι παράξενες κόρες διπλές και τρίδιπλες, γαλαζοπράσινες• και τα μακριά ματόκλαδα, ίδια κρόσσια που γύριζαν καταπάνω, έκαναν ολόγυρα στα μάτια μιαν αλλοιώτικη σκιά σαν από κλαδιά γερμένα σε βαθύ νερό, που σε τάραζε περισσότερο από ματιά και σε τραβούσε σα μαγνήτης. Κι’ ακόμα πιο ομορφότερος φαινότανε σαν έβγαζε στο σπίτι το σακάκι του και το κολλάρο και φορούσε μια παλιά λινή μπλούζα της δουλειάς, γιατί τότες έμενε γυμνός ο λαιμός του πού μοιαζε ελεφαντοκόκκαλο κιτρινισμένο, ολοστρόγγυλος και απαλός όπως σταρχαία αγάλματα των νέων θεών — αυτό όμως δεν τόξερε η γυναίκα του: εκείνη έβλεπε μονάχα το λαιμό του χωρίς να σκέπτεται τίποτα, με την ψυχή λυμένη. . . Αλήθεια κακό πράμα ναν’ η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα! Σον αγαπάει αλλοιώτικα, με μια φωτιά πιο άγρια που της πίνει όλη τη δροσιά.

Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. Είχε κ’ η Βεργινία κοντά μια χιλιαδούλα και κάτι ρουχαλάκια απ’ τη μητέρα της, που την είχε αφήσει ολάρφανη σε μια δεύτερη της αξαδέρφη πούχε μια φορά κι αυτή τον τρόπο της, μα σαν απόμεινε χήρα έκανε τη σιδερώστρα. Ο πατέρας της, πούταν απόστρατος ανθυπομοίραρχος, είχε πεθάνει όταν ήτον πολύ μικρή.

Καθόντουσαν τότε με τη θεια της στο Μεταξουργείο κι ο Νίκος έτυχε να περνάη μια μέρα με κάτι φίλους πούχαν τα σπίτια τους στη γειτονιά κ’ είδε τη Βεργινία στην πόρτα. Από τότες περνούσε καθε μέρα κ’ «επιμόνως» κι αυτή τον καλοκύτταζε γιατί τα μάτια του της είχαν κάνει μάγια. Σο βράδυ της έκανε ταχτικά καντάδες με τους φίλους, στεκούμενοι όλοι μαζί μπουλούκι στην αγκωνή, κάτω απ’ το φανάρι• μέσ’ απ’ όλες τις φωνές, τις μπάσσες και τις τσιριχτές και τις τρεμουλάντες, αυτή ξεχώριζε τη δική του πούτον η πιο γλυκειά. . και σαν κύτταζε απ’ τη μισανοιγμένη γρίλλια του παντζουριού, θάρρευε πως ξάνοιγε τα μάτια του να λάμπουν κάτω απ’ τη φλόγα του φαναριού που χοροπηδούσε. . .

Έτσι παντρεύτηκαν κ’ εκάμανε το σπιτικό τους.

 

***

 

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος γεννήθηκε το 1867 και πέθανε την 1η Νοεμβρίου 1911. Ήταν θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ποιητής, καθώς και ο ιδρυτής της Νέας Σκηνής. Πέρασε αρκετά χρόνια στη Βιέννη, όπου έγινε δάσκαλος της Ελισάβετ της Βαυαρίας και στενός της φίλος. Έγραψε γι’ αυτήν, «Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», το πιο γνωστό του έργο, όπου εξιστορούσε τη φιλία του με την Αυτοκράτειρα. Μετά το θάνατό της, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου δημιούργησε τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό, τη «Νέα Σκηνή», και συνέβαλε καίρια και ουσιαστικά στην ανανέωση της ελληνικής θεατρικής σκηνής και στον εκσυγχρονισμό της. Κατά τη διάρκεια της οκτάχρονης παρουσίας της, ανέβασε τα σπουδαιότερα έργα του καιρού του και δίδαξε υποκριτική στους ηθοποιούς που αργότερα θα γίνονταν οι πιο σημαντικοί στο ελληνικό θέατρο.

Απ’ τη μέρα του γάμου του, που πήγαιναν οχτώ μήνες τώρα, ο Νίκος ούτε παρέες πια στα Πατήσια και στο Μοσχάτο, ούτε πιοτί στα υπόγεια του Άι-Φίλιππα και της Πλάκας κοντά στα μεγάλα βαρέλια ταραδιαστά, με τους μεζέδες απάνω στο στράτσο απ’ το μπακάλη βουτηχτούς σταλατοπίπερο, ούτε μπιλιάρδο στον καφενέ. Τίποτα πια! Απ’ το μαγαζί και στο σπίτι. Σον πείραζαν οι φίλοι του πως δεν τον άφηνε η γυναίκα του που τούχε λέει βαλημένα τα δυο του πόδια σ’ ένα παπούτσι. Μα οι γειτόνοι έβλεπαν την αγάπη πούχε το αντρόγυνο — τόσο που όλο και τον κεντούσε το Νίκο με τα τσουχτερά του τα λογάκια ο Κυρ Μπάμπης, ο χοντρός μπακάλης στη γωνιά του κάτω δρόμου:

— Νισάφι! Την έφαγες τη γυναικούλα σου, Κυρ-Νίκο• δε βλέπεις πώς εγίνηκε;
Μα δεν ήτον από του Νίκου τα φιλιά που έρρεβε η καημένη η Βεργινία. Κάθε άλλο! Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πώς ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού της την αγκάλη, πώς ροδίζουν τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια της πετούνε σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστο τα μαραμένα τριαντάφυλλα στο νερό: πώς σηκώνουν τανθόφυλλά τους και ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και χύνουν καινούργιο μύρο σα να ξεσκούν εκείνη τη στιγμή!…

Αλλά για λίγες ώρες, αχ, για πολύ λίγες μοναχά — — Έτσι κ’ η Βεργινία, άμα ερχόταν ο Νίκος της! Ξάναβε — λες και μάζευε όσο αίμα της είχε απομείνει στις φλέβες της, τα στερνά της χρώματα όλα στα μάγουλά της και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά και γινόταν πάλι όμορφη, σχεδόν όπως ήτον όταν τη στεφανώθηκεν, εδώ κι οχτώ μήνες.

Στο σπιτάκι, πούχανε νοικιασμένα, είχανε μια μεγάλη κάμαρη στο ισόγειο και την κουζίνα στο υπόγειο. Είχανε δική τους αυλή με το πλυσταρειό κι όλα τα χρειαζούμενα. Α, ξέχασα! εξόν απ’ τη βρύση που έτρεχε ολοένα, είχαν και τη ζαρωμένη μυγδαλίτσα. Σο άλλο μισό σπίτι ήτον το όμοιο, μ’ ιδιαίτερην είσοδο• και καθότανε μια χήρα ενός δικαστικού κλητήρα με δυο κόρες της παντρειάς.
Εικοσπέντε δραχμές πούδιναν το μήνα τι του πλέρωναν, κι ας ήτον και βουνό, γιατί μονάχα η θέα κι ο αέρας εκεί απάνω άξιζαν όσο να πης.

***

Από πάνω ο βράχος του Φιλοπάππου που, ό,τι κρύο και νάκανε τώρα το χειμώνα, τους βαστούσε το Βορριά και τραβούσε όλες τις αχτίδες απάνω του και σαν έκανε καλωσύνη μύριζε πέτρα λιασμένη και μοναξιά βουνίσια και γαϊδουράγκαθο διψασμένο. Στο πλάι πίσω, πυργωμένη η Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο ατίμητο αρχαίο χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις δυο κολωνίτσες που ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο βράχο, κάτω από τα μαύρα τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ’ τη σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από ‘δω, μια κανονικιά πυραμίδα ξεμοναχιασμένη σα νησί.

Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τ ρ ε λ λ ό ς (πούχει τον ύπνο του για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ’ ησκιερή στο ξάπλωμά του. Κάτω του τα βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ’ ένα κομμάτι απ’ το μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό πάνω από το Μετς, και με τα σπιτάκια των Παντρεμενάδηκων ανεβασμένα απανωτού για να δουν έναν ανεμόμυλο στην κορφή, αφημένον έρημο με τα φτερά βγαλμένα. Και στο στήθος αυτών των γλυκών λόφων ένας μεγάλος μαύρος λεκές: τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου που από μακριά φαίνονται σα να κοιμούνται ορθά, τόνα κοντά στάλλο…

 

…Μα δεν κοιμούνται, παρά βουίζουν όλα μαζί σιγαλά και γλυκά σαν άρπες αλαργινές κι ονειρεμένες• και πίσω από το πιο μελανό και πιο βουερό κυπαρίσσι κουρνιάζει κρυμμένος ο Φάρος και βγαίνει κάθε νύχτα με τασημένιο δρεπάνι, πούχει το κρεμασμένο απάνω στον ουρανό, κουκουλωμένος σε μαύρο ράσο ή με λουλούδια στο κεφάλι, και σιγοπατάει στους δρόμους και καβαλλάει μάντρες κι ανοίγει τα κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες και πέρνει εκείνους που κρύβουν το πρόσωπο μέσα στα προσκέφαλα για να μην τον ιδούν κι αφήνει, γελώντας με τα δόντια δίχως χείλια, όσους του φωνάζουνε να τους λυτρώση. Μα και μέρα βγαίνει και τότε κανείς δεν τονέ βλέπει, γιατ’ είναι ντυμένος με του ήλιου τις αχτίδες και πιο φεγγερός από τον ήλιο!…

Και πιο πέρα πιάνουν κάμποι κι άλλοι λόφοι, που πρασινίζουν απ’ το Γεννάρη, πλατιά ξαπλωμένοι• κι ανεβαίνουν αγάλια-αγάλια όλοι μαζί αψηλά και με τον άσπρο δρόμο του Φαλήρου αντάμα, σα να τον πιάνουν απ’ το χέρι να τονέ σηκώσουν, ίσαμε το σπιτάκι• κ’ έπειτα τρέχουν πάλι όλοι μαζί τον κατήφορο ως πέρα στη θάλασσα. Αχ, η θάλασσα! τώρα σα γλαυκός αχνός κι όχι σα νερό, ανεβασμένη απάνω στον ουρανό, τώρα πάλι σαν ασπίδα χρυσή στον ήλιο: και στης ασπίδας τον αφαλό ένα γιγάντιο μυτερό πετράδι ζαφειρένιο, η Αίγινα με τον ιερό της κώνο. . .

 

 

 

Λόφοι εσείς απαλοί και πράσινοι και θάλασσα αρχαία που λάμπεις, με τα μαύρα καράβια των καημών που σε σιγοπερπατούν! πόσα μάτια σας έχουν κυττάξει απ’ τον παλιό καιρό, εδώ απ’ το βουνό του Φιλοπάππου απάνω, σαν τώρα που ξαστράφτει η ομορφιά σας, κι απ’ τα αιώνια νιάτα σας άντλησαν ελπίδα για της ζωής τη χαρά! Κ’ έσβησαν όλα τα μάτια που σας αγναντέψανε, μα εσείς στεκόσαστε αυτού και δίνετ’ ελπίδα για της ζωής τη χαρά στα μάτια που θα σβήσουν!

Κύτταζε κ’ η Βεργινία από πάνω απ’ τη μάντρα της αυλής της κι από το μόνο παράθυρο της κάμαρής της κ’ έπαιρνε κουράγιο κ’ ελπίδα από τη χαρά της αλαργινής χλόης κι από της θάλασσας τη λάμψη, τη γλαυκή κι αμάραντη, πως σαν ερχόταν το καλοκαίρι και πιάναν οι ζέστες, θε να δυνάμωνε κι αυτή και θε να στερέωνε η υγεία της. Έτσι της είχε πη ο γιατρός ο γυναικολόγος, πούχε φέρει ο Νίκος όταν της ήρθε εκείνο το περιστατικό, στον τρίτο μήνα της απάνω, που κόντεψε να πεθάνη κι από τότε δεν είχε δη χαΐρι.

Ήρθε δυο φορές τότες ο γιατρός και της είχε δώσει κάτι στάλες κόκκινες, πικρές φαρμάκι, να τις παίρνη, προτού να φάη και κάτι μαύρα χάπια που έλεγε ο Νίκος πως ήτανε σίδερο για να δυναμώση να γίνη σίδερο. Θυμόταν το γιατρό με τα γυαλάκια του, με τα γενάκια τα ξανθά, γυαλιστερά και μοσχομυρισμένα από πουμάδες και κομμένα κάτω στα ίσα, ολόγυρα στο πλατύ άσπρο πρόσωπο με τα ροδοκόκκινα μαγουλάκια. Σι σαχλός που ήτον! Κ’ έκανε και το νόστιμο• κι όλο γελούσε για να φαίνονται τα δόντια του• κι όλο ακκουμπούσε στο μπαστούνι του με την ασημένια γοργόνα για να δείχνη τα παχουλά του τα χέρια. Κοντά του στεκόταν ο Νίκος, το μελαχρινό και ανδρικό αγόρι. Για κύττα τον έναν, κύττα και τον άλλον! Σι διαφορά! Κ’ η καρδιά της χτυπούσε πιο γλήγορα ίσαμ’ απάνω στο λαιμό από μιαν αλάλητη τρυφερότητα και παράδοση όλης της υπάρξεώς της στο γλυκόν της το Νίκο και σαν από μιαν ελπίδα, που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα…

Δεν της είχε πη ο γιατρός πως την είχε σαβανώσει για πάντα εκείνην την ελπίδα που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα: να γίνη μητέρα. Κ’ έτσι έλπιζε πάντα, άμα που θαρθή το καλοκαίρι ναλλάξουν τα πράματα.
Κι όταν ο Νίκος την κύτταζε βαθιά με τα μεγάλα του τα μάτια σαν άνθη που ρωτούσανε, νόμιζε πως γι’ αυτό τηνέ ρωτούσαν και χαμήλωνε τα δικά της και χλώμιαινε ακόμα περισσότερο από τη ντροπή της που δεν ήτον ακόμα γερή σαν πρώτα.
Ο Νίκος όμως δεν ήτον τυφλός κι ούτε κουφός να μην ακούη τα τι λέγανε στη γειτονιά και προ πάντων τα κορίτσια καθώς περνούσε: «Κρίμας το νέο να πάρη εκείνη τη χτικιάρα!»…

Μια μέρα βγήκε η Βεργινία απ’ την πόρτα του σπιτιού της ναδειάση το κασσόνι με τα σκουπίδια πίσω από τη γωνιά της μάντρας, κατά το βουνό, που ήτανε σωροί-σωροί λιθάρια και σπασμένα μπουκάλια και πιάτα και παλιόχαρτα και πάτοι από ντενεκέδες και στριφογυρισμένα τσέρκια από βαρέλια και λαμποκοπούσαν όλα στον ήλιο σα θησαυροί ατίμητοι. Έκανε τώρα να γυρίση πίσω, λαχανιασμένη, μόλις σέρνοντας τα πόδια της, κ’ έξαφνα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια γειτόνισσα απ’ τον κάτω δρόμο, την Κερ-Αριστείδαινα, πούτον αδερφή της χήρας του δικαστικού κλητήρα που κατοικούσε πλάι, κ’ ερχόταν κι αυτή να ρίξη τα σκουπίδια της.

— Καλέ κορίτσι μου, της λέει εκείνη μόλις που την αντίκρυσε, τρελλάθηκες, στην κατάσταση που βρίσκεσαι, να σηκώνης κοτζάμ κασσόνι και να το κουβαλάς μισή ώρα δρόμο! Δεν πας να δης στον καθρέφτη τα χείλια σου πώς γινήκανε! Μήστητί μου Κύριε! Δεν παίρνεις κανένα κοριτσάκι να σου βοηθάη στη χοντρή δουλειά, αφού δεν έχεις την υγειά σου; Εσείς τον τρόπο σας τον έχετε. Ναν’ καλά ο άντρας σου! Δυό νοματέοι είσαστε. Από παιδιά κι από σκυλλιά έτσι κ’ έτσι δεν έχεις φόβο. Αυτό να το βγάλης απ’ το νου σου. Μας τόχει πη εμάς ο γιατρός• τον αρώτησε η αδερφή μου —

Σαν άκουσ’ έτσι η Βεργινία πάγωσε όλη• ο λάρυγγας της έκλεισε• τα μάτια της ανοίξανε διάπλατα, θόλωσαν, οι βολβοί γυρίσανε μέσα και φάνηκε όλο τασπράδι.. . και σωριάστηκε χάμω, άσπρη σαν το σεντόνι, απάνω στο σωρό των σκουπιδιών που έλαμπαν.
Έμπηξε η Κερ-Αριστείδαινα τις φωνές και βγήκε η αδερφή της με τις κόρες της κ’ έτρεξαν και κάτι άλλες γειτόνισσες και τη μπάσανε σπίτι της και με τριψίματα και ξύδια, έπειτα από κάμποση ώρα, τη συνεφέρανε.

Σαν ήρθε το μεσημέρι ο Νίκος, τον περίμεναν απέξω από την πόρτα του οι γυναικούλες για γα τον προφτάσουν τα μαντάτα και να του πουν πως δηλαδή δεν κάνει καλά να την αφήνη τη γυναίκα του να παιδεύεται με το νοικοκυριό της, αφού δεν έχει την υγειά της. «Όλος ο κόσμος το λέει αυτό κ’ είναι κρίμας, γιατ’ είναι ήσυχη γυναικούλα και φρόνιμη — μόνο που δεν έχ’ υγεία! Ο λόγος είναι να μην πάθη κανείς κι απέ ύστερα — βλαστήματα! Εμ χάνεις τον άνθρωπό σου, εμ βασανίζεσαι και ξοδεύεσαι στα γιατρικά! . . .»
Ο Νίκος γίνηκε κατακίτρινος σαν το φλουρί• τα μάτια του μαύρισαν. Ευχαρίστησε τις γυναίκες για τη συμπάθεια που του δείχνανε, μόλο που τουρχότανε να τις πνίξη με τα δύο του τα χέρια.

Ηύρε τη Βεργινία στο κρεββάτι, κλαμένη, με ταριά της τα κόκκινα μαλλιά μουσκεμένα• δεν μπόραγε να σήκωση το χέρι της απ’ την αδυναμία — — Δεν έβγαλε το σακκάκι του, ούτ’ έβαλε ψωμί στο στόμα του• μόνο το ένα του παπούτσι τράβηξε λιγάκι, γιατί τονέ στένευε. Έβαλε να ζεσταθή στο καμινέτο λίγο γάλα, πούπαιρναν κάθε πρωί απ’ την κατσίκα μιας γειτόνισσας. . έπειτα κάθισε κοντά στο κρεββάτι και της τόδωσε της Βεργινίας να το πιεί, ανασηκώνοντας της το κεφάλι.

Η Βεργινία ήθελε να του πη, μα δεν μπόραγε να βγάλη μιλιά — μόλις που κατάπινε. Κύτταζε το χέρι του που κρατούσε το φλυντζάνι, το αντρίκιο και δυνατό με τις μαύρες τριχίτσες ως απάνω στα δάχτυλα, πούτον αγριεμένο και χονδρόπετσο απ’ τα ξύλα και τα εργαλεία, και τώρα γινότανε σα γυναικείο, για να της δώση να πιή και της ήρθε να το φιλήση, να το φιλήση — μα ντράπηκε —
Κι αυτός δεν της έλεγε τίποτα. Στην αρχή, καθώς μπήκε μέσα, της είπε:
— Δεν έχεις τίποτα. Αύριο θα σου φέρω το γιατρό να σου γράψη κανένα άλλο γιατρικό να σου περάση.
Κ’ έπειτα δε μίλησε πια, παρά κύτταζε μπροστά του. . .
Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια — ζουν και δε μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια: τη βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από εκείνους που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται — γιατί μπορεί και λέγεται με λόγια. . .

Κύττα λοιπόν κ’ εσύ, αγόρι μου, τον άσπρο γύρο τον κολλαριστό του νυφικού σου κρεββατιού και μέτρα τις θηλειές της χερόπλεχτης νταντέλλας κάτω-κάτω! Κύττα μια μεγάλη άρρωστη μύγα, που δεν πέθανε το χειμώνα, πώς πετάει, βαριά, με βόμβο μονότονο από το τζάμι στην πλεχτή κουβέρτα και πίσω! Ξεχώριζε με τα μάτια σου τα πολύχρωμα κουρελάκια πούναι φτειαγμένο το χαλάκι μπροστά στον καναπέ: τέσσερα κόκκινα και στη μέση ένα μαύρο, τέσσερα μπλε κ’ ένα μαύρο και πάλι κόκκινα με πράσινο, και στο καθένα μια σταυροβελονιά με κίτρινο μετάξι . . . Αχ τι στενοχώρια τι στενοχώρια! —

Όλα αυτά ειν’αιώνια μπροστά στην χαρά της ζωής! –

Κι αν τα μάτια σου αγναντεύουν φως χρυσό και καθρεφτίζουν τη θάλασσα την μακρινή και τον ουρανό που κατεβαίνει ως μέσα στο παράθυρό σου – από τα βάθη τους όμως αναβρύζει σκοτάδι, σκοτάδι, σκοτάδι. . .

 

 

 

Την άλλη μέρα ήρθ’ ο γιατρός για τη Βεργινία. Έβαλε ταυτί του στην καρδιά της που μόλις ακουγότανε (με μισόκλειστα μάτια κύταζε χαδευτικά την ξανθή γενιάδα του πούτον πλαγιασμένη με φιλάρεσκη συγκατάβαση απάνω στο φτωχό στήθος της Βεργινίας). .. έπειτα έπιασε το σφυγμό. . κύτταξε τα ματόφλουδά της από μέσα πούταν ξέχρωμα — ανασήκωσε με το δαχτυλο τα χείλια της να δη τα γουλιά πούταν κι αυτά σχεδόν άσπρα. Είπε πως έχει μεγάλη αναιμία και να μείνη κάμποσες μέρες στο κρεββάτι ακίνητη ως ναναλάβη. Σην εμπόδισεν εδώ και πέρα να κάνη τον παραμικρότερο κόπο κι ούτε και να συγχίζεται. Έπειτα έγραψε κάτι καινούργια φάρμακα: πρώτα ένα νερό κιτρινωπό σαν τσάι που θα γράφη απόξω στο μπουκάλι «Δακτυλίτις», να παίρνη δυο κουτάλια της σούπας, ένα το πρωί κ’ ένα το βράδυ, για τρεις μέρες το πολύ, κ’ έπειτα από λίγες μέρες ξανά δεύτερο έν’ άλλο που θάχη χρώμα σκούρο κόκκινο και θα λέη «Κολά», να βάζη από μισό κουταλάκι ή καμμιά εικοσαριά στάλες στο κρασί της — τρία δάχτυλα κρασί μαύρο κάθε φορά, όχι περισσότερο. Φαΐ δυναμωτικό κι αλαφρό: σούπα μ’ αυγό χτυπητό, λίγη μπριζόλα με το αίμα, μυαλό και σοκολάτα πλάκες όση θέλει. Και να παίρνη πάντα τις πικρές της στάλες και τα χάπια. Σε δύο-τρεις μέρες, είπε, θα ξαναπεράση. Συμβούλεψε κι αυτός το Νίκο να πάρη κάποια γυναίκα στο σπίτι να νοιάζεται και την άρρωστη, όταν θα λείπη αυτός. Ο Νίκος τον ξέβγαλε ίσαμ’ έξω απ’ την πόρτα. Στάθηκαν απόξω και μίλησαν αρκετή ώρα! . . .

Ο Νίκος ξαναμπήκε μέσα κατσούφης.

— Να πας στη θεια Ελέγκω, του είπε η Βεργινία, να της πης να μας στείλη τη Λιόλια, την ανεψιά του αντρός της. . . Είναι καλό κορίτσι. . δεν έχει κανένανε στον κόσμο. . . Σαν ήμουνα στης θειας ήτανε μικρή. . πήγαινε στων Απόρων Γυναικών. Σώρα θα κοντεύη δεκαεφτά χρονώ. Η θεια μπορεί να κάνη και χωρίς αυτήνα . . .

Λαχάνιασε για να πη αυτά τα λίγα λόγια και τα μάτια της κύτταζαν τον Νίκο σαν να του ζητούσανε συγχώρηση.

— Λιόλια τη λεν; — είπε μοναχά ο Νίκος.

Σι γλυκό που ακούστηκε τόνομ’ αυτό απ’ το στόμα του και σα με μιαν απήχηση πίσω του — τόσο που ξαφνίστηκε κι ο ίδιος. . .

***

Το παραπάνω απόσπασμα από το Αθηναϊκό Μυθιστόρημα «Η κερένια κούκλα» του Κ. Χρηστομάνου, ανήκει στη Βιβλιοθήκη Φέξη. Βασιλικόν Τυπογραφείον Ν. Χιώτη, Οδός Γλάδστωνος 4 και στον Εν Αθήναις Εκδοτικό Οίκο Γεωργίου Φέξη 1911.

 

Παναγιώτης Μήλας«Η Κερένια Κούκλα», του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου
Περισσότερα

Κική Δημουλά, «Μελαγχολία»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.»

(Κική Δημουλά – Από τη συλλογή «Έρεβος»)

  • Εικόνα: Melancholy – Edgar Degas

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΚική Δημουλά, «Μελαγχολία»
Περισσότερα