Animal stories

Η Σοφία Φιλιππίδου γράφει για την Ελενίτσα. Η μπύρα του Σαββάτου 16 / «Το χώμα ήταν απαλό»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ξέρω πως δεν αγαπήσατε τη μαύρη μας τη γάτα ούτε της βάζατε λάικ στις φωτογραφίες της. Θα είστε μάλλον προληπτικοί καταλαβαίνω… όμως αυτή η μπύρα είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν. Τη μαύρη μας τη γάτα την είδα έναν κρύο χειμώνα στην είσοδο της πολυκατοικίας μας. Ήταν το πιο αδύνατο και φοβισμένο γατάκι που είδα στη ζωή μου. Βγήκε από την κρυψώνα του, «πέταξε» τα κίτρινα μάτια του σαν ελατήρια έξω από τις κόγχες και με «άρπαξε»! Έτσι ο Κ.Φ. άρχισε να την ταΐζει και μετά από δυο χρόνια την εξημέρωσε και την ανέβασε σπίτι… Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γιορτάσαμε τα γενέθλιά της με ένα κεράκι και με τον αριθμό είκοσι κομμένο με ψαλίδι σε ένα χαρτόνι. Στη φωτογραφία των γενεθλίων της τα μάτια της, που κοιτούσαν τη φλόγα του κεριού είχαν την πρέπουσα μελαγχολία. Η Ελενίτσα που δεν ερχόταν ποτέ στην αγκαλιά μου τον τελευταίο καιρό άρχισε να ανεβαίνει στο κρεβάτι μου. Αγαπούσε να κάθεται στο στέρνο μου και να με κοιτάει στα μάτια… Στις 31 Δεκεμβρίου άρχισε να χάνει την ισορροπία της και να πέφτει. Επειδή δεν είχε δύναμη να πηδάει, έστρωσα την κουβέρτα της γιαγιάς μου -φτιαγμένη στο τσιγκελάκι- για να σκαλώνουν τα νύχια της και να σκαρφαλώνει. Τα ξημερώματα του νέου χρόνου ξάπλωσε δίπλα μου και μας πήρε ο ύπνος. Το πρωί με ξύπνησε ένας θόρυβος – η Ελενίτσα έπεσε στα σανίδια! Τη σήκωσα και την έβαλα πάνω στο σεντόνι στη μεριά του τοίχου –μου «είπε» ευχαριστώ με ένα μωρουδίστικο νιάου- τη σκέπασα με το μαύρο σάλι της μαμάς μου, έβαλα την αριστερή μου παλάμη επάνω στην κοιλίτσα της και ένιωσα την καρδιά της εδώ και κει να χτυπάει ακόμη. Έτσι μας ξαναπήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησα ήταν κοκαλωμένη. Προσπάθησα να κλείσω τα ματάκια της… Αυτό ήταν. Σηκώθηκα, έβγαλα από το μπαούλο ένα καλοκαιρινό άσπρο φανελάκι και τη σκέπασα. Μετά σκέφτηκα αν πρέπει να ξυπνήσω τον Κ.Φ. Επικράτησε η ψυχραιμία. Έτσι κι αλλιώς εκείνος ήξερε… είχε ετοιμαστεί από καιρό, αγόρασε και σκεπάρνι και είχε βρει και πού θα τη θάψουμε… Ξάπλωσα πάλι δίπλα της και σκέφτηκα τη μέρα που πήγα στη Θεσσαλονίκη να ξενυχτήσουμε την πεθαμένη μου μητέρα. Ήταν στο σαλόνι μας με τα κεριά της και τους άσπρους κρίνους της, όλα στην εντέλεια, και εγώ ξάπλωσα με το μαύρο μου παλτό δίπλα στον καναπέ και κοιμήθηκα λιγάκι… έτσι έκανα και με την Ελενίτσα κοιμήθηκα δίπλα της με συνείδηση πως την “ξαγρυπνάω” και αργότερα στις 3 μ.μ. χτυπήσαμε το κουδούνι των παιδιών στο απέναντι νεοκλασικό αρχοντικό, με την αυλή… Ξυπνήσανε με προθυμία -ήταν από ολονύχτιο πάρτι – διαλέξαμε ένα σημείο κάτω από τρία κυπαρίσσια. Το χώμα ήταν απαλό και σκάψαμε εύκολα. Βάλαμε τέσσερα παλιά τουβλάκια από το παρτέρι πάνω στο χώμα -εγώ έκανα και το σταυρό μου. Έτσι έφυγε η Ελενίτσα μας. Ο Κ.Φ. έκλαψε πολύ!

eirini aivaliwtouΗ Σοφία Φιλιππίδου γράφει για την Ελενίτσα. Η μπύρα του Σαββάτου 16 / «Το χώμα ήταν απαλό»
Περισσότερα

Προστατέψτε τα οικόσιτα αλλά και τα αδέσποτα ζώα από το κρύο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Χειμώνας. Οι μέρες που ακολουθούν ενδέχεται να είναι πολύ παγωμένες! Σε μεγάλο μέρος της χώρας ήδη επικρατούν πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και σε αρκετές περιοχές υπάρχει πάγος και χιόνι. Γι’ αυτό θα πρέπει να διατηρείτε τα κατοικίδια ζώα σας ασφαλή και ζεστά και να βοηθήσετε αδέσποτα ζώα αν χρειαστεί.

Ακολουθούν μερικές πολύ χρήσιμες συμβουλές, για να βοηθήσουμε τα αδέσποτα κατά τους χειμερινούς μήνες με λίγα και φθηνά υλικά.

  • Έλεγχος: Σε περίπτωση σκύλου, ελέγξετε αρχικά σε κτηνίατρο κατά πόσο έχει μικροτσίπ (δεν χρεώνεται).
  • Παροχή στέγης: Κανείς δεν μπορεί να σας αναγκάσει να φιλοξενήσετε ένα αδέσποτο στο σπίτι σας μέχρι να υιοθετηθεί -χρονικό διάστημα το οποίο κανείς δεν μπορεί να σας υπολογίσει- ωστόσο για το ζώο θα ήταν η καλύτερη προσωρινή λύση. Αν ένα ζώο είναι αδέσποτο, αυτό δεν το κάνει πιο δυνατό στο κρύο και στη βροχή, αντιθέτως αυτό το θέτει απέναντι σε περισσότερους κινδύνους. Ίσως να μπορείτε να το βάλετε για λίγο καιρό στην αυλή σας. Αν πάλι όχι, βρείτε μερικές παλέτες ή ένα ξύλινο κιβώτιο και δημιουργήστε ένα χώρο ασφάλειας για το ζώο. Κάντε ένα σπιτάκι στο χώρο που συχνάζει και τοποθετήστε μέσα σε αυτό μια παλιά κουβέρτα ή ρούχα που πλέον δεν χρειάζεστε. Αν αποφασίσετε να τοποθετήσετε μέσα στο αυτοσχέδιο σπιτάκι ρούχα/κουβέρτες, σε περίπτωση βροχής πρέπει να είστε σε θέση να μαζεύετε τα βρεγμένα και να βάζετε στεγνά, αλλιώς θα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα αν βραχούν, αφού το ζώο θα κρυώσει. Αν λοιπόν δεν μπορείτε να το επισκέπτεστε τόσο συχνά, καλύτερα να μην τοποθετήσετε μέσα ρούχα/κουβέρτες.
  • Τροφή και νερό: Το σημαντικότερο για ένα αδέσποτο είναι η τροφή και το νερό του. Ιδανικότερο είναι να έχει καθημερινές επισκέψεις ή κάθε δύο μέρες, κατά τις οποίες να του βάζετε καθαρή τροφή και νερό. Όλοι αντιλαμβανόμαστε πως είναι πολύ δύσκολες οι εποχές για ολόκληρη τη χώρα, πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι μια μέτριας ποιότητας ξηρή τροφή δεν στοιχίζει περισσότερο από 20-25 ευρώ τα 20 κιλά. Ακόμη και ό,τι περίσσεψε από το τραπέζι ενός σπιτικού είναι καλύτερο από το τίποτα. Ένα σκυλί που έχει επαρκή τροφή και νερό είναι πιο ανθεκτικό στο κρύο και στις ασθένειες. Επίσης, αν μπορείτε να παρέχετε σε ένα αδέσποτο αυτά τα βασικά, το προστατεύετε από τον κίνδυνο να το κτυπήσουν αυτοκίνητα ή να δηλητηριαστεί, αφού δεν θα υπάρχει η ανάγκη ανεύρεσης τροφής.
  • Η φροντίδα ενός αδέσποτου δεν είναι εύκολη υπόθεση και χρειάζεται αφοσίωση, όμως ακόμα και δέκα λεπτά από τη μέρα σας μπορεί να είναι αρκετά για να σώσετε μια ζωή, αν όχι και περισσότερες. Δυστυχώς, κανείς δεν μπορεί μόνος του να σώσει όλα τα αδέσποτα, αλλά μπορεί εσείς να σώσετε εκείνο το ένα για το οποίο θα είστε ο κόσμος όλος και η σωτηρία του αυτές τις δύσκολες κρύες μέρες του χειμώνα!…

* Εικόνα: Snow Beard. Border Terrier dog painting by Paul Doyle

eirini aivaliwtouΠροστατέψτε τα οικόσιτα αλλά και τα αδέσποτα ζώα από το κρύο
Περισσότερα

Μύθοι και αλήθειες για τη στείρωση των μικρών ζώων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Πολλοί κηδεμόνες προβληματίζονται αν πρέπει να στειρώσουν το κατοικίδιό τους. Αναρωτιούνται αν είναι σωστό για την υγεία του, αν είναι ηθικό, αν είναι κοινωνικώς ορθό. Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν μερικούς μύθους για τη στείρωση κι ας δούμε μερικές αλήθειες κατάματα:

Arthur John Elsley (1860-1952, British)

ΜΥΘΟΣ: Είναι καλύτερα να γεννήσει μία φορά πριν στειρωθεί, για λόγους υγείας
ΑΛΗΘΕΙΑ: Από ιατρικής άποψης δεν συντρέχει κανένας λόγος μίας γέννας πριν από τη στείρωση. Αντιθέτως, όσο πιο νωρίς στειρωθεί το ζώο τόσο μειώνεται ή εξαλείφεται τελείως ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών παθήσεων, όπως ο καρκίνος του μαστού, η πυομήτρα (μόλυνση της μήτρας) και νεοπλάσματα του γεννητικού συστήματος.

Επίσης, με τη στείρωση αποφεύγεται η μετάδοση σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και ορμονικά νοσήματα που σχετίζονται με το γεννητικό σύστημα. Μπορεί μάλιστα να βοηθήσει στη θεραπεία και βελτίωση της κλινικής εικόνας των ζώων με πρόπτωση κόλπου και πρόπτωση μήτρας.

ΜΥΘΟΣ: Θα στερηθεί τη χαρά της μητρότητας
ΑΛΗΘΕΙΑ: Η άποψη αυτή δεν είναι παρά μια προβολή της ανθρώπινης επιθυμίας. Η σκυλίτσα ή η γάτα σου δεν αντιλαμβάνεται ως πρόβλημα τη μη απόκτηση απογόνων. Αντιθέτως, οι επαναλαμβανόμενοι και ανολοκλήρωτοι οίστροι (εφόσον δεν υπάρξει εγκυμοσύνη και τοκετός) που θα βιώσει σε όλη της ζωή μπορεί να της προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα υγείας.

ΜΥΘΟΣ: Είναι άσκοπο να στειρώνεις τα αρσενικά ζώα
ΑΛΗΘΕΙΑ: Παρόλο που το αρσενικό ζώο δεν γεννά, μπορεί να ζευγαρώσει με έναν μεγάλο αριθμό θηλυκών, ειδικότερα στις περιπτώσεις που αφήνεται να κυκλοφορεί ελεύθερος στη γειτονιά. Έτσι, μέσα από «ανεπιθύμητες» κυήσεις, θα προκύψει ένας τεράστιος αριθμός απογόνων με αυξημένες πιθανότητες να εγκαταλειφθούν και να καταλήξουν στον δρόμο ή ακόμη και να πεθάνουν.

Με τη στείρωση το αρσενικό παύει να αναζητά ταίρι, με αποτέλεσμα να σταματά και η έντονη επιθυμία του να περιπλανιέται. Αυτό τον προφυλάσσει από πολλούς κινδύνους, όπως να χαθεί, να κλαπεί, να τραυματιστεί ή να δηλητηριαστεί από επιτήδειους. Επιπλέον, η στείρωση μειώνει ή εξαλείφει τελείως τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών παθήσεων όπως νεοπλάσματα του γεννητικού συστήματος, η υπερπλασία προστάτη και η προστατίτιδα. Επίσης, με τη στείρωση αποφεύγεται η μετάδοση σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και γίνεται καλύτερος έλεγχος ενδοκρινολογικών προβλημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης.

Εξάλλου, σε περίπτωση κρυψορχίας (παραμονή του ενός ή και των δύο όρχεων στην κοιλιακή κοιλότητα ή στον βουβωνικό πόρο) η στείρωση είναι απαραίτητη για την πρόληψη περεταίρω παθολογικών καταστάσεων.

ΜΥΘΟΣ: Θα χάσει τον «ανδρισμό» του
ΑΛΗΘΕΙΑ: Αυτό είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα που βασίζεται αποκλειστικά στην ανθρώπινη φύση και ιδιοσυγκρασία. Η στείρωση δεν θα αλλάζει την προσωπικότητα του κατοικιδίου σου. Και ο στειρωμένος σκύλος ή γάτος σου δεν θα υποφέρει ούτε από σύμπλεγμα κατωτερότητας ούτε από κρίση ταυτότητας.

ΜΥΘΟΣ: Μερικά σκυλιά είναι ακατάλληλα για στείρωση, π.χ. τα καθαρόαιμα
ΑΛΗΘΕΙΑ: Δεν τίθεται θέμα καταλληλότητας ή όχι του οποιουδήποτε ζώου για στείρωση. Καθαρόαιμα ή μη ζώα είναι εν δυνάμει «υποψήφια» να προξενήσουν ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες ή να κυοφορήσουν κουτάβια, τα οποία επίσης θα είναι ανεπιθύμητα και -ακόμη κι αν σταθούν τυχερά και γλιτώσουν τον θάνατο- θα έχουν αυξημένες πιθανότητες να εγκαταλειφθούν και να καταλήξουν αδέσποτα.

ΜΥΘΟΣ: Θα παχύνει το κατοικίδιό μου
ΑΛΗΘΕΙΑ: Είναι γεγονός ότι η στείρωση προκαλεί ορμονικές μεταβολές που, από τη μία, επιβραδύνουν τον μεταβολισμό και, από την άλλη, αυξάνουν την όρεξη. Επομένως, το ενδεχόμενο να παχύνει το κατοικίδιό σου μετά τη στείρωση είναι υπαρκτό, αλλά μόνο αν το παραταΐζεις ή δεν του δίνεις τη σωστή τροφή ή δεν φροντίζεις ώστε να ασκείται ικανοποιητικά.

ΜΥΘΟΣ: Είναι ενάντια στη φύση
ΑΛΗΘΕΙΑ: Στην πραγματικότητα η παρέμβαση στη φύση έχει ήδη γίνει πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια με την εξημέρωση των σκύλων και των γάτων και τη μετατροπή τους σε κατοικίδια. Η στείρωση, όσο «αφύσικη» κι αν μοιάζει, δεν παύει να είναι ένας ασφαλής τρόπος να ελέγξουμε τον υπερπληθυσμό τους που οδηγεί σε πολλά αδέσποτα και αχρείαστους θανάτους. Και σίγουρα ένα ζώο που εγκαταλείπεται, πεινάει, κρυώνει και αργοπεθαίνει είναι έγκλημα κατά της φύσης.

eirini aivaliwtouΜύθοι και αλήθειες για τη στείρωση των μικρών ζώων
Περισσότερα

Δείτε το Νησί των Χιμπατζήδων στη Λιβερία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ύστερα από πειράματα 40 ετών, περίπου 60 χιμπατζήδες έχουν απελευθερωθεί σε ένα νησί της Λιβερίας, στο οποίο κανένας άνθρωπος δεν πατάει το πόδι του.

Η ταινία «Ο Πλανήτης των Πιθήκων» τόσο του 1968, όσο και το remake της το 2001 ήταν επιστημονικής φαντασίας. Φαίνεται όμως, τουλάχιστον όπως υποστηρίζει το δημοσίευμα της εφημερίδας “Sun”, πως η ιδέα δεν είναι και τόσο εξωπραγματική, καθώς έχει κάποια βάση.

 

 

Και αυτό γιατί σε ένα απομονωμένο νησί στη Λιβερία, έχουν ελευθερωθεί περίπου 60 χιμπατζήδες που αποτέλεσαν αντικείμενο πειραμάτων για περίπου 40 χρόνια. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το συγκεκριμένο μέρος έχει ονομαστεί «Monkey Island» από όσους ζουν στις γύρω περιοχές.

Ακόμα και όσοι τους πηγαίνουν καθημερινά φαγητό το κάνουν από απόσταση ασφαλείας… Είτε δηλαδή πάνω από τη βάρκα, είτε βρισκόμενοι μέσα στο νερό του ποταμού Farmington, το οποίο οι συγκεκριμένοι χιμπατζήδες φοβούνται.

 

 

Κάποιοι τουρίστες μάλιστα, παρά τους θρύλους που κυκλοφορούν ότι μπορούν να φάνε ζωντανούς ανθρώπους, πληρώνουν τους ντόπιους για να τους πάνε με βάρκες εκεί κοντά και να τους δουν. Ενημερώνονται όμως πως αν προβούν σε κάποια απρόβλεπτη κίνηση, ενδεχομένως να κινδυνεύσει η ζωή τους.

Τα συγκεκριμένα θηλαστικά βρίσκονταν στα εργαστήρια της New York Blood Center στη Λιβερία από το 1974, όμως οι αντιδράσεις φιλόζωων ακτιβιστών, οδήγησαν στον τερματισμό του όλου προγράμματος.

 

 

Το διάστημα όμως που έμειναν εκεί προσβλήθηκαν εσκεμμένα με αρρώστιες όπως ηπατίτιδα ή ογκοκερκίαση, προκειμένου να βοηθήσουν τους επιστήμονες να αναπτύξουν εμβόλια για τους ανθρώπους.

***

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

 

eirini aivaliwtouΔείτε το Νησί των Χιμπατζήδων στη Λιβερία
Περισσότερα

Λόρδος Μπάιρον: «Επιτάφιος για ένα Σκύλο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

O Μπάιρον έγραψε τον «Επιτάφιο για ένα Σκύλο» το 1808. Αφορούσε τον Boatswain, το δικό του σκύλο (φυλή της Νέας Γης), που είχε πεθάνει από λύσσα. Ο ποιητής τον φρόντισε με στοργή, χωρίς να φοβάται την αρρώστια. Χωρίς καμιά προφύλαξη άγγιζε το στόμα του, γεμάτο από αφρούς.

Οι στίχοι της εισαγωγής θεωρούνταν κι αυτοί του Μπάιρον, ανήκουν όμως στο φίλο και κληρονόμο του Τζον Χόμπχαουζ. Ο ποιητής είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει μόνο τους δύο τελευταίους. Πράγματι, διαβάζοντάς τους αποκομμένους, αναγνωρίζει κανείς τη γνωμική αυτοτέλεια που θα είχαν ως επιτάφιο επίγραμμα. Στη διαθήκη του, το 1811, η επιθυμία του εκφράζει τις γνωστές διαθέσεις του ρομαντισμού, αφοσίωση, θυσία, αίσθημα του υψηλού. Διατυπώνει την επιθυμία να ταφεί με το σκύλο και τον υπηρέτη του Τζο Μάρεϊ. Μετά το θάνατό του (Μεσολόγγι, 1824), ο ένας απ’ τους τρεις σκύλους που συνόδεψαν τη σορό του στην Αγγλία ήταν απόγονος του άτυχου Boatswain και τον κληροδότησε στον Χόμπχαουζ, μαζί με όλα τα υπάρχοντά του.

Προσωπογραφία του Byron από τον Thomas Phillips, 1813

Ο «Επιτάφιος», χωρίς τη μουσική και τους συνειρμούς της ομοιοκαταληξίας, ακούγεται μοντέρνος. Οι ηθικές αποστροφές («η αγάπη είναι λαγνεία, η φιλία απάτη»), όσο και η ανθρωπογνωσία του, δεν δείχνουν κουρασμένες. Ο Boatswain (φυλή της Νέας Γης) πέθανε από λύσσα. «Ο ποιητής τον φρόντισε με στοργή, χωρίς να φοβάται την αρρώστια. Χωρίς καμιά προφύλαξη άγγιζε το στόμα του, γεμάτο από αφρούς. Στη διαθήκη του, το 1811, διατυπώνει την επιθυμία να ταφεί με το σκύλο και τον υπηρέτη του Τζο Μάρεϊ».

Σε αρκετά ελεύθερη απόδοση το κείμενο είναι αυτό: «Εδώ/ κείτονται τα Λείψανα κάποιου/ που διέθετε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,/ Δύναμη χωρίς Θράσος,/ Τόλμη χωρίς Σκληρότητα/ και τις ανθρώπινες αρετές χωρίς τα Ελαττώματα./ Ο Έπαινος αυτός, που αν αφορούσε ανθρώπινη τέφρα/ θα ήταν άσκοπη Κολακεία,/ είναι δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη τού/ Boatswain, σκύλου/ που γεννήθηκε στη Νέα Γη, το Μάιο του 1803./ Πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, 18 Νοεμβρίου του 1808».

Χωρίς κενό, ακολουθεί το κείμενο του Μπάιρον: «Όταν κάποιος υπερήφανος/ Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στο χώμα,/ άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος απ’ τη Γέννησή του,/ ο γλύπτης εξαντλεί το μεγαλείο της θλίψης/ και οι υδρίες είναι μαρτυρία για εκείνους που αναπαύονται/ κάτω απ’ αυτές./ Όταν όλα έχουν τελειώσει,/ στον Τάφο διαβάζεις/ όχι αυτό που υπήρξε ο νεκρός, αλλά την ιδανική του εικόνα:/ ο δύστυχος Σκύλος όμως, ο πιστότερος φίλος στη ζωή,/ πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ’ όλους να υπερασπιστεί,/ που η τίμια καρδιά του ακόμα στον Κύριό του ανήκει,/ που μόνο γι’ αυτόν παλεύει, ζει, αναπνέει,/ πεθαίνει άδοξος, με την αξία του αφανή./ Στον ουρανό τού αρνούνται την Ψυχή που είχε στη γη,/ ενώ ο άνθρωπος, έντομο ματαιόδοξο, ελπίζει στη συγχώρεση,/ έχοντας εξασφαλίσει το μονοπώλιο του ουρανού./ Άνθρωπε εσύ! αδύναμε ένοικε μιας ώρας,/ ευτελισμένε απ’ τη δουλεία, απ’ την εξουσία διεφθαρμένε/ η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου απάτη,/ η γλώσσα σου υποκριτική, μιλάς με ψέματα!/ Από τη φύση σου αχρείος, κατ’ όνομα εξευγενισμένος,/ κάθε ζώο ευγενές σε κάνει από ντροπή να κοκκινίζεις./ Να προσπεράσεις, εσύ που ίσως δεις την υδρία,/ δεν είναι φόρος τιμής για κάποιον/ που θα μπορούσες να θρηνήσεις./ Αυτές οι πέτρες δείχνουν τα λείψανα ενός φίλου./ Έναν μονάχα ήξερα, και βρίσκεται εδώ».

  • Η ιστορία είναι από το βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή «Η αθανασία των σκύλων» (Εκδόσεις Πόλις 2013), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2014 και το Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας 2014 του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».
  • Στο βιβλίο, που περιλαμβάνει 70 μικρές ιστορίες για την «αθανασία» του πιο πιστού φίλου του ανθρώπου, η συγκεκριμένη φέρει την αρίθμηση «60» (σελ. 182).

***

Ο Μπάιρον ανακοίνωσε το θάνατο του Μπόουσον στο φίλο του Φράνσις Χόντσον ως εξής: «Ο Μπόουσον είναι νεκρός! – κατέληξε, σε κατάσταση τρέλας στις 18 του μήνα, αφού υπέφερε πολύ, διατηρώντας μέχρι τέλους την τρυφερότητα του χαρακτήρα του και δεν προσπάθησε να κάνει κακό σε κανένα που ήταν κοντά του. Τώρα τα έχασα όλα εξόν από τον γερο-Μάραιη».

 

Το μνημείο του «Boatswain»

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΥΛΟ (1)

Κοντά σε αυτό το Σημείο

κείτονται τα Λείψανα κάποιου

που είχε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,

Δύναμη χωρίς Θράσος,

Τόλμη χωρίς Σκληρότητα

και όλες τις Αρετές του Ανθρώπου χωρίς τα Ελαττώματά του.

Ο Έπαινος αυτός, που θα μπορούσε να είναι μια ανούσια Κολακεία

αν αναγραφόταν πάνω από ανθρώπινες στάχτες,

δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη του

ΜΠΟΟΥΣΟΝ (2), ενός ΣΚΥΛΟΥ,

που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο, 1803

και πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, στις 18 Νοεμβρίου, 1808.

Όταν κάποιος περήφανος Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στη γη,

άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος από τη Γέννησή του,

η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί τη μεγαλοπρέπεια της θλίψης

και οι χιλιοτραγουδισμένες υδρίες μαρτυρούν για εκείνους που αναπαύονται

από κάτω.

Όταν όλα έχουν τελειώσει, πάνω στο Μνήμα βλέπει κανείς

όχι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που θα ‘πρεπε να είναι:

Αλλά ο φουκαράς ο Σκύλος, ο πιο πιστός φίλος στη ζωή,

πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ’ όλους να υπερασπιστεί,

που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμα στον Κύριό του,

που μοχθεί, παλεύει, ζει, αναπνέει μόνο γι’ αυτόν,

πέφτει χωρίς δόξα, χωρίς να αναγνωριστεί όλη η αξία του –

και αμφισβητείται στον Ουρανό η Ψυχή που είχε στη γη:

ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί

και απαιτεί για τον εαυτό του τη μοναδική αποκλειστικότητα του Ουρανού.

Ω άνθρωπε! εσύ, αδύναμε ένοικε μιας ώρας,

εξευτελισμένος από τη δουλεία, ή διεφθαρμένος από την εξουσία

-η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου όλη μια απάτη,

η γλώσσα σου υποκρισία, τα λόγια σου ένα ψέμα!

Από τη φύση σου αχρείος, εξευγενισμένος μόνο κατ’ όνομα,

κάθε ευγενικό ζώο μπορεί να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.

Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτήν την απλή υδρία,

προσπέρνα – δεν τιμάει κάποιον που θα ‘θελες να θρηνήσεις.

Για να σημαδέψει τα λείψανα ενός φίλου αυτές οι πέτρες έχουν υψωθεί·

δεν γνώριζα παρά μονάχα έναν – και βρίσκεται εδώ.

 

Το κείμενο στο μνημείο

 

Epitaph Το a Dog

Near this spot

Are deposited the Remains of one

Who possessed Beauty without Vanity,

Strength without Insolence,

Courage without Ferocity,

And all the virtues of Man without his Vices.

This Praise, which would be unmeaning Flattery

If inscribed over human Ashes,

Is but a just tribute to the Memory of

BOATSWAIN, a DOG,

who was born at Newfoundland, May, 1803,

and died in Newstead Abbey, Nov. 18, 1808.

When some proud son of Man returns to Earth,

Unknown by Glory, but upheld by Birth,

The sculptor’s art exhausts the pomp of woe,

And stories urns record that rests below.

When all is done, upon the Tomb is seen,

Not what he was, but what he should have been.

But the poor Dog, in life the firmest friend,

The first to welcome, foremost to defend,

Whose honest heart is still his Master’s own,

Who labours, fights, lives, breathes for him alone,

Unhonoured falls, unnoticed all his worth,

Denied in heaven the Soul he held on earth –

While man, vain insect! hopes to be forgiven,

And claims himself a sole exclusive heaven.

Oh man! thou feeble tenant of an hour,

Debased by slavery, or corrupt by power –

Who knows thee well must quit thee with disgust,

Degraded mass of animated dust!

Thy love is lust, thy friendship all a cheat,

Thy smiles hypocrisy, thy words deceit!

By nature vile, ennoble but by name,

Each kindred brute might bid thee blush for shame.

Ye, who perchance behold this simple urn,

Pass on – it honours none you wish to mourn.

Το mark a friend’s remains these stones arise;

Ι never knew but one – and here he lies.

1. Στη μνήμη του Άντυ, που «έφυγε» στις 7 Φεβρουαρίου, 2010.

2. Boatswain, ο Λοστρόμος, στα αγγλικά.

***

– Αρχική εικόνα: Clifton Tomson, «Boatswain», 1808

 

eirini aivaliwtouΛόρδος Μπάιρον: «Επιτάφιος για ένα Σκύλο»
Περισσότερα

Τάι, ο φοβικός γίγαντας που αγάπησε τον Χάρη και την Έφη…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το σύμπαν κινείται στους ρυθμούς του και καλά κάνει. Το δικό μου σύμπαν, έχει προς το παρόν κάνει μία παύση. Με ανακουφίζει να μοιράζομαι. Θα ‘θελα να μοιραστώ την ιστορία μου με τον Τάι. Όποιος δε βαριέται, ορίστε.

Πήρα τον Τάι από ένα εκτροφείο Κάνε Κόρσο στη Νέα Μάκρη. Μου έδειξαν τρία κουτάβια και με άφησαν να επιλέξω ένα από αυτά. Τα δύο ήταν κάτι πανέμορφα κοινωνικά κουταβάκια γεμάτα όρεξη για χάδια και παιχνίδια. Ο τρίτος ήταν ο εκλεκτός μου. Ένας φοβισμένος μπούφος, με τα σάλια να του κρέμονται ως το πάτωμα. Πλησίασε διστακτικά τη μάντρα. Είχε χαμηλωμένο το χοντροκέφαλό του και μου ’ριχνε κάτι κλεφτές φοβισμένες ματιές. Έσκυψα να τον χαϊδέψω και το χέρι μου γέμισε τρίχες.

 

 

«Ωραία. Είναι φοβίτσας, σαλιάρης και μαδάει! Αποκλείεται να διαλέξει αυτόν!». Σκέφτηκε η Έφη.

Τα μάτια, λέει ο λαός, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Και τα ‘δα τα μάτια του! Πρόλαβα και τα ‘δα, κι ας τα ‘κρυβε επιμελώς αυτός ο μούστρουχος. Είχαν αυτή την καλοσύνη που μόνο μερικά και όχι όλα τα μάτια έχουν. Και μια θλίψη. Βαθιά, απόκοσμη θλίψη. Τον αγάπησα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Τον ερωτεύτηκα.

Γρήγορα ανακαλύψαμε ότι ο Τάι ήταν φοβικός. Πραγματικά φοβικός, όχι αυτό που λένε “θέλει το χρόνο του”. Ο Τάι δεν ήθελε το χρόνο του. Ήθελε εμένα και την Έφη. Τελεία. Και δεχόταν χάδια από κάνα δυο δικούς μας, ύστερα από χρόνια προσπάθειας και υπομονής. Ακόμα και τώρα στα τελευταία, με το που μπαίναμε στο ασανσέρ να βγούμε βόλτα, ο Τάι άρχιζε να τρέμει. Κυριολεκτικά να τρέμει. Ρίγος. Κάθε φορά έσκυβα και τον χάιδευα. Κάθε φορά. Προσπαθούσα να του αποσπάσω τη σκέψη από τον απροσδιόριστο φόβο που τον κυρίευε. Επί ματαίω. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στην πόρτα του ασανσέρ και κάθε ικμάδα της ύπαρξής του σε εγρήγορση μην τυχόν και μας επιτεθούν τίποτα εξωγήινοι.

Τα πρώτα δύο χρόνια αφιερώσαμε άπειρο χρόνο για εκπαίδευση, δική μας κυρίως, και έπειτα του Τάι. Προσπαθήσαμε με χίλιους, πραγματικά με χίλιους τρόπους να τον κοινωνικοποιήσουμε. Μάθαμε την Καισαριανή παρέα. Εκείνη την περίοδο υπέφερα από φοβερές κρίσεις πανικού και οι βόλτες με τον Τάι με βοηθούσαν. Στην πραγματικότητα σταμάτησα να εστιάζω στο μεγάλο και ωραίο Εαυτό μου και άρχισα να νοιάζομαι για κάποιον που με είχε πραγματική ανάγκη. Ο Τάι με χρειαζόταν. Όταν βγαίναμε σε κεντρικά πεζοδρόμια ο Τάι με έσερνε στην κυριολεξία σε μέρη ήσυχα. Πάθαινε πανικό με τον κόσμο. Κόσμο κάθε είδους. Γυναίκες, αγόρια, παιδιά, παππούδες. Δεν είχε προτίμηση σε κανέναν. Ήταν ένας γίγαντας 50 κιλών που έτρεμε σαν ψάρι έξω από το νερό, στη θέα και μόνο του δίποδου είδους μας, του Ανθρώπου. Ντρεπόμουν στην αρχή. Μας βλέπανε που παλεύαμε να ισορροπήσουμε και ρωτάγανε. Όλο ρωτάγανε. «Γιατί φοβάται;», «Μήπως το δέρνετε;», «Έχει φάει ξύλο όταν ήταν μικρός;». Άντε να τους εξηγήσεις όλους αυτούς.

 

 

Σιγά σιγά βρήκαμε τα πατήματά μας. Τον δέχτηκα όπως ήταν. Σταμάτησα να τον πιέζω. Ξεκινήσαμε τις μοναχικές βόλτες μακριά από τα δίποδα και τους θορύβους που τόσο τον τρόμαζαν.

Όταν γυρίζαμε σπίτι ο Τάι μεταμορφωνόταν. Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ ένα πράμα. Έφευγε όλο το στρες και γινόταν ένας απίθανος, παιχνιδιάρης, γλυκός, στοργικός, τρελιάρης σκύλος. Του παραδόθηκα άνευ όρων. Του ανήκαν όλα. Το σπίτι, το αυτοκίνητο, τα ρούχα μας. Όλα είχαν τις γαϊδουρότριχές του και βρωμούσαν αυτήν την υπέροχη, μοναδική μυρωδιά του. Αυτή που μου λείπει και θα μου λείπει και θα μου λείπει ρε γαμώτο. Μου λείπεις ρε βλάκα. Μου λείπεις. Νόμιζα ότι με είχες ανάγκη εσύ αλλά τελικά εγώ σε είχα πιο μεγάλη ανάγκη ρε φιλαράκο. Νιώθαμε ασφαλείς μαζί σου. Ήσουν πάντα εκεί για εμάς, χωρίς γκρίνιες, χωρίς να μας κρίνεις. Με την ίδια χαρά και λαχτάρα κάθε φορά που μας έβλεπες κι ας είχε περάσει μονάχα μισή ώρα.
Εν αναμονή της μικρής μας κόρης λοιπόν, φίλοι και οικογένεια άρχισαν να ρωτάνε: «Τι θα γίνει με τον Τάι;», «Θα ζηλέψει», «Πρέπει να προσέχεις», «Παιδί και φοβικό σκυλί ποτέ μαζί». Δίκιο είχαν δεν τους αδικώ. Κι εγώ κάπως τα σκεφτόμουν αυτά. Προβληματιζόμουν πώς θα το πάρεις, πώς θα αντιδρούσες. Στην πραγματικότητα όμως δε σε φοβόμουν ούτε λεπτό. Ότι θα τα κατάφερνες. Και θα την αγαπούσες τη μικρή όπως αγάπησες κι εμάς.

Αλλά την έδωσες τη λύση, μόνος σου. Μας κούνησες μαντίλι, ρε μπαγάσα. Μάλλον δεν άντεχες τη μοιρασιά… Είχες ένα μοναδικό χάρισμα. Μου χάριζες στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Σε ευχαριστώ. Σε αγαπώ.

 

 

Αυτοί είναι οι άνθρωποι που μας βοήθησαν αυτά τα 5 χρόνια. Για να σας άφησε ο Τάι να τον πλησιάσετε, είστε σίγουρα ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί. Οι εκπαιδευτές του: Θέο Κουτσόπουλος, Χρήστος Κιούσσης, Άκης Κόντας, Ελευθερία Μήτρου και Στέλλα Σακαλή, που δεν παραπονέθηκες ποτέ για το θόρυβο! Σας ευγνωμονούμε.

Χάρης Τζωρτζάκης

  • To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο χρονολόγιο του ηθοποιού Χάρη Τζωρτζάκη στο F/b
eirini aivaliwtouΤάι, ο φοβικός γίγαντας που αγάπησε τον Χάρη και την Έφη…
Περισσότερα

Έλληνες ζωγράφοι ζωγραφίζουν τα ζώα της χώρας μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας, τα ζώα πρόσφεραν στον άνθρωπο πολλά και πολύτιμα: τον έθρεψαν με το κρέας τους, τον ζέσταναν με το τρίχωμά τους, τον βοήθησαν να καλλιεργήσει τη γη, έγιναν προστάτες και φίλοι του αχώριστοι. Ο Αριστοτέλης έλεγε πως “τα φυτά των ζώων ένεκέν εστι και τα ζώα των ανθρώπων χάριν”, δηλαδή ότι τα ζώα ήρθαν στον κόσμο για χάρη των ανθρώπων.
Με ορισμένα μάλιστα, όπως με τους σκύλους και τις γάτες, ο άνθρωπος εξελίχθηκε παράλληλα. Τόσο στενά δέθηκε μαζί τους.
Τα μιμήθηκε για να επιβιώσει και για να κατασκευάσει τα κορυφαία τεχνολογικά του επιτεύγματα. Μήπως τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια δεν μιμούνται τις ιδιότητες των πουλιών και των ψαριών αντίστοιχα;
Τα ζώα εκδηλώνουν την αγάπη τους στον άνθρωπο τόσο πιστά και ανιδιοτελώς.
Τον κάνουν να χαμογελά και να θαυμάζει. Τον παρηγορούν. Του αρέσει να τα παρατηρεί ακόμη και αυτά που δεν θα αγγίξει ποτέ.
Έχει πολλούς καλούς λόγους για να τα έχει συντροφιά του, στο σπίτι του, κυρίως βέβαια τα γατάκια και τα σκυλάκια.
Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι οφείλουμε να τα φροντίζουμε, να τα νοιαζόμαστε και να τα περιθάλπουμε. Γιατί απλά τα αγαπάμε. Αλήθεια, χρειάζεται κανείς δικαιολογία για να αγαπά μια άλλη ζωντανή ψυχή;
Πώς θα γινόταν, λοιπόν, η τέχνη -και δη η ζωγραφική- να μη σαγηνευτεί από τη χάρη τους, την κίνησή τους και το εύγλωττο βλέμμα τους;
Παρακάτω θα δείτε μερικούς μόνο από τους πίνακες που εμπνεύστηκαν σπουδαίοι Έλληνες ζωγράφοι από τα ζώα της πατρίδας μας:

 

 

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: Το εισόδημα στο Μόλυβο

 

Κατερίνα Χατζηγιαννούλη: Γάτα

 

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Σμαράγδα Παπούλια: Cat’s hart

 

Βασίλειος Γερμενής: Το αγρόκτημα και τα ζώα του

 

Εμμανουήλ Ζαΐρης: Παιδί με γάτα

 

Νίκος Κούνδουρος

Χριστόφορος Κατσαδιώτης: Auschwitz

 

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος: Παπάς

 

Σμαράγδα Παπούλια: Μαύρη γάτα

 

Σμαράγδα Παπούλια

Οδυσσέας Οικονόμου: Η Θάλεια και η γάτα

Ιάκωβος Ρίζος: Κυρία στον καναπέ

Ιάκωβος Ρίζος: Κυρία στον κήπο με το σκύλο της

 

Νικόλαος Γύζης: Tο παιδί που κοιμάται

 

Ειρήνη Κανά: Γάτα

Γεώργιος Γουναρόπουλος: Το κορίτσι με τη γάτα

 

Καλλιρρόη Μαρούδα

 

  • Αρχική εικόνα: Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

 

eirini aivaliwtouΈλληνες ζωγράφοι ζωγραφίζουν τα ζώα της χώρας μας
Περισσότερα

Ελεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος, Ρήγας Καππάτος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σε άλλους καιρούς, τα Σάββατα,

εύκολα μέτραες εκατό γαϊδούρια απ’ το χωριό μου,

το μεγαλύτερο της Κεφαλλονιάς, στο Αργοστόλι, πλάι στη γέφυρα

από την από δω μεριά του καφενείου του Αριστοφάνη.

Εκεί μασούλααν το σανό τους περιμένοντας

τον κύριό τους να γυρίσει με τα ψώνια∙

για να τα μεταφέρουν στο χωριό, μαζί κι εκείνον, γιατί όχι

ακόμα κι αν τα χτύπαγαν, αφού πολλοί ήταν σκληροί μαζί τους.

Ακόμα κι έτσι, όμως, τον καλωσόριζαν

μ’ ένα ελαφρύ ογκάνισμα και τη ματιά υγρή απ’ την προσμονή,

γεμάτη πραότητα και καλοσύνη

από τα μύχια του στωικού εαυτού τους με την παροιμιώδη υπομονή:

να επιστρέψουν στο χωριό μια ώρα αρχύτερα,

να τα ξεσαμαρώσουν και να ξεκουραστούν κι εκείνα

στον ίσκιο κάποιου δέντρου, αν ήταν καλοκαίρι,

ή στη θαλπωρή του αχερώνα τους, αν ήτανε χειμώνας.

Τώρα, στερνά, μαθαίνω

πέθανε στο χωριό μου κι ο τελευταίος ειρηνικός εκπρόσωπος του είδους.

Δεν θα ακουστεί πια το εγερτήριο γκάρισμά τους

όταν μαζί με τα κοκόρια αποτελούσε

έναν δικό τους χορωδιακό μεμνώνιον ύμνο

στον ήλιο, καλωσορίζοντας τη μέρα.

Ούτε η σκληρή δουλειά ούτε και η σκληρότητα του ανθρώπου

μπόρεσαν να ξεκληρίσουν τη στωική παρουσία τους μέσα στη φύση.

Αυτό το κατόρθωσε η πρόοδος. Τι θλίψη.

(Νοέμβρης 2016)

– Εικόνα: Γιάννης Καστρίτσης: Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά

***

Ο Ρήγας Καππάτος γεννήθηκε στα Δειληνάτα της Κεφαλλονιάς, το 1934. Ποιητής, δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος, ανθολόγος. Για πολλά χρόνια ταξίδεψε σαν ναυτικός. Με τη Δικτατορία (1969) μετοίκησε και έκτοτε ζει στην Αμερική, περνώντας ένα μέρος του χρόνου του στην Ελλάδα. Σπούδασε Φιλολογία (χωρίς να ολοκληρώσει σπουδές), ξένες γλώσσες και μουσική.
Για τις λογοτεχνικές του δραστηριότητες ασχολείται κυρίως με τα ισπανικά, απ’ όπου για πολλά χρόνια επιδίδεται συστηματικά με τη μετάφραση ποιητών και πεζογράφων, πρωτίστως από τη Λατινική Αμερική αλλά και την Ισπανία. Σ’ αυτόν τον τομέα έχει κυκλοφορήσει ανθολογίες περουβιανού και χιλιανού διηγήματος, σε συνεργασία με τους ποιητές Πέδρο Λάστρα και Χαβιέρ Σολογλούρεν, καθώς και ποιητικές ανθολογίες, ατομικές και συλλογικές, όπως: του Πάμπλο Νερούδα, πρώτη ελληνική ανθολόγηση (1966), του Καίσαρα Βαλλιέχο (ανθολόγηση του ποιητικού του έργου, ΟΔΕΒ, 1979 και “Ποιητικά Άπαντα”, έκδοση δίγλωσση, “Gutenberg”, 2000), του Νικανόρ Πάρρα, του Πέδρο Λάστρα και του Όσκαρ Χαν, την αναμνηστική έκδοση του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου “Δεν θα περάσουν”, τα “Ποιητικά Άπαντα” του Γκαρθία Λόρκα, σε συνεργασία με τον Κοσμά Πολίτη.
Το 1995 η κυκλοφορεί η μετάφρασή του του “Λεξικού των Συμβόλων”, του Juan Eduardo Cirlot και από τις εκδόσεις “Εκάτη”, “Το λεξικό των ισμών”, του ίδιου συγγραφέα, κλ.π. Συνεργάζεται κατά καιρούς με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και δημοσιογραφεί μονίμως με ελληνικές εφημερίδες της Νέας Υόρκης. Σε συνεργασία με τον Μεξικανό ποιητή Κάρλος Μοντεμαγιόρ, κυκλοφόρησε στο Μεξικό μία ανθολογία Ελλήνων ποιητών το 1984, και με τον Χιλιανό ποιητή Πέδρο Λάστρα, έκανε την ανθολογία “Τα 100 ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της ισπανικής γλώσσας”, που κυκλοφορεί σε 9η έκδοση στα ισπανικά, σε τρίτη στα ελληνικά (δίγλωσση), “Εκάτη”, 2000, 2001, 2006 και έχει εξαντλήσει μία έκδοση στα αγγλικά, Seaburn, Nέα Υόρκη, 1998 και έντεκα εκδόσεις στα ισπανικά. Με τους ίδιους συνεργάτες έχει ετοιμάσει μια νέα ανθολογία νεοελληνικής ποίησης, όπου συμπεριλαμβάνονται 70 ποιητές από τον Καβάφη κι εδώ, και θα κυκλοφορήσει στη Βενεζουέλα . Επίσης, με τον ποιητή Πέδρο Λάστρα, ετοίμασε την ειδική ανθολογία “Η παρουσία της Ελλάδας στην ποίηση της Λατινικής Αμερικής”, όπου ανθολογούνται 107 ποιητές της ηπείρου που εμπνέονται από την Ελλάδα, από την εποχή της ισπανικής κατάκτησης ίσαμε τις μέρες μας· κυκλοφόρησε στα ελληνικά από την “Εκάτη” και στα ισπανικά από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Χιλής.
Ο Ρήγας Καππάτος έχει κυκλοφορήσει έξι δικές του ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο διηγημάτων με ζώα. Επίσης υπό έκδοση είναι μία ανθολογία του σύγχρονης λατινοαμερικάνικης ποίησης με 95 ποιητές. Ποιήματα του Ρήγα Καππάτου έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά και στα αγγλικά. Σε συνεργασία με τον Χιλιανό ποιητή Ενρίκε Λιν, κυκλοφόρησε το 1985 στο Μεξικό, Εκδόσεις “Premia”, στα ισπανικά, την ποιητική συλλογή του για γάτες “Τα ποιήματα του Αθηνούλη”, εμπνευσμένα, κυρίως, από τη γάτα του με το ίδιο όνομα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Ισπανιστών Ελλάδας και επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Ανώτερων Σπουδών και Περουβιανών Ερευνών του Πανεπιστημίου του Αγίου Μάρκου της Λίμα Raul Porras Barrenechea.

 

eirini aivaliwtouΕλεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος, Ρήγας Καππάτος
Περισσότερα

Πηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Πρώτη φορά βρισκόμουν σε βαπόρι. Η θάλασσα μύριζε δυνατά, ο άνεμος φυσούσε.

Μαζί ταξίδευε όλη η οικογένεια. Μα ιδιαίτερη γνωριμία και φιλία είχα με τον Λουκά και τις δίδυμες Άννα και Λίζα, τα τρία μικρότερα παιδιά του αφέντη μου. Αυτά έρχονταν κι έπαιζαν τακτικά μαζί μου, στην άκρη του περιβολιού της Κηφισιάς, όπου καθόταν ο Σωτήρης ο υπηρέτης, και όπου ήταν και το δικό μου σπιτάκι.

Τον αφέντη μου δεν τον πολυήξερα. Είχε φτάσει από ταξίδι την παραμονή που φύγαμε από την Κηφισιά, με τον μεγάλο του γιο, το Μήτσο. Ως προς τις δυο κυρίες, την κυρία Βασιωτάκη και την Εύα, τη μεγάλη της κόρη, που ήταν δεκαπέντε χρονών και δεν καταδεχόταν πια παιχνίδια, σχεδόν δεν τις γνώριζα. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις τους στη δική μου γωνιά του κήπου και μετρημένα τα χάδια τους.

Το βαπόρι ήταν πανηγύρι. Πολλοί οι επιβάτες, και με όλους ήμουν φίλος.

Μόνο με μια κοπέλα, νόστιμη γαλανομάτα Εγγλεζίτσα, τα χάλασα από την πρώτη μέρα.

Μα μήπως έφταιγα εγώ;

Καθόταν σε μια πάνινη καρέκλα κοντά στον Μήτσο και κουβέντιαζε μαζί του. Στο χέρι της, που τ’ άφηνε και κρεμόταν απ’ έξω από την καρέκλα, βαστούσε ένα άσπρο κουρελάκι και, ενόσω μιλούσε του Μήτσου, το κουνούσε μια εμπρός και μια πίσω, αργά αργά.

Ανασηκώθηκα και ύψωσα τ’ αυτιά μου. Το κουρελάκι εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται σαν να μου λέει:

– Και αμέ δε θα με πιάσεις ποτέ… και αμέ δε… και αμέ δε… και αμέ δε…

– Α, έτσι είναι; του φώναξα.

Μ’ έναν πήδο όρμησα στο χέρι της μικρής Εγγλέζας, άρπαξα το κουρέλι, το τίναξα δυο τρεις φορές, έτσι που να βγάλω από μέσα του κάθε πνοή, και, πιάνοντάς το ανάμεσα στα πόδια μου, του τράβηξα δυο δαγκωματιές και το έκανα τρία κομμάτια.

Πού να φανταστώ εγώ πως θα σηκωνόταν τέτοια επανάσταση για ένα κουρέλι που σκότωσα!

Η κοπέλα έβαλε τις φωνές σαν να την είχα προσβάλει, φώναξε πως της έσχισα το νταντελένιο της μαντίλι. Ο Μήτσος, ο Λουκάς, ο κύριος Βασιωτάκης, οι δίδυμες, όλοι σηκώθηκαν ξεφωνίζοντας:

– Μάγκα! Μάγκα!

Δεν ήξερα ποιον να πρωτακούσω, σε ποιον να πρωτοτρέξω. Η κυρία Βασιωτάκη έλεγε και ξανάλεγε πως τα σκυλιά δεν είναι για συντροφιές. Μόνο η Εύα δεν είχε κουνήσει από την πλαγιαστή της καρέκλα, και γελούσε με την καρδιά της.

Σταμάτησα να συλλογιστώ πώς να ευχαριστήσω όλους, πώς να πάω μεμιάς σε όλους, και τότε μ’ έπιασε ο Μήτσος και μ’ έδειρε.

Δεν πόνεσα πολύ. Μια δυο μπατσιές στη ράχη δεν είναι πράμα να γίνει λόγος. Μα το φιλότιμό μου πειράχτηκε πολύ, γιατί το Μήτσο δεν τον γνώριζα ακόμα αρκετά, ώστε να παραδεχθώ από εκείνον τέτοιες ελευθερίες απέναντί μου.

Θύμωσα κι εγώ. Κακιωμένος με όλους, αρνήθηκα να πάω στη γαλανομάτα Εγγλεζίτσα, που, μετανιωμένη τώρα, με ξαναφώναζε κοντά της. Δε μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που ανακατώνονται στις δουλειές των άλλων, κι εννοούσα να της το αποδείξω.

  • Πηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας, εκδ. Bιβλιοπωλείον της «Eστίας», Aθήνα, 1935

 

 

Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, αρχές του 20ου αιώνα: στο όμορφο σπίτι μιας πολυμελούς ελληνικής οικογένειας ζει ο Μάγκας, ένα πανέξυπνο, αλλά ατίθασο φοξ τεριέ. Μέσα από τα μάτια του παρακολουθούμε τις διασκεδαστικές του περιπέτειες: τις αταξίες του, τα παιχνίδια του, τις παρεξηγήσεις που γεννούν οι διαφορές ανάμεσα στη σκυλίσια αντίληψη και τους κανόνες του ανθρώπινου πολιτισμού. Όταν ο Μάγκας αποδράσει από την ασφάλεια του σπιτιού του προκειμένου να αποφύγει την τιμωρία, θα περιπλανηθεί στις φτωχογειτονιές της Αλεξάνδρειας· θα γνωρίσει έναν αδέσποτο σκύλο, με διαφορετική κοσμοθεωρία, τον Αφράτο· θα ωριμάσει και θα αναλάβει μια ηρωική αποστολή.

Ένα σκυλί «με καλή ανατροφή» μεταφέρει τις απόψεις του για την οικογένεια που τον έχει, για τον κόσμο των ζώων με τα οποία συνυπάρχει, για την ευρύτερη κοινωνία της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Ένα σκυλί, λοιπόν, με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και με ανθρώπινη φωνή και σκέψη, βλέπει, σχολιάζει και φιλοσοφεί. Μιλά μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο θέλοντας να κάνει έτσι ακόμη πιο πειστική την εντύπωση (και) της ανθρώπινης υπόστασης του πρωταγωνιστή του βιβλίου. Ο Μάγκας, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1935, συνεπαίρνει τον αναγνώστη, ο οποίος μαθαίνει για σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως την Επανάσταση του 1821, τον «ατυχή» πόλεμο του 1897, καθώς και τον Μακεδονικό Αγώνα.

Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια. Ήταν κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη. Το υλικό και πνευματικό υπόβαθρο που της πρόσφερε η οικογένειά της, η μόρφωση που πήρε αλλά και η προσωπική της ευαισθησία αποτέλεσαν τις βάσεις του πρωτοπόρου και αξιολογότατου λογοτεχνικού έργου της. Τα έργα της πρώτης περιόδου της δημιουργίας της είναι εμπνευσμένα από τη βυζαντινή παράδοση και περιγράφουν τόσο την εθνική όσο και τη θρησκευτική ζωή του βυζαντινού κράτους. Η Πηνελόπη Δέλτα θεώρησε εθνικό καθήκον να φέρει σε επαφή τα Ελληνόπουλα με τους μεγάλους σταθμούς της ελληνικής ιστορίας, τους αγώνες της φυλής μας και τις εθνικές μας παραδόσεις. Έτσι τα έργα της, βασισμένα σε μια τέτοια θεματολογία, τα απευθύνει στα παιδιά, επενδύοντάς τα με μια γλώσσα που μιλούσε στην ψυχή και τη φαντασία τους, καλύπτοντας ένα μεγάλο κενό στην παιδική λογοτεχνία και εξυψώνοντας το εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα της νεολαίας.

  • Αρχική εικόνα: Waiting for Master, Arthur Wardle
eirini aivaliwtouΠηνελόπη Δέλτα, Ο Μάγκας (απόσπασμα)
Περισσότερα

Το διαχρονικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη για τα ζώα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τα ζώα, Ιωάννης Πολέμης

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα·
μην τάχα σαν εμένα,
κι εκείνα δεν πονούν;
Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Aν δεν μιλούν κι εκείνα
κι ο λόγος αν τους λείπει,
μήπως δεν νιώθουν λύπη,
δεν νιώθουν και χαρά;
Μήπως καρδιά δεν έχουν,
στα στήθη τους κρυμμένη,
που τη χαρά προσμένει
κι αγάπη λαχταρά;

Aκόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,
θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω,
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

(Από το βιβλίο: Iωάννης Πολέμης, Πρώτα βήματα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Bιβλίων, 1904).

***

Ο Ιωάννης Πολέμης (1862 – 28 Μαΐου 1924) ήταν Έλληνας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Η καταγωγή του δικαστή πατέρα του ήταν από την Άνδρο, ενώ η μητέρα του ήταν Αθηναία. Και δύο οικογένειες πάντως είχαν ρίζες βυζαντινές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα 13 χρόνια του. Ο Ιωάννης Πολέμης καταγόταν από ιστορική οικογένεια του Βυζαντίου. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, γρήγορα ωστόσο εγκατέλειψε τις σπουδές του, καθώς τον είχε από νωρίς έλξει η λογοτεχνία.

Διετέλεσε γραφέας του Υπουργείου Παιδείας, υπογραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών, ενώ υπήρξε επίσης ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1880, όταν δημοσίευσε το πεζογράφημά του Ρέα Κυβέλη στο περιοδικό Αι Μούσαι, ενώ μέσω του ομώνυμου συλλόγου ήρθε σε επαφή με τον Παλαμά και τους ποιητές του κύκλου του. Καρπός της επαφής αυτής στάθηκε η στροφή του Πολέμη από την καθαρεύουσα στη δημοτική γλώσσα, στην οποία έγραψε και δημοσίευσε τα επόμενα ποιήματα και πεζά του στον Ραμπαγά και την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ποιήματα (1883). Από το 1884 ξεκίνησε να αρθρογραφεί με το ψευδώνυμο Guerrier στον Ασμοδαίο του Εμμανουήλ Ροΐδη και στο Άστυ και με το πραγματικό του όνομα στην Εβδομάδα, την Ποικίλη Στοά, το Εθνικό Ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Σκόκκου και αλλού.

Το 1888 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο Χειμωνανθοί και την ίδια χρονιά έφυγε για σπουδές ιστορίας της τέχνης και αισθητικής στο Παρίσι με υποτροφία του Δήμο Αθηναίων. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με τους Λεγκράν, Σαιντ Ιλλαίρ, Ψυχάρη, Ρενάν και Κοππέ. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1890 και πήρε το Α΄ βραβείο στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Ερείπια, εξ ημισείας με τον Κωστή Παλαμά για τη συλλογή του Τα μάτια της ψυχής μου. Ως το 1922 συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα, πάντα με επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό, ενώ η συλλογή Σπασμένα μάρμαρα βραβεύτηκε το 1917 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

Δημοσίευσε επίσης ανθολογίες και πεζογραφήματα, ενώ ασχολήθηκε με το θέατρο, συγγράφοντας αρχικά έμμετρα δράματα με βυζαντινή θεματολογία στη δημοτική (από τα οποία η Πρόκρις παραστάθηκε στο Βασιλικό Θέατρο) και αργότερα μονόπρακτα (τα οποία βραβεύτηκαν στον Αβερώφειο διαγωνισμό μαζί με το τρίπρακτο Βασιλιάς Ανήλιαγος), καθώς και πολύπρακτα έργα. Μετέφρασε έργα των Σαπφούς, Ανακρέοντα, Θεοκρίτου, Ευριπίδη, Ουγκώ, Μιστράλ, Μολιέρου, Αριστοφάνη και άλλων. Πέθανε το 1925 από βρογχοπνευμονία. Το έργο του Ιωάννη Πολέμη τοποθετείται χρονικά στο πέρασμα από το ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η γραφή του χαρακτηρίζονται από μελαγχολική διάθεση που παραπέμπει στην ποίηση του Αχιλλέα Παράσχου.

 

  • Πίνακας: Two Monkeys, 1562 – Pieter Bruegel the Elder
eirini aivaliwtouΤο διαχρονικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη για τα ζώα
Περισσότερα