CATαφύγιο

Ποίημα του Κώστα Ψαράκη: «Γεωμετρία για γάτες»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

ο Ποιητής
(στον Νίκο)

1.
στο τέλος γκρεμίστηκε σχεδόν το σπίτι
γεμάτο γάτες και βιβλία
αλλά Αυτός
συνέχισε να λύνει Αρχαίες Ασκήσεις
για το μνημειώδες έργο του
«Γεωμετρία για Γάτες»
και να γράφει απίστευτα όμορφα ποιήματα.
2.
Το καλοκαίρι στο σαλόνι
όπου ανάμεσα στις πολυθρόνες φύτρωσαν καλάμια
κάτω από τις μεγάλες τρύπες της στέγης
και τον χειμώνα
στο μόνο στεγνό μέρος το σπιτιού
κάτω από μια σκάλα
που έστεκε κι εκείνη, έτσι, χωρίς νόημα πια.
3.
τις κρύες νύχτες
που κουλουριαζόταν κάτω από σκάλα
ένας ένας έρχονταν οι γάτοι
και κουλουριάζονταν πάνω του
να μην κρυώνει
κι ένα μικρό γατάκι
στ’ αυτί του
του υπαγόρευε
το επόμενο ποίημα
για το άρρητο.

– Πίνακας: Peter Harskamp

eirini aivaliwtouΠοίημα του Κώστα Ψαράκη: «Γεωμετρία για γάτες»
Περισσότερα

Γειτονιά με γάτες – Αντώνης Σουρούνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Η γειτονιά που μένω είναι γεμάτη από συγγραφείς κι από γάτες. Πηγαινοέρχονται ή κάθονται σκόρπια πάντα σε βαθιά απομόνωση και σε βαθύτερη συλλογή. Για τις γάτες μπορώ να φανταστώ ποιοι λόγοι και ποιες αιτίες λειτουργούν, ώστε φτάνοντας εδώ να καταλάβουν ότι έφτασαν στη γατοελβετία και να τερματίσουν το ταξίδι τους, όμως για τους συγγραφείς δεν είμαι απόλυτα βέβαιος. Δεν μπορώ, δηλαδή, να φανταστώ πως τους έλειπαν τόσο πολύ οι αναγνώστες κι ήρθαν εδώ, στην οδό Αναγνωστοπούλου, για να τους βρούνε. Ακόμα κι εμένα, που, όσο και να πεις, κάποιοι μου λείπουνε, δεν κουβαλήθηκα εδώ για να ‘μαι κοντά ούτε σε αναγνώστη ούτε σε αναγνωστόπουλο. Πάντως, η άφιξή μου ενίσχυσε αυτόν τον περίεργο πληθυσμό κατά ένα συγγραφέα και κατά ένα γάτο…».

«ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΟΥΡΑ» του Αντώνη Σουρούνη. Εκδ. «Καστανιώτη».

 

* Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942. Όταν τελείωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Ύστερα από μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας. Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας. Πέθανε σε ηλικία 74 ετών στις 5 Οκτωβρίου του 2016 από χρόνια ασθένεια.

Έγραψε:
«Οι συμπαίχτες», μυθιστόρημα, 1977
«Το μπαστούνι», παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, 1979, 1996
«Μερόνυχτα Φραγκφούρτης», διηγήματα, 1982
«Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», διηγήματα, 1983
«Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι», μυθιστόρημα, 1985
«Πάσχα στο χωριό», νουβέλα, 1991
«Υπ’ όψιν της Λίτσας», 1992
«Ο Χορός των ρόδων», μυθιστόρημα, 1994 (Κρατικό βραβείο, 1995)
«Μισόν αιώνα άνθρωπος», αφηγήματα, 1996
«Γκας ο γκάνγκστερ», μυθιστόρημα, 2000
«Κυριακάτικες ιστορίες», 2002
«Το μονοπάτι στη θάλασσα», μυθιστόρημα, 2006

 

 

eirini aivaliwtouΓειτονιά με γάτες – Αντώνης Σουρούνης
Περισσότερα

«Η γάτα μέσα μας» και στη ζωγραφική του Μπάροουζ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

The Cat who walked all by himself …, 1992
Courtesy Semiose galerie, Paris.
Photo: A. Mole

 

Ένα μικρό πόνημα για τη σχέση ανθρώπου – γάτας έχει γράψει ο Ουίλιαμ Μπάροους με τίτλο «Η γάτα μέσα μας». Ο θεωρούμενος «σκληρός» μπιτ σε αυτό το κείμενό του αποκαλύπτει έναν άλλον εαυτό καθώς φιλοσοφεί πάνω στη μακρόχρονη, μυστηριώδη αλληλεξάρτηση γάτας και ανθρώπου και συγχρόνως κάνει ένα καυστικό σχόλιο για τη σχέση των ζώων με τον άνθρωπο, τον μέγα εξολοθρευτή του περιβάλλοντος, που κυνικός και ασυγκίνητος εξαφανίζει το ένα είδος με το άλλο, οδεύοντας σταθερά και ο ίδιος προς τη δική του εξαφάνιση.

***

  • Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι γάτες εξημερώθηκαν για πρώτη φορά στην Αίγυπτο. Οι αιγύπτιοι αποθήκευαν δημητριακά, που προσήλκυαν τα τρωκτικά, που προσήλκυαν τις γάτες. (Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάτι παρόμοιο συνέβη με τους ινδιάνους Μάγια, παρόλο που αρκετές άγριες γάτες είναι ιθαγενείς στην περιοχή). Δεν πιστεύω ότι τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή. Σίγουρα δε μας δείχνουν όλη την εικόνα. Οι γάτες δεν είχαν εξαρχής το ρόλο του κυνηγού ποντικών. Οι νυφίτσες, τα φίδια και οι σκύλοι είναι πιο αποτελεσματικοί σε αυτήν τη δουλειά. Θεωρώ δεδομένο ότι οι γάτες έπαιζαν εξαρχής ρόλο ψυχικών συντρόφων, αγαθών Δαιμονίων, και δεν τον αποποιήθηκαν ποτέ.
  • Οι σκύλοι είχαν εξαρχής το ρόλο φρουρών. Και αυτό εξακολουθεί να είναι το κύριο καθήκον τους στις φάρμες και τα χωριά, να ειδοποιούν αν πλησιάσει κάποιος, ως κυνηγοί και φύλακες, και γι’ αυτό μισούν τις γάτες. «Εμείς προσφέρουμε τόσες υπηρεσίες, ενώ οι γάτες το μόνο που κάνουν είναι να χουζουρεύουν εδώ κι εκεί και να γουργουρίζουν. Κυνηγούν ποντίκια; Ναι, τους παίρνει μισή ώρα για να σκοτώσουν ένα ποντικάκι. Το μόνο που κάνουν οι γάτες είναι να γουργουρίζουν και να αποσπούν την προσοχή του Αφέντη από την τίμια κοπρίτικη φάτσα μου. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος».
  • Δεν μισώ τους σκύλους. Μισώ όμως αυτό που κατάντησε ο άνθρωπος τον καλύτερο του φίλο. Το γρύλισμα ενός πάνθηρα είναι σίγουρα πιο επικίνδυνο από το γρύλισμα ενός σκύλου, αλλά δεν είναι άσχημο. Η οργή μιας γάτας είναι πανέμορφη, βράζει με μια αγνή γατίσια φλόγα, το τρίχωμά της έχει σηκωθεί όρθιο και πετάει μπλε σπίθες, τα μάτια της στραφταλίζουν και σπιθοβολούν. Όμως το γρύλισμα ενός σκύλου είναι άσχημο, είναι το γρύλισμα του όχλου των μισαλλόδοξων λευκών που λυντσάρει έναν πακιστανό… το γρύλισμα εκείνου με το αυτοκόλλητο «Σκότωσε μια αδερφή για χάρη του Χριστού» στο αμάξι του, ένα γρύλισμα γεμάτο φαρισαϊσμό. Όταν βλέπεις αυτό το γρύλισμα, βλέπεις πως δεν έχει δικό του πρόσωπο. Η οργή ενός σκύλου δεν είναι δική του. Υπαγορεύεται από τον εκπαιδευτή του. Και η οργή του όχλου που λυντσάρει, υπαγορεύεται από εξαρτημένα αντανακλαστικά.
  • Για να μυηθεί ένας ναζί στις ανώτερες βαθμίδες των SS, έπρεπε να βγάλει το μάτι μιας κατοικίδιας γάτας που την είχε ταΐσει και φροντίσει για ένα μήνα. Στόχος αυτής της άσκησης ήταν να εξαλείψει κάθε ίχνος του δηλητηρίου που λέγεται οίκτος και να διαμορφώσει έναν ολοκληρωμένο Übermensch. Πρόκειται για βασική αρχή της μαγείας: ο ασκούμενος κατακτά την ιδιότητα του υπερανθρώπου, εκτελώντας μια τρομερή, αποκρουστική πράξη υπανθρώπου.
  • Έχω πει ότι οι γάτες παίζουν τον ρόλο αγαθών δαιμονίων, ψυχικών συντρόφων. «Είναι οπωσδήποτε καλή συντροφιά». Τα αγαθά Δαιμόνια ενός γέρου συγγραφέα είναι οι αναμνήσεις του, σκηνές και μορφές από το παρελθόν του, πραγματικές ή φανταστικές. Ένας ψυχαναλυτής θα έλεγε ότι προβάλλω απλώς αυτές τις φαντασίες στις γάτες μου. Ναι, πολύ απλά και κυριολεκτικά, οι γάτες είναι σαν ευαίσθητες οθόνες για πολύ συγκεκριμένες συμπεριφορές, όταν υποδύονται τους κατάλληλους ρόλους. Οι ρόλοι μπορούν να αλλάξουν, και η ίδια γάτα μπορεί να υποδυθεί διαφορετικούς ρόλους: της μητέρας μου, της γυναίκας μου της Τζόαν, της Τζέιν Μπόουλς, του γιου μου του Μπίλλυ, του πατέρα μου, του Κίκι και των άλλων αμίγκο, του Ντέντον Γουέλτς, που με επηρέασε όσο κανένας άλλος συγγραφέας, αν και δε συναντηθήκαμε ποτέ. Οι γάτες μπορεί να είναι ο τελευταίος μου ζωντανός κρίκος με ένα είδος που τείνει να εκλείψει…
  • Κάποιος είπε ότι οι γάτες είναι εκείνο το ζώο που απέχει περισσότερο από το ανθρώπινο μοντέλο. Εξαρτάται περισσότερο από το είδος των ανθρώπων στο οποίο αναφέρεσαι, και φυσικά από το είδος των γατών. Πότε-πότε βρίσκω τις γάτες αλλόκοτα ανθρώπινες.
  • Αναρωτιέμαι αν τα σκυλιά και οι γάτες αφήνουν γραπτά σημάδια, όπως οι περιπλανώμενοι αλήτες: «Προσοχή, σκύλος». «Μην πλησιάζετε». «Γεροπαράξενος με όπλο». «Καλός για ελεημοσύνη». Κι αστέρια ποιότητας, όπως στους οδηγούς της Michelin: «Φαγητό, ρούχα, λεφτά και τσιγάρα. Δύο αστέρια. Μάσα και ποτό. Τρία αστέρια». Πρόσεξα ότι κανένα σκυλί δεν πλησίασε ποτέ το Πέτρινο Σπίτι: Κωλόσπιτο με γάτες.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ουίλιαμ Μπάροουζ «Η γάτα μέσα μας»

Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Απόπειρα»

Nativity (Birth of Blue Devil), 1992
Courtesy Semiose galerie, Paris.
Photo: A. Mole

Ουίλιαμ Μπάροουζ (5 Φεβρουαρίου 1914-2 Αυγούστου 1997): Αμερικανός νοβελίστας, δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός, ζωγράφος και ομιλητής. Το περισσότερο έργο του είναι αυτοβιογραφικό, βασιζόμενο στις προσωπικές του εμπειρίες από τον εθισμό του στο όπιο, γεγονός που σημάδεψε τα τελευταία 50 χρόνια της ζωής του. Καθοριστική παρουσία της beat γενιάς, ήταν ένας αβάν-γκαρντ συγγραφέας που επηρέασε τη λαϊκή κουλτούρα, αλλά και τη λογοτεχνία. Το 1984 εκλέχθηκε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών.

-Πίνακες του Μπάροουζ εκτέθηκαν για πρώτη φορά στην γκαλερί October του Λονδίνου.

  • Αρχική εικόνα: Burroughs with one of his cats at the Outhouse (Photo by Richard Gwin)

 

 

 

 

 

 

 

 

eirini aivaliwtou«Η γάτα μέσα μας» και στη ζωγραφική του Μπάροουζ
Περισσότερα

«Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει», Luis Sepulveda

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια γλαροπούλα πέφτει θύμα της θαλάσσιας ρύπανσης. Πριν ξεψυχήσει, εμπιστεύεται το αβγό της στον καλό γάτο Ζορμπά και του ζητά το λόγο του, ότι θα κλωσήσει το αβγό, δεν θα φάει το γλαρόπουλο, και θα του μάθει να πετά. Ο Ζορμπάς τον δίνει. Μα είναι ποτέ δυνατόν ένας γάτος να μάθει σ’ ένα γλάρο να πετάει;
Το πιο τρυφερό κι ευαίσθητο βιβλίο του Σεπούλβεδα, για μικρούς και μεγάλους.

***

Ο Luis Sepulveda (Λουίς Σεπούλβεδα) γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle, στο βορρά της Χιλής. Στα 15 του χρόνια έγινε μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας. Σπούδασε σκηνοθεσία θεάτρου στο Σαντιάγο. Το 1969 πήρε πενταετή υποτροφία για το Πανεπιστήμιο της Μόσχας, αλλά πέντε μήνες αργότερα εκδιώχθηκε από τη Σοβιετική Ένωση λόγω «κακής διαγωγής»: είχε πιάσει φιλίες με αντιφρονούντες. Ένθερμος υποστηρικτής του Σαλβατόρ Αλιέντε, μπήκε στην προσωπική του φρουρά το 1973. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ φυλακίστηκε, βασανίστηκε, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε ποινή είκοσι οκτώ ετών. Ύστερα από δυόμισι χρόνια εγκλεισμού του αποφυλακίστηκε με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και εξορίστηκε από τη Χιλή. Κατέφυγε στο Εκουαδόρ, όπου οργάνωσε θεατρικό θίασο. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα, διηγήματα και δημιούργησε θεατρικές ομάδες στο Περού, το Εκουαδόρ και την Κολομβία. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους ινδιάνους Σουάρ, στο πλαίσιο αποστολής της Unesco, και αποκόμισε εμπειρίες που άλλαξαν την αντίληψή του για τον κόσμο και του πρόσφεραν, αργότερα, το υλικό για το πρώτο του μυθιστόρημα: «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (1989). Το 1979 κατατάχθηκε στη Διεθνή Ταξιαρχία «Σιμόν Μπολιβάρ» και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας, στην οποία, μετά την επικράτηση της επανάστασης, εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Την επόμενη χρονιά (1980) εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και έγινε ακτιβιστής της Greenpeace. Ταξίδεψε σ’ όλον τον κόσμο και του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία. Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: «Ο κόσμος του τέλους του κόσμου» (1989), «Όνομα ταυρομάχου» (1994), «Patagonia express» (1995), «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει» (1996), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (1996), «Hot Line, Γιακαρέ» (1997), «Η τρέλα του Πινοσέτ» (2002), «Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ» (2004), «Η δύναμη των ονείρων» (2006). Σήμερα ζει στην Ισπανία.

 

«Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σ’ έναν γλάρο να πετάει», Λουίς Σεπούλδεβα

Ο Κολονέλο ήταν ένας γάτος ακαθορίστου ηλικίας. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν συνομήλικος με το εστιατόριο που τον φιλοξενούσε, κι άλλοι υποστήριζαν πως ήταν ακόμα πιο μεγάλος. Η ηλικία του όμως δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία, γιατί ο Κολονέλο είχε ένα περίεργο ταλέντο να συμβουλεύει όσους είχαν κάποιο πρόβλημα, και παρ’ όλο που ο ίδιος δεν έλυνε καμία δυσκολία, ήταν σχεδόν σίγουρο πως οι συμβουλές του βοηθούσαν στο ξεπέρασμά τους. Λόγω της ηλικίας -και του ταλέντου του-, όλοι οι γάτοι του λιμανιού θεωρούσαν τον Κολονέλο αυθεντία.

***

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα του μυθιστορήματος «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει». Μεταξύ άλλων εξετάζει και το μεγάλο πρόβλημα της ρύπανσης των θαλασσών. Στο έργο αυτό που εκτυλίσσεται στο λιμάνι του Αμβούργου, ο γάτος Ζορμπάς, «που ήταν μαύρος, πελώριος και χοντρός», υπόσχεται σε μια ετοιμοθάνατη από τη μόλυνση γλαροπούλα να κλωσήσει αυτός το αβγό της, να μεγαλώσει το γλαρόπουλο που θα γεννηθεί και να το μάθει να πετάει. Το έργο γνώρισε και γνωρίζει τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο, ενώ στη Γαλλία γυρίστηκε και σε ταινία κινούμενων σχεδίων. Στο απόσπασμα που παραθέτουμε, παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο μολύνεται θανάσιμα η Κενγκά, η μάνα-γλάρος.

***

Η Κενγκά άνοιξε τις φτερούγες για να πετάξει, αλλά το κύμα ήταν πιο γρήγορο και την πήρε από κάτω. Όταν ξαναβγήκε στην επιφάνεια, το φως της μέρας είχε χαθεί, κι όταν κούνησε δυνατά το κεφάλι, κατάλαβε πως η κατάρα των θαλασσών την είχε τυφλώσει.

Η Κενγκά με τ’ ασημιά φτερά βούτηξε πολλές φορές το κεφάλι της στο νερό, ώσπου κάποιες ακτίνες φως έφτασαν στις κόρες των ματιών της που ‘χαν σκεπαστεί με πετρέλαιο. Η παχύρρευστη κηλίδα, η μαύρη μάστιγα, της είχε κολλήσει τα φτερά στο σώμα, κι η Κενγκά έπιασε να κουνάει τα πόδια, με την ελπίδα να κολυμπήσει γρήγορα και να φύγει μακριά απ’ το μαύρο κύμα.

Με όλους τους μυς της πιασμένους από την προσπάθεια, κατάφερε κάποτε να φτάσει στο τέλος της πετρελαιοκηλίδας και να ‘ρθει σ’ επαφή με το καθαρό νερό.

Όταν, βουτώντας το κεφάλι στο νερό κι ανοιγοκλείνοντας συνέχεια τα μάτια, κατάφερε να τα καθαρίσει, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό· δεν είδε παρά κάτι σύννεφα ανάμεσα στη θάλασσα και στην απεραντοσύνη του ουράνιου θόλου. Ήδη οι συντρόφισσές της απ’ το σμήνος του Φάρου της Κόκκινης Άμμου πρέπει να ’χαν πετάξει μακριά — πολύ μακριά.

Έτσι ήταν ο νόμος. Είχε δει κι η ίδια άλλους γλάρους να μολύνονται από το θανάσιμο μαύρο κύμα, κι όσο δυνατή κι αν ήταν η λαχτάρα της να κατέβει για να βοηθήσει, είχε αναγκαστεί ν’ απομακρυνθεί, υπακούοντας στο νόμο που απαγορεύει την παρουσία στο θάνατο των συντρόφων.

Με τα φτερά τους ακίνητα, κολλημένα στο σώμα τους, οι γλάροι αποτελούσαν εύκολη λεία για τα μεγάλα ψάρια, ή πέθαιναν αργά, από ασφυξία, καθώς το πετρέλαιο έφραζε όλους τους τους πόρους.

Αυτό το τέλος την περίμενε, κι η Κενγκά ευχήθηκε να την κατάπιναν αμέσως τα σαγόνια κάποιου κήτους.

Η μαύρη κηλίδα. Η μαύρη μάστιγα. Περιμένοντας το τέλος της, η Κενγκά έπιασε να καταριέται τους ανθρώπους.

«Όχι όμως όλους… Να μην είμαι και άδικη», έκρωξε αδύναμα.

Πολλές φορές, από ψηλά, είδε πώς κάτι μεγάλα πετρελαιοφόρα επωφελούνταν τις μέρες που ’χε στεριανή ομίχλη για να βγουν στη θάλασσα και να πλύνουν τις δεξαμενές τους. Σκόρπιζαν στη θάλασσα χιλιάδες λίτρα από μια ουσία παχύρρευστη και μολυσματική, που επέπλεε στο κύμα. Είδε όμως κι άλλες φορές που κάτι μικρά πλεούμενα πλεύριζαν τα πετρελαιοφόρα κι απαιτούσαν απ’ αυτά ν’ αδειάσουν τις δεξαμενές τους. Δυστυχώς, όμως, αυτά τα πλεούμενα, όπου κυμάτιζε η σημαία με τα χρώματα της ίριδος, δεν έφταναν πάντα εγκαίρως για ν’ αποτρέψουν τη δηλητηρίαση των θαλασσών.

Η Κενγκά πέρασε τις πιο βασανιστικές ώρες της ζωής της καθισμένη πάνω στο νερό, με το τρομοκρατημένο της μυαλό να φαντάζεται τον πιο φριχτό θάνατο· χειρότερο απ’ το να την κατασπαράξει ένα ψάρι, χειρότερο ακόμα κι απ’ το να υποφέρει την αγωνία της ασφυξίας, ήταν το να πεθάνει από την πείνα.

Μπροστά στην εφιαλτική προοπτική ενός αργού θανάτου, κούνησε το σώμα της και διαπίστωσε με έκπληξη πως το πετρέλαιο δεν είχε πειράξει τις φτερούγες ως τη ρίζα τους. Μπορεί τα πούπουλά τους να ’χαν ποτίσει απ’ αυτή την παχύρρευστη ουσία, τουλάχιστον, όμως, μπορούσε να τις ανοίξει.

«Μπορεί και να ’χω μια ελπίδα να βγω από δω», έκρωξε η Κενγκά, «εκεί ίσως, αν πετάξω ψηλά, πολύ ψηλά, ο ήλιος να λιώσει την κατάρα που ’χει κολλήσει στα φτερά μου».

Θυμήθηκε μια ιστορία που της είχε διηγηθεί μια γριά συντρόφισσα απ’ τα Φρισικά Νησιά: πως ήταν κάποτε ένας άνθρωπος, που τον έλεγαν Ίκαρο, κι αυτός, που λαχταρούσε να πετάξει, πήρε φτερά αετού και τ’ άλειψε με κερί για να τα κολλήσει και να φτιάξει φτερούγες, και πέταξε ψηλά κι έφτασε κοντά στον ήλιο, κι η ζέστη του ήλιου έλιωσε το κερί, κι ο Ίκαρος έπεσε.

Η Κενγκά χτύπησε τις φτερούγες, μάζεψε τα πόδια, σηκώθηκε δυο πόντους κι έπεσε με τα μούτρα στο νερό. Πριν δοκιμάσει άλλη μια φορά, βούτηξε ξανά και κούνησε τις φτερούγες κάτω απ’ το νερό. Αυτή τη φορά, σηκώθηκε πάνω από ένα μέτρο, πριν ξαναπέσει.

Το καταραμένο το πετρέλαιο είχε ποτίσει τα πούπουλα της ουράς, κι η Κενγκά δεν μπορούσε να κουμαντάρει το ανέβασμα. Ξαναβούτηξε κι έπιασε να καθαρίζει με το ράμφος το στρώμα της βρομιάς που ’χε σκεπάσει την ουρά της. Πονούσε που ξερίζωνε τα φτερά της, αλλά, στο τέλος, η ουρά της ήταν πολύ καθαρότερη.

Με την πέμπτη προσπάθεια, η Κενγκά κατόρθωσε να πετάξει.

Φτεροκοπούσε απεγνωσμένα, αλλά το βάρος του πετρελαίου δεν την άφηνε να πλανάρει. Λίγο να κουραζόταν, και θα ’πεφτε σούμπιτη. Ευτυχώς, δεν την είχαν πάρει τα χρόνια, και οι μύες της σήκωναν εύκολα το ζόρι.

Πέταξε πολύ ψηλά. Χωρίς να σταματήσει το φτερούγισμα, κοίταξε κάτω κι είδε τη λεπτή, άσπρη γραμμή της κόστας. Είδε και κάτι καράβια, που ήταν σαν κουκκίδες σε γαλάζιο ύφασμα. Πέταξε ψηλά, αλλά ο ήλιος δεν της έκανε το χατίρι. Ή οι ακτίνες του ήταν πολύ αδύναμες ή το στρώμα του πετρελαίου ήταν πολύ παχύ.

Η Κενγκά κατάλαβε πως δε θα ’χε για πολύ ακόμα τη δύναμη να φτεροκοπάει, κι έψαξε να βρει ένα μέρος στηνενδοχώρα για να κατέβει, ακολουθώντας την πράσινη και φιδωτή γραμμή του Έλβα.

Το φτερούγισμά της γινόταν όλο και πιο βαρύ, όλο και πιο αργό. Έχανε δυνάμεις. Έπεφτε.

Σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να ξανακερδίσει ύψος, έκλεισε τα μάτια και φτερούγισε με όσες δυνάμεις τής είχαν απομείνει. Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέταξε με τα μάτια κλειστά, όταν όμως τα άνοιξε, πετούσε πάνω από έναν ψηλό πύργο μ’ έναν χρυσαφένιο ανεμοδείκτη.

«O Άγιος Μιχαήλ!», έκρωξε, αναγνωρίζοντας το καμπαναριό της αμβουργιανής εκκλησίας.

Τις φτερούγες της δεν μπορούσε πια ούτε να τις κουνήσει.

L. Sepúlveda, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει,
μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Opera

*Φρισικά Νησιά (Frisian Islands): Σύμπλεγμα νησιών στη Βόρεια Θάλασσα, μεταξύ Ολλανδίας και Γερμανίας, *να πλανάρει: να ελέγξει το πέταγμά της, *σούμπιτη: με όλο της το βάρος και σε μια στιγμή, *της κάστας: της ακτής, *ενδοχώρα: το εσωτερικό (μακριά από τη θάλασσα) μέρος μιας χώρας, *Έλβα (Έλβας): ποταμός της βορειοδυτικής Γερμανίας, *αμβουργιανής (αμβουργιανός): του Αμβούργου

eirini aivaliwtou«Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει», Luis Sepulveda
Περισσότερα

Παυλίνα Παμπούδη, «Στη σιδερένια σκάλα, αγκαλιά με τη γάτα που την έλεγαν Χιονάτη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Στο πρώτο γύρισμα της σκάλας, τέσσερα σκαλιά

– Δε φαίνεται η σκουριά –

Στο πρώτο

Γύρισμα του καιρού, τέσσερα χρόνια

Σιδερένια.

(Το σπίτι είναι της θείας Πηνελόπης

Στην Πλατεία Αγάμων – ποιοι

Να ’τανε αυτοί οι άγαμοι;)

Φορώ άσπρο φουστάνι με τιράντες

Κάτασπρος ουρανός, κατακαλόκαιρο.

Πάνω μου, εκείνη η μνημειώδης γάτα.

Δεν μου ’χει πει ποτέ κανένας

Κανένα παραμύθι. Χιόνι δεν έχω δει, το όνομά της δε σημαίνει τίποτα.

Η Χιονάτη, με προσέχει

Με κοιτά στα μάτια σαν πνεύμα προγόνου

Άσπρη και κουφή.

Χαμογελάω.

Το ζώον, το κτήνος (Έτσι φωνάζει η θεία την ψυχοκόρη – πώς να την έλεγαν;

– Πάντα στο ουδέτερο)

Σε λίγο θα μας διώξει και τις δυο

Για να περάσει

Ν’ απλώσει στην ταράτσα τα ασπρόρουχα.

(Από τη συλλογή «Το μαύρο άλμπουμ», εκδ. Κέδρος, 1999)

eirini aivaliwtouΠαυλίνα Παμπούδη, «Στη σιδερένια σκάλα, αγκαλιά με τη γάτα που την έλεγαν Χιονάτη»
Περισσότερα

Τάσος Δενέγρης – Μαύρο αγκάθι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Και ξαφνικά την είδα
Γάτα με το κεφάλι μέσα στα σκουπίδια
Κι αμέσως γράφτηκε εικόνα
Που βγήκε από τα σκοτεινά
Μπουντρούμια της ψυχής μου
Πως είν’ εκείνη
Η μυστηριώδης
Ατλαντική
Άστραψε κάτι μέσα μου
Μια φλογερή χαρά
Πως ήμουν δήμιος
Και το μισάνοιχτο των σκουπιδιών καπάκι
Λαιμητόμος.

Και να σκεφτεί κανείς
Πως η αγάπη
Άδολη λένε πως είναι
Σαν τις γλαδιόλες
Ή σαν τα νήπια που αρμενίζουν μες στις κούνιες
Βαρκούλες φωτεινές στον ουρανό

– 30 Μαρτίου 1975

Από το βιβλίο:
«Ακαριαία», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1985.

  • Φωτογραφία: Ruggiero Scardigno
eirini aivaliwtouΤάσος Δενέγρης – Μαύρο αγκάθι
Περισσότερα

Γνωριμία με την Εύη (απόσπασμα) – Νίκος Φωκάς

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Χυμώ ψηλότερα μετά —μέσ’ στο βραχνά πώς βγαίνει
Στη γη πίσω απ’ τ’ ανθρώπινο ο καρχαρίας κυνήγι!
Και με τον αυτοματισμό του τίγρη του πελάγου
Το στόμα μου την κυνηγά, το σώμα μου τη σμίγει.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια —
Πώς μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα!
Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες
Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα!

— Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τί ’ναι η λίμα
Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε
Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί· μ’ ακόμα γεια χαρά σας
Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε! . . .

Τι κωμική που ’ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια!
Πού το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος!
Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,
Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος!

(Νίκος Φωκάς, Παρτούζα, πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981, ξανά σε: Παρτούζα ή ένα κλείσιμο ματιού, Αθήνα, Εστία, 1991)

Παρτούζα ή Ένα κλείσιμο ματιού: Έτσι τιτλοφορείται το αφηγηματικό, σατιρικό, ερωτικό ποίημα (τετράστιχα σε δεκαπεντασύλλαβο) που εξέδωσε ο Φωκάς το 1991 (αντάξιο ως προς τη λεπτή ειρωνεία και το πνεύμα του με τις αποστροφές ενός Τσέστερτον) θέλοντας αφενός να παρωδήσει τον έρωτα και αφετέρου να προκαλέσει το ποιητικό κατεστημένο για τη σοβαροφανή σεμνοτυφία του.

eirini aivaliwtouΓνωριμία με την Εύη (απόσπασμα) – Νίκος Φωκάς
Περισσότερα

Γιάννης Ρίτσος – Επιτάφιος (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.
Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.
Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου τ᾿ ασβεστωμένο δώμα.
Θα καρτεράει κ᾿ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει

  • Εικόνα: Henriette Ronner-Knip. Oil on Panel, 1897
eirini aivaliwtouΓιάννης Ρίτσος – Επιτάφιος (απόσπασμα)
Περισσότερα

Επιτέλους ένα μνημείο και για τη Felicette

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η επιστροφή στη Γη

Όλοι θυμούνται τη σοβιετική σκυλίτσα Λάικα που ταξίδεψε στο Διάστημα, αλλά πόσοι θυμούνται τη γαλλίδα γάτα Φελισέτ που έκανε κάτι παρόμοιο; Ήταν η πρώτη και μοναδική γάτα που πήγε στο Διάστημα, αλλά έχει ξεχαστεί. Τώρα όμως, επιτέλους, θα αποκτήσει το μνημείο που της αξίζει.

Η σχετική πολύμηνη καμπάνια για τη συγκέντρωση χρημάτων μέσω του ιστοτόπου Kickstarter ολοκληρώθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2017 και απέφερε 57.158 δολάρια από εισφορές που έκαναν περισσότεροι από 1.100 «φαν» της Φελισέτ (Felicette).

Το σχετικό άγαλμα θα στηθεί στην πατρίδα της, το Παρίσι.

Η Γαλλία ήταν η τρίτη χώρα που δημιούργησε διαστημική υπηρεσία, μετά την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ. Αντίθετα με τις άλλες χώρες, το γαλλικό διαστημικό πρόγραμμα πειραματίσθηκε με 14 γάτες, οι οποίες υποβλήθηκαν στην αναγκαία εκπαίδευση. Στόχος ήταν να μελετηθεί με ποιο τρόπο η έλλειψη βαρύτητας επηρεάζει τον οργανισμό των ζώων, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα και για τους ανθρώπους. Κάπως έτσι, οι γάτες και άλλα ζώα έκαναν διαστημική εκπαίδευση πριν από τους αστροναύτες.

Στις 18 Οκτωβρίου 1963, μια ήρεμη ασπρόμαυρη αδέσποτη γατούλα, που οι Γάλλοι είχαν περιμαζέψει από τους δρόμους του Παρισιού, ήταν αυτή που επιλέχθηκε για να «επιβιβαστεί» στη μύτη ενός γαλλικού πυραύλου «Βερονίκ AG1» και να εκτοξευθεί από την Αλγερία.

Η γάτα -ο εγκέφαλος της οποίας ήταν καλωδιωμένος με ηλεκτρόδια για να παρακολουθούνται οι αντιδράσεις του- πέταξε σε ύψος 157 χιλιομέτρων πάνω από τη Γη, βιώνοντας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα την έλλειψη βαρύτητας. Ύστερα από 15 λεπτά, η Φελισέτ, μέσα στη μικρή διαστημική κάψουλά της, επέστρεψε στη Γη σώα και ασφαλής με αλεξίπτωτο.

Όμως τόσοι σκύλοι, μαϊμούδες και χιμπατζήδες που ταξίδεψαν στο Διάστημα, πριν και μετά από αυτήν, είχαν ως αποτέλεσμα να ξεχασθεί ότι η Φελισέτ υπήρξε η πρώτη και μόνη γάτα που γνώρισε το Διάστημα από πρώτο χέρι. Το γεγονός ότι είχε ηλεκτρόδια στο κεφάλι της, έπαιξε ρόλο στο να μη γίνει ηρωίδα, καθώς τέτοιες φωτογραφίες ήταν αδύνατο να είναι δημοφιλείς, ιδίως μεταξύ των φιλοζωικών οργανώσεων.

Η Λάικα έχει το δικό της μνημείο, το ίδιο και ο Χαμ, ο πρώτος διαστημικός χιμπατζής. Τώρα ήλθε η ώρα και της Φελισέτ, γνωστής και ως Αστρογάτας (Αstrocat), να απαθανατισθεί σε ένα μνημείο.

Το χάλκινο γλυπτό, μάλλον ένας συνδυασμός γάτας και πυραύλου, θα έχει ύψος ενάμισι μέτρου και δημιουργός του θα είναι ο Τζιλ Πάρκερ, γνωστός καλλιτέχνης διαφόρων μορφών ζώων. Αναμένεται να είναι έτοιμο έως τον Οκτώβριο του 2018, όταν θα κλείνουν 55 χρόνια από την πτήση της Φελισέτ.

Όσοι χρηματοδότες συνεισέφεραν πάνω από 330 δολάρια, το όνομά τους θα χαραχτεί σε πλακέτα δίπλα στο άγαλμα, ενώ όσοι έδωσαν πάνω από 8.000 δολάρια, θα πάρουν κι ένα αντίγραφο 30 εκατοστών του μνημείου.

Με την ευκαιρία αυτή, θα αποκατασταθεί οριστικά η άδικη παραπληροφόρηση, μάλλον από άνδρες, που λανθασμένα είχαν επί χρόνια διαδώσει ότι η διαστημική πρωτιά ανήκε σε ένα γάτο, τον Φελίξ.

Κι ένα υστερόγραφο: Οι Γάλλοι προσπάθησαν να στείλουν στο Διάστημα και άλλη μια γάτα, λίγες μέρες μετά τη Φελισέτ. Όμως, ο πύραυλος εξερράγη 11 χιλιόμετρα πάνω από τη Γη και η άτυχη ανώνυμη γάτα (ίσως και γάτος) είχε άδοξο τέλος. Ύστερα από αυτό, καμία άλλη γάτα δεν ταξίδεψε ποτέ ξανά στο Διάστημα.

  • Πηγή: in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ
eirini aivaliwtouΕπιτέλους ένα μνημείο και για τη Felicette
Περισσότερα

Ο φιλόζωος Ναπολέων Λαπαθιώτης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Τι σας δίνει περισσότερη χαρά και ξεκούραση στις ώρες της σχολής σας;»

– «Η μουσική, το βιβλίο, – κι οι γάτες μου. Οι γάτες μου, έπειτ’ από τους γονείς μου, είναι οι τελευταίοι συγγενείς μου, κι απ’ τους φίλους μου, οι πιο αγαπημένοι.»

Από συνέντευξη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» στις 09.04.1938

Φιλόζωος αυτόχειρ

Eloise Harriet Stannard, Winter – Rabbit and Swedes

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης από πολύ μικρή ηλικία ένιωσε τρυφερότητα και αγάπη για τα ζώα. Στην αυτοβιογραφία του ωστόσο θυμάται στιγμές παιδικής αναλγησίας, που συχνά δείχνουν οι πιτσιρίκοι στα ανήμπορα ζωάκια γιατί πρέπει κάπου να φανούν δυνατοί. Και δεν φαίνονται δυνατοί ποτέ, παρά μόνο κλωτσώντας τα παιχνίδια τους και βασανίζοντας κατοικίδια. Η ανάμνηση αυτών των πράξεων είναι «κηλίδα σκοτεινή μες στην ψυχή μου», λέει ο Λαπαθιώτης όταν θυμάται τα πρώτα του οικόσιτα.

Είχα και δυο χαριτωμένα κουνελάκια -τό ΄να σταχτί και τ’ άλλο κοκκινόλευκο- μες στο σπίτι κι έπαιζα μαζί τους. Αλλά θαρρώ πως ώρες-ώρες τα βασάνιζα κυλώντας τα στη σκάλα, τα καημένα! Μια φορά μάλιστα, που ΄ριξα τό ΄να, το κοκκινόλευκο, απάνω από ένα τεντωμένο σκοινί, για να πηδήσει τάχα, κι εκείνο έπεσε και χτύπησε, κι έμπηξε μια ψιλή φωνούλα, κι είδα μια τσαγγρουνιά στο χειλάκι του, ένιωσα έναν τέτοιο πόνο και μια τέτοια τύψη, που κρατάει ακόμα μέχρι σήμερα.

Αλλού θυμάται έναν απογευματινό περίπατο με κάποιον θείο του. Θείος κι ανιψιός περπατούσαν καλοσυγυρισμένοι, κορδωμένοι, ατσαλάκωτοι, κι ο νεαρός Ναπολέων αφηρημένος χτύπησε το κεφάλι του σ’ ένα σακί αλεύρι που κουβαλούσε ένας γάιδαρος. Κι ο θείος, βέβαια, δεν μάλωσε το ανιψούδι του που το ‘χε μη στάξει και μη βρέξει, αλλά τον γάιδαρο και τον αγωγιάτη που ‘ταν αφεντικό του. «Απονομή δικαιοσύνης κάπως αμφισβητήσιμη, φαντάζομαι», παραδέχεται ο ποιητής.

Και θυμάμαι ακόμα την απαρηγόρητή μου λύπη για ένα πουλάκι -σπουργιτάκι- που το ‘χαν βρει στον κήπο, πεσμένο ίσως από τη φωλιά του και με το ποδαράκι πληγωμένο, και το ‘βανa για να το περιποιηθώ στο κούφωμα μιας μικρής ντουλάπας, μ’ ένα βιβλίο μπροστά για να μη φύγει, κι αφήνοντάς του ένα μικρό άνοιγμα για να παίρνει αναπνοή, και που το βρήκα νεκρό τ’ άλλο πρωί, σαν ένα κουρελάκι, το καημένο.

Η μεγάλη του αγάπη, όμως, ήταν οι γάτες. Τις αγαπούσε «σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος» και θεωρούσε την αγάπη του προς εκείνες «λυδία λίθο πραγματικής ευαισθησίας και ευγένειας αισθημάτων». Η μητέρα του, μάλιστα, παραπονιόταν πως, αντί να νταντεύει εγγόνια, την είχε βάλει να προσέχει και να ταΐζει τα γατάκια του.

Εκεί, σ’ αυτό το σπίτι μας, δοκίμασα και την πρώτη μου πραγματική οδύνη: Είχα εν’ άσπρο, συμπαθέστατο γατάκι, και τ’ αγαπούσα μ’ όλη την καρδιά μου. Κάποιο απόγευμα, τα δυο μου ξαδερφάκια που ‘παιζαν μόνο στην κρεβατοκάμαρα, το πέταξαν απ’ το παράθυρο, για να πηδήσει τάχα στο μπαλκόνι, κι εκείνο έπεσε κάτω, στο πεζοδρόμιο, κι έμεινε, καθώς φάνηκε, στον τόπο. Το σπίτι μου αναστατώθηκε, έγινε φασαρία, και ποτέ δε θα ξεχάσω το βαθύ μου σπαραγμό όταν τ’ ανέβασαν από τη σκάλα και μου τό ‘φεραν, σαν ένα πουπουλένιο κουρελάκι, τεντωμένο κι άψυχο, κι ακίνητο.

Η λατρεία του για τα ζώα έκανε τον Λαπαθιώτη να αποστρέφεται κάθε γιορτή του χρόνου. Το Πάσχα ήταν για κείνον γιορτή ανυπόφορη, και το Μεγάλο Σάββατο βούλωνε τ’ αυτιά του με μπαμπάκι για να μην ακούει τα βελάσματα των προβάτων. Ένιωθε μίσος κι αγανάκτηση εναντίον των ανθρώπων ακόμη και την Πρωτομαγιά, που έβλεπε τόσα και τόσα λουλούδια να τραυματίζονται. Η μόνη γιορτή που προτιμούσε ήταν το Καρναβάλι. Χαιρόταν και τα μασκαρέματα και τις «αισθητικές του απολαύσεις».

Κάνοντας στην αυτοβιογραφία του την προσωπική του ενδοσκόπηση, ο Λαπαθιώτης διαπιστώνει πως εκείνο που περισσότερο τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο είναι η αγανάκτηση απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή αδικίας, και ειδικά σ’ εκείνη που στοχεύει τους αδύναμους και απροστάτευτους.

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης. Γεννήθηκε την 31η Οκτωβρίου 1888.

 

Κι ένα φυσικό και συνεπές αισθηματικό παρακλάδι η βαθειά, βαθύτατη, ανέκαθεν, αφοσίωση κι αγάπη μου στα ζώα. Τα ζώα, με την όψη που μας δείχνονται, είναι οι πιο αδικημένοι σύντροφοί μας -τόσο αδικημένα απ’ τη φύση τους, όσο κι απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους: αδικημένα απ’ τη φύση τους πρώτα γιατί τους λείπουν τα απαραίτητα εφόδια -τα ηθικά και υλικά μαζί- να αντιμετωπίσουν τους ανθρώπους. Αδικημένα κι από τους ανθρώπους, που τα τυραννούν, τα κατατρέχουν και τα εκμεταλλεύονται σκληρά. Είναι πολύ ελάχιστοι οι άνθρωποι που τα συμπαθούν πραγματικά και που τα σέβονται αυτά καθ’ αυτά, χωρίς ιδιοτέλειες και υπολογισμούς. Ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ.

Ο Λαπαθιώτης αποκαλεί τα ζωάκια του «καημένα», τους απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά με υποκοριστικά, τα νιώθει ανήμπορα μπροστά στον άνθρωπο, σαν «πουπουλένια κουρελάκια». Μα τα ζώα είναι ανθεκτικά και δυνατά. Αντέχουν πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο στη στέρηση και τις κακουχίες. Είναι μαθημένα να στερούνται την τροφή, το νερό, τη στέγη, την αγάπη. Πουπουλένιο και μαδημένο κουρελάκι ήταν φαίνεται η ψυχή του ίδιου του ποιητή.

***

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η Ζωή μου, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας (φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας), Κέδρος, Αθήνα 2009.

Πηγή: http://odaimontislogotexnias.blogspot.gr/2016/06/

eirini aivaliwtouΟ φιλόζωος Ναπολέων Λαπαθιώτης
Περισσότερα