CATαφύγιο

Τάσος Δενέγρης – Μαύρο αγκάθι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Και ξαφνικά την είδα
Γάτα με το κεφάλι μέσα στα σκουπίδια
Κι αμέσως γράφτηκε εικόνα
Που βγήκε από τα σκοτεινά
Μπουντρούμια της ψυχής μου
Πως είν’ εκείνη
Η μυστηριώδης
Ατλαντική
Άστραψε κάτι μέσα μου
Μια φλογερή χαρά
Πως ήμουν δήμιος
Και το μισάνοιχτο των σκουπιδιών καπάκι
Λαιμητόμος.

Και να σκεφτεί κανείς
Πως η αγάπη
Άδολη λένε πως είναι
Σαν τις γλαδιόλες
Ή σαν τα νήπια που αρμενίζουν μες στις κούνιες
Βαρκούλες φωτεινές στον ουρανό

– 30 Μαρτίου 1975

Από το βιβλίο:
«Ακαριαία», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1985.

  • Φωτογραφία: Ruggiero Scardigno
eirini aivaliwtouΤάσος Δενέγρης – Μαύρο αγκάθι
Περισσότερα

Γνωριμία με την Εύη (απόσπασμα) – Νίκος Φωκάς

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Χυμώ ψηλότερα μετά —μέσ’ στο βραχνά πώς βγαίνει
Στη γη πίσω απ’ τ’ ανθρώπινο ο καρχαρίας κυνήγι!
Και με τον αυτοματισμό του τίγρη του πελάγου
Το στόμα μου την κυνηγά, το σώμα μου τη σμίγει.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια —
Πώς μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα!
Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες
Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα!

— Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τί ’ναι η λίμα
Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε
Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί· μ’ ακόμα γεια χαρά σας
Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε! . . .

Τι κωμική που ’ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια!
Πού το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος!
Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,
Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος!

(Νίκος Φωκάς, Παρτούζα, πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981, ξανά σε: Παρτούζα ή ένα κλείσιμο ματιού, Αθήνα, Εστία, 1991)

Παρτούζα ή Ένα κλείσιμο ματιού: Έτσι τιτλοφορείται το αφηγηματικό, σατιρικό, ερωτικό ποίημα (τετράστιχα σε δεκαπεντασύλλαβο) που εξέδωσε ο Φωκάς το 1991 (αντάξιο ως προς τη λεπτή ειρωνεία και το πνεύμα του με τις αποστροφές ενός Τσέστερτον) θέλοντας αφενός να παρωδήσει τον έρωτα και αφετέρου να προκαλέσει το ποιητικό κατεστημένο για τη σοβαροφανή σεμνοτυφία του.

eirini aivaliwtouΓνωριμία με την Εύη (απόσπασμα) – Νίκος Φωκάς
Περισσότερα

Γιάννης Ρίτσος – Επιτάφιος (απόσπασμα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.
Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.
Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου τ᾿ ασβεστωμένο δώμα.
Θα καρτεράει κ᾿ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει

  • Εικόνα: Henriette Ronner-Knip. Oil on Panel, 1897
eirini aivaliwtouΓιάννης Ρίτσος – Επιτάφιος (απόσπασμα)
Περισσότερα

Επιτέλους ένα μνημείο για τη Felicette

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η επιστροφή στη Γη

Όλοι θυμούνται τη σοβιετική σκυλίτσα Λάικα που ταξίδεψε στο Διάστημα, αλλά πόσοι θυμούνται τη γαλλίδα γάτα Φελισέτ που έκανε κάτι παρόμοιο; Ήταν η πρώτη και μοναδική γάτα που πήγε στο Διάστημα, αλλά έχει ξεχαστεί. Τώρα όμως, επιτέλους, θα αποκτήσει το μνημείο που της αξίζει.

Η σχετική πολύμηνη καμπάνια για τη συγκέντρωση χρημάτων μέσω του ιστοτόπου Kickstarter ολοκληρώθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2017 και απέφερε 57.158 δολάρια από εισφορές που έκαναν περισσότεροι από 1.100 «φαν» της Φελισέτ (Felicette).

Το σχετικό άγαλμα θα στηθεί στην πατρίδα της, το Παρίσι.

Η Γαλλία ήταν η τρίτη χώρα που δημιούργησε διαστημική υπηρεσία, μετά την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ. Αντίθετα με τις άλλες χώρες, το γαλλικό διαστημικό πρόγραμμα πειραματίσθηκε με 14 γάτες, οι οποίες υποβλήθηκαν στην αναγκαία εκπαίδευση. Στόχος ήταν να μελετηθεί με ποιο τρόπο η έλλειψη βαρύτητας επηρεάζει τον οργανισμό των ζώων, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα και για τους ανθρώπους. Κάπως έτσι, οι γάτες και άλλα ζώα έκαναν διαστημική εκπαίδευση πριν από τους αστροναύτες.

Στις 18 Οκτωβρίου 1963, μια ήρεμη ασπρόμαυρη αδέσποτη γατούλα, που οι Γάλλοι είχαν περιμαζέψει από τους δρόμους του Παρισιού, ήταν αυτή που επιλέχθηκε για να «επιβιβαστεί» στη μύτη ενός γαλλικού πυραύλου «Βερονίκ AG1» και να εκτοξευθεί από την Αλγερία.

Η γάτα -ο εγκέφαλος της οποίας ήταν καλωδιωμένος με ηλεκτρόδια για να παρακολουθούνται οι αντιδράσεις του- πέταξε σε ύψος 157 χιλιομέτρων πάνω από τη Γη, βιώνοντας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα την έλλειψη βαρύτητας. Ύστερα από 15 λεπτά, η Φελισέτ, μέσα στη μικρή διαστημική κάψουλά της, επέστρεψε στη Γη σώα και ασφαλής με αλεξίπτωτο.

Όμως τόσοι σκύλοι, μαϊμούδες και χιμπατζήδες που ταξίδεψαν στο Διάστημα, πριν και μετά από αυτήν, είχαν ως αποτέλεσμα να ξεχασθεί ότι η Φελισέτ υπήρξε η πρώτη και μόνη γάτα που γνώρισε το Διάστημα από πρώτο χέρι. Το γεγονός ότι είχε ηλεκτρόδια στο κεφάλι της, έπαιξε ρόλο στο να μη γίνει ηρωίδα, καθώς τέτοιες φωτογραφίες ήταν αδύνατο να είναι δημοφιλείς, ιδίως μεταξύ των φιλοζωικών οργανώσεων.

Η Λάικα έχει το δικό της μνημείο, το ίδιο και ο Χαμ, ο πρώτος διαστημικός χιμπατζής. Τώρα ήλθε η ώρα και της Φελισέτ, γνωστής και ως Αστρογάτας (Αstrocat), να απαθανατισθεί σε ένα μνημείο.

Το χάλκινο γλυπτό, μάλλον ένας συνδυασμός γάτας και πυραύλου, θα έχει ύψος ενάμισι μέτρου και δημιουργός του θα είναι ο Τζιλ Πάρκερ, γνωστός καλλιτέχνης διαφόρων μορφών ζώων. Αναμένεται να είναι έτοιμο έως τον Οκτώβριο του 2018, όταν θα κλείνουν 55 χρόνια από την πτήση της Φελισέτ.

Όσοι χρηματοδότες συνεισέφεραν πάνω από 330 δολάρια, το όνομά τους θα χαραχτεί σε πλακέτα δίπλα στο άγαλμα, ενώ όσοι έδωσαν πάνω από 8.000 δολάρια, θα πάρουν κι ένα αντίγραφο 30 εκατοστών του μνημείου.

Με την ευκαιρία αυτή, θα αποκατασταθεί οριστικά η άδικη παραπληροφόρηση, μάλλον από άνδρες, που λανθασμένα είχαν επί χρόνια διαδώσει ότι η διαστημική πρωτιά ανήκε σε ένα γάτο, τον Φελίξ.

Κι ένα υστερόγραφο: Οι Γάλλοι προσπάθησαν να στείλουν στο Διάστημα και άλλη μια γάτα, λίγες μέρες μετά τη Φελισέτ. Όμως, ο πύραυλος εξερράγη 11 χιλιόμετρα πάνω από τη Γη και η άτυχη ανώνυμη γάτα (ίσως και γάτος) είχε άδοξο τέλος. Ύστερα από αυτό, καμία άλλη γάτα δεν ταξίδεψε ποτέ ξανά στο Διάστημα.

  • Πηγή: in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ
eirini aivaliwtouΕπιτέλους ένα μνημείο για τη Felicette
Περισσότερα

Ο φιλόζωος Ναπολέων Λαπαθιώτης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Τι σας δίνει περισσότερη χαρά και ξεκούραση στις ώρες της σχολής σας;»

– «Η μουσική, το βιβλίο, – κι οι γάτες μου. Οι γάτες μου, έπειτ’ από τους γονείς μου, είναι οι τελευταίοι συγγενείς μου, κι απ’ τους φίλους μου, οι πιο αγαπημένοι.»

Από συνέντευξη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» στις 09.04.1938

Φιλόζωος αυτόχειρ

Eloise Harriet Stannard, Winter – Rabbit and Swedes

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης από πολύ μικρή ηλικία ένιωσε τρυφερότητα και αγάπη για τα ζώα. Στην αυτοβιογραφία του ωστόσο θυμάται στιγμές παιδικής αναλγησίας, που συχνά δείχνουν οι πιτσιρίκοι στα ανήμπορα ζωάκια γιατί πρέπει κάπου να φανούν δυνατοί. Και δεν φαίνονται δυνατοί ποτέ, παρά μόνο κλωτσώντας τα παιχνίδια τους και βασανίζοντας κατοικίδια. Η ανάμνηση αυτών των πράξεων είναι «κηλίδα σκοτεινή μες στην ψυχή μου», λέει ο Λαπαθιώτης όταν θυμάται τα πρώτα του οικόσιτα.

Είχα και δυο χαριτωμένα κουνελάκια -τό ΄να σταχτί και τ’ άλλο κοκκινόλευκο- μες στο σπίτι κι έπαιζα μαζί τους. Αλλά θαρρώ πως ώρες-ώρες τα βασάνιζα κυλώντας τα στη σκάλα, τα καημένα! Μια φορά μάλιστα, που ΄ριξα τό ΄να, το κοκκινόλευκο, απάνω από ένα τεντωμένο σκοινί, για να πηδήσει τάχα, κι εκείνο έπεσε και χτύπησε, κι έμπηξε μια ψιλή φωνούλα, κι είδα μια τσαγγρουνιά στο χειλάκι του, ένιωσα έναν τέτοιο πόνο και μια τέτοια τύψη, που κρατάει ακόμα μέχρι σήμερα.

Αλλού θυμάται έναν απογευματινό περίπατο με κάποιον θείο του. Θείος κι ανιψιός περπατούσαν καλοσυγυρισμένοι, κορδωμένοι, ατσαλάκωτοι, κι ο νεαρός Ναπολέων αφηρημένος χτύπησε το κεφάλι του σ’ ένα σακί αλεύρι που κουβαλούσε ένας γάιδαρος. Κι ο θείος, βέβαια, δεν μάλωσε το ανιψούδι του που το ‘χε μη στάξει και μη βρέξει, αλλά τον γάιδαρο και τον αγωγιάτη που ‘ταν αφεντικό του. «Απονομή δικαιοσύνης κάπως αμφισβητήσιμη, φαντάζομαι», παραδέχεται ο ποιητής.

Και θυμάμαι ακόμα την απαρηγόρητή μου λύπη για ένα πουλάκι -σπουργιτάκι- που το ‘χαν βρει στον κήπο, πεσμένο ίσως από τη φωλιά του και με το ποδαράκι πληγωμένο, και το ‘βανa για να το περιποιηθώ στο κούφωμα μιας μικρής ντουλάπας, μ’ ένα βιβλίο μπροστά για να μη φύγει, κι αφήνοντάς του ένα μικρό άνοιγμα για να παίρνει αναπνοή, και που το βρήκα νεκρό τ’ άλλο πρωί, σαν ένα κουρελάκι, το καημένο.

Η μεγάλη του αγάπη, όμως, ήταν οι γάτες. Τις αγαπούσε «σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος» και θεωρούσε την αγάπη του προς εκείνες «λυδία λίθο πραγματικής ευαισθησίας και ευγένειας αισθημάτων». Η μητέρα του, μάλιστα, παραπονιόταν πως, αντί να νταντεύει εγγόνια, την είχε βάλει να προσέχει και να ταΐζει τα γατάκια του.

Εκεί, σ’ αυτό το σπίτι μας, δοκίμασα και την πρώτη μου πραγματική οδύνη: Είχα εν’ άσπρο, συμπαθέστατο γατάκι, και τ’ αγαπούσα μ’ όλη την καρδιά μου. Κάποιο απόγευμα, τα δυο μου ξαδερφάκια που ‘παιζαν μόνο στην κρεβατοκάμαρα, το πέταξαν απ’ το παράθυρο, για να πηδήσει τάχα στο μπαλκόνι, κι εκείνο έπεσε κάτω, στο πεζοδρόμιο, κι έμεινε, καθώς φάνηκε, στον τόπο. Το σπίτι μου αναστατώθηκε, έγινε φασαρία, και ποτέ δε θα ξεχάσω το βαθύ μου σπαραγμό όταν τ’ ανέβασαν από τη σκάλα και μου τό ‘φεραν, σαν ένα πουπουλένιο κουρελάκι, τεντωμένο κι άψυχο, κι ακίνητο.

Η λατρεία του για τα ζώα έκανε τον Λαπαθιώτη να αποστρέφεται κάθε γιορτή του χρόνου. Το Πάσχα ήταν για κείνον γιορτή ανυπόφορη, και το Μεγάλο Σάββατο βούλωνε τ’ αυτιά του με μπαμπάκι για να μην ακούει τα βελάσματα των προβάτων. Ένιωθε μίσος κι αγανάκτηση εναντίον των ανθρώπων ακόμη και την Πρωτομαγιά, που έβλεπε τόσα και τόσα λουλούδια να τραυματίζονται. Η μόνη γιορτή που προτιμούσε ήταν το Καρναβάλι. Χαιρόταν και τα μασκαρέματα και τις «αισθητικές του απολαύσεις».

Κάνοντας στην αυτοβιογραφία του την προσωπική του ενδοσκόπηση, ο Λαπαθιώτης διαπιστώνει πως εκείνο που περισσότερο τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο είναι η αγανάκτηση απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή αδικίας, και ειδικά σ’ εκείνη που στοχεύει τους αδύναμους και απροστάτευτους.

Κι ένα φυσικό και συνεπές αισθηματικό παρακλάδι η βαθειά, βαθύτατη, ανέκαθεν, αφοσίωση κι αγάπη μου στα ζώα. Τα ζώα, με την όψη που μας δείχνονται, είναι οι πιο αδικημένοι σύντροφοί μας -τόσο αδικημένα απ’ τη φύση τους, όσο κι απ’ τους ίδιους τους ανθρώπους: αδικημένα απ’ τη φύση τους πρώτα γιατί τους λείπουν τα απαραίτητα εφόδια -τα ηθικά και υλικά μαζί- να αντιμετωπίσουν τους ανθρώπους. Αδικημένα κι από τους ανθρώπους, που τα τυραννούν, τα κατατρέχουν και τα εκμεταλλεύονται σκληρά. Είναι πολύ ελάχιστοι οι άνθρωποι που τα συμπαθούν πραγματικά και που τα σέβονται αυτά καθ’ αυτά, χωρίς ιδιοτέλειες και υπολογισμούς. Ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ.

Ο Λαπαθιώτης αποκαλεί τα ζωάκια του «καημένα», τους απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά με υποκοριστικά, τα νιώθει ανήμπορα μπροστά στον άνθρωπο, σαν «πουπουλένια κουρελάκια». Μα τα ζώα είναι ανθεκτικά και δυνατά. Αντέχουν πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο στη στέρηση και τις κακουχίες. Είναι μαθημένα να στερούνται την τροφή, το νερό, τη στέγη, την αγάπη. Πουπουλένιο και μαδημένο κουρελάκι ήταν φαίνεται η ψυχή του ίδιου του ποιητή.

***

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η Ζωή μου, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας (φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας), Κέδρος, Αθήνα 2009.

Πηγή: http://odaimontislogotexnias.blogspot.gr/2016/06/

eirini aivaliwtouΟ φιλόζωος Ναπολέων Λαπαθιώτης
Περισσότερα

«Η Χώρα Χωρίς Γάτες» του Ευγένιου Τριβιζά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ζούσε κάποτε ένα ποντίκι, που ένιωθε φρίκη κάθε φορά που μια γάτα, όταν έπαιζε βιολί, του φώναζε: Σταμάτα! Δε μ’ αρέσει η μουσική! Ή όταν έτρωγε λίγο τυρί (μια σταλιά, όχι πολύ), του φώναζε η γάτα: Κλέφτη, το τυρί παράτα!

Κι ένιωθε φρίκη ακόμα όταν χιμούσε η γάτα μ’ ανοιχτό το στόμα κι άλλαζε χρώμα κι έπαιρνε δρόμο κι έτρεμαν τ’ αυτιά του κι η μακριά ουρά του από τον τρόμο!

Πάει μια μέρα στο γιατρό και με δάκρυα του λέει: Γιατρέ μου, δεν μπορώ! Έχω μια φοβία! Νιώθω φρίκη κι αγωνία όταν η γάτα αγριεμένη με στριμώχνει στη γωνία, ή όταν κάνω από το ράφι με το γιαούρτι να πηδήξω: «Θα σου κάνω!», μου φωνάζει, «Θα σου δείξω!», ή όταν του καλού καιρού κοιμάμαι, με ξυπνάει και μου λέει: «Πάμε, φίλε! Τελειώσανε τ’ αστεία, δε μ’ αρέσει η νηστεία!». Και να ‘ταν μόνο αυτό το μαρτύριό μου το φριχτό; Νιώθω μια φρίκη ακόμα και μου ‘ρχεται η ψυχή στο στόμα, άμα τύχει να δω της γάτας το νύχι το μεγάλο και γαμψό! Γι’ αυτό, γιατρέ μου, σε παρακαλώ, δως μου ένα γιατρικό!

Και είπε ο γιατρός που ήτανε σοφός και από τους ειδικούς ο παρα-ειδικός. Είπε: Δυστυχώς δεν υπάρχει γιατρικό για τα συμπτώματά σου και την τρεμούλα της ουράς σου! Η ασπιρίνη δεν το λύνει το πρόβλημά σου, και κλύσμα δε γλιτώνεις από της γάτας το πείσμα και η ποντικοβιταμίνη πι που κάνει τα ποντίκια σαν αστραπή γοργά και τόσο αγριωπά που οι γάτες κάνουν πιπί δεν έχει ακόμα ανακαλυφτεί! Είναι φυσικό, βλέπεις, για ένα ποντίκι να νιώθει αγωνία όταν η γάτα το στριμώχνει στης κουζίνας τη γωνία κι όταν η γάτα ανοίγει το στόμα δέκα πήχες ν’ αλλάζει χρώμα και να του σηκώνονται οι τρίχες! Αλλά… υπάρχει λύση! Για να μην τρέχουν δάκρυα σαν βρύση, σου συνιστώ, να πας στη Χώρα Χωρίς Γάτες που οι γάτες είναι φευγάτες, δηλαδή δεν υπάρχουν γάτες, για να κάνουνε απάτες κι οι τυρόπιτες είναι αφράτες! Νόστιμο τυρί γεμάτες!

Ευχαριστώ, γιατρέ μου!, είπε το ποντίκι. Να ‘σαι καλά! Σ’ αποχαιρετώ! Πάω στη Χώρα Χωρίς Γάτες να εγκατασταθώ!

Έτσι, λοιπόν, μια και δυο έβγαλε διαβα-τύριο, αγόρασε εισι-τύριο, και μια πυξίδα και κίνησε για το μακρινό ταξίδι με χαρά κι ελπίδα! Ταξίδεψε με αερόστατο, με φορτηγό, κάρο, μαούνα και θαλαμηγό, πέρασε από τη Φομφάη, το Πιπερού και τη Βαραγουάη, τις θάλασσες τις φουρτουνιασμένες τις εννέα και τα βουνά τα Πιρουνέα και του Πυρός την παγωμένη γη κι έφτασε στη Χώρα Χωρίς Γάτες μια ροδόλουστη αυγή!

Αλλά, δυστυχώς, ναι δυστυχώς, η Χώρα Χωρίς Γάτες ήτανε γεμάτη φάκες! Κι ο ποντικός μας ο φτωχός ένιωθε φρίκη και σκοτοδίνη κάθε φορά που άκουγε μια φάκα -χραπ- να κλείνει! Κι όποτε έβλεπε λίγο τυρί, φοβόταν ότι δε μπορεί, θα ‘ναι και μια φάκα κάπου εκεί!

Πάει ξανά σ’ ένα γιατρό, πιο σοφό, πιο ειδικό και του λέει: Γιατρέ μου, έχω μια φοβία! Πάντα η ίδια ιστορία κάθε φορά που ακούω μια φάκα -χραπ- να κλείνει! Κι όποτε από το κελάρι φεύγω με βιάση, φοβάμαι ότι κάποια φάκα θα με πιάσει! Αχ, γιατρέ μου, δεν μπορώ! Φάκες το δρόμο μου κλείνουν, δε μ’ αφήνουν να διαβώ! Φάκες από κει! Φάκες από δω! Άσε που η φοβία μου αυτή έχει τόσο πολύ γενικευτεί που φοβάμαι άμα βλέπω φάκες ή φακιόλια ή φακούς ή φύκια ή ακόμα και φακή! Γι’ αυτό, γιατρέ μου, σε παρακαλώ, σε ικετεύω, δως μου ένα γιατρικό για να μπορώ, ανάμεσα στις φάκες συρτάκι να χορεύω!

Και είπε ο γιατρός που ήτανε σοφός κι από τους ειδικούς ο παρα-παπα-ειδικός. Είπε: Δυστυχώς δεν υπάρχει γιατρικό για τα συμπτώματά σου, την τρεμούλα της ουράς σου, τη φοβία και τη σκοτοδίνη! Η ασπιρίνη το πρόβλημά σου δε το λύνει, αν σου κάνω ενέσεις, θα πονέσεις! Και η ποντικοβιταμίνη πι που κάνει τα ποντίκια τολμηρά και τα δόντια τους τόσο γερά που τις φάκες τις λυγίζουν, τα σίδερά τους τραγανίζουν και τα καταπίνουν στη στιγμή, ακόμα να ανακαλυφτεί! Είναι φυσικό, βλέπεις, για ένα ποντίκι να φοβάται ότι κάποια φάκα θα το πιάσει και τη ζωούλα του θα χάσει κι όταν ακούσει φάκα που κλείνει στην αυλή, να του κόβεται η χολή! Άλλα, αλλά λέω, υπάρχει μια λύση! Για να μην τρέχουν τα δάκρυά σου βρύση, σου συνιστώ να πας στη χώρα της ευτυχίας και της χαράς, δηλαδή στη Χώρα Χωρίς Γάτες και Χωρίς Φάκες! Που οι γάτες είναι φευγάτες και δεν υπάρχει ούτε μία φάκα έτσι για πλάκα, δηλαδή υπάρχει μια φάκα, αλλά έχει σκουριάσει και ποτέ της ποντίκι δεν έχει πιάσει! Και, που ’σαι, περιττό να σου πω ότι σ΄ αυτά τα μέρη φυτρώνει στα δέντρα το κασέρι!

Ευχαριστώ, γιατρέ μου, αυτό θα κάνω! Δε θα χαραμίσω τη ζωή μου εδώ σαν τους άλλους ποντικούς τους βλάκες, θα πάω με το πρώτο αεροπλάνο στη Χώρα που δεν έχει ούτε φάκες!

Κι αμέσως το ποντίκι βιαστικό αποχαιρέτησε τους φίλους του μ’ ένα μαντήλι, μ’ ένα λυγμό, πήγε τρεχάλα στο σταθμό, πήρε το τρένο με τα χρυσά βαγόνια, ταξίδεψε δυο μήνες και δυο χρόνια και κάτι στιγμούλες παραπάνω, μετά πήρε το αεροπλάνο, το καΐκι της γραμμής, ένα κρις κραφτ, ένα οτομοτρίς κι επιτέλους ένα βράδυ έφτασε κατά τις τρεις στη χώρα με τα δυο υπέροχα χωρίς! Τι όνειρο ήταν αυτό! Τι ευτυχία! Τι φούρνοι! Τι παντοπωλεία! Φιστίκια, κουλούρια και καρβέλια, αμυγδαλωτά στα ζαχαροπλαστεία, λίμνες από σιρόπι και παστέλια, βουνά από τυρί και φρυγανιές, μπισκότα, μακαρόνια και φιδές, και κουραμπιέδες και τσουρέκια αφράτα, κι ούτε μια φάκα τόση δα, ούτε μουστάκι από γάτα πουθενά!

Το ποντίκι ζούσε εκεί ζωή άνετη και τρυφηλή, με το χαμόγελο στα χείλη σαν να είχε επιτέλους βρει το τετράφυλλο τριφύλλι! Δοκίμαζε απ’ όλα, τραγάνιζε και μασουλούσε και πολύ καλοπερνούσε! Πρωί, βράδυ, μεσημέρι έτρωγε τυρί κασέρι! Έτρωγε παρμεζάνα τη μια μέρα και την άλλη έτρωγε γραβιέρα! Την Κυριακή έκανε τσουλήθρα σε βουνά από μυζήθρα και τα περνούσε φίνα αλλά μετά από ένα μήνα άρχισε να το κουράζει η μονοτονία! Ούτε κυνηγητό ούτε κρυφτό! Τι ανείπωτη ανία! Δεν ένιωθε καμιά συγκίνηση. Όλη μέρα βαρεμάρα και χασμουρητό. Άσε που πάχυνε υπερβολικά επειδή του έλειπε η κίνηση! Και μια πλήξη! Επειδή δε βρισκόταν γάτα αγριεμένη τα νύχια να του δείξει, ούτε φάκες γύρω του απειλητικά ν’ ανοιγοκλείνουν, ούτε ψιψίνες να το ανακρίνουν! Κι έλεγε το ποντίκι: Βαριέμαι! Βαριέμαι! Βαρέθηκα να χασμουριέμαι! Αχ, να ‘βρισκα μια ψιψίνα να ψαχουλεύει στην κουζίνα! Όλα γύρω άνετα και πλούσια, αλλά τι τα θες; Κι η τυρόπιτα η πιο αφράτη μου φαίνεται ανούσια! Ανούσιος κι ο φιδές κι ο πιο νόστιμος μεζές! Δε χρειάζεται όμως να πάω σε γιατρό ειδικό ή παρα-ειδικό. Τα ‘μαθα τώρα. Είναι φυσικό για ένα ποντίκι να αισθάνεται μανία, να μη νιώθει καμία συγκίνηση και να παχύνει υπερβολικά επειδή του λείπει η κίνηση! Ξέρω τι πρέπει να κάνω! Το ξέρω και με το παραπάνω! Τη χώρα θα βρω που έχει τις πιο άφθονες φάκες και τις πιο επικίνδυνες γάτες! Εκεί θα πάω να εγκατασταθώ!

Τρέχει το ποντίκι στης βιβλιοθήκης το υπόγειο, σκαρφαλώνει στην παλιά υδρόγειο, ψάχνει μια μέρα και μια ώρα ώσπου επιτέλους βρίσκει τη Γατοφάκο-Φακογατοχώρα, που οι φάκες είναι πληθώρα κι η μια γάτα από την άλλα πιο άγρια και αιμοβόρα και λέει στον εαυτό του: Εμπρός! Προχώρα! Πήγαινε αμέσως στη Γατοφάκο-Φακογατοχώρα!

Έτσι, λοιπόν, να μην τα πολυλογώ, το ποντίκι μια και δυο χωρίς να χάνει ώρα, πήγε στη Γατοφάκο-Φακογατοχώρα κι έζησε εκεί καλά με χαρές, συγκινήσεις και κυνηγητά και λαδωμένη τη μακριά του την ουρά!

  • Εκδόσεις Κέδρος

Εικόνα: John Henry Dolph (1835–1903). Playing Cat and Mouse

eirini aivaliwtou«Η Χώρα Χωρίς Γάτες» του Ευγένιου Τριβιζά
Περισσότερα

Οι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») έφτασαν και στην Ελλάδα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Κάποτε, once upon a time, που λένε και οι Αμερικάνοι, στην ξακουστή Κωνσταντινούπολη, ζούσε ένας ναυτικός που βρισκόταν σε σοβαρό οικονομικό αδιέξοδο. Ο άνθρωπος χρειαζόταν 120 λίρες για να ξεπληρώσει ένα χρέος σχετικό με το σκάφος του και αν δεν έβρισκε τα χρήματα και μάλιστα άμεσα, πολύ απλά θα έχανε όλο του το βιος. Ο ναυτικός δεν μπορούσε να δανειστεί από κανέναν, το ποσό ήταν πολύ μεγάλο για τα μέτρα της εποχής.

Ώσπου μια μέρα μια αδέσποτη γάτα, την οποία ο ναυτικός ενίοτε χάιδευε και τάιζε στο λιμάνι, τον πλησίασε και τον παρακίνησε να προσέξει κάτι κουρέλια. Ανάμεσά τους υπήρχε και ένα παλιό, φθαρμένο πορτοφόλι. Ο ναυτικός αγνόησε τα «λάφυρα» του τετράποδου, θεωρώντας πως επρόκειτο για ασήμαντης αξίας εύρημα, εκείνο όμως δεν το έβαλε κάτω. Επέμεινε. Λίγα λεπτά αργότερα η γάτα τον πλησίασε με το πορτοφόλι στο στόμα της. Με τα πολλά, ο ναυτικός άνοιξε το πορτοφόλι και βρήκε μέσα ακριβώς 120 λίρες.
«Αν αυτό δεν είναι θείο δώρο, τότε τι είναι;», είπε χρόνια αργότερα ο ίδιος ναυτικός, ένας από τους ανθρώπους που αφηγούνται τη δική τους γατοϊστορία, τη δική τους γατοεμπειρία, μπροστά στον φακό της Τουρκάλας σκηνοθέτιδας Κέιντα Τορούν και για λογαριασμό του ντοκιμαντέρ της «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») που από τις 9 Νοεμβρίου 2017 θα προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες.

Όποιοι έχουν επισκεφτεί την Πόλη θα έχουν σίγουρα προσέξει τον απίθανο αριθμό από γάτες που τριγυρίζουν στις γειτονιές και στα σοκάκια, που σουλατσάρουν πάνω-κάτω στο Μπέγιογλου και που αυξάνονται και πληθύνονται διαρκώς. Είναι αλήθεια, οι Τούρκοι αγαπούν τις γάτες περισσότερο από τους σκύλους. Σχεδόν κάθε δεύτερη πολυκατοικία έχει κάποιον ένοικο που θα βγάζει γατοτροφή στον δρόμο καθώς και φρέσκο νερό για τα ζωντανά. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν θα δεις ποτέ στους δρόμους υποσιτισμένες γάτες. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι πάρα μα πάρα πολλά μαγαζιά έχουν υιοθετήσει γάτες, οι οποίες θρονιάζονται σε καφετέριες, σε κουρεία, σε κλειστούς χώρους γενικώς, και γίνονται, με την αρχοντιά τους, ένα με το περιβάλλον.

Έχουν ειπωθεί πολλές ιστορίες για το πώς βρέθηκε η Πόλη να έχει τόσο πολλές γάτες. Κάποιοι το αποδίδουν στο ότι οι μουσουλμάνοι κατά βάση είναι ανεκτικοί προς αυτές, άλλοι ότι άρεσαν στους Οθωμανούς αυτοκράτορες, άλλοι ότι τις έφεραν μαζί τους όσοι —πάρα πολλοί— ήρθαν από τα χωριά τους. Όπως είπε ένας Τούρκος γιατρός, αστός από τους λίγους, που τις ελεύθερες ώρες του παίζει βιολί σε ένα ερασιτεχνικό κουαρτέτο, οι γάτες ανέρχονται σε τέτοιους αριθμούς ως αντίδοτο στα ποντίκια που στις αρχές του 20ού αιώνα έτρεχαν ανεξέλεγκτα στα στενοσόκακα του Πέραν και μετέφεραν αρρώστιες. Λογικό, ίσως όχι τόσο ρομαντικό ή ανατολίτικο, αλλά λογικό και πιθανό.

 

Η σκηνοθέτις

Η σκηνοθέτις Κέιντα Τορούν βρίσκεται σήμερα στο Λος Άντζελες όπου πλέον κατοικεί έχοντας φύγει από την Τουρκία. Αυτή την εποχή βιώνει τον πυρετό και τη φρενίτιδα της «προ-οσκαρικής περιόδου». Δουλεύει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς για την προώθηση της ταινίας της, η οποία διόλου απίθανο να κερδίσει τελικά μια θέση στην πεντάδα για το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ 2017.

Οι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» έχουν κάνει παντού θραύση. Στην Αμερική έχουν ξεπεράσει τα 2.800.000 δολάρια σε έσοδα, ποσό αστρονομικό για την αμερικανική αγορά, αφού ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα τουρκικό ντοκιμαντέρ σχετικό με… γάτες. Όμως αυτή ακριβώς η απήχηση που είχε η ταινία στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου προβάλλεται από τον περασμένο Φεβρουάριο, μπορεί τελικά να τη βοηθήσει στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Η Κέιντα Τορούν λέει χαρακτηριστικά: «Συνειδητοποίησα ότι η δική μου ιστορία στο παρελθόν με τις γάτες στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν αποκλειστικά δική μου, αλλά όποιος είχε αφεθεί να αναπτύξει μια ουσιαστική σχέση με αυτά τα πλάσματα είχε καταλήξει να βιώνει τη ζωή διαφορετικά. Αυτή η αλλαγή στην οπτική της ζωής διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά ο παράγοντας που είναι κοινός σε όλους είναι ότι αυτή η διαφορά προκύπτει από τη συνύπαρξη με ένα ζώο που έχει χάρη, πνεύμα και αυτάρκεια».

Παιδιόθεν οι γάτες ήταν οι καλύτεροι φίλοι της Κέιντα Τορούν. Η σκηνοθέτις γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου «παντού βρίσκεις γάτες!», όπως εξάλλου φαίνεται και στην ταινία της. «Νομίζω ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, επομένως μπορείτε ν’ αντιληφτείτε την εικόνα, μια εικόνα που σε άλλες, βόρειες ευρωπαϊκές πόλεις, πόσω μάλλον στην Αμερική, δεν μπορούν εύκολα να συλλάβουν γιατί δεν τη γνωρίζουν. Ήταν ένας υπέροχος τρόπος για να μεγαλώσεις, ιδιαίτερα για έναν χαρακτήρα σαν τον δικό μου. Δεν αγαπούσα ιδιαίτερα τα άλλα παιδιά…. Με τις γάτες είχα καλύτερες φιλίες. Με τον τρόπο τους ήταν οι μικροί δάσκαλοί μου».

Σήμερα η Κέιντα Τορούν, ενώ έχει κάνει οικογένεια, οι γάτες εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στη ζωή της, αν και δεν κατοικούν μονίμως στο σπίτι. Ούτως ή άλλως δεν είναι ιδιαίτερη υποστηρίκτρια της ιδέας της ιδιοκτησίας γάτας ως κατοικιδίου. Πέρα από αυτό, βρίσκεται διαρκώς εκτός σπιτιού γιατί κάνει ταινίες. Όταν της λένε ότι οι γάτες δεν είναι ιδιοκτησία των ανθρώπων που τις έχουν, αλλά το αντίθετο, οι άνθρωποι είναι ιδιοκτησία των γατών, απαντά: «Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει ακριβώς, το βέβαιο όμως είναι ότι η σχέση ανθρώπου – γάτας δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σχέση του ανθρώπου με κανένα άλλο, εξημερωμένο – όπως τα αποκαλούμε – ζώο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στο ότι οι γάτες δεν εξημερώθηκαν με τη βοήθεια των ανθρώπων, αλλά από μόνες τους· κάτι που τις κάνει σχεδόν ανθρώπινες. Εγώ τις αντιμετωπίζω περισσότερο σαν γείτονες ή καλύτερα σαν συγκατοίκους. Οι γάτες δεν βρίσκονται εκεί για να μας ευχαριστήσουν, οι δυναμικές τους είναι πολύ διαφορετικές από των υπόλοιπων εξημερωμένων ζώων. Οι γάτες θέλουν να τις προμηθεύεις με τα πράγματα που ζητούν, αλλά είναι πολύ ανεξάρτητες και πολύ υπερήφανες για να σε χρειάζονται στ’ αλήθεια. Και αυτό ακριβώς τις κάνει τόσο ιδιαίτερες».

 

Γατογειτονιές

Η εμπειρία της κινηματογράφησης γατών στην Κωνσταντινούπολη ήταν – όπως ο καθένας, γατόφιλος ή μη, μπορεί πολύ καλά να φανταστεί – μοναδική. Καθόλου εύκολη, αλλά σίγουρα ιδιαίτερη. Το σύστημα που η Κέιντα Τορούν, ο διευθυντής φωτογραφίας της Τσάρλι Γούπερμαν και οι λοιποί συνεργάτες της ακολούθησαν, όταν άρχισαν την έρευνά τους το καλοκαίρι του 2013, ήταν «το κατά δύναμη δημοκρατικό». H ομάδα επισκέφθηκε, αν όχι όλες, πάντως πολλές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, γιατί η Τορούν δεν ήθελε να αγνοήσει καμία γειτονιά της Πόλης στην έρευνά της. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε «πραγματικά πολύ, πάρα πολύ περπάτημα».
Υπήρξαν ασφαλώς περιοχές στις οποίες οι αδέσποτες γάτες δεν είχαν τόσο μεγάλη παρουσία όσο σε άλλες γνήσιες γατογειτονιές. Αλλά αυτό που η σκηνοθέτις τελικά κατάλαβε ήταν ότι ο μόνος τρόπος για ν’ αντλήσει πληροφορίες για την κάθε γάτα που αποφάσισε να φιλμάρει ήταν με το να μιλήσει με τον άνθρωπο που κατά κάποιον τρόπο είχε σχέση με αυτή τη γάτα, είτε επειδή τη φρόντιζε είτε επειδή τουλάχιστον την είχε υπόψη του. «Δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος που ν’ αρνήθηκε να μου μιλήσει», είπε η Τοκούρ, «και αυτό δείχνει πόσο αγαπητό είναι αυτό το ζώο στην Τουρκία».

Αφηγήσεις

Όντως, υπάρχουν αφηγήσεις στην ταινία που έχουν μια φιλοσοφική ή και θρησκευτική ακόμα διάσταση. Οι άνθρωποι – όπως ο προφανώς θεοσεβούμενος ναυτικός στην αρχή του κειμένου – αναφέρονται στην ουσιαστική σημασία της γάτας στην Τουρκία, στο τι σημαίνει γάτα γι’ αυτούς, στο τι συμβολίζει. «Στην Τουρκία πολύ συχνά αναφέρουν τις διδασκαλίες του προφήτη Μωάμεθ ως λόγο που δικαιολογεί τη συμπάθεια των ανθρώπων απέναντι στις γάτες», είπε η Κέιντα Τορούν. Πράγματι, υπάρχουν πάρα πολλές ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Μωάμεθ αποκρυσταλλώνει τον σεβασμό και την αγάπη του για τους άλλους μέσω της σχέσης του με τη γάτα. «Λέγεται ότι μια γάτα τού έσωσε τη ζωή από ένα δηλητηριώδες φίδι», αναφέρει η δημιουργός της ταινίας. «Και χαϊδεύοντας τη γάτα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Μωάμεθ άφησε πάνω της τα σημάδια των δαχτύλων του που είναι οι ραβδώσεις που βλέπουμε στο τρίχωμα της γάτας. Λέγεται επίσης ότι το στόμα της γάτας είναι τόσο καθαρό, που αν η γάτα δεν είναι άρρωστη από μια προφανή ασθένεια, μπορείς κάλλιστα να πιεις νερό από το κύπελλό της».

 

Η ψυχή της Πόλης

«Χωρίς τις γάτες η Κωνσταντινούπολη θα έχανε ένα κομμάτι από την ψυχή της», λέγεται στην αρχή της ταινίας και σε αυτή τη φράση δεν εμπεριέχεται καμία δόση υπερβολής. «Είναι σαν να προσπαθείς να φανταστείς τη Νέα Υόρκη και τη Βενετία χωρίς τα περιστέρια», δηλώνει αποστομωτικά η Τορούν. Ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλες πόλεις στις οποίες οι γάτες αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο, πόλεις στη Βόρεια Αφρική ή στη Μεσόγειο, όμως τελικά όχι και τόσο πολλές.

Η Ελλάδα είναι σίγουρα μια γατοχώρα και μάλιστα η σκηνοθέτις θεωρεί ότι η γάτα κατά κάποιον τρόπο είναι ένας από τους κρίκους που συνδέουν την Ελλάδα με την Τουρκία. «Μια από τις ομοιότητες της Τουρκίας με την Ελλάδα», λέει, «είναι το επίπεδο χάους μέσα στην αρμονία και την τάξη της ζωής και αυτό το παρατηρείς όταν συγκρίνεις αυτές τις χώρες με άλλες ευρωπαϊκές όπου επικρατούν η κατηγοριοποίηση, ο διαχωρισμός, η στειρότητα, χώρες στις οποίες δεν βλέπεις γάτες στους δρόμους. Εκεί δεν υπάρχουν αδέσποτα, διότι μια γάτα ή ένας σκύλος θεωρούνται μόνον οικόσιτα ζώα, τίποτε άλλο. Αυτό τον οργανικό τρόπο ζωής στην Τουρκία και στην Ελλάδα, αυτό το χάος της ζωής, για μένα το συμβολίζουν οι γάτες».

Γάτα – θρύλος

Αντλώντας από το πρόσφατο δημοσιογραφικό υλικό, αξίζει να θυμίσουμε πως στην Πόλη υπήρξε μια γάτα – θρύλος, η Τόμπιλι, κάτοικος Χαλκηδόνας Κωνσταντινουπόλεως (Καντίκιοϊ). Συχνά καθόταν σε ένα παγκάκι χαλαρή, σαν να ποζάρει. Ήταν αναγνωρίσιμη απ’ όλους και αγαπητή. Και γι’ αυτό, όταν πέθανε τον Αύγουστο του 2016, τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά από το αίτημα για την ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν της… τροφαντής γάτας. Έτσι η Τόμπιλι, όνομα σύνηθες στην Τουρκία για τις γάτες με καμπύλες, κάτι σαν το… Μπουμπού, έγινε άγαλμα. Το φιλοτέχνησε η γλύπτρια Σεβάλ Σαχίν και εγκαινιάστηκε ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας των Ζώων ακριβώς στο σημείο όπου η Τόμπιλι πόζαρε αρχοντικά πριν αρρωστήσει, τον Ιούλιο, και καταλήξει. Όταν πέθανε, οι φίλοι της στην οδό Τσίκμαζι κρέμασαν αφίσες ανακοινώνοντας το θάνατό της με τη φράση: «Θα ζεις πάντα στις καρδιές μας».

Υπομονή

Από την έρευνα της κινηματογραφικής ομάδας της Τορούν προέκυψαν 35 γατοϊστορίες που μπορούσαν να αξιοποιηθούν. Από αυτές – και μετά το τελικό μοντάζ – αναδύθηκαν οι επτά στις οποίες η ταινία εστιάζει. Η ίδια η κινηματογράφηση απαιτούσε τρομερή υπομονή, αφού «ποιος ξέρει πώς θα κινηθεί μια γάτα; Ερχόταν τη μια μέρα και ήταν άφαντη την επομένη. Και τη μεθεπομένη. Επομένως, αναγκαστικά έβγαινε από τη λίστα».
Για την Τοκούρ, ακόμα και να εγκαταλείψεις την ιστορία μιας γάτας ήταν δύσκολη απόφαση. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Πάντως, στο DVD της ταινίας θα υπάρχουν δύο ακόμη ολοκληρωμένες ιστορίες που δεν κατόρθωσαν να μπουν στην ταινία. Τα γυρίσματα κράτησαν τρεις μήνες και γίνονταν σε καθημερινή βάση: «Όποτε ήμασταν ξύπνιοι, φιλμάραμε». Στο σύνολό του το κινηματογραφημένο υλικό υπερβαίνει τις 180 ώρες!

«Η γενική μας γνώση για τις γάτες αυξάνεται ούτως ή άλλως καθημερινά και ασφαλώς με το να περάσω τόσο χρόνο κοντά τους, να τις βλέπω για παράδειγμα να συμπεριφέρονται μητρικά, ήταν κάτι καινούργιο για μένα. Τα περισσότερα πράγματα όμως τα ήξερα σε μια γενική βάση. Αυτό που ανακάλυψα είναι πόσο διαφορετικές είναι οι γάτες μεταξύ τους, καμία δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με την άλλη. Κάθε γάτα που ακολουθήσαμε μας αποκάλυψε κάτι μοναδικό για αυτήν. Και αυτό ήταν θαυμάσιο, διότι ο κόσμος, οι άνθρωποι, θέλουν να κατηγοριοποιούν τα πάντα. Όμως τις γάτες δεν μπορείς με τίποτα να τις κατηγοριοποιήσεις. Και αυτό το κατάλαβα περνώντας χρόνο μαζί τους», επισημαίνει η δημιουργός της ταινίας αντλώντας γνώση από τη συγκεκριμένη εμπειρία.

Η θετική επιρροή

Από την ταινία λείπει εντελώς το στοιχείο της βαρβαρότητας απέναντι στα αδέσποτα γατιά, στοιχείο που δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι περισσεύει στην Ελλάδα. Λείπουν αναφορές σε ασθένειες ή θανάτους, με την εξαίρεση μιας περίπτωσης όπου βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να σώσει ένα γατάκι πηγαίνοντάς το στον κτηνίατρο. «Δεν ήθελα να τα δείξω αυτά διότι συχνά νιώθω ότι η οπτική καταγραφή του βασάνου γίνεται για τη χειραγώγηση του κοινού και εγώ δεν θέλω να χειραγωγήσω κανέναν. Δεν ήθελα να κάνω να νιώσει άσχημα το κοινό απλώς για να νιώσει άσχημα. Χωρίς να θέλω να αποφύγω το θέμα, δεν ήθελα να κάνω μια διδακτική ταινία, όλοι υποφέρουμε εξάλλου, όχι μόνο οι γάτες. Δεν ήθελα λοιπόν να δείξω τι γίνεται λάθος και ότι πρέπει να το διορθώσουμε. Με τις «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» ήθελα να εστιάσω στη θετική επιρροή της ζωής μας με ένα μη ανθρώπινο πλάσμα και το πόσο σημαντικό είναι αυτό για την καλυτέρευσή της».

Σήμα κατατεθέν

Τελικά, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε «ξεχάστε Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί και Τοπ Καπί». Το πραγματικό αξιοθέατο της Κωνσταντινούπολης είναι οι γάτες της, σήμα κατατεθέν της ανατολίτικης βραδύτητας, τεμπέλες και ναζιάρες γάτες που δεν σε αφήνουν να τις προσπεράσεις χωρίς να τους δώσεις σημασία. Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης έχουν κυριαρχικά δικαιώματα στην πόλη, αλλά και απαιτήσεις από το κοινό τους. Πλησιάζουν στο τραπέζι σου γουργουρίζοντας και αν προσπαθήσεις να τις παραμελήσεις θα βγάλουν νύχια και θα σε ξύσουν τρυφερά (στην αρχή) για να σου υπενθυμίσουν ποιος είναι ο πραγματικός κάτοικος της πόλης και ποιος ο τουρίστας.

35 γάτες – 7 ιστορίες

Στη συνέντευξή της η σκηνοθέτις εξηγεί τη δυνατή σχέση των κατοίκων της Πόλης και των αδέσποτων γάτων της: «Πίσω από αυτή τη σχέση υπάρχει ο θρησκευτικός παράγοντας. Πολλοί κάτοικοι μου είπαν ότι ο πραγματικός μουσουλμάνος αγαπάει τις γάτες. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Προφήτης Μωάμεθ είχε μια αγαπημένη γάτα, με το όνομα Μουέζα. Λέγεται ότι η αγάπη του για τα ζώα αυτά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα προτιμούσε να έμενε χωρίς το μανδύα του παρά να ενοχλούσε μια γάτα που θα κοιμόταν επάνω σε αυτόν. Και το Ισλάμ έχει τόσες ιστορίες με γάτες. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η σχέση. Οι άνθρωποι μέσω της γάτας εκφράζουν την πνευματική, τη συναισθηματική και τη φιλοσοφική πλευρά τους. Σαν τον άντρα που λέει στην ταινία ότι οι γάτες είναι η σύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό. Το ενδιάμεσο. Στην Τουρκία δεν πρέπει να εκφράζεις τα συναισθήματά σου. Πρέπει να είσαι σκληρός. Ειδικά αν είσαι άντρας. Έτσι έχουν μάθει. Το να δείχνεις συμπόνια και στοργή σε κάτι, όπως οι γάτες, ή το να μιλάς για τις γάτες είναι ένας τρόπος να σπάσει ο πάγος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Για την ταινία συναντήσαμε 35 γάτες, σε διαφορετικές γειτονιές. Προσπαθήσαμε να βρούμε γάτες που είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με κάποιους ανθρώπους γύρω. Τελικά παρουσιάζουμε 7 γάτες με τις ιστορίες τους. Ξέρεις τι λέμε; Αν θέλεις να μάθεις για τη ζωή κάποιου, ρώτα τη γάτα που φροντίζει. Το άσχημο σε όλο αυτό είναι ότι από τη δεκαετία του ’70 που εγώ μεγάλωσα, έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη ελάχιστοι πράσινοι χώροι για να ζουν οι γάτες. Αυτό δείχνει και το πόσο άλλαξε και η δική μας ζωή. Χαίρομαι όμως που η Πόλη έχει ακόμα τις γάτες της. Και που υπάρχουν άνθρωποι που τις φροντίζουν. Ένα μάλιστα μέρος των χρημάτων της ταινίας θα πάει σε οργανώσεις που φροντίζουν τις γάτες».

Οι περισσότεροι κάτοικοι της Πόλης λατρεύουν τις γάτες και τις θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και της ιστορίας τους. Από τα καταστήματα συγκεντρώνουν χρήματα για το φαγητό τους και γειτονιές ολόκληρες έχουν άτυπα υιοθετήσει τις δικές τους γάτες, που τις φροντίζουν με μοναδική ευλάβεια, ενώ κανείς δεν λέει «αυτή είναι η γάτα μου», αλλά «αυτή είναι η γάτα που φροντίζω». Παράλληλα, ο Δήμος επιδοτεί κάποιους κατοίκους, που φροντίζουν ώστε οι γάτες της Κωνσταντινούπολης να παραμένουν συνεχώς χορτάτες, υγιείς και χαρούμενες. Απίστευτο;

Αλλά μη νομίζετε ότι δεν υπάρχουν και αδέσποτα σκυλιά στην Τουρκία. Αντιθέτως, είναι πολλά και βρίσκονται παντού, και έχουν άριστες σχέσεις με τις γάτες, στις οποίες συνήθως υπακούν, όπως όλοι μας εξάλλου!

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Πρωτότυπος τίτλος
Kedi

Είδος
Nτοκιμαντέρ

Σκηνοθεσία
Ceyda Torun

Παραγωγή
Ceyda Torun – Charlie Wuppermann

Έτος
2017

Γλώσσα
Τουρκικά

Διάρκεια
79′

Η ταινία που εντυπωσιάζει όπου κι αν προβάλλεται, ακολουθεί 7 διαφορετικούς γατο-χαρακτήρες στις περιπλανήσεις τους στα σοκάκια, τις αγορές, το λιμάνι, τις ταράτσες, στην Κωνσταντινούπολη και τον Βόσπορο. Μέσα από τις ιστορίες αυτών των εντελώς διαφορετικών 7 γατο-προσωπικοτήτων, αλλά και των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή μαζί τους, «Οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης» σκιαγραφούν ένα κοντινό, γεμάτο ζεστασιά πορτρέτο της Πόλης.

• CRITICS’ CHOICE DOCUMENTARY AWARDS 2017
• Best Family Film 2016 (Jury Award at Sidewalk Film Festival)

Πρωταγωνιστούν… οι γάτες:
1. Bengu – Η ερωμένη
2. Aslan Parcasi – Ο κυνηγός
3. Psikopat – Η ψυχοπαθής
4. Duman – Ο τζέντλεμαν
5. Deniz – Ο υπέρ-κοινωνικός
6. Sari – Η καταφερτζού
7. Gamsiz – Ο «παίχτης»

Το ντοκιμαντέρ της Τσεϊντά Τορούν με τίτλο «Kedi» (Γάτα) εστιάζει στις γάτες του Βοσπόρου.

 

  • Το ντοκιμαντέρ «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» θα προβάλλεται στην Ελλάδα από την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 σε διανομή Filmtrade.

Ο Ασλάν Παρκάσι είναι γάτα με ονοματεπώνυμο. Είναι γνωστός στη γειτονιά του ως «κυνηγός» γιατί δεν αφήνει κανέναν ξένο εισβολέα να πλησιάσει. Είναι ο φόβος και ο τρόμος των ποντικιών. Είναι τυχερός, έχει πάντα φαγητό από τους ανθρώπους της Κωνσταντινούπολης και όση αγάπη χρειάζεται.

Η Κέιντα Τορούν και ο κάμεραμαν της Τσάρλι Βούπερμαν πέρασαν τρεις μήνες στην Κωνσταντινούπολη για τα γυρίσματα αυτού του διαφορετικού ντοκιμαντέρ. Δεν ήταν δύσκολο να εντοπίσουν όμως τους τετράποδους πρωταγωνιστές. Οι γάτες στη μεγαλούπολη του Βοσπόρου βρίσκονται παντού. Το ντοκιμαντέρ ήταν από σκηνοθετική άποψη πολύ απαιτητικό.


Τα πλάνα του ντοκιμαντέρ είναι πράγματι συναρπαστικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σκηνές με μάχες μεταξύ γατών στις άκρες των δρόμων με «μήλον της έριδος» λίγο φαγητό. Ειδικά οι γάτες που μόλις έγιναν μητέρες είναι πολύ επιθετικές, ιδίως όταν πρόκειται να διασφαλίσουν το φαγητό των μωρών τους.


Με το που γεννιούνται οι γάτες του δρόμου ξεκινούν έναν πραγματικό αγώνα επιβίωσης. Δεν είναι για όλες το ίδιο εύκολη υπόθεση. Κάποιες θα είναι τυχερές και θα επιβιώσουν, πολλές δεν τα καταφέρνουν. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει και αυτή την πτυχή από τη ζωή στους δρόμους.


Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ κατάφεραν να τραβήξουν κάποιες υπέροχες σκηνές με γάτες την ώρα της ανατολής και της δύσης του ήλιου. Με φόντο πάντα τον ειδυλλιακό Βόσπορο. Υπό μια έννοια πρόκειται για μια πρωτότυπη σκηνοθετική αποτύπωση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα μάτια μιας γάτας.

Κωνσταντινούπολη, Istanbul ή… Catstanbul, όπως θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς μετά το ντοκιμαντέρ της Τορούν, το οποίο αναμένεται στις κινηματογραφικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο τέλος Αυγούστου. Μια ποιητική, εκθαμβωτική, ρεαλιστική αλλά και σουρεαλιστική παρουσίαση της μαγευτικής αυτής πόλης.

Η σκηνοθέτις Κέιντα Τορούν (Ceyda Torun) και ο διευθυντής φωτογραφίας Τσάρλι Βούπερμαν (Charlie Wuppermann) ταξίδεψαν στην Κωνσταντινούπολη για να κινηματογραφήσουν τις γάτες οι ίδιοι, χωρίς να γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να απαθανατίσουν την αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι γάτα στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με συνεργάτες που έκαναν έρευνα τοπικά, μάζεψαν ιστορίες και αναζήτησαν ανθρώπους που έμοιαζε να έχουν εκτεταμένη επαφή με τις γάτες της γειτονιάς τους και γνώριζαν ποιες είναι οι κυρίαρχες προσωπικότητες, ποιο είναι παιδί ποιας, ποια γάτα κλέβει τον ψαρά και ποια μπαίνει στο σπίτι της γειτόνισσας κρυφά. Οι ιστορίες που άκουσαν τους κίνησαν περαιτέρω το ενδιαφέρον να κινηματογραφήσουν αυτά τα μοναδικά ζώα σε δράση.

Στην προσπάθειά τους να έρθουν όσο πιο κοντά γίνεται στις γάτες, οι δημιουργοί της ταινίας πειραματίστηκαν και σχεδίασαν διάφορες «γατο-κάμερες» και με αυτές ακολούθησαν τις γάτες σε σκοτεινά σοκάκια κι έρημα υπόγεια, πέταξαν drones πάνω από τις στέγες της πόλης και πήραν τις γάτες στο κατόπι για να αποκτήσουν την οπτική τους όταν περιδιαβαίνουν την πόλη.
Χρειάστηκε μεγάλη αφοσίωση. Έπρεπε να επιστρέφουν κάθε μέρα και να κινηματογραφούν τις ίδιες γάτες και τους μοναδικούς τους χαρακτήρες, καθώς και την αλληλεπίδρασή τους με τις κοινότητες στις οποίες κατοικούν.

Ύστερα από περίπου δύο μήνες γυρισμάτων η Τορούν και ο μοντέρ Μο Στόμπε άρχισαν να δίνουν μορφή στην ιστορία της κάθε γάτας ξεχωριστά, προσπαθώντας να εντοπίσουν την διαφορετικότητά τους και να τις αφήσουν να «διηγηθούν» τις ιστορίες τους. Ο σκοπός ήταν μέσα από επιλεγμένες γατο–ιστορίες, να δημιουργήσουν μια στοχαστική ταινία με θέμα την αγάπη, την απώλεια, τη χαρά, τη μοναξιά και τη συντροφικότητα.

Στη συνείδηση των τουριστών ανά τον κόσμο, η Κωνσταντινούπολη έχει αποκτήσει εσχάτως μια εντελώς νέα διάσταση: έχει αναχθεί σε «Πόλη των Γατιών», και δικαίως. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ανέκαθεν μια πόλη παραδεισένια για τις γάτες. Τώρα όμως, χάρη στη δύναμη των social media, θεωρείται και η πρωτεύουσα όλων των γατόφιλων του κόσμου.

Οι αδέσποτες γάτες της Κωνσταντινούπολης (όπως και των άλλων μεγάλων πόλεων της Τουρκίας, δηλαδή) απολαμβάνουν ένα ιδιαίτερο καθεστώς συλλογικής αγάπης, φροντίδας και σεβασμού από τους κατοίκους. Βρίσκονται παντού και αρχίζουν να συναγωνίζονται πλέον με αξιώσεις τα μεγάλα αξιοθέατα της πόλης στην προτίμηση (και στις φωτογραφίσεις) των τουριστών, που εκπλήσσονται από την αντιμετώπιση των ίδιων των κατοίκων: στους δρόμους βρίσκει κανείς παντού μικρές φωλιές για τα αδέσποτα γατιά και αυτοσχέδιες ταΐστρες τοποθετημένες από τους κατοίκους. Η είσοδος δεν τους απαγορεύεται, στην ουσία, πουθενά. Κανείς δεν τις διώχνει, κανείς δεν τις πειράζει. Κι εκείνες ανταποδίδουν μ’ αυτόν τον ακαταμάχητο τρόπο τους, ποζάροντας, πλησιάζοντας χωρίς φόβο και γουργουρίζοντας, επιδεικνύοντας τον πιο γοητευτικό τους εαυτό (που δεν τους είναι, εξάλλου, και τόσο δύσκολο). Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης είναι κάτι αντίστοιχο με τις ιερές αγελάδες της Ινδίας: σχεδόν ιερά ζώα.

Χαρακτηριστική είναι η παλιότερη περίπτωση του περίφημου Γκλι, ενός από τα γατιά που μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στο μουσείο της Αγίας Σοφίας, προσελκύοντας τα φλας των τουριστών, ιδίως από τότε που συναντήθηκε με τον Μπαράκ Ομπάμα κατά τη επίσημη επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη το 2009. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες του Γκλι, έχει κανείς την αλλόκοτη αίσθηση ότι ο αρχοντικός, αν και ελαφρώς αλλήθωρος, γάτος ήταν εκεί από πάντα.

Αλλά ακόμα και τα τζαμιά μοιάζουν να ανοίγουν τις πόρτες τους στις γάτες, όπως το Aziz Mahmud Hüdayi, όπου ο ιμάμης του, ο Μουσταφά Εφέ, επέτρεψε σε μια οικογένεια γατιών να βρει εκεί προστασία. Ίσως και τον Αλλάχ!

Άλλωστε, τον τόνο τον είχε δώσει από παλιά κι ο ίδιος ο Μωάμεθ, σύμφωνα με το Κοράνι: παραδίδεται ότι ο γατόφιλος Προφήτης, βλέποντας τη γάτα του να κοιμάται μακαρίως πάνω στην εσάρπα του, προτίμησε να κόψει το ύφασμα παρά να ξυπνήσει το ζώο. Εξάλλου, πάλι σύμφωνα με την παράδοση, μια γάτα τού είχε σώσει τη ζωή, όταν έδιωξε ένα δηλητηριώδες φίδι που ετοιμαζόταν να τον δαγκώσει. Ναι, οι γάτες είναι περίπου ιερές. «Αν σκοτώσεις γάτα, πρέπει να χτίσεις τζαμί για να σε συγχωρέσει ο Θεός», λένε οι Τούρκοι.

Φυσικά, υπάρχει και η εντελώς πρακτική πλευρά: οι γάτες έχουν αποτρέψει μια ακόμα άλωση της πόλης, αυτή τη φορά από τα ποντίκια.

Κάπως έτσι, και χάρη στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης προσφέρουν πλέον στην πόλη μια επιπλέον τουριστική ατραξιόν. Η καλοσύνη πάντα ανταμείβεται, όπως θα έλεγε και ο Μωάμεθ.

 

Οι πρωταγωνιστές

Bengu – Η ερωμένη

Εμφάνιση: Γκριζοκαφέ τρίχωμα με μπούκλες, τσαχπίνα, με σμαραγδένια μάτια
Φύλο: Θηλυκή
Περιοχή: Καρακόι
Απασχόληση: Σύζυγος, μητέρα, ερωμένη

Η Bengü, μια γκρίζα τάμπι που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και αγάπης πολλών αρσενικών. (Σημείωση: Στην κατηγορία Τάμπι ανήκει μια γάτα που το χρώμα της γούνας της σχηματίζει γραμμές, ρίγες, πιτσιλιές ή στριφογυριστά σχέδια και ένα Μ στο μέτωπο). Η Bengü ζει σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη εργαστήρια και τεχνίτες, που περιβάλλεται από μέταλλα, αλυσίδες και σχοινιά. Κι όσο κρύο και σκληρό είναι το περιβάλλον που ζει, τόσο απαλή και γλυκιά είναι εκείνη. Έχει κερδίσει τις καρδιές όλων των εργαζομένων στη γειτονιά, τρελαίνεται για χάδια και χουρχουρίζει μεγαλόφωνα όπου κι αν βρεθεί. Όπως πολύ σωστά δήλωσε ένας απ’ τους ανθρώπους που τη γνωρίζουν καλά, είναι πια τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, που τη θεωρούν μέλος της οικογένειάς τους.

Aslan Parcasi – Ο κυνηγός

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρος, μακρύτριχος, με κιτρινοπράσινα μάτια, ενίοτε λεκιασμένος όταν βγαίνει από την αποχέτευση
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Κυνηγός, ειδήμων στα ψάρια.
Περιοχή: Καντήλι
Χαρακτηριστικά: Κυνηγάει ποντίκια, τρώει ψάρια, αγαπά τα σημεία της πόλης που έχουν ωραία θέα, κοιμάται όλη μέρα και κυνηγάει το βράδυ.

Κατά μήκος της ακτής του Βοσπόρου υπάρχει ένα φημισμένο εστιατόριο ψαρικών που έχει έναν φύλακα, τον Aslan Parcasi που τον φωνάζουν Μικρό Λιοντάρι. Είναι ένας ασπρόμαυρος μακρύτριχος γάτος που έχει ως αποστολή να κυνηγά τα ποντίκια και τους αρουραίους, κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη εκείνων που θαυμάζουν τα κατορθώματά του. Μπορεί να μην καταφέρνει κάθε φορά να πιάσει το θήραμά του, αλλά η παρουσία του και μόνο κρατά τους αρουραίους μακριά.

Psikopat – Η ψυχοπαθής

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρη, κοντότριχη, με πράσινα μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, περπατάει με ύφος και είναι αντιδραστική
Φύλο: Θηλυκή
Απασχόληση: Ζηλιάρα νοικοκυρά, η ψυχοπαθής της γειτονιάς
Περιοχή: Σαματύα
Χαρακτηριστικά: Δεν διστάζει όταν πρόκειται για καβγά, επιθετική γενικώς, δεν «μασάει» και δεν «σηκώνει» πολλά πολλά.

Eίναι «σκληρό καρύδι». Zει σε ένα από τα παλαιότερα μέρη της πόλης και συχνά εμφανίζεται σε μια τσαγερί πίσω από μια παλιά εκκλησία. Έχει κερδίσει το σεβασμό των πωλητών της γειτονιάς, των ψαράδων, ακόμη και των αδέσποτων σκύλων. Δεν φοβάται κανέναν, έχει το πάνω χέρι στη σχέση της, κρατά τους αντιπάλους έξω από την περιοχή της και κάνει κάθε μάγκα να τη σέβεται. Είναι η «ψυχάκιας» της γειτονιάς.

Duman – Ο τζέντλεμαν

Εμφάνιση: Γκριζόασπρος με πράσινα μάτια, έχει προεξέχον στομαχάκι αλλά και αριστοκρατική κοψιά
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Τζέντλεμαν και γνώστης
Περιοχή: Νισάντασι
Χαρακτηριστικά: Χτυπά διακριτικά το τζάμι όταν πεινάει, όμως ποτέ δεν παρακαλάει ούτε μπαίνει μέσα, απαιτεί γκουρμέ γεύσεις όμως ενίοτε βουτάει και σε σκουπιδοτενεκέδες.

Ο Ντουμάν ζει σε μια από τις πιο καλαίσθητες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης και κατά κάποιον τρόπο έχει κάνει μια δική του συμφωνία με τους ιδιοκτήτες ενός πολύ φανταχτερού delicatessen. Ποτέ δεν εισβάλλει στο κατάστημα, αλλά περιμένει υπομονετικά έξω, παρακολουθώντας πότε οι σερβιτόροι θα πάρουν παραγγελία για κάποιο πιάτο, το οποίο συχνά περιλαμβάνει καπνιστά κρέατα και γκουρμέ τυριά. Χαρακτηριστικά ακουμπάει το πατουσάκι του στο παράθυρο κι αυτό είναι κάτι που κι οι πιο σοβαροί πελάτες πλέον έχουν συνηθίσει. Παρόλο που οι ιδιοκτήτες του εστιατορίου τον υπέβαλαν σε διατροφή και απέκτησε πιο κομψό σουλούπι, εκείνος δεν διστάζει να βουτάει ακόμη μέσα στους κάδους, αποδεικνύοντας πως όσο κομψή κι αν γίνει μια γάτα, παραμένει μια γάτα της γειτονιάς.

Deniz – Ο υπερ-κοινωνικός

Εμφάνιση: Γκριζόασπρος τιγρέ-τάμπι, με πράσινα μάτια, γεμάτος ενέργεια, μπρίο και νιάτα.
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Μασκότ, μπελάς
Περιοχή: Βιολογική αγορά Φερικόϊ
Χαρακτηριστικά: Νέος και νεανίζων, κοιμάται στους πάγκους της αγοράς, όπου ταλαιπωρεί εξίσου γάτες και πελάτες.

Ο Ντενίζ από μικρό γατάκι ξεχώριζε. Ήταν στην αρχή διστακτικός με τους ανθρώπους. Τώρα πια είναι η μασκότ της τοπικής βιολογικής αγοράς και απολαμβάνει με τις ώρες τα χάδια των πωλητών και των πελατών της. Συνήθως σκαρφαλώνει και χουζουρεύει επάνω στις τέντες, κοντράρει άλλες γάτες, παίζει πίσω από τους πάγκους ή κοιμάται ανάμεσα στα κουτιά του τσαγιού.

Sari – Η καταφερτζού

Εμφάνιση: Κιτρινόλευκη τιγρέ-τάμπι, με κίτρινα μάτια, ευέλικτη και μικρόσωμη
Φύλο: Θηλυκή
Περιοχή: Πύργος του Γαλατά
Χαρακτηριστικά: Δεν της καίγεται καρφί, κλέβει, ζητιανεύει, παρακαλάει, επιμένει.

Η Σάρι είναι μια κίτρινη τάμπι που ζει στον Πύργο του Γαλατά, σε ένα από τα παλαιότερα και πιο γνωστά αξιοθέατα της Πόλης. Έχει σαφή αποστολή: Νερό-Φαΐ-Επιβίωση.

Κλέβει, ζητιανεύει και βρίσκει έναν τρόπο να πάρει αυτό που χρειάζεται. Παρόλο που τη διώχνουν από τα καφέ και τα εστιατόρια της πλατείας, εκείνη έχει τους συμμάχους της. Όπως μια ιδιοκτήτρια ενός εμπορικού καταστήματος, που θαυμάζει τον επίμονο χαρακτήρα της Σάρι, και -μιας και η Σάρι έγινε μητέρα- της δίνει φαγητό για να πάει στα γατάκια της. Η Σάρι συχνά περνά πολύ χρόνο στο κατάστημα, παρακολουθώντας τους πελάτες που δοκιμάζουν ρούχα, όμως τώρα που έχει γατάκια, δεν ξεχνά την αποστολή της και σπεύδει να εξασφαλίσει τα αναγκαία για εκείνα και τον εαυτό της.

Gamsiz – Ο «παίχτης»

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρος, κοντότριχος, πρασινομάτης, γεματούλης και γλύκας
Φύλο: Αρσενικό.
Απασχόληση: Κλασικός άνδρας της γειτονιάς, φούρναρης, εραστής
Περιοχή: Σιχανγκίρ
Χαρακτηριστικά: Έχει κοφτερά νύχια, όταν περπατά γέρνει ελαφρώς στο πλάι, είναι αφεντικό στο δρόμου του.

Μην ξεγελιέστε από το μικρό προσωπάκι και το αθώο ύφος του. Είναι ένας τετραπέρατος γάτος που γνωρίζει όλους τους ανθρώπους της γειτονιάς καθώς και τι είδους τρόφιμα μπορεί ν’ αρπάξει απ’ τον καθένα τους. Είναι δυνατός και ικανότατος και διαπρέπει στην αναρρίχηση και τις μάχες. Μπορεί να σκαρφαλώσει κάθε δέντρο, να φτάσει κάθε μπαλκόνι, να κατατροπώσει κάθε αντίπαλο και να γοητεύσει κάθε άνθρωπο. Βέβαια βοηθά και το γεγονός ότι ζει στο Cihangir, τη αυθεντική γειτονιά των καλλιτεχνών, που είναι πλέον ένας παράδεισος για τις γάτες. Οι «δικοί του άνθρωποι» είναι πολλοί, αλλά απολαμβάνει ειδική μεταχείριση από έναν αρτοποιό και μια ηθοποιό, οι οποίοι τον αγαπούν εξίσου, αλλά για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.

eirini aivaliwtouΟι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») έφτασαν και στην Ελλάδα…
Περισσότερα

Το ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη στον Γιώργο Χειμωνά, μιλάει για την Αγαύη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κάθε βράδυ βγαίνει βόλτα με ένα καρότσι.
Μέσα του δεν υπάρχει μωρό, αλλά γάτα.
Τη φωνάζει Αγαύη και είναι τριών μηνών.
Κάθεται πάντοτε στο ίδιο παγκάκι. Στον
Βοτανικό κήπο. Την παίρνει αγκαλιά
και απαγγέλει στίχους από τον Άμλετ. Γύρω του
μαζεύονται διάφοροι: πόρνες, φονιάδες,
τραβεστί, νταβατζήδες, νάνοι από το
διπλανό τσίρκο, άρρωστοι με Έητζ που
το ‘σκασαν από το Λοιμωδών. Τους αφήνει
να τη χαϊδέψουν κι αν έχει κέφια, τους
δίνει να την κρατήσουν για λίγο στην
αγκαλιά τους. Μόλις αρχίσει να φέγγει
σηκώνεται βάζει την Αγαύη στο καρότσι
και φεύγει βιαστικά για να ανοίξει
το ιατρείο του. Όπως πάντα.
(στον Γιώργο Χειμωνά)

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ Ν’ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΙΚΡΕΣ (Πλέθρον,1989)

H Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1969. Σπούδασε Ιστορία, ελληνική φιλολογία και δημιουργική γραφή. Zει στην Ξάνθη και εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές» (Πλέθρον, 1989), «Σύρε καλέ την άλυσον» (Ενδυμίων, 2012, β’ έκδ. Bibliotheque, 2014), «Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» (Bibliotheque, 2016). Διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις. Διατηρεί το blog «Crying Game» (lifo.gr) και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Στο θέατρο έχουν παρουσιαστεί τα έργα της «Στέλλα travel/η γη της απαγγελίας» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2013), «Ραμόνα travel/η γη της καλοσύνης» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης , Φεστιβάλ Αθηνών, 2014), «Donna abbandonata ή Πολύ με στεναχωρήσατε κύριε Γιώργο μου» (σκην. Θ. Γκόνης, Φεστιβάλ Φιλίππων, 2014), «Αχ!/(ξανα)διαβάζοντας την κερένια κούκλα του Χρηστομάνου» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2014), που εκδόθηκαν σ’ έναν τόμο («Τέσσερα θεατρικά», εκδ. Bibliotheque, 2015).

eirini aivaliwtouΤο ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη στον Γιώργο Χειμωνά, μιλάει για την Αγαύη
Περισσότερα

Απαρηγόρητοι οι κάτοικοι του Εμπορειού Νισύρου. Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Mαζικές δολοφονίες γατών στον Εμπορειό Νισύρου με φόλες. Σε ένα πανέμορφο χωριό με λιγοστούς, φιλειρηνικούς και φιλόξενους κατοίκους, οι οποίοι έχουν όλοι γάτες στα σπίτια τους, δυστυχώς τον Απρίλιο δολοφονήθηκαν με φόλα περίπου 23 γάτες.

Οι κάτοικοι άρχισαν να φέρνουν γάτες από τα γύρω χωριά γιατί είχαν απομείνει μόνο 5 γάτες στο χωριό. Πρόσφατα, 27 Σεπτεμβρίου 2017, όπως πληροφορούμαστε, δυστυχώς ξεκίνησαν πάλι οι δολοφονίες. Προφανώς κάποιο τέρας, κάποιος υπάνθρωπος, κυκλοφορεί ανάμεσά τους ατιμώρητος και συνεχίζει απτόητος το αποτρόπαιο έργο του.

Μέσα σε λίγες ώρες ξεψύχησαν με πολύ δυσάρεστο τρόπο οι περισσότερες γάτες του χωριού…

Να σημειωθεί πως ο κοντινότερος κτηνίατρος βρίσκεται στο νησί της Κω. Επομένως τα ζώα δεν γίνεται να μεταφερθούν άμεσα για τις πρώτες βοήθειες.

Τι γίνεται τελικά στον Εμπορειό Νισύρου, τι κάνουν οι κάτοικοι και δεν καταγγέλλουν αυτά τα ειδεχθή περιστατικά; Οι αρχές του νησιού έχουν ενημερωθεί; Η Αστυνομία λαμβάνει μέτρα, όπως απαιτεί ο νόμος; Ποιοι συγκαλύπτουν ποιους και γιατί;

Οι νοικοκυραίοι του νησιού ζητούν να γίνουν ενέργειες από και προς κάθε κατεύθυνση και μάλιστα επειγόντως. Δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα γατάκια που ζούσαν στο νησί και αυτά που βλέπετε στις φωτογραφίες, δεν υπάρχουν πια. Φοβούνται δε και για τη ζωή των υπολοίπων.

Τα γατάκια αυτά υπήρξαν το καύχημα των κατοίκων και οι μορφές τους είχαν ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου μέσω των τουριστών. Ζώα χαριτωμένα, άκακα, τρυφερά, κοινωνικά, που μόνο θαυμασμό, συγκίνηση και στοργή προκαλούσαν στους επισκέπτες. Όσοι παραθέριζαν -ειδικά αυτό το καλοκαίρι- στη Νίσυρο ασφαλώς θα τα θυμούνται και πιθανόν να τα είχαν χαϊδέψει ή να τους είχαν προσφέρει φαγητό.

Τέτοιες παράνομες και σαδιστικές πράξεις συνεχίζουν δυστυχώς, ακόμη και στις μέρες μας, να αντιμετωπίζονται με πολύ περισσότερη επιδοκιμασία και αδιαφορία από όσο τους πρέπει. Αλλά οφείλουμε να σημειώσουμε πως αυξάνει πλέον και η φιλοζωική ευαισθησία των ανθρώπων. Η δηλητηρίαση των γατών ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις και πολλοί από τους κατοίκους είναι αποφασισμένοι πια να δράσουν νόμιμα ώστε να συλληφθεί ο υπαίτιος αυτών των φαινομένων.

Υπήρξαν μάλιστα κάτοικοι που νοσηλεύονταν ή απουσίαζαν σε ταξίδι και όταν επέστρεψαν στα σπίτια τους αντίκρισαν σοκαρισμένοι τις αυλές τους γεμάτες πτώματα.

Κακά τα ψέματα, όσο περισσότερη είναι η έγνοια για τα ζώα, τόσο πιο ανεπτυγμένη είναι η κοινωνική πρόνοια, τόσο περισσότερο προστατεύονται οι αδύναμοι. Όσο ευκολότερα γίνεται αποδεκτή η κακοποίηση των ζώων, τόσο πιο εγωπαθής είναι μια κοινωνία, τόσο περισσότερο περιθωριοποιεί γυναίκες και παιδιά, ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες, διαφορετικότητες και μειονότητες. Όσο περισσότερη βία ασκείται στα ζώα, τόσο πιο βίαιες είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις. Το πώς συμπεριφερόμαστε στα ζώα σχετίζεται με το πώς συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους.

Υπάρχει μια ισχυρή λαϊκίστικη αντίληψη που θεωρεί τη φιλοζωία πολυτέλεια, ένα συναίσθημα που αφορά τους κοσμικούς, τους απομονωμένους και τους σνομπ. Πολύ συχνά η φιλοζωία μάλιστα απεικονίζεται ως μια υποκριτική στάση που υποκρύπτει μισανθρωπία. Υποτίθεται πως σε τελική ανάλυση η φιλοζωία αναπληρώνει κάποιο έλλειμμα στις φυσιολογικές ανθρώπινες σχέσεις.

Αντιθέτως όμως, η φιλοζωία αποτελεί βασική πτυχή της αλλαγής που χρειαζόμαστε. Δεν αποτελεί πολυτέλεια. Είναι ζωτική πολιτική υπόθεση και αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής ηθικής.

Γι’ αυτό ας συμπεριφερθούμε στα ζώα με αγάπη, ας ενημερωθούμε για το τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτά, ας τα σεβαστούμε. Ο χώρος μας είναι και χώρος τους. Μην ξεχνάμε ότι όλα τα ζώα είναι συναισθανόμενα πλάσματα και έχουν δικαιώματα. Δικαιώματα που τους αξίζουν απόλυτα. Είναι υποχρέωσή μας αλλά και συμφέρον μας να τους παρέχουμε φροντίδα, προστασία και ποιότητα ζωής.

 

Έφυγε και ο Γκριζούλης

  • Διαβάστε ακόμα:

Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων

eirini aivaliwtouΑπαρηγόρητοι οι κάτοικοι του Εμπορειού Νισύρου. Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους
Περισσότερα

«Εκδοχές του τέλους» – Αργύρης Χιόνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

  • Εικόνα: Edward Weston Johnny, 1944, Gelatin silver print
eirini aivaliwtou«Εκδοχές του τέλους» – Αργύρης Χιόνης
Περισσότερα