CATαφύγιο

Ελένη Καρασαββίδου: Πολιτισμός είναι να κατανοείς τη γάτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πάντοτε αρχές Απρίλη, όπως και τέλη Οκτώβρη, θυμάμαι τον ένα μου παππού… Γιατί ο παππούς μου είναι ίσως ο άνθρωπος που περισσότερο από όλους τους άλλους μου έμαθε τον πολιτισμό της πράξης. Κι αυτό αφορά τη σχέση του με το αδύναμο εκείνο από το οποίο δεν είχε να προσδοκά ούτε ένα μπράβο (πόσο μάλλον κάτι που θα τον ωθούσε στον κοινωνικό κορμό) μόνο το περίσσευμα της καρδιάς..

Τα ζώα, που τόσο συχνά οι άνθρωποι τα προσεγγίζουμε μέσα από γενικές κατηγορίες που ελάχιστα περιγράφουν τι είναι το καθένα τους πραγματικά και μέσα από στερεότυπα που μικραίνουν και τη δική τους πολυπλοκότητα και τον δικό μας ορίζοντα ψυχής.

Γιατί ο παππούς μου είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρω που γηροκομούσε τα γαϊδουράκια του… «Τόσα χρόνια δούλευαν για μένα», έλεγε, αγωγιάτης ο ίδιος στα νιάτα του, θυμίζοντας με τον πιο άδολο τρόπο τη θεωρία για το απλήρωτο εργατικό δυναμικό, την ίδια ώρα που οι αγνοί και ταπεινοί χωρικοί των ρομαντικών χρόνων της αγνής ελληνικής επαρχίας, με το που δεν μπορούσαν τα γαϊδουράκια να κουβαλήσουν τα έριχναν στον γκρεμό…

Ο παππούς μου (απολίτικος με την κοινή έννοια, στο σπίτι του οποίου χωρούσαν -κυριολεκτικά- οι πάντες κι αυτό το Αριστοτελικό συναμφότερον αποτελεί ύψιστη πολιτική) μου έμαθε πως δεν έχει σημασία τι ιδεολογία λες ότι έχεις (αριστερή, αντιεξουσιαστική, δεξιά, συντηρητική, πατριωτική, ανθρωπιστική όλα αντίθετα κι όλα αλληλοσυμπληρούμενα…) αν δεν τιμάς την ψήφο σου με τη στάση ζωής σου.

Πως δεν έχει σημασία τι ψηφίζεις αλλά το πώς ζεις.

Όταν οι «τσάποι μας» (τα γαϊδουράκια μας) γερνούσαν, ο παππούς τα έστρωνε χαλί από μαλακά άχυρα στον σταύλο, τους έβαζε λάδι στις πληγές, κατέβαινε με τη λάμπα να δει αν θέλουνε κάτι, τα χάιδευε με αλληλεγγύη…

Ακόμη και τα χρόνια που συνυπήρχαμε με τον παππού στον πλανήτη και δεν τα χρειάζονταν πραγματικά…

Τα ζώα καταλάβαιναν, και τον κοιτούσαν, μας έλεγε, με απεριόριστη ευγνωμοσύνη. Ίδια γλώσσα, η γλώσσα των ματιών, στιγμές από έναν παράδεισο χαμένο, από μια σχέση βιβλική, σε έναν μικρό σταύλο.

Και πραγματικά, τώρα που πλησιάζει το Πάσχα θυμάμαι πάντοτε πως ο Χριστούλης, σύμβολο των καλών και των κακών Χριστιανών, επέλεξε να γεννηθεί ανάμεσα στα ζώα και να πεθάνει ανάμεσα στους ληστές…

Οι «καλοί νοικοκυραίοι» (κάποιοι, ποτέ όλοι) με τις καθαρές, διατηρημένες με φόλα ή με κλωτσιές αυλές, πού ήταν;

Τούτη την εποχή, που χιλιάδες μικρά κουταβάκια ή γατσουνάκια πετιούνται στους κάδους ζωντανά, θυμάμαι τον παππού μου…

Θυμάμαι ακόμη κι έναν άλλον, διασημότερο παππού, τον Κοκτό, που έγραψε: «Ο άνθρωπος είναι πολιτισμένος, στον βαθμό που ξέρει να κατανοήσει τη γάτα»…

Το ίδιο ισχύει για όλα τα ζώα, συγκατοίκους μας σε αυτόν τον πλανήτη, πάνω στα οποία εξασκήσαμε τις πρώτες μορφές καταπίεσης και ιεραρχίας, πριν τις μεταφέρουμε αυτούσιες στην κοινωνία των ανθρώπων.

Σε έναν πλανήτη που βιάζουμε, μολύνουμε, σφάζουμε, ηχορυπαίνουμε, μας ενοχλούν τα… κόπρανα ή οι κραυγές των ζώων…

Γεμάτη η ελληνική επαρχία από «καλούς καγαθούς» που πετούν ζωντανές ψυχούλες τις εποχές της αναπαραγωγής σε κάδους καταδικάζοντας τες σε ένα θάνατο μαρτυρικό. Όπως σωστά σχολιάστηκε κάποτε «για τα ζώα κάθε άνθρωπος είναι ναζί…».

Κι ανάμεσά τους τα κατοικίδια, που μας φυλούν με κίνδυνο της ζωής τους όπως τα σκυλιά (υπάκουα δυστυχώς σε όποιο αφεντικό γι’ αυτό και τα υπέροχα αυτά πλάσματα χρησιμοποιήθηκαν ως ανθρωποφύλακες από βάρβαρα καθεστώτα) κι οι γατούλες…

Τα σκυλάκια που όταν αγαπούν, αγαπούν για πάντα, με τον πιο άδολο τρόπο του κόσμου, και οι περισσότερες φυλές τους θα πεθάνουν για σένα (ή και σε σκοτώσουν για σένα… κι ιδού το πρόβλημα!)

Αν το σκεφτείτε, όπως μου επεσήμανε κάποτε ο Αργύρης Κουνάδης, η γάτα είναι το μοναδικό ζώο που ο άνθρωπος δεν έβαλε στο τσίρκο.

Ανεξάρτητη, αξιοπρεπής, απόλυτα ανίκανη να κάνει τούμπες για ένα πιάτο φαΐ, δεν μπορεί ποτέ ν αγαπηθεί από ένα ελλειμματικό εγώ που ζητά οπαδούς και όχι ισότιμους παίκτες…

Μισήθηκε από όλους τους δικτάτορες του κόσμου. Κι όμως, όταν εξοντώθηκε στην Ευρώπη του Μεσαίωνα κι έλειψε η φυσική και δωρεάν προστασία που παρείχε από τρωκτικά της εποχής, ήρθε η Πανούκλα, ο Μαύρος Θάνατος.

Και στη Νάξο, τη χρονιά που τις εξοντώσαν όλες κάναν 2 χρόνια να δουν σοδειά, αφού τα τρωκτικά κόβαν τις ρίζες (για να ζήσουν κι αυτά)…

Οι γάτες τα’ Άι Νικόλα, που ‘γραψε ο Σεφέρης για την ιδιότητα να ορμούν στα φίδια και να ρουφούν το κακό και το φαρμάκι έως μιας…

Αλλά και τα ζώα αναπαραγωγής όπως τα θέλει η οικονομικίστικη αντίληψη του πολιτισμού μας, που δεν πετιούνται σε κάδους αλλά βλέπουν τα μωράκια τους (γάλακτος τα αποκαλεί ο υπερχορτάτος ουρανίσκος των Δυτικών) να κρέμονται σφαγμένα σε τσιγκέλια… (Α! αν δημιουργούνταν κάποτε ένα αντίστοιχο καρτούν με μωρά ανθρώπων πόσο οι καλοφαγάδες ηθικολόγοι θα το ονόμαζαν… αρρωστημένο, καταπίνοντας μωρά! Αρρώστια!)

Αλλά τα ζωάκια παραμένουν οι συγκάτοικοι που μας βοήθησαν όταν δεν είχαμε τεχνολογία και τεχνογνωσία να ανεβάσουμε το επίπεδο και το προσδόκιμο ζωής μας, συγκάτοικοι κι εργατικό δυναμικό διαρκώς προδομένο όταν έχανε την εργατική του δύναμη, ή αλλιώς σκοτώνουν τα’ άλογα όταν γεράσουν κατά πως το θελε η συμβολική φράση που μεστά περιέγραψε τη θηριωδία αυτού του πλανήτη…

Παράδειγμα που ξαναεφαρμόζεται στις κοινωνίες των ανθρώπων κάθε που ο ολοκληρωτισμός βγαίνει από τον μαύρο του τάφο, αλλά που έχει παγιωθεί πρώτα στις σχέσεις μας με τη φύση, έτσι κι αλλιώς…

Όμως ο άνθρωπος έχει πολύ δρόμο για να γίνει ζώο, αφού είμαστε το πλάσμα που δεν σκοτώνει μόνο από ανάγκη αλλά κι από κέρδος ή από εκδίκηση.

Τα ζώα έχουν τον δικό τους πολιτισμό και πολιτισμό μας μαθαίνουν αν είναι τα ιστία της ψυχής και του μυαλού μας στην ανοιχτή θάλασσα της πραγματικότητας…

Π.χ. διακριτικά και γενναία, τόσο διακριτικά και γενναία ώστε (σε αντίθεση με τους υστερικούς εμάς) όταν νιώσουν πως έφτασε η ώρα του θανάτου τους πάνε και κρύβονται να τον συναντήσουν μόνα, «κοίταξαν» όπως γράφτηκε για τη γάτα, «από το μικρό ύψος τους τις εξουσίες στα μάτια κι αγαπήθηκαν τρελά από καλλιτέχνες και παρίες ή από αρχαίους λαούς που θα ήθελαν να ‘ναι όπως αυτή μπροστά στον μονάρχη».

Εξόριστα να ψάχνουν στα σκουπίδια του κυνικού πολιτισμού μας στις μέρες μας, υποχείριο στην μπότα, στη ρόδα, στη φόλα και στο βλέμμα κάθε ηλίθιου που θαρρεί πως είναι δικαίωμά του να δυναστεύει τον πλανήτη…

Τώρα που οι φόλες θα θεωρηθούν φτηνότερες από προγράμματα αντιλυσικού εμβολιασμού και στειρώσεων νέες κατακόμβες, ακαταμέτρητες από τις επίσημες ιστορίες του πλανήτη αφού τους λείπει η γραπτή γλώσσα, θα συμβούν.

Ανάμεσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό οι μετέχοντες στο φιλοζωικό κίνημα, κάποιοι/ες μεταφέροντας τις υστερίες, τις ιδεοληψίες, και τις σεπαρατίστικες ιδεολογίες των ανθρώπων κι εκεί δυστυχώς, αφού είναι απλώς ιδιοκτήτες ζώων (κατά κανόνα «ακριβών»…) ή σπισιστές, αγαπώντας μονάχα ένα είδος, ή ακόμη και μισάνθρωποι, αφού δεν μπορούν ν’ αποδεχτούν αυτό που είμαστε πραγματικά και να παλέψουν να το καλυτερέψουν…

Κι όμως! Ανάμεσά τους και οι φιλόζωοι που κατανοούν πως είτε με δυο πόδια είτε με τέσσερα σε πλησιάσει το άλλο πλάσμα, σου θέτει την ίδια ερώτηση «τι είδους άνθρωπος είσαι; Σε τι κόσμο θέλεις τα παιδιά του κόσμου να ζήσουν;».

(Και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως τα ίδια πάνω κάτω υγειονομικού τύπου επιχειρήματα χρησιμοποιούν οι αποκαθαρμένοι εναντίον των διαφορετικών και των «άπλυτων», ανθρώπων και ζώων… αλήθεια αποκαθαρμένοι βρωμιάρηδες;)

Ανάμεσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό άνθρωποι που ταΐζουν με μπιμπερό παρατημένα πλάσματα αυτήν την εποχή κι ας τους δυσκολεύει, σε ένα ταξίδι ψυχής, που σιτίζουν αδέσποτα επεκτείνοντας κι εκεί στα πιο αθώα την έννοια της αλληλεγγύης κι ας τους στραγγίζει.

Γιατί οι γνήσιοι φιλόζωοι τιμούν μέσα από τα ζώα τη Ζωή.

Κι έτσι η ανθρωπότητα δεν θα ξεμπερδέψει εύκολα (όσο κι αν το προσπαθεί) από τους εναπομείναντες συγκατοίκους της…

Κάθε 4 Απρίλη λοιπόν, Παγκόσμια Ημέρα των Αδέσποτων, τον θυμάμαι τον παππού. Θυμάμαι αυτό που αντιπροσώπευε.

Μπορεί να μην ήταν «εθνικός ήρωας» του ποντιακού ελληνισμού όπως ο «Ιστιλίν» ο άλλος μου παππούς, αλλά ήταν ο ήρωάς μου…

Ελένη Καρασαββίδου

ΥΓ Στη Μερλίνα μου, την υπέροχη Λύκο-σκυλίτσα μου που μου φωλιάσανε, αυτήν που μου ‘μαθε επίσης πολιτισμό, στις γατούλες μου που ‘πάθαν το ίδιο, αυτές που μου ‘μαθαν να τις σέβομαι και να σέβομαι λιγάκι περισσότερο κι εμένα… Έφυγαν δίχως να πάρουν πίσω τ’ όνομά τους…

Πηγή: tvxs.gr

  • Εικόνα: Didier Lourenço
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕλένη Καρασαββίδου: Πολιτισμός είναι να κατανοείς τη γάτα
Περισσότερα

Οι γάτες του Λένινγκραντ – Οι γούνινοι ήρωες της Αντιφασιστικής Νίκης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια ιδιαίτερη και άγνωστη επιχείρηση διάσωσης του πολιορκημένου Λένινγκραντ

 

*Πηγή: Γρηγόρης Τραγγανίδας (Το περιοδικό)

Στις 27 Ιανουαρίου του 1945, Σάββατο, περίπου στις 3 το απόγευμα, οι μαχητές του 454 Συντάγματος Πεζικού, της 100ής Μεραρχίας Πεζικού, του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόκκινου Στρατού, περνούν την πύλη του ναζιστικού στρατοπέδου του Άουσβιτς και απελευθερώνουν τους εναπομείνατες 7,5 χιλιάδες ανθρώπους, πραγματικά αποστεωμένα βαδίζοντα «φαντάσματα» κάθε ηλικίας, που οι ναζί δεν πρόλαβαν να αποτελειώσουν.

Το μέγεθος της φρίκης που ένιωσαν οι μαχητές του Κόκκινου Στρατού από αυτό που αντίκρισαν, ήταν ανάλογο της έκπληξής τους. Διότι, ναι μεν, μέχρι να φτάσουν έως εκεί είχαν δει τον φασιστικό εφιάλτη στα εξαφανισμένα χωριά της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, αλλά δεν μπορούσαν να φανταστούν της ύπαρξη αυτής της τεράστιας «κρεατομηχανής» που έσταζε ακόμη ανθρώπινο αίμα. Το Άουσβιτς ήταν ένα καλά κρυμμένο μυστικό από τους ναζί. Τόσο καλά, που οι στρατιωτικοί χάρτες που είχε ο Κόκκινος Στρατός όταν έφτασε στις 26 Ιανουαρίου του 1945 περίπου 60 χιλιόμετρα από την Κρακοβία, έδειχναν ότι μετά το δάσος που βρισκόταν μπροστά του, υπάρχουν μόνο λιβάδια. Όταν όμως οι πρώτες μονάδες του Κόκκινου Στρατού βγήκαν από το δάσος, «έπεσαν» πάνω σε ψηλούς φράχτες, με συρματοπλέγματα και εγκαταλειμμένες σκοπιές και «φωλιές» πολυβόλων.

Την ίδια μέρα, στις 27 Ιανουαρίου δηλαδή, άλλες μονάδες του Κόκκινου Στρατού απελευθερώνουν περιφερειακές εγκαταστάσεις του Άουσβιτς, στο Γιάβοζνο, ενώ, την επομένη, στις 28 Ιανουαρίου, η 107η Μεραρχία Πεζικού του Κόκκινου Στρατού απελευθερώνει το Άουσβιτς – Μπίρκενάου.

Για την απελευθέρωση αυτών των «εργοστασίων θανάτου», τα οποία αποτελούν την «επιτομή» της ναζιστικής φρίκης και της φασιστικής κτηνωδίας, ο Κόκκινος Στρατός θυσίασε 350 χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικούς.

Ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στο Άουσβιτς με τους πιο διεστραμμένους τρόπους είναι άγνωστος. Για δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου, οι ερευνητές κατέληγαν σε έναν αριθμό περίπου στα 2 εκατομμύρια. Ωστόσο, το 2010, οι ρωσικές ομοσπονδιακές μυστικές υπηρεσίες παρουσίασαν αρχειακό υλικό που τεκμηρίωνε πως οι νεκροί από την αρχή λειτουργίας του Άουσβιτς μέχρι το τέλος του, ανέρχονται σε 4 εκατομμύρια ανθρώπους. Ανάμεσά τους μωρά, παιδιά, ηλικιωμένοι, γυναίκες, κάθε εθνικότητας, με τον μεγαλύτερο αριθμό να αφορά Εβραίους, γεγονός το οποίο αποκάλυψε και τη στοχοπροσηλωμένη πλευρά του ναζιστικού μηχανισμού συστηματικής εξόντωσης ανθρώπων: Το Ολοκαύτωμα.

 

 

Οι… γάτες της Νίκης

Στις 27 Ιανουαρίου του 1944, ο Κόκκινος Στρατός έλυσε την Πολιορκία του Λένινγκραντ, η οποία είχε ξεκινήσει στις 8 Σεπτεμβρίου του 1941. Επί 872 μέρες γράφτηκαν σελίδες ανείπωτης φρίκης, ηρωικού μεγαλείου και αυτοθυσίας, οι οποίες είναι αδύνατον να χωρέσουν σε λίγες γραμμές.

Ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων, κάθε ηλικίας, που έχασαν τη ζωή τους από την Πολιορκία υπολογίζεται στο 1,5 εκατομμύριο και θα ήταν υπερπολλαπλάσιος χωρίς τις ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού για την εκκένωση της πόλης και τη διάσωση, καταρχήν, των παιδιών και των ανήμπορων. Είναι χαρακτηριστικό του εφιάλτη που έζησαν οι κάτοικοι, πως μόλις το 3% του παραπάνω αριθμού σκοτώθηκε από τους βομβαρδισμούς ή από πυρά. Το 97% πέθανε από την πείνα. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης τεκμηριώθηκαν 632.000 θάνατοι από τον λιμό εξαιτίας της Πολιορκίας.

Η πολιτιστική καταστροφή, αλλά και οι ηρωικές προσπάθειες διάσωσης του μουσειακού και αρχιτεκτονικού πλούτου της πόλης είναι ένα επίσης ξεχωριστό κεφάλαιο.

Υπάρχει, όμως, ένα εν πολλοίς άγνωστο κεφάλαιο αυτής της τραγικής εποποιίας που αξίζει να αναδειχθεί, αφενός λόγω της πρωτοτυπίας του, αφετέρου ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι εννοείται πίσω από την φράση – κλειδί του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου: «Τα πάντα για τη Νίκη!».

Πολύ γρήγορα μετά την έναρξη της πολιορκίας, η πείνα άρχισε να εξαπλώνεται. Σύντομα τέλειωσαν τα αποθέματα των τροφών και ο κόσμος άρχισε να στρέφεται σε οτιδήποτε μπορούσε να φαγωθεί, ξεκινώντας από τα ζώα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα σκυλιά και οι γάτες άρχισαν να σπανίζουν στους δρόμους της πολιορκημένης πόλης. Μόλις εξαφανίστηκαν τα αδέσποτα ήρθε η σειρά των κατοικίδιων, με όσο δράμα μπορεί να κουβαλάει αυτή η τραγική διαδικασία για τα νοικοκυριά που αναγκάζονταν να θυσιάσουν αγαπημένα μέλη τους, ουσιαστικά, για να ταΐσουν τα παιδιά.

 

 

Παρεμπιπτόντως, υπήρχαν και περιπτώσεις, σπάνιες μεν, που κάποιες οικογένειες δεν θυσίασαν τα κατοικίδιά τους. Η πλέον γνωστή είναι αυτή του γάτου Μαξίμ, που ζούσε με την οικογένεια της Βέρα Βολόγκντινα, τη μαμά και τον παππού της, μαζί με τον παπαγάλο Ζακό. Ο παππούς εκλιπαρούσε να φάνε τον γάτο, αλλά μαμά και κόρη δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν. Τα ζώα έχασαν τρίχωμα και φτερά από την πείνα. Μάλιστα η Βέρα αντάλλαξε το μαχαίρι του παππού με λίγους σπόρους για να ταΐσει τον Ζακό. Όταν έφευγαν από το σπίτι κλείδωναν τον Μαξίμ στο δωμάτιο και έπαιρναν το κλειδί για να τον σώσουν από τον παππού. Μια μέρα, ωστόσο, που έλειπε και ο παππούς, ο γάτος κατάφερε να βγει από το δωμάτιο και να μπει στο κλουβί του παπαγάλου. Υπό κανονικές συνθήκες, ο γάτος θα έτρωγε το πουλί. Μόλις όμως γύρισαν όλοι σπίτι, είδαν τον γάτο και τον παπαγάλο να κοιμούνται αγκαλιά προσπαθώντας να ζεσταθούν. Έκτοτε κανείς δεν διανοήθηκε να πειράξει τον Μαξίμ. Ο Ζακό δεν άντεξε τελικά και πέθανε. Ο Μαξίμ όμως επέζησε της πολιορκίας και μάλλον είναι το μοναδικό γατί του Λένινγκραντ που τα κατάφερε.

Ωστόσο, όταν εξαφανίστηκαν τα γατιά από την πόλη εμφανίστηκε ένας θανάσιμος κίνδυνος: Οι αρουραίοι, οι οποίοι άρχισαν να πληθαίνουν ανεξέλεγκτα, να τρώνε τα ελάχιστα αποθέματα τροφίμων, να επιτίθενται στους ανθρώπους και να είναι εν δυνάμει φορείς επιδημιών. Στη μάχη εναντίον των τρωκτικών ρίχτηκαν πολύτιμες δυνάμεις των υπερασπιστών της πόλης που αποσπάστηκαν από την άμυνά της για να πυροβολούν τους αρουραίους. Χρησιμοποιήθηκαν άρματα μάχης για να τους λιώνουν, ενώ τα τραμ αναγκάζονταν να σταματούν για να περνούν οι «στρατιές» των τρωκτικών.

Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Τον σκληρό Γενάρη του 1943 λοιπόν αποφασίζεται και σχεδιάζεται μια ιδιαίτερη επιχείρηση, με αφορμή και τη μερική χαλάρωση της πολιορκίας λόγω της επέλασης του Κόκκινου Στρατού. Έτσι, γεμίζουν τέσσερα βαγόνια με γκρίζες γάτες – που θεωρούνται ιδιαίτερα καλοί κυνηγοί αρουραίων – και τις στέλνουν από το Γιαροσλάβ στο Λένινγκραντ σε μια καθαρά στρατιωτικού τύπου αποστολή εκκαθάρισης της πόλης από τους αρουραίους.

Η επιχείρηση στέφθηκε με μερική επιτυχία, σώζοντας,την πόλη. Γι’ αυτό, αμέσως μετά τον πόλεμο, η επιχείρηση επαναλήφθηκε με γάτες από τη Σιβηρία, το Ομσκ, το Τιουμέν που προχώρησαν σε απόλυτη εκκαθάριση από τα τρωκτικά.

Σήμερα, στη μνήμη και προς τιμήν αυτών των τριχωτών «μαχητών» της Αντιφασιστικής Νίκης, υπάρχει το άγαλμα του γάτου Ελισέι και της γάτας Βασιλίσα σε έναν δρόμο του Λένινγκραντ (Πετρούπολη).

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι γάτες του Λένινγκραντ – Οι γούνινοι ήρωες της Αντιφασιστικής Νίκης
Περισσότερα

Μόρια: Νεαρή πρόσφυγας έτρεξε να σωθεί με τη γάτα της αγκαλιά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στη Μόρια. Νεαρή πρόσφυγας ζήτησε καταφύγιο ανάμεσα στις φυλλωσιές του κοντινότερου ρέματος. Έτρεξε να προφυλαχθεί από τις φλόγες σώζοντας και τη γάτα της.

Το κορίτσι δεν φρόντισε μόνο να σωθεί η ίδια. Εν αντιθέσει με όσους κοιτούν παθητικά αυτούς που χρειάζονται βοήθεια και τους δείχνουν την πλάτη, η κοπέλα την ώρα της πυρκαγιάς προστάτεψε τη γάτα της, την πήρε μαζί της, κρατώντας την αγκαλιά. Αυτό το κορίτσι, που ξεριζώθηκε και μετά έζησε στο κολαστήριο της Μόριας, δίνει ένα φως ελπίδας.

Όπως γράφει στο facebook ο Στρατής Μπαλάσκας:

“Κρύφτηκε στη λυγαριά του γειτονικού ρέματος. Έτρεξε να σωθεί από τη φωτιά σώζοντας ό,τι αγαπά… Τη γάτα της”.

Η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη στο τέλος θα νικήσουν. Είναι δυνατόν.

*Η φωτογραφία είναι του Panagiotis Balaskas – Παναγιώτη Μπαλάσκα.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜόρια: Νεαρή πρόσφυγας έτρεξε να σωθεί με τη γάτα της αγκαλιά
Περισσότερα

Υποψήφιος για Νεοζηλανδός της Χρονιάς ο γάτος Μίτενς από την πόλη Ουέλινγκτον

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ιδιαίτερα κοινωνικός έχει αποδειχθεί ένας γάτος Αγκύρας, ο οποίος διαμένει στην πόλη Ουέλινγκτον στη Νέα Ζηλανδία.

Ο Μίτενς έγινε πολύ διάσημος στην πόλη που ζει αλλά και σε όλη τη χώρα λόγω της συνήθειάς του να περπατάει κάθε μέρα χιλιόμετρα.

 

 

Ο πανέμορφος γάτος έχει ολόκληρη οικογένεια αλλά θέλει να κάνει συνέχεια καινούργιους φίλους. Γι’ αυτό φροντίζει να πηγαίνει συνέχεια σε άλλη γειτονιά και μάλιστα δεν πτοείται από τα αυτοκίνητα. Ο Μίτενς καταφέρνει πάντα να γυρνάει σπίτι του και έχει δοθεί ειδική οδηγία στις φιλοζωικές οργανώσεις της πόλης να μην τον πιάνουν.

 

 

Η σελίδα του γάτου στο Facebook έχει χιλιάδες φίλους και όλοι ανεβάζουν φωτογραφίες του από διάφορα μέρη της χώρας. Εκείνος ποζάρει πάντα πρόθυμος και έτοιμος για χάδια και λιχουδιές.

Ο Μίτενς έχει γίνει τόσο δημοφιλής ώστε έχει κηρυχθεί επίτιμος δημότης του Ουέλινγκτον, το μουσείο της πόλης τού έχει αφιερώσει έκθεση με φωτογραφίες και αντικείμενα με τη μορφή του, ενώ τώρα είναι ανάμεσα στους επικρατέστερους υποψηφίους για Νεοζηλανδός της Χρονιάς.

Για τη θέση θα ανταγωνιστεί, μεταξύ άλλων, με την πρωθυπουργό Τζασίντα Άρντερν, τον κορυφαίο επιδημιολόγο της χώρας κι ένα διάσημο δημοσιογράφο.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΥποψήφιος για Νεοζηλανδός της Χρονιάς ο γάτος Μίτενς από την πόλη Ουέλινγκτον
Περισσότερα

Διήγημα: “Mαύρη γάτα” – Της Μιρέλλας Μπούτζα 

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Από το πρωί είχε ένα κακό προαίσθημα. Όχι κάτι συγκεκριμένο, αλλά να, σαν κάτι να τον πλησίαζε, απροσδιόριστο μα συγχρόνως χειροπιαστό και αδιαμφισβήτητα αναμενόμενο. Κάτι που τον φόβιζε αλλά για ποιο λόγο; Και πώς θα γινόταν να γλιτώσει από αυτό αφού δε γνώριζε από πού να το περιμένει;

Το συζήτησε και με τη Λένα καθώς ντυνόταν για τη δουλειά. «Ιδέα σου είναι», του είπε νυσταγμένα και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Του ετοίμασε καφέ και τον κοίταζε όσο εκείνος της εξηγούσε για τον ανήσυχο ύπνο του και τη δυσάρεστη αίσθηση που είχε μόλις ξύπνησε. Το ήξερε αυτό το συναίσθημα. Το είχε νιώσει και άλλες φορές.

Το ένιωσε εκείνο το βράδυ, λίγο πριν δεχτεί το τηλεφώνημα που τον ενημέρωνε ότι του είχαν ανοίξει το μαγαζί. ΄Η την άλλη φορά που ήταν με τη Λένα διακοπές και συνέβη το ατύχημα με τον καθρέφτη. Με το που τον είδε να γίνεται κομμάτια, ήταν σίγουρος ότι κάτι τρομερό θα γινόταν. Πράγματι, δυο μέρες μετά τράκαραν με το αυτοκίνητο και η εκδρομή τους είχε άδοξο τέλος, τουλάχιστον οι απώλειες περιορίστηκαν στις υλικές ζημιές.

Αυτά θυμόταν καθώς μιλούσε και η ανησυχία του όλο και μεγάλωνε. Κοίταξε τη γυναίκα του ζητώντας λίγη κατανόηση αλλά εκείνη δε φαινόταν να του δίνει πολλή σημασία. Έπινε τσάι, για τον λαιμό της είπε, και σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι όταν χτύπησε το κινητό της.

«Ίσως δεν πρέπει να πάω στη δουλειά σήμερα, χειρότερα θα γίνω», του δήλωσε επιστρέφοντας και του πήρε το φλιτζάνι με τον καφέ από τα χέρια. «Άντε θα αργήσεις», χαμογέλασε και άρχισε να τακτοποιεί την κουζίνα.

Ο Θάνος χαμογέλασε κι αυτός. Την κοίταξε και για μια στιγμή όλες οι αγωνίες του ξεχάστηκαν… Ακόμα και το κακό του προαίσθημα ξεθώριασε για λίγο.

Αποφάσισε να αγνοήσει τον φόβο του για το επικείμενο κακό και βγήκε στο δρόμο. Κάθε πρωί περπατούσε μέχρι τη δουλειά, άλλωστε δεν ήταν μακριά, του έπαιρνε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά να φτάσει μέχρι την πόρτα του μαγαζιού. Ο βοριάς που φυσούσε του φάνηκε αναζωογονητικός. Άνοιξε το βήμα του, πέρασε τον δρόμο απέναντι, χαιρέτησε έναν γνωστό του πελάτη και έστριψε στη γωνία. Προχώρησε κι άλλο, έκανε μεγάλα και σταθερά βήματα, ο προορισμός του δεν απείχε παρά μόνο λίγα μέτρα, έβλεπε ήδη τα κατεβασμένα ρολά και να, με δυο δρασκελιές έφτασε στο κατώφλι του φαρμακείου. Έσκυψε να ξεκλειδώσει και με την άκρη του ματιού του την είδε. Έμεινε παγωμένος στη θέση του. Οι χειρότεροι φόβοι του ήταν εκεί και τον κοίταζαν κατάματα. Οποιοσδήποτε άλλος θα έβλεπε μια μαύρη γάτα. Ο Θάνος όμως, αντίκριζε τη συμφορά αυτοπροσώπως.

Μπήκε και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Άγγιξε το γούρι που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν έπρεπε να ξανακλειδώσει και να φύγει για το σπίτι. Η μέρα ήταν ήδη κατεστραμμένη, αυτό ήταν σίγουρο. Τηλεφώνησε στη Λένα. «Ούτε να το σκέφτεσαι», τον έκοψε εκείνη. «Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Σύνελθε, επιτέλους».

Κάθισε πίσω από τον πάγκο. Ένας κόμπος είχε σταθεί στον λαιμό του. Ούτε η ίδια του η γυναίκα δε συμμεριζόταν την αγωνία του. Καμία κατανόηση. Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Δέκα χρόνια πριν, στην αρχή της γνωριμίας τους, στενοχωριόταν με τη στενοχώρια του και καταλάβαινε την ανησυχία του. Το έβρισκε μάλιστα πολύ ελκυστικό που είχε την αυτοπεποίθηση να δείξει τον αληθινό του εαυτό, έτσι του είχε πει. Και η Λένα δε φοβόταν ποτέ να πει αυτό που σκεφτόταν.

Μόνο που τον τελευταίο καιρό φαινόταν διαφορετική. Δεν τον περίμενε πια να φάνε παρέα, έδειχνε να βαριέται τα βράδια που έβγαιναν με φίλους, θα ορκιζόταν μάλιστα ότι φέτος παραλίγο να ξέχναγε τα γενέθλιά του και ας επέμενε εκείνη πως δεν πρόλαβε τα μαγαζιά ανοιχτά και γι’ αυτό δεν του είχε πάρει δώρο. Και το πιο σημαντικό, δεν έπαιρνε στα σοβαρά τα προαισθήματά του, φαινόταν μάλιστα να εκνευρίζεται και συχνά έφευγε από το δωμάτιο πριν εκείνος τελειώσει τη φράση του.

«Μάλλον κουράζεται πολύ στη δουλειά, αυτό θα είναι και δε μου μιλάει για να μη με αγχώσει», σκεφτόταν. Όταν όμως της πρότεινε λίγο καιρό πριν να φύγουν για ένα ταξιδάκι στο εξωτερικό, ούτε να το ακούσει.

«Και αν συναντήσουμε καμιά μαύρη γάτα καθ’ οδόν για το αεροδρόμιο, τι θα γίνει τότε;» τον ρώτησε χαιρέκακα αφήνοντάς τον εμβρόντητο με τα ταξιδιωτικά φυλλάδια στο χέρι.

Μαύρη γάτα. Η θύμησή της του έφερε ανατριχίλα. Ήταν ανάγκη να γίνει αυτό το συναπάντημα πρωινιάτικα; Και ειδικά σήμερα είχε ένα σωρό δουλειές. Θα ερχόταν ο προμηθευτής το μεσημεράκι. Θα έπρεπε να κάνει έλεγχο σε όλες τις παραγγελίες και συγχρόνως να εξυπηρετεί τους πελάτες και το απόγευμα που θα ερχόταν η βοηθός του θα έφευγε για να συναντήσει τον λογιστή του. Και ο λαιμός του είχε αρχίσει να πονάει, μπορεί να κόλλησε από την ίωση που κράτησε τη γυναίκα του μακριά από το γραφείο της σήμερα.

«Κουράζεται πολύ, γι’ αυτό αρρωσταίνει εύκολα, ίσως να γυρίσω σπίτι νωρίτερα να της κάνω παρέα». Αλλά και πάλι μπορεί να εκνευριζόταν αν τον έβλεπε να έρχεται πριν από την καθορισμένη ώρα. Τον τελευταίο καιρό η Λένα δεν ήταν ο εαυτός της.

Προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό του και να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Όφειλε να είναι προσεκτικός με τις συνταγές που του έφερναν οι πελάτες του, αλίμονο αν έκανε λάθη στα φάρμακα ή τη δοσολογία. Αυτό του έλειπε. Τέτοια δύσκολη μέρα όφειλε να είναι διπλά προσεκτικός. Μόνο να πέρναγε η μέρα, τίποτα άλλο δεν ήθελε και μετά να πήγαινε να κλειστεί στο σπίτι του, στην ασφάλειά του, με τη γυναίκα του, μακριά από μαύρες γάτες και άλλες συμφορές.

Όταν έφτασε το απόγευμα αισθανόταν εξουθενωμένος. Δεν ήταν η δουλειά, η αγωνία για το τι θα πήγαινε στραβά τον έτρωγε μέσα του και τον έκανε να ιδρώνει και να αισθάνεται έντονη ναυτία. Τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Εξυπηρετούσε τους πελάτες προσπαθώντας να φαίνεται ευχάριστος και ομιλητικός ως συνήθως. Με το που ήρθε η βοηθός του όμως, πέταξε την ποδιά από πάνω του και όρμησε στην έξοδο. Τηλεφώνησε στον λογιστή του και ακύρωσε το ραντεβού. Είχε αντέξει αρκετά. Δεν μπορούσε άλλο.

Στον δρόμο για το σπίτι σχεδόν έτρεχε. Κοιτούσε μόνο ευθεία, δεν ήθελε να ξέρει τι υπήρχε δίπλα του, έσφιξε ένα φυλαχτό που πάντα κουβαλούσε μαζί του και κατευθύνθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Φυσικά προτίμησε τα σκαλιά από το ασανσέρ.

Φτάνοντας στον όροφο, άκουσε μια πόρτα να κλείνει και πρόλαβε να παρατηρήσει έναν άγνωστο άντρα να μπαίνει στο ασανσέρ. Ο άγνωστος τον είδε κι αυτός και σαν να του φάνηκε ότι του χαμογέλασε.

Μπήκε στο σπίτι και πήγε να αφήσει τα κλειδιά. Σκεφτικός καθώς ήταν, τα κλειδιά του έπεσαν από τα χέρια. Η Λένα εμφανίστηκε ξαφνιασμένη. «Ήρθες κιόλας; Δεν πήγες στον λογιστή;».

Αρνήθηκε με ένα νεύμα του κεφαλιού. Άρχισε να την παρατηρεί. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα πάνω λίγο άτσαλα, και έσφιγγε τη ρόμπα πάνω της. Την πλησίασε. Εκείνη τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω. Κάτι πήγε να του πει αλλά δεν την άφησε.

«Δε μου λες; Οι διπλανοί γύρισαν; Είδα κάποιον να μπαίνει στο ασανσέρ πριν από λίγο».

«Δεν ξέρω… μπορεί. Νομίζω τους άκουσα το πρωί που έφυγες».

Ο Θάνος δεν είπε τίποτα άλλο. Ακολούθησε τη Λένα στην κουζίνα που του έβαλε να φάει και μετά πήγε να ξαπλώσει. Εκείνη είπε ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Μπήκε στο δωμάτιο να πάρει το βιβλίο της από το κομοδίνο και του έκλεισε την πόρτα βγαίνοντας. Έμεινε μόνος στο σκοτάδι.

Τα μάτια του παρέμεναν ανοιχτά. Το κορμί του ήταν μουδιασμένο, το μυαλό του επίσης. Σκεφτόταν με δυσκολία. Σαν ο ίδιος του ο εγκέφαλος να έδινε εντολή: «Μη σκέφτεσαι». Γύρισε στο πλάι. Εικόνες σκόρπιες παρέλαζαν μπροστά του. Η Λένα που έμεινε σπίτι σήμερα, η Λένα που έσφιγγε τη ρόμπα της, που δεν τον ρώτησε πώς ήταν η μέρα του. Που είχε πολύ καιρό να τον ρωτήσει πώς πέρασε η μέρα του. Που εκνευριζόταν με τα προαισθήματα και τα φυλαχτά του, που δε θυμόταν τα γενέθλιά του.

Εκείνος ο άντρας. Δεν τον ήξερε. Κάτι πάνω του έμοιαζε παράξενο. Το χαμόγελό του… Γιατί να χαμογελάσει σε έναν άγνωστο.

Ανακάθισε στο κρεβάτι. Έπρεπε να συγκροτήσει τις σκέψεις του. Η γυναίκα του τον αγαπούσε. Η γυναίκα του δε φοβόταν να πει αυτό που σκεφτόταν. Αν κάτι την απασχολούσε θα του το έλεγε.

Ναι. Όλα ήταν καλά. Ήταν απλώς κουρασμένη. Κι αυτός ήταν κουρασμένος.

Έγειρε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια. Τώρα πια μια ιδέα στριφογύριζε στο κεφάλι του. Ήταν σίγουρος. Επιτέλους το συνειδητοποίησε. Ή μάλλον το ήξερε ήδη. Τίποτα από τα σημερινά δε θα συνέβαινε, καμία αγωνία δε θα τον κατέτρωγε αν το πρωί δεν είχε δει εκείνη την αναθεματισμένη μαύρη γάτα.

Μιρέλλα Μπούτζα γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως δικηγόρος. Γράφει κυρίως διηγήματα και σύγχρονα παραμύθια. (Μαγικός ρεαλισμός). Το διήγημά της «Η Προσμονή» διακρίθηκε σε διαγωνισμό και θα εκδοθεί σε συλλογικό τόμο από το «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ».

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΔιήγημα: “Mαύρη γάτα” – Της Μιρέλλας Μπούτζα 
Περισσότερα

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Οι γάτες του σπιτιού μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος παρουσιάζει για πρώτη φορά το 2008 αυτοβιογραφικά κείμενά του σε ένα δίδυμο βιβλίο όπου μιλώντας για τον εαυτό του μιλάει και για τη Θεσσαλονίκη με φρεσκάδα και αποκαλυπτική διάθεση.

Με τίτλο «Θεσσαλονίκην, ου μ’ εθέσπισεν», παρμένο από τον στίχο του Ευριπίδη «Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν», που χρησιμοποίησε και ο Σεφέρης το 1956.

Οι γονείς μου είναι πρόσφυγες και ήρθαν στη Θεσσαλονίκη ως ανταλλάξιμοι απ’ την Κωνσταντινούπολη. Ανταλλάξιμοι σημαίνει ότι δεν κατάγονταν μέσα από την Κωνσταντινούπολη αλλά από διάφορα μέρη της Μικράς Ασίας και, σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάννης, όσοι δεν ήταν βέροι Κωνσταντινουπολίτες, θα έπρεπε να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γράφει για την πόλη του, τη Θεσσαλονίκη. Αρχίζοντας από τα παιδικά, τα εφηβικά και τα επόμενα χρόνια του. Η καταγωγή των γονιών του και η εγκατάστασή τους στη Θεσσαλονίκη. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου -αυτοβιογραφικά κείμενα το χαρακτηρίζει- καταγράφει ταυτόχρονα τη ζωή του στη μοιραία και αγαπημένη του πόλη, που, όπως δήλωσε σε μια συνέντευξή του, “κόλλησε όπως το στρείδι στον βράχο”.

 

 

Οι γάτες του σπιτιού μας

Αντί να σας πω λίγα λόγια για τα ποιήματά μου, σκέφτηκα να σας μιλήσω για τα γατιά μου. Νομίζω ότι δεν θα είναι και άσκημα, στο κάτω κάτω ανάλογα με τις αγάπες μας καταλαβαίνει κανείς και το τι είμαστε. Και χώρια που, μιλώντας για ποιήματα, γλιστράμε σε κουλτουριάρικες αναλύσεις και θεωρίες, ενώ μιλώντας για γατιά, θέλοντας και μη, δεν ξεφεύγουμε απ’ την ίδια τη ζωή. Καλύτερα λοιπόν ιστορίες από τη ζωή παρά αναλύσεις για την τέχνη.

Εμείς στο σπίτι μας αγαπούσαμε ανέκαθεν τα γατιά. Οι γονείς μου ήρθαν το 1924 ανταλλάξιμοι από την Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα μου έφερε μαζί της και την αγαπημένη της σκυλίτσα, τη Λιλίκα. Η Λιλίκα έζησε κάμποσα χρόνια, ως το 1931 που γεννήθηκα. Τότε ένα αυτοκίνητο την πάτησε μπροστά στα μάτια της μητέρας μου. Η μητέρα μου υπέφερε πολύ απ’ αυτό το ατύχημα· από τότε δε θέλησε να πάρει άλλο σκυλί, και το έριξε στα γατιά. Έτσι λοιπόν, από το 1931 και μετά, στην οικογένειά μας η μία γάτα διαδεχόταν την άλλη. Μέσα σ’ ένα κλίμα αγάπης και στοργής προς τα γατιά μεγάλωσα κι εγώ, και μάλιστα με πολλή χαρά κοιμόμουνα αγκαλιά μαζί με τα μικρά γατάκια, ενώ στο κρεβάτι των γονιών μου, και μάλιστα στα πόδια τους, συνήθιζε να κοιμάται η μεγάλη γάτα. Αυτή τη συνήθεια την κρατώ ως σήμερα: το μικρό στην αγκαλιά, η μεγάλη στα πόδια μου.

Ως τη γερμανική κατοχή τα γατιά μας πήγαιναν καλά. Αλλά το 1942 που έπεσε μεγάλη πείνα και κοντέψαμε να πεθάνουμε όλοι μας, φυσικά τα πρώτα που πέθαναν ήταν τα ζωντανά μας, πρώτα τα καναρίνια μας και μετά οι δύο γάτες μας. Όσο σκληρή και να ήταν η εποχή, είχαμε ακόμη αρκετή τρυφερότητα για να θρηνήσουμε αυτές τις απώλειες. Θυμούμαι μάλιστα ότι στο σπίτι που μέναμε, στην οδό Φλωρίνης, ο πατέρας μου έθαψε τα γατιά και τα καναρίνια στο υπόγειό μας. Το 1944, και πριν ακόμη φύγουν οι Γερμανοί, πήραμε πάλι μια γάτα, που οι απόγονοί της έζησαν μαζί μας πάνω από είκοσι χρόνια. Το 1963, όταν έγινε η διάνοιξη της οδού Αγίου Δημητρίου, το σπίτι μας βγήκε επάνω στον δρόμο και ο νοικοκύρης μας το έδωσε με αντιπαροχή. Τότε αναγκαστήκαμε να φύγουμε, και μάλιστα αρκετά μακριά, στην Κάτω Τούμπα, όπου είχαμε συγχωριανές της μητέρας μου και μας ήθελαν να είμαστε όλοι κοντά. Και πήγαμε, αλλά δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, αφήσαμε τα γατιά μας στο παλιό σπίτι, κάτι που μου κόστισε πολύ.

Στην Κάτω Τούμπα μείναμε δέκα χρόνια σε μια ειδυλλιακή μονοκατοικία, ή μάλλον σε ένα κουκλόσπιτο, με κηπάκι που ήταν από την πίσω μεριά. Εκεί βρήκαμε μια νέα γατούλα, την Τζούλη. Αυτή έζησε δεκαεξίμισι χρόνια και την πήραμε μαζί μας στο απέναντι ωραίο δίπατο, όπου μετακομίσαμε, όταν το κουκλόσπιτο έπεσε κι αυτό με τη σειρά του θύμα της αντιπαροχής. Η Τζούλη δεν έφευγε απ’ την αγκαλιά της μητέρας μου και της έκανε συντροφιά όταν εγώ έλειπα στη δουλειά. Τη γατούλα αυτή την αγαπούσαμε πάρα πολύ, γιατί ήταν τυφλή, και γι’ αυτό νιώθαμε μεγάλη τρυφερότητα γι’ αυτήν. Η Τζούλη πέθανε λίγο καιρό πριν να πεθάνει η μάνα μου και την πήρα και την έθαψα στο κτήμα του Καλού. Το κτήμα του Καλού είναι ένα τεράστιο κτήμα, σχεδόν εγκαταλειμμένο, ανάμεσα Άνω και Κάτω Τούμπα. Εκεί ανακάλυψα σε μια γωνιά ένα μέρος πολύ κατάλληλο για να τη θάψω, έσκαψα σε σκληρό χώμα που από πάνω είχε πολλά ξερόκλαδα, και έτσι κανείς δεν μπορούσε να ανακαλύψει το μέρος. Από τότε εκεί έθαβα όλα τα γατιά μου, όταν πέθαιναν, και μέσα στα είκοσι επτά χρόνια που μείναμε συνολικά στην Τούμπα έθαψα επτά γατιά. Αυτό ήταν το νεκροταφείο των γατιών μου, που το αγάπησα όσο και τα σπίτια που έζησα.

 

 

Λίγο μετά την Τζούλη πέθανε και η μητέρα μου, τον Νοέμβριο του 1981. Τη θάψαμε στη Μαλακοπή, που είναι το ωραιότερο και συμπαθητικότερο νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα, χειμωνιάτικο αλλά φωτεινό και ευχάριστο, και μαζευτήκαμε όλοι οι φίλοι, μια και δεν υπήρχαν συγγενείς, για την κηδεία. Εκεί που περιμέναμε στο νεκροστάσιο, κι εγώ ήμουν πολύ θλιμμένος και βουρκωμένος, ξαφνικά εμφανίζεται μια ωραία γατούλα, από τις πολλές που περιέτρεχαν το νεκροταφείο, και έρχεται και στέκεται δίπλα μου σοβαρή σοβαρή. Όταν ξεκίνησε η μικρή πομπή από το νεκροστάσιο για να πάμε στο εκκλησάκι για τη νεκρώσιμη ακολουθία, η γατούλα με συνόδευε από δίπλα μου, χωρίς ούτε να χαϊδολογιέται ούτε να νιαουρίζει. Διανύσαμε μαζί καμιά διακοσαριά μέτρα και, μόλις φτάσαμε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, με εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε. Αναρωτιόμουν πώς εμφανίστηκε αυτή η γάτα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή και πώς προχωρούσε σιγά σιγά στον ρυθμό της μικρής πομπής για να με συνοδεύσει. Μου φάνηκε ότι είχε ‘ρθεί για να με παρηγορήσει, γιατί κανείς συγγενής δεν υπήρχε για να με συνοδεύσει, και ήτανε ίσως η μόνη ύπαρξη που θα μπορούσε να μου κάνει συντροφιά εκείνη την ώρα. Επίσης έκανα και τη σκέψη μήπως η ωραία αυτή γατούλα είχε εμφανιστεί για να αποχαιρετήσει τη μητέρα μου σαν εκπρόσωπος όλων των γατιών της Θεσσαλονίκης, τα οποία με αυτό τον τρόπο αναγνώριζαν τα πενήντα χρόνια της αγάπης και της στοργής που τους είχε δείξει η μητέρα μου. Όταν έφυγε η γάτα, πρόσεξα ότι ακόμη και το ηλιοβασίλεμα εκείνο το σούρουπο ήταν πολύ φαντασμαγορικό και εξαίσιο, και επιπλέον πολύ κοντά στο νεκροταφείο ακούγονταν κάτι ωραιότατα ρεμπέτικα. Λοιπόν, η συντροφιά της γατούλας, το ωραίο ηλιοβασίλεμα και τα ωραία ρεμπέτικα μου ‘δωσαν τόση χαρά και τόση αισιοδοξία που ξέχασα το βούρκωμά μου και άρχισα και σκέφτομαι πως δεν μπορεί όλα να σταματούνε εδώ· οπωσδήποτε κάτι υπάρχει, η ζωή συνεχίζεται και από την άλλη πλευρά του λόφου.

Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, και πάλι δεν μου έλειψαν οι γάτες. Σε λίγο καιρό ήρθε και με πλησίασε μια ξένη γάτα από έξω, τρίφτηκε στα πόδια μου, χαϊδεύτηκε, γίναμε φίλοι, και έμεινε στο σπίτι μας. Αυτή ήταν η Τσογλανίτσα. Η Τσογλανίτσα ήταν χαριτωμένη, μου έκανε πολλή παρέα, με αγαπούσε και την αγαπούσα, ζήσαμε μαζί κάμποσα χρόνια και μου γέννησε τρία γατάκια, αρσενικά και τα τρία, που τους έδωσα βιβλικά ονόματα: ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Ιεχονίας. Ένα χρόνο μετά η γατούλα πέθανε από μια ακατάσχετη αιμορραγία στην κοιλιά της. Τυραννίστηκε μια ολόκληρη νύχτα και το πρωί τη βρήκα πεθαμένη. Την έκλαψα πολύ και πήγα και την έθαψα μαζί με το άλλο γατάκι. Γι’ αυτήν έγραψε ένα διήγημα ο Περικλής Σφυρίδης.

Έμειναν τα τρία γατιά, που παίζαν στο σπίτι και μου έδιναν πολλή χαρά. Ο Ανανίας, που για πλάκα τον φώναζα και Αυνανία, ήταν ένα ωραίο και πανέξυπνο γατάκι. Του άρεζε να κάθεται στο γραφείο μου και να μου ανακατώνει με τα νυχάκια του τα χαρτιά. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το χαρώ πολύ, γιατί ένα απόγευμα κάποια παλιόπαιδα της γειτονιάς, για να το ξαφνιάσουν και να το κάνουν να τρομάξει, το έσπρωξαν σε έναν λάκκο με σβησμένο ασβέστη και το γατί έπεσε μέσα. Έτρεξα και το έβγαλα αμέσως, αλλά είχε υποστεί φοβερά εγκαύματα. Ό,τι και να έκανα, ό,τι αλοιφές και να του έβαλα, μέσα σε μια βδομάδα πέθανε. Το δεύτερο γατί, ο Αζαρίας, ήταν το αντίθετο, ένα πολύ κουτό πλάσμα και πολύ του δρόμου, τριγυρνούσε από το πρωί ως το βράδυ έξω και δεν πολυερχόταν στο σπίτι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν το αγαπούσα. Ο Αζαρίας είχε κι αυτός κακό τέλος. Ένα απόγευμα που περιφερόταν στη γειτονιά εμφανίστηκαν δύο αληταράδες με δύο μαντρόσκυλα, το γατί τρόμαξε και ανέβηκε επάνω σε ένα δεντράκι του δήμου για να σωθεί, αλλά αυτοί είχαν πολύ κακές διαθέσεις. Αμόλυσαν τα σκυλιά κάτω από το δέντρο και οι ίδιοι κουνούσαν το δέντρο, για να τρομάξει το γατί, να κατεβεί και να το αρπάξουν οι σκύλοι. Κατατρομαγμένος έτρεξα για να το σώσω, αλλά ήταν αργά. Το γατί στην απελπισία του έδωσε ένα τεράστιο σάλτο από την κορφή του δέντρου για να φύγει τρέχοντας και να γλιτώσει, αλλά δυστυχώς το ένα από τα δύο σκυλιά το πρόλαβε και του έμπηξε τα δόντια στην κοιλιά και του ‘βγαλε τα άντερα απ’ έξω. Ήταν τραγικό. Οι δύο νεαροί με τα σκυλιά έφυγαν θριαμβολογώντας, λες και είχαν κάνει κανένα ανδραγάθημα. Εγώ πήρα το φουκαριάρικο το ζώο με χυμένα τα άντερα, το πήγα στο σπίτι, αλλά δεν υπήρχε σωτηρία. Και το ότι άντεξε σ’ αυτή την κατάσταση μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν πολύ. Ο τρίτος, ο Ιεχονίας, έζησε σε βαθιά γεράματα. Στο τέλος της ζωής του άρχισε να χάνει το φως του. Ήδη ήταν από το ένα μάτι εντελώς τυφλός και από το άλλο μάτι έβλεπε παρά πολύ λίγο. Εγώ χαϊδευτικά τον φώναζα Γκαβό και ένιωθα γι’ αυτόν μεγάλη τρυφερότητα, όπως και για το παλιό μας γατάκι, την Τζούλη, που ήταν από μικρή τυφλή.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΝτίνος Χριστιανόπουλος: Οι γάτες του σπιτιού μας
Περισσότερα

Ο Πάλμερστον, ο γάτος του Φόρεϊν Όφις, συνταξιοδοτείται

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Πάλμερστον, ο γάτος ο οποίος επί 4,5 έτη υπηρέτησε με ζήλο το Φόρεϊν Όφις, συνταξιοδοτείται… Εγκαταλείπει την κατοικία του στο Λονδίνο για να εγκατασταθεί στην εξοχή δίνοντας τέλος στις υπηρεσίες εξόντωσης ποντικών που προσέφερε το διάστημα αυτό στους διπλωμάτες.

 

 

Γράφοντας στους περισσότερους από 100.000 ακολούθους του στον λογαριασμό του στο Twitter, ο μαυρόασπρος κεραμιδόγατος, ο οποίος κάποτε ζούσε στο καταφύγιο σκύλων και γάτων του Μπάτερσι, λέει ότι θέλει να περνάει περισσότερο χρόνο πλέον χαλαρά, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

 

 

«Απόλαυσα το σκαρφάλωμα δέντρων και τις περιπολίες στα χωράφια γύρω από το νέο μου σπίτι στην εξοχή», έγραψε προς τον ανώτερο δημόσιο υπάλληλο του Φόρεϊν Όφις, τον Σάιμον ΜακΝτόναλντ, αφήνοντας το αποτύπωμα και των δύο μπροστινών του ποδιών.

 

 

«Θα μου λείψει να ακούω τα βήματα ενός πρέσβη και να τρέχω στην κρυψώνα μου για να δω ποιος είναι».

Δεν αναμένεται πάντως ανασχηματισμός καθώς ο Λάρι, ο γάτος της Ντάουνινγκ Στριτ, παραμένει εκεί, ενώ ο Γκλάντστοουν διατηρεί τη θέση του στο υπουργείο Οικονομικών.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟ Πάλμερστον, ο γάτος του Φόρεϊν Όφις, συνταξιοδοτείται
Περισσότερα

Σπιτάκια για γάτες τοποθετήθηκαν σε γειτονιές της Αθήνας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένα νέο πρόγραμμα τοποθέτησης μικρών σπιτιών για γάτες, το οποίο θα εξαπλωθεί σταδιακά σε όλο και περισσότερες γειτονιές της πόλης προσφέροντας στους τετράποδους φίλους μας ασφάλεια, ξεκινάει ο Δήμος Αθηναίων, εκπληρώνοντας τις δεσμεύσεις του απέναντι στους δημότες και ιδιαίτερα στους ευαισθητοποιημένους εθελοντές, που αφιερώνουν μέρος του χρόνου τους στους τετράποδους φίλους μας.

Τις προηγούμενες μέρες με τη φροντίδα του Τμήματος Αστικής Πανίδας τοποθετήθηκαν τα πρώτα σπιτάκια σε τρία σημεία που βρίσκονται «αποικίες» από γάτες, στους Αμπελοκήπους και στην περιοχή του Γκύζη.

 

 

Τα σπιτάκια είναι τοποθετημένα σε ξύλινες βάσεις ώστε να μην πλημμυρίζουν σε περίπτωση βροχής, ενώ φέρουν το λογότυπο του Δήμου Αθηναίων και τα τηλέφωνα της Διεύθυνσης Αστικής Πανίδας. Πρόθυμοι εθελοντές οι οποίοι φροντίζουν τις συγκεκριμένες «αποικίες» έχουν αναλάβει να τα έχουν υπό την επίβλεψη και προστασία τους.

Το πρόγραμμα θα συνεχίσει να υλοποιείται με γοργά και σταθερά βήματα συμπληρώνοντας τον συνολικό σχεδιασμό των δράσεων του Δήμου Αθηναίων που αφορούν την προστασία των αδέσποτων (ταΐστρες, δωρεάν τοποθέτηση “τσιπ”).

 

 

Τις επόμενες μέρες αντίστοιχα σπιτάκια θα τοποθετηθούν στο Άλσος Παγκρατίου και σε άλλες γειτονιές της πρωτεύουσας, έτσι ώστε να προστατευθούν όσο πιο πολλές «αποικίες» από γάτες γίνεται, ενόψει μάλιστα του επόμενου χειμώνα.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΣπιτάκια για γάτες τοποθετήθηκαν σε γειτονιές της Αθήνας
Περισσότερα

Από τη Χώρα της Νάξου – Δεκαέξι στιγμές ενός χορού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο κόσμος μας χρειάζεται ανθρώπους σαν τον Πέτρο. Τρυφερούς, ευγενικούς, εμπνευσμένους. Μην υποτιμάτε την ευαισθησία τους. Είναι υλικό ανθεκτικό και δημιουργικό, φτιαγμένο από αστέρια. (catisart.gr)

Γράφει ο Πέτρος Γάλλιας*

Κατακαλόκαιρο. Στα σοκάκια της Χώρας. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Πέρασα τυχαία έξω από το σπίτι της. Ένα όμορφο φρεσκοασβεστωμένο σπίτι. Αιγαιοπελαγίτικο. Εκεί. Ψηλά στο Κάστρο. Της Νάξου.

 

 

Την είδα. Κοντοστάθηκα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Ανταλλάξαμε ένα δυο τρυφερά νιαρ νιαρ. Και αυτή η καλλονή. Αυτή η νησιώτισσα. Η αρχόντισσα. Σηκώθηκε. Και. Άρχισε να χορεύει! Εγώ έμεινα να την απολαμβάνω. Μαγεμένος! Τεντωνόταν. Έστριβε. Κουλουριαζόταν… Πόσο όμορφος ο χορός της! Ήρεμος. Εκστατικός. Στο τέλος ξάπλωσε στο πεζούλι. Με κοίταξε στα μάτια. Και μου γουργούρισε ένα “λοιπόν τι λες; σ’ άρεσε ο χορός μου;”. Τότε, της χάιδεψα τρυφερά το σβερκάκι της. Και της είπα “ο χορός σου ήταν πανέμορφος σαν τα μάτια σου”. Εκείνη ξανά γουργούρισε. Ναζιάρικα. Μου πρόσφερε την κοιλίτσα της για χάδι. Και εγώ έλιωσα. Και τότε ένιωσα μια απέραντη γαλήνη. Μια γλύκα. Μια ευγνωμοσύνη. Και ήταν κι ο ήλιος που έδυε. Κι ήταν όλα που συνηγόρησαν στη μαγική στιγμή. Και ένα όμορφο μελτεμάκι έφερε μια τρυφερή μυρωδιά βασιλικού. Και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Και γλύκανε η ψυχή μου. Και ξαναχάιδεψα το γατόνι στην κοιλίτσα. Και στο λαιμουδάκι του. Κι εκείνο μου ξαναγουργούρισε. Ευχαριστημένο. Και ο ήλιος βασίλεψε. Και κατηφόρισα. Για το λιμάνι. Και είχα για ώρα πολλή στην παλάμη μου το άγγιγμα. Το χάδι. Και είχα για ώρα πολλή στα μάτια μου το ηλιοβασίλεμα. Και είχα για ώρα πολλή μέσα μου μια χαρά. Μεγάλη. Και μια συγκίνηση. Και σκέφτηκα τότε την αγαπημένη Ειρήνη. Τη φίλη μου που τόσο αγαπάει τα γατόνια. Και της αφιέρωσα με τη σκέψη μου. Τον χορό. Και το ηλιοβασίλεμα. Και το μελτεμάκι. Μα πάνω από όλα της αφιέρωσα εκείνο το χάδι. Στην παλάμη μου. Και σκέφτηκα μια φορά που είχε γράψει στο αφιέρωμά της για μένα και τον Ερωτάκο μου, ότι τα ζώα είναι ό,τι μας έχει απομείνει από τον παράδεισο. Έτσι είναι Ειρήνη μου αγαπημένη. Έτσι ακριβώς. Και σήμερα που ξανασκέφτηκα το γατόνι. Και τον χορό του. Αφιερώνω στην Ειρήνη – όσον μπόρεσα να υποκλέψω από τον χορό εκείνο και να απαθανατίσω στις φωτογραφίες. Και μαζί με την Ειρήνη, αφιερώνω και σε όλα τα φιλαράκια που αγαπάνε και συζούν με αυτά τα μαγικά πλάσματα. Και βέβαια αφιερώνω και στο “catisart”. Με όλη μου την αγάπη.

 

 

Ευχαριστούμε τον Πέτρο Γάλλια για το κείμενο και τις φωτογραφίες.

*Διαβάστε επίσης:

 

 

* Ο Πέτρος Γάλλιας είναι χορογράφος και σκηνοθέτης.

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Ξεκίνησε μουσικές και χορευτικές σπουδές στη γενέτειρά του.

Παρακολούθησε μαθήματα χορού στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης και σε σεμινάρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1993 αποφοίτησε από την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου.
Ως ηθοποιός και χορευτής συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, τη Μαρία Χορς, το Θίασο Πορφύρα της Ειρήνης Παπά, το Μιχάλη Κακογιάννη, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τα Χορικά της Ζουζούς Νικολούδη, το Χοροθέατρο Ροές, το Θέατρο Τέχνης κ.ά. Το 1994 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Τέλος Εποχής» του Αντώνη Κόκκινου.
Έχει χορογραφήσει ή σκηνοθετήσει: 96 Θεατρικά Έργα, 41 Όπερες και Οπερέτες, 35 Χοροθεατρικά Έργα, 4 μικτά θεάματα, 3 Κουκλοθέατρα, 10 Έργα με Παιδιά και 8 με Εφήβους, πολλές ποιητικές και μουσικές βραδιές και αφιερώματα, μεταξύ άλλων, για την Fujiwara Opera του Τόκιο, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, το Εθνικό Θέατρο (Κεντρική, Πειραματική, Παιδική Σκηνή), την Εθνική Λυρική Σκηνή (Κεντρική, Παιδική Σκηνή), την Όπερα Δωματίου Αθηνών, το Φεστιβάλ Αθηνών, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου, Κέρκυρας, Κοζάνης, Κρήτης και Ρούμελης.
Από το 1997 διδάσκει σε σεμινάρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ελεύθερα ή ενταγμένα σε Ευρωπαϊκά προγράμματα. Μεταξύ άλλων, στο Εργαστήρι Ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου (1999-2001), στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιόνιου Πανεπιστήμιου (2008), στο Όπερα Στούντιο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (2009) και στη Θερινή Ακαδημία Όπερας (Όπερα Δωματίου Κέρκυρας / τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιόνιου Πανεπιστήμιου / ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας (2012), στο Centro Sociale di Salerno στο πλαίσιο του προγράμματος “CFP D e per il progetto Quelli che la Danza/ Ra.i.d. Festival” (2014), Dance Days 4 Χανιά (2014), στο Μεταπτυχιακό Τμήμα των Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου / Ναύπλιο (2016, 2017, 2018, 2019, 2020).
Έχει σκηνοθετήσει τις παραστάσεις του Χοροθεατρικού Ομίλου του Κολεγίου Αθηνών (1997-2001) και του Μουσικού Ομίλου του Αρσάκειου Τοσίτσειου Ιδρύματος Αθηνών (2006).
Για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας έχει σκηνοθετήσει: την όπερα του Τζιακίνο Ροσίνι,”La Cambiale di matrimonio” (2008 – στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Εδαφικής Συνεργασίας Ελλάδα – Ιταλία 2007 – 2013 / “La bottega delle voci – opera dei Giovani”), “Το Καμπιέλο” του Γκολντόνι (2012), τις “ασκήσεις ετοιμότητας” (2013 – “in readiness” στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού προγράμματος La bottega delle voci – centro di produzione teatrale II”), τις βραδιές “κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό” (2012 – 2014), τις βραδιές “υπό το φως των κεριών” (2012-2014), τις μουσικές βραδιές “στην Πανσέληνο”(Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2012, 2013, 2014), το έργο του Μπρεχτ “Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της” (2014) και τη μαύρη κωμωδία “Λευκή δαντέλα” (2015).
Το 1993 ίδρυσε το Χοροθέατρο Ήρος Άγγελος για το οποίο έχει σκηνοθετήσει και χορογραφήσει τα έργα: Τα Ερωτικά (1993), Εξέδυσάν Με (1995), Λίλιθ (1996), Σαλώμη (1998), Εν Πλω (1999), Έκτοτε (1999), Φαίδρα (2000), Φαίδρα (Νέα εκδοχή-2003), Solitude (2004), Εδουάρδος Β ́ (2005), Εδουάρδος Β ́ (Νέα εκδοχή-2006), A.Y.O.R.: Με δική σου ευθύνη (work in progress -2007), ασκήσεις ετοιμότητας I (2008), ασκήσεις ετοιμότητας II (2008), ασκήσεις ετοιμότητας III (2008), ασκήσεις ετοιμότητας IV (2008), ασκήσεις ετοιμότητας V (2009), ασκήσεις ετοιμότητας V (2010), μνήμες στο νερό (2010), the forbidden city (2011), ασκήσεις ετοιμότητας V (Νέα εκδοχή-2011), ασκήσεις ετοιμότητας VI (2012), ασκήσεις ετοιμότητας VΙI (2013), ασκήσεις ετοιμότητας (Νέα εκδοχή-2014), ρωμαίος + (2014), corpus poeticus I (2015), Αντίνοος (2015), Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν (2015), Δες, τα χέρια μου είναι άστρα, είναι πουλιά, είναι θηλιά, είναι αγκαλιά… (2016), Ηρακλής (2016), Άκου έν’ όνειρο, ψυχή μου (2017), Eφωνάξαν ως τ’ αστέρια του Ιονίου τα νησιά (2017), Οδυσσέας Ι – Νόστος (2018), Ορέστης (2018).
Το 2017 σκηνοθέτησε την όπερα του Σπυρίδωνα Ξύνδα “Ο Υποψήφιος” μια παραγωγή της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κερκύρας σε συνεργασία με την Χορωδία Κέρκυρας και το μουσικό τμήμα του Ιόνιου Πανεπιστήμιου.
Το 2018 σκηνοθέτησε το έργο “Dust in the wind” με φοιτητές του Ιόνιου Πανεπιστήμιου μια παραγωγή του Συλλόγου “Στήριξη”, την Οπερέτα “Οι Απάχηδες των Αθηνών” του Νίκου Χατζηαποστόλου με την Δημοτική Χορωδία Κέρκυρας “San Giacomo” και την όπερα με παιδιά “Μια πολιτεία χτίζουμε” του Paul Hindemith για την Φιλαρμονική Εταιρία Κερκύρας και το παιδικό τμήμα της Χορωδίας Κέρκυρας.
Το 2019 σκηνοθέτησε την οπερέτα του Νίκου Χατζιαποστόλου “Ο Βαπτιστικός” μια παραγωγή της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κέρκυρας σε συνεργασία με την Δημοτική Χορωδία Κέρκυρας “San Giacomo”. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς σκηνοθέτησε τη σουίτα μπαλέτου “Ζορμπάς” του Μίκη Θεοδωράκη, πρώτη φορά σε θεατρική μορφή, για την Φιλαρμονική Εταιρία Μάντζαρος και τη Δημοτική Χορωδία Κέρκυρας “San Giacomo”. Ακόμα, σκηνοθέτησε για τον Πολιτιστικό Όμιλο Κανονίου, την μουσική βραδιά “στο σεληνόφως” καθώς και το δρώμενο “Η Αυτοκράτειρα και ο δάσκαλος. Μια συνάντηση” στον Κήπο των Μουσών του Αχίλλειου για το Πολιτιστικό Σωματείο “Αλμπέρτ Κοέν”. Τον Δεκέμβριο του 2019 σκηνοθέτησε την οπερέτα του Αλέξανδρου Γκρεκ “Μυριέλλα” μια παραγωγή της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κερκύρας σε συνεργασία με την Χορωδία Κέρκυρας.
Ακόμα έχει σκηνοθετήσει για τον Γυμναστικό Όμιλο Κέρκυρας τις παραστάσεις: “Όμορφη και παράξενη πατρίδα”(2019) και “Μεσόγειος” (2020)
Το φθινόπωρο του 2020 θα χορογραφήσει για την Όπερα Της Πράγας, την όπερα “Κάρμεν” του Μπιζέ σε σκηνοθεσία του Γκρίσα Αζαγκάροφ.
Είναι μέλος και από το 2011 πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Χορού CID της UNESCO. Υπήρξε Αντιπρόεδρος της Γνωμοδοτικής Επιτροπής για τις Σχολές Χορού, μέλος της Επιτροπής Τιμητικών Συντάξεων του Υπουργείου Πολιτισμού και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού. Είναι ιδρυτικό μέλος και από το 2002, πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Χορογράφων. Από το 2012 έως το 2015 ήταν Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑπό τη Χώρα της Νάξου – Δεκαέξι στιγμές ενός χορού
Περισσότερα

Όσα οφείλεις να ξέρεις για τα πιο δημοφιλή κατοικίδια στον κόσμο, τις γάτες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ω γνωστόν οι γάτες είναι από τα πιο δημοφιλή κατοικίδια στον κόσμο. Μάθετε μερικές χρήσιμες πληροφορίες για τα συμπαθή και πανέξυπνα αιλουροειδή:

Στις ΗΠΑ, οι γάτες είναι πιο δημοφιλείς από τους σκύλους: υπάρχουν 88 εκατομμύρια γάτες και 74 εκατομμύρια σκύλοι.

Χάρη στα εκπληκτικά αντανακλαστικά τους, κάποιες γάτες έχουν κατορθώσει να επιβιώσουν πέφτοντας από 32 ορόφους (320 μέτρα) στο έδαφος.

Μία γάτα έχει 32 μύες σε κάθε αφτί οι οποίοι ελέγχουν τα εξωτερικό αφτί. Ο άνθρωπος έχει μόλις έξι.

Μία γάτα ονόματι Stubbs ήταν επί 15 χρόνια Δήμαρχος της Talkeetna, μιας μικρής πόλης της Αλάσκας.

Οι γάτες δεν έχουν αίσθηση του γλυκού.

Κατά μέσο όρο, μία γάτα κοιμάται σχεδόν 70% της συνολικής ζωής της. Με άλλα λόγια, μία εννιάχρονη γάτα έχει μείνει ξύπνια μόνο τρία χρόνια σε όλη της τη ζωή.

Η μεγαλύτερη σε μήκος γάτα ήταν ο Stewie: 1,23 μ. από από την ουρά ως τη μύτη του.

Σύμφωνα με ερευνητές, αν έχει κάποιος μια γάτα ως κατοικίδιο μειώνεται ο κίνδυνος εμφράγματος και εγκεφαλικού κατά ένα τρίτο.

Οι ενήλικες γάτες δεν νιαουρίζουν ποτέ η μία στην άλλη: μόνο όταν επικοινωνούν με ανθρώπους.

Τα καφέ με γάτες, όπου κάποιος μπορεί να απολαύσει τον καφέ ή ένα ποτό με την παρέα μιας γάτας, γίνονται όλο και πιο δημοφιλή παγκοσμίως.

Οι γάτες έχουν τρία βλέφαρα. Το τρίτο είναι ένα μικρό τρίγωνο ροζ ή λευκού ιστού που είναι συνήθως ορατό στη γωνία του οφθαλμού.

Στην Ιαπωνία, μία μαύρη γάτα θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη.

Οι γάτες έχουν την ικανότητα να βγάζουν πάνω από 100 διαφορετικούς ήχους, τη στιγμή που οι σκύλοι βγάζουν μόλις 10.

Η μικρότερη γάτα στον κόσμο ονομάζεται Tinker Toy και έχει ύψος μόλις 7 εκατοστά.

Το απόλυτο ρεκόρ γεννήσεων ανήκει (δικαιωματικά) σε μία γάτα ονόματι Dusty, η οποία κατά την ηλικία της αναπαραγωγής της γέννησε 420 γατάκια.

Στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ επιτρέπεται το κόψιμο των νυχιών μιας γάτας. Η συγκεκριμένη πρακτική, ωστόσο, απαγορεύεται σε τουλάχιστον 22 χώρες, ανάμεσά τους τη Γερμανία, τη Φινλανδία, την Ελβετία, την Αυστραλία, την Νέα Ζηλανδία και την Ιαπωνία.

Μία γάτα έχει πέντε δάκτυλα στα μπροστινά της πόδια και μόλις τέσσερα στα πίσω.

Οι γάτες χρησιμοποιούν τα μουστάκια τους για να υπολογίσουν τις διαστάσεις ενός ανοίγματος και κατά πόσο χωρούν να περάσουν από αυτό.

Μια γάτα-κατοικίδιο μπορεί να τρέξει με ταχύτητα τουλάχιστον 48 χλμ/ώρα.

Οι γάτες έχουν τη δυνατότητα να ακούν υπερήχους, τους οποίους δεν μπορούν να ακούσουν οι άνθρωποι.

Μία γάτα γουργουρίζει περίπου 26 κύκλους το λεπτό – με την ίδια συχνότητα, δηλαδή, όσο μία αδρανής μηχανή ντίζελ.

Μία ομάδα από γάτες ονομάζεται αγέλη.

Η πλουσιότερη γάτα στον κόσμο έχει περιουσία ύψους $13 εκατομμυρίων δολαρίων: ο ιδιοκτήτης της, ο οποίος έχει αποβιώσει, την άφησε κληρονόμο του.

Οι θηλυκές γάτες είναι “δεξιόχειρες” και οι αρσενικές “αριστερόχειρες”.

Tο μυαλό της γάτας είναι σε ποσοστό 90% ίδιο με αυτό του ανθρώπου.

Η γάτα έχει την ικανότητα να πηδάει σε ύψος ως και έξι φορές το μήκος της.

Aν μία γάτα αφήνει τις ακαθαρσίες της ακάλυπτες, θεωρείται ένδειξη επιθετικότητας, και σημαίνει ότι δεν φοβάται κάποιον.

Οι γάτες ιδρώνουν, αλλά μόνο από τις πατούσες τους.

Οι ευέλικτοι μύες των αφτιών τους, τους επιτρέπουν να τα γυρίζουν να τα μετακινούν έως και 180 μοίρες.

Όταν κυνηγάει μία γάτα κρατάει το κεφάλι της χαμηλά, ενώ ένας σκύλος το λυγίζει πάνω και κάτω.

Υπάρχουν πάνω από 500 εκατομμύρια γάτες-κατοικίδια σε όλον τον κόσμο, από περίπου 40 γνωστά είδη.

Όταν μία γάτα τρίβεται πάνω σε έναν άνθρωπο δεν σημαίνει μόνο ότι είναι φιλική, αλλά ότι “μαρκάρει” την περιοχή της μέσω της όσφρησης.

Συνήθως, οι γάτες γεννούν ένα με εννιά γατάκια τη φορά. Η μεγαλύτερη γέννα “έβγαλε” 19 γατάκια, από τα οποία κατάφεραν να επιβιώσουν 15.

Οι γάτες συνήθως σιχαίνονται το νερό γιατί η γούνα τους δεν είναι καλό μονωτικό όταν βρέχεται. Το μόνο είδος που του αρέσει το κολύμπι είναι η γάτα Βαν της Τουρκίας.

Συνήθως, μία γάτα έχει γύρω στα 12 μουστάκια σε κάθε πλευρά της μουσούδας της.

Τούφες από τρίχες μεγαλώνουν μέσα και γύρω από το αφτί μιας γάτας: αποτελούν “μονωτικό” για το αφτί, αφήνουν έξω τη βρώμα και κατευθύνουν τον ήχο.

Οι γάτες δεν μπορούν να μασήσουν μεγάλες μερίδες φαγητού, καθώς δεν μπορούν να κουνήσουν τα σαγόνια τους πλαγίως.

Οι γάτες έχουν γύρω στους 53 σπονδύλους, με χαλαρή σύνδεση, γεγονός που κάνει την πλάτη τους πραγματικά ευέλικτη. Οι άνθρωποι έχουν μόλις 34.

Οι γάτες είναι αγαπημένο κατοικίδιο για πολλούς.

Ένας από τους λόγους που ένα γατάκι κοιμάται τόσο πολύ, είναι επειδή κατά τη διάρκεια του ύπνου απελευθερώνει μία αυξητική ορμόνη.

Στη Σκωτία χτίστηκε ένας ολόκληρος πύργος προς τιμήν μιας γάτας ονόματι Towser, η οποία κατά τη διάρκεια της ζωής της έπιασε περίπου 30.000 ποντίκια.

Το 1871, οργανώθηκε στο Λονδίνο το πρώτο σόου με γάτες.

Οι γάτες έχουν 230 κόκαλα στο σώμα τους, ενώ οι άνθρωποι έχουν μόλις 206.

Μία γάτα δεν έχει κλειδοκόκαλο, γι’ αυτό και μπορεί να χωρέσει από στενά ανοίγματα.

Η μύτη κάθε γάτας έχει μοναδικό μοτίβο, όπως ακριβώς συμβαίνει με το αποτύπωμα του ανθρώπου.

Μέσα σε ένα λεπτό η καρδιά μιας γάτας μπορεί να χτυπήσει 110 με 140 φορές – σχεδόν δύο φορές πιο γρήγορα από την καρδιά του ανθρώπου.

Οι γάτες έχουν την ικανότητα να αισθάνονται τις σεισμικές δονήσεις 10 με 15 λεπτά πριν από τους ανθρώπους.

Οι ενήλικες γάτες έχουν 30 δόντια.

Το σώμα μιας γάτας καλύπτεται με σχεδόν 130.000 τρίχες ανά τετραγωνική ίντσα.

Στα αγγλικά, μια θηλυκή γάτα αποκαλείται “βασίλισσα” ή “Μόλλυ”.

Πηγή: msn.com

  • Εικόνα: Ίρις Δρακούλη – χαρακτικό
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΌσα οφείλεις να ξέρεις για τα πιο δημοφιλή κατοικίδια στον κόσμο, τις γάτες
Περισσότερα