CATαφύγιο

Όταν οι λέξεις δεν στρώνουν κάποια γάτα περνά παραπονεμένη – Του Γιάννη Πάσχου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ένας κύριος, γνωστός επιχειρηματίας με πολλές διασυνδέσεις στην περιοχή, είχε παραγγείλει ψάρια. Μια γάτα τριγύριζε το τραπέζι του νιαουρίζοντας ασταμάτητα. Έκανε ένα ελεγχόμενο ξουτ αλλά αυτή, επίμονη, ορέγονταν το φαγητό του. Τέντωσε το πόδι διακριτικά και προσπάθησε να την κλωτσήσει. Αντ’ αυτού, χτύπησε την άκρη του τραπεζιού ρίχνοντας το μπουκάλι με το κρασί πάνω του και σαν επιστέγασμα, ήρθε και η παρατήρηση ενός νέου σε ηλικία σερβιτόρου που μόλις είχε πιάσει δουλειά: δεν κλωτσάμε τα ζώα κύριε. Η παρατήρησή του ακούστηκε στον χώρο και τα διπλανά τραπέζια γύρισαν προς το μέρος του κυρίου που έτρωγε τα ψάρια. Αυτός φάνηκε να προσβλήθηκε, σηκώθηκε και είπε περιπαιχτικά, αυτά για τις γάτες και άδειασε επιδεικτικά το πιάτο με το φαγητό, τη σαλάτα και τα ορεκτικά στο ξύλινο πάτωμα της παραθαλάσσιας ταβέρνας. Μας κοίταξε όλους με περιφρονητικό βλέμμα, πέταξε εκατό ευρώ (ποσό υπερδιπλάσιο του λογαριασμού) κι έφυγε αργά-αργά. Κανείς από το προσωπικό του μαγαζιού, ούτε κάποιος από εμάς, τους πελάτες, τόλμησε να του πει κάτι για την προκλητική συμπεριφορά του.

Γύρισα σπίτι τσαντισμένος από την ανοχή που είχα δείξει. Άνοιξα τα χαρτιά μου και κάθησα να γράψω κάτι για το γεγονός, να το καυτηριάσω, να αναδείξω αυτή την άκρως αντικοινωνική συμπεριφορά.

Από τις πρώτες όμως λέξεις ένιωσα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το κείμενο δεν έστρωνε και οι λέξεις λες και ήταν ζωντανές, με απέφευγαν, αρνούνταν να εξυπηρετήσουν θεωρητικές αναλύσεις, αρνούνταν να γίνουν τροφή για αναγνώστες εθισμένους στην πλήρη απραξία, πεπεισμένες πως γι’ ακόμη μια φορά θα τις χρησιμοποιούσα μόνο για ίδιον όφελος.

  • [Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

– Φωτογραφία: Abyssinian cat by Mark Rogers

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΌταν οι λέξεις δεν στρώνουν κάποια γάτα περνά παραπονεμένη – Του Γιάννη Πάσχου
Περισσότερα

Η γάτα του κυρίου Γρηγόρη – Της Παυλίνας Παμπούδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια φορά ήταν μια κοκκινωπή γάτα ονόματι Τζίλντα κι ένας κοκκινωπός κύριος ονόματι Γρηγόρης. Ζούσαν μαζί σ’ ένα άσπρο σπίτι, στο 11 της οδού Ορλώφ, χωρίς να γίνεται οπωσδήποτε σαφές ποιος ανήκε σε ποιον.

Η συμβίωσή τους πήγαινε πολύ καλά, γιατί τα κοινά σημεία τους ήταν αρκετά (είχαν κι οι δυο μουστάκια, κι οι δυο συνήθιζαν να κρύβουν τις βρωμιές τους, άρεσαν και στους δυο τα ψάρια, μαδούσαν κι οι δυο).

Ένα κυριακάτικο πρωινό, ο κύριος Γρηγόρης και η Τζίλντα βρίσκονταν καθισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο, βυθισμένοι μακάρια στις σκέψεις τους. Συγκεκριμένα, ο κ. Γρηγόρης έκανε γατίσιες σκέψεις (σκεφτόταν το ψάρι που έβραζε στην κουζίνα) και η Τζίλντα έκανε ανθρώπινες σκέψεις (σκεφτόταν τη συμπαντική αρμονία).

Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. Η Τζίλντα πετάχτηκε αμέσως κι έτρεξε μακριά να κρυφτεί, γιατί δεν έχανε ευκαιρία να ασκεί τους μυώνες, τα αντανακλαστικά της και την έκτη της αίσθηση. Ο κ. Γρηγόρης, σαν πιο δυσκίνητος και αργόστροφος, χρειάστηκε αρκετά δευτερόλεπτα για να καταφέρει να βγάλει την αντιληπτική του ικανότητα από την ψαρόσουπα και να την κατευθύνει προς τον εξωτερικό κόσμο.

Το κουδούνι ξαναχτύπησε.

Ο κ. Γρηγόρης ξεκίνησε κακόκεφα προς την πόρτα, σέρνοντας τις παντόφλες του, που δεν ήθελαν καθόλου να μετακινηθούν. Άνοιξε χωρίς να ρωτήσει «Ποιος είναι;» και το μετάνιωσε ακαριαία.

Απ’ έξω στεκόταν ένας μυρμηγκοφάγος. Ένας νεαρός μυρμηγκοφάγος, ενενήντα πόντους ψηλός, με μαύρο, γυαλιστερό πέτσινο και ρωμαλέα προβοσκίδα. Πίσω του, αντί για την άθλια οδό Ορλώφ με τα σκουπίδια και τις λακκούβες, απλωνόταν μια υπέροχη απέραντη έρημος, κάτω από ένα λαμπερό μπλε σαξ ουρανό.

Έμειναν μια στιγμή να κοιτάζονται, εξίσου ξαφνιασμένοι κι οι δυο. Πρώτος συνήλθε ο μυρμηγκοφάγος και τόβαλε στα πόδια.

Ο κ. Γρηγόρης έκλεισε την πόρτα με μια κλοτσιά. Αμέσως, το κουδούνι ξαναχτύπησε.

«Ποιος είναι;» ρώτησε αυτή τη φορά ο κ. Γρηγόρης με τρεμάμενη φωνή.

«Εγώ!» ακούστηκε απ’ έξω.

Ο κ. Γρηγόρης, καθησυχασμένος, άνοιξε.

Μια από τις πολύ συνηθισμένες στην έρημο δυνατές αμμοθύελλες χίμηξε μέσα και σάρωσε το δωμάτιο.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απόγινε ο κ. Γρηγόρης και τα έπιπλά του. Η Τζίλντα, πάντως, μετά από κάποιο διάστημα, εθεάθη να περιφέρεται στα σκουπίδια της οδού Ορλώφ.

Ηθικά διδάγματα

1): Αν δεν ρωτήσεις «Ποιος είναι;» μην ανοίξεις.

2): Αν ρωτήσεις και σου απαντήσει κάποιος «Εγώ!» μην ανοίξεις με κανέναν τρόπο – οι εγωτικοί είναι επικίνδυνοι τύποι και σίγουρα θα σε ισοπεδώσουν.

3): Μόνο αν είσαι γάτα γλιτώνεις (γενικά).

  • Αρχική εικόνα: Man with cat – Painting by mihaela ioana atomei (Romania)
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ γάτα του κυρίου Γρηγόρη – Της Παυλίνας Παμπούδη
Περισσότερα

Ο γάτος Oscar του οίκου ευγηρίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το 2005 υιοθετήθηκε ένας γάτος, ονόματι Oscar, από έναν οίκο ευγηρίας στην Providence (πρωτεύουσα της πολιτείας Rhode Island των ΗΠΑ). Ο γάτος αυτός σε γενικές γραμμές έκοβε βόλτες ήσυχα κι αδιάφορα χωρίς να περνάει τον χρόνο του με κόσμο. Αποδείχτηκε ωστόσο ότι μπορούσε να καταλάβει όταν κάποιος ηλικιωμένος διένυε τις τελευταίες του ώρες, και πάντα πήγαινε από μόνος του και κούρνιαζε κουλουριασμένος δίπλα στον άνθρωπο ώστε αυτός να μην πεθάνει μόνος του.

Δεν έπεσε έξω ούτε μία φορά, σε σημείο που το προσωπικό του οίκου ευγηρίας ήξεραν ότι όταν ο Oscar πήγαινε δίπλα σε κάποιον νοσηλευόμενο, ήταν ώρα να ειδοποιήσουν τους συγγενείς. Μάλιστα, αν το προσωπικό έκλεινε τον Oscar έξω από το δωμάτιο ενός ετοιμοθάνατου νοσηλευόμενου, ο Oscar γρατζουνούσε με μανία την πόρτα και τους τοίχους προσπαθώντας να μπει μέσα. Μια μέρα οι νοσοκόμες προσπάθησαν να τον βάλουν στο κρεβάτι ενός ηλικιωμένου που νόμιζαν ότι ήταν στα τελευταία του, αλλά ο Oscar δεν καθόταν με τίποτα. Νόμιζαν ότι πλέον “χάθηκε” η ικανότητα του Oscar, αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι είχαν κάνει λάθος οι γιατροί και ο ηλικιωμένος δεν πέθαινε.

Το προσωπικό του οίκου ευγηρίας είχε φοβηθεί μήπως οι συγγενείς των νοσηλευόμενων θυμώσουν και θεωρήσουν τον Oscar ως έναν χνουδωτό Μαύρο Θεριστή. Οι συγγενείς ωστόσο εξέφρασαν ότι ένιωθαν όμορφα ξέροντας ότι οι άνθρωποί τους δεν ήταν μόνοι τους στις τελευταίες τους στιγμές, αλλά αντιθέτως είχαν μια γλυκιά παρουσία δίπλα τους μέχρι να “φύγουν” από τον κόσμο.

– Πηγή: Humans of Kalamata

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟ γάτος Oscar του οίκου ευγηρίας
Περισσότερα

Γάτα βρέθηκε ζωντανή σε μηχανή αυτοκινήτου ύστερα από ταξίδι 200 χιλιομέτρων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Μια γάτα φαίνεται να ταξίδεψε περίπου 200 χιλιόμετρα, από το Μπέρμιγχαμ στο Λονδίνο, μέσα στον χώρο της μηχανής ενός αυτοκινήτου και επιβίωσε χωρίς μάλιστα να φέρει την παραμικρή γρατσουνιά.

Σύμφωνα με οργάνωση προστασίας ζώων και όπως αναφέρει το BBC, το αιλουροειδές ήταν «γλυκό», «φιλικό» και καλά στην υγεία του, αν και είχε παγιδευτεί για 200 χιλιόμετρα στον κινητήρα του οχήματος.

 

 

Προσπάθεια για την ανεύρεση του κηδεμόνα

Αν και εκτιμάται ότι φιλοξενείτο σε κάποιο σπίτι, η γάτα δεν είχε κάποιο τσιπ που να υποδεικνύει από πού ακριβώς ξεκίνησε το ταξίδι της.

Η γάτα έγινε αντιληπτή όταν περαστικοί την άκουσαν να νιαουρίζει, με τον οδηγό να σταματά στο ανατολικό Λονδίνο προκειμένου να ελέγξει το όχημα, εντοπίζοντας έτσι το μικρό αιλουροειδές μέσα στο καπό.

Πλέον γίνονται προσπάθειες – κυρίως μέσω τον ιστοτόπων κοινωνικής δικτύωσης – για να εντοπιστεί ο κηδεμόνας της γάτας.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΓάτα βρέθηκε ζωντανή σε μηχανή αυτοκινήτου ύστερα από ταξίδι 200 χιλιομέτρων
Περισσότερα

Οι γάτες του Emilio Sánchez Solá

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Emilio Sánchez Solá ήταν Ισπανός ζωγράφος. Γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1869 και πέθανε στη Γρανάδα το 1949. O Emilio Sánchez Solá ειδικεύτηκε σε ελαιογραφίες που απεικόνιζαν αστεία και παιγνιώδη θέματα. Από τα αγαπημένα του θέματα ήταν οι οικογενειακές σκηνές, τα παιδιά της χορωδία και οι γάτες.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι γάτες του Emilio Sánchez Solá
Περισσότερα

Νίκος Δήμου – Το δώρο της Πίπση (1972)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πρέπει τώρα να σας πω την ιστορία μιας γάτας. Δεν ήταν όμορφη, ούτε χαδιάρα. Ήταν ίσως η πιο άσκημη και άκομψη γάτα που έχω γνωρίσει. Μονοκόμματη και τραχιά σαν μπουλντόγκ. Δεν ήταν καν δική μου. Όμως μου έκανε ένα θαυμάσιο χριστουγεννιάτικο δώρο.

Ζούσα τότε σε προάστιο της Αθήνας. Το σπίτι, μονοκατοικία παλιά και άβολη, ήταν απομονωμένο σε ένα ύψωμα. Πίσω του το δάσος. (Τώρα έχει γίνει πολυκατοικίες!)

Το παλιό κτίσμα είχε μείνει καιρό ακατοίκητο. Ανήκε σε ένα γέροντα γιατρό, που ζούσε εκεί ολομόναχος. Είχε πεθάνει πάνω από ένα χρόνο.

Για αρκετούς μήνες, αφού μετακόμισα, έβλεπα μία γριά και άσκημη γάτα που τριγύριζε συστηματικά το σπίτι. Βέβαια γάτες εκεί υπήρχαν πολλές. Όμως αυτή ήταν αλλιώτικη. Ούτε πλησίαζε πολύ ούτε απομακρυνόταν. Βρισκόταν πάντα σε ίδια απόσταση από το σπίτι, σαν να ήταν δεμένη με ένα αόρατο σκοινί. Στηνόταν απέναντι και κοιτούσε συνεχώς τα παράθυρα, με μάτια κουρασμένα, κοκκινισμένα ενώ έβγαζε ένα χαμηλόφωνο μακρόσυρτο ήχο – κάτι ανάμεσα ουρλιαχτό και παράπονο.

Φερόταν σαν άγρια γάτα – αλλά δεν έμοιαζε άγρια. Όταν στηνότανε απέναντι στο παράθυρο της άνοιγα να μπει αλλά αυτή στεκόταν εκεί στην ίδια πάντα απόσταση. Αν πλησίαζα, οπισθοχωρούσε, χωρίς να τρομάζει και να εξαφανίζεται. Έτρωγε το φαγητό που της έδινα, με τον όρο ότι πάντα θα σεβόμουνα την προκαθορισμένη απόσταση. Αν στεκόμουν κοντά στο πιάτο, προτιμούσε να μείνει νηστική.

Το αίνιγμα λύθηκε όταν μίλησα με την κόρη του παλιού ιδιοκτήτη. Ήταν η γάτα του! Η μοναδική του συντροφιά! Την έλεγαν Πίπση κι ο γέροντας την υπεραγαπούσε. Μόνο που την είχε τόσα χρόνια, που κανείς δεν φανταζόταν ότι ζούσε ακόμα. Όταν πέθανε ο γιατρός, δεν τη βρήκαν στο σπίτι. Το κλείδωσαν – κι ούτε που τη σκέφτηκαν. Κι εκείνη, πήρε τα βουνά και έγινε άγρια.

Δηλαδή, το σπίτι που έμενα ήταν το δικό της! Έκανα ό,τι μπορούσα να την πείσω να επιστρέψει – μάταια. Δεν εμπιστευόταν κανένα. Η χαϊδεμένη και καλομαθημένη, που γριά βρέθηκε στο δρόμο, επέζησε – αλλά δεν πίστευε πια σε τίποτα.

Μέχρι που ήρθαν Χριστούγεννα, παραμονές και ξαφνικά ακούω ένα άλλο νιάου και βλέπω την Πίπση με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι. Ανοίγω το παράθυρο και – δεν πιστεύω τα μάτια μου – μπαίνει στο σπίτι. Πρώτη φορά μπαίνει στο σπίτι, μυρίζει δεξιά-αριστερά με μεγάλη προσοχή, ψάχνει – και τελικά έρχεται εκεί που καθόμουνα, νιαουρίζει παρακλητικά και πηδάει στην αγκαλιά μου. Η Πίπση – που τηρούσε πάντα την απόσταση ασφαλείας, τα τρία μέτρα!

Είχε έρθει για να γεννήσει. Μέσα στην αγκαλιά μου πάλευε τρεις ώρες και έκανε τέσσερα μικρά γούνινα. Κάθισε δύο μήνες στο σπίτι, τα μεγάλωσε, τα ανάθρεψε – και μία μέρα τα πήρε και εξαφανίστηκαν. Δεν την ξαναείδαμε ποτέ. Ούτε αυτά.

Δεν τα πήρε όλα όμως. Έμεινε ένα, το γλυκύτερο, που αργότερα έγινε η γάτα της ζωής μου. Το καλλίτερο Χριστουγεννιάτικο Δώρο.

***

  • Πηγή: Από Palmografos.com – Έξη Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες – Του Νίκου Δήμου

***

– Πίνακας: Benno KÖGL (1892-1973)

 

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΝίκος Δήμου – Το δώρο της Πίπση (1972)
Περισσότερα

«Ο άσπρος» – Αργύρης Εφταλιώτης (*)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φίλους δεν είχα πολλούς εκεί κάτου, στης Ασίας τα μέρη. Γνώριμους που κλέβανε τον καιρό μου, είχα πολλούς. Κάθε λίγο ερχότανε κι από ένας το βράδυ να περάσει την ώρα του. Εγώ την ώρα μου ήξερα πώς να την περάσω. Μετάφραζα τότες τον Όμηρο. Μα οι άλλοι — πού να το φανταστούν εκείνοι πως εγώ την προτιμούσα τη μοναξιά;

Μοναξιά είπα; Καλέ τι λέω; Συντροφιά, κι από κείνες! Πρώτα ο Όμηρος. Ύστερα τα λεξικά μου. Άφησε πια σημειώματα, σκόλια, χαρτιά, καλαμάρια, πένες. Όλ’ αυτά, σου μιλούνε, σε βλέπουνε, σ’ αγαπούνε σα γράφεις. Δοκίμασε να γράψεις ένα στίχο με ξένη πένα, σε ξένο χαρτί, σε ξένο τραπέζι και με ξένο μελάνι, και βλέπεις διαφορά. Είναι σα να κοιμάσαι σε αλλουνού κρεβάτι.
Κι΄ ως τόσο πάω ν’ αλησμονήσω το μεγαλύτερό μου φίλο, τα χρόνια εκείνα. Πάω ν’ αλησμονήσω το γάτο μου, που ακόμα σπαράζεται η ψυχή μου σαν τον ανιστορώ.

Μου τον έφεραν ένα πρωί, δώρο — άσπρο γατάκι σαν κουνέλι. Μια χαρά να το βλέπεις. Μικρό μικρό, μαλακό, παχουλό, ήμερο, με τα μεγάλα τα μάτια τα πρασινοκίτρινα, και με τ’ αχειλάκι του πίσσα μαύρο. Λες κι όλο χαμογελούσε με το γατήσιο εκείνο χαμόγελο, που τέλος δεν έχει. Έτσι είναι, βλέπεις, φτιασμένο το στόμα του.
Παιχνιδιάρικο λες; Μα τα παιχνίδια του τα ’βλεπες και δε χόρταινες. Κουνούπι να περνούσε απ’ ομπρός του, πηδούσε ολόρθος, καμάρα η ράχη του, φούντα ολόστεκη η ουρά του, σπίθες τα μάτια του. Μια και δυο, και ξεχύμιζε τότες στον αέρα σα δαιμονισμένος που κυνηγούσε ένα τίποτις.

 

Αργύρης Εφταλιώτης (Μήθυμνα Λέσβου, 1η Ιουλίου του 1849 – Αντίμπ, Γαλλία, 25η Ιουλίου του 1923)

Το φαΐ μας πάντα μαζί. Έπινε το γάλα του γλήγορα γλήγορα, και σαν έγλυφε αυτός τα γαλατωμένα του γένια, εγώ απόσωνα τότες το δικό μου φαΐ. Καθίζαμε ύστερα στη σπουδή. Εγώ στην καρέγλα μου, αυτός απάνω στο μεγαλύτερο Λεξικό. Πόσες φορές τονέ χρειαζόμουν εκείνο το Γαζή, και δεν πήγαινε η καρδιά μου να του χαλάσω το χουζούρι, εκεί που μισοκοιμότανε γουργουρίζοντας.

Τι τα θες! γενήκαμε φίλοι αχώριστοι. Κατάντησε να νοιώθουμε ο ένας τον άλλονε τόσο καλά, που ως κι α θύμωνα, αυτός τη δουλειά του.

Περάσανε μερικοί, μήνες, μεγάλωσε το γατί. Ώρες ώρες μου ξέφευγε όμως τώρα, και δεν τον ξανάβρισκα εύκολα. Πότε στο περιβόλι έκοβε βόλτες, πότε παρέξω, κάποτες τρύπωνε και σε ξένα σπίτια. Μια μέρα μάλιστα τον είδα και ραχάτευε απάνω σε μια στέγη που είχα κάτω από τον αψηλό ηλιακό μου. Τι τον έφερε εκεί πέρα, δεν καλοκατάλαβα στην αρχή. Κατόπι όμως παρατήρησα πως στου αντικρινού σπιτιού τα κεραμίδια, που δρόμος στενός τα χώριζε από τα δικά μου, ραχάτευε άλλη γάτα, με μάτια κι αυτή μισόκλειστα. Σα να μυρίστηκα τότες κάτι. Όμως, μήτε ο δικός μου γάτος, μήτε η φιλενάδα απ’ αντίκρυ δε μου δώκανε την παραμικρή αφορμή να υποψιαστώ τίποτις προχωρημένες αγάπες αναμεταξύ τους. Έτσι, σα να βρισκότανε ακόμα σε ξέχωρο κόσμο ο καθένας.

Ώρες κι ώρες περνούσαν κάποτες, κι έμνησκαν οι δυο τους σ’ αυτή τη βαθειά μελέτη. Λες και πρόσμενε η αντικρινή η γάτα να ωριμάσει η δουλειά. Λες και πλέχανε στο μεταξύ τα όνειρά τους, την ποίησή τους.

Εμένα αυτά δε μου πολυαρέζανε. Συνηθισμένος να ’χω πάντα τον Άσπρο κοντά μου, σα να ζούλευα τώρα. Σα να μην μπορούσα να δουλέψω με την καρδιά μου, καθώς τα πρώτα.

Μια πρωινή, ότι σηκώθηκα, ακούγω ψιλή ξεσερμένη φωνή, σα να ’κλαιγε μωρό. Άξαφνα σταματάει η φωνή σα να την έκοψες με μαχαίρι. Κατόπι άρχισε ένα χαμηλόφωνο βουγκητό, που τέλος δεν είχε. Όσο πήγαινε μάλιστα, ανέβαινε σαν ανέμου φύσημα από τα παράθυρα. Σταματάει κι αυτό. Δεν ξανακούστηκε τίποτις μερική ώρα. Εκεί που ’πινα τον καφέ μου όμως — και το γάλα του Άσπρου πλάι για να ’ρθει κι αυτός, — ακούγουνται σωστά γατήσια ξεφωνητά, που λάθος πια δεν είχε.

Σηκώνουμαι και σκύβω να δω από τον ηλιακό. Ο Άσπρος μου απάνω στη στέγη από τη μια, γέρικος σταχτής γάτος από την άλλη, όχι και πολύ θρεμμένος, παλιός παλαιστής όμως, πολύπαθος, πολύξερος, και μυριόπαντρος. Το πρόσωπό του ήτανε ζουγραφιά μονάχη αγρυπνίας και παραλυσίας. Αμέσως τον αναγνώρισα. Αμέσως το ’νιωσα πως για καλό δεν ήρθε στα κεραμίδια μου απάνω· πως δεν του άρεζε του Άσπρου μου η ομορφιά, η νιότη, κι η καλοθρεψιά, που τόσον καιρό τα ονειρεύουνταν η αντικρινή η γάτα, παλιά του αγαπημένη, τώρα όμως, δίχως άλλο τα γύρευε με πιότερη τόλμη κι αδιαφορία προς την αφεντιά του, κι ήρθε λοιπό να μετρηθεί μια και καλή με τον καινούριο αυτόν τον Πάολο, και να τονέ φάει με τις νυχιές του.

Σώπαιναν τη στιγμή εκείνη και κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάματα. Μήτε τρίχα τους δε σάλευε. Ασάλευτος και γω να μην τους τρομάξω.
Ήξερα τι θα γίνει αν ίσως και σάλευε ο ένας τους. Θα ξεχύμιζε μονομιάς ο άλλος για να προλάβει και θα τονέ σπάραζε με τα νύχια του.
Άλλον τρόπο δεν έβλεπα για να γλυτώσω τον Άσπρο μου, παρά να περεχύσω τον ξένο γάτο νερό και να τονέ διώξω. Ξαναμπαίνω λοιπό σιγανά σιγανά, και παίρνω ποτήρι νερό. Βγαίνω πάλε, σημαδεύω, πετώ το νερό. Περνάει το έρμο απάνω από τη ράχη του ξένου γάτου, και χύνεται όλο στον Άσπρο μου! Έγιναν όλ’ άψε σβήσε. Ανατρομάζει ο Άσπρος, ξορμάει ο σταχτής και του καθίζει δυνατή και βαθειά νυχιά στο πλευρό του! Κόκκινο αμέσως το κάτασπρο εκείνο πλευρό! Έφυγε ο ξένος γάτος, αστραπή, σα με είδε. Ξεκίνησε και ο λαβωμένος μου Άσπρος να φύγει κι αυτός. Πριν κατεβεί όμως, κοντοστάθηκε μια, και γύρισε και με κοίταξε. Ήταν περίλυπη η ματιά του. Σα να μου ’λεγε πως δεν το πρόσμενε τέτοιο κάμωμα από τον πιστό του φίλο. Πήδηξε κάτω ύστερα και χάθηκε κι αυτός απ’ ομπρός μου.
Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες περάσανε, και δεν ξαναφάνηκε πια ο Ασπρος! Πρέπει να ψόφησε, είπα. Έβαλα ανθρώπους να τονέ βρούνε, ρώτηξα, γύρεψα, όλα του κάκου.
Μια βραδινή, ότι άρχιζε να σκοτεινιάζει, εκεί που περπατούσα στο περιβόλι, ολομόναχος, ακούγω γατήσια φωνή, σαν παραπονιάρικη. Κάμνω να δω… ο Άσπρος! Ήταν τώρα λιγνός, είχε και το σημάδι της λαβωματιάς στο πλευρό του. Έτρεμα από τη συγκίνηση. Με χίλια χαδευτικά μου λόγια σκύβω να τον αγγίξω, να τον πάρω στην αγκαλιά μου. Μόλις με βλέπει σιμά του, ένα πήδημα, και γίνεται άφαντος πάλε!

Δεν τον ξανάειδα πια από τότες τον Άσπρο μου.

 

White Cat – Diane Hoeptner

 

***

 

Το διήγημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πατριώτης» στις 4 Μαρτίου 1903.

 

***

 

(*) «Αυτή την ιστορία, μου τη διηγήθηκε ο Αλέξανδρος Πάλλης. Δικός του ήταν ο άσπρος γάτος

***

Βασική εικόνα: «The White Cat» που είναι επίσης γνωστό ως «Tom Cat on Yellow Pillow». Έργο (Oil On Panel) του Γερμανού ζωγράφου Franz Marc (1880 – 1916).

***

ΕΔΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ

Παναγιώτης Μήλας«Ο άσπρος» – Αργύρης Εφταλιώτης (*)
Περισσότερα

Χάρη στη γάτα του βρήκε τον έρωτα της ζωής του, κι ας ταξίδευσε 4.000 χιλιόμετρα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Έχουμε σίγουρα ακούσει πολλές πρωτότυπες και συγκινητικές ιστορίες για το πώς γνωρίστηκε ένα ζευγάρι, πώς ερωτεύτηκε ή ακόμη και πώς παντρεύτηκε. Η συγκεκριμένη ιστορία όμως, δεν έχει προηγούμενο, μιας και είναι άκρως μοναδική και αρκετά περίεργη.

Ένας 28χρονος άνδρας από το Λονδίνο ταξίδεψε μέχρι το Σικάγο, μια διαδρομή περίπου 4.000 χιλιομέτρων, όταν μια 25χρονη του έκανε μια φιλοφρόνηση σε μια ομάδα στο Facebook για τη γάτα του.

 

 

Τα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας είναι άτομα που έχουν αδυναμία στις γάτες ανεξαρτήτως αν και οι ίδιοι έχουν γάτα για συγκάτοικο. Ο Άνταμ και η Άννα λοιπόν μοιράστηκαν την κοινή τους αγάπη για τα αξιολάτρευτα αιλουροειδή και κάπως έτσι ξεκίνησε να αναπτύσσεται μεταξύ τους μια ιδιαίτερη σχέση.

Χαρακτηριστικά η Άννα δήλωσε: “Μόλις είχα γίνει μέλος της ομάδας και αμέσως παρατήρησα τον Άνταμ, έτσι του έκανα ένα σχόλιο για να του πω πόσο χαριτωμένος είναι εκείνος αλλά και η γάτα του”.

 

 

Μετά το σχόλιο της Άννας, ο Άνταμ έκανε την πρώτη κίνηση στέλνοντας ένα προσωπικό μήνυμα το οποίο ήταν και η πρώτη τους επικοινωνία ανακαλύπτοντας σταδιακά πως έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, όπως τις ίδιες προτιμήσεις στη μουσική.

Το ζευγάρι, ύστερα από κάποιους μήνες επικοινωνίας μέσω μηνυμάτων και βίντεο κλήσεων, αποφάσισε πως έπρεπε να γίνει το μεγάλο βήμα της συνάντησης κι έτσι ο Άνταμ έκανε αυτό το ταξίδι για να βρεθεί για πρώτη φορά κοντά στην αγαπημένη του, αλλά και τη γάτα της!

Η Άννα δήλωσε πως σε καμία περίπτωση δεν φανταζόταν πως θα γνώριζε κάποιον μέσω μιας τυπικής ομάδας στο Facebook πόσω μάλλον πως θα κατέληγε σε μια σχέση εξ αποστάσεως!

Ωστόσο, πολλοί χρήστες της ίδιας σελίδας έμαθαν για την ιστορία του ζευγαριού και ελπίζουν πως ίσως κι εκείνοι κάποτε να έχουν μια παρόμοια εμπειρία.

Μένει να δούμε όμως αν και οι γάτες τους θα τα πάνε καλά μεταξύ τους.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΧάρη στη γάτα του βρήκε τον έρωτα της ζωής του, κι ας ταξίδευσε 4.000 χιλιόμετρα
Περισσότερα

Οι γάτες του Σέρβου ζωγράφου Vladimir Dunjic

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Vladimir Dunjic είναι Σέρβος ζωγράφος και εικαστικός. Γεννήθηκε στο Cacak το 1957. Αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών (τάξη του καθηγητή Mladen Srbinovic) το 1981. Είναι μέλος της Σερβικής Ένωσης Καλών Τεχνών (ULUS) από το 1982.

 

 

Ο Vladimir Dunjic έχει συμμετάσχει σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και στο εξωτερικό. Εργάζεται και ζει ως ελεύθερος καλλιτέχνης στο Βελιγράδι.

 

 

Σας παρουσιάζουμε τα πολύ ιδιαίτερα και επιτυχημένα έργα του από τη σειρά του “Nine cat’s lives”.

  • Περισσότερες πληροφορίες: www.vladimirdunjic.com

 

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι γάτες του Σέρβου ζωγράφου Vladimir Dunjic
Περισσότερα

“Riña de gatos” – Η “διαμάχη των γατών” από τον Francisco de Goya

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

“Riña de gatos” (διαμάχη μεταξύ των γατών – cat fight) είναι ο τίτλος ενός έργου του Ισπανού ζωγράφου Francisco de Goya, που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ του 1786 και του 1787.

Δύο γάτες, μία μαύρη και μία γκρι τιγρέ, με τις πλάτες αψιδωτές και τις γούνες ανασηκωμένες, καβγαδίζουν πάνω σε έναν τοίχο από τούβλα. Το έργο φιλοτεχνήθηκε για την τραπεζαρία του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας της Asturias στο Palacio del Pardo.

 

 

Όπως δείχνει το στενό οριζόντιο σχήμα του, σχεδιάστηκε για να τοποθετηθεί πάνω από μια πόρτα ή ένα παράθυρο, μια θέση που ευνοείται από την προοπτική που του έδωσε ο ζωγράφος. Ο Goya δίνει μια τέλεια και ρεαλιστική ανάλυση των στάσεων και των εκφράσεων των γατών. Η βία των μικρών αυτών αιλουροειδών να κατακτήσουν τον ερειπωμένο τοίχο από τούβλα μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί και ως μια ανθρώπινη στάση. Επανέλαβε το θέμα αυτό στους Caprichos του το 1799.

Αρχικά, μεταξύ των μελετητών υπήρξε μεγάλη διαμάχη σχετικά με την αυθεντικότητα του έργου, καθώς δεν θεωρούσαν πως σχετίζεται με το στυλ της ζωγραφικής που ο Goya δημιούργησε για το Pardo. Τα τυπικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής Goyesque δεν φαίνονται πολύ καθαρά, ίσως λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας που το έργο παρέμεινε σε ένα υγρό υπόγειο εγκαταλελειμμένο.

Σήμερα βρίσκεται στο Museo Nacional Del Prado της Ισπανίας, στη Μαδρίτη.

 

Αυτοπροσωπογραφία, 1795-97, σινική μελάνη και υδατόχρωμα, 23×14 εκ., Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης

 

Ο Φρανθίσκο Γκόγια (Francisco José de Goya y Lucientes, 30 Μαρτίου 1746 – 16 Απριλίου 1828) ήταν Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης. Υπήρξε ζωγράφος της βασιλικής αυλής της Ισπανίας, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε τρεις γενιές μοναρχών και θεωρείται ο σπουδαιότερος Ισπανός καλλιτέχνης, από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου. Το έργο του, που ανήκει στην περίοδο του ροκοκό και του ρομαντισμού, περιλαμβάνει περισσότερους από 700 πίνακες ζωγραφικής, 900 σχέδια και σχεδόν 300 χαρακτικά, που στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από καινοτομίες και ρηξικέλευθα στοιχεία σύνθεσης.

Αν και υπήρξε διακεκριμένος και αναγνωρισμένος καλλιτέχνης στην Ισπανία, η φήμη του εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Κατά το 19ο αιώνα, το έργο του εκτιμήθηκε από τους ζωγράφους του ρομαντισμού, με κύριο θαυμαστή του τον Ντελακρουά, ενώ την ίδια στάση τήρησαν καλλιτέχνες και θεωρητικοί της τέχνης του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται σήμερα ως ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών, καθώς και ένας εκ των πρώτων «μοντέρνων» καλλιτεχνών.

 

 

Ο Γκόγια γεννήθηκε στο χωριό Φουεντετόδος, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια πριν μετακομίσει με την οικογένειά του στη Σαραγόσα. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών με τον ζωγράφο Χοσέ Λουθάν Μαρτίνεθ, καλλιτέχνη που είχε εκπαιδευτεί στη Νάπολι και συνδεόταν φιλικά με τον πατέρα του Γκόγια. Το 1764 και το 1766 συμμετείχε σε εξετάσεις για την υποτροφία που είχε θεσπίσει η Βασιλική Ακαδημία του Σαν Φερνάρντο στη Μαδρίτη, στις οποίες τελικά απέτυχε. Αργότερα, υπήρξε μαθητής του διακεκριμένου αυλικού ζωγράφου Φρανσίσκο Μπαγέ, στη Μαδρίτη. Το 1771 ταξίδεψε στη Ρώμη όπου συνέχισε την εκπαίδευσή του, ενώ μετά την επιστροφή του ανέλαβε τις πρώτες σημαντικές παραγγελίες για εκκλησίες και μοναστήρια της περιοχής της Σαραγόσας, κυρίως νωπογραφίες, τις οποίες ολοκλήρωσε μέσα στα επόμενα χρόνια.

Τον Ιούλιο του 1773 νυμφεύτηκε τη Χοσέφα Μπαγέ, αδελφή του δασκάλου του και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου ανέλαβε να φιλοτεχνήσει προσχέδια για το Βασιλικό Ταπητουργείο της Αγίας Βαρβάρας (Real Fábrica de Tapices de Santa Bárbara). Η επιρροή του Μπαγιέ στους κύκλους της αυλής της Μαδρίτης υπήρξε ενδεχομένως καθοριστική για την ανάθεση του έργου στον Γκόγια, πέρα από το ταλέντο που είχε ήδη εκδηλωθεί στο πρώιμο έργο του. Οι ύστεροι τοιχοτάπητες που ολοκλήρωσε αποτυπώνουν την αυτονομία του Γκόγια ως καλλιτέχνη και την ανάπτυξη ενός προσωπικού ύφους που εξελίχθηκε τα επόμενα χρόνια.

Τον Μάιο του 1780 εκλέχθηκε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Σαν Φερνάντο (Real Academia de Bellas Artes de S Fernando) υποβάλλοντας τον πίνακα Ο εσταυρωμένος Χριστός, μία συμβατική σύνθεση στα ακαδημαϊκά πρότυπα του Άντον Ράφαελ Μενγκς, που πιθανώς στηρίζεται στο ομώνυμο έργο του Ντιέγο Βελάθκεθ. Πέντε χρόνια αργότερα, διορίστηκε βοηθός διευθυντή του τμήματος ζωγραφικής της Ακαδημίας, ενώ στις 25 Ιουνίου του 1786 ανακηρύχθηκε επισήμως «ζωγράφος του βασιλιά» της Ισπανίας Καρόλου Γ’, με ετήσιο μισθό 15.000 ρεάλια. Την περίοδο αυτή, ο Γκόγια καθιερώθηκε και απέκτησε σημαντική φήμη ως προσωπογράφος.

Ο θάνατος του Καρόλου Γ’ το 1788, λίγο πριν από το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, οδήγησε σε μία νέα εποχή πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων, υπό την ηγεμονία του Καρόλου Δ’. Υπό την προστασία του νέου βασιλιά, ο Γκόγια ανακηρύχθηκε «ζωγράφος της Αίθουσας του βασιλιά» και σύντομα εξελίχθηκε σε έναν από τους διασημότερους και πιο πετυχημένους ζωγράφους της Ισπανίας. Το 1795 διορίστηκε Διευθυντής Ζωγραφικής της Ακαδημίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε όμως δύο χρόνια αργότερα, εξαιτίας προβλημάτων υγείας, τα οποία είχαν εμφανιστεί από το 1792, όταν προσβλήθηκε από μία σοβαρή νόσο που είχε ως αποτέλεσμα τη μόνιμη απώλεια της ακοής του.

Σχετικά με την αρρώστια του, δεν διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες, ούτε γνωρίζουμε αν υπήρξε αποκλειστικά σωματικής φύσης ή επηρέασε την ψυχική του υγεία. Το 2017 η Ρόνα Χερτζάνο, ειδική επί της ακοής στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, πραγματοποίησε ανακοίνωση, στις 28 Απριλίου 2017, στο Συνέδριο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου (UM SOM) σχετικά με έρευνά της για την ασθένεια του ζωγράφου. Διαπιστώνει ότι έπασχε από το σπάνιο σύνδρομο Σούσακ (Susac’s syndrome). Τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου είναι η περιορισμένη εγκεφαλική λειτουργία και προσωρινή απώλεια όρασης, ακοής και ισορροπίας. Παρά το ότι τα περισσότερα από αυτά εξαφανίζονται με την πάροδο του χρόνου, η απώλεια ακοής μπορεί να είναι οριστική, όπως συνέβη με τον Γκόγια. Μια άλλη εκδοχή που εκφράζει η ερευνήτρια, η οποία όμως δεν είναι τόσο ισχυρή όσο η πρώτη, είναι ότι η απώλεια ακοής προέκυψε ως συνέπεια της σύφιλης. Ανεξάρτητα από την πραγματική αιτία, θεραπεία στην εποχή του Γκόγια δεν υπήρχε για καμία από τις δύο παθήσεις.

Το 1799, ονομάστηκε «Πρώτος Ζωγράφος της Αίθουσας του Βασιλιά», με ετήσιο μισθό 50.000 ρεάλια. Τον ίδιο χρόνο, τυπώθηκε και η δημοφιλής σειρά χαρακτικών του, με τίτλο Καπρίτσια (Los Caprichos), έργο που είχε ξεκινήσει να φιλοτεχνεί από το 1796 και επιβεβαίωνε μία γενικότερη αλλαγή στο ύφος του έργου του, αν και οι επίσημες παραγγελίες που αναλάμβανε διατηρούσαν ακόμα τις καθιερωμένες φόρμες. Ανάμεσα σε αυτές τις παραγγελίες ξεχωρίζουν, την περίοδο αυτή, οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για τον Άγιο Αντώνιο δε λα Φλόριδα της Μαδρίτης, καθώς και το ομαδικό πορτρέτο για την οικογένεια του Καρόλου Δ’.

Το 1808, ο βασιλιάς της Ισπανίας παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιος του, Φερδινάνδος Ζ’, ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στο εξωτερικό λόγω της εισβολής των στρατευμάτων του Ναπολέοντα. Ο Γκόγια, όπως και η πλειονότητα των φιλελεύθερων Ισπανών, διχάστηκε σε ό,τι αφορά τη στάση που έπρεπε να κρατήσει καθώς έβλεπε θετικά τις μεταρρυθμίσεις που πίστευε πως θα προωθούσαν οι Γάλλοι, από την άλλη πλευρά όμως, δεν ήταν αδιάφορος απέναντι σε πατριωτικά αισθήματα και στη γενικευμένη εξέγερση του ισπανικού λαού εξαιτίας των εκτελέσεων που πραγματοποίησαν τα γαλλικά στρατεύματα. Διατηρούσε επίσης στενές σχέσεις με Ισπανούς εκπροσώπους του Διαφωτισμού.

Τελικά διατήρησε τη θέση του ως αυλικός ζωγράφος, αποτυπώνοντας στις προσωπογραφίες του τόσο Ισπανούς όσο και Γάλλους στρατιωτικούς. Τον Οκτώβριο του 1808 ταξίδεψε στη Σαραγόσα όπου ανέλαβε να φιλοτεχνήσει έναν πίνακα με θέμα την αντίσταση των κατοίκων της πόλης. Ολοκλήρωσε επίσης μία προσωπογραφία του Ιωσήφ Βοναπάρτη που ανέβηκε στο θρόνο της Ισπανίας το Δεκέμβριο του 1808. Ανάμεσα στα διασημότερα έργα του Γκόγια, αυτής της περιόδου, ανήκει ένας κύκλος χαρακτικών που απεικονίζουν τη σκληρότητα του πολέμου, με γενικό τίτλο Οι Συμφορές του Πολέμου.

Μετά την παραίτηση του Ναπολέοντα και την επιστροφή του Φερδινάνδου Ζ’ στην Ισπανία, επαναφέρθηκε το παλαιό απολυταρχικό καθεστώς, ενώ δεκάδες χιλιάδες Ισπανοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλες χώρες. Ο Γκόγια διατήρησε τη θέση του, παρά το γεγονός πως είχε υπηρετήσει τον Γάλλο βασιλιά και θεωρείτο «ύποπτος» ως φιλελεύθερος, αν και αναγκάστηκε να απολογηθεί προς την Ιερά Εξέταση για τους πίνακες Γυμνή μάχα και Η ντυμένη μάχα που θεωρήθηκαν «άσεμνοι», χωρίς ωστόσο να καταδικαστεί. Με αφορμή την παλινόρθωση των Βουρβόνων, φιλοτέχνησε τους πίνακες Η 2α Μαΐου 1808 και 3η Μαΐου 1808, χάρη στους οποίους βελτίωσε τις σχέσεις του με τον Ισπανό μονάρχη. Το 1819 ο Γκόγια μετακόμισε στα περίχωρα της Μαδρίτης, σε μία κατοικία που ονομάστηκε από τους περίοικους «Η έπαυλη του κουφού» (La Quinta del Sordo).

Στα τέλη του έτους αρρώστησε βαριά, την ίδια περίοδο που φιλοτέχνησε τους αποκαλούμενος και μαύρους πίνακές του. Το 1824, όταν οι διώξεις έναντι των φιλελεύθερων και αντιμοναρχικών στοιχείων ανανεώθηκαν, ο Γκόγια υπέβαλε αίτημα για άδεια μετακίνησής του στη Γαλλία, για λόγους υγείας. Εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι, ενώ αργότερα έζησε στο Μπορντό μέχρι το τέλος της ζωής του, με εξαίρεση λίγες ημέρες κατά τις οποίες επισκέφθηκε τη Μαδρίτη προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα της συνταξιοδότησής του. Ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία, ο Γκόγια συνέχισε να εργάζεται, ενώ στα τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε μία σειρά λιθογραφιών, με σκηνές ταυρομαχίας.

Πέθανε στις 16 Απριλίου του 1828 στο Μπορντώ, σε ηλικία 82 ετών. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν το 1901 στη Μαδρίτη και θάφτηκαν τελικά στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου δε λα Φλόριδα, διακοσμημένη με τις νωπογραφίες του Γκόγια του 1798.

Έργο

Τα πρώτα έργα του Γκόγια, ως επί το πλείστον νωπογραφίες για εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς της Σαραγόσας, αποτύπωναν θρησκευτικά θέματα και ήταν επηρεασμένα από την κυρίαρχη τεχνοτροπία του ροκοκό. Μετά την εγκατάστασή του στη Μαδρίτη, το 1774, τού ανατέθηκε να φιλοτεχνήσει προσχέδια για το Βασιλικό Ταπητουργείο της Αγίας Βαρβάρας, με το οποίο ανέπτυξε μία σταθερή συνεργασία. Αυτό το είδος της ζωγραφικής δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, ωστόσο αποτελούσε πιθανότατα μία ευκαιρία διάκρισης για τον νεαρό Γκόγια, ο οποίος παρουσίασε τα προσχέδια για τους τοιχοτάπητες το 1780, μπροστά στον βασιλιά.

Συνολικά συνέθεσε 62 προσχέδια, αντλώντας τα θέματά του με βάση τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα των μελών της βασιλικής οικογένειας, των οποίων τα δωμάτια θα διακοσμούσαν, αποδίδοντας κυρίως σκηνές της καθημερινότητας, όπως στιγμιότυπα από κυνήγι ή διασκεδάσεις. Αρκετά προσχέδιά του αποτύπωσαν επίσης τους άνδρες (μάχος) και τις γυναίκες (μάχας) των λαϊκών τάξεων, που διακρίνονταν για την προκλητική τους συμπεριφορά και την ιδιαίτερη ενδυμασία τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνθέσεις Ο Γάμος και Η Μαριονέτα, στις οποίες διαφαίνεται η κριτική διάθεση του Γκόγια. Η πρώτη αποτελεί ένα σχόλιο αποδοκιμασίας για τους γάμους που πραγματοποιούνταν από οικονομικό συμφέρον, ενώ η δεύτερη σατιρίζει την ικανότητα των γυναικών να χειραγωγούν τους άνδρες.

Από το 1786, χρονιά κατά την οποία έλαβε τον τίτλο του «ζωγράφου του βασιλιά», ο Γκόγια ξεχώρισε και έγινε περισσότερο γνωστός μέσα από τις προσωπογραφίες του, φιλοτεχνώντας κυρίως πορτρέτα εκπροσώπων της άρχουσας τάξης και πλούσιων αστών. Στο ομαδικό πορτρέτο Η Οικογένεια του Καρόλου Δ΄, ακολούθησε το παράδειγμα του Ντιέγο Βελάθκεθ, απεικονίζοντας τον εαυτό του σε μία άκρη του πίνακα, όπως είχε κάνει και ο Βελάθκεθ στον πίνακα Las Meninas.

Ο Γκόγια είχε μελετήσει το έργο του Βελάθκεθ, ο οποίος επίσης διακρίθηκε ως προσωπογράφος, και πιθανώς επηρεάστηκε από αυτό. Ενδεικτικό είναι ακόμα το γεγονός πως επέλεξε να απεικονίσει με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, χωρίς διάθεση κολακείας. Ανάμεσα στους διακεκριμένους παραγγελιοδότες του Γκόγια, ανήκε επίσης ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μανουέλ Γοδόι.

Το γεγονός της βαριάς ασθένειάς του, που εκδηλώθηκε το 1792 και προκάλεσε μεταξύ άλλων την απώλεια της ακοής του, αποτέλεσε πιθανά την αφορμή για την έντονη διαφοροποίηση των καλλιτεχνικών προσανατολισμών του και την απεικόνιση των προσωπικών του οραμάτων, πέρα από τις επίσημες παραγγελίες που αναλάμβανε. Την περίοδο αυτή ολοκλήρωσε ένα νέο κύκλο έργων μικρών διαστάσεων, ζωγραφισμένα σε πλάκες λευκοσίδηρου, που διακρίνονταν για την πρωτοτυπία, τη φαντασία αλλά και την εφιαλτική ατμόσφαιρά τους. Σε ένα από αυτά, με τίτλο Το προαύλιο των τρελών, ο Γκόγια απεικόνισε μία ομάδα τρελών, μερικοί από τους οποίους παλεύουν μεταξύ τους ενώ άλλοι χαμογελούν ή ειρωνεύονται προς τον θεατή. Στον πίνακα φαίνεται αμυδρά μία περίφραξη, ενώ ο φωτισμός εντείνει με τη σειρά του τη ζοφερή ατμόσφαιρα που μεταδίδεται.

Στο πλαίσιο των «οραματικών» έργων του, ο Γκόγια κυκλοφόρησε το 1799 μία σειρά 80 χαρακτικών, με τον γενικό τίτλο Καπρίτσια (όρος που απέδιδε περισσότερο την έννοια φαντασιώσεις). Για τη δημιουργία των χαρακτικών, υιοθέτησε τη μέθοδο της οξυγραφίας, κυρίως της γραμμικής, αλλά και της τονικής. Οι συνθέσεις σατίριζαν ή καυτηρίαζαν τα ανθρώπινα πάθη ή τα ήθη της κοινωνίας της εποχής, ειδικότερα την εξουσία της Ιεράς Εξέτασης και γενικά του κλήρου, τη στιγμή που ο ίδιος ο Γκόγια αποτελούσε οπαδό του Διαφωτισμού.

Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία τους, τα Καπρίτσια έπαψαν να διατίθενται, πιθανόν υπό το βάρος πιέσεων που ασκήθηκαν από εκκλησιαστικούς κύκλους, ενώ το 1803 οι μήτρες των χαρακτικών δόθηκαν ως δώρο στον Κάρολο Δ’ και μεταφέρθηκαν στο Βασιλικό Χαλκογραφείο. Τυπώθηκαν εκ νέου πολύ μεταγενέστερα, στα μέσα του 19ου αιώνα, ενισχύοντας σημαντικά τη φήμη του Γκόγια εκτός των ισπανικών συνόρων.

Στα δημοφιλέστερα έργα του Γκόγια ανήκει ο πίνακας Η γυμνή μάχα (La maja desnuda), που φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1800 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γυμνά στην ιστορία της ισπανικής τέχνης. Απεικονίζει μία γυμνή γυναίκα που σε αντίθεση με ανάλογους παλαιότερους πίνακες (όπου ακολουθείται συνήθως η «αιδήμονα» στάση), δεν επιχειρεί να καλύψει τα επίμαχα σημεία του σώματός της αλλά στρέφει προκλητικά το βλέμμα προς το θεατή. Παραγγελιοδότης του έργου ήταν πιθανώς ο Μάνουελ Γκοντόυ, εκδοχή που εξηγεί ενδεχομένως την ύπαρξη του έργου, καθώς μόνο κάποιος με ανάλογη εξουσία θα μπορούσε να παραγγείλει ένα τόσο προκλητικό θέμα, με δεδομένο πως το γυναικείο γυμνό ήταν απαγορευμένο στη Ισπανία εκείνη την εποχή. Σχετικά με την ταυτότητα του μοντέλου έχουν διατυπωθεί διάφορες πιθανές εκδοχές, ωστόσο καμία δεν έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα.

Ο Γκόγια ζωγράφισε επίσης ένα πανομοιότυπο έργο, στο οποίο το μοντέλο απεικονίζεται ντυμένο, με τίτλο Η ντυμένη μάχα (La Maja Vestida). Η πρώτη αναφορά σε αυτό τον πίνακα χρονολογείται στα 1800 και βρέθηκε στο ημερολόγιο ενός χαράκτη και ακαδημαϊκού που επισκέφτηκε το παλάτι του Γκοντόυ. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η Γυμνή μάχα, οδηγεί ενδεχομένως στο συμπέρασμα πως αποτελεί μεταγενέστερο πίνακα.

Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ο Γκοντόυ παρήγγειλε την Ντυμένη μάχα λίγο μετά το γυναικείο γυμνό, έτσι ώστε να εμφανίζει στους καλεσμένους του έναν από τους δύο πίνακες, ανάλογα με την ηθική τους. Οι πίνακες κατασχέθηκαν από την Ιερά Εξέταση το 1815 και τον Νοέμβριο του 1814 ο Γκόγια αναγκάστηκε να απολογηθεί για το «άσεμνο» περιεχόμενό τους. Η υπόθεση τελικά θα «κουκουλωθεί» – πιθανώς χάρη σε παρέμβαση του Antonio Maria Galarza, μέλους του συμβουλίου της Ιεράς Εξέτασης και συγγενή της πεθεράς του γιου του, Χαβιέ.

Η ενασχόλησή του με τη χαρακτική συνεχίστηκε, όταν με αφορμή την εισβολή των γαλλικών στρατευμάτων ολοκλήρωσε έναν κύκλο έργων που ονομάστηκε Οι Συμφορές του Πολέμου, αποτελούμενος από 82 συνθέσεις που αποτύπωναν τις θηριωδίες του πολέμου. Ο Γκόγια επέλεξε να φιλοτεχνήσει τα έργα από μία μάλλον ουδέτερη οπτική γωνία, χωρίς διάθεση να εξυμνήσει τα κατορθώματα μίας πλευράς ή να αναδείξει στοιχεία ηρωισμού, ενώ τα θέματά τους δεν βασίστηκαν σε προσωπικές του εμπειρίες, αλλά αποτέλεσαν προϊόν της φαντασίας του.

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, ο Γκόγια συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Φερδινάνδο Ζ’ και το 1814 ολοκλήρωσε δύο παραγγελίες για τους πίνακες 2α Μαΐου 1808 και 3η Μαΐου 1808, στους οποίους αποτύπωσε την εξέγερση που είχε ξεσπάσει το 1808 στη Μαδρίτη. Στα έργα αυτά, ο Γκόγια επιχείρησε να αποδώσει τα ιστορικά γεγονότα δίνοντας στην ισπανική εξέγερση μία θρησκευτική διάσταση, χωρίς να δώσει έμφαση στη ρεαλιστική απεικόνιση των σκηνών.

Το χειμώνα του 1819, ο Γκόγια ξεκίνησε να φιλοτεχνεί μία σειρά 14 ελαιογραφιών, έργα που έμειναν γνωστά με την ονομασία Μαύροι Πίνακες λόγω των σκοτεινών τόνων που τα χαρακτηρίζουν. Οι πίνακες προορίζονταν για τη διακόσμηση της νέας κατοικίας του, στα περίχωρα της Μαδρίτης, και συνέπεσαν χρονικά με μία σοβαρή επιδείνωση της υγείας του. Οι «μαύροι πίνακες», όπως και άλλοι που ανήκουν στο ύστερο έργο του, διακρίνονται για την ζοφερή και απαισιόδοξη ατμόσφαιρά τους.

Ένας από τους δημοφιλέστερους πίνακες της σειράς αυτής, με τίτλο Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του, απεικονίζει τον ομώνυμο θεό της μυθολογίας να καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του. Το ίδιο θέμα απεικόνισε περίπου το 1636 ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, ο οποίος ωστόσο απέδωσε τον Κρόνο με λιγότερο τερατώδη χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με το αντίστοιχο έργο του Γκόγια που διακρίνεται για την ωμότητά του. Οι «μαύροι πίνακες» ήταν αρχικά τοιχογραφίες, οι οποίες μεταγενέστερα «μεταφέρθηκαν» σε μουσαμά και από το 1881 ανήκουν στο Μουσείο Πράδο.

Στις 3 Μαΐου του 1808 εκτελέστηκαν μαζικά περίπου 400 Ισπανοί πολίτες από τα γαλλικά στρατεύματα, οδηγώντας σε μία γενικευμένη ισπανική εξέγερση.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά την εγκατάστασή του στο Μπορντό της Γαλλίας, ο Γκόγια φιλοτέχνησε κυρίως προσωπογραφίες φιλικών του προσώπων και άλλες μικρογραφίες, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την τεχνική της λιθογραφίας, που είχε ανακαλυφθεί περίπου το 1798. Μεταξύ των τελευταίων έργων του Γκόγια ξεχωρίζουν οι τέσσερις λιθογραφίες της σειράς Οι Ταύροι του Μπορντό, που απεικονίζουν σκηνές από ταυρομαχίες, αγαπημένο θέμα του Γκόγια από τα νεανικά του χρόνια. Την περίοδο 1815-16, παράλληλα με τις Συμφορές του πολέμου, είχε φιλοτεχνήσει επίσης μία σειρά 33 χαρακτικών με γενικό τίτλο Ταυρομαχία, στις οποίες απεικονίζονται αρκετές βίαιες σκηνές ή ριψοκίνδυνες ενέργειες των ταυρομάχων. Αντίθετα, στους Ταύρους του Μπορντό, ο Γκόγια εστιάζει περισσότερο στην ταυρομαχία ως είδος λαϊκής διασκέδασης και αναψυχής.

Αποδοχή και μεταθανάτια φήμη

Ο Γκόγια υπήρξε εν γένει αναγνωρισμένος καλλιτέχνης στην Ισπανία και έλαβε πολυάριθμες διακρίσεις εν ζωή. Η φαντασία του, η ικανότητά του στη διαχείριση του χρώματος και των σκιών, οι καινοτομίες στη σύνθεση και η πρωτοτυπία του αναγνωρίστηκαν από σύγχρονους κριτικούς, ενώ παράλληλα κατακρίθηκε κυρίως για την έλλειψη πειθαρχίας και στις συνθέσεις του και το γεγονός πως δεν «επέμενε» σε λεπτομέρειες των έργων του.

Ο Γκόγια δεν διέθετε μεγάλο αριθμό μαθητών, με αποτέλεσμα να μην επηρεάσει άμεσα την καλλιτεχνική ζωή της εποχής του, διαδίδοντας τις γνώσεις, τις αισθητικές του αντιλήψεις ή την τεχνική του σε άλλους ζωγράφους. Σχετικά με τους μαθητές του, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες, κυρίως από αναφορές των ονομάτων τους σε σχέδια, έγγραφα ή επιστολές του. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Luis Gil Ranc (1787-1867), Felipe Arrojo (1801-70) και María del Rosario Weiss (1814-43). Η τελευταία υπήρξε κόρη της συντρόφου του Γκόγια, Λεοκάντια Βάις, και μαθήτριά του κατά την παραμονή του στο Μπορντό.

Αν και κατά την τελευταία εικοσαετία της ζωής του, οι προσωπογραφίες του εκτοπίστηκαν από έργα άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως του Vicente López y Portaña (1772-1850), ορισμένοι ρομαντικοί καλλιτέχνες συνέχισαν να αναπαράγουν πίνακες ή χαρακτικά του Γκόγια, είτε μιμούμενοι το ύφος του, είτε αντιγράφοντας έργα του. Εκτός των ισπανικών συνόρων, η φήμη του ενισχύθηκε σημαντικά με την κυκλοφορία της σειράς χαρακτικών Καπρίτσια.

Βασισμένος στα χαρακτικά του Γκόγια, ο Ευγένιος Ντελακρουά ολοκλήρωσε ανάλογα σχέδια, στα μέσα της δεκαετίας του 1820, ενώ μέχρι το 1835, ο Γκόγια θεωρείται πως είχε ασκήσει επίδραση στο σύνολο των Γάλλων ρομαντικών ζωγράφων, ανανεώνοντας παράλληλα το ενδιαφέρον στη Γαλλία, για την ισπανική τέχνη. Ο Εντουάρ Μανέ μελέτησε επίσης το έργο του Γκόγια, γεγονός που αναδεικνύεται χαρακτηριστικά στον πίνακα Η εκτέλεση του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού (1867), έργο που παραπέμπει στον πίνακα 3η Μαΐου 1808 του Γκόγια.

Μετά το θάνατό του, μέρος του έργου του, κυρίως εκείνο που θεματικά συνδεόταν με τις κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις στην Ισπανία, έπαψε να γίνεται εύκολα αντιληπτό από τις επόμενες γενιές. Έργα όπως οι «μαύροι πίνακες», κρίθηκαν κυρίως υπό το πρίσμα της ωμότητας και της σκληρότητας που αποπνέουν, θεωρούμενα ως δημιουργία ενός «διαταραγμένου» μυαλού. Οι ιμπρεσιονιστές, αλλά και μεταγενέστερα ρεύματα, εκτίμησαν το έργο του Γκόγια και εμπνεύστηκαν από αυτό, με αποτέλεσμα από τα τέλη του 19ου αιώνα να αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους «μοντέρνους» ζωγράφους.

Ο Γκόγια ως έμπνευση

Η ζωή του Γκόγια ενέπνευσε άλλους δημιουργούς και αποδόθηκε τόσο σε κινηματογραφικές ταινίες όσο και σε έργα όπερας. Το 1986 ο Τζιαν Κάρλο Μενότι συνέθεσε την βιογραφική όπερα Γκόγια, κατά παραγγελία του Πλάθιντο Ντομίνγκο, ο οποίος υποδύθηκε τον Ισπανό ζωγράφο. Η όπερα Facing Goya (2000) του Μάικλ Νάιμαν, σχετίζεται επίσης με τον Γκόγια, πραγματευόμενη μία ιστορία αναζήτησης του κρανίου του, το οποίο δεν είχε βρεθεί κατά τη μεταφορά των λειψάνων του στη Μαδρίτη. Στις κινηματογραφικές παραγωγές με θέμα τον Γκόγια ή πτυχές της ζωής του, ανήκουν επίσης οι ταινίες Goya en Burdeos και Goya’s Ghosts (2006).

***

  • Διαβάστε επίσης:

-“El perro” – Ο σκύλος του Φρανθίσκο Γκόγια στην “Έπαυλη του Κουφού”

-Don Manuel Osorio de Zuniga – Οι γάτες στο έργο του Francisco de Goya

-To Μουσείο ντελ Πράδο γιορτάζει τα 200 του χρόνια

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Riña de gatos” – Η “διαμάχη των γατών” από τον Francisco de Goya
Περισσότερα