Ουρές

«Το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι και η ιστορία του» – Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ένα μικρό ασπρόμαυρο γατάκι ξεκίνησε τα πρώτα του δειλά και μικρά βήματα στη ζωή στον κήπο του σπιτιού μου. Ήταν τόσο μικρό το σώμα του, τόσο αδύνατα τα ποδαράκια του, περπατούσε αργά και επιθυμούσε να μην κουράζεται.

Δίπλα του, η μαμά του, η γάτα εκείνη που το γέννησε και του έδωσε την πρώτη του τροφή, το γάλα του. Πάντοτε ερχόταν δίπλα του και το ενθάρρυνε, πάντοτε αγωνιούσε για το αν το είναι καλά και νιαούριζε δυνατά όταν δεν μπορούσε να το βρει. Να ήταν εκείνο το μητρικό ένστικτο που μέσα της θα είχε πει πως κάτι δεν πάει καλά;

Με τα αδύνατα ποδαράκια του, έτρεχε όποτε το φώναζε, με τη δύναμη που υπήρχε μέσα του, έτρωγε όσο περισσότερο μπορούσε και μετά κουλουριαζόταν για να αποκοιμηθεί.

Φαινόταν αδύναμο και ασθενικό. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, γιατί το αγάπησα και η καρδιά μου δεν ήθελε να παραδεχτεί πως φαινόταν πως δεν είναι καλά. Όσο και αν το μυαλό μου και το ήξερε.

Το έβλεπα έτσι μικρό με το κεφαλάκι του να σηκώνεται και τα αυτιά του να τεντώνονται, προσπαθώντας κάθε φορά να διακρίνει από πού ακουγόταν η φωνή μου. Το έβλεπα να πιέζει τον εαυτό του ώστε να φάει περισσότερο, το έβλεπα να τρέχει με χαρά κοντά στη μαμά του και να της ζουλάει το σώμα ώστε να παίξει μαζί της.

Πόσο γλυκό ήτανε! Ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι που φαινόταν αδύναμο και ζητούσε διαρκώς τη μαμά του. Ένα πλασματάκι του οποίου τα μάτια άνοιγαν με δυσκολία, λες και σκοτάδι τα είχε σκεπάσει.

Εκείνη η γλυκιά στιγμή που κουλουριαζόταν στην αγκαλιά της μαμάς του, μου έδειξε πόσο δυνατή είναι τελικά η μητρική αγάπη, πόσο τελικά ίδια και άτρωτη φαντάζει η αγάπη της μάνας που θέλει να προστατεύσει το παιδί της.

Εκείνο το μικρό πλασματάκι μου έδειξε πως η μεγάλη αγάπη μπορεί να βγει και να ξεχειλίσει από ένα μικρό και αδύναμο πλάσμα.

Μέχρι εκείνη την ημέρα που το είδα ακίνητο για αρκετή ώρα και τη μαμά δίπλα του να το φωνάζει να έρθει κοντά της. Μόνο μου εκείνο πια δε θα μπορούσε να σηκωθεί ξανά…

* Η Μαρία Σκαμπαρδώνη είναι 23 ετών και είναι Δημοσιογράφος. Είναι αρθρογράφος σε πολλά και sites (Κλόουν, Λόγιος Ερμής, Babyads, Antivirus) και επίσης είναι συνεργάτης και αρθρογράφος στο E Psychology, που είναι το πιο έγκυρο site Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά και έχει πιστοποίηση γνώσεων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η αγάπη της για τον αθλητισμό την οδήγησε στο να ασχοληθεί 11 χρόνια με το Taekwondo και να αποκτήσει μαύρη ζώνη. Η Φιλοσοφία και η Ψυχολογία είναι τα αγαπημένα αντικείμενα μελέτης της και θα προσπαθεί πάντα μέσα από την πένα για τη διερεύνηση της αλήθειας ως ένας σκεπτόμενος και ελεύθερος άνθρωπος.

Πηγή: Fractal – http://fractalart.gr/to-mikro-aspromayro-gataki-kai-i-istoria-toy/

  • Εικόνα: Julius Adam II (1852-1913, German)
eirini aivaliwtou«Το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι και η ιστορία του» – Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Περισσότερα

Τάι, ο φοβικός γίγαντας που αγάπησε τον Χάρη και την Έφη…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το σύμπαν κινείται στους ρυθμούς του και καλά κάνει. Το δικό μου σύμπαν, έχει προς το παρόν κάνει μία παύση. Με ανακουφίζει να μοιράζομαι. Θα ‘θελα να μοιραστώ την ιστορία μου με τον Τάι. Όποιος δε βαριέται, ορίστε.

Πήρα τον Τάι από ένα εκτροφείο Κάνε Κόρσο στη Νέα Μάκρη. Μου έδειξαν τρία κουτάβια και με άφησαν να επιλέξω ένα από αυτά. Τα δύο ήταν κάτι πανέμορφα κοινωνικά κουταβάκια γεμάτα όρεξη για χάδια και παιχνίδια. Ο τρίτος ήταν ο εκλεκτός μου. Ένας φοβισμένος μπούφος, με τα σάλια να του κρέμονται ως το πάτωμα. Πλησίασε διστακτικά τη μάντρα. Είχε χαμηλωμένο το χοντροκέφαλό του και μου ’ριχνε κάτι κλεφτές φοβισμένες ματιές. Έσκυψα να τον χαϊδέψω και το χέρι μου γέμισε τρίχες.

 

 

«Ωραία. Είναι φοβίτσας, σαλιάρης και μαδάει! Αποκλείεται να διαλέξει αυτόν!». Σκέφτηκε η Έφη.

Τα μάτια, λέει ο λαός, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Και τα ‘δα τα μάτια του! Πρόλαβα και τα ‘δα, κι ας τα ‘κρυβε επιμελώς αυτός ο μούστρουχος. Είχαν αυτή την καλοσύνη που μόνο μερικά και όχι όλα τα μάτια έχουν. Και μια θλίψη. Βαθιά, απόκοσμη θλίψη. Τον αγάπησα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Τον ερωτεύτηκα.

Γρήγορα ανακαλύψαμε ότι ο Τάι ήταν φοβικός. Πραγματικά φοβικός, όχι αυτό που λένε «θέλει το χρόνο του». Ο Τάι δεν ήθελε το χρόνο του. Ήθελε εμένα και την Έφη. Τελεία. Και δεχόταν χάδια από κάνα δυο δικούς μας, ύστερα από χρόνια προσπάθειας και υπομονής. Ακόμα και τώρα στα τελευταία, με το που μπαίναμε στο ασανσέρ να βγούμε βόλτα, ο Τάι άρχιζε να τρέμει. Κυριολεκτικά να τρέμει. Ρίγος. Κάθε φορά έσκυβα και τον χάιδευα. Κάθε φορά. Προσπαθούσα να του αποσπάσω τη σκέψη από τον απροσδιόριστο φόβο που τον κυρίευε. Επί ματαίω. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στην πόρτα του ασανσέρ και κάθε ικμάδα της ύπαρξής του σε εγρήγορση μην τυχόν και μας επιτεθούν τίποτα εξωγήινοι.

Τα πρώτα δύο χρόνια αφιερώσαμε άπειρο χρόνο για εκπαίδευση, δική μας κυρίως, και έπειτα του Τάι. Προσπαθήσαμε με χίλιους, πραγματικά με χίλιους τρόπους να τον κοινωνικοποιήσουμε. Μάθαμε την Καισαριανή παρέα. Εκείνη την περίοδο υπέφερα από φοβερές κρίσεις πανικού και οι βόλτες με τον Τάι με βοηθούσαν. Στην πραγματικότητα σταμάτησα να εστιάζω στο μεγάλο και ωραίο Εαυτό μου και άρχισα να νοιάζομαι για κάποιον που με είχε πραγματική ανάγκη. Ο Τάι με χρειαζόταν. Όταν βγαίναμε σε κεντρικά πεζοδρόμια ο Τάι με έσερνε στην κυριολεξία σε μέρη ήσυχα. Πάθαινε πανικό με τον κόσμο. Κόσμο κάθε είδους. Γυναίκες, αγόρια, παιδιά, παππούδες. Δεν είχε προτίμηση σε κανέναν. Ήταν ένας γίγαντας 50 κιλών που έτρεμε σαν ψάρι έξω από το νερό, στη θέα και μόνο του δίποδου είδους μας, του Ανθρώπου. Ντρεπόμουν στην αρχή. Μας βλέπανε που παλεύαμε να ισορροπήσουμε και ρωτάγανε. Όλο ρωτάγανε. «Γιατί φοβάται;», «Μήπως το δέρνετε;», «Έχει φάει ξύλο όταν ήταν μικρός;». Άντε να τους εξηγήσεις όλους αυτούς.

 

 

Σιγά σιγά βρήκαμε τα πατήματά μας. Τον δέχτηκα όπως ήταν. Σταμάτησα να τον πιέζω. Ξεκινήσαμε τις μοναχικές βόλτες μακριά από τα δίποδα και τους θορύβους που τόσο τον τρόμαζαν.

Όταν γυρίζαμε σπίτι ο Τάι μεταμορφωνόταν. Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ ένα πράμα. Έφευγε όλο το στρες και γινόταν ένας απίθανος, παιχνιδιάρης, γλυκός, στοργικός, τρελιάρης σκύλος. Του παραδόθηκα άνευ όρων. Του ανήκαν όλα. Το σπίτι, το αυτοκίνητο, τα ρούχα μας. Όλα είχαν τις γαϊδουρότριχές του και βρωμούσαν αυτήν την υπέροχη, μοναδική μυρωδιά του. Αυτή που μου λείπει και θα μου λείπει και θα μου λείπει ρε γαμώτο. Μου λείπεις ρε βλάκα. Μου λείπεις. Νόμιζα ότι με είχες ανάγκη εσύ αλλά τελικά εγώ σε είχα πιο μεγάλη ανάγκη ρε φιλαράκο. Νιώθαμε ασφαλείς μαζί σου. Ήσουν πάντα εκεί για εμάς, χωρίς γκρίνιες, χωρίς να μας κρίνεις. Με την ίδια χαρά και λαχτάρα κάθε φορά που μας έβλεπες κι ας είχε περάσει μονάχα μισή ώρα.
Εν αναμονή της μικρής μας κόρης λοιπόν, φίλοι και οικογένεια άρχισαν να ρωτάνε: «Τι θα γίνει με τον Τάι;», «Θα ζηλέψει», «Πρέπει να προσέχεις», «Παιδί και φοβικό σκυλί ποτέ μαζί». Δίκιο είχαν δεν τους αδικώ. Κι εγώ κάπως τα σκεφτόμουν αυτά. Προβληματιζόμουν πώς θα το πάρεις, πώς θα αντιδρούσες. Στην πραγματικότητα όμως δε σε φοβόμουν ούτε λεπτό. Ότι θα τα κατάφερνες. Και θα την αγαπούσες τη μικρή όπως αγάπησες κι εμάς.

Αλλά την έδωσες τη λύση, μόνος σου. Μας κούνησες μαντίλι, ρε μπαγάσα. Μάλλον δεν άντεχες τη μοιρασιά… Είχες ένα μοναδικό χάρισμα. Μου χάριζες στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Σε ευχαριστώ. Σε αγαπώ.

 

 

Αυτοί είναι οι άνθρωποι που μας βοήθησαν αυτά τα 5 χρόνια. Για να σας άφησε ο Τάι να τον πλησιάσετε, είστε σίγουρα ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί. Οι εκπαιδευτές του: Θέο Κουτσόπουλος, Χρήστος Κιούσσης, Άκης Κόντας, Ελευθερία Μήτρου και Στέλλα Σακαλή, που δεν παραπονέθηκες ποτέ για το θόρυβο! Σας ευγνωμονούμε.

Χάρης Τζωρτζάκης

  • To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο χρονολόγιο του ηθοποιού Χάρη Τζωρτζάκη στο F/b
eirini aivaliwtouΤάι, ο φοβικός γίγαντας που αγάπησε τον Χάρη και την Έφη…
Περισσότερα

Jean-Honoré Fragonard. Οι γάτες και ο ερωτισμός την εποχή του ροκοκό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ (γαλλ. Jean-Honoré Fragonard, 5 Απριλίου 1732, Γκρας – 22 Αυγούστου 1806, Παρίσι) ήταν Γάλλος ζωγράφος της εποχής του ροκοκό.

Στην ηλικία των έξι ετών ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ εγκαταλείπει τη γενέτειρά του, για να εγκατασταθεί μαζί με την οικογένειά του στο Παρίσι, όπου θα περάσει ολόκληρη σχεδόν την υπόλοιπη ζωή του. Ήδη από πολύ μικρός λάτρευε τη ζωγραφική και οι γονείς του, βλέποντάς το αυτό, τον έστειλαν σε ηλικία 14 ετών στο καλλιτεχνικό εργαστήρι του Φρανσουά Μπουσέ. Το 1752 κερδίζει το Βραβείο της Ρώμης και έτσι λαμβάνει μια βασιλική υποτροφία για να σπουδάσει στη Γαλλική Ακαδημία στη Ρώμη. Τα αισθησιακά και ερωτικά θέματα τα οποία ζωγράφιζε ο Φραγκονάρ μάγεψαν τους μεγαλοαστούς και τους αριστοκράτες και γρήγορα απέκτησε μεγάλη απήχηση στη Γαλλία.

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, αν και σε δυσμένεια λόγω των αριστοκρατών πατρόνων του, πήρε μια θέση συντηρητή στο Λούβρο με τη μεσολάβηση του Ζακ Λουί Νταβίντ. Την έχασε όμως το 1797 (κατ’ άλλους το 1805) και το 1806 πέθανε στην αφάνεια.

 

 

Όταν το 1776 ο ζωγράφος Jean-Honore Fragonard (1732-1806) αποτύπωσε την έμπνευσή του στον καμβά «Η κοπέλα που διαβάζει», κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο ο πίνακας αυτός θα γινόταν κάποτε το πιο δημοφιλές κέντημα στην Ελλάδα!

Ο Jean-Honore Fragonard είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του Rococo την περίοδο του Διαφωτισμού στη Γαλλία.

Τα έργα του, ερωτικά και αρκετά τολμηρά για την εποχή, απέκτησαν θαυμαστές και χορηγούς μέλη της αριστοκρατίας.

Οι εικόνες του γλαφυρές, με πολλούς συμβολισμούς και υπονοούμενα. Τα πρόσωπα με έντονα αποτυπωμένες εκφράσεις λένε τη δική τους ιστορία με μία μόνο ματιά.

Η μόδα της εποχής στα ρούχα καταγράφεται μέσα από τα πινέλα του με κάθε λεπτομέρεια. Η λεπτή δαντέλα, τα φουρό, οι πιέτες, τα χρώματα, τα αξεσουάρ και τα χτενίσματα αντρών και γυναικών, όλα είναι ολοκάθαρα αποτυπωμένα. Οι πίνακές του μέχρι και σήμερα διδάσκονται στις μεγάλες σχολές μόδας του κόσμου.

Η σχέση του με τον ερωτισμό είναι έκδηλη σε πολλά από τα έργα του. Το ίδιο και η πρόθεσή του να κλείνει το μάτι στον θεατή.

Οι κρυφοί εραστές και τα κλεφτά φιλιά δεν φαίνονται τόσο παράξενα, αν σκεφτεί κανείς πως ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του ήταν μια παντρεμένη γυναίκα.

 

 

 

Παρ’ όλες τις πολλές αναλύσεις που έχουν γίνει πάνω στον πίνακά του «Ο σύρτης» (Le verrou), κανείς δεν έχει μπορέσει μέχρι στιγμής να δώσει μια εξήγηση στη σκηνή που απεικονίζει ο πίνακας. Πρόκειται για έναν βιασμό, ή για μια ερωτική σκηνή.

Η φήμη του σαν ζωγράφου ελαφρών και ανέμελων ερωτικών σκηνών τον συνόδευσε όχι μόνο στους αιώνες που ακολούθησαν αλλά και επέσυρε την περιφρόνηση πολλών για την τέχνη του. Άλλωστε, αν και εργάσθηκε για την ερωμένη του Λουδοβίκου ΙΕ’, Μαντάμ ντι Μπαρί, η κυριότερη πελατεία του ήταν πλούσιοι ιδιώτες. Μόνο που η πελατεία του άφησε το κομψό και χαριτωμένο κεφαλάκι της στην γκιλοτίνα της Γαλλικής Επανάστασης.

 

 

Λέγεται πως κάποτε ο βαρόνος ντε Σεν Ζυλιέν θέλησε να παραγγείλει έναν πίνακα και απευθύνθηκε σε ένα ζωγράφο σοβαρών θεμάτων της εποχής του. Του ζήτησε να ζωγραφίσει την ερωμένη του ενώ έκανε κούνια. Την κούνια θα την έσπρωχνε κάποιος επίσκοπος και απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση του έργου ήταν να φαίνονται τα καταπληκτικά πόδια της. «Εμένα» του είπε «θα με τοποθετήσετε έτσι ώστε να μπορώ να βλέπω καλά τα πόδια αυτού του όμορφου πλάσματος». Ο σοβαρός ζωγράφος αποχώρησε, αλλά του σύστησε τον καταλληλότερο. Τον Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ. Αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του πιο διάσημου έργου του, της «Αιώρας».

Ο Φραγκονάρ, ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της ροκοκό ζωγραφικής, απεικόνισε όχι μόνο την ανεμελιά και τη χάρη των ερωτικών συνευρέσεων αλλά και τις απολαύσεις ενός ολόκληρου αιώνα, του 17ου. Και επειδή ο χρόνος δούλεψε σαν μηχανή στην υπηρεσία της τέχνης, σήμερα συζητάμε για έναν όχι μόνο διαπρεπή εκπρόσωπο της εποχής του αλλά για έναν μέγα ζωγράφο, δεινό σχεδιαστή και λαμπρό χαράκτη.

Ο Φραγκονάρ σπούδασε στο Παρίσι και στην Ιταλία και άρχισε τη σταδιοδρομία του ζωγραφίζοντας ιστορικά και μυθολογικά θέματα. Τα εγκατέλειψε γρήγορα και έγινε περιζήτητος γιατί αποτύπωνε με τη μοναδική του τέχνη τον απερίφραστο αισθησιασμό της ζωής. Με τη Γαλλική Επανάσταση έφτασε το τέλος της τέχνης του. Ήταν η σειρά του Νταβίντ και του ιδεώδους της Επαναστατικής Αρετής. Ο Φραγκονάρ με τη βοήθεια και μεσολάβηση του Νταβίντ δούλεψε για να εξοικονομήσει τα προς το ζην στην Υπηρεσία Μουσείων. Πέθανε λησμονημένος το 1805. Σήμερα τα έργα του είναι ανεκτίμητης αξίας.

Ιδιαίτερη είναι η αγάπη του και για τα μικρά χαριτωμένα αιλουροειδή, τις γάτες που συντρόφευαν κοπέλες της αριστοκρατίας και παιδιά.

Μερικούς από αυτούς τους πίνακες σας παρουσιάζουμε παρακάτω:

 

 

 

eirini aivaliwtouJean-Honoré Fragonard. Οι γάτες και ο ερωτισμός την εποχή του ροκοκό
Περισσότερα

Η γάτα και το σύμπαν

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Ένας άνθρωπος είπε στο Σύμπαν:

«Κύριε, υπάρχω!»

«Έξοχα», απάντησε το Σύμπαν,
«αναζητώ κάποιον για να φροντίζει τις γάτες μου»…

Henry Beard

∼·∼
* Eικόνα: Fernando Castillo (Mexican, 1882-1940) – The Black Cat, c. 1929
eirini aivaliwtouΗ γάτα και το σύμπαν
Περισσότερα

«Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου» – Χίρο Αρικάουα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Απόσπασμα

Είμαι ένας γάτος. Προς το παρόν δεν έχω όνομα. Στη χώρα μας έχουμε έναν
διάσημο γάτο που έκανε κάποτε αυτήν ακριβώς τη δήλωση.
Δεν έχω ιδέα πόσο σπουδαίος ήταν ο συγκεκριμένος γάτος, αλλά
τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα του ονόματος, ο νικητής είμαι γω. Δεν
έχει καμία σημασία αν μου αρέσει ή δεν μου αρέσει το όνομά μου, αφού
κάνει μπαμ ότι δεν ταιριάζει στο φύλο μου, μιας και είμαι γένους
αρσενικού. Μου το έδωσαν πριν από περίπου πέντε χρόνια – την εποχή της
ενηλικίωσής μου.
Εκείνη την εποχή κοιμόμουν στο καπό ενός ασημί βαν στο πάρκιγκ μιας
πολυκατοικίας. Γιατί εκεί; Επειδή κανείς δεν μ’ έδιωχνε αποκεί. Οι
άνθρωποι είναι στην ουσία πελώριοι πίθηκοι που περπατάνε στα δυο πόδια,
αλλά καμιά φορά είναι μεγάλοι κόπανοι. Αφήνουν τα αυτοκίνητά τους
εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης, αλλά μην τυχόν και δουν πάνω σ’
αυτά κάνα αποτύπωμα από γατίσια πατουσάκια, τα παίρνουν στο κρανίο!
Τέλος πάντων, το καπό εκείνου του ασημί βαν ήταν το αγαπημένο μου
λημέρι για ύπνο. Ακόμα και τον χειμώνα, ο ήλιος το έκανε ζεστό και
χουχουλιαστό, ιδανικό για έναν μεσημεριανό υπνάκο.
Έμεινα εκεί μέχρι την άνοιξη, που σημαίνει ότι είχα βγει ζωντανός κι
από τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Μια μέρα, εκεί που ήμουν
κουλουριασμένος και κοιμόμουν του καλού καιρού, ξαφνικά ένιωσα ένα
ζεστό, έντονο βλέμμα πάνω μου. Άνοιξα τα βλέφαρά μου μια χαραμάδα και
είδα έναν ψηλόλιγνο νεαρό να με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια έτσι όπως
ήμουν ξάπλα.
«Εδώ κοιμάσαι πάντα;» ρώτησε.
Ξέρω γω, ναι. Έχεις κάνα πρόβλημα;
«Είσαι σκέτη γλύκα, το ξέρεις;»
Έτσι λένε.
«Δεν σε πειράζει να σε χαϊδέψω, ε;»
Ευχαριστώ, να μου λείπει. Του ’κανα μια ελπίζω διακριτικά απειλητική
κίνηση ότι θα του ρίξω νυχιά.
«Νευράκια, νευράκια;» είπε κάνοντας μια γκριμάτσα.
Μπα, εσένα θα σ’ άρεσε εκεί που κοιμάσαι να περάσει κάποιος και ν’
αρχίσει να σε χαϊδολογάει όπου βρει; «Να υποθέσω ότι θες ένα δωράκι για
να κάτσεις να σε χαϊδέψουν;» Γρήγορο πιστόλι ο τύπος. Καλά τα λέει. Όλο
και κάτι θα θέλω σε αντάλλαγμα για τη διατάραξη του ύπνου μου. Άκουσα
ένα θρόισμα και σήκωσα το κεφάλι. Το χέρι του τύπου είχε εξαφανιστεί
μέσα σε μια πλαστική σακούλα.
«Δεν βλέπω να ’χω αγοράσει κάτι κατάλληλο για γάτα».
Μη σκας, φιλαράκι. Οι αιλουροειδείς επαίτες δεν το παίζουν δύσκολοι. Τα
αποξηραμένα χτένια φαίνονται νόστιμα.
Μύρισα το σακουλάκι που εξείχε απ’ την πλαστική σακούλα και ο τύπος με
χάιδεψε στο κεφάλι μ’ ένα στραβό χαμόγελο.
Όπα, όπα, μην παίρνουμε θάρρος!
«Δεν κάνει για σένα, γατάκι» είπε. «Άσε που είναι και πολύ πικάντικο».
Πολύ πικάντικο, έτσι λες; Νομίζεις ότι ένα πεινασμένο αδέσποτο σαν
εμένα χολοσκάει για την υγεία του; Να βάλω κάτι στο στομάχι μου και
σβέλτα – αυτή είναι η προτεραιότητά μου.
Επιτέλους, ο τύπος έβγαλε μια λεπτή φέτα τηγανητό κοτόπουλο από ένα
σάντουιτς, αφαίρεσε το κουρκούτι, έβαλε τη σάρκα στην παλάμη του και
την άπλωσε προς το μέρος μου.
Περιμένεις να το φάω απ’ το χέρι σου; Νομίζεις ότι θα πιάσουμε φιλίες
μ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν είμαι και τόσο εύκολος. Απ’ την άλλη, δεν μου
προσφέρουν συχνά φρέσκο κρέας – κι αυτό φαίνεται πεντανόστιμο· επομένως,
ίσως ήρθε η ώρα για έναν μικρό συμβιβασμό.
Καθώς καταβρόχθιζα το κοτόπουλο, ένιωσα δυο ανθρώπινα δάχτυλα να
γλιστρούν κάτω απ’ το πιγούνι μου και να φτάνουν στο πίσω μέρος των
αυτιών μου. Με έξυσε απαλά. Εντάξει, επιτρέπω σ’ έναν άνθρωπο που με
ταΐζει να με αγγίξει για ένα δευτερόλεπτο, αλλά ο τύπος αυτός είχε
πραγματικά τον τρόπο του. Αν μου έδινε μια δυο λιχουδιές ακόμα, θα τον
άφηνα μέχρι και το πιγούνι να μου ξύσει. Έτριψα το μάγουλό μου στο χέρι
του.
Ο τύπος χαμογέλασε, έβγαλε το κρέας απ’ το δεύτερο μισό του σάντουιτς,
αφαίρεσε το κουρκούτι και άπλωσε το χέρι του. Ήθελα να του πω ότι δεν
με χάλαγε ούτε το κουρκούτι. Θα με χόρταινε ακόμα περισσότερο.
Τον άφησα να με χαϊδέψει κανονικά, ανταποδίδοντάς του έτσι τη χάρη για
το φαγητό που μου έδωσε, αλλά έφτανε πια.
Πάνω που έκανα να σηκώσω ένα από τα μπροστινά πόδια μου για να τον
στείλω στο καλό, ο τύπος είπε: «Καλά, τα λέμε».
Τράβηξε το χέρι του, έκανε μεταβολή και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά
της πολυκατοικίας.
Έτσι γνωριστήκαμε. Πέρασε λίγος καιρός μέχρι να με βαφτίσει.
Από κείνη τη στιγμή, έβρισκα κροκέτες για γάτες κάτω από το ασημί βαν
κάθε βράδυ. Μια ανθρώπινη χούφτα κροκέτες –πλήρες γεύμα για μια γάτα–
αφημένες ακριβώς δίπλα στο πίσω λάστιχο.
Αν ήμουν εκεί την ώρα που ερχόταν ν’ αφήσει φαγητό, κοίταζε να μου
πάρει κανένα χάδι, αλλά όταν δεν ήμουν εκεί, άφηνε ταπεινά το δωράκι
του και εξαφανιζόταν.
Κάποιες φορές με προλάβαινε καμιά άλλη γάτα, ή μπορεί ο τύπος να
έλειπε, και τότε περίμενα μάταια μέχρι το πρωί τις κροκέτες μου. Αλλά,
σε γενικές γραμμές, βασιζόμουν πάνω του για το πλήρες γεύμα της ημέρας.
Οι άνθρωποι είναι άστατοι, επομένως δεν βασίζομαι πάνω τους εκατό τα
εκατό. Μια αδέσποτη γάτα πρέπει να αναπτύξει την ικανότητα να χτίσει
ένα περίπλοκο δίκτυο διασυνδέσεων για να επιβιώσει στους δρόμους.
Δύο γνωστοί που καταλαβαινόμασταν − αυτό είχαμε γίνει μεταξύ μας. Αλλά
όταν αρχίσαμε να χτίζουμε μια ζεστή σχέση, μπήκε στη μέση η μοίρα και
άλλαξε τα πάντα… Και τα ’κανε όλα κόλαση.
Διέσχιζα τον δρόμο ένα βράδυ, όταν ξαφνικά με τύφλωσαν οι προβολείς
ενός αυτοκινήτου. Έκανα να φύγω απ’ τη μέση μ’ ένα σάλτο, όταν
ακούστηκε μια διαπεραστική κόρνα. Και τότε πήγαν όλα στραβά. Επειδή
ξαφνιάστηκα με την κόρνα, το σάλτο μου άργησε ένα κλάσμα του
δευτερολέπτου και –μπαμ!– το αυτοκίνητο έπεσε πάνω μου και με
εκσφενδόνισε.
Κατέληξα σε κάτι θάμνους στην άκρη του δρόμου. Ο πόνος που διέτρεξε το
σώμα μου ήταν τελείως πρωτόγνωρος. Αλλά ήμουν ζωντανός.
Προσπάθησα να σηκωθώ βρίζοντας, μάλιστα έβγαλα και μια κραυγή. Άου!
Άου! Το πίσω δεξί μου πόδι πονούσε αφάνταστα.
Σωριάστηκα κάτω και διπλώθηκα στα δύο για να γλείψω την πληγή, και τότε
το είδα – Θεέ μου! Ένα κόκαλο εξείχε!
Πληγές από δαγκωματιές κι από κοψίματα τα περιποιούμαι μια χαρά με τη
γλώσσα, αλλά τούτο δω με ξεπερνούσε. Μέσα απ’ τον φριχτό πόνο, το
κόκαλο που ξεπρόβαλλε από το πόδι μου έκανε την παρουσία του κάτι
παραπάνω από αισθητή.
Τι πρέπει να κάνω; Τι μπορώ να κάνω;
Βοήθεια! Μα τι βλακείες λέω; Κανείς δεν βοηθάει ένα αδέσποτο.
Τότε θυμήθηκα τον τύπο που ερχόταν κάθε βράδυ και μου άφηνε κροκέτες.
Ίσως αυτός θα μπορούσε να με βοηθήσει. Πώς μου πέρασε τούτη η σκέψη απ’
το μυαλό, δεν ξέρω – πάντα κρατούσαμε τις αποστάσεις μας, πέρα από
κανένα χαδάκι, που το δεχόμουν για να τον ευχαριστήσω για τα δωράκια
του. Αλλά δεν είχα να χάσω και τίποτα.
Ξεκίνησα να διασχίζω το πεζοδρόμιο, σέρνοντας το πίσω δεξί μου πόδι με
το κόκαλο να εξέχει. Κάμποσες φορές το σώμα μου έπαψε να με υπακούει,
σαν να ήθελε να μου πει: Δεν αντέχω άλλο, δεν παλεύεται ο πόνος. Ούτε…
βήμα… παραπάνω.
Μέχρι να φτάσω στο ασημί βαν, είχε αρχίσει να χαράζει.
Πραγματικά δεν μπορούσα να κάνω ούτε βήμα παραπάνω. Πάει, σκέφτηκα,
αυτό ήταν.
Φώναξα με όλη μου τη δύναμη.
Άου… Άουουουου!
Φώναξα ξανά και ξανά, ώσπου η φωνή μου έσπασε. Με πέθαινε στον πόνο
ακόμα κι αυτό, για να πω την αλήθεια.
Και ξαφνικά άκουσα κάποιον να κατεβαίνει τα σκαλιά της πολυκατοικίας.
Σήκωσα το κεφάλι και είδα ότι ήταν αυτός.
«Καλά το κατάλαβα ότι ήσουν εσύ».
Όταν με είδε από κοντά, χλώμιασε.
«Τι έπαθες; Σε χτύπησε αμάξι;»
Δεν μ’ αρέσει που το παραδέχομαι, αλλά τα είχα θαλασσώσει.
«Πονάει; Έτσι φαίνεται».
Φτάνουν οι εκνευριστικές ερωτήσεις. Δεν το λυπάσαι καθόλου το λαβωμένο
γατάκι; «Ακουγόταν απόγνωση στα ουρλιαχτά σου, αυτό με ξύπνησε. Εμένα
δεν φώναζες, γατάκι;» Ναι, ναι, και βέβαια εσένα φώναζα! Κι εσύ ήρθες
με το πάσο σου.
«Σκέφτηκες ότι ίσως μπορώ να σε βοηθήσω, ε;» Έτσι φαίνεται, Σέρλοκ.
Ξαφνικά ο τύπος άρχισε να ρουφάει τη μύτη του. Αυτός τώρα γιατί
έκλαιγε; «Είμαι περήφανος για σένα που με θυμήθηκες».
Οι γάτες δεν κλαίνε όπως οι άνθρωποι. Αλλά –μ’ έναν μαγικό τρόπο–
καταλάβαινα γιατί έκλαιγε.
Άρα θα κάνεις κάτι, ε; Δεν αντέχω άλλο τον πόνο.
«Ησύχασε, ησύχασε. Όλα θα πάνε καλά, γατάκι».
Ο τύπος με έβαλε απαλά σ’ ένα χαρτόκουτο όπου είχε στρώσει μια χνουδάτη
πετσέτα κι αποκεί στο μπροστινό κάθισμα του ασημί βαν.
Πήγαμε στο κτηνιατρείο. Δεν έχω χειρότερο, οπότε προτιμώ να μην το
συζητήσω περαιτέρω.
Κατέληξα να μένω με τον τύπο μέχρι να γιάνω. Ζούσε μόνος του και το
διαμέρισμά του ήταν καθαρό και τακτοποιημένο. Μου έβαλε ένα δοχείο με
άμμο στον χώρο της γκαρνταρόμπας δίπλα στο μπάνιο, καθώς και μπολ με
φαγητό και νερό στην κουζίνα.
Αν και δεν μου φαίνεται, είμαι ένα αρκετά έξυπνο γατί με καλούς τρόπους
κι έμαθα να χρησιμοποιώ την τουαλέτα αμέσως χωρίς ποτέ να λερώσω το
πάτωμα. Πες μου να μην ξύνω τα νύχια μου σε συγκεκριμένα σημεία και θα
συγκρατηθώ. Οι τοίχοι και οι κάσες από τις πόρτες ήταν απαγορευμένα
σημεία, οπότε χρησιμοποιούσα τα έπιπλα και το χαλί για το ακόνισμα των
νυχιών μου, αφού ποτέ δεν μου είπε ξεκάθαρα ότι αυτά αποτελούσαν
απαγορευμένες ζώνες. (Παραδέχομαι ότι φάνηκε λίγο δυσαρεστημένος στην
αρχή, αλλά είμαι απ’ τα γατιά που τα πιάνουν αυτά στον αέρα, που
οσμίζονται τι είναι πέρα για πέρα απαγορευμένο και τι δεν είναι. Τα
έπιπλα και το χαλί δεν ήταν πέρα για πέρα εκτός συζήτησης, αυτό θέλω να
πω.) Νομίζω ότι πέρασαν περίπου δύο μήνες για να βγουν τα ράμματα και
να δέσει το κόκαλο. Εκείνο το διάστημα έμαθα το όνομα του τύπου:
Σατόρου Μιγιαουάκι.
Ο Σατόρου με φώναζε με διάφορα ονόματα, όπως «Ψιτ» ή «Γατάκι» ή «κύριε
Γάτε», ανάλογα με τα κέφια του. Πράγμα κατανοητό, αφού δεν είχα όνομα
εκείνη την εποχή.
Όμως ακόμα κι αν είχα κάποιο όνομα, ο Σατόρου δεν μίλαγε τη γλώσσα μου,
επομένως δεν θα κατάφερνα να του το πω. Είναι κάπως άβολο που οι
άνθρωποι καταλαβαίνονται μόνο μεταξύ τους. Το ξέρατε ότι τα ζώα είναι
πολύ περισσότερο πολύγλωσσα; Όποτε ήθελα να βγω έξω, ο Σατόρου έσμιγε
τα φρύδια και προσπαθούσε να με πείσει ότι δεν πρέπει.
«Αν βγεις έξω, μπορεί να μην ξαναγυρίσεις ποτέ. Κάνε υπομονή, γατάκι.
Περίμενε να γίνεις τελείως καλά. Δεν θες να έχεις ράμματα στο πόδι μια
ζωή, έτσι δεν είναι;» Στο μεταξύ είχα αρχίσει πια να περπατάω λίγο, αν
και πονούσα ακόμη, αλλά βλέποντας πόσο ανησυχούσε ο Σατόρου, υπέμεινα
τον κατ’ οίκον περιορισμό εκείνους τους δύο μήνες και σκέφτηκα ότι είχε
και τα καλά του. Δεν είχε νόημα να σέρνω το ένα μου πόδι αν έμπλεκα σε
καβγά με καμιά άλλη γάτα.
Έτσι, έκατσα στ’ αυγά μου μέχρι να επουλωθεί επιτέλους η πληγή μου.
Ο Σατόρου με σταματούσε πάντα στην εξώπορτα μ’ ένα ανήσυχο βλέμμα, αλλά
τώρα στεκόμουν εκεί και νιαούριζα για να μ’ αφήσει να βγω έξω. Σ’
ευχαριστώ για όλα όσα έκανες. Θα σου είμαι ευγνώμων για μια ζωή. Σου
εύχομαι παντοτινή ευτυχία, ακόμα κι αν δεν μου ξαναφήσεις λιχουδιές
κάτω απ’ το ασημί βαν.
Ο Σατόρου δεν φαινόταν τόσο ανήσυχος όσο θλιμμένος. Ακριβώς έτσι
έδειχνε και για τα έπιπλα και το χαλί. Δεν είναι τελείως απαγορευμένο,
αλλά και πάλι… Τέτοια έκφραση είχε πάρει.
«Εξακολουθείς να προτιμάς να ζεις έξω;»
Για στάσου – κόψε το κλαψιάρικο ύφος. Θα με κάνεις κι εμένα σε λίγο να
λυπάμαι που φεύγω.
Και ξαφνικά, απ’ το πουθενά, είπε: «Άκου, γάτε, σκεφτόμουν μήπως θα
’θελες να γίνεις ο γάτος μου».
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Καθώς ήμουν
αδέσποτο ως το κόκαλο, δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό η
πιθανότητα να γίνω το κατοικίδιο κάποιου.
Είχα σκεφτεί να τον αφήσω να με φροντίζει μέχρι να γίνω καλά, αλλά
πάντα είχα κατά νου να φύγω μόλις επουλωνόταν η πληγή. Να το πω αλλιώς.
Νόμιζα ότι θα ήμουν αναγκασμένος να φύγω.
Εφόσον θα έφευγα που θα έφευγα, ήταν πολύ πιο αξιοπρεπές να σηκωθώ να
φύγω μόνος μου παρά να με διώξει ο άλλος. Οι γάτες είναι περήφανα
πλάσματα εξάλλου.
Αν ήθελες να γίνω το κατοικίδιό σου, ε, έπρεπε να το είχες πει
νωρίτερα.
Ξεγλίστρησα απ’ την πόρτα που είχε ανοίξει απρόθυμα ο Σατόρου. Ύστερα
γύρισα και του έκανα «νιάου».
Έλα, πάμε.
Αν και άνθρωπος, ο Σατόρου είχε ενστικτώδη αίσθηση της γατίσιας γλώσσας
και φάνηκε να καταλαβαίνει τι έλεγα. Έδειξε σαστισμένος για μια στιγμή,
αλλά με ακολούθησε ως έξω.
Ήταν μια φωτεινή νύχτα γεμάτη αστέρια, και η πόλη ήταν ήσυχη κι ωραία.
Πήδηξα στο καπό του ασημί βαν, ενθουσιασμένος που είχα ανακτήσει την
ικανότητα να κάνω άλματα, και ξαναπήδηξα κάτω, όπου άρχισα να κυλιέμαι
και να τρίβομαι.
Πέρασε ένα αυτοκίνητο κι αυτό έκανε την ουρά μου να τιναχτεί όρθια,
καθώς ο φόβος μην ξαναχτυπήσω ήταν πια βαθιά ριζωμένος μέσα μου. Πριν
το καταλάβω, βρέθηκα να κρύβομαι πίσω απ’ τα παντελόνια του Σατόρου, κι
εκείνος με κοίταξε χαμογελώντας.
Έκανα έναν γύρο τη γειτονιά με τον Σατόρου πριν επιστρέψω στην
πολυκατοικία. Έξω απ’ την πόρτα με τη σκάλα που οδηγούσε στο διαμέρισμα
του δευτέρου ορόφου, νιαούρισα. Άνοιξέ μου.
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα τον Σατόρου και είδα ότι χαμογελούσε, αλλά
και πάλι με το ίδιο θλιμμένο ύφος.
«Ώστε θέλεις να γυρίσεις πίσω, κύριε Γάτε;» Μάλιστα. Ναι. Οπότε, άνοιξέ
μου.
«Άρα θα γίνεις ο γάτος μου;»
Εντάξει. Αλλά να πηγαίνουμε και καμιά βόλτα πού και πού.
Κι έτσι έγινα ο γάτος του Σατόρου.

-Πρώτη δημοσίευση: Διάστιχο – https://diastixo.gr/

Χίρο Αρικάουα

«Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου»

Εκδόσεις «Μίνωας»

Ένας αδέσποτος γάτος ζει σε ένα πάρκιγκ στο σύγχρονο Τόκιο. Για τίποτα στον κόσμο δεν θα αντάλλασσε την ελευθερία του με την άνεση ενός διαμερίσματος. Την ημέρα, όμως, που τον χτυπά ένα αυτοκίνητο καταφεύγει στη βοήθεια του νεαρού Σατόρου, που τον φροντίζει, του προσφέρει τη ζεστασιά ενός σπιτικού και του δίνει το όνομα Νάνα.

Πέντε χρόνια αργότερα ο Σατόρου ξεκινά ένα ταξίδι με το βαν του, σχεδιάζοντας να επισκεφτεί τρεις παλιούς παιδικούς του φίλους.

Στο πλευρό του βρίσκεται ο Νάνα, που είναι χαρούμενος γι’ αυτή την εμπειρία παρόλο που δεν γνωρίζει τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού· ο Σατόρου δεν θέλει να του τον αποκαλύψει.

Με φόντο την εναλλαγή των εποχών στην Ιαπωνία, η ιστορία του Νάνα χαρτογραφεί τα συναισθήματα που προκαλούν οι αναπάντεχες λοξοδρομήσεις της ζωής, εξυμνώντας την αξία της φιλίας και της συντροφικότητας.

Ένα αλληγορικό μυθιστόρημα που έχει συγκινήσει εκατομμύρια αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο δείχνει πώς μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μας οι πράξεις αγάπης, μεγάλες αλλά και μικρές.

Το «Χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου» της Χίρο Αρικάουα, εξελίσσεται ήδη σε αναπάντεχη διεθνή επιτυχία, καθώς στην Ιαπωνία με την κυκλοφορία του βρέθηκε στην κορυφή των πωλήσεων, ενώ στην Αγγλία την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του ξεπέρασε τα 5.000 αντίτυπα.
Πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία στην οποία χαρτογραφούνται τα συναισθήματα που προκαλούν οι αναπάντεχες λοξοδρομήσεις της ζωής, ενώ παράλληλα η συγγραφέας μάς δείχνει πώς πράξεις αγάπης, μεγάλες και μικρές, μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μας προς το καλύτερο.

  • Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κονταξάκη.

 

  • Η Χίρο Αρικάουα γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1972 στο Κόουτσι της Ιαπωνίας. Γνώρισε επιτυχία με το πρώτο της μυθιστόρημα The Salt Town (2004), αποσπώντας το βραβείο Dengeki Novel, το οποίο απονέμεται σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς στην Ιαπωνία. Μεγάλη επιτυχία, επίσης, γνωρίζουν τα μυθιστορήματα της σειράς The Library Wars, τα οποία έχουν γυριστεί σε ταινίες κινουμένων σχεδίων και live action.
eirini aivaliwtou«Το χρονικό ενός πολυταξιδεμένου γάτου» – Χίρο Αρικάουα
Περισσότερα

Έλληνες ζωγράφοι ζωγραφίζουν τα ζώα της χώρας μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας, τα ζώα πρόσφεραν στον άνθρωπο πολλά και πολύτιμα: τον έθρεψαν με το κρέας τους, τον ζέσταναν με το τρίχωμά τους, τον βοήθησαν να καλλιεργήσει τη γη, έγιναν προστάτες και φίλοι του αχώριστοι. Ο Αριστοτέλης έλεγε πως «τα φυτά των ζώων ένεκέν εστι και τα ζώα των ανθρώπων χάριν», δηλαδή ότι τα ζώα ήρθαν στον κόσμο για χάρη των ανθρώπων.
Με ορισμένα μάλιστα, όπως με τους σκύλους και τις γάτες, ο άνθρωπος εξελίχθηκε παράλληλα. Τόσο στενά δέθηκε μαζί τους.
Τα μιμήθηκε για να επιβιώσει και για να κατασκευάσει τα κορυφαία τεχνολογικά του επιτεύγματα. Μήπως τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια δεν μιμούνται τις ιδιότητες των πουλιών και των ψαριών αντίστοιχα;
Τα ζώα εκδηλώνουν την αγάπη τους στον άνθρωπο τόσο πιστά και ανιδιοτελώς.
Τον κάνουν να χαμογελά και να θαυμάζει. Τον παρηγορούν. Του αρέσει να τα παρατηρεί ακόμη και αυτά που δεν θα αγγίξει ποτέ.
Έχει πολλούς καλούς λόγους για να τα έχει συντροφιά του, στο σπίτι του, κυρίως βέβαια τα γατάκια και τα σκυλάκια.
Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι οφείλουμε να τα φροντίζουμε, να τα νοιαζόμαστε και να τα περιθάλπουμε. Γιατί απλά τα αγαπάμε. Αλήθεια, χρειάζεται κανείς δικαιολογία για να αγαπά μια άλλη ζωντανή ψυχή;
Πώς θα γινόταν, λοιπόν, η τέχνη -και δη η ζωγραφική- να μη σαγηνευτεί από τη χάρη τους, την κίνησή τους και το εύγλωττο βλέμμα τους;
Παρακάτω θα δείτε μερικούς μόνο από τους πίνακες που εμπνεύστηκαν σπουδαίοι Έλληνες ζωγράφοι από τα ζώα της πατρίδας μας:

 

 

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: Το εισόδημα στο Μόλυβο

 

Κατερίνα Χατζηγιαννούλη: Γάτα

 

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Σμαράγδα Παπούλια: Cat’s hart

 

Βασίλειος Γερμενής: Το αγρόκτημα και τα ζώα του

 

Εμμανουήλ Ζαΐρης: Παιδί με γάτα

 

Νίκος Κούνδουρος

Χριστόφορος Κατσαδιώτης: Auschwitz

 

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος: Παπάς

 

Σμαράγδα Παπούλια: Μαύρη γάτα

 

Σμαράγδα Παπούλια

Οδυσσέας Οικονόμου: Η Θάλεια και η γάτα

Ιάκωβος Ρίζος: Κυρία στον καναπέ

Ιάκωβος Ρίζος: Κυρία στον κήπο με το σκύλο της

 

Νικόλαος Γύζης: Tο παιδί που κοιμάται

 

Ειρήνη Κανά: Γάτα

Γεώργιος Γουναρόπουλος: Το κορίτσι με τη γάτα

 

Καλλιρρόη Μαρούδα

 

  • Αρχική εικόνα: Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

 

eirini aivaliwtouΈλληνες ζωγράφοι ζωγραφίζουν τα ζώα της χώρας μας
Περισσότερα

Ελεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος, Ρήγας Καππάτος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σε άλλους καιρούς, τα Σάββατα,

εύκολα μέτραες εκατό γαϊδούρια απ’ το χωριό μου,

το μεγαλύτερο της Κεφαλλονιάς, στο Αργοστόλι, πλάι στη γέφυρα

από την από δω μεριά του καφενείου του Αριστοφάνη.

Εκεί μασούλααν το σανό τους περιμένοντας

τον κύριό τους να γυρίσει με τα ψώνια∙

για να τα μεταφέρουν στο χωριό, μαζί κι εκείνον, γιατί όχι

ακόμα κι αν τα χτύπαγαν, αφού πολλοί ήταν σκληροί μαζί τους.

Ακόμα κι έτσι, όμως, τον καλωσόριζαν

μ’ ένα ελαφρύ ογκάνισμα και τη ματιά υγρή απ’ την προσμονή,

γεμάτη πραότητα και καλοσύνη

από τα μύχια του στωικού εαυτού τους με την παροιμιώδη υπομονή:

να επιστρέψουν στο χωριό μια ώρα αρχύτερα,

να τα ξεσαμαρώσουν και να ξεκουραστούν κι εκείνα

στον ίσκιο κάποιου δέντρου, αν ήταν καλοκαίρι,

ή στη θαλπωρή του αχερώνα τους, αν ήτανε χειμώνας.

Τώρα, στερνά, μαθαίνω

πέθανε στο χωριό μου κι ο τελευταίος ειρηνικός εκπρόσωπος του είδους.

Δεν θα ακουστεί πια το εγερτήριο γκάρισμά τους

όταν μαζί με τα κοκόρια αποτελούσε

έναν δικό τους χορωδιακό μεμνώνιον ύμνο

στον ήλιο, καλωσορίζοντας τη μέρα.

Ούτε η σκληρή δουλειά ούτε και η σκληρότητα του ανθρώπου

μπόρεσαν να ξεκληρίσουν τη στωική παρουσία τους μέσα στη φύση.

Αυτό το κατόρθωσε η πρόοδος. Τι θλίψη.

(Νοέμβρης 2016)

– Εικόνα: Γιάννης Καστρίτσης: Τυχαία συνάντηση με τον Διονύσιο εκ Φουρνά

***

Ο Ρήγας Καππάτος γεννήθηκε στα Δειληνάτα της Κεφαλλονιάς, το 1934. Ποιητής, δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος, ανθολόγος. Για πολλά χρόνια ταξίδεψε σαν ναυτικός. Με τη Δικτατορία (1969) μετοίκησε και έκτοτε ζει στην Αμερική, περνώντας ένα μέρος του χρόνου του στην Ελλάδα. Σπούδασε Φιλολογία (χωρίς να ολοκληρώσει σπουδές), ξένες γλώσσες και μουσική.
Για τις λογοτεχνικές του δραστηριότητες ασχολείται κυρίως με τα ισπανικά, απ’ όπου για πολλά χρόνια επιδίδεται συστηματικά με τη μετάφραση ποιητών και πεζογράφων, πρωτίστως από τη Λατινική Αμερική αλλά και την Ισπανία. Σ’ αυτόν τον τομέα έχει κυκλοφορήσει ανθολογίες περουβιανού και χιλιανού διηγήματος, σε συνεργασία με τους ποιητές Πέδρο Λάστρα και Χαβιέρ Σολογλούρεν, καθώς και ποιητικές ανθολογίες, ατομικές και συλλογικές, όπως: του Πάμπλο Νερούδα, πρώτη ελληνική ανθολόγηση (1966), του Καίσαρα Βαλλιέχο (ανθολόγηση του ποιητικού του έργου, ΟΔΕΒ, 1979 και «Ποιητικά Άπαντα», έκδοση δίγλωσση, «Gutenberg», 2000), του Νικανόρ Πάρρα, του Πέδρο Λάστρα και του Όσκαρ Χαν, την αναμνηστική έκδοση του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου «Δεν θα περάσουν», τα «Ποιητικά Άπαντα» του Γκαρθία Λόρκα, σε συνεργασία με τον Κοσμά Πολίτη.
Το 1995 η κυκλοφορεί η μετάφρασή του του «Λεξικού των Συμβόλων», του Juan Eduardo Cirlot και από τις εκδόσεις «Εκάτη», «Το λεξικό των ισμών», του ίδιου συγγραφέα, κλ.π. Συνεργάζεται κατά καιρούς με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και δημοσιογραφεί μονίμως με ελληνικές εφημερίδες της Νέας Υόρκης. Σε συνεργασία με τον Μεξικανό ποιητή Κάρλος Μοντεμαγιόρ, κυκλοφόρησε στο Μεξικό μία ανθολογία Ελλήνων ποιητών το 1984, και με τον Χιλιανό ποιητή Πέδρο Λάστρα, έκανε την ανθολογία «Τα 100 ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της ισπανικής γλώσσας», που κυκλοφορεί σε 9η έκδοση στα ισπανικά, σε τρίτη στα ελληνικά (δίγλωσση), «Εκάτη», 2000, 2001, 2006 και έχει εξαντλήσει μία έκδοση στα αγγλικά, Seaburn, Nέα Υόρκη, 1998 και έντεκα εκδόσεις στα ισπανικά. Με τους ίδιους συνεργάτες έχει ετοιμάσει μια νέα ανθολογία νεοελληνικής ποίησης, όπου συμπεριλαμβάνονται 70 ποιητές από τον Καβάφη κι εδώ, και θα κυκλοφορήσει στη Βενεζουέλα . Επίσης, με τον ποιητή Πέδρο Λάστρα, ετοίμασε την ειδική ανθολογία «Η παρουσία της Ελλάδας στην ποίηση της Λατινικής Αμερικής», όπου ανθολογούνται 107 ποιητές της ηπείρου που εμπνέονται από την Ελλάδα, από την εποχή της ισπανικής κατάκτησης ίσαμε τις μέρες μας· κυκλοφόρησε στα ελληνικά από την «Εκάτη» και στα ισπανικά από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Χιλής.
Ο Ρήγας Καππάτος έχει κυκλοφορήσει έξι δικές του ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο διηγημάτων με ζώα. Επίσης υπό έκδοση είναι μία ανθολογία του σύγχρονης λατινοαμερικάνικης ποίησης με 95 ποιητές. Ποιήματα του Ρήγα Καππάτου έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά και στα αγγλικά. Σε συνεργασία με τον Χιλιανό ποιητή Ενρίκε Λιν, κυκλοφόρησε το 1985 στο Μεξικό, Εκδόσεις «Premia», στα ισπανικά, την ποιητική συλλογή του για γάτες «Τα ποιήματα του Αθηνούλη», εμπνευσμένα, κυρίως, από τη γάτα του με το ίδιο όνομα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Ισπανιστών Ελλάδας και επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Ανώτερων Σπουδών και Περουβιανών Ερευνών του Πανεπιστημίου του Αγίου Μάρκου της Λίμα Raul Porras Barrenechea.

 

eirini aivaliwtouΕλεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος, Ρήγας Καππάτος
Περισσότερα

Στέλλα Σκοπελίτου, Πώς ν’ αγαπάς μια γάτα!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

λέγεται πως οι γάτες είναι απόμακρες
μα μόλις με πλησίασε μια
ζητώντας χάδια.
απ’ όλους, διάλεξε εμένα
ίσως, γιατί μονάχα εγώ θα τη δεχόμουν.
μου έδειχνε τα νύχια της
πατώντας απαλά πάνω μου
όμως αντί για φόβο
προκάλεσε οικειότητα.
το μαύρο πάνω της ήταν τόσο
που δεν άντεξα και τη χάιδεψα
κι εκείνη,
αχόρταγη στο χάιδεμα,
τρίβοντας αθώα το κεφάλι της
στο δέρμα μου
ζητούσε κι άλλο
κι άλλο
κι ήταν πέρα για πέρα μαύρη
κι εγώ τόσο,
τόσο ήθελα να την κρατήσω,
ν’ αφήσω τ’ απειλητικά της χάδια
όσο θα της δείχνω αγάπη,
μα δε θα μ’ άφηναν ποτέ.

να φταίει η φύση της που διχάζει;
να φταίει το χρώμα της που τρομάζει;

παρεξηγημένα πλάσματα οι γάτες
και δύσκολα.
η αγάπη γι’ αυτές προϋποθέτει
αλλεπάλληλες γρατζουνιές
κι η λειτουργία του σκισμένου δέρματος
δεν είναι αυτή της προσδοκώμενης ανταπόδοσης
παρά ένδειξη ειλικρίνειας.
η ανταμοιβή
είναι το συναίσθημα που δίνει η επιθυμία τους
να κοιμηθούν
υπό τους χτύπους της καρδιάς σου.

 

eirini aivaliwtouΣτέλλα Σκοπελίτου, Πώς ν’ αγαπάς μια γάτα!
Περισσότερα

Άγγελος Παπαδημητρίου: Η Μίκρα με φιλοξενεί στο σπίτι μου…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

 

«Ευτυχισμένο είναι το σπίτι που έχει τουλάχιστον μία γάτα», λέει μια ιταλική παροιμία. Κι ο Άγγελος Παπαδημητρίου το ξέρει καλά αυτό.
Πολύ συχνά βλέπουμε στο χρονολόγιο του αξιαγάπητου καλλιτέχνη να φιγουράρει μια πανέμορφη ασπρόμαυρη γατούλα με γλυκά μάτια. Μοιάζει πολύ αφοσιωμένη και τον κοιτάζει με προσήλωση και λατρεία. Ενίοτε δε δείχνει να τον… ζυμώνει με τις αφράτες πατουσίτσες της, δείγμα μεγάλης στοργής και οικειότητας.

Η περιέργεια για το γεγονός αυτό αλλά και η -πασίγνωστη πλέον- αδυναμία μου στα αιλουροειδή, μικρά και μεγάλα, με έσπρωξε να τον ρωτήσω μια νύχτα:

Άγγελε, πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη γάτα σου; Είχες και παλαιότερα γάτα;

  • Ειρήνη μου, όχι μόνο δεν είχα ποτέ γάτα -μου απάντησε με θέρμη- αλλά αν μου έλεγες πριν από τέσσερα χρόνια ότι θα πάρω γάτα το λιγότερο θα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια σαν να άκουγα το πιο αστείο ανέκδοτο… Ώσπου μια χειμωνιάτικη κρύα νύχτα καθώς με έφερναν στο σπίτι φίλοι με το αυτοκίνητό τους, τη στιγμή που τους καληνύχτιζα ακούσαμε ένα μικρό νιαουρισματάκι… Ήταν τρία σχεδόν νεογέννητα γατάκια που είχαν μπει στη μηχανή για να ζεσταθούν. Δίχως να έχω ιδέα από ζώα, εξ ενστίκτου σχεδόν, τα περιποιήθηκα και παρ’ όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις του κτηνιάτρου επέζησαν και τα τρία! Δύο θηλυκά κι ένα αρσενικό, η Φιλοθέη, ο Νισάν και η Μίκρα (μπήκαν στη Φιλοθέη και τα βρήκαμε σε αυτοκίνητο μάρκας Μίκρα Νισάν). Αυτή τη στιγμή η Μίκρα με φιλοξενεί στο σπίτι μου, η Φιλοθέη ζει με τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο και τη σύζυγό του, ηθοποιό Ρίτα Λυτού κι ο Νισάν χαίρεται την ελευθερία του ζώντας στην εξοχή με τους φίλους του. Η σχέση μου με τη Μίκρα, που είναι βεντέτα του Διαδικτύου, είναι ισχυρή έως θυελλώδης και εγώ δηλώνω πια απερίφραστα γατοφιλόφιλος!

Συνέχισα τις ερωτήσεις, ώσπου αυτός ο διάλογος εξελίχθηκε σε μια μίνι συνέντευξη με θέμα τη Μίκρα, σε μια λιλιπούτεια ποιητική πραγματεία για τη γατο-ανθρώπινη συντροφικότητα και αγάπη.

– Πώς είναι ως προσωπικότητα η Μίκρα, Άγγελε;

  • Η Μίκρα είναι ένα πανέμορφο υπερευαίσθητο γατί, απίστευτα έξυπνο, κομψό, που δεν κάνει ποτέ ζημιές. Είναι πλάσμα χαρούμενο, μοναχικό, δύσπιστο, δεν ανέχεται κανένα άλλο ζώο δίπλα της… Είμαι ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύεται γιατί πιθανόν όταν το βρήκα, σχεδόν ψόφιο, με κλειστά ματάκια και το έσωσα, ήμουν ο πρώτος που είδε κι ίσως με θεωρεί κάτι σαν γονιό… Κοιμάται πάντα δίπλα μου κολλητά, δεν με ξυπνάει ποτέ… Και το περίεργο για γατί είναι πως δεν έχει γουργουρίσει ποτέ, μόνο σπάνιες φορές ψευτογουργουρίζει σχεδόν εσωτερικά σαν να έχει ακροαστικά. Είναι υγιέστατο, φαγανό, πεντακάθαρο. Η μεγάλη της δυστυχία είναι να φύγει από το σπίτι… Μια δυο φορές που αναγκάστηκα να την αφήσω λίγες μέρες σε ξενοδοχείο ζώων ή σε σπίτι φίλων κυριολεκτικά κόντεψε να πεθάνει… Αυτά τα λίγα!

 


Αγκαλιά εγώ και συ, στ’ αμπαζούρ το θαλασσί από κάτω!

 

Όλοι, μα όλοι οι καλλιτέχνες ακούμε φωνές που μας λένε ότι είμαστε οι πρώτοι και οι καλύτεροι… Δεν πειράζει… Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που τις ακούει κι η γάτα μας!

  • Οι λεζάντες είναι του Άγγελου Παπαδημητρίου
eirini aivaliwtouΆγγελος Παπαδημητρίου: Η Μίκρα με φιλοξενεί στο σπίτι μου…
Περισσότερα

Ελίσαμπεθ Μπίσοπ, Νανούρισμα για τη γάτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Νιάου, πήγαινε κοιμήσου κι ονειρέψου,
τα έξοχα μεγάλα μάτια σου να κλείσεις.
Στην κλίνη σου γύρω γεγονότα ετοιμάζουν
τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις.

Αγαπημένη Νιάου, μην κατσουφιάζεις
σου ζητώ μόνο συνεργασία,
ούτε ένα γατάκι δεν θα πνιχτεί
στη Μαρξίστρια Πολιτεία.

Χαρά κι Αγάπη αμφότερα θα είναι δικά σου,
Νιάου, τα κέφια μην αφήνεις να χαθούν.
Ευτυχισμένες μέρες έρχονται σε λίγο-
Κοιμήσου, κι άσε τες να έρθουν…

  • Ελίσαμπεθ Μπίσοπ, Νανούρισμα για τη γάτα – Μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης

-Εικόνα: A Snug Corner, S. Sullivan. 1881

eirini aivaliwtouΕλίσαμπεθ Μπίσοπ, Νανούρισμα για τη γάτα
Περισσότερα