Κριτική παρουσίαση

Η «Γενιά του ‘30» καμαρώνει τη νέα γενιά στο «Σύγχρονο» σε ένα πανηγυρικό «Γαμήλιο εμβατήριο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

 

«Τα κρίνα του φθινόπωρου τα πιο μεθυστικά
προτού να μαραζώσουν και να σβήσουν
τους τελευταίους ανασασμούς ήρθαν γλυκά – γλυκά
στα πόδια μου να τους σκορπίσουν»…

***

Το «Γαμήλιο εμβατήριο» έχει ολοκληρωθεί και οι ποιητές και πεζογράφοι της θρυλικής γενιάς του ’30 μόλις έχουν ακούσει τους παραπάνω στίχους

Δώδεκα κορυφαίοι των ελληνικών γραμμάτων. Όρθιοι, από αριστερά: Θανάσης Πετσάλης – Διομήδης, Ηλίας Βενέζης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Καραντώνης, Στέλιος Ξεφλούδας, Γιώργος Θεοτοκάς. Καθήμενοι, από αριστερά: Άγγελος Τερζάκης (ο συγγραφέας του Εμβατηρίου), Κωνσταντίνος Θησέως Δημαράς, Γεώργιος Κ. Κατσίμπαλης, Κοσμάς Πολίτης και Ανδρέας Εμπειρίκος.

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Από αριστερά: Μαίρη Χήναρη, Γιώτα Τσιότσκα, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Πέτρα Μαυρίδη.

 

Όλοι τους σίγουρα θα καμάρωναν αν παρακολουθούσαν στο «Σύγχρονο Θέατρο» τη νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου να ερμηνεύει το «Γαμήλιο Εμβατήριο» του Άγγελου Τερζάκη.

*

Το «Εμβατήριο» παραστάθηκε για πρώτη φορά το 1937 από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, και με το έργο αυτό εγκαινίασε την εγκατάσταση του θιάσου της στο καινούριο «Ρεξ» της Πανεπιστημίου. Η Κοτοπούλη ερμήνευσε τη Λεμονιά Μαρκογιάννη, η Σμάρω Στεφανίδου τη μαμά – Διαλεχτή, η Νίτσα Τσαγανέα, η Μαίρη Αρώνη και η Ρίτα Μυράτ έκαναν τις άλλες τρεις κόρες… Τη δουλίτσα, η Αγγέλα Λαλαούνη. Στους ανδρικούς ρόλους ο Θεόδωρος Αρώνης, ο Χρήστος Τσαγανέας, ο Γιώργος Παππάς, ο Αντώνης Γιαννίδης και οι Δημήτρης Μυράτ.

Για το έργο αυτό, κατ’ εξαίρεση, είχε δημιουργήσει μια δική του μουσική σύνθεση ο Άγγελος Τερζάκης, ο οποίος δεν ήθελε μουσική στα έργα του επειδή θεωρούσε ότι τα έργα πρόζας πρέπει να πληρούν μόνα, όλες τις θεατρικές και μουσικές ανάγκες, μέσα από την καλοδουλεμένη γλώσσα. Έπρεπε, όπως έλεγε, «να είναι μουσική από μόνα τους».

 

*

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Η Κατερίνα Μπιλάλη, φιλομαθής, με τη γραφομηχανή της…

 

Επί σκηνής τα μέλη της οικογένειας Μαρκογιάννη. Η μαμά Διαλεχτή, η πρωτοκόρη Λεμονιά, η δεύτερη Ροζαλία και οι δύο μικρές, η Μαρίνα και η Ανθούλα. Μαζί και ο αδελφός τους Κλεάνθης. Στο σπίτι της Μαρκογιάννη έρχεται ο φοιτητής Ανδριανός, ο δάσκαλος Κοσμάς Λεφούσης, ο εργοδηγός Σάββας Χρηστούδης και ο αδελφός της Διαλεχτής ο φαρμακοποιός Ζαχαρίας Τρέκλας.

 

***

 

Σε μία ελληνική κωμόπολη του Μεσοπολέμου μία οικογένεια που έχει χάσει τον πατέρα κι έχει τέσσερις ανύπαντρες κόρες στηρίζει όλες τις ελπίδες της στο γιο, ο οποίος βρίσκεται στην Αθήνα. Όταν κάποια στιγμή επιστρέφει, δεν το κάνει για να βοηθήσει την οικογένειά του, αλλά για να πουλήσει κι ό,τι τελευταίο τους έχει απομείνει, καλύπτοντας έτσι την κατάχρηση που έχει κάνει στη δουλειά του. Η οικογένεια καταρρέει κι η επαναστάτρια κόρη αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Κάθε επανάσταση όμως διαποτίζεται με αίμα…

 

***

 

Η Ομάδα Anima δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια στο χώρο του θεάτρου. Με σκηνοθέτιδα τη Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη και βασικούς εκπροσώπους την ίδια και την ηθοποιό Κατερίνα Μπιλάλη, καθώς και μια ομάδα μόνιμων συνεργατών, πειραματίζεται κυρίως σε σύγχρονες θεατρικές φόρμες αφήγησης.

 

Η ομάδα συνεργάζεται φέτος με την Κωνσταντίνα Μιχαήλ, τον Κωνσταντίνο Κάππα και τη Μαίρη Χήναρη στο έργο «Γαμήλιο Εμβατήριο» του Άγγελου Τερζάκη, που ανεβαίνει στο «Σύγχρονο Θέατρο», σε συμπαραγωγή με το ΔηΠεΘε Ρούμελης και σε συνεργασία με τη «Λυκόφως». Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά νεοελληνικά θεατρικά έργα του 20ού αιώνα ανεβαίνει στη σκηνή ύστερα από πολύ καιρό.

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Ο Κωνσταντίνος Κάππας με την Κωνσταντίνα Μιχαήλ.

 

Η Anima επέλεξε να ανεβάσει αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του κείμενο, για να διερευνήσει τις έμφυλες σχέσεις καθώς και την πορεία του γυναικείου κινήματος, που βρίσκεται σε έξαρση εκείνη την περίοδο. Ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε το «Γαμήλιο εμβατήριο» σε μια μεταβατική εποχή για την ελληνική κοινωνία, θέλοντας να καταδείξει το καταθλιπτικό κλίμα, την ασφυκτική ατμόσφαιρα και τις έντονες κοινωνικές ανισότητες, που επικρατούσαν στην Ελλάδα του 1930. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα οι γυναίκες, που υφίστανται τα πιο πολλά, ασφυκτιούν δέσμιες της οικονομικής στενότητας, των κοινωνικών προκαταλήψεων και κυρίως των αυταρχικών αντιλήψεων της πατριαρχικής κοινωνίας. Η αντίδραση του καταπιεζόμενου σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι καταστροφική τόσο για τον ίδιο, όσο και για το περιβάλλον του.

 

Η σκηνική προσέγγιση, λοιπόν, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, ανοίγοντας έναν διάλογο του τότε με το σήμερα. Γι’ αυτόν το λόγο, η ανδρική παρουσία θα είναι συμβολική με την ύπαρξη μόνο ενός άνδρα ηθοποιού που θα υποδυθεί όλους τους αντρικούς ρόλους. Με αυτόν τον τρόπο τονίζεται η ιδέα, ότι η εικόνα του άντρα στα μάτια αυτών των γυναικών είναι μία και είναι ίδια.

 

***

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Η Γιώτα Τσιότσκα (αριστερά) με την Κατερίνα Μπιλάλη.

 

Ξεκίνησα για το «Σύγχρονο Θέατρο» με βαριά καρδιά. Με ενοχλούσε και μόνο η σκέψη ότι το έργο γράφτηκε πριν από 83 χρόνια…

Τι θα μπορούσε να μας πει ο Τερζάκης όταν κάθε μέρα στις εφημερίδες, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο αλλά και στη γειτονιά ακούμε δεκάδες ιστορίες με δράματα οικογενειακά. Ιστορίες στις οποίες έχουν τον πρώτο λόγο η βία, ο εξευτελισμός, ο εξαναγκασμός, η συναλλαγή, τα καψώνια, το αίμα και όχι μόνο… Ιστορίες με πρωταγωνιστές μέλη της ίδιας οικογένειας, κοντινούς συγγενείς, γείτονες και φίλους… Περιστατικά που συμβαίνουν δίπλα μας και δεν θα μπορούσε να καταγράψει ούτε ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος καθημερινής τηλεοπτικής σειράς…
Σκέψεις – πιστεύω – κάθε θεατή που δεν θέλει να χάσει το χρόνο του για δύο ώρες σε ένα θέατρο είτε κατ’ επιλογή, είτε λόγω κάποιας υποχρέωσης.

 

Ε! λοιπόν, αυτά σκεπτόμουν πηγαίνοντας στο «Σύγχρονο Θέατρο», στον Κεραμεικό.

 

Όλες αυτές οι σκέψεις αποδείχθηκαν λανθασμένες. Ο Άγγελος Τερζάκης ανήκει και στη γενιά του 2018. Είναι τόσο σημερινός και τόσο εύστοχος στην περιγραφή καταστάσεων και χαρακτήρων της εποχής μας.
Η επιλογή του έργου ασφαλώς είχε μεγάλο ρίσκο, όμως η διαχείρισή του και ο τρόπος της παρουσίασής του έδειξε τη βαθιά γνώση της σκηνοθέτιδας και των συνεργατών της πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα γεγονός που βοήθησε στο να αναδειχτούν οι κρυφές σκέψεις του συγγραφέα και οι απόψεις του για τη λύση των προβλημάτων που μας βασανίζουν καθημερινά.

 

***

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Το σκηνικό με την υπογραφή της Δήμητρας Λιάκουρα.

 

Τα σκηνικά από τη Δήμητρα Λιάκουρα, τα κοστούμια από τη Μαρία Παπαδοπούλου και η πρωτότυπη μουσική με την υπογραφή του Στάθη Δρογώση, φωτίζουν το «Γαμήλιο Εμβατήριο» χωρίς να κλέβουν ούτε για μια στιγμή την προσοχή των θεατών από το κείμενο και τις ερμηνείες.

Η συμμετοχή έξι ηθοποιών (σχεδόν) συνεχώς πάνω στη σκηνή για μας ήταν απόλαυση ενώ για την Ειρήνη Κλέπκου που είχε την επιμέλεια κίνησης ήταν ένα δύσκολο σταυρόλεξο που το έλυσε με επιτυχία.

Το ίδιο αποτελεσματικός ήταν και ο σχεδιασμός φωτισμού από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο.

 

***

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Από αριστερά: Γιώτα Τσιότσκα, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Πέτρα Μαυρίδη, Κωνσταντίνος Κάππας.

 

Άψογες οι δυο «μικρές», η Πέτρα Μαυρίδη και η Γιώτα Τσιότσκα. Πατούσαν γερά στα πόδια τους και ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στον δύσκολο ρόλο τους.

Η Κατερίνα Μπιλάλη, δυναμική και ερωτεύσιμη, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες, μας έδειξε μια άλλη πλευρά του ταλέντου της. Ασφαλές στήριγμα στην όλη προσπάθεια.

Σαρωτική η Κωνσταντίνα Μιχαήλ. Ευτυχώς η τηλεοπτική της θητεία δεν της άφησε «κουσούρια». Ευτυχώς και για μας που χαρήκαμε την ερμηνευτική της δεινότητα.

Η Μαίρη Χήναρη, με την εμπειρία της, διαχειρίστηκε με απόλυτη επιτυχία τον απαιτητικό της ρόλο.

Ο Κωνσταντίνος Κάππας, πολυεργαλείο. Σήκωσε με άνεση το βάρος της κάλυψης όλων των πέντε ανδρικών ρόλων από έναν ηθοποιό. Απολαυστική η ερμηνεία του με τις αστραπιαίες αλλαγές των χαρακτήρων που υποδυόταν.

 

***

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Στον χαιρετισμό. Από αριστερά: Πέτρα Μαυρίδη, Γιώτα Τσιότσκα, Κατερίνα Μπιλάλη, Μαίρη Χήναρη, Κωνσταντίνος Κάππας.

Στη σκηνοθεσία η Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη, έδωσε και πάλι δείγματα της ουσιαστικής γνώσης του αντικειμένου της. Με δεξιοτεχνία προετοίμασε τα πάντα ώστε να μας υποδεχθεί στο «Γαμήλιο Εμβατήριο». Ήταν δώρο για το κοινό η επιλογή από την Ομάδα ANIMA και το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, του έργου του Τερζάκη. Ας επαναλάβω εδώ κλείνοντας ότι η θρυλική «Γενιά του ’30» σίγουρα θα καμάρωνε αν παρακολουθούσε τη νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου να ερμηνεύει το «Γαμήλιο Εμβατήριο» του αγαπημένου τους Άγγελου.

 

***

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Γαμήλιο Εμβατήριο»
Του Άγγελου Τερζάκη

Σκηνοθεσία: Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη
Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος Κυριακού
Σκηνικά: Δήμητρα Λιάκουρα
Κοστούμια: Μαρία Παπαδοπούλου
Πρωτότυπη Μουσική: Στάθης Δρογώσης
Επιμέλεια Κίνησης: Ειρήνη Κλέπκου
Σχεδιασμός Φωτισμού: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Δενδρινού
Βοηθός Σκηνογράφου: Αθανασία Δεκούλη

*

Ηθοποιοί

Κωνσταντίνος Κάππας, Πέτρα Μαυρίδη, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Κατερίνα Μπιλάλη, Γιώτα Τσιότσκα, Μαίρη Χήναρη

 

*

Φωτογραφίες: Δομινίκη Μητροπούλου
Τρέιλερ: Ειρήνη Στείρου
Μακιγιάζ: Γιάννα Νοικοκύρη
Styling: Data type atelier de beaute
Παραγωγή: Ομάδα ANIMA – ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης
Δημόσιες Σχέσεις: BrainCo
Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

 

***

 

 

«Γαμήλιο εμβατήριο». Στον χαιρετισμό. Από αριστερά: Πέτρα Μαυρίδη, Γιώτα Τσιότσκα, Μαίρη Χήναρη, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Κωνσταντίνος Κάππας.

 

Σύγχρονο Θέατρο

Ευμολπιδών 45, Αθήνα
Μετρό, σταθμός Κεραμεικός
210-346.43.80
Παραστάσεις: Δευτέρα, Τρίτη στις 21:00

***

ΕΔΩ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

***

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας, είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών, μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

Παναγιώτης ΜήλαςΗ «Γενιά του ‘30» καμαρώνει τη νέα γενιά στο «Σύγχρονο» σε ένα πανηγυρικό «Γαμήλιο εμβατήριο»
Περισσότερα

«Δούλες» του Ζενέ. Το τελετουργικό στοιχείο και η μεταμφίεση στην παράσταση του Τσέζαρις Γκραουζίνις

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μίσος. Απ’ αυτό γεννιούνται οι ιδέες». – Ζαν Ζενέ

«Οι δούλες» του Jean Genet είναι το έργο που βασίστηκε στο «έγκλημα του αιώνα στη Γαλλία» στην παράξενη περίπτωση των αδελφών Christine και και Léa Papin που ξεχωρίζει όχι μόνο για τη συνταρακτική βία της, αλλά επειδή και οι δράστες και τα θύματα ήταν γυναίκες. Το 1933, όταν ο λαός της Γαλλίας είχε διχασμένες απόψεις για την εκδίκηση των δύο κοριτσιών της εργατικής τάξης κατά των αφεντικών τους, ο Γάλλος συγγραφέας και δραματουργός Ζαν Ζενέ έκανε λόγο για «παράδειγμα ταξικού πολέμου».

Το έργο

Ο Ζενέ έγραψε τις «Δούλες» κατά παράκληση του Louis Jouvet, που τις ανέβασε στο Theatre de l’ Athenee τον Απρίλιο του 1947. Ο Jounet χρησιμοποίησε στην παράστασή του ένα ελαφρώς παραλλαγμένο κείμενο, που εκδόθηκε το 1958 και αποτελεί το στερεότυπο σήμερα κείμενο του έργου.

Το έργο ανέβηκε στο Λονδίνο για πρώτη φορά, στα γαλλικά, το 1952, στο Mercury Theatre και στο Royal Court Theatre, σε σκηνοθεσία Peter Zadek, και το 1956, στα αγγλικά, στο New Lindsey Theatre Club, σε σκηνοθεσία του ιδίου.

Αξιόλογες παραστάσεις ήταν του θεάτρου La Mama, το 1965, στη Νέα Υόρκη· του Living Theatre, το 1965, στο Βερολίνο και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, με τους Julian Beck και Judith Malina· του Αργεντινού σκηνοθέτη Victor Garcia στη Βαρκελώνη και στη Μαδρίτη (1969-70), με τις Nuria Espert και Julieta Serrano στους κύριους ρόλους.

 

 

Ο Κώστας Μπερικόπουλος ως Κυρία.

 

 

Το «παράλογο» της κοινωνίας

O Zαν Ζενέ (1910-1986) από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήρθε αντιμέτωπος με το «παράλογο» μιας κοινωνίας που τον κατέταξε στο περιθώριο. Πήρε εκδίκηση γράφοντας ασταμάτητα…
Νόθος γιος μιας πόρνης που τον εγκατέλειψε στην πρόνοια, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Βίωσε τη βία, την εκμετάλλευση, υπερασπίστηκε την ομοφυλοφιλία του, έκανε την πένα του όπλο, κατέληξε να γίνει πολιτικός ακτιβιστής. Μάγεψε τη γαλλική διανόηση (Ζαν Πωλ Σαρτρ, Ζαν Κοκτώ) αλλά δεν ξέχασε τα τραύματα που τροφοδοτούσαν το έργο του.

Οι αδελφές

Οι αδελφές Κριστίν και Λέα Παπέν, εσωτερικές υπηρέτριες σε ένα σπίτι στη μικρή πόλη Λε Μαν της Γαλλίας, καταδικάστηκαν για τη δολοφονία της κυρίας και της κόρης της, στις 2 Φεβρουαρίου του 1933.

Η Κριστίν (1905-1935) και η Λέα (1911-2001) γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ένα μικρό χωριό στα νότια του Λε Μαν. Ο πατέρας τους ήταν αλκοολικός και η μητέρα τις εγκατέλειψε νωρίς -είχαν και μια μεγαλύτερη αδελφή, την Αιμίλια. Πέρασαν την παιδική τους ηλικία μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα και καθώς μεγάλωναν άρχισαν να εργάζονται μαζί ως υπηρέτριες, επιζητώντας να μείνουν αχώριστες.

Γύρω στο 1926 τους προσέλαβε ο κύριος Ρενέ Λανσελέν, για να φροντίζει το σπίτι και την οικογένειά του -τη σύζυγο και την κόρη του. Οι αδελφές Παπέν ήταν ήσυχες και καλές στη δουλειά τους. Το μόνον που ήθελαν ήταν να μοιράζονται τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που τους απέμενε.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1933 ο κύριος Λανσελέν ήταν καλεσμένος για δείπνο σε ένα φιλικό σπίτι, μαζί με τη σύζυγο και την κόρη τους. Εκείνος πήγε στο κάλεσμα αμέσως μετά τη δουλειά, αλλά οι δύο γυναίκες της οικογένειας δεν έφτασαν ποτέ. Ανήσυχος επέστρεψε στο σπίτι να τις αναζητήσει, αλλά βρήκε την πόρτα κλειδωμένη από μέσα. Πρόσεξε όμως ότι ένα κερί έκαιγε στο δωμάτιο των δύο υπηρετριών. Ειδοποίησε την αστυνομία και όταν έσπασαν την πόρτα και βρέθηκαν μέσα στο σπίτι, το θέαμα που αντίκρισαν ήταν ανατριχιαστικό: Μάνα και κόρη, δολοφονημένες, αγνώριστες από την κακοποίηση, με βγαλμένα τα μάτια…

Παραδίπλα, στο δωμάτιό τους, ξαπλωμένες και γυμνές στο κρεβάτι, μαζί, οι αδελφές Παπέν, παραδέχθηκαν την ενοχή τους -ούτε που διανοήθηκαν να αρνηθούν το έγκλημά τους ή να το σκάσουν. Ένα μαχαίρι κουζίνας, ένα σφυρί και μια τσαγιέρα ήταν τα φονικά αντικείμενα που βρέθηκαν στον χώρο. Δεν επικαλέστηκαν κανένα ελαφρυντικό και το μόνο που ζήτησαν ήταν να μοιραστούν το ίδιο κελί -τελικά φυλακίστηκαν χωριστά.

Η «εκμετάλλευση του εργαζόμενου»

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν στην υπόθεση Παπέν την κορύφωση της «εκμετάλλευσης του εργαζόμενου», που ενώ δουλεύει δέκα τέσσερις ώρες καθημερινά, δεν έχει παρά μισή μέρα ρεπό την εβδομάδα. Η ιστορία τους πήρε κοινωνικές διαστάσεις και επηρέασε συγγραφείς και στοχαστές: Δεν ήταν μόνο ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) που εμπνεύστηκε τις «Δούλες» του, αλλά και πολλοί ακόμα, ανάμεσά τους ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Ζαν Λακάν, ενώ θεατρικά έργα, ταινίες, μελέτες, τραγούδια ακόμα και έργα τέχνης έχουν στην αφετηρία τους την υπόθεση των αδελφών Παπέν.

Στο δικαστήριο, η Κριστίν ήταν εκείνη που κρίθηκε ως ιθύνων νους και καταδικάστηκε σε θάνατο -λίγο αργότερα η ποινή της μετατράπηκε σε ισόβια, αλλά πολύ σύντομα πέθανε, έχοντας χάσει πλήρως τα λογικά της. Η Λέα καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κράτησης -τα οποία έγιναν τελικά οκτώ. Το 1943 αποφυλακίστηκε και εγκαταστάθηκε στη Νάντη, όπου ζούσε η μητέρα της, και δούλεψε ως καθαρίστρια σε ξενοδοχεία.

Ειπώθηκε ότι πέθανε το 1982, αλλά το 2000 αποδείχθηκε ότι ήταν ακόμα ζωντανή, όταν ένας Γάλλος κινηματογραφιστής, ο Κλοντ Βεντούρα, την εντόπισε σε ένα ίδρυμα, ημιπαράλυτη. Ο Βεντούρα που ετοίμαζε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Αναζητώντας τις αδελφές Παπέν» ισχυρίστηκε ότι μίλησε μαζί της και ότι τελικά η Λέα Παπέν πέθανε το 2001.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ο Ζαν Ζενέ, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στο Μαρόκο, διάβασε τυχαία σε ένα αστυνομικό περιοδικό για την υπόθεση των αδελφών Παπέν. Ήταν η εποχή που έγραφε το καινούργιο του θεατρικό έργο. Η επίδραση αποδείχτηκε καθοριστική, αν και ο ίδιος, αργότερα, προσπαθούσε να τη μειώσει. «Δεν πρόκειται για ένα έργο που θέλει να υπερασπιστεί τη μοίρα της τάξης των υπηρετών. Υπάρχει συνδικάτο που ασχολείται με τα ζητήματα αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία…», έλεγε.

Ένα παιχνίδι

Στις «Δούλες» του, η Κλαιρ και η Σολάνζ, ονειρεύονται να σκοτώσουν την Κυρία τους (Μαντάμ), και καθώς δεν καταφέρνουν να τη δηλητηριάσουν, αποφασίζουν, εν τη απουσία της, να παίξουν ένα παιχνίδι: Αλλάζοντας ρόλους και κοστούμια θα γίνουν η Κυρία και η άλλη δούλα, ώστε να σκοτώσουν, έστω κι έτσι, την εικόνα της Κυρίας… Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου τις παρακολουθούμε να τη μισούν και να τη θαυμάζουν, να ζηλεύουν τη ζωή της, τον άνδρα της, τα ρούχα και τις πολυτέλειες που διαθέτει.

Στη σύντομη και καταιγιστική της εμφάνιση στο έργο, η Κυρία επιβεβαιώνει τον κυρίαρχο ρόλο της και φεύγει αφήνοντάς τες μετέωρες και απελπισμένες. Φοβισμένες και ανεπαρκείς, θα ολοκληρώσουν το παιχνίδι τους: Η Κλαιρ, ντυμένη Κυρία, πίνει το δηλητηριασμένο τίλιο που προοριζόταν για εκείνη, επιτρέποντας στη Σολάνζ να αναλάβει τον ρόλο της φόνισσας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πιστεύουν ότι θα δικαιωθούν, δικαιώνοντας έτσι τις δούλες όλων των εποχών και όλου του κόσμου.

 

Ο Αργύρης Ξάφης (αριστερά) ως Κλαιρ με τον Κώστα Μπερικόπουλο.

 

 

«Θέατρο εν θεάτρω»

Γράφοντας τις «Δούλες» ο Ζενέ αναζητούσε την προσωπική του δικαίωση, μπερδεύοντας συστηματικά το ψέμα με την αλήθεια -κάτι που έκανε και στη ζωή του. Με αυτό το παιχνίδι των μεταμορφώσεων και του «θεάτρου εν θεάτρω» καταφέρνει τελικά να παρασύρει τον θεατή στην πλάνη του, και να τον φέρει ενώπιος ενωπίω με μεγάλες και διαχρονικές αλήθειες.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 19 Απριλίου του 1947 στο θέατρο Ατενέ, στο Παρίσι. Το κοινό δεν έδειξε να απολαμβάνει τις «Δούλες». Ωστόσο κάποιοι από τους κριτικούς μίλησαν για ένα «καινούργιο θεατρικό στυλ». Το έργο έμελλε να αποτελέσει σταθμό στην πορεία του Ζαν Ζενέ, αυτού του «μπάσταρδου της ζωής και της τέχνης» που ήθελε να δικαιώσει τους απόκληρους και τους περιθωριακούς κάθε λογής.

Ο συγγραφέας

O Ζαν Ζενέ (1910-1986), υπήρξε πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης. Κλέφτης, περιθωριακός, κατάδικος και εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, στα πρώτα χρόνια της ζωής του, που εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς εκφραστές του θεάτρου του παραλόγου, αργότερα, απεικονίζει μέσα από το έργο του κυρίως την ίδια τη ζωή του. Στη διάρκειά της, επίσης, περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, έγινε το αγαπημένο παιδί της γαλλικής διανόησης, αφοσιώθηκε σε έναν ακροβάτη, και αργότερα μεταμορφώθηκε σε πολιτικό ακτιβιστή, υποστηρίζοντας τους Μαύρους Πάνθηρες και ακολουθώντας Παλαιστίνιους στρατιώτες σε στρατόπεδα του Λιβάνου και της Ιορδανίας.

Νόθος γιος μιας πόρνης και ενός εργάτη, ο μικρός Ζαν εγκαταλείφθηκε από τους γονείς του λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, αλλά είχε την τύχη να υιοθετηθεί από μια «κανονική» οικογένεια, έχοντας δύο χωρικούς για γονείς. Παρ’ όλα αυτά, δεν άργησε να παρουσιάσει τάσεις περιθωριοποίησης: απόπειρες φυγής από το σπίτι και μικροκλοπές του χάρισαν τον τίτλο του κλέφτη στα 12 χρόνια του. Ήταν όμως άριστος μαθητής, γι’ αυτό τον έστειλαν σε μια τεχνική σχολή έξω απ’ το Παρίσι να μάθει το επάγγελμα του τυπογράφου. Το σκάει αμέσως για να κυνηγήσει το όνειρό του, το σινεμά, στην Αμερική. «Αποφάσισα να απαρνηθώ έναν κόσμο που με είχε απαρνηθεί», έγραψε για την τροπή που πήρε η ζωή του. Κλεισμένος σε αναμορφωτήριο από τα 15 του ως τα 18 του ο έφηβος Ζαν γνώρισε για τα καλά τη σκληρή δουλειά, την άσχημη όψη των ανθρώπων και τον ομοφυλόφιλο έρωτα. Θέλησε να ξεφύγει και το προσπάθησε μέσω του στρατού, έφυγε όμως και από εκεί. Λιποτάκτης πια αλλάζει το επώνυμό του και περιπλανιέται στην Ευρώπη με τα πόδια, κλέβοντας ό,τι βρίσκει. Αλλά σε κάθε σταθμό του έχει προβλήματα με τις Αρχές. Φτάνοντας στη Γερμανία του Χίτλερ θα πει: «Αισθάνθηκα σαν να βρέθηκα σε ένα οργανωμένο στρατόπεδο με λωποδύτες. Είναι ένα έθνος κλεφτών».

Στη φυλακή

Leonor Fini, «Portrait de Jean Genet II» (1950).

Περνάει στη φυλακή τα επόμενα επτά χρόνια. «Βλέπω στους κλέφτες, στους προδότες, στους δολοφόνους, στους απόκληρους και στους μάγκες μια βαθιά ομορφιά, μια υπόγεια ομορφιά». Δημοσιεύει το πρώτο του κείμενο σε ηλικία 32 ετών, την «Παναγία των λουλουδιών», το πιο «εμπρηστικό» ίσως μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Το γράφει στο κελί του, σε ό,τι χαρτί βρίσκει. Οι φύλακες θα του το αρπάξουν, εκείνος θα το ξαναγράψει απ’ την αρχή. Αποκτά την αναγνώριση της παρισινής κοινωνίας μετά τη γνωριμία του με τον Ζαν Κοκτό, ο οποίος θα φροντίσει ώστε να εκδοθούν τα έργα του και θα τον βοηθήσει πολλές φορές να βγει από τη φυλακή. Ξαφνικά το παρουσιαστικό του Ζενέ αλλάζει. Βολτάρει στη Μονμάρτρη και στα παρισινά μπιστρό, ντυμένος μπουρζουά διανοούμενος, με χειροποίητα κοστούμια και μεταξωτές γραβάτες. Συναντά τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον άνθρωπο που τον ανέδειξε και τον επηρέασε πιο πολύ απ’ όλους. Ο Σαρτρ πρωτοστατεί σε μια κίνηση των διανοουμένων της εποχής, ώστε να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή του Ζενέ το 1949, ενώ η βιογραφία του «Άγιος Ζενέ: Κωμωδός ή μάρτυρας», που βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1952, όχι μόνο αποκαθιστά τη φήμη ενός πρώην θανατοποινίτη, αλλά τον αναδεικνύει ως κορυφαίο λογοτέχνη και σκεπτόμενο άνθρωπο.

Ο Ζενέ, μετά το πορτρέτο αυτό του Σαρτρ, δεν θα ξαναγράψει για επτά χρόνια. Έχει μάθει να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του, πάντα ως κάτι άλλο, κάτι καινούργιο. Αυτή τη φορά θα είναι ο θεατρικός συγγραφέας που θα αποσπάσει το χειροκρότημα του κοινού με τις «εμπρηστικές» του παραστάσεις που δε σέβονται την παραδοσιακή πλοκή, ούτε τους νόμους της ψυχολογίας. Ακολούθησαν κινηματογραφικές παραγωγές, βιβλία για τον Ρέμπραντ και τον Αλμπέρτο Τζιακομέτι και περιπλανήσεις σε όλη την Ευρώπη. Ξαφνικά η ζωή του θα αλλάξει και πάλι, πλάι στον Αμπντάλα Μπεντάγκα, τον 20χρονο ακροβάτη, τον πρώτο μουσουλμάνο εραστή του, στον οποίο θα αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι. Πληρώνει τους καλύτερους εκπαιδευτές, αναλαμβάνει ο ίδιος τη σκηνοθεσία του σόου του επάνω στο τεντωμένο σκοινί, τον πείθει να μην καταταγεί στο στρατό και ξεκινούν οι δυο τους περιοδείες. Η ιστορία τους όμως δεν είχε αίσιο τέλος. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του Μπεντάγκα, ο Ζενέ τον παρατάει. Εκείνος αυτοκτονεί και ο Ζενέ πέφτει σε βαριά κατάθλιψη. Καταστρέφει τα χειρόγραφά του και ανακοινώνει στους φίλους του ότι δεν θα ξαναγράψει ποτέ. Θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει το 1967.

Θυμός και βία

Δεν είχε εκτονώσει όμως όλο του το θυμό, όλη του την ενέργεια και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούσε να πεθάνει ακόμη. Επέλεξε μια νέα ζωή, αυτή τα φορά πιο πολιτικοποιημένη. Με σύνθημά του για άλλη μια φορά τη βία, μάχεται στο πλευρό της επαναστατικής οργάνωσης Μαύροι Πάνθηρες κατά των φυλετικών διακρίσεων και του πολέμου στο Βιετνάμ και υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών. Στη συνέχεια, σειρά έχουν οι Παλαιστίνιοι. Ο Ζενέ αποφασίζει να ζήσει με τους Φενταγίν στην Ιορδανία το 1971, μετά την εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των βασιλικών ιορδανικών δυνάμεων και των παλαιστινιακών οργανώσεων που είχαν καταφύγει στη χώρα. Το υλικό αυτής της επίσκεψης αποτελεί την πρώτη ύλη για το βιβλίο του «Αιχμάλωτος του έρωτα». Μόνο που ο Ζενέ δεν γύρισε πίσω να στρωθεί στο γράψιμο. Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια ώσπου, το Σεπτέμβριο του 1982, επέστρεψε και πάλι στους Παλαιστίνιους, αυτή τη φορά στη Βηρυτό. Εν τω μεταξύ οι Ισραηλινοί μόλις είχαν εισβάλει στην πόλη. Είναι ένας από τους πρώτους παρατηρητές που επισκέπτονται τον καταυλισμό των Παλαιστινίων στη Σατίλα, λίγες ώρες μετά την εισβολή των Λιβανέζων Φαλαγγιτών.

Ο Ζαν Ζενέ πέθανε ένα ήσυχο ανοιξιάτικο πρωινό του 1986, μόνος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Παρίσι, νικημένος από τον καρκίνο. «Σ’ έναν σιωπηλό και ασήμαντο δρόμο, που ξαφνικά πήρε λάμψη, αποτελώντας την τελευταία στάση της ζωής του Ζενέ στην πόλη, την οποία μεταμόρφωσε και εξύβρισε χωρίς σταματημό», σημειώνει στο ξεκίνημα της βιογραφίας του ο Στίβεν Μπάρμπερ.

Έγραψε ποίηση, μυθιστορήματα (με πιο γνωστό την «Παναγία των λουλουδιών») και μια σειρά θεατρικών έργων που επιστρέφουν διαρκώς στη σκηνή. Το θέατρο για τον Ζενέ συνιστά πράξη εξέγερσης.

 

Από αριστερά: Κώστας Μπερικόπουλος, Δημήτρης Ήμελλος, Αργύρης Ξάφης. Φωτογραφία © catisart.

 

 

Τα έργα του

 

Το δημοφιλέστερο έργο του, οι «Δούλες» είναι εμπνευσμένο από ένα πραγματικό έγκλημα: το 1933 οι αδελφές Παπέν, εργαζόμενες υπηρέτριες σε ένα αστικό σπίτι σκότωσαν την Κυρία και την κόρη της. Ο Ζενέ με τις «Δούλες» και την «Υψηλή εποπτεία» αναγάγει το τελετουργικό στοιχείο και τη μεταμφίεση σε συστατικά στοιχεία του έργου του.

Το 1955 δουλεύει το λιγότερο γνωστό μονόπρακτό του «Εκείνη» και δεσμεύει τον εκδότη του να κυκλοφορήσει το κείμενο μετά το θάνατό του. Το «Εκείνη» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή με τη Μαρία Καζαρές στον πρωταγωνιστικό ρόλο σε σκηνοθεσία του Μπρούνο Μπαγέν, στα τέλη της δεκαετίας του ’80.

Στο «Μπαλκόνι» (1956), «μια ερωτικοπολιτική τελετουργία», ένας οίκος ανοχής γίνεται η μικρογραφία του κοινωνικού κατεστημένου, με τους «πελάτες» να υποδύονται διάφορους ρόλους για να ικανοποιήσουν τις φαντασιώσεις τους. Το εν λόγω κείμενο «αγκάλιασαν» σημαντικοί σκηνοθέτες, από τον Τζόρτζιο Στρέλερ ως τον Πίτερ Μπρουκ. Με το εξίσου εμπρηστικό «Οι νέγροι» (1959) στρέφει τα πυρά του στο ρατσισμό.

Όμως το έργο με το οποίο κατόρθωσε να προκαλέσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις στη σκηνή του Οντεόν το 1966 ήταν το «Παραβάν», καθώς θεωρήθηκε ότι αναφερόταν εμμέσως στον αγώνα της Αλγερίας για ανεξαρτησία. Ο Ζαν Ζενέ πέθανε τη νύχτα της 14ης Απριλίου 1986 στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Παρίσι.

Το πρώτο ανέβασμα για τις «Δούλες» στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε σχεδόν πενήντα χρόνια πριν από το Θέατρο Τέχνης (σεζόν 1967-1968). Ανάμεσα σ’ αυτά τα πενήντα χρόνια οι «Δούλες» παίζοντα συχνά στις αθηναϊκές σκηνές -ενδεικτικά αναφέρονται οι παραστάσεις του Κοραή Δαμάτη (Εθνικό Θέατρο, 1991), του Λευτέρη Βογιατζή (Θέατρο Οδού Κυκλάδων, 2005), του Μπρους Μάγιερς (Εθνικό Θέατρο, 2015), του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν – Υπόγειο σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Επίσης πρόσφατα στο θέατρο «Εμπρός» οι «Δούλες» του Ζαν Ζενέ παρουσιάστηκαν με τις μαθήτριες από το σεμινάριο της Άντζελας Μπρούσκου.

Η υπόθεση

Προσπαθώντας να αποδράσουν από την καταπίεση που αισθάνονται στο πλούσιο μεγαλοαστικό σπίτι της Κυρίας τους, δύο υπηρέτριες, οι αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ, παίζουν καθημερινά ένα παιχνίδι αλλαγής ταυτότητας: η Κλαιρ υποδύεται την Κυρία τους και η Σολάνζ παριστάνει την Κλαιρ. Αυτή τη φορά, το τελετουργικό αυτό παιχνίδι γίνεται ακόμη πιο ερεθιστικό, καθώς οι δύο αδελφές πιστεύουν πως ήρθε η ώρα να απαλλαγούν από το ζυγό της Κυρίας τους, αφού, ύστερα από ψεύτικες καταγγελίες τους, ο σύζυγος της Κυρίας είναι στη φυλακή και εκείνη μένει ανυπεράσπιστη. Έτσι, αποφασίζουν να τη δηλητηριάσουν. Όμως οι προσδοκίες τους διαψεύδονται. Πληροφορούνται πως ο Κύριος έχει αφεθεί ελεύθερος και, καθώς βρίσκονται σε πανικό, αποκαλύπτουν άθελά τους το νέο στην Κυρία, που φεύγει για να τον συναντήσει. Οι δύο Δούλες μένουν μόνες τους και επιστρέφουν ξανά στο παιχνίδι τους. Μόνο που αυτή τη φορά το τέλος θα είναι επώδυνο.

Ο συγγραφέας στα πρόσωπα των δύο υπηρετριών σκιαγραφεί τον εαυτό του. Παντού υπάρχει διάχυτη η εχθρότητά του, μέσῳ των υπηρετριών, στον καθωσπρεπισμό της αστικής τάξης, η οποία εναλλάσσεται με τις στιγμές που γίνεται μιμητισμός στους τρόπους της κυρίας, της κυρίας πού μισούν, της κυρίας που ποτέ δεν θα αξιωθούν να γίνουν οι ίδιες. Και το τέλος τραγικό, όταν πλέον οι δύο αδελφές αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο. Πάντοτε θα μείνουν δούλες, πάντοτε θα φορούν τα αποφόρια της κυρίας τους και θα της έχουν και υποχρέωση.

Άνδρες ηθοποιοί

Όπως το συνήθιζε ο Ζενέ στους περισσότερους ρόλους του ρεπερτορίου του, οι Δούλες θέλουν να είναι διαφορετικές από αυτό που είναι. Θέλουν δηλαδή να αλλάξουν την ύπαρξή τους. Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις σκηνοθετεί τις Δούλες του Ζενέ, επιλέγοντας για τους ρόλους τρεις άνδρες ηθοποιούς. Τρεις άνδρες παίζουν τρεις γυναίκες θανάσιμα δεμένες μεταξύ τους. Ο ναρκισσισμός, η ζήλια και η απεγνωσμένη αναζήτηση του έρωτα τις συνδέουν ακατάλυτα.

Είναι γνωστό ότι ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) σκεφτόταν τις «Δούλες» (1947) του ερμηνευμένες από άνδρες ηθοποιούς. Τρεις έμπειροι ηθοποιοί-δούλοι του κοινού παίζουν τις «Δούλες» σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μελό: να το βλέπει, να το βιώνει, να το απολαμβάνει… Μια μεταφορά για την τέλεια υποδούλωση. Δούλες δέσμιες των φαντασιώσεών τους, ηθοποιοί φυλακισμένοι στους ρόλους τους και δέσμιοι της προσδοκίας του κοινού, άντρες φυλακισμένοι στα γυναικεία τους ρούχα και ψιμύθια. Οι θεατές γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου του θεάτρου. Το νόημα χάνεται. Η εξέγερση είναι αδύνατη.

Η παράσταση

Ο μαέστρος της ανάπτυξης της πλοκής και της σκηνοθεσίας Τσέζαρις Γκραουζίνις υπηρετεί άψογα το σπουδαίο έργο του Ζενέ και δεν μας απογοητεύει. Η παράστασή του είναι μια παράσταση για όσους ξέρουν να εκτιμούν τη σκηνοθετική μαστοριά. Απρόβλεπτη, με πολύ ωραίο σκηνικό, μεγάλες ερμηνείες και συνεχές ενδιαφέρον. Παράσταση – εμπειρία με γκροτέσκα στοιχεία, καθώς η ανθρώπινη τραγωδία συναντά την κωμική της πλευρά.

 

Από αριστερά: Αργύρης Ξάφης και Δημήτρης Ήμελλος, Φωτογραφία © catisart.

 

 

Οι «Δούλες» είναι μια ιστορία τεράτων – η λέξη είναι του ίδιου του Ζενέ. Είναι μια ονειρική προβολή σε ένα νυχτερινό σύμπαν το οποίο ξεφεύγει από τις κατηγορίες της σκεπτόμενης λογικής. Υποδυόμενες την Κυρία τακτοποιούν έναν διπλό λογαριασμό, με την κυρία τους την οποία συγχρόνως απεχθάνονται και λατρεύουν -ακόμη και σωματικώς- και με τον εαυτό τους. Το αμοιβαίο μίσος τους φτάνει έως την απόπειρα δολοφονίας. Υποδύονται το να απεχθάνονται η μία την άλλη, το παιχνίδι τους όμως εξάπτει και ερεθίζει την αμοιβαία τους απέχθεια. Στην πραγματικότητα, οι δούλες είναι το είδωλο η μία της άλλης

 

Στην παράσταση κατανέμονται με γνώση και οξύνοια οι πρακτικές του «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Η πολιτική σάτιρα συνδυάζεται με τη δραματουργική αγωνία, ο εντυπωσιασμός του φόνου με τον παράξενα ελκυστικό και υπερβολικά απελευθερωμένο διάλογο. Οι δύο δούλες επάνω στη σκηνή περιπλέκονται σε έναν πρωτόγονο κανιβαλισμό, από τον οποίο δεν θα γλιτώσουν μέχρι το τέλος. Ο τρόπος τους τραγικός, οι πράξεις τους γεμάτες κυνικότητα και βαρβαρότητα, οι μεταμφιέσεις τους σπαρακτικές.

Από ένα τηλεφώνημα χάνεται μια ευκαιρία… Όμως οι δούλες, πιστές στο ρόλο τους, συνεχίζουν το τελετουργικό παιχνίδι, που έχει όλα τα στοιχεία της υποκριτικής ωριμότητας. Οι ηθοποιοί περνούν από το ένα επίπεδο στο άλλο. Σε ένα υπόστρωμα ψυχανάλυσης, οι δύο δούλες είναι η μια απέναντι στην άλλη σαν δύο θηρία. Η αφοσίωση των δύο γυναικών αφήνει στον θεατή την αίσθηση της παράκρουσης που μπορεί να έχει αυτή η σχέση.
Με την εμφάνιση της Κυρίας στη σκηνή, βλέπουμε την υποκρισία και το έσχατο της απανθρωπιάς. Οι δούλες αφιονίζονται για την τελευταία τους αναμέτρηση όπου η φαντασία τις κατακυριεύει. Η δε αποχώρησή τους αποδίδεται με ένα βύθισμα στο χάος και την ανυπαρξία.

Η Κλαίρη και η Σολάνζ αγαπούν και ταυτόχρονα μισούν την Κυρία τους. Για τις Δούλες η Κυρία αντιπροσωπεύει την ανελέητη αδιαφορία. Ενδιαφέρεται για αυτές, τους χαρίζει φορέματα, τις αγαπά, δεν τις κακομεταχειρίζεται και δεν τις περιφρονεί γιατί «η Κυρία είναι όμορφη, η Κυρία είναι γλυκιά, η Κυρία είναι καλή».

 

Από αριστερά: Δημήτρης Ήμελλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης. Φωτογραφία © catisart.

 

 

Συντελεστές

Συγκλονιστικές οι μεταμορφώσεις της Κλαιρ του Αργύρη Ξάφη σε μια πολυσήμαντη τελετουργική κίνηση. Η Σολάνζ του Δημήτρη Ήμελλου σε απόλυτη ανταπόκριση με τη συμπαίκτριά της, έπαιξε με έντονη αμεσότητα προσδίνοντας στο ρόλο ενίοτε μια τυραννισμένη λαϊκότητα.

Και οι τρεις ηθοποιοί ήταν καταπληκτικοί. Ο Δημήτρης Ήμελλος σχεδόν εξωπραγματικός. Ο Αργύρης Ξάφης μια μυθική Δούλα. Ο Κώστας Μπερικόπουλος ως Κυρία δίνει μια πολύ δυνατή ερμηνεία με πολύ έντονη τη γλώσσα του σώματος και μαγεία στο λόγο.

Τα Κοστούμια του Κέννυ Μακλέλαν εύστοχα εντυπωσιακά και το εκκεντρικό σκηνικό (του ιδίου) ενός μεγαλοαστικού δωματίου με ακριβά έπιπλα, λουλούδια και συμβολικές εικόνες κρατούν την παράσταση σε υψηλό επίπεδο. Η Μουσική του Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις συμπληρώνει το συναίσθημα και γίνεται δυναμική στις αλλαγές της. Η Κίνηση του Έντγκεν Λάμε λειτουργεί με αρμονία. Οι φωτισμοί, σχεδιασμένοι από τον Αλέκο Γιάνναρο, ακολουθούν τη σημασία των σκηνών και τις οριοθετούν.

Η παράσταση αποτυπώνει με πλήρη τραγικότητα την αμφισημία και τις ψευδαισθήσεις στις οποίες οδηγούν τα ανθρώπινα πάθη. Μια από τις σημαντικότερες και ωραιότερες παραστάσεις του 2018-19.

***

«Αναγνωρίζω στους κλέφτες, στους προδότες και στους δολοφόνους, στους αδίστακτους και στους πανούργους, μια βαθιά ομορφιά, μια βυθισμένη ομορφιά». Ζαν Ζενέ

***

 

Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν. Φωτογραφία © catisart.

 

Ταυτότητα παράστασης

«Οι Δούλες»
του Ζαν Ζενέ

Συντελεστές της παράστασης
Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν
Μουσική επιμέλεια: Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις
Επιμέλεια κίνησης: Έντγκεν Λάμε
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός σκηνοθέτη: Άκης Γουρζουλίδης

*

Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Ήμελλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης

 

*

 

Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν. Φωτογραφία © catisart.

ΘΕΑΤΡΟ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Κεντρική Σκηνή

Έως 13 Ιανουαρίου 2019

Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη στις 9.15 μ.μ., Παρασκευή στις 6.30 μ.μ., Σάββατο στις 9.15 μ.μ.και την Κυριακή στις 7 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη – Πέμπτη: Κανονικό 15 ευρώ, Μειωμένο 12 ευρώ. Σάββατο – Κυριακή: Κανονικό 18 ευρώ, Μειωμένο 15 ευρώ.

*

Θέατρο του Νέου Κόσμου
Αντισθένους 7 και Θαρύπου
Αθήνα 11743
Τηλέφωνο 210-9212900
Μετρό σταθμός ΦΙΞ

***

ΕΔΩ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

 

eirini aivaliwtou«Δούλες» του Ζενέ. Το τελετουργικό στοιχείο και η μεταμφίεση στην παράσταση του Τσέζαρις Γκραουζίνις
Περισσότερα

«Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως». Ένα αλησμόνητο θεατρικό ταξίδι ανάμεσα σε δυο λιμάνια

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Σε ένα ταξίδι μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως μας μετέφεραν η θεατρική ομάδα «Ξανθίας» και ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου με το ατμόπλοιο «Rio Grande», ο αναγραμματισμός του οποίου (ri OGRA nde) παραπέμπει στην «Αργώ» και σε όσα αυτή συνυποδηλώνει. Το όνομα του πλοίου είναι το όνομα ποταμού, ο οποίος χωρίζει τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών με το Μεξικό.

Στο διήγημα όμως «Μεταξύ Πειραιῶς καί Νεαπόλεως» του Γεώργιου Βιζυηνού το πλοίο δεν γίνεται το πολιτιστικό και γλωσσικό σύνορο, όπως ο ποταμός, αλλά ο συνδετικός κρίκος δύο πολιτισμών, δύο γλωσσών και δύο πόλεων, δύο λιμανιών -του Πειραιά και της Νάπολης.

 

Από αριστερά: Νίκος Κολλάρος, Αγγελική Μαρίνου, Ελισσαίος Βλάχος, Κώστας Παπακωνσταντίνου.

 

Για να το τονίσουν μάλιστα αυτό οι εξαίρετοι συντελεστές της παράστασης «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» και ο μουσικός με την έναρξη του έργου τείνουν τη χείρα στο κοινό λέγοντας με έμφαση «Rio Grande», «Rio Grande», ωσάν να μας συστήνονται και το κοινό ανταποκρίνεται αμέσως με θετικότητα. Απαντούν δε οι θεατές κι αυτοί «Rio Grande», «Rio Grande», όπως λέμε «χαίρω πολύ». Μοιάζει παράξενο αλλά η παράσταση -παρά τις δυσκολίες της γλώσσας- δημιουργεί από τα πρώτα της δευτερόλεπτα ακόμα μια αύρα φιλικότητας, φυσικότητας και οικειότητας.

Η «Ξανθίας» Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία (Α.Μ.Κ.Ε.) και ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου παρουσίασαν το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως». Η παράσταση, αφού πραγματοποίησε καλοκαιρινή περιοδεία, από τον Οκτώβριο του 2018 έως τις αρχές του 2019 παίχτηκε στη εντυπωσιακή Αίθουσα Διδασκαλίας της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, διανύοντας τη χειμερινή σεζόν 2018-2019.

Την παρακολούθησα τις ημέρες των Χριστουγέννων και πραγματικά απέπνεε εορταστική διάθεση. Παρότι δεν ήταν φανταχτερή παράσταση, είχε μια όμορφη λάμψη κι ήταν από εκείνα τα απροσδόκητα δρώμενα που προσμένουν να σε ξαφνιάσουν το αμέσως επόμενο λεπτό. Πότε προκαλώντας και πότε ψυχαγωγώντας τον θεατή. Με ένα αδιάκοπα περιπαιχτικό στυλ, άλλοτε σαρκαστικά κι άλλοτε διασκεδαστικά, πάντα αναπάντεχα, ήταν σαν ένα καθημερινό δώρο που προσφέρεις στον εαυτό σου κι αυτό μεταμορφώνεται σε κουτί της Πανδώρας ανεξάντλητο, κάνοντας τη εορταστική ατμόσφαιρα μοναδική.

Στην εφημερίδα «Εστία»

Το συγκεκριμένο είναι το δεύτερο διήγημα που δημοσιεύει τέσσερις μήνες μετά «Τό ἁμάρτημα τῆς μητρός μου» ο Γεώργιος Βιζυηνός, τον Αύγουστο του 1883, σε δύο συνέχειες -στις 21 και 28 του μηνός- στην εφημερίδα «Εστία». Ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει σε ταξίδι και μάλιστα θαλασσινό. Το αφήγημα διαπραγματεύεται τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ του αφηγητή, της Μάσιγγας, μιας εφήβου, και του πατέρα της, κ. Π. – σ’ αυτό το ταξίδι.

Το μόνο επώνυμο πρόσωπο του διηγήματος είναι η μόλις 14χρονη έφηβη πρωταγωνίστρια, που το όνομά της, Μάσιγγα, μάλιστα, αποτελεί αναγραμματισμό της λέξης μάγισσα και ο αφηγητής αξιοποιεί αυτήν την «αποκωδικοποίηση», όταν βρίσκονται μόνοι οι δύο τους στον κόλπο της Νεάπολης: ἐνόμιζον, ὅτι παρέπλεον τὴν χώραν τῶν Σειρήνων, ὅτι μία πρὸ πάντων ἐξ αὐτῶν προσεπάθει διὰ τῶν θελγήτρων καὶ τῆς μελωδικῆς φωνῆς της νὰ μὲ ἀποπλανήσῃ τῆς ὁδοῦ μου, νὰ μ’ ἑλκύσῃ εἰς τὸ μαγικὸν αὐτῆς ἄντρον (…) εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ ἔσπευδον μετὰ χαρᾶς, διότι ἡ Σειρὴν ἐκείνη ἦτον ἡ Μάσιγγα.

Ένα μικρό αριστούργημα

Το διήγημα «Μεταξύ Πειραιῶς καί Νεαπόλεως» είναι ένα μικρό αριστούργημα. Γράφτηκε το 1912 κι είναι ένα κείμενο εκπληκτικής δεξιοτεχνίας, χρονικό της παρακμής, της κάθε είδους παρακμής.

Παράλληλα µε το πλέγµα των σχέσεων των τριών προσώπων που παρακολουθούμε, του αφηγητού, της κορασίδος και του πατρός της, προωθείται και μια αίσθηση ανάµεσα στην άγνοια και τη γνώση της πραγµατικότητας, την ψευδαίσθηση και την αποµάγευση.
Καθένας από τους τρεις ταξιδιώτες τρέφει µια αυταπάτη. Ο κύριος Π. βαυκαλίζεται µε την ιδέα ότι είναι ποιητής. Ο αφηγητής από την πλευρά του πιστεύει ότι έχει ελπίδες να παντρευτεί τη Μάσιγγα. Η Μάσιγγα πάλι έχει την πεποίθηση ότι θα επιστρέψει µε τους γονείς της στην Καλκούτα και ότι ο µεγάλος φίλος της θα την επισκεφθεί εκεί.
Κανένας δεν έχει συνολική εικόνα των πραγµατικών δεδοµένων µέχρι το τέλος του έργου, οπότε, µετά τις αποκαλύψεις, ο αφηγητής εµφανίζεται ως µοναδικός πόλος µιας αφηγηµατικής αξιοπιστίας.
Πρόκειται για το πιο µοντέρνο και διαχρονικό από τα κείµενα του Βιζυηνού και ίσως το πιο προχωµένο νεοελληνικό πεζό της εποχής του, καθώς θυµίζει προδροµικά έργο του Pirandello ή ταινία του Woody Allen. Έχει να κάνει με την ακόρεστη γοητεία που ασκεί στο κοινό η ζωή των άλλων ανθρώπων καθώς και τη δυσκολία να μάθει τελικά κανείς την αλήθεια για κάτι που τον αφορά. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει ένα τεράστιας εμβέλειας χιούμορ, εκφράζει δε τη χιουμοριστική του διάθεση σε μια ποιητικά υπέροχη και καθαρά κλασικού τύπου γλώσσα.

 

Από αριστερά: Ελισσαίος Βλάχος, Κώστας Παπακωνσταντίνου και Νίκος Κολλάρος. Αγγελική Μαρίνου.

 

Φόρος τιμής

Οι ερμηνευτές ακροβατούν μεταξύ ρεαλισμού και σουρεαλισμού, σωματοποιώντας βασικές έννοιες και αλήθειες που διέπουν το έργο του Βιζυηνού και το καθιστούν πιο σύγχρονο από ποτέ, δημιουργώντας μια παράσταση φόρο τιμής στον ίδιο αλλά και σε όλους εκείνους που αγάπησαν και αγαπούν το έργο του μεγάλου συγγραφέα.
Πίσω από την αβάσταχτη ελαφρότητα του γλαφυρού ταξιδιωτικού αφηγήµατος, των ροµαντικών περιγραφών και του παιγνίου μεταξύ της νεαρής και του ποιητή προβάλλουν μέσα στη ρευστότητα του θαλασσινού ταξιδιού πολλά αυτοσαρκαστικά στοιχεία.
Ο ποιητής είναι µια µεγαλοαστική καρικατούρα, η ροµαντική ηρωίδα ένα «ιταµόν αγοροειδές κοράσιον» µε εγγυηµένο µέλλον, ο έρωτας µια φευγαλέα διασταύρωση ανθρώπων εν κινήσει, το τέλος µένει αντιηρωικά και αποδραµατοποιηµένα ανοιχτό. Και, πίσω από όλα, προβάλλει αυτοσχολιαζόµενο το πάθος της γραφής, που αναζητά το δρόµο της εκτός της πεπατηµένης.
Η Μάσιγγα εμφανίζεται ως αντανάκλαση της ανθισμένης Μινιόν του Goethe. Η ιστορία ενός αθώου πλάσματος που μπορεί να αποβεί δυσάρεστη, καθώς οι ρεαλιστικές προδιαγραφές της δεν την προστατεύουν κατά κανέναν τρόπο από τη σκοτεινή µοίρα που την περιµένει. Όπως η συνανάγνωση της Μάσιγγας µε τις χαριτωμένες παιδίσκες του Εµπειρίκου στον Μεγάλο Ανατολικό ή με τον δεκατετράχρονο Τάτζιο, τον θλιμμένο έφηβο στον Θάνατο στη Βενετία του Τhomas Mann, µε τον τρόπο µάλιστα που µεταφέρθηκε στην οθόνη από τον Visconti. Ως συνάντηση του καλλιτέχνη µε την απόλυτη οµορφιά.

Στο διήγημα αυτό συναντώνται η έπαρση, η επίδειξη, ο εγωισμός, η παραπλάνηση, η ματαιοδοξία, ο κυνισμός, το ψέμα και η οργή. Η λύτρωση αναζητείται στην ποίηση, το γέλιο, τη φαντασία, τη φυγή και τα δάκρυα. Η ποίηση είναι καταφύγιο. Καταφύγιο είναι και το γέλιο της Μάσιγγας -το εύηχο, αρμονικό και εκφραστικό το γέλιο της φυγής.

Η υπόθεση

Το «Rio Grande», ένα από τα μεγαλύτερα πλοία της εποχής, ταξιδεύει από τον Πειραιά προς τη Νάπολη της Ιταλίας. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Ποιητής και αφηγητής της ιστορίας, συναντά μια παιδική του φίλη και τον βαθύπλουτο πατέρα της. Οι νέοι ερωτεύονται αλλά ο πατέρας της νέας έχει άλλα σχέδια για την κόρη του. Οι δύο ερωτευμένοι καταφέρνουν να ξεπεράσουν όλες τις αποστάσεις που τους χωρίζουν, την ηλικιακή, τη γεωγραφική, αλλά όχι την κοινωνική, όπως την ορίζει το χρήμα. Η ιστορία εκτυλίσσεται σαν αεράκι πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου.

H παράσταση

Η παράσταση είναι απολαυστική, ανάλαφρη και καλοφτιαγμένη. Μας δίνει τη δυνατότητα να κοιτάξουμε κατάματα τον τσαλακωμένο αντικατοπτρισμό των ηρώων. Μια από τις πιο μελαγχολικές αλλά απενοχοποιημένα διασκεδαστικές και αυτόματα κλασικές πραγματείες πάνω στην αφήγηση, τις λέξεις, τις ιστορίες, το θέατρο και όλα όσα κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή ζωντανό…

Η μουσική του Νίκου Κολλάρου, η κινησιολογία της Μαργαρίτας Τρίκκα, η σκηνογραφία-ενδυματολογία της Μαρίας Καραθάνου και οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη με την αισθητική και λειτουργική τους παρουσία απογειώνουν το ύφος και την ευρυθμία της παράστασης.

Το ρόλο της Μάσιγγας κρατούν σε διπλή διανομή οι Αγγελική Μαρίνου και η Χαρά Δημητριάδη. Την ημέρα που παρακολούθησα την παράσταση έπαιζε η Αγγελική Μαρίνου, ένα πλάσμα χαρισματικό που ενσαρκώνει με ευαισθησία, άνεση και σιγουριά το χαρακτήρα. Έπαιξε με φυσικότητα, με τέχνη γενικά αξιοθαύμαστη και με συνοχή καλλιτεχνική από την αρχή μέχρι το τέλος.

Μαζί με τον Ελισσαίο Βλάχο στο ρόλο του ποιητή και τον Κώστα Παπακωνσταντίνου στο ρόλο του πατέρα με το άψογο κωμικό τους timing, τη φαντασία, τη θεατρικότητά, την αμεσότητά τους και τον εμπνευσμένο μουσικό Νίκο Κολλάρο (πιάνο) δημιούργησαν μια θεατρική ιστορία που απλώνει κλαδιά στο μυαλό και την καρδιά και ρίχνει εκεί τη γλυκόπικρη σκιά της, πολύ καιρό αφού οι εικόνες της και η ανάμνηση του γέλιου σβήσουν από το μυαλό σου.

Υπέροχη μουσική, θαυμάσιες ερμηνείες και μια σκηνοθεσία που παραπέμπει στις ευαισθησίες του νου και της ψυχής, στις κρυφές ελπίδες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τη χαμένη αθωότητα.

Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου και η «Ξανθίας» Α.Μ.Κ.Ε. τα τελευταία χρόνια έχουν εργαστεί συστηματικά πάνω σε κείμενα της Ελληνικής Λογοτεχνίας και ειδικά αυτής του 19ου αιώνα, ερευνώντας τη μεταφορά της λογοτεχνίας στο θέατρο και το μετασχηματισμό της αφηγηματικής γραφής σε θεατρική δράση. Δεν μπορείς να μη θαυμάσεις και ξαναθαυμάσεις τη δουλειά τους, όσες φορές κι αν την παρακολουθήσεις, γιατί πάντα θα σου αφήνει την ίδια αρχική ικανοποίηση που σου έδωσε κάποτε εκείνη η πάλαι ποτέ πρώτη ανάγνωση ενός αριστουργήματος, αφού συνεχώς ανακαλύπτουν και σου αποκαλύπτουν καινούργια πράγματα.

Κλείνω με την ευχή η παράσταση να παιχτεί ξανά όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην περιφέρεια, ώστε να συγκινήσει ακόμα περισσότερους θεατές ανά την Ελλάδα, όπως της αξίζει.

  • Ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου σε συνεργασία με την «Ξανθίας» Α.Μ.Κ.Ε. μας έδωσε τα προηγούμενα χρόνια τις επιτυχημένες παραστάσεις «Οι Χαλασοχώρηδες» διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Μαζώχτρα» διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη, «Αυτόχειρ» διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη.

 

 

Από αριστερά: Κώστας Παπακωνσταντίνου, Αγγελική Μαρίνου, Ελισσαίος Βλάχος, Νίκος Κολλάρος.

 

Συντελεστές

Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Νίκος Κολλάρος
Κινησιολογία: Μαργαρίτα Τρίκκα
Σκηνογραφία-Ενδυματολογία: Μαρία Καραθάνου
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Σχεδιασμός αφίσας: Polka Dot Design
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης
Παραγωγή: «Ξανθίας» Α.Μ.Κ.Ε.

Παίζουν: Ελισσαίος Βλάχος, Χαρά Δημητριάδη, Αγγελική Μαρίνου, Κώστας Παπακωνσταντίνου
Μουσικός επί σκηνής: Νίκος Κολλάρος

  • Η παράσταση πραγματοποίησε καλοκαιρινή περιοδεία το 2018, ενώ από 8 Οκτωβρίου 2018 παίχτηκε στην Αίθουσα Διδασκαλίας, Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, διανύοντας τη χειμερινή σεζόν 2018-2019.

***

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00

  • Παράταση παραστάσεων έως 29 Ιανουαρίου 2019

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ» 

***

 

Δείτε το τρέιλερ της παράστασης:

 

eirini aivaliwtou«Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως». Ένα αλησμόνητο θεατρικό ταξίδι ανάμεσα σε δυο λιμάνια
Περισσότερα

Ο Δημήτρης Ποταμίτης καμαρώνει τον μαγικό θίασο της Νανάς Νικολάου και τον Αριστοφάνη του…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

Σίγουρα θα ήταν περήφανος ο Δημήτρης Ποταμίτης αν παρακολουθούσε τον μαγικό θίασο της Νανάς Νικολάου στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» να παρουσιάζει στα παιδιά τις δικές του «Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη».

Πριν από 40 χρόνια, το 1978, ο Ποταμίτης, ανέβασε στο δικό του «Θέατρο Έρευνας», στην Παιδική Σκηνή τις «Ιστορίες» του, οι οποίες εξακολουθούν και σήμερα να μιλούν στα παιδιά.

 

 

«Το έργο χαρακτηρίζεται από την ευστροφία του, την απλότητα και το χιούμορ του. Τέσσερα κείμενα Αριστοφάνη: «Ειρήνη», «Αχαρνής», «Πλούτος» και «Όρνιθες», συνδιαλέγονται μεταξύ τους παρουσιάζοντας στα ματιά των θεατών τα αιώνια και τόσο σύγχρονα θέματα που απασχολούν τις κοινωνίες και αφορούν: την κοινωνική δικαιοσύνη, τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, τον ρόλο των συκοφαντών και των κολάκων στους κυβερνώντες, τον πόλεμο και την αγωνιώδη αναζήτηση των ανθρώπων για την ειρήνη και τέλος τον καταλυτικό ρόλο της κάθε μορφής εξουσίας στη διαμόρφωση των κοινωνιών και κατ’ επέκταση στη ζωή των ανθρώπων, με τη συνήθη «αριστοφανική προσέγγιση» της διακωμώδησης των κακώς κειμένων.

Ο Δημήτρης Ποταμίτης δεν επέλεξε τυχαία αυτά τα τέσσερα έργα και κατάφερε στη διάρκεια μίας μόνο παράστασης να αναδείξει όλα αυτά τα καίρια και σύγχρονα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται ο Αριστοφάνης».

 

***

 

Η εκπληκτική Αηδόνα – Ίρις Πανταζάρα, με όλο τον θίασο στη σκηνή του «Ελληνικού Κόσμου».

 

Λίγα λόγια για το έργο

 

Οι στόχοι του Αριστοφάνη είναι κατανοητοί και ξεκάθαροι σε θεατές κάθε ηλικίας και οι ήρωες των έργων του είναι πρόσωπα-σύμβολα και αναγνωρίσιμα για περισσότερα από 2.500 χρόνια τώρα.

***

Στο πρώτο μέρος της παράστασης παρουσιάζονται τα έργα «Η Ειρήνη» και οι «Αχαρνής», τα οποία αναφέρονται στην «ειρήνη» και τον «πόλεμο», θέματα επίκαιρα και καθοριστικά για τον κόσμο μας. Στην «Ειρήνη» ο καλοκάγαθος Τρυγαίος προσπαθεί να απελευθερώσει την Ειρήνη από τη σπηλιά, όπου την έχει φυλακίσει ο Πόλεμος, ενώ στους «Αχαρνής» ο ειρηνόφιλος Δικαιόπολις δίνει μάχη ενάντια στον πολεμοχαρή στρατηγό Λάμαχο.

***

Στο δεύτερο μέρος, παρουσιάζεται «Ο Πλούτος», όπου ο Αριστοφάνης παραδίδει μαθήματα πολιτικής οικονομίας, καθώς ο ομώνυμος ήρωας είναι τυφλός και δεν βλέπει πού δίνει τα αγαθά του, με αποτέλεσμα να χαρίζει πλούτη στους κακούς. Όμως, όταν ξαναβρίσκει το φως του, γίνεται δίκαιος, κάνοντας μόνο τους καλούς να πλουτίσουν. Τέλος, παρουσιάζονται οι «Όρνιθες»: Δύο Αθηναίοι, ο Ευελπίδης και ο Πεισθέταιρος, απογοητευμένοι από τη ζωή της πόλης, ψάχνουν έναν ήσυχο τόπο. Πηγαίνουν στη χώρα των πουλιών, ιδρύουν μαζί μ’ αυτά μια φανταστική πολιτεία, την Ουρανούπολη, μια κοινωνία ελεύθερη, δίκαιη, με φαντασία, ανοιχτή για όλους στο όνειρο και τις ευκαιρίες.

***

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Δημήτρης Ποταμίτης υπήρξε σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας και ποιητής. Το 1972 δημιούργησε το «Θέατρο Έρευνας», πρωτοπόρο στην αναζήτηση νέων έργων, νέων τρόπων έκφρασης και νέων δημιουργών. Πρωτοπόρος επίσης, μαζί με την Ξένια Καλογεροπούλου στο θέατρο για παιδιά, όπου έγραψε και σκηνοθέτησε μέχρι το 2003 πολλά έργα που έθιγαν σύγχρονα προβλήματα. Υπήρξε μέντορας της Νανάς Νικολάου στο θέατρο για παιδιά, το οποίο υπηρετεί και η ίδια από το 1981.

***

Η σκηνοθέτις Νανά Νικολάου.

Λίγα λόγια για τη σκηνοθέτιδα Νανά Νικολάου

Η Νανά Νικολάου ασχολείται με το παιδικό θέατρο από το 1981, όταν ίδρυσε μαζί και με άλλους νέους συναδέλφους της την ομάδα «Θίασος ‘81». Υπήρξε από τους βασικούς συνεργάτες του Ποταμίτη, είτε ως ηθοποιός, είτε ως βοηθός σκηνοθέτη. Το ασίγαστο πάθος του Ποταμίτη το διαθέτει και η Νανά Νικολάου η οποία αναφέρει: «Τριάντα επτά χρόνια μετά εξακολουθώ να πιστεύω πως το θέατρο για παιδιά -όταν γίνεται σωστά και σοβαρά- έχει μέγιστη χρησιμότητα, καθώς χαράζεις πάνω σε άγραφο χαρτί. Στις παραστάσεις έρχονται και πολύ μικρές ηλικίες παιδιών, κάποια ίσως για πρώτη φορά. Είναι μεγάλη ευθύνη, λοιπόν, να τα κάνεις να θέλουν να ξαναπάνε θέατρο».

***

Εγώ πάντως σίγουρα θα πάω και πάλι να δω έργο με την υπογραφή της Νανάς Νικολάου. Ο λόγος απλός: Η σκηνοθέτις κατάφερε κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο. Κέρδισε την απόλυτη προσοχή και αφοσίωση εκατοντάδων μικρών θεατών που παρακολουθούσαν τις «Ιστορίες» στον «Ελληνικό Κόσμο». Ο τρόπος με τον οποίο «έχτισε» την παράσταση είχε ως αποτέλεσμα να μην αφήσει αδιάφορους τους μικρούς θεατές οι οποίοι συμμετείχαν και στην εξέλιξη ανάλογα με όσα τους ζητούσαν οι ηθοποιοί. Ήταν ένα εκπληκτικό «πινγκ – πονγκ» μεταξύ σκηνής και πλατείας. Οπωσδήποτε στο ζεστό αυτό κλίμα συνέβαλαν και οι ηθοποιοί οι οποίοι με το ασταμάτητο κέφι τους και τη αέναη κίνησή τους δεν άφησαν περιθώρια στους θεατές να χάσουν ούτε μια φράση, ούτε μια σκηνή. Διπλό λοιπόν το κέρδος αφού τα παιδιά και διδάχθηκαν τα μηνύματα του Αριστοφάνη αλλά και γνώρισαν πρόσωπο με πρόσωπο το καλό θέατρο. Ασφαλώς την επόμενη φορά με πιο εύκολο τρόπο θα πουν το «ναι» για να πάνε στο θέατρο και να αφήσουν στο σπίτι το «τάμπλετ» και το «σμάρτφον».

 

 

 

Στην προσπάθεια της σκηνοθέτιδας σημαντική βοήθεια έδωσαν με το έργο τους και ο Γιάννης Ζουγανέλης, με τη μουσική του. Και ο Μανόλης Παντελιδάκης  με τα Σκηνικά και τα Κοστούμια του και τέλος η Αρετή Μώκαλη με τις Χορογραφίες της.

Ευτυχώς η εποχή της προχειροφτιαγμένης παράστασης για παιδιά έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σε αυτό συνέβαλαν και η Ξένια Καλογεροπούλου, και η Κάρμεν Ρουγγέρη, και ο Δημήτρης Ποταμίτης και ασφαλώς η Νανά Νικολάου. Τους ακολούθησαν πολλοί δημιουργοί. Έτσι τώρα οι γονείς μπορούν – χωρίς δισταγμό – να επιλέγουν κάποια παράσταση θεάτρου για παιδιά. Οι προσπάθειες των προαναφερθέντων είχαν θετικό αποτέλεσμα.

 

 

 

Απόρροια αυτού είναι και η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι επαγγελματίες ηθοποιοί που τώρα πλέον δεν διστάζουν να ανέβουν στη σκηνή και να έχουν απέναντί τους παιδιά. Ασφαλώς το κοινό αυτό είναι το πιο δύσκολο, όμως οι ηθοποιοί νιώθουν τη σιγουριά που τους παρέχει η επιμελημένη και χωρίς εκπτώσεις παραγωγή απαιτητικών παραστάσεων.
Αυτή τη σιγουριά είδα από όλους τους ηθοποιούς στη σκηνή του «Ελληνικού Κόσμου». Αυτό που απεκόμισα ήταν πως όλοι χαίρονταν για τη συμμετοχή τους και όλοι έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους. Από κάποιες μικρές λεπτομέρειες καταλάβαινες ότι όλοι τους δεν διεκπεραιώνουν ένα ρόλο αλλά συμβάλλουν ενεργά στην επιτυχία του εγχειρήματος. Γιατί, όσο κι αν ακούγεται κάπως, «Οι ιστορίες του παππού Αριστοφάνη» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα υψηλών προσδοκιών και απαιτήσεων εγχείρημα και για το φτάσιμο στο επιθυμητό αποτέλεσμα και στον τελικό στόχο όλοι έχουν συνυπογράψει.

 

Από αριστερά: Ο Άγγελος Μπούρας, ο Νίκος Ορφανός και ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος χαμογελαστοί μετά το τέλος της εξαντλητικής παράστασης.

Και ο Νίκος Ορφανός και ο Μέμος Μπεγνής.
Ο Άγγελος Μπούρας και ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος.
Όμως και ο Κώστας Τερζάκης και ο Γιάννης Στεφόπουλος.
Μαζί τους και ο Θοδωρής Ανθόπουλος, ο Κλεάνθης Βαρσαμούλης, ο Χρήστος Ντόβας. Ασφαλώς η πάντα σαρωτική – και εντυπωσιακή – Ίρις Πανταζάρα.
Το ίδιο οι ανεξάντλητες – και πανέμορφες – Πελαγία Αγγελίδου, Δανάη Σδούγκου, Δήμητρα Βήττα.
Όλοι και όλες χωρίς καμία εξαίρεση αξίζουν τον ίδιο έπαινο.

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ο Νίκος Ορφανός με τον Μέμο Μπεγνή.

 

«Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη»
Του Δημήτρη Ποταμίτη

Απόδοση κειμένου – σκηνοθεσία: Νανά Νικολάου
Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης
Σκηνικά – κοστούμια: Μανόλης Παντελιδάκης
Χορογραφίες: Αρετή Μώκαλη
Video art: Αντώνης Δελαπόρτας
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαργαρίτα Σολδάτου
Πρωταγωνιστούν
Μέμος Μπεγνής, Νίκος Ορφανός
Παίζουν
Γιάννης Στεφόπουλος, Άγγελος Μπούρας, Κώστας Τερζάκης, Πελαγία Αγγελίδου, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ίρις Πανταζάρα, Θοδωρής Ανθόπουλος, Δανάη Σδούγκου, Κλεάνθης Βαρσαμούλης, Χρήστος Ντόβας, Δήμητρα Βήττα

***

Παραστάσεις

Εκτάκτως την Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019 στις 11.30 π.μ.

Και στη συνέχεια
Κάθε Σάββατο στις 2.30 μ.μ.
Και κάθε Κυριακή στις 11.30 π.μ

***

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

 

***

«Θέατρον», Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»
Πειραιώς 254, Ταύρος 177 78
Τηλέφωνο: 212-254.03.00 και 212-254. 00.00

***

Κρατήσεις για σχολεία και ομάδες
Μαρία Καζάντζα: 6975662779
e-mail: markazantza@gmail.com
Τμήμα Κρατήσεων και Εισιτηρίων Ελληνικού Κόσμου
Τηλέφωνο: 212-254.03.00

***

Παραγωγή
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»
Πειραιώς 254, Ταύρος

***

Διατίθεται δωρεάν χώρος στάθμευσης

***

Πληροφορίες πρόσβασης
Λεωφορείο: 049 (Πειραιάς-Ομόνοια),
Λεωφορείο: 914 (Ομόνοια-Πειραιάς-Παλαιά Κοκκινιά), στάση ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
Τρένο (γραμμή ΗΣΑΠ): ηλεκτρικός σταθμός Καλλιθέας στάση ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

***

Το Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», διαθέτει πρόσβαση για άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑMEΑ) σε όλους τους χώρους του καθώς και θέσεις στάθμευσης ΑMEΑ.

***

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας, είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών και του Εικαστικού Επιμελητηρίου και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Δημήτρης Ποταμίτης καμαρώνει τον μαγικό θίασο της Νανάς Νικολάου και τον Αριστοφάνη του…
Περισσότερα

«Μέχρι πριν μια μέρα». Η Χάρις Συμεωνίδου στο μοναχικό ταξίδι μιας μυστηριώδους ντίβας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Δεν είναι ακριβής ο λόγος που τα τελευταία χρόνια ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί προτιμούν τους θεατρικούς μονολόγους. Σίγουρα δεν είναι απλή σύμπτωση ο μεγάλος αριθμός μονολόγων που παίζονται αυτή τη στιγμή σε πολλές πόλεις του κόσμου, από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Λονδίνο, μέχρι τη Νέα Υόρκη και το Σίδνεϊ. Στο θέατρο, άλλωστε, η σωματικότητα του χαρακτήρα-ηθοποιού, διαμορφώνει σχέσεις άμεσες κι ακαριαίες. Ο μονόλογος ωστόσο, ως είδος, είναι ένα ακραίο άθλημα. Ο ηθοποιός -μόνος επί σκηνής- είναι σαν να προβαίνει σε άλμα στο κενό δεμένος με κλωστές. Η ασύγγνωστη έκθεσή του στο κοινό μοιάζει να αποτελεί πράξη παραλογισμού. Όση δύναμη κι αν διαθέτουν το κείμενο, η σκηνοθεσία, η μουσική, τα φώτα, τα σκηνικά, αν ο ηθοποιός δεν βγάλει φτερά στη σκηνή, θα κατακρημνιστεί.

 

Η ηθοποιός Χάρις Συμεωνίδου μας έδειξε τη δική της εκδοχή πάνω στο θέμα της μοναξιάς στη σκηνή. Μια ηθοποιός που διαθέτει μέτρο και ήθος, έδωσε στην ηρωίδα της πολλά «ανθρώπινα» χρώματα. Γιατί σίγουρα χρειάζεσαι ένα οπλοστάσιο τεχνικής και χρόνια δουλειάς για να παίξεις ρόλους όπως αυτόν της αινιγματικής Ντίβας στον εκπληκτικό μονόλογο «Μέχρι πριν μια μέρα» του θεάτρου ΕΚΣΤΑΝ του βραβευμένου από το Υπουργείο Πολιτισμού, Χρίστου Θεσσαλονικέα.

 

Η μοίρα του καλλιτέχνη

 

Πρόκειται για τη φανταστική συνέντευξη μιας μεγάλης ντίβας του Θεάτρου, που έχει εγκαταλείψει τη σκηνή από χρόνια. Σήμερα αποκαλύπτει την πορεία της μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Μιλάει για την αναπόφευκτη μοίρα ενός καλλιτέχνη, που αναγκάζεται να αποδεχθεί τη μοναχικότητά του, συντροφιά με το αλκοόλ, τις αναμνήσεις, τη σκηνή και τον έρωτα. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η αρρώστια του καλλιτέχνη είναι η μοναξιά, που οδηγεί στην κατάθλιψη. Για τους πιο πολλούς είναι τρομερό να μην τους αναζητά πια το κοινό και να τους «σκοτώνουν» όπως τα άλογα όταν γερνάνε ή αρρωσταίνουν.
Μέσα από τη διήγηση της ντίβας όμως, αναδεικνύεται με αλληγορικό και ποιητικό τρόπο, και η δύναμη του έρωτα, της απώλειας, του θανάτου, αλλά και της γνώσης, και της εμπειρίας της ζωής.
Όσο προχωράει η συνέντευξη, ανακαλύπτουμε το μυστηριώδη λόγο που εγκατέλειψε τα φώτα και τη δημοσιότητα και κλείστηκε στον εαυτό της.
Επικυρώνεται η αποδοχή της ύπαρξης ως ισάξια της αποδοχής της απουσίας της.

 

Μια πράξη επιβίωσης

 

Ο μονόλογος, σύμφωνα με το λεξικό Τριανταφυλλίδη, είναι «μακρύς και συνεχής λόγος που γίνεται από ένα μόνο πρόσωπο χωρίς να διακόπτεται από άλλο». Δηλαδή είναι μια στροφή μακριά από τον διάλογο. Μέσα από ένα μονόλογο αναδύονται κατά κανόνα εικόνες κοινωνικής απομόνωσης, καταστροφικών σχέσεων, αντιπαλοτήτων, επικίνδυνων εντάσεων, εθισμών και εν γένει εικόνες διάλυσης του εαυτού σε σχέση με την περιβάλλουσα κοινωνία. Συχνά έχουμε ομολογίες εγκλημάτων, απιστιών, ενοχών, μετάνοιας, κρυμμένων κινήτρων και ούτω καθεξής.
Ο θεατρικός μονόλογος δεν εξαντλείται μόνον σε τύπους εξομολογητικούς. Έχουμε πολλές περιπτώσεις όπου λειτουργεί ως μια πράξη επιβίωσης μέσω της λειτουργίας της μνήμης. Όπως ο μονόλογος «Πριν μια μέρα», που είναι ένα μοναχικό και συγκεντρωτικό ταξίδι. Ξεκινά από το παρόν και η αφήγηση ξετυλίγεται με λυρικότητα και χάρη. Ο αγώνας, το ταξίδι, η αναζήτηση, η ανακάλυψη, η επιτυχία, η φήμη και γενικότερα η καταξίωση, η φάση της αθωότητας, ο χαμένος παράδεισος… Φτάνει στον απολογισμό των πεπραγμένων της ζωής εν μέσω αισθήσεων και παραισθήσεων, πλοκών και διαπλοκών, προσώπων και προσωπείων, προσκήνιων και παρασκηνίων, ονείρου και πραγματικότητας.
Μια γυναίκα που παρατηρεί την πορεία της ζωής της, το χρόνο που φεύγει, τη σκληρότητα της ζωής και του χρόνου.
Τα λάθη πολλά, αλλά είναι δικά της ή των άλλων;
Υπάρχει κάτι τόσο εύθραυστο και ταυτόχρονα τόσο απόλυτο στο έργο αυτό.
Ακόμα κι αν δε συγκινείστε εύκολα, κάτι θα παραμείνει μέσα σας, κάτι το οποίο, αργότερα, θα το ανακαλείτε ξανά και ξανά.

 

Ερμηνεία

 

Η Χάρις Συμεωνίδου δοκιμάζεται στο απαιτητικό είδος του μονολόγου, καταθέτοντας μια ερμηνεία ολκής απείρως γοητευτική. Ηθοποιός των ευαισθησιών και των αισθημάτων, με αφηγηματικό λόγο, δημιουργεί εικόνες και έντονη προσήλωση στον θεατή. Ηθοποιός που κάνει τέχνη με σεβασμό, με το βλέμμα στραμμένο σ’ αυτόν που απευθύνεται. Επικοινωνεί μαζί του αλλά ταυτόχρονα σπαράζει μέσα της. Η εύρυθμης μελαγχολίας και ρεαλιστικού ύφους ερμηνεία της στάθηκε πολύ συγκινητική.
Μια δύσκολη αλλά σωστή δημιουργία, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σταματίου, που κρατά μαγνητισμένο το θεατή.

***

Συντελεστές

Συγγραφέας: Χρίστος Θεσσαλονικεύς

Σκηνοθέτης: Γιάννης Σταματίου
Μουσική: Κώστας Μουστάκας
Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος: Μπέτυ Λυρίτη
Ήχος-Φώτα: Παναγιώτης Μαζαράκης

Πρωταγωνιστεί η Χάρις Συμεωνίδου

***

Θέατρο ΕΚΣΤΑΝ

Καυταντζόγλου 5, Πατήσια – Αθήνα 111 44
Τηλέφωνο: 21 3021 0339

***

H Χάρις Συμεωνίδου είναι πτυχιούχος υποκριτικής του Πανεπιστημίου Queen Margaret του Εδιμβούργου (B.A. in Performing Arts). Επίσης είναι πτυχιούχος Οικονομικών Σπουδών (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), με Μάστερ & Διδακτορικό στη Δημογραφία (London School of Economics). Συμμετείχε στο 3ο και 4ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου «Infomat» που διοργανώνει το Θέατρο των Αλλαγών όπου έκανε μαθήματα υποκριτικής, φωνητικής, κινησιολογίας και μιμικής. Κυριότεροι καθηγητές της ήταν: D. Barker, F. Walot, M. Porter, I. Peranic, L. Wilson Smiley, G. Foreman, M. Malka, M.P. Mackenzie, L. Gordon. Έκανε μαθήματα υποκριτικής μέσω φωνής με καθηγήτρια τη Μίρκα Γεμεντζάκη. Μιλάει πολύ καλά την αγγλική και γαλλική γλώσσα.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ:
– Σεμινάρια κινηματογράφου και θεάτρου, που διοργάνωσε το «Μικρό Πολυτεχνείο» στην Αμοργό.
– Μουσικό-θεατρικό-παιδαγωγικό σεμινάριο, Πολιτιστικό Ίδρυμα Πίας Χατζηνίκου – Αγγελίνη, Χόρτο Πηλίου.
– Παρακολούθηση του «Master Class»: «Ανάλυση του κειμένου και εφαρμογή της στη θεατρική εκπαίδευση και πρακτική», του Ανδρέα Μανωλικάκη (Actor Studio Drama School).
– Σεμινάριο υποκριτικής «Το θερμό και το ψυχρό στην τέχνη του θεάτρου», του Δημήτρη Καταλειφού, Σπέτσες.
– Σεμινάριο και workshop από το Πανεπιστήμιο του Leeds «Αρχαίο Δράμα. Επιρροές και Σύγχρονες Προσεγγίσεις». Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη.

ΘΕΑΤΡΟ:

– Θέατρο και Εξουσία, θεατρική διασκευή από τον Ν. Κούνδουρο του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκωφ, σκηνοθεσία Ν. Κούνδουρου, Γ. Κουνδουράκη, θέατρο Παραμυθίας (Ματθαίος, Νοσοκόμα, Παρουσιάστρια) 2016.
– Tα μάτια της Έλσας, μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία, Α. Κεφαλά, Το Μπαράκι της Διδότου (Κομπέρ) 2016.
– Οι τρομπέτες του θανάτου. Τα μανιτάρια του F.L. Tilly, σκηνοθεσία J.P Denizon, Εκστάν (Εριέττα) 2015-2016.
– Οι τέσσερις δίδυμες του Ι. Copi, Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, σκηνοθεσία Γ. Σιάμου, Z. Τζουμάκα.
– Φαίδρος Πλάτωνος, σκηνοθεσία Σ. Παπαθανασίου, Φεστιβάλ Ελαιώνα (Αναλόγιο) 2015.
– Σκηνές, του Ε. Φιλίππου, σκηνοθεσία Μ. Λαμπράκη, Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Αναλόγιο) 2014
– Sex Trafficking, Δραματουργία της Μ. Καραμητσοπούλου, με βάση ζωντανές μαρτυρίες γυναικών, σκηνοθεσία Α. Maioletti, Ίδρυμα Κακογιάννη (δημοσιογράφος, παρουσιάστρια, θύμα) 2014.
– Βυσσινόκηπος, του Α. Τσέχωφ, σκηνοθεσία Κ. Καπελώνη, Θέατρο Studio Μαυρομιχάλη (Σαρλόττα) 2014.
– Ιράκ: 9 Τόποι Επιθυμίας, της H. Ruffo, σκηνοθεσία Μ. Τσαρούχα, Θέατρο Vault (Μουλάια) 2013-2014
– Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, του Γιάννη Ρίτσου, σκηνοθεσία Ν. Μίχα, Θέατρο Δια Δύο, Art in Art ΙΙ Festival (Μονόλογος) 2013.
– La Commune Grecque, σύλληψη-σκηνοθεσία Σ. Παπακωνσταντίνου, δραματουργική επεξεργασία Λ. Αρκουμανέα, Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2012, Πειραιώς 260, Γκαράζ Η (Ευγενική Αστή) 2012.
– Η Αντιγόνη του Μπέρτολτ Μπρεχτ, μετάφραση-σκηνοθεσία Ν. Μίχα, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή (Τειρεσίας, Χορός) 2012 .
– Ο Αλχημιστής του Μπεν Τζονσον, μετάφραση-σκηνοθεσία Ν. Μίχα, Θέατρο Άλεκτον και Ίδρυμα Ι. & Μ. Θεοχαράκη (πάστορας Βασάνιος Ευεργετικός, Γειτόνισσα του παραλόγου) 2011 .
– Παρέμβαση του Β. Ουγκώ, μετάφραση-σκηνοθεσία Α. Κεφαλά, Μπαράκι του Βασίλη (Αφηγήτρια) 2011.
– Βρικόλακες του Ε. Ίψεν, σκηνοθεσία Β. Λουρμπά, Θέατρο Εκάτη (κυρία Άλβινγκ) 2010.
– Μήδεια του Ευριπίδη, σκηνοθεσία Ι. Γκαβάκου, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννη (Τροφός) 2010.
– Λευκές Νύχτες του Φ. Ντοστογιέφσκι, σκηνοθεσία Ν. Μίχα, Θέατρο Α. Δαβή (Γιαγιά, Ματριόνα, Ταμίας )2010.
– Κάθε Χρόνο Ίδια Μέρα του B. Slade, σκηνοθεσία Κ. Βάντζου, Θέατρο Ελυζέ (Ντόρις) 2010.
– Human Voices, σκηνοθεσία Θ. Βουρνά, διασκευή Μ. Λογοθέτη από πέντε μονόπρακτα του Ζαν Κοκτώ, Θέατρο Επί Κολωνώ (Ανθρώπινη φωνή ) 2010.
– Δον Περλιμπλίν και Μπελίσα του Λόρκα, σκηνοθεσία Ν. Μίχα, Θέατρο Φούρνος (Μητέρα της Μπελίσα) 2009.
– Μίλα μου σαν τη Βροχή και Άσε με να Ακούω του Τενεσί Ουίλιαμς, σκηνοθεσία Κ. Βάντζου, Δ. Αλίμου, Θέατρο Καρόλου Κουν (Γυναίκα) 2009.
– Chicago χορογραφία Σ. Κοσκινά, Δ. Αλίμου, Θέατρο Καρόλου Κουν (Χορεύτρια, Miss Sunshine) 2009.
– Ατρείδες βασισμένο στο έργο της Κριστίν Μπρίκνερ, «Έγκλημα και Κλυταιμνήστρα», διασκευή Ραζέλου, σκηνοθεσία Σ. Τρεμμένου, ομάδα ΑΣΟΕΕ (Κασσάνδρα) 2009.
– Ματωμένος Γάμος του Λόρκα, σκηνοθεσία Κ. Βάντζου, θέατρο Πανί, Φεστιβάλ Αλίμου (Ζητιάνα) 2008.
– Όρνιθες του Αριστοφάνη, σκηνοθεσία Γ. Μπινιάρη, Χορογραφία: Μ. Μάντακα, μουσική επιμέλεια Σμ. Γρηγοριάδη, θέατρο Χόρτου Πηλίου (Χορός Πουλιών) 2008.
– Ανθισμένες Μανώλιες του Π. Χάρτλινγκ, σκηνοθεσία Κ. Βάντζου, Δ. Αλίμου, Θέατρο Καρόλου Κουν (Κλαίρη) 2008.
– Athena του L. Godron, σκηνοθεσία L. Gordon, Θέατρο των Αλλαγών (Άγγελος) 2008.
– Μεταμορφώσεις του Πίκτωρ του Herman Hesse, επιμέλεια, διασκευή, χορογραφία Έ. Μιχαήλου-Βασιλάκη, Δ. Μαρκόπουλου, Θέατρο Σάρα (Αφηγήτρια – Χορεύτρια) 2008.
– Μία Σταγόνα Ταξιδεύει, χορογραφία Ε. Μιχαήλου-Βασιλάκη, Θέατρο Περίακτοι (Χορεύτρια) 2007.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ:

– The Penal Colony, ταινία μικρού μήκους, σενάριο – σκηνοθεσία M.Cizek και L.Aliksanyan (φυλακισμένη) 2014.
– Λέων της Πεντέλης, ταινία μεγάλου μήκους σενάριο – σκηνοθεσία Τ. Βογόπουλος (Μάγισσα), βραβείο καλύτερης ταινίας Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κύπρου και «Γέφυρες» 2014.
– Εξυγίανση, ταινία μικρού μήκους, σενάριο-σκηνοθεσία Ι. Δημητρίου (Διευθύντρια) 2014/Νύχτες Πρεμιέρας κινηματογράφος Δαναός, 3ο βραβείο καλύτερης ταινίας στο 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στο Σαν-Φρανσίσκο 2014.
– Κομμάτι Ουρανού, ταινία μικρού μήκους, σενάριο-σκηνοθεσία Μ. Μακρή (Ιδιοκτήτρια) 2014/Νύχτες Πρεμιέρας, κινηματογράφος Ιντεάλ 2014
– Πρόγευμα, ταινία μικρού μήκους, σενάριο – σκηνοθεσία Σ. Τάγκα (Μητέρα) 2013.
– Φόνισσα του Α. Παπαδιαμάντη, ταινία μεγάλου μήκους, σκηνοθεσία Στ. Αρκέντη (Μάννα της Φόνισσας), βραβείο καλύτερης ταινίας, Διεθνές Φεστιβάλ Λευκάδας 2011.
– Στην Άλλη Όχθη ταινία μικρού μήκους, σκηνοθεσία Θ. Βουρνά, σενάριο Κ. Βαϊμάκη, βραβείο Πρώτο Βήμα 2009 από Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, βραβείο κοινού, βραβείο σεναρίου και τιμητική διάκριση α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου (Μαίρη) 2011.
– Απρόσμενο Πάθος ταινία μεγάλου μήκους, σενάριο – σκηνοθεσία Μ. Πειθή (Νινέτ, Πρόεδρος Αεροναυπηγικής Εταιρείας) 2011.
– Drive-in Alone ταινία μικρού μήκους, σενάριο – σκηνοθεσία Δ. Δεληνικόλα 2008, συμμετοχή στο διεθνές Φεστιβάλ «48 hours» (Πρωταγωνίστρια). Η ταινία έχει γίνει «feature» στην πρώτη σελίδα του site «Dailymotion», ως πρώτη προτεινόμενη στην κατηγορία «Film και TV», στις χώρες: Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα, Τουρκία, Ρουμανία, Δανία. Πρώτη επιλογή καλύτερης ταινίας UNESCO (Δεκ. 2008). Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Δράμας Digital 2009.

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ:

– Συμμετοχή στο ντοκιμαντέρ Τιμή, Ηθική και Γάμος από τη σειρά ντοκιμαντέρ «Κρυμμένη Εικόνα», για Ελληνική Τηλεόραση 1, σκηνοθεσία Δ. Κουτσιαμπασάκου (αφήγηση – συνέντευξη) 2008.
– Συμμετοχή στην τηλεοπτική σειρά Αλλού Ξημερωμένη. Παραγωγή-κείμενα Α. Γεωργίου, σκηνοθεσία Α. Γεωργίου και Δ. Δεμοιράκου, κανάλι SIGMA, Κύπρου (Σούλα) 2010
– Συμμετοχή σε πολλές εκπομπές και δελτία ειδήσεων για κοινωνικά θέματα από το 1989.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ:

τ. Επισκέπτρια καθηγήτρια στη Σορβόνη (Κοινωνική Δημογραφία, Ευρώπη των Πληθυσμών)
τ. Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ). Πανελλήνιες έρευνες, διεθνή ερευνητικά προγράμματα με ΑΕΙ του εξωτερικού και ΟΗΕ. Παρατηρητήριο Οικογενειακής Πολιτικής και Δίκτυο Απασχόλησης της Ε.Ε. Συμμετοχή και σε άλλους φορείς, όπως στο Συμβούλιο Ισότητας των Φύλων. Συγγραφέας 9 επιστημονικών βιβλίων και πολλών άρθρων.
Επίτιμο μέλος του Γαλλικού Πολιτισμικού Συλλόγου «Polytropo».

eirini aivaliwtou«Μέχρι πριν μια μέρα». Η Χάρις Συμεωνίδου στο μοναχικό ταξίδι μιας μυστηριώδους ντίβας
Περισσότερα

«Μια ζωή στο θέατρο» – Ρίξε μια κρυφή ματιά πίσω από τα φώτα της… Β’ Σκηνής της Οδού Κεφαλληνίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ακούγεται το τρίτο κουδούνι, τα φώτα της λιλιπούτειας πλατείας σβήνουν κι ανάβουν τα φώτα της σκηνής, οι ηθοποιοί παίρνουν τις θέσεις τους και η παράσταση ξεκινά.
Τα έργα που εμπνέονται από το ίδιο το θεατρικό γεγονός, την προετοιμασία μιας παράστασης ή τη ζωή των παρασκηνίων, τις σχέσεις των ηθοποιών και τη ζωή τους, είναι πολλά και, κυρίως, απολαυστικά.
Την αγωνία των ηθοποιών πριν πατήσουν το πόδι τους στο σανίδι και προβάλλουν στο φως της σκηνής, το χρόνο που έχεις την αίσθηση ότι κινείται με διαφορετική ταχύτητα σα να βρίσκεσαι σε μια άλλη, παράλληλη πραγματικότητα, τα έχουμε ακούσει, μας τα έχουν διηγηθεί, τα έχουμε ζήσει ως θεατές. Το ίδιο και τα σιωπηλά αλλά τόσο εύγλωττα βλέμματα στα οποία αναγνωρίζεις έντονα και πολλές φορές αντικρουόμενα συναισθήματα πριν από την παράσταση, τη διάθεση του κοινού που αντηχεί εκεί μπροστά ακόμα κι όταν στην πλατεία υπάρχει απόλυτη ησυχία και σκοτάδι. Τις πραγματικές σχέσεις των ηθοποιών μεταξύ τους, την αλήθεια τους όμως δεν την κατέχουμε ούτε θα την καταλάβουμε ποτέ τελείως.

Ακόμα κι αν δεν ανεβάζουν Σαίξπηρ ή Τσέχωφ ή κάποιο σπουδαίο έπος, τα πρόσωπα και τα σώματα των ηθοποιών βρίσκονται στη σκηνή για να μας διηγηθούν μια ιστορία. Αυτή είναι η αδυναμία τους και η δύναμή τους. Η αθωότητά τους…

 

Ο Χρήστος Καπενής (αριστερά) και ο Γρηγόρης Σταμούλης, στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας.

 

Στο «Μια ζωή στο θέατρο» του βραβευμένου με Πούλιτζερ Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβιντ Μάμετ, που σκηνοθετεί ο Τάσος Πυργιέρης στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας, η δράση της παράστασης διευρύνεται ακόμα περισσότερο μιας και παρακολουθούμε τη συνύπαρξη των ηθοποιών στα καμαρίνια, δράση ορατή στο κοινό.

Αναμνήσεις, σκέψεις βουβές, προσμονή, ανησυχία, εσωτερική αναζήτηση, ικανοποίηση, ενθουσιασμός και πολλά ακόμα που νιώθουν οι ηθοποιοί μιας θεατρικής παράστασης, γίνονται μια ιστορία που μοιράζονται μαζί μας στον ιερό χώρο της αυτοσυγκέντρωσης και προετοιμασίας τους, το καμαρίνι. Και συγκεκριμένα μπροστά στον καθρέπτη του καμαρινιού τους. Ο εαυτός τους και ο εσωτερικός τους κόσμος, μας αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες που έχουν βιώσει είτε στις πρόβες είτε κατά τη διάρκεια των παραστάσεων.

Το έργο «Μια Ζωή στο Θέατρο» είναι γραμμένο το 1977 από τον Ντέιβιντ Μάμετ. Ο Ρόμπερτ και ο Τζον είναι ηθοποιοί και όπως όλοι οι ηθοποιοί, περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στο θέατρο. Μελετούν, δοκιμάζουν ρόλους, δέχονται το χειροκρότημα – ενίοτε και την αδιαφορία – του κοινού και την άλλη μέρα αρχίζουν πάλι από την αρχή.

Ο συγγραφέας

Ο Ντέιβιντ Μάμετ γεννήθηκε στο Σικάγο από Εβραίους γονείς και ζει στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας. Είναι θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος, τηλεοπτικός παραγωγός, σκηνοθέτης, ενίοτε δοκιμιογράφος και στιχουργός. Το κοφτό, γεμάτο ιδιωματισμούς στυλ των διαλόγων του έχει δημιουργήσει πλέον σχολή, με την ονομασία Mamet speak – ένα στυλ που ο ίδιος αποδίδει στην επιρροή της οικογένειάς του και του Χάρολντ Πίντερ. Έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων τα «Glengarry Glen Ross» (Οικόπεδα με θέα), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και το βραβείο του Κύκλου Θεατρικών Κριτικών της Νέας Υόρκης, «Oleanna» (Ολεάννα) και «American Buffalo». Έχει επίσης εκδώσει δοκίμια και μυθιστορήματα. Έχει σκηνοθετήσει τις κινηματογραφικές ταινίες «House of Games» (Η λέσχη της απάτης), «Things Change» (Ο λούστρος και η Μαφία), «Homicide» (Ανθρωποκτονία), «State and Main» και «Heist» (Το κόλπο).

 

 

Τα παρασκήνια

Με πολύ χιούμορ και ανατρεπτική διάθεση, το έργο του Μάμετ μας μεταφέρει στον θαυμαστό κόσμο της σκηνής και των παρασκηνίων, μέσα από τη ζωή και τη σχέση δύο ηθοποιών, του βετεράνου Ρόμπερτ και του ανερχόμενου Τζον. Ο πρώτος σε ρόλο μέντορα προσπαθεί να μεταδώσει την πείρα και το πάθος του για το θέατρο στον νεαρό συνάδελφό του, αν και μάλλον ανεπιτυχώς. Παρακολουθώντας άλλοτε σκηνές από τα έργα που παίζουν κι άλλοτε την κοινή τους ζωή στις πρόβες ή στα καμαρίνια, ο θεατής έχει την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξει πίσω από τα φώτα, να γελάσει με τα άπειρα ευτράπελα που μπορεί να συμβούν στη διάρκεια μιας παράστασης, να διασκεδάσει με τις μικρότητες και τις ματαιοδοξίες του κόσμου του θεάματος, να συγκινηθεί με τα πάθη τους.
Το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ μιλάει για τη σύνθετη διαδικασία της παράδοσης της σκυτάλης από τη μια γενιά στην επόμενη, μέσα από τη σχέση δύο ηθοποιών και τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που βιώνουν, πάνω και πίσω από τη σκηνή, στο θέατρο ρεπερτορίου στο οποίο εργάζονται.

Ανεβάσματα

Το «Μια ζωή θέατρο» είναι ένα από τα πρώτα έργα του Ντέιβιντ Μάμετ και έχει γνωρίσει πολλά ανεβάσματα στα εξωτερικό. Ένα από αυτά είναι η παράσταση που ανέβασε στο Broadway, ο Neil Pepe, με τους Patrick Stewart και τον K.T. Knight.
Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε από το Απλό Θέατρο τη σεζόν 1999-2000, σε σκηνοθεσία Πάνου Παπαδόπουλου, με τους Δημήτρη Καταλειφό και Κώστα Βασαρδάνη, ενώ το 2011 ανέβηκε στο θέατρο Rabbithole με τους Χρήστο Στέργιογλου και Κώστα Γάκη, σε σκηνοθεσία Αλέξη Ρίγλη. Σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαϊτζή επίσης την περίοδο 2016-17 στο θέατρο Τ της Θεσσαλονίκης.

Χιούμορ και συγκίνηση

Η αγάπη του Μάμετ για το θέατρο και τους ηθοποιούς, τον οδήγησαν στο να καταγράψει τις κρυφές στιγμές, την αγωνία, την προετοιμασία και τα συναισθήματα των ηθοποιών μεταφέροντας στο κοινό λεπτομέρειες από το επάγγελμά τους. Λεπτομέρειες που προέκυψαν από την παρατήρηση του ίδιου του συγγραφέα κατά το σύντομο διάστημα που εργάστηκε και ο ίδιος ως ηθοποιός.
Ο συγγραφέας, προστατευτικός αλλά και αυστηρός, με γλυκόπικρο χιούμορ, δόσεις συγκίνησης και κινηματογραφικό ρυθμό προσφέρει μία χαραμάδα στους θεατές, από όπου θα παρακολουθήσουν την πότε γλυκιά και την πότε αβάσταχτα απογοητευτική ζωή των ηθοποιών, που ενώ δεν διαφέρει και πολύ από των άλλων ανθρώπων, αναμφίβολα είναι ξεχωριστή και γοητευτική.

Η ψυχολογία του ηθοποιού

Το έργο δεν αφορά μόνο το σύνθετο θεατρικό πρόβλημα αλλά και το ανθρώπινο. Γεγονός, που σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης έχει να κάνει με την ιδιαιτερότητα της τέχνης του θεάτρου και την ιδιόμορφη ψυχολογία και λειτουργία του ηθοποιού και τη σχέση του εντός και εκτός σκηνής με τον συναγωνιζόμενο – ανταγωνιζόμενο ομότεχνό του.
Θεατροτραφής – πρώτα σαν ηθοποιός – ο Ντέιβιντ Μάμετ, ένας από τους ελάχιστους σήμερα σημαντικούς και μάλιστα κοινωνικά προοδευτικούς δραματουργούς, στο «Μια ζωή στο θέατρο» μιλά με μια επιφανειακή φαιδρότητα για τη ζωή του θεάτρου.

Στο βάθος του έργου όμως μιλά για τη ζωή, την ανάγκη κάθε ανθρώπου για επαφή, κατανόηση, εκτίμηση, αποδοχή, σεβασμό, αγάπη, φιλία, δικαίωση από τον συνάνθρωπο.
Ανάγκη, όμως, η οποία συνθλίβεται μέσα σε μια ομολογημένη ή ανομολόγητη, εκρηκτική ή ήπια, συγκρουσιακή πάντως, σχέση της απειρίας και της πείρας, της αλαζονείας και της γνώσης, του παλαιού και του νέου, του παρόντος και του παρελθόντος, της νεότητας και της ωριμότητας. Πρόκειται, απλούστατα, για την αέναη σκυταλοδρομία της αλληλοδιαδοχής των ανθρώπων στη ζωή αλλά και στην τέχνη. Μια αλληλοδιαδοχή που σημαίνει ότι όποιος παραλαμβάνει τη σκυτάλη κοιτώντας μπροστά έχει μια αίσθηση νίκης και αυτοπεποίθησης, ενώ όποιος την παραδίδει νιώθει την πικρή αίσθηση της ήττας και του τέλους στον αγώνα της ζωής και της τέχνης, όπως συμβαίνει με το ένα από τα δύο πρόσωπα του έργου.

Μια αλληγορία

Ο Μάμετ μας δείχνει καθαρά μ’ αυτό το έργο ότι στον κόσμο μας ο άνθρωπος θα συνεχίσει να αποζητά παθιασμένα και με οποιοδήποτε τίμημα, τις σχέσεις και τα αισθήματα. Όπως και στον «Αμερικάνικο βούβαλο» και όπως και σε άλλα έργα του, το «Μια ζωή στο θέατρο» απεικονίζει μια επαγγελματική σχέση και μια μεταβαλλόμενη ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ενός μεγαλύτερου κι ενός μικρότερου.
Πρόκειται στην ουσία για μια αλληγορία με ρεαλιστική σκληρότητα, καλυμμένη με πικρή ειρωνεία, για το «θέατρο» της ζωής, αφού τα πρόσωπά του είναι καθρέφτες του διττού, νομοτελειακά καθορισμένου αποτελέσματος του αγώνα διαδοχής στο θέατρο και τη ζωή.
Το έργο μεταδίδει τη χαρούμενη μελαγχολία της ζωής του ηθοποιού αλλά, όπως συμβαίνει συχνά στη δραματουργία του Μάμετ, πίσω από το γέλιο βρίσκεται μια αίσθηση ερήμωσης. Στον ελεύθερο, όμορφο διάλογο των ηθοποιών εκτός σκηνής καταγράφεται όλη η αγωνία και η αντιπαλότητα μεταξύ του παλιού και του νέου, περιγράφοντας σχολαστικά την ισορροπία της εξουσίας καθώς μετατοπίζεται από τη μέση ηλικία στη νεότητα με όλες τις συνέπειες που μπορεί να κρύβει αυτό το γεγονός.

 

Ερμηνείες και συντελεστές

 

Ο Γρηγόρης Σταμούλης (δεξιά) και Χρήστος Καπενής, στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας.

 

Τους δύο ρόλους ερμηνεύουν -ακριβείς και αστείοι- οι Γρηγόρης Σταμούλης και Χρήστος Καπενής, που έδειξαν το ταλέντο τους και την πολύμορφη δουλειά τους πάνω στο έργο.

Ο Γρηγόρης Σταμούλης με πνεύμα και πικρόχολο χιούμορ υπογράμμισε έντονα την εσωτερική ένταση του ήρωα. Έπλασε τον Ρόμπερτ σαν ένα βαθύτατα και διπλά τραγικό χαρακτήρα. Από τη μια καλλιτέχνης αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στο θέατρο, υποκριτικά ανήσυχος, συναδελφικά και σχεδόν πατρικά αλληλέγγυος προς τον νέο κι ανώριμο ομότεχνό του. Από την άλλη σαν έναν άνθρωπο ξεχασμένο, αδικημένο, θλιμμένο, μόνο, μοναχικό και ανασφαλή μπροστά στην καλλιτεχνική και βιολογική φθορά που βλέπει να έρχεται.

Πλάι του, αισιόδοξα για το μέλλον, στάθηκε με υποκριτική δεινότητα ο Χρήστος Καπενής, που απέδωσε το ρόλο του νεαρού εμφαντικά, με στιγμές εξαίρετης ευαισθησίας και ειλικρινείς κραδασμούς.

Πολύ όμορφα εναρμόνισε τη μουσική ο Δημήτρης Μαραμής με την άλλοτε μελαγχολική και άλλοτε αστεία ατμόσφαιρα των σκηνών.

Το σκηνικό της Χριστίνας Κάλμπαρη ήταν λιτό, δημιουργικό και λειτουργικό.

Τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη απλά και ταιριαστά. Τα αρμόζοντα για τη σύγχρονη εκδοχή του έργου.

Οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου με χαμηλόφωνες υφέσεις και εντάσεις.

Προσεγμένη η δουλειά της δραματολόγου Σέβης Ματσακίδου, υπηρέτησε επιτυχώς το έργο του Μάμετ.

Το ρυθμό του διαφορετικού έδωσε στη σκηνή η ωραία μελετημένη κίνηση του Βασίλη Σκαρμούτσου.

Μετρημένη και ισορροπημένη θεατρική δουλειά, προσεκτική και μελετημένη λεπτομερειακά, κοπιαστικά, ψυχοπνευματικά στα υπόγεια νοήματα του κειμένου, είχε ως στήριγμα εξαίρετους συντελεστές και έναν ικανότατο σκηνοθέτη, τον Τάσο Πυργιέρη.

Η παράσταση είναι αντάξια της «Μιας ζωής στο θέατρο» του Ντέιβιντ Μάμετ και διεκδικεί με επιτυχία την προσοχή του κοινού. Έχει δύναμη, πειστικότητα, αποχρώσεις, ευγένεια, αλήθειες, μαστοριά. Της αξίζουν πολλοί έπαινοι!

 

***

 

Από το σκηνικό της Χριστίνας Κάλμπαρη.

 

Ταυτότητα παράστασης

Β’ ΣΚΗΝΗ
ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Mια Ζωή στο Θέατρο
του Ντέιβιντ Μάμετ

Μετάφραση: Αλέξης Ρίγλης
Σκηνοθεσία: Τάσος Πυργιέρης
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής
Σκηνογραφία: Χριστίνα Κάλμπαρη
Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη
Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
Δραματολόγος: Σέβη Ματσακίδου
Κίνηση: Βασίλης Σκαρμούτσος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Φρόσω Μάνη, Θωμαΐς Χειλά
Φροντιστήριο: Βασιλική Τσιλιγκρού
Επιμέλεια κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος
Μακιγιάζ: Κάκια Πετρέα
Ειδικός συνεργάτης: Ειρήνη Ιορδανίδου
Επιμέλεια Trailer: Σταύρος Συμεωνίδης
Νομικός σύμβουλος: Δημήτρης Καλοχαιρέτης
Παραγωγή: Α.Μ.Κ.Ε. «Ο κύβος»
Ερμηνεύουν: Γρηγόρης Σταμούλης και Χρήστος Καπενής

Πληροφορίες

Β’ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας
Κεφαλληνίας 18, Κυψέλη
Κρατήσεις: 2114117878
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Από 7 Δεκεμβρίου έως 10 Φεβρουαρίου 2019
Παρασκευή και Σάββατο 21.00, Κυριακή 19.00
Τιμές Εισιτηρίων:
Κανονικό: 12 ευρώ
Μειωμένο:10 ευρώ
Ατέλειες: 5 ευρώ

Προπώληση:

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

Επίσης: 11876, Seven Spots, Reload, Media Markt, Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα.gr, Viva Kiosk

***

Επικοινωνία-προβολή στα ΜΜΕ
Ανζελίκα Καψαμπέλη |akapsamb@gmail.com
Έλενα Γρίβα| elena_griva@yahoo.com
• Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

eirini aivaliwtou«Μια ζωή στο θέατρο» – Ρίξε μια κρυφή ματιά πίσω από τα φώτα της… Β’ Σκηνής της Οδού Κεφαλληνίας
Περισσότερα

Η ανεκπλήρωτη ελπίδα του «Επιθεωρητή». Μια προσέγγιση στην παράσταση του Skrow theater

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένας μεγάλος συγγραφέας παρατηρεί τη ζωή που τον περιβάλλει και την απαθανατίζει χωρίς οίκτο, χωρίς εξωραϊσμούς και περιττά στολίδια, κατασκοπεύοντάς την. Οι μάσκες πέφτουν, τα προσχήματα υποχωρούν απογυμνώνοντας τους ήρωες και σαρκάζοντας ανελέητα και συστηματικά μια ολόκληρη κοινωνία, τους νόμους και τους αδυσώπητους μηχανισμούς της μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοινού.

 

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου (δεξιά) με την Μαρία Πετεβή.

 

 

«Ο Επιθεωρητής», το θεατρικό αριστούργημα του Γκόγκολ, ολοκληρώθηκε σε διάστημα δύο μηνών, από τον Οκτώβριο μέχρι το Δεκέμβριο του 1835. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται σε μια περιφερειακή πόλη της Ρωσίας όπου οι κρατικοί υπάλληλοι -από τον επικεφαλής τους, τον Έπαρχο, ως τον τελευταίο στην ιεραρχική κλίμακα- συμπεριφέρονται ως δυνάστες του λαού, με κύρια και ουσιαστική τους ασχολία τις απάτες, τους εκβιασμούς και τον εκφοβισμό των απλών πολιτών που διαβιούν στον τόπο. Όμως, αυτή η ιδεατή κατάσταση για τους ανθρώπους του κρατικού μηχανισμού διαταράσσεται αιφνιδίως από την είδηση ότι επίκειται η άφιξη ενός υψηλόβαθμου Επιθεωρητή, ο οποίος έχει σκοπό να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους και να επιβάλει κυρώσεις σε εκείνους που δεν τα ασκούν όπως αρμόζει. Επίσης, προκειμένου να μπορέσει να κάνει καλύτερα τη δουλειά του, έρχεται ινκόγκνιτο.
Ενώ όλες αυτές οι φήμες οργιάζουν, ένας ξένος, με ύφος αρκετά αυστηρό, απαιτητικός και ιδιότροπος, με παράξενους τρόπους, καταλύει στο πανδοχείο της πόλης. Όλοι υποπτεύονται πως είναι ο Επιθεωρητής. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για τον κατώτερο υπάλληλο ενός υπουργείου, με το όνομα Χλεστιακόβ, που επιστρέφει από την άδειά του απένταρος, καθώς έχει χάσει όλα του τα λεφτά στα χαρτιά και δεν είναι σε θέση να πληρώσει ούτε για τη διαμονή του στο πανδοχείο. Ο Έπαρχος τον καλεί σπίτι του ώστε να εξασφαλίσει την εύνοια του κυρίου Επιθεωρητή… Ο τελευταίος, δηλαδή ο ασήμαντος Χλεστιακόβ, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, γοητεύει και τρομοκρατεί τους πάντες και ερωτοτροπεί με τη γυναίκα και την κόρη του Επάρχου. Όμως, ακόμη και όταν ο Χλεστιακόβ φεύγει, ένας νέος κύκλος βασάνων ανοίγει για τους κρατικούς υπαλλήλους αυτής της πόλης καθώς, αυτήν τη φορά, καταφθάνει ο πραγματικός Επιθεωρητής…

catisart.gr

Ο Επιθεωρητής (1836) του Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852) -πατέρα του ρωσικού ρεαλισμού και του νεότερου ρωσικού μυθιστορήματος- δημοσιεύτηκε το 1836 και προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις στον ρωσικό Τύπο. Χρειάστηκε η επέμβαση του ίδιου του Τσάρου Νικολάου Α΄ για να ανέβει στη σκηνή. Τελικά το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Θέατρο της Αυλής» στη Μόσχα, παρουσία του Τσάρου το 1836. Από πολλούς κριτικούς θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ρωσικής λογοτεχνίας και ως μια από τις κορυφαίες κλασικές κοινωνικές σάτιρες του παγκόσμιου δραματολογίου.

Μια «ερωτική ιστορία»

Στη σκηνή του θεάτρου Skrow η κλασική κωμωδία του Γκόγκολ συναντιέται με τη νέα διασκευή που υπογράφουν ο Πάνος Παπαδόπουλος και ο σκηνοθέτης Γιώργος Παπαγεωργίου, σε μία παράσταση που επιχειρεί να αντιμετωπίσει την έλευση του «Επιθεωρητή» ως μια «ερωτική ιστορία».

Το στοιχείο που διαφοροποιεί το έργο «Ο Επιθεωρητής» από τις κωμωδίες της εποχής του και το καθιστά κλασικό δημιούργημα στο χώρο της κοινωνικής σάτιρας είναι το ότι οι χαρακτήρες που μας παρουσιάζει είναι και παραμένουν αληθινοί. Επίσης, ξεχωρίζει ο πλούτος της περιγραφής τόσο της αυταρχικότητας όσο και της δουλοπρέπειας των δημοσίων υπαλλήλων ενός απολυταρχικού κράτους. Ο ίδιος ο Γκόγκολ γράφει χαρακτηριστικά: «Στον Επιθεωρητή μου επιδίωξα να συγκεντρώσω και να σατιρίσω μια για πάντα ό,τι σάπιο υπάρχει στη Ρωσία, όλες τις αδικίες που διαπράττονται, εκεί ακριβώς όπου θα είχαμε την αξίωση να βασιλεύει η απόλυτη δικαιοσύνη».

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου μαζί με πέντε ηθοποιούς και έναν μουσικό επί σκηνής, κρατώντας ως άξονα τη γνωστή ιστορία του Ρώσου απατεώνα Χλεστιακόβ και την έλευσή του στη μικρή πόλη της Ρωσίας, δημιουργούν ένα φαντασιακό κόσμο, χρησιμοποιώντας υλικά από το χώρο των καμαρινιών ενός θιάσου, σε μία προσπάθεια αφηγηματικής απεικόνισης της φαρσοκωμωδίας, με τη βαθιά κριτική που ασκεί το ίδιο το έργο στους μηχανισμούς της απάτης.
Η παράσταση έχει το γοητευτικό άρωμα των παρασκηνίων, όπως ο «Αμπιγιέρ» του Ronald Harwood και το «Μια Ζωή στο Θέατρο» του Ντέιβιντ Μάμετ. Οι ηθοποιοί κάνουν προθέρμανση ενώπιον των θεατών, μακιγιάρονται, ντύνονται τα κοστούμια τους, κουτσομπολεύουν, φιλονικούν αλλά και αλληλοϋποστηρίζονται!
Οι συντελεστές καταφέρνουν με μοναδικό τρόπο να πλημμυρίσουν το θεατή με εικόνες και συναισθήματα, δημιουργώντας ένα τρυφερό και άκρως συναρπαστικό σκηνικό αφήγημα, όπου η ιστορική προσέγγιση μπλέκεται αρμονικά με τη μυρωδιά του σανιδιού.
Ο θεατής μπαίνοντας στο θέατρο, αντικρίζει ήδη τους ηθοποιούς να τον παρατηρούν από το καμαρίνι – εξώστη που βρίσκεται στηριγμένο κόντρα στο συνταρακτικό βράχο του Skrow.
Η δράση αρχίζει με πολλές εκπλήξεις και τους χαρακτήρες να αυτοσυστήνονται στο κοινό. Κάπως έτσι ξεκινά να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας μια ιδιαίτερη «πινακοθήκη αχρείων», που ξεπερνώντας το συγκεκριμένο χώρο και χρόνο γίνεται μια πανανθρώπινης αξίας σάτιρα των τυραννίσκων, των υπαλληλίσκων, των απατεωνίσκων, των γραφειοκρατών, των παρασίτων, των αθλίων γενικώς που υπηρετούν κάθε κατεστημένο μέχρι τις μέρες μας.

 

Στη σκηνή του Skrow, από δεξιά: Μαρία Διακοπαναγιώτου, Θανάσης Ζερίτης, Πάνος Παπαδόπουλος, Μαρία Πετεβή.

 

 

Διακωμώδηση της διαφθοράς

«Ο Επιθεωρητής» αποτελεί όχι απλώς τη λαμπρότερη διακωμώδηση της τσαρικής γραφειοκρατίας, αλλά και της κοινωνικής διαφθοράς σε όποια χώρα και σε όποια ιστορική περίοδο κι αν τη συναντάμε. Για αυτόν το λόγο ο Γκόγκολ δέχθηκε ανελέητες επιθέσεις την επομένη της πρώτης παράστασης του Επιθεωρητή. Με αφορμή μάλιστα αυτές τις επιθέσεις μάλιστα, γράφει στο φίλο του Στσέπκιν: «Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι κωμωδιογράφος. Την παραμικρή αλήθεια -ακόμη και ίχνος αυτής της αλήθειας- αν πεις, έχεις να αναμετρηθείς όχι μονάχα με άτομα, αλλά με ολόκληρες τάξεις». Και από αυτήν την άποψη, «Ο Επιθεωρητής» αποτελεί ένα από τα κλασικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο χώρο της κοινωνικής σάτιρας.
Από αυτή την άποψη ο Γκόγκολ μαζί με τον Μπαλζάκ είναι, χρονολογικά και αξιολογικά, οι επιβλητικότερες λογοτεχνικές μορφές που ανέδειξε ο αιώνας τους.

Ο ήρωας

Ο ήρωάς του, ο Χλεστιακόφ, λέει ψέματα γιατί είναι ένας άγαρμπος και αδέξιος έφηβος και ονειρεύεται πράγματα που δεν θα του συμβούν ποτέ, γιατί σε τελευταία ανάλυση είναι ανίκανος να μπει στο παιχνίδι της διαπλοκής και της αποπλάνησης. Ο Χλεστιακόφ του Γκόγκολ είναι η κωμική εκδοχή του πρίγκιπα Μίσκιν στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Ή είναι η κωμική εκδοχή του «Πορτρέτου του καλλιτέχνη» του Τζέιμς Τζόις. Το έργο είναι ένα αριστούργημα τεχνικής, όπου κυριαρχεί η δραματική εικόνα του παιδιού που προσπαθεί να γίνει άνδρας, ζώντας την αγωνία και το δέος της μορφής του κόσμου που ανακαλύπτει.
Το πιστεύω του είναι το non serviam, το ου δουλεύσω, δεν θα υποταχτώ, ως έκφραση αντίστασης, αντικομφορμισμού και ανυποταγής.

Ο Γκόγκολ ήταν μια ρομαντική φύση που δεν τον χωρούσε ο ορατός κόσμος και διαρκώς -σατιρίζοντας, υποφέροντας και γελώντας- ζητούσε καταφύγιο σε ένα σύμπαν καλύτερο και δικαιότερο.
Μέσα από απόλυτα ανθρώπινους χαρακτήρες ο μεγάλος αυτός συγγραφέας συλλαμβάνει την τραγικότητα, τη στασιμότητα και το αδιέξοδο της ρωσικής κοινωνίας της εποχής του, μιας εποχής βαθύτατης παρακμής, αποδιάρθρωσης και διαφθοράς.
Ο Γκόγκολ με την περιγραφική του δεινότητα διασύρει και εξευτελίζει τους ήρωές του όπως έχουν καταντήσει, τους συμπονά, τους λυπάται και τους θεωρεί άξιους της τύχης τους. Θεωρεί ότι η κατάστασή τους είναι μη αναστρέψιμη και ότι η διαφθορά και η σήψη είναι η μοίρα τους, μία μοίρα από την οποία δεν πρόκειται να λυτρωθούν.

 

Η Μαρία Διακοπαναγιώτου με τον Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο.

 

 

Ο σωτήρας

Στη σκηνή του Skrow o Επιθεωρητής μπαίνει στη ζωή των κατοίκων της πόλης σαν τον έρωτα, και μάλιστα σαν τον κεραυνοβόλο έρωτα, έναν έρωτα με το όνειρο, την ψευδαίσθηση, την «προσυμφωνημένη» ήττα. Ώστε η ελπίδα που θα γεννηθεί να είναι a priori ανεκπλήρωτη.
Ο έρωτας είναι που διχάζει το μυαλό, κινεί τα πράγματα, τυφλώνει και καθηλώνει. Ο έρωτας ως συναίσθημα που παραλύει, θολώνει τον νου, οδηγεί ακόμη και στην καταστροφή.
Στο πρόσωπο του Χλεστιακόβ οι άνθρωποι βλέπουν έναν μεγάλο σωτήρα και οραματίζονται ένα σπουδαίο μέλλον. Για μία ημέρα και οι δύο πλευρές ζουν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα· και είναι η αγάπη αυτή για την αναζήτηση της προσωπικής αλήθειας που δημιουργεί τη συμφιλίωση με την ψευδαίσθηση που φέρνει μαζί του ο «Επιθεωρητής».

Μια καρποφόρα προσέγγιση του έργου παρακολουθήσαμε από τον σκηνοθέτη Γιώργο Παπαγεωργίου στη διασκευή – δραματουργική επεξεργασία του ιδίου και του ηθοποιού Πάνου Παπαδόπουλου. Μια προσέγγιση που εστιάζει στην κριτική λειτουργία του θεάτρου, σύμφωνα με την πρόσφατη τάση που παρατηρείται διεθνώς να ξαναδιαβαστούν τα κείμενα όχι μόνο από την άποψη των αισθητικών τους καινοτομιών, αλλά κυρίως για να διαφωτιστεί η σχέση τους με το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον και η μέχρι πρότινος υποτιμημένη πολιτική σημασία τους.
Η παράσταση είναι εξαιρετική. Μια ατράνταχτη απόδειξη πως αν υπάρχει ταλέντο, ήθος, αφοσίωση και σεβασμός στην τέχνη, ευρηματικότητα, φαντασία, νέοι άνθρωποι σε μικρούς χώρους δημιουργούν μικρά αριστουργήματα χιούμορ, ρυθμού, εναλλαγών, δυνατών συγκινήσεων και υψηλής αισθητικής.

Οι ηθοποιοί λειτούργησαν ως ασκημένη συγχορδία, υπηρέτησαν άριστα το άγνωστο, το απρόοπτο, το αιφνίδιο και το αιφνιδιαστικό, έχοντας ήδη -αν και πολύ νέοι- θητεύσει στον αυτοσχεδιασμό.

Ο Χλεστιακόβ είναι στο βάθος τραγικό πρόσωπο, περικλείει τη μελαγχολία της ρώσικης ψυχής. Ένας κακομαθημένος δημόσιος υπάλληλος που όμως ουσιαστικά δεν ψεύδεται ηθελημένα όπως οι άλλοι ήρωες. Ο Χλεστιακόβ εκμεταλλεύεται την αφέλεια και τις ενοχές της εξουσίας για να βγει από τη δεινή του θέση κι επιπλέον να αποκομίσει κέρδος από όσους προσπαθούν να κρύψουν τις αισχρές πράξεις τους και να αποφύγουν τον διασυρμό. Ο Χλεστιακόβ είναι ο ακούσιος παίχτης ενός βρώμικου παιχνιδιού.

catisart.gr

Οι ερμηνείες και οι συντελεστές

Η ερμηνεία του Πάνου Παπαδόπουλου, στο κεντρικό ρόλο, είναι ταυτόχρονα πειστική και καθηλωτική. Νέος και αμέριμνος, υπήρξε ένας χείμαρρος ευγλωττίας. Ερμήνευσε ιδανικά έναν από τους πιο χαριτωμένους αλλά και τους πιο βαθείς ρόλους του διεθνούς δραματολογίου. Ήταν σαφώς ένας Χλεστιακόβ όλο επιτήδευση, αναίδεια, πονηριά, αλαζονεία, ασέλγεια και αφέλεια, αλλά κι ένας άνθρωπος σε αδιέξοδο. Του αξίζουν πολλά συγχαρητήρια για την εργατικότητα και την εξέλιξή του.

Από την άλλη, πραγματική χαρά για την όραση και την ακοή μας ήταν και ο πολυτάλαντος και πάντα σε εγρήγορση, λαμπρός ηθοποιός Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος.

Ένας θρίαμβος αυτού που λέμε κωμική σκηνική γοητεία υπήρξε ο απολαυστικός κι αξιαγάπητος Θανάσης Ζερίτης.

Τον τόνο και τον παλμό της παράστασης με τη φινέτσα της, την πληθωρικότητά της, τη χυμώδη της εκφραστικότητα κράτησε υψηλά η υπέροχη Μαρία Διακοπαναγιώτου.

Όσο για τη νέα ηθοποιό Μαρία Πετεβή; Τι δροσιά, τι ταλέντο, τι ετοιμότητα! Μια ζωντανή νότα μιας αριστουργηματικά πικάντικης συμφωνίας. Άξια!

Σύμφωνη προς το πνεύμα της παράστασης στάθηκε η παρουσία επί σκηνής του μουσικού Γιάννη Λατουσάκη, σπουδαία και σε αρμονική σύμπνοια με τους ηθοποιούς.

Ωραία, ζουμερή, εύφορη και δραστική η διασκευή – δραματουργική επεξεργασία των Πάνου Παπαδόπουλου – Γιώργου Παπαγεωργίου.

Έξυπνο, χιουμοριστικό, λειτουργικό και όμορφο το σκηνικό της Κατερίνας Αριαννούτσου.

Με κέφι και σε γκροτέσκο στυλ η επιμέλεια κίνησης της Μαρίζας Τσίγκα.

Εξαίρετος ο συντονισμός των φωτισμών από τον Αλέκο Αναστασίου.

Έξοχη η ενδυματολογική επιμέλεια της Βασιλικής Σύρμα με τη χρωματική παλέτα των κοστουμιών να εντυπωσιάζει. Μια δουλειά χάρμα οφθαλμών.

Καμιά διδαχή, κανένα κήρυγμα, καμιά ηθικολογία δεν θολώνει τη διαπεραστικότητα αυτού του έργου. Ούτε αυτής της παράστασης που σκηνοθέτησε ο ικανότατος Γιώργος Παπαγεωργίου. Μιας παράστασης που είχε συνοχή, εντιμότητα, ευρηματικότητα, χάρη, δαιμονικό κέφι, απύθμενο σαρκασμό. Μιας παράστασης η οποία δεν έπαυσε ούτε στιγμή να έχει τη ζωηρότατη αίσθηση της πραγματικότητας. Και στις πιο τολμηρές αποδράσεις της φαντασίας δεν έχασε τη σφραγίδα τού τώρα και της αλήθειας, αφήνοντάς μας με μια αίσθηση γλυκιάς θλίψης.

 

Από αριστερά: Μαρία Διακοπαναγιώτου, Θανάσης Ζερίτης, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Μαρία Πετεβή. Στη μέση ο Πάνος Παπαδόπουλος.

 

 

Συντελεστές

Διασκευή/Δραματουργική Επεξεργασία: Πάνος Παπαδόπουλος, Γιώργος Παπαγεωργίου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Έφη Χριστοδουλοπούλου
Σκηνικά: Κατερίνα Αριαννούτσου
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Κομμώσεις: Talkin’ Heads
Φωτογραφίες: Δομινίκη Μητροπούλου
Παραγωγή: GOO THEATER COMPANY

*

Παίζουν: Μαρία Διακοπαναγιώτου, Θανάσης Ζερίτης, Πάνος Παπαδόπουλος, Μαρία Πετεβή, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος

*

Μουσικός επί σκηνής: Γιάννης Λατουσάκης

• Η παράσταση είναι επιχορηγούμενη από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

catisart.gr

Πληροφορίες

Πρεμιέρα: Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη & Τετάρτη στις 21:00
Διάρκεια:
Εισιτήριο: 12 € γενική είσοδος, 10 € φοιτητικό, μειωμένο, ομαδικό (για κρατήσεις άνω των 10 ατόμων), 8 € ανέργων/ΑΜΕΑ

***

skrow theater
Διεύθυνση: Αρχελάου 5, Παγκράτι
Τηλέφωνο και ώρες κρατήσεων: 210 7235 842 (ώρες 11:00 π.μ. – 14:00 μ.μ. και 17:00 μ.μ. – 20:30 μ.μ.)

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Στο τηλέφωνο: 210-89.38.111
Στο δίκτυο καταστημάτων: Public
Στο ταμείο του θεάτρου, 210-72.35.842. Κάθε Τετάρτη, Παρασκευή & Σάββατο 17:00 – 20:00
& κάθε Κυριακή 11:00 – 14:00

e-mail: press@skrowtheater.com

eirini aivaliwtouΗ ανεκπλήρωτη ελπίδα του «Επιθεωρητή». Μια προσέγγιση στην παράσταση του Skrow theater
Περισσότερα

Τύχη και για των θεατών τα βλέμματα στον Πολυχώρο Vault με ένα (δυστυχώς) πολύ επίκαιρο αριστούργημα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

 

Το έργο του Καναδού συγγραφέα με τον τίτλο «Τύχη και των Ανδρών τα Βλέμματα (Σονέτο 29)» γράφτηκε πριν από 51 χρόνια, το 1967. Η πρεμιέρα του έγινε το 1967 στο Μπρόντγουεϊ. Από τότε μεταφράστηκε σε σαράντα γλώσσες και παρουσιάστηκε σε περισσότερες από εκατό σκηνές παγκοσμίως.

 

Για πρώτη φορά ανέβηκε στην Ελλάδα το 1981 από το «Ασκητικό Θέατρο» του Κωνσταντίνου – Ερμή Μάριου (Ξυδά), σε δική του σκηνοθεσία, στην αίθουσα «Ασκός», στην οδό Κωστά Παλαμά 15 στα Πατήσια και με τον τίτλο «Η μοίρα και τα μάτια των ανδρών». Ερμήνευσαν ο Γιώργος Κροντήρης, ο Σπύρος Μπιμπίλας, ο Σπύρος Κουβαρδάς, ο Λεονάρδος Αυγερινός, ο Αντώνης Φουστέρης και ο σκηνοθέτης. Τη μετάφραση είχε κάνει ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου. Ήταν η θεατρική περίοδος 1981 – 1982.

Έπειτα από 37 ολόκληρα χρόνια, αυτό το θαρραλέο, τολμηρό και αποκαλυπτικό αριστούργημα ανέβηκε και πάλι στην Ελλάδα, αυτή τη φορά στο θέατρο Vault.

 

***

 

Ο Κυριάκος Ψυχαλής (αριστερά) και ο Ιωακείμ Κάσδαγλης.

 

Ευτυχώς ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και μεταφραστής Κωνσταντίνος Κυριακού, σε συνεργασία με τον Πολυχώρο Vault Theatre Plus και έχοντας την υποστήριξη της Πρεσβείας του Καναδά, έκαναν αυτό το βήμα και μας έδωσαν την ευκαιρία να δούμε και εμείς το «Σονέτο 29».

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα το έργο αυτό είναι τόσο επίκαιρο στη χώρα μας που θα νόμιζε κανείς πως γράφτηκε μόλις χτες…

Ευτυχώς, ο Δημήτρης Καρατζιάς και το Vault μάς έκαναν αυτό το δώρο.

Ας ελπίσουμε ότι οι παραστάσεις θα κρατήσουν περισσότερο από όσο έχει ανακοινωθεί. Πρέπει να το δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι θεατές. Θα είναι έτσι καλύτερο για όλους μας. Το έργο αυτό χωρίς να έχει δασκαλίστικη διάθεση εν τούτοις βοηθά στο να γίνουμε καλύτεροι πολίτες και κυρίως να σεβόμαστε. Βοηθά στο να μας κάνει να ακούμε πάντα, να μιλάμε πάντα, να μη φοβόμαστε ποτέ…

 

***

 

Ο Πωλ Ζαχαριάδης (αριστερά) και ο Αντώνης Αντωνίου.

Ασφαλώς η δυσκολία δεν ήταν μόνο η απόφαση του Καρατζιά, του Κυριακού και της Πρεσβείας να συνεργαστούν. Η δυσκολία ήταν και να βρεθούν οι ηθοποιοί που θα δώσουν πνοή στους ήρωες του συγγραφέα.

Εκεί ήταν το μεγάλο στοίχημα που τελικά κερδήθηκε. Δεν μπορείς να διαπιστώσεις ποιος είναι ο Αντώνης, ποιος ο Πέτρος, ποιος ο Πωλ, ποιος ο Ιωακείμ και ποιος ο Κυριάκος. Μπερδεύεσαι με τον Σμίττυ, με τον Φύλακα, με τον Ρόκυ, με τον Κουίνυ και με τη Μόνα. Ασφαλώς δεν αναγνωρίζεις τον Ψυχαλή, τον Αντωνίου, τον Γιασεμή, τον Κάσδαγλη και τον Ζαχαριάδη.

Όλοι κατάφεραν να είναι οι φίλοι μας, οι συγγενείς, οι γείτονες, οι συνάδελφοι. Είχαν τα προσόντα και την πίστη να φτάσουν ως το τέλος στη δημιουργία των χαρακτήρων που έχτισε ο Χέρμπερτ.

Θα απολαύσετε τον μοναδικό στη φωνή και πολυτάλαντο στην ερμηνεία Πωλ Ζαχαριάδη, τον στωικό Αντώνη Αντωνίου, τον δυναμικό Πέτρο Γιασεμή, τον ήρεμο Ιωακείμ Κάσδαγλη και τον εκρηκτικό Κυριάκο Ψυχαλή.

Τρεις γυναίκες με το ταλέντο και τις γνώσεις τους έκαναν πιο πλούσιο το έργο: Στα Σκηνικά – Κοστούμια η Κατερίνα Χατζοπούλου, στους Φωτισμούς η Άννα Ρεμούνδου και με τους στίχους του τραγουδιού η Λία Μπάρμπα.

Το ίδιο πέτυχαν και τρεις άντρες: Ο Γιώργος Μπουσούνης με την πρωτότυπη μουσική που συνέθεσε, ο Γιάννης Ζαράγκαλης με το τραγούδι και ο Κωνσταντίνος Παπαθανασίου που υπογράφει την κινησιογραφία η οποία στην παράσταση αυτή την ίδια βαρύτητα με τη σκηνοθεσία.

Χίλια μπράβο αξίζουν στον Κωνσταντίνο Κυριακού ο οποίος έχει υπογράψει τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία. Χίλια μπράβο επειδή τόλμησε να επιλέξει αυτό το έργο και επειδή κατόρθωσε να πείσει και την Πρεσβεία του Καναδά και το Vault για να ανεβάσουν την «Τύχη».

 

***

 

 

Σχέδια από την Κατερίνα Χατζοπούλου για τα κοστούμια της παράστασης.

 

Η «Τύχη και των Ανδρών τα Βλέμματα (Σονέτο 29)» είναι το πικρό, αυτοβιογραφικό κείμενο του Τζων Χέρμπερτ – το πιο πολυμεταφρασμένο θεατρικό έργο της καναδικής δραματουργίας, το οποίο σχολιάζει καυστικά και εύστοχα την κοινωνική αδικία, τη διαφθορά των σωφρονιστικών υπαλλήλων, αλλά και την ανάγκη για φιλία, στοργή και αγάπη μεταξύ των κρατουμένων μιας φυλακής.

Ο Χέρμπερτ εμπνεύστηκε από το «Σονέτο 29» του Σαίξπηρ, δίνοντας στο έργο του για τίτλο τον πρώτο του στίχο. Η πρεμιέρα έγινε το 1967 στο Μπρόντγουεϊ και έκτοτε μεταφράστηκε σε σαράντα γλώσσες και παρουσιάστηκε σε περισσότερες από εκατό σκηνές παγκοσμίως.

Κεντρικός χαρακτήρας της παράστασης είναι ο Σμίττυ, ένας εύπιστος και ουσιαστικά μη παραβατικός κρατούμενος, ο οποίος έχει καταδικαστεί να εκτίσει ποινή έξι μηνών για ένα μικρό αδίκημα. Ο ίδιος μοιράζεται το κελί του με τον τραμπούκο, οπορτουνιστή Ρόκυ, την Κουίνυ – έναν οργισμένο ομοφυλόφιλο που χρησιμοποιεί το διεφθαρμένο σύστημα της φυλακής με σκοπό να εξασφαλίσει τις δικές του ανέσεις και επιθυμίες, καθώς και τη Μόνα -ένα ευγενικό αγόρι που διαχώρισε συνειδητά το μυαλό από το σώμα του για να επιβιώσει με αποτέλεσμα να γίνει σεξουαλικό αντικείμενο στα χέρια των συγκρατούμενών του. Αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητά τους, ο Φύλακας, συμβολίζει το πρόσωπο του αόρατου εξουσιαστικού τροχού. Η αλληλεπίδραση των παραπάνω χαρακτήρων δημιουργεί μια ένταση, η οποία κορυφώνεται με την ολική μεταστροφή του Σμίττυ. Ο ήρωας, όταν συνειδητοποιεί πως το σωφρονιστικό σύστημα κάθε άλλο παρά σωφρονίζει, μεταλλάσσεται σε αμοραλιστή, πιο σκληρό από τους συντρόφους του.
Αυτό το έργο που εξερευνά τα παιχνίδια εξουσίας και σεξ σε μια ανδρική φυλακή, μιλάει για την αποσάθρωση, τον εκφυλισμό, τη βιαιότητα και την ομοφυλοφιλία μέσα στις φυλακές· ασχολείται με την αδικία της κοινωνίας, τη διαφθορά της Αστυνομίας και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, αλλά και την ανάγκη φιλίας, στοργής και αγάπης μεταξύ των κρατουμένων.

Βλέποντός το πρέπει να αναλογιστούμε τι συμβαίνει όταν κάποιος αρνείται να γίνει μέρος του συστήματος συμμαχιών των κρατουμένων; Μπορεί άραγε η σεξουαλική υποταγή, ο εκμηδενισμός της προσωπικότητας, ο ψυχολογικός εκφοβισμός να μεταμορφώσει ένα καλό κατά βάση ανθρώπινο ον σε έναν κυνικό και αναίσθητο κρατούμενο; Τελικά ποιος έχει περισσότερη δύναμη; Ο θύτης ή το θύμα; Ποιος είναι αυτός που έχει την επιλογή; Υπάρχει άραγε δικαίωμα στην επιλογή; Είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτονται στα παιχνίδια εξουσίας και της σεξουαλικής υποταγής του έργου.

 

***

 

 

Ο Πέτρος Γιασεμής (αριστερά) με τον Ιωακείμ Κάσδαγλη και τον Κυριάκο Ψυχαλή, στο βάθος.

 

***

Στη βασική φωτογραφία από αριστερά: Πέτρος Γιασεμής, Κυριάκος Ψυχαλής, Πωλ Ζαχαριάδης, Αντώνης Αντωνίου, Ιωακείμ Κάσδαγλης.

 

***

Ταυτότητα παράστασης

«Τύχη και των Ανδρών τα Βλέμματα (Σονέτο 29)»
του Τζων Χέρμπερτ
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Κυριακού
Σκηνικά – Κοστούμια: Κατερίνα Χατζοπούλου
Φωτισμοί: Άννα Ρεμούνδου
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Μπουσούνης
Στίχοι τραγουδιού: Λία Μπάρμπα
Τραγούδι: Γιάννης Ζαράγκαλης
Κινησιογραφία: Κωνσταντίνος Παπαθανασίου
Φωτογραφίες – Trailer: Πέτρος Γιασεμής
*
Διανομή

Αντώνης Αντωνίου (Φύλακας)
Πέτρος Γιασεμής (Ρόκυ)
Πωλ Ζαχαριάδης (Κουΐνυ)
Ιωακείμ Κάσδαγλης (Μόνα)
Κυριάκος Ψυχαλής (Σμίττυ)

***
Πολυχώρος VAULT THEATRE PLUS

Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός
Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Κεραμεικός (8′ περίπου με τα πόδια).
Κάθε Σάββατο στις 18:15 και Κυριακή στις 21:15
Διάρκεια: 90 λεπτά

***
Πληροφορίες-κρατήσεις: 2130356472 και 6949534889 (11:00 – 14:00 και 17:00 – 21:00)
Εισιτήριο: 10-12 ευρώ. 10 ευρώ φοιτητές, άνεργοι, ΑμΕΑ και 5 ευρώ οι ατέλειες.
Η παράσταση είναι κατάλληλη για θεατές άνω των 15 ετών.

***

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών, μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΤύχη και για των θεατών τα βλέμματα στον Πολυχώρο Vault με ένα (δυστυχώς) πολύ επίκαιρο αριστούργημα
Περισσότερα

«Ιβάνοφ» του Τσέχοφ από την Άντζελα Μπρούσκου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ο «Ιβάνοφ» του Άντον Τσέχοφ (1887-1901), πρωτόλειο θεατρικό έργο του μεγάλου δραματουργού, γραμμένο την εποχή της «κρίσης του ‘δράματος’», τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην κλασική δραματουργία του τέλους του 19ου αιώνα και στη μοντέρνα, «ανοιχτή» δραματουργία των αρχών του 20ού αιώνα.

Το έργο πρόκειται να ανεβάσει τους πρώτους μήνες του 2019 η Άντζελα Μπρούσκου, με το Θέατρο Δωματίου. Η πρωτοποριακή και καινοτόμος σκηνοθέτις αυτή τη φορά θα αναμετρηθεί με τη χαμηλότονη ποίηση του καθημερινού.

Πρωταγωνιστούν οι Ανδρέας Κωνσταντίνου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Βάλια Παπαχρήστου, Κρις Ραντάνωφ, Τσιμάρας Τζανάτος, Ίλια Αλγκάερ, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Αλέξανδρος Μαράκης. Ενδεχομένως σε ένα ρόλο – έκπληξη να δούμε και την ίδια τη σκηνοθέτιδα. Τη μουσική έχει αναλάβει η Nalyssa Green, που τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται σταθερά με την Άντζελα Μπρούσκου. Η παράσταση είναι συμπαραγωγή του Θεάτρου Δωματίου και της εταιρείας Constantly Productions.

***

Να σημειωθεί ότι αυτή είναι η τρίτη συνεργασία της Άντζελας Μπρούσκου και του Θεάτρου Δωματίου με την εταιρεία Constantly Productions του Ευάγγελου Κώνστα, μετά την «Έντα Γκάμπλερ» (Μπάγκειον, 2018) και τον «Άγγελο Εξολοθρευτή» (Φεστιβάλ Αθηνών, 2018).

***

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα ανακοινωθούν σύντομα.

***

Ο «Ιβάνοφ» είναι ένα έργο για τη φθορά, το χρόνο και τη φθορά του χρόνου. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος που ξοδεύτηκε με τόσο πάθος, που στα 38 του χρόνια νιώθει κιόλας ξοφλημένος. Μια τραγική μορφή ανθρώπινης απόγνωσης με όλη την επίγνωση του μάταιου, του δίχως λύση. Ωστόσο, μέσα από το πέπλο ομίχλης που μοιάζει να καλύπτει τους ήρωες διαφαίνονται το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία του συγγραφέα.

Πολλοί μελετητές του θεάτρου συγκρίνουν τον «Ιβάνοφ» με τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογέφσκι. Ο ήρωας βασανίζεται να βρει τις απαντήσεις. Ο έρωτας και η αγάπη, η πίστη και η θρησκεία, η ελευθερία και ο θάνατος είναι θέματα που απασχολούν και αυτό το έργο του Τσέχοφ. Υπάρχει συνεχώς ένα κατά και ένα υπέρ στο έργο. Μια εμμονή θανάτου κινείται στην ατμόσφαιρα. Άλλωστε με το τέλος που επιλέγει ο Ιβάνοφ, γίνονται όλα ξεκάθαρα.

 

 

 

Ένας αντιήρωας

Παντρεμένος με την Άννα, που εγκατέλειψε την οικογένειά της και την πίστη της για χάρη του και που τώρα πεθαίνει από φυματίωση, ο Ιβάνοφ προσπαθεί να δραπετεύσει με οποιονδήποτε τρόπο, από την ασφυκτική ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός του.

Στον «Ιβάνοφ» ο Τσέχοφ δημιουργεί έναν αντιήρωα. Το επίθετο Ιβάνοφ είναι συνηθισμένο στη ρωσική αυτοκρατορία και ο Τσέχοφ το συνδέει με τη διάψευση των ελπίδων όταν η πρώτη νιότη τελειώνει, το κενό, την απάθεια, τη συναισθηματική αδράνεια και τελικά το θάνατο. Ο Ιβάνοφ είναι ο «καθένας» που νέος έκανε όνειρα αλλά η ζωή τον διέψευσε, δεν του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και το μόνο του καταφύγιο είναι η διαδρομή προς την απόλυτη σιγή. Το έργο πραγματεύεται με εξαιρετικό τρόπο για την εποχή του, αλλά και για τη δική μας εποχή, προβλήματα κοινωνικά, υπαρξιακά και ηθικά, γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια διεθνώς είναι το πιο πολυπαιγμένο έργο του Τσέχοφ.

Τον «Ιβάνοφ» -μεταξύ άλλων- είχε ανεβάσει και ο Ντίμιτερ Γκότσεφ σε μια παραγωγή του θεάτρου Volksbühne Am Rosa Luxemburg Platz (2005) στο Βερολίνο, παράσταση που παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το 2007. Ο Βούλγαρος σκηνοθέτης ακολούθησε την παράδοση της μπρεχτικής ιστορικοποίησης, της επαναδιατύπωσης δηλαδή κλασικών έργων προκειμένου να έρθει στο προσκήνιο η σύγχρονη δυναμική τους. Για το σκοπό αυτό, ο Γκότσεφ σε συνεργασία με τον δραματουργό Πέτερ Στάατσμαν είχε επιλέξει να ενισχύσει δύο βασικές μη-δραματικές παραμέτρους του κειμένου, τη μονολογικότητα και τη χορικότητα, οι οποίες λειτούργησαν συμπληρωματικά με το διάλογο.

 

Σχέδιο της Άντζελας Μπρούσκου για την παράσταση

 

Υπόθεση

O Ιβάνοφ, ένας άντρας που έχει υπερβεί 30 (δηλαδή στην αρχή της ωριμότητάς του), παντρεύεται τη Σάρα, μια πλούσια Εβραία που βαφτίζεται χριστιανή -και γι’ αυτό αποκληρώνεται από τους γονείς της- με σκοπό να καταχραστεί την περιουσία της, αλλά σύντομα απογοητεύεται όταν κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Η Σάρα αρρωσταίνει με φυματίωση και ο Ιβάνοφ μην μπορώντας ν’ ανταπεξέλθει οικονομικά, αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη Σάσα, την κόρη της οικογένειας Λιεμπέντεφ, δηλώνοντας πως δεν είναι πια ερωτευμένος με τη γυναίκα του που αργοπεθαίνει. Ο Ιβάνοφ προσποιείται πως ζει μια αδικημένη πλην ηθικά ενάρετη ζωή ώστε να κερδίσει την εύνοια των Λιεμπέντεφ.

Ο Τσέχοφ «καθρεφτίζει» με υπόκρυφη ειρωνεία, την παραπαίουσα, αδιέξοδη, αυτοκαταστροφική ρωσική κοινωνία του καιρού του, με επίκεντρο τη νωθρή, άεργη, παραλογισμένη, σε αποσύνθεση άρχουσα μεγαλοαστική τάξη, με τους υποταγμένους, και εν τέλει άχρηστους διανοούμενους, τους μικροαστούς «δορυφόρους».

Αναδεικνύει τον κοινωνικά παρηκμασμένο, οικονομικά ετοιμόρροπο, ιδεολογικά αδιέξοδο, ηθικά ανερμάτιστο, εργασιακά νωθρό, ψυχολογικά νοσούντα κόσμο των ξεπεσμένων αριστοκρατών, όπως και την αήθεια των αρπακτικά αναρριχώμενων αστών και των κάθε λογής «υπηρετών» τους. Συνθέτει γύρω από το κεντρικό πρόσωπο, του «ξοφλημένου», οικονομικά, κοινωνικά, οικογενειακά, ηθικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά, αυτοκαταστροφικού Ιβάνοφ, μια κοινωνική τοιχογραφία, και καθοδηγεί τους ηθοποιούς, με λόγο χαμηλότονο, βιωματικό, σκεπτόμενο, αυτοελεγχόμενο, να εμβαθύνουν στο χαρακτήρα των ρόλων τους.

Ο Ιβάνοφ στο έργο ορίζεται ως ο καταθλιπτικός κι ανένταχτος σε ένα σαθρό κοινωνικό σύστημα τοκογλυφίας, ανηθικότητας και μοναξιάς. Παράλληλα όμως αποδίδονται σχεδόν οι ίδιοι χαρακτηρισμοί και στα άλλα πρόσωπα του έργου που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή. Μια ακμάζουσα νεοπλουτίστικη κοινωνία που καταπιέζεται στους ρόλους της, κυρίες που τρέχουν σε κοσμικές βραδιές προς άγραν εραστών και συζύγων, ηθικολόγοι γιατροί, γυναίκες που πεθαίνουν από έρωτα, ιδεολόγοι που ελλείψει οποιασδήποτε πια ιδεολογίας διαβρώνονται.

 

***

 

Ο «Ιβάνοφ» είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Τσέχοφ, μέσα σε δύο εβδομάδες. Ως τότε ήταν κυρίως γνωστός από τα διηγήματά του. Η πρεμιέρα του έργου, στη Μόσχα του 1887, ήταν καταστροφική. Ξαναγράφτηκε από τον συγγραφέα το 1902 και παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το 1905, δηλαδή ένα χρόνο από το θάνατό του.

  • Στην Ελλάδα ο «Ιβάνοφ» έχει παρασταθεί από το Εθνικό Θέατρο το 1966, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και πρωταγωνιστές τους Δημήτρη Χορν, Ελένη Χατζηαργύρη. Επίσης, από το «Θέατρο του Νότου» στο «Αμόρε» σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς το 1998, το 2005-2006 από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, από την Πειραματική Θεατρική Ομάδα grasshopper το 2010 σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

 

***

Η Άντζελα Μπρούσκου γεννήθηκε στην Αθήνα. Ασχολήθηκε με την έρευνα πάνω στην μέθοδο και την τεχνική του ηθοποιού με άξονα την αρχαία τραγωδία. Έκτοτε σκηνοθέτησε πολλά έργα από το σύγχρονο και κλασικό ρεπερτόριο. Συνεργάστηκε επίσης με το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, το Θέατρο Τέχνης και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.

Το Θέατρο Δωματίου αποτελείται από πυρήνα ηθοποιών και άλλων συνεργατών που δουλεύουν συστηματικά υπό μορφή εργαστηρίων με στόχο τη διεύρυνση των υποκριτικών μεθόδων και πρακτικών για την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης θεατρικής αναζήτησης. Ο χαρακτήρας της ομάδας είναι καθαρά ερευνητικός και πειραματικός με την ευρύτερη έννοια του όρου καθώς βασική ανάγκη της είναι να συνδέσει το θέατρο με την ακραία πραγματικότητα πού βιώνεται καθημερινά, τόσο από τα μέλη της όσο και από το κοινό. Ο συμβατικός χώρος της παράστασης μέσα από αυτή την προσέγγιση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, ανοιχτού διαλόγου και σκέψης ανάμεσα σε ηθοποιούς και θεατές, καθώς η τέχνη τοποθετείται στο κέντρο μίας βίαιης επικαιρότητας.

 

***

 

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ (1860 – 1904) ήταν Ρώσος συγγραφέας πολλών διηγημάτων, θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων. Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1860 στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του και μεγάλωσε σε πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Ο Τσέχοφ από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ’ οίκον. Το 1879 μπαίνει στο ιατρικό τμήμα του πανεπιστημίου της Μόσχας, το οποίο τελείωσε το 1884. Από τον καιρό της σπουδής του στο γυμνάσιο, ο Τσέχοφ άρχισε να γράφει χιουμοριστικές σκηνές, αφηγήσεις, μονόπρακτα. Από το 1880 τα έργα του αρχίζουν να δημοσιεύονται στα περιοδικά «Ξυπνητήρι», «Θεατής», «Μόσχα», «Φως και σκιά», «Θραύσματα» κ.ά. με το ψευδώνυμο Αντόσια Τσεχοντέ. Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων «Τα παραμύθια της Μελπομένης». Το 1884-85 γράφει την ιατρική του διατριβή που δεν τελείωσε, εξαιτίας των ασχολιών του. Ως γιατρός βοηθούσε τους ανήμπορους και παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του δωρεάν. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του είναι: «Ο γλάρος», «Ο θείος Βάνιας», «Οι τρεις αδελφές», «Ο βυσσινόκηπος», «Στέππα» κ.ά.

-Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

 

  • Οι φωτογραφίες είναι της Νικολέττας Γιαννούλη για το catisart.gr από την παράσταση «Hedda Gabler».
eirini aivaliwtou«Ιβάνοφ» του Τσέχοφ από την Άντζελα Μπρούσκου
Περισσότερα

«Χανς Κόλχαας», Λίλλυ Μελεμέ και μαθητές Σχολής Θεοδοσιάδη. Πώς γίνεται να μην τους αγαπήσουμε;

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ο Μίχαελ Κόλχαας ήταν ένας άνθρωπος που η αίσθηση του δικαίου τον έκανε ληστή και φονιά. Αρχικά ήταν ο έντιμος, ο νομοταγής, ο καλοπροαίρετος, ο φιλήσυχος, ο φιλάνθρωπος και ειρηνικός έμπορος Κόλχαας, που ζούσε στις όχθες του ποταμού Χάβελ. Κάποτε όμως η ήρεμη ζωή του διαταράχτηκε από την κατάφωρη αδικία των χωροδεσποτικών προνομίων του νεαρού άρχοντα Βέντσελ φον Τρόνκα, ο οποίος άσκησε την εξουσία του επάνω του άμετρα, αυθαίρετα, αυταρχικά και προσβλητικά. Το κράτος στο οποίο απευθύνεται δεν δικαιώνει τον Κόλχαας, διότι ο νεαρός άρχοντας είναι ιδιαίτερα ισχυρός. Οι συνέπειες αυτής της αδικίας συσσωρεύονται με τη μορφή συμφορών, ενώ παράλληλα η συνείδησή του μοιάζει με απειλητικό ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Τότε η βούλησή του τον οδηγεί σε αποφάσεις που αλλάζουν τη ζωή του καταλυτικά. Ο φιλήσυχος έμπορος του Βραδεμβούργου Μίχαελ Κόλχαας μετατρέπεται πλεον στον τρομερό ληστή Κόλχαας, που για να δικαιωθεί αδράχνει το σπαθί και νικά τον στρατό του ηγεμόνα της Σαξονίας. Η στιγμή που εν τέλει θα δικαιωθεί από τον νόμο των ανθρώπων είναι και η στιγμή που συναντά τον δημιουργό του κάτω από το ικρίωμα.

Η εσωτερική αυλή του θεάτρου και της Σχολής . Φωτογραφία: catisart

 

Θέατρο «Αrt 63»

Η εμβληματική παράσταση «Χανς Κόλχαας» του Τζέιμς Σόντερς εγκαινίασε το ολοκαίνουργιο πανέμορφο θέατρο «Αrt 63» της Δραματικής Σχολής Αθηνών Γ. Θεοδοσιάδη. Πρόκειται για μια διασκευή του πιο φημισμένου πεζογραφήματος του Χάινριχ φον Κλάιστ και ενός από τα κορυφαία δείγματα του λογοτεχνικού είδους της νουβέλας.

Το θέατρο «Αrt 63» είναι ένας πολύ ευχάριστος χώρος, στο ισόγειο της Δραματικής Σχολής Γ. Θεοδοσιάδη, άρτιος τεχνικά, με υψηλή αισθητική, διακοσμημένος με πέτρα και παλιό τούβλο, γεμάτος κειμήλια και μουσειακές φωτογραφίες. Υπέροχο στολίδι του η εσωτερική αυλή, στην οποία μπορούν να δοθούν και παραστάσεις. Ένας χώρος ιδανικός για δημιουργία.

Ο μύθος

Ο «Μίχαελ Κόλχαας» του Χάινριχ φον Κλάιστ γράφτηκε το 1800. Ο μύθος τοποθετείται στην εποχή που η επανάσταση των χωρικών στη Γερμανία έχει σβήσει, αφήνοντας κάποιους απόηχους αναρχίας στα γερμανικά κρατίδια. Στη νουβέλα εντοπίζονται ιδιαίτερα σημαντικά εγκληματολογικά ζητήματα, όπως το έγκλημα και η τιμωρία του, η εκδίκηση και η απονομή δικαιοσύνης. Το έργο έχει χαρακτηριστεί μπρεχτικό. Προσπαθεί να υποδηλώσει ότι τα πρόσωπα και οι πράξεις τους είναι απόλυτα συνδεδεμένα και βασίζονται στις διάφορες όψεις της κοινωνίας όπου έζησαν, την οικονομική, ταξική και ιεραρχική διάρθρωση. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι χαρακτήρες πρέπει να αντικατοπτρίζουν την κοινωνία του έργου και οι απόψεις της κοινωνίας του Κόλχαας έχουν σχέση με το εμπόριο, με τον καθορισμό του χαρακτήρα απ’ τα παιδικά χρόνια και με το ιεραρχικό σύστημα.

 

Υπόκλιση. Φωτογραφία: catisart

 

Μια αδικία και μια επανάσταση

Ως θεατές βρεθήκαμε ενώπιον μιας εξαιρετικά οργανωμένης παράστασης και παρασυρθήκαμε σε μια δράση δίχως ανάσα, υπό την επήρεια του απόκρημνου, του καταιγιστικού, του ερεβώδους ύφους του Κλάιστ.
Στο έργο υπάρχει έντονο το στοιχείο της αδικίας, της εμμονής, του πόθου για δικαιοσύνη και δικαίωση, της σημασίας της προσήλωσης στις προσωπικές αξίες. Ένας ανηλεής αγώνας για δικαίωση. Ένας ήρωας που επιθυμούσε μια γαλήνια ζωή. Μια αδικία που οδήγησε στα άκρα. Ένα εξαγριωμένο από την καταπίεση πλήθος. Μια επανάσταση που ανέτρεψε δεδομένα. Ένα έργο που μοιάζει σχεδόν αφόρητα σημερινό…
Η ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου που μετατράπηκε σε ληστή και φονιά, ξεσηκώνοντας μια λυσσαλέα επανάσταση που συνεπήρε κάθε αδικημένο και κλόνισε το πολιτικό σύστημα.

Η αληθινή ιστορία

Είναι περίπου και η αληθινή ιστορία του ληστή του Βραδεμβούργου του 16ου αιώνα, Χανς Κολχάζε, στην οποία βασίστηκε ο Κλάιστ. Στην πραγματικότητα, ο Κλάιστ δωρίζει στον κόσμο μερικές από τις συγκλονιστικότερες σελίδες που έχουν γραφεί ποτέ στα γερμανικά γράμματα, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο στο μοντέρνο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Ο τρόπος του είναι μια ανελέητη δίψα για προσωπική ελευθερία. Στον Κλάιστ κυριαρχεί μια προσήλωση στη δύναμη της προσωπικής φωνής. Ο Μίχαελ Κόλχαας επιλέγει εντελώς συνειδητά την ανοικτή σύγκρουση με το ίδιο το κράτος, αμφισβητεί την εξουσία του κράτους επάνω στον ίδιο και στο τέλος συνθλίβεται. Ο ίδιος στέκεται ανυποχώρητος και ακέραιος μέχρι τέλους, με μόνη έγνοια την κρίση του Θεού.

 

Οι ηθοποιοί στην υπόκλιση. Φωτογραφία: catisart

 

Οι συντελεστές

Τη σκηνοθεσία υπογράφει δεξιοτεχνικά η Λίλλυ Μελεμέ, ενώ τον ομώνυμο ρόλο του Κόλχαας επωμίζεται ο εξαιρετικός Νίκος Νίκας. Η σκηνοθέτις πέτυχε σε υπέρτατο βαθμό στην αποστολή της. Μας πρόσφερε μια εξαιρετική εκδοχή του μύθου του Κόλχαας και προσέφερε θετικά και στο ελληνικό θέατρο και στους μαθητές της, τους οποίους δίδαξε ύφος και ήθος θεατρικό.

Ο έμπειρος Νίκος Νίκας στον ρόλο του Κόλχαας εντυπωσίασε. Με πρόσωπο σκοτεινό σαν το πέτρινο πεπρωμένο του, με κύρος, με ωραία σωματικότητα. Ο πόνος έκδηλος στο πρόσωπό του, τονιζόταν ακόμα περισσότερο από τις συσπάσεις της αγανάκτησης και ένα φευγαλέο πένθιμο μειδίαμα. Εξιστόρησε τα πάθη του ήρωα με στιβαρή, γεμάτη φωνή. Φωνή που ξεχείλιζε από πίκρα, παραδίδοντας μια εξαίρετη ερμηνεία χωρίς να παρασύρεται σε έπαρση ή εύκολες κορόνες.
Οι υπόλοιποι ερμηνευτές – απόφοιτοι της Σχολής Θεοδοσιάδη, νέοι, φρέσκοι, πανέμορφοι, ευλύγιστοι και ευέλικτοι, εμψυχωμένοι από τη μαγική μπαγκέτα των δασκάλων τους φιλοτέχνησαν αριστοτεχνικά τους χαρακτήρες που τους δόθηκαν. Μείναμε σαστισμένοι κι αποστομωμένοι από τη δυναμική τους.
Πλάσματα δροσερά αλλά και δυναμικά, ήταν μια τρανταχτή απόδειξη ότι το θέατρο έχει μέλλον. Έδωσαν όλη τη μαχητικότητά τους, διαχέοντας το πνεύμα της αντίστασης και στο κοινό. Ωραίες φωνές, ωραία κίνηση, ωραίες παρουσίες. Τους αξίζουν πολλοί και θερμοί έπαινοι! Αναφέρουμε τα ονόματά τους με τη σειρά που γράφονται στο πρόγραμμα: Σάλλη Αλ Ταπάς, Παμπίνα Γεωργίου, Ηλέκτρα Θεολόγη, Γιώργος Καρακυριάκος, Τόνια Μαράκη, Χρήστος Ματσιαρόκος, Γιώργος Ξούλος, Δέσποινα Πέττα, Παναγιώτης Ράιος, James Rodi, Νίκη Σκιαδαρέση. Όλοι βάδιζαν για πρώτη φορά επαγγελματικά στο θεατρικό σανίδι. Όλοι σε άκρως επικινδύνους ρόλους. Όλοι θαύμα ρυθμών και ισορροπίας, έκφρασης, ψυχισμού και εσωτερικότητας.
Τα ευφάνταστα αλλά καθόλου φανταχτερά κοστούμια λειτούργησαν σωστά στη ροή της παράστασης. Τα σκηνικά με τα άχυρα, το πάτωμα – λαβύρινθο, τον στύλο της σκηνής στο κέντρο, τους κύβους που μετατρέπονται σε ικρίωμα ήταν άκρως επιτυχημένα. Εξαιρετική δουλειά από τις Άννα Ζούλια, Σύλβια Χαρατσάρη.
Οι ευαίσθητοι μουσικοί ήχοι της Μάρως Θεοδωράκη συνόδευαν αρμονικά τη δραματική εξιστόρηση και έμοιαζαν να συμπάσχουν για την οδυνηρή μοίρα του ήρωα. Οι συνθέσεις της διάχυτες από σαρωτικό ρομαντισμό και οραματική έξαρση, μας μετέφεραν σε ένα μαγικό μυστηριακό κόσμο. Εκπλήξεις και ζωντάνια είχε η επιμέλεια της κίνησης της Κικής Μπάκα.
Εύρυθμη και εύληπτη η δραματουργική επιμέλεια της Τόνιας Τσαμούρη.
Οι εντάσεις των φωτισμών του Βαγγέλη Μούντριχα συνέβαλαν στη δραματοποίηση της παράστασης. Ο βοηθός σκηνοθέτη Αντώνης Τρίκκης υποστηρικτικός των ηθοποιών, εργάστηκε με σοβαρότητα και υπομονή.
Σε όλα τα επίπεδα της παράστασης συνυπήρξαν συλλογική και ατομική έκφραση, μουσικότητα και διάλογος, αφήγηση και δράση.
Η αναμέτρηση με τον Κόλχαας δόθηκε με ωριμότητα, όπως άρμοζε. Και με καθαρότητα, διαύγεια, λάμψη.
Συμπερασματικά, η καθοδήγηση εκ μέρους της Λίλλυς Μελεμέ υπήρξε άψογη και προκάλεσε ενθουσιασμό και ικανή συγκίνηση στο κοινό που καταχειροκρότησε τα νέα ταλέντα που ανατέλλουν.

Από πλευράς σκηνών, μπορούμε να σταθούμε σε πολλές των οποίων οι στιγμές ήταν ξεχωριστές, είτε κωμικές είτε τραγικές. Θα σημειώσω την επιστολή που στέλνει ο Μαρτίνος Λούθηρος στον Κόλχαας: Πιστεύεις, αμαρτωλέ, ότι με αυτά θα σταθείς κάποτε ενώπιον του Θεού, την ημέρα που το φως της θα λάμψει σε κάθε φυλλοκάρδι; Επίσης την κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο αντρών.

Εντέλει ο Κόλχαας είναι ένας άνθρωπος με μια φανατισμένη εμμονή, την εμμονή για δικαιοσύνη. Πώς γίνεται να μην τον αγαπήσουμε; Πώς γίνεται να μην αγαπήσουμε κι αυτή την παράσταση που με τόσο μόχθο και πάθος πραγματοποιήθηκε;

***

Η παράσταση «Χανς Κόλχαας» του Τζέιμς Σόντερς, σε μετάφραση Γιώργου Θεοδοσιάδη, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τη Νέα Σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος το 1974.

***

Η παράσταση παρουσιάζεται κάθε Σάββατο, στις 9 μ.μ. και κάθε Κυριακή στις 8 μ.μ.

***

ΧΑΝΣ ΚΟΛΧΑΑΣ | του Τζέιμς Σόντερς | βασισμένο στη νουβέλα του Χάινριχ φον Κλάιστ

 

Το σκηνικό. Φωτογραφία: catisart

 

Ταυτότητα παράστασης

Θέατρο Art 63

3ης Σεπτεμβρίου 63

Κάθε Σάββατο στις 9 μ.μ.

Κάθε Κυριακή στις 8 μ.μ.

Διάρκεια: 1 ώρα και 45 λεπτά χωρίς διάλειμμα

Τιμές εισιτηρίων: 10 ευρώ (γενική είσοδος, στο ταμείο) | 8 ευρώ (μειωμένο, προπώληση)

Facebook: Χώρος Τέχνης Art 63

Πληροφορίες – κρατήσεις στο: 21 0323 3537 και στο viva.gr

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Κίνηση: Κική Μπάκα

Μουσική / Μουσική Διδασκαλία: Μάρω Θεοδωράκη

Δραματουργική Επεξεργασία: Τόνια Τσαμούρη

Σκηνικά / Κοστούμια: Άννα Ζούλια, Σύλβια Χαρατσάρη

Σχεδιασμός Φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αντώνης Τρίκκης

Ερμηνεία

Νίκος Νίκας (Χανς Κόλχαας), Σάλλη Αλ Ταπάς, Παμπίνα Γεωργίου, Ηλέκτρα Θεολόγη, Γιώργος Καρακυριάκος, Τόνια Μαράκη, Χρήστος Ματσιαρόκος, Γιώργος Ξούλος, Δέσποινα Πέττα, Παναγιώτης Ράιος, James Rodi, Νίκη Σκιαδαρέση

Φωτογραφίες: Αρείων Στεφανίδης

Επικοινωνία – προβολή στα ΜΜΕ

Μαρία Μυστακίδου | info@art63.gr

***

Ο Heinrich von Kleist (Χάινριχ φον Κλάιστ) γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1777 στη μικρή πόλη της Φρανκφούρτης-πάνω-στον-Όντερ. Οι γονείς του πέθαναν όταν ο Κλάιστ ήταν ακόμη μικρός και μια θεία του ανέλαβε την ανατροφή του. Το 1788 ο Κλάιστ στάλθηκε σε οικοτροφείο και σε ηλικία 14 ετών κατατάχτηκε στη Φρουρά του Πότσνταμ. Έμεινε στο στρατό μέχρι το 1799. Το 1801 ο Κλάιστ πήγε στο νησί Ντελοζέα στην ελβετική λίμνη Τουν. Εκεί γνώρισε μια σύντομη περίοδο ευτυχίας, αρκετή για να ολοκληρώσει το πρώτο του θεατρικό έργο, «Οικογένεια Γκόνορετς», που στη συνέχεια το έβαλε να διαδραματίζεται στη Γερμανία και του έδωσε τον τίτλο «Οικογένεια Στρόφενσταϊν» (1803). Με τη συγγραφή θεατρικών έργων ασχολήθηκε από το 1803 μέχρι το 1811: «Η οικογένεια Στρόφενσταϊν», 1803, «Η σπασμένη στάμνα», 1806, «Αμφιτρύων», 1807, «Πενθεσίλεια», 1807, «Το Κατερινάκι του Χάιλμπρον», 1807, «Η μάχη του Χέρμαν», 1808, και «Πρίγκιπας Φρειδερίκος του Χόμπουργκ», 1811. Έγραψε διηγήματα και νουβέλες από το 1806 έως το 1811: «Ο σεισμός στη Χιλή», 1807, «Η Μαρκησία του Ο…», 1808, «Μίχαελ Κολχάας», «Η ζητιάνα του Λοκάρνο», 1810, «Ο έκθετος», «Αρραβωνιάσματα στον Άγιο Δομήνικο», «Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής» και «Η μονομαχία», 1811. Το 1807 ο Κλάιστ ξεκίνησε ένα μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό, τον «Φοίβο». Ήταν το όχημα για τη δημοσίευση αποσπασμάτων των έργων του, αλλά μια σειρά από αντιξοότητες ακολούθησε την περίοδο της καλοτυχίας. Παρόλο που ο Γκαίτε συμφώνησε ν’ ανεβάσει τη «Σπασμένη στάμνα», απέρριψε την «Πενθεσίλεια». Επιπλέον η «Σπασμένη στάμνα» απέτυχε στη σκηνή της Βαϊμάρης, οι σχέσεις μεταξύ Γκαίτε και Κλάιστ έγιναν τεταμένες και ο «Φοίβος» έκλεισε τον Δεκέμβριο του 1808. Την περίοδο κατάθλιψης ακολούθησε ένας ανανεωμένος ενθουσιασμός. Το 1810 εξέδωσε την πρώτη ημερήσια πρωσική εφημερίδα «Berliner Abendblatter», η οποία όμως έκλεισε τον Μάρτιο του 1811. Στην «Berliner Abendblatter» δημοσιεύθηκαν μερικά από τα διηγήματά του όπως το «Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής» και σημαντικά δοκίμια, με κυριότερο το «Σχετικά με το θέατρο των μαριονετών», 1810. Το κλείσιμο της εφημερίδας του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Στράφηκε πάλι στο θέατρο, αλλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος ν’ ανεβάσει έργο του. Τότε έτυχε να συναντήσει τη Χενριέτε Φόγκελ, μια παντρεμένη γυναίκα που έπασχε από ανίατο καρκίνο. Προδίδοντας τη σύζυγό του, Μαρί φον Κλάιστ, που αρνήθηκε μια συμφωνία αυτοκτονίας, ο Κλάιστ στράφηκε στη Φόγκελ που με ενθουσιασμό ασπάστηκε την ιδέα ενός διπλού θανάτου. Ετοίμασαν επιμελώς τις τελικές λεπτομέρειες. Ο Κλάιστ έκαψε τα υπολείμματα των έργων του (μαζί και την αυτοβιογραφική νουβέλα του «Η ιστορία της ψυχής μου», που λέγεται ότι είχε καταπλήξει τους ελάχιστους που τη διάβασαν). Στις 21 Νοεμβρίου του 1811, βγήκαν στην εξοχή και ήπιαν τσάι· εκεί ο Κλάιστ πρώτα πυροβόλησε τη Φόγκελ κι έπειτα τον εαυτό του.

eirini aivaliwtou«Χανς Κόλχαας», Λίλλυ Μελεμέ και μαθητές Σχολής Θεοδοσιάδη. Πώς γίνεται να μην τους αγαπήσουμε;
Περισσότερα