Κριτική παρουσίαση

«Ανάμνηση Σμύρνης»: Οι μνήμες, η ιστορία και η ιωνική κληρονομιά μας σε μια μουσικοθεατρική παράσταση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Η Σμύρνη της εποχής πριν από την Καταστροφή φαντάζει σε μας σαν μια πόλη μαγική. Μια πόλη της οποίας την ιστορία και την ανάμνηση διατηρήσαμε και θα διατηρούμε όσα χρόνια κι αν περάσουν γιατί οι συνδετικοί δεσμοί είναι άσβεστοι, και η συναισθηματική σχέση βαθιά.
Πολλοί από μας ταυτίζουμε το όνομά της με την αρχέγονη μνήμη της πατρίδας, ενός τόπου όπου για αιώνες μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν οι πρόγονοί μας όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στις τέχνες και τα γράμματα. Τη νοσταλγούμε σαν μια πολιτεία με έναν ιδιαίτερο και αισθαντικό τρόπο βίου, που εντυπωσίαζε μεμιάς τον επισκέπτη με την ευμάρεια και την πολυχρωμία της.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, η Σμύρνη είναι αδύνατον να μην προκαλεί πάντα την αναπόληση της ευημερούσας πολιτείας του ελληνισμού που χάθηκε τελεσίδικα ως η τραγικότερη ίσως συνέπεια της Μικρασιατικής Καταστροφής.

 

 

Μουσικοθεατρική παράσταση

 

Η πραγματική Σμύρνη έχει γίνει μια νοερή πολιτεία και κατέχει ιδιαίτερη θέση στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, γι’ αυτό και κάθε νέα καλλιτεχνική δημιουργία που την αφορά μας αφορά όλους.
Την 1η Σεπτεμβρίου 2019 παρακολουθήσαμε στο Ηρώδειο την «Ανάμνηση Σμύρνης», μια μουσικοθεατρική παράσταση που συνδέει τη νεότερη εποχή με τον Ελληνισμό της Σμύρνης λίγο πριν από την καταστροφή της, μέσα από την αναβίωση των αυθεντικών παραδοσιακών σμυρναίικων τραγουδιών.
Η παράσταση συνομιλεί με τις αγωνίες του σημερινού ανθρώπου αναφορικά με την ιστορία του και τις ρίζες του. Επρόκειτο για μια πολυαναμενόμενη και πολυσυζητημένη παραγωγή που εντυπωσίασε το κοινό για το υψηλού επιπέδου ακρόαμα και το –διεθνών προδιαγραφών– εντυπωσιακό της θέαμα.
Στη διάρκειά της, με αφορμή το περιεχόμενο μιας γυάλας, ξεδιπλώνονται τα τραγικά γεγονότα της καταστροφής της Σμύρνης, οι ιστορίες αγάπης, πόνου, αλληλεγγύης και πολιτισμού των ανθρώπων της ιστορικής κοιτίδας του Ελληνισμού, οι οποίοι με μόνο όπλο τη δύναμη της ψυχής τους, περιέσωσαν στο ακέραιο τις παραδόσεις τους και το όραμά τους για την επιστροφή στη χαμένη τους πατρίδα…

 

 

Το Παρίσι του Λεβάντε

 

Μέχρι πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 η Σμύρνη (μόνον η πόλη) αριθμούσε 370.000 κατοίκους, εκ των οποίων 165.000 ήταν Έλληνες, 80.000 Οθωμανοί Τούρκοι, 55.000 Εβραίοι, 40.000 Αρμένιοι, 6.000 Λεβαντίνοι και 30.000 διάφοροι άλλοι ξένοι.
Σύμφωνα με τον Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανό πρόξενο της πόλης, η Σμύρνη την εποχή εκείνη ξεπερνούσε τους 500.000 κατοίκους. Επικρατούσα γλώσσα ήταν η ελληνική εκ της οποίας η πόλη είχε ένα καθαρό ελληνικό χρώμα με σχετικά ανεπτυγμένο εμπόριο και πολιτιστικές εκδηλώσεις, έτσι ώστε ν’ αποκαλείται από τους μεν Τούρκους ως “Γκιαούρ Ιζμίρ” (Gâvur İzmir = Άπιστη Σμύρνη), από τους δε Ευρωπαίους ως Παρίσι του Λεβάντε.
Η συνεχής, μάλιστα, αύξηση των ξένων εμπόρων ήδη από τον 16ο αιώνα την κατέστησε μια από τις πιο κοσμοπολίτικες πόλεις της εποχής και οπωσδήποτε το μεγαλύτερο λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου.
Η παρουσία αυτή σημαδεύτηκε από τα διάφορα έργα που τους ανατέθηκαν, κυρίως από πλούσιους Έλληνες εμπόρους που είχαν επαφές με την Ευρώπη. Έτσι, το τελωνείο της Σμύρνης κατασκευάστηκε από τον Γουστάβ Άιφελ, αρχιτέκτονα του ομώνυμου παρισινού Πύργου, το Και από γαλλική εταιρεία με πλάκες από τη Νάπολη, ενώ το Ρολόι στην πλατεία Διοικητηρίου (Κονάκ) ήταν δώρο του Γουλιέλμου Β’.
Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με την τοπική έδωσε τον όρο “Σμυρναίικο σπίτι” ως κάτι ξεχωριστό στο είδος του. Ο πολυταξιδεμένος Αδαμάντιος Κοραής ανέφερε για την πατρίδα του, τη Σμύρνη, ότι η καλαισθησία των κατοικιών της συγκρίνεται με την αντίστοιχη του Παρισιού. Στην πόλη λειτουργούσαν ξένες και ελληνικές λέσχες που διοργάνωναν χορούς και άλλες δεξιώσεις για φιλανθρωπικούς, συνήθως, σκοπούς.

***

Αυτό το ζωηρό και λαμπερό χαρακτήρα μας έδωσε εναργέστατα η παράσταση «Ανάμνηση Σμύρνης» μέσω του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, που υποδύθηκαν απολαυστικά και καίρια οι Τάσος Χαλκιάς και Χριστίνα Αλεξανιάν, το οποίο με ρομαντική μελαγχολία θαρρείς και μας ξεναγούσε στο πνεύμα και την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της πόλης.

 

 

Ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη

Το 1919 μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφασίζουν οριστικά (με ορισμένες επιφυλάξεις πάντως) τη διάλυση του Μεγάλου Ασθενούς (Οθωμανική Αυτοκρατορία). Είναι μία περίοδος που τα συμφέροντα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, της Βρετανικής, ταυτίζονται για πρώτη φορά με τα ζητήματα του Ελληνισμού.
Η Ελλάδα, και ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατά κύριο λόγο, πετυχαίνουν το αδιανόητο. Οι Έλληνες αποβιβάζονται στη Σμύρνη ως εγγυητές της τήρησης της τάξεως, προκειμένου να προστατευθούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί ασχέτως εθνότητας, οι οποίοι ήδη λίγο μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, σφαγιάζονταν από τους Νεότουρκους.

 

 

Η κοινωνική ζωή

Οι Σμυρνιοί ήξεραν να χαίρονται τη ζωή και –παράλληλα με τη φιλοπονία και τη σκληρή δουλειά– είχαν ενσωματώσει στη ζωή τους τη διασκέδαση. Κέντρα με ορχήστρες ευρωπαϊκές και άλλα με λαϊκές μπάντες, θέατρα, κινηματογράφοι, λέσχες «συναναστροφής», αποκριάτικοι χοροί, περίπατοι στο Και, βεγγέρες και εκδρομές αποτελούσαν χαρακτηριστικά της κοινωνικής ζωής των Σμυρνιών.

 

 

Η μουσική και τα τραγούδια

Η μουσική των μικρασιατικών παραλίων, ιδίως αυτή της Σμύρνης, είναι από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ελληνικής μουσικής παράδοσης και ίσως το σπουδαιότερο στοιχείο πολιτισμού που διέσωσαν οι πρόσφυγες Μικρασιάτες με τον ερχομό τους στην Ελλάδα.
Μπορεί οι πρόσφυγες να ήρθαν με την ψυχή στο στόμα τους, ξυπόλητοι ή, στην καλύτερη περίπτωση, με έναν μπόγο, με κάνα-δυο εικονίσματα και κάνα πεντόλιρο βαθιά καταχωνιασμένο στα ρούχα τους, όμως μέσα τους έκρυβαν έναν τεράστιο πλούτο πολιτισμικό, που άγγιζε κάθε πλευρά της ζωής.
Ανάμεσα στα πιο εκλεκτά γνωρίσματά τους ήταν και η μουσική τους παράδοση, που οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των αιώνων.
Τα στοιχεία, που τη συνθέτουν, αναμείχτηκαν, δουλεύτηκαν κι αφομοιώθηκαν στο πέρασμα τον αιώνων, με αποτέλεσμα αυτό το ιδιαίτερο είδος της ελληνικής μουσικής που ονομάζουμε σμυρναίικο τραγούδι.
Έλληνες, Τούρκοι, Ευρωπαίοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Πέρσες, Άραβες και γενικά κάθε καρυδιάς καρύδι άφηναν στην Ιωνία και κάτι από τη μουσική τους. Όλοι έχουν βάλει το λιθαράκι τους στο απίθανο και εντυπωσιακό μωσαϊκό της σμυρναίικης μουσικής παράδοσης, έτσι όπως το γνωρίζουμε τα τελευταία 200 χρόνια.

 

 

Η υπόθεση

Λίγο πριν από την ολοκληρωτική καταστροφή της Σμύρνης, ένας δημιουργός τραγουδιών και τραγουδιστής, προσπαθεί να περισώσει κάποια από τα τραγούδια της εποχής, κρύβοντας τις παρτιτούρες σε μια γυάλα, με σκοπό να τη ρίξει στο πηγάδι του σπιτιού. Η γυναίκα του, η οποία δεν πιστεύει πως θα γενικευτούν οι αναταραχές, προσπαθεί να τον αποτρέψει. Εκείνος, όμως, περιγράφοντας τις σκηνές που είδε στο λιμάνι νωρίτερα, την παρακαλεί να μαζέψει κάποια πράγματα απαραίτητα για τους ίδιους και την κόρη τους και να εγκαταλείψουν το συντομότερο το σπίτι τους και τη Σμύρνη.
Έναν αιώνα αργότερα, ένας γνωστός «παραδοσιακός» τραγουδιστής και συνθέτης στην Αθήνα, τακτοποιώντας τα πράγματα του πατέρα του που είχε πεθάνει πριν από λίγο καιρό, βρίσκει σε μια παλιά βαλίτσα τη γυάλα με το πολύτιμο περιεχόμενό του, καθώς κι ένα χειρόγραφο βιβλίο, που ανήκε στη γιαγιά του. Κι όταν στο σπίτι του έρχονται οι φίλοι του και μέλη της μπάντας του για να κάνουν πρόβες, τους παρουσιάζει τις παρτιτούρες και τα έγγραφα του προπάππου του, που είχε βρει, διαβάζοντας παράλληλα το γράμμα που υπήρχε στη γυάλα, από το οποίο αναδεικνύονται οι τραγικές ώρες πριν από την καταστροφή.
Όλοι μαζί δοκιμάζουν να αναβιώσουν τα τραγούδια από τις παρτιτούρες της γυάλας, μαθαίνοντας παράλληλα την ιστορία της δημιουργίας τους. Ενθουσιασμένοι από τον μουσικό «θησαυρό» που ανακάλυψαν, αποφασίζουν να εντάξουν τα τραγούδια της γυάλας στο ρεπερτόριό τους και να αφιερώσουν τη συναυλία τους στην καταστροφή της Σμύρνης.
Τραγούδια με μεράκι και ερωτισμό, με πάθος και περηφάνια, με ηδυπάθεια και σεκλέτι, με νταλκά, με πόνο και παραπονιάρικη φωνή, με ντέρτι και τρυφερότητα, με καημό, νωχέλεια και κέφι, με αρμονία, με κλίμακες και βυζαντινούς μουσικούς δρόμους, με τα αραβοπερσικά τους μακάμια, έτσι όπως ταιριάζει κι όπως αρέσει στη Ρωμιοσύνη όπου γης.

 

 

Ταξίδι αναζήτησης

 

Ο τραγουδιστής και η φίλη του, επίσης τραγουδίστρια, που τους υποδύονται έξοχα οι Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος και Βαλέρια Κουρούπη, ξεκινούν ένα ταξίδι αναζήτησης. Ψάχνουν να βρουν τις ρίζες του στη Σμύρνη, απ’ όπου οι παππούδες του εκπατρίστηκαν βίαια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Πέρα από το κύρος της σπουδαίας μας ηθοποιού Λήδας Πρωτοψάλτη και την πληθωρικότητα της μεγάλης μας λαϊκής τραγουδίστριας Ελένης Βιτάλη, την εμπειρία του Τάσου Χαλκιά και της Χριστίνας Αλεξανιάν, που μας καθήλωσαν με τις ερμηνείες τους, το κοινό ενθουσιάστηκε και από τους νεότερους συντελεστές.

Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος και η Βαλέρια Κουρούπη μας κέρδισαν αναμφισβήτητα με τις ωραίες ερμηνείες και τις άψογες παρουσίες τους, τραγουδώντας με κέφι και χωρίς ακρότητες τα παραδοσιακά τραγούδια, ντύνοντάς τα με νέα ηχοχρώματα.
Οι Λευτέρης Ελευθερίου, Σταύρος Νικολαΐδης, Άρης Πλασκασοβίτης, Χρυσάνθη Γεωργαντίδου και ο τραγουδιστής Πάνος Παταγιάννης με τη σειρά τους είχαν τις δικές τους ποιότητες, τις δικές τους διαστάσεις πάθους, που ανέδειξαν μέσα από τις φωνές και τις ερμηνείες τους.

Το Ηρώδειο, εκτός των άλλων, είναι και σταθμός των «δρόμων της φιλίας», γεγονός που τόνισε με έμφαση η ξεχωριστή χροιά της αέρινης Fide Koksal. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δύο χώρες με πολλά κοινά στοιχεία και η υπέροχη Fide Koksal μας καθήλωσε με την καλογυμνασμένη της φωνή και τον εκστατικό χαρακτήρα της ερμηνείας της.

 

Εξαίρετοι και οι ηθοποιοί και χορευτές που συμμετείχαν, τους οποίους αναφέρουμε με αλφαβητική σειρά, προσθέτοντας πολλούς επαίνους: Λήδα Αλεξανδρή, Βασίλης Βούνος, Ελίνα Γιαννάκη, Ρεβέκκα Γιαννάκη, Βιβιάννα Γιαννούτσου, Ελένη Γιουφή, Τασούλα Δεληγιάννη, Στέλλα Ευστρατιάδη, Θωμάς Kοτζαμάνης, Τάσος Κοντόγιωργας, Γιώργος Μαντάς, Ελένη Μαφούτση, Ηλίας Μιχαήλ, Ελένη Μπατσούλα, Τζώρτζης Παπαδόπουλος, Μαρία Παπαδοπούλου, Μαργαρίτα Στραβουδάκη, Δημήτρης Φριτζελάς.

 

 

 

 

Συγκίνηση και νοσταλγία

Ελπιδοφόρο υπήρξε το γεγονός ότι η παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν γεμάτη κόσμο, που κυριολεκτικά γέμισε ασφυκτικά της κερκίδες του Ηρωδείου.

Η «Ανάμνηση Σμύρνης» είχε εναλλαγές δυναμικής και ήταν διαμορφωμένη τοιουτοτρόπως ώστε να σε γοητεύει, μέσω μιας λιτής, αβίαστης και σίγουρα μη γραμμικής αφήγησης.
Συγκινητικό και νοσταλγικό το κείμενο της Τάνιας Χαροκόπου. Ενδιαφέρουσα η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαλισσόβα, προσεγμένο το σκηνικό και επιτυχημένα τα κοστούμια της Άννας Μαχαιριανάκη, εξαιρετική η επιμέλεια της ορχήστρας από τον Νίκο Ξύδη, με λυρισμό και δύναμη οι χορογραφίες του Θοδωρή Πανά και άρτια η μουσική διδασκαλία του Ανδρέα Κουρέτα.
Μια άριστη δουλειά διακρίναμε και στην επιμέλεια φωτισμών της Κατερίνας Μαραγκουδάκη.
Μια υπέροχη και καλοστημένη δουλειά, δεν χωράει ουδεμία αμφιβολία. Η μόνη αντίρρηση αφορά τη διάρκεια, που πρέπει να είναι πιο σύντομη, για να μην κουράζεται το κοινό, καθώς ο χρόνος μπορεί μερικές φορές να λειτουργήσει ως «βάρος» σε ένα καλλιτεχνικό έργο.
Κατά τα άλλα όλοι οι συντελεστές συνεισφέρουν σ’ ένα πληθωρικό έργο, που, πάνω απ’ όλα, έχει τον τρόπο να σε κατακτά με τη νοσταλγικότητα, τις θύμησες, τη δραματικότητα, την αίσθηση της πραγματικής αγάπης και φιλίας.
Πολλοί από μας μεγαλώσαμε με μουσικά ακούσματα, γιατί στις φλέβες του κοσμοπολίτη πρόσφυγα της Μικράς Ασίας μαζί με το αίμα κυλάει και η μουσικότητα. Ανατραφήκαμε με την ιωνική κληρονομιά που μεταφέρθηκε. Το πάντρεμα ενός πολιτισμού, οι διδαχές από μια αρχοντική Μικρασιάτισσα γιαγιά, οι ευχές από έναν κιμπάρη και μερακλή Σμυρνιό παππού ζουν ακόμα μέσα μας.
Οι αναμνήσεις, η χαρά, ο καημός, ο πόνος, η ελπίδα, ο έρωτας βρίσκουν τρόπο έκφρασης με το τραγούδι και τη μουσική. Άλλωστε, η ίδια η ζωή μας είναι μουσική. Συνήθως ξεκινάει ως μουσικό πρελούδιο για να ξεσπάσει σε κρεσέντο, για να μεταφέρει το αίσθημα ζωντάνιας και μαχητικότητας.
Ποιες είναι οι αλησμόνητες πατρίδες; Τι καταγράφεται ως πατρίδα στη μνήμη μας; Ως ξενιτιά; Ως λαχτάρα επανόδου; Ως ενθύμιο πολύτιμο; Ως αναστεναγμός; Ως ρίζες; Ποια είναι τα πραγματικά σύνορα; Μα αυτά που ορίζει η ψυχή μας. Η λαβωμένη ψυχή ενός λαού.

 

 

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: Τάνια Χαροκόπου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαλισσόβας
Σκηνογραφία – ενδυματολογία: Άννα Μαχαιριανάκη
Πρωτότυπες συνθέσεις, διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών, επιμέλεια – διεύθυνση ορχήστρας: Νίκος Ξύδης
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Χορογραφίες – Κινησιολογία: Θοδωρής Πανάς
Μουσική Διδασκαλία: Ανδρέας Κουρέτας
Βοηθός Σκηνοθέτη: Τάσος Κοντόγιωργας
Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Μαρίζα Σουλιώτη
Επιμέλεια ήχου: Νίκος Λάγος
Κοστούμια: Οίκος Τρανούλη
Make up: Γιάννης Μαρκετάκης – Makeuplab
Εικαστική δημιουργία μακέτας: Πάνος Πενταρίτσας
Φωτογραφίες: Γιούλη Γεωργαντίδου
Δημόσιες σχέσεις: Χρύσα Ματσαγκάνη
Οργάνωση Παραγωγής: Entertain.gr

Πρωταγωνιστούν: Λήδα Πρωτοψάλτη, Τάσος Χαλκιάς, Χριστίνα Αλεξανιάν, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Βαλέρια Κουρούπη, Λευτέρης Ελευθερίου, Σταύρος Νικολαΐδης, Άρης Πλασκασοβίτης, Χρυσάνθη Γεωργαντίδου.

Συμμετέχουν (αλφαβητικά):

Λήδα Αλεξανδρή, Βασίλης Βούνος, Ελίνα Γιαννάκη, Ρεβέκκα Γιαννάκη, Βιβιάννα Γιαννούτσου, Ελένη Γιουφή, Τασούλα Δεληγιάννη, Στέλλα Ευστρατιάδη, Θωμάς Kοτζαμάνης, Τάσος Κοντόγιωργας, Γιώργος Μαντάς, Ελένη Μαφούτση, Ηλίας Μιχαήλ, Ελένη Μπατσούλα, Τζώρτζης Παπαδόπουλος, Μαρία Παπαδοπούλου, Μαργαρίτα Στραβουδάκη, Δημήτρης Φριτζελάς
Τραγουδούν: Ελένη Βιτάλη, Fide Koksal, Πάνος Παταγιάννης

Ζωντανά επί σκηνής η μπάντα «ΤΖΟΥΜ» (Ρήγας Βοργίας Μπάσο, Νίκος Ξύδης ηλεκτρική – ακουστική κιθάρα, μπαγλαμά, μπουζούκι & κρουστά, Νατάσα Παυλάτου κρουστά, Νίκος Σαμαράς μπουζούκι, τζουρά & τρομπέτα, Δημήτρης Σίντος πιάνο & λαούτο, Θάνος Τσελεμπής τύμπανα) και μαζί η Έφη Ζαϊτίδου στο κανονάκι, η Χρυσάνθη Τζοβάνη στο ούτι και ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος στο κλαρίνο & τα παραδοσιακά πνευστά.

 

Ο ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΣΚΟΠΟΣ

 

Όλα τα έσοδα που θα προκύψουν θα διατεθούν για την αγορά ψηφιακού υπερηχογράφου, ο οποίος θα τοποθετηθεί στο κοινωνικό ιατρείο του Δήμου Γλυφάδας, έτσι ώστε να γίνονται δωρεάν εξετάσεις σε γυναίκες με οικονομικές δυσκολίες. Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας.

 

  • Φωτογραφίες: Σωτήρης Κυπραίος
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Ανάμνηση Σμύρνης»: Οι μνήμες, η ιστορία και η ιωνική κληρονομιά μας σε μια μουσικοθεατρική παράσταση
Περισσότερα

“The Thread”: Ο χορευτικός “μίτος της Αριάδνης” που συγκίνησε το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο. Το πιστέψαμε και φυσικά το επιβεβαιώσαμε και εμείς οι σύγχρονοι θεατές μετά την παράσταση “The Thread”, που παρακολουθήσαμε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, το Σάββατο 24 Αυγούστου 2019.

Είδαμε την κληρονομιά και την παράδοση της Ελλάδας δοσμένες με τον καλύτερο τρόπο, με έκφραση, με ενέργεια, με αίσθημα.

 

 

 

Το νήμα

Η παράσταση ονομάστηκε «The Thread» από τον μίτο της Αριάδνης. Είναι το νήμα που ενώνει, το νήμα που οδηγεί, το νήμα που μπορεί να κατανοήσει ό,τι με πρώτη ματιά φαίνεται ασύνδετο, το νήμα που μπορεί να μας ταξιδέψει σε κόσμους ασύμβατους φαινομενικά, φωτίζοντας υπόγειες συγγένειες που οι άνθρωποι διστάζουν να αποδεχτούν. Το νήμα που, με εργαλείο τη χορευτική τέχνη, μας υπενθυμίζει τη βάση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας: Από τα πολλά το ένα και από το ένα τα πολλά.

Η πρωτότυπη μουσική ήταν του οσκαρικού και πολυβραβευμένου μας συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου, ο οποίος εμβάθυνε στο χώρο της μνήμης με εντυπωσιακή συνέπεια και δημιουργική αποτελεσματικότητα.

Η σκηνοθεσία – χορογραφία ήταν του πρωτοπόρου Russell Maliphant, ο οποίος κατανόησε πλήρως την ελληνική παράδοση και κληρονομιά, ενώ παράλληλα κινήθηκε σε νέες κατευθύνσεις που δημιουργούν αντιπαραθέσεις του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον.

Τα κοστούμια της Μαίρης Κατράντζου, της σπουδαίας Ελληνίδας σχεδιάστριας που αποκαλείται και “βασίλισσα των μοτίβων”, ήταν εμπνευσμένα από την ελληνική παράδοση, τα αρχαία κοσμήματα, τις τοιχογραφίες της Κνωσού και της Σαντορίνης, τις αγγειογραφίες, αλλά συγχρόνως έφεραν μια φιλτραρισμένη μέσω του σύγχρονου φακού αισθητική και λειτουργικότητα.

Ο Michael Hulls, ο αποκαλούμενος και “χορογράφος του φωτός”, με τη δουλειά του, αξιοποιώντας το μνημείο και το φυσικό περιβάλλον, έκανε μια φανταστική ακροβασία μεταξύ φωτός και κίνησης.

Η σύλληψη της ιδέας ήταν της Γεωργίας Ηλιοπούλου, η οποία από το 1986 που ίδρυσε την εταιρεία Λάβρυς, έχει οργανώσει σημαντικότατες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με επιφανείς δημιουργούς από όλο τον κόσμο και πήρε μέρος στην εγκαθίδρυση νέων πολιτιστικών θεσμών στην Ελλάδα.

Οι Ελένη Σπαθιά και Τάκης Καραχάλιος, με θητεία στο συγκρότημα της Δόρας Στράτου, δίδαξαν με επιμέλεια και αίσθημα ευθύνης τους παραδοσιακούς χορούς στους χορευτές.

Οι ταλαντούχοι χορευτές ήταν οι: Δημήτρης Δελής, Μαργαρίτα Δημητριάδη, Αναστάσης Καραχανίδης, Ηρώ Κόντη, Μήνα Λέτσου, Ηλίας Μπαγεώργος, Λίνα Ντεμελή, Χρήστος Ξυραφάκης, Δημήτρης Παγανός, Γιώργος Παπαδόπουλος, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Θεμιστοκλής Παυλής, Ηώ Σπηλιωτοπούλου, Δάφνη Σταθάτου, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μυρτώ Σχοινοπλοκάκη, Μαρία Τσιγγίστρα, Γιώργος Τσώλης.

 

 

 

 

Ένα διεθνές έργο

Ο κάθε ελληνικός χορός έχει κάτι το διαφορετικό, όσον αφορά τα κινητικά μοτίβα, τον τρόπο έκφρασης των χορευτών. Ο Russell Maliphant ευφυώς συνδύασε τα ελληνικά μοτίβα με σύγχρονα χορευτικά στοιχεία, τα αντιπαρέβαλε, δημιουργώντας ένα θεαματικό αποτέλεσμα, που ουσιαστικά ρίχνει μια πιο διεισδυτική, διαφορετική ματιά στην ελληνική παράδοση και τα δομικά χορευτικά στοιχεία της. Με το “The Thread” εξερεύνησε την ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο σύγχρονο χορό και τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Μετά τους απομόνωσε, τους μελέτησε και τους διασταύρωσε με σύγχρονα κινητικά μοτίβα ή μοτίβα που έχουν σχέση με πιο απελευθερωμένες εκφραστικές κινήσεις. Το αποτέλεσμα εντυπωσίασε με το ρυθμό, τη σωματικότητα, τον τρόπο έκφρασης των χορευτών.

Ινητικά μοτίβα, “σαλιγκάρια”, χοροί αγκαλιαστοί, χοροί συρτοί και πηδηχτοί, νησιώτικοι, χοροί σοβαροί που μετατρέπονται προοδευτικά σε ζωηρούς και λεβέντικους, ηρωικούς, με τσαλίμια και τελίμια, ευφροσύνη και ένταση, ενθουσιασμό και αίγλη. Χοροί που αναπαριστούν τον πόνο, τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης, τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές εστίες και την αδιάκοπη μάχη για την επιβίωση. Η παράσταση είναι η αφήγηση της ιστορίας του ελληνισμού μέσω του σώματος.

Το “Νήμα” δεν είναι μια χορογραφία που έχει γίνει για ένα συγκεκριμένο τόπο, για μια συγκεκριμένη χώρα. Είναι ένα διεθνές έργο. Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα ουσιαστικά πλεονεκτήματα του χορού. Είναι παγκόσμιος. Όλοι τον κατανοούμε με το δικό μας τρόπο. Είναι ένας οικείος τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας.

 

 

Μια μουσικοχορευτική πατριδογνωσία

Σύμφωνα με τον Maurice Bejarts, μάλιστα, ο χορός είναι μια από τις σπάνιες ανθρώπινες δραστηριότητες όπου ο άνθρωπος δίνεται ολοκληρωτικά: σώμα, καρδιά και πνεύμα.

Ως τέτοια δραστηριότητα λοιπόν, ο χορός εμφανίζεται πολύ νωρίς στις ανθρώπινες κοινωνίες, ως μέσο εξωτερίκευσης συναισθημάτων και ως λατρευτική τελετουργία. Αποτελεί τεκμήριο καλλιέργειας και μέρος της κοινωνικής συναναστροφής σε κάθε πολιτισμό.

Στο “The Thread” διακρίναμε την ιεροτελεστία του χορού, είδαμε τη φυσική διαχυτικότητα, θαυμάσαμε το πλησίασμα, την έλξη, τη ζωτικότητα, το γεφύρωμα των εποχών, τη διαχρονικότητα. Με τους στητούς χορούς και τις κομψές χορογραφίες, τις στροφές, τις συγκλονιστικές φιγούρες του, το “The Thread” θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελούσε μια μουσικοχορευτική πατριδογνωσία.

Οι μελωδίες άλλοτε δυναμικές, άλλοτε τρυφερές που ξεκινούσαν αργά, γίνονταν σταδιακά γρήγορες και ζωηρές, διαγράφοντας σχήματα και γυρίσματα. Η κίνηση των χορευτών ήταν ιδιαίτερα δουλεμένη και ακριβής και η εφηβική εκφραστικότητά τους ξεχωριστά συγκινητική. Τα σώματά τους έμοιαζαν να ανθίζουν, είχαν ευελιξία και δύναμη, λειτουργούσαν με συνοχή και πολύ συντονισμένο τρόπο. Εντός τους ενυπήρχε το “δέος” και η αρχέγονη ιερότητα του προχριστιανικού ενστίκτου και των συναισθημάτων. Ενέργεια και πνοή έρεε μέσα από τα πόδια και τα χέρια τους. Τόσο που χανόμασταν βυθίζοντας τα μάτια μας στην ομορφιά που μας πρόσφεραν.

Η χορογραφία ανέδειξε τις εκφραστικότητες και τις ιδιοσυγκρασίες των χορευτών και των χορευτριών. Τα σώματά τους έγιναν εικαστικό πολυμέσο, θύμιζαν εύπλαστο πηλό που προσαρμόζεται στο ρυθμό και στη σκηνική ατμόσφαιρα, εκφράζοντας κατάνυξη, γαλήνη και πάθος.

Κανείς δεν θα μπορούσε ίσως να φανταστεί πιο εύστοχα από τον σκηνοθέτη και χορογράφο Russell Maliphant αυτή την αλληλοδιαπλοκή σώματος, χώρου και χρόνου.

Η χορογραφία αναμείγνυε αρχαϊκό και σύγχρονο χορό καθώς και απομιμήσεις νεανικών κινήσεων. Η ακρίβεια και η έμφαση στη λεπτομέρεια που κερδήθηκαν ήταν το μεγάλο προτέρημα της παράστασης. Ήταν πράγματι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα να βιωθεί η φαινομενικά ασύμβατη αίσθηση του παρελθόντος και του παρόντος μέσα σε χορογραφικά σχήματα. Η συμβολή του φωτισμού που πότε επιμήκυνε και πότε συρρίκνωνε τον σκηνικό χρόνο και χώρο, αλλά και επηρέαζε τις διαθέσεις ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, όπως και η αίσθηση της απλότητας, του ανάλαφρου και της θεραπευτικής δύναμης του χορού.

Η γοητεία, η συγκίνηση και η αίσθηση σεβασμού που προξένησε η παράσταση ήταν στιγμές που μας έκανε να πιστέψουμε ότι όλη η ιστορία της παραδοσιακής μας τέχνης ξετυλίγεται μπροστά μας.

Τα ανάλαφρα σώματα που πάλλονταν και κυμάτιζαν στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα της Επιδαύρου μας θύμιζαν πως αυτή είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου σε αντίθεση με το τέλμα και την αποανθρωποποίηση που προκαλεί η αυτοματοποίηση.

Όλοι οι συντελεστές του “The Thread” κατάφεραν να ενορχηστρώσουν μια σωματική παράσταση υψηλής αισθητικής αλλά και εξίσου υψηλών απαιτήσεων και πολυπλοκότητας.

 

 

Παραδοσιακοί χοροί που παρουσιάστηκαν:

Πεντοζάλι

Από τους πιο χαρακτηριστικούς και αντιπροσωπευτικούς χορούς της Κρήτης. Άλλοτε, τον χόρευαν οπλισμένοι στρατιώτες, γι’ αυτό ως σήμερα χορεύεται συνήθως από άντρες.
Οι Κρητικοί είναι συνήθως ψηλοί, μελαχρινοί, ισχνοί, με έντονη προσωπικότητα, χαρακτήρα περήφανο και αγέρωχο. Είναι πάντα έτοιμοι να υπερασπιστούν την οικογένεια, την τιμή και την πατρίδα τους. Έκφραση αυτής της πλευράς του χαρακτήρα τους είναι τα πολλά τραγούδια και οι χοροί της Κρήτης, όπως ο αρρενωπός πεντοζάλης που οφείλει το όνομά του στα πέντε βήματα (ζάλα στην κρητική διάλεκτο) που αποτελούν το βασικό χορογραφικό του σχήμα.

Τσάμικο

Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από τη λέξη τσάμης, που σημαίνει “ψηλός”, και αναφέρεται μεταφορικά στο λεβέντικο ανάστημα που κατά παράδοση διαθέτουν οι χορευτές, αφού “τσάμι” λέγεται το έλατο ή πεύκο σε ορισμένες περιοχές. Κατά άλλη εκδοχή η ονομασία προέρχεται από την Τσαμουριά, περιοχή της Θεσπρωτίας στην Ήπειρο. Ονομάζεται επίσης και Κλέφτικος, καθώς χορευόταν από τους Κλέφτες την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Ζωναράδικος-Τσέστος

Γρήγορος, λιτός και εντυπωσιακός σκοπός ο ζωναράδικος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως αποτελεί τον πλέον δημοφιλή και λαοπρόβλητο χορό της Θράκης, αλλά και έναν από τους πλέον γνωστούς και αγαπημένους σε όλους τους Έλληνες.

Χορός των μαντιλιών

Ιδιοτοπικός χορός που χορεύεται με μαντίλια αντικριστά.

Κουλουριαστός ζωναράδικος

Χορεύεται από άντρες και γυναίκες. Αρχικά κυκλικά καθώς όμως συνεχίζει και μεγαλώνει η ένταση, ο πρωτοχορευτής τυλίγει το χορό σε σχήμα σαλιγκαριού, μέχρις ότου ο τελευταίος της σειράς να τον κινήσει αντίθετα. Μόλις ο χορός φτάσει στο αποκορύφωμά του, οι χορευτές πιάνονται σταυρώνοντας τα χέρια τους.

Μαλεβιζιώτης

Ο Μαλεβιζιώτης ή Μαλεβιζιώτικος ή Καστρινός ή πηδηχτός, είναι ο γρηγορότερος και ζωηρότερος χορός της Κρήτης. Παρουσιάζει μια ξεχωριστή ιδιομορφία στα άλματα, στις πηδηχτές κοφτές πλαγιαστές φιγούρες και στις εντυπωσιακές όρτσες, δηλαδή τις αυτοσχέδιες κινητικές δημιουργίες του πρωτοχορευτή.

Κουδούνια

Ο χορός των κουδουνιών χορεύεται στο Σοχό της Θεσσαλονίκης και αποτελεί κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας.

Ναστρίτζινι

Ναστρίτζινι ή Ναστρίζνι, δηλαδή γλιστερά βήματα. Αγαπημένος σκοπός των κατοίκων της περιοχής Σιδηροκάστρου και Ηράκλειας Σερρών. Σε μουσικό μέτρο 7/8 αποτελεί τις περισσότερες φορές το γρήγορο μέρος του χορού Γκάιντα βασί αλλά και πολλών χορών στο Ν. Σερρών.

Ατσαπάτ – Σέρα

Ο ωραιότερος και διασημότερος χορός του Πόντου και από τους ωραιότερους του κόσμου. Ο δεύτερος λέγεται ότι έχει πάρει το όνομά του από τον ποταμό Σέρα. Έχει διάφορες ονομασίες ανάλογα με την περιοχή που τον χόρευαν και σε πολλές περιπτώσεις έπαιρνε το όνομα της περιοχής. Σήμερα τον συναντάμε μόνο με τα ονόματα Σέρα και από κάποιους να αποκαλείται και Πυρρίχιος. Ο χορός χορεύεται σε ενότητα, με πρώτο το αργό κομμάτι ατσαπάτ και μετά τη γρήγορη συνέχεια με τη σέρα. Ο ρυθμός είναι επτάσημος 7/8.

Της Μαρίας

Χορός με ποντιακές ρίζες, που χορεύεται στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και αποτελεί σταθμό στη λαογραφική και πολιτιστική ιστορία του τόπου.

***

 

 

Η ιδέα της παράστασης

Η παράσταση βασίστηκε στον διάλογο του παρελθόντος με το παρόν. Από τη μία οι παραδοσιακοί ελληνικοί χοροί και από την άλλη ο σύγχρονος χορός. Δύο κόσμοι φαινομενικά αντίθετοι και ξένοι. Ο κόσμος της παράδοσης που εκπροσωπεί τη σταθερότητα και την εξωστρέφεια και ο κόσμος της σύγχρονης κίνησης που αντιπροσωπεύει την αναζήτηση και τον εσώτερο κόσμο των ανθρώπων. Οι δύο «αταίριαστοι» δρόμοι εμφανίζονται επί σκηνής και πότε αντιδικούν, πότε συμπλέουν, πότε εκθέτουν τη διαφορετικότητά τους και πότε επιδιώκουν τη συνεννόηση.

Η εξαίρετη πρωτότυπη και εμπνευσμένη για τη συγκεκριμένη παράσταση μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου είχε έντονο τη γνωστό συνθετικό στίγμα του, ενώ πλαισιωνόταν από διακεκριμένους σολίστ παραδοσιακών μουσικών οργάνων (γκάιντες, λύρες, νταούλια κ.λπ.). Η σύνθεση αυτή πότε διαχώριζε και πότε ένωνε τους δύο αυτούς κόσμους δημιουργώντας μια ξεχωριστή μουσική ενότητα που καθήλωσε το κοινό.

Ο Ράσελ Μάλιφαντ με την προσωπική του χορευτική γλώσσα τολμά, αποδομεί και ανασυνθέτει την κινησιολογία του παρελθόντος κάνοντας τομή στη δημιουργική του πορεία. Μελέτησε βαθιά, με τη βοήθεια δύο Ελλήνων δασκάλων, της Ελένης Σπαθιά και του Τάκη Καραχάλιου, τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και κατάφερε να δημιουργήσει ένα μαγευτικό έργο, άλλοτε συνομιλώντας, άλλοτε αντιπαρατιθέμενος και άλλοτε αποδεχόμενος να εντάξει αυτούσια στην παράσταση την αρχική «χορογραφία».

Ο «χορογράφος του φωτός» Μάικλ Χαλς, που το ελληνικό κοινό γνωρίζει από τις συνεργασίες του τόσο με τον ίδιο τον Ράσελ Μάλιφαντ όσο και τον Άκραμ Καν ή τον Ρομπέρ Λεπάζ, δημιούργησε ένα μοναδικό φωτιστικό «σκηνικό» υψηλής αισθητικής, ενώ η ανερχόμενη δύναμη του σύγχρονου ντιζάιν Μαίρη Κατράντζου σχεδίασε τα κοστούμια της παράστασης εμπνεόμενη από αρχαία μινωικά αγγεία.

Η ιδέα της παράστασης «The Thread» γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια, τον Ιανουάριο του 2016, από τη Γεωργία Ηλιοπούλου, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλο της πολιτιστικής εταιρείας ΛΑΒΡΥΣ από το 1991, η οποία αποφάσισε να υλοποιήσει ένα τολμηρό όραμα. Να δημιουργήσει μια πρωτογενή παραγωγή χορού με σπουδαίους συντελεστές διεθνούς φήμης και μια ομάδα 18 επιλεγμένων Ελλήνων χορευτών (12 χορευτών σύγχρονου και 6 χορευτών παραδοσιακού χορού). Μια παράσταση που υπογραμμίζει στο διεθνές κοινό τη δημιουργικότητα του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

 

 

 

 

Συντελεστές

Πρωτότυπη μουσική | Βαγγέλης Παπαθανασίου
Σκηνοθεσία – χορογραφία | Russell Maliphant
Κοστούμια | Μαίρη Κατράντζου
Φωτισμοί | Michael Hulls
Σύλληψη ιδέας | Γεωργία Ηλιοπούλου

Διδασκαλία παραδοσιακών χορών: Ελένη Σπαθιά – Τάκης Καραχάλιος

 

 

Χορευτές

Δημήτρης Δελής, Μαργαρίτα Δημητριάδη, Αναστάσης Καραχανίδης, Ηρώ Κόντη, Μήνα Λέτσου, Ηλίας Μπαγεώργος, Λίνα Ντεμελή, Χρήστος Ξυραφάκης, Δημήτρης Παγανός, Γιώργος Παπαδόπουλος, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Θεμιστοκλής Παυλής, Ηώ Σπηλιωτοπούλου, Δάφνη Σταθάτου, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μυρτώ Σχοινοπλοκάκη, Μαρία Τσιγγίστρα, Γιώργος Τσώλης

Μουσικοί

Μιχάλης Καλιοντζίδης (λύρα), Δημήτρης Μπάκης (γκάιντα), Παντελεήμων Νικολαΐδης (αγγείον ή τουλούμ), Βαγγέλης Παπαναστασίου (κλαρίνο), Ιωάννης Σέρβος (τσαμπούνα)

Πολυφωνικό σύνολο

Βαγγέλης Κότσου, Νίκος Μενουδάκης, Παναγιώτα Μπαλινάκου Ρούλα Γρηγορία Ριφούνα, Αθηνά Σιδέρη, Αλέξανδρος Τσιμέκας

 

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“The Thread”: Ο χορευτικός “μίτος της Αριάδνης” που συγκίνησε το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου
Περισσότερα

“Προμηθέας Δεσμώτης” – Είδαμε στην Επίδαυρο την Kathryn Hunter στο ρόλο του θεού των αδικημένων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Η Κάθριν Χάντερ ή αλλιώς Κατερίνα Χατζηπατέρα, μια χορτασμένη από επαίνους και επιτυχίες, παγκόσμια γνωστή ηθοποιός, συνεργάστηκε με Έλληνες καλλιτέχνες, αποστήθισε τη δύσκολη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, έπαιξε στην Επίδαυρο, θέλοντας να τιμήσει τις ελληνικές της ρίζες.
Το κοινό συνέρευσε στην παράσταση του “Προμηθέα Δεσμώτη” σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, κυρίως για να δει την περίφημη Kathryn Hunter, στον ρόλο του έκπτωτου Τιτάνα, η οποία εμφανίστηκε στο αργολικό θέατρο για πρώτη φορά στην ιστορία αναβίωσης του αρχαίου δράματος στους νεότερους χρόνους.

Η επικαιρότητα του έργου

Ο Δίας θέλησε να καταστρέψει την ανθρωπότητα, ο Προμηθέας έδωσε μια ακόμα ευκαιρία στους ανθρώπους. Αξίζει, λοιπόν, να υπάρχουμε; Αντικρίζοντας τι συμβαίνει σήμερα με την καταστροφή του πλανήτη, αυτό το έργο δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι πιο επίκαιρο. Όσο δε η ίδια η ανθρωπινότητα τίθεται εν αμφιβόλω, τόσο το μέλλον θα προδιαγράφεται δυσοίωνο. Κάθε μεθοδευμένη προσπάθεια αποκλεισμού των ανθρώπων από το δικαίωμα στη ζωή απαντά στο ερώτημα «ποιες ζωές αξίζει να σωθούν» και ποιες όχι –δίλημμα που γεννά τρομακτικές μνήμες και σκοτεινούς συνειρμούς.

 

 

Είσοδος

Με το που εισήλθαμε στο αρχαίο θέατρο αντικρίσαμε το εμπνευσμένο σκηνικό – εγκατάσταση του Γιάννη Βαρώτσου με το γυάλινο αμφιθέατρο σε κλίμακα και αντικαθρέφτισμα της Επιδαύρου και τον ανταγωνιστικό προς τον ανέφελο ουρανό κόκκινο οβελίσκο να υψώνεται μπροστά της.
Η Kathryn Hunter κάνει μια επαναστατική είσοδο στην παράσταση μέσα από τη σωματικότητα και τη χρήση του χώρου. Ιδιαιτέρως προοδευτική αυτή η προσέγγισή της μέσω του σώματος, του χώρου, αλλά και της αφήγησης. Καθώς γνωρίζουμε μάλιστα, έπαιξε με τραυματισμένο το πόδι της.
Μικρή το δέμας, αλλά μεγάλη στην ψυχή. Μια μαχήτρια, που με γενναιότητα, ευαισθησία και ευψυχία πήρε το βάρος του ρόλου.

Ο πρωτόγονος μύθος

Το αρχέτυπο του Προμηθέα βρίσκεται στον πρωτόγονο μύθο για την κατασκευή των εργαλείων. Από τα πρωτόγονα εργαλεία περνάμε στη φωτιά και ύστερα στις τέχνες. Ο Προμηθέας υπάρχει σαν μυθικός ήρωας, ημίθεος ή και θεός σε όλες τις ανθρώπινες ομάδες και εξελίσσεται ανάλογα με την πρόοδο που σημειώνουν. Θα περάσει κατοπινά και στην κοινωνία, ενώ στην Ελλάδα θα δοθεί η πιο εντυπωσιακή μορφή του, γιατί ακριβώς στην αρχαία Ελλάδα η γνώση έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Ετυμολογία

Tο όνομα του Προμηθέα βγαίνει από το Προ και μηθεύς (δωρικά μαθεύς) που σημαίνει ο προνοητικός, αυτός που προβλέπει, που έχει σύνεση. Με το όνομά του μπαίνουμε στην ουσία του μύθου, που είναι πολύ παλιός και κρατάει από την τροφοσυλλεκτική περίοδο της ζωής του ανθρώπου.

Σύμβολο

Ο Προμηθέας ήταν μυθική μορφή της αρχαιότητας. Γιος του Τιτάνα Ιαπετού και της Ωκεανίδας Ασίας ή Κλυμένης. Αδέλφια του ήταν οι Ιαπετίδες Επιμηθέας, Άτλας και Μενοίτιος. Στον Αισχύλο εμφανίζεται ως γιος της Θέµιδος-Γαίας.
Ο Προμηθέας συμβολίζει το δυνατό άνθρωπο, που υψώθηκε πάνω από τη μοίρα του θνητού, που άγγιζε το θείο και άνοιξε στον άνθρωπο το δρόμο της κυριαρχίας πάνω στο εχθρικό περιβάλλον.
Ο φορέας της φωτιάς έγινε πραγματικά ο ενσαρκωτής όλων των γνώσεων. Έτσι διαμορφώνεται το αρχέτυπο του Προμηθέα. Ο Προμηθέας είναι ο σοφός που κατέκτησε τη γνώση και τη μετάδωσε στον άνθρωπο. Ο πολιτισμός βγήκε από τη σκέψη αυτού του σοφού.
Η τραγικότητα του ήρωα τον κάνει το πρότυπο του τραγικού ανθρώπου ή του πολιτικού ανθρώπου και σ’ αυτήν του την έκφραση απέκτησε παγκόσμια φήμη. Ο Προμηθέας δεν ήταν θεός και σε αντίθεση με όλους τους άλλους ημίθεους δεν ήταν θεογέννητος. Ανέβηκε στον Όλυμπο με τη δύναμή του και με το μυαλό του.
Ο Προμηθέας επίσης συμβολίζει την επινοητικότητα και την προνοητικότητα. Συμβολίζει το πνεύμα ανεξαρτησίας απέναντι στην εξουσία, την οποία εκπροσωπεί ο Δίας. Προβάλλει τη δύναμη του νου και της θέλησης.

Η νέα τάξη

Ο Δίας, ο νέος κυρίαρχος του κόσμου, σκοπεύει να εξοντώσει με κατακλυσμό το ανθρώπινο γένος. Όμως, ο Προμηθέας αντιδρά στα σχέδιά του, αντιστέκεται, χαρίζει στους ανθρώπους τη φωτιά και τους σώζει από την καταστροφή. Ο Δίας, για να τον τιμωρήσει, τον καρφώνει στα βράχια της Σκυθίας στέλνοντας το μήνυμα ότι στη νέα τάξη που εγκαθίδρυσε δεν υπάρχουν περιθώρια για ανυπακοή. Ο Προμηθέας υπομένει το μαρτύριό του με αλύγιστη θέληση και διαμηνύει την πίστη του ότι θα επικρατήσει το δίκαιο.

Το έργο

Στην εναρκτήρια σκηνή του έργου, κάτω από τις άγριες προτροπές του Kράτους και της Bίας, των ανάλγητων δυνάμεων της εξουσίας, ο θεός Ήφαιστος, με εντολή του οργισμένου Δία, καρφώνει, με κάποια συμπόνια είναι αλήθεια, τον Προμηθέα σε έναν ψηλό βράχο στις εσχατιές της γης, στον Καύκασο, για να βασανίζεται εκεί όσον καιρό το θέλει ο αυταρχικός νέος αφέντης των θεών.
O Xορός από τις Ωκεανίδες, τις θυγατέρες του Ωκεανού, έρχεται να θρηνήσει μαζί του και να τον παρηγορήσει. Σε λίγο εμφανίζεται και ο ίδιος ο Ωκεανός ο οποίος προσφέρεται να μεσολαβήσει στον Δία, αν ο Προμηθέας θελήσει να δείξει μετριοπαθέστερη στάση. Eκείνος όμως απορρίπτει περιφρονητικά την προσφορά του, και ύστερα απαριθμεί στο Xορό όλες του τις ευεργεσίες στο ανθρώπινο γένος.

Στο δεύτερο μέρος καταφθάνει ένα άλλο θύμα της τυραννίας του Δία, η Iώ, μια θνητή που την ερωτεύθηκε ο Δίας και η Ήρα τη μεταμόρφωσε εν μέρει σε αγελάδα, καταδικασμένη να περιπλανιέται διαρκώς, βασανισμένη από τον μυριόφθαλμο Άργο και κυνηγημένη από μια αλογόμυγα, τον Oίστρο, που την τρελαίνει. O Προμηθέας μιλάει για τα παθήματά της, για τον απόγονό της, τον Hρακλή, που θα ελευθερώσει τελικά τον Τιτάνα, και για τον μοιραίο γάμο που θα κάνει ο Δίας μια μέρα και θα τον ρίξει από την εξουσία, εκτός αν ο Προμηθέας τον προειδοποιήσει αποκαλύπτοντας το μυστικό που γνωρίζει μόνον αυτός.

Όταν φεύγει η Iώ, έρχεται ο Eρμής σταλμένος απ’ τον Δία να ζητήσει από τον Προμηθέα να του αποκαλύψει το περίφημο μυστικό, εκείνος όμως, μολονότι ο Eρμής τον απειλεί πως θα αυξηθούν τα βάσανά του σε αβάσταχτο βαθμό, αρνείται αγέρωχα κάθε απάντηση στον «υπηρέτη» του Δία και βυθίζεται μέσα στην άβυσσο, μαζί με τις Ωκεανίδες που αρνούνται να τον εγκαταλείψουν.

Το «μετά»

Δεν υπάρχει αμφισβήτηση για τους μελετητές ότι μετά το «Δεσμώτη» ακολουθούσε ο «Προμηθέας Λυόμενος», όπου η Γη, ως μητέρα του, συμβούλευε ίσως τον Προμηθέα να προχωρήσει σε μια συμφιλίωση, όταν εκείνος, ύστερα από αιώνες τιμωρίας, ξαναγύριζε πάνω στον Καύκασο μαζί με το βράχο του. O Ηρακλής πάντως σκότωνε με το τόξο του τον αετό, που τρεφόταν από το συκώτι του Tιτάνα, και για αντάλλαγμα έπαιρνε πληροφορίες από τον Προμηθέα για το δρόμο του προς τα μήλα των Eσπερίδων, κάπου σε μακρινό τόπο. Tο Χορό τον αποτελούσαν οι απελευθερωμένοι Tιτάνες, εντυπωσιακοί μάρτυρες μιας καινούργιας κοσμικής τάξης που στοχεύει στη συμφιλίωση.

Η γνώση

Στο έργο του Αισχύλου ο μύθος του ήρωα παίρνει μια άλλη διάσταση. Για τον Αισχύλο στο έργο «Προμηθέας Δεσμώτης» ο Προμηθέας χάρισε δώρα –γνώση– στους ανθρώπους για να τους βοηθήσει να αποφύγουν τον αφανισμό. Έσβησε από τους θνητούς το φόβο του θανάτου, πρόσφερε τη φωτιά στο ανθρώπινο γένος, τις τέχνες και τους έδωσε νου και σκέψη, απαρχή του πολιτισμού και όλων των τεχνών.
Ο Αισχύλος στο έργο του εκφράζει το ιδανικό του πολίτη, που μόνος του αποφάσιζε και δρούσε, που ήξερε να ορθώνεται μπροστά στη μοίρα του και να νικάει με τη λογική του.
Ο Προμηθέας είναι ο ήρωας που ορθώθηκε με τη δύναμη, με τη θέλησή του και το δόλο ενάντια στους θεούς. Οι θεοί τον τιμωρούν, αλλά ο Προμηθέας αλύγιστος συνεχίζει να αντιστέκεται. Και στο τέλος νικάει και λυτρώνεται.
Είναι ο αγώνας των πολιτών της Αθήνας πού νίκησαν την τρομερή δύναμη της Περσίας.
Κατά τον Αισχύλο ο Προμηθέας είναι γιος της Θέμιδος, δηλαδή του Νόμου και του Δικαίου. Μέσα απ’ αυτή τη διαπάλη Δία – Προμηθέα απηχείται ο αγώνας της Αθήνας κατά της τυραννίας.
Το θέμα της αμφισβήτησης της εξουσίας είναι τόσο παλιό όσο και οι αρχαιότεροι μύθοι της ανθρωπότητας, τόσο ευρύ όσο και οι ποικίλες έννοιες και πτυχές της εξουσίας.

Ένα ελεύθερο πνεύμα

Η πένα του Αισχύλου αποτύπωσε στη μνήμη των ανθρώπων το πρόσωπο του Προμηθέα ως το αιώνιο σύμβολο ενός ελεύθερου πνεύματος που αντιμάχεται τις σκοτεινές δυνάμεις.
Ο Αισχύλος που έζησε τη μεγαλειώδη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών πίστευε ότι μόνο ένας ελεύθερος και δημοκρατικός άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει. Η ελευθερία της πατρίδας του ήταν γι’ αυτόν η βασική προϋπόθεση για να γράψει τις τραγωδίες του.

Οι ευεργεσίες και η τιμωρία

O Tιτάνας Προμηθέας είχε κλέψει τη φωτιά από τους θεούς με κάποιο τέχνασμα και είχε προσφέρει αυτό το ανεκτίμητο δώρο στους θνητούς. Σ’ αυτό το έργο όμως η κλοπή της φωτιάς είναι απλώς το πρώτο βήμα ενός μεγαλειώδους προγράμματος ευεργεσιών για την ανθρωπότητα, γιατί η φωτιά είναι το ισχυρό σύμβολο μιας απέραντης σειράς τεχνολογικών αλλά και πνευματικών εφευρέσεων. Όλα αυτά τα πραγματοποίησε ο Προμηθέας αψηφώντας απόλυτα τον Δία, που στην πραγματικότητα σχεδίαζε να εξαλείψει τελείως το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτήν τη ματαίωση των σχεδίων του, όσο και για την κλοπή της φωτιάς, ο Προμηθέας έχει επισύρει την οργή του Δία, που τον τιμωρεί τώρα ως σκληρός και αυθαίρετος τύραννος, αν και κατά το παρελθόν ο ευεργέτης της ανθρωπότητας είχε βοηθήσει και τον ίδιο το Δία να επικρατήσει πάνω στον Kρόνο και τους άλλους Tιτάνες.
O Προμηθέας δεν είναι απλώς η κεντρική μορφή του έργου, αλλά το ίδιο το έργο στη δραματική του εξέλιξη, που συνίσταται στην προοδευτική αποκάλυψη της φύσης και του παρελθόντος του, της γνώσης του για το μέλλον και της αυξανόμενης οργής του εναντίον του Δία.
H αληθινή δραματική κίνηση εδώ πραγματοποιείται μέσα στη σκέψη του ακίνητου ήρωα, και από την άποψη αυτή είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ελληνικής σκηνής, ούτε το κλασικό ούτε το μετακλασικό δράμα έχει να προσφέρει κάτι ανάλογο και τόσο μεγαλειώδες. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν τόλμησε, όσο ξέρουμε, άλλος Aθηναίος δραματουργός να ξαναπαρουσιάσει αυτή τη γιγαντιαία επιβλητική μορφή, που, καρφωμένη και σιδεροδεμένη στο βράχο το ζωσμένο από την αγριάδα της βουνίσιας ερημιάς, λέει έπειτα από πολύωρη σιωπή το παράπονό του:

ὦ δῖος αἰθὴρ καὶ ταχύπτεροι πνοαί,
ποταμῶν τε πηγαί, ποντίων τε κυμάτων
ἀνήριθμον γέλασμα, παμμῆτόρ τε γῆ,
καὶ τὸν πανόπτην κύκλον ἡλίου καλῶ·
ἴδεσθέ μ᾽ οἷα πρὸς θεῶν πάσχω θεός.

Οπωσδήποτε ο «Προμηθέας Δεσμώτης» πρέπει να παραμείνει για μας το υπόλειμμα ενός αριστουργήματος, κατά πάσα πιθανότητα το τελευταίο και το θεαματικότερο αριστούργημα του Αισχύλου, ένα δράμα με τερατώδη σύμβολα, που δραματοποιεί την κρίση αλλά και τις ελπίδες της Αθήνας κατά την ιστορική της μεταμόρφωση.

Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος (Αθήνα 525 π.Χ. – Γέλα Σικελίας 456/455 π.Χ.) είναι ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. Αναφέρεται ως ο «πατέρας της τραγωδίας». Στα έργα του κέντρο είναι ο άνθρωπος που ενδιαφέρεται για τα κοινά και για την πατρίδα του. Έζησε μια δύσκολη εποχή, όταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία δοκιμαζόταν από την τυραννία, από ανίκανους πολιτικούς και από εξωτερικούς εχθρούς. Πήρε μέρος σε πολέμους κατά των Περσών. Μερικές από τις τραγωδίες του που έχουν σωθεί, είναι: Πέρσες, Προμηθέας Δεσμώτης, Ικέτιδες, Επτά επί Θήβας, Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες). Η συμβολή του στην ανάπτυξη της τραγωδίας υπήρξε μεγάλη. Πρόσθεσε στα έργα του και δεύτερο ηθοποιό, δίνοντας έτσι μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη θεατρική πράξη.

Πρώτη φορά από γυναίκα

Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας συμμετείχε φέτος στο Φεστιβάλ Επιδαύρου με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου. «Ίσως το πιο φωτισμένο κείμενο όλων των εποχών», όπως σημειώνει και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., Σταύρος Τσακίρης, ο οποίος υπογράφει τη σκηνοθεσία.
Ο Σταύρος Τσακίρης είδε -και ορθώς- στο πρόσωπο και την ερμηνευτική δεινότητα της Kathryn Hunter τον ιδανικό Προμηθέα και η διεθνούς φήμης ελληνικής καταγωγής ηθοποιός αποδέχτηκε με θέρμη την πρόσκλησή του να ενσαρκώσει τον ομώνυμο ρόλο.
Ας σημειωθεί ότι ο ρόλος του Προμηθέα ερμηνεύεται για πρώτη φορά παγκοσμίως από μια γυναίκα ηθοποιό. Πώς όμως αλλιώς, όταν μιλάμε για ένα ρόλο που αντιπροσωπεύει το ανθρώπινο είδος, να υπάρχει διαχωρισμός σε άντρα ή γυναίκα.
Η βραβευμένη με Olivier Award, ως καλύτερη ηθοποιός, Κάθριν Χάντερ πάτησε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, στις 9 και 10 Αυγούστου 2019, ερμηνεύοντας αυτό τον εμβληματικό χαρακτήρα.

Η Κάθριν Χάντερ είναι ελληνικής καταγωγής αλλά δεν είχε ερμηνεύσει έως τώρα κάποιον ρόλο στην ελληνική γλώσσα. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά της στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου κι έχει αναγνωρισθεί παντού σαν μια από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς της εποχής μας.

Λαϊκός θρύλος

Το πιο ηρωικό έργο του αρχαίου ελληνικού κόσμου παρουσιάζεται από την παράσταση σαν ένας παντοτινός λαϊκός θρύλος που ισχύει ακόμη στο σημερινό ταραγμένο κόσμο χωρίς ετεροχρονισμούς γιατί παραμένει μια ανοιχτή πληγή.
Ο Προμηθέας υφίσταται βουβός ένα ταπεινωτικό μαρτύριο. Η σιγή συνδέεται με την τιμωρία του και αποτελεί έκφραση μιας ανυποχώρητης υπερηφάνειας του. Όταν μένει μόνος στην ερημιά του σκυθικού βράχου, υψώνει κραυγή και επικαλείται τη μαρτυρία των στοιχείων της φύσης.
Τα δύο πρόσωπα που μιλούν από την αρχή του έργου παρουσιάζουν εμφανείς διαφορές: η σκαιότητα του Κράτους απηχεί το απρόσωπο της μορφής του, ενώ ο Ήφαιστος συμβάλλει, εκών άκων, με την τέχνη του στο μαρτύριο ενός συγγενικού θεού, αν αναλογιστούμε την τιτανική φύση του, υποκύπτοντας στη βούληση του Δία.

Ο Προμηθέας, από τον πρώτο μονόλογο, εμφανίζεται συνειδητός ως προς την απόφαση να υπομείνει το μαρτύριο που επισύρει ο άθλος του. Η τραγικότητά του αναδύεται τόσο από τη σημασία της προσφοράς του στον άνθρωπο, όσο και από την εγγραφή του ιστορικού ανθρώπινου και παρόντος δραματικού χρόνου στην ανακύκληση ενός μεγαλύτερου χρόνου, καθώς ο Τιτάνας γνωρίζει το μέλλον.
Ο Προμηθέας βιώνει τον μικρόκοσμο μιας προσωπικής περιπέτειας και ταυτόχρονα οραματίζεται τον μακρόκοσμο μέσα στον οποίο αποκτά ιδιαίτερο νόημα η προσωπική βιωματική εμπειρία.

Δεσμώτης στις μεγαλουπόλεις

Όσο οι προκαταλήψεις απέναντι στην ελευθερία του ατόμου ισχύουν, όσο η ανθρώπινη σκέψη ποδηγετείται από θρησκείες και εξουσίες, όσο υπάρχει εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο κι όσο η βία απλώνει τον ιστό της, ο Προμηθέας θα παραμένει δεσμώτης κάπου στη γη, μέσα στις μεγαλουπόλεις. Περιμένει ακόμη να τον ελευθερώσουμε.

Οι συντελεστές

Ο Σταύρος Τσακίρης έχει παρουσιάσει έως τώρα 19 παραστάσεις τραγωδιών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο «Προμηθέας» είναι η πέμπτη παρουσία του στο Φεστιβάλ Επιδαύρου.
Στην παράσταση τον κεντρικό ρόλο του «Αφηγητή» ανέλαβε ο πλέον δημοφιλής Έλληνας ηθοποιός στο Αρχαίο Δράμα, ο Νικήτας Τσακίρογλου, ο οποίος έχει υποδυθεί τον Προμηθέα στο παρελθόν δύο φορές.

Στο ρόλο του Ήφαιστου είδαμε τον Δημήτρη Πιατά, που για πρώτη φορά ερμήνευσε έναν τραγικό ρόλο, παρά την πλούσια παρουσία του στο Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη υποδύθηκε την Ιώ. Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης κράτησε το ρόλο του «Κράτους» και ο Γεράσιμος Γεννατάς τον ρόλο του Ωκεανού.
Το ρόλο του Ερμή μοιράστηκαν τρεις από τους πιο πολλά υποσχόμενους ηθοποιούς της νεότερης γενιάς: η Ηλιάνα Μαυρομάτη, η Αντιγόνη Φρυδά και ο Κωνσταντίνος Νικούλι.
Στον εννεαμελή Χορός Κορυφαίος ήταν το παλαιό στέλεχος του ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Πάτρας Περικλής Βασιλόπουλος.

Η μετάφραση, ειδικά για τη παράσταση, έγινε από τον Δημήτρη Δημητριάδη, τα σκηνικά ήταν του διεθνούς φήμης Έλληνα γλύπτη Κώστα Βαρώτσου και τα κοστούμια του σημαντικού ενδυματολόγου Γιάννη Μετζικώφ που έχει «ντύσει» περισσότερες από 80 παραγωγές Αρχαίου Ελληνικού Δράματος.

Την ευθύνη για την κίνηση έχει ο Ιταλός Marcello Magni, ένας εκ των συνιδρυτών του διεθνώς γνωστού θιάσου Complicite.

Η Ηθοποιός

Η παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, με την υποστήριξη των Θεατρικών Επιχειρήσεων Τάγαρη, που δόθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ήταν από εκείνες τις σπάνιες παραστάσεις που τιμούν τα υλικά τoυς.

Η Κάθριν Χάντερ έδωσε μια σπουδαία ερμηνεία, μια ερμηνεία – επίτευγμα με ιδιαίτερη θεατρική άνεση κι έναν ξεχωριστό αυθορμητισμό. Σώμα να φλέγει και να φλέγεται.
Σώμα να πονάει και να μοιράζεται. Το σώμα έχει τη γλώσσα του, μια γλώσσα η οποία βρίσκεται στο κέντρο, μια γλώσσα όμως που έχει πια χαθεί, που ξεχνιέται. Μια γλώσσα που η ηθοποιός ανασυστήνει ερμηνεύοντας τον Προμηθέα Δεσμώτη κι αυτή η ερμηνεία της σηματοδοτεί άνθρωπο και ποιότητα.
Ηθοποιός που έχει ασκήσει τον εαυτό της και να τον έχει καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννά στιγμές τέχνης, να αισθάνεται και να δημιουργεί συγκινήσεις.
Η μαγική συνταγή που ακολούθησε περιλάμβανε αγνότητα, τεχνικές μακρόχρονης πείρας, ναΐφ προσεγγίσεις, αγάπη και σεβασμό. Πόσο σπάνια ακούγεται στις μέρες μας η λέξη σεβασμός!
Η εκφραστικότητα του προσώπου της, η κινησιολογία του σώματός της, ο μόχθος της ήταν μεγάλα μαθήματα υποκριτικής για νεότερους αλλά και παλαιότερους.

Οι ερμηνείες

Αφηγητής αισθητικής απόλαυσης, ξεχωριστός, που σου μετέδιδε αισθήματα δέους και ευφορίας, που σε ταξίδευε μακριά, σε αρχέγονα μονοπάτια, ήταν ο κύριος Τσακίρογλου. Άριστος στην τέχνη της επικοινωνίας ο μεγάλος μας ηθοποιός Νικήτας Τσακίρογλου, υποδύθηκε τον Αφηγητή με ουσία, μεστά και δυνατά, χωρίς τρικ εντυπωσιασμού και υπερβολές.

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη έλαμψε ως Ιώ με τη σωματικότητά της, τα ηχοχρώματα της φωνής της, τη λαχανιασμένη απελπισία της, το πνιχτό της κλάμα. Απέδωσε άμεσα ολόκληρη τη συναισθηματική διαδρομή της ηρωίδας, τη σπαρακτική και αγωνιώδη πορεία της. Παράκρουση, πόνος, θρήνος βρήκαν συγκλονιστική έκφραση στην ερμηνεία της.

Ο Δημήτρης Πιατάς ως Ήφαιστος, ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης ως Κράτος, ο Γεράσιμος Γεννατάς ως Ωκεανός έδρασαν αναμφισβήτητα θετικά στην παράσταση προσθέτοντας υποβολή και ένταση.

Το ρόλο του Ερμή μοιράστηκαν τρεις λαμπροί νέοι ηθοποιοί, οι Ηλιάνα Μαυρομάτη, Αντιγόνη Φρυδά και Κώστας Νικούλι. Και τους τρεις τους γνωρίζουμε, έχουμε παρακολουθήσει την πορεία τους και τους έχουμε θαυμάσει κατ’ επανάληψιν. Η ιδέα έδωσε ξεχωριστό τόνο στην παράσταση και ανέδειξε ζηλευτά τα φωνητικά και υποκριτικά τους χαρίσματα.

Επίσης είδαμε έναν αξιόλογο Χορό με κορυφαίο τον πεπειραμένο Περικλή Βασιλόπουλο. Μαζί του οι Ηλιάνα Μαυρομάτη, Αντιγόνη Φρυδά, Κώστας Νικούλι, Έφη Κιτσαντά, Μπέτυ Αποστόλου, Δημήτρης Παγώνης, Περικλής Σκορδίλης, Νίκος Μπακάλης, Αντώνης Βλάσσης με την πλαστικότητά τους, τις θερμές φωνές τους, την πλούσια μουσικότητά τους και τη δραματική τους ακρίβεια πέτυχαν ένα άρτιο αποτέλεσμα.

***

Η αμεσότητα της παράστασης υπήρχε περίπτωση να χαθεί με κάποιες ιδέες που υλοποιήθηκαν. Ωστόσο η ευρηματικότητα και η ποικιλομορφία των εικόνων στη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία του Σταύρου Σ. Τσακίρη και στη σκηνογραφία – γλυπτό του εξέχοντα εικαστικού μας Κώστα Βαρώτσου διατήρησαν το μεταφυσικό στοιχείο και την επιβλητικότητα του έργου.

Η πλοκή λειτούργησε πολύ καλά και η παράσταση κύλησε αρμονικά. Οι θαυμάσιοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα ευφάνταστα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ και η εξαίσια επιμέλεια κίνησης του Μαρτσέλο Μάνι, η δουλειά των βοηθών σκηνοθέτη Έφης Ρευματά και Μαρίας Φλωράτου μας έκαναν κοινωνούς στην πιο υψηλή μορφή θεομαχίας που ζωντάνεψε ποτέ μέσα στη μεγάλη ποίηση. Όλα ήταν προσεγμένα και έδεναν στην παράσταση.

Ο Σταύρος Σ. Τσακίρης συντόνισε με επιτυχία το όλο εγχείρημα και μας πρόσφερε ουσιαστικό θέατρο. Με λόγο που σου τον αποθέτει στον νου και στην καρδιά για να τον αναστοχαστείς.
Ο Προμηθέας, ο Άνθρωπος – ο Θεός των αδικημένων και των αδύναμων, έρχεται στο σήμερα, για να μοιραστεί τη μοναξιά του μαζί μας.

***

Σκηνοθετικό σημείωμα του Σταύρου Τσακίρη

«Ίσως η αρχαιότερη τραγωδία.
Ίσως το πιο φωτισμένο κείμενο όλων των εποχών.
Ίσως το πιο κρυπτικό κείμενο του κόσμου.
Ίσως το πιο βλάσφημο που γράφτηκε ποτέ.
Ίσως το πιο ευσπλαχνικό κείμενο γι’ αυτό το ον που σπαράζει ανάμεσα στο πολύ φως του σύμπαντος και το βαθύ σκοτάδι που προσπαθούν να του επιβάλουν στο μυαλό.
Μέγας τυραννισμένος ο Άνθρωπος και νυν και αεί.
Αναρωτιέσαι αν η ζωή που βιώνουμε είναι μια τιμωρία που ακολούθησε το προπατορικό αμάρτημα ή μια επιλογή του ανθρώπου να ορίσει ο ίδιος τη γήινη μοίρα του.
Η φωτιά που έκλεψε ο Προμηθέας είναι το φως που συνεχίζει να καίει».

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΔΗ. ΠΕ. ΘΕ. Πάτρας
Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης»

Ο Άνθρωπος – Θεός των αδικημένων
Επίδαυρος: Παρασκευή 9 και Σάββατο 10 Αυγούστου 2019
και περιοδεία στην Ελλάδα

***
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Σταύρος Σ. Τσακίρης
Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνογράφος: Κώστας Βαρώτσος
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Κίνηση: Μαρτσέλο Μάνι
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά, Μαρία Φλωράτου
Φωτογραφίες αφίσας: Μαριλένα Αναστασιάδου
ωτογραφίες παράστασης: Μαριλένα Σταφυλίδου
Αφίσα – Πρόγραμμα: Πέτρος Παράσχης
Παίζουν:
Kathryn Hunter, Νικήτας Τσακίρογλου, Δημήτρης Πιατάς, Πέγκυ Τρικαλιώτη, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Γεράσιμος Γεννατάς, Περικλής Βασιλόπουλος, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Αντιγόνη Φρυδά, Κώστας Νικούλι, Έφη Κιτσαντά, Μπέτυ Αποστόλου, Δημήτρης Παγώνης, Περικλής Σκορδίλης, Νίκος Μπακάλης, Αντώνης Βλάσσης.
Παραγωγή:
Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας – Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

***

ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ / ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 9 Μ.Μ.

 

ΤΕΤΑΡΤΗ 21: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ / ΘΕΑΤΡΟ ΔΑΣΟΥΣ

ΠΕΜΠΤΗ 22: ΛΑΡΙΣΑ / ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟ ΑΛΚΑΖΑΡ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 23: ΔΙΟΝ /ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΛΥΜΠΟΥ / ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΙΟΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ 25: ΠΑΤΡΑ / ΡΩΜΑΪΚΟ ΩΔΕΙΟ

ΣΑΒΒΑΤΟ 24: ΙΩΑΝΝΙΝΑ / ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ Ε.Η.Μ ΦΡΟΝΤΖΟΣ

TETΑΡΤΗ 28: ΠΑΠΑΓΟΥ / ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟ ΠΑΠΑΓΟΥ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 30: ΑΘΗΝΑ / ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ / ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 9 Μ.Μ.

 

ΔΕΥΤΕΡΑ 2: ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ / ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΣΟΥΣ Δ. ΚΙΝΤΗΣ

ΤΡΙΤΗ 3: ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ / ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΤΡΑΣ

ΠΕΜΠΤΗ 5: ΒΥΡΩΝΑΣ / ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ

ΣΑΒΒΑΤΟ 7: ΠΕΙΡΑΙΑΣ / ΘΕΑΤΡΟ ΒΕΑΚΕΙΟ

 

*** 

 

ΕΔΩ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

 

*** 

 

ΕΔΩ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Προμηθέας Δεσμώτης” – Είδαμε στην Επίδαυρο την Kathryn Hunter στο ρόλο του θεού των αδικημένων
Περισσότερα

Οι «Νεφέλες», όπως τις είδαμε στην Επίδαυρο, με την ομάδα – όνειρο του Δημήτρη Καραντζά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Στο δρομάκι που οδηγεί από το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου προς τα καμαρίνια ακούς πάντα τις πιο αυθόρμητες κριτικές για την παράσταση που μόλις έχει τελειώσει.

(Και) εκεί λοιπόν – την Παρασκευή 26 Ιουλίου – άκουσα τους διθυράμβους για την ανατρεπτική ματιά του σκηνοθέτη Ίβο βαν Χόβε πάνω στην παράσταση «Ηλέκτρα» / «Ορέστης» του Ευριπίδη που ενώθηκαν σε ένα έργο και παρουσιάστηκαν από τον θίασο της ιστορικής Κομεντί Φρανσέζ.

Όταν άκουγα αυτούς τους ύμνους αυτόματα «γύρισα» στο 2018 και στους «Πέρσες» σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη.
Σκέφτηκα λοιπόν πως αν οι (κορυφαίοι πράγματι) ηθοποιοί του Χόβε έβλεπαν την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον ρόλο της Άτοσσας, σίγουρα θα τη ζήλευαν…

Σκέφτηκα επίσης πως ευτυχώς κανείς δεν άκουσε την προτροπή του Αιμίλιου Χουρμούζιου ο οποίος στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 13 Νοεμβρίου 1951 έγραφε ότι «ο Αριστοφάνης δεν παίζεται, και δεν πρέπει να παίζεται»…

***

Έτσι λοιπόν χαρήκαμε τον Νέζερ, την Αρώνη, τον Ηλιόπουλο, τον Λαζάνη, τον Αρμένη και τη Συνοδινού.

Έτσι απολαύσαμε τις σκηνοθεσίες του Αλέξη Σολομού, του Καρόλου Κουν και του Ανδρέα Βουτσινά.

Έτσι ακόμα και τώρα σιγοψιθυρίζουμε τις μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Σταμάτη Κραουνάκη.

***

Χωρίς αυτούς ίσως δεν θα είχαμε σήμερα τη χαρά να δούμε τη νέα σκηνοθετική δουλειά του Δημήτρη Καραντζά, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Το σκηνικό, από την Κλειώ Μπομπότη.

 

Έτσι (ευτυχώς) πήραμε τον δρόμο για το Θέατρο του Πολυκλείτου. Εκεί, άμα τη αφίξει το σκηνικό αποσπά την προσοχή σου από κάθε τι άλλο και σε οδηγεί μέσα από φωτεινά μονοπάτια στην παράσταση που πρόκειται να αρχίσει. Η πρώτη θετική εντύπωση, ο φωτεινός κύβος (που κρύβει εκπλήξεις), έχει την υπογραφή της σκηνογράφου Κλειούς Μπομπότη.

***

Η αριστοτεχνική κωμωδία του Αριστοφάνη παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια το 423 π.Χ. και διακωμωδεί τη διδασκαλία του Σωκράτη και τις ιδέες των σοφιστών της εποχής.

Ο ηλικιωμένος, απαίδευτος Αθηναίος Στρεψιάδης, καταχρεωμένος από τις σπατάλες και τις ασωτίες του καλοαναθρεμμένου γιου του, Φειδιππίδη, προσπαθεί να τον πείσει να φοιτήσει στο φροντιστήριο του Σωκράτη, όπου θα μάθει τη διαφορά μεταξύ δίκαιου και άδικου λόγου και θα μπορεί να υπερασπίζεται καλύτερα τον εαυτό του στο δικαστήριο απέναντι στους δανειστές του.
Όταν ο Φειδιππίδης αρνείται, ο Στρεψιάδης αποφασίζει να σπουδάσει ο ίδιος, παρά την ηλικία του. Στο φροντιστήριο, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο των ιδεών και πολύ γρήγορα εντυπωσιάζεται και ζητά να γνωρίσει τον δάσκαλο.

Ο Σωκράτης παρουσιάζεται αυτοπροσώπως και ξεκινά η τελετή μύησης του γηραιού σπουδαστή. Ωστόσο, ο Στρεψιάδης αποδεικνύεται ανεπίδεκτος μαθήσεως. Εντέλει, ο Φειδιππίδης υποκύπτει στις απειλές του πατέρα του και έρχεται με το ζόρι στο διδασκαλείο για να σπουδάσει.

Πατέρας και γιος παρακολουθούν τη σύγκρουση μεταξύ Δίκαιου και Άδικου Λόγου, με τον καθένα να υποστηρίζει ότι μπορεί να προσφέρει την καλύτερη εκπαίδευση στον Φειδιππίδη.

Ο Άδικος Λόγος αναδεικνύεται νικητής.

Ο Στρεψιάδης επιστρέφει αργότερα για να παραλάβει τον γιο του, ο οποίος έχει πλέον μεταμορφωθεί σε έναν υποδειγματικό διανοούμενο. Ο Στρεψιάδης διοργανώνει μια γιορτή στο σπίτι του για να πανηγυρίσει τη μεταμόρφωση του γιου του, ενώ διώχνει δύο δανειστές που παρουσιάζονται στη γιορτή ζητώντας από τον Φειδιππίδη να παρουσιαστεί στο δικαστήριο.

Όταν ο Φειδιππίδης απειλεί να ξυλοφορτώσει τον πατέρα του στο πλαίσιο μιας αντιδικίας, καταφεύγοντας μάλιστα στα επιχειρήματα που έχει διδαχθεί, ο Στρεψιάδης, όλος θυμό, αποφασίζει να καταστρέψει το φροντιστήριο.

***

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Από αριστερά: Έμιλυ Κολιανδρή, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Πάνος Παπαδόπουλος, Θεοδώρα Τζήμου, Παναγιώτης Εξαρχέας, Χρήστος Λούλης.

 

Αναφέρθηκα στον πρόλογο στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Αν και σε κάποιο σημείο της παράστασης ο Νίκος Καραθάνος την προτρέπει να πάει προς το κοινό λέγοντάς της: «Πήγαινε, για σένα έχουν έρθει»… η αλήθεια είναι ότι οι θεατές ήρθαν για αυτή τη φοβερή ομάδα – όνειρο του Δημήτρη Καραντζά. Δεν πάει κανείς στο γήπεδο για να δει μια ομάδα που έχει μόνο έναν παίκτη, τον τερματοφύλακα. Πάει να δει μια ομάδα που έχει και άμυνα, και μεσαία γραμμή, και επίθεση…

Εδώ λοιπόν έχουμε μια πλήρη ομάδα. Δείτε μόνο τα ονόματα που αποτελούν τον Χορό: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιάννης Κλίνης, Έμιλυ Κολιανδρή, Χρήστος Λούλης, Πάνος Παπαδόπουλος, Θεοδώρα Τζήμου… Στις κορυφαίες του Χορού και η Ελίνα Ρίζου.

Επίσης στους βασικούς ρόλους: ο Αινείας Τσαμάτης (Φειδιππίδης) και ο Χρήστος Λούλης (Ποιητής).

Αν ήταν Γάλλος (σίγουρα) θα ήταν πρωταγωνιστής στην ιστορική Κομεντί Φρανσέζ. Ευτυχώς όμως είναι Έλληνας. Έτσι λοιπόν τον απολαύσαμε τον Γιώργο Γάλλο στον ρόλο του Στρεψιάδη. ΄

***

 

“Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Ο Νίκος Καραθάνος, ως Σωκράτης.

 

Ο Δημήτρης Καραντζάς είχε στα χέρια του μια ομάδα που θα τη ζήλευε κάθε θεατρικός Οργανισμός που σέβεται τον εαυτό του.
Στην προκειμένη περίπτωση οι «Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη» τίμησαν δεόντως την ιστορική τους διαδρομή.

***

-Στη μετάφραση, ο Γιάννης Αστερής φώτισε με δεξιοτεχνία τα χειρόγραφα του Αριστοφάνη. Χάρηκα ιδιαίτερα τις μονομαχίες Άδικου – Δίκαιου Λόγου και Φειδιππίδη – Στρεψιάδη.

-Συνεργάτης στη δραματουργία, η Θεοδώρα Καπράλου «έδεσε» περίτεχνα το χτες με το σήμερα.

Κλειώ Μπομπότη, στα σκηνικά, πέτυχε τον στόχο της με το «καλημέρα».

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Η Έμιλυ Κολιανδρή ως …διαιτητής.

 

-Στα Κοστούμια, η Ιωάννα Τσάμη έδωσε ρεσιτάλ τόλμης και φαντασίας.

-Με την Κίνηση, από τον Τάσο Καραχάλιο, η παράσταση απέκτησε ένα εντελώς δικό της πρόσωπο.

-Στη μουσική, ο Ανρί Κεργκομάρ έφερε νέες σύγχρονες ακουστικές απόψεις βασισμένες στην παράδοση.

-Ισχυρό «χαρτί» οι Φωτισμοί, από τον Αλέκο Αναστασίου.

-Ασφαλώς δεν θα ήθελα να ήμουν βοηθός σκηνοθέτη σε αυτή την παράσταση: Βραβείο στην Γκέλυ Καλαμπάκα που σήκωσε αυτό το βαρύ φορτίο.

 

***

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Πατέρας και γιος. Στρεψιάδης και Φειδιππίδης. Γιώργος Γάλλος και Αινείας Τσαμάτης.

 

Δεκατρία (13) λαμπερά αστέρια έφεραν γούρι στις «Νεφέλες» του Δημήτρη Καραντζά.

Αλεξάνδρα Αϊδίνη, έτσι και αλλιώς κορυφαία. Όπως πάντα αψεγάδιαστη. Απολαυστική…

Ευδοξία Ανδρουλιδάκη έκανε το πρώτο της δυναμικό ξεκίνημα στο Αρχαίο Θέατρο.

Έμιλυ Κολιανδρή, ως διαιτητής στη διαμάχη Άδικου και Δίκαιου Λόγου, έδωσε μαθήματα αυτοσχεδιασμού με άριστα αποτελέσματα.

Ελίνα Ρίζου εντυπωσιακή παρουσία στην πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο. Με την άνεση πολύπειρης ηθοποιού.

Παναγιώτης Εξαρχέας (Μαθητής Β’), πρωταθλητής στη μεταμόρφωση. Κυριολεκτικά αγνώριστος. Με τη στόφα παλιού καρατερίστα.

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και στον Χορό και ως Δίκαιος Λόγος.

 

Πάνος Παπαδόπουλος (Μαθητής Α’) έχει μια εκπληκτική σκηνική ευφυία και έμφυτη πλούσια κωμική φλέβα.

Γιάννης Κλίνης (Δανειστής), στην Παράβαση «κέρδισε» την προσοχή (και το χειροκρότημα) του κοινού ειδικά με το ρίξιμο του νομίσματος στη θυμέλη.

Χρήστος Λούλης, Ποιητής και… πολυεργαλείο. Σαρωτικός και στην κίνηση και στον λόγο του. Απόλαυση να τον παρακολουθείς.

Θεοδώρα Τζήμου (Άδικος Λόγος). Λαμπερή παρουσία. Όχι μόνο λόγω εμφάνισης. Πατούσε με σιγουριά και αυτοπεποίθηση στην ορχήστρα του θεάτρου. Ισχυρός κρίκος.

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Δίκαιος Λόγος). Θα ήταν άδικος ο λόγος μου αν δεν ομολογούσα ότι τη θαυμάζω. Μα, το ίδιο έκανε και όλο το Θέατρο. Ακόμη και όταν βρέθηκε για κάποια λεπτά στις κερκίδες ανάμεσα στους θεατές αποσπούσε το ενδιαφέρον όλων και με τη σιωπή της…

Αινείας Τσαμάτης, ανάμεσα στις «συμπληγάδες» των κορυφαίων συμπρωταγωνιστών του, απογειώθηκε στο ύψος των περιστάσεων και μας χάρισε έναν ξεχωριστό Φειδιππίδη.

Νίκος Καραθάνος (Σωκράτης), έτσι κι αλλιώς μια ιδιαίτερη φιγούρα με προσωπική λάμψη, ήταν ακόμη πιο λαμπερός κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες του Καραντζά.

 

“Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Ο Γιώργος Γάλλος, ως Στρεψιάδης.

 

-Ήρεμη δύναμη ο Γιώργος Γάλλος (Στρεψιάδης). Σοβαρός και στιβαρός, δεν εκβίασε το γέλιο. Η ερμηνεία του είχε ένταση αδιάπτωτη, καταπληκτική ζωντάνια και τη χαρακτήριζε ένα καλλιεργημένο και ευαίσθητο αισθητήριο.

-Στη σκηνοθεσία ο Δημήτρης Καραντζάς έδωσε τη δική του άποψη σεβόμενος το κείμενο του Αριστοφάνη. Διαχειρίστηκε και αξιοποίησε άψογα τον ερμηνευτικό πλούτο των ηθοποιών του. Το όλον εγχείρημα στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Ήταν ένας «Αριστοφάνης» που άφησε τη σφραγίδα του με το πέρασμά του από την Επίδαυρο.

***

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη με καπέλο εμπνευσμένο από το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με την κυκλική ορχήστρα.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Νεφέλες»
Του Αριστοφάνη

Μετάφραση: Γιάννης Αστερής
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Συνεργάτης στη δραματουργία: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος
Μουσική: Ανρί Κεργκομάρ
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Γκέλυ Καλαμπάκα

Παίζουν

Γιώργος Γάλλος (Στρεψιάδης)
Νίκος Καραθάνος (Σωκράτης)
Αινείας Τσαμάτης (Φειδιππίδης)
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Δίκαιος Λόγος)
Θεοδώρα Τζήμου (Άδικος Λόγος)
Χρήστος Λούλης (Ποιητής)
Γιάννης Κλίνης (Δανειστής)
Πάνος Παπαδόπουλος (Μαθητής Α’)
Παναγιώτης Εξαρχέας (Μαθητής Β’)

Κορυφαίες

Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Έμιλυ Κολιανδρή, Ελίνα Ρίζου

Χορός (με αλφαβητική σειρά)

Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιάννης Κλίνης, Έμιλυ Κολιανδρή, Χρήστος Λούλης, Πάνος Παπαδόπουλος, Θεοδώρα Τζήμου

*
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

***

ΟΙ «ΝΕΦΕΛΕΣ» ΣΤΑ ΘΕΑΤΡΑ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ «ΗΡΩΔΕΙΟ»

Οι «Νεφέλες» του Δημήτρη Καραντζά, άρχισαν το ταξίδι τους στην Ελλάδα από τον Βόλο. Συνέχισαν στη Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στο Δίον, στα Χανιά, στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο, στην Πάτρα, στην Αρχαία Ολυμπία και στην Αρχαία Επίδαυρο.
Η περιοδεία βρίσκεται στα μισά της και το δεύτερο ξεκίνημα έχει ως αφετηρία τον Πειραιά και το Βεάκειο Θέατρο.

***

 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. “Νεφέλες”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Από αριστερά: Πάνος Παπαδόπουλος, Γιάννης Κλίνης, Έμιλυ Κολιανδρή, Αινείας Τσαμάτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Γάλλος, Νίκος Καραθάνος, Θεοδώρα Τζήμου, Χρήστος Λούλης, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Ελίνα Ρίζου.

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ / Ώρα έναρξης 9 μ.μ.

ΤΕΤΑΡΤΗ 28: Πειραιάς, ΒΕΑΚΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ / Ώρα έναρξης 9 μ.μ.

ΤΕΤΑΡΤΗ 4: Βριλήσσια ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ
ΠΕΜΠΤΗ 5: Παπάγου ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6: Ηρώδειο
ΣΑΒΒΑΤΟ 7: Πετρούπολη ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΤΡΑΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 8: Ηλιούπολη ΔΗΜ. ΘΕΑΤΡΟ ΑΛΣΟΥΣ Δ. ΚΙΝΤΗΣ
ΤΡΙΤΗ 10: Βύρωνας ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ

***

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

-Για το «Ηρώδειο» από 15 – 70 ευρώ.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ – ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

 

***

-Για τα άλλα θέατρα: Κανονικό 20 ευρώ, Μειωμένο 15 ευρώ (άνεργοι, πολύτεκνοι, φοιτητικά, ΑμεΕΑ και παιδικό).

 

ΓΙΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΘΕΑΤΡΑ – ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

  • Διαβάστε επίσης:

“Νεφέλες”: η πολυσυζητημένη παράσταση του καλοκαιριού στο Ηρώδειο και σε όλη την Αττική

Γιώργος Γάλλος, ένας αδιαφιλονίκητα ξεχωριστός Στρεψιάδης στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου

Παναγιώτης ΜήλαςΟι «Νεφέλες», όπως τις είδαμε στην Επίδαυρο, με την ομάδα – όνειρο του Δημήτρη Καραντζά
Περισσότερα

Οι σημειώσεις μας για την παράσταση «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

«Αν υπάρχουν θεοί, δίκαιος είσαι, θα σε ανταμείψουν.
Κι αν δεν υπάρχουν, για ποιον λόγο να μοχθούμε;»

Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» οι προσωπικές επιδιώξεις παρουσιάζονται ως πατριωτισμός και ο πόλεμος για την Ελένη ως πόλεμος για την Ελλάδα.
Η παράσταση του Γιάννη Καλαβριανού μας ξεδίπλωσε μια σειρά από ευφυή σκηνοθετικά σημάδια, από αυτά που δεν πολυπροσέχει ή δεν πολυκαταλαβαίνει εκ πρώτης όψεως το κοινό, αλλά τονίζουν τη διάσταση της τραγωδίας.
Η τραγωδία «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, η μεγάλη καλοκαιρινή παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, μετά το δυναμικό της ξεκίνημα από τη Θεσσαλονίκη, παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2019.
Να πεθαίνεις για την πατρίδα σου είναι άλλο κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει. Μέσα από την παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος αναπτύσσεται ο μύθος της Ιφιγένειας και η σημασία της πράξης της θυσίας με αναγωγή στο σήμερα. Η ανήσυχη σκέψη του Ευριπίδη, ποιητή της αμφισβήτησης, μας δίνει την ευκαιρία να στοχαστούμε πάνω στα μεγάλα ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο.

 

 

Η πατρίδα

Κάποτε η πατρίδα σκότωνε ξανά και ξανά τα δικά της παιδιά και για να επουλωθούν οι βαθιές πληγές. Τότε, γινόταν για λόγους ιδεολογικούς. Τώρα, γίνεται κοινωνικά αλλά και ιδεολογικά επίσης, σε ένα πιο βαθύ επίπεδο. Σημασία όμως δεν έχει το ότι γίνεται. Σημασία έχει πως νέες πληγές ανοίγουν, από μία πατρίδα που στο όνομα μιας υπέρτερης αξίας σκοτώνει ξανά. Κι ένας θεός ξέρει αν, πότε και πώς θα κλείσουν.
Tο διαχρονικό εθνικό μας δράμα είναι να θυσιάζουμε τα παιδιά μας, για να «σωθεί» ο τόπος μας. Ο μύθος των Ατρειδών είναι πάντα μια σύγχρονη ιστορία.

 

 

Για ποια Ελένη;

H έννοια της θυσίας εμπεριέχεται διαχρονικά στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η καινούργια εποχή μας προκαλεί. Ζητά θυσίες. Όμως, για ποια Ελένη; Τόσος θάνατος και τόσος πόνος για ένα «πουκάμισο ἀδειανό»; Κάθε έννοια θυσίας εμπεριέχει το στοιχείο της αθωότητας του θύματος. Έτσι, σε μια εποχή παρατεταμένης κρίσης, πολιτικής και αξιών, σε έναν κόσμο ετοιμόρροπο, μας ιντριγκάρει η πρόκληση να παρακολουθήσουμε ένα έργο βαθύτατα πολιτικό, ένα ειρωνικό και ταυτόχρονα τραγικό σχόλιο πάνω στο θέμα της πολιτικής σκοπιμότητας, με τη σαγήνη που μας το παρουσίασε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ο γνωστός για τις ρηξικέλευθες ιδέες του Γιάννης Καλαβριανός.
Ο χρόνος κατά τη διάρκεια της παράστασης θαρρείς πως έχει σταματήσει και το θέμα της μνήμης γίνεται κρίσιμο. Η μνήμη που χτίζεται και ξαναχτίζεται από την αρχή, η μνήμη που κληρονομείται, μέχρι που η μνήμη και ο μύθος δεν ξεχωρίζουν πια. Με περίσσια προσοχή και ιδιαιτερότητα ο σκηνοθέτης επανενεργοποιεί εσωτερικές διεργασίες σκέψης. Σαφώς δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως μια παράσταση θα αλλάξει τον κόσμο. Καθώς το έργο είναι αντιπολεμικό όμως και υπονομεύει τον εθνικισμό και ιδεολογίες που δημιουργούνται για να στηρίξουν άδικες εκστρατείες, μπορεί τουλάχιστον να προβληματίσει.

 

 

Τα κρινάκια της άμμου

Το πρώτο που μας έκανε εντύπωση ήταν οι αμμόλοφοι με τις αμαρυλλίδες, τους κρίνους της Κνωσού, που φύτρωναν στην ορχήστρα και η… ευωδιά τους διαπερνούσε την παράσταση. Όταν καρπίζουν τα θαλασσοκρινάκια αυτά οι σπόροι τους, μικροί και μαυριδεροί σαν μικρά κομμάτια κάρβουνο, παρασύρονται στο παραμικρό φύσημα του ανέμου. Αυτή είναι η δύναμη του λεπτεπίλεπτου αυτού φυτού. Με τον αέρα φτάνουν στη θάλασσα και με τα κύματα και τα θαλάσσια ρεύματα φτάνουν σε κάποια άλλη αμμουδερή παραλία. Έτσι δεν αποίκησαν οι αρχαίοι Έλληνες όλη τη Μεσόγειο; Ίσως έτσι να έφτασε και η Ιφιγένεια στην Ταυρίδα.

 

 

Η ειρωνεία του Ευριπίδη

O Ευριπίδης, στο τέλος της ζωής του, μας άφησε κληρονομιά ένα έργο μεταπτώσεων και συνεχόμενων διλημμάτων, έμπλεο ειρωνείας και αναπάντεχων κωμικών στιγμών. Ο σκηνοθέτης συνέλαβε το ερώτημα της ειρωνείας μελετώντας το μέσα στη θεατρική και τραγική του ιδιαιτερότητα, υπενθυμίζοντας τις επιδεικτικές του ρίζες, τη μομφή, τον έπαινο. Τελικά η κακοδαιμονία αυτού του τόπου είναι τόσο διαχρονική όσο διαχρονική είναι και η ειρωνεία του Ευριπίδη.

 

 

Παράδειγμα ανθρωποθυσίας

Η ιστορία της θυσίας της Ιφιγένειας συνδέει δύο μυθολογικές παραδόσεις – του τρωικού πολέμου και του οίκου των Ατρειδών – όπως και δύο κόσμους, τον πολιτικό κόσμο του Αγαμέμνονα ως ηγέτη των Ελλήνων στον τρωικό πόλεμο και τον οικογενειακό του κόσμο, όπου θα συμβούν τα εγκλήματα της οικογένειας του Ατρέα.

Για περισσότερο από δυόμισι χιλιετίες, η Ιφιγένεια είναι ένα κλασικό και χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρωποθυσίας και εκτός από την αναφερόμενη στη Βίβλο θυσία του Ισαάκ από τον πατέρα του Αβραάμ, καμία άλλη ιστορία ανθρωποθυσίας δεν έχει τραβήξει τόσο πολύ την προσοχή των ποιητών, στην αρχαιότητα αλλά και στις άλλες λογοτεχνικές περιόδους.
Ο Ευριπίδης είναι ο πιο σημαντικός που ασχολήθηκε με το μύθο αυτό, και με βάση τα έργα του, ή μάλλον την τραγωδία του «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι», θα γίνει μετέπειτα η μελέτη των έργων του Racine και του Γιάννη Ρίτσου.
«Στα έργα των ποιητών, δεν υπάρχει τίποτα που να είναι πιο φημισμένο από τη θυσία της Ιφιγένειας», έλεγε ο Racine.

∼∼

“Αν είχα του Ορφέα το χάρισμα, πατέρα,
να τραγουδώ και να μ’ ακολουθούν οι πέτρες,
και με τα λόγια μου να θέλγω όποιον θέλω,
έτσι θα πολεμούσα. Τώρα τα δάκρυά μου σού προσφέρω.”

 

 

Η τραγωδία

Η τραγωδία Ιφιγένεια η εν Αυλίδι γράφτηκε στα χρόνια 408-406 π.Χ., λίγο πριν από τον θάνατο του Ευριπίδη.
Αποτελεί μία από τις πέντε τραγωδίες του με θέμα από τον Τρωικό Κύκλο, και μαζί με τις “Βάκχες” είναι τα δύο τελευταία δράματά του. Παραστάθηκε στα Μεγάλα Διονύσια μετά τον θάνατό του, από τον Ευριπίδη τον Νεότερο (γιο ή ανιψιό του μεγάλου τραγικού) και απέσπασε το πρώτο βραβείο.
Η τραγωδία εστιάζει στην απόφαση του Αγαμέμνονα, αρχιστράτηγου των Αχαιών, να θυσιάσει την κόρη του την Ιφιγένεια, ώστε να μπορέσει να σαλπάρει για την Τροία ο ελληνικός στόλος, που έχει ακινητοποιηθεί λόγω άπνοιας στην Αυλίδα. Αυτό είναι το θέλημα της θεάς Άρτεμης, όπως αποκαλύπτει με τον χρησμό του ο μάντης Κάλχας. Έτσι, ο Αγαμέμνονας καλεί την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, με το πρόσχημα του γάμου της με το πρωτοπαλίκαρο των Αχαιών, τον Αχιλλέα, προτού αναχωρήσουν για τον πόλεμο. Παρά το φρικτό δίλημμα που αντιμετωπίζει, αφού καλείται να επιλέξει μεταξύ της κόρης και της πατρίδας του, ο Αγαμέμνονας υπακούει στην «ανάγκη» και αποφασίζει να προχωρήσει στη θυσία, αγνοώντας τις ικεσίες της Κλυταιμήστρας, της Ιφιγένειας, του Αχιλλέα, ακόμα και του ίδιου του Μενέλαου. Η ευγενική Ιφιγένεια τελικά συμφιλιώνεται με την τραγική μοίρα της και αποδέχεται να θυσιαστεί υπέρ πατρίδας. Στο τέλος του έργου, ένας αγγελιοφόρος ανακοινώνει στην Κλυταιμήστρα ότι η Ιφιγένεια εξαφανίστηκε από τον βωμό προτού δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα.

 

 

Ο Ευριπίδης

Σ’ αυτό το κορυφαίο δράμα του, όπου οι χαρακτήρες εξελίσσονται από επεισόδιο και σε επεισόδιο, ο Ευριπίδης, βαθιά σοφός και ώριμος, αναδιευθετεί το επικό υλικό και, απευθυνόμενος στους διχασμένους Έλληνες της εποχής του, γίνεται ο κήρυκας της φιλοπατρίας.

Ο Ευριπίδης είναι ο τρίτος της τριάδας των μεγάλων ποιητών της δραματικής ποίησης της αρχαίας Ελλάδας. Χαρακτηρίζεται ρεαλιστής συγγραφέας, καθώς δίνει τους χαρακτήρες των προσώπων των έργων του όπως είναι περίπου στην πραγματικότητα, και “από σκηνής φιλόσοφος”, επειδή αντιμετωπίζει στοχαστικά τα θέματα που επεξεργάζεται. Από το πλούσιο έργο του μας σώζονται ένα “σατυρικό δράμα”, ο “Κύκλωψ”, και δεκαοκτώ τραγωδίες: “Άλκηστις”, “Ανδρομάχη”, “Μήδεια”, “Ηρακλείδαι”, “Ιππόλυτος”, “Εκάβη”, “Ικέτιδες”, “Ηρακλής μαινόμενος”, “Τρωάδες”, “Ιφιγένεια η εν Ταύροις”, “Ηλέκτρα”, “Ελένη”, “Ίων”, “Φοίνισσαι”, “Ορέστης”, “Βάκχαι”, “Ιφιγένεια η εν Αυλίδι”, “Ρήσος”.

 

 

Η υπόθεση

Ο Πάρις έκλεψε την Ελένη και οι Αχαιοί συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα με το στόλο τους για να κυριεύσουν την Τροία και να τη φέρουν πίσω. Όμως άπνοια τους εμποδίζει. Προφητεία του Κάλχαντα θέλει την άπνοια να σταματά, όταν θυσιαστεί στην Άρτεμη η κόρη του Αγαμέμνονα. Με το πρόσχημα πως θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα, ο Αγαμέμνονας έστειλε να φέρουν την Ιφιγένεια με τη γυναίκα του και το γιο του στην Αυλίδα.
Έχει όμως μετανιώσει. Αγαπά υπερβολικά την κόρη του και δεν θέλει να τη θυσιάσει. Τελικά αποφασίζει να στείλει γράμμα με κάποιον (πρεσβύτης) στους δικούς του για να τους ζητήσει να μην έρθουν. Ακολουθεί η πάροδος του Χορού. Στη σκηνή εμφανίζεται ο Μενέλαος που έχει συλλάβει και ανακρίνει τον ταχυδρόμο του Αγαμέμνονα. Έρχεται και ο Αγαμέμνονας και ακολουθεί έντονη λογομαχία ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Αγγελιοφόρος εμφανίζεται και πληροφορεί για την άφιξη της οικογένειας του Αγαμέμνονα.
Συγκινητική είναι η σκηνή κατά την οποία συναντιούνται με τον αρχηγό της οικογένειας, καθώς έρχονται προετοιμασμένοι για γάμο. Ο Αγαμέμνονας ζητά από την Κλυταιμήστρα ν’ αποχωρήσει για να επιβλέπει το παλάτι και της υπόσχεται να κάνει ο ίδιος όλα τα απαραίτητα για το γάμο.
Ακολουθεί μια σκηνή εντελώς αντίστροφη με την αρχική. Ο Μενέλαος δεν θέλει πια να σώσει τη γυναίκα του, ενώ ο Αγαμέμνονας φοβάται μήπως ο Κάλχας ή κάποιος άλλος του αποδώσει μομφή και επαναστατήσουν οι Αχαιοί.
Αποχωρώντας η Κλυταιμήστρα συναντιέται τυχαία με τον Αχιλλέα που κι αυτός είναι θύμα απάτης. Μαθαίνει και η Ιφιγένεια το σκοπό της άφιξής της. Η μητέρα κατηγορεί με δριμύτητα το σύζυγό της. Η Ιφιγένεια παρακαλεί να την αφήσουν να ζήσει. Ο Αχιλλέας ετοιμάζεται να προστατεύσει την τιμή του και την Ιφιγένεια, που τώρα όμως έχει πειστεί πως πρέπει να θυσιαστεί για το κοινό καλό, και αποκρούει τις κατηγόριες του Αχιλλέα και της μητέρας της, την οποία και παρηγορεί λίγο πριν ψάλλει ένα τραγούδι στην Άρτεμη καθώς παίρνει τον βαρύ και δυσβάστακτο δρόμο της θυσίας.

 

 

Η ηρωίδα

Η Ιφιγένεια ήταν κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμήστρας, αδερφή του Ορέστη και της Ηλέκτρας. Ο Αγαμέμνων ήταν βασιλιάς των Μυκηνών, αδερφός του ήταν ο Μενέλαος και οι δυο τους ήταν γιοι του Ατρέα. Ο βασιλικός οίκος των Ατρειδών είχε μια κατάρα που επέφερε πολλή δυστυχία ως αποτέλεσμα των πράξεων του πατέρα του Ατρέα, του Πέλοπα καθώς και του παππού του, του Τάνταλου.

Ο χαρακτήρας της Ιφιγένειας στην τραγωδία αυτή είναι πολύ ωραία σκιαγραφημένος. Αυτό το κράμα της αδυναμίας και της ρώμης, της δειλίας και της τόλμης είναι μια αληθινή και θελκτική εικόνα του ανθρώπινου φυσικού. Ήρεμα γίνεται η μετάβαση από τη μια στην άλλη ψυχική διάθεση και είναι ικανοποιητικά δικαιολογημένη.

 

 

Οι μύθοι

Ο μύθος λέει πως ο Αγαμέμνων είχε σκοτώσει το ιερό ελάφι της Άρτεμης και υπερηφανεύτηκε ότι ήταν ο καλύτερος κυνηγός. Κάποια άλλη εκδοχή λέει ότι ο Αγαμέμνων θυσίαζε κάθε χρόνο στη θεά το ομορφότερο πλάσμα, όμως τη χρονιά που γεννήθηκε η Ιφιγένεια ήταν εκείνη η πιο όμορφη, κι έτσι ο πατέρας της αναγκάστηκε να την προσφέρει. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του μύθου ο πατέρας του Αγαμέμνονα, ο Ατρέας, είχε υποσχεθεί στην Άρτεμη τα καλύτερα ζώα από τα κοπάδια του, αλλά στη συνέχεια της απέκρυψε ένα χρυσό πρόβατο.

 

 

Η οργή της Άρτεμης

Για ποιο λόγο είχε οργιστεί η Άρτεμη δεν αναφέρεται σ’ αυτήν την τραγωδία. Από το Σοφοκλή όμως (Ηλέκτρα) μαθαίνουμε ότι ο Αγαμέμνονας, ενώ περπατούσε κάποτε στο άλσος της θεάς, ξεσήκωσε από την κοίτη της μια ελαφίνα και τη σκότωσε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είπε κι ένα λόγο γεμάτο κομπασμό για το κατόρθωμά του, που δεν μας το λέει ο Σοφοκλής, τον ξέρουμε όμως από τον Πρόκλο (Χρηστομάθεια 455) και από το Σχολιαστή του Ευριπίδη (Ορέστης 647). Είπε δηλαδή ότι με τόση ευστοχία δε θα μπορούσε να χτυπήσει ούτε η θεά του κυνηγιού.

 

 

Ασύγκριτο αριστούργημα

Την τραγωδία αυτήν την έγραψε ο Ευριπίδης στη Μακεδονία, όπου γέροντας πια, στους τελευταίους 18 μήνες της ζωής του, φιλοξενήθηκε από τον σπουδαίο βασιλιά Αρχέλαο, που είχε τη φιλοδοξία να φιλοξενεί τους πιο έξοχους Έλληνες.
Αλλά η τραγωδία βρέθηκε στα κατάλοιπά του ατελείωτη. Ίσως να την τέλειωσε ο ομώνυμος γιος του Ευριπίδης, τραγικός ποιητής κι αυτός, που την ανέβασε στο θέατρο το 405 π.Χ.
Με λόγια θαυμασμού επαινείται αυτή η τραγωδία και από φιλολόγους και μελετητές, που τη βρίσκουν ασύγκριτο αριστούργημα.

Η αγωνία του πατέρα που κυβερνάει ένα στρατό και που γι’ αυτόν είναι υποχρεωμένος να σφάξει τη παιδί του, ο πόνος και η οργή της μητέρας που της αρπάζουν το παιδί για να το θανατώσουν, η εκδικητικότητα που γεννιέται μέσα της, η πορεία της ψυχής του θύματος από τη μαύρη απελπισία ως την απόφαση της θεληματικής αυτοθυσίας, τα πισωγυρίσματα των ανδρών, το θάμπωμα του Αχιλλέα μπρος σ’ αυτό το ψυχικό μεγαλείο της μελλοθάνατης, όλα αυτά άριστα απεικονίζονται σ’ αυτήν εδώ την τραγωδία, που ο Schiller τη θαύμαζε και τη μετέφρασε στη γερμανική γλώσσα και ο Racine και ο Jean Moréas τη μιμήθηκαν.
Πικραμένος ο Ευριπίδης για τους ατελείωτους εμφύλιους πολέμους των Ελλήνων, που χρόνια τώρα τους είχε κυριεύσει μια αθεράπευτη μανία αυτοκαταστροφής, τους καλεί με τούτο το κύκνειο άσμα του να γυρίσουν στα αχνάρια των προγόνων, που την ιστορική τους πορεία ρύθμιζαν σύμφωνα με το «Βαρβάρων δε Έλληνας άρχειν εικός».
Όλα προσφορά στην Ελλάδα είναι το σύνθημα που προβάλλει ο γηραιός ποιητής στους Έλληνες της εποχής του, που στα τελευταία χρόνια της ζωής του τους είδε να κατρακυλούν στη ζητιανιά της βοήθειας των βαρβάρων, αντίθετα με τις προηγούμενες γενιές που τους είχαν διώξει από τους τόπους όπου μεγαλουργούσε ο ελληνισμός.
Έτσι με την τραγωδία αυτήν τοποθετείται ο ποιητής στη χορεία των αντρών που πίστευαν ότι μπορούσε ο ελληνισμός να κάνει κάτι καλύτερο από τα ατελείωτα αδελφικά αιματοκυλίσματα. Ρίχνεται εδώ ο σπόρος της πανελλήνιας ιδέας που ο Ισοκράτης την έκανε σκοπό και κήρυγμα της ζωής του μέχρι τα βαθιά γεράματά του, και ο Φίλιππος και μετά ο γιος του ο Μ. Αλέξανδρος απτή πραγματικότητα.

 

 

Η παράσταση

Η παράσταση, σε νέα μετάφραση Παντελή Μπουκάλα και σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού, αφού έδρεψε τις δάφνες της στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Ιουλίου 2019, στη συνέχεια παρουσιάστηκε σε αρχαία θέατρα σε όλη την Ελλάδα και η περιοδεία της συνεχίζεται.

Η Ανθή Ευστρατιάδου, που τιμήθηκε με το 11ο «Θεατρικό Βραβείο Μελίνα Μερκούρη» για τη θεατρική περίοδο 2016, ερμήνευσε το ρόλο της Ιφιγένειας. Ο Γιώργος Γλάστρας υποδύθηκε τον Αγαμέμνονα, η Μαρία Τσιμά την Κλυταιμήστρα, ο Γιώργος Καύκας τον Πρεσβύτη, ο Νικόλας Μαραγκόπουλος τον Μενέλαο, ο Χρίστος Στυλιανού τον Αγγελιοφόρο και ο Θανάσης Ραφτόπουλος τον Αχιλλέα.

Ήταν μια παράσταση με ξεχωριστή και υψηλή αισθητική, όπως και κάθε παράσταση του Γιάννη Καλαβριανού. Επικεντρωμένη στο κείμενο. Με ιδιαίτερη προσέγγιση στις ερμηνείες των ηθοποιών και αριστουργηματικό Χορό.

∼∼

“Το φυσικό διαφέρει των ανθρώπων,
διαφέρει ο τρόπος τους.
Μα πάντα η αρετή ξεχωρίζει.”

 

 

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος

Στα είκοσι επτά χρόνια που διήρκεσε ο πόλεμος τον οποίο ο ιστορικός του Θουκυδίδης βάπτισε Πελοποννησιακό, παρέσυρε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Στο τέλος του, που συμπίπτει περίπου με το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα, η Αθήνα, η δύναμη που άλλαξε το πρόσωπο της Ιστορίας, αναγκάστηκε να παραδοθεί στον μεγάλο της αντίπαλο, τη Σπάρτη.
Έκτοτε η εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν σταμάτησε να προβληματίζει ανά τους αιώνες και να επηρεάζει συμπεριφορές και νοοτροπίες. Απ’ την κρίση της δημοκρατίας ως την αλαζονική συμπεριφορά των υπερδυνάμεων, τίποτε δεν συνέβη τότε που να μην αφορά και να μην εξηγεί το τώρα της δικής μας εποχής.

Ο Ευριπίδης δημιούργησε το έργο του μέσα στο χάος που έφερε η πολιτική της Αθήνας κατά την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Oξυδερκής παρατηρητής και πολίτης με αγάπη προς την πόλη του, αντιμετώπιζε την πολιτική δράση κατά τη διάρκεια του πολέμου κριτικά και διαπίστωνε ότι αυτή οδηγεί στην καταστροφή της Αθήνας, μιας και αυτή υπερέβη όλους τους ηθικούς κανόνες. Στο τελευταίο στάδιο του πολέμου ο ποιητής διαπίστωσε ότι όλο το αθηναϊκό σύστημα, η πόλις, τραντάχτηκε: καθένας βρισκόταν κάτω από κάποια αναγκαιότητα, με αποτέλεσμα έναν τρόπο δράσης που οδηγούσε σε μεγαλύτερη α-ταξία. Μέσα στην αταξία της εποχής του ο Ευριπίδης συνέλαβε την αρχή “μέτρον πάντων άνθρωπος” σε όλες της τις εκφάνσεις, την οποία και διατύπωσε στις τραγωδίες του.

 

 

Τι σημειώνει ο σκηνοθέτης

«Εμποτισμένο από την ατμόσφαιρα της εποχής του, με την Αθηναϊκή Δημοκρατία να παραπαίει και την ήττα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο να πλησιάζει, το έργο αποτυπώνει έναν κόσμο όπου η πίστη στον ηρωισμό και τις πατριαρχικές αξίες έχει κλονιστεί. Έναν κόσμο στον οποίον ο όχλος ανάγεται σε πρωταγωνιστή της δράσης, την ίδια στιγμή που οι ήρωες, ασταθείς, γεμάτοι αδυναμίες και με συνεχείς αλλαγές γνώμης, κατακρημνίζονται. Γίνονται δηλαδή τόσο ανθρώπινοι, που ξενίζουν. Μόνες σταθερές, σε έναν κόσμο μεταβατικό, παραμένουν ο αγώνας για την εξουσία, η αναπόδραστη ανάγκη που συντρίβει ζωές και ο ασύμπτωτος χρόνος των καλών προθέσεων, που μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές. Η Αθήνα δεν έχει πια το ηθικό έρεισμα ότι διεξάγει έναν πόλεμο αμυντικό ή εναντίον βαρβάρων. Παρόλα αυτά, το αίτημα της ομοψυχίας είναι κυρίαρχο και πρέπει να επικρατήσει», σημειώνει ο σκηνοθέτης.
«Όμως η θυσία της Ιφιγένειας δεν είναι επιβεβλημένη», τονίζει. «Οι Αργείοι έχουν την επιλογή και να μην ξεκινήσουν για την Τροία. Ο Ευριπίδης δημιουργεί μία ηρωίδα που αποφασίζει τη θυσία της, υπό από το βάρος της ανάγκης. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια ρομαντική αυτοθυσία, ούτε με ένα μονοδιάστατο πατριωτικό δράμα, αλλά με μια περίπτωση διαρκούς πάλης και ανισορροπίας, μια ιστορία ανατροπών, που θέτει τις βάσεις του μελλοντικού αιτήματος ενός ιδανικού ανθρώπου, όπου οι κοινωνικές απαιτήσεις δεν θα τον συντρίβουν, αλλά θα συμπορεύονται με την ελευθερία της σκέψης, της βούλησης και του προσωπικού καλού.
Μέχρι τότε, οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν πού πραγματικά βρίσκονται, αλλά θα συνεχίζουν να οραματίζονται πού θέλουν να φτάσουν», υπογραμμίζει κλείνοντας το σκηνοθετικό του σημείωμα ο Γιάννης Καλαβριανός.

 

 

Συντελεστές

Πέρα από το οξύ θεατρικό αισθητήριο του Γιάννη Καλαβριανού και τη χαρισματικότητα των ερμηνευτών, η παράσταση κέρδισε πολλά από τους σημαντικότατους συντελεστές που όλοι τους αποτελούν κεφάλαια για τον τόπο μας. Η μετάφραση του καταξιωμένου Παντελή Μπουκάλα ήταν εξόχως ενδιαφέρουσα. Τα σκηνικά-κοστούμια των Αλεξάνδρας Μπουσουλέγκα και Ράνιας Υφαντίδου πιστεύω πως θα αφήσουν κυριολεκτικά εποχή.
Η μουσική σύνθεση, η μουσική διδασκαλία και ο ηχητικός σχεδιασμός του Θοδωρή Οικονόμου αντικατοπτρίζουν, σε μεγάλο βαθμό, τη σπουδαία καλλιτεχνική προσωπικότητά του. Η επιμέλεια κίνησης του Δημήτρη Σωτηρίου μας έκανε κοινωνούς μιας εξαιρετικής θεατρικής συνάντησης. Ο δε μαέστρος των φωτισμών στην Ελλάδα Νίκος Βλασόπουλος έδωσε ύφος και συναίσθημα με τη δουλειά του στην παράσταση.
Από τα καλύτερα ανεβάσματα της τραγωδίας του Ευριπίδη των τελευταίων χρόνων η δουλειά αυτή του ΚΘΒΕ.

Οι προσπάθειες του Αγαμέμνονα να σώσει την κόρη του, η ηττοπάθειά του, η συμπάθεια και η κατανόηση του Μενέλαου μετά την αρχική αντίδρασή του, που έρχονται μοιραία αργά για το θύμα, η τολμηρή αντίσταση του Αχιλλέα εναντίον του στρατού για να σωθεί το κορίτσι αλλά και η μετέπειτα κάμψη του στη θέληση των στρατιωτών του, οι λογομαχίες, που θυμίζουν θαρρείς αίθουσα δικαστηρίου, εντείνουν τη δράση και την τραγικότητα. Η λύση του δράματος εν τέλει δίνεται από τον από μηχανής θεό.

 

 

Οι ερμηνείες

Η Ανθή Ευστρατιάδου είναι από τις πρώτες, κατά την ταπεινή μου άποψη, από τις άριστες ηθοποιούς της γενιάς της. Η ελπιδοφόρα αυτή ηθοποιός έβγαλε ένα λαμπρό κράμα γλυκύτητας και σπαραγμού, που δεν πιστεύω ότι άφησε έστω και έναν θεατή ασυγκίνητο. Η αγνή φυσική της ομορφιά, η σεμνή πλην θηλυκή παρουσία της και το θλιμμένο της πρόσωπο συνέθεσαν τα γνωρίσματα που πάντα πλάθουμε με τη φαντασία μας προσπαθώντας να φανταστούμε τη μορφή και την αύρα της Ιφιγένειας. Οι κινήσεις της καλοζυγισμένες. Πότε με χαριτωμένη παιδικότητα, πότε με ελκυστικά γυναικεία αίγλη και πότε με σπαραξικάρδια ειρωνεία. Η κομψή σχεδόν κοριτσίστικη φωνή της άρμοζε ιδανικά στην ηρωίδα. Την ίδια στιγμή που το αυστηρό πλην σαγηνευτικό βλέμμα της, ένα εντυπωσιακό και θαρραλέο κοίταγμα προς το κοινό που σε εγκλώβιζε στην ελαφίσια ομορφιά του, τόνιζαν την καταγγελτική διάσταση της ηρωίδας.

Ο πολύ καλός ηθοποιός Γιώργος Γλάστρας ήταν ένας Αγαμέμνων με βασιλική επιβλητικότητα αλλά χαμηλών τόνων από επιλογή, ήρεμος και επιφυλακτικός, ένας Αγαμέμνων με λεπτότητα. Ο λόγος του είχε φινέτσα και το πάθος του το κάλυπτε η αυτοκυριαρχία και η σαφήνεια του ευφυούς ανθρώπου.

Η Μαρία Τσιμά, μια ηθοποιός – πρότυπο, ακολούθησε όλες τις διακυμάνσεις του ρόλου και έπαιξε θαυμάσια όλα τα δραματικά στάδια της Κλυταιμνήστρας. Από την άφιξή της στο στρατόπεδο των Ελλήνων μέχρι την τραγική στιγμή της θυσίας της κόρης της. Με σημαντική υποκριτική σκευή ερμήνευσε άψογα την πληγωμένη βασίλισσα αλλά και τη συντετριμμένη μάνα. Είχε ουσία, συγκίνηση, νεύρο και κατείχε όλα τα μυστικά του χαρακτήρα.

Ο εξαίρετος Γιώργος Καύκας (Πρεσβύτης) έπαιξε με έλεγχο του είδους που υπηρετούσε και του χώρου που βρισκόταν.

Ο έμπειρος Νικόλας Μαραγκόπουλος υποδύθηκε με άνεση και ισορροπία τον Μενέλαο.

Ο ευάγωγος και ευέλικτος Χρίστος Στυλιανού ως Αγγελιοφόρος είχε μέτρο και τις απαραίτητες δραματικές πινελιές.

Ο νεότατος, επαρκέστατος, εντυπωσιακός και ταλαντούχος Θανάσης Ραφτόπουλος (Αχιλλέας) είχε ορμή και λάμψη.

Η παράσταση τόνισε το βαθιά αντιπολεμικό χαρακτήρα του έργου, αποκαθιστώντας το νόημα της «κραυγής» του ίδιου του Ευριπίδη προς στο αθηναϊκό κοινό της εποχής του για μια τραγική θυσία που καθρεφτίζει αν μη τι άλλο την ολοκληρωτική παράνοια της εξουσίας και του πολέμου.

Ο Γιάννης Καλαβριανός με τις αβρές και γόνιμες καινοτομίες του προσέδωσε στην παράσταση βαθύτητα, διαύγεια και δύναμη, συμβολισμούς και έξοχες προεκτάσεις.

Τα εκπληκτικά κορίτσια του καλογυμνασμένου Χορού –Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Δέσποινα Γιαννοπούλου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Επιθυμιάδη, Αίγλη Κατσίκη, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Μαρία Κωνσταντά, Αλεξία Μπεζίκη, Ζωή Μυλωνά, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου-, δηλαδή ό,τι καλύτερο διαθέτει σήμερα το ελληνικό θέατρο, είχαν παλμό, ωραίες φωνές και έντονες παρουσίες.

Η ενοχή, η εκδίκηση, η έννοια του καθήκοντος, της ευθύνης, της θυσίας, η δυναμική της οικογένειας, το σκοτάδι ως δομικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, το κλίμα αβεβαιότητας ήταν αναμφίβολα οι βασικές θεματικές της παράστασης.
Μπορεί το θέμα της θυσίας της Ιφιγένειας να μοιάζει οικείο, όμως η πλοκή του έργου ξεφεύγει σιγά σιγά με αλλεπάλληλα γλιστρήματα, που μας οδηγούν τελικά αλλού. Στη σκληρότητα, στη βία, στον κυνισμό, στην εύκολη σπατάλη της θνητής ζωής.
Γι’ αυτό το απόμακρο ελάφι, ζώο κερασφόρο και ειρηνικό, που τριγυρίζει ελεύθερο στα δάση με μια ομίχλη μαγείας και μυστηρίου να συνοδεύουν τη χάρη του, γίνεται το έμβλημα της περηφάνιας, της ιερότητας και του σεβασμού, ένα έμβλημα σε χρώμα μπλε ρουά. Γίνεται το ελάφι – οδηγός.

Μια πολύ άρτια θεατρική δουλειά, η πρώτη του Γ. Καλαβριανού στην Επίδαυρο, που τιμά το σκηνοθέτη, όλους τους συντελεστές της και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου
Mουσική σύνθεση-Μουσική διδασκαλία-Ηχητικός σχεδιασμός: Θοδωρής Οικονόμου
Kίνηση: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
A’ Βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Μπεζίκη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Xάρης Πεχλιβανίδης
Βοηθοί σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ελίνα Ευταξία, Isabela Tudorache
Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου
Οργάνωση παραγωγής: MarleenVerschuuren, Μαρία Λαζαρίδου
*Βοηθός σκηνογράφου (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Σοφία Τσιριγώτη

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Γλάστρας (Αγαμέμνων), Ανθή Ευστρατιάδου (Ιφιγένεια), Γιώργος Καύκας (Πρεσβύτης), Νικόλας Μαραγκόπουλος (Μενέλαος), Θανάσης Ραφτόπουλος (Αχιλλέας), Χρίστος Στυλιανού (Αγγελιοφόρος), Μαρία Τσιμά (Κλυταιμήστρα).

Χορός: Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Δέσποινα Γιαννοπούλου, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Επιθυμιάδη, Αίγλη Κατσίκη, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Μαρία Κωνσταντά, Αλεξία Μπεζίκη, Ζωή Μυλωνά, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου

Μουσικός επί σκηνής: Δημήτρης Χουντής

  • «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» του Ευριπίδη
    Παραστάθηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2019 την Παρασκευή 19 και το Σάββατο 20 Ιουλίου.

∼∼

 

ΕΔΩ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΕΝΑ ΚΛΙΚ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ

 

 

 

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι σημειώσεις μας για την παράσταση «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ
Περισσότερα

Ο Πέτρος Φιλιππίδης με “πίστη, αγάπη, ελπίδα” συνάντησε για πρώτη φορά τον Μολιέρο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Γνώρισα τον Πέτρο Φιλιππίδη «σε μια προ-φασιστική κοινωνία άγριου καπιταλισμού, όπου κυριαρχούσε ο κυνισμός και το ατομικό οικονομικό συμφέρον. Την ίδια εποχή η αναλγησία, ο μικροαστικός κανιβαλισμός και η γλωσσική ανοησία δημιουργούσαν το πλέγμα μιας κοινωνίας παραδομένης στη βαρβαρότητα».

Θα μου πείτε σε ποια εποχή ήταν όλα τα παραπάνω και τι σχέση είχε ο Φιλιππίδης με όσα έγραψα…

Φυσικά και είχε σχέση και μάλιστα πρωταγωνιστική. Σε ποια εποχή; Μα, φυσικά στην «Εποχή» του Βασίλη Παπαβασιλείου, το 1988, τότε που συνεργάστηκαν – για δύο χρόνια – στις παραστάσεις: «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», του Έντεν φον Χόρβατ και «Να βρεις τον εαυτό σου», του Λουίτζι Πιραντέλο, στο Θέατρο «Πορεία».

 

Η κάθε μια με τον τρόπο της – και για τους δικούς της λόγους – προσπαθεί να τον κάνει καλά… Από αριστερά: Μυρτώ Αλικάκη και Ιωάννα Ασημακοπούλου. Κάτω από αριστερά: Θάλεια Σταματέλου και Νεφέλη Κουρή.

 

Στα χρόνια εκείνα – ως ηθοποιός – έβλεπες το όνομά σου μόνο στη λίστα των συντελεστών.

Όμως στο μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό «Γυναίκα» (27 Μαρτίου 1989) διαβάζαμε για το «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα»: «Ο Πέτρος Φιλιππίδης έδωσε ένα ρεσιτάλ στη σκηνή του ατρόμητου σωτήρα».

Στην εφημερίδα «Το Βήμα» (19 Μαρτίου 1989) για το ίδιο έργο η Ελένη Βαροπούλου έγραφε (και) για τον Πέτρο Φιλιππίδη (ανάπηρος και Ιωακείμ): «Οι ηθοποιοί της Εποχής διέπρεψαν στην χορβατική αισθητική».

Τέλος στην «Καθημερινή» (8 Απριλίου 1990) για το «Να βρεις τον εαυτό σου», ο Γιάννης Βαρβέρης έγραφε: «Ο Πέτρος Φιλιππίδης (γιατρός) φιλοτέχνησε έξοχα το «σκετς» με εμπειρία και φλέγμα παλαιού καρατερίστα».

Όταν στο ξεκίνημά σου διαβάζεις αυτές τις κριτικές από αυστηρούς κριτικούς κινδυνεύεις αντί «Να βρεις τον εαυτό σου», να τον χάσεις…

***

Ο Χάρης Χιώτης, ως γιατρός Πυργκόν…

Όταν όμως διαθέτεις «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», όπως έχει ο Πέτρος Φιλιππίδης, τότε το αποτέλεσμα είναι αυτό που απολαμβάνουμε σε κάθε δουλειά του.

Αυτό χάρηκα την Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019 στο «Κατράκειο» όπου έγινε η πρεμιέρα με το έργο του Μολιέρου «Ο κατά φαντασίαν ασθενής».

Έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά του το πάθος και την τελειομανία, ο Πέτρος Φιλιππίδης σκηνοθέτησε το τελευταίο έργο του κορυφαίου Γάλλου δραματουργού ενώ παράλληλα συνυπογράφει τη μετάφραση μαζί με τον Δημήτρη Φιλιππίδη, κρατώντας παράλληλα τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

***

«Η κωμωδία του Μολιέρου αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα θεατρικά κείμενα και γοητεύει αιώνες το κοινό, καθώς αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή προσπαθώντας να ξορκίσει μέσα από το γέλιο φόβους και αμφιβολίες.

Στο έργο ο Αργκάν είναι ένας υποχόνδριος, φιλάργυρος και αρρωστοφοβικός ηλικιωμένος, εξαρτημένος από τους γιατρούς και τα φάρμακα. Αισθάνεται συνεχώς ασθενής, αν και στην πραγματικότητα χαίρει άκρας υγείας.

Αυτή η εμμονή του τον καθιστά εύκολο θύμα και οι γύρω του τον εκμεταλλεύονται. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να θέλει να παντρέψει την κόρη του, Ανζελίκ, με γιατρό προκειμένου να έχει δωρεάν ιατρική φροντίδα.

Ο αδελφός του, όμως Μπεράλντ, σε συνεργασία με την Τουανέτ, την υπηρέτρια του Αργκάν θα προσπαθήσουν να τον θεραπεύσουν από τις φαντασιοπληξίες του και ταυτόχρονα να τον οδηγήσουν να ανακαλύψει ποιος πραγματικά τον αγαπά και του είναι πιστός.

Ο Μολιέρος μέσα από τη συγκεκριμένη κωμωδία ασκεί με οξυδέρκεια κριτική στην κοινωνία και στα ήθη, στην ιατρική σοβαροφάνεια και στην απληστία, ενώ παράλληλα παρατηρεί την αιώνια διαμάχη των δύο φύλων για την «πρωτοκαθεδρία» μέσα στο σπίτι.

Τέλος, κριτικάρει έντονα την τσαρλατάνικη ιατρική της εποχής του. Η ιδιαιτερότητα του έργου έγκειται και στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Μολιέρος ερμήνευσε το ρόλο του Αργκάν και στην τέταρτη παράσταση του έργου, στις 17 Φεβρουαρίου 1673, κατέρρευσε με το κλείσιμο της αυλαίας, για να πεθάνει λίγο αργότερα σπίτι του».

***

Στο “Κατράκειο” αρκετή ώρα πριν ανοίξουν οι θύρες. Το σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ, σε “κερδίζει” με την πρώτη ματιά…

-Με το που μπήκα στο «Κατράκειο» με κέρδισε αμέσως το σκηνικό με την υπογραφή του Γιάννη Μετζικώφ. Κλασική απεικόνιση του πολυτελούς σπιτιού του Αργκάν χωρίς καμιά πρόθεση για αισθητικές ακρότητες. Το ίδιο ακριβώς απεκόμισα βλέποντας και τα λαμπερά κοστούμια των πρωταγωνιστών, με την ίδια υπογραφή.

-Ξέχασα να πω ότι ο Φιλιππίδης επιλέγει πάντα κορυφαίους συνεργάτες στο είδος τους. Έτσι από τους φωτισμούς δεν θα έλειπε ο Λευτέρης Παυλόπουλος.

-Μουσική και τραγούδια από τον Θέμη Καραμουρατίδη. Σε κλίμα ευφρόσυνο, απόλυτα ταιριαστό με το θέαμα. Η μουσική διδασκαλία έγινε από τον Παναγιώτη Τσεβά.

-Στις χορογραφίες και την κινησιολογία η Ελπίδα Νίνου. Η αυθεντική Ελπίδα και όχι αυτή του τίτλου… Δύσκολη αποστολή να κινητοποιήσεις και να κινήσεις αρμονικά δώδεκα …αεικίνητα άτομα. Και μόνο η καταγραφή αυτού του θεατρικού μαραθώνιου είναι άθλος. Βοηθός χορογράφος, ο Δημόκριτος Σηφάκης.

Η μετάφραση και απόδοση έγινε από τον Πέτρο και τον Δημήτρη Φιλιππίδη. Πατέρας και γιος «έφεραν στο σήμερα» το έργο του Μολιέρου αποφεύγοντας τις επικίνδυνες ολισθήσεις.

*

Στη σκηνή κυριολεκτικά λάμπουν 11 + 1 αστέρια.

Ρένος Ρώτας (Κλεάντ), με εξαιρετική σκηνική παρουσία και άνεση

Χάρης Χιώτης (Κύριος Πυργκόν), ζωντανή γελοιογραφία, έβγαλε πολύ γέλιο χωρίς να το διεκδικήσει.

Βαγγέλης Κυπαρίσσης (Κύριος Φλεράν), με τον αέρα έμπειρου κωμικού.

Νεφέλη Κουρή (Ανζελίκ), αέρινη και με χιούμορ. Ανερχόμενη δύναμη και με εξαιρετική φωνή. Αγνή και δροσερή.

Θάλεια Σταματέλου (Λουιζόν), σήκωσε βαρύ φορτίο. Μια μικρή έκπληξη. Αστέρι.

 

Ο Λαέρτης Μαλκότσης, ως συμβολαιογράφος, αναλύει τα προβλήματα στον κατά φαντασίαν ασθενή.

 

Αντίνοος Αλμπάνης (Τομάς Ντιαφουαρύς), προσφέρει σιγουριά στους «συμπαίκτες» του στη σκηνή. Πάντα με αυτοπεποίθηση.

Τάσος Γιαννόπουλος (Κύριος Ντιαφουαρύς). Όταν η εμπειρία έχει ονοματεπώνυμο, τότε το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να χαίρεσαι την ερμηνεία.

 

Θα πείσει τελικά τον κύριό της η Ιωάννα Ασημακοπούλου (Τουανέτ);

Ιωάννα Ασημακοπούλου (Τουανέτ), παρασύρει, ανατρέπει, απογειώνει τους πάντες και τα πάντα. Με μία λέξη σαρώνει…

Λαέρτης Μαλκότσης (Κύριος Μπονφουά), δυναμική παρουσία. Στιβαρός και με λεπτό χιούμορ.

Μυρτώ Αλικάκη (Μπελίν), σταθερή αξία. Απόλαυση να την παρακολουθείς. Και στις σιωπές της και στις λεπτομέρειες.

Τάκης Παπαματθαίου (Μπεράλντ). Είναι σημαντικό ότι από τα δύσκολα χρόνια (στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης) ήταν πάντα δίπλα δίπλα με τον Πέτρο Φιλιππίδη. Ο ένας ξέρει και τις ανάσες του άλλου… Εξαιρετικό «δίδυμο».

Πέτρος Φιλιππίδης (Αργκάν). Ο Μολιέρος θα του έγραφε και νέο έργο. Ο Χριστόφορος Νέζερ θα τον χειροκροτούσε. Ο ίδιος μας έπεισε ότι είναι πράγματι «Ο κατά φαντασίαν ασθενής». Τον ευχαριστούμε για τον πρώτο του «Μολιέρο».

 

Ο Ρένος Ρώτας διεκδικεί… Ο υποψήφιος πεθερός αμύνεται…

-Ως σκηνοθέτης ο Πέτρος Φιλιππίδης είχε «δύο στις δύο» επιτυχίες: Η πρώτη, ότι πήρε το καλύτερο δυνατόν από τους 11 συναδέλφους του. Μας χάρισε έτσι 11 ιδανικές ερμηνείες, αψεγάδιαστες. Η δεύτερη επιτυχία του ήταν ακόμη πιο δύσκολη: Κατάφερε να τιθασεύσει τα πλούσια ερμηνευτικά προσόντα του …Πέτρου Φιλιππίδη και να αποφύγει έτσι το ενδεχόμενο να πέσει σε μια δακτυλήθρα και να …πνιγεί. Περιμένουμε τον επόμενο «Μολιέρο» του…

-11 + 1 αστέρια λοιπόν που αξίζει να τα αναζητήσετε στον καλοκαιρινό ουρανό. Θα είναι οπωσδήποτε μια ιδιαίτερη βραδιά όπου και να βρείτε την ομάδα του Πέτρου η οποία πάει παντού…

***

 

 

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής»

Του Μολιέρου

Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης

Μετάφραση-Απόδοση: Πέτρος Φιλιππίδης, Δημήτρης Φιλιππίδης
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Χορογραφίες-Κινησιολογία: Ελπίδα Νίνου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Τσεβάς
Βοηθός χορογράφος: Δημόκριτος Σηφάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Χάρης Χιώτης
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Αφοί Τάγαρη

Παίζουν

Πέτρος Φιλιππίδης (Αργκάν, ο κατά φαντασίαν ασθενής)
Μυρτώ Αλικάκη (Μπελίν, σύζυγος του Αργκάν από δεύτερο γάμο)
Νεφέλη Κουρή (Ανζελίκ, κόρη του Αργκάν και ερωμένη του Κλεάνθη)
Θάλεια Σταματέλου (Λουιζόν, μικρή κόρη του Αργκάν και αδελφή της Ανζελίκ)
Τάκης Παπαματθαίου (Μπεράλντ, αδελφός του Αργκάν)
Ρένος Ρώτας (Κλεάντ, εραστής της Ανζελίκ)
Τάσος Γιαννόπουλος (Κύριος Ντιαφουαρύς, γιατρός)
Αντίνοος Αλμπάνης (Τομάς Ντιαφουαρύς, γιος του γιατρού Ντιαφουαρύς και ερωτευμένος με την Ανζελίκ)
Χάρης Χιώτης (Κύριος Πυργκόν, γιατρός του Αργκάν)
Βαγγέλης Κυπαρίσσης (Κύριος Φλεράν, φαρμακοποιός)
Λαέρτης Μαλκότσης (Κύριος Μπονφουά, συμβολαιογράφος)
Ιωάννα Ασημακοπούλου (Τουανέτ, υπηρέτρια)

 

***

 

“Ο κατά φαντασίαν ασθενής” του Μολιέρου. Καλοκαίρι 2019. Από αριστερά: Αντίνοος Αλμπάνης, Λαέρτης Μαλκότσης, Ρένος Ρώτας. Κάτω: Τάκης Παπαματθαίου, Χάρης Χιώτης, Πέτρος Φιλιππίδης, Βαγγέλης Κυπαρίσσης και Τάσος Γιαννόπουλος.

 

 

ΑΠΟ ΤΗ ΝΙΚΑΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΒΡΙΛΗΣΣΙΑ

 

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» άρχισε τα …παράπονά του από την Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019, στο «Κατράκειο», στη Νίκαια. Από εκεί και πέρα συνέχισε τις γκρίνιες του: Στο Θέατρο Πέτρας, στο Βεάκειο, στο Κηποθέατρο Παπάγου, στο Αγρίνιο, στο Κάστρο Άρτας, στη Λευκάδα, στα Γιάννενα, στην Κέρκυρα, στην Πρέβεζα, στην Αρχαία Ολυμπία, στη Χαλκίδα, στην Καρδίτσα, στη Λάρισα, στον Βόλο, στην Ηλιούπολη, στην Κρήτη (Ηράκλειο, Χανιά, Ρέθυμνο), στο Δίον, στα Μουδανιά, στην Ξάνθη και στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων Καβάλας.

Οι …κλάψες όμως του Αργκάν δεν έχουν τελειωμό. Ο ήρωας του Μολιέρου έδωσε συνέχεια στην Αλεξανδρούπολη, στην Κομοτηνή, στη Σίβηρη, στους Δελφούς, στην Πάτρα, στο Αρχαίο Θέατρο Οινιάδων και στο Αρχαίο θέατρο του Άργους.

 

***

 

Ναιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι….. Μας αρρώστησεεεεεεεεεεεε…..

 

Ο «ασθενής» τώρα είναι εδώ…

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

 

Με ώρα έναρξης 9.30 μ.μ.

 

***

 

-Σάββατο 10, στο Αθλητικό & Πολιτιστικό Πάρκο Νέας Μάκρης – Νέα Μάκρη
-Κυριακή 11, στο Ευριπίδειο Θέατρο Σαλαμίνας – Σαλαμίνα
-Δευτέρα 12, στο Κινηματοθέατρο ΑΛΕΞ – Πόρτο Ράφτη
-Τρίτη 13, στο Υπαίθριο Θέατρο Αιγιαλείας Γ. Παππάς – Αίγιο

 

***

 

Από εδώ και πέρα ώρα έναρξης 9 μ.μ.

 

-Παρασκευή 30 Αυγούστου, στο Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου – Παπάγου

 

***

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

 

-Κυριακή 1, στο Θέατρο Κρύας – Λιβαδειά
-Δευτέρα 2, στο Θέατρο Δάσους – Θεσσαλονίκη
-Τρίτη 3, στο Θέατρο Δάσους – Θεσσαλονίκη
-Τετάρτη 4, στο Ανοιχτό Αμφιθέατρο ΤΕΙ Σερρών – Σέρρες
-Πέμπτη 5, στο Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο Φρούριο – Τρίκαλα
-Παρασκευή 6, στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη – Βύρωνας
-Κυριακή 8, στο Δημοτικό Αμφιθέατρο Θανάσης Βέγγος – Κορυδαλλός
-Δευτέρα 9, στο Θέατρο Κάστρου – Καλαμάτα
-Τετάρτη 11, στο Θέατρο «Αλίκη Βουγιουκλάκη» – Βριλήσσια

 

***

 

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Πέτρος Φιλιππίδης με “πίστη, αγάπη, ελπίδα” συνάντησε για πρώτη φορά τον Μολιέρο
Περισσότερα

“Μαρία Πενταγιώτισσα”: Άφθονο γέλιο, φρεσκοκομμένο από το “μποστάνι του Μποστ”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η ιστορία της έγινε ζωντανός θρύλος και έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου -όπου υπάρχει ελληνισμός. Η περίπτωση της θρυλικής Μαρίας Πενταγιώτισσας απασχόλησε όλα τα είδη του λόγου (θέατρο, επιθεώρηση, ποίηση, κινηματογράφο, μουσική, σάτιρα) και για χάρη της έρευσε και ρέει πολύ μελάνι, ακόμη και μέχρι τις μέρες μας.
Με το όνομα της Μαρίας Πενταγιώτισσας ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς δημοσίευσε, το 1890, στη συλλογή “Τα μάτια της ψυχής μου”, πολύστιχο ποίημα στο οποίο ύμνησε τα χαρίσματά της και εμμέσως παρομοίασε τα κάλλη και τις χάρες των ωραίων γυναικών με αυτά της Μαρίας. Το ποίημα αυτό αφιέρωσε στον Ανδρέα Καρκαβίτσα. Αλλά και ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας και ο Δημήτριος Καμπούρογλου ασχολήθηκαν μ’ αυτήν κατά τη γεροντική της ηλικία.
Με τη Μαρία Πενταγιώτισσα καταπιάστηκε και ο Μέντης Μποσταντζόγλου, γνωστός ως Μποστ, αφιερώνοντας στο βίο και την προσωπικότητά της, με το γνωστό τερπνό και καυστικό τρόπο του, ένα από τα θεατρικά του έργα.

Μια ανάμνηση

Αξίζει εδώ να σημειώσω πως είχα γνωρίσει τον Μποστ, επισκεπτόμενη συχνά το κατάστημά του, επί της οδού Ομήρου, στο κέντρο της Αθήνας, σύνορα με Κολωνάκι, και πολύ κοντά στην ΕΣΗΕΑ, όπου πήγαινα για να συμβουλευτώ τη βιβλιοθήκη της, στη δεκαετία του 1980 ή και νωρίτερα, τέλη ’70.
Εκεί χάζευα μαγεμένη τα αντιπροσωπευτικά έργα της ζωγραφικής του και της χιουμοριστικής του ιδιοσυγκρασίας, εκατοντάδες αντικείμενα (μπουκάλια, κανάτες, ποτήρια, πιάτα, μολυβοθήκες) τα οποία διακοσμούσε με μοτίβα και ανορθόγραφα τσιτάτα. Το μαγαζί το είχε ανοίξει το 1966 και έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Λαϊκαί Εικόναι». Υπολογίζεται ότι είχε διακοσμήσει πάνω από 27.000 είδη δώρων με σκίτσα και ζωγραφιές, καθώς και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις.
Κάποια από αυτά, διατηρώ ακόμα στη συλλογή μου. Πολλά δε είχα προσφέρει ως δώρα.
Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος σοβαρός, οξυδερκής και χαμηλών τόνων, με ευγενές μειδίαμα και με το περίφημο χιούμορ του να παραμονεύει αλλά πάντα με ηρεμία, πραότητα και σεμνότητα.
Τον είπαν «σύγχρονο Αριστοφάνη του θεάτρου» και «Θεόφιλο της σύγχρονης ζωγραφικής», χαρακτηρισμούς τους οποίους ο ίδιος μάλλον θα απέρριπτε ασυζητητί.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου ή Μποστ (1918-1995) ήταν θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, ζωγράφος, σκιτσογράφος, μα πάνω απ’ όλα θα μείνει στην Ιστορία για τις ασεβείς και ανορθόγραφες γελοιογραφικές συνθέσεις του και για τους τύπους που δημιούργησε, όπως ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα.

Παρωδία

Την εμβληματική κωμωδία του «Μαρία Πενταγιώτισσα» παρουσιάζει η 5η Εποχή σε πανελλαδική περιοδεία το καλοκαίρι του 2019, εξού και αυτή η εισαγωγή.
Στο ρόλο της «Μαρίας», ο απόλυτος κωμικός μας ηθοποιός Χρήστος Χατζηπαναγιώτης.
Ο Μποστ γράφει τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» στα 1982. Πρόκειται για ένα από πιο αστεία, σχεδόν σπαρταριστά έργα του ελληνικού ρεπερτορίου, γραμμένο στον προσφιλή του 15σύλλαβο. Μια ξεκαρδιστική παρωδία ηθών βασισμένη σε ένα από τα γνωστά παραδοσιακά τραγούδια του τόπου μας, εμπνευσμένη από αληθινά περιστατικά.
Η Μαρία η Πενταγιώτισσα, κατά κόσμον Μαρία Δασκαλοπούλου, ήταν γνωστή στο χωριό της – Πενταγιοί Φωκίδας – για τις ερωτικές της περιπέτειες. Εραστές και αγαπητικοί δημιουργούσαν συχνά επεισόδια, ενώ η ίδια θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις πρώτες φεμινίστριες στην Ελλάδα.
Ο λαός τραγούδησε την ομορφιά της και τα ερωτικά της καμώματα: «Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια / και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παληκάρια… Μαρίτσα Πενταγιώτισσα, μωρή δασκαλοπούλα, / εσύ τα ’καμες ούλα!».
Με όχημα την ιστορία της θρυλικής Μαρίας του τόπου μας ο Μποστ και πάντα «σε ζωντανή σύνδεση» σαρκάζει τους θεσμούς και αμφιβάλλει για τη νέα κοινωνική πραγματικότητα.
Η Μαρία η Πενταγιώτισσα είναι βασισμένη στον λαϊκό θρύλο του ομώνυμου ιστορικού προσώπου, η ζωή και τα κατορθώματα του οποίου ενέπνευσαν τους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες διαφόρων ταινιών του αξέχαστου ελληνικού κινηματογράφου. Ως πρότυπο θεωρείται βαθιά ριζωμένο στη συλλογική μνήμη και στη λαϊκή παράδοση και η παρώδησή του από το συγγραφέα γίνεται με ευφυή αναδημιουργία και μέσα από τη μοναδικότητα της ιδιοπροσωπίας του.

***

Η δραματουργική επεξεργασία, που έγινε από τον σκηνοθέτη της παράστασης, Μάνο Καρατζογιάννη, πρόσφερε στους θεατές μια αίσθηση οικειότητας και αμεσότητας, κάτι που το ανέβασμα είχε ανάγκη για να έρθει σε επαφή με την επικαιρότητα.

Έντεκα ηθοποιοί, καλοδιδαγμένοι, με εξαίρετες φωνές, συμπαρατάχθηκαν για να οικοδομήσουν ένα ξεχωριστό σύμπαν, φτιαγμένο εξ ολοκλήρου με υλικά από τον αμίμητο και ιδιαίτερα σαρκαστικό κόσμο του Μποστ.

Υπόθεση

Ο Μποστ παρουσιάζει την ηρωίδα να εγκαταλείπει τον νεαρό με τον οποίο ήταν ερωτευμένη για να παντρευτεί έναν γραφικό τσέλιγκα λόγω του πλούτου του τελευταίου. Έπειτα από μια επεισοδιακή σύλληψη του συζύγου της για φοροδιαφυγή και ύστερα από αρκετές ερωτικές περιπέτειες, η Μαρία γεννά ένα παιδί και το δίνει στον Τάσο, έναν έμπιστό της τσοπάνο, για να το εγκαταλείψει μόνο στο λόγγο ώστε εκείνο να πεθάνει. Ο Τάσος λυπάται το βρέφος και του χαρίζει τη ζωή. Έπειτα από χρόνια, η Μαρία έχει γίνει αρχηγός μιας αντάρτικης ομάδας και ο Τάσος είναι το πρωτοπαλίκαρό της. Η ομάδα δέχεται την επίσκεψη ενός ανήσυχου νέου που επιθυμεί να στρατολογηθεί στον στρατό των ανταρτών και για τον οποίον η Μαρία εκφράζει γρήγορα ερωτικό ενδιαφέρον. Η ηρωίδα και ο νεαρός σύντομα συνάπτουν ερωτική σχέση.
Η άφιξη του νέου ακολουθείται από την εμφάνιση ενός άντρα, του αδερφού της Μαρίας, ο οποίος επιδιώκει να την πείσει να επιστρέψει στους Πενταγιούς, να ξεπλύνει το όνομά της και να παντρευτεί.
Η συνάντηση της Μαρίας και του αδελφού της δεν έχει ευχάριστη κατάληξη, αφού δέχεται απειλές από αυτόν και αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση.
Κατόπιν εντολών της, ο Τάσος δολοφονεί τον αδερφό της Μαρίας με τη βοήθεια του νέου. Κατά τη διαδικασία αυτή, όμως, αποκαλύπτεται πως ο νεαρός είναι ο γιος της Μαρίας, τον οποίον ο Τάσος δεν είχε σκοτώσει.
Μπορούμε να υποθέσουμε πως ο συγγραφέας εδώ δεν βασίστηκε απλώς στον θρύλο του ιστορικού προσώπου αλλά στο μύθο του Οιδίποδα όπως μας τον μετέφερε ο Σοφοκλής.
Η «Μαρία Πενταγιώτισσα» είναι επίσης το μόνο από τα έργα του Μποστ του οποίου η υπόθεση επί της ουσίας αποτελεί αφήγηση, καθώς η μακρινή απόγονος της ηρωίδας διηγείται την ιστορία της Μαρίας της Πενταγιώτισσας στον παρουσιαστή μιας τηλεοπτικής εκπομπής.

Η ηρωίδα

Ο Μποστ δημιουργεί μια πρωταγωνίστρια αδίστακτη, κυνική και ανήθικη που για το χρήμα και την εξουσία ή τη δόξα και την προσωπική φιλοδοξία είναι πρόθυμη να θυσιάσει τα πάντα και τους πάντες.
Στη θέση των ρομαντικών, ευγενικών ηρώων που πασχίζουν ενάντια στις δυσκολίες να σταθούν ο ένας δίπλα στον άλλον, όπως ήταν το πρότυπο των ελληνικών ταινιών, παρουσιάζεται μια γυναίκα εντελώς υλίστρια. Μια γυναίκα αρχηγική και εγωκεντρική η οποία αποφεύγει κάθε συναισθηματικό δεσμό, χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους που την ερωτεύονται ως μέσα σεξουαλικής ηδονής και επίτευξης των στόχων της.
Το βουκολικό λογοτεχνικό πλαίσιο του παρωδούμενου έργου διαστρεβλώνεται πλήρως σε μια σκληρή και ανελέητη διακωμώδηση του ρομαντισμού και των αγνών συναισθημάτων που παρουσιάζονται ως ιδανικά των ηρώων στην κινηματογραφική Μαρία την Πενταγιώτισσα.
Ο Μποστ ξαφνιάζει τον θεατή, παρουσιάζοντάς του ανορθόγραφα, ανορθόδοξα και διαστρεβλωμένα το μύθο, κάνοντας με αυτόν τον τρόπο πιο αντιθετική τη διαφορά μεταξύ της «κινηματογραφικής φουστανέλας» και του θεατρικού του έργου.
Ο Μποστ γράφει υιοθετώντας εκφράσεις της δικής του μοναδικής κοπής και έχει τέτοιου είδους σχέση με τις λέξεις, που αυτές αποκτούν αυτονομία ως σχόλια αυθύπαρκτα η κάθε μια, μιας και χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα σε ακραία σύνταξη, για να υπογραμμίσει την υποκρισία, την ημιμάθεια και όχι μόνο της εποχής του.

Με τον Αριστοφάνη

Δίχως υπερβολή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Μποστ σχετίζεται στενά δημιουργικά με τον αρχαίο ομότεχνό του, τον Αριστοφάνη, αφού δεν διστάζει να χρησιμοποιεί παραδοσιακά εργαλεία της παρωδίας με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικά πεδία. Γεγονός που υποστηρίζουν και πολλοί θεωρητικοί του θεάτρου.
Επίσης και οι δύο έγραφαν πολιτικοκοινωνική σάτιρα, σκιαγραφώντας τα ήθη και τους ανθρώπους της εποχής τους με χιούμορ συνδυασμένο με κριτική, δίχως να στηρίζουν το έργο τους σε κωμικές «ευκολίες» για να προσεγγίσουν το κοινό.
Το κυριότερο κοινό στοιχείο ανάμεσά τους, ωστόσο, είναι αυτή η διαχρονική αξία που φαίνεται να διακρίνει τα έργα τους. Μια διαχρονικότητα που μπορεί και να σημαίνει είτε πως δεν έγραφαν αποκλειστικά για την εποχή τους είτε ότι οι εποχές έχουν αλλάξει ελάχιστα. Όσο για την ειρωνική χρήση της καθαρεύουσας, με τις ανεπανάληπτες ελληνικούρες, τις βαρύγδουπες εκφράσεις, τις αλλεπάλληλες γενικές και τις άφθονες μετοχές μπορεί ο Μποστ να τις έγραφε στα αστεία, οι πολιτικοί του καιρού του όμως -αλλά ακόμα και οι σημερινοί, είναι άφθονα τα παραδείγματα- τις λένε στα σοβαρά, πιστεύοντας πως είναι σωστές και προσδίδουν επισημότητα στο λόγο τους.
Ασφαλώς όλα τα είχε λογαριάσει ο δαιμόνιος Μποστ!
Στα θεατρικά του έργα χρησιμοποιούσε δεκαπεντασύλλαβο στίχο, συμφυρμούς πομπωδών καθαρευουσιάνικων εκφράσεων, με ξένες και λαϊκές εκφράσεις, ενώ συχνά εμφανίζει ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα να αναφέρονται σε σύγχρονα γεγονότα, προκαλώντας εκπλήξεις, ανατροπές και ατέλειωτο γέλιο.
Η σάτιρά του στόχευε κυρίως τον μικροαστό Έλληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τον καθωσπρεπισμό, την προσποίηση, τον μιμητισμό, τον νεοπλουτισμό, την ξενομανία, τις έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, καθώς και την ελληνική πολιτική ζωή.

Οι συντελεστές

Η παράσταση που σκηνοθέτησε επάξια ο Μάνος Καρατζογιάννης με τα ευφάνταστα, α-χρονικά κοστούμια, αντλημένα από τη λαϊκή ενδυματολογική παράδοση της Βάνας Γιαννούλα, «δεμένα» με το καλαίσθητο σκηνικό του έμπειρου Γιάννη Αρβανίτη, το οποίο επίσης παραπέμπει στη σκηνογραφική μας παράδοση, με τους χυμώδεις ρυθμούς της χορογραφίας της Βρισηίδας Σολωμού, την εξαιρετικής ποιότητας μουσική του Θύμιου Παπαδόπουλου, τους υποδειγματικούς και ενδιαφέροντες φωτισμούς του Νίκου Σωτηρόπουλου, ήταν έξοχη από θεατρική, φιλολογική και αισθητική άποψη. Απόλυτα καλοκαιρινή και με οργιαστικό κέφι και μπρίο.
Η δε επεξεργασία του κειμένου από τον Μάνο Καρατζογιάννη απέδωσε πολύ καλά, δεν ήταν λαϊκίστικη και δανειοδοτήθηκε ευφυώς από φράσεις και λόγια της τρέχουσας κοινωνικής περιόδου.

Οι ερμηνείες

Οι ερμηνείες, στο σύνολό τους, διέθεταν κάτι από τη διάφανη καθαρότητα και την αφέλεια απλών τύπων άλλων εποχών και είχαν μια απροσποίητη αμεσότητα και αξιοθαύμαστη εξωστρέφεια.
Είχε, βέβαια, στη διάθεσή του ο σκηνοθέτης ένα μεγάλο ερμηνευτικό «κεφάλαιο» για να δουλέψει πάνω στον Μποστ. Τον σημαντικότατο Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, που ευεργέτησε αυτή τη γενικά ευτυχή καλλιτεχνική συνεύρεση με το τεράστιο μέγεθος και τη μοναδικότητα του πηγαίου και σοφού ταλέντου του. Ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός μας απέδειξε με την ερμηνεία του στο ρόλο της Μαρίας Πενταγιώτισσας ότι ξέρει και να πειθαρχεί σε ό,τι του αξίζει και έχει την τέχνη να χαρίζει άφθονο το λυτρωτικό αλλά και νοήμον γέλιο στους θεατές του.
Φύση κωμική η Βίκυ Σταυροπούλου έπλασε τη Μαρίτσα ως μια χαριτωμένα γκροτέσκα και ασυγκράτητη λαϊκή φιγούρα. Πολύ ευέλικτη ηθοποιός και με ευρύτατη γκάμα, έπαιξε με δεξιοτεχνία, φυσικότητα, πηγαίο χιούμορ και κινήθηκε γεμάτη ενέργεια, γεμίζοντας ευφρόσυνη συγκίνηση τη σκηνή.
Ένας ηθοποιός έτοιμος για όλα και πάντα σε εγρήγορση είναι ο Μελέτης Ηλίας. Ως Τάσος οργίασε με κέφι. Ήταν ξεκαρδιστικός, και υπήρξε ένα από τα πιο ισχυρά κωμικά στοιχεία της παράστασης. Ξεδίπλωσε με υποκριτική νηφαλιότητα και θαυμαστή αυθεντικότητα τον εραστή, τον τσοπάνη, τον ακόλουθο, το πρωτοπαλίκαρο της Μαρίας.
Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος στο ρόλο του Θανάση, του αδελφού της Μαρίας, κράτησε ένα σοβαρό ερμηνευτικό μέτρο. Δεν επιδίωξε το γέλιο για το γέλιο, δε χρησιμοποίησε κωμικές και μιμητικές ευκολίες και χειροκροτήθηκε αβίαστα από το κοινό.
Ο Χάρης Γρηγορόπουλος ως Πατήρ Αμβρόσιος έδειξε περίτρανα τη θεατρική του αποτελεσματικότητα. Ήταν φινετσάτος και σαρκαστικός, πλάθοντας με ακρίβεια και συνοχή μια γνήσια λαϊκή φιγούρα.
Αμεσότητα και χιούμορ, νεανικότητα, ομορφιά και ταλέντο επέδειξε ο Απόστολος Καμιτσάκης και στους δύο ρόλους που του ανατέθηκαν.
Πολύ καλός, ερμηνεύοντας με κέφι και ευρηματικότητα τον Αποσπασματάρχη ήταν ο Γιώργος Δεπάστας.
Έξυπνα αστείος, ανάλαφρος, τερπνός, ναΐφ, με παιχνιδιάρικη διάθεση και σπιρτάδα ο Αχιλλέας Σκεύης ως Αρχιτσέλιγκας κέρδισε την εκτίμηση και το ασυγκράτητο γέλιο του κοινού.
Ο Αργύρης Αγγέλου / τηλεπαρουσιαστής και η Δανάη Μπάρκα / βοηθός του ζωγράφισαν ένα υπέροχο και ξεκαρδιστικό δίδυμο με άνεση και αμεσότητα.
Η αστραφτερή Δανάη Μπάρκα μάλιστα, που επωμίστηκε και το ρόλο της Ελένης – Μνηστής του Θανάση, επιβεβαίωσε την πληθωρικότητα του ταλέντου της, βάζοντας σοβαρή υποψηφιότητα για πιο μεγάλους κωμικούς ρόλους μελλοντικά. Αρκεί να μη χάση το μέτρο και την πολύτιμη φρεσκάδα της.
Σε μια τέτοια καλλιτεχνική συγκυρία -κείμενο, σκηνοθεσία, παραγωγή- ήταν φυσικό όλοι οι ηθοποιοί να προσφέρουν αφειδώλευτα το υποκριτικό τους κέφι.

Ο σκηνοθέτης

Σεμνά, μετρημένα, διακριτικά αλλά και με αίσθηση του χιούμορ, ο Μάνος Καρατζογιάννης συνταίριασε όλους τους καλλιτεχνικούς συντελεστές, με πρώτο μέλημά του το λόγο και αποσπώντας γόνιμες ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς.
Έξοχη, λεπτομερειακά σχεδιασμένη και διδαγμένη, γεμάτη ζωντάνια, «νεύρο» και με φαντασία η σκηνοθεσία του.
Πρόκειται το δίχως άλλο για μια θεατρική πρόταση που δεν κουράζει ούτε δευτερόλεπτο, δοσμένη με διάχυτο ταλέντο και θεμελιωμένη πάνω σε βαθιά θεατρική γνώση. Μια παράσταση στρωτή, εμπνευσμένη και αστεία που δε γίνεται να την προσπεράσετε όπου κι αν τη συναντήσετε αυτό το καλοκαίρι.

Ταυτότητα παράστασης

“Μαρία Πενταγιώτισσα” του Μποστ

Σκηνοθεσία -δραματουργική επεξεργασία ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗΣ, Σκηνικά ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ, Κοστούμια ΒΑΝΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ, Μουσική ΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Φωτισμοί ΝΙΚΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Χορογραφίες – Κινησιολογία ΒΡΙΣΗΙΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Παίζουν:

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΒΙΚΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΕΛΕΤΗΣ ΗΛΙΑΣ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΑΓΓΕΛΟΥ, ΧΑΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΑΝΑΗ ΜΠΑΡΚΑ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΠΑΣΤΑΣ, ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΣΚΕΥΗΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΜΙΤΣΑΚΗΣ

Αυτό το «Μποστάνι» τα έχει όλα… – Σημείωμα του σκηνοθέτη Μάνου Καρατζογιάννη

«Πάνε εξήντα χρόνια ακριβώς από τότε που ο Μποστ παρουσίασε στη στήλη του με τον τίτλο «Το μποστάνι του Μποστ», τους τρεις χαρακτηριστικότερους ήρωές του: Μαμά Ελλάς, Πειναλέων και Ανεργίτσα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διατρέχουν το σύνολο του έργου του μέχρι και το 1995 που γράφει και το τελευταίο του θεατρικό έργο.
Διαβάζοντας ξανά σήμερα το έργο του Μέντη Μποσταντζόγλου αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως τι είναι αυτό που κινητοποίησε τη νεαρή τότε Λούλα Αναγνωστάκη -που σφράγισε τη μετέπειτα νεοελληνική δραματουργία- να γράψει το πρώτο της ουσιαστικά δημοσιευμένο κείμενο, στην Επιθεώρηση Τέχνης του 1962, αναφορικά με το πρώτο του σχεδόν θεατρικό έργο Όμορφη Πόλη υπερασπιζόμενη την ποιητικότητα και το σουρεαλισμό της θεατρικής γραφής του Κωνσταντινουπολίτη καλλιτέχνη.
Μοναδική μορφή στην ελληνική τέχνη και τα γράμματα ο Χρύσανθος Μέντης Μποσταντζόγλου, κατά συντομογραφία Μποστ -σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατυρικός αρθρογράφος- κατάφερε να δημιουργήσει ένα εντελώς αναγνωρίσιμο σατιρικό ύφος και μια βαθιά προσωπική σχέση με τις λέξεις που αποκτούσαν αυτονομία ως σχόλια αυθύπαρκτα η κάθε μια, χρησιμοποιώντας την καθαρεύουσα σε ακραία σύνταξη για να υπογραμμίσει την ημιμάθεια της εποχής του.
Το έργο του Μποστ τα έχει όλα: χιούμορ, συγκίνηση, πολιτικό στοχασμό, αγάπη για τους ανθρώπους, μα κυρίως δύο στοιχεία συχνά αντικρουόμενα στη νεοελληνική συνείδηση: τη λαϊκότητα και τη λογιοσύνη. Μπορεί να πει με λίγα πολλά και να θίξει με τη φαινομενική αλαφράδα του βαθιά ζητήματα του καιρού μας».

Oλίγα λόγια διά τον καλλιτέχνη

Ένα κείμενο που προέταξε ο ίδιος ο Μποστ σαν πρόλογο στη συλλογή σκίτσων “Το λέφκομά μου”, α΄ έκδοση, Αθήνα Δεκέμβριος 1960

Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή. O πρώτος, ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευ ρέτης. Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον», το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων».

O Mποσταντζόγλου είναι κι’ αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχνον μεγαλυτέραν κατανόησιν. Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι, απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Bεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον. Oύτε το ότι ήτο ακριβός, ευσταθεί.

Nομίζω, ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχεται ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Tο ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Mποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας. Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. «Aν είχα καιρόν να γράψω», μου εξομολογήθη κάποτε, «τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές. Tι λες εσύ;».

Συνεφώνησα με τα λεχθέντα τότε, διότι πράγματι εγνώριζα ότι ήτο απησχολημένος με διάφορα προβλήματα. Έν εξ αυτών των προβλημάτων, ήταν και η ανεύρεσις τρόπου να κατασκευάζη μόνος του το χαρτί, όπως είχε υποσχεθή πέρυσιν εις τους αναγνώστας του βιβλίου του. Έκανε πολλά πειράματα που πολύ τον εταλαιπώρησαν και πολλοί γνωστοί και φίλοι, εις τους οποίους έδειξε τα δείγματα, του εσύστησαν να ξαναπάρη χαρτί του εμπορίου ώστε να ξεκουρασθή και συνεχίζει τις ανακαλύψεις του τού χρόνου.

Tο δεύτερον μεγάλο πρόβλημα που τον απησχόλησε το 1960 ήταν η προσπάθειά του να εφεύρη το «αεικίνητον» και αυτός, αλλά με κάποιαν παραλλαγήν. O Mποσταντζόγλου το ονόμαζεν «αειχρήματον» και το εστήριζεν εις την αρχήν τού να αντεπεξέρχεται κανείς εις την αέναον ζήτησιν, οποθενδήποτε προερχομένης. Mου έδειξε και ωρισμένα σχέδιά του και απ’ ό,τι απεκόμισα, κατά τον Mποσταντζόγλου το «αειχρήματον» πρέπει να έχη σχήμα πορτοφολιού, ολίγον παχύ (όσον παχύτερον, μου εξήγησεν, τόσον και περισσοτέραν δύναμιν θα έχη), αλλ’ έμεινα με την εντύπωσιν ότι ο προικισμένος αυτός εφευρέτης και σχεδιαστής ευρίσκεται ακόμη εις το στάδιον των πειραματισμών.

Kατέχει τα Mαθηματικά, αλλά η λογική του είναι ιδιόρρυθμος. Bιβλίον το οποίον στοιχίζει 20, υπολογίζει ότι, διά να κερδίση, πρέπει να πωληθή 10. Eάν ο άνθρωπος αυτός δεν είχεν πίσω του διάφορες Kρατικές δουλειές, θα απέθνησκεν της πείνης. Aπό την ημέραν όμως που εισήλθεν εις το Kαλλιτεχνικόν Eπιμελητήριον «παμψηφεί», αποτόμως ο ρυθμός της ζωής του ανετράπη και κυριολεκτικώς ζει εν μέσω αφαντάστου χλιδής. […].

Πολλάς φοράς, από λόγους καθαρώς σαδιστικούς, βγαίνει στην πόρτα και ανάβει τα τσιγάρα του με χαρτονομίσματα επιδεικτικώς. Στην γειτονιά τον αποκαλούν «Pότσιλδ». Aυτή είναι η μελανή του πλευρά. Kατά τα άλλα, είναι ένας καλλιτέχνης αξιαγάπητος. Πάντοτε έχει σπίτι του επισκέπτας. Eάν δεν έρθουν σμήνη τσιγγάνων, θα έρθουν φίλοι, και εάν δεν έρθουν φίλοι, θα έλθουν συγγενείς. Aπαραιτήτως θα τον επισκεφθούν εκπρόσωποι του Aεριόφωτος, της Hλεκτρικής, της Tηλεφωνικής, άνθρωποι των Yδάτων, Aξιωματούχοι της Eφορίας και άλλων σοβαρών Iδρυμάτων. Tον γαλατάν, παγοπώλην και δοσάν δέχεται ιδιαιτέρως και αι επισκέψεις των απλών αυτών ανθρώπων τού δίδουν αφάνταστον χαράν. Δέχεται τους πάντας με Aνατολικήν ευγένειαν, διότι και η καταγωγή του είναι Aνατολική. O Mέντης Mποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη. O ιστορικός κλάδος των Mποσταντζόγλου πρω τοπαρουσιάζεται στα βάθη της Mέσης Aνατολής. […]

Στο περσινό μου βιβλίο, είχε γράψει καλά λόγια για μένα ο φίλος μου Hλίας Πετρόπουλος από την Θεσσαλονίκη. Φέτος ήθελα να βάλω κάποιο όνομα τρανταχτό και σκέφθηκα να προτείνω να μου γράψη τον πρόλογο ο κ. Πρωθυπουργός. Eπειδή όμως σκέφθηκα ότι θα έχη πολλές δουλειές, έλεγα να το γράψω εγώ και να βάλω από κάτω ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, ποιος θα το καταλάβη. Mετά είπα, ότι μπορεί να μαθευτή και θα ήταν μεγάλη ντροπή. Mου είπαν μερικοί να πάω στον ακαδημαϊκό ΠΕΤΡΙΔΗ. Πήγα, αλλά έλειπε στο μνημόσυνο του Mητρόπουλου. Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, να γράψω τον πρόλογο εγώ και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που τον διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος.

***

 

 

Μέντης Μποσταντζόγλου (Χρύσανθος Βοσταντζόγλου), (1918-1995). Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου του Κλεόβουλου και της Ουρανίας γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1920 η οικογένειά του κατέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και το 1926 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Από παιδί έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τις ξένες γλώσσες και τη ζωγραφική. Το παρατσούκλι Μέντης τον συνόδευε από τα γυμνασιακά του χρόνια. Το 1939 έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, σταμάτησε όμως να παρακολουθεί μαθήματα έξι μήνες αργότερα, καθώς ήθελε να ακολουθήσει προσωπικό δρόμο. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίστηκε ως εικονογράφος, στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με την έκδοση του βιβλίου «Ο Άγιος Φανούριος. Θέμα για δούλεμα. Βοήθημα διά την κατανόησιν των κινέζων κλασικών του 20ού αιώνος, ήτοι των συγγραφέων Γκά-τσου και Βου-σβου-νι», με εμφανή ήδη στοιχεία, τις επιρροές που δέχτηκε από το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού αλλά και του ιδιότυπου σατιρικού λόγου του. Το 1948 παντρεύτηκε τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον ζωγράφο Κώστα και τον ηθοποιό Γιάννη. Πέθανε το 1995 στην Αθήνα.

Πολύπλευρη και ανήσυχη προσωπικότητα, ο Μποστ ασχολήθηκε τόσο με τις εικαστικές τέχνες όσο και με την τέχνη του λόγου. Σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, χαρτογράφος και ζωγράφος, συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οίκους, πραγματοποίησε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και εξέδωσε λευκώματα με τη δουλειά του, από τα οποία σημειώνουμε ενδεικτικά την ιδιαίτερα επιτυχημένη έκδοση «Σκίτσα του Μποστ» με πρόλογο του Ηλία Πετρόπουλου (1959). Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, σε συνεργασία με τον οποίο ο Μποστ έγραψε και τα κείμενα για την παράσταση «Όμορφη Πόλη» που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στο θέατρο Παρκ το καλοκαίρι του 1962. Είχε προηγηθεί το πρώτο θεατρικό έργο του με τίτλο «Δον Κιχώτης» (1961). Σταθμός ωστόσο στην πορεία του ως θεατρικού συγγραφέα υπήρξε η «Φαύστα ή Η απολεσθείς κόρη» (1964).

Ο θεατρικός λόγος του Μποστ εκφράζει την αγωνία του για τη σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τη δίοδο της ευφυούς σάτιρας και αποτελεί καρπό δημιουργικής αφομοίωσης των διαβασμάτων του συγγραφέα αλλά και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης. Έγραψε επίσης πεζά κείμενα και ευθυμογραφήματα. Παράλληλα ασχολήθηκε για χρόνια με το πολιτικό χρονογράφημα, ενώ για την αγωνιστική του δράση στον χώρο της Αριστεράς γνώρισε διώξεις ήδη από την περίοδο της γερμανικής κατοχής αλλά και στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας.

***

 

 

Η Μαρία Δασκαλόπουλου, γνωστότερη ως Μαρία η Πενταγιώτισσα ή Μαρίτσα Πενταγιώτισσα (1821-1885) ήταν Ελληνίδα καλλονή θρυλική για την ομορφιά της αφενός και για τα ερωτικά της σκάνδαλα αφετέρου που έδρασε την εποχή της βασιλείας του Όθωνα στην ορεινή Φωκίδα. Το όνομα Πενταγιώτισσα το όφειλε στον τόπο καταγωγής της, από το χωριό Πενταγιοί. Η ιστορία της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης θεατρικών έργων, κινηματογραφικών ταινιών αλλά και ποιημάτων.

Η Μαρία Πενταγιώτισσα φέρεται να γεννήθηκε το 1821. Από τα νεανικά της χρόνια διασώθηκαν μόνο διάφορες παραδόσεις και θρύλοι. Ο πατέρας της λέγεται πως ήταν γραμματοδιδάσκαλος, εξου και ο χαρακτηρισμός της σε δημοτικό τραγούδι “μωρή δασκαλοπούλα”. Υπήρξε ιδιαίτερα όμορφη και δυναμική γυναίκα για τα δεδομένα της εποχής της. Αυτό όμως που εξόργισε τη συντηρητική κοινωνία του χωριού της ήταν η ερωτομανής διαγωγή της που έφθασε σε τέτοιο βαθμό ώστε οι πολυάριθμοι εραστές της να περιέλθουν σε μεταξύ τους διαμάχες και συγκρούσεις, ακόμα και με τραυματισμούς από ζηλοτυπία.
Τελικά από τις συνεχείς παράνομες σχέσεις της ακολούθησε και ένα δράμα: Όταν αποκαλύφθηκε ο μυστικός έρωτάς της με έναν νέο του χωριού, τον Δημήτρη Τουρκάκη, την έφερε σε σύγκρουση με τον αδερφό της που της άσκησε μεγάλη πίεση να σταματήσει τις σχέσεις αυτές που είχαν ξεσηκώσει όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γύρω χωριά. Το αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθεί ο αδερφός της από τον Δημήτρη Τουρκάκη, με την ίδια να θεωρείται ηθική αυτουργός. Τότε απόσπασμα της χωροφυλακής τη συνέλαβε σε γύρω βουνά που είχε καταφύγει και την οδήγησαν στο Κακουργιοδικείο του Μεσολογγίου όπου δικάστηκε μαζί με τον δράστη. Τελικά όμως αθωώθηκε από καθαρή μεροληψία των ενόρκων “θελχθέντων από την ωραιότητά της” ή κατά άλλο θρύλο από πίεση που άσκησε γιος ενός των ενόρκων που υπήρξε εραστής της Μαρίτσας προ του φόβου αποκάλυψης ή κατ΄ άλλο θρύλο από πίεση που άσκησαν δύο χωροφύλακες ομοίως.
Τέλος, ύστερα και από τη θανατική καταδίκη του μοναδικού προστάτη της πλέον και του χαμού του αδελφού της, παντρεύτηκε τον χήρο Γεώργιο Αρμάο στο διπλανό χωριό Παλαιοκάτουνο (Κροκύλειο), του ανέθρεψε και μόρφωσε τα 4 παιδιά του που είχε από τον προηγούμενο γάμο του, τους έδωσε σωστές αρχές και πέθανε το 1885, σε ηλικία 64 ετών.

***

Έγραψε η εφημερίδα ΕΣΤΙΑ στις 20/1/1896: “Εδικάσθησαν αμφότεροι και εφυλακίσθησαν. Μετά την αποφυλάκισην, η Μαρία κατέφυγε εις Παλαιοκάτουνον, όπου ενυμφεύθη χήρον τινά Αρμάγον καλούμενον, μεθ’ ου έζησε μέχρι του θανάτου της. Και εν τω εσχάτω γήρατι αυτής, η Μαρία διετήρησε ανεξάλειπτα τα ίχνη της καλλονής της, τα οποία δεν ηδυνήθησαν να εξαλείψουν ούτε αι τύψεις της συνειδήσεως, ούτε αι λύπαι, ούτε η περιφρόνησις την οποίαν εδέικνυον προς αυτήν οι συμπατριώτες της διά το ελευθέριον παρελθόν της”.

***

Οι συμπατριώτες της, για να τη στιγματίσουν και για να παραδώσουν στο αιώνιο ανάθεμα τα κακουργήματά της, έκαμαν ευθύς το τραγούδι της. Το δημοσιεύουμε ολόκληρο, γιατί μόνο λίγοι το ξέρουν:

Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια
Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια.

Κλείσε τα παραθύρια σου και σκέπασ’ τη φωτιά σου
Να μη φανεί ο ασίκης σου, όπ’ έχεις στην ποδιά σου.

Τι ’ ν’ το κακό οπώ’ καμες στο δόλιο το Θανάση;
Τον αδελφό σου σκότωσες, τον Τούρκο για να πάρεις.

Στον Κάρκαρο τον έριξες, στον Κάρκαρο τον ρίχνεις.
Κανείς δεν κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.

Ο Γιάννης κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.
Παίρνει πεντάδιπλα σχοινιά με δεκοχτώ φανάρια.

Σαν μπήκε και τον έβγαλε στο αίμα βουτημένον
Και η Μαρία λιγοψυχά και πέφτει να πεθάνει.

-Τίνος τα λες αυτά Μαριά και Τουρκοπιστωμένη;
Εσύ ’σουν που τον σκότωσες και τώρα θα τον κλάψεις;

Ο θρύλος της Μαρίας Πενταγιώτισσας στην τέχνη

Όταν ο Αχιλλέας Μαδράς επισκέφθηκε πολύ αργότερα, το 1928, το χωριό της Μαρίτσας Πενταγιώτισσας προκειμένου να συλλέξει στοιχεία από τη ζωή της για το γύρισμα της ομώνυμης ταινίας, η κοινωνία εκεί φάνηκε πολύ κλειστή και λίγα στοιχεία έδιναν για την αποκαλούμενη “λησταρχίνα”. Τελικά στη ταινία η Μαρίτσα φέρεται να είχε καταφύγει περί το τέλος της ζωής της σε μοναστήρι όπου και πέθανε.

Οι ταινίες με θέμα τη ζωή της Μαρίας της Πενταγιώτισσας ήταν:

Μαρία Πενταγιώτισσα (1928): Ταινία του Αχιλλέα Μαδρά
Μαρία Πενταγιώτισσα (1957): Ταινία του Κώστα Αδρίτσου με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη
Κόρη της Πενταγιώτισσας (1967): Ταινία του Ιωάννη Τέμπου

Οι θεατρικές παραστάσεις εμπνευσμένες από την ιστορία της Μαρίας της Πενταγιώτισσας:

Μαρία Πενταγιώτισσα, του Νιρβάνα
Μαρία Πενταγιώτισσα, του Μποστ

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Μαρία Πενταγιώτισσα”: Άφθονο γέλιο, φρεσκοκομμένο από το “μποστάνι του Μποστ”
Περισσότερα

“Δαναΐδες”: Η Υπερμνήστρα ανάμεσα στον έρωτα για τον Λυγκέα και την αγάπη για τον πατέρα της…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα πάρε
το κίτρο που μου ’δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδία.
(Ελύτης)

 

 

Κάτω από τον απαιτητικό αργολικό ουρανό και κατάντικρυ στην άμετρη θάλασσα της Επιδαύρου, η Υπερμνήστρα (Λένα Παπαληγούρα) και ο Λυγκέας (Άρης Μπαλής) μας υποδέχτηκαν στο Μικρό Αρχαίο Θέατρο αναγγέλλοντας τη γαμήλια ευφροσύνη τους.
Η πέτρα καυτή, το χώμα ζεστό -μεγάλο, αμείλικτο κι εχθρικό το καλοκαιράκι. Ζεστό όμως και τεράστιο ήταν και το χειροκρότημα που τους χαρίστηκε γιατί το άξιζαν.
Ο αρχαίος ελληνικός μύθος, αρχέγονος και αιφνιδιαστικά νέος, γνωστός, αλλά πάντα πρωτότυπος, διακειμενικός και αυτοτελής, άχρονος και βαθιά ριζωμένος στα εδάφη της ιστορίας και της γεωγραφίας μας, ήταν συναρπαστικός και μας φάνηκε σαν να τον ακούγαμε για πρώτη φορά.
Έρωτας, η αιτία συνένωσης των αντιθέτων. Όπως ζωή και θάνατος, όπως μέρα και νύχτα, όπως φως και σκοτάδι. Η απαραίτητη διπολικότητα.

 

 

Ο μύθος

Η τραγωδία «Δαναΐδες» του Ανδρέα Κάλβου, που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Νατάσας Τριανταφύλλη, αντλεί από τον μύθο των Δαναΐδων. Έφτασε μέχρι σήμερα αποσπασματικά μέσα από διάφορες μυθολογικές και φιλολογικές πηγές –μεταξύ αυτών την τραγωδία «Ικέτιδες» του Αισχύλου.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Άργος, όπου οι πενήντα γιοι του Αίγυπτου, αδελφού του βασιλιά του Άργους, Δαναού, έρχονται και ζητούν σε γάμο τις πενήντα κόρες του Δαναού.
Ο βασιλιάς -και λόγω της ενδοοικογενειακής διχόνοιας- φοβάται ότι ένας από τους γαμπρούς του θα τον εκθρονίσει, έχοντας λάβει μάλιστα σχετικό χρησμό από το μαντείο.
Σε μια προσπάθεια να αποφύγει το μοιραίο, ο Δαναός δίνει εντολή στις κόρες του να δολοφονήσουν τους συζύγους τους τη νύχτα του γάμου. Η μόνη που παραβαίνει την εντολή του αλλά και αρνείται τον χρησμό είναι η Υπερμνήστρα, η οποία είναι ερωτευμένη με τον άντρα της, τον Λυγκέα, όπως και εκείνος μαζί της.

Το μικρό θέατρο

Όπως κάθε φορά που παρακολουθούμε παράσταση στην επιδαύρια «αχιβάδα», το ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό θέατρο που είναι κρυμμένο στο λόφο, νιώθουμε τις ανάσες της μικρής κοντινής πολιτείας, που τσιμεντένια κι αέρινη, φωτισμένη το Σάββατο από ένα φεγγάρι σαν βλεφάρισμα, είναι τόσο αδιάφορη κι άυλη όσο και θετική σαν μεταφυσική.

 

 

Ο Δαναός

Ο Δαναός ήταν γιος του βασιλιά της Αιγύπτου («χώρας των Μελαμπόδων», όπως την αποκαλούσαν τότε) Βήλου, απογόνου της Ιούς, και της Αγχινόης ή Αγχιρρόης, κόρης του Νείλου, και δίδυμος αδελφός του Αιγύπτου. Ο Ευριπίδης αναφέρει ότι είχε αδέλφια και τους Κηφέα και Φινέα και κατά άλλο μύθο και τους Φοίνικα και Αγήνορα.

Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε τον Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες, από τις γυναίκες που παντρεύτηκε: Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια. Όμως ο Δαναός φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου καθοδηγούμενος από τη Θεά Αθηνά ναυπήγησε πλοίο με 50 κουπιά, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του.
Πρώτα προσέγγισαν τη Λίνδο της Ρόδου (αποικία των Αργείων) όπου ο Δαναός ίδρυσε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς. Τελικά αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι (το σημερινό Κιβέρι του Νομού Αργολίδας) απ’ όπου και ο Δαναός μετέβη στο Άργος. Βασιλιάς του Άργους τότε ήταν ο Γελάνωρας. Σαν έφτασε εκεί, ο Δαναός ζήτησε να του παραδώσουν τον θρόνο, διότι του ανήκε, αφού η προγιαγιά του Ιώ, ήταν κόρη του βασιλιά Ινάχου του Άργους. Οι Αργείοι επιφυλάχθηκαν να απαντήσουν και έθεσαν το θέμα σε δημοψήφισμα.
Όσο όμως αναμενόταν η απάντηση του λαού, ένας λύκος μπήκε στην πόλη και επιτέθηκε σε ταύρο που ζούσε μέσα σε αυτή. Οι Αργείοι παρακολούθησαν την πάλη των δύο ζώων. Τελικά ο ταύρος νικήθηκε και κατασπαράχτηκε από το λύκο. Τότε οι κάτοικοι του Άργους, θεώρησαν το αποτέλεσμα οιωνό ευνοϊκό για τον Δαναό και του παραχώρησαν το βασίλειο.

Ύστερα από αυτό, ο Δαναός έχτισε το ναό του Λύκειου Απόλλωνα και αφιέρωσε γλυπτό που παρίστανε την πάλη των δύο ζώων και μια νεαρή κοπέλα (προφανώς την Αρτέμιδα) που πετούσε πέτρες στον ταύρο. Κατόπιν αφιερώθηκε στο να διδάξει τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών στους Αργείους, να ανοίξει πηγάδια και να αρδεύσει τις καλλιέργειες. Όμως, ενώ ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του, κατέφθασαν στο Άργος οι γιοι του αδελφού του, που ήθελαν να παντρευτούν τις κόρες του, τις Δαναΐδες. Υπήρξαν αντιρρήσεις, αλλά οι γιοι του Αίγυπτου, δε δέχονταν αντίρρηση. Έτσι ακολούθησε ομαδικός γάμος, αλλά την πρώτη νύχτα του γάμου οι Δαναΐδες κατακρεούργησαν τους συζύγους τους με μικρά ξίφη που τις είχε εφοδιάσει ο πατέρας τους.

 

 

Η Υπερμνήστρα και ο Λυγκέας

Ο μόνος γιος του Αίγυπτου που γλίτωσε ήταν ο Λυγκέας, διότι τον ερωτεύθηκε η Δαναΐδα Υπερμνήστρα, που του έσωσε τη ζωή. Η πιο γνωστή είναι η Υπερμνήστρα απ’ τις πενήντα κόρες του Δαναού, βασιλιά του Άργους, ανιψιά, όπως και οι αδελφές της του Αιγύπτου, εγγονή του Βήλου και της Αγχιρρόης, δισεγγονή της Λιβύης και του Ποσειδώνα, τρισεγγονή του Έπαφου και τετράκις εγγονή της Ιώς και του Δία.

Η μόνη, από τις πενήντα αδελφές της, που δεν σκότωσε τον άντρα – ξάδελφό της την πρώτη νύχτα του γάμου της όπως τις είχε συμβουλεύσει ο πατέρας τους Δαναός, για να εκδικηθεί τα πενήντα ανίψια του που με εντολή του πατέρα τους Αίγυπτου, τον είχαν κυνηγήσει ως το Άργος.

Η Υπερμνήστρα αγάπησε πραγματικά τον Λυγκέα, όπως την αγάπησε κι αυτός, παράκουσε τον πατέρα της αψηφώντας την εντολή του, την ίδια ώρα που τα κεφάλια των αδελφών του θάβονταν στα έλη της Λέρνης και τα σώματά τους κρέμονταν στα τείχη του Άργους.
Οι άλλες Δαναΐδες, κατά ένα μύθο, εξαγνίσθηκαν απ’ το αίμα που έχυσαν, ύστερα από διαταγή του Δία από την Αθηνά και τον Ερμή.
Άλλος μύθος αναφέρει ότι τιμωρήθηκαν για το ανόσιο και φρικτό έγκλημά τους με την κατάρα να κουβαλούν συνεχώς νερό για να γεμίσουν μεγάλα απύθμενα πιθάρια -ο μύθος των Δαναΐδων.

 

 

Η τραγωδία

Θεωρείται μια επαναστατική πράξη αυτή που έκανε η Υπερμνήστρα, ακόμη πιο μεγάλη από αυτή της Αντιγόνης, επειδή στο μισό έργο παλινδρομεί μεταξύ της αγάπης που έχει στον πατέρα της και στον έρωτά της προς τον Λυγκέα.
Η τραγωδία “Οι Δαναΐδες” του Ανδρέα Κάλβου (1818) αποτελεί επιστέγασμα της λογοτεχνικής πορείας του και υπόδειγμα κλασικιστικού έργου, που αναπαράγει αλλά και επικαιροποιεί τη φόρμα του αρχαίου προτύπου.
Συγχρόνως βέβαια, αποτίνει φόρο τιμής στην τραγική παράδοση και στη διαμόρφωση της τραγωδίας ως θεάτρου της πολιτικής κοινότητας, δημιουργώντας ένα σύμπαν δραματικών αντιθέσεων, συναισθηματικών αντιφάσεων και μοιραίων επιλογών.
Οι «Δαναΐδες» θεωρούνται ένα σημαντικό έργο της ιταλικής δραματουργίας της εποχής τους.

 

 

Για πρώτη φορά στο θέατρο

Η ιταλόφωνη τραγωδία, η μόνη που ολοκλήρωσε και εξέδωσε ο ίδιος ο Ανδρέας Κάλβος, ποιητής της ελευθερίας, δύο αιώνες πριν, παρουσιάστηκε, 150 χρόνια από τον θάνατό του, για πρώτη φορά στο θέατρο, σε σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη. Με το έργο του ποιητή – ελληνόφωνο και ιταλόφωνο – να παραμένει σε πολλούς άγνωστο, οι “Δαναΐδες” θεωρούνται μια κρυφή σπουδαία τραγωδία.
Στην ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου, οι εξαίρετοι ηθοποιοί Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Λένα Παπαληγούρα, Άρης Μπαλής και η μεσόφωνος Άρτεμις Μπόγρη αναμετρήθηκαν με το καλβικό σύμπαν, όπου συγκατοικούν, σε μια ευαίσθητη ισορροπία, η δραματουργία και η ποίηση. Μια ποίηση που εκφράζει ό,τι βαθύ και αιώνιο υπάρχει στην ψυχή των ανθρώπων, τον έρωτα. Τέσσερις καλλιτέχνες που μας συγκλόνισαν, ζητώντας να σπάσουν τα δεσμά της εγκλωβισμένης αυτής τραγωδίας, των μυθικών προσώπων, και γιατί όχι, ακόμα και της ίδιας τους της ύπαρξης.
Κάτω από τα άστρα, τα πράα, τα ευοίωνα, δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου, παρακολουθήσαμε εκστατικοί τον ψυχισμό και το σφυγμό των «Δαναΐδων», την αδιάπτωτη ενέργεια, τα έντονα παιχνιδίσματα των φωτισμών που επιμελήθηκε μαγικά ο Σάκης Μπιρμπίλης, τις υπερφορτισμένες λέξεις, μα και τη διαχρονική κι ανθρώπινη, νηφάλια κι ευγενική ηρωίδα που έπλασε η Λένα Παπαληγούρα με την ερμηνεία της.
Ο σκληρός αυταρχικός πατέρας, η εύθραυστης δύναμης θυγατέρα, η φρίκη του φονικού, τα εμφανή στοιχεία ηρωίδων αρχαίας τραγωδίας αλλά και αναφορών στις γυναίκες του Σαίξπηρ, η παράξενη νεοκλασική ποίηση του Κάλβου και η επιτηδειότητα της Νατάσας Τριανταφύλλη στη σκηνοθεσία, μπόρεσαν να ξυπνήσουν μέσα στις ψυχές μας έναν ολόκληρο κόσμο συγκίνησης και ελπίδας.

Ο καθένας από τους δύο ήρωες επηρεάζεται από την αγάπη του για τον άλλο και την εξάρτηση και ταυτόχρονα από άλλες επιθυμίες και ανάγκες που υπαγορεύουν συναισθήματα: η θυγατέρα από τον έρωτά της, ο πατέρας από την απόγνωση, την απόρριψη, τη ζήλια, την αγωνία της δημιουργίας, το φόβο της μοναξιάς, τον τρόμο της απώλειας της εξουσίας.

Έλληνας της διασποράς ο Ανδρέας Κάλβος διαμορφώθηκε στο εξωτερικό και αφομοίωσε τα πιο ανόμοια στοιχεία. Επηρεασμένος από τον κλασικισμό του Φόσκολο συνδυάζει στο έργο του την αρχαιοπρέπεια με το ρομαντισμό. Σε όσα έργα γράφει στην ελληνική, η ιδιοτυπία της γλώσσας του ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα της εικοσάχρονης απουσίας του από την Ελλάδα. Επρόκειτο όμως για συνειδητή επιλογή, επειδή πίστευε πως μια τέτοια γλώσσα έπρεπε να υιοθετήσει το νέο ελληνικό κράτος.

Η παράσταση

Ανάμεσα στις πλέον επιτυχημένες θεατρικές παραστάσεις του καλοκαιριού, οι «Δαναΐδες» με τους με τους εκπληκτικής πλαστικότητας και σκηνικής δεξιοτεχνίας ερμηνευτικούς άθλους των Λένας Παπαληγούρα, Άρη Μπαλή, Λάζαρου Γεωργακόπουλου που συζητήθηκαν πολύ μετά το πέρας της παράστασης στα μονοπάτια της Παλαιάς Επιδαύρου, αφού εικονοποίησαν το Άρρητο κι έδωσαν μορφή στο Ασύλληπτο.
Ταίριαξε στην ορχήστρα του θεάτρου το νυφιάτικο πέπλο το μακρύ, που πάλευε και σάλευε στα μαλλιά και το σώμα της Υπερμνήστρας σαν τον αφρό του κύματος. Θαυμάσια τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη, αφαιρετικά αλλά ουσιαστικά. Για άλλη μια φορά μέσα σε δύο μέρες απόλαυσε η όρασή μας τα εξαίσια κοστούμια που δημιουργεί η ικανότατη ενδυματολόγος Ιωάννα Τσάμη, καθώς είχε την ενδυματολογική επιμέλεια και στις «Νεφέλες» (σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά) που παίζονταν τις ίδιες ημερομηνίες στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Από την άλλη η μουσική της Μonika και η θεϊκή φωνή της Άρτεμης Μπόγρη, μαζί με την αριστοτεχνικά λαμπρή σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη κράτησαν τα νοήματα του κειμένου με σεβασμό, προσοχή και ενσυναίσθηση και, σε απόλυτη επικοινωνία μεταξύ τους, τού πρόσθεσαν ρυθμό, κίνηση και ζωντάνια. Επιπλέον η σκηνοθετική ανάγνωση εμβάθυνε στην ανθρώπινη περιπέτεια, τόσο ως προς την τραγικότητα της ύπαρξης του ανθρώπου, όσο και ως προς τη συνάφειά του με τους ομοίους του.
Διαθέτοντας ένα πολύ δυνατό έμψυχο υλικό, η παράσταση ανέδειξε κάθε λέξη του έργου με δημιουργικότητα, διεισδυτικότητα και ευαισθησία, σε στιγμές μάλιστα που ζωή, ποίηση και ιστορία συναντώνται με τον πιο επώδυνο τρόπο.

 

 

Ερμηνείες

Η Λένα Παπαληγούρα έπλασε ένα θείο πλάσμα, μια γυναίκα όμορφη, φωτεινή και αγνή. Μια Υπερμνήστρα γεμάτη αξιοπρέπεια και αφοσίωση, με βαθιά ανθρώπινη αισθαντικότητα, μια ηρωίδα που παλεύει ανάμεσα στην αγάπη για τον πατέρα και τον έρωτα. Η καλλιτέχνης με την αξιοθαύμαστη αφοσίωση στην τέχνη της, εξελίσσεται σε μια δραματική ηθοποιό απαιτήσεων, κρατώντας έναν χαρακτήρα με διλήμματα και εκρήξεις, ποντάροντας στην ψυχολογική πειθώ και δίνοντας χρονικές ανάσες σε ένα υλικό που διασχίζει γεγονότα, εποχές και συναισθήματα.
Γενικώς η παράσταση ευτύχησε ως προς τους ηθοποιούς που την υποστηρίζουν. Ο Άρης Μπαλής μας ξαφνιάζει ξανά, ατόφιος, αληθινός, μέσα στο κέντρο του χαρακτήρα, ενσαρκώνοντας με ιδιαίτερη υποκριτική εμβάθυνση και ποιότητα τα ιδανικά της ζωής, την αγωνιστικότητα, το πάθος, τη νεανικότητα, τον έρωτα, την αγάπη.
Με τίμια αυστηρότητα και σεβασμό υποδύεται τον πατέρα – βασιλιά Δαναό ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος.
Μαγευτική φωνή, αψεγάδιαστη τεχνική και καθηλωτική σκηνική παρουσία η Άρτεμις Μπόγρη.

Με φυσικότητα κι απλότητα, αρτιότητα στην εκφορά του λόγου, σωστές παύσεις, αίσθημα, ποιητικότητα και εκφραστικότητα και οι τέσσερις ερμηνευτές κατέθεσαν την προσωπική, πλούσια σε χρωματισμούς, διακριτή υποκριτική γραφή του ο καθένας ξεχωριστά, σ’ απόλυτη συνεργασία κι ισορροπία όμως με τους υπόλοιπους και τη σκηνοθετική γραμμή.

Γεφύρωμα

Στη λογοτεχνία «ο αρχαίος μύθος δίνει το σκελετό και η ζώσα Ιστορία τη σάρκα». Στην τραγωδία αυτή διακρίνουμε απόηχους των «μεγάλων συζητήσεων» στον ευρωπαϊκό χώρο της εποχής που έζησε ο συγγραφέας. Ο Κάλβος με τις «Δαναΐδες» του θέλησε να χτυπήσει την τυραννία και παράλληλα να πάει ενάντια στο αποκοίμισμα των μαζών που δέχονται κάθε σκληρή και καταπιεστική διακυβέρνηση. Την ίδια εποχή μάλιστα γράφει άλλα δύο έργα αντιτυραννικά στα ιταλικά, τις τραγωδίες “Ιππίας” και “Θηραμένης”, που είναι επεξεργασίες αρχαιοελληνικών μύθων και που αποτελούν μαζί με τις “Δαναΐδες” και τα μόνα θεατρικά έργα του.
Ένα γεφύρωμα ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον, ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθολογικό, ανάμεσα στο άτομο και στην ομάδα, ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, ανάμεσα στη ζωή και στ’ όνειρο, πάνω από κάθε δυσκολία και κάθε προσωπικό δράμα.
Ασφαλώς καθοριστικός παράγοντας αυτής της παράστασης ήταν η εξαίρετη και ρέουσα μετάφραση των μελετητών του Ανδρέα Κάλβου, Δημήτρη Αρβανιτάκη και Έφης Καλλιφατίδη.
Επίσης δεν πρέπει να παραλείψουμε τη βασική συνεισφορά στην παράσταση της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου (δραματουργία) και των ικανότατων βοηθών της σκηνοθέτιδας, Μαρίας Κακάρογλου και Δήμητρας Μητροπούλου.

Το προνόμιο του θεατή

Είναι προνόμιο τελικά να είσαι θεατής, προνόμιο μεγάλο να παρακολουθείς παραστάσεις σαν αυτή και με τέτοιας εμβέλειας ηθοποιούς και συντελεστές. Όσο υπάρχουν άνθρωποι νουν έχοντες, θα συγκινούνται και θα πλουτίζουν την ψυχή τους με ιδανικά, τα οποία αντλούν από τέτοιες υπέροχες –τολμώ να πω– παραστάσεις που βασίζονται σε λαμπρά κείμενα του πολιτισμού μας.

∼∼

1792. Ο Ανδρέας Κάλβος γεννιέται στη Ζάκυνθο και ζει εκεί τα πρώτα του χρόνια. Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Κάλβου, Κερκυραίου αξιωματικού του βενετικού στρατού, και της Αδριανής Ρουκάνη, που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Ζακύνθου. Το 1802, κι ενώ ο γάμος των γονιών του καταλήγει σε διάσταση, ο Κάλβος και ο αδελφός του αναγκάζονται να ακολουθήσουν τον πατέρα τους στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Ο πρόωρος χωρισμός από τη μητέρα, που πεθαίνει το 1815, θα είναι οριστικός. Ο Κάλβος μόνο με τα μάτια της φαντασίας του θα την ξαναδεί.
O Κάλβος ξεκινάει την -ας την πούμε έτσι, γιατί έτσι την έβλεπε και ο ίδιος- φιλολογική του καριέρα ως ιταλόγλωσσος ποιητής. Στην Ιταλία, όπου βρίσκεται, γράφει μετά το 1811-1812 ποιήματα στην ιταλική γλώσσα: ένα λανθάνον ποίημα για τον Ναπολέοντα, την Ode agli Jonii (Ωδή στους Ιονίους), καθώς και τραγωδίες στο πνεύμα της εποχής του νεοκλασικισμού. Γράφει την τραγωδία Le Danaidi (Οι Δαναΐδες), τη μόνη που κατάφερε να ολοκληρώσει και να εκδώσει ο ίδιος (1818), καθώς και τον Teramene (Θηραμένης), που ολοκλήρωσε αλλά δεν εξέδωσε, και τον ανολοκλήρωτο Jppia (Ιππίας).
Ο Κάλβος ανήκει στη μεγάλη αλυσίδα των Επτανησίων λογίων, οι οποίοι μορφώνονταν στην Ιταλία, άρα έμπαιναν ενεργητικά μέσα σε αυτόν τον διανοητικό κόσμο, κρατώντας ωστόσο μίαν άλλη παράμετρο: εκείνη της ιστορικής τους καταγωγής, την επτανησιακότητά τους και κατ’ επέκταση την ιστορικότητα του ελληνικού κόσμου.

∼∼

Η σκηνοθέτις Νατάσσα Τριανταφύλλη σημειώνει για το έργο και την παράσταση:
H δραματοποίηση του μύθου των Δαναΐδων από τον Ανδρέα Κάλβο μας χάρισε μια τραγωδία που επικεντρώνεται στον τραγικό πυρήνα τριών προσώπων, της Υπερμνήστρας, του αγαπημένου της Λυγκέα και του βασιλιά-πατέρα Δαναού, και στον λυρικού ύφους στοχασμό από τον Χορό. Με κεντρικά θέματα την ανειρήνευτη σύγκρουση ανάμεσα σε συγγενικά πρόσωπα, τον εμποδιζόμενο γάμο και την αναμέτρηση της ηθικής φιλοσοφίας με την αστείρευτη θέληση για εξουσία, το έργο ανεβαίνει φέτος για πρώτη φορά στο θέατρο με αφετηρία τη Μικρή Επίδαυρο.

Τα πρόσωπα ωθούνται δαιμονικά προς πράξεις που υπόσχονται απελευθέρωση έξω από «τα τείχη που εντός τους μεγαλώσαμε» («quelle mura fra cui crescemmo»), όμως ανεπαισθήτως συναντιούνται με τα πιο καλά κρυμμένα σκοτεινά τους ένστικτα και με τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Χορός, συμπονετικός και ευχητικός, κρατά τον τόνο και την ατμόσφαιρα του μελοδράματος, ενώ ατενίζει γενναία την αχτίδα που στέλνει από τα σύννεφα η Ειρήνη γελαστή («or che Pace dai nembi mandaridente un raggio»), αναφωνώντας «Ποτέ να μην ξανάρθει η θλίψη!» («Deh non ritorni il lutto!»).

∼∼

Οι Δαναΐδες ήταν οι εξής: Αγαύη, Αδιάντη, Αδίτη, Ακτάιη, Αμυμώνη, Αναξιβίη, Ανθήλεια, Αστερία, Αυτομάτη, Βρύκη, Γλαύκη, Γλαυκίππη, Γόργη, Γοργοφόνη, Διωξίππη, Ερατώ, δύο με το όνομα Ευίππη, Ευρυδίκη, Ηλέκτρα, Θεανώ, δύο με το όνομα Ιπποδάμεια, Ιπποδίκη, Ιππομέδουσα, Ιφιμέδουσα, Καλλιδίκη, Κελαινώ, Κερκετίδα, Κλειτή, Κλεοδώρη, δύο με το όνομα Κλεοπάτρα, Μνήστρα, Νηλώ, Οίμη, Πειρήνη, Ποδάρκις, Πυλάργη, Ρόδη, Ροδία, Σθενέλη, Σκαιή, Στύγνη, Υπερίππη, Υπερμήστρα, Φαρτίδα, Χρυσίππη, Ωκυπέτη.

Συντελεστές

Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανιτάκης – Έφη Καλλιφατίδη
Σκηνοθεσία: Νατάσα Τριανταφύλλη
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Μonika
Δραματουργία: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Κακάρογλου, Δήμητρα Μητροπούλου
Φωτογραφίες: Λάμπρος Ρουμελιωτάκης
Video –teasers: Δημήτρης Μακρής
Social Media: Σμαράγδα Φουρίκη
Διεύθυνση παραγωγής: Μανόλης Σάρδης – Pro4
Βοηθός διευθυντή παραγωγής: Χριστίνα Πολυχρονιάδου

Με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τη Λένα Παπαληγούρα και τον Άρη Μπαλή.
Τραγουδά η Άρτεμις Μπόγρη.

  • Η παράσταση «Δαναΐδες» παρουσιάστηκε στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου στις 2 και 3 Αυγούστου 2019, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

-Φωτογραφίες κειμένου: Εύη Φυλακτού

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Δαναΐδες”: Η Υπερμνήστρα ανάμεσα στον έρωτα για τον Λυγκέα και την αγάπη για τον πατέρα της…
Περισσότερα

Η «Αγάπη» της Μπέττυς Αρβανίτη από τα «Μελίσσια» έγινε μέλος της θείας οικογένειας των μεγάλων ρόλων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Πέτρα φον Καντ, Ρουθ, Αρκάντινα, Σολάνζ, Εκάβη, Τσερλίνε, Κυρία Άλβινγκ, Φόνισσα, Φλαμίνια, Κλαιρ Τσαχανασιάν, Μπερνάρντα, Βάιολετ Βέναμπλ, Ρανέφσκαγια Λιουμπόφ Αντρέγεβνα…

Αλλά και η Μπλανς, η Αμάντα και η Γέρμα. Η Μάρθα, η Έντα κι η Αλεξάνδρα. Η Άννα Φέρλινγκ και η Δεσποινίς Μαργαρίτα, η Μήδεια και η Λυσιστράτη.

Αλλά και η Νόρα και η Πραξαγόρα…

Η θεία οικογένεια των μεγάλων ρόλων υποδέχεται τώρα και την Αγάπη της Μπέττυς Αρβανίτη από τα «Μελίσσια» του Αλέξη Σταμάτη.

***

 

 

Αν και καθηλωμένη στο κρεβάτι της, η Μπέττυ Αρβανίτη «απογειώνει» με την ερμηνεία της, τον ρόλο της Αγάπης. Στη σκηνή μαζί της, ο Κώστας Βασαρδάνης και η Νεφέλη Κουρή.

 

Στα «Μελίσσια» η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε τέσσερις τοίχους, χωρίς τίποτε να εμποδίζει τον συγγραφέα να στήσει κόσμους εντός κι εκτός τους.

Ο βραβευμένος πεζογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης, παραδίδει μια ανάγλυφη ακτινογραφία των προβληματικών οικογενειακών σχέσεων που προκαλεί η παρουσία μιας μητέρας πρωταρχικής φιγούρας – μιας βασίλισσας μέλισσας.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλούμπης, με γνώση της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, αναμετριέται ξανά με το σύγχρονο ελληνικό έργο και καταθέτει τη δική του ανάγνωση πάνω στη μητρική κυριαρχία.

Σ’ ένα αστικό σπίτι κάπου στα βόρεια προάστια της Αθήνας, στα Μελίσσια, η ιδιοκτήτρια υποδέχεται τους πιο κοντινούς της ανθρώπους: την κόρη της με τον σύζυγό της, τον γιο της και μια νεαρή κοπέλα, που όταν αποκαλύπτει την ταυτότητά της αλλάζει τα δεδομένα της οικογενειακής συνεύρεσης. Η συγγραφική ιδιότητα της κατάκοιτης ιδιοκτήτριας, της Αγάπης, δημιουργεί την αίσθηση πως, ό,τι διαδραματίζεται μεταξύ τους, είναι επινοημένες ιστορίες που βγαίνουν από τα χειρόγραφα των βιβλίων της.

***

Η Μπέττυ Αρβανίτη με μοναδική δεξιοτεχνία σμίλεψε στον γρανιτένιο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας την κρυφή τρυφερή προσωπικότητα της Αγάπης.

Η Μπέττυ Αρβανίτη με ευδιάκριτες χιουμοριστικές πινελιές φιλοτέχνησε το πορτρέτο της εξουσιαστικής και ονειροπόλας συγγραφέως.

Ύστερα από αυτή την ερμηνεία, η ηρωίδα του Αλέξη Σταμάτη θα είναι πλέον το όνειρο κάθε γυναίκας ηθοποιού που θα θέλει να προσθέσει στο βιογραφικό της, τη δυναμική φιγούρα μιας βασίλισσας μέλισσας.

 

***

 

Εξαιρετική η ομάδα του σκηνοθέτη Γιώργου Παλούμπη. Από αριστερά: Νεφέλη Κουρή, Νίκος Αρβανίτης, Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Χατζόπουλος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Κώστας Βασαρδάνης. Στο Εθνικό Θέατρο για τα «Μελίσσια» του Αλέξη Σταμάτη.

 

«Μελίσσια»

του Αλέξη Σταμάτη

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης

Σκηνικά-Κοστούμια: Νατάσσα Παπαστεργίου
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτα Παπαδημητρίου

*

Διανομή (αλφαβητικά):
Αγάπη: Μπέττυ Αρβανίτη
Ανέστης: Νίκος Αρβανίτης
Κυριάκος: Κώστας Βασαρδάνης,
Ειρήνη: Μαρία Κεχαγιόγλου
Ίρις: Νεφέλη Κουρή
Άντρας: Νίκος Χατζόπουλος

*

Εθνικό Θέατρο – Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»
Έναρξη: 10 Μαΐου 2019
Λήξη: 9 Ιουνίου 2019
Παράταση: 16 Ιουνίου 2019

*

ΤΟ TRAILER ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

  • Διαβάστε επίσης:

«Μελίσσια» του Αλέξη Σταμάτη – Μητριαρχία, συμβολισμοί και οικογενειακοί γρίφοι

Παναγιώτης ΜήλαςΗ «Αγάπη» της Μπέττυς Αρβανίτη από τα «Μελίσσια» έγινε μέλος της θείας οικογένειας των μεγάλων ρόλων
Περισσότερα

“Οιδίπους Τύραννος” – Η οδυνηρή πορεία από την άγνοια στην αλήθεια και την αυτογνωσία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

ἰοὺ ἰού· τὰ πάντ᾽ ἂν ἐξήκοι σαφῆ.
ὦ φῶς, τελευταῖόν σε προσβλέψαιμι νῦν,
ὅστις πέφασμαι φύς τ᾽ ἀφ᾽ ὧν οὐ χρῆν, ξὺν οἷς τ᾽
οὐ χρῆν ὁμιλῶν, οὕς τέ μ᾽ οὐκ ἔδει κτανών.
(Οιδίπους Τύραννος, Σοφοκλής, 1185)

Από έκπληξη σ’ έκπληξη, από μυστήριο σε μυστήριο ο Οιδίπους φτάνει στο μεγαλύτερο απ’ όλα: Την προσωπική του ταυτότητα.
Αινίγματα, το σταυροδρόμι του καλού με το κακό, το μοιραίο τρίστρατο, ακραία οντολογικά ερωτήματα και μια ενδιαφέρουσα παράσταση που παρακολούθησα στο θέατρο του Παπάγου μια νύχτα του Ιουλίου, στριμωγμένη και σχεδόν ακίνητη, μέσα σε μια ατμόσφαιρα θερινής ραστώνης, όπου η ανθρώπινη παρουσία ήταν έντονη και θορυβώδης, τα κινητά και οι αισθήσεις δούλευαν στο φουλ, και η υπόθεση του έργου κάτι θύμιζε από αυτό που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν Whodunit.

 

 

Ένα παζλ

Το Whodunit έργο ακολουθεί το πρότυπο της κλασικής αστυνομικής ιστορίας με την έννοια ότι παρουσιάζει το έγκλημα ως ένα παζλ που πρέπει να λυθεί μέσω μιας αλυσίδας ερωτήσεων που θέτει ο ενδιαφερόμενος. Στην αφήγηση αυτή υπάρχουν δύο χρονικές σειρές, οι οποίες είναι ανεξάρτητες µεταξύ τους.
Το ενδιαφέρον της αφήγησης μοιράζεται εξίσου μεταξύ της απάντησης στο ερώτημα ποιος το έκανε και του ενεστώτα χρόνου της έρευνας.
Το κλειδί στην αφήγηση βρίσκεται στην περιγραφή μιας κλειστής ομάδας -μιας οικογένειας με προϊστορία, ενός τόπου με προβλήματα- όπου σε όλους προσδίδεται μια ενοχική συμπεριφορά ύστερα από ένα έγκλημα και ο κύκλος των υπόπτων μεγαλώνει συναρπαστικά.
Ο Οιδίποδας Τύραννος είναι το πρώτο έργο στην παγκόσμια δραματουργία θρίλερ με σασπένς. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είδε στον Οιδίποδα Τύραννο το μυστήριο. Είδε την αυτογνωσία, που ο αγώνας της διαρκεί μια ολόκληρη ζωή. Αργά στη ζωή του ο άνθρωπος γίνεται σοφός, με μόχθο, αγωνίες και θυσίες. Τότε μονάχα ανοίγει η βαριά αυλαία και φανερώνεται μ’ όλη τη λάμψη και τη φρίκη της η αλήθεια.

Βέβαια, στην τραγωδία “Οιδίπους Τύραννος” κανείς δεν ενδιαφέρεται να βρει τον δολοφόνο, αφού όλοι τον ξέρουν. Αυτό που απομένει είναι ο δολοφόνος να ανακαλύψει τον εαυτό του. Έτσι τον Σοφοκλή δεν τον ενδιαφέρει τόσο το θέμα της ατομικής ενοχής, όσο το θέμα της ατομικής δράσης.
Η τραγική αλήθεια που κρύβεται στο μυστήριο του Οιδίποδα είναι ότι ο ήρωας βρισκόταν σε πλήρη άγνοια, όταν έπραξε όσα έπραξε και ότι ο ίδιος ο Σοφοκλής, τόσο στον Οιδίποδα Τύραννο, όσο και στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, δεν προσπαθεί να δείξει ένοχο τον τραγικό ήρωα.

 

 

Υπάρχουν δύο άξονες, σύμφωνα με την προσέγγιση του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, στον «Οιδίποδα Τύραννο», το τελειότερο έργο του αρχαίου δράματος, τουλάχιστον απ’ τα σωζόμενα. Οι δύο αυτοί άξονες δρουν συμπληρωματικά:
Ο ένας είναι η τέλεια πλοκή του: Ξετυλίγοντας το κουβάρι των γεγονότων, ο ήρωας, με αριστοτεχνικό τρόπο, φτάνει στο κέντρο του λαβυρίνθου, όπου διώκτης και διωκόμενος είναι ο ίδιος. Κι αν συχνά υποτιμούμε τον άξονα αυτόν, γυρεύοντας δίκαια άλλες ποιότητες, η φράση «Ο Πόλυβος δεν ήτανε πατέρας σου» πάντα προκαλεί ρίγος στο κοινό που παρακολουθεί. Και το παιχνίδι της μοίρας βρίσκεται ακόμα στη μέση.
Ο δεύτερος άξονας, αυτός που κάνει τον Οιδίποδα το πρώτο υπαρξιακό έργο στην παγκόσμια δραματουργία, είναι η ίδια η ερώτηση που θέτει: «Ποιος είμαι;». Και τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο ήρωας για να την απαντήσει: τα εργαλεία που ο άνθρωπος –ειδικά ο Δυτικός– έχει θεοποιήσει: τον ορθό λόγο, τη σκέψη, τη λογική. Είναι τα μόνα που έχουμε, έχουν εκτοξεύσει το είδος μας, όμως δεν αρκούν. Γιατί αν αποφασίσεις να θέσεις τη συγκεκριμένη ερώτηση, οφείλεις να είσαι έτοιμος και για την απάντηση. Και η αλήθεια, όπως λέει ο ποιητής, «μόνον έναντι θανάτου δίδεται».
Ο Οιδίποδας είναι ο πρώτος Άνθρωπος της δραματουργίας μας, ο Αδάμ της και ο ήρωας που έχει πονέσει περισσότερο. Η μοίρα του μας κάνει ταπεινούς.

 

 

Ο μύθος

Η συγκεκριμένη τραγωδία, με έντονα τα στοιχεία αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και στοχασμού για φιλοσόφους, καλλιτέχνες του θεάτρου και ψυχαναλυτές τους τελευταίους αιώνες.
Το τελειότερο ίσως έργο του Σοφοκλή, με την υποδειγματική δομή και με την εξαιρετική χρήση του μυθολογικού υλικού του θηβαϊκού κύκλου.
Ο μύθος του Οιδίποδα είναι ο σημαντικότερος από τους αρχαιότατους θηβαϊκούς μύθους. Αναφέρεται ήδη στα ομηρικά έπη, που ακολουθούν ίσως παλαιότερες παραδόσεις άγνωστων επικών ποιητών.
Ο Σοφοκλής αντλώντας τις πηγές του από το άφθονο μυθολογικό υλικό και αξιοποιώντας, κατάλληλα, τις ποικίλες παραλλαγές και λεπτομέρειες του μύθου, τροποποιώντας ανάλογα μερικά σημεία της μυθικής παράδοσης, δραματοποίησε έξοχα την τραγική μοίρα του Οιδίποδα. Ειδικότερα, από τις εφτά διασωθείσες τραγωδίες του οι τρεις αναφέρονται στην πολύπαθη μορφή του Λαβδακίδη και στους απογόνους του.
Η πρώτη τραγωδία -«Οιδίπους Τύραννος»- γράφεται ανάμεσα στο 429 και το 425 π.Χ., με πιο πιθανή ημερομηνία το 428 π.Χ., οπότε και παίχτηκε στα Μεγάλα Διονύσια.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Θήβα σε εποχή που ακόμη ήταν σε ισχύ η τυραννία αλλά απευθύνεται σε αθηναϊκό κοινό την εποχή της δημοκρατίας.

 

 

Το πριν

Τα προηγούμενα γεγονότα που οδηγούν στην υπόθεση του έργου έχουν ως εξής:

Ο πανίσχυρος βασιλιάς της Θήβας Λάιος, γιος του Λάβδακου, έλαβε κάποτε χρησμό από το θεό Απόλλωνα ότι θα φονευόταν από το παιδί που θα αποκτούσε από τη σύζυγό του Ιοκάστη.

Όταν αργότερα η Ιοκάστη, παρά τη θεϊκή πρόρρηση, γέννησε ένα αγόρι, ο Λάιος τρομαγμένος και για να αποφύγει την απειλή του δελφικού χρησμού, το παρέδωσε σ’ έναν πιστό του δούλο-βοσκό, –αφού πρώτα τρύπησε και έδεσε τους αστραγάλους του–, με την εντολή να αφήσει το νεογέννητο έκθετο στον άγριο Κιθαιρώνα.

Ο βοσκός, όμως, που θα εκτελούσε την εντολή, ένιωσε οίκτο για το νήπιο και το παρέδωσε σ’ έναν άλλο βοσκό από την Κόρινθο, ο οποίος το μετέφερε στην πόλη αυτή και το έδωσε στον κύριό του Πόλυβο, βασιλιά της Κορίνθου. Ο Πόλυβος και η σύζυγός του Μερόπη, που δεν είχαν παιδιά, το υιοθέτησαν με χαρά και το ονόμασαν Οιδίποδα, εξαιτίας των πρησμένων ποδιών του.
Όταν μεγάλωσε ο Οιδίπους, σε κάποιο συμπόσιο, αποκλήθηκε υβριστικά από έναν ομοτράπεζό του νόθος. Ο Πόλυβος και η Μερόπη δεν κατόρθωσαν να δώσουν ικανοποιητικές εξηγήσεις, όταν ερωτήθηκαν από τον προσβληθέντα Οιδίποδα. Έτσι αυτός κατευθύνθηκε στους Δελφούς για να μάθει ποιοι ήταν οι γονείς του. Η απάντηση της Πυθίας ήταν ρητή: να μην επιστρέψει πια στην πατρίδα του, γιατί, αν γύριζε, θα σκότωνε τον πατέρα του και θα έπαιρνε γυναίκα την ίδια τη μητέρα του. Για να αποφύγει την πατροκτονία και την αιμομιξία αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στην Κόρινθο, αλλά να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο προς τη Βοιωτία.

Σ’ ένα τρίστρατο της Φωκίδας όμως, «σχιστή οδό», κοντά στη Δαύλεια, γίνεται η μοιραία συνάντηση με τον Λάιο και την ακολουθία του. Ύστερα από μια σφοδρή λογομαχία για το ποιος θα παραμερίσει, ο Οιδίπους τους σκοτώνει όλους εκτός από ένα δούλο, που κατόρθωσε να διασωθεί. Ήταν ακριβώς αυτός που παρέλαβε κάποτε τον Οιδίποδα – βρέφος για να τον εγκαταλείψει στον Κιθαιρώνα.

Ο βοσκός πανικόβλητος επέστρεψε στη Θήβα και ανακοίνωσε ότι ο Λάιος σκοτώθηκε ἐν τριπλαῖς ἁμαξιτοῖς ὁδοῖς, από ληστές που του είχαν στήσει ενέδρα.

Όταν ο Οιδίπους έφτασε στη Θήβα, βρήκε τους πολίτες τρομοκρατημένους εξαιτίας της αινιγματικής Σφίγγας (ποικιλῳδὸς Σφίγξ), η οποία καθισμένη σ’ ένα βράχο, κοντά στην πόλη, προκαλούσε τους διαβάτες με το αίνιγμά της. Ο Οιδίπους έδωσε εύστοχη απάντηση, λύνοντας με την οξύνοια και το θάρρος του, το αίνιγμα και υποχρεώνοντας το τέρας να γκρεμιστεί από το βουνό Φίκιο.

Έτσι, ανακηρύχθηκε σωτήρας της πόλης και πήρε το έπαθλο, που ο προσωρινός βασιλιάς της Θήβας Κρέων είχε ορίσει: τη χήρα βασίλισσα Ιοκάστη ως γυναίκα και το θρόνο.

 

 

Η επιδημία

Ως λαοφιλής βασιλιάς ο Οιδίπους ζούσε ευτυχισμένος και μεγάλη ευημερία επικρατούσε στη χώρα του. Από το γάμο του με την Ιοκάστη απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Ετεοκλή, τον Πολυνείκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη, που ήταν ταυτόχρονα και αδέλφια του. Ξαφνικά, όμως, μεγάλη συμφορά ενέσκηψε στην πόλη του Κάδμου. Θοβερή επιδημία (λοιμὸς ἔχθιστος), που απειλούσε κάθε ζωντανό στη φύση και στην πόλη, μάστιζε τη χώρα, παράλληλα με την ξηρασία της γης και την αποβολή, στον τοκετό, των γυναικών και των ζώων. Για να βρει την αιτία της συμφοράς και το μέσο για τη λύτρωση, ο Οιδίπους ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών.

 

 

Η υπόθεση

Η τραγωδία αρχίζει από το σημείο που ο Οιδίπους περιμένει με αγωνία το γυναικάδελφό του Κρέοντα, γιο του Μενοικέα, που εστάλη ως απεσταλμένος στα πυθικά δώματα του Φοίβου, για να του φανερώσει με ποιον τρόπο θα απαλλαγεί η πόλη από τα δεινά της.
Ο Κρέων, όταν φθάνει, ανακοινώνει τον χρησμό του μαντείου: ο θεός απαιτεί την τιμωρία του φονιά του Λάιου. Στο πρώτο επεισόδιο κυριαρχεί η σύγκρουση του Οιδίποδα με τον μάντη Τειρεσία, επειδή αυτός αρνείται να αποκαλύψει τον φονιά. Ο οργισμένος μάντης υπαινίσσεται την ενοχή του Οιδίποδα. Ο Οιδίπους θεωρεί ότι πρόκειται για συνωμοσία και στρέφει στο δεύτερο επεισόδιο την οργή του εναντίον του Κρέοντα. Στον διάλογο που ακολουθεί μεταξύ Οιδίποδα και Ιοκάστης, εκείνη του αναφέρει λεπτομέρειες του φόνου, που δημιουργούν υποψίες στον Οιδίποδα για δική του εμπλοκή. Στο τρίτο επεισόδιο, φτάνει από την Κόρινθο αγγελιαφόρος για να ανακοινώσει στον Οιδίποδα ότι πέθανε ο Πόλυβος. Για να τον καθησυχάσει δε ως προς το το χρησμό, αναφέρει ότι το βασιλικό ζεύγος της Κορίνθου δεν ήταν οι πραγματικοί γονείς του, αφού ο ίδιος τον είχε παραλάβει νήπιο από έναν δούλο του Λαΐου. Η Ιοκάστη καταλαβαίνει την αλήθεια και προσπαθεί να αποτρέψει τον Οιδίποδα από τη συνέχιση της έρευνας. Εκείνος όμως με απόλυτη βεβαιότητα θα συνεχίσει την αναζήτησή του για να ανακαλύψει στο τέλος, όταν θα έχει πια ακούσει τον υπηρέτη του Λαΐου που ήταν αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή του φόνου, ότι ο ένοχος είναι ο ίδιος και ότι, ενώ προσπάθησε να αποφύγει τη μοίρα του, στην πραγματικότητα υπήρξε άθυρμά της.

 

 

Ερωτήματα και υποθέσεις

Το έργο επαναδιηγείται τη ζωή του Οιδίποδα μέχρι να φτάσει στην αποκάλυψη της τυχαίας επιβίωσής του μετά την εγκατάλειψή του στην απόκρημνη πλαγιά του Κιθαιρώνα, η οποία τελικά αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά τυχερή.
Η αποκάλυψη του γεγονότος προκαλεί την απροσδόκητη πτώση του ήρωα από την ευτυχισμένη ζωή του βασιλιά, στη δυστυχισμένη ζωή του τυφλού επαίτη.
Ο ρυθμός της δράσης στην παράσταση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη που παρακολουθήσαμε ήταν γρήγορος και πλαισιωνόταν από μία σειρά ερωτημάτων και υποθέσεων που την προωθούσαν. Αυτά τα ερωτήματα σταδιακά γίνονταν θέματα ζωής και θανάτου για τον Οιδίποδα.
Αν ο Οιδίποδας δεν πήγαινε στους Δελφούς να μάθει ποιοι είναι οι πραγματικοί γονείς του…
Αν έστω και τότε, παίρνοντας τον χρησμό δεν εφησύχαζε, γιατί ο χρησμός του είπε ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του, εκείνος όμως δεν είχε ρωτήσει αυτό -είχε ρωτήσει ποιος ήταν ο πατέρας του…
Αν δεν αποφάσιζε να λογομαχήσει για θέμα προτεραιότητας στη διασταύρωση της Δαυλείας οδού και υποχωρούσε…
Αν έστω δεν επιτίθετο φονικά στους τέσσερις άνδρες, αλλά τους τραυμάτιζε και έφευγε…
Αν ο Οιδίποδας δεν είχε τη φιλοδοξία να γίνει βασιλιάς, αφού και στην Κόρινθο διάδοχος ήταν κι έφυγε και θα μπορούσε θεωρητικά να αρκεστεί σε μια πιο ταπεινή μοίρα…

 

 

Η εσωτερική αλήθεια

Η διερεύνηση ενός συμβάντος, όπως ο φόνος του Λαΐου, καταλήγει σε ένα ταξίδι προς την εσωτερική αλήθεια.
Η έρευνα δίνει τη θέση της στην αμφιταλαντευόμενη, βασανιστική, γεμάτη παλινωδίες και πισωγυρίσματα αυτο-αποκάλυψη.
Κάθε στοιχείο που έρχεται στην επιφάνεια προκαλεί την αναδίπλωση του μυστηρίου προς πιο σκοτεινές και δυσπρόσιτες περιοχές.
Αντί για ευτυχές αποτέλεσμα, όπως ελπίζεται, η υπόθεση σηματοδοτεί μια στείρα επιστροφή σε αδιέξοδα του παρελθόντος και δυσοίωνα μυστήρια.
Η υπόσταση του Οιδίποδα διαρκώς υπονομεύεται με κατάληξη να ταυτίζεται με την ίδια την ενοχή που προσπαθεί να καταγγείλει.

Η ευτυχία του ξακουσμένου Οιδίποδα τελικά αποδείχτηκε πλασματική. Η πτώση του τον καθιστά ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του ευμετάβλητου της ανθρώπινης τύχης. Η θεϊκή τάξη είναι εκεί, υπάρχει, είτε την πιστεύει κανείς είτε όχι. Η πτώση του Οιδίποδα και η προσεχής εξορία του αποκαθιστούν την κοσμική τάξη που είχαν διαταράξει οι πράξεις της πατροκτονίας και της αιμομιξίας.
Αιμομιξία και πατροκτονία συμφωνούν με την ήρεμη αντικειμενικότητα του χρησμού, ο οποίος στον Σοφοκλή παρουσιάζεται ως περίληψη του τι θα συμβεί.

 

 

Η λογική

Στον Οιδίποδα Τύραννο διακρίναμε:

*Την κοινή μοίρα, τον τραγικό κλήρο του ανθρώπου, που έρχεται στον κόσμο χωρίς να ερωτηθεί, είναι προορισμένος ν’ αγωνίζεται στα τυφλά και να λύνει αινίγματα που του επιβάλλονται μυστηριωδώς.
*Το αδιάλλακτο πείσμα του ανθρώπου που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει το μυστικό της ύπαρξής του, που το κρατούν, ωστόσο, ζηλόφθονα οι θεοί.
* Τον άνθρωπο που θέλει να δικαιώσει την ύπαρξή του, μα που αδυνατεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του.
* Τον άνθρωπο που είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και της οδύνης του.

Μολονότι ο Οιδίπους προειδοποιήθηκε από το μαντείο των Δελφών ότι διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να γίνει πατροκτόνος, στο δρόμο προς τη Θήβα κάνει το μοιραίο σφάλμα να σκοτώσει έναν άντρα ηλικιωμένο που νόμιζε ότι ήταν ξένος, ενώ στην ουσία ήταν ο ίδιος ο πατέρας του.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο Οιδίποδας Τύραννος είναι η τραγωδία της αμαρτίας με την έννοια του λογικού σφάλματος. Η λογική του Οιδίποδα φαίνεται να ξεγλιστρά σε κρίσιμα σημεία. Πηγαίνει στο μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει την ταυτότητα των πραγματικών γονιών του. Το μαντείο δεν απαντά στο συγκεκριμένο ερώτημα και του ανακοινώνει ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του. Σε κατάσταση σύγχυσης, ξεχνά τον λόγο που τον οδήγησε στο μαντείο, θεωρεί δεδομένο ότι οι γονείς του είναι το βασιλικό ζεύγος της Κορίνθου και τρέπεται σε φυγή προκειμένου να μη συναντήσει τη μοίρα του. Πράττει ακριβώς το αντίθετο.

Ωστόσο, υπάρχει μια λογική σκέψη που, αν την έκαμνε ο Οιδίποδας θα μπορούσε να αποφύγει τη μοίρα του και την πραγματοποίηση του χρησμού: να μη σκοτώσει άνθρωπο μεγαλύτερο απ’ αυτόν ούτε να παντρευτεί γυναίκα μεγαλύτερή του. Όμως ο νους, η λογική, αποδεικνύεται αδύναμη να συνυπολογίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Και είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία της λογικής (αμαρτία) που οδηγεί στην αμαρτία, με την ηθική πια σημασία της λέξης.

 

 

Οι ερμηνείες

Όταν ο Οιδίποδας μεταβαίνει από την άγνοια στη γνώση της φοβερής του αυταπάτης, βρίσκεται αναπότρεπτα αντιμέτωπος με μία αλήθεια η οποία ουσιαστικά του επιβάλλεται με τρόπο οδυνηρό. Γεγονός που νιώσαμε με τη συγκλονιστική ερμηνεία του Δημήτρη Λιγνάδη στην παράσταση. Το μεγαλείο της ερμηνείας του Οιδίποδα πλημμύρισε τη σκηνή.

Ο αναμφισβήτητα κορυφαίος ηθοποιός Δημήτρης Λιγνάδης έπλασε έναν Οιδίποδα ευφυή και οξύθυμο, συμπονετικό αλλά ταυτόχρονα σκληρό, που συνοψίζει στο πρόσωπό του όλα τα ουσιώδη παράδοξα της ανθρώπινης φύσης. Ο αναμφισβήτητα σπουδαίος καλλιτέχνης σε μια ερμηνεία – διδασκαλία μας έδωσε ανάγλυφη την ουσία του μεγάλου ρόλου που επωμίστηκε. Ο ήρωας όσο έβλεπε το φως της ημέρας ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι της άγνοιας. Όταν από δική του επιλογή χάνει την όρασή του, τότε είναι που μπορεί να διακρίνει την πραγματικότητα και να αντιληφθεί τη διαφορά που ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεϊκή γνώση. Ο Οιδίπους αντικρίζει και αποδέχεται την αλήθεια με όσες φρικτές συνέπειες και αν έχει αυτή. Η αιτία της άρνησής του να αγνοήσει τις συνέπειές της, είναι η ανάγκη του να διατηρήσει την ακεραιότητά του. Γιατί για τον Σοφοκλή τότε μονάχα φτάνει ο άνθρωπος στην άκρα εγκαρτέρηση όταν δει κατάματα την αλήθεια.

Η Αμαλία Μουτούση ως Ιοκάστη ήταν αρχοντική και τρυφερή, όμορφη και στοχαστική, αγέρωχη και μητρική. Ήταν η βασίλισσα και σύζυγος που όταν αγγίζει την τραγική αλήθεια οπισθοχωρεί μπροστά στη βαρύτητα της μιαρής πράξης που αντιλαμβάνεται πως διεπράχθη. Ο λόγος της ελλειπτικός και κρυπτικός. Τραγικό το αδιέξοδό της. Όταν ως Ιοκάστη ανακαλύπτει ότι ο άντρας της είναι και γιος της, η αντίδρασή της είναι να καταπνίξει την αλήθεια και να τον αφήσει να ζει μέσα στην άγνοια. Μια γυναίκα που πονά ανείπωτα, που θρηνεί βουβά, που ψάχνει εναγωνίως μια ασπίδα προστασίας για την οικογένειά της. Η Αμαλία Μουτούση με την ευαισθησία της, με τη βαθιά της γνώση, με το υποκριτικό της ένστικτο έδωσε ίσως την καλύτερη Ιοκάστη των τελευταίων δεκαετιών.

Ένας από τους πιο καλούς ηθοποιούς μας, με πολύχρονη άσκηση στην τραγική τέχνη, ο πάντα θαυμάσιος και αξιόλογος Νίκος Χατζόπουλος, υποδύθηκε τον Κρέοντα σε μια εξαίσια και σοβαρή ερμηνευτική κατάθεση, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της ανταποδοτικής δικαιοσύνης. Μια ερμηνεία με εκφραστικότητα και ψυχικές διακυμάνσεις.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης -ένας ακόμα σπουδαίος ηθοποιός μας- με κύρος, δυνατός και συντριπτικός ερμήνευσε τον Τειρεσία, τον γέροντα που ανήκει στο παρόν και έχει την ικανότητα να βλέπει ενδόμυχα την αλήθεια που δένει το παρελθόν με το μέλλον. Άλλοτε με την αμηχανία της αποκάλυψης και κατόπιν με υψηλό θυμικό βρασμό ο μάντης προειδοποιεί για τις μελλοντικές συμφορές που περιμένουν τον Οιδίποδα. Ο μόνος από τους ανθρώπους στον οποίο είναι έμφυτη η αλήθεια.

Δύο ηθοποιοί που επίσης μας άρεσαν πολύ ήταν ο Γιώργος Ζιόβας ως Άγγελος και ο Γιώργος Ψυχογιός ως Θεράπων. Σημαντικοί ρόλοι, από τους ωραιότερους του αρχαίου δράματος, είναι οι χαρακτήρες που κρατούν τα κλειδιά του μυστηρίου, ειδικά ο Θεράπων, και χάρη σ’ αυτούς αποκαλύπτεται καθαρά αυτό που ο Οιδίπους αναζητά, η καταγωγή του, η προσωπική ταυτότητά του. Και οι δύο ήταν εκπληκτικοί και στις λεπτομέρειές τους και στο σύνολο της ερμηνείας τους. Με αξιοσημείωτη απλότητα και απλοϊκότητα ο Γιώργος Ζιόβας, με κομψότητα, δεινότητα, διακριτικότητα και συγκίνηση ο Γιώργος Ψυχογιός.

Έξοχος και ο Εξάγγελος που γλαφυρά και αδρά ηθογράφησε ο Νικόλας Χανακούλας.

 

 

Ο Χορός

Ο Χορός των ικετών, ασύλληπτος, ανώτερος, βρίσκεται στη μέγιστη δυνατή απόσταση από τη μολυσμένη, αιμομικτική καταγωγή του ήρωα. Από τους εξαίρετους Μιχάλη Αφολαγιάν, Δημήτρη Γεωργαλά, Δημήτρη Καραβιώτη, Κώστα Κοράκη, Αλκιβιάδη Μαγγόνα, Δημήτρη Μαύρο, Βασίλη Παπαδημητρίου, Γιάννη Πολιτάκη, Γιωργή Τσουρή, Βαγγέλη Ψωμά απαρτιζόταν ο ασκημένος κινησιολογικά, φωνητικά και μουσικά Χορός. Ο καθένας από όλους είναι μια ικανότατη μονάδα για το θέατρό μας. Όλοι μαζί δημιούργησαν ένα μαγνητικό σύνολο που έδωσε στο κοινό ένα θέαμα ποιότητας. Είδαμε ένα Χορό που απλωνόταν, ανασυντασσόταν και μετασχηματιζόταν στο σκηνικό χώρο. Οι δράσεις και οι χορικές ιαχές, ολόκληρο το σώμα του Χορού ενωνόταν και συνέπασχε με τον Οιδίποδα, την Ιοκάστη, τον Κρέοντα, τον Τειρεσία, το Βοσκό και το Θεράποντα, σε μια αρμονική συνύπαρξη και συμπόνια στην οδύνη.

 

 

Οι συντελεστές

Με πνευματικότητα, ποιητικότητα και ρώμη η μετάφραση του Γιάννη Λιγνάδη. Ένοχοι ως θανάτου και αθώοι ώσπερ νήπια. Αυτό σκέφτηκα βλέποντας τα πήλινα βρέφη που φιλοτέχνησε ο Πάρις Μέξης. Έναν πήλινο στρατό από τα βρέφη – θύματα του λιμού στην πόλη, μικρούς Οιδίποδες στον Κιθαιρώνα. Εύστοχα τα κοστούμια, με τη μαύρη καλύπτρα του Τειρεσία και το ωραιότατο κοστούμι της Ιοκάστης που παρέπεμπε στον αρχαίο μινωικό πολιτισμό, να κυριαρχούν.

Ο λαμπρός συνθέτης Μίνως Μάτσας περιέβαλε την παράσταση με μια έντονα υποβλητική μουσική κρουστών και πνευστών. Ευγλωττία και εκφραστικότητα έδωσε με την επιμέλεια της κίνησης η Κική Μπάκα. Με σαφή δραματικότητα οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου.

Επίσης όλοι οι συντελεστές, όπως οι βοηθοί σκηνοθέτη Δήμητρα Δερμιτζάκη, Έλενα Σκουλά, ο φιλολογικός σύμβουλος Νίκος Μανουσάκης, η βοηθός μουσικού Δήμητρα Αγραφιώτη και η Κατερίνα Κοζαδίνου που έκανε τη φωνητική διδασκαλία, δικαιούνται θερμούς επαίνους για την επάρκεια και τη συμμετοχή τους στην επιτυχία της παράστασης.

Τι κρατάμε από την παράσταση; Τον Δημήτρη Λιγνάδη με την καθηλωτική παρουσία του ως Οιδίπους, την τραγική φιγούρα της Αμαλίας Μουτούση ως Ιοκάστη, την άρρηκτη σχέση της ανθρώπινης φύσης με την έρευνα, τη συσσωρευμένη οδύνη και την τρυφερότητα, την ευαλωτότητα της ανθρώπινης φύσης, τη διεκδίκηση της ελευθερίας της βούλησης στον άνθρωπο, τη μηδαμινότητα του ανθρώπου και την αστάθεια της ευτυχίας του. Την ανεπάρκεια της λογικής. Ο λογισμός, το μοναδικό αυτό εργαλείο που έχουμε για να αντιληφθούμε τον κόσμο και να προοδεύσουμε, είναι ελλειμματικός. Ό,τι κι αν πιστεύεις, σε υπερβαίνει κατά πολύ ο κόσμος γύρω σου.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης καταφέρνει να γίνεται καλύτερος και ωριμότερος από παράσταση σε παράσταση. Έξοχα δομημένος και απόλυτα συναρπαστικός ως σκηνοθέτης συνέθεσε ένα σπουδαίο δημιούργημα για τα ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα του ανθρώπου. Επισήμανε το μέγεθος της συντριβής και της εξουθένωσης του Οιδίποδα, έδωσε σωστά την ψυχολογία της αντιπαράθεσης, τα παράδοξα και τις σκοτεινές αυταπάτες της ζωής.

“Επιτέλους μια αρχαία τραγωδία χωρίς μοντερνισμούς”, άκουσα φεύγοντας να λέγεται ανάμεσα στο κοινό του Παπάγου. Και όντως αυτή η παράσταση, που αποτελεί και την πρώτη σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη σε αρχαία τραγωδία, δεν διεκδικούσε να αποδείξει ή να επιδείξει κάτι. Ήταν στέρεα, σίγουρη, σαφής, είχε αυτοπεποίθηση και έλεγχο. Είχε και ευστροφία. Ακόμα πιο μεγάλη αρετή της ωστόσο θεωρώ τη γλυκύτητα. Γιατί χωρίς γλυκύτητα, χωρίς αγαπητική στάση στα πράγματα, ακόμα και η ευφυΐα δεν είναι αρκετή. Μια παράσταση ευσεβούς αγνότητας στα λόγια και στα έργα.

 

  • Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης, στα Γιάννενα, την Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019, ενώ παρουσιάστηκε και στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, την Παρασκευή 12 και το Σάββατο 13 Ιουλίου. Συνεχίζει να παρουσιάζεται σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιάννης Λιγνάδης
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Σκηνικά-Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Κίνηση: Κική Μπάκα
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη, Έλενα Σκουλά
Φιλολογικός Σύμβουλος: Νίκος Μανουσάκης
Βοηθός Μουσικού: Δήμητρα Αγραφιώτη
Φωνητική Διδασκαλία: Κατερίνα Κοζαδίνου
Φωτογραφίες παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας
Παραγωγή: Αθηναϊκά Θέατρα

Πρωταγωνιστούν:
Δημήτρης Λιγνάδης: Οιδίποδας
Αμαλία Μουτούση: Ιοκάστη
Νίκος Χατζόπουλος: Κρέων
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης: Τειρεσίας
Γιώργος Ζιόβας: Άγγελος
Γιώργος Ψυχογιός: Θεράπων
Νικόλας Χανακούλας: Εξάγγελος
Χορός: Μιχάλης Αφολαγιάν, Δημήτρης Γεωργαλάς, Δημήτρης Καραβιώτης, Κώστας Κοράκης, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Δημήτρης Μαύρος, Βασίλης Παπαδημητρίου, Γιάννης Πολιτάκης, Γιωργής Τσουρής, Βαγγέλης Ψωμάς.

  • Διαβάστε επίσης:

O “Οιδίπους τύραννος”, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα

“Οιδίπους Τύραννος” του Σοφοκλή – Όσα πρέπει να γνωρίζετε πριν δείτε την παράσταση

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Οιδίπους Τύραννος” – Η οδυνηρή πορεία από την άγνοια στην αλήθεια και την αυτογνωσία
Περισσότερα