Κριτική παρουσίαση

Ο «Θάλαμος αρ. 6» του Τσέχοφ από τη σκόνη της καθημερινότητας στο άστρο της ελπίδας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Για τη φυλακή και για τον θάνατο κανείς δεν πρέπει να λέει μεγάλες κουβέντες»

Μπορεί να έχω παρακολουθήσει χιλιάδες παραστάσεις, αλλά αυτή που είδα την Κυριακή 12 Μαΐου 2018 δεν ξεχνιέται. Στην είσοδο, νωρίς το απόγευμα όταν φτάσαμε, δεν υπήρχε καμιά επιγραφή, ούτε μικρή ούτε μεγάλη. Τίποτα δεν σε προετοίμαζε για θέατρο. «Ήρθατε για την εκδήλωση;» με ρώτησαν οι άνθρωποι της υποδοχής και μου άνοιξαν διάπλατα την καγκελόπορτα. Πέρασα από δύο ή τρία προαύλια, παρέδωσα σε ένα γκισέ την ταυτότητά μου και το κινητό μου -όπως μου ζητήθηκε- και κατόπιν είδα τον κύριο Χριστόφορο Γιαννακόπουλο, το διευθυντή, να με καλωσορίζει με πολλή αβρότητα, όπως και τους υπόλοιπους καλεσμένους, με εκείνη τη διακριτική φροντίδα που μόνον οι άνθρωποι που έχουν αντικρίσει τον πόνο κατάματα ξέρουν να δείχνουν.

Βρέθηκα στον περιποιημένο και πεντακάθαρο κήπο του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, που, όσο παράξενο κι αν φανεί, έμοιαζε με μικρή όαση σε μια άναρχη πόλη. Είχα ξαναβρεθεί παλαιότερα (πάλι για παράσταση) κι αμέσως αναγνώρισα τις λιθόκτιστες αλέες και την εμβληματική μινιατούρα της Αγίας Σοφιάς σε πορφυρό χρώμα να δεσπόζει.

Ανθισμένες τριανταφυλλιές, καλοθρεμμένες κότες και πάπιες, διέκρινα μάλιστα κι ένα παγώνι λίγο μακρύτερα, φιλικές γατούλες, μια λιμνούλα στο μέσον, κανάλια με γεφυράκια και ένα φιλόξενο κυλικείο.

Ήμουν ανάμεσα στους λίγους τυχερούς που μπόρεσαν να δουν μια θεατρική παράσταση βασισμένη στη νουβέλα του Τσέχοφ «Ο θάλαμος αρ. 6», παιγμένη από κρατουμένους.

«Τελειώνω μια νουβέλα πολύ πληκτική, επειδή λείπουν απ’ αυτήν ολότελα οι γυναίκες και το στοιχείο του έρωτα. Δεν μπορώ να υποφέρω τέτοια έργα, αλλά άρχισα να το γράφω κάποια στιγμή τυχαία από επιπολαιότητα…». Αυτά αποκάλυπτε ο Τσέχοφ την άνοιξη του 1892 σε φίλη του πεζογράφο για το πιο σκληρό ίσως κείμενο που θα δημοσίευε ποτέ του, το «Θάλαμο αρ. 6».

Το έργο αποτελεί μια τομή στην πνευματική και λογοτεχνική εξέλιξη του Τσέχοφ. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ρούσκαγια Μισλ» τον Νοέμβριο του 1892. Ο λογοτέχνης Μήτσος Αλεξανδρόπουλος αναφέρει πως πολλοί κριτικοί διέκριναν ότι μ’ αυτή του τη νουβέλα ο Τσέχοφ αποκόπηκε από την επιρροή του Τολστόι κι έκτοτε διέγραψε τη δική του μοναδική λογοτεχνική πορεία.

 

Η προϊστορία του Θεατρικού Εργαστηρίου

Η παράσταση «Θάλαμος αρ. 6 – 200 χρόνια μετά» παρουσιάστηκε το Σάββατο 12 και την Κυριακή 13 Μαΐου 2018, στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, σε σκηνοθεσία Στρατή Πανούριου.

Το Θεατρικό Εργαστήρι του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 2016 με τη συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου και της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής.

Το Εθνικό Θέατρο πραγματοποίησε τον περασμένο Ιούνιο το πρώτο Θεατρικό Εργαστήριο στις Φυλακές Κορυδαλλού, με συμμετέχοντες από όλες τις πτέρυγες και παρουσίασε το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρικυμία», μια παράσταση-εμπειρία για συμμετέχοντες και θεατές.

Η συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του υπουργείου Δικαιοσύνης και με το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού συνεχίστηκε για δεύτερη χρονιά. Το ερευνητικό αυτό εργαστήριο άντλησε φέτος έμπνευση από τον μεγάλο συγγραφέα Άντον Τσέχοφ και παρουσίασε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του παλιού σιδηρουργείου των φυλακών μια διασκευή της νουβέλας του, «Θάλαμος αρ. 6».

Οι πρόβες διήρκεσαν 10 μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ηθοποιοί – κρατούμενοι με την καθοδήγηση του εξαίρετου σκηνοθέτη Στρατή Πανούριου, διασκεύασαν το έργο του Τσέχοφ, αξιοποιώντας προσωπικές τους σκέψεις, εμπνεύσεις, εμπειρίες και ανησυχίες. Οι ηθοποιοί – κρατούμενοι δεν έχουν κάνει θεατρικές σπουδές και δεν έχουν ξαναπαίξει θέατρο. Διαθέτουν όμως μια εμπειρία ζωής, που τα αντικαθιστά.

Η παράσταση είναι ένα «ταξίδι σκοτεινό στην κόλαση της ψυχής, του εγκλεισμού και των ιδρυμάτων». Οι ίδιοι οι κρατούμενοι μιλούν για «μορφή αποφυλάκισης, για κατευνασμό κακών συναισθημάτων».

Από την πλευρά του ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Στάθης Λιβαθινός, σημειώνει: «Μέσα στους τοίχους του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού επιχειρούμε φέτος με τον Τσέχοφ -όπως και πέρυσι με τον Σαίξπηρ– ένα ταξίδι με τους κρατούμενους, που ανοίγει τις καρδιές και τον νου και δίνει φτερά στη σκέψη και τη φαντασία. Ένα ταξίδι που μας αφορά όλους, περισσότερο από όσο μπορούμε να φανταστούμε. Γιατί μέσα από αυτό το ταξίδι, μέσα από την αγάπη, τη συλλογικότητα και τη δημιουργικότητα, οι κρατούμενοι παραδίδουν ένα μάθημα ελεύθερης σκέψης».

 

Η νουβέλα του Τσέχοφ και το ταξίδι στη Σαχαλίνη

Ο Τσέχοφ έγραψε τη συγκεκριμένη νουβέλα στα 1891-2, και θέλοντας να ξεφύγει από τον κανόνα -τον λίγο πολύ καθορισμένο κύκλο των μέχρι τότε έργων του- έγραψε ένα αριστούργημα.

Σε μια περίοδο μεγάλης σιτοδείας, ως γιατρός πρόσφερε αφιλοκερδώς τις γνώσεις και τη φροντίδα του στους κατοίκους 26 χωριών γύρω από το Μελίχοβο, 80 χλμ. από τη Μόσχα, όπου είχε αγοράσει ένα κτήμα. Είχε προηγηθεί μια περίοδος (Μάιος-Οκτώβριος 1890) που πέρασε στη Σαχαλίνη, το νησί-κάτεργο στον Βόρειο Ειρηνικό, παρότι ήδη φυματικός. Θέλησε να γνωρίσει από κοντά τις συνθήκες ζωής των καταδίκων – και να συντελέσει, με το βιβλίο που έγραψε, στη γνωστοποίηση του καταισχύνης και στη βελτίωση της απάνθρωπης κατάστασης. Γι’ αυτό ο Τσέχοφ έγραψε όπως κανένας άλλος. Δεν ήταν συγγραφέας γραφείου αλλά ήδη από τα παιδικά του χρόνια ένας βαθιά δοκιμασμένος άνθρωπος, που εκτέθηκε στην κοινωνία αλλά δεν σκλήρυνε, δεν αδιαφόρησε, απεναντίας νοιάστηκε και πρόσφερε εμπράκτως σε όσους είχαν ανάγκη, προτού γράψει τα θεατρικά αριστουργήματά του.

Ο Τσέχοφ είχε αποφασίσει το ταξίδι στη Σαχαλίνη ήδη από το τέλος του 1889, ένα σχέδιο δύσκολο, δαπανηρό και επικίνδυνο, που παραξένεψε συγγενείς και φίλους. Το νησί, στο ανατολικότερο άκρο της ρωσικής αυτοκρατορίας, βόρεια της Ιαπωνίας, ήταν τόπος εξορίας και καταναγκαστικών έργων από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σε μια εποχή που η κρατική μέριμνα για τους καταδικασμένους τελείωνε με την απαγγελία της ποινής, για τον Τσέχοφ το ταξίδι αυτό ήταν μια αποστολή: Ένας φόρος τιμής στην επιστήμη του, την ιατρική, μια έμπρακτη δήλωση της πρόθεσής του τεθεί στην υπηρεσία του ανθρώπου. Η αναζήτηση του βαθύτερου, του αληθινού, του ατόφιου στις σχέσεις των ανθρώπων που μόνο ξεπερνώντας τα γελοία κοινωνικά στερεότυπα των τάξεων μπορεί να επιτευχθεί.

Η κατασταλτική βία

Στην παράσταση, που επιτεύχθηκε με την αμέριστη στήριξη της Γιολάντας Κωνσταντινίδου, κοινωνιολόγου του Κ.Κ. Κορυδαλλού και βοηθού του σκηνοθέτη, είδαμε την αδιαπραγμάτευτη αλήθεια της περιφέρειας, των ιδρυμάτων και των ανθρώπων του, που ξεπηδούν με γύμνια πρωτοφανή, καθιστώντας άχρηστα όλα τα φκιασιδώματα. Γιατί ο Τσέχοφ, όπως και οι άνθρωποι του Κ.Κ. Κορυδαλλού, δεν ενδιαφέρεται για μύθους. Ενδιαφέρεται για τις κοινωνικές αλήθειες. «Δεν υπάρχει καμία δόξα στην τιμωρία», λέει ο Μισέλ Φουκώ.

Σε μια ανώνυμη πόλη της αχανούς ρωσικής επαρχίας υπάρχει ένα δημοτικό νοσοκομείο στο οποίο επί μια 20ετία υπηρετεί ως γιατρός διευθυντής ο Αντρέι Εφίμιτς Ράγκιν. Στο νοσοκομείο αυτό, το οποίο περιγράφεται σαν ένα εγκαταλελειμμένο από τις αρχές της πόλης ίδρυμα, υπάρχει μια πτέρυγα στην οποία στεγάζεται ο Θάλαμος αρ. 6. Εκεί «φιλοξενείται», όπως θα λέγαμε σήμερα, η ψυχιατρική κλινική – άσυλο του Νοσοκομείου. Στο θάλαμο αυτό διαμένουν πέντε νοσηλευόμενοι με τη διάγνωση «τρελοί». Τους επιβλέπει ο Νικήτας, ο οποίος με τη συμπεριφορά του εκφράζει την πιο ακραιφνή κατασταλτική βία εμποτισμένη με την αξία του καθήκοντος και της «τάξης». Όπως λέει κι ένας Έλληνας συγγραφέας που έζησε για χρόνια στο Δαφνί: «Οι νοσοκόμοι που είναι στο ψυχιατρείο […] δεν είναι σαν τους νοσοκόμους που ξέρει ο καθένας, που ξέρουν ν’ αλλάζουν πληγές, να κάνουν ενέσεις και γενικά να περιποιούνται έναν ασθενή. Αυτοί είναι γεροί άντρες με σκληρή καρδιά που ξέρουν να δέρνουν τους τρελούς, όπως ο θηριοδαμαστής τα θηρία του». Εκεί επικρατεί το δίκιο του ισχυρότερου, του κνούτου και της απομόνωσης.

 

Αυτοεκτίμηση

Ο καθένας μας φέρει τη δική του προσωπική ιστορία, τις δικές του στάσεις, πεποιθήσεις και ικανότητες, τα δικά του λάθη, τους δικούς του εφιάλτες, πιθανόν και τους δικούς του σκελετούς καταχωνιασμένους σε κάποια ντουλάπια της μνήμης. Σύμφωνα με την ψυχολογία, οι κρατούμενοι, λόγω της θέσης τους, βρίσκονται τακτικά σε θέση άμυνας. Μπορεί να νιώθουν ανασφάλεια και καχυποψία και να θέτουν τους εαυτούς τους σε ετοιμότητα, πράγμα που πολλές φορές τους γεμίζει με άγχος, τους κάνει ευερέθιστους ή και προκλητικούς. Πολλές φορές, μέσω της πρόκλησης, αναζητούν αφορμή να εκφράσουν το θυμό, την πικρία και την απογοήτευσή τους, ενώ άλλες φορές δοκιμάζουν τα όρια του συστήματος φύλαξης. Η προκλητικότητα αυτή συχνά δεν είναι κατευθυνόμενη σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά στο σύστημα εξουσίας και ως τέτοια πρέπει να λαμβάνεται.

Εμείς όμως αντικρίσαμε ανθρώπους μακράν από αυτό το στερεότυπο, καλλιτέχνες με αυτοεκτίμηση, σιγουριά, ευγένεια, καλαισθησία, ευαισθησία, ηρεμία και φιλική διάθεση. Ανθρώπους με γνησιότητα, αμεσότητα και κοινωνικότητα, με ελευθερία άποψης και έκφρασης. Με δυνατότητα ανάπτυξης ενδιαφερόντων, ταλέντου και δημιουργικότητας. Σοβαρούς αλλά διόλου σοβαροφανείς. Ασφαλώς ένα μεγάλο επίτευγμα της δικής τους θέλησης και της τέχνης του θεάτρου.

Η παράσταση

Ένα συνταρακτικό δείγμα γραφής αποτελεί ο «Θάλαμος αρ. 6» (1892). Το ανέβασμα τώρα του «Θαλάμου αρ. 6″, σε αυτό το χώρο και με ηθοποιούς – κρατούμενους αποτελεί την απαρχή μιας νέας ανάγνωσης αυτού του έργου, μιας ανάγνωσης εμπλουτισμένης με τη σύγχρονη εμπειρία μας.

Με αφετηρία τα προσωπικά βιώματα του επιστήμονα Τσέχοφ και εργαλείο την πάντα διεισδυτική ματιά του, η παράσταση ανατέμνει μια πραγματικότητα ζοφερή και ανατριχιαστική, που ελάχιστα απέχει από αυτήν των ψυχιατρείων όπως ήταν σχεδόν μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.

Παρακολουθούμε λεπτό προς λεπτό και πάντα με το τσεχοφικό πνεύμα, την πορεία της ζωής του γιατρού Ράγκιν από τη γεμάτη προσδοκίες και όνειρα ανθρωπιστική αποστολή του, ως την ηθική -και τελικά φυσική- του εξόντωση, που περνά μέσα από την προσωπική παραίτηση. Με καταλύτη τη συνάντησή του με έναν έγκλειστο ψυχιατρικό ασθενή και την πυροδότηση της ξεχασμένης ανάγκης για ανθρώπινη επικοινωνία έξω από κοινωνικές συμβάσεις, ο γιατρός Ράγκιν καθίσταται ανίσχυρο θύμα της πανίσχυρης κοινωνικής δομής που δεν συγχωρεί τη διαφορετικότητα.

Ένα ακραία τραγικό μωσαϊκό που εναλλάσσεται με αιφνίδιο μαύρο χιούμορ, αναδεικνύει με πολυεπίπεδο τρόπο οξύτατα σημερινά θέματα. Ένα έργο βαθιά πολιτικό, γεμάτο κατανόηση για την ανθρώπινη αδυναμία και παράλληλα κριτικό απέναντι στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς κάθε σαθρού κοινωνικού συστήματος. Γιατί το κράτος είναι «το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα», σύμφωνα με τον Μαρξ.

Ένα ανελέητο «κατηγορώ» απέναντι στην υποκρισία, τη σήψη, τον μικροαστισμό και την κοινωνική παράνοια, μια ολοκληρωμένη καταγγελία για τις κυνικές συνθήκες κράτησης των Ρώσων ψυχασθενών κατά το τέλος του 19ου αιώνα, με οξύτατες παρατηρήσεις που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έμελλε να πυροδοτήσουν το κίνημα της κριτικής ψυχολογίας και της αντι-ψυχιατρικής.

Μάλιστα, κάποιοι θαυμαστές του Τσέχοφ αναφέρουν πως ακόμη κι αν είχε χαθεί ολόκληρο το έργο του κι είχε σωθεί μόνο ο «Θάλαμος αρ. 6», θα ‘ταν αρκετός για να τον εντάξει στους κορυφαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα.

Πέρα από τη λογοτεχνική της αξία η συγκεκριμένη νουβέλα αποτελεί «κι ένα επιστημονικό έργο μεγάλης, ουσιαστικής ανθρωπιστικής εμβέλειας», που θα έπρεπε να διδάσκεται στους φοιτητές της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής.

 

Όταν η κοινωνία αμύνεται…

Το μικρό νοσοκομείο αποτελεί παράδειγμα κακοδιοίκησης. Για την ολιγομελή επιτροπή διοίκησης και το κατώτερο προσωπικό είναι μέσο παράνομου πλουτισμού, για τον άλλοτε αισιόδοξο και ονειροπόλο Ράγκιν είναι κάτι μεταξύ καθαρτηρίου και κολαστηρίου.

Ο γιατρός Ράγκιν, έστω και καθυστερημένα, αντιλαμβάνεται πόσο άθλιο και επικίνδυνο είναι το, ούτως ή άλλως, παραμελημένο ίδρυμα για τους ασθενείς. Με τα χρήματα που δαπανώνται γι’ αυτό, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν δύο υπερσύγχρονα νοσοκομεία, όπως διαπιστώνει. Ούτε που του περνάει όμως από το μυαλό ότι θα όφειλε να διορθώσει ο ίδιος τα κακώς κείμενα. Χάρη στις επαφές του όμως μ’ όσους κρατούνται στον ψυχιατρικό θάλαμο αρ. 6, και κυρίως με τον ανυπότακτο και τόσο διαβασμένο Γκρομόφ, πρώην δικαστικό που πάσχει από μανία καταδίωξης, θα συνειδητοποιήσει ότι είναι μάταιη μια απόπειρα παρέμβασής του. Αλλά θα καταλάβει επίσης πόσο ανέντιμο θα ήταν να σιωπήσει. Η στάση εκλαμβάνεται (ηθελημένα) από τις αρχές ως δική του ψυχική διαταραχή, με αποτέλεσμα να καταλήξει κι αυτός τρόφιμος του ίδιου ψυχιατρικού θαλάμου, να υποστεί με τη σειρά του τη βία του κτηνώδους φρουρού, μέχρι που θα νοσήσει και θα πεθάνει εγκαταλειμμένος απ’ τους πάντες. Άλλωστε, το στίγμα της ψυχικής ασθένειας είναι διαχρονικά ίσως το πιο δύσκολο να ακυρωθεί και όταν η κοινωνία αμύνεται εναντίον των… εγκληματιών, των… ψυχοπαθών και γενικά των… ενοχλητικών ανθρώπων, είναι αήττητη.

Οι συντελεστές

Στην παράσταση είδαμε με αδρές γραμμές να παρουσιάζεται ο νοσοκόμος – ανθρωποφύλακας Νικήτα και να τον υποδύεται ένας από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους των φυλακών σε μια αγαστή συνεργασία με τους κρατουμένους. Στην πινακοθήκη από την οποία αποκολλήθηκαν οι τρόφιμοι, ο Εβραίος Μοϊσέικα είναι ο μόνος που έχει την άδεια να βγαίνει έξω από το θάλαμο και να περιφέρεται στην πολίχνη, ζητώντας από τους περαστικούς καπίκια, κι έτυχε μιας πολύ ωραίας και πειστικής ερμηνείας από τον ηθοποιό – κρατούμενο. Ακολούθησε η ενδελεχής περιγραφή και η άριστη απόδοση -και λόγω παρουσίας και λόγω υποκριτικής- του Ιβάν Ντμίτριτς Γκρόμοφ, του μορφωμένου ασθενή με τη μανία καταδίωξης και τον πυρετικό λόγο, που θα εμπλακεί με το γιατρό Ράγκιν σε ατέρμονες φιλοσοφικές συζητήσεις. Μια ιδιαιτέρως αφαιρετική, κομψή και αλληγορική ερμηνεία, με σωστούς τονισμούς και αποχρώσεις, παρακολουθήσαμε και από τον αφηγητή. Οι άλλοι τρόφιμοι κι ο δεύτερος γιατρός μορφοποιήθηκαν επίσης άρτια και λειτούργησαν ουσιαστικά και θεατρικότατα. Ερμηνείες απέριττες και λιτές, κοφτές και μεστές, χιουμοριστικές και σαρκαστικές.

Μας εντυπωσίασε επίσης ο αφοπλιστικός κύριος Νίκος Σ., που είναι και θαυμάσιος ζωγράφος, ο οποίος ενώ στις πρόβες και στις πρώτες παραστάσεις εξέτιε ακόμα την ποινή του, «ξαναμπήκε» στη φυλακή για να συνεχίσει πλέον ως αποφυλακισμένος/μη κρατούμενος, και να διαπρέψει στο ρόλο του φίλου του γιατρού. Όπως λέει άλλωστε και Victor Hugo, «ο Άνθρωπος είναι μια φυλακή όπου η ψυχή παραμένει ελεύθερη».

Να μη λησμονήσω ότι τον γιατρό «κατοχύρωσε» με τη γνωστή του αμεσότητα και τη μεγάλη του ευχέρεια ο ίδιος ο σκηνοθέτης Στρατής Πανούριος.

Πρέπει να επισημάνω ωστόσο πως κανείς από τους ηθοποιούς δεν υστερούσε, όλοι είχαν τέτοια απλότητα, τέτοια εξωτερική νηφαλιότητα και εσωτερικό αναβρασμό που σε συγκλόνιζε. Έβλεπες τη φλόγα στα μάτια όλων, έβλεπες και το φως. Η δε παράσταση στήθηκε με καθαρότητα, αγάπη και πάθος, δίχως εξωτερικές αποτιμήσεις, διδακτισμό και φτηνό συναισθηματισμό, με συνοχή και ευστοχία στην παρατήρηση, με σεμνότητα, ορθή κρίση και σύνεση.

 

Ευχαριστίες

Θα χρειαστεί εδώ να ευχαριστήσουμε, ως θεατές και ως δημοσιογράφοι, για τη φιλοξενία τους, την πρωτοβουλία και την πρωτοπορία τους, τις φιλότιμες προσπάθειές τους, τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπειά τους, τον διευθυντή του Κ.Κ. Κορυδαλλού Χριστόφορο Γιαννακόπουλο, την κοινωνιολόγο Γιολάντα Κωνσταντινίδου, το Εθνικό Θέατρο, τον ικανότατο σκηνοθέτη Στρατή Πανούριο, τον Διονύση Ξαξίρη για το λειτουργικό και ατμοσφαιρικό σκηνικό και τα κοστούμια, τον Κωνσταντίνο Σοφικίτη για τις φωτογραφίες, την ψιμυθιολόγο της παράστασης Christine Drak και κυρίως και πρωτίστως τη συγκινητικά δραστήρια Θεατρική Ομάδα Κ.Κ. Κορυδαλλού. Ήτοι τους συμπαθέστατους Παναγιώτη, Γιώργο, Διονύση, Κωνσταντίνο, Χρήστο, Σταύρο, Γιώργο, Μιχάλη, Νίκο, Ελευθέριο, Χρήστο, Αθανάσιο, Γιώργο και Ν. Κ.

Οι ευχαριστίες είναι γιατί αυτός ο «Θάλαμος αρ. 6», άνοιξε ένα παράθυρο στην ψυχή μας και βγήκαμε στο λουσμένο με ήλιο δρόμο, στο φυσικό αέρα, με μια ελαφράδα διαφορετική, πιο ανθρώπινοι, πιο μακρινοί από τον κακεντρεχή κοσμικό περίγυρο αλλά και πικραμένοι για το σωματικό και ψυχικό πόνο κάποιων συνανθρώπων μας, όπως αυτός νοηματοδοτείται και αναπαρίσταται από τον ηθελημένο θάνατο του Ράγκιν. Βγήκαμε με ένα εξαίσιο τίναγμα από το χώμα, από τη σκόνη της καθημερινότητας στο μετέωρο άστρο της ελπίδας και με μια ευχή: Να πορευόμαστε «μαζί» στη διαδρομή μας στο χρόνο και πάντα ευγενικές φιλοδοξίες να γίνονται της ζωής μας ο σκοπός. Ώστε «νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο/
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει».

 

Ταυτότητα παράστασης

Διασκευή, μουσική επιμέλεια: Θεατρική Ομάδα Κ.Κ. Κορυδαλλού

Σκηνοθεσία: Στρατής Πανούριος

Σκηνική, ενδυματολογική επιμέλεια: Διονύσης Ξαξίρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιολάντα Κωνσταντινίδου (Κοινωνιολόγος Κ.Κ. Κορυδαλλού)

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Σκίτσο: Νίκος Σιμάκος

 

 

 

 

eirini aivaliwtouΟ «Θάλαμος αρ. 6» του Τσέχοφ από τη σκόνη της καθημερινότητας στο άστρο της ελπίδας
Περισσότερα

«Ηλίθιος», ο πρίγκιπας της καλοσύνης…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς δε φρόνιμοι εν Χριστώ»
Προς Κορινθίους επιστολή Αποστόλου Παύλου (Α Κορινθίους 4,10)

Ο Αλμπέρ Καμί έλεγε πως «ελεύθερος είναι αυτός που λέει την αλήθεια». Με αυτό το δεδομένο δύσκολο είναι να βρούμε πιο ελεύθερο άνθρωπο στη λογοτεχνία από τον πρίγκιπα Μίσκιν.

Το μυθιστόρημα το είχα διαβάσει για πρώτη φορά στην εφηβεία μου. Ήταν ένα χοντρό κίτρινο βιβλίο, απλό και φτηνό, από κάποιες εκδόσεις τσέπης της εποχής, που έγραφε στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα «Ο Ηλίθιος». Από τότε ευγνωμονώ αυτές τις εκδόσεις γιατί με αυτή την ανάγνωση μου άνοιξαν δρόμους απαράμιλλης συγκίνησης. Τα αριστουργηματικά έργα ερευνούν σημαντικά  ερωτήματα  γύρω από τη ζωή και τον θάνατο. «Ο Ηλίθιος» όμως ξεχωρίζει γιατί είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα συγγράμματα του ενός μεγάλου ψυχογράφου και μυθιστοριογράφου, και θα παραμείνει στο εσαεί όπλο της ανθρώπινης πνευματικότητας. Ο βασικός του χαρακτήρας είναι ένας από τους  πιο πρωτότυπους και ξεχωριστούς που γνώρισε ποτέ η παγκόσμια λογοτεχνία. Ένας άνθρωπος που μπορεί η μοίρα να του έδωσε μια αρρώστια, ωστόσο είχε το χάρισμα της αφοπλιστικής, της καθηλωτικής ειλικρίνειας. Οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «ηλίθιο» όχι επειδή δεν ήταν ευφυής, αλλά λόγω της αγνότητας της ψυχής του.

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι κληροδότησε στην ανθρωπότητα ένα αριστουργηματικό παραμύθι για έναν πρίγκιπα που θρυμματίζεται από καλοσύνη. Ταυτόχρονα στηλιτεύει τη ζωή των δημοσίων υπαλλήλων, που ζουν πλουσιοπάροχα σε βάρος άλλων, ενώ είναι σκληρός στην περιγραφή ιδιοτελών ανθρώπων και ιδιαίτερα τρυφερός όταν αναφέρεται σε μητέρες και θύματα κακομεταχείρισης.

Η προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από την περίφημη εικονική του εκτέλεση, γίνεται μέρος του χαρακτήρα του πρίγκιπα Μίσκιν. Και τον Μίσκιν τον χρησιμοποιεί για να υπερασπιστεί τα χριστιανικά ηθικά ιδεώδη που εκείνα τα ταραχώδη χρόνια στην τσαρική Ρωσία είχαν γίνει στόχος επιθέσεων από τους ριζοσπάστες της δεκαετίας του 1860. Τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι τοποθετούν αυτά ακριβώς τα κοινωνικοπολιτικά πάθη και προβλήματα του καιρού του σε έναν πολύ ευρύτερο και πολύπλευρο ορίζοντα.

Το πιο βαθύ

Ο «Ηλίθιος» (1868) είναι το πιο βαθύ από τα μυθιστορήματά του, γιατί εκδραματίζει την απόλυτη αδυναμία του ανθρώπου να φτάσει το υψηλότερο χριστιανικό ιδεώδες.
Ο πρίγκιπας Μίσκιν («Ο Ηλίθιος»), πάσχων από επιληψία, επιστρέφει στη Ρωσία ύστερα από πολυετή απουσία. Στην Αγία Πετρούπολη περιφρονούν και χλευάζουν την αθωότητά του. Εκείνος όμως ανταποδίδει καλοσύνη. Όταν έξαφνα κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία βρίσκεται στο επίκεντρο του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Για όλους η αγαθή φύση του πρίγκιπα είναι ακατανόητη και προκαλεί αντικρουόμενα συναισθήματα. Ο ιερός «Ηλίθιος» όταν βρίσκεται στη δίνη των ανθρώπινων παθών, της απαξίωσης, της απληστίας, του έρωτα και της ζήλιας, απαντά με αυταπάρνηση, αγάπη και αυτοθυσία. Είναι θλιβεροί οι καιροί, όταν η εντιμότητα ονομάζεται αφέλεια και η ειλικρίνεια λέγεται ηλιθιότητα!
Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα γράφεται εξ ολοκλήρου στην Ευρώπη, μακριά από τη μητέρα Ρωσία, σε μια εποχή απελπισίας, δριμύτατης φτώχειας και νοσταλγίας του Φιοντόρ για την πατρίδα του. Με τις επιληπτικές κρίσεις να τον βασανίζουν και τις προσωπικές υπαρξιακές αγωνίες να τον ταλανίζουν, γεννιέται «Ο Ηλίθιος», ένα μυθιστόρημα που -όπως σημείωνε ο ίδιος ο συγγραφέας- «σχετίζεται με την απόδοση της εικόνας ενός πραγματικά καλού και θετικού ανθρώπου».
Όμως ποιος είναι καλός και θετικός άνθρωπος; Αυτός που δεν πράττει το κακό, το απεχθές; Πόσο δύσκολο είναι να είσαι καλός και να διατηρείς την αθωότητά σου; Στην εποχή μας, και σε κάθε εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αναγνωρίζεται η αξία των καλών; Και πάνω απ’ όλα, υπάρχει περίπτωση ο καλός να μη «σταυρωθεί»; Η ειλικρίνεια, βαθιά και άδολη, είναι το πρώτο χαρακτηριστικό των ηρωικών ανθρώπων.

 

Ο «ιερός μωρός»

«Ο Ηλίθιος» είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που φαίνεται να θέλει να ξορκίσει το κακό και να αναζητά το καλό. Ο «ιερός μωρός», όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι, ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι, κηρύττει την αγάπη. Αγάπη. «Αγάπη που οδηγεί πάντα στη σταύρωση», όπως σημειώνει και ο σκηνοθέτης Νίκος Διαμαντής ο οποίος σκηνοθετεί για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά το έργο που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών.
Μία ιερή παραβολή για το καλό, που συνεισφέρει με διεισδυτικό τρόπο στην αυτογνωσία όλων μας. Ο Ρώσος συγγραφέας δείχνει τη μαεστρία του αναλύοντας σε βάθος την ψυχοσύνθεση των βασανισμένων ηρώων του. Κι ο σκηνοθέτης όμως καταθέτει πολλή από την καλλιτεχνική του δεινότητα, υλοποιώντας μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών με μεγάλο δείκτη δυσκολίας.

Το Δημοτικό Πειραιά

Σκηνοθέτης αλλά και καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, ο Νίκος Διαμαντής ηγείται σε έναν πολιτιστικό οργανισμό που δουλεύει σε τρεις διαφορετικούς άξονες, τον καλλιτεχνικό, τον εκπαιδευτικό και τον κοινωνικό σε μια προσπάθεια που απαιτεί άφθαστη υπομονή. Το Δημοτικό Πειραιά έχει δημιουργήσει ένα εντελώς δικό του αποτύπωμα, έναν σαφή βηματισμό με μεγάλη επιμονή που σε συνδυασμό με την υπομονή είναι υπερδύναμη. Έχει ήδη αποδειχθεί ότι όλο αυτό δεν είναι ένα πυροτέχνημα, αλλά μια προσπάθεια που έδωσε κάτι διαφορετικό. Δηλαδή ένα ανοιχτό θέατρο, με διακριτές δυνατότητες που αφορά τον απλό κόσμο και τον καθένα ξεχωριστά, χωρίς αποκλεισμούς.

Μια δίνη γεγονότων

Εμβαθύνοντας μοναδικά στην ψυχολογία των ηρώων του Ντοστογιέφσκι, ο σκηνοθέτης Νίκος Διαμαντής περιγράφει στον «Ηλίθιο» την ιστορία του επιληπτικού πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ύστερα από μακροχρόνια παραμονή και θεραπεία στην Ελβετία, επιστρέφει στην Πετρούπολη. Αφοπλιστικά αθώος και ανιδιοτελής για τους κοσμικούς κύκλους της μεγαλούπολης, όταν κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία βρίσκεται αναπάντεχα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αντιμέτωπος με την περιέργεια, το σαρκασμό και την υστεροβουλία. Οι άντρες τον θεωρούν «ηλίθιο», αδυνατώντας να κατανοήσουν το χαρακτήρα του, μην μπορώντας να εξηγήσουν διαφορετικά την άδολη και αγνή φύση του, ενώ οι γυναίκες γοητευμένες από την απόκοσμη φύση του, συνεπαρμένες από αυτές ακριβώς τις ιδιότητές του, τον ερωτεύονται τρελά. Όλοι τους παρασύρονται σε μια δίνη γεγονότων μέχρι το τραγικό τέλος.

 

Το αριστούργημα

Η λέξη «αριστούργημα» δεν αποδίδεται τυχαία στον «Ηλίθιο». Το ίδιο σημαντικό όπως το έντονα δραματικό «Αδερφοί Καραμαζόφ» ή το εξαιρετικά διακριτικό και τρομακτικό «Οι Δαιμονισμένοι». Σε αυτά τα μυθιστορήματα, ο Ντοστογιέφσκι συνδύαζε, αρμονικά, στην πλοκή πολιτικές και θρησκευτικές ιδέες. Στον «Ηλίθιο» συλλαμβάνει μια ιστορία κι έναν χαρακτήρα που από τον μυστηριακό κόσμο και τον πνευματικό έρωτα κινούνται στη ζωή ενός Αγίου.

Η ειλικρίνεια

Οι συντελεστές της παράστασης κάνουν άθλο στον «Ηλίθιο» και μας παραδίδουν την ανθρώπινη ψυχή γυμνή, όπως είναι. Μια θεατρική δουλειά με υποβλητικότητα και ατμόσφαιρα. Από τα αρχικά δρώμενα που σε βάζουν στο κλίμα της, μέχρι τη λεκτική αντιπαράθεση της Ναστάζια με την Αγλαΐα, το δίπολο Μίσκιν – Ραγκόζιν, την αιφνιδιαστική είσοδο του Ιππόλυτου και το αποθεωτικό τέλος.

Η σπουδαιότητα του έργου έγκειται στην ειλικρίνειά του. Ο Ντοστογιέφσκι δεν έχει πρόθεση να μας παρασύρει σε έναν κόσμο που δεν γνωρίζουμε. Όλα όσα μας παρουσιάζει μέσα από την ιστορία, την περιπέτεια του πρίγκιπα Μίσκιν, μας είναι γνωστά, οικεία. Εκτός από το περιβάλλον, η λογοτεχνική υφή, η ατμόσφαιρα, η συναισθηματική εμπλοκή των χαρακτήρων, η διαλεκτική, η βάσανος της φιλοσοφικής ενατένισης των πραγμάτων, η δοκιμασία του έρωτα, της φιλίας και η αναζήτηση της αλήθειας είναι διαχρονικά θέματα. Ο Ντοστογιέφσκι δεν καταπιάνεται με όλα αυτά για να εντυπωσιάσει, να κάνει επίδειξη των δυνατοτήτων του στη μελέτη της ανθρώπινης ψυχής. Επιθυμεί να αναδείξει τη δύναμη του καλού. Από ανάγκη να αντισταθεί στον κυνισμό και την ψυχρή μεταβολή του κόσμου που τον περιέβαλλε. Ο μοναδικός τρόπος ήταν να φτιάξει το απόλυτο καλό, έναν ήρωα που θα αντανακλούσε τις αρετές και τις αδυναμίες του ανθρώπου. Έναν ήρωα που θα ήταν απλός, δίχως υστερόβουλες σκέψεις και προθέσεις αποδόμησης. Το καλό ως υπόμνηση ενός κόσμου που αντιστέκεται και δεν θέλει να αλλοτριωθεί από την πληθωρική εξέλιξη που έρχεται. Ο πρίγκιπας Μίσκιν όμως δεν είναι ήρωας μοναχικός, είναι ανεξάντλητη πηγή ενέργειας που τροφοδοτεί τον περίγυρο, όσους τον πλησιάζουν, όσους πλησιάζει. Κατά κάποιο τρόπο γίνεται ο μέγας εξομολογητής που αποσπά από τους συνομιλητές του, τους φίλους, τους εχθρούς του ομολογία πίστης στον εαυτό που κινδυνεύει να χαθεί. Ένα πολυπρόσωπο σαρωτικό έργο, πολυεπίπεδο αφηγηματικά, με απίστευτη διείσδυση στη ρωσική ψυχή, στην ψυχή της ανθρωπότητας.
Ευδιάκριτη η αντίθεση, από την αρχή της γνωριμίας με τον πρίγκιπα Λέων (λιοντάρι) Μίσκιν (ποντίκι). Επαγγέλλεται γραφιάς όπως πλήθος ντοστογιεφσκικών πρωταγωνιστών και όπως άλλωστε ο ίδιος ο Ντοστογιέφκσι.

Η διασκευή

Ένα τέτοιο έργο είναι δύσκολο να παρασταθεί δίχως να χαθεί η συνοχή, η αρμονία και η πνοή του. Σε αυτό όμως η παράσταση ευτύχησε με την αξιοποίηση της μετάφρασης – διασκευής των συγγραφέων Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, οι οποίοι διατήρησαν τη δροσιά της ποίησης και τους μυστικούς ψιθύρους των ηρώων αλώβητους. Κράτησαν ζωντανό το πνεύμα του συγγραφέα δίνοντας σπονδυλωτή θεατρική μορφή στο έργο ώστε η παράσταση να έχει αυθεντικότητα και δράση.

Οι ερμηνείες

Ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο πρωταγωνιστής της παράστασης, που τον ενσαρκώνει ο Πέτρος Φιλιππίδης, παρότι κάπως μεγαλύτερος στην ηλικία από τον ήρωα, είναι ένας Ρώσος άγιος αγαθός, ένας απόγονος του Δον Κιχώτη, ένας Χριστός σε έναν αντιχριστιανικό κόσμο. Η φυσιογνωμία του ήρωα ήταν και η μεγάλη πρόκληση.
Ο Πέτρος Φιλιππίδης σαν ικανότατος ηθοποιός, λαμπρός και ευσυνείδητος που είναι, μπήκε στο σαρκίο του ήρωα και συγκίνησε. Έδωσε τη βαθύτερη μυστική και καθαρή διάσταση της ιδιόρρυθμης ψυχοσύνθεσής του και κράτησε το ρυθμό της παράστασης σε απόλυτη ισορροπία.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν μεγάλωσε ορφανός από γονείς, παθαίνοντας συχνές επιληπτικές κρίσεις. Ο χαρακτήρας του είναι αμφιλεγόμενος. Μερικοί τον θεωρούν τίμιο, ευγενικό, αγαθό και με μια υπερβολική καλοσύνη, κάτι που τον καθιστά «ηλίθιο». Άλλοι επιμένουν πως είναι πονηρός και ύπουλος και κρύβεται πίσω από μια ψευδή αίσθηση που δίνει στους άλλους. Το γεγονός ότι είναι πρόθυμος να συγχωρέσει ακόμη και τις χειρότερες συμπεριφορές που δέχεται, δικαιολογεί και πάλι τον χαρακτηρισμό του «ηλιθίου» που του αποδίδουν πολλοί κατά τη διάρκεια του έργου. Το ιδιαίτερό του χάρισμα είναι να ψυχολογεί τους άλλους και να κατανοεί οποιαδήποτε αλλόκοτη συμπεριφορά και διαφορετικότητα. Τέλος, έχει ενδιαφέρουσες απόψεις, τις οποίες εκφράζει με ιδιαίτερο σθένος και με υποστηρικτικό πνεύμα. Ο Φιλιππίδης πετυχαίνει πλήρως να μας τον ζωντανέψει και ταυτόχρονα μας καθηλώνει.

Πού χαρίζει όμως ο πρίγκιπας την αγάπη του; Στη Ναστάζια ή στην Αγλαΐα; Ο ίδιος σε μια έντονη εκμυστήρευση αποκαλύπτει πως αγαπά και τις δύο με όλη του την αγνή ψυχή, όμως νιώθει διαφορετική αγάπη για την καθεμία. Τη Ναστάζια τη βλέπει σαν παιδί, θέλει να τη φροντίζει, νιώθει μια αγάπη οίκτου που απορρέει από την καλοσύνη του και κατανοεί τα δύσκολα χρόνια που έχει περάσει αυτή η γυναίκα. Όσον αφορά την Αγλαΐα, είναι μια αμοιβαία αγάπη που αργεί να αποκαλυφθεί. Είναι μια απέραντη και βαθιά αγάπη με άδοξο τέλος.

Η Ναστάζια, που την υποδύεται σε μια ερμηνεία – σταθμό η Μαρία Κίτσου, είναι μια βασανισμένη και πληγωμένη ψυχή, η οποία μεγάλωσε ορφανή, κακοποιήθηκε και χειραγωγήθηκε στην παιδική της ηλικία από τον άνθρωπο που τη μεγάλωσε. Η εκμετάλλευση που έχει βιώσει την κάνει να πιστεύει ότι πλέον έχει δικαίωμα να συμπεριφέρεται όπως θέλει σε οποιονδήποτε άνθρωπο και να κατηγορεί όλους γι’ αυτό που συνέβη στα τρυφερά της χρόνια. Αυτός ο διφορούμενος χαρακτήρας, αυτή η κυνική και σκληρή γυναίκα είναι τόσο απρόβλεπτη και ασυγκράτητη, καθώς κάνει βεβιασμένες κινήσεις, ξαφνιάζοντας συνεχώς τους χαρακτήρες του έργου. Έχει διαβάσει πολύ όμως, γι’ αυτό είναι πιο ονειροπόλα και πιο συνεσταλμένη απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς. Αυτοαποκαλείται πρόστυχη κι ανήθικη, ενώ φέρεται με μεγάλη αυθάδεια. Παρόλο που αγαπάει απέραντα τον πρίγκιπα Μίσκιν, δεν τον παντρεύεται τελικά, επειδή γνωρίζει ότι θα τον καταστρέψει, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αυτοκαταστροφική. Ακόμα και ο Μίσκιν, την αποκαλεί δικαίως ανισόρροπη και τρελή, αφού εκείνη αλλάζει συνεχώς απόψεις για το ποιον θα παντρευτεί. Αμφιταλαντεύεται τέλος ανάμεσα στο καταστροφικό πάθος για τον Ραγκόζιν και την όμορφη αγάπη της για τον Μίσκιν, το μόνο άνθρωπο που την αποδέχτηκε όπως είναι και πίστεψε σ’ αυτήν. Ουσιαστικά, προβλέπεται ο θάνατός της, καθώς το όνομά της (Μπαράσκοβα), σημαίνει πρόβατο προς σφαγή. Η Μαρία Κίτσου, πέρα από την εκθαμβωτική της ομορφιά επί σκηνής που μας πρόσφερε απλόχερα, προχώρησε ακόμα περισσότερο δίνοντας μια παθιασμένη ερμηνεία, με εσωτερικότητα και ένταση. Έπλασε ευαίσθητα και αληθινά αυτό το «εξαίσιο πλάσμα του Θεού» που αναζητά απεγνωσμένα τη λύτρωση. Μας έδειξε ολοζώντανη μια γυναίκα εκπάγλου καλλονής, αγέρωχη και περήφανη, που όμως τα ψυχικά της τραύματα είναι ανάλογου βάθους με εκείνα που φέρει ο Μίσκιν.

Ο Ραγκόζιν, που τον ερμήνευσε αδρά και σθεναρά ο Γιάννης Στάνκογλου, παρασύρεται από τα πάθη του απέναντι στην εξωπραγματική μορφή του Μίσκιν, ξεπερνώντας όλα τα όρια και φτάνοντας ακόμα και μέχρι το έγκλημα. Συναντιέται με τον Μίσκιν από την αρχή κιόλας του μυθιστορήματος μέσα στο τρένο που οδηγεί και τους δύο στην Πετρούπολη. Είναι άξεστος, αμόρφωτος, παρορμητικός και μισάνθρωπος, είναι επίσης εσωστρεφής ενώ δεν αφήνει κανέναν να δει τι κρύβεται μέσα στην ψυχή του. Ο Ραγκόζιν έχει μοναδικό του στόχο την κατάκτηση της Ναστάζια, παραβλέποντας οποιοδήποτε κόστος. Αγαπάει τον Μίσκιν και ταυτόχρονα τον ζηλεύει θανάσιμα, διότι γνωρίζει τα αισθήματα μεταξύ αυτού και της Ναστάζια. Όσο κι αν ο Μίσκιν επιμένει πως αγαπάει με οίκτο τη Ναστάζια και δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από αυτόν, ο Ραγκόζιν του στήνει ενέδρα και αποπειράται να τον δολοφονήσει, παρόλο που έχουν γίνει αδελφοποιητοί ανταλλάσσοντας σταυρούς. Συγκεντρώνει γύρω του όλο τον υπόκοσμο της εποχής, έναν εσμό συμφεροντολόγων ανθρώπων που ως κύριο σκοπό τους έχουν την απόκτηση χρημάτων, προκειμένου να τον βοηθήσουν να κατακτήσει τη Ναστάζια. Το πάθος του τον κάνει πάντα έτοιμο να δεχτεί τη Ναστάσια, όταν όμως εκείνη του παραδίδεται ολοκληρωτικά αυτός τη δολοφονεί. Με ζωηρά χρώματα, ρεαλισμό στην κίνηση και το λόγο, αρρενωπότητα και ορμή απέδωσε το ρόλο ο Γιάννης Στάνκογλου.

Όσο για την Αγλαΐα, που την υποδύεται με θέρμη και γλυκύτητα η Λένα Παπαληγούρα, είναι μια κοπέλα μεγαλωμένη με αγάπη και περισσή φροντίδα, με τα βλέμματα όλων στραμμένα επάνω της λόγω της ομορφιάς της, γεγονός που εξηγεί την ενίοτε κακομαθημένη, υπεροπτική συμπεριφορά που επιδεικνύει. Τα βιώματα και ο κόσμος της είναι ξένα προς τον πρίγκιπα και τη δύσκολη ζωή του, που νιώθει συνεπώς ανάξιος δίπλα της και αδυνατεί να την καταλάβει, ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να μεταφράσει τα δικά του συναισθήματα για εκείνη, καθότι πρωτόγνωρα. Όμορφη σαν μπουμπούκι και ζεστή σαν ηλιαχτίδα, λυγερή, γοητευτική, με μια δόση αναίδειας, τη δροσερή αναίδεια των χαϊδεμένων ανθρώπων, και το σκανδαλιάρικο ύφος εκείνων που -μη γνωρίζοντας τίποτα για τη ζωή- προσπαθούν να μάθουν περισσότερα, η Λένα Παπαληγούρα κατακτά έναν ακόμη ρόλο που προστίθεται στο ήδη πλούσιο βιογραφικό της.

Αξίζει να σημειώσουμε επίσης την πολύ αξιόλογη ερμηνεία του Χάρη Χιώτη, που παρότι νεότατος ακόμα μας έχει ήδη δείξει δείγματα του ταλέντου του και της αφοσίωσής του στην τέχνη, σε παραστάσεις όπως οι «Αλεπούδες», το «Ποπ κορν», αλλά και πρόσφατα στους «Επτά κρεμασμένους». Στον «Ηλίθιο» αποδίδει με ενάργεια τον έφηβο Κόλια, που κληρονομεί όλη τη σοφία του Μίσκιν. Πρόκειται για ένα συμβολικό χαρακτήρα ο οποίος υπόσχεται τον καινούργιο κόσμο που γεννιέται μέσα από τα συντρίμμια του παλαιού. Περιμένουμε να απολαύσουμε τον πολύ αληθινό Χάρη Χιώτη και σε επόμενους ρόλους πρώτης γραμμής.

Ζωντανοί οι χαρακτήρες και των υπόλοιπων προσώπων, που ξεπετάγονται μέσα από τα σπλάχνα της ρώσικης κοινωνίας της προεπαναστατικής Ρωσίας και αναλώνονται σε έναν αέναο αλληλοσπαραγμό. Ο έμπειρος Γιώργος Κωνσταντίνου τόνισε σωστά τη γραφική φιγούρα του Επάντσιν. Η Γιώτα Φέστα έδωσε έμφαση στην ιδιοσυγκρασία της αριστοκρατικής Λιζαβέτα. Πολύ εκρηκτικά και άξια, σε μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, ενσάρκωσε τον μηδενιστή Ιππόλυτο ο εξαίρετος πρωταγωνιστής Ιωάννης Παπαζήσης. Άψογος, στο ρόλο του Γαβρίλα με την τρικυμισμένη και βασανισμένη ψυχή, ο πάντα σπουδαίος Στάθης Μαντζώρος. Πολύ ικανοποιητική και η ερμηνεία του Γιώργου Δεπάστα στο ρόλο του Λέμπεντεβ.

Οι συντελεστές

Έξοχα επιμελημένη η κίνηση από τον Γιάννη Γιαπλέ και όμορφα τα αφαιρετικά σκηνικά της Λίλης Πεζανού. Ωστόσο τα κοστούμια, αν και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ήταν πολύ προσεγμένα και εντυπωσιακά, υστερούσαν στους μικρότερους. Ιδιαίτερα αρμονικό ηχητικό περιβάλλον προσέδωσε στην παράσταση, στην έναρξη και στο διάλειμμα αυτής, το δημοφιλές Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο Libro Coro.

Μια αριστοτεχνικά στημένη παράσταση τονισμένη από τη μουσική του Μίνωα Μάτσα και τους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ, που συμπυκνώνει τις προσωπογραφίες των ηρώων δημιουργώντας μια σκηνική περίληψη του μυθιστορήματος δίχως να αυτονομείται από αυτό.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση – Διασκευή: Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης
Σκηνοθεσία: Νίκος Διαμαντής
Σκηνικά – Κοστούμια: Λίλη Πεζανού
Μουσική – Sound Design: Μίνως Μάτσας
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Κίνηση: Γιάννης Γιαπλές
Δημιουργία Video παράστασης: Xρυσούλα Κοροβέση
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ειρήνη Μαργαρίτη
Β’ Bοηθός σκηνοθέτη: Αντώνης Μόργκαν Κωνσταντουδάκης
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης

Παίζουν:
Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Στάνκογλου, Μαρία Κίτσου, Λένα Παπαληγούρα, Γιώργος Κωνσταντίνου, Γιώτα Φέστα, Ιωάννης Παπαζήσης, Γιώργος Δεπάστας, Στάθης Μαντζώρος,
Χάρης Χιώτης

Συμμετέχει το Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο Libro Coro:
Αλεξανδράκης Στέλιος, Αλμυράντη Ειρήνη, Αμπραχαμιάν Μαρία, Αργύρη Πηνελόπη, Αριστείδη Τίνα, Βαραμογιάννη-Μαματσή Βασιλική, Βλάχου Μαρία, Γουρουντή Ανθή, Δάλλας Κωνσταντίνος, Δανά Μικαέλα, Δημόγλου Ηλέκτρα, Δροσινού Χριστίνα, Καισαρίνης Σταύρος, Καραγιάννης Στράτος, Κολοσιώνης Δημήτρης, Κουκουράκης Ιωσήφ, Κουρσάρη Κυριακή, Κουρσάρης Χαράλαμπος, Κυριακίδου Ειρήνη, Κυριακίδου Φωτεινή, Κωστήρη Αγάθη, Μαματσή Νίκη, Μανταλόβα Ανδριάννα, Μάντζαρης Θανάσης, Μαυρογιάννη Τζένια, Μαυρομάτη Σοφία, Πηνελόπη,Μπαξεβανάκη Κατερίνα, Μπαρμπαγιάννη Ελένη, Μπούμπουλη Χρυσάνθη, Ξενοκτιστάκη Εβίτα, Οδαμπόσογλου Αλεξάνδρα, Πανδής Χριστόφορος, Παπαχειμώνα Κλεοπάτρα, Πουλέτσος Κώστας, Ράπτης Χρήστος, Ροδίτη Μαρίνα, Ρόμπας Ιωάννης, Ρούσου Αλεξία, Σκούτας Παναγιώτης, Τζίτζη Ελεάνvα, Τζίτζη Μαργιάννα, Τσουμπρής Διονύσης, Φουντουλάκη Ευαγγελία, Χυτήρη Σταυρούλα

Συμμετέχουν οι: Βεατρίκη Μίνα, Βούλγαρη Μαίρη, Δανά Μικαέλα, Κέντογλου Μελίνα, Κερολλάρη Ελένη, Μακρομαρίδου Βέρα, Πουλέτσος Κώστας, Στάικου Δήμητρα, Φωτίδη Σοφιάνα – Ανθίπη

Πληροφορίες

– Τελευταία παράσταση Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Ο Ηλίθιος του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Aπό 13/04 έως 03/06

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Ηρώων Πολυτεχνείου & Βασ. Γεωργίου, Πειραιάς, 210 4143310, 210 4142320

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 20.30, Σάββατο: 17.00 & 21.00, Κυριακή: 19.00, Εισιτήριο: 10 – 25 ευρώ

***

Vasily Perov – Портрет Ф.М. Достоевского

Σύντομη βιογραφία του Ντοστογιέφσκι

Ο Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (ρωσ.: Фёдор Михайлович Достоевский, ΔΦΑ [ˈfʲɵdər mʲɪˈxajləvʲɪt͡ɕ dəstɐˈjefskʲɪj]) ήταν Ρώσος συγγραφέας, κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το έργο του οποίου αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Έφυγε από τη ζωή στις 28 Ιανουαρίου του 1881. Ο ιδιοφυής Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ως ένας από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους, ενώ είναι αξιοθαύμαστη η ποιότητα του συνόλου των έργων του, η πλειονότητα των οποίων χαρακτηρίζεται αριστουργηματική.

Ο Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1821 στη Μόσχα. Ο μεσοαστός πατέρας του Mikhail Andreevich, συνταξιούχος στρατιωτικός χειρουργός, ήταν αλκοολικός με βίαια ξεσπάσματα ενώ η μητέρα του Maria το άκρως αντίθετο, μια τρυφερή μορφή με την οποία ο νεαρός Fyodor είχε μια βαθιά σχέση αγάπης. Η μητέρα του, η οποία πέθανε από φυματίωση την ίδια μέρα με τον εθνικό ποιητή της Ρωσίας Aleksandr Pushkin το 1837, αποτέλεσε το πρότυπο της γυναικείας καρτερικότητας και καλοσύνης για πολλές ηρωίδες στο έργο του, ενώ εμφύσησε στον γιο της τη βαθιά χριστιανική της πίστη.

Τον επόμενο χρόνο ο 17χρονος Fyodor εστάλη με τον αδερφό του Mikhail σε οικοτροφείο. Ο δρ. Ντοστογιέφσκι βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο αλκοόλ και οι εκρήξεις βίας του έγιναν πιο συχνές και άγριες εις βάρος των δουλοπάροικών του, κάτι που απέβη μοιραίο, αφού στις αρχές του Ιουνίου ο γιατρός βρέθηκε δολοφονημένος – κατά τις ενδείξεις από υποτελείς του. Ήδη πριν από το θάνατο του πατέρα του, ο Fyodor είχε ξεκινήσει σπουδές στη Στρατιωτική Ακαδημία Μηχανικών, στην Αγία Πετρούπολη. Αν και απογοητεύτηκε σύντομα από το είδος της μόρφωσης που τελικά λάμβανε στην Ακαδημία, αποφοίτησε το 1843 με μέτριους βαθμούς. Μέτριοι βαθμοί, μέτριος ως συνέπεια και ο μισθός της θέσης γραφείου στην οποία διορίστηκε.

Ζούσε σε συνθήκες πενίας, αφού ξόδευε απλόχερα τα λίγα που λάμβανε ενώ είχε ήδη αναπτύξει πάθος με τον τζόγο, κάτι το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται χρεωμένος σε όλη του σχεδόν τη ζωή. Όταν το 1844 διορίστηκε σε ένα μακρινό πόστο, ωστόσο, αρνήθηκε τη θέση, λαμβάνοντας την απόφαση να ζει πια από την πένα του. Πρώτη του τυπωμένη δουλειά εμφανίζεται να είναι η μετάφραση της Eugénie Grandet του Honoré de Balzac, ενώ πρώτο δικό του συγγραφικό έργο, ο Φτωχόκοσμος, το 1846, που κερδίζει αμέσως τον έπαινο του γνωστού και με επιρροή κριτικού λογοτεχνίας Vissarion Belinsky. Ο Fyodor έρχεται σε επαφή με λογοτεχνικούς κύκλους και γίνεται μέλος μιας ομάδας ουτοπιστών σοσιαλιστών.

Άθελά του, κατά πολλούς, ο Dostoyevsky βρίσκεται μπλεγμένος σε μια συνωμοσία για την ανατροπή του τσάρου Νικόλαου του Α’ και, στις 22 Απριλίου 1849, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Στη δίκη του απαγγέλθηκαν οι ακόλουθες κατηγορίες: – Ως πρώην αξιωματικός του Στρατού άκουσε επικρίσεις για τον Στρατό χωρίς να αντιδράσει. – Ανάγνωσε σε έναν κύκλο ατόμων μια επιστολή του Belinsky προς τον διάσημο συγγραφέα Nikolai Gogol, στην οποία ασκούνταν κριτική προς την Εκκλησία και την κυβέρνηση. – Είχε στην κατοχή του παράνομο πιεστήριο. – Συμμετείχε σε συνωμοσία για τη δολοφονία του Τσάρου. Ο Dostoyevsky δήλωσε «αθώος» στην τελευταία κατηγορία αλλά χωρίς αυτό να φέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Οι δικαστές καταδίκασαν όλους τους κατηγορούμενους σε θάνατο από εκτελεστικό απόσπασμα. Στις 22 Δεκεμβρίου του 1849, ο 28χρονος Fyodor οδηγείται, μαζί με τα άλλα μέλη του Κύκλου Petrashevsky, ενώπιον του αποσπάσματος.

Την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, ωστόσο, η εκτέλεση ματαιώθηκε αφού ανακοινώθηκε η απόφαση του Τσάρου να μετατρέψει τη θανατική καταδίκη σε καταναγκαστικά έργα, στο Ομσκ της Σιβηρίας. Στην παγωμένη Σιβηρία ο Dostoyevsky πέρασε τέσσερα χρόνια με βασανισμούς και εξευτελισμούς. Η επιληψία από την οποία έπασχε όλη του τη ζωή επιδεινώθηκε. Το 1854 απελευθερώνεται από τη φυλακή αλλά είναι υποχρεωμένος να εκτίσει το δεύτερο μέρος της ποινής του, τη στρατιωτική θητεία στην εσχατιά της Σιβηρίας, κοντά στα σύνορα με την Κίνα. Εκεί γνωρίζεται και με την Maria Dmitrievna Isaev, μια ήδη παντρεμένη γυναίκα και την ερωτεύεται. Το ζευγάρι παντρεύεται το 1857, μετά το θάνατο του συζύγου της, αλλά ο έγγαμος βίος δεν φέρνει την ευτυχία που ονειρευόταν ο Dostoyevsky. Από τις εμπειρίες του στο κάτεργο θα προκύψει το Σπίτι των Νεκρών (1862).

Απασχολείται όλο και περισσότερο με τη συγγραφή και τα ερωτήματα που τον απασχολούν, οι εμπειρίες από τη φυλακή και τη στρατιωτική εξορία είχαν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Βαθιά θρησκευόμενος και πιο συντηρητικός, έχει πολύ πιο κριτική στάση απέναντι στα ευρωπαϊκά φιλοσοφικά ρεύματα και στα γραπτά του ασχολείται όλο και περισσότερο με τις ρώσικες παραδοσιακές αξίες της υπαίθρου. Το 1859 επιστρέφει ξανά στην Αγία Πετρούπολη και προχωρά μαζί με τον αδερφό του Mikhail στην έκδοση δύο περιοδικών, Vremya (Χρόνος) και Epokha (Εποχή), χωρίς επιτυχία όμως. Το 1864 επιφυλάσσει σκληρά χτυπήματα για τον Dostoyevsky: η σύζυγός του πεθαίνει από φυματίωση και σύντομα συνοδεύει στον τάφο και τον αδερφό του. Ενώ είναι ήδη χρεωμένος, αναλαμβάνει και τα χρέη του αδερφού του καθώς και τη διατροφή της χήρας και των παιδιών του. Βυθίζεται στην κατάθλιψη και συχνάζει όλο και περισσότερο σε σαλόνια τζόγου, συσσωρεύοντας όλο και περισσότερα χρέη. Σύμφωνα με πολλές αναφορές, ολοκλήρωσε υπό μεγάλη βιασύνη το Έγκλημα και Τιμωρία, το διασημότερο μάλλον έργο του, προκειμένου να λάβει μια προκαταβολή που είχε μεγάλη ανάγκη.

Το Έγκλημα και Τιμωρία δημοσιεύθηκε την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου του 1866 στο Ruskii vestnik (Ο Ρώσος Αγγελιοφόρος) και κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο ως βιβλίο. Με παρόμοιο τρόπο έγραψε και τον Παίχτη, αφού αν δεν τον παρέδιδε έγκαιρα, ο εκδότης του θα διεκδικούσε όλα τα δικαιώματα του συγγραφέα. Ερωτεύεται την 20χρονη στενογράφο Anna Grigoryevna Snitkina, στην οποία υπαγορεύει τον Παίχτη, και το 1867 παντρεύονται. Για να αποφύγει τους δανειστές το ζευγάρι αναχωρεί για την Ευρώπη, όπου θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια. Επισκέπτονται τη Γερμανία, την Ελβετία και την Ιταλία ενώ η φήμη του Dostoyevsky πίσω στη Ρωσία μεγαλώνει σταδιακά. Οι Δαιμονισμένοι σημειώνουν μεγάλη επιτυχία όπως και οι μηνιαίες δημοσιεύσεις του Ημερολόγιου του Συγγραφέα, τα χρόνια 1873-1881. Την εποχή που κυκλοφορούν οι «Αδερφοί Καραμαζώφ» (1879-80), έργο που πολλοί χαρακτηρίζουν ως το καλύτερό του, ο Dostoyevsky απολαμβάνει ήδη την καθολική αναγνώριση ως ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της χώρας του. Με αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο έργο του, ο Dostoyevsky καταπιάνεται με την πατροκτονία, θέμα που απασχολεί σε ολόκληρη τη ζωή του τον συγγραφέα.

Το 1880, απαγγέλλει τον λόγο για τον Pushkin κατά τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του μεγάλου ποιητή στη Μόσχα. Με την ηλικία γίνεται όλο και πιο δύσκολη η ανάνηψη από τις επιληπτικές κρίσεις και, στις 28 Ιανουαρίου 1881, ο Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky πεθαίνει σε ηλικία 60 ετών. Την κηδεία και τη νεκρική πομπή του «εθνικού λογοτεχνικού ήρωα» ή «προφήτη» της Ρωσίας παρακολούθησαν σαράντα χιλιάδες πολιτών. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μοναστήρι Alexander Nevsky στην Αγία Πετρούπολη.

Λέγεται ότι o Leo Tolstoy, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ οι δυο τους, ξέσπασε σε δάκρυα όταν έμαθε για το θάνατο του Dostoyevsky καθώς και ότι όταν ο Tolstoy πέθανε, στον σιδηροδρομικό σταθμό Astapovo, είχε μαζί του ένα αντίτυπο των Αδερφών Καραμαζόφ. Εκτός από τους Ρώσους, ο Dostoyevsky επηρέασε σημαντικά και πολλούς άλλους σύγχρονούς του και μελλοντικούς συγγραφείς, όπως οι Thomas Mann, Ernest Hemmingway, Virginia Woolf, James Joyce κ.α. Ο Albert Camus αναγνώριζε στον Dostoyevsky τον σπουδαιότερο προφήτη του 20ού αιώνα, ενώ τόσο ο Nietzsche όσο και ο Sigmund Freud έχουν αντλήσει από το έργο του. Ο Nietzsche αναφερόταν στον Dostoyevsky ως τον μοναδικό ψυχολόγο από τον οποίο είχε να μάθει κάτι. Ο Freud έγραψε το άρθρο Ο Dostoyevsky και η Πατροκτονία και αν και είναι κριτικός απέναντι στο έργο του συγγραφέα, κατατάσσει τους Αδερφούς Καραμαζόφ μεταξύ των τριών σπουδαιότερων έργων λογοτεχνίας. Ο δε Albert Einstein είχε πει: «Ο Dostoyevsky μου προσφέρει πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε επιστήμονα».

  • Με πληροφορίες από το Dartmouth College, Middlebury College, Joseph Frank: «Dostoevsky: Α Writer in His Time», Wikipedia.org
eirini aivaliwtou«Ηλίθιος», ο πρίγκιπας της καλοσύνης…
Περισσότερα

Τρωάδες – Anima Captus: Μόνο με «τρία βήματα» έζησα μια εμπειρία ζωής στο Μουσείο Μπενάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ: Στον δεύτερο όροφο του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς, μπήκα σε ένα διάδρομο μαζί με άλλα 20 άτομα. Εδώ είναι «Το σφαγείο». Εκεί συνάντησα σαράντα γυμνά ανθρώπινα κορμιά που συνωστίζονταν σε έναν αποστειρωμένο χώρο που θύμιζε κρεματόριο, νεκροτομείο, χώρο αποθήκευσης κρεάτων. Ήταν εκτεθειμένα σε κάθε κίνδυνο. Αφού προχώρησα ανάμεσά τους συνέχισα για το…

ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΗΜΑ: Εδώ είναι «Το δωμάτιο της Κασσάνδρας», ένα ιδιαίτερο δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό όπου φωτισμένα στόματα διηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Τα στόματα αυτά αναπαράγουν αποσπάσματα από πολιτικούς λόγους και προφητείες που επιβεβαίωσε ή διέψευσε η Ιστορία. Μετά προχώρησα στο…

ΤΡΙΤΟ ΒΗΜΑ: Δέκα περφόρμερς, δέκα εγκλωβισμένες ψυχές βρίσκονται στην «Άνυδρη γη», μια  χωμάτινη περιοχή, όπου εδώ καταθέτουν με κάθε μέσο, ακόμα και με τη σιωπή, τα τραύματά τους από προσωπικές ή πατρογονικές ακούσιες μετακινήσεις, διαπραγματευόμενοι την έννοια του πολίτη της εθνικότητας και του ανήκειν. Εδώ άκουσα από ειδικά ηχεία και διάβασα γραμμένες στους τοίχους 110 προσωπικές ιστορίες εκτόπισης, από 3 γενεές, 4 χώρες, 40 συνοριακές αλλαγές. Είδα έναν κόσμο που διαλύεται, ανασυντάσσεται, επανακαθορίζεται, αναδιοργανώνεται και στο τέλος αφήνει το αποτύπωμά του πάνω στο σώμα και στη μνήμη.

Στον χωμάτινο στίβο της «Άνυδρης γης» και στους λευκούς τοίχους καταγράφονται οι ιστορίες όλων των διωγμένων.

 

Διέσχισα έναν λαβύρινθο μόνο με τρία βήματα. Ο λαβύρινθος αυτός θα είναι «ζωντανός» για 4 ημέρες και συνολικά για 96 ώρες.
Ύστερα από αυτή τη μαγική πορεία «καταγράφηκε» στη μνήμη μου ένα αποτύπωμα – εμπειρία ζωής. Αξίζει να ζήσει κανείς αυτό το οδοιπορικό.

 

 

Αυτό είναι το σκίτσο που μας δείχνει πού γίνεται η performance. Αριστερά (Α) «Το σφαγείο», ο χώρος με τα 40 άτομα, στη συνέχεια (Β) «Το δωμάτιο της Κασσάνδρας» , ο χώρος όπου κάποια στόματα θα διηγούνται ιστορίες και τέλος (Γ) η «Άνυδρη γη» με τις δέκα εγκλωβισμένες ψυχές.

 

Πρόκειται για μία συνοπτική εικόνα από το σύμπαν της πολυδιάστατης εικαστικής εγκατάστασης της ηθοποιού και σκηνοθέτιδος Ραφίκας Σαουίς και του εικαστικού Μιχάλη Αργύρου, που έχει τον τίτλο «Τρωάδες-Anima Captus».

Η performance, διάρκειας 96 ωρών, εξελίσσεται μέσα σε έναν πολύπλοκο ιστό και είναι προσβάσιμη στο κοινό κατά τις ώρες λειτουργίας του Μουσείου Μπενάκη (κτήριο Πειραιώς), όπου και θα φιλοξενηθεί.

Η αναφορά στην τραγωδία του Ευριπίδη «Τρωάδες» έγκειται στο ότι το αξεπέραστο έργο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αφορά τη φύση του πολέμου και τον διωκόμενο άνθρωπο.

Οι περφόρμερς ερμηνεύουν με το σώμα τους ένα στάσιμο ή επεισόδιο από τις Τρωάδες μέσα από μια πολύωρη περφόρμανς, η οποία έχει εστιάζει στην έννοια της γεωγραφικής ουλής.

Ειδικότερα οι δέκα κεντρικοί περφόρμερς, που προέρχονται από το Αφγανιστάν, την Ελλάδα, το Ιράν και τη Συρία, θα παραμένουν μέσα στο μουσείο σε κατάσταση σιωπής για τέσσερα εικοσιτετράωρα.

Οι θεατές μπορούν να παρακολουθήσουν την performance για όση ώρα θέλουν. Μπορούν και να επαναλάβουν αυτή τη βόλτα με τα «τρία βήματα» όση ώρα είναι ανοιχτός ο χώρος.

Την ώρα που πήγα, την Παρασκευή 4 Μαΐου, αφού ολοκλήρωσα την πρώτη βόλτα, μπόρεσα να διεκδικήσω και μια δεύτερη περιήγηση στους χώρους της περφόρμανς. Κάνοντας τότε έναν απολογισμό δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω έναν  από τους συντελεστές ο οποίος να διακρίθηκε περισσότερο από κάποιον άλλον. Είναι – κυριολεκτικά – μια δουλειά συνόλου η οποία έχει την υπογραφή περίπου 75 συντελεστών.

Εδώ βρισκόμαστε στον χώρο «Α» στο «Σφαγείο», όπου σαράντα γυμνά ανθρώπινα κορμιά συνωστίζονται σε έναν αποστειρωμένο χώρο.

 

***

Στη βασική φωτογραφία βλέπουμε τους περφόρμερς: Μαριλία Φωτοπούλου (φωτογράφος), Μάρθα Πασσακοπούλου (χορεύτρια), Ευτυχία  Κιουρτίδου (ηθοποιός), Leila Eftetahi (χορεύτρια), Mahdia Hossaini (συγγραφέας), Βενετία Ψωμιάδου, Omid Rahimi (μουσικός, τραγουδιστής), Γιάννης Καρούνης (χορευτής), Majd Sayed και Ισαβέλλα Μαργάρα (ηθοποιός).

***

ΤΡΩΑΔΕΣ | ANIMA CAPTUS
Μακράς Διάρκειας Performance (96 ώρες) μέσα σε εικαστική εγκατάσταση
Ραφίκα Σαουίς – Μιχάλης Αργυρού

ΩΡΑΡΙΟ PERFORMANCE

Πέμπτη 3 Μαΐου | 12 μ.μ. – 6 μ.μ.
Παρασκευή 4 Μαΐου | 2 μ.μ. -10 μ.μ.
Σάββατο 5 Μαΐου | 2 μ.μ. – 10 μ.μ.
Κυριακή 6 Μαΐου | 10 π.μ. – 6 μ.μ.
Μουσείο Μπενάκη/ Πειραιώς 138, Αθήνα 11854
Τηλέφωνο: 210-34.53.111

*
ΕΙΣΙΤΗΡΙA
Ημερήσιο 5 ευρώ
Τετραήμερο 10 ευρώ
-Το έργο υλοποιείται με χρηματοδότηση του ΝΕΟΝ και την υποστήριξη του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

***

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ, ΕΔΩ

Παναγιώτης ΜήλαςΤρωάδες – Anima Captus: Μόνο με «τρία βήματα» έζησα μια εμπειρία ζωής στο Μουσείο Μπενάκη
Περισσότερα

Έναν «εξολοθρευτή άγγελο» φέρνει η Άντζελα Μπρούσκου στο Φεστιβάλ Αθηνών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Ένας παρανοϊκός, όπως ακριβώς και ένας ποιητής, γεννιέται, δεν γίνεται.
Un paranoico, como un poeta, nace, no se hace. –Λουίς Μπουνιουέλ

Η Άντζελα Μπρούσκου, η σκηνοθέτις με την αιχμηρή ματιά και την τολμηρή αισθητική, η οποία έχει σκηνοθετήσει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, όπως την «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν, που μας παρουσίασε το χειμώνα στο Μπάγκειον, για το καλοκαίρι φέρνει έναν «άγγελο εξολοθρευτή» στο Φεστιβάλ Αθηνών. Διασκευάζει και σκηνοθετεί τον «Άγγελο Εξολοθρευτή», το κινηματογραφικό έργο του Λουίς Μπουνιουέλ (El ángel exterminador, 1962), μια μακάβρια κωμωδία με καυστική ματιά πάνω στην ανθρώπινη φύση που μπορεί να κρύβει άγρια ένστικτα και ανομολόγητα μυστικά.

Η Άντζελα Μπρούσκου έχει σκηνοθετήσει πολλούς σπουδαίους Έλληνες ηθοποιούς και έχει συνεργαστεί ως ηθοποιός με τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες. Το 1993 ίδρυσαν με την ηθοποιό Παρθενόπη Μπουζούρη την ομάδα «Θέατρο Δωματίου».

Το έργο κατακρίνει με καυστικό τρόπο την υποκρισία, την εξουσία και τις οπισθοδρομικές αντιλήψεις της σύγχρονης αστικής τάξης. Στον «El ángel exterminador» («Άγγελο εξολοθρευτή») παίζουν οι Θέμις Μπαζάκα, Κωνσταντίνος Τζούμας, Παρθενόπη Μπουζούρη, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Σταύρος Λίτινας, Γεωργιάννα Νταλάρα, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Τσιμάρας Τζανάτος, Ανδρέας Κοντόπουλος, Άρης Παπαδημητρίου, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Βάλια Παπαχρήστου, Nalyssa Green και άλλοι. Τη διασκευή – σκηνοθεσία κάνει η Άντζελα Μπρούσκου, τα σκηνικά και την εικαστική επιμέλεια η Μαρία Παπαδημητρίου, τη μουσική γράφει η Nalyssa Green, τα κοστούμια είναι του Δημήτρη Ντάσιου, την κίνηση επιμελείται η Βάλια Παπαχρήστου και τους φωτισμούς η Στέλλα Κάλτσου. Βοηθός είναι η Στέβη Κουτσοθανάση. Η οργάνωση – εκτέλεση παραγωγής είναι του Ευάγγελου Κώνστα – Constantly Productions. Η παράσταση θα παιχτεί από την Κυριακή 15 έως και την Τρίτη 17 Ιουλίου 2018, στο Κτήριο Η της Πειραιώς 260.

Για το Θέατρο Δωματίου

Το ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ιδρύθηκε το 1993 από την Άντζελα Μπρούσκου και την Παρθενόπη Μπουζούρη. Αποτελείται από πυρήνα ηθοποιών και άλλων συνεργατών πού δουλεύουν συστηματικά υπό μορφή εργαστηρίων με στόχο τη διεύρυνση των υποκριτικών μεθόδων και πρακτικών για την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης θεατρικής αναζήτησης. Ο χαρακτήρας της  ομάδας είναι καθαρά ερευνητικός και πειραματικός με την ευρύτερη έννοια του όρου καθώς βασική ανάγκη της είναι να συνδέσει το θέατρο με την ακραία πραγματικότητα πού βιώνεται καθημερινά, τόσο από τα μέλη της όσο και από το κοινό. Ο συμβατικός χώρος της παράστασης μέσα από αυτή την προσέγγιση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, ανοιχτού διαλόγου και σκέψης ανάμεσα σε ηθοποιούς και θεατές, καθώς η τέχνη τοποθετείται στο κέντρο μίας βίαιης επικαιρότητας.

Για τον Μπουνιουέλ

Ο Λουίς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel Portolés, 22 Φεβρουαρίου 1900 – 29 Ιουλίου 1983) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και πιο ρηξικέλευθους σκηνοθέτες του κινηματογράφου. Συνδέθηκε με το κίνημα του υπερρεαλισμού, ενώ κατόρθωσε με το έργο του να διαμορφώσει ένα προσωπικό κινηματογραφικό ύφος. Πολλές από τις ταινίες του θεωρούνται σήμερα κλασικές. Εκτός από τον «κινηματογραφικό αναρχισμό», ο Μπουνιουέλ είχε επίσης αναρχικές πεποιθήσεις και στα πολιτικά θέματα, κάτι που μπορεί να αντιληφθεί κάποιος κάλλιστα και από το σύνολο της φιλμογραφίας του.

Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος.
Soy ateo gracias a Dios. –Λουίς Μπουνιουέλ

Ο Μπουνιουέλ γεννήθηκε στην Καλάντα (Calanda) της Ισπανίας, κοντά στην επαρχία της Αραγόνας, το 1900, αν και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην πόλη της Σαραγόσα. Ήταν γόνος εύπορης οικογένειας και ανατράφηκε ιδιαίτερα αυστηρά. Είχε την πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο σε ηλικία οκτώ ετών. Την περίοδο 1917-1924 σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης όπου αρχικά –και κατόπιν προτροπής του πατέρα του– στόχευε στην απόκτηση ενός διπλώματος αγρονόμου μηχανικού. Στην πορεία άλλαξε προσανατολισμό και στράφηκε στη μηχανολογία της βιομηχανίας, ενώ για ένα χρόνο εργάστηκε και στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Μαδρίτης και ειδικότερα στον τομέα της εντομολογίας, όπου ο Μπουνιουέλ είχε μεγάλη κλίση. Η τελευταία του στροφή σημειώθηκε με την απόκτηση διπλώματος φιλοσοφίας με ειδικότητα στην Ιστορία. Στη φοιτητική εστία του πανεπιστημίου γνωρίστηκε –μεταξύ άλλων Ισπανών καλλιτεχνών– και με τον ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί καθώς και με τον ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, με τους οποίους συνδέθηκε φιλικά.

Μετά τις σπουδές του ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στο Παρίσι, αν και οι γνώσεις του γύρω από τη σκηνοθεσία και τις τεχνικές του κινηματογράφου ήταν ελάχιστες. Η πρώτη του προσωπική κινηματογραφική απόπειρα εκδηλώθηκε με τον «Ανδαλουσιανό σκύλο», το 1929, μία ταινία μικρού μήκους, μόλις 17 λεπτών, αμιγώς υπερρεαλιστική. Το σενάριο της ταινίας συνυπογράφει μαζί με τον Μπουνιουέλ και ο Νταλί. Η επόμενη ταινία του Μπουνιουέλ ήταν η «Χρυσή Εποχή» (1930).

Μετά τον ισπανικό Εμφύλιο και την περίοδο 1939-1945 ο Μπουνιουέλ βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για ένα διάστημα εργάστηκε στο κινηματογραφικό αρχείο του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη και αργότερα μετακόμισε στο Χόλιγουντ όπου συμμετείχε στην παραγωγή ταινιών, μεταφορών γνωστών εμπορικών επιτυχιών στα ισπανικά. Μεταξύ άλλων μικρής αξίας ταινιών, συμμετείχε στη δημιουργία κινηματογραφικών έργων με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Είναι γεγονός πως στο Χόλιγουντ ο Μπουνιουέλ δεν κατάφερε να οικοδομήσει μια σημαντική σταδιοδρομία.

Την περίοδο 1946-1960, ο Μπουνιουέλ εργάστηκε ως σκηνοθέτης στο Μεξικό. Αρχικά παρακινήθηκε να γυρίσει μία ταινία εκεί από τον παραγωγό Όσκαρ Ντάσινγκερς, υπό τον τίτλο Γκραν Καζινό. Ακολούθησαν άλλες 20 ταινίες, οι οποίες γυρίστηκαν ως επί το πλείστον με περιορισμένα μέσα, χαμηλές αμοιβές, στην ισπανική γλώσσα και σε μικρό χρόνο γυρισμάτων, περίπου είκοσι ημερών. Ο Μπουνιουέλ, ωθούμενος από οικονομική ανάγκη, εργάστηκε συχνά σε θέματα που ο ίδιος δεν είχε επιλέξει, ωστόσο, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ουδέποτε σκηνοθέτησε μία σκηνή αντίθετη με τις πεποιθήσεις του και την αισθητική του. Η ταινία «Ξεχασμένοι από την κοινωνία» (Los Olvidados), του 1950, απέσπασε ιδιαίτερα θετικές κριτικές στο Φεστιβάλ των Κανών όπου παρουσιάστηκε, ενώ ο Μπουνιουέλ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς σκηνοθέτες. Πολλές από τις ταινίες που σκηνοθέτησε στο Μεξικό θεωρούνται σήμερα κλασικές, μεταξύ αυτών ο «Εξολοθρευτής Άγγελος» (1962), ο «Σίμων της Ερήμου» (1965) καθώς και η «Ναζαρέν» (1958).

Ο Μπουνιουέλ σκηνοθέτησε αρκετές γαλλόφωνες ταινίες στη Γαλλία αμέσως μετά την επιτυχημένη κινηματογραφική παραγωγή του στο Μεξικό. Σε αυτό το διάστημα, δημιούργησε μερικές από τις πιο δημοφιλείς ταινίες του, μεταξύ των οποίων «Η ωραία της ημέρας», «Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου», καθώς και «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας». Λιγότερο γνωστές, αλλά εξίσου σημαντικές, ταινίες της ίδιας περιόδου είναι ο «Γαλαξίας» και το «Φάντασμα της ελευθερίας».

Ο Μπουνιουέλ αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο το 1977 και στα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε την αυτοβιογραφία του. Πέθανε το 1983 στο Μεξικό από κίρρωση του ήπατος.

Σκηνή από την ταινία

Για τον «Εξολοθρευτή άγγελο»

Το 1962 ο Λουίς Μπουνιουέλ άφησε τις θύρες ολάνοιχτες στο παράλογο, εγκλωβίζοντας μια ομάδα αριστοκρατών σε μια διαδικασία φθοράς και ξεπεσμού. O «Εξολοθρευτής άγγελος» («El Angel Exterminador») μοιάζει με σουρεαλιστικό φαντασιόπληκτο πείραμα του αυτοεξόριστου τότε στο Μεξικό Ισπανού δημιουργού. Ξεκινάει με την ανεξήγητη επιθυμία αυτοεγκλεισμού μιας παρέας μεγαλοαστών σε μια αόρατη φυλακή – στο σαλόνι μιας βίλας. Συνεχίζεται σαν εφιάλτης των κατά φαντασία φυλακισμένων και τελειώνει με τους ίδιους ανθρώπους, αποκλεισμένους για τον ίδιο ανεξήγητο λόγο στο εσωτερικό ενός καθολικού ναού, όπου μπήκαν με τη θέλησή τους για μια ευχαριστήρια δέηση για την «ελευθερία» τους.

Το φιλμ είναι γρίφος, αλλά και αξεπέραστο μάθημα κοινωνικής ανατομίας. O Μπουνιουέλ περιγράφει με κανόνες που δεν υπακούν στη λογική έναν καθ’ όλα υπαρκτό εφιάλτη της αριστοκρατίας και της μεγαλοαστικής τάξης. Συγκεντρώνει σε μια έπαυλη -την έχουν εγκαταλείψει ανεξήγητα όλοι οι υπηρέτες πλην του μπάτλερ- την αφρόκρεμα της καλής κοινωνίας για να συνεχιστεί η κοσμική βραδιά ύστερα από μια παράσταση όπερας. Το σαλόνι παίρνει διαστάσεις μεγάλης σκηνής θεάτρου όπου παίζονται πολλά μικρά δράματα τις ώρες και τις ημέρες που ακολουθούν. Οι καλεσμένοι, σαν σε κατάσταση υπνωτισμού στην ψυχαναλυτική πολυθρόνα, περνούν σε μια ονειρική διάσταση της πραγματικότητας, αποκαλυπτική για το παρόν και το μέλλον της τάξης τους.

Η επιθυμία απομόνωσης ξεκινάει από το ένστικτο αυτοσυντήρησης και «καθαρότητας» της ελίτ στην οποία ανήκουν. Δεν έχουν μέλλον παρά μόνον παρόν και παρελθόν. Γι’ αυτό και η απόδραση από την αόρατη φυλακή, όπου οι καλοί τρόποι παραχωρούν τη θέση τους στη βία, στην ακρότητα και την επιθετικότητα, είναι φαντασιακή, βλέπει προς τα πίσω και γίνεται δυνατή μοναχά διά της μνήμης. Οι «φυλακισμένοι» επαναλαμβάνουν τις κινήσεις που έκαναν στην αρχή της βραδιάς και οι αόρατοι τοίχοι της φυλακής ως διά μαγείας πέφτουν. Εξυπακούεται, πως αν τους παρατηρήσουμε ως άτομα και όχι ως κοινωνικό σύνολο, θα πιστέψουμε ότι ο Μπουνιουέλ σκηνοθέτησε μια φάρσα.

Το κυρίως θέμα της αδυναμίας εκπλήρωσης μιας επιθυμίας, αναδεικνύεται συχνά στις ταινίες του Μπουνιουέλ, όπως στη «Χρυσή Εποχή» ή στο «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου».

Στην ταινία έπαιζαν οι: Σίλβια Πινάλ, Ενρίκε Ραμπάλ, Κλόντιο Μπρουκ.

Σκηνή από την ταινία

Ταυτότητα παράστασης

Κυριακή 15 – Τρίτη 17 Ιουλίου
Άντζελα Μπρούσκου
«Άγγελος εξολοθρευτής»

Διασκευή – σκηνοθεσία: Άντζελα Μπρούσκου
Σκηνικά – εικαστική επιμέλεια: Μαρία Παπαδημητρίου
Μουσική: Nalyssa Green
Κίνηση: Βάλια Παπαχρήστου
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Παίζουν: Θέμις Μπαζάκα, Κωνσταντίνος Τζούμας, Παρθενόπη Μπουζούρη, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Σταύρος Λίτινας, Γεωργιάννα Νταλάρα, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Τσιμάρας Τζανάτος, Ανδρέας Κοντόπουλος, Άρης Παπαδημητρίου, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Βάλια Παπαχρήστου, Nalyssa Green και άλλοι.

Οργάνωση – εκτέλεση παραγωγής είναι του Ευάγγελου Κώνστα – Constantly Productions.

Πληροφορίες

Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους.

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2018.

Κτήριο Η
Διεύθυνση: Πειραιώς 260 και Πολυκράτους
Τηλέφωνο: 2109282900
Κυριακή 15 Ιουλίου 2018, ώρες: 21:00
Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018, ώρες: 21:00
Τρίτη 17 Ιουλίου 2018, ώρες: 21:00

  • Κεντρική φωτογραφία: Στέβη Κουτσοθανάση. Από το ξενοδοχείο «Μπάγκειον», όπου έγινε η πρώτη ανάγνωση με τους καλλιτέχνες της διανομής.

Μια ματιά στην ταινία:

eirini aivaliwtouΈναν «εξολοθρευτή άγγελο» φέρνει η Άντζελα Μπρούσκου στο Φεστιβάλ Αθηνών
Περισσότερα

Η λάμψη μιας σημαντικής παράστασης και μιας «ασήμαντης νύχτας» στο θέατρο Επί Κολωνώ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Δεν ξέρω πολλές περιπτώσεις στο θέατρό μας που να έχουν την απλότητα, το ρεαλισμό, τη θέρμη, σχεδόν την τρυφερότητα και τη φυσικότητα των παραστάσεων της ομάδας Νάμα. Υποπτεύομαι πως αυτό είναι κυρίως το στοιχείο που κάνει το κοινό να την αγαπά και να κατακλύζει το θέατρο «Επί Κολωνώ» για να παρακολουθήσει τη δουλειά της.

Η Ομάδα Νάμα, η οποία μετρά ήδη 20 δημιουργικά χρόνια στο ενεργητικό της, φέτος ανέβασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Ιρλανδού συγγραφέα Κόνορ Μακφέρσον, που παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου.

Ένα έργο δυνατό, με τις δικές του δυσκολίες, καθώς αρχίζει με ένα απρόοπτο γεγονός και εξελίσσεται σε δραματικό, συγκινητικό, βίαιο, έχοντας ωστόσο και κωμικές στιγμές. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα κοντά στα πενήντα, τον Τόμι, που έχει αποχωριστεί την οικογένειά του και ζει μόνος πια σε ένα δωμάτιο του σπιτιού τού θείου του Μόρις, σε μια συνοικία του Δουβλίνου. Οι περίεργες και περιστασιακές δουλειές με τον κολλητό φίλο του Ντοκ, οι γκρίνιες του θείου Μόρις και οι τηλεφωνικοί καβγάδες με την πρώην σύζυγό του είναι η καθημερινότητα του αποτυχημένου και μοναχικού Τόμι. Το έργο αρχίζει με τον Τόμι να φέρνει στον εργένικο και εντελώς ακατάστατο χώρο του μια νεαρή πόρνη, την Έιμι, που μόλις την έσωσε από άγρια επίθεση του φίλου της Κένεθ, του ανθρώπου που την έχει σπρώξει στην πορνεία. Μια σχέση αρχίζει, η οποία θα διαταράξει την όποια ισορροπία της ζωής των πέντε χαρακτήρων και που ενδεχομένως θα εξελιχθεί σε ερωτική αλλά με εμπόδια, αναστολές και επιφυλάξεις από όλους. Και καθώς καμία καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη, ο Τόμι με το να φέρει στο σπίτι του την Έιμι, αντιμετωπίζει ένα σωρό προβλήματα.

 

Ο συγγραφέας

Ο McPherson, ο Ιρλανδός δραματουργός που το 2006 κέρδισε το βραβείο Tony για το Shining City και το βραβείο Olivier για το καλύτερο θεατρικό έργο, Seafarer (Ο Φάρος), έχει ένα μοναδικό τρόπο για να δίνει λάμψη και μια επιπλέον διάσταση σε κάτι που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει συνηθισμένο.

Η ταυτότητα του ιρλανδικού θεάτρου σφυρηλατήθηκε στις αρχές του αιώνα και εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρά χαρακτηριστικά εντοπιότητας. Η ένταξή του στην ευρύτερη αγγλόφωνη πολιτιστική παραγωγή και παράδοση, επέτρεψε στο θέατρο της μικρής αυτής χώρας να επιδείξει μια δυναμική παρουσία στη διεθνή σκηνή.

Ο McPherson σαφώς ανήκει κι αυτός στη χορεία των Ιρλανδών που κατέκτησαν τον κόσμο, όπως οι εμβληματικοί συμπατριώτες του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, Τζέιμς Τζόις, Σάμιουελ Μπέκετ, Πίτερ Ο’Τουλ, Όσκαρ Ουάιλντ. Ανήκει όμως και στη γενιά των Ιρλανδών θεατρικών συγγραφέων που γνωρίσαμε στα κατοπινά χρόνια όπως οι
Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Χιου Λέοναρντ, Μάρτιν Μακ Ντόνα, Τζον Μπάνβιλ, Μπρένταν Μπίαν, Σον Ο’Κέισι.

 

Πνεύμα και χιούμορ

Η αίσθηση των οικογενειών που χωρίζονται και διασπώνται σε άτομα διαπερνά το «The Night Alive». Ο Τόμι προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα του παιδιού του τηλεφωνικώς και ασφαλώς ανεπιτυχώς. Περισσότερο μοιάζει να μιλάει με τον εαυτό του, παρά να νοιάζεται αληθινά. Ο Ντοκ βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Τόμι, επειδή ο φίλος της αδελφής του τον κρατά μακριά από το σπίτι του. Μπορούμε να καταλάβουμε γιατί.

Με πολύ πνεύμα και χιούμορ ο McPherson διερευνά μια άβολη κατάσταση: Ο Τόμι εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στην Έιμι όταν αυτή του προσφέρει ανακούφιση με το χέρι. Θα το έκανε μόνος του αλλά υποφέρει από τενοντίτιδα, της λέει. Υπάρχει μια υπέροχη σκηνή στο έργο κατά την οποία ο Τόμι, η Έιμι και ο Ντοκ χορεύουν μαζί το «What’s Going On» του Marvin Gaye, ένα τραγούδι για την αγάπη που κατακτά το μίσος. Πρόκειται για μια δράση όμορφη, πειθαρχημένα… αυθόρμητη, που προσφέρει απόλαυση στο μάτι του θεατή. Επιτυχημένα βίαιη η σκηνή του ξυλοδαρμού και σπαρακτική η στιγμή που τα πόδια του βαριά τραυματισμένου Ντοκ διακρίνονται από το μπάνιο.

 

Συντελεστές και ερμηνείες

Ο Δημήτρης Αλεξανδρής ταιριάζει απόλυτα με την εύθραυστη ευαισθησία και τη συγκρατημένη θλίψη του ευγενικού Τόμι και δείχνει ότι έχει δουλέψει σε όλα τα επίπεδα το χαρακτήρα.

Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης είναι έξοχος ως αφελής, γλυκός, αθώος, αβοήθητος και εξαρτημένος Ντο. Η ερμηνεία του είναι μια ερμηνεία για βραβείο.

Από την άλλη η Κατερίνα Μαούτσου ξεδιπλώνει για άλλη μια φορά το ταλέντο της παρουσιάζοντάς μας μια εύθραυστη, με εσωτερική δύναμη νεαρή πόρνη που πρέπει να επιβιώσει σε ένα σκληρό περιβάλλον. Δεν πέφτει στην παγίδα της γραφικότητας, ούτε του κυνισμού, ούτε της σέξι πόζας και του αισθησιασμού. Με θαυμαστή ισορροπία κάνει κάτι πολύ δύσκολο: παρουσιάζει μια λαϊκή, συνηθισμένη κοπέλα, μια αγνή θύτη και ιερή πόρνη γεμάτη πληγές και πόνο.

Ο Αργύρης Σαζακλής στο ρόλο του «σκληρού» και «κακού», έδωσε μια θαυμάσια ερμηνεία, απόλυτα ρεαλιστική, αρρενωπή και αδρή. Ένας πολύ ωραίος και σπουδαίος ηθοποιός.

Ο Ερρίκος Λίτσης υποδύεται πειστικά τον ηλικιωμένο θείο Μόρις, έναν άνθρωπο που κουβαλά τη δική του ιστορία, εσωστρεφή και ολιγομίλητο, σχεδόν πάντα θυμωμένο. Έναν άνθρωπο που φοβάται  απεγνωσμένα τον θάνατο. Είναι ο ρόλος που διαθέτει μια μη-ρεαλιστική, μεταφυσική διάσταση και συνιστά ένα παράδειγμα, ένα υπόδειγμα ζωής: να δέχεσαι τον άλλο χωρίς προϋποθέσεις.

Εξαιρετικό στη λεπτομέρειά του το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου. Ένα δωμάτιο φορτωμένο με σακούλες σκουπιδιών, ρούχα, αντικείμενα αμφίβολης ταυτότητας και προέλευσης, μεταχειρισμένα υλικά, κρυμμένα χρήματα και τρόφιμα. Ένα αλαλούμ γεμάτο από γρίφους και κώδικες. Με τον έξυπνο τρόπο που έχει σχεδιαστεί με αδιαμφισβήτητη ακρίβεια από τον έμπειρο σκηνογράφο, είναι ένα μέρος στο οποίο δεν θα θέλατε ποτέ να περιηγηθείτε στο σκοτάδι.

Υποβλητικοί οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου και ατμοσφαιρικό το ηχητικό τοπίο του Στέλιου Γιαννουλάκη.

Η σκηνοθέτις

Στην παράσταση κυριαρχούν η δραματικότητα, η ωριμότητα, η μελαγχολία, η λιτότητα και η φυσικότητα του λόγου, η βιωματικότητα, ο ανάλαφρος τόνος, η αλληγορία, η πυκνή έκφραση, η κινηματογραφική αντίληψη.

Η Ελένη Σκότη δεν είναι μόνον από τους πλέον σημαντικούς σκηνοθέτες που εργάζονται στο ελληνικό θέατρο αλλά επιπλέον είναι καινοτόμα, διερευνητική και οξυδερκής. Χειρίστηκε με απόλυτη ειλικρίνεια το υλικό της και την οδυνηρότητα των καυτών κοινωνικών θεμάτων του έργου, όπως η ανεργία, η ανέχεια, η περιθωριοποίηση, η μοναξιά, η απομόνωση, οι διακρίσεις. Σκηνοθετικά αναδείχτηκαν οι εκφάνσεις της τραγικότητας μέσα από το κωμικό στοιχείο, ζήτημα κεντρικής σημασίας για τον προσδιορισμό μιας κύριας ιδιαιτερότητας της ιρλανδικής αντίληψης της ζωής και της τέχνης.

Μια μαύρη κωμωδία ιρλανδέζικου ρεαλισμού, η οποία χειρίζεται με χιούμορ αλλά και τρυφερότητα τις δραματικές καταστάσεις, που φτάνουν ως την ακραία βία. Πολλά και ακραία γεγονότα λαμβάνουν χώρα στην παράσταση, τόσο που έχεις την αίσθηση ότι γίνονται σ’ ένα παράξενο όνειρο. Οι ήρωες μοιάζει να φέρνουν στη σκηνή τις ιδέες του Φρόιντ και του Νίτσε και όλα όσα σημαδεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Ήρωες που για να κατακτήσουν τον παράδεισο πρέπει πρώτα να περάσουν από την κόλαση.

Το «The Night Alive» της ομάδας Νάμα μας θύμισε τη νύχτα του ποιητή Νίκου Καρούζου, που γράφει «Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή».

Ταυτότητα παράστασης

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνικά, Κοστούμια, Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική & Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Μούγιος

Δημόσιες σχέσεις, Βοηθός παραγωγής: Μαρία Αναματερού

 

Διανομή

Δημήτρης Αλεξανδρής, Ερρίκος Λίτσης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Κατερίνα Μαούτσου, Αργύρης Σαζακλής

Facebook Page Θέατρο Επί Κολωνώ: https://www.facebook.com/epikolono.gr/

Πληροφορίες

Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 9:15 μ.μ.

Κυριακή στις 6:00 μ.μ.

Τιμές εισιτηρίων:

Πέμπτη, Παρασκευή: Κανονικό: 15,00€

Φοιτητικό/Ανέργων/Άνω των 65: 12,00€

Σάββατο/Κυριακή/αργίες: Κανονικό: 17,00€

Φοιτητικό & Ανέργων: 14,00€

Άνω των 65: 15,00€

Διάρκεια: 105’

Προπώληση εισιτηρίων:  www.epikolono.gr

Χώρος: Επί Κολωνώ – Κεντρική Σκηνή

Διεύθυνση: Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94

Τηλέφωνο: 210 5138067

Στάση Μετρό: Μεταξουργείο

***

«Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» (The Night Alive, 2013) είναι το βραβευμένο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Κόνορ Μακφέρσον το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνοθεσία του ιδίου στο θέατρο Donmar Warehouse στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 2013. Σε διάστημα λίγων μηνών μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη όπου και εξέπληξε κοινό και κριτικούς με τη Νew York Times και την Time Out να απονέμουν στην παράσταση αστέρια και σημαντικές διακρίσεις. Υπήρξε υποψήφιο για Βραβείο Ολίβιε στην κατηγορία καλύτερου έργου. Χαρακτηρίστηκε από την Independent on Sunday και το περιοδικό Time Out ως «ένας ακόμα θρίαμβος» και ως ένα «έργο μεγάλης δεξιοτεχνίας» αντίστοιχα, ενώ οι Financial Times έγραψαν ότι το έργο «δείχνει τον Ιρλανδό συγγραφέα πιο συμπονετικό από ποτέ». Την περίοδο που παίχτηκε στο Atlantic Theater της Νέας Υόρκης απέσπασε το βραβείο Καλύτερου Έργου 2014 ενώ ταυτόχρονα είχε υποψηφιότητα για τα βραβεία Drama Desk και Lucille Lortell.

***

Ο Conor McPherson είναι θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1971 στο Δουβλίνο και φοίτησε στο University College του Δουβλίνου (USD). Ονομάστηκε από τους New York Times ως «ο καλύτερος θεατρικός συγγραφέας της γενιάς του». Ο Conor κέρδισε το βραβείο George Devine το 1997 με το έργο του St Nicholas καθώς και το βραβείο Olivier για το καλύτερο νέο θεατρικό έργο το 1999 το The Weir. Το 2006 κέρδισε το βραβείο Tony για το Shining City και το βραβείο Olivier για το καλύτερο θεατρικό έργο, Seafarer (Ο Φάρος). Το 2011 έγραψε και σκηνοθέτησε το Veil για το Εθνικό Θέατρο και το 2012 διασκεύασε τον Χορό του Θανάτου του Strindberg για το θέατρο Donmar Trafalgar. Το The Night Alive (Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας) κέρδισε το βραβείο New York Drama Critics Circle για το 2013-14 και έκανε πρεμιέρα στο Donmar τον Ιούνιο του 2013 στο Λονδίνο, ενώ μετέπειτα μεταφέρθηκε και στο Atlantic Theater στη Νέα Υόρκη, τον Νοέμβριο του 2013. Ο Conor γράφει επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και το 2008 ξεκίνησε την παραγωγή στην ταινία The Eclipse, η οποία σημάδεψε το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης. Ο Conor εργάζεται επί του παρόντος στο σενάριο Double Cross για τον Paul Greengrass. Το αρχικό του τηλεοπτικό δράμα Paula, που διασκεύασε για την Cuba Pictures και το BBC NI για το BBC2, προβλήθηκε τον Μάιο του 2017 με εξαιρετικές κριτικές. Το Κορίτσι από τη Βόρεια Χώρα, με μουσική από τον Bob Dylan, είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο θέατρο Old Vic τον Ιούλιο του 2017 και μεταφέρθηκε στο West End τον Ιανουάριο του 2018. Ο Μακφέρσον ανακηρύχθηκε, τιμής ένεκεν, Διδάκτωρ της Λογοτεχνίας από το University College του Δουβλίνου, για τη συνεισφορά του στο παγκόσμιο θέατρο, τον Ιούνιο του 2013.

***

Κράτηση θέσεων και πώληση εισιτηρίων:

Ταμείο του Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94, Κολωνός

Tηλ. 210 5138067, email: xkolono@otenet.gr, site: www.epikolono.gr

Στάση Μετρό Μεταξουργείο

 

eirini aivaliwtouΗ λάμψη μιας σημαντικής παράστασης και μιας «ασήμαντης νύχτας» στο θέατρο Επί Κολωνώ
Περισσότερα

«Ψυχολογία Συριανού Συζύγου». Ένα ερμηνευτικό κομψοτέχνημα – δώρο από τον Κώστα Βασαρδάνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

Όπως έγραφε ο Αλέξης Σολομός «ο θεατρικός μονόλογος που δημιουργήθηκε μαζί με τον πρώτο υποκριτή, στα χρόνια του Θέσπη, το 600 π.Χ. […] κλείνει την πεμπτουσία του στοχασμού των δραματουργών κι αποτελεί λυδία λίθο για την αξιοσύνη των θεατρίνων».

Πράγματι: Η πεμπτουσία του Εμμανουήλ Ροΐδη ταίριαξε απόλυτα με την αξιοσύνη του Κώστα Βασαρδάνη στην «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» που είδα στο ανανεωμένο θέατρο «Σταθμός».

Αληθινός σταθμός στην ερμηνευτική πορεία του Βασαρδάνη, στον οποίο το 2004 απονεμήθηκε το «Βραβείο Χορν». Μάλιστα όσο παρακολουθούσα την παράσταση σκεφτόμουν ότι θα άξιζε να βραβευτεί και πάλι.

Να πω εδώ ότι ο μονόλογος δεν ήταν και δεν είναι μια εύκολη λύση και μια οικονομικά συμφέρουσα καλλιτεχνική και επιχειρηματική κίνηση. Πολλοί θεωρούν πως ο μονόλογος είναι μια εύκολη λύση στις μέρες μας. Όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Είναι εντελώς διαφορετικό να είσαι μόνος στη σκηνή απέναντι στο κοινό και άλλο να είσαι με τους συμπαίκτες σου. Μαζί με άλλους αντιμετωπίζεις πιο εύκολα όλα τα προβλήματα. Αν είσαι μόνος είναι σαν να περπατάς ως ακροβάτης στο σκοινί χωρίς να υπάρχει από κάτω δίχτυ ασφαλείας.
Χρειάζεται λοιπόν θάρρος για μια τέτοια απόφαση. Ευτυχώς ο Κώστας Βασαρδάνης, ένας ακροβάτης του ονείρου, τόλμησε και έκανε αυτό το βήμα και μας οδήγησε απευθείας στην καρδιά του έργου του Ροΐδη.

***

 

 

«Ένα βήμα με ειδικούς όρους»

«Έψαχνα να βρω ένα κείμενο, δεν θα έλεγα ακριβώς για να αυτοσκηνοθετηθώ (ίσως ακουστεί βαρύγδουπο) αλλά, εν πάση περιπτώσει, να ασχοληθώ με πιο δικούς μου όρους με το ανέβασμά του και, διαβάζοντας την Ψυχολογία Συριανού Συζύγου, σκέφτηκα να κάνω το βήμα»… Αυτά έγραφε ο Κώστας Βασαρδάνης στο σκηνοθετικό του σημείωμα για την «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη, και συνεχίζει:
«Η εικόνα που είχα για τον Ροΐδη ήταν λίγο «δαντελωτή», «αφρώδης» και «ανάλαφρη»… έναντι του «βαρέως πυροβολικού» των Βιζυηνού και Παπαδιαμάντη. Διαβάζοντας όμως κείμενά του, διέκρινα αμέσως πλάι σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά το βάθος, τη διεισδυτικότητα, τη συγκίνηση και την ευαισθησία της γραφής του. Καθώς επίσης και την έντονη θεατρικότητά της, που σχετίζεται νομίζω αφ’ ενός με την καλώς εννοούμενη υπερβολή της γλώσσας του Ροΐδη, το κύρος, το μέγεθός της και, αφ’ ετέρου, με την αμεσότητα και την ακρίβεια της σκέψης του. Η ειρωνεία του και μια υποφώσκουσα θλίψη που υπάρχουν στο έργο του είναι δύο χαρακτηριστικά του ύφους του που με γοήτευσαν επίσης».

***

Ο Κώστας Βασαρδάνης έπαιξε και σκηνοθέτησε σε μορφή μονολόγου το σημαντικό κείμενο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη στο θέατρο «Σταθμός» από την Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018 μέχρι το τέλος Μαρτίου.

Το έργο, γραμμένο το 1894, εκδόθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Άστυ». Ο Συριανός σύζυγος ερωτεύεται κεραυνοβόλα για πρώτη φορά στη ζωή του την όμορφη Χριστίνα, την οποία λίγο καιρό μετά το γάμο του αρχίζει να ζηλεύει παράφορα. Υποπτεύεται ότι τον απατά, αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι δεν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο αφού η Χριστίνα δεν είναι …ερωτικά άστατη αλλά άμετρα φιλάρεσκη. Αρχίζει δε να συνειδητοποιεί ότι η αγωνία και τα βασανιστικά συναισθήματα που του γεννά ο χαρακτήρας της γυναίκας του αντί να κάμψουν την ερωτική του διάθεση προς αυτήν, την αναζωπυρώνουν. Πρόκειται για ένα ανάλαφρο, αλλά συνάμα εύστοχο και βαθύ ψυχογράφημα της ερωτικής ζωής ενός άντρα. Οι πιθανοί συμβιβασμοί που πρέπει να κάνουμε στη ζωή μας, μοιάζει να μας λέει ο Ροΐδης, δεν βγαίνουν απαραίτητα σε κακό…

Η «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» είναι μια παράσταση άψογα παιγμένη και σκηνοθετημένη, μια θεατρική εργασία σαρωτικής δύναμης, φαντασίας και δημιουργικότητας. Ένα έργο για την ίδια την ανθρώπινη φύση και το εύθραυστο νόημα της ζωής.

Ελπίζουμε να συνεχιστεί, ίσως του χρόνου, ή να περιοδεύσει, ώστε να απολαύσει το κοινό δύο ελληνικότατα «διαμάντια»: τον Εμμανουήλ Ροΐδη και τον Κώστα Βασαρδάνη.

***

Πληροφορίες

Σκηνική σύνθεση / ερμηνεία: Κώστας Βασαρδάνης
Φωτογραφίες: Αντρέας Μαντάς
Διάρκεια: 70 λεπτά

***

Θέατρο Σταθμός
Στη οδό Βίκτωρος Ουγκώ 55
Σταθμός μετρό «Μεταξουργείο»

***

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και ΔΕΝ ειναι κριτικός θεάτρου.

 

 

 

Παναγιώτης Μήλας«Ψυχολογία Συριανού Συζύγου». Ένα ερμηνευτικό κομψοτέχνημα – δώρο από τον Κώστα Βασαρδάνη
Περισσότερα

Ολυμπιάδα. Πριγκίπισσα; Ιέρεια; Μύστις; Μάγισσα; Βασίλισσα; Μητέρα; Όλα αυτά, αλλά πιο πολύ: Γυναίκα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

Ο ήλιος, από το διάστημα που βρίσκεται, φωτίζει κάθε τι που βρίσκεται στο «οπτικό» του πεδίο. Όσο ο ήλιος τα βλέπει τόσο αυτά είναι λαμπερά και… ζεστά. Όταν, ανάλογα με την κίνησή τους, φύγουν από την προστατευτική ομπρέλα του βασιλιά Ήλιου, τότε το σκοτάδι και η παγωνιά θα τα συνοδεύει για το υπόλοιπο της ημέρας.

Το ίδιο συμβαίνει και στον κόσμο των ανθρώπων όπου κάποιοι είναι αυτόφωτοι και κάποιοι άλλοι ετερόφωτοι. Αυτή η δεύτερη κατηγορία είναι και η πιο επικίνδυνη. Όσοι ανήκουν σ’ αυτήν προσπαθούν, με τη μηδενική τους λάμψη, να κάνουν αισθητή την παρουσία τους με τρόπους κάθε άλλο παρά θεμιτούς.

Η ιστορία έχει άπειρες παρόμοιες περιπτώσεις με τέτοια πρόσωπα που έμειναν καταγεγραμμένα στη μνήμη μας λόγω των τεράστιων πληγών που άνοιξαν εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης ανικανότητάς τους.

 

Η Κάτια Σπερελάκη, ως «Ολυμπιάδα» , στη σκηνή του Vault.

 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι άνθρωποι αυτοί, που βρέθηκαν στο περιβάλλον του Μακεδόνα βασιλιά, όταν έμειναν χωρίς το άπλετο φως του νεαρού αλλά ισχυρού ηγέτη, βυθίστηκαν στο βαθύ τους σκοτάδι προκαλώντας ανυπολόγιστες ζημιές στο πέρασμά τους.

Στο στενό περιβάλλον του Αλεξάνδρου εκτός από τους στρατηγούς ήταν και η κόρη του Νεοπτόλεμου, η πριγκίπισσα των Μολοσσών, η ιέρεια του Μαντείου της Δωδώνης, η μύστις των Βακχικών και των Καβείριων Μυστηρίων, η μάγισσα, η Πολυξένη, η Μυρτάλη, η Στρατονίκη, η σύζυγος του Φιλίππου, η Βασίλισσα των Μακεδόνων, η μητέρα του Αλέξανδρου. Με μια λέξη: Η Ολυμπιάδα…

*

 

Το βασιλικό φόρεμα που σχεδίασε η Βασιλική Σύρμα.

 

Λίγα λόγια για το έργο

Η Ολυμπιάδα, μητέρα του Αλέξανδρου, που στη σύντομη ζωή του έφτασε πιο μακριά από οποιονδήποτε άλλον και μετά τον θάνατό του τον είπαν Μέγα, δεν είναι η τυπική μητέρα ενός διάσημου άνδρα. Έχει μείνει στην ιστορία ως αυθύπαρκτη προσωπικότητα, βασίλισσα της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που πήρε μέρος και καθόρισε τα γεγονότα ως ηγέτιδα και κληρονόμος της εξουσίας του Φίλιππου και του Αλέξανδρου. Βαθύτατα θρησκευόμενη και απείρως φιλόδοξη, η Ολυμπιάδα είχε πολλά ονόματα κατά τη διάρκεια της ζωής της. Ως Πολυξένη, ήταν η κόρη του βασιλιά της Ηπείρου, ενός περιφερειακού κι απομονωμένου βασιλείου στην άκρη του ελληνικού κόσμου, που όμως κληρονόμησε το αίμα του Αχιλλέα, του Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης. Ως Μυρτάλη, ήταν μύστις των Βακχικών και των Καβείριων Μυστηρίων, που την εφοδίασαν με διορατικότητα για την πολιτική και πολεμική της δράση. Ως Ολυμπιάδα, ήταν η σύζυγος του Φιλίππου, του βασιλιά της Μακεδονίας που ονειρευόταν να γίνει βασιλιάς της Ελλάδας και της Ασίας ολόκληρης, και της έδωσε το νέο της όνομα ώστε να τιμήσει τη νίκη των αλόγων του στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ως Ολυμπιάδα πάλεψε με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, για να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία της ενάντια στις άλλες συζύγους του Φιλίππου και στα παιδιά τους, εξασφαλίζοντας για τον Αλέξανδρο ένα λαμπρό μέλλον ως βασιλιά έτσι ώστε να εκπληρώσει το όνειρο του Φιλίππου. Και μετά τον πρόωρο θάνατο του Αλέξανδρου, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να σώσει την αυτοκρατορία, και ως Στρατονίκη ηγήθηκε των ανδρών του Αλέξανδρου που παρέμειναν πιστοί ενάντια στους επίγονους που τη διαμέλισαν. Η ζωή της ήταν συναρπαστικά σκληρή και το τέλος της ηρωικό.

 

Το στεφάνι της βασίλισσας και ο δίχρωμος χιτώνας της Ολυμπιάδας.

 

Η Ολυμπιάδα πέθανε πριν από 2.300 χρόνια, σε έναν κόσμο που είχε μεταμορφωθεί ανεπανόρθωτα από τις κατακτήσεις του γιου της, του Αλέξανδρου. Την έχουν χαρακτηρίσει δολοπλόκο, δολοφόνο, θρησκομανή και ψεύτρα, ηρωίδα, πρόμαχο, μάνα, σύζυγο, βασίλισσα και πολιτική ηγέτιδα. Ανάμεσα στα ερείπια της ζωής της, κάπου στην Πύδνα, η Ολυμπιάδα, νεκρή πλέον, αναμετράται από την αρχή με όσα κατάφερε κι όσα προσπάθησε στη ζωή της, με τα νεανικά της όνειρα, την ταραχώδη συζυγική ζωή της, το όνειρό της που γέννησε τον Αλέξανδρο, την κληρονομιά που έχτισε ο Αλέξανδρος στην Ασία και που κατασπάραξαν οι επίγονοι μετά τον θάνατό του. Βέβαιη για τις επιλογές και τις πράξεις της ως το τέλος, η γυναίκα που κέρδισε κυρίως υστεροφημία μέσω του γιου της ανασυνθέτει τη δική της ζωή, η οποία αναπόφευκτα γέννησε τον μύθο του Αλεξάνδρου.

Η «Ολυμπάδα» που είδαμε στον Πολυχώρο Vault

Στον θεατρικό μονόλογο «Ολυμπιάδα ή Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;», που παρουσιάζεται στον Πολυχώρο Vault, δεν είναι πρωταγωνίστρια η Ολυμπιάδα που τη συνοδεύουν τα παραπάνω επίθετα και οι ιδιότητες. Πρωταγωνίστρια είναι η Ολυμπιάδα, η γυναίκα. Αυτό το αυτόφωτο πλάσμα που δεν είχε ανάγκη ούτε από τη λάμψη του άντρα της, ούτε από το άστρο του γιου της. Αυτή η γυναίκα που με το εξαιρετικό μυαλό και την αποφασιστικότητά της κινούσε τα νήματα. Η γυναίκα που έκανε πάντα μόνον επιτυχείς κινήσεις στη σκακιέρα του βασιλείου της Μακεδονίας.

 

 

Η «Ολυμπιάδα», το κείμενο της οποίας έχει την υπογραφή της Κάτιας Σπερελάκη, δεν διεκδικεί ιστορικές δάφνες. Είναι προϊόν αμέτρητων ωρών μελέτης και δεν υστερεί από μεταπτυχιακές πανεπιστημιακές διατριβές, όμως δεν είναι αυτός ο στόχος, να εισπράξει τα «εύγε» των ειδικών. Στόχος της συγγραφέως είναι να υπογραμμίσει το μέγεθος αυτής της Γυναίκας. Ναι, με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα. Αυτή είναι και η ουσία της παράστασης, να μπορέσει ο θεατής να γνωρίσει το πραγματικό πρόσωπο της Ολυμπιάδας και να μην προσκολληθεί στις ιστορικές ψηφίδες που συνθέτουν το πορτρέτο της. Η Κάτια Σπερελάκη, μια πολυσύνθετη καλλιτέχνις, κατάφερε να ξεφύγει από την παγίδα του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο κινήθηκε η βασίλισσα της Μακεδονίας. Η συγγραφέας ανέδειξε με επιτυχία το μεγαλείο αυτής της προσωπικότητας και σε τελική ανάλυση αυτό είναι και το αδιαμφισβήτητο κέρδος του θεατή, το ότι θα δει την πραγματική εικόνα της κόρης του Νεοπτόλεμου.

Τον ίδιο στόχο υπηρέτησε με απόλυτη επιτυχία και ο σκηνοθέτης Σήφης Μάινας. Αν και είχε στα χέρια του ένα εξαιρετικό κείμενο και μια ηθοποιό με πλούσια ερμηνευτικά εφόδια, εν τούτοις απέφυγε τις ευκολίες που του έδιναν τα δύο παραπάνω στοιχεία. Ο Μάινας με μαεστρία αλλά και με απόλυτη σκηνοθετική λιτότητα μπόρεσε να αναδείξει τα όπλα και τη δύναμη της Ολυμπιάδας. Επίσης απέφυγε τις επικίνδυνες διαδρομές που θα τον οδηγούσαν σε μια απλά ιστορική – και οπωσδήποτε αδιάφορη – απεικόνιση της ηρωίδας.

Φυσικά το ιστορικό πλαίσιο είναι απαραίτητο, αφού εντός αυτού κινείται η Ολυμπιάδα, όμως αυτό το κομμάτι το καλύπτουν με απόλυτη επιτυχία τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης. Με τη δουλειά τους η Λήδα Σπερελάκη και η Βασιλική Σύρμα «απελευθερώνουν» τον σκηνοθέτη και του ανάβουν το «πράσινο φως» ώστε να ασχοληθεί μόνο με τον ψυχισμό της Ολυμπιάδας. Είχαμε έτσι την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον εσωτερικό κόσμο αυτής της Γυναίκας που είχε μείνει παραγκωνισμένος μέσα στην κλαγγή των όπλων και τις πλεκτάνες των ανδρών.

Ακόμη είχαμε τη χαρά να ζήσουμε το πάντρεμα της ιστορίας και του μύθου μέσα από τις γενιές, αφού «άμα ήπιε η βασιλοπούλα τ’ Αθάνατο Νερό, εσηκώθηκε στον αγέρα, κι έγινε αερικό. Κι από τότε άλλοι την είπαν Γοργόνα κι άλλοι Νεράιδα. Και κάθε φορά που σηκώνεται ανεμοστρόφιλος, όποιος τυχόν βρεθεί κοντά ακούει τη φωνή της: Για λέγε με, να σε χαρώ, αν ζει ο αδελφός μου. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Όποιος δεν ηξεύρει και πει «όχι» χάνεται, μα όποιος νοήσει, θα της πει: Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει»…

*

Έτσι ακριβώς όπως βασιλεύει και κυριεύει τη σκηνή του Vault η Κάτια Σπερελάκη η οποία – υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Σήφη Μάινα – κερδίζει το στοίχημα και μας προσφέρει το άλλο πρόσωπο της μητέρας του «βασιλιά όλου του γνωστού κόσμου, του Αλέξανδρου, που μετά τον είπαν Μέγα».

***

«Ολυμπιάδα ή Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος»;

Κείμενο: Κάτια Σπερελάκη
Σκηνοθεσία: Σήφης Μάινας
Σκηνικά: Λήδα Σπερελάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Άκης Σαμόλης
Φωτογραφίες: Βασίλης Βρεττός
Παραγωγή: Πολυχώρος Vault

*

Ερμηνεία: Κάτια Σπερελάκη

*

Πληροφορίες

Κάθε Σάββατο στις 19.15 και Κυριακή στις 21.15, έως 27 Μαΐου
Διάρκεια: 70 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Τιμές Εισιτηρίων
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Προπώληση Viva: 10 ευρώ
Μειωμένο: 10 ευρώ (Φοιτητές / Μαθητές / Σπουδαστές / Κάτοχοι Κάρτας Πολυτέκνων – ΑΣΠΕ / ΑμΕΑ / Κάτοχοι Κάρτας Ανεργίας (ΟΑΕΔ) /Συνταξιούχοι)
Ατέλειες: 5 ευρώ
Πληροφορίες-κρατήσεις: Στο 213-035.64.72 και στο 694-953.48.89
(για τηλεφωνικές κρατήσεις 11:00 – 14:00 και 17:00 – 21:00)

*

Πολυχώρος Vault Theatre Plus
Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός
Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Κεραμεικός (8′ περίπου με τα πόδια).
*
(*) Ο Παναγιώτης Μήλας είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

***

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΕΔΩ

 

 

Παναγιώτης ΜήλαςΟλυμπιάδα. Πριγκίπισσα; Ιέρεια; Μύστις; Μάγισσα; Βασίλισσα; Μητέρα; Όλα αυτά, αλλά πιο πολύ: Γυναίκα…
Περισσότερα

Η «Στέλλα Γερακάρη» χάρισε το «Μελίνα Μερκούρη» για το 2018 στην Ιωάννα Κολλιοπούλου – Τι έχει γράψει το catisart

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου – catisart.gr

-«Η Ιωάννα Κολλιοπούλου, στο «Στέλλα, κοιμήσου», ως Στέλλα Γερακάρη, και μόνο με τις σιωπές της δίνει μάθημα αυτοσυγκέντρωσης. Και πάλι άριστη. Πάντα καλύτερη από κάθε προηγούμενη ερμηνεία της».
-«Η Ιωάννα Κολλιοπούλου, στα «Παράσιτα», ως Ρόλυ, είναι σπουδαίο κεφάλαιο για το θέατρό μας. Δυνατή ηθοποιός, άοκνη, ευαίσθητη, τέλεια. Μας έδωσε μια μοναδική ερμηνεία, από αυτές που σπάνια βλέπουμε. Της αξίζουν δεκάδες εύγε».
-«Η Ιωάννα Κολλιοπούλου, στις «Αλεπούδες» ως Σάρα, δυναμική, πεισματάρα, επίμονη, αποφασιστική, σαρωτική. Φέρει εις πέρας με επιτυχία έναν εξαιρετικά σύνθετο ρόλο με υπόγειες διεργασίες. Ένα ρόλο χωρίς ευκολίες. Κάθε φορά που τη βλέπω στη σκηνή είναι όλο και καλύτερη. Χτίζει με σοβαρότητα, ήθος και προσοχή ένα ελπιδοφόρο μέλλον».

-«Η Ιωάννα Κολλιοπούλου (Ζαν) και ο Βασίλης Παπαγεωργίου (Σιμόν) είναι δύο νεαρά αλλά μεστά κι αξιοθαύμαστα ταλέντα, που με κώδικες και σύμβολα αποκαλύπτουν τη δική τους οικογενειακή μυθολογία». («Πυρκαγιές», Εθνικό Θέατρο).

Η θρυλική καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη.

Τέσσερις μόνο από τις παραγράφους σε κείμενα που γράφτηκαν στο catisart.gr για την Ιωάννα Κολιοπούλου, η οποία – από τη Δευτέρα 16 Απριλίου 2018 – έχει πλέον στο πέτο της την καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη.

Η Ιωάννα της καρδιάς μας είναι η φετινή νικήτρια του θεατρικού βραβείου Μελίνα Μερκούρη για την ερμηνεία της στην παράσταση «Στέλλα Κοιμήσου», σε σκηνοθεσία Γιάννη Οικονομίδη, στον οποίο και αφιέρωσε το βραβείο της.

Συνυποψήφιες ήταν: η Ευγενία Δημητροπούλου για την ερμηνεία της στην παράσταση «Στέλλα Βιολάντη» (Σκηνοθεσία: Γιώργος Λύρας, Θέατρο Χώρα), η Αμαλία Καβάλη για το «Ορλάντο» (Διασκευή και Σκηνοθεσία: Ιώ Βουλγαράκη, Θέατρο Skrow) και η Αλεξάνδρα Καζάζου για το «Insenso» (Σκηνοθεσία: Πέτρος Σεβαστίκογλου, Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν).

Η Ιωάννα Κολλιοπούλου έχει παίξει στις ταινίες Hardcore του Ντένη Ηλιάδη, «Η έκρηξη» του Σύλλα Τζουμέρκα και στο «Έτερος Εγώ» του Σωτήρη Τσαφούλια. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου συμμετείχε σε πολύ ενδιαφέρουσες παραστάσεις τα τελευταία οκτώ χρόνια. Πήρε μέρος στο έργο ο «Θρόνος Ατρειδών» σε σκηνοθεσία Άρη Ρέτσου, στο «Habits», στις «Πυρκαγές», στις «Αλεπούδες», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, στο έργο «Οι Τρεισευτυχισμένοι» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στα «Παράσιτα» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Ο «Μάριος Αγγελής» (Αλέξανδρος Μαυρόπουλος), αριστερά και ο «Γιώργος Γερακάρης» (Γιάννης Νιάρρος) με τη «Στέλλα Γερακάρη» (Ιωάννα Κολλιοπούλου), στο πρώτο ανέβασμα της παράστασης του Γιάννη Οικονομίδη, το 2016.

Φέτος η Ιωάννα πρωταγωνιστούσε στο «Στέλλα Κοιμήσου» σε σκηνοθεσία Γιάννη Οικονομίδη.

Από το 2007 που θεσπίστηκε το βραβείο μέχρι σήμερα έχουν βραβευθεί οι: Εύη Σαουλίδου (2007), Στεφανία Γουλιώτη (2008), Ελενα Μαυρίδου (2009), Μαρίνα Ασλάνογλου (2010), Λουκία Μιχαλοπούλου (2011), Μαρία Κίτσου (2012), Λένα Παπαληγούρα (2013), Γιούλικα Σκαφιδά (2014), Λένα Δροσάκη (2015), Αλεξάνδρα Αϊδίνη και Ιωάννα Παππά (2016), Ανθή Ευστρατιάδου (2017).

Την επιτροπή του βραβείου αποτελούν οι Μάγια Λυμπεροπούλου (πρόεδρος), Δηώ Καγγελάρη, Ματίνα Καλτάκη, Δημήτρης Λιγνάδης και Ρένη Πιττακή (μέλη).

Στην ειδική τελετή, που πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Μερκούρη στην Πλάκα, το θεατρικό βραβείο -την αγαπημένη καρφίτσα της ηθοποιού- απένειμε στη φετινή νικήτρια η συγγραφέας Άλκη Ζέη (στη βασική φωτογραφία).

Παναγιώτης ΜήλαςΗ «Στέλλα Γερακάρη» χάρισε το «Μελίνα Μερκούρη» για το 2018 στην Ιωάννα Κολλιοπούλου – Τι έχει γράψει το catisart
Περισσότερα

Ευτυχισμένες μέρες στην οδό Λεωνίδου στο «Άττις» – Νέος Χώρος «Περιμένοντας τον Γκοντό»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

Ευτυχισμένες ημέρες θα περνούσε ο Σάμιουελ Μπέκετ αν παρακολουθούσε στην οδό Λεωνίδου και στον Νέο Χώρο του «Άττις» τη διδασκαλία του «Περιμένοντας τον Γκοντό» από τον σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπο.

Με μια βαθιά υπόκλιση – ως ένδειξη τιμής και ευχαρίστησης – θα ανταπέδιδε τον παρόμοιο χαιρετισμό από τους ηθοποιούς της θεατρικής ομάδας «Σημείο Μηδέν».

*Πριν αρχίσει η παράσταση είπα στον σκηνοθέτη ότι – αν δεν είχα την υποχρέωση – ποτέ δεν θα επέλεγα να δω ως θεατής αυτό το έργο, με αυτή την οπτική.

*Μετά την παράσταση είπα στον σκηνοθέτη ότι θα ήταν μεγάλο μου λάθος αν δεν είχα παρακολουθήσει τη δική του εκδοχή και τη δική του διδασκαλία στο κλασικό έργο του Μπέκετ.

Η διδασκαλία αυτή ανέδειξε πεντακάθαρα τα στοιχεία της «τραγικωμωδίας», όπως έχει χαρακτηρίσει το έργο του ο ίδιος ο Μπέκετ στην αγγλική του μετάφραση.

***

«Δύο άνδρες, ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν, συναντιούνται κοντά σε ένα δένδρο. Συζητάνε για διάφορα θέματα και ανακαλύπτουν ότι περιμένουν έναν άνδρα, που ονομάζεται Γκοντό. Όσο περιμένουν, εμφανίζονται άλλοι δύο, ο Πότζο και ο Λάκι: ο πρώτος πηγαίνει στην αγορά για να πουλήσει τον δεύτερο, που είναι δούλος του. Ο Πότζο συζητάει με το Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν όσο ο Λάκι τους διασκεδάζει και στη συνέχεια φεύγουν. Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα αγόρι που λέει στο Βλαντιμίρ ότι είναι αγγελιαφόρος του Γκοντό: ο Γκοντό δε θα ‘ρθει σήμερα, αλλά σίγουρα θα έρθει αύριο»…
Το έργο του Ιρλανδού δραματουργού – από το 1948 – έχει δεχθεί πολλές ερμηνείες και συζητήσεις για την ταυτότητα του Γκοντό. Οι δύο χαρακτήρες περιμένουν την άφιξη μιας υπερβατικής φιγούρας που θα τους σώσει, αλλά δεν έρχεται ποτέ. Ο ίδιος ο Μπέκετ πάντα αρνιόταν αυτή την ερμηνεία, ενώ σε επιστολή του το 1952 ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος είχε σκεφτεί ή γνώριζε «ποιος είναι ο Γκοντό».

***

Ο Σάββας Στρούμπος με τους ηθοποιούς της θεατρικής ομάδας «Σημείο Μηδέν», στον Νέο Χώρο του Άττις. Από αριστερά: Κωνσταντίνος Γώγουλος, Έβελυν Ασουάντ, Έλλη Ιγγλίζ και Δαυίδ Μαλτέζε.«Προσπάθεια επικοινωνίας με τον Άλλον μέσα μας»

Όπως αναφέρει σε σημείωμά του ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος: «Η παράστασή μας παίζεται πάνω στα ερείπια του κόσμου, σ’ ένα μέλλον λιγότερο ή περισσότερο κοντινό σε μας, όπου διατηρούνται ανοιχτά όλα τα τραύματα απ’ το παρόν και το παρελθόν της ανθρωπότητας… Αλλά και οι προσδοκίες… Σ’ αυτό το οριακό σημείο ύπαρξης του ανθρώπου, ποιες είναι οι ελάχιστες δυνατές προϋποθέσεις επανεκκίνησης της ζωής, μιας ζωής που ν’ αξίζει να τη ζήσει κανείς; Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» βρήκαμε δύο πιθανές απαντήσεις κι εκεί στηρίξαμε τη δουλειά μας:

Η προσπάθεια επικοινωνίας και συνύπαρξης με τον Άλλο, μ’ αυτόν που έχουμε απέναντί μας, παρά τα όποια εμπόδια, ακόμα κι όταν αυτά φαίνονται αξεπέραστα! Αλλά και η προσπάθεια επικοινωνίας με τον Άλλον μέσα μας, μ’ αυτή την άγνωστη και σκοτεινή περιοχή των απωθημένων επιθυμιών και φόβων, των ξεχασμένων αισθήσεων κι ενστίκτων, την περιοχή του ζωώδους και του θεϊκού, εκεί όπου γεννιέται η τρέλα και το όνειρο, το παραλήρημα και ο εφιάλτης.
Αυτό το ταξίδι προσπαθήσαμε να κάνουμε, προς τον Άλλον μέσα μας και προς τον Άλλον έξω, απέναντί μας, μακριά από μας… Αυτό το ταξίδι προσπαθούμε να κάνουμε καθημερινά. Περιμένοντας τι; Τη Λύτρωση της ζωής από τα δεσμά του θανάτου; Τη συνάντηση με το Ανθρώπινο, ως τέλος κάθε εξευτελισμού ανθρώπου από άνθρωπο; Το Τίποτα ή το Περιμένοντας, όπως λέει περιπαικτικά ο Μπέκετ;
Υπάρχει, όμως, άλλος τρόπος να ονειρευτούμε τον χειραφετημένο άνθρωπο, χωρίς να γκρεμίσουμε τα τείχη που χωρίζουν αυτό το «μέσα» από αυτό το «έξω»;

***

Στον ιδιαίτερο Νέο Χώρο του «Άττις» η σκηνική εγκατάσταση, με την υπογραφή του Ηλία Παπανικολάου, έδωσε άμεσα το στίγμα του τι θα δούμε στη συνέχεια. Βλέποντας το δένδρο – γύρω από το οποίο εκτυλίχτηκε η παράσταση – χαρήκαμε το δάσος με τις απόψεις του Μπέκετ. Στην απόλαυση αυτή συνέτειναν και οι φωτισμοί έτσι όπως τους σχεδίασε ο Κώστας Μπεθάνης.

Από εκεί και πέρα οι ηθοποιοί: Δαυίδ Μαλτέζε, Έλλη Ιγγλίζ, Έβελυν Ασουάντ, Κωνσταντίνος Γώγουλος αποφεύγοντας την πεπατημένη, ακολούθησαν δύσβατα μονοπάτια και μας οδήγησαν με τις ερμηνείες τους σε ένα ειδυλλιακό ξέφωτο. Εκεί μπορέσαμε να ζήσουμε την εμπειρία αυτής της ξεχωριστής διδασκαλίας του Σάββα Στρούμπου. Πρόκειται για μια απόδοση του «Γκοντό» που θα καταγραφεί στο «βιογραφικό» της πορείας αυτού του ήρωα που τον περιμένουμε επί 70 χρόνια και τελικά τον συναντήσαμε φέτος…

***

 

Δαυίδ Μαλτέζε, Έβελυν Ασουάντ, Έλλη Ιγγλίζ, Κωνσταντίνος Γώγουλος, με τις αρβύλες στο χέρι, μπροστά από το δικό τους δένδρο. Εκεί που περίμεναν τον δικό τους Γκοντό…

«Περιμένοντας τον Γκοντό»
Του Σάμιουελ Μπέκετ

Μετάφραση: Θωμάς Συμεωνίδης
Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος
Σκηνική Εγκατάσταση: Ηλίας Παπανικολάου
Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης
Κατασκευή σκηνικού χώρου: Χαράλαμπος Τερζόπουλος, Απόστολος Ζερβεδάς
Δραματολόγος: Μαρία Σικιτάνο
Photo credits – φωτογραφίες παράστασης: Αντωνία Κάντα
Δημιουργία αφίσας: Soul Design
Video & trailer credits: Χρυσάνθη Μπαδέκα
Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

***

Ηθοποιοί: Δαυίδ Μαλτέζε, Έλλη Ιγγλίζ, Έβελυν Ασουάντ, Κωνσταντίνος Γώγουλος

***

Πληροφορίες

Θέατρο Άττις – Νέος Χώρος
Λεωνίδου 12 (πλησίον μετρό Μεταξουργείου)
Διάρκεια: 90΄
Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ (κανονικό), 10 ευρώ (μειωμένο: φοιτητές, άνεργοι ΟΑΕΔ, ΑμΕΑ)
Κρατήσεις θέσεων στο τηλέφωνο: 210-3225207

***
Τελευταίες παραστάσεις

Παρασκευή 13 Απριλίου, ώρα: 21.00
Σάββατο 14 Απριλίου, ώρα: 21.00
Κυριακή 15 Απριλίου, ώρα: 19.00
Πέμπτη 19 Απριλίου, ώρα: 21.00
Παρασκευή 20 Απριλίου, ώρα: 21.00
Σάββατο 21 Απριλίου, ώρα: 21.00
Κυριακή 22 Απριλίου, ώρα: 19.00
Πέμπτη 26 Απριλίου, ώρα: 21.00
Παρασκευή 27 Απριλίου, ώρα: 21.00
Σάββατο 28 Απριλίου, ώρα: 21.00
Κυριακή 29 Απριλίου, ώρα: 19.00
Με την Υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

***

-Περισσότερες πληροφορίες για την Ομάδα Σημείο Μηδέν, τους συντελεστές και τις παραστάσεις που έχει παρουσιάσει, μπορείτε να βρείτε στο www.simeiomiden.gr
-Το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ σε μετάφραση Θωμά Συμεωνίδη θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Νεφέλη.

***

ΕΔΩ ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ TRAILER ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

***
(*) Ο Παναγιώτης Μήλας είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

Παναγιώτης ΜήλαςΕυτυχισμένες μέρες στην οδό Λεωνίδου στο «Άττις» – Νέος Χώρος «Περιμένοντας τον Γκοντό»
Περισσότερα

Spleen: Μια περφόρμανς της Nova Melancholia εφάμιλλη του ποιητικού έργου του Σαρλ Μπωντλαίρ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

Από τη Μεγάλη Δευτέρα ξεκινούν τα Άγια Πάθη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Οι ημέρες μέχρι και τη Μεγάλη Τετάρτη μας προετοιμάζουν πνευματικά για το θείο δράμα και οι Ακολουθίες ονομάζονται «Ακολουθίες του Νυμφίου».
Μεγάλη Δευτέρα 2 Απριλίου, στην Ασκληπιού 99, στα Εξάρχεια. Οι καμπάνες από τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Πευκακίων καλούν τους πιστούς. Το άρωμα από το λιβάνι διάχυτο περνάει μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα στο σαλόνι του ισόγειου διαμερίσματος.

*

 

«Όταν, βαρύς και χαμηλός, ο ουρανός πλακώνει το πνεύμα που απ’ την πλήξη του την τόση αγκομαχάει και γύρω τον ορίζοντα ολόκληρο τον ζώνει…
…άξαφνα τότε ακούγονται καμπάνες φρενιασμένες, που το φριχτό τους ουρλιαχτό στους ουρανούς σκορπάνε καθώς ψυχές που τριγυρνούν απάτριδες, χαμένες, κι αρχίζουνε θρηνητικά, με πείσμα, να βογκάνε.
Και κάποια, δίχως μουσική, νεκρών πολλών κηδεία περνά από την ψυχή μου. Κλαίει για ελπίδα νικημένη και στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει η Αγωνία δεσποτική τη μαύρη της σημαία λυσσασμένη»…
*
Η μετάφραση – απόσπασμα από το Spleen του Μπωντλαίρ («Τα άνθη του κακού») μας ζωγραφίζει τον θεατρικό πίνακα μιας πένθιμης παράστασης που ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα των ημερών. Μια παράσταση από τη θεατρική ομάδα Nova Melancholia, που ο σκηνοθέτης Βασίλης Νούλας την αφιέρωσε στη μητέρα του και στη φίλη Βασιλική Δήμου. Ως δώρο στη μητέρα δεν θα μπορούσε παρά να είναι ευγενικό, ρομαντικό, τρυφερό, ανοιξιάτικο. Και πράγματι έτσι ακριβώς ήταν κι ας ήταν έντονα τολμηρό, όπως είναι πάντα τα περισσότερα έργα τέχνης…

*

Όπως διάβασα στο σημείωμά τους, οι συντελεστές λένε πως πρόκειται για σπαραγμένες εντυπώσεις από «Τα άνθη του κακού» του Μπωντλαίρ σ’ ένα ισόγειο διαμέρισμα στα Εξάρχεια:
«Είμαστε πολλοί, ή τέλος πάντων αρκετοί, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα με μπαλκόνι στον ακάλυπτο. Καλλωπιζόμαστε, μπαινοβγαίνουμε, βαριόμαστε, παίρνουμε πόζες, μεταμφιεζόμαστε, αναβοσβήνουμε τα φώτα. Απαγγέλλουμε ποιήματα στα γαλλικά. Είναι σαν μια αναμονή. Για κάτι που δεν έρχεται, αλλά το φτιάχνουμε μόνοι μας, κι ας είναι και ψεύτικο. Καλύτερο από αληθινό.
*Η νιότη μου δεν ήταν παρά μια ερεβώδης τρικυμία / Που τη διέσχιζαν εδώ κι εκεί ήλιοι λαμπροί / Ο κεραυνός και η βροχή προξένησαν τέτοια ζημία / Που λιγοστοί απομένουν στον κήπο μου άλικοι καρποί (L’ ennemi).
* Όταν ο ουρανός χαμηλός και βαρύς κλείνει σαν καπάκι (Spleen IV) / Είναι η πλήξη! – το μάτι φορτωμένο μ’ αθέλητο κλάμα (Au lecteur) / Βροχερέ, θυμωμένε ενάντια σ’ όλη την πόλη (Spleen I)
*Και θα σου δώσω, μαύρη μου καλλονή / Φιλιά ψυχρά σαν τη Σελήνη / Όταν θα ‘ρθει η χλομή αυγή / Θα βρεις τη θέση μου αδειανή / Κι ως το βράδυ κρύος ο καιρός θα ‘χει γίνει (Le Revenant)
*Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό μέρος / Πλούσιος αλλά ανίσχυρος, νέος κι όμως πολύ γέρος (Spleen III) / Ω, Σατανά, λυπήσου τη μεγάλη μου κατάπτωση (Les litanies du Satan) / Μέσα από σένα μετατρέπω τον χρυσό σε σίδηρο / Και τον παράδεισο σε κόλαση (Alchimie de la douleur)
*Η ανοησία, το λάθος, η διαστροφή, η τσιγκουνιά / Απασχολούν το πνεύμα και παιδεύουν τα σώματά μας (Au lecteur)
*Θα σε χτυπήσω χωρίς θυμό / Χωρίς μίσος, σαν τον χασάπη (L’ Heautontimoroumenos).

***

 

 

«Τα Άνθη του Κακού» είναι συλλογή ποιημάτων του Σαρλ Μπωντλαίρ. Κυκλοφόρησε σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις μεταξύ 1857 και 1868. Εξαιτίας της πρώτης έκδοσης ο Μπωντλαίρ καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς και έξι από τα ποιήματά του απαγορεύτηκαν.
Το έργο του αυτό, που σήμερα θεωρείται ως το κυριότερο του Μπωντλαίρ, ασχολείται με τους κατοίκους της μεγαλούπολης και την ανία που περιστασιακά αισθάνονται. Επηρέασε το έργο του Ρεμπώ, του Βερλαίν και του Μαλαρμέ και αναγνωρίζεται σήμερα ως η απαρχή της μοντέρνας ευρωπαϊκής ποίησης.
Το ύφος των ποιημάτων κυριαρχείται από μελαγχολικά συναισθήματα του ρομαντισμού, γεμάτα άγχος και κατάθλιψη. Η πραγματικότητα της μεγαλούπολης όπως μας την παρουσιάζει ο Μπωντλαίρ είναι στο στυλ του ανερχόμενου ρεαλισμού και, αντίθετα με τον κλασικό ρομαντισμό, άσχημη και αρρωστημένη. Οι χαρακτήρες ταλαντεύονται μεταξύ των σκοτεινών δυνάμεων του καλού και του κακού.
Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε στις 25 Ιουνίου 1857 σε 1.100 αντίτυπα. Στις 7 Ιουλίου η εισαγγελία άσκησε δίωξη λόγω εξύβρισης των θείων και προσβολής της δημοσίας αιδούς. Στις 20 Αυγούστου ο Μπωντλαίρ καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή του υπερβολικού ποσού των 300 φράγκων. Έξι από τα ποιήματά του, Lesbos, Femmes damnées, Le Lèthe, À celle qui est trop gaie, Les Bijoux, Les Métamorphoses du vampire απαγορεύτηκαν και αφαιρέθηκαν από τις επόμενες εκδόσεις. Ο Μπωντλαίρ αναγκάστηκε να κάνει αίτηση στην βασίλισσα Ευγενία η οποία του μείωσε την ποινή στα 50 φράγκα.
Στα τέλη του 1857 ο Μπωντλαίρ θέλησε να επιχειρήσει μια επανέκδοση του έργου του για να υποκαταστήσει το έργο του που είχε πληγεί από τη λογοκρισία. Έτσι επανακυκλοφόρησε στις 9 Φεβρουαρίου 1861 την ανανεωμένη συλλογή σε 1.500 αντίτυπα. Αντί για τα έξι απαγορευμένα ποιήματά του πρόσθεσε άλλα 32 καινούργια. Ο Μπωντλαίρ, για να αποφύγει τους γαλλικούς νόμους, προσπάθησε να επανεκδώσει μια αρτιμελή συλλογή, την édition définitive, μαζί με τα έξι απαγορευμένα του ποιήματα στις Βρυξέλλες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πέτυχε μια περιορισμένη έκδοση με τον τίτλο Les Épaves που περιείχε τα έξι απαγορευμένα συν άλλα 17 ποιήματά του. Η δημοσίευσή του αυτή είχε ποινικές συνέπειες στη Γαλλία.
Σχεδόν εκατό σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1949, εκδόθηκε από το γαλλικό κράτος επίσημη αναιρετική απόφαση για την καταδίκη και την ποινή σε βάρος του συγγραφέα και έγινε άρση της απαγόρευσης των έξι ποιημάτων.

*

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε μετά την πρώτη έκδοση: «Τα άνθη του κακού» φωτίζουν και λαμπυρίζουν σαν τα άστρα του ουρανού. Συνεχίστε το συγγραφικό έργο σας. Με όλη μου τη δύναμη σας ανακράζω ένα μπράβο!

***

 

Το ίδιο «μπράβο» αξίζει στον σκηνοθέτη Βασίλη Νούλα και στα μέλη της ομάδας Nova Melancholia που κατάφεραν να παρουσιάσουν ένα τέτοιο τολμηρό έργο αναδεικνύοντας την καθαρά ποιητική του διάσταση. Ασφαλώς κάποιοι θα πουν ότι κάπου οι εικόνες και οι σκηνές που είδαμε στο σαλόνι της Ασκληπιού ξεπερνούσαν τα όρια της καλώς εννοούμενης σεμνοτυφίας. Ίσως έχουν δίκιο. Αν όμως οι ίδιοι άνθρωποι κάνουν μια βόλτα στην πόλη – όπου μπορούν να πάνε χωρίς πρόβλημα – αν οι ίδιοι άνθρωποι καθίσουν σε ένα οποιοδήποτε καφέ, αν οι ίδιοι άνθρωποι με ένα τηλεκοντρόλ στο χέρι κάνουν ζάπινγκ θα δουν εικόνες, θα ακούσουν λόγια, θα βιώσουν σκηνές που μπροστά τους οι αντίστοιχες σκηνές του Spleen δεν είναι παρά… «Αρσακειάδες». Και πάλι μπράβο λοιπόν σε όλη την ομάδα Nova Melancholia η οποία διαχειρίστηκε με σεβασμό και ευγένεια το έργο του Μπωντλέρ και δημιούργησε μια περφόρμανς εφάμιλλη του ποιητικού έργου.

***

Ταυτότητα παράστασης

Spleen
Περφόρμανς από την ομάδα Nova Melancholia
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νούλας
Σκηνικά-κοστούμια-φωτισμοί: Κώστας Τζημούλης
Παίζουν: Δήμος Κλιμενώφ, Εύα Κολιοπάντου, Σοφία Κορώνη, Βίκυ Κυριακουλάκου, Βασίλης Νούλας, Αλέξια Σαραντοπούλου, Κώστας Τζημούλης
Φιλική συμμετοχή: Yevgeni A. Kolenko
Special Guest: Σοφία Πορφυρή
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελισάβετ Ξανθοπούλου
*
Από 4 Μαρτίου – έως 2 Απριλίου 2018
Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο
Ώρα έναρξης: 9.15 μ.μ.
Διάρκεια: 60 λεπτά
Ασκληπιού 99, Αθήνα
Είσοδος με προαιρετική συνεισφορά
Κρατήσεις: 6972 730557

  • Η παράσταση έχει λάβει επιχορήγηση από το Υπουργείο Πολιτισμού.

***

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

Παναγιώτης ΜήλαςSpleen: Μια περφόρμανς της Nova Melancholia εφάμιλλη του ποιητικού έργου του Σαρλ Μπωντλαίρ
Περισσότερα