Κριτική παρουσίαση

Ιβάνωφ, ο άνθρωπος που ονειρεύτηκε ένα νέο κόσμο αλλά διάλεξε τη σιωπή…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Κόκκινες καρέκλες σε γεωμετρική φόρμα ως χρηστικά αντικείμενα, τετράγωνες μπροκάρ μαξιλάρες, κόκκινα ποτηράκια, μπαλόνια, το γραφείο του Ιβάνωφ φορτωμένο αγγουράκια τουρσί και ρέγκες πάνω σε φύλλα εφημερίδας… Πολλή βότκα, ανία – αφόρητη ανία ρώσικης επαρχίας, αγωνιώδης πνευματική ανεπάρκεια, ασθματική συμπεριφορά και ο καταθλιπτικός κι ανένταχτος Ιβάνωφ σε ένα σαθρό κοινωνικό σύστημα τοκογλυφίας, ανηθικότητας και μοναξιάς. Μια κοινωνία που καταπιέζεται στους ρόλους της, μια ελεγεία της πλήξης και της κενότητας!

Η υπόθεση

O Ιβάνωφ, ένας άντρας εύρωστος, έξυπνος και δραστήριος, λίγο μετά τα 30 -δηλαδή στην αρχή της ωριμότητάς του, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής- είναι παντρεμένος με τη Σάρα. Πρόκειται για μια πλούσια Εβραία που για χάρη του γίνεται χριστιανή -και γι’ αυτό αποκληρώνεται από τους γονείς της- με σκοπό να καταχραστεί την περιουσία της, αλλά σύντομα απογοητεύεται όταν κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Η Σάρα αρρωσταίνει με φυματίωση και ο Ιβάνωφ μην μπορώντας ν’ αντεπεξέλθει οικονομικά, αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη Σάσα, την κόρη των Λιεμπέντεφ, δηλώνοντας πως δεν είναι πια ερωτευμένος με τη γυναίκα του η οποία αργοπεθαίνει.

Ο κεντρικός ήρωας προσπαθεί να δραπετεύσει με οποιονδήποτε τρόπο από την ασφυκτική ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός του. Βυθισμένος στην απραξία, αρνείται να ακολουθήσει τις συμβουλές που του προσφέρει ο στενός του περίγυρος για να σώσει την περιουσία του, αλλά και τη γυναίκα του, που υποφέρει. Μια νέα γυναίκα θα αναζωογονήσει προσωρινά την ψυχή του, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να πάψει να πνίγεται από την ενοχή.

Ένα απόσπασμα…

«Το χειμώνα θα ξεχάσεις ποιος είμαι… κι εγώ θα γνωρίσω κάποιαν άλλη που θα σου μοιάζει… κι όλα θα είναι όπως ήταν πάντα… Γιατί να έρθω; Γιατί; Για να ιδωθούμε και να χωρίσουμε πάλι; Τι νόημα έχει;».

-Ποιος είναι αυτός;

-Ο Νικολάι Ιβάνωφ.

-Ναι, ωραίος άντρας! Αλλά δυστυχισμένος…

Το όνομα

Το όνομα Ιβάνωφ είναι ένα από τα πλέον κοινά ονόματα στη ρωσική αυτοκρατορία και ο Τσέχωφ το συνδέει με τη διάψευση των ονείρων, όταν η πρώτη νεότητα τελειώνει, με το κενό, την απάθεια, τη συναισθηματική αδράνεια και εν τέλει τον θάνατο. Στο πρόσωπο του Ιβάνωφ συναντάμε τον κάθε άνθρωπο που στα νιάτα του ονειρεύτηκε ένα νέο κόσμο, αλλά που η ζωή τον διέψευσε, δεν του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και το μόνο του καταφύγιο είναι η διαδρομή του προς την απόλυτη σιωπή.

Το έργο

Ο “Ιβάνωφ” (1887) κατέχει μια ασυνήθιστη θέση στο θέατρο του Τσέχωφ επειδή σπάνια ανεβαίνει επί σκηνής. Γράφτηκε σε λιγότερο από δύο εβδομάδες και παρουσιάστηκε στην πρώτη του εκδοχή ακριβώς πριν από 132 χρόνια, το 1887, ξεσηκώνοντας μεγάλο θόρυβο. Ξαναγράφτηκε από το συγγραφέα το 1902 και παίχτηκε το 1905 από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας (ένα χρόνο μετά το θάνατο του Τσέχωφ) σημειώνοντας αυτή τη φορά επιτυχία. Σε αυτή την αναθεωρημένη μορφή παίζεται μέχρι σήμερα. Όπως όλα τα σπουδαία έργα του Τσέχωφ, δεν είναι παρά ένα δράμα για την αποτυχία.

Σε μια εποχή με έντονα αντιφατικές και μεταβαλλόμενες συνθήκες, η σκηνοθέτις Άντζελα Μπρούσκου έστησε στη σκηνή του «Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής» μια παράσταση για τα όνειρα των ανθρώπων και την αισιοδοξία τους για έναν καλύτερο κόσμο. Που πιστεύουν ότι θα έρθει…

Από τις 9 Μαρτίου 2019 η Άντζελα Μπρούσκου και το Θέατρο Δωματίου παρουσιάζουν τον «Ιβάνωφ» του Άντον Τσέχωφ (1887-1901), πρωτόλειο θεατρικό έργο του μεγάλου δραματουργού, γραμμένο την εποχή της «κρίσης του ‘δράματος’», που τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην κλασική δραματουργία του τέλους του 19ου αιώνα και στη μοντέρνα, «ανοιχτή» δραματουργία των αρχών του 20ού αιώνα.

Το παρελθόν και το μέλλον του θεάτρου

Ο μεγάλος συγγραφέας, σε ένα από τα πρώτα του θεατρικά έργα, προβλέπει το εκρηκτικό, επαναστατικό, περιρρέον κλίμα της Ρωσίας στο γύρισμα του αιώνα. Ο «Ιβάνωφ» αποτελεί μια θαυμάσια προσπάθεια δημιουργίας ενός σύγχρονου Άμλετ.

Ο Τσέχωφ κουβαλάει στο έργο του όλο το παρελθόν και εν σπέρματι το μέλλον το θεάτρου. Από τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρο και τον Γκολντόνι ως τον Πιραντέλο και τον Μπέκετ. Θα  βρούμε τον Ταρτούφο, τον Άμλετ, τον Δον Ζουάν ή τον Ριχάρδο να υποκρίνονται στο θέατρο του Τσέχωφ, κάπου στην απεραντοσύνη της ρωσικής περιφέρειας.

Σήμερα μπορούμε να εντοπίσουμε μεμονωμένα μοτίβα του Τσέχωφ, τα οποία δείχνουν ότι ο Ρώσος συγγραφέας ήταν μπροστά από την εποχή του και ότι είχε ένα προαίσθημα των προβλημάτων, τα οποία θα έρχονταν στο προσκήνιο στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.

Η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου μας δείχνει πώς μπορεί σήμερα ένα κλασικό έργο να ανέβει με μοντέρνα και θαρραλέα άποψη.

Ένα μεγάλο μέρος της δράσης τοποθετείται στον χώρο ενός ατελείωτου κι ανιαρού καταναγκαστικού πάρτι, όπου όλοι είναι δέσμιοι συμβάσεων και θύματα μιας αδυσώπητης αθυμίας και κατήφειας. Παρακολουθούμε μια διαμάχη ανάμεσα στα μοτίβα «δεν καταλαβαίνω» και «καταλαβαίνω». Ο “Ιβάνωφ” και ο κωμικοτραγικός χορός που τον συνοδεύει, συνειδητοποιούν πως τα τείχη της Ιεριχούς έχουν οριστικά κλείσει κάθε διαφυγή τους. Πως αυτή η πραγματικότητα που αποκαλύπτουν και μάχονται είναι έργο των ίδιων και της ιστορικότητάς τους.

Το μυστικό της αρμονίας

Το έργο έχει την αίσθηση της αρμονίας, μυστικό που κατείχαν οι τελευταίοι εκ των κλασικών Ρώσων συγγραφέων του δεκάτου ενάτου αιώνα. Γοητευτική ατμόσφαιρα αστάθμητης μελαγχολίας και παρακμής και αναγνώριση και στωική παραδοχή της καθολικής φθοράς των ανθρώπινων πραγμάτων. Διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στον τραγικό και κωμικό τόνο και άνεση στην απόδοση των κωμικών όψεων στις τραγικές στιγμές.

Μια δραματικότητα που υποβόσκει, αίσθηση γελοιότητας, αβρή ειρωνεία, συγκινημένη και συγκινητική σκληρότητα. Σύγκρουση ονείρου και πραγματικότητας, σύγκρουση του ατόμου με το περιβάλλον του. Ποίηση της καθημερινότητας, ήρεμο λυρικό πάθος, χαμηλοί τόνοι.

Η ελπίδα, η αποτυχία, η παραίτηση αλλά και η ματαιοδοξία που χαρακτηρίζει την κοινωνική ζωή των ηρώων, αποτελούν τα κύρια συστατικά της παράστασης. Έτσι, διαφαίνεται το χιούμορ και ο λεπτός σαρκασμός του συγγραφέα.

Ένα θεατρικό ορυχείο

Αν εξετάσουμε το έργο ως θεατρικό ορυχείο ή ως ένα σχολείο πειραματικής δραματουργίας, θα ανακαλύψουμε ότι από αυτό αντλούν όλα τα δραματικά έργα του Τσέχωφ και θα μείνουμε έκπληκτοι από τον πλούτο αυτής της ανακάλυψης. Διότι όλα τα συστατικά προσφέρονται με πλήρη ειλικρίνεια.

Ο Ιβάνωφ είναι ιδιοκτήτης γης, «ανώτερος υπάλληλος της κυβέρνησης, υπεύθυνος για αγροτικά ζητήματα», το κοινωνικό του στάτους φαίνεται ρεαλιστικά. Η περιουσία έχει καταστραφεί, ο ιδιοκτήτης είναι βυθισμένος στα χρέη και κάνει επίκληση για πίστωση στη Ζινάιντα Σαβίσνα Λεμπέντεφ.

Κάθε χαρακτήρας έχει τις δικές του θεματικές και γλωσσικές εμμονές: ο Iβάνωφ παρουσιάζει τη δική του υπαρξιακή αυτοανάλυση, ο γιατρός Λβοφ παρουσιάζει πιο έντονα το θέμα της τιμιότητας, άλλος χαρακτήρας κάνει κυνικά και ανούσια αστεία και άλλος μιλά μόνο για χαρτιά.

Τι ακριβώς συμβαίνει στο έργο σε αυτόν τον ήρωα του οποίου τα χαρακτηριστικά του «μέσου άνδρα» κυριαρχούν; Τα γεγονότα που συνδέονται με την έλλειψη χρημάτων ή την καταστροφή της περιουσίας είναι απλώς συνοδευτικά άλλων γεγονότων τα οποία είναι πιο σημαντικά για τον ήρωα. Το ίδιο και η σχέση οικογένειας – αγάπης ανάμεσα στον Ιβάνωφ, τη γυναίκα του Σάρα (Άννα Πετρόβνα) και τη νεαρή Σάσα. Φαίνεται να είναι ένα παραδοσιακό ερωτικό τρίγωνο, όμως ο Ιβάνωφ έχοντας χάσει το ενδιαφέρον του για τη Σάρα, δεν ενδιαφέρεται κατόπιν ούτε για τη Σάσα. Τα βάσανα του κεντρικού χαρακτήρα δεν έχουν σχέση με την αγάπη. Βλέπει τον αποτυχημένο γάμο του ως ένα λάθος σε μια σειρά λαθών.

Υπάρχουν πολλές φήμες και κουτσομπολιά που περιτριγυρίζουν τον Ιβάνωφ κατά τη διάρκεια του έργου.

Η ανακάλυψη της απιστίας του συζύγου, η φυματίωση που θερίζει, ο θάνατος της συζύγου, τα χρέη που γίνονται θηλιά στο λαιμό, η συκοφαντία, ένας γάμος που ποτέ δεν γίνεται και ο θάνατος του γαμπρού -αυτά δεν είναι γεγονότα και δραματικές καταστάσεις στον Ιβάνωφ. Όλα αυτά αποτελούν το περίγραμμα της εξωτερικής δράσης. Σημαντικό είναι το τι συμβαίνει στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα.

Ο «Ρώσος Άμλετ»

Ο Ιβάνωφ ονομάζεται ο «Ρώσος Άμλετ», ωστόσο ο χαρακτήρας του Τσέχωφ δεν αποδεικνύεται τόσο σημαντικός όσο ο ήρωας του Σαίξπηρ. Όμως ο Ρώσος συγγραφέας παίρνει το παράδειγμά του όχι από έναν ηρωικό τύπο, αλλά από μια «αρχή κατασκευής», την αγαπημένη του σαιξπηρική τραγωδία. Ο Τσέχωφ έκανε χρήση αυτής της δραματικής αρχής, αλλά δίχως καμία πρόθεση να δώσει στον ήρωά του τις διαστάσεις ενός Άμλετ.

Ο Ιβάνωφ είναι ένας «μέσος άνθρωπος», αν και οι λέξεις του Άμλετ ταιριάζουν και σε αυτόν. Κινητήρια δύναμη στην τοπική αυτοδιοίκηση, κάποτε πρωτοπόρος των επιστημονικών γεωργικών μεθόδων και της εκπαίδευσης για τους αγρότες, τώρα πνίγεται στη γραφειοκρατία, την απελπισία και τα χρέη.

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο απογοητευμένος, πικραμένος ιδεαλιστής και ματαιωμένος μεταρρυθμιστής, που στα 35 του αδυνατεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη της άρρωστης συζύγου του για αγάπη και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια επαρχιακή κοινωνία που δεν επιδοκιμάζει τα αισθήματά του;

Η πλήξη έρχεται με μια μεγάλη ποικιλία γεύσεων στον «Ιβάνωφ», αυτή την πρώιμη μελέτη του Τσέχωφ για τις ανεκπλήρωτες ζωές στις επαρχίες.

Όπως ο Τσέχοφ τον περιγράφει, ο Ιβάνωφ είναι ο «πιο συνηθισμένος άνθρωπος», απλώς «ένας καλός άνθρωπος», «με κανέναν τρόπο αξιοσημείωτος», «μια ειλικρινής φύση» αλλά με «ασταθές μυαλό» και με μια ροπή στη «νευρική αστάθεια και την εξάντληση».

Ρίχνεται σε όλα αυτά με ενθουσιασμό, παρασύρεται και παρασύρει και άλλους (ειδικά γυναίκες), αστειεύεται και κάνει λογοπαίγνια, επινοεί γελοίες ιστορίες, κάνει τούμπες στα μαξιλάρια, γελά, φιλοσοφεί, σαρκάζει. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ιβάνωφ συμπεριφέρεται σε αντίθεση με τους άλλους ανθρώπους, ζει και πιστεύει αντίθετα με τους άλλους ανθρώπους, κάνει την υπερβολή να είναι μια οικεία μορφή συμπεριφοράς, μια «κοινοτοπία».

Ο Τσέχωφ μας καλεί να βρούμε το κλειδί για τον κύριο χαρακτήρα του: σαν τον Βόιτσεκ της ρωσικής διανόησης.

Ο Ιβάνωφ ή θα συνεχίσει να ζει σε μια κατάσταση εξάντλησης, γκρίνιας, παραπόνων, βαρεμάρας και τοξικής καθημερινότητας τη ζωή του και τις σχέσεις με τους γύρω του ή πρέπει να δεχτεί την αλήθεια των «μικρών πράξεων», πράγμα που η συνείδησή του και η περηφάνια του δε θα το επιτρέψουν. Η ευσυνειδησία άλλωστε ήταν κύριο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του από την αρχή.

Κάθε νέο γεγονός αυξάνει την ένταση, ιδίως σε σχέση με το συμβατικό τρίγωνο των Ιβάνωφ – Άννα – Λβοφ, καθώς οι διώξεις του Λβοφ γίνονται όλο και πιο επίμονες. Ο Ιβάνωφ πιάνεται όλο και περισσότερο σε ένα δόκανο, μέχρι που δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταστρέψει τον εαυτό του.

Έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο ο οποίος νοσεί, ίσως νοσεί από αυτό που συμβαίνει και αρχίζει και το σώμα του να επηρεάζεται και να είναι σαν νευρόσπαστο. Αρχίζει και χάνεται, δηλαδή βυθίζεται μέσα στον εαυτό του, χάνει την επαφή με τον κόσμο γύρω του, το ενδιαφέρον του, οπότε αυτό φυσικά επηρεάζει και το σώμα, γιατί το σώμα είναι ο δέκτης. Ως εκ τούτου η συμπεριφορά του, η σωματική του συμπεριφορά, είναι απρόβλεπτη, γιατί έχει ξεσπάσματα, ξεσπάει το σώμα του, είναι σαν να δηλητηριάζεται.

Η παράσταση είναι επιτυχημένη γιατί αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά που καθιστούν τα θεατρικά έργα του Τσέχωφ μοναδικά: μια ισορροπία ενδιαφερόντων μιας μεγάλης διανομής χαρακτήρων, με προσοχή στις λεπτές αποχρώσεις της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, και ευαισθητοποίηση των βυθισμένων επιθυμιών που ζωντανεύουν ακόμα και τις πιο φαινομενικά ανιαρές ζωές.

Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί εύκολα, οι πολυάριθμοι χαρακτήρες εξετάζονται ψυχολογικά και κοινωνικά και οι συγκρούσεις καθορίζονται με σαφήνεια.

Οι ερμηνείες

Εξαιρετική παράσταση, με υπέροχη, ευρηματική σκηνοθεσία από την Άντζελα Μπρούσκου και καταπληκτική κίνηση. Κρατά τον θεατή καθηλωμένο και σε ορισμένες σκηνές μάλιστα του κόβει την ανάσα από την ένταση.

Μια τσεχοφική κωμωδία παρεξηγήσεων και παραλογισμών με άρτιες ερμηνείες. Πάνω απ’ όλα το εξαίρετο ερμηνευτικό αποτέλεσμα οφείλεται στη σκηνοθεσία, η οποία διάβασε τον Τσέχωφ ρεαλιστικά, αλλά και ποιητικά. Ανέδειξε τον κοινωνικά παρηκμασμένο, οικονομικά ετοιμόρροπο, ιδεολογικά αδιέξοδο, ηθικά ανερμάτιστο, εργασιακά νωθρό, ψυχολογικά νοσούντα κόσμο των οκνών αριστοκρατών, όπως και την αήθεια των αρπακτικά αναρριχώμενων αστών και των κάθε λογής κολάκων, ακολούθων, υπηρετών και ουραγών τους.

Συνέθεσε γύρω από το κεντρικό πρόσωπο, του ξοφλημένου -οικονομικά, κοινωνικά, οικογενειακά, ηθικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά-, αυτοκαταστροφικού Ιβάνωφ, ένα κοινωνικό μωσαϊκό, και καθοδήγησε τους ηθοποιούς, με τρόπο βιωματικό, σκεπτόμενο, αυτοελεγχόμενο, να εμβαθύνουν στο χαρακτήρα των ρόλων τους. Πολύ καλές ερμηνείες από όλους, ανεξαιρέτως, τους ηθοποιούς.

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου είναι ένας καλλιτέχνης που έχει έναν ωκεανό δυνατοτήτων. Κοφτερή αίσθηση ρυθμού, έντονη σωματικότητα, υψηλές ταχύτητες και μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Στο ρόλο του Ιβάνωφ κάνει μια άρτια δουλειά. Παίζει με όλη εκείνη την επίγνωση του μάταιου, του δίχως λύση, του “τέλους”, τον άνθρωπο που στα τριάντα πέντε του ξοδεύτηκε με τόσο πάθος που δεν αντέχει πια να ζει. Μια τραγική μορφή ανθρώπινης απόγνωσης. Δύσκολο να παίξεις το αγεφύρωτο, την ερημιά της ψυχής. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου όμως έδωσε στο καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο, ένα νόημα κρυφό και βαθύ. Μια ερμηνεία για βραβείο!

Η Παρθενόπη Μπουζούρη παίζει την άλλοτε πλούσια Εβραία, μια γυναίκα ωραία, ευαίσθητη, γενναία, καλλιεργημένη, που αλλάζει θρησκεία, σπίτι, τρόπο ζωής για χάρη του συζύγου της Ιβάνωφ και καταδικάζεται σε έναν αχάριστο γάμο. Η φθορά της δεν είναι μόνο ψυχική, γίνεται οργανική και την οδηγεί σε έναν άδοξο θάνατο. Σε βαθιά επικοινωνία με το κείμενο και τη σκηνοθετική γραμμή, υποδύθηκε με συνταρακτική ψυχική ωριμότητα τη Σάρα / Άννα και μας συγκίνησε απόλυτα.

Ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ ήταν μια πολύ όμορφη έκπληξη στην παράσταση στο ρόλο του κόμη Σαμπιέλσκι, ενός ανθρώπου ρέμπελου, κακόμοιρου, αξιολύπητου, μιας μετριότητας και μιας προσωρινότητας. Σημαντική η παρουσία του και αδρή η ερμηνεία του.

Η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου υποδύεται με άνεση και ευαισθησία τη Σάσα, τη νέα κοπέλα που ερωτεύεται τον Ιβάνωφ, θέλει να τον παντρευτεί και προσπαθεί εις μάτην να τον σώσει από την κόπωση και τη μοναξιά του, ελπίζοντας πως έτσι θα σώσει και τον ίδιο της τον εαυτό. Η ερμηνεία της ακροβατεί περίφημα ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, τη λογική και την ονειρικότητα, το φως και το σκοτάδι. Βλέποντάς την τη φαντάστηκα και πολλούς ακόμα ρόλους του Τσέχωφ και όχι μόνο. Ένα σπουδαίο ταλέντο!

Όπως όλοι οι χαρακτήρες, έτσι και ο πλούσιος πεθερός του Ιβάνωφ παίρνει κι αυτός μέρος σε μια κάθετη πτώση, σε μια αναπότρεπτη φθορά. Κάποτε είχε ιδανικά, όνειρα, επιθυμίες. Σιγά σιγά έμαθε, κατάλαβε, κουράστηκε, δείλιασε, συμβιβάστηκε. Ακριβής, ξέχειλος από συναισθήματα, ο Τσιμάρας Τζανάτος δίνει μια ερμηνεία δεξιοτεχνική στο ύφος της πικρής κωμωδίας και αφηγείται εύγλωττα την αμήχανη αρχοντιά του καλοσυνάτου και φοβισμένου Λιέμπεντεφ, που ενώ έχει χρήματα δεν δικαιούται να τα διαχειριστεί.

Ο Κρις Ραντάνοφ, με την εκθαμβωτική του εξέλιξη, ως αρκούδος – κλόουν, ήταν έξοχος στο ρόλο του επιστάτη Μπόρκιν. Άγριος, πανούργος, αγροίκος, άπληστος.

Λαμπερός και εύστοχος, εξαίρετος και ως μουσικός ο Ιλία Αλγκάερ, μια πειστική τσεχωφική φιγούρα, στο ρόλο του νεαρού αγροτικού γιατρού Λβοφ, που ερωτεύεται τη γλυκιά Άννα με έναν έρωτα οιδιπόδειο και διαρκώς κατακεραυνώνει και κατηγορεί τον αδιάφορο για την τύχη της Ιβάνωφ.

Η Βάλια Παπαχρήστου έλαμψε στο ρόλο της πλούσιας χήρας Μπαμπάκινα. Αεικίνητη, αυθόρμητη, με μπρίο, ισορρόπησε εξαιρετικά τον εγωκεντρισμό, την εξωστρέφεια και την εσωτερική ανασφάλεια του ρόλου.

Η Άντζελα Μπρούσκου ήταν απολαυστικότατη ως φιλοχρήματη, μοχθηρή και κυνική Ζινάιντα που ασκεί την τοκογλυφία, που κάνει βεγγέρες στο μέγαρό της αλλά δεν κερνά ούτε ένα μεζέ τους καλεσμένους, ενώ κρύβει ακόμα και το βάζο με τα αγγουράκια τουρσί. Θέλει να καταστρέψει τον Ιβάνωφ που τον μισεί, καταπιέζει τον σύζυγό της Λιέμπεντεφ και απεχθάνεται ακόμα και τη σκέψη ότι η κόρη της Σάσα θα παντρευτεί τον Ιβάνωφ.

Φρέσκια, νεανική, ευφρόσυνη η παρουσία του ταλαντούχου Αλέξανδρου Μαράκη.

Μια σοβαρή κατάθεση και αξιόλογη προσέγγιση κάνει με τους ρόλους που επωμίζεται ο ικανότατος Αντώνης Τσίλερ.

Οι συντελεστές

Μεστή και λογοτεχνική η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ευαίσθητη, υπαινικτική, ευγενική η μουσική της Nalyssa Green και νοσταλγικά τα ακούσματα της ρώσικης κουλτούρας που μας υπενθύμισε. Άκρως αφαιρετικά τα σκηνικά και ιδανική η επιλογή των κοστουμιών από την ίδια τη σκηνοθέτιδα. Θαυμάσια η επιμέλεια των φωτισμών από τη νέα καλλιτέχνιδα Στέβη Κουτσοθανάση.

Στιγμές

Διάσπαρτες τρυφερές στιγμές, κάποιες που υπονομεύουν το τραγικό μέσω ενός πικρού χιούμορ και άλλες που δίνουν μια διάχυτη ελαφρότητα στην παράσταση. Όλα τα πρόσωπα βαλτώνουν σε μια κατάσταση αδράνειας, στη φαντασίωση κάποιας άλλης “ζωής”. Παγιδευμένοι στον εαυτό τους, χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα, συντρίβονται. Η αναμέτρηση με την πραγματικότητα γίνεται το επίκεντρο της παράστασης που σκηνοθετεί καταλυτικά η Άντζελα Μπρούσκου. Μια αναμέτρηση που είναι και η ιστορία του καθενός μας.

Το δράμα του Ιβάνωφ είναι ότι πόθησε να κάνει πολλά αλλά κατάλαβε πως τίποτα δεν μπορεί να αγαπήσει μέχρι τέλους. Και ο άνθρωπος που δεν μπορεί να αγαπήσει είναι πολύ δραματικό πρόσωπο. Πιο δραματικό από αυτό που αγαπάει και απογοητεύεται.

Εν τέλει ο θεατής είναι αυτός που θα πρέπει να αποφασίσει, ανάλογα με τις δικές του προσλαμβάνουσες και πεποιθήσεις και σύμφωνα με τις δικές του αξίες, αν ο Ιβάνωφ είναι ένοχος ή αθώος.

 

ΓΙΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΤΕ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ, ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

 

  • Η παράσταση, που είναι μια συμπαραγωγή του Θεάτρου Δωματίου και της Constantly Productions, παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου, μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, σκηνικά και κοστούμια της σκηνοθέτιδας, μουσική της Nalyssa Green και φωτισμούς Στέβης Κουτσοθανάση, με βοηθούς σκηνοθέτη τους Τίνα Τζάθα και Γιώργο Ανδριώτη.
  • Παίζουν οι ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Τσιμάρας Τζανάτος, Κρις Ραντάνοφ, Ιλία Αλγκάερ, Βάλια Παπαχρήστου, Άντζελα Μπρούσκου, Αλέξανδρος Μαράκης, Αντώνης Τσίλερ.

***

Πληροφορίες

Παραστάσεις: Πέμπτη έως Σάββατο στις 21.00. Κυριακή στις 19:30

Εισιτήρια: 15 ευρώ (κανονικό), 10 ευρώ (ανέργων, φοιτητικό και ΑΜΕΑ)

Διάρκεια: 120 λεπτά

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής

Κυκλάδων 11, Αθήνα, 210 8217877, 698 2387245 (5 μ.μ. – 9 μ.μ.)

* Το Θέατρο Δωματίου επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού για την παράσταση

 

Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα

Γεννημένος στο λιμάνι Τανγκαρόγκ της Αζοφικής Θάλασσας, από πατέρα έμπορο ο οποίος χρεοκόπησε και αναγκάστηκε να πουλήσει το πατρικό σπίτι για να καταφύγει οικογενειακώς στη Μόσχα (εκεί εντοπίζεται η «καταγωγή» του προς πώληση βυσσινόκηπου στο ομότιτλο έργο), ο Άντον Τσέχοφ (1860-1904) είναι ο πρωτοπόρος συγγραφέας μιας συλλογής αριστουργημάτων: Πλατόνοφ, Ιβάνοφ, Γλάρος, Θείος Βάνιας, Τρεις Αδερφές, Βυσσινόκηπος.

Εκτός από συγγραφέας, υπήρξε τολμηρός γιατρός και ερευνητής. Διέσχισε τη Σιβηρία για να επισκεφθεί τη Σαχαλίνη, το νησί-κάτεργο του Ειρηνικού εκείνη την εποχή, προκειμένου να μελετήσει τις αποτρόπαιες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων, ενώ αφοσιώθηκε επίσης στην καταπολέμηση της επιδημίας χολέρας που είχε ενσκήψει στη ρωσική ύπαιθρο – το φυσικό τοπίο της μετέπειτα δραματουργίας του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

eirini aivaliwtouΙβάνωφ, ο άνθρωπος που ονειρεύτηκε ένα νέο κόσμο αλλά διάλεξε τη σιωπή…
Περισσότερα

«Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» αλλά μόλις γίνονται εννιά, αναζητούν στο «Θησείον» την Αγνή Χιώτη…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Μάρτιος 1944. Βασίλης Διαμαντόπουλος, Νίκος Βασταρδής, Καίτη Λαμπροπούλου, Αλέκα Μαζαράκη (αργότερα Κατσέλη) και άλλοι. Σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μετάφραση Μάριου Πλωρίτη. Στο Θέατρο Αλίκης.

 

Νοέμβριος 1959. Δέσπω Διαμαντίδου, Άννα Συνοδινού, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Λυκούργος Καλλέργης, Όλγα Τουρνάκη και άλλοι. Εθνικό Θέατρο-Κεντρική Σκηνή. Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός.

 

Φεβρουάριος 1968. Γιώργος Λαζάνης, Μάγια Λυμπεροπούλου, Μίμης Κουγιουμτζής, Τάκης Βουτέρης, Εύα Κοταμανίδου, Αντώνης Αντύπας, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μίνα Αδαμάκη, Πίτσα Μπουρνόζου, Ηλίας Λογοθέτης, και άλλοι. Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν. Θέατρο Ορφεύς – Κυκλικό Θέατρο.

 

Παραπάνω, ενδεικτικά, μόνο λίγα ονόματα νέων ηθοποιών που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στο θεατρικό σανίδι ακολουθώντας τις σκηνικές οδηγίες του Λουίτζι Πιραντέλο για το έργο του «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα».

 

Μάρτιος 2019. Την ίδια απόπειρα, με το ίδιο έργο, στην ίδια ηλικία σήμερα, οι ηθοποιοί της ομάδας Repente χτίζουν το δικό τους όνειρο και μας το χαρίζουν μέσα από τα χειρόγραφα του Πιραντέλο.

 

***

 

 

 

Πρόκειται για το πιο διάσημο και ριζοσπαστικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλο που γράφτηκε το 1921, ξεκίνησε από τη Ρώμη και τον επόμενο χρόνο ανέβηκε στο Λονδίνο. Στην Ελλάδα το έφερε ο Κάρολος Κουν (με 20 ηθοποιούς επί σκηνής το 1944). Ακολούθησε το Εθνικό (με 30 ηθοποιούς, το 1959) και το Κρατικό Βορείου Ελλάδος (με 40 ηθοποιούς, το 1987). Με τα «Έξι πρόσωπα» βρέθηκαν αντιμέτωποι και πάρα πολλοί άλλοι θίασοι…

 

***

 

Θερμό χειροκρότημα στην πρεμιέρα του “6”. Από αριστερά: Θάλεια Χαραρά, Γιώργος Καρατζιώτης, Σήφης Μάινας, Αγνή Χιώτη, Καλή Δάβρη.

 

 

«Σε ένα θέατρο ο θίασος ετοιμάζει παράσταση και ξαφνικά εμφανίζονται τα έξι μέλη μιας οικογένειας, δημιουργήματα κάποιου συγγραφέα που ξεκίνησε να γράφει ένα θεατρικό έργο αλλά δεν το τελείωσε ποτέ. Αυτά τα έξι πρόσωπα ζητάνε από τον θιασάρχη να ανεβάσει έργο με θέμα τη δική τους ζωή, οπότε να αποκτήσουν και πλήρη θεατρική υπόσταση. Η πρόβα ενός θιάσου διακόπτεται από την εισβολή των μη ολοκληρωμένων θεατρικών ηρώων οι οποίοι αναζητούν την ιστορία τους. Το «είμαι» μπερδεύεται με το «παίζω». Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να γίνει κάποιος άλλος μία στιγμή αργότερα. Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος είναι; Ένας πατέρας, μία κόρη, μία μάνα, ένας γιος. Ένας θίασος. Άνθρωποι που αναζητούν την αλήθεια τους. Εσύ; Ξέρεις; Είσαι σίγουρος; Υπάρχει μόνο μία αλήθεια; Μια κωμωδία με δραματικές κορυφώσεις ή ένα δράμα με κωμικές πτυχές;».

 

***

 

 

 

Σίγουρα μια παράσταση με πολλές απαιτήσεις και μια ιστορική διαδρομή που δεν επιδέχεται εκπτώσεις. Ισχυρά στηρίγματα στην ολοκλήρωση του έργου ήταν: Ο Σχεδιασμός Φωτισμών από την έμπειρη και εφευρετική Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Τα λιτά αλλά δυναμικά Σκηνικά με την υπογραφή της Μαρίας Φιλίππου. Τα διαχρονικής αξίας Κοστούμια που επέλεξε η Νικόλ Παναγιώτου. Η αέναη κίνηση των εννιά ηθοποιών έτσι όπως την υλοποίησε η Mαρία Δελετζέ και τέλος η σημαντική Πρωτότυπη Μουσική και η εν γένει Μουσική Eπιμέλεια του «6» από την Αναστασία Μανιάτη.

 

*

 

Ο Σήφης Μάινας (αριστερά) με τον Κωνσταντίνο Τσονόπουλο.

 

Ο Γιώργος Καρατζιώτης «έστησε» με επιτυχία τη φιγούρα του σκηνοθέτη. Ήταν αέρινος και εκφραστικός.

Ο Σήφης Μάινας, ήδη σε άλλο επίπεδο, σε σχέση με όλες τις προηγούμενες δουλειές του. Δίνει την ιδανική υπόσταση στον απαιτητικό ρόλο του πατέρα.

Ο Κυριάκος Μαρκάτος ήταν τόσο όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Ισορρόπησε σε τεντωμένο σκοινί χωρίς τον κίνδυνο να έχει δυσάρεστες ερμηνευτικές «πτώσεις».

Ο Κωνσταντίνος Τσονόπουλος, ο δυναμικός γιος της οικογένειας, έφερε με απόλυτη επιτυχία εις πέρας τη δύσκολη αποστολή του.

Ο Κώστας Πιπερίδης κέρδισε το κοινό από τα πρώτα λεπτά, στο «πινγκ πονγκ» με τους θεατές για το «6» και το «9».

Η Ανθούλα Ευκαρπίδου, δίπλα του – στη σκηνή αυτή – με την ερμηνεία της «ξεκαθάρισε» τα «τι» και τα «πώς» και δεν άφησε αναπάντητα ερωτήματα στο κοινό.

Αυτό το δυναμικό και ευρηματικό ξεκίνημα υπήρξε το εφαλτήριο για την επιτυχία όλης της παράστασης.

Η Θάλεια Χαραρά, ακόμη και όταν δεν μιλούσε, είχε πολλά να πει και μόνο με τις εκφράσεις της. Μοντέρνα ρεαλιστική ερμηνεία.

Η Ζαχαρένια Φρακιαδάκη, μια Ισπανίδα στο Θησείο. Εξαιρετική κίνηση, εντυπωσιακός λόγος. Πέτυχε κάτι πάρα πολύ δύσκολο: Μας έπεισε πως κι εμείς μπορούμε να κάνουμε τόσο …εύκολα όλα όσα έκανε εκείνη στη σκηνή.

Η Καλή Δάβρη, με την άνεση και τη σιγουριά των παλιών καλών ηθοποιών. Κορυφαία και στο γέλιο και στο δάκρυ. Τυχερός ο σκηνοθέτης που την έχει.

 

Η Ζαχαρένια Φραγκιαδάκη. ©Skitzakos George

 

 

***

 

Τυχερή στην προκειμένη περίπτωση η Αγνή Χιώτη που εκτός από τη διασκευή, υπογράφει και τη σκηνοθεσία του «6». Ο Πιραντέλο, το 1929, είχε προσθέσει κινηματογραφικές προβολές σε παράστασή του στην παράσταση με συγχρονισμένο ήχο από δίσκους 78 στροφών. Στη παράσταση στο «Θησείον»  δεν χρειάστηκε κάτι παρόμοιο.

 

Η Καλή Δάβρη με τον Κωνσταντίνο Τσονόπουλο.

 

 

Η Αγνή Χιώτη, χωρίς προβολές, κατάφερε να δώσει ταχύτατο – κινηματογραφικό ρυθμό στην παράστασή της. Πέτυχε να πάρει ό,τι καλύτερο μπορούσαν να δώσουν οι ηθοποιοί της έτσι ώστε μέσα σε 70 λεπτά να κερδίσει το στοίχημα και στο φινάλε το αυθόρμητο και διαρκές χειροκρότημα των θεατών. Είναι αυτό το χειροκρότημα που «γράφει» τη δική του κριτική για κάθε θεατρικό ανέβασμα. Είναι το χειροκρότημα των θεατών που έβαλε «άριστα» και στην Αγνή Χιώτη, και στη Θεατρική  Ομάδα Repente, και σε όλους τους συντελεστές.

 

***

 

 

Κυριάκος Μαρκάτος.

Γιώργος Καρατζιώτης

Κώστας Πιπερίδης.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«6»
από τη Θεατρική Ομάδα Repente σε συνεργασία
με την Dominus Production
Εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο του Luigi Pirandello
«Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα»

*

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Αγνή Χιώτη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Νικόλ Παναγιώτου
Πρωτότυπη Μουσική / Μουσική Eπιμέλεια: Αναστασία Μανιάτη
Κινησιολογία: Mαρία Δελετζέ
Βοηθός σκηνοθέτη: Νικολίνα Καραθύμιου
Bοηθός ενδυματολόγου: Στεφανία Λυμπεροπούλου
Art designer: Ιάσονας Καστόρης

*

Παίζουν

Καλή Δάβρη, Ανθούλα Ευκαρπίδου, Γιώργος Καρατζιώτης, Σήφης Μάινας, Κυριάκος Μαρκάτος, Κώστας Πιπερίδης, Κωνσταντίνος Τσονόπουλος, Ζαχαρένια Φραγκιαδάκη, Θάλεια Χαραρά.

 

*

Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Καβαλλάρη
Προβολή – Επικοινωνία: Νατάσα Μακρογιαννέλη

***

 

Στο Θησείον – Ένα Θέατρο για τις Τέχνες
Τουρναβίτου 7, Θησείο
Τηλέφωνο: 210-32.55.444

 

*

 

Η αποδοχή του κοινού φαίνεται στο χειροκρότημα. Από αριστερά: Ανθούλα Ευκαρπίδου, Κατερίνα Μαραγκουδάκη, Κυριάκος Μαρκάτος, Κώστας Πιπερίδης, Θάλεια Χαραρά, Γιώργος Καρατζιώτης, Σήφης Μάινας και Αγνή Χιώτη.

 

 

Κάθε Τετάρτη
Από 6 Μαρτίου έως και 17 Απριλίου 2019
Στις 9.15 μ.μ.
Διάρκεια: 75′
Εισιτήρια
Κανονικό: 12 ευρώ
Μειωμένο: 8 ευρώ (Αφορά: φοιτητές, μαθητές, εκπαιδευτικούς, συνταξιούχους, ανέργους, αμέα)
Προπώληση: 10 ευρώ (έως την προηγούμενη ημέρα κάθε παράστασης)
Στο τηλέφωνο: 210-72.34.567
-Σε όλα τα καταστήματα PUBLIC
-Στο tickets.public.gr
-Στο Θέατρο Θησείον
τις ημέρες των παραστάσεων
στο ταμείο: 18:00 – 21:00
Δευτέρα ως Παρασκευή
Από 10.00 έως 17.00 στο 210-32.55.444

 

***

 

Η Ανθούλα Ευκαρπίδου, στο εντυπωσιακό ξεκίνημα της παράστασης.

 

***

 

ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ” ΕΔΩ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ

 

***

 

Διαβάστε επίσης τη συνέντευξη της Καλής Δάβρη στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Καλή Δάβρη: Στην παράσταση “6” υποδύομαι ένα πλάσμα ανεξιχνίαστο, ένα αίνιγμα…

Παναγιώτης Μήλας«Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» αλλά μόλις γίνονται εννιά, αναζητούν στο «Θησείον» την Αγνή Χιώτη…
Περισσότερα

Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας: Αυτός ο εύθραυστος, πολύτιμος “Γυάλινος Κόσμος”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

το σκηνικό είναι μνήμη (…) ,
το έργο είναι μνήμη (…) ,
στη μνήμη όλα συμβαίνουν στη μουσική
Tενεσί Ουίλιαμς

Μπαίνοντας στην όμορφη αίθουσα του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, όπου τόσες αλησμόνητες θεατρικές στιγμές έχουμε ζήσει τις τελευταίες δεκαετίες, στην ουσία εισερχόμαστε στο διαμέρισμα των Ουίνγκφιλντ. Το πρώτο που αντικρίζουμε είναι το γυάλινο πολυεπίπεδο γλυπτό τοποθετημένο στο σανίδι. Η αντιπαράθεση της απότομης σκληρής επιφάνειας του γυαλιού, που είναι σφηνωμένη στη μια πλευρά της σκηνής, αποτελεί ήδη ένα καλλιτεχνικό σχόλιο. Ο συνδυασμός μιλά για ευθραυστότητα και σταθερότητα.
Ο σκηνικός χώρος είναι μνήμη, γι’ αυτό δεν είναι νατουραλιστικός. Η μνήμη κάνει κατάχρηση της ποιητικής αδείας. Κάποιες λεπτομέρειες τις παραλείπει, κάποιες άλλες τις διογκώνει ανάλογα με τη συναισθηματική αξία των αντικειμένων που προσεγγίζει. Η μνήμη εδράζει στην καρδιά.
Ο χώρος είναι αχνός και ποιητικός, ανήλιαγος και στενάχωρος, σκοτεινός και ζοφερός.

Ο Αφηγητής – Τομ είναι εκεί. Παρών. Ανασύρει έπιπλα από καταπακτές, σχολιάζει γράφοντας ετικέτες, στρώνει με ανακυκλωμένο χαρτί το πάτωμα. Στη σκηνή προστίθενται η τραπεζαρία με το κεντημένο τραπεζομάντιλο, η εταζέρα της Λόρα, το γραμμόφωνο, μικροαντικείμενα.

Μια απροκάλυπτη σύμβαση του έργου ο Αφηγητής. Χειρίζεται κατά βούληση τις θεατρικές συμβάσεις κατά πως κρίνει συμφέρον ο ίδιος για τους στόχους του.

 

 

Αμερικανικός Νότος

Σαιν Λούις, Μιζούρι. 1943. Ο περίφημος νοτισμένος Νότος. Ο αμερικανικός Νότος του διάχυτου ρατσισμού. Είναι η εποχή που ο Τενεσί Ουίλιαμς (Τόμας Λάνιερ Ουίλιαμς) ξεκινάει να γράφει το θέατρο της μνήμης του, τον «Τζέντλεμαν Επισκέπτη», που θα μετονομαστεί σε “Γυάλινο Κόσμο” (Glass Menagerie – Γυάλινο Θηριοτροφείο).
Ο «Γυάλινος Κόσμος» προέκυψε από τέτοιες πρώιμες απόπειρες, όπως το διήγημα «Portrait of a girl in glass», το μονόπρακτο «The long goodbye» και ένα σενάριο που έγραψε το σύντομο διάστημα της συνεργασίας του με την παντοδύναμη εκείνη την εποχή MGM, με τον τίτλο «The gentleman caller». Αυτά αποτέλεσαν τη βάση για το διάσημο και τόσο προσωπικό αυτό έργο του, καθώς η πραγματική του έμπνευση ήταν η ίδια του η οικογένεια.

Προηγουμένως, τον Μάιο του 1942 ανεβαίνει το έργο Προς κατεδάφιση στη Νέα Υόρκη. Γράφει το κλασικό μονόπρακτο Λαίδη Φθειροζόλ (The Lady of Lackspur Lotion) που θα ανέβει πρώτη φορά επτά χρόνια μετά στο θέατρο Monceau στο Παρίσι. Για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του κάνει διάφορες ευκαιριακές δουλειές: κλητήρας, παιδί του ασανσέρ, ταξιθέτης σε κινηματόγραφους.
Το 1943 κλείνει συμβόλαιο έξι μηνών με τη Metro-Goldwin-Mayer. Καρπός της συνεργασίας είναι το σενάριο Ο επισκέπτης (The Gentleman Caller). Η εταιρεία το απορρίπτει, αλλά του παραχωρεί το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το κείμενό του όπως εκείνος κρίνει – είναι η αρχική μορφή του Γυάλινου Κόσμου. Στις 13 Οκτωβρίου ανεβαίνει στο Κλήβελαντ το τρίπρακτο You Touched Me [Με άγγιξες]. Βασίζεται σε ένα διήγημα του Ντ. Χ. Λόρενς. Η μητέρα του Εντουίνα σε μια προσπάθεια να επισπεύσει τη θεραπεία της κόρης της, Ρόουζ, δέχεται να την υποβάλουν σε προμετωπιαία λοβοτομή. Είναι μία από τις πρώτες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ρόουζ καταλήγει εγκλωβισμένη σε μια μόνιμη κατάσταση ημι-αφασίας.

Στοιχεία της οικογένειάς του

Τα έργα του «Γυάλινος Κόσμος», «Λεωφορείον ο Πόθος» και «Λυσσασμένη Γάτα» είναι από τα πιο σημαντικά έργα του σύγχρονου αμερικανικού δράματος. Μαζί με άλλες μεγάλες επιτυχίες του, έσπρωξε τον αμερικανικό ρεαλισμό πέρα από την καταγραφή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, προς το συναίσθημα και τον ψυχισμό. Με εξαιρέσεις τους Arthour Miller και Eugene O’Neill, κανένας άλλος θεατρικός συγγραφέας δεν έχει δημιουργήσει τόσους πολλούς αρχετυπικούς χαρακτήρες που παραμένουν στην παγκόσμια συνείδηση ακόμα και ύστερα από σχεδόν 70 χρόνια.
Ο Αμερικανός συγγραφέας σε πολλά από τα έργα του ενσωματώνει στοιχεία της δικής του προσωπικής ζωής κι εκείνης των παιδικών του χρόνων με την οικογένειά του. Ο Γυάλινος Κόσμος θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό του. Ο Τομ του έργου είναι ο ίδιος ο συγγραφέας (το πραγματικό μικρό όνομα του Ουίλιαμς ήταν Τόμας). Έμπνευση για τους χαρακτήρες του Ουίλιαμς συχνά αποτελούσαν τα άμεσα μέλη της οικογένειάς του. Ο βάναυσος, αλκοολικός πατέρας του, η αδελφή του Rose Williams, με την οποία ήταν πολύ δεμένος.
Τα αποτελέσματα της κακότεχνης λοβοτομής, καθώς και ο θυμός του κατά των γονέων του οι οποίοι έδωσαν τη συγκατάθεσή τους, πιθανόν να συνέβαλαν στην κατάθλιψη, τον αλκοολισμό και τον εθισμό του στις αμφεταμίνες και τα βαρβιτουρικά. Η Rose θεωρείται συχνά ως η έμπνευση για τη Laura Winfield και η μητέρα του πιθανότατα αποτέλεσε τη βάση της Amanda Winfield στον «Γυάλινο Κόσμο».

 

 

Το έργο

Η Μπέττυ Αρβανίτη στην πρώτη της συνάντηση επί σκηνής με έναν από τους πλέον ταλαντούχους σκηνοθέτες της νέας γενιάς, το Δημήτρη Καραντζά, παρουσιάζει φέτος τον “Γυάλινο Κόσμο”. Έργο σπάνιας ευαισθησίας και ποιητικής ορμής, το αυτοβιογραφικό αριστούργημα του Tennessee Williams. Γράφτηκε το 1944 και παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο θέατρο Civic στο Σικάγο. Αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη θεατρική επιτυχία του συγγραφέα, καθιερώνοντας τον Τενεσί Ουίλιαμς ως τον πλέον φέρελπι συγγραφέα της εποχής.
Η παράσταση μεταφέρθηκε στις 31 Μαρτίου του 1945 στη Νέα Υόρκη, στο Playhouse Theatre του Μπρόντγουεϊ, όπου συνεχίστηκε ο θρίαμβος (η Λορέτ Τέιλορ άφησε εποχή με τη συγκλονιστική ερμηνεία της στον ρόλο της Αμάντα). Το έργο βραβεύτηκε με το σημαντικό New York Drama Critics’ Circle Award ως το καλύτερο αμερικανικό έργο της χρονιάς. Μόλις έναν χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο του 1946, ο Λουκίνο Βισκόντι το ανέβασε στη Ρώμη στο Teatro Eliseo (σε μουσική του Πολ Μπόουλς, στον οποίο ανήκε η μουσική της πρώτης παράστασης) και το 1948 ο Τζον Γκίλγουντ στο Royal Theater του Λονδίνου. Διαχρονικά καθιερώθηκε ως ένα από τα πιο θρυλικά έργα του τού μαγικού ρεαλισμού.
Το έργο για πρώτη φορά στην Ελλάδα παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης το 1946 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μουσική Μάνου Χατζιδάκι (Κουν, Λαμπέτη, Γιαννακοπούλου, Καλλέργης).

Με βαθιά συμπόνια

Ο Δημήτρης Καραντζάς, μελετώντας τον συγγραφέα, ακολούθησε μια ριζοσπαστική φόρμα, πολύ μακριά από αυτό που θεωρούμε ρεαλισμό. Η θραυσματικότητα της παράστασης εμπεριέχει τη βαθιά συμπόνια, την κατανόηση και την ευαισθησία για τον άνθρωπο, που χαρακτηρίζει το έργο του Ουίλιαμς, καθώς ο ίδιος εξέταζε ενδελεχώς το ανθρώπινο είδος και είχε διεισδύσει σ’ αυτό σαν μέσα από τα κύτταρά του.
Ο «Γυάλινος Κόσμος» είναι ένα έργο ανεξάντλητο σε ερμηνείες, αναγνώσεις, αναγωγές. Οι χαρακτήρες του είναι αληθινοί, ολοζώντανοι, εκπροσωπούν ακριβώς την κοινωνία και τις αντιλήψεις της την εποχή που ζούσε και έγραφε ο Τενεσί Ουίλιαμς, σε μια εποχή που ο… περισσότερος κόσμος δούλευε σε φάμπρικες, σε εργοστάσια, σε γραφεία, σ’ αποθήκες.
Η γυάλινη συλλογή της Αμάντα από ζωάκια ταυτίζεται με τη συλλογή του συγγραφέα από εύθραυστους ανθρώπους.
Αφενός υπάρχει η μη γραμμική του αφήγηση, η ποιητική του διάσταση, η εμφανής χρήση της ίδιας της θεατρικής πράξης από γραφή, εν κατακλείδι όλη η φόρμα του αποτελεί ακόμα υπόδειγμα πρωτοποριακής και ρηξικέλευθης γραφής που «ονειρεύεται» ένα θέατρο μακριά από τον νατουραλισμό και την απλή σχηματοποίηση των χαρακτήρων.
Προτάσεις – μαχαιριές, ανατροπές, προσεκτικά μελετημένο μοτίβο δράσης – αντίδρασης, είναι ελάχιστα μόνον από τα θετικά χαρακτηριστικά ενός διαχρονικού κειμένου.
Πρόκειται για ένα ποιητικό θέατρο, ένα υπαρξιακό θέατρο, ένα θέατρο που αγωνιά μέσα από την εμφανή κατασκευή του να πλησιάσει από πολύ πιο κοντά την αλήθεια −αν αυτή υπάρχει.

Αφετέρου βλέπουμε ότι ο κλειστός πυρήνας της οικογένειας που εστιάζει το έργο και των τραυματισμών που αυτή προκαλεί, επανέρχεται και θα επανέρχεται αενάως. Και ο κλειστός πυρήνας της βιολογικής οικογένειας και ενός αέναου τραύματος που διαρκώς επανέρχεται και ποτέ δεν κλείνει θυμίζει την ίδια τη λειτουργία της θεατρικής πράξης αλλά και την ίδια τη λειτουργία του κύκλου της ζωής.
Όπως εύστοχα παρατήρησε κάποτε ο Μάριος Πλωρίτης, “Οι χαρακτήρες του Γυάλινου Κόσμου δεν σβήνουν μαζί με το έργο. Προεκτείνονται στα κατοπινά έργα του Ουίλιαμς”.

Πρόκειται για ένα σπαραχτικό και ταυτόχρονα ανελέητα σαρκαστικό έργο που μιλά για τον δύσκολο αποχωρισμό από την οικογενειακή φωλιά, για την ενοχή, για την ανέφικτη φυγή, για τη μνήμη που μπορεί να γίνει φυλακή.

Η Γυναίκα

Ουσιαστικά, όπως σε όλα τα έργα του Ουίλιαμς, υπάρχει ένας βασικός χαρακτήρας, μία βασική κατάσταση: ο άνθρωπος (η γυναίκα κυριότατα), που ανήμπορος να πλάσει την πραγματικότητα σύμφωνα με τα όνειρά του και μην αντέχοντας τη θλιβερότητά της, γλιστράει στη φαντασία για να βρει μιαν υπνωτική λύτρωση. Ο Ουίλιαμς, παιδί του Νότου στην εξορθολογισμένη Αμερική, συντηρητικός στην καταγωγή μα έκλυτος στο βίο του, με πολιτικές αγωνίες αλλά δίχως πολιτική συνείδηση, θα βρει το «πιο πολύτιμο» στη γυναίκα. Οι μεγάλες πρωταγωνίστριες του κόσμου όλου είναι δικές του. Τα φαντασιωσικά πλάσματα στη μεγάλη οθόνη και στο θέατρο, φτιαγμένα από μελάνι, σελιλόιντ και όνειρο.

 

 

Η υπόθεση

Με φόντο τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης (δεκαετία του 1930), σε μια επαρχία του αμερικανικού Νότου, εκτυλίσσεται η ιστορία μιας οικογένειας που την έχει εγκαταλείψει ο πατέρας. Το κείμενο είναι μια εξομολογητική δήλωση ενοχής του αφηγητή – γιου Τομ, που κι εκείνος με τη σειρά του εγκατέλειψε – ύστερα από ορισμένες ατυχείς συμπτώσεις και πολλά σπαταλημένα όνειρα – τη μητέρα του Αμάντα και την αγαπημένη του αδελφή Λόρα. Στόχος η αναζήτηση της ελευθερίας, η πάντα μακρινή, σχεδόν άπιαστη ευτυχία.

Μια προβληματική οικογένεια, με έναν πατέρα μόνιμα απόντα, μια μητέρα, την Εντουίνα, ονειροπαρμένη και αποκομμένη από την πραγματικότητα, και μια αδελφή, τη Ρόουζ, με πολλά ψυχολογικά προβλήματα, για τα οποία κατάλληλη θεραπεία κρίθηκε η λοβοτομή, που την κατέστησε άβουλο ενήλικα με παιδικό μυαλό μέχρι τον θάνατό της. Αυτό, πάνω-κάτω, είναι και το κλίμα, ο καμβάς του «Γυάλινου Κόσμου». Η καλλονή στα νιάτα της, όπως λέει, αλλά ανισόρροπη πια Αμάντα Ουίνγκφιλντ, ηρωική, αλλά συνάμα σκληρή μάνα, προσπαθεί να επιβιώσει σε μια φτωχική γειτονιά του Σαιν Λούις του Μιζούρι, ζώντας μαζί με τον εικοσάχρονο γιο της Τομ (το πραγματικό όνομα του Ουίλιαμς), που εργάζεται σε αποθήκη παπουτσιών, γράφει ποιήματα, βλέπει σινεμά και ξεπορτίζει για ώρες μέσα στη νύχτα, και τη μεγαλύτερη κόρη της Λόρα, που, χτυπημένη από πολιομυελίτιδα, κουτσαίνει ελαφρώς. Αντίθετα από τον Τομ, εκείνη ζει κλεισμένη στο σπίτι υπομένοντας την ασφυκτική του ατμόσφαιρα, με μόνη διαφυγή τη μουσική που παίζει το γραμμόφωνο του πατέρα της −που τους έχει εγκαταλείψει πια−, αλλά κυρίως περνώντας τις ώρες της ασχολούμενη με τη συλλογή της από μικρά γυάλινα ομοιώματα ζώων.

Η Αμάντα πιέζει τον Τομ να φέρει κάποιο αγόρι να γνωρίσει στην αδελφή του κι εκείνος καλεί σε δείπνο έναν γνωστό του από τη δουλειά, τον ευπροσήγορο και εμφανίσιμο Τζιμ Ο’Κόνορ. Ο τελευταίος θα ανταποκριθεί στην πρόσκληση, θα κρατήσει συντροφιά στη Λόρα, όταν τους αφήνουν επίτηδες μόνους (εκείνη αναγνωρίζει στο πρόσωπό του το αγόρι που της άρεσε στο γυμνάσιο), θα προσπαθήσει ακόμα και να της εμφυσήσει αυτοπεποίθηση για να ξεπεράσει την ντροπή που νιώθει για το πρόβλημά της, αλλά θα αποφύγει τη δέσμευση μαζί της, καθώς, όπως ισχυρίζεται, είναι αρραβωνιασμένος και σύντομα θα παντρευτεί. Έτσι, η Λόρα επιστρέφει απελπισμένη στην απομόνωσή της και ο Τομ φεύγει από το σπίτι.

Το σκηνοθετικό σημείωμα

«Η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει εκτενώς αυτή ακριβώς τη διαδικασία, της ανάσυρσης που σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογό του. Ο παρών χρόνος, ένας συγκεκριμένος χρόνος του παρελθόντος που επιστρέφουν τα πρόσωπα του έργου για να ξανά αντιμετωπίσουν το τραύμα τους, και ένα ακόμα βαθύτερο- ευτυχέστερο – παρελθόν στο οποίο ανατρέχουν ως καταφύγιο. Μ’ αυτή τη δομή και με πολύ καινοτόμες – ακόμα – σκηνικές επιλογές ο Ουίλιαμς δημιουργεί ένα εντελέστατο δράμα για την ύπαρξη και την ίδια τη λειτουργία του θεάτρου. Ένας κατασκευασμένος ρεαλισμός, μουσικής δομής που επιχειρεί να συνομιλήσει με τις απαρχές της θεατρικής πράξης», σημειώνει στο σκηνοθετικό του σημείωμα ο Δημήτρης Καραντζάς.

 

 

Η μνήμη

Ο Γυάλινος Κόσμος είναι ένα έργο θύμησης, είναι ένα έργο λυρικών συμβολισμών, γεμάτο ποίηση, όνειρα και συγχρόνως ποτισμένο από το τέλμα του αδηφάγου ρεαλισμού. Μα η μνήμη είναι γυαλί και κόβει, χαράσσει μέσα μας εικόνες, ονόματα και αισθήσεις και φτάνει μόνο μια εικόνα ή ένας ήχος για να μας ξαναγυρίσει πίσω. Στον δικό μας εύθραυστο κόσμο…
Η παράσταση λειτουργεί αλχημιστικά. Διεισδύει στους πόρους σου και γίνεται ένα σώμα με τις μνήμες σου.
Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς υποβάλλει τις εικόνες, τις σκηνές, τους ήρωες σ’ έναν αμείλικτο τεμαχισμό. Οι ηθοποιοί σκαλίζουν βαθιά μέσα στους χαρακτήρες, ξεσκεπάζοντας τα πάθη και τις ανασφάλειές τους. Οι χαρακτήρες ανήκουν σε μια διάσταση που ξεπερνά τη μικρότητα, την ασχήμια και τη δυστυχία της ζωής. Η ματιά τους είναι βαθιά, λαμπερή, στοχαστική, ματιά βαθύτατης συμπόνιας.
Μια ποιητική λάμψη διαπερνά ολόκληρη την ατμοσφαιρική, φορτωμένη με όνειρα και εφιάλτες, παράσταση, παντρεύοντας την καθημερινότητα με το όραμα. Μια παράσταση με όλα τα συστατικά της πυκνής, μελαγχολικής και υγρής ατμόσφαιρας του αριστουργηματικού «Γυάλινου Κόσμου» (Τhe Glass Menagerie), ενός κόσμου που το ίδιο το κοινωνικό σύστημα τον βγάζει στο περιθώριο της ζωής σε ένα διαρκή αλλά και μάταιο αγώνα για κοινωνική καταξίωση.

Οι χαρακτήρες

Ο Τομ Αφηγητής είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει συνειδητοποιηθεί και ενηλικιωθεί μέσα από σκληρές εμπειρίες και επώδυνα γεγονότα. Σε όλη τη διάρκεια του έργου, βιώνει τη συναισθηματική φόρτιση της ενήλικης συνειδητότητας.

Ο Τομ – Γιος είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας, δύο χρόνια μικρότερος από την αδερφή του Λόρα. Είναι περίπου 21-22 ετών (αφού η Λόρα πρόκειται να γίνει 24). Ο Τομ αναφέρει ότι ο πατέρας του “λείπει τώρα 16 χρόνια”, οπότε πρέπει να ήταν περίπου 5-6 ετών, όταν ο πατέρας του, τους εγκατέλειψε όλους και έφυγε από το σπίτι. Οι εντάσεις μέσα στο σπίτι, μεταξύ της Αμάντα και του Τομ, είναι δυνατές. Κάθε φορά που υπάρχει ένταση, ο Τομ φεύγει με την επιθυμία να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Εργάζεται στο παράρτημα παπουτσιών μιας αποθήκης εμπορευμάτων, με μισθό εξήντα πέντε δολάρια τον μήνα (λίγα για την εποχή). Κάθε βράδυ, κατά τα μεσάνυχτα, φεύγει από το σπίτι, λέγοντας ότι πηγαίνει στον κινηματογράφο. Επιστρέφει το πρωί, κοιμάται δύο με τρεις ώρες και ύστερα πηγαίνει στη δουλειά. Καπνίζει πολύ. Επίσης, διαβάζει πολύ. Η Αμάντα, όμως, επέστρεψε πίσω στη βιβλιοθήκη ένα από τα βιβλία του, που εκείνη θεώρησε ότι ήταν ανήθικο. Στη δουλειά αποτραβιέται σ’ ένα δωματιάκι και γράφει ποιήματα. Ο Τζιμ τον αποκαλεί “Σαίξπηρ” και του συμπεριφέρεται με τον καλύτερο τρόπο. Η σχέση των ηρώων είναι συναισθηματικά στενή, μόνο στο πλαίσιο της δουλειάς και δεν έχουν καμία επαφή έξω από αυτή, αφού δεν γνωρίζουν (στην αρχή του έργου) πολύ βασικές πληροφορίες ο ένας για τον άλλο (ο Τζιμ δεν γνωρίζει, ότι ο Τομ έχει αδελφή και ο Τομ δεν γνωρίζει, ότι ο Τζιμ είναι αρραβωνιασμένος). Το ότι πήγαιναν στο ίδιο Λύκειο, τους ένωνε ψυχικά μόνο στη δουλειά.
Ο Τομ ανησυχεί για την πορεία της ζωής της αδελφής του. Φέρνει τον Τζιμ στο σπίτι με σκοπό να αποκαταστήσει τη Λόρα, όπως τον πιέζει η Αμάντα, όμως ταυτόχρονα έχει βγάλει εισιτήριο με στόχο να μπαρκάρει. Τελικά φεύγει από το σπίτι, μπαρκάρει και εγκαταλείπει τις δύο γυναίκες.

Η Αμάντα γεννήθηκε στην περιοχή Μπλου Μάουντεν, στο Δέλτα του Μισισιπή. Η οικογένειά της είχε νέγρους στην υπηρεσία τους και τις Κυριακές δεχόταν επισκέψεις από πολλούς πλούσιους νεαρούς, οι οποίοι την επιθυμούσαν και έτσι η Αμάντα βίωνε αποδοχή. Προτίμησε να παντρευτεί έναν άντρα, ο οποίος πάντα φρόντιζε την εμφάνισή του και δεν ήταν ποτέ ακατάστατος. Της αρέσουν τα λουλούδια νάρκισσοι. Είναι νευρική, αγχώδης, φλύαρη και πιστεύει ότι τα παιδιά της τη μισούν, ιδιαίτερα ο Τομ, τον οποίο θεωρεί εγωιστή. Πουλάει τηλεφωνικά, χωρίς επιτυχία, συνδρομές του περιοδικού «Χρυσή Νοικοκυρά», το οποίο απευθύνεται σε ηλικιωμένες γυναίκες των γραμμάτων. Καβγαδίζει συνέχεια με τον Τομ, γιατί δεν της αρέσει ο τρόπος ζωής του. Προσπαθεί εναγωνίως να παντρέψει τη Λόρα μ’ έναν καθωσπρέπει κύριο, έτσι ώστε να διασφαλιστεί και η ίδια και γι’ αυτό ζητάει επιτακτικά από τον Τομ να φέρει ένα φίλο του στο σπίτι. Γνωρίζει ότι ο γιος της θέλει να φύγει στο Εμπορικό Ναυτικό, αλλά του το απαγορεύει αν δεν πάρει πρώτα κάποιος άλλος τη θέση του. Προκειμένου να υποδεχτεί τον καλεσμένο υποψήφιο γαμπρό, κάνει προετοιμασίες στο σπίτι. Όταν μαθαίνει ότι ο υποψήφιος είναι δεσμευμένος, κατηγορεί τον Τομ ότι τον κάλεσε επίτηδες στο σπίτι τους.

Η Λόρα είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας Ουίνγκφιλντ. Έχει αναπηρία (το ένα της πόδι είναι κοντύτερο από το άλλο). Πρόκειται σύντομα να γίνει 24 ετών. Ζει σ’ έναν δικό της κόσμο και αυτό την κάνει να φαίνεται αλλόκοτη. Όλος ο κόσμος της είναι μία συλλογή από παμπάλαιους δίσκους γραμμοφώνου, η επετηρίδα του Λυκείου της και μια συλλογή από γυάλινα ζωάκια (το γυάλινο θηριοτροφείο της). Είναι ένα πολύ συνεσταλμένο και ντροπαλό κορίτσι. Προσπαθεί να κρατάει ισορροπίες στους καβγάδες του Τομ και της Αμάντα. Αυτή της η προσπάθεια θα έχει κόστος τη γυάλινη συλλογή της. Παράτησε κρυφά τις σπουδές της στην εμπορική σχολή γραμματέων του Ρούμπικαμ και έκανε βόλτες στο Μουσείο Τέχνης, στον Ζωολογικό Κήπο και σε ένα γυάλινο θερμοκήπιο. Είναι ακόμα ερωτευμένη μ’ έναν συμμαθητή της από το Λύκειο, τον Τζιμ, ο οποίος την αποκαλούσε «Γαλάζιο Ρόδο». Όταν ο Τζιμ έρχεται στο σπίτι τους ως υποψήφιος γαμπρός, αυτή πανικοβάλλεται και προφασίζεται ότι είναι άρρωστη. Πριν φύγει ο Τζιμ από το σπίτι, του χαρίζει για ενθύμιο το πιο αγαπημένο της ζωάκι, έναν μονόκερο.

Ο Τζιμ ζει σε μια δική του πραγματικότητα, στην οποία η αποδοχή των άλλων είναι αποστολή και στόχος ύψιστης σημασίας. Κάνει τα πάντα, για νιώσει αποδεκτός από τους άλλους, με αποτέλεσμα να δυναμιτίζει τις ήδη τεταμένες σχέσεις των πρωταγωνιστών.
Οι γονείς του Τζιμ δεν επιθυμούσαν ο ένας τον άλλον και είχαν συγκρούσεις μεταξύ τους. Ο Τζιμ για να νιώσει αποδεκτός μέσα σ’ αυτή τη συγκρουσιακή σχέση, σε συναισθηματικό επίπεδο, τους προσέφερε τα πάντα. Όμως, σε όλη την παιδική του ηλικία, η απόρριψη των γονιών του ήταν πάντα παρούσα. Στην ενήλικη του ζωή, προσφέρει τα πάντα, για να έχει την αποδοχή των άλλων, όμως μόλις την αποκτήσει, λειτουργεί όπως οι γονείς του και απορρίπτει αυτούς οι οποίοι τον αποδέχτηκαν.

Στην παράσταση του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας ένα μανιακό φως φορτίζει δυνατά τις ψυχικές δυναμικές και σαν πυροτέχνημα φωτίζει ξεκάθαρα τη δυστυχία της οικογένειας Ουίνγκφιλντ. Οι κρυφοί πόθοι, τα συναισθηματικά αδιέξοδα, η απογοήτευση γίνονται απτά για τον θεατή και τον κάνουν μέτοχο στην τραγωδία της οικογένειας κι όχι απλώς ψυχρό παρατηρητή.

Ο Τομ (ο ήρωας του έργου αλλά και ο πραγματικός συγγραφέας) συνεχίζει να θυμάται την αδελφή του, με την οποία ήταν παιδιά – σύμμαχοι σ’ έναν άγνωστο, ξένο κόσμο. Προσπαθεί μέσα από το γράψιμο να λυτρωθεί από την παρουσία της. Αν το κατάφερε ή όχι, ίσως να μην το μάθουμε ποτέ.

 

 

Ερμηνείες και συντελεστές

Η Μπέττυ Αρβανίτη βρήκε την αλήθεια στο γιγάντιο ρόλο της Αμάντα. Αδαμάντινη, μεθυστική, ενσαρκώνει με άνεση, σιγουριά και χιούμορ μια γυναίκα – παιδί, την αυταρχική μάνα, τη στοργική μαμά, την αιώνια μητέρα.

Έξοχος ως Αφηγητής αλλά μέσα στη δράση του μύθου ως Τομ ο συγκλονιστικός Χάρης Φραγκούλης.

Ως σημαντικός σταθμός στη σταδιοδρομία της ταλαντούχας Ελίνας Ρίζου πρέπει να καταγραφεί η ερμηνεία της για την εσωτερικότητα, την πειθαρχία, την αυστηρά κατευθυνόμενη ευαισθησία στην απόδοση της Λόρα.

Διαχυτικός, άμεσος, δυναμικός και με ζωντάνια ο Τζιμ του Έκτορα Λιάτσου.

Θεατρικότατη η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου.

Λαμπρό εικαστικό δημιούργημα το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου, από τα πιο ευρηματικά που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια για το συγκεκριμένο έργο.

Πανέμορφα και αφαιρετικά τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη.

Εξαίρετη η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή.

Άριστα ρυθμισμένοι οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

Άλλη μία παράσταση οπτικής και ακουστικής ευφορίας από τον ανήσυχο σκηνοθέτη Δημήτρη Καραντζά, ο “Γυάλινος Κόσμος” δεν πρόκειται να σας αφήσει ασυγκίνητους.

  • Διαβάστε επίσης:

Η τρυφερή Αμάντα της κυρίας Αρβανίτη

Ο Χάρης Φραγκούλης ως Τομ Ουίνγκφιλντ στον “Γυάλινο Κόσμο” της οδού Κεφαλληνίας

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Σκηνικά: Ελένη Μανωλοπούλου
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Συνεργάτης στη δραματουργία: Θεοδώρα Καπράλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γκέλυ Καλαμπάκα
Φωτογραφίες παράστασης: Eλίνα Γιουνανλή

Παίζουν:
Αμάντα Γουίνγκφιλντ: Μπέττυ Αρβανίτη
Λώρα Γουίνγκφιλντ: Ελίνα Ρίζου
Τομ Γουίνγκφιλντ: Χάρης Φραγκούλης
Τζιμ Ο’ Κόννορ: Έκτορας Λιάτσος

 

 

 

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΞΗ
Κεφαλληνίας 18,
Κυψέλη
+30 210 8838727
Για να κλείσετε εισιτήρια ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ
Πληροφορίες: info@theatrokefallinias.gr

eirini aivaliwtouΘέατρο της οδού Κεφαλληνίας: Αυτός ο εύθραυστος, πολύτιμος “Γυάλινος Κόσμος”
Περισσότερα

Η τρυφερή Αμάντα της κυρίας Αρβανίτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Φέτος η κυρία Αρβανίτη θριαμβεύει ως Αμάντα, κυρίαρχο πρόσωπο στο «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς. Ας μην παραλείψουμε βεβαίως πως πρόκειται για μια οξυδερκή, μονίμως ανήσυχη, δημιουργική και δαιμόνια γυναίκα. Από τους ελάχιστους πια θεατράνθρωπους που έχουν καταφέρει με πίστη και συνέπεια να κρατήσουν ζωντανό έναν πυρήνα, ένα θέατρο ρεπερτορίου, με συγκεκριμένη ταυτότητα, ανοιχτό για τριάντα συναπτά έτη. Γεγονός που αποτελεί έναν πραγματικό άθλο.
Μούσα σκηνοθετών, ηθοποιός με αυτοπεποίθηση, καλλιτέχνις υποστηρικτική, άνθρωπος ανοιχτός και θαρραλέος, που δείχνει εμπιστοσύνη στους συνεργάτες της.
Ως Αμάντα Ουίνγκφιλντ σε σκηνοθεσία του πρωτοπόρου Δημήτρη Καραντζά, εκπέμπει με έναν υπέροχα κωμικοτραγικό τρόπο όλο τον παραλογισμό της υπερπροστατευτικής μητέρας που ανησυχεί για το αν είναι αλκοολικός ο γιος της Τομ ή για το αν θα παντρευτεί η κόρη της Λόρα, ενώ ταυτόχρονα φαντασιώνεται πως είναι μια ακατανίκητη, μοιραία γυναίκα, που κατεβαίνει τα σκαλοπάτια ως Gloria Swanson, κρατώντας το ρόλο της Norma Desmond στην περίφημη ταινία του Χόλιγουντ «Η Λεωφόρος της Δύσης» με τον Τομ – Αφηγητή να κατευθύνει πάνω της τον προβολέα.
Η Αμάντα είναι ένας επικίνδυνος ρόλος. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο λεκτικό χώρο του «Γυάλινου Κόσμου», το διαμέρισμα των Ουίνγκφιλντ είναι γεμάτο από την παρουσία και τις μνήμες της, αποσπά την προσοχή, είναι μια φιλάρεσκη πρώην καλλονή του Νότου και διεκδικεί ανά πάση στιγμή τον έλεγχο των πάντων. Αυτό εμπεριέχει το μεγάλο κίνδυνο να γίνει γραφικό ή να καταλήξει η Αμάντα να είναι η μόνη ένοχη για την τελική καταστροφή όλων. Υπάρχει μια σημείωση πλάι στην περιγραφή των χαρακτήρων που ο Ουίλιαμς κάνει για την Αμάντα: «τούτο το λεπτό σκαρί κρύβει τρυφερότητα». Αυτό κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια της παράστασης πίσω και από τις πιο ενοχλητικές πράξεις που κάνει. Η τρυφερότητα και η απόγνωση, η αγάπη για τους νάρκισσους. “Ήθελα πάντα τα παιδιά μου να αποκτήσουν ό,τι επιθυμούσαν”, έγραφε με πίκρα η Εντουίνα Ουίλιαμς -μητέρα του συγγραφέα και πηγή έμπνευσης για την Αμάντα- στην αυτοβιογραφία της.

Η ανολοκλήρωτη εφηβεία της Αμάντα και η απελπισμένη προσπάθειά της να επιβιώσει μέσα από τα παιδιά της γίνεται ένα σπουδαίο μάθημα υπόκρισης. Ο χαρακτήρας πλάθεται δυνατά και ευδιάθετα, με επιμέλεια και ακρίβεια, αξιοπρέπεια και χιούμορ, χάρη και τραγική ομορφιά.
Ακόμα κι όταν κάνει μικρολάθη, χαίρεσαι να την παρακολουθείς και να διαπιστώνεις τη σκληρή δουλειά, με την οποία έχει κεντήσει το ρόλο της.
Είναι συγκινητική η προσφορά της Μπέττυς Αρβανίτη, η γενναιοδωρία της, το ανοιχτό μυαλό της, το πόσο ενθαρρυντική και το πόσο εκπαιδευμένη είναι τεχνικά στο να υποστηρίξει ό,τι της ζητηθεί. Η μάνα της προβάλλει απάνω της τον οίκτο της και όλες τις ανεκπλήρωτες εμμονές της, εγκλωβισμένη η ίδια στην προσωπική της μοναξιά, χρησιμοποιώντας το ένδοξο παρελθόν και ψεύτικα όνειρα για να μπορέσει να αντέξει την πραγματικότητα, αρνούμενη και αδύναμη να αντικρίσει τις ανάγκες των ανθρώπων γύρω της.
Με τον Χάρη Φραγκούλη (Τομ) έχουν μια απίστευτη χημεία και οι σκηνές μεταξύ τους εξασφαλίζουν ένα δυνατό, ευφρόσυνο συναίσθημα στον θεατή. Προσωπικά με έκαναν να γελάσω, να αισθανθώ και να κρατήσω την ανάσα μου. Απλά και όμορφα…
Η μεγαλύτερη νίκη της όμως είναι ότι γοητεύει και τη νέα γενιά. Γεμάτο νεαρόκοσμο το θέατρό της, το Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, την ημέρα που παρακολούθησα την παράσταση. Κορίτσια και αγόρια που αποχωρούσαν εκστατικά και ενθουσιασμένα, σχολιάζοντας την ερμηνεία της.
Η τέχνη της νικά το χρόνο, η γοητεία της επίσης και η ίδια είναι μια κορυφαία πρωταγωνίστρια, που έχει παίξει σχεδόν τα πάντα και μας έχει διδάξει ωραίο θέατρο.
Χθες, σήμερα, αύριο…
Γιατί η αληθινή τέχνη ξεπερνά το μέτρημα του χρόνου και το κάθε μέτρημα.

Διαβάστε επίσης: 

Ο Χάρης Φραγκούλης ως Τομ Ουίνγκφιλντ στον “Γυάλινο Κόσμο” της οδού Κεφαλληνίας

eirini aivaliwtouΗ τρυφερή Αμάντα της κυρίας Αρβανίτη
Περισσότερα

Φωτεινή Μπαξεβάνη, η ευγενική και επίμονη «κυρά»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Την «Κυρά της Ρω», τη νησιώτισσα που ύψωνε την ελληνική σημαία για 40 χρόνια στο ερημονήσι του Αιγαίου, υποδύεται σε κείμενο του Γιάννη Σκαραγκά και σκηνοθεσία Κατερίνας Μπερδέκα, η  πολυσύνθετη Φωτεινή Μπαξεβάνη στο Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες, σε μια παράσταση που θα μείνει ιστορική. «Πέρασα κακουχίες, αλλά εδώ νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, χαμένος στο πέλαγος», έλεγε η ταπεινή ηρωίδα Δέσποινα Αχλαδιώτη.
Το όνομά της έγινε σύμβολο. Υπήρξε σημείο αναφοράς για τη γενναιότητα και την αγνή αγάπη της για την πατρίδα.
Μια γυναίκα με πρόσωπο σμιλεμένο από τις αντιξοότητες, με ένα κορμί ζυμωμένο από το αλάτι της θάλασσας και τις εμπειρίες, με βλέμμα πεντακάθαρο, με καρδιά αθώα, με ψυχή που απλωνόταν στα πέρατα, πολύ πάνω από τα κύματα γύρω από το μικρό της νησάκι.

«Αυτά που αφήνουμε πίσω μας δεν είναι η προσπάθεια, αλλά τα βασικά συστατικά των ονείρων μας. Ασύνδετα κοκαλάκια από κορμί. Θέλει προσοχή και μελέτη για να καταλάβεις. Θέλει να τα ξαναβάλεις στη θέση τους για να βρεις αν πέταξαν, αν βυθίστηκαν ή αν μπόρεσαν να πατήσουν στα πόδια τους».

Η ερημιά

Η παράσταση εξερευνά τη ζωή της Δέσποινας Αχλαδιώτη ή κυράς της Ρω, τις μύχιες όψεις της ψυχής της ηρωίδας και την τοποθετεί στο χώρο και στο χρόνο ως ιστορικό πρόσωπο αλλά και ως ανθρώπινη οντότητα που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιορισμένο περιβάλλον. Η ιδιαίτερα ανθρωποκεντρική σκηνοθεσία της Κατερίνας Μπερδέκα, που λειτουργεί χωρίς συγκεκριμένη χρονική αλληλουχία με τα συμβάντα να αλληλοδιαπλέκονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και χωρίς γραμμικότητα, δίνει έμφαση στην εσωτερικότητα του ψυχισμού της ηρωίδας και στη συγκίνηση αποφεύγοντας ηθελημένα την καθεαυτή τοποθέτηση στο ιστορικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η Φωτεινή Μπαξεβάνη απογειώνει την παράσταση με την αμεσότητα, την απλότητα και την πηγαία ζεστασιά που δημιουργεί εξιστορώντας την ιστορία της ζωής της.

«Δεν τη φοβάμαι την ερημιά. Ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Υπήρχαν χρόνια που αυτό εδώ το νησάκι, η Ρω, έμοιαζε με βασίλειο. Αυτός ήταν ο θρόνος μας. Μια ξεραμένη λεμονόφλουδα και γύρω της το μπλε. Ήμασταν εγώ, ο άντρας μου και το γαλάζιο. Αυτός ήταν ο λαός μας. Μπορεί να μην είχε φωνή, αλλά άλλαζε όμως αποχρώσεις, αμέτρητες αποχρώσεις και πρόσωπα, ανάλογα με τις εποχές και τις μέρες».

Το νησάκι

Στο βράχο της Ρω, η Δέσποινα Αχλαδιώτη έζησε μια ζωή ολάκερη υπερασπιζόμενη το μικρό αυτό νησάκι κοντά στο Καστελόριζο, ποτέ δεν το εγκατέλειψε και ύψωνε την ελληνική σημαία ανελλιπώς από το 1927 μέχρι και τον θάνατό της το 1982. Ακόμα και κάτω από δυσμενείς συνθήκες πολέμου, ακόμα και μετά τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου της συζύγου Κώστα, η Κυρά της Ρω έστεκε εκεί αγέρωχη, γενναία και συνταρακτική δίχως να λυγίσει, μια γυναίκα – λεβεντιά που η μόνη της παρηγοριά και δύναμη ήταν η ψυχή της και το μπλε της θάλασσας. Στον τόπο αυτό, τον κατακερματισμένο, που μοιάζει να τον ξέχασε και ο ίδιος ο Θεός, η Κυρά της Ρω έγινε ο ανεπίσημος προστάτης και φύλακας αυτής της γωνιάς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Το γαλάζιο

Με μια μακρόσυρτη αγάπη, με θαλπωρή, με υπομονή και επιμονή, μ’ ευγένεια έπλασε την «κυρά» της η Φωτεινή Μπαξεβάνη. Με τη φλόγα του μικρού κεριού, με χρώμα, με αλμύρα και καλοσύνη, με βότσαλα λεία και στρογγυλά των ελληνικών ακτών. Γαλάζια, πολύ γαλάζια, σαν τη θάλασσα και σαν το χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο. Μας αποκάλυψε τα δώρα του γυμνού νησιού, το γλέντι του έρωτα, το άγιο ταξίδι της, τη μυστική αποστολή της, τη μέθη ενός αλλόκοτου μύρου, το εκτόπισμα του θανάτου.
Η Κυρά της Ρω δεν κρύφτηκε, δεν παραιτήθηκε της αποστολής της, ήταν εκεί παρούσα συντροφιά με τη θάλασσα και τα ζώα της, τις κότες και τις κατσικούλες της, χωρίς να ζητήσει τίποτα μέχρι που τη ζήτησε κοντά του ο ίδιος ο Θεός. Στο κείμενο της παράστασης, που είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στο ανεκτίμητο έργο της και την πίστη της προς την πατρίδα, ο Γιάννης Σκαραγκάς καταγράφει στιγμές της δύσκολης ζωής της στο νησί, τα βιώματά της πριν ακόμα παντρευτεί τον άντρα της, τη ζωή της χωρίς αυτόν και την απόφασή της να παραμείνει εκεί με την τυφλή μητέρα της. Ακόμα θα τη γνωρίσουμε ως προστάτιδα των Ιερολοχιτών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να τους φυγαδεύει όπου και όπως μπορεί, μια γυναίκα εμβληματική που έγραψε με την παρουσία της ανεξίτηλα την ιστορία της Ελλάδας.

Μια σύγχρονη Μπουμπουλίνα

Το έργο είναι νοτισμένο από τα έντονα χρώματα της προσωπικότητας και της φυσιογνωμίας της, τη δυναμικότητά της, την αξιοπρέπειά της, τη μαχητικότητά της, την περηφάνια της, την άρθρωση ενός λόγου που δείχνει την αγάπη για τον τόπο της, την αγωνία της για το μέλλον του τόπου αυτού, την πίστη της. Όλα αυτά ο συγγραφέας Γιάννης Σκαραγκάς, η ερμηνεύτρια Φωτεινή Μπαξεβάνη και η σκηνοθέτις Κατερίνα Μπερδέκα τα πετυχαίνουν στο ακέραιο μέσα από μία αφήγηση γεμάτη γλυκύτητα και πραότητα, που πραγματικά κόβει την ανάσα και συγκλονίζει τον θεατή. Διόλου τυχαίο που η παράσταση έγινε περιζήτητη, ανεβαίνει ξανά και ξανά, προσκλήθηκε στο εξωτερικό, έχει κάνει τέσσερις πρεμιέρες, έχει παιχτεί σε πολλά νησιά, στην Πάτρα, στη Θεσσαλονίκη, πάντα με πολύ μεγάλη επιτυχία.
Η Κυρά της Ρω είναι μια σύγχρονη Μπουμπουλίνα που άντεξε στα σημεία των καιρών, είναι μια γυναίκα – ήρωας που εμπνέει κάθε έναν ξεχωριστά και μας ενεργοποιεί μέσα από τη ζωή της να αγαπήσουμε λίγο περισσότερο τον τόπο μας και την ιστορία μας.

Η σημαία

«Τρέμω εκείνη τη μέρα που θα βρουν τ’ απομεινάρια μου. Αναρωτιέμαι τι θα μπορέσουν να καταλάβουν από μερικά απολιθώματα στο χώμα. Δεν φοβάμαι μη με ξεχάσουν. Την παρεξήγηση φοβάμαι».

Η παράσταση αποτελεί έναν σπαρακτικό ύμνο στη ζωή με τα μάτια μιας απομονωμένης γυναίκας που κουβαλάει τα όνειρα και τη φωνή όλων μας, που ανεβοκατεβάζει με σεμνότητα κι απλότητα αλλά τελετουργικά μια σημαία για να εξιστορήσει τα πάθη των ανθρώπων που αγάπησε, τα λάθη και τις πληγές τους. Είναι η τρυφερή ιστορία ενός τόπου και του λαού του, για μια ποιητική καταγραφή της σκληρής πραγματικότητας που οδηγεί στην προσωπική λύτρωση. Μέσα από την αφήγησή της, η κυρά της Ρω ενσαρκώνει την ελπίδα ότι στις δυσκολότερες περιόδους, η ανθρωπιά δεν είναι υπόθεση των πολλών αλλά του καθένα μας χωριστά.

Η ιστορία της, η ιστορία μας

«Αυτή θα είναι η ιστορία μου. Τ’ απομεινάρια μιας γυναίκας που έβαζε τον κόσμο κάθε μέρα στη θέση του. Άλλες φορές θα μπερδεύουν τα θρυψαλάκια και θα βλέπουν ασκητές και ήρωες και άλλες φορές θα φτιάχνουν σημαιούλες και θα βλέπουν ποιητές και ελαφροΐσκιωτους».

Ο Γιάννης Σκαραγκάς συνθέτει με λεπτομέρεια μια εσωτερική ανάγνωση των συναισθημάτων και των επιθυμιών, με πόνο ψυχής, με ποίηση και αλαφράδα, αποτυπώνοντας με αυθεντία σ’ ένα θεατρικό έργο τον λόγο που αγωνιζόμαστε για να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο.

Η αγάπη

«Τον αγάπησα πολύ τον Κώστα. Για πολλά πράγματα. Άλλα τα ξέχασα, άλλα τα μπέρδεψα. Ένα πράγμα όμως κράτησε την αγάπη μου για αυτόν ζωντανή. Μ’ έκανε πάντα να θυμάμαι ποια είμαι. Με κοίταζε και αμέσως καταλάβαινα. Αυτό είσαι, σκεφτόμουν, αυτό το μπλε. Και, αντί για καρδιά, έχεις μία γραμμή. Όποτε θέλει, χωρίζει τον κόσμο στα δυο και, όποτε θέλει, σε βάζει στη μέση να τον βαστάς».

Η Φωτεινή Μπαξεβάνη ως Κυρά της Ρω με μάτια που λάμπουν κελαρύζει, με φωνή που μοσκοβολάει πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα του θεάτρου με λέξεις λησμονημένες, με φως, με χαμόγελο. Σαν κύμα που ταξιδεύει από άνεμο σε άνεμο, καμαρωτό και ατίθασο και στοργικό, αγκαλιάζει τα βράχια, σκορπίζεται στον αέρα, γίνεται μια ακόμη σταγόνα στον ωκεανό.

Οι συντελεστές 

«Θέλω αντί για ίχνη, να αφήσω μια σημαία. Του ασήμαντου ανθρώπου, του κυριακάτικου τραπεζιού, της αρχαίας χαράς».

Η ερμηνεία της Φωτεινής Μπαξεβάνη είναι τόσο βαθιά, λιτή και ουσιαστική, που σε κάνει να ανατριχιάζεις. Έρχεται δε σε απόλυτη αρμονία με τη ζωντανή συνοδεία του βιολοντσέλου επί σκηνής (Τάσος Μισυρλής, Γιώργος Ταμιωλάκης). Απλά και όμορφα τα σκηνικά – κοστούμια του Γιώργου Γαβαλά, μαγικοί οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Πραγματικά μεταφέρεσαι αυτόματα στο χρόνο και στα γεγονότα, τα ζεις, είσαι εκεί μαζί της. Όσοι δεν προλάβατε να τη δείτε, είναι καιρός… Γιατί σ’ αυτό το έργο, το ανθεκτικό και καινοτόμο, σ’ αυτή τη μεγάλη διαχρονική παράσταση, με την ευγενική κι επίμονη «κυρά» της Φωτεινής Μπαξεβάνη, «ακουμπά η Ελλάδα!». Η Ελλάδα η ισχυρή κι ανίσχυρη, η οικεία και αντιφατική, η δημιουργική και αυτοκαταστροφική αυτή χώρα.

***

  • Η Κυρά της Ρω είναι η δεύτερη ελληνική παραγωγή που έχει λάβει επίσημη πρόσκληση από το διάσημο Center for the Art of Performance του UCLA στο Λος Άντζελες, μετά την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου “The Great Tamer”, για να ενταχθεί στο πρόγραμμμα της σεζόν 2019-2020.
  • Η παράσταση είναι βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.

***

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ταυτότητα Παράστασης

Ερμηνεύει η Φωτεινή Μπαξεβάνη
Κείμενο: Γιάννης Σκαραγκάς
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Μπερδέκα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Γαβαλάς
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Τσέλο: Τάσος Μισυρλής, Γιώργος Ταμιωλάκης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαριάνθη Μπαϊρακτάρη
Bοηθός σκηνογράφου: Μιχάλης Σαπλαούρας
Κατασκευή κοστουμιού: Χάρης Σουλιώτης
Σχεδιασμός οπτικής ταυτότητας: Σάκης Στριτσίδης
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Προβολή – Επικοινωνία: Brainco
Μια συμπαραγωγή της ΜΥΘΩΔΙΑΣ με τη «Λυκόφως», Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Παραστάσεις από 6 Μαρτίου-21 Απριλίου 2019
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Τετάρτη 19:00
Σάββατο 19:00
Κυριακή 19:00
Διάρκεια: 80 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων:
Κανονικό: 15 ευρώ
Μειωμένο: 12 ευρώ | Ανέργων: 10 ευρώ | Ατέλεια: 5 ευρώ
Προπώληση: 12 ευρώ
Για γκρουπ άνω 30 ατόμων 10 ευρώ

***

«Θησείον – ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ»
Τουρναβίτου 7, Αθήνα (Ψυρρή)

***

 

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

 

***

Για περισσότερες πληροφορίες, τρέιλερ, βιογραφικά ΕΔΩ: Η “Κυρά της Ρω” με τη Φωτεινή Μπαξεβάνη συνεχίζει για δεύτερη χρονιά, στο Θησείον

eirini aivaliwtouΦωτεινή Μπαξεβάνη, η ευγενική και επίμονη «κυρά»
Περισσότερα

“Ιστορίες Από Το Δάσος Της Βιέννης” – Το “λαϊκό δράμα” που μας λέει πώς η βλακεία έφερε τον ναζισμό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Για γουρούνια πρόκειται, αλλά όχι για τη συγκεκριμένη. -Κύριε Όσκαρ, να χαρείτε, μην το παίρνετε τόσο κατάκαρδα, αυτό με την πρώην σας δεσποινίς αρραβωνιαστικιά, γυναίκες υπάρχουν να φάνε κι οι σκύλοι! Κάθε σακάτης, ακόμα και συφιλιδικός, βρίσκει μια γυναίκα. Και στο βασικό σημείο όλες οι γυναίκες είναι ίδιες, πιστέψτε με, σας το λέω ειλικρινά! Οι γυναίκες δεν έχουν ψυχή, είναι μόνο εξωτερικό κρέας! Κάτι τέτοιες δεν πρέπει να τις μεταχειρίζεται με το γάντι, είναι λάθος. Αυτές πρέπει να τις γδέρνεις αμέσως ζωντανές, έτσι λέω εγώ!».

***

Στον απόηχο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Βιέννη της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της διαφθοράς και του ξεπεσμού των αξιών, παρελαύνει μια ολόκληρη σειρά μικροαστών που έχουν βολευτεί μέσα σε μια ηθελημένη άγνοια. Άνθρωποι που νομίζουν πως σκέφτονται επαναλαμβάνοντας κλισέ, που συμβιώνουν με μικρές και μεγάλες εμπάθειες, μικρά και μεγάλα ψεύδη, διαπληκτισμούς και συμφιλιώσεις. Ένα αληθινό σύστημα που όταν διασαλεύεται η ισορροπία του δεν διστάζει να καταστρέψει αυτόν που τόλμησε να αντιδράσει, υπό την ανοχή -γιατί όχι και την καθοδήγηση- της Εκκλησίας. Κι όλα αυτά στρώνοντας τον δρόμο, ακούσια ή εκούσια, στο επερχόμενο φάντασμα του θανάτου, τον ναζισμό.

 

 

Ο Έντεν φον Χόρβατ, σκοτεινός και απαισιόδοξος, διόλου τυχαία είναι από τους αγαπημένους συγγραφείς τα τελευταία χρόνια για καλλιτέχνες και κοινό, οι δε «Ιστορίες» του συνταρακτικά επίκαιρες.

Οι «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» μας μιλούν για την άνοδο του φασισμού στην Αυστρία και τη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, μέσα από μικρές οικογενειακές ιστορίες που διαδραματίζονται στο δάσος της Βιέννης. Επειδή και σήμερα εμφανίζονται παρόμοια φαινόμενα στην Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας, η άνοδος του φασισμού είναι ένα ζήτημα που πρέπει να απασχολεί όλο το δυτικό κόσμο.

Κλασικό αριστούργημα

Η πολυαναμενόμενη μεγάλη παραγωγή του Θέατρου Τέχνης έκανε ήδη πρεμιέρα στο Υπόγειο και μας αποζημίωσε για την υπομονή μας. Το αριστούργημα του Χόρβατ παρουσιάζεται από δεκαεξαμελή θίασο και συνοδεύεται από ζωντανή μουσική και τραγούδια.
Το έργο, που συγκαταλέγονται στα κλασικά αριστουργήματα του 20ου αιώνα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Βερολίνο στις 2 Νοεμβρίου 1931 με τεράστια επιτυχία και χάρισε στον συγγραφέα Έντεν φον Χόρβατ το βραβείο Κλάιστ.
Οι «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» πρωτοπαίχθηκαν στη χώρα μας στα τέλη του ‘70 από το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη ο οποίος και το σκηνοθέτησε, με τον Λευτέρη Βογιατζή στον κεντρικό ρόλο. Αργότερα το παρουσίασε και το «Θεατρικό Εργαστήρι» στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου. Σε συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Φεστιβάλ Αθηνών και σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2008.

Η φόρμα του λαϊκού δράματος

Ο αυστροουγγρικής καταγωγής συγγραφέας δυστυχώς δεν έζησε αρκετά. Το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα σε ηλικία 37 χρόνων όταν ένα δέντρο έπεσε και τον πλάκωσε καθώς περπατούσε στο Παρίσι. Το έργο του ωστόσο αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για το θέατρο, αφού παρουσιάζει με ενάργεια ένα χρονικό της βιεννέζικης κοινωνίας, λίγο πριν από την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη.

Οι ήρωές του κινούνται στις παρυφές του συνηθισμένου αλλά και του αλλόκοτου, φλερτάρουν με το κωμικό και το τραγικό ταυτόχρονα, αφήνονται να ευθυμήσουν στην άγνοιά τους για όσα πρόκειται να συμβούν στον παγκόσμιο χάρτη. Μεθούν, γλεντοκοπούν, ερωτεύονται, ριψοκινδυνεύουν.
Το πολιτικό σκηνικό μέλλεται να αλλάξει δραματικά, οι άνθρωποι όμως είναι ευτυχισμένοι στην ηθελημένη άγνοιά τους -μουσική, κρασί, παιχνίδια, χοροί, υπαίθρια κέντρα διασκεδάσεως, εκδρομές. Πρόσωπα χαμένα μέσα σε έναν κόσμο ηχηρής βλακείας και βουβών μυστικών. Ο Χόρβατ ηθογράφησε με τόλμη την καθημερινή ζωή με τα ποικίλα προβλήματά της, τις συμπεριφορές, τις συνήθειες, τις σχέσεις, τη θρησκοληψία, τον πουριτανισμό αλλά και τους ελευθεριάζοντες έρωτες, το βιοπορισμό με τις μικροεπιχειρήσεις, την ανεργία, τον παρασιτισμό, την εθνικιστική υπεροψία για τα περασμένα μεγαλεία και την κουλτούρα της «περιούσιας» Αυστρίας, την πολιτική «ύπνωση» των θλιβερών ουσιαστικά μικροαστών και των ασυνειδητοποίητων κοινωνικά λαϊκών στρωμάτων της Βιέννης. «Ύπνωση» που έδωσε χώρο και χρόνο να κυοφορηθεί μέσα στα σπλάχνα της αυστριακής κοινωνίας το «αβγό του φιδιού». Ο Χίτλερ συμπατριώτης τους, κι εκείνοι ανέμελοι, αδιάφοροι, ασυνειδητοποίητοι, δεν αντιλαμβάνονται τον επερχόμενο, και για τους ίδιους, όλεθρο.

Η Βιέννη

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Βιέννη θεωρείτο η αυτοκρατορική πόλη, η πόλη της ανεμελιάς, των βαλς. Ξαφνικά ο Χόρβατ γράφει ένα έργο για να μας δηλώσει ότι αυτό δεν υπάρχει. Παρουσιάζει τη Βιέννη μέσα από μια διαδρομή γεμάτη από μικροαστούς στα όρια της φτώχειας. Φανερώνει μέσα από τα πρόσωπα των έργων του, την επίδραση των κοινωνικών συνθηκών στα άτομα και τις σχέσεις τους, και πώς αυτές παράγουν ένα ευρύ φάσμα στάσεων, από την ενεργό ένταξη ή την υποταγή στον φασισμό ως την αντίσταση σε αυτόν, έχοντας πάντα ως όπλο μία λεπτή ειρωνεία προς κάθε πλευρά και το χαρακτηριστικό χιούμορ του, αφού στην πραγματικότητα τα έργα του μπορούν να διαβαστούν ως πικρές κωμωδίες.

Η υπόθεση

Στη ρομαντική ατμόσφαιρα του βιεννέζικου δάσους και με φόντο τον Μεσοπόλεμο της οικονομικής κρίσης και της φασιστικής απειλής, το ένστικτο της ζωής μοιάζει να κατακλύζει τους ήρωες του έργου. Η νεαρή Μαριάνε αρραβωνιάζεται, υπό την πίεση του πατέρα της, τον Όσκαρ, έναν απλοϊκό χασάπη. Ο τυχοδιώκτης Άλφρεντ έχει σχέση με την πλούσια χήρα Βάλερι, την οποία εκμεταλλεύεται οικονομικά. Την ημέρα του αρραβώνα της η Μαριάνε θα ερωτευτεί κεραυνοβόλα τον Άλφρεντ και θα εγκαταλείψει τα πάντα για να τον ακολουθήσει, πιστεύοντας πως μαζί του θα ζήσει τη μεγάλη ευτυχία που ονειρευόταν. Ρισκάρει τη ζωή της ακολουθώντας ένα γοητευτικό δον ζουάν που ζει από τον ιππόδρομο.
Αλλά η ίδια η ζωή, ο χαρακτήρας του και η κοινωνία θα τη διαψεύσουν. Πολύ σύντομα μέσα από ένα δύσβατο οδοιπορικό και πολλές άτυχες, δραματικές περιπέτειες θα οδηγηθεί εξαντλημένη, και πάλι στην αγκαλιά του πρώην αρραβωνιαστικού της. Ό,τι πεισματικά και ηρωικά προσπάθησε να αποφύγει, της απονέμεται στο τέλος ως νομοτελειακή δικαιοσύνη, ενώ γύρω της -και μέσα της- η ανοησία συνεχίζει να βασιλεύει θριαμβευτικά.

Ο ανερχόμενος φασισμός

Μετέωροι ανάμεσα στη σκληρή καθημερινότητα και την ανάγκη της επιβίωσης από τη μια και τα κρυφά όνειρα και την επιθυμία για τον αληθινό έρωτα από την άλλη, οι ήρωες του έργου, τολμούν, ελπίζουν, απογοητεύονται, υποτάσσονται σε μια ανασφαλή μοίρα. Με βαθιά αγάπη για τους λαϊκούς του ήρωες και συνδυάζοντας αριστοτεχνικά το χιούμορ με τη σκληρότητα, ο Χόρβατ απεικονίζει την παρακμή της κοινωνίας στα χρόνια του ανερχόμενου φασισμού. Μάλιστα ήταν ένας από τους λίγους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου που αντιλήφθηκαν εξαρχής διεισδυτικά την απειλή του φασισμού και έδωσαν μια βαθιά ρεαλιστική καλλιτεχνική αναπαράσταση του χαρακτήρα και των αιτίων της.

“Φωνές”

“Τίποτε δε μας δίνει τόσο την αίσθηση του άπειρου όσο η βλακεία”: αυτή τη φράση χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να προλογίσει το έργο του.
Και αν ένα πράγμα χαρακτηρίζει όλους τους ήρωες του έργου, όντως αυτό είναι η βλακεία… Η βλακεία που συνοδεύει την αμορφωσιά, τη θρησκοληψία, το συντηρητισμό, την ημιμάθεια, την αδιαφορία, τον ατομικισμό, την αποσύνθεση, το φόβο, τη στέρηση (σε όλες τις μορφές της), την κακοήθεια, την υποκρισία και φυσικά το φασισμό στον οποίο αναπόφευκτα οδηγείται μια κοινωνία με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Στο ποίημά του “Φωνές – 1913” ένας άλλος μεγάλος της γραφής, ο Χέρμαν Μπροχ, γράφει:
«Η βλακεία αναπαράγεται ακατάπαυστα στον κόσμο των ανθρώπων.
Αλίμονο, ω αλίμονο!
Η βλακεία είναι έλλειψη φαντασίας.
Φλυαρεί για πράγματα ασήμαντα. Φλυαρεί για το άγιο,
φλυαρεί για την πατρίδα, για την τιμή της χώρας,
φλυαρεί αόριστα για κάποια γυναικόπαιδα που πρέπει να υπερασπιστεί. Όμως, όταν το πράγμα
γίνεται πιο συγκεκριμένο, εκεί μένει άλαλη (…)»

Δίχως ελπίδα

Ο Χόρβατ στις “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” το 1931, έξι μόλις χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, προβλέπει την άνοδο του Χίτλερ και την έλευση ενός ακόμα παγκοσμίου πολέμου. Με σαρκασμό, σκληρότητα αλλά και συμπόνια σκύβει πάνω από τους μικροαστούς ήρωές του. Αυτούς τους ήρωες που πιστεύουν στο Θεό από συνήθεια και υποστηρίζουν το ναζισμό από απάθεια και αμάθεια. Αυτούς τους ήρωες που δεν είναι ούτε «καλοί», ούτε «κακοί»… απλώς «μικροί» και «φτηνοί». Άρα δίχως ελπίδα, λέει ο Χόρβατ.

Οι “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” είναι στην πραγματικότητα ο τίτλος του ομώνυμου βαλς του Γιόχαν Στράους που επανέρχεται ως επωδός στο έργο, συνοδευόμενο από μερικά ακόμα πασίγνωστα βαλς του συνθέτη, όπως ο “Γαλάζιος Δούναβης”. Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η υπέροχη, λαμπερή μουσική με τους ήρωες του έργου; Ουδεμία! Κι όμως τη νοσταλγούν, όπως νοσταλγούν μιαν «άλλη ζωή», ένα λαμπερό, ένδοξο παρελθόν της πόλης τους. Ένα παρελθόν που δε γνώρισαν, ούτε τους συμπεριέλαβε ποτέ…

Στις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» ο Χόρβατ παίζει με το κοινότοπο και εκθέτει με υποδόρια μελαγχολία την κτηνωδία και την αποξένωση σε έναν κόσμο κατάρρευσης.
Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα εναντίον των οποίων βάλλει ο συγγραφέας, αυτά είναι η βλακεία και το ψέμα. Και δύο τα οποία υπερασπίζεται με πάθος, αυτά είναι η λογική και η ειλικρίνεια.

Έξω στο Βαχάου

“Έξω από ένα σπιτάκι στα πόδια ενός ερειπωμένου κάστρου.
Ο Άλφρεντ κάθεται στο ύπαιθρο και καταβροχθίζει με μεγάλη όρεξη ψωμί, βούτυρο, και ανθότυρο –

η μητέρα τού φέρνει εκείνη τη στιγμή ένα κοφτερό μαχαίρι.

Στον αέρα πλανιέται κάτι σαν μουσική –

σαν να σβήνει κάπου ολοένα και πάλι το βαλς «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Γιόχαν Στράους.
Κι εκεί κοντά κυλάει ο ωραίος γαλάζιος Δούναβης”

Κάπως έτσι ο «ποιητής» Χόρβατ αρχίζει το χρονικό της βιεννέζικης κοινωνίας στους ταραγμένους καιρούς της ναζιστικής ανόδου, ανανεώνοντας τη φόρμα του «λαϊκού δράματος» (Volksstück).

Η παράσταση

Η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου ήταν μια ολοκληρωμένη δουλειά, μια ισχυρή θεατρική πρόταση με κοινό σύμπαν και συγκεκριμένο κώδικα. Από τις παραστάσεις που ακροβατούν στο χιούμορ και στο σκοτεινό. Μια μεθοδική «παράσταση θιάσου» που ωστόσο φωτίζει και τους ήρωες. Με συνεχείς εναλλαγές και ρυθμό πάνω σε μια καλογραμμένη ιστορία με εξαιρετικούς χαρακτήρες. Το φαινομενικά ασήμαντο παραχωρεί τη θέση του στο σημαντικό. Οι μάσκες πέφτουν για να εμφανιστεί η ψυχική αποσύνθεση, η ψυχρότητα, η θηριωδία, η φρίκη. Τα όνειρα βουλιάζουν, η διασκέδαση εξατμίζεται και οι σκηνικές εκπλήξεις ξεσκεπάζονται για να φανούν οι τερατουργίες των καιρών.

Οι σκηνοθετικές και ερμηνευτικές επιλογές ήταν απόλυτα ταιριαστές και οι ηθοποιοί υπήρξαν ακούραστοι και δημιουργικοί σε μια απαιτητική παράσταση.
Αφενός η Μαριάννα Κάλμπαρη με ένα μοναδικό συναίσθημα ευθύνης απέναντι στο θέατρο, απέδειξε ότι έχει επίγνωση των θεματικών πυρήνων, των αινιγμάτων, των δυσκολιών, των λαβυρίνθων και των παγίδων του Χόρβατ. Οι ηθοποιοί, αφετέρου, συνέλαβαν τις πλευρές των ρόλων τους, τις φαντασιώσεις, τις εκρήξεις, τη μελοδραματικότητα.
Το απάνθρωπο μπορεί να φανεί πιο δραστικά στην κωμωδία, καθώς στο τραγικό υπάρχει η ανάγκη της ανθρώπινης ταύτισης με τη θηριωδία. Η κωμωδία όμως μπορεί να δείξει τη θηριωδία στην πιο φριχτή της γύμνια.

Οι συντελεστές

Ο Νίκος Αλεξίου μπήκε με ευστοχία στο κοστούμι του Εραστή που υποδύθηκε.
Ο Θόδωρος Γράμψας έπαιξε με αδρές χαράξεις, οικεία και απλά, ουδόλως όμως απλοϊκά.
Αληθινός και δυναμικός ο Δημήτρης Δεγαΐτης, ένας ηθοποιός που ανταποκρίνεται πάντα και στις πιο μεγάλες απαιτήσεις του κοινού.
Η Κατερίνα Λυπηρίδου, ηθοποιός με έμπνευση και αέρα δημιουργίας, ήταν εκπληκτική στο ρόλο της Μάνας.
Ο Βασίλης Μαγουλιώτης, ένας υποσχόμενος νέος ηθοποιός με δυνατότητες και εκφραστικότητα στο βλέμμα και τις κινήσεις, διέπρεψε στο ρόλο του φασίστα Νεαρού.
Η Ιωάννα Μαυρέα έπαιξε, όπως πάντα, με ενότητα και ύφος, αίσθηση του χιούμορ, του νοήματος και του υπαινιγμού,  σαφήνεια και στόχο. Μια ηθοποιός πραγματικά σπουδαία.
Η Σμαράγδα Σμυρναίου στο ρόλο της μοχθηρής και χαιρέκακης Γιαγιάς ήταν σημαντική για την παράσταση με την ευθύβολη ερμηνεία της.
Η Κωνσταντίνα Τάκαλου με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αγνότητα στο ρόλο της Μαριάνε, επέδειξε εντυπωσιακή καλλιέργεια των εκφραστικών της μέσων και απόλυτη κατανόηση της βαρύτητας του ρόλου της. Με ζωντάνια και πάθος, ρομαντική, κωμική αλλά τραγική στο βάθος της.
Ο διαρκώς εξελισσόμενος Νικόλας Χανακούλας με την έντονη σκηνική προσωπικότητα απέδωσε ιδανικά τη φιγούρα του Αρραβωνιαστικού.
Ο Νίκος Χατζόπουλος, με τη στέρεη παιδεία του, με την επιβλητική του παρουσία, με τη δυναμικότητά του, μεγαλούργησε στο ρόλο του Πατέρα. Ένας ηθοποιός που πραγματικά χαιρόμαστε να βλέπουμε επί σκηνής.
Η Μαριλένα Μόσχου, με τη μικρή σκηνή της στην έναρξη, μας έδωσε ελπίδες για το ταλέντο της. Πιστεύω πως θα την ξαναδούμε σύντομα.

Πολύ καλά στάθηκαν και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.
Η μετάφραση ήταν βγαλμένη από την εμπειρία του θεατρικού λόγου ένός εκλεκτού θεατράνθρωπου, του Γιώργου Δεπάστα. Ακριβής, αφόρτιστη συναισθηματικά, ορθά αποστασιοποιημένη.
Η μουσική επιμέλεια από τη Μαρίνα Χρονοπούλου (έπαιζε και πιάνο επί σκηνής) και τη Μαριάννα Κάλμπαρη ήταν στο κλίμα της παράστασης. Το ίδιο και τα θαυμάσια κοστούμια της Ιφιγένειας Νταουντάκη.
Άρτια στη λειτουργικότητά τους τα σκηνικά της Χριστίνας Κάλμπαρη.
Αποθεωτικοί οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, που υπογράμμιζαν τις καταστάσεις του συγγραφέα και τις προθέσεις της σκηνοθεσίας.
Ένα λαϊκό παραμύθι ριζωμένο στην πραγματικότητα. Μια ιστορία άμεση, θεματική, επίκαιρη. Ένα ξεμασκάρεμα της συνείδησης. Μια ελεγειακή κωμωδία για τη «γοητευτική ποταπότητα» του μικροαστισμού και ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη ζωή.

 

 

Ταυτότητα παράστασης

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν
Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5 | Τηλ. 2103228706

“Ιστορίες Από Το Δάσος Της Βιέννης”
Έντεν Φον Χόρβατ

Πρεμιέρα: Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

***

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου
Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά: Χριστίνα Κάλμπαρη
Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Μουσική Επιμέλεια: Μαρίνα Χρονοπούλου – Μαριάννα Κάλμπαρη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Αρβανίτη-Φλώρου
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά):
Νίκος Αλεξίου, Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Βασίλης Μαγουλιώτης, Ιωάννα Μαυρέα, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Χατζόπουλος.
Στο πιάνο η Μαρίνα Χρονοπούλου
Συμμετέχουν: Μαριλένα Μόσχου και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή στις 8 μ.μ. (εκτός Τετάρτης 3 Απριλίου)
Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.15 μ.μ.
Απογευματινή: Σάββατο 6.15 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων:
Τετάρτη και Κυριακή: 16 κανονικό, 12 μειωμένο, 8 ανέργων
Σάββατο: 18 κανονικό, 12 μειωμένο- ανέργων
Πέμπτη και Παρασκευή γενική είσοδος 12 ευρώ (και ανέργων)

***

Ο Έντεν φον Χόρβατ γράφει:

Δε γράφω ενάντια σε τίποτα, απλώς το δείχνω-ωστόσο δε γράφω και ποτέ υπέρ κάποιου, και έτσι υπάρχει η πιθανότητα αυτό που γράφω να λειτουργήσει “ενάντια”.
[…] Ζούμε σε μια εποχή, κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος του κόσμου κυβερνιέται από εγκληματίες και τρελούς. Σκοπός κάθε κράτους είναι η αποβλάκωση του λαού.
[…] Θα υποστηρίξετε ότι δεν έχουμε λογοκρισία, υπάρχει όμως μία ατομική, και αυτή θα υπάρχει πάντα. Η λογοκρισία είναι προϊόν του φόβου. Ο φόβος έχει πολλά παιδιά: το ψέμα, τον ενδοιασμό, την κακία, και εν μέρει ακόμα και την άγνοια.
[…] Η εξάλειψη των εθνικιστικών εγκλημάτων μόνο με καθολική αναδιάρθρωση της κοινωνίας μπορεί να γίνει εφικτή. Αυτό που έχει σημασία είναι η καταπολέμηση του εθνικισμού για το καλό της ανθρωπότητας.

***

Τελείως συνειδητά κατάστρεψα το παλιό “λαϊκό έργο” και στη μορφή του και στο ήθος και προσπάθησα σαν δραματικός χρονογράφος να βρω την καινούργια φόρμα του “λαϊκού έργου”. Αυτή η νέα φόρμα είναι περισσότερο μια διηγηματική παρά μια δραματική. Συνεχίζει περισσότερο την παράδοση των συγγραφέων “λαϊκών έργων”.
Το δραματικό κυρίως θέμα όλων των έργων μου είναι ο συνεχής πόλεμος ανάμεσα στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο. Η παρωδία δεν μπορεί να είναι ο σκοπός μου. Τη μισώ την παρωδία. Διότι η παρωδία δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, να κάνει τίποτα με τη δραματική τέχνη.
[…] Με το ξεμασκάρεμα της συνείδησης κατορθώνω φυσικά ένα χτύπημα ενάντια σε αυτά τα καταστρεπτικά ένστικτα και γι’ αυτόν τον λόγο συμβαίνει να βρίσκουν πολλοί άνθρωποι τα έργα μου σαν απαίσια και αντιπαθητικά γιατί ακριβώς δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις φρικιαστικές πράξεις που συμβαίνουν. Οι αποτρόπαιες πράξεις τους απωθούν. Τις αναγνωρίζουν και δεν μπορούν να τις ζήσουν. Για μένα υπάρχει μόνο ένας νόμος. Ο νόμος της αλήθειας.

Ο συγγραφέας Φραντς Ξάβερ Κρετς γράφει για τον Χόρβατ:
Η ουσιαστική δραματουργική ανακάλυψη του Χόρβατ βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτός έδωσε στο θέατρο τέτοια έργα, που αρνούνται να δώσουν —για χάρη δήθεν της τέχνης και και εις βάρος της πραγματικότητας— ιδεολογικά περιεχόμενα από τα οποία μπορεί κανείς να κάνει σκέψεις μόνο σε ό,τι αφορά την ιδιοφυΐα του γράφοντος, αλλά καθόλου για τη ρεαλιστική κατάσταση του “μικρού ανθρώπου” την οποία ακριβώς εξετάζει το λαϊκό θέατρο από τον Χόρβατ κι έπειτα.
Αυτός ακριβώς ο βαθμός προσέγγισης της πραγματικότητας που κατόρθωσε ο Χόρβατ, με το να αρνείται συνειδητά να παρουσιάσει μια φαινομενική συνολικότητα ενώ επιδιώκει αντί αυτού να οδηγήσει στην αναγνώριση νομοτελειακών δομών με μια μέθοδο λιτότητας, αποτελεί ορόσημο για μια αναγέννηση του λαϊκού θεάτρου. Αυτό σημαίνει πως ο Χόρβατ ανακάλυψε την αγλωσσία σαν παράγωγο της έλλειψης συνειρμών της γλώσσας όταν αυτή δεν είναι πια σε θέση να θυμίσει σε αυτόν που τη μιλά το ουσιαστικό νόημα των λέξεων που η γλώσσα —σαν κώδικας επικοινωνίας— θα έπρεπε να εννοεί. Η αγλωσσία έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός προλεταριάτου των άγλωσσων, δηλαδή εκείνη την ακραία μορφή του μορφωμένου καπιταλισμού, που δεν εκμεταλλεύεται μόνο τα θύματά του, αλλά τους επιβάλει και την ανάλογη “σιωπή”.
[…] Ο Χόρβατ τοποθέτησε αυτή τη διαδικασία της αγλωσσίας σαν κέντρο βάρους της εργασίας του. Ανεξάρτητα αν αυτό είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί, ακριβώς γιατί αυτή η αγλωσσία δεν παρουσιάζεται —όπως στα δικά μου έργα— με πραγματική σιωπή, αλλά αποκαλύπτεται μέσα από γλωσσικά υποκατάστατα όπως κοινοτοπίες, παπαγαλισμούς, κλισέ, παροιμίες, λαϊκές σοφίες, φόρμες ευγένειας και δυσανασχέτησης κ.λπ. δηλαδή με μια γλώσσα που βρίσκεται στα φτηνά ρομάντζα, σε εκλαϊκευμένες φυλλάδες, σε στιχάκια ημερολογίου. Μια γλώσσα κλισέ, πνευματική φτώχειας και ημιμάθειας. Πρέπει όμως να κατανοηθεί καθαρά πως αυτή η γλώσσα —δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται οι φιγούρες του Χόρβατ— δεν έχει να κάνει τίποτα με αυτό που πραγματικά τους συμβαίνει, αλλά με αυτό που συνέβη στη διαπαιδαγώγησή τους, στους γονείς τους και στους παππούδες τους.
[…] Ο Χόρβατ έχει ένα μοναδικό συναίσθημα ευθύνης απέναντι στο θέατρο. Το θέατρο είναι πολιτικό και πρέπει να είναι γιατί παίζεται μπρος στον κόσμο και δείχνει τον κόσμο. Κι αυτή είναι μια διαδικασία ούτως ή άλλως πολιτική σε μόνιμη βάση. Εδώ έκανε ο Χόρβατ υποδειγματική δουλειά: δεν προδίδει τους ήρωές του, ούτε τους ηρωοποιεί. Τους αντιμετωπίζει πρακτικά. Αυτή η άντληση της δουλειάς του από την πραγματικότητα δημιούργησε τον νέο τύπο του λαϊκού έργου και κατά συνέπεια τον νέο ρεαλισμό, πράγμα για το οποίο δεν έχει προσφέρει μόνο αυτός υπηρεσίες. Αυτό όμως που κάνει τον Χόρβατ να ξεχωρίσει είναι η τιμιότητα και η κατανόηση απέναντι στους ήρωές του. Αυτό μας δίνει μια γραμμή. Ο Χόρβατ πρέπει να καταλάβει πώς μόνο αν πιστεύεις στην πραγματικότητα της ζωής μπορείς να κάνεις πιστευτή στους θεατές την πραγματικότητα της σκηνής. Με αυτόν τον τρόπο έγινε ένα μεγάλο βήμα από το ιδεαλιστικό θέατρο του ψυχολογισμού προς το θέατρο κοινωνικής κριτικής.

 

 

Ο Έντεν φον Χόρβατ (Ödön von Horváth) γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1901 στο Φιούμε της Ουγγαρίας. Τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία του τα πέρασε με πολλές μετακινήσεις -Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Μόναχο, Πρέσμπουργκ- λόγω του διπλωμάτη πατέρα του. Πήγε γυμνάσιο στη Βουδαπέστη, το τελείωσε στη Βιέννη και φοίτησε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο όπου έγραψε τα περισσότερα έργα του: “Μπελβεντέρε”, “Ορεινός σιδηρόδρομος”, “Ιταλική νύχτα”, “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης”, “Καζιμίρ” και “Καρολίνε”, “Πίστη αγάπη ελπίδα”, “Η άγνωστη του Σηκουάνα”. Το 1931 ήρθε σε ρήξη με τους εθνοσοσιαλιστές και το 1935 εγκατέλειψε οριστικά το Βερολίνο. Το 1936 τον χαρακτήρισαν ανεπιθύμητο στη Γερμανία και εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Το 1938, με την προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ, εγκατέλειψε τη Βιέννη και έκανε ταξίδια στην Ιταλία, στο Βέλγιο και στην Ουγγαρία. Στις 28 Μαΐου πήγε στο Παρίσι για να συνεννοηθεί σχετικά με την κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος “Νιάτα χωρίς Θεό”. Το βράδυ της 1ης Ιουνίου, στη διάρκεια μιας καταιγίδας, σκοτώθηκε από το κλαδί ενός δέντρου που κόπηκε ξαφνικά. Κηδεύτηκε στις 7 Ιουνίου 1938 στο νεκροταφείο του Σαιντ Ουέν.

eirini aivaliwtou“Ιστορίες Από Το Δάσος Της Βιέννης” – Το “λαϊκό δράμα” που μας λέει πώς η βλακεία έφερε τον ναζισμό
Περισσότερα

“Δείπνο” στο Σύγχρονο Θέατρο: Το κυρίως πιάτο έκρυβε ένα σκοτεινό οικογενειακό μυστικό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένα δείπνο, δύο ζευγάρια, ένα έγκλημα, τρία παιδιά, ένας αινιγματικός μετρ εστιατορίου, ένα μενού υψηλής γευσιγνωσίας κι ένα μυστικό που δεν πρέπει να αποκαλυφθεί.
Ως πού μπορεί να φτάσει κάποιος για να προστατεύσει την οικογένειά του;
Το διάσημο μπεστ σέλερ του Ολλανδού Χέρμαν Κοχ, ένα συγκλονιστικό ψυχολογικό θρίλερ, γραμμένο το 2009, το οποίο προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 25 χώρες στον κόσμο, ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, σε μετάφραση της Κάτιας Σπερελάκη, και παρουσιάζεται από τον Νοέμβριο του 2018 στο ανανεωμένο Σύγχρονο Θέατρο που πέρασε στα χέρια της Ομάδας Νάμα και της Λυκόφως.

 

 

Το “κυρίως πιάτο”

Μια ζεστή βραδιά στο Άμστερνταμ δύο παντρεμένα ζευγάρια δίνουν ραντεβού για φαγητό σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο. Συζητούν αρχικά για διάφορα τετριμμένα ζητήματα, τη δουλειά, τις διακοπές. Όλες αυτές οι αερολογίες όμως δεν είναι παρά μια απόπειρα για να συγκαλύψουν την ένταση που επικρατεί μεταξύ τους.
Οι δύο άντρες είναι αδέρφια. Ο ένας, επιτυχημένος πολιτικός, φαβορί για την πρωθυπουργία της χώρας, και ο άλλος, πρώην καθηγητής Ιστορίας. Καθώς η ιεροτελεστία του δείπνου προχωρά, η ένταση κορυφώνεται επικίνδυνα, εν αναμονή του «κυρίως πιάτου», που δεν είναι άλλο, από το σκοτεινό μυστικό που συνδέει τα δύο ζευγάρια, και αφορά ένα αποτρόπαιο έγκλημα που έχουν διαπράξει τα παιδιά τους. Ο χρόνος κυλά, τα περίτεχνα πιάτα καταφθάνουν και τα μαχαίρια ακονίζονται. Η πολιτισμένη και αψεγάδιαστη βιτρίνα της σύγχρονης, ευτυχισμένης, αστικής οικογένειας, ραγίζει ανεπανόρθωτα, και τα χειρότερα ένστικτα βγαίνουν στην επιφάνεια.
Οι έφηβοι γιοι τους, Michel και Rick αντίστοιχα, έχουν διαπράξει μαζί ένα έγκλημα το οποίο έχει καταγραφεί από κάμερα. Επιτέθηκαν, έκαψαν και σκότωσαν μια άστεγη γυναίκα που είχε βρει καταφύγιο για τη νύχτα στο χώρο ενός ATM, όπου αυτοί πήγαν για να κάνουν ανάληψη μετρητών. Η βίαιη πράξη των δύο αγοριών είχε κινηματογραφηθεί από μια κάμερα ασφαλείας και προβλήθηκε στην τηλεόραση, αλλά, μέχρι στιγμής, δεν έχουν εντοπιστεί. Η σύλληψή τους είναι πιθανή. Οι γονείς πρέπει να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν. Εν τω μεταξύ υπάρχει και ο αδελφός του Rick (υιοθετημένος από την Αφρική), ο οποίος βρισκόταν στη συντροφιά αλλά απομακρύνθηκε κατά τη διάρκεια της εγκληματικής ενέργειας. Ωστόσο, έχει παρακολουθήσει τα πάντα.
Καθώς το δείπνο φτάνει στη γαστριμαργική του κορύφωση, τα προσωπεία της πολιτισμένης συμπεριφοράς πέφτουν. Τα μαχαίρια βγαίνουν. Ως πού είναι διατεθειμένοι να φτάσουν για να προστατεύσουν τα παιδιά τους;

Η γονεϊκή προστασία

Η παράσταση αρχίζει με τον Paul Lohman, τον καθηγητή μέσης εκπαίδευσης. Αυτός και η σύζυγός του Claire φτάνουν πρώτοι στο φανταχτερό εστιατόριο, περιμένοντας τον αδελφό του Serge, εξέχοντα πολιτικό και υποψήφιο για τη θέση του Ολλανδού πρωθυπουργού και τη σύζυγό του Babette.

Πόσο μακριά φτάνει η γονεϊκή προστασία όταν η πράξη που το παιδί έχει διαπράξει δεν φέρει κανένα ελαφρυντικό, κάτι που μπορεί να καταστρέψει τη ζωή του και να το κλείσει στη φυλακή για χρόνια;
Η υψηλή γαστρονομική εμπειρία μετατρέπεται σε ανελέητο παιχνίδι επιβίωσης, και βάζει σε σκληρή δοκιμασία τα όρια και τις αντοχές τους.
Σε ποιο βαθμό είναι έτοιμοι να δημιουργήσουν ακόμα περισσότερα θύματα για να προστατεύσουν το δικό τους παιδί;
Είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερα από τα παιδιά που θεωρούμε κακομαθημένα είναι επίσης ανικανοποίητα και δυστυχισμένα;
Είμαστε όλοι ένοχοι για ήπιες ή ακραίες πράξεις υπερπροστασίας και υπερβολικής άσκησης των γονεϊκών μας καθηκόντων;
Η νεανική και ιδιαίτερα η εφηβική παραβατικότητα και εγκληματικότητα, είναι σύνθετα προβλήματα που παρουσιάζουν αύξηση στις σύγχρονες κοινωνίες.
Ο ρόλος των γονιών, της οικογένειας και του σχολείου είναι καθοριστικός στη γένεση, πρόληψη και αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων σε σχέση με την κοινωνική συμπεριφορά και εξέλιξη των εφήβων.
Το παράδειγμα που δίνουν οι γονείς σχετικά με την αντίληψη και το χειρισμό της βίας έχει θεμελιώδη ρόλο στο πώς θα συμπεριφέρονται στον τομέα αυτό τα παιδιά τους στην εφηβική ηλικία και πιθανόν αργότερα στην ενήλικη ζωή τους.

Σημασία έχει όχι μόνο το τι λένε οι γονείς στους έφηβους τους αναφορικά με τη χρήση βίας στη ζωή τους αλλά πολύ περισσότερο αυτό που μεταφέρουν ως μήνυμα μέσω των πράξεών τους.

 

 

Οικογενειακός εμφύλιος

Η εμμονή του Serge να διατηρηθεί η αδερφική επαφή μέσα από μια σειρά τυπικών δείπνων μαζί με τις συζύγους τους σε ακριβά και μοδάτα εστιατόρια, βρίσκει με απροθυμία ανταπόκριση από τον Paul.
Πίσω από τα συγκρουσιακά ιδεολογήματα των αδερφών υποβόσκει μια βαθιά ανταγωνιστική σχέση που πιθανότητα υφίσταται από μικρότερη ηλικία.
Είναι οι οικογενειακές σχέσεις μια μορφή εμφυλίου πολέμου;
Δύσκολα οικογενειακά μυστικά είναι ικανά να φυλακίσουν τα μέλη μιας οικογένειας και το περιβάλλον τους, ακόμα και γενεές μετά τους ίδιους… Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν το μυστικό κρατείται εξαιτίας του φόβου για τις συνέπειες που θα υποστούμε εμείς και οι γύρω μας, σε περίπτωση αποκάλυψης. Παρότι τα μυστικά προορίζονται να διατηρήσουν τη σταθερότητα ενός συστήματος, αποδεικνύεται ότι είναι η τραγική τροχοπέδη του.

Αμοραλισμός

Βίαια, κυνικά πλάσματα κάτω από τις λεπτές προσωπίδες της ευπρέπειας και των κομψών τρόπων. Πλάσματα που υπερβαίνουν συνειδητά τους ηθικούς κανόνες χωρίς να έρχονται σε σύγκρουση με τη συνείδησή τους. Ο αμοραλισμός είναι ίδιον της κοινωνίας μας, κατά τον συγγραφέα.
Ένας κοινωνικοπολιτικά συνειδητοποιημένος δημιουργός είναι ο Χέρμαν Κοχ. Θαρραλέος κατήγορος -ως πολίτης και δραματουργός- της κοινωνικής αγριότητας, αλλά και όσων συνθέτουν, συντηρούν, ανέχονται την υποκριτική κοινωνία μας. Έμμεσα, υποδόρια πολιτικό, μέσα από ανθρωποκεντρικά θέματα, το «Δείπνο», αποτελεί αποκαλυπτικό παρατηρητή και κριτή της ευθύνης και των κοινωνικών τάξεων και των ατόμων. Στόχος της κριτικής του η μεγαλοαστική αλλά και η μεσοαστική τάξη.
Όπως και στην «Επέτειο» του Πίντερ, έτσι και στο «Δείπνο», οι λέξεις είναι όπλα που οι χαρακτήρες χρησιμοποιούν για να ενοχλήσουν ή να καταστρέψουν ο ένας τον άλλο.
Δύο ζευγάρια βγάζουν στη φόρα την προσχηματική συμβίωσή τους, την αλληλοσιχασιά και το μίσος τους, τα κοινωνικά, επαγγελματικά, ηθικά άπλυτά τους, την ανασφάλειά τους και το γλωσσικό εκτραχηλισμό τους.
Ανάμεσά τους παρεισφρέει δίκην σχολιαστή ο μετρ του ρεστοράν, που οι παρεμβάσεις του θυμίζουν Μεφιστοφελή του Φάουστ. Σαν να είναι χορός αρχαίας τραγωδία λειτουργεί η παρουσία του μαζί με τις δύο χαριτωμένες σε κινητικότητα σερβιτόρες, των οποίων δυστυχώς δεν βρήκα τα ονόματα ανάμεσα στους συντελεστές.
Το έργο θίγει σοβαρά κοινωνικά προβλήματα όπως την οικογενειακή αποξένωση και την αστική υποκρισία της συγκάλυψης και του «κουκουλώματος», τη συνεξάρτηση, τη βία, τη ματαιοδοξία, το φασισμό, τον εγωκεντρισμό, την επιφανειακή ευτυχία, την εκμετάλλευση με έναν τρόπο καυστικό και αποκαλυπτικό.

Η παράσταση

Ο σαρκαστικός λόγος του συγγραφέα, μεταφρασμένος με νατουραλιστικά καθημερινή, ρέουσα και υπαινικτική γλώσσα από την Κάτια Σπερελάκη, διαβάστηκε με οικείο αλλά ευθύβολο τρόπο από τη Λίλλυ Μελεμέ, που έστησε μια πιντερικής ατμόσφαιρας, ενδιαφέρουσα παράσταση. Φώτισε απολύτως τα υπονοούμενα, τα διφορούμενα υπεδάφη του έργου, τις διττές σημασίες του, τη συμβολικότητα συνολικά του έργου και των προσώπων.
Η μουσική του εξαίρετου Σταύρου Γασπαράτου και οι φωτισμοί της έμπειρης Μελίνας Μάσχα πλαισιώνουν άψογα τη δράση του έργου. Τα σκηνικά του Μιχάλη Σαπλαούρα είναι μελετημένα ώστε να τοποθετήσουν τον θεατή στο μινιμαλιστικό περιβάλλον ενός κομψού εστιατορίου, ενώ παράλληλα δίνεται και η εντύπωση του εξωτερικού χώρου όπου και όταν αυτό χρειάζεται.
Το έργο, που διαδραματίζεται σε έναν περίκλειστο χώρο και ξετυλίγεται ως ένας αναπάντεχος διάλογος όπου οι άνθρωποι βρίσκονται ο ένας στο έλεος του άλλου, αποτελεί ένα ψυχογράφημα και δε χρειάζεται πλούτο σκηνικών ή κοστουμιών για να κεντρίσει την προσοχή ενός θεατή-παρατηρητή. Εν τούτοις, έχει σημασία να τονίσουμε τα κοστούμια της εκπληκτικής Βασιλικής Σύρμα ήταν υπέροχα.

Οι ερμηνείες

Πέντε σημαντικοί πρωταγωνιστές, ο Στέλιος Μάινας, η Κατερίνα Λέχου, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, η Κατερίνα Μισιχρόνη και ο Γιώργος Κοτανίδης συνεργάζονται με μια ομάδα εξαιρετικών συντελεστών και δημιουργούν μια παράσταση που κινείται στην κόψη του ξυραφιού. Από τη λαμπερή εικόνα δύο ζευγαριών σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο, στις πιο ζοφερές οικογενειακές αποκαλύψεις. Μια παράσταση που παρακολουθεί ο θεατής με κομμένη την ανάσα.

Εξαιρετικές ερμηνείες, που κάνουν την κορύφωση του έργου ακόμη πιο δυνατή αποκαλύπτοντας το εύρος και την αλήθεια του κάθε χαρακτήρα που εν τέλει αλλιώς ξεκινά και αλλιώς εξελίσσεται καθώς τα μυστικά αποκαλύπτονται με τρόπο θυελλώδη.

Εκρηκτικός, καταιγιστικός και μαγνητικός ο Στέλιος Μάινας, με ήρεμη επιθετικότητα και αυτοπεποίθηση η Κατερίνα Λέχου. Ρεαλιστική απόλυτα και εξαιρετικά ακριβής η ερμηνεία του Λάζαρου Γεωργακόπουλου. Η θελκτική και πολύ ενδιαφέρουσα Κατερίνα Μισιχρόνη μας έκανε, για άλλη μια φορά, να σκεφτούμε και να υποστηρίξουμε την ευρεία γκάμα του ταλέντου της. Σε έναν ιδιαίτερο ρόλο, ο Γιώργος Κοτανίδης πυροδοτεί τη δράση προσφέροντας πυκνότητα στη δομή της παράστασης.

Ιδιαίτερα προσεγμένη παράσταση, που έχει να πει και να τονίσει πράγματα με σημασία.

Ο συγγραφέας με ιδανικό τρόπο κάνει μια οξύτατη κριτική στο σύστημα, αμφισβητώντας τη δομική του βάση. Η σκηνοθεσία στέκεται στο ύψος του δυνατού κειμένου. Η Λίλλυ Μελεμέ στήνει μια παράσταση διαρκώς παρούσας αιωρούμενης και κλιμακούμενης απειλής, δίνοντάς της μια γλώσσα μοναδικής σαφήνειας όσο και ελλειπτικότητας κι αναδεικνύοντας τη βιαιότητα που κρύβεται πίσω από την επιφανειακή νηνεμία του καθωσπρεπισμού.

***

Το βιβλίο του Ολλανδού συγγραφέα σημείωσε τεράστια επιτυχία από την αρχή της έκδοσής του. Πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και πλέον και έχει ήδη μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, ενώ είδαμε και μεταφορά του στο σινεμά το 2014 από τον Ιταλό σκηνοθέτη Ιβάνο Ντε Ματτέο, «I nostri ragazzi» και το 2017, μια άλλη εκδοχή του σε σκηνοθεσία του Όρεν Μούβερμαν, με τον Ρίτσαρντ Γκιρ, «The Dinner».

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

O Χέρμαν Κοχ είναι γεννημένος το 1953 και είναι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας μπεστ σέλερ. Τα μεταφραστικά δικαιώματα του Δείπνου (2009) έχουν δοθεί σε πάνω από 55 χώρες, κάτι χωρίς προηγούμενο για ένα σύγχρονο ολλανδικό μυθιστόρημα. Το Δείπνο έχει διασκευαστεί σε πολλά θεατρικά κείμενα διεθνώς, και σε μια ολλανδική και μια ιταλική ταινία. Η αμερικανική κινηματογραφική μεταφορά του έγινε το 2017 με πρωταγωνιστές τον Ρίτσαρντ Γκιρ, τη Λώρα Λίνεϊ, τον Στηβ Κούγκαν και τη Ρεβέκκα Χωλ. Τα Summer House with Swimming Pool (2011) και Dear Mr M. (2014) είναι επίσης μπεστ σέλερ.
Η έκδοση του τελευταίου του μυθιστορήματος The Ditch έτυχε θερμής υποδοχής και είναι ήδη γνωστό ως «Ένας Κοχ εκλεκτής εσοδείας».
(Από το προσωπικό site του συγγραφέα).

Λίγα λόγια από τη σκηνοθέτιδα για την παράσταση

Το μέλλον, στο πρόσωπο των τριών παιδιών της ιστορίας του Κοχ, ευνουχίζεται ή καλύτερα διαμελίζεται. Μια ανίερη θυσία στον βωμό της ευτυχίας. Η ανεξαρτησία και οι προοδευτικές απόψεις διαπαιδαγώγησης κρύβουν επιμελώς ένα απύθμενο κενό επικοινωνίας και ουσιαστικής τρυφερότητας που χάσκει ανεκπλήρωτο. Η αγάπη γίνεται συναλλαγή και η γονεϊκή σχέση αποκτά κανιβαλιστικές διαστάσεις με το πρόσχημα της προστασίας και της επιβίωσης. Ο ναρκισσιστικός εγωισμός των γονέων δηλητηριάζει το μέλλον των παιδιών, αφήνοντας στο πέρασμά του, θλιβερά κουφάρια και υποψήφιους, αδίστακτους δολοφόνους.
Οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη ρωγμή, δυσλειτουργία ή αναπηρία είναι ανεπίτρεπτη στον καλογυαλισμένο κόσμο της δυτικής ευημερίας και ανάπτυξης, στον οποίο υπάρχει χώρος μόνο γι’ αυτούς που έχουν υψηλό δείκτη αντοχής, μοιάζουν έτοιμοι για όλα. Οποιοδήποτε ξένο σώμα αδυνατεί να αφομοιωθεί εντελώς και να συμμορφωθεί με τους κανόνες της αψεγάδιαστης ευημερίας, δεν έχει θέση στον κατασκευασμένο παράδεισο και επιβάλλεται να εκδιωχθεί με κάθε τρόπο.
Η τυραννία της τελειότητας κατασκευάζει φοβικούς ανθρώπους, ευάλωτους και ανασφαλείς που μεταφράζουν ακόμα και την απειροελάχιστη μετατόπιση από τον γνώριμο, τετραγωνισμένο κόσμο τους, ως απειλή. Η οικονομική κρίση, η έκρηξη της ανεργίας και οι ισχυρές και απότομες μεταβολές στο επίπεδο διαβίωσης δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας και κυριαρχίας και τροφοδοτούν πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης, που μέχρι πρόσφατα ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από ένα ανακουφιστικό πέπλο ευδαιμονίας. Εγκλωβισμένοι στα τείχη που έχουν οι ίδιοι υψώσει ανάμεσά τους, και υπερασπιζόμενοι με νύχια και με δόντια το κεκτημένο δικαίωμά τους στην ευτυχία, οι άνθρωποι αυτοί αναζητούν άλλοθι και επιβεβαίωση για τις πράξεις, τη θέση και τα συναισθήματά τους σε ένα καρουζέλ γαστριμαργικής ηδονής που ναρκώνει τις αισθήσεις και καταπραΰνει τις ενοχές. Ωστόσο τα ηθικά διλήμματα παραμένουν και καραδοκούν να συνθλίψουν τα ψήγματα συνείδησης που είναι ακόμη ζωντανά. Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να διαχειριστεί τη φρίκη της απώλειας του εαυτού; Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να συναινέσει σε ένα έγκλημα; Το ανησυχητικό τοπίο της έξαρσης μιας αναίτιας και απροκάλυπτης βίας που σιγοβράζει καταλύει τις ψευδαισθήσεις και διαρρηγνύει τα προσωπεία του καθωσπρεπισμού. Οι ήρωες του Κοχ, απελπιστικά μόνοι, αν και ζευγάρια, γαντζώνονται ο ένας απ’ τον άλλον με λύσσα για να μπορέσουν να αντέξουν τη βαθιά οδύνη και τη μοναξιά τους, σε έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται σε ένα άψυχο τοπίο, έναν τόπο πολυτελούς μαρτυρίου χωρίς ηθικούς φραγμούς.

 

 

Ταυτότητα Παράστασης

Το Δείπνο του Χέρμαν Κοχ

Ομάδα Νάμα-Λυκόφως

ΗΘΟΠΟΙΟΙ:
Μάινας Στέλιος, Λέχου Κατερίνα, Γεωργακόπουλος Λάζαρος, Μισιχρόνη Κατερίνα και ο Γιώργος Κοτανίδης
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Κάτια Σπερελάκη
Σκηνοθεσία και Δραματουργική επεξεργασία: Λίλλυ Μελεμέ
Σκηνικό: Μιχάλης Σαπλαούρας
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Δάφνη Νικητάκη, Ειρήνη Βαλατσού
Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Ζουρνατζίδου
Βοηθοί ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα, Αναστασία Γκιουζέλη
Βοηθός μουσικού: Γιώργος Μιζήθρας
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Βοηθός παραγωγής: Μαριάνθη Μπαϊρακτάρη
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα – Λυκόφως
Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ολλανδίας

Πολύτιμες πληροφορίες για την παράσταση

• Η Άννυ Ηλιοπούλου και ο Κώστας Σεμερτζίδης συνέβαλαν στη διαμόρφωση των όρων γαστρονομικής τέχνης του κειμένου
• Τα φορέματα της Κατερίνας Λέχου και της Κατερίνας Μισιχρόνη είναι δημιουργίες TETI CHARITOU Haute Couture
• Τα κοσμήματα της παράστασης είναι Swarovski και τα παπούτσια της εταιρείας Migato, χορηγίες τις οποίες εξασφάλισε ο Στέφανος Ντομανιάν
• Το Δείπνο του Herman Koch κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Χρήσιμα στοιχεία

Πρεμιέρα 16 Νοεμβρίου 2018
Παραστάσεις και τιμές εισιτηρίων
Από 16/11 έως 2/12
Τετάρτη 18.15
Πέμπτη 21.00
Παρασκευή 21.00
Σάββατο 19:00 & 21:15
Κυριακή 20.00
Και από 5/12
Τετάρτη 18.15
Παρασκευή 21.00
Σάββατο 21.15
Κυριακή 21.00
Τετάρτη και Παρασκευή
Διακεκριμένη ζώνη: 17€
Α Ζώνη: 15€, 12€ (Φοιτητικό, Ανέργων, +65)
Β Ζώνη: 12€
Σάββατο και Κυριακή
Διακεκριμένη ζώνη: 20€
Α Ζώνη: 17€, 14€ (Φοιτητικό, Ανέργων, +65)
Β Ζώνη: 14€
Διάρκεια Παράστασης: 90 λεπτά

link προπώλησης:
https://www.viva.gr/tickets/theatre/sygxrono-theatro/to-deipno/
Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος
Βίντεο-τρέιλερ: Φώτης Φωτόπουλος
ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ:
Διεύθυνση: Ευμολπιδών 45, Αθήνα 118 54
Τηλέφωνο: 210 3464380
E- mail: info@sychronotheatro.gr
Facebook: https://web.facebook.com/sixronotheatro/
Προπώληση εισιτηρίων: www.viva.gr
ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ:
Μετρό
Το Σύγχρονο Θέατρο βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από το σταθμό «Κεραμεικός».
• Λεωφορεία
Γραμμές 026, 027, 813, 836, 856, 865, Α16
Στάση “Σίδερα” (επί της Ιεράς Οδού)
• Χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων
Στην οδό Τριπτολέμου βρίσκονται δύο κλειστά parking σε απόσταση 50 μέτρων από το Σύγχρονο Θέατρο και στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου ένα κλειστό
πάρκινγκ σε απόσταση 80 μέτρων.
• Άτομα με ειδικές ανάγκες
Παρακαλούμε, να ενημερώνετε σχετικά κατά την κράτηση ή την αγορά των εισιτηρίων σας.

 

eirini aivaliwtou“Δείπνο” στο Σύγχρονο Θέατρο: Το κυρίως πιάτο έκρυβε ένα σκοτεινό οικογενειακό μυστικό
Περισσότερα

Τη λένε Έμμα. Τη λέμε Ζωή… επειδή μας δίνει ένα σύγχρονο μάθημα ζωής. Αυτή είναι η αρχή…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα (*)

 

«Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού». Η Μαίρη, η Αλίκη και η Ειρήνη, οι ηρωίδες του Ιάκωβου Καμπανέλλη δεν έχουν καμία σχέση με τον «Γλάρο» και την ηρωίδα του Τσέχωφ, τη Νίνα Ζαρέτσναγια. Τη Νίνα που με τα μαλλιά της βρεγμένα, κλαίει και κάθεται πάνω σε μια ντιβανοκασέλα στο κέντρο της σκηνής δίπλα στον Κόνσταντιν Γκαβρίλοβιτς Τρέπλιεφ. Τα φώτα ανάβουν στη μέση μιας πρότασης και τότε βλέπουμε ότι η Νίνα έχει κάποια σχέση με την ηρωίδα του Ντάνκαν Μακμίλλαν, την Έμμα…

Η Έμμα είναι ηθοποιός και υποδύεται τη Νίνα στο ξεκίνημα της παράστασης «Με λένε Έμμα», στο Σύγχρονο Θέατρο.

Όμως το έργο του Καμπανέλλη μου ήρθε στο νου, όσο προχωρούσε η παράσταση στο «Σύγχρονο», επειδή αν δεν ήταν στο ίδιο ύψος τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού τότε δεν θα υπήρχε ισορροπία, ούτε η παραμικρή πιθανότητα να στηρίξεις σε αυτό το τραπέζι απολύτως τίποτα.

 

 

 

Το συγκεκριμένο τραπέζι – αυτό που βλέπουμε εδώ στη φωτογραφία και το οποίο πρωταγωνιστεί στην πρώτη σκηνή – φτιάχτηκε με σκληρή δουλειά έτσι ώστε όλα τα πόδια να είναι ισοϋψή και να υπάρχει σταθερότητα.

Η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη – η οποία πάντα δίνει μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια – κατάφερε να δημιουργήσει και να διαχειριστεί μια πολύ ισχυρή ομάδα ερμηνευτών η οποία ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή να δώσει πνοή στο κείμενο του Βρετανού συγγραφέα.

Όλοι οι ηθοποιοί στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και αποδεικνύουν την ορθότητα της άποψης ότι στο θέατρο την επιτυχία δεν τη φέρνει μόνο ο πρωταγωνιστής αλλά και οι συμπαίκτες του.

Το θέμα απόλυτα καθημερινό. Η δράση καταιγιστική και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες ούτε είναι οι ειδήσεις που κάποτε γίνονταν βασικά θέματα στις εφημερίδες. Τώρα οι πρωταγωνιστές βρίσκονται δίπλα μας και ο χώρος δράσης τους είναι οι κεντρικοί δρόμοι, τα πεζοδρόμια και οι πλατείες της πόλης. Ακριβώς εκεί που εκατοντάδες συμπολίτες μας κυκλοφορούν. Στο φως της ημέρας και όχι στο μισοσκόταδο…

 

***

 

Στη σκηνή του “Σύγχρονου” όλη η ομάδα της Ελένης Σκότη.

 

Η αλήθεια του έργου είναι πιο σκληρή κι από τις πιο σκληρές ναρκωτικές ουσίες. Οι ρυθμοί ξέφρενοι και καθαρά κινηματογραφικοί. Οι σκηνές ρέουν όπως και το αλκοόλ. Κάθε σκηνή, κάθε φράση, κάθε λέξη είναι σαν χτυπήματα σε αγώνα πυγμαχίας.

***

Με τη μετάφρασή του, τη σκηνογραφία και τα κοστούμια ο Γιώργος Χατζηνικολάου έβαλε τα γερά θεμέλια για να «χτιστεί» το όραμα της Έμμας. Με τρόπο ιδανικό η ζωή της φωτίστηκε από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο κάτω από τους ήχους της μουσικής σύνθεσης του Στέλιου Γιαννουλάκη.

 

 

“Με λένε Έμμα”, στο “Σύγχρονο Θέατρο”. Από αριστερά: Έλενα Βακάλη, Ιωάννα Τζίκα, Γιάννης Λεάκος, Χάρης Τζωρτζάκης, Μαίρη Μηνά, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Ανδρέας Κοντόπουλος, Κώστας Ξυκομηνός, Μαρίτα Τζατζαδάκη.

 

***

 

Η ομάδα των ηθοποιών υπήρξε άψογη. Οι ερμηνείες τους φώτιζαν τις σκοτεινές πλευρές της ζωής και της ηρωίδας. Στην πρώτη γραμμή η Μαρίτα Τζατζαδάκη, η Έλενα Βακάλη και η Λένα Μποζάκη. Πρόσθεσαν την εμπειρία τους ο Ανδρέας Κοντόπουλος, ο Γιάννης Λεάκος και η Ιωάννα Τζίκα. Το ίδιο και ο Κώστας Ξυκομηνός με τον Χάρη Τζωρτζάκη.
Σταθερή αξία, αταλάντευτη πορεία για κάθε εποχή, η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου πάντα με πίστη, αγάπη και ελπίδα έτσι και στην «Έμμα» δίνει τον καλύτερό της εαυτό.

Για τη Μαίρη Μηνά – είναι κοινότοπο – αλλά δεν υπάρχουν λόγια: Ανέδειξε με δεξιοτεχνία και υψηλών απαιτήσεων ερμηνεία το πορτρέτο της Έμμας. Δεν άφησε να χαθεί η ευκαιρία που της δόθηκε, απόλαυσε τον ρόλο της αλλά είχε το ψυχικό μεγαλείο να μοιραστεί μαζί με το κοινό αυτήν της την απόλαυση. Πρόκειται για μια από τις πιο ξεχωριστές ερμηνείες αυτής της θεατρικής χρονιάς.

***

Η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη, στο κέντρο.

Ασφαλώς όλα αυτά με την υπογραφή της Ελένης Σκότη που τόλμησε να φέρει επί σκηνής τα κρυφά δράματα πολλών ανθρώπων της εποχής μας. Μιας εποχής για σκληρά νεύρα και για απαιτητικές αντοχές. Όλα κινούνται στην κόψη του ξυραφιού. Όλοι ισορροπούν πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Ο τρόπος όμως που δίδαξε η Ελένη Σκότη το έργο του Ντάνκαν ΜακΜίλαν δεν επέτρεψε να γίνει το παραμικρό «ατύχημα» ενώ αντιθέτως – χωρίς αυτό να είναι στις προθέσεις της – κατάφερε να δώσει ακόμη και στους πιο αδιάφορους ένα μάθημα ζωής. Ένα μάθημα χρήσιμο για κάθε εποχή -και ειδικά τη σημερινή…

***

Η Έμμα στέκεται μπροστά σε στενή δέσμη λαμπερού φωτός. Η υπόλοιπη σκηνή είναι στο σκοτάδι. Είναι πειστική, συγκινητική, στο στοιχείο της. Η Έμμα μάς δίνει ένα σύγχρονο μάθημα ζωής. Αυτή είναι η αρχή…

 

***

 

Τι όμορφα που είναι να ζεις!.
Τι όμορφα να κολυμπάς στη θάλασσα.
Να κοιτάς τον ανοιχτό καθαρό ουρανό.
Να νιώθεις τον ήλιο στο δέρμα.
Να σκαρφαλώνεις στο βουνό ή να ανεβαίνεις σκάλες.
Να τρως παγωτό.
Να αγαπάς και να αγαπιέσαι.
Τι όμορφα είναι όλα αυτά.
Ζω το τώρα!
Ζεις το τώρα!
Ζούμε το τώρα!
Αυτή είναι η αρχή…

 

***

 

Ο Γιώργος Χατζηνικολάου, μεταφραστής και σκηνογράφος της Έμμας, μοιράζεται το χειροκρότημα με τους ηθοποιούς.

 

 

Με το έργο «Με λένε Έμμα» – σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση και σκηνοθεσία Ελένης Σκότη – εγκαινιάζεται από την Ομάδα Νάμα του Επί Κολωνώ μια νέα περίοδος με μόνιμη πλέον παρουσία και στο Σύγχρονο Θέατρο, τη διεύθυνση του οποίου αναλαμβάνει από κοινού με την εταιρεία «Λυκόφως». Η Ομάδα Νάμα για άλλη μια φορά κάνει την επιλογή της από τη σύγχρονη παγκόσμια παραγωγή.

Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «People, Places and Things». Το έργο έκανε πρεμιέρα στο National Theatre του Λονδίνου τον Αύγουστο του 2015 και η μεγάλη του επιτυχία το οδήγησε την επόμενη χρονιά στο West End και το 2017 στη Νέα Υόρκη στο Ann’s Warehouse.

 

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Σύγχρονο Θέατρο

Ευμολπιδών 45, Γκάζι
Μετρό σταθμός «Κεραμεικός»
Τηλέφωνο: 210-34.64.380
Διάρκεια: 120΄.

***

«Με λένε Έμμα»
People, Places and Things
Του Ντάνκαν ΜακΜίλαν

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνογραφία – Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Μουσική Σύνθεση: Στέλιος Γιαννουλάκης
Video trailer: Σταύρος Συμεωνίδης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Σιαμάτρα, Αφροδίτη Σπυροπούλου
Οργάνωση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Βοηθός Παραγωγής: Κατερίνα Παππά
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα – Λυκόφως Ι.Κ.Ε.

*

Διανομή

Μαίρη Μηνά: Έμμα
Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου: Γιατρός / Θεραπεύτρια / Μητέρα
Κώστας Ξυκομηνός: Πι / Πατέρας
Χάρης Τζωρτζάκης: Μαρκ / ανσάμπλ
Ανδρέας Κοντόπουλος: Πωλ / ανσάμπλ
Γιάννης Λεάκος: Κόνσταντιν / Φόστερ / ανσάμπλ
Ιωάννα Τζίκα: Λώρα / ανσάμπλ
Μαρίτα Τζατζαδάκη: Τζόντι / ανσάμπλ
Έλενα Βακάλη: Σάρον / ανσάμπλ
Λένα Μποζάκη: ανσάμπλ

***

Πρεμιέρα: Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018
Δόθηκε παράταση και η τελευταία παράσταση θα γίνει: Κυριακή 31 Μαρτίου 2019
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 9:15 μ.μ. & Πέμπτη στις 9:00 μ.μ.
Σάββατο 6:15 μ.μ., Κυριακή 6:00 μ.μ.

*

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

*

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ:

-Μετρό: Το «Σύγχρονο» βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από το σταθμό
«Κεραμεικός»
-Λεωφορεία: Γραμμές 026, 027, 813, 836, 856, 865, Α16. Στάση «Σίδερα» (επί της Ιεράς Οδού)
-Χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων: Στην οδό Τριπτολέμου βρίσκονται δύο κλειστά parking σε απόσταση 50 μέτρων από το «Σύγχρονο» και στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου ένα κλειστό πάρκινγκ σε απόσταση 80 μέτρων.

*

Διευκολύνσεις για ΑμεΑ
Το θέατρο είναι προσβάσιμο σε χρήστες/ριες αναπηρικού αμαξιδίου και διαθέτει τουαλέτα ΑμεΑ. Κατά την κράτηση ή την αγορά των εισιτηρίων σας είναι καλό να ενημερώνετε τον υπάλληλο των εισιτηρίων, προκειμένου να δίνονται οι κατάλληλες θέσεις στην αίθουσα.

***

ΔΥΟ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΜΑ

***

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

***

(*) Ο Παναγιώτης Μήλας, είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών, μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου και ΔΕΝ είναι κριτικός θεάτρου.

Παναγιώτης ΜήλαςΤη λένε Έμμα. Τη λέμε Ζωή… επειδή μας δίνει ένα σύγχρονο μάθημα ζωής. Αυτή είναι η αρχή…
Περισσότερα

Ήμασταν στη γενική δοκιμή των “Στοιχειωμένων”. Βαθύς διαλογισμός ευλαβικών καλλιτεχνών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής βρεθήκαμε πρόσφατα και παρακολουθήσαμε τη γενική δοκιμή της παράστασης «Οι στοιχειωμένοι» του Δημήτρη Μαραμή σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου.
Η γενική δοκιμή κύλησε άψογα, με απόλυτη πειθαρχία, με ιδιαίτερα υψηλή αισθητική, με ανάγλυφο το ταλέντο όλων των συντελεστών να διαχέεται στην ατμόσφαιρα και να θαμπώνει φίλους και δημοσιογράφους που ήταν παρόντες.
H παράσταση είναι ένα σύγχρονο ελληνικό μιούζικαλ, που αποτελεί παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, βασισμένο στα αυθεντικά δημοτικά τραγούδια Το γιοφύρι της Άρτας, Του νεκρού αδελφού και Το στοιχειό της Χάρμαινας σε ποίηση Σωτήρη Τριβιζά.

* Το έργο θα παρουσιαστεί στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη μόνο για δύο παραστάσεις, την Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019 και την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019 στις 8 το βράδυ.

 

 

Οι παραλογές

Η παραλογή του Γιοφυριού της Άρτας είναι ένα από τα γνωστότερα και ωραιότερα δημιουργήματα της λαϊκής μούσας και στηρίζεται σε μια μακραίωνη παράδοση, σχετική με τη θεμελίωση μεγάλων έργων. Από τους αρχαίους ακόμα χρόνους υπήρχε η δοξασία ότι, για να στερεωθεί και να προφυλαχθεί από κάθε κίνδυνο ένα κτίσμα, έπρεπε να θυσιαστεί στα θεμέλιά του κάποιο ζωντανό πλάσμα. Το γεφύρι της Άρτας, ένα έργο τόσο δύσκολο και θαυμαστό για την εποχή του, ενέπνευσε το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι και πλούτισε την παράδοση με το δικό του θρύλο. Παραλλαγές του τραγουδιού, που αναφέρονται και σε άλλα γεφύρια ή οικοδομήματα, υπάρχουν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την περιοχή των Βαλκανίων. Σ’ αυτό βλέπουμε την ανάγκη της θυσίας της ατομικής ευτυχίας, συγκεκριμένα της γυναίκας του Πρωτομάστορα και κατ’ επέκτασιν του ιδίου, για την ωφέλεια του κοινωνικού συνόλου. Δηλαδή το χτίσιμο του γεφυριού για την εξυπηρέτηση της επικοινωνίας των ανθρώπων.

Από την άλλη στο τραγούδι «Του νεκρού αδελφού», έχουμε την υπερφυσική ιστορία του νεκρού αδελφού, που τον σηκώνουν από το μνήμα οι προσταγές της μάνας, για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε. Το τραγούδι είχε, όπως μαρτυρούν οι πολλές παραλλαγές, ευρύτατη διάδοση όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στους βαλκανικούς και τους άλλους λαούς της Ευρώπης. Η προέλευση του τραγουδιού αυτού έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Σήμερα όλοι συμφωνούν ότι το τραγούδι είναι από τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια και πλάστηκε πριν από τον 9ο μ.Χ. αιώνα στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Ακόμη υποστηρίζεται ότι ο μύθος του συνδέεται με την αρχαία μυθολογία, την επάνοδο του Άδωνη στη γη ή την ιστορία της Δήμητρας και της Κόρης.
Το θέμα το έχουν χρησιμοποιήσει στα έργα τους πολλοί λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι. Ο C. Fauriel είχε επισημάνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μπαλάντα Λεονόρα (1773) του Γερμανού ποιητή G. A. Bürger με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Από τους Έλληνες δραματοποίησαν το τραγούδι ο Αργ. Εφταλιώτης, ο Φώτος Πολίτης και ο Ζ. Παπαντωνίου.
Τα βασικά θέματα της παραλογής αυτής είναι οι δεσμοί της οικογένειας, ο θεσμός του γάμου, η μοίρα, ο ξενιτεμός, η δύναμη της κατάρας, ο θάνατος και η μεταβολή της τύχης.

Το πιο φοβερό απ’ όλα τα στοιχειά της Άμφισσας, είναι το «Στοιχειό της Χάρμαινας» κι αποτελεί τη βάση του τρίτου λιμπρέτου που έχει γράψει με αρμονικότητα, ρέουσα γλώσσα και ακρίβεια ο ποιητής και στιχουργός Σωτήρης Τριβιζάς. Στην παλιά συνοικία των Ταμπάκηδων, των τεχνιτών του δέρματος, κάποτε ζούσε ο νεαρός Κωνσταντής, παλικάρι από τα λίγα στην καλοσύνη και την ευθύτητα. Βυρσοδέψης κι αυτός, ήταν σφοδρά ερωτευμένος με την πανέμορφη Λενιώ. Πριν προλάβουν οι δύο νέοι να σφραγίσουν τον έρωτά τους, η Λενιώ πέθανε αιφνιδίως, χτυπημένη από κεραυνό, ενώ βρισκόταν στη βρύση. Ο Κωνσταντής απαρηγόρητος, μην έχοντας στιγμή ησυχία μακριά από την αγαπημένη του έδωσε τέλος στη ζωή του, πέφτοντας από το Κάστρο της Ωριάς, εκεί όπου συναντιόνταν με τη Λενιώ. Η ταραγμένη του ψυχή δεν μπόρεσε όμως να ησυχάσει: αντίθετα, έγινε φοβερό και τρομερό στοιχειό, το αγριότερο της πόλης, που τρομοκρατούσε με την όψη του και τα ουρλιαχτά του μικρούς και μεγάλους και ζούσε στη βρύση της Χάρμαινας, εκεί που πέθανε η αγαπημένη του. Προστάτευε τους βυρσοδέψες και την πηγή, που ήταν τόσο σημαντική για τη δουλειά τους, και γυρνούσε στους δρόμους σέρνοντας τις αιώνιες αλυσίδες του… Ο θρύλος λέει πως μόνο αφού πέρασαν τα τριπλάσια από τα χρόνια των δυο νέων μαζί, η ψυχή του ησύχασε και ο θρήνος του σταμάτησε…

 

 

Αρχετυπικοί μύθοι

Και οι τρεις αυτές ιστορίες έχουν σχέση με αρχετυπικούς μύθους που κατάγονται από την αρχαιότητα. Εμπλέκονται με παλιά τελετουργικά έθιμα τα οποία βιώνουμε κι εμείς, όπως είναι οι Απόκριες, που είναι μια γιορτή για τη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη, από το θάνατο στην αναγέννηση.
Αυτά τα δύο αριστουργηματικά τραγούδια της δημοτικής παράδοσης καθώς και το σύγχρονο λιμπρέτο του Σωτήρη Τριβιζά, πιστό στην τεχνοτροπία των δημοτικών τραγουδιών, μεταμορφώνονται για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού μουσικού θεάτρου σε σύγχρονο ελληνικό μιούζικαλ από τον Δημήτρη Μαραμή.
Το έργο αποδεσμεύεται από τις παραδοσιακές επιδράσεις και αναζητά έμπνευση στο ανήσυχο σήμερα. Μυσταγωγική ατμόσφαιρα, κουδούνες, κοφίνια, σπονδές στη θεά Δήμητρα, καρποί, πανύψηλα δέντρα, ένα ονειρικό σύμπαν που θύμιζε ποίηση του Κρυστάλλη, πίνακες του ιμπρεσιονιστών και ζωγραφική του Ρέμπραντ.
Τον Δημήτρη Μαραμή δεν τον ενδιαφέρει η παράδοση ως μουσική παράδοση και εμείς ως θεατές δεν περιμέναμε να ακούσουμε από αυτόν τον τόσο δημιουργικό συνθέτη παραδοσιακή μουσική. «Οι Στοιχειωμένοι» του έχουν μεγάλη ποιητική αξία, συγκινησιακή δύναμη και ιδιαίτερη θεατρικότητα. Η μουσική του, έντονα χορευτική, μεγαλοπρεπής και ευφρόσυνη, είναι εμπνευσμένη από την παραδοσιακή μουσική της Ανατολικής Ευρώπης, της Μεσογείου και των Βαλκανίων και ζυμωμένη σε ένα προσωπικό ιδίωμα.

 

 

Οι συντελεστές

Η παράσταση μοιάζει με βαθύ διαλογισμό ευλαβικών καλλιτεχνών. Στο σύνολό της πρόκειται για μια δυναμική σύνθεση μέσα ένα αναρίθμητο λυρικό πλαίσιο. Αναζωογονεί το μυαλό και το πνεύμα, γεγονός που οφείλεται στη θεραπευτική ιδιότητα της υψηλής τέχνης.
Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου με τη σκηνοθεσία του έδωσε στο όλο εγχείρημα τη δική του θεατρική και χρωματική ευγένεια, τη σαφήνεια των περιγραμμάτων, τη λυρικότητα, τη μαγική ατμόσφαιρα, τον ποιητικό και ονειρικό χώρο, την εκφραστική αλήθεια, την αξία, την καθαρότητα, την αισθαντικότητα.
Η Νίκη Ψυχογιού έστησε με ρομαντισμό και ιστορικότητα τα μεγαλειώδη σκηνικά και «έραψε» πανέμορφα κοστούμια δείχνοντας τη φυσικότητα στη σχέση μας με το φυσικό και εξιδανικεύοντας τις καθημερινές σκηνές και τις ασχολίες των αγροτών σε μνημειακούς πίνακες και απαράμιλλης ομορφιάς εικαστικές εγκαταστάσεις.
Ο σχεδιασμός κίνησης από τη Νάντη Γώγουλου πρόσφερε σκηνές με δροσιά, χάρη και αισθησιασμό.
Η Χριστίνα Θανάσουλα (επιμέλεια φωτισμών) συνέλαβε με τους υποβλητικούς προβολείς της το γοητευτικό παιχνίδισμα του φωτός και της σκιάς.
Όλοι οι συντελεστές κατέθεσαν σκέψη, φαντασία, έρευνα, πολλή ενέργεια και ψυχικό χρόνο στην ανταλλαγή και την εναλλαγή μεταξύ του καλλιτεχνικού μυαλού και των υλικών της φύσης.

Μας παρουσίασαν ήχους, μελωδίες και εικόνες εξωπραγματικές και φανταστικές, στην αρτιότερη έκφρασή τους. Άπειρες παραλλαγές, συνθέσεις και συνδυασμούς ομορφιάς.

 

 

Οι φωνές

Τους ρόλους ερμηνεύουν ταλαντούχοι καλλιτέχνες από τον χώρο του έντεχνου τραγουδιού και του μουσικού θεάτρου.
Φωνές δυνατοτήτων με απόλυτη γνώση της τεχνικής τους και εμπειρία, έχουν όλοι ταλέντο στη σκηνή και στέκονται εξαίρετα σκηνικά αλλά το ιδιαίτερο στην επιλογή τους είναι η παλέτα των χρωμάτων. Οχτώ διαφορετικές φωνές – οχτώ διαφορετικές σχολές. Η γήινη, βαθιά και επιβλητική φωνή της Αργυρώς Καπαρού δίνει υπέροχα το σπαραγμό της Μάνας, ο Θοδωρής Βουτσικάκης με γλυκύτητα, ζεστασιά και λυρισμό υποδύεται τον Κωσταντή, η Βασιλική Καρακώστα στο ρόλο της Γυναίκας του Πρωτομάστορα συνταιριάζει εξαίσια την παραδοσιακή με την έντεχνη μουσική ποιότητα, η πρωτοεμφανιζόμενη ταλαντούχα Ελένη Δημοπούλου υποδύεται έξοχα την Αρετή και τη Λενιώ. Ο Βασίλης Δημακόπουλος ιδανικός ως Πρωτομάστορας, η Λητώ Μεσσήνη εφευρετική και αιθέρια έδωσε μια παραμυθένια αχλή στο Πουλί που υποδύθηκε. Τέλος, ο Σταμάτης Πακάκης και ο Νίκος Ζιάζιαρης (Στοιχειά, Μάστοροι και Άνεμοι) ήταν άμεσοι, εναργείς, θαυμάσιοι.
Συμμετέχει επίσης ένα αξιόλογο σύνολο από δεξιοτέχνες μουσικούς που διευθύνει ο Δημήτρης Μαραμής.
Στην παράσταση λαμβάνουν μέρος και τελειόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, παρουσίες αυθόρμητες, συγκινητικές, γεμάτες νιότη και ζωντάνια.

 

 

To παγανιστικό στοιχείο

Έχει σημασία ότι συνεχίζοντας τη δημιουργική του πορεία, ο συνθέτης αντλεί έμπνευση, για μια ακόμη φορά, από την ελληνική γραμματεία και πιο συγκεκριμένα από τη δημοτική ποίηση, κι αυτό το καινούργιο του μουσικοθεατρικό έργο έχει έντονο το βαλκανικό στοιχείο στη μουσική του γλώσσα. Έχει επίσης μέτρο, ρυθμό, συναίσθημα, πάθος, ενθουσιασμό, γνησιότητα.
Αρχέτυποι μύθοι, λαϊκές δοξασίες, ανθρώπινοι φόβοι για το θάνατο αλλά και για τη ζωή, κλασικά στερεότυπα, στοιχειά και κατάρες, και ως αντίδοτο ευχές, ξόρκια, αφοσίωση, πίστη, θετικά μάγια, είναι τα θέματα των παραλογών. Ανθρωποθυσίες, λαϊκές δοξασίες των βρικολάκων, της ανάστασης μέσα από τη γη, ένα στοιχειό και μια ιστορία αγάπης που δεν ολοκληρώνεται. Όλα έχουν να κάνουν με μια δοξασία της αναγέννησης, είναι μια μύηση θανάτου για να γεννηθεί ο άνθρωπος, καθώς πρέπει να πεθάνει το παλιό για να γεννηθεί το καινούριο, είναι ο νόμος της φύσης.
Η παράσταση δεν είναι βαριά και σκοτεινή, όπως ίσως πιστέψετε. Από τον πολυσύνθετο σκηνοθέτη Θάνο Παπακωνσταντίνου έχει προικιστεί με έντονο χιούμορ και άπλετο φως, κινητικό πλούτο, ζωντάνια και χάρη, είναι σχεδόν πανηγυριώτικο το πνεύμα της και δεν είναι διόλου τυχαία η ενορχήστρωση, αφού όλα τα όργανα είναι πνευστά, ξύλινα και χάλκινα. Δεν υπάρχουν έγχορδα κι αυτό για να δοθεί η αίσθηση του παγανιστικού, του διονυσιακού που αναδύεται από τον ήχο των χάλκινων στις λαϊκές γιορτές και τα πανηγύρια. Ήχος διθυραµβικός, µελωδικός, σαγηνευτικός, στιβαρός, μεγαλοπρεπής και έντονος. «Το παγανιστικό στοιχείο το δίνει καλύτερα η έμφυση μέσα στο όργανο παρά το γλίστρημα του δοξαριού στη χορδή», έχει δηλώσει άλλωστε ο ίδιος ο συνθέτης Δημήτρης Μαραμής.
Το έργο αυτό είναι ένα μεθυστικό κερί που ανάβει πάνω στο βωμό του νεοελληνικού πολιτισμού.

 

 

Ο Δημήτρης Μαραμής μιλά για το έργο

«[…] Στους Στοιχειωμένους έχουμε να κάνουμε με την προφορική παράδοση, με την ποίηση που σμιλεύτηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα μέσα στους χειμώνες της ιστορίας του τόπου μας. Ο τραγικός ποιητής είναι εδώ ο ανώνυμος λαός. Μέσα στα δημοτικά τραγούδια Του γιοφυριού της Άρτας και Του νεκρού αδελφού κρύβονται οι αρχέγονοι μύθοι που γέννησε ο πρωτόγονος ψυχισμός του ανθρώπου στο ξημέρωμα της ιστορίας του. Δεσμοί αίματος, σχέσεις μάνας και κόρης, μάνας και γιου, αδερφής και αδερφού, άντρα και γυναίκας, εραστή και ερωμένης.

Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να αποδεχθεί συναισθηματικά τον θάνατο, δεν αποδέχεται ποτέ το τέλος, κι ας του υπενθυμίζει η λογική πως είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να νικήσει. […]

Στους Στοιχειωμένους η συνθετική γλώσσα δομείται σε μια συνεχόμενη κι έντονα χορευτική μουσική, που ποικίλλει από διαφορετικούς κι εναλλασσόμενους ρυθμούς και χαρακτηρίζεται από ακατάπαυστη ροή μελωδικών σχημάτων. Πριν ξεκινήσω τη σύνθεση των Στοιχειωμένων έκανα μια αρκετά μεγάλη έρευνα στη μουσική παράδοση της χώρας μας, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Μεσογείου, συλλέγοντας στοιχεία με τα οποία εμπλούτισα το προσωπικό μου μουσικό ιδίωμα. Έγραψα μουσική με στόχο να υπηρετήσει τη δραματουργία των παραπάνω δημοτικών ποιημάτων. Για την ενορχήστρωση επέλεξα κυρίως ξύλινα και χάλκινα πνευστά, ώστε να βρίσκονται πιο κοντά στον διονυσιακό και παγανιστικό ήχο της υπαίθρου. Όσον αφορά στους οχτώ ερμηνευτές του έργου, οδηγήθηκα σε αυτούς με κριτήριο το γήινο χρώμα της φωνής τους. Μολονότι προέρχονται από διαφορετικούς μουσικούς χώρους, διακρίνονται όλοι για την αμεσότητα και την αυθεντικότητα της ερμηνείας τους […].».

 

 

Ο σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου μιλά για τους Στοιχειωμένους

«Σταθερός προσκεκλημένος και αφανής πρωταγωνιστής σχεδόν σε όλα τα δημοτικά τραγούδια είναι ο Χάρος, δηλαδή ο θάνατος. Η περιβολή του είναι μαύρη κι εργαλείο του το δρεπάνι, έρχεται να θερίσει με τους πιο απίθανους τρόπους τη ζωή των θυμάτων του αλλάζοντας διαρκώς μορφές. Πότε με τη μορφή κεραυνού, πότε με τη μορφή του νερού, πότε με τη μορφή της πέτρας, πότε με τη μορφή της ξενιτιάς, πότε σαν έφιππος καβαλάρης. […] Αν τα δημοτικά τραγούδια ήταν μόνο ιστορίες ανθρώπων, εύκολα θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε στο είδος της λογοτεχνίας τρόμου. Η εφευρετικότητα και η αγριότητα των περισσότερων ιστοριών, πλεγμένη πάντα με γνήσιο λυρισμό, είναι ομολογουμένως αριστοτεχνικής σύνθεσης. […] Τα δημοτικά είναι τελετουργικά τραγούδια γραμμένα ως επί το πλείστον για να συνοδεύουν γιορτές και τελετές μέσα στον κύκλο της ζωής των ανθρώπων. Κι ενώ, καταρχήν, οι ιστορίες αυτές φαίνονται να μιλούν μόνο για το θάνατο, στην πραγματικότητα είναι κομμάτια μιας ευρύτερης αφήγησης που πραγματεύεται το θάνατο και την αναγέννηση της φύσης. […]
Οι Στοιχειωμένοι του Δημήτρη Μαραμή αποτελούνται από τρία δημοτικά τραγούδια μελοποιημένα για έναν οκταμελή χορό. Μια βραδιά Αποκριάς, οκτώ νεκροί βγαίνουν απ’ τους τάφους τους για να μας τραγουδήσουν το θάνατό τους, να ζήσουν ξανά, να πεθάνουν ξανά και τραγουδώντας να γιορτάσουν τον αέναο κύκλο θανάτου και αναγέννησης της φύσης. Να γιορτάσουν τη “Μαύρη Γη”.».

 

 

Ταυτότητα παράστασης

Δημήτρης Μαραμής
Οι Στοιχειωμένοι
Σύγχρονο ελληνικό μιούζικαλ

Παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών

Βασισμένο στα αυθεντικά δημοτικά τραγούδια
Το γιοφύρι της Άρτας, Του νεκρού αδελφού
και Το στοιχειό της Χάρμαινας σε ποίηση Σωτήρη Τριβιζά

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου, Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019 | 20:00
Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

***

Η μουσικοθεατρική τριλογία του γνωστού συνθέτη τιτλοφορείται Οι Στοιχειωμένοι, αποτελεί παραγγελία του ΜΜΑ και ανεβαίνει στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη μόνο για δύο παραστάσεις, την Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου και την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019 στις 8 το βράδυ, σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου.

Συνολική διάρκεια: 100 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

***

Σύνθεση, μουσική διεύθυνση, πιάνο Δημήτρης Μαραμής
Σκηνοθεσία Θάνος Παπακωνσταντίνου
Σκηνικά-Κοστούμια Νίκη Ψυχογιού
Σχεδιασμός κίνησης Νάντη Γώγουλου
Σχεδιασμός φωτισμών Χριστίνα Θανάσουλα
Σχεδιασμός ήχου Παναγιώτης Πετρονικολός
Βοηθοί σκηνοθέτη Κωνσταντίνα Ψωμά, Μάριος Παναγιώτου
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου Έλλη Εμπεδοκλή
Μουσικός συνοδός Βικτώρια Φιοράλμπα Κιαζίμη

Διανομή με αλφαβητική σειρά:
Θοδωρής Βουτσικάκης Κωσταντής, Χορός
Βασίλης Δημακόπουλος Πρωτομάστορας, Χορός
Ελένη Δημοπούλου Λενιώ, Αρετή, Χορός
Νίκος Ζιάζιαρης Χορός, Στοιχειά, Μάστοροι, Άνεμοι
Αργυρώ Καπαρού Μάνα, Χορός
Βασιλική Καρακώστα Γυναίκα Πρωτομάστορα, Χορός
Λητώ Μεσσήνη Χορός, Πουλί, Άνεμοι
Σταμάτης Πακάκης Χορός, Στοιχειά, Μάστοροι, Άνεμοι

Τιμές εισιτηρίων
9 € (φοιτητές, νέοι έως 25 ετών, άνεργοι, ΑμεΑ, 65+, πολύτεκνοι) ● 12 € ● 18 € ● 26 € ● 32 € ● 38 € ● 45 € (Διακεκριμένη Ζώνη)

Εισιτήρια
210 72 82 333, megaron.gr
και σε όλα τα καταστήματα Public

 

 

Πληροφορίες
210 72 82 333
http://www.megaron.gr
https://www.facebook.com/megaron.gr
https://www.instagram.com/megaron_athens/
https://www.youtube.com/user/AthensConcertHall
https://twitter.com/MegaronAthens
https://plus.google.com/+MegaronGr
https://www.pinterest.com/megaronathens/

eirini aivaliwtouΉμασταν στη γενική δοκιμή των “Στοιχειωμένων”. Βαθύς διαλογισμός ευλαβικών καλλιτεχνών
Περισσότερα

Το “Eror” της Γεωργίας Σπυροπούλου, το “λάθως” της άδειας πόλης και το μουσικό γάντι του Alvise Sinivia

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μια εξαίρετη παράσταση – κονσέρτο για πιάνο – περφόρμανς και κινούμενη τοιχογραφία, που σχολιάζει τις ταλαντεύσεις της πόλης, είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

Το έργο της Γεωργίας Σπυροπούλου “Eror” (The pianist) εκφράζει την πολιτική, γεωγραφική και κοινωνική αστάθεια μέσα από την ψηφιακή αστάθεια, εισάγοντας το τυχαίο και το αλγοριθμικό σφάλμα στο μουσικό υλικό και τον ήχο. Οι χειρονομίες του πιανίστα, οι αναφορές σε άλλες μουσικές και οι καταγραφές ήχων της πόλης είναι επεξεργασμένες μέσα από ένα σύνθετο σύστημα μουσικής τεχνολογίας. Μια ηχο-γεωγραφία του λάθους μιας άδειας από κατοίκους πόλης, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, που παρουσιάστηκε στις 22 Φεβρουαρίου και θα επαναληφθεί στις 23 Φεβρουαρίου 2019.

Η συνθέτις Γεωργία Σπυροπούλου με «θητεία» δίπλα σε ονόματα όπως Philippe Leroux και Michael Levinas που επηρέασαν την καλλιτεχνική της πορεία, μας έδωσε μια παράσταση πολυεδρική, άλλοτε με μια αιθέρια ποιότητα κι άλλοτε με έναν σπινθηροβόλο υπαινιγμό δημιουργώντας παράξενες εικόνες και εντυπωσιακά οπτικοακουστικά περιβάλλοντα αξιοποιώντας σύγχρονη τεχνολογία αιχμής και ψηφιακά εργαλεία.

Tο “eror” είναι εμπνευσμένο από το «λάθως», έτσι όπως είναι γραμμένο στους τοίχους της Αθήνας, ένα σλόγκαν που το τυλίγει μια μυστικότητα. Σε μια άδεια από κατοίκους πόλη, ο μοναδικός επιζών είναι ένας μεταμφιεσμένος πιανίστας, ένας σύγχρονος ιππότης – μουσικός, ο οποίος επαναλαμβάνει επίμονα αυτή τη χαρακτηριστική λέξη. Παρότι το «λάθως» βρίσκεται μόνο στους τοίχους της Αθήνας, το έργο αφορά οποιαδήποτε πόλη και τα διάφορα «λάθη» του σύγχρονου πολιτισμού: λανθασμένη σύλληψη και ατυχήματα συστημάτων πληροφορικής, τρόμος και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, παραγωγή και συσσώρευση απορριμμάτων, όπως προϊόντων, εικόνων, πληροφοριών…

 

 

Ένα graffiti

Η συνθέτις Γεωργία Σπυροπούλου (ή Georgia Spiropoulos, όπως είναι διεθνώς γνωστή) έχει μετοικήσει εδώ και πολλά χρόνια στη Γαλλία όπου δημιουργεί αλλά και διεξάγει έρευνες πάνω στη μουσική και συνολικά τον ήχο στο IRCAM του Παρισιού. Τα έργα της είναι στην πλειονότητά τους κάθε άλλο παρά αποκλειστικά ηλεκτροακουστικά, με το θεατρικό στοιχείο να είναι εξίσου – ή και περισσότερο μερικές φορές – έντονο με το μουσικό και διερευνούν τη σχέση της μουσικής πράξης με την ανθρωπογεωγραφία, το κοινωνικό γίγνεσθαι και το πώς λειτουργεί κάθε μεμονωμένη προσωπικότητα εντός του. Ένα ακόμα από αυτά είναι το «Eror (The Pianist)», εμπνευσμένο, όπως φανερώνει και από ο τίτλος του, από ένα graffiti σε αθηναϊκό τοίχο που το αποτελεί η λέξη «Λάθως», για βίντεο, υπολογιστή και έναν πιανίστα/performer. Το λάθως, ένα γκράφιτι της street art, το βλέπουμε συχνά στους τοίχους της Αθήνας. Ως ελληνική λέξη με λίγα γράμματα και μυστηριώδη ανορθογραφία, προκαλεί το ενδιαφέρον και το μελάνι του ενεργοποιεί τη μνήμη. Ως σύνθημα κυμαίνεται στο ίδια πλαίσιο με αυτά της διαφήμισης, των σύντομων και εντυπωσιακών, κατανοητών «σλόγκαν».

Οι χειρονομίες του πιανίστα, οι αναφορές σε άλλες μουσικές και οι καταγραφές ήχων της πόλης είναι επεξεργασμένες μέσα από ένα σύνθετο σύστημα μουσικής τεχνολογίας. Μια ηχο-γεωγραφία του λάθους μιας άδειας από κατοίκους πόλης.

Ομαδική δουλειά

Η ιδέα της παράστασης βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ τέχνης και τεχνολογίας, συμπεριλαμβάνοντας μουσική, αυτοσχεδιασμό, περφόρμανς, οπτικές τέχνες -όπως video animation, φωτισμούς και σκηνογραφία-, μουσική τεχνολογία και τεχνολογίες ήχου. Η δουλειά της Γεωργίας Σπυροπούλου πάνω στο Eror βασίζεται πάνω σε μια ολιστική και ταυτόχρονη προσέγγιση όλων των στοιχείων του έργου, από τη σύλληψή του έως και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του. Πρόκειται για μια ομαδική δουλειά, στην οποία κάθε καλλιτέχνης, κάθε ειδικός, φέρνει τη γνώμη του και την ταυτότητά του.

Η απουσία βλέμματος

Το έργο γεννήθηκε μέσα από την εμπειρία και την παρατήρηση των πόλεων -της Αθήνας, του Παρισιού, της Νέας Υόρκης. Η απουσία του βλέμματος στους Αθηναίους και η μηχανική κίνηση της πόλης εν μέσω κρίσης αποτελούν σημαντικό στοιχείο της παράστασης. Ακόμα η απουσία του εδάφους και της γης την επαύριο των τρομοκρατικών επιθέσεων στο θέατρο Bataclan, στο Παρίσι, 13ης Νοεμβρίου 2015, και η (συλλογική;) επιθυμία να συναντήσουμε ξανά περπατώντας την πόλη. Η ανακάλυψη του Jean-Michel Basquiat της μετα-πρωτοπορίας με τις αινιγματικές φράσεις, επιγραφές στους τοίχους, γκράφιτι στο πολυπρόσωπο Queens της Νέας Υόρκης, γκράφιτι στην Αθήνα, συνάντηση με τον muralist και εικαστικό Woozy – Βαγγέλη Χούρσογλου με τα θαυμάσια σχέδια.

 

 

Ο πιανίστας

Ο Alvise Sinivia (Αλβίζ Σινιβιά) είναι απλώς μια αποκάλυψη. Για μας τουλάχιστον. Γάλλος πιανίστας, αυτοσχεδιαστής, συνθέτης και περφόρμερ, ο Σινιβιά συνεργάζεται με ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνών (χορευτές, χορογράφους, καλλιτέχνες του τσίρκου, video artists, ζωγράφους, εικαστικούς). Πνεύμα ανήσυχο, σε συνεχή αναζήτηση, ανανεώνει σταθερά τη σχέση του με το πιάνο, εξερευνώντας εδώ και αρκετά χρόνια τις παραδοξότητες του οργάνου, τα όρια του ήχου και της φυσιολογίας του.

Στην παράσταση «Eror» ο Alvise Sinivia μεγαλουργεί σαν τον «ψαλιδοχέρι». Χρησιμοποιεί διευρυμένες τεχνικές παιξίματος και μοντέλα δράσης γύρω από το πιάνο. Είναι εξαντλητική η έρευνα γύρω από τις ηχητικές δυνατότητες του πιάνου που έχει γίνει από τον ίδιο και τη συνθέτιδα. Παίξιμο στο εσωτερικό σου, στις χορδές, στο μέταλλο και το ξύλο. Χρήση διαφόρων αντικειμένων και ενός νέου «γαντιού» που δημιουργήθηκε ειδικά για την παράσταση από το IRCAM, ένα πρωτότυπο που ονομάστηκε «Γάντι Eror».

Μουσική αφήγηση

Στο «Eror», ο θεατής καλείται να αφεθεί στο μουσικό τοπίο και να δημιουργήσει τη δική του αφήγηση, αφήνοντας ελεύθερη τη φαντασία του. Η αστάθεια βρίσκεται μέσα στην ίδια τη διεργασία της δημιουργίας του έργου, το οποίο εξελίσσεται συνεχώς, όπως και μια μουσική προφορικής παράδοσης. Στοιχεία του έργου είναι ο αυτοσχεδιασμός, όσον αφορά το μουσικό υλικό, τις δυναμικές, τα ηχοχρώματα, τις περιοχές του πιάνου, τις ταχύτητες και το ρυθμό. Όσον αφορά τη δομή, το έργο αποτελείται από 16 τμήματα, 6 επεισόδια για πιάνο, 8 ηλεκτροακουστικά ιντερλούδια και σκηνικές δράσεις συνδεδεμένες με τους ήχους. Στα ηλεκτροακουστικά ιντερλούδια περιλαμβάνονται σινιάλα -κόρνες, σειρήνες, συναγερμοί-, παραμορφωμένοι αστικοί ήχοι, συνθετικές φωνές και φωνές υπολογιστή, φωνητικά περιβάλλοντα ηχογραφημένα από τη συνθέτιδα. Στην επεξεργασία του ήχου υπάρχει η εισαγωγή αλγοριθμικού λάθους. Λάθη που ανακαλύπτονται ή που δημιουργούνται σκόπιμα στο προκαθορισμένο μέρος των ηλεκτρονικών και σε αυτό που δημιουργείται σε πραγματικό χρόνο.

Η παράσταση «Eror» είναι μια πραγματικά τολμηρή και ριζοσπαστική δουλειά. Μια παράσταση με δημιουργική λάμψη και συγκινησιακή δύναμη, που ενσαρκώνει ό,τι πιο ουσιαστικό έχει να επιδείξει το σύγχρονο μουσικό θέατρο πέρα από το ταλέντο: επιστημονική έρευνα, καλλιτεχνική ευαισθησία και τεχνολογική καινοτομία.

Συγχαρητήρια στην πρωτοπόρα Γεωργία Σπυροπούλου, στον πολυσχιδή Alvise Sinivia και σε όλους τους μοναδικούς συντελεστές.

Το έργο είναι ανάθεση και παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, σε συμπαραγωγή με το IRCAM – CENTRE POMPIDOU της Γαλλίας.

 

 

  • Η Γεωργία Σπυροπούλου είναι μουσικός και συνθέτις, γεννημένη στην Αθήνα το 1965. Το έργο της περιλαμβάνει συνθέσεις για μουσικά και φωνητικά σύνολα, ηλεκτροακουστική και μεικτή μουσική, μουσικό θέατρο και οπτικο-ηχητικές εγκαταστάσεις. Σπούδασε σύνθεση και ηλεκτροακουστική μουσική στο Παρίσι με τον Philippe Leroux, ανάλυση φόρμας με τον Michaël Lévinas, σύνθεση και μουσική τεχνολογία στο IRCAM, ενώ φοίτησε επίσης στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS). Το 2017-18 δίδαξε σύνθεση στο Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ, στην Έδρα Διακεκριμένου Επισκέπτη Καθηγητή, και είχε τη διεύθυνση του Στούντιο Ψηφιακής Σύνθεσης.

Έχει λάβει αναθέσεις από πολλούς φορείς (Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού, Υπουργείο Πολιτισμού του γερμανικού κρατιδίου Βάδης-Βυρτεμβέργης, IRCAM-Κέντρο Πομπιντού, Γαλλική Ραδιοφωνία, Haus der Kulturen der Welt του Βερολίνου, Μασσαλία – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2013, Sacem, Muse En Circuit, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση) και τα έργα της έχουν παρουσιαστεί από πολλά μουσικά σύνολα, χορωδίες και σολίστ (Ensemble Intercontemporain, L’Itinéraire, 2E2M, Ars Nova, Sillages, San Fransisco Contemporary Music Players, Nikel, dissonArt, Accentus, Cris de Paris κ.ά.).

Της έχει απονεμηθεί ο τίτλος του Ιππότη Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας.

  • Ο Alvise Sinivia (πιάνο) σπούδασε στο Conservatoire National Supérieur de Musique et de Danse de Paris κοντά στον Alain Planès και τον Emmanuel Strosser. Αφοσιωμένος στη σύγχρονη δημιουργία, συνεργάζεται συχνά με συνθέτες και συμμετέχει στην Orchestre de Nouvelles Créations, Expérimentations et Improvisations Musicales. Ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής της κολεκτίβας WARNING, αναλαμβάνει επίσης πρωτοβουλίες για διάφορα πρότζεκτ με μουσικούς της γενιάς του (Olivier Stankiewicz, Giani Caserotto, Vincent Le Quang). Την περίοδο 2016-17, ήταν υπότροφος στη Villa Medici (όπου στεγάζεται η Γαλλική Ακαδημία στη Ρώμη) στον τομέα της περφόρμανς, όπου εμβάθυνε την έρευνά του στη σχέση ανάμεσα στην κίνηση και τον ήχο.

 

 

eror (The Pianist) της Γεωργίας Σπυροπούλου

ΕRROR ERRORHighlights από τις πρόβες του #eror (The Pianist) της Γεωργίας Σπυροπούλου. Το πιάνο του Alvise Sinivia συναντά τις ηχογραφήσεις της Αθήνας, τα graffiti της πόλης ζωντανεύουν στην Κεντρική Σκηνή και ένα αυτοσχέδιο “λάθως” κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στη Στέγη, 22-23 Φεβρουαρίου. Μια διεθνής συμπαραγωγή με το IRCAM. Αγoράστε τα εισιτήριά σας, εδώ: https://www.onassis.org/el/whats-on/eror-the-pianist

Δημοσιεύτηκε από Στέγη Ιδρύματος Ωνάση / Οnassis Cultural Centre Athens στις Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

 

Συντελεστές

Σύλληψη, Μουσική Σύνθεση, Σκηνοθεσία: Γεωργία Σπυροπούλου

Video Animation: bestbefore – Ανδρέας Καραουλάνης

Σχεδιασμός Μουσικής Υπολογιστών: IRCAM – Benjamin Lévy

Εικαστικά Σχέδια: Woozy – Βαγγέλης Χούρσογλου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Arnaud Jung

Πιάνο/Σολίστ: Alvise Sinivia

Βοηθός σκηνοθέτη, σκηνογραφία, κοστούμια: Sylvie Martin-Hyszka

Μηχανικός ήχου IRCAM: Sylvain Cadars

Βίντεο “Images d’une oeuvre”: IRCAM – Sabine Massenet

Υπεύθυνη παραγωγής: Ρένα Ανδρεαδάκη

Υπεύθυνη παραγωγής για το IRCAM: Aurella Ongena

Ανάθεση και Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Συμπαραγωγή: IRCAM – Centre Pompidou

Η Γεωργία Σπυροπούλου έχει ωφεληθεί από την υποστήριξη του Abbaye Royal de Fontevraud

***

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ημερομηνία:Πέμπτη 22 & Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2019

Ώρα έναρξης: 20.30

Καλλιτέχνης: Georgia Spiropoulos

Χώρος: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση | Λεωφ. Ανδρέα Συγγρού 107, Αθήνα

Σημεία Προπώλησης: Σημεία πώλησης εκτός Στέγης | Στα καταστήματα Public | Στο κατάστημα IANOS της οδού Σταδίου (η αγορά εισιτηρίων πραγματοποιείται μόνο με μετρητά)

Τιμή εισιτηρίου: Κανονικό: 7, 12 € // Μειωμένο, Φίλος, Παρέα 5-9 άτομα: 10 € // Παρέα 10+ άτομα: 9 € // Κάτοικος Γειτονιάς: 7 € // ΑμεΑ, Ανεργίας: 5 € | Συνοδός ΑμεA: 7, 10 €

 

 

eirini aivaliwtouΤο “Eror” της Γεωργίας Σπυροπούλου, το “λάθως” της άδειας πόλης και το μουσικό γάντι του Alvise Sinivia
Περισσότερα