Κριτική παρουσίαση

Ο Μάνος Λαμπράκης ανατρέχει στην παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή “Καθαροί, πια” (Sarah Kane)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ολοκληρώθηκε από τον Μάνο Λαμπράκη η προετοιμασία του βιβλίου του για την παράσταση του έργου της Sarah Kane “Καθαροί, πια” σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Ο συγγραφέας υπήρξε καλλιτεχνικός συνεργάτης του Λευτέρη Βογιατζή και της νέας ΣΚΗΝΗΣ από το 2000 έως το 2013.

Το έργο της Σάρα Κέιν «Καθαροί, πια» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2001 σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη, σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, σκηνικό Λίλης Πεζανού, κοστούμια Κωνσταντίνου Ζαμάνη, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου, μουσική Κωνσταντίνου Βήτα, κίνηση Δημήτρη Παπαϊωάννου. Στο θέατρο «Ροές» (Ιάκχου 14, Γκάζι).

Το βιβλίο αναφέρεται στην περίοδο των προβών και της παράστασης. Πιθανός τίτλος: «… και μετά καταστράφηκαν».

Ο Μάνος Λαμπράκης, στο κείμενο που ακολουθεί, αποτυπώνει κάποιες από τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής:

 

 

Σεπτέμβριος 2000

Πρώτη ανάγνωση του έργου της Sarah Kane “Καθαροί, πια”

  • Στην (αρχική) φωτογραφία η πρώτη διανομή του έργου:

Tinker: Λευτέρης Βογιατζής
Grace: Αμαλία Μουτούση
Graham: Νίκος Κουρής
Rod: Χρήστος Λούλης
Carl: Δημήτρης Παπαϊωάννου
Robin: Γιάννος Περλέγκας
Γυναίκα: Αγγελική Στελλάτου

***

Μου ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματός του, στην οδό Αλωπεκής στο Κολωνάκι.

Φοράει ένα προσκοπικό σορτσάκι, εμπριμέ πουκάμισο και σαγιονάρες.
«Καλησπέρα. Τι κάνεις;» μου χαμογελάει. Στο σπίτι επικρατεί μια αναστάτωση. Μου ζητάει συγγνώμη για ένα λεπτό. Πηγαίνει έξω στις γλάστρες της βεράντας και κάτι ψάχνει. Επιστρέφει μέσα.

«Κάθισε, μην στέκεσαι όρθιος. Με συγχωρείς για την αναστάτωση, μετακομίζει η Ειρήνη. Ο γιατρός της είχε απαγορεύσει το κάπνισμα. Κρύβει τσιγάρα στις γλάστρες. Μήπως έχεις ένα τσιγάρο;» με ρωτάει.
«Όχι, δεν καπνίζω» του λέω.

Του είχα στείλει το βιογραφικό μου, πριν από ένα χρόνο. Το βρήκε ανάμεσα σε κάτι εφημερίδες που συγκεντρώνει μήνες, πριν από μερικές μέρες. Μου έχει τηλεφωνήσει να μου ζητήσει συγγνώμη, που δεν του είχε δώσει σημασία τόσο καιρό, με ρωτάει αν εργάζομαι τώρα κάπου αλλού, ψάχνει βοηθό για το χειμώνα.

Ιούλιος του 2000.
Απέναντί μου κάθεται ο Λευτέρης Βογιατζής. Αφού έχουν περάσει μερικά πρώτα λεπτά αμηχανίας, ανάμεσα στα οποία με ρωτάει αν έχω καλή μνήμη κι εγώ εντελώς αυθορμήτως, του απαντάω ότι, εξαρτάται από το τι είδους μνήμη εννοεί, καθώς σίγουρα ναι, δεν θα μπορούσα μέσα σε αυτά τα πρώτα λεπτά, να αριθμήσω με ακρίβεια πόσες φορές κουνήθηκε το αεικίνητό του χέρι που, παράλληλα με την αργοπορημένη σημασία που πρέπει να μου δώσει, ξεφυλλίζει εφημερίδες, ψάχνει έναν τηλεφωνικό αριθμό ενώ παραλλήλως πίνει τσάι – μου μιλάει για τον αγαπημένο του γάτο, τον Νανούκ, που το σκάσε πριν από ένα χρόνο και ξάδερφο του οποίου, συνάντησε πριν από μερικές μέρες, περνώντας με το μηχανάκι του έξω από θέατρο Αλίκη, το σπίτι του στην Άνδρο, που δεν ξέρει αν θα προλάβει το τελευταίο καράβι αύριο, ώστε να κάνει ένα μπάνιο στην παραλία, μετά το Μπατσί, πριν από τη δύση του ήλιου, κι επιτέλους μετά από αρκετή ώρα τυχαίας ανάλωσης σε στοιχεία του πρόσφατου οικιακού του βίου, μιλάμε για το θέατρο.

Δεν έχω δει όλες του τις παραστάσεις, η πιο πρώιμη σχέση μου ως θεατής ήταν στο μικρό κηποθέατρο στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου διαβάζει ανάλεκτα κειμένων του Μάνου Χατζιδάκι, σε επιμέλεια της Ειρήνης Λεβίδη, συνοδεία μουσικών θεμάτων από την κιθάρα του Γιώργου Μουλουδάκη, η πιο πρόσφατη εκείνη των «Περσών» στην Επίδαυρο.

Του έχω στείλει ένα συνοπτικό μου βιογραφικό, όπως έχω στείλει άλλα 30 – 40 σε εταιρείες παραγωγής, θέατρα και ιδιωτικά μουσεία Τέχνης. (Το όνειρό μου εκείνη την εποχή, είναι να δουλέψω ως βοηθός σκηνοθέτη ή στην παραγωγή στο Θέατρο Τέχνης-Κάρολος Κουν).

Απλά και μόνο, για να περνάω την ημέρα μου στο υπόγειο της οδού Πεσμαζόγλου, που είχα λατρέψει από τις αναγνώσεις των αναμνήσεων των συνεργατών του, στα εφηβικά μου χρόνια, αναζητώντας ανάμεσα στις άδειες καρέκλες του ηλεκτρολογείου και του μικρού γραφείου του (εκεί όπου μετά τον θάνατό του, όλοι όσοι περάσανε από το κατώφλι του Τέχνης, θεωρούσαν αγίασμα, να αξιωθούν να καθίσουν για δευτερόλεπτα έστω στην πολυθρόνα φετίχ – θρόνο του Δασκάλου), στον διάδρομο αριστερά, το συναρπαστικό φάντασμα του, άγνωστου σε μένα, Καρόλου Κουν.

Δεν μπήκε όμως ποτέ κανένας, ούτε από εκεί, στον κόπο να μου απαντήσει, ότι οι θέσεις ήταν όλες κατειλημμένες, μολονότι στην επιστολή που συνόδευε το σύντομο βιογραφικό μου, γινόταν σαφές ότι προσφερόμουν ακόμα και αμισθί να εργαστώ ως συμπληρωματική πρακτική εξάσκηση.

Οι φίλοι μου από το εξωτερικό, μου στέλνουν email συμπαράστασης στην απογοήτευση των σκοτεινών βουβών εκείνων μηνών, λέγοντάς μου πως μάλλον είμαι overqualified για την «ελληνική αγορά». Μου βρίσκουν σπίτι, να επιστρέψω στο Λονδίνο. Αν θέλω.

Μόλις έχει λοιπόν πάρει στα χέρια του ολοκληρωμένη τη μετάφραση του έργου της Sarah Kane από την Τζένη Μαστοράκη, «Cleansed». Ένα πρωί, τον Φεβρουάριο του 1999, του έχει τηλεφωνήσει ο Ντασέν, να του πει ότι διάβασε σε μια αμερικανική εφημερίδα, ότι αυτοκτόνησε η μεγαλύτερη νέα Βρετανίδα συγγραφέας.

Του λέει να βρει και να διαβάσει το έργο της Blasted. O Βογιατζής το γνωρίζει ήδη από τη γερμανική του μετάφραση, που βρίσκεται χαμένη μέσα σε κάποιο γερμανικό Theaterheute, κάτω από τους πάκους των εφημερίδων – δεν του ξεφεύγει καλό τίποτα. Την επόμενη μέρα o Ντασέν, του στέλνει και το πρωτότυπο αγγλικό που έχει στην κατοχή του. Καταλήγει ωστόσο, μετά από συνεργασία με το Δημήτρη Παπαϊωάννου και την Αγγελική Στελλάτου, οι οποίοι και θα επωμιστούν για πρώτη φορά ρόλους ηθοποιών, στο έργο «Cleansed».

To απόγευμα της πρώτης μας συνάντησης, χωρίς να με έχει ενημερώσει, γίνεται η πρώτη ανάγνωση της μετάφρασης, παρουσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου, της Αγγελικής Στελλάτου, της Αμαλίας Μουτούση και του Νίκου Κουρή, τους οποίους συναντάω πρώτη φορά εκεί. (Οι άλλοι δύο ρόλοι που λείπουν, συμπληρώνονται μετά από μέρες εξαντλητικών ακροάσεων προβών, από τους νεοεμφανιζόμενους τότε Χρήστο Λούλη και Γιάννο Περλέγκα).
Μετά το τέλος της ανάγνωσης από το Βογιατζή, μένουμε όλοι βουβοί.

Η Αμαλία Μουτούση σκουπίζει τα δάκρυά της. Ο Κουρής καπνίζει μανιωδώς PRINCE.
Σιωπή. Ανανεώνονται τα ραντεβού για καινούργιες αναγνώσεις – δεν μοιράζει σε κανέναν μας ακόμα αντίγραφο (δεν επιθυμεί κανένας από τους ηθοποιούς να μελετήσει σπίτι τίποτα ακόμα, θέλει η διαδικασία προς το παρόν να αποτελεί κοινή εξερεύνηση του ΤΩΡΑ).

Η Αμαλία ετοιμάζει τσάι στην κουζίνα της Ειρήνης, που έχει πια μετακομίσει στο δικό της σπίτι, οι υπόλοιποι βάζουμε λίγη τάξη εξοικονομώντας κάποιες άδειες θέσεις πάνω στον καναπέ του πατρικού του σπιτιού (εξοργίζοντας κάποιες φορές τον Βογιατζή που μέσα στην πολυσυλλεκτική του αταξία, διαταράσσουμε την πιο προσωπική του τάξη) που κάνει χρήση μέρους του σκηνικού διακόσμου, από τα παραβάν του Αλέκου Λεβίδη της “Συμφοράς από το πολύ μυαλό”, την τραπεζαρία από το “Ρίττερ Ντένε Φος”, τις στρογγυλές λάμπες από το “Με Δύναμη από την Κηφισιά”.

***

Το υπόλοιπο καλοκαίρι το μοιράζομαι μαζί με τον Βογιατζή και τον Παπαϊωάννου, που έχει αναλάβει εκτός από την επιμέλεια της κίνησης και την επιμέλεια των κουστουμιών, ανάμεσα στο σπίτι του Λευτέρη, στο γραφείο της Λίλης Πεζανού στα Εξάρχεια, και στο δικό μου σπίτι στη Στρατιωτικού Συνδέσμου.

Ο Βογιατζής επιμένει με σθένος που εκνευρίζει, στην ολοκληρωμένη κατασκευή 4 διαφορετικών σκηνικών συστημάτων, τα οποία κατασκευάζει σε μακέτες ακριβείας η Πεζανού, ο Παπαϊωάννου τοποθετεί σε μια πρώτη εκδοχή κίνησης την ανθρώπινη μικροκλίμακα στις μακέτες κι ο Βογιατζής τα φωτογραφίζει για να μελετήσει σπίτι. Πρέπει να αποφασίσει με τη βοήθεια των υπολοίπων, ζητάει πάντα τη συνυπευθύνοτητά τους, στην τελική επιλογή – σε ποια περιοχή σκηνικής έρευνας, να κινηθεί.

Αντιλαμβάνομαι πως ο σκηνικός χώρος, είναι το πρώτο εργαλείο του Βογιατζή, πριν από την απαίτηση της σκηνικής συνέργειας των ηθοποιών. Η μοναδική σκηνοθεσία που καταθέτει, είναι μέσα από το γκρέμισμα και την αναδόμηση του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων. Αυτή θέλει να είναι και η μοναδική για αυτόν μονογραφία. Αρχές Σεπτεμβρίου καταλήγει στη μακέτα.
Αρχίζουν οι πρόβες σε ένα εγκαταλειμμένο διαμέρισμα του Πικιώνη, πάνω από από το θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Κάτω κάνει πρόβες ο Δημήτρης Μαυρίκιος
με την Αλέκα Παΐζη, για το “Έβδομο Ρούχο” της Φακίνου. Γνωρίζω από κοντά την Αλέκα Παΐζη. Της μεταφέρω τους χαιρετισμούς της γιαγιάς μου από την Κρήτη, μαζί με ένα ρόδι από τον κήπο του παλιού της σπιτιού.
Έζησαν γειτόνισσες στον Άγιο Ματθαίο στο Ηράκλειο. Η αδερφή της, δασκάλα δημοτικού τότε, έβγαινε στο μπαλκόνι μετά τη δύση του Ήλιου και τους έπαιζε Schubert και Τσιτσάνη, σε ένα παλιό ρώσικο βιολί.

Οι πρόβες είναι συγκλονιστική εμπειρία, για ένα ψαρωμένο πρωτάκι σαν εμένα.
Ζητάει, άγρια πολλές φορές, με πολλή αγάπη ωστόσο, από τους ηθοποιούς να ξεχάσουν τα αυτονόητα που έχουν μάθει από τις δραματικές σχολές. Μπαίνει βαθιά μέσα στις λέξεις. Ψάχνει από την αρχή. Μελετά με τρόπους που δεν ξέρει, με τρόπους όμως που ενέχουν επιστημονική ακρίβεια νυστεριού γλωσσολόγου. (Αν και μας εκμυστηρεύεται πως βρέθηκε στο θέατρο εντελώς τυχαία και μεγάλος σε ηλικία. Οινοπαραγωγός στη Σάμο ήθελε να γίνει μετά τις σπουδές στην Αγγλική Φιλολογία). Είναι εμφανής η γερμανική του μαθητεία στη Βιέννη και το σεμινάριο του Max Reinhardt. Κατά τη διάρκεια της πρόβας, αφαιρείται, μιλάει για τον μπαμπά του και τη μαμά του, που έχουν φύγει πριν από μερικά χρόνια, τα γλυκά «βασανιστήρια» που τον υπέβαλε ο αδερφός του, η Κάλλας δουλεύει σε μπακάλικο, τον γάτο Νανούκ που έχει εξαφανιστεί και τον έχει εξοργίσει ακόμα και μετά από ένα χρόνο περιπλανώμενης αλητείας.

Η Sarah Kane τον πανικοβάλλει κάποιες στιγμές. Θέλει αέρα. Όλοι μας. Στα διαλείμματα τηλεφωνεί στην Ειρήνη, μιλάει με τη διευθύντρια παραγωγής, με τους ιδιοκτήτες και τον δικηγόρο του θεάτρου «Ροές». Η συμφωνημένη παράδοση του χώρου, που ανακατασκευάζεται εκ βάθρων, μετά από δικές του υποδείξεις, καθυστερεί. Κάτι συμβαίνει. Με τις άδειες, με το υψηλό ενοίκιο, με κάτι. Αυτό τον εξαντλεί.

«Έχω καταστραφεί» μονολογεί συνέχεια. Τελειώνει η περίοδος των αναγνώσεων γύρω από το τραπέζι και θέλει να μπει πια, στη σκηνική εφαρμογή in situ.

***
Μετά την πρόβα κάθε βράδυ παίζει με τη Ρένη Πιττακή στο τελευταίο έργο του Πίντερ «Τέφρα και σκιά». To βράδυ, έχει ραντεβού με την Τζένη Μαστοράκη στο καμαρίνι του. Τρώει στο πόδι ζεσταμένο στο κατσαρολάκι της μαμάς του φαγητό, από τη συνοικιακή ταβέρνα και πίνει δύο ποτήρια κρασί.
Εμπιστεύεται απόλυτα το γλωσσικό ένστικτο της Μαστοράκη. Συζητάνε επί ώρες τη νέα εκδοχή μιας λέξης. Του αρέσει δυο μέρες, μετά επιστρέφει στην παλιά, μέσα από μια τυχαία κίνηση της Αμαλίας του αρέσει η νέα ξανά.
Κατοχυρώνεται.
Ένα βράδυ του τηλεφωνεί η γυναίκα του πολύ σημαντικού λυρικού τραγουδιστή αδερφού του, Σταμάτη, από την Αυστραλία. Ο αδερφός του πεθαίνει. Θέλει να τον δει. Ο Λευτέρης δεν μπαίνει ποτέ σε αεροπλάνα. Τηλεφωνεί στην Ειρήνη, του βγάζει εισιτήρια για Σίδνεϊ, το επόμενο πρωί, τον πάω στο Ελληνικό με ταξί και το Χρήστο. Τρέμει στην ιδέα του πολύωρου ταξιδιού. Του αγοράζω από το φαρμακείο βαλεριάνα. Δεν θέλει φάρμακα. Επιστρέφει από την Αυστραλία μετά από 3 μέρες, αγκαλιά με μια βαλίτσα γεμάτη από τα προσωπικά ρούχα και την τέφρα του αδερφού του. Το έργο της Sarah Kane από την ανάποδη γραμμένο αυτή τη φορά. Το ίδιο βράδυ έχει παράσταση. Το τεφροδοχείο του αδερφού του, ακουμπισμένο ευλαβικά, κάτω από την αφίσα της Μεγάλης Μαγείας του Giorgio Strehler. Έξω από το καμαρίνι τον περιμένει ο Harold Pinter και η Antonia Frazer.

***
Ξαναρχίζουμε πρόβες. Προσωπικές ήρεμες καλλιτεχνικές διαφωνίες με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου σηματοδοτούν την πρώτη αποχώρηση του θιάσου. Ο Παπαϊωάννου θα κρατήσει πια μόνο το κομμάτι της επιμέλειας κίνησης. Μετά από ένα μήνα, θα ακολουθήσει το δρόμο του Δημήτρη και η Αγγελική Στελλάτου, φανερά συγχυσμένη με την υποκριτική και την ακριβείας διδασκαλία του Βογιατζή. Μπαίνει στην πρόβα ο μουσικός Κωνσταντίνος Βήτα. Αρχίζει το πολύ σοβαρό κομμάτι της μουσικής. Με αφήνει να μοιρασθώ την ευθύνη της ενημέρωσης, για τον απαιτούμενο τρόπο λειτουργίας της μουσικής. Ο Κωνσταντίνος αρχίζει να μου φέρνει cd. Τα δοκιμάζουμε στις αλλαγές των σκηνών.

 

Σχέδιο του Κ. Βήτα

 

Ο Βογιατζής ζητάει κι άλλες εκδοχές. Και αντίγραφα cd. Μελετάει το βράδυ σπίτι του. Μου δίνει μια πρώτη εκδοχή της σειράς της μουσικής. Μου ζητάει να γράψω τους στίχους του παιδικού τραγουδιού, που θα τραγουδήσει η Μουτούση και ο Κουρής. Έρχεται στην παρέα μας η Αλεξία Καλτσίκη, στον ρόλο της χορεύτριας του peep show. Mας τη συστήνει ο Λούλης, που έχει επωμιστεί και τον serial killer ρόλο του Βογιατζή στη διάρκεια των προβών. Έρχεται και ο Θάνος Σαμαράς.

***
Διορθώνει πάνω στον Λούλη και την κίνηση και την εκφορά του νοήματος των λέξεων, που θα μιλήσει ο ίδιος ως Tinker μερικούς μήνες μετά. Στην πρόβα επικρατεί ένταση. Η ιδιοκτησία του θεάτρου καθυστερεί την παράδοση του θεάτρου, κάνουμε πρόβες ανάμεσα σε κάδους μπάζων, υγρασία και υπερβολικό κρύο. Ζεσταινόμαστε με σόμπες υγραερίου. Πέφτει συνέχει η τάση του ρεύματος. Μικροατυχήματα.

 

Στίχοι του Κ. Βήτα για το τραγούδι των Beatles

 

Εντάσεις από κούραση και από δυσκολία ενσωμάτωσης, σε έναν υποκριτικό κώδικα που απαιτεί το άνοιγμα παράλληλα όλων των αισθήσεων, σε διαρκή δράση αντίδραση, επιβάλλει μετά μια δύσκολη πρακτική επαλήθευση, η οποία ενίοτε διακόπτεται, για να επιστρέψει στις εννοιολογικές καταγραφές και αναλύσεις των πρώτων πρώτων μηνών πρόβας. Πανικός. Η Μαστοράκη τηλεφωνεί μέσα στη νύχτα στο κινητό, σε ανοικτή ακρόαση, μας ανακοινώνει την αποστολή, μέσω fax, της μετάφρασης του τίτλου του έργου. Το fax διαβάζεται πρώτη φορά από το Βογιατζή.

«Καθαροί, (κόμμα) πια». Μεταφέρουμε πράγματα από το καμαρίνι της οδού Κυκλάδων στις Ροές. Παίρνει μαζί του μονάχα τις φωτογραφίες του Χορν και της Λαμπέτη. Η Λαμπέτη του υπογράφει, λίγες μέρες πριν εξαερωθεί στην Αθανασία, τις τελευταίες της λέξεις.

Στον Λευτέρη, με αίνιγμα.

Ψάχνει και μια να βάλουμε σε κορνίζα της Sarah. Που έχει λατρέψει. Του βρίσκω μια από τη Γερμανία. Πέφτει κατά λάθος απάνω της κρασί, την ξεπλένει και τον πιάνω
στο καμαρίνι του να τη σιδερώνει κρυφά, όπως σιδερώνουν οι έφηβοι πάνω στις μπλούζες σιδερότυπα από τον Μπλέηκ ή τη Σούπερ Κατερίνα.

«Συγγνώμη, σου κατέστρεψα τη φωτογραφία» μου λέει.

Η Μουτούση και ο Κουρής αντιμετωπίζουν με τη μεγαλύτερη άνεση, τις προκλητικά αθώες σκηνές του γυμνού. Τα άγια σώματά τους που δεν είναι πια δικά τους, αλλά της Grace και του Graham – αποτυπώνουν την ιδιαίτερα σκληρή ποιητική γλώσσα της Sarah Kane.

Ο Βογιατζής με πολύ μεγάλο εκνευρισμό βγάζει τα ρούχα του στη γενική δοκιμή, που πραγματοποιείται 3 ώρες πριν από την πρεμιέρα. Η Αθήνα γνωρίζει πρώτη φορά την Sarah Kane και σοκάρεται. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, αρκετοί θεατές αποχωρούν. Άλλοι καθηλωμένοι στις θέσεις τους, κλαίνε με λυγμούς.

Τελειώνει η παράσταση και αρκετές φορές ο κόσμος δεν ξέρει αν πρέπει να χειροκροτήσει ή να αποχωρήσει απλά βουβός. Κάποιοι κάνουν τον σταυρό τους. Έχει τελειώσει για εκείνους, μια αποκαλυπτική προσωπική θρησκευτική λειτουργία. Ο Βογιατζής πίσω από το σκηνικό κρατάει σημειώσεις για υποκριτικές και πρακτικές δυσρυθμίες της παράστασης. Τις μοιράζει σαν αντίδωρο, καθημερινά, μετά το τέλος της παράστασης. Κάποιοι τις πετάνε στα σκουπίδια. Παραπονιέται πως δεν μπορεί να κάνει πια, έτσι θέατρο. Δεν έχει χρόνο να αφιερώσει στη δική του υποκριτική. Φροντίζει περισσότερο τους άλλους. Μια μέρα προσγειώνεται πάνω από το κεφάλι μου, στη σκηνή, μπροστά στους ηθοποιούς, ένα κάθισμα. Ο θεατής φανερά ενοχλημένος, αποχωρεί.

«Είστε ανώμαλοι! Όλοι!».

Μια άλλη μέρα σπάει μια αλυσίδα από το σκηνικό της Πεζανού. Επικρατεί πανικός. Οι θεατές νομίζουν ότι είναι μέρος των ανύπαρκτων θεατρικών εφέ της παράστασης. Η παράσταση συνεχίζεται. Μετά ακολουθεί μικρός συνδικαλιστικός οίστρος – εκνευρισμός των ηθοποιών.
Ευτυχώς για λίγο. Ο Λευτέρης στεναχωριέται. Έχει εξασφαλίσει πρώτα – πρώτα στο maximum των δυνατοτήτων του, την σκηνική τους υποκριτική ασφάλεια.
Κανείς δεν έχει προβλέψει τα υπόλοιπα. Λίγες μέρες μετά, τραυματίζεται στο πόδι η Μουτούση. Αρνείται να πάρει εκείνη την ευθύνη της έκτακτης ακύρωσης παραστάσεων των τελευταίων εβδομάδων. Παίζει κανονικά με πατερίτσες.

***

Τη φωτογραφίζει μαζί με τον Κουρή εκτάκτως το Wallpaper με φόντο την Ακρόπολη. Πάλι πρόβες για να τελειοποιηθεί η σκηνική εκδοχή της παράστασης με τις πατερίτσες της Αμαλίας, αυτή τη φορά μέσα στο πλάνο.
Τελειώνει η παράσταση.

Κρατάω μοναδικό ενθύμιο, ένα σκισμένο πουκάμισο της Grace/ Graham, που μαζεύω από τα σκουπίδια.

Κι έναν ματωμένο ψεύτικο υάκινθο.

(2010)

 

Αφιέρωση του Λευτέρη Βογιατζή στο βιβλίο επισκεπτών του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού. “Μου φαίνεται περίεργο ίσως και αστείο να μου ζητούν να υπογράψω στο βιβλίο του Ηρωδείου όπου ερχόμουν από μικρό παιδάκι, έζησα τόσα καλλιτεχνικά γεγονότα, αργότερα έπαιξα σε αυτό τρείς φορές Αριστοφάνη, και σήμερα πατώ ως σκηνοθέτης του Αμφιτρύωνα. Είναι μια αρκετά μεγάλη πορεία που ελπίζω να διατηρήσει την αξία της να μην υποτιμηθεί. Ειδικά οι νεώτεροι να ζήσουν, κάποιες εμπειρίες άξιες λόγου. Λευτέρης Βογιατζής 20 Σεπτεμβρίου 2012”

 

 

Ο Μάνος Λαμπράκης γεννήθηκε το 1978 στο Ηράκλειο Κρήτης.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης και μετεκπαιδεύτηκε στην Αρχαιολογία (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), στην Πολιτιστική Διαχείριση (ΕΚΠΑ) και στην Ιστορία του Θεάτρου (University of Warwick). Υπήρξε καλλιτεχνικός συνεργάτης του Λευτέρη Βογιατζή από το 2000 έως το 2013.

Το πρώτο του θεατρικό κείμενο «Happy Birthday» ανέβηκε από το θίασο «Nέες Μορφές» το 2002 κι εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 11η Biennale νέων καλλιτεχνών της Μεσογείου. Επιστημονικός σύμβουλος Ιστορίας της Τέχνης στην “Κλεψύδρα” της Τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων “Αθήνα 2004” υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Το έργο του «Puerto Grande» σκηνοθετήθηκε από τη Ρούλα Πατεράκη το 2009 και κέρδισε το «Βραβείο Σκηνοθεσίας Νεοελληνικού Έργου ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ». Έχει μεταφράσει το Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ (Θέατρο Δωματίου, Νέες Μορφές, ομάδα Kursk), τις Ευτυχισμένες Μέρες του Σάμουελ Μπέκετ (Θέατρο skrow) και το Λαχταρώ της Σάρα Κέην (θέατρο Ροές). Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Θέατρο, τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και το Θέατρο Τέχνης “Κάρολος Κουν”.

Εργογραφία

Happy Birthday, 2002
Maimed, a piece of monologue, 2002
Puerto Grande, 2005
Pferdetanz, 2010
Γιάλτα, 2017
Ο γαρ Έρως ως Ύδωρ, 2019

  • Φωτογραφίες: ©Μάνος Λαμπράκης
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟ Μάνος Λαμπράκης ανατρέχει στην παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή “Καθαροί, πια” (Sarah Kane)
Περισσότερα

“Οιδίπους Τύραννος”: Η Παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή. Αυτή που ο Θάνατος στέρησε

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης

 

«… και μετά καταστράφηκαν»

Ferdinand André Fouqué, Santorin et ses eruptions, 1879

 

Ο Οιδίπους Τύραννος στο Παλιό Μουσείο της Ακρόπολης.
Η Παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή. Αυτή που ο Θάνατος στέρησε.

 

Figure 1. Benjamin Williams Phillips, “Without a guide”, 2012

 

Το καλοκαίρι του 2007 σε μια κατ’ ιδίαν συζήτηση με το Γερμανό σκηνοθέτη Πέτερ Στάιν στη Γερμανική Πρεσβευτική Κατοικία, ο Λευτέρης Βογιατζής του προτείνει να τον σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο στον Οιδίποδα Τύραννο σε χρόνο που θα ήταν συμβατός με το φορτωμένο πρόγραμμα του Γερμανού σκηνοθέτη από άλλες συνεργασίες του στην Ευρώπη.

Ο Στάιν μάλλον άκομψα απηύθυνε την απάντησή του στο Λευτέρη Βογιατζή αν κρίνω από τη διάθεσή του το επόμενο πρωινό.
«Μα κύριε Βογιατζή ο Οιδίποδας του Σοφοκλή είναι μόλις 27 χρονών». Ο Γερμανός είχε αποφασίσει για την πραγματική ηλικία του Οιδίποδα Τυράννου του Σοφοκλή κι ο Λευτέρης Βογιατζής ήταν μεγάλος σε ηλικία για ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η παράσταση της Ρούλας Πατεράκη στο μεγάλο θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου την επόμενη χρονιά με τίτλο «Οιδίπους» περιελάμβανε και τα δύο έργα του Σοφοκλή με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στον ομώνυμο ρόλο. Η παράσταση της Πατεράκη και η επιλογή της να κατεβάσει στην Επίδαυρο τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και στα δύο δραματικά ποιήματα του Σοφοκλή, αναζωπύρωσε έντονα το ενδιαφέρον του Βογιατζή, αυτή τη φορά και για τα δύο έργα.

Έτσι το 2009 αναθέτει στον φίλο καρδιάς και ποιητή, μεταφραστή της πρώτης «Αντιγόνης» της νέας ΣΚΗΝΗΣ, στο Νίκο Παναγιωτόπουλο, μια νέα μετάφραση για τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βρει έναν ευγενικό τρόπο να χρησιμοποιήσει σε άλλη συνεργασία τον Δημήτρη Μαρωνίτη και τη μετάφρασή του στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» που είχε επικαιροποιήσει το 2002 για την επιδαυριακή παράσταση με την οποία γιόρτασε το Θέατρο Τέχνης ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ τα 60 χρόνια ζωής του.

Η παράσταση (χωρίς αρχικά τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ») προγραμματιζόταν για το Μεγάλο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου το καλοκαίρι του 2011 και σε μια τριλογία με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και την «Αντιγόνη» (όλα σε μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου) θα γιόρταζε στην Επίδαυρο τα 30 χρόνια του «Θεάτρου της οδού Κυκλάδων» τον Αύγουστο του 2012. Ο βασικός πυρήνας των υποκριτών θα ήταν ο Λευτέρης Βογιατζής (Κρέων στην Αντιγόνη, Οιδίπους επί Κολωνώ), η Αμαλία Μουτούση (Αντιγόνη, Ιοκάστη) και ο Νίκος Κουρής (Αίμων, Οιδίπους Τύραννος).

Οι καθυστερήσεις στην ανακαίνιση του «Θεάτρου της οδού Κυκλάδων», οι διαρκείς διαψεύσεις συνεργατών αλλά και η ξαφνική μετάπτωση μιας πνευμονίας σε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα τελικού σχεδόν σταδίου ανέβαλε προς το παρόν το επιδαυριακό σχεδίασμα.

 

Figure 2. Από το ημερολόγιο του Λευτέρη Βογιατζή

 

«Όλοι είμαστε διπλοί και τριπλοί. Αρκεί να μην κάνουμε κακό ο ένας στον άλλο. Φαίνεται το πληρώνω. Κάπου ίσως έχω κάνει κακό γι’ αυτό μου το ανταποδίδουν. Εδώ όμως είναι πολύ λάθος. Όταν υποτίθεται ότι είσαι αλλιώς δεν συμπεριφέρεσαι τόσο λάθος» γράφει κάπου στο ημερολόγιό του… ο θίασος για άλλη μια φορά έχει διαλυθεί.

Μετά την πρεμιέρα του Αμφιτρύωνα στην Επίδαυρο τον Αύγουστο του 2012, η κατάσταση της υγείας του σημειώνει τραγική επιδείνωση. Η αρρώστια τον χτυπάει αυτή τη φορά στη σπονδυλική στήλη και τον εγκέφαλο. Οι γιατροί μας δίνουν 3 μήνες παράταση ζωής με την αρωγή βέβαια οπιούχων σκευασμάτων. Κι όμως θέλει να παίξει για τελευταία φορά. Ξαναρχίζει πρόβες για το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ και λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα μετά από μια εξουθενωτική πρόβα μέσα στο κρύο, αρχίζει να μου διαβάζει τη διορθωμένη μετάφραση του Οιδίποδα του Παναγιωτόπουλου. Είναι μόνος του πάνω στη σκηνή του «Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων» κι αυτό που περιμένει να ακούσει είναι αν η κουρασμένη του φωνή μπορεί να υποστηρίξει το ανέβασμα του Οιδίποδα στην Επίδαυρο το ερχόμενο καλοκαίρι (το τελευταίο;) με τον ίδιο στο ρόλο του Τυράννου. Το σχέδιο δηλαδή είναι να πεθάνει στον ανοικτό αέρα της Επιδαύρου κι όχι στον παγωμένο του «Θεάτρου της οδού Κυκλάδων». Η απάντησή μου είναι καταφατική. Συμπληρώνω απλά πως σε αυτή την περίπτωση τον ρόλο της Ιοκάστης θα έπρεπε να τον παίξει μια πολύ νέα γυναίκα και υποδεικνύω τη Μαρία Σκουλά η οποία συμμετείχε ήδη στις πρόβες του «Θερμοκηπίου». Θέατρο εν θεάτρω. Η ιδέα ωστόσο τον εντυπωσιάζει και αρχίζει να την επεξεργάζεται.

Το πρώτο υλικό που του παρέδωσα μετά από μερικές ημέρες ήταν οι φωτογραφίες της Λιζής Καλλιγά από τη μετοίκηση των γλυπτών της Ακρόπολης από το Παλιό Μουσείο της Ακρόπολης στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης στην πολύφημη οδό Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

 

Χειρόγραφες σημειώσεις του Λευτέρη Βογιατζή για την παράσταση “Οιδίπους Τύραννος”

 

Το υλικό τον εντυπωσιάζει. Η Λιζή Καλλιγά μας στέλνει κι άλλο αδημοσίευτο υλικό από τις φωτογραφήσεις της, ενώ στο σπίτι του Νίκου Παναγιωτόπουλου συντονίζεται μια μικρή διάλεξη του καθηγητή Μανόλη Κορρέ για το χρώμα των γλυπτών στην αρχαιότητα. Τα βράδια παίρνει δίπλα του το σημειωματάριό του και σχεδιάζει με βάση το υλικό της Καλλιγά 3 διαφορετικές εκδοχές για το μεγάλο Θέατρο της Επιδαύρου. Σημειώνει: Η Μουσική να είναι ροκ. Υπόγεια Ρεύματα. Οι συζητήσεις περί διανομής έχουν παγώσει και εγώ έχω αρχίσει να ασχολούμαι με τη συγκέντρωση και τη διαχείριση εποπτικού υλικού και βέβαια πιο επικαιροποιημένης βιβλιογραφίας. Ο ίδιος αφιερώνει κυρίως το χρόνο του ανάμεσα στη μετάφραση και στο βιβλίο του Lowell Edmunds “OEDIPUS, The Ancient Legend and Its Later Analogues”.

Βρισκόμαστε στο Φεβρουάριο του 2013 και οι πρόβες στο “Θέατρο της οδού Κυκλάδων” αρχίζουν να τον εξοντώνουν ψυχικά. Η κατάσταση της υγείας του παραμένει σταθερά πολύ κρίσιμη κι ένα βράδυ στις ατομικές πρόβες που είχαμε οι δυο μας στο σπίτι της οδού Κομνηνών, επιστρέφω σε εκείνη τη συζήτηση του Στάιν για την ηλικία του Οιδίποδα και του προτείνω να σκεφτεί το ενδεχόμενο να αναθέσει στον Αργύρη Πανταζάρα (ο οποίος θα ήταν και διαθέσιμος για ολόκληρη τη σεζόν αφού δεν είχε κάποια δέσμευση με παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών όπως οι υπόλοιποι συνεργάτες ηθοποιοί του “Θερμοκηπίου”) τον ρόλο του Οιδίποδα, και ο ίδιος να παίξει τον ρόλο του Τειρεσία ή της Σφίγγας. Χαμογέλασε…

Μελετώντας το υλικό για τον Οιδίποδα εκείνη την περίοδο, με ενδιέφεραν ιδιαίτερα θεωρητικά κείμενα της Ψυχανάλυσης πάνω στην έννοια της Νοσταλγίας και τις νευρώσεις που σχετίζονταν με διαταραχές της αίσθησης του χρόνου. Έτσι ξαναέρχομαι σε επαφή μετά από χρόνια με το οριακό για αυτήν την παράσταση άρθρο του Sigmund Freud, “A Disturbance of Memory on the Acropolis: An Open Letter to Romain Rollandon the Occasion of his Seventieth Birthday” δημοσιευμένο το 1936, από τον 22ο τόμο της επίσημης έκδοσης των Απάντων του αυστριακού Πατέρα της Ψυχανάλυσης. Σε αυτή την ανοικτή επιστολή στον φίλο του Romain Roland, ο Freud αναλύει εκτενώς τα έντονα αισθήματα αμφισβήτησης της υλικής υπόστασης του μνημείου του ιερού βράχου που κυριάρχησαν οποιουδήποτε άλλου αισθήματος κατά την πρώτη του επίσκεψη εκεί τον Σεπτέμβριο του 1904.

“…the whole physical situation, which seems so confused and is so difficult to describe, can be satisfactorily cleared upassuming that at the time I had (or might have had) a momentary feeling: What I see is not real Such a feeling is known as a feeling of derealization”. Το αίσθημα της αποπροσωποίησης. Το αίσθημα δηλαδή ότι ο χρόνος παρατείνεται υπερβολικά. Το 1919 έκανε λόγο για μια κατάσταση «ανησυχαστικού ανοίκειου».

 

 

Αποπροσωποίηση και αποπραγματοποίηση είναι ίδια του αποσυνδετικού τύπου υστερίας. Η τελευταία χαρακτηρίζεται από κάποια διαταραχή στη συνείδηση του εαυτού ή την ταυτότητα του ατόμου με προεξάρχουσες σε ορισμένες περιπτώσεις τις παραισθήσεις, αναφορικά με διάφορα μέρη του σώματος, μέσα στο χρόνο και το χώρο.
Το κλειδί της δραματουργίας είχε βρεθεί. Το jamais vu ως βάση της εθνικής μας ταυτότητας, το άδειο μουσείο σε σχέδια του Παναγή Κάλκου στο βράχο της Ακρόπολης, αναφορά στο συμβολικό τρίγωνο ιστορίας, ιδεολογίας και απόλαυσης, όπου η διαταραχή αναφέρεται κυρίως στην αίσθηση του χρόνου: το υποκείμενο δηλαδή έχει την εντύπωση ότι κάτι που βλέπει ή ζει αυτή τη στιγμή έχει συμβεί κάποτε στο παρελθόν, ενώ ο ίδιος έχει την επίγνωση ότι συμβαίνει για πρώτη φορά, ο φόβος της τρέλας, ο Οιδίπους.

Βέβαια μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν θα μπορούσε να έχουν εφαρμογή οι αρχικές ιδέες οι οποίες σχηματοποιήθηκαν μέσα από το υλικό της Καλλιγά για την ορχήστρα του αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου και πριν προχωρήσω σε πιο συγκεκριμένο πλαίσιο πρότασης έπρεπε να βρω το κλειδί της δραματουργίας του σώματος.
Το κλειδί λεγόταν Benjamin Williams Phillips. Και συγκεκριμένα το κλειδί βρισκόταν στο μανιφέστο της γλυπτικής του Phillips στο έργο του «Without A Guide».

“Through the human figure, I explore real and imagined conflicts we have with our bodies and mortality, two subjects that are especially pertinent to my own private timeline, as I examine the play of time upon mind and body. The seemingly loose compositions and formal contradictions are both weirdly familiar and yet stand at odds with academic figurative tradition. Thus these collages inhabit a space in time that is both contemporary and historical, a juxtaposition that has been shaped by my broad interests in the history of objects and their relationship with personal narratives and the human condition”.

Η πρόταση δραματουργίας, με εφαρμογή στο Παλιό Μουσείο της Ακρόπολης εντυπωσίασε τον Βογιατζή. 16 Μαρτίου 2013 πραγματοποιείται η πρώτη μας ξενάγηση στο χώρο του Παλιού Μουσείο, με οδηγό τον καθηγητή Μανόλη Κορρέ και συνοδοιπόρους το Νίκο Παναγιωτόπουλο, την Εύα Μανιδάκη και τη Ρίτα Λυτού. Στο Μουσείο είχε στηθεί ένα μικρό εργοτάξιο καθώς προετοιμαζόταν για τη φιλοξενία της επιγραφικής συλλογής από τις ανασκαφές πάνω και πέριξ του βράχου της Ακρόπολης.

 

Figure 3. Ο Λευτέρης Βογιατζής με το Νίκο Παναγιωτόπουλο και τη Ρίτα Λυτού στον χώρο VIII του Παλιού Μουσείου της Ακρόπολης. Φωτογραφία της Εύας Μανιδάκη

 

Ιδανικότερος χώρος από το Λευτέρη Βογιατζή κρίθηκε ο χώρος VIII, o προτελευταίος πριν από την αίθουσα με τις Καρυάτιδες και την έξοδο στον προθάλαμο του Μουσείου.

Μέσα στον ανελκυστήρα κατεβαίνοντας προς το δρόμο που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο, μου χαμογελάει «Καταλαβαίνω απόλυτα το σχέδιό σου. Θα χρησιμοποιήσουμε Bach».

Την επόμενη κιόλας ημέρα ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μας έχει ετοιμάσει τη λίστα με όλους τους συνυπεύθυνους φορείς που έπρεπε να συμπεριληφθούν στην αίτηση παραχώρησης που θα υποβαλόταν άμεσα στο ΚΑΣ, μετά βέβαια από την έγκριση του σχεδίου και από τον διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών κ. Γιώργο Λούκο. Η Βάσω Μανιδάκη είχε ετοιμάσει μια λίστα με όλες τις τεχνικές περιγραφές του έργου από την πλευρά της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης ενώ σε δύο μέρες η Εύα Μανιδάκη είχε ετοιμάσει μια σειρά από δυνητικές προτάσεις για τη διευθέτηση κερκίδων θεατών στον χώρο VIII.

Σκηνογράφος της παράστασης επιλέχθηκε ο ζωγράφος Αλέκος Λεβίδης (ο οποίος επισκέπτεται μαζί με το Νίκο Παναγιωτόπουλο στις 17 Μαρτίου 2013 το Παλιό Μουσείο της Ακρόπολης) με τον οποίο ο Λευτέρης Βογιατζής είχε συνεργαστεί πολύ επιτυχημένα στην πρώτη Αντιγόνη που παρουσίασε η νέα ΣΚΗΝΗ, στην πρώτη του σκηνοθεσία στην αττική τραγωδία στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων στα τέλη της άνοιξης του 1992, κι από την οποία έχει προκύψει ένα ιστορικό πια εγχειρίδιο, «Αντιγόνη: Περί την απεργασία όψεων».

Για τη συνεργασία του με τον Λευτέρη Βογιατζή στο προλογικό του σημείωμα ο Αλέκος Λεβίδης έγραφε:
“Προσπάθησα λοιπόν να μην κάνω ένα σκηνικό για το έργο, αλλά ένα χώρο με γενικές αναφορές (αρχαιότης-συνέχεια, λαμπρότης-φθορά, εσωτερικό-υπαίθριο, χθόνιο-επίγειο κ.λπ.), αλλά πάντως αυθύπαρκτο. […] Στο τεύχος αυτό των σημειώσεων έχουν παρεμβληθεί φωτογραφίες από ζωγραφικές ή τρισδιάστατες μακέτες που αποτέλεσαν τα κατά καιρούς κρυσταλλώματα των σκέψεων και σημειώσεων. […] Θεώρησα σκόπιμη αυτή την έκδοση γιατί πιστεύω ότι τα “σημάδια” της πορείας που οδηγούν σε κάποιο τελικό αποτέλεσμα, συχνά είναι εξίσου ενδιαφέροντα με τις τελικές επιλογές που υπαγορεύονται από ποικίλες αναγκαιότητες. Βέβαια κάθε έργο τέχνης περιέχει μια τέτοια διαδικασία, η οποία σωστό είναι τις περισσότερες φορές να μένει στο σκοτάδι. Το πνεύμα της εποχής, που έχει αναγάγει την οποιαδήποτε ιδέα ή ιδεούλα σε αυτόνομο έργο τέχνης, ίσως δικαιολογεί αυτό το διάβημα”.

Στον Αλέκο Λεβίδη προωθήθηκε ηλεκτρονικά ο φάκελος του ήδη υπάρχοντος εποπτικού υλικού, ενώ παράλληλα υπήρχε η ιδέα επικοινωνίας με τον ίδιο τον Benjamin Williams Phillips. Από τους συμμετέχοντες στο σχέδιο ζητήθηκε απόλυτη εχεμύθεια μέχρι την οριστική έγκρισή του από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Οι πρώτες ακροάσεις πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Για εκείνες τις ακροάσεις είχε επιλέξει ως κείμενο εξέτασης την πρώτη είσοδο του Τειρεσία από τη μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Αυτό σήμαινε ότι δεν θα έπαιζε ο ίδιος στην παράσταση. Είχε ήδη επιλέξει για τον εαυτό του το ρόλο της Σφίγγας. Οι προσκλήσεις για συνεργασία με διαφόρους συνεργάτες νέους και παλιούς, πέφτουν στο κενό. Κάποιοι φροντίζουν προφανώς να ενημερώσουν ότι όλοι μας παίζουμε ένα άρρωστο Θέατρο εν θεάτρω.

 

 

Βρισκόμαστε στα τέλη του Μαρτίου του 2013 και μια σοβαρή επιπλοκή στην αντανακλαστική κατάποση, δες επιγλωττίδα, μας οδήγησε στο δωμάτιο 1107 του νοσοκομείου Υγεία. Βγήκαμε για ένα βράδυ, γιατί ήθελε να δοκιμάσει αν μπορούσε να πεθάνει παίζοντας στη σκηνή έστω του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων. Όταν επιστρέψαμε την επόμενη μέρα στο ίδιο δωμάτιο, κράτησε τις τελευταίες σημειώσεις για τη μουσική του Bach και το βίαιο σπάσιμο στο τέλος των παιδικών παιχνιδιών των μικρών Ετεοκλή και Πολυδεύκη, της μικρής Αντιγόνης και Ισμήνης. Μερικές μέρες πριν το τεχνητό βύθισμα στην άλλη όχθη, του δείχνω φωτογραφίες από την αρχαιολογική συλλογή του Freud και τον ταφικό του απουλιανό κρατήρα (δώρο της μαθήτριάς του Μαρίας Βοναπάρτη), μέσα στον οποίο φυλάσσεται η στάχτη μετά την αποτέφρωσή του, με σκηνή μετάβασης του νεαρού Διονύσου στην άλλη όχθη… κάποιοι θεωρούν πως με αυτή την ύστατη πράξη ο Freud κλείνει το κεφάλαιο περί Νοσταλγίας, με την επιστροφή του στη Μητέρα Γη, μέσω ενός αγγείου που υπενθυμίζει κυοφορούσα μήτρα.

 

Χειρόγραφες σημειώσεις του Λευτέρη Βογιατζή για την Παράσταση

 

«Μαζί με τα παιδικά παιχνίδια να σπάσει κι αυτή η μήτρα» ήταν τα ύστατα λόγια αυτής της Σφίγγας του Ελληνικού Θεάτρου που ονομάζεται Λευτέρης Βογιατζής.
Στις 2 Μαΐου 2013, Μεγάλη Πέμπτη, πέρασε μαζί με τον Διόνυσο Χριστό στην άλλη όχθη. Την ασφαλή…

Μάνος Λαμπράκης
Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2015.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Οιδίπους Τύραννος”: Η Παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή. Αυτή που ο Θάνατος στέρησε
Περισσότερα

Tο θέατρο και οι ηθοποιοί στην Κατοχή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

 

 

«Όλοι πιστεύαμε πως η Κατοχή θα σήμαινε το θάνατο του θεάτρου. Τι σημασία είχε άλλωστε, αφού καθημερινά πέθαιναν παιδιά από την πείνα, αφού εκτελούσαν ομαδικά όσους πίστευαν για εχθρούς τους… Αφού… αφού… αφού»…

 

Αυτό έγραφε η Ελένη Χαλκούση στο βιβλίο της “Θεατρικό Ημερολόγιο”  όπου περιγράφει την άνθηση του θεάτρου κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής:

 

Και συνεχίζει: «Ιδιαίτερα για το Ρεξ, όπου δεν λειτουργούσαν τα ασανσέρ και οι σκοτεινές του σκάλες φωτίζονταν με πυγολαμπίδες ασετυλίνης, χωρίς θέρμανση το χειμώνα, χωρίς εξαερισμό το καλοκαίρι, ποιος τρελός θα ανέβαινε πεινασμένος, με τα ξύλινα χοντροπάπουτσα, τα εκατό σκαλιά για να φύγει μες στο σκοτάδι με κίνδυνο της ζωής του και να γυρίσει στο σπίτι του, σ’ ένα σπίτι κρύο σκοτεινό, χωρίς φαγητό, χωρίς παρηγοριά;
Κι όμως!
Τα θέατρα, όλα τα θέατρα, δούλεψαν καταπληκτικά στην Κατοχή.
Κι όλοι οι θεατρικοί επιχειρηματίες των μαύρων εκείνων χρόνων θησαύρισαν!
Οι καταπληκτικές εισπράξεις γίνονταν αμέσως χρυσές λίρες. Από ώρα σε ώρα πολλαπλασιαζόταν η αξία τους κι έφτανε να καθυστερήσουν τις πληρωμές τους δυο τρεις μέρες (κι αυτό συνέβαινε συστηματικά με τη μισθοδοσία των ηθοποιών) για να τους ξεπληρώσουν με το τίποτα.
Ο πληθωρισμός οργίαζε, το ίδιο και η μαύρη αγορά. Οι μισθοί παρέμεναν οι ίδιοι. Ωσότου γίνουν αναπροσαρμογές και ωσότου πάρουν τα λεφτά τους οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να αγοράσουν τίποτα! Τίποτα! Ευτυχώς που υπήρχε το νερόβραστο συσσίτιο με τα φασόλια και το φασουλόζουμο του «Κουρτουλούζ»…

 

Ελένη Χαλκούση (1901-1993)

 

Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται σήμερα, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς θέρμανση, χωρίς ασανσέρ, με τις σκάλες του Ρεξ μισοσκότεινες, με τη σκηνή φωτισμένη από λάμπες ασετυλίνης, η μεγάλη αίθουσα του Ρεξ γέμιζε ασφυκτικά, τόσο που το καλοκαίρι του 1942 ο θίασος της Μαρίκας χωρίστηκε σε δύο τμήματα.
Το ένα έμεινε στο Ρεξ και θριάμβευε με τις μουσικές κωμωδίες και το άλλο, με επικεφαλής το Βασίλη Λογοθετίδη, μεταφέρθηκε στο θερινό θέατρο Παρκ, στη γωνία των οδών Χέυδεν και Μαυροματαίων.
Οι παραστάσεις στο ύπαιθρο, λόγω συσκότισης, δίνονταν μόνο απόγευμα και πολλές φορές οι σειρήνες και οι αεροπορικές επιδρομές μας ανάγκαζαν να τις διακόψουμε στη μέση.
Πότε συνεχίζονταν μετά τη λήξη του συναγερμού και πότε θεατές και ηθοποιοί παραμέναμε στα καταφύγια ωσότου μας βρει η νύχτα και πάμε στα σπίτια μας.

Και κείνο τον κατοχικό Νοέμβριο ήταν τόσο ανυπόφορο το κρύο στην ανοιχτή σκηνή του Ρεξ που θυμάμαι ότι σ’ ένα δραματικό ντουέτο που είχαμε με τη Μαρίκα χτυπούσαν τόσο τα δόντια μου κι έτρεμαν τα γόνατά μου, που η Μαρίκα με λυπήθηκε και μου ψιθύρισε σε μια στιγμή:
-Μην τα λες όλα! Πήγαινε στο καμαρίνι μου που είναι πιο ζεστά!

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

***

 

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αφήγηση του Λυκούργου Καλλέργη στο βιβλίο του “Στο διάβα του πολυτάραχου 20ου αιώνα”:

Στην καρδιά εκείνου του ανελέητου χειμώνα, με το φοβερό κρύο και το χιόνι, με τη μεγάλη πείνα, την τρομοκρατία, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις, ο κόσμος παγωμένος και πεινασμένος γέμιζε τα θέατρα, παρακολουθούσε τις επιθεωρήσεις αλλά και το δραματικό και κλασικό θέατρο, σαν μια λύτρωση από τη στέρηση και την ανασφάλεια. Κι εμείς συνεχίζαμε τις παραστάσεις με την ίδια πίστη και το ίδιο πάθος.

Τρομοκρατία, συλλήψεις, εκτελέσεις, ένας μόνιμος εφιάλτης. Τεράστια τανκς, με κανόνια, γυροφέρνανε στην πόλη σαν φαντάσματα, προκαλώντας τρόμο και πανικό. Τα όσα συνέβαιναν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη δεν περιγράφονται. Ήταν πρωτοφανή για την ανθρωπότητα. Ήταν μια παραφροσύνη. Ένας άγχος ατέλειωτο. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό περιβάλλον της πείνας και του τρόμου, εμείς κάναμε πρόβες στην «Αγριόπαπια». Αυτό είναι ένα γεγονός αποκαλυπτικό. Ο άνθρωπος διαθέτει ασύλληπτες δυνάμεις, ως πνεύμα και ως οργανισμός.

Είχαμε πίστη και αισιοδοξία, αλλά και τη μανία να προβάλουμε κάποιο φως μέσα από το σκοτάδι. Άλλοι από μας κάτι έβρισκαν να φάνε, άλλοι έμεναν νηστικοί. Θυμάμαι στην πρόβα του θεάτρου Αλίκης: Κάποιος κατάφερνε να βρει και ν’ αγοράσει μισή οκά -όπως μετρούσαν τότε- σταφίδες. Γινόταν διάλειμμα και ριχνόμασταν όλοι πάνω στις σταφίδες. Άλλοι τις καθάριζαν, άλλοι τις έτρωγαν έτσι, όπως ήταν. Ο Κουν τις έτρωγε αφηρημένος, περιμένοντας να αρχίσει η πρόβα. Ήταν μια εικόνα παράξενη και τραγική. Για όλα αυτά οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης στην Κατοχή αποτελούσαν την πιο σημαντική προσφορά, απόλαυση αλλά και ανάταση που η Αθήνα μπορούσε να προσφέρει στο δοκιμαζόμενο θεατρικό κοινό.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ»
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Λυκούργος Καλλέργης (1914-2011)***

Ένα ακόμη ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Χαλκούση είναι και το παρακάτω:

Κάποιο απόγευμα, ενώ η παράσταση είχε αρχίσει και ο διάλογος που είχαμε -ο Βασίλης κι εγώ- προχωρούσε κανονικά, ακούστηκε ξαφνικά μια έντονη συζήτηση στην πόρτα. Φασαρία! Σαν κάποιοι να ήθελαν να μπουν διά της βίας και δεν τους άφηναν! Κι ευθύς αμέσως βαριά σταθερά βήματα κατακτητή, που έκαναν τα χαλίκια να τρίζουν και θόρυβος σιδερικών που ολοένα δυνάμωνε όσο πλησίαζε προς τη σκηνή.
Κοιταχτήκαμε έντονα ο Βασίλης κι εγώ, σαν να ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον: «Τι γίνεται;» κι εξακολουθήσαμε μηχανικά το διάλογο της κωμωδίας, δίχως να τολμούμε να κοιτάξουμε προς την πλατεία του θεάτρου, για να εξακριβώσουμε τι ακριβώς συνέβαινε. Πόσα λεπτά κράτησε αυτή η αβεβαιότητα δεν ξέρω. Πάντως, μας φάνηκε αιώνας!
Όταν ξαφνικά ακούω το Βασίλη να μου ψιθυρίζει ανάμεσα σε δύο φράσεις του κειμένου: «Μαυραγορίτης εν όψει!» και βλέπω το σπαθάτο μάτι του αξέχαστου κωμικού να μου χαμογελάει καθησυχαστικά, ενώ πονηρά μου έγνεφε να κοιτάξω στην πλατεία, ακριβώς στο μεσαίο κάθισμα της πρώτης σειράς.
Ένας καλοθρεμμένος μαυραγορίτης, καθυστερημένος και αναιδής, προσπαθούσε όχι μόνο να στρογγυλοκαθίσει στη θέση του, όπου δύσκολα χωρούσε, αλλά αναστάτωνε και τους διπλανούς του, ωσότου τοποθετήσει, κάτω από την ψάθινη καρέκλα του, μια ζυγαριά σεβαστού μεγέθους, με όλα της τα εξαρτήματα.
Η πλάστιγγα, οι αλυσίδες, το αντίβαρο, τα χαλίκια, η ταραγμένη μας συνείδηση -αν θέλετε- μας είχε κάνει να οραματισθούμε δραματικούς ηρωισμούς, ενώ επρόκειτο απλούστατα, για το «εμπορικό δαιμόνιο» του Έλληνα, ανάμειχτο με …καλλιτεχνικές προτιμήσεις. Ύστερα από το μόχθο και τις επικίνδυνες συναλλαγές της ημέρας, ήρθε να θεατρισθεί! Μετά την «κερδώον» απογευματινή ανάπαυλα, με τον «Λόγιον Ερμήν»…
Στο διάλειμμα, ο Βασίλης Λογοθετίδης κάλεσε το θυρωρό του θεάτρου στο υπαίθριο καμαρίνι του.
-Γιατί αφήνετε αυτούς τους σαλταδόρους και μπαίνουν στο θέατρο μαζί με το μαγαζί τους και μας αναστατώνουν; Δεν μπορούν να το αφήνουν στην πόρτα;
-Του το είπα κι εγώ κυρ-Βασιλάκη, να την αφήσει τη ζυγαριά στο ταμείο, μουρμούρισε ο θυρωρός, αλλά χάλασε τον κόσμο και φώναξε: «Αυτή η μπαλάντζα είναι το ψωμί μου και θα την αφήσω σε ξένα χέρια;». Δεν ήθελε να την αποχωρισθεί!

 

 

Το 1942, μέσα στην καρδιά της γερμανικής κατοχής, ο Κάρολος Κουν ιδρύει το Θέατρο Τέχνης. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1942 στο Θέατρο «Αλίκης», με το έργο «Αγριόπαπια» του Ίψεν.

Κάρολος Κουν

«Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το 1942 στην αρχή της γερμανικής κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο νέο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή». Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας».

«Από το ’38 ως το ’41 είχα αρχίσει την προετοιμασία μιας σχολής από πού πήρα το βασικό υλικό. Από κει βγήκαν ο Διαμαντόπουλος, η Χατζηαργύρη, ο Καλλέργης, ο Ζερβός, η Κατσέλη, η Μεταξά, η Γιαννακοπούλου, η Λαμπροπούλου, ο Βασταρδής, και ήρθα σε επαφή με μερικούς βασικούς συνεργάτες, τον Σεβαστίκογλου, τον Πλωρίτη, τον Στεφανέλλη, τον Νομικό, και προς το τέλος της Κατοχής με τον Χατζιδάκι. Δούλευα με αυτό το υλικό σε μια αίθουσα που μας είχε παραχωρήσει στο Ωδείο, 10-12 ώρες την ημέρα. Εκεί που προετοιμαζόμαστε, ήρθε ένας παλιός φίλος ο Κ. Χατζηαργύρης, ο οποίος μας είπε ότι βάζει τα λεφτά, κι έτσι πήραμε το θέατρο «Αλίκης»… Πεινούσαμε αγρίως, ήμασταν σε κατάσταση τρομακτική. Αλλά υπήρχε πίστη που σήμερα δεν τη βρίσκεις εύκολα».

Το 1943 ιδρύεται ο Όμιλος Φίλων του Θεάτρου Τέχνης με σκοπό την επικοινωνία και την ανάπτυξη ενός ισχυρού δεσμού μεταξύ των θεατών και του Θεάτρου, καθώς και την οικονομική ενίσχυση του Θεάτρου Τέχνης.

Την «Αγριόπαπια» σύντομα ακολούθησε το δραματοποιημένο παραμύθι του Στρίνμπεργκ, «Σουάνεβιτ (Κύκνος)». Στη συνέχεια παρουσιάζονται έργα όπως: «Ρόσμερσχόλμ» του Ίψεν, «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» του Πιραντέλλο, «Κωνσταντίνου και Ελένης» του Γ. Σεβαστίκογλου, «Βρυκόλακες» του Ίψεν, «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλλο, «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου.

«Το 1945 το «Θέατρο Τέχνης» αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Αλλά περιμέναμε κι άλλα μας βρήκανε. Χτυπήθηκαν και χάθηκαν ιδανικά και όνειρα και προοπτικές και πάνω απ’ όλα έλειψε η πίστη. Η πίστη και η μεταξύ μας συνεννόηση και επαφή».

Την περίοδο 1945-1946, ο Κουν επιστρέφει στον θίασο της Κατερίνας, όπου σκηνοθετεί πέντε έργα.

«Το 1946, με λίγο κρύα καρδιά, προσπάθησα να συμμαζέψω και να συναρμολογήσω ό,τι μπόρεσε να απομείνει. Με λίγο μαζεμένα τα φτερά λειτουργήσαμε άλλα τρία χρόνια».

Η περίοδος αυτή ήταν ιδιαίτερα γόνιμη. Από το 1946 έως το 1949 οι παραστάσεις δίνονται στο Θέατρο Μουσούρη. Ο Κουν συνεργάζεται μεταξύ άλλων με την Έλλη Λαμπέτη και τη Μελίνα Μερκούρη και παρουσιάζει έργα όπως: «Γυάλινος Κόσμος» και «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τ. Ουίλλιαμς, «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο’Νιλ, «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» και «Ο θάνατος του εμποράκου» του Μίλερ, «Το φιόρο του λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Αχ, αυτά τα φαντάσματα» του ντε Φιλίππο.

«Τότε πια, αναγκαστήκαμε να διακόψουμε οριστικά για λόγους οικονομικό-πολιτικούς και εσωτερικής συνοχής. Θα έπρεπε να σταματήσω και να διαμορφώσω από την αρχή πάλι ένα πυρήνα. Αυτό και έγινε. Εργάστηκα στο «Εθνικό Θέατρο» για δύο χρόνια, ξεπλήρωσα τα χρέη του «Θεάτρου Τέχνης». Παράλληλα συνέχισα τη Σχολή με νέα παιδιά».

 

Το θέατρο του βουνού

 

1940-1956
Το θέατρο της Κατοχής και της Αντίστασης

Το θέατρο στα χρόνια της εθνικής αντίστασης, βρισκόταν πάντα εκεί, αναπόσπαστο κομμάτι τους αγώνα. Τα παρασκήνια των αθηναϊκών θεάτρων χρησίμευσαν συχνά ως κρυψώνες, είτε για έντυπο υλικό είτε για όπλα, αλλά ακόμη ήταν τόπος περίθαλψης των τραυματισμένων από τις συγκρούσεις με τους Γερμανούς στους δρόμους της Αθήνας, πατριωτών.
Το ελληνικό θέατρο όχι μόνο δεν παραδόθηκε στον κατακτητή ανεβάζοντας έργα ναζιστών δραματουργών, αλλά συνέχιζε να παρουσιάζει ακόμη και έργα που η φασιστική λογοκρισία είχε απαγορεύσει, όπως έργα συγγραφέων του συμμαχικού συνασπισμού.
Η ανάγκη της γνωριμίας με τη σοβιετική κουλτούρα και πολιτισμό, γεννιέται σιγά σιγά. Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου μεταφράζει την «Προπαίδεια του ηθοποιού» του Στανισλάβσκι για τους ηθοποιούς και μαθητές του Κ. Κουν, καθώς και μελέτες για τους Βαχτάνγκοφ, Τάιροφ, Μέγιερχολντ, πάντα κρυφά ή κεκαλυμμένα με παραπλανητικούς τίτλους και ονόματα.
Μέσα στα χρόνια της Κατοχής, σ’ ένα δωμάτιο του Ωδείου στην οδό Φειδίου, γεννήθηκε και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, που η συμβολή του στη διαμόρφωση του νεοελληνικού θεάτρου θα σταθεί στη συνέχεια εξαιρετικά σημαντική. Το Θέατρο Τέχνης και ο Κάρολος Κουν θα γνωρίσουν για πρώτη φορά στο κοινό έργα πρωτοποριακά μέσα από την παγκόσμια δραματουργία, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για νέα πρότυπα που θα ασπαστούν νέοι Έλληνες συγγραφείς.
Εκτός από το θέατρο που δρα κάπως έτσι στην Αθήνα και στα αστικά κέντρα, σημαντική είναι η παρουσία του θεάτρου στο αντάρτικο, του στρατευμένου θεάτρου της αντίστασης, μέσα στο πλαίσιο του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
Εκπρόσωποι είναι ο Βασίλειος Ρώτας και ο Γ. Κοτζιούλας, οι οποίοι με τους ερασιτεχνικούς τους θιάσους, έδιναν παραστάσεις, ο πρώτος στη Θεσσαλία κι ο δεύτερος στην Ήπειρο, με έργα πολιτικού και πατριωτικού περιεχομένου, όπως «Ο Γερμανοτσολιάς», «Τα Ελληνικά Νιάτα», «Το Πιάνο», «Οι Γραμματιζούμενοι» κ.ά.
Ένα είδος θεάτρου, γεννημένο και προορισμένο για να υπηρετήσει τον πατριωτισμό και τις ιδεολογικές θέσεις της συγκεκριμένης περιόδου, αμέσως μετά την απελευθέρωση περνά μοιραία στο περιθώριο.
Από το 1945 κι ύστερα, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, αλλά και μέχρι το 1956, μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από το σύνδρομο της ελληνικότητας, το θέατρο θα βρει έκφραση μέσα από δύο αντίθετες γραμμές πλεύσης για την αναζήτηση της ταυτότητας του ελληνισμού.
Η μία μερίδα είναι εκείνων των συγγραφέων που ως επί το πλείστον είναι ενταγμένοι ιδεολογικά στον χώρο της Αριστεράς, με ονόματα όπως οι Νότης Περγιάλης, Βασίλης Ρώτας, Αλέξης Δαμιανός, Ιάκωβος Καμπανέλλης κ.α. Είναι εκείνοι που αναζητούν την ταυτότητα του ελληνισμού μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα και τις πρόσφατες ιστορικές εμπειρίες με σημείο αναφοράς, σύμβολο, τον λαό.
Παράλληλα η άλλη μερίδα, των συγγραφέων εκείνων όπως οι Άγγελος Τερζάκης, Νίκος Καζαντζάκης, Άγγελος Σικιελιανός, Μελάς, Θεοτοκάς κ.ά., αναζητά την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, μέσα από την έννοια του έθνους που είναι η συνέχεια του Βυζαντίου και της Αρχαιότητας.

 

 

Ντοκουμέντο: «…Μήνες μετά την απελευθέρωση, παίρναμε στην Αθήνα γράμματα, σταλμένα από τα πιο απόμακρα χωριά της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου τα επονίτικα θέατρα καθενός απ’ αυτά τα χωριά, μας ζητούσαν έργα για το ρεπερτόριό τους, δηλώνοντάς μας τελεσιγραφικά, πως αν αμελούσαμε ή παρααργούσαμε, θα διασκεύαζαν οι ίδιοι για τη σκηνή ό,τι βιβλίο βρίσκονταν στα χέρια τους, στην ανάγκη και αποσπάσματα από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ…». Γ. Σεβαστίκογλου [Περιοδικό Λέξη Σεπ-Οκτ. ’92]

  • Ένας από τους μεγάλους θεατράνθρωπους της Ελλάδας υπήρξε ο Αιμίλιος Βεάκης. Το 1941 τον συλλαμβάνουν οι Ιταλοί και τον κλείνουν εννιά μέρες στις Φυλακές Αβέρωφ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και τον Δεκέμβρη του 1944, οργανωμένος πια στο ΕΑΜ, καταλήγει, ύστερα από πολλές περιπέτειες στα Δερβενοχώρια της Πάρνηθας όπου οργανώνει έναν αυτοσχέδιο θίασο, από όπου και η βασική φωτογραφία. Το κοινό τους αποτελούσαν οι ΕΛΑΣίτες και οι κάτοικοι των χωριών.
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουTο θέατρο και οι ηθοποιοί στην Κατοχή
Περισσότερα

Η προσφορά του Μπέρτολτ Μπρεχτ στο θέατρο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το έργο του διανοητή Μπέρτολτ Μπρεχτ, θεωρητικό και καλλιτεχνικό, παραμένει επίκαιρο στο σήμερα, ακριβώς όπως τη στιγμή που το έγραφε. Παραμένει επίκαιρο καθώς άνοιξε το δρόμο για μια τέχνη που μέσα από τη διαμόρφωση κριτικής στάσης και σκέψης έχει σταθερό μέλημα και φροντίδα να βοηθήσει τους καταπιεσμένους, να τους οδηγήσει στα σωστά συμπεράσματα για τις αιτίες των δεινών τους και για τον τρόπο που θα μπορέσουν να τα εξαλείψουν. Αυτή η στάση αποτελεί αναγκαίο εφόδιο για τη σημερινή καλλιτεχνική δημιουργία, και συνεπώς συνολικότερα για τον αγώνα της εργατικής τάξης σήμερα.

Σαν πλουσιόπαιδο μεγάλωσα.

Οι γονείς μου κολάρο μου φόρεσαν, με έμαθαν

υπηρέτες να έχω και μου διδάξανε την τέχνη να δίνω διαταγές.

Όταν μεγάλωσα όμως, κι ολόγυρά μου κοίταξα,

δεν μου άρεσαν της τάξης μου οι άνθρωποι,

ούτε να διατάζω και να μ’ υπηρετούν.

Τότε, την τάξη μου απαρνήθηκα και για συντρόφους πήρα

τους ταπεινούς ανθρώπους.

(Δίκαια κυνηγημένος, 1938)

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στο Άουγκσμπουργκ της Γερμανίας το 1898. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, μεγάλωσε με μητέρα προτεστάντισσα και πατέρα εργοστασιάρχη.

Τον Οκτώβριο του 1918 επιστρατεύεται ως νοσοκόμος και ζει από πρώτο χέρι τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη την εποχή γράφει και το πρώτο ποίημα που τον έκανε γνωστό, τον «Θρύλο του Νεκρού Στρατιώτη». Όταν επιστρέφει από το μέτωπο, η μεγάλη Γερμανική Επανάσταση του 1918 έχει ήδη πνιγεί στο αίμα. Η συμμετοχή του στο κίνημα σταδιακά γίνεται όλο και πιο έντονη και λαμβάνει ενεργά μέρος στις λαϊκές διαδηλώσεις για τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Στα χρόνια αυτά ξεκινά η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του Μπρεχτ. Η ποίηση, τα θεατρικά και τα διηγήματα εκείνης της περιόδου θέτουν κατά κύριο λόγο ζητήματα υπαρξιακού χαρακτήρα, ενώ στο πολιτικό επίπεδο εστιάζουν κυρίως στη διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο και το μιλιταρισμό.
Την πρώτη του «επαφή» με τον Μαρξ ο Μπρεχτ την είχε το 1924. Όταν άρχισαν να φαίνονται ανάγλυφα τα φαινόμενα της τότε κρίσης, που τα μεροκάματα μειώνονταν και το ψωμί γινόταν πιο ακριβό, αποφάσισε να γράψει ένα θεατρικό έργο, το «Τζο Φλαϊσχάκερ από το Σικάγο», για να απαντήσει στο ερώτημα «Γιατί τρώμε το ψωμί πανάκριβο;»… Όμως οι εξηγήσεις των οικονομολόγων δεν τον ικανοποίησαν, καθώς και οι διάφορες θεωρίες της αστικής πολιτικής οικονομίας. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Η κατανομή των σιτηρών στον κόσμο ήταν ακατανόητη. Εκτός από την άποψη μιας χούφτας κερδοσκόπων, από κάθε άλλη άποψη η αγορά αυτή των σιτηρών ήταν ένας βάλτος. Το δράμα που σχεδίαζα, δεν το έγραψα τελικά. Αντί γι’ αυτό άρχισα να διαβάζω Μαρξ. Ναι, μονάχα τότε διάβασα τον Μαρξ. Και μονάχα τότε ζωντάνεψαν ουσιαστικά τα σκόρπια, εμπειρικά, προσωπικά μου βιώματα και οι εντυπώσεις».

Τα έργα αυτής της εποχής φέρουν ανάγλυφα τα σημάδια αυτής της επίπονης θεωρητικής δουλειάς που έκανε ο Μπρεχτ πάνω στο μαρξισμό, όπως «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» και η «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων», με την πασίγνωστη προτροπή της προς τους θεατές λίγο πριν από το θάνατό της: «Σιγουρέψου σαν φεύγεις απ’ τον κόσμο, όχι απλά πως ήσουνα καλός, μα πως πίσω σου αφήνεις έναν κόσμο καλό».

Η άνοδος του Χίτλερ σήμανε το τέλος της δημιουργικής αυτής περιόδου στη Γερμανία. Οι παραστάσεις των έργων του διαλύονται από την αστυνομία, ενώ απαγορεύεται το ανέβασμα της «Αγίας Ιωάννας των Σφαγείων». Τα βιβλία του θα καούν δημόσια στη μεγάλη πυρά της 10ης Μάη μπροστά στην όπερα του Βερολίνου. Ο Μπρεχτ παίρνει το δρόμο της δεκαπεντάχρονης εξορίας, «αλλάζοντας χώρες πιο συχνά κι απ’ τα παπούτσια». Μέσω Πράγας και Βιέννης θα βρεθεί στη Δανία, στη Φινλανδία και από κει, μέσω ΕΣΣΔ, στις ΗΠΑ. Σε αυτήν την περίοδο γράφει ορισμένα από τα σπουδαιότερα έργα του («Μάνα κουράγιο», «Η ζωή του Γαλιλαίου», «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» κ.ά.), καθώς και πολλά ποιήματα, χορικά και κριτικές. Σε πολλά έργα εκείνης της περιόδου, ο ζόφος του Τρίτου Ράιχ αποτυπώθηκε με ξεχωριστή σαφήνεια, που πέρα από τις τραγικές συνέπειες αναδείκνυε και την ταξική – καπιταλιστική προέλευση του φασισμού.

Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου οι αγωνιστές τραγουδούσαν μελοποιημένα ποιήματά του σε διαφορετικές γλώσσες την ώρα της μάχης. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγραψε πολλά ποιήματα για να μεταδοθούν από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Μόσχας στους Γερμανούς φαντάρους του Ανατολικού Μετώπου, χωρίς ποτέ να συμπεριλάβει σ’ αυτά ούτε μία λέξη μίσους για τον γερμανικό λαό.

Το 1947 ο Μπρεχτ εγκαταλείπει τις ΗΠΑ, κυνηγημένος από τους ανακριτές του μακαρθισμού, που τον καλούσαν συνεχώς σε δημόσιες ανακρίσεις. Επόμενος σταθμός είναι η Ανατολική Γερμανία, όπου θα ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Εκεί, μαζί με τη γυναίκα του, Ελένε Βάιγκελ, και υπό την αιγίδα της ΓΛΔ, θα ιδρύσει το θρυλικό θεατρικό σύνολο «Μπερλίνερ Ανσάμπλ».

Αυτά τα χρόνια, έχοντας και τα υλικά μέσα που μπορούσε να παρέχει το σοσιαλιστικό κράτος στους καλλιτέχνες, θα παρουσιάσει παραστάσεις των κλασικών έργων του οι οποίες άφησαν εποχή, εφαρμόζοντας και τελειοποιώντας τεχνικές που είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσει από τη δεκαετία του ’30, όπως αυτή της αποστασιοποίησης. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΓΛΔ το 1951 και με το Βραβείο Στάλιν για την Ειρήνη το 1954. Πεθαίνει τον Αύγουστο του 1956, σε ηλικία 58 ετών, από έμφραγμα. Όπως με το χαρακτηριστικό του χιούμορ είχε γράψει σε ένα ποίημά του: «Δε χρειάζομαι ταφόπετρα, μα εσείς αν χρειάζεστε κάποια για μένα, θα ευχόμουνα πάνω της να έγραφε: Έκανε προτάσεις. Εμείς τις κάναμε δεκτές. Μια τέτοια επιγραφή θα μας τιμούσε όλους».

Αποστασιοποίηση

Είναι κοινή παραδοχή πως το επικό (ή αντι-Αριστοτελικό) θέατρο του Μπρεχτ άλλαξε ριζικά την τέχνη του θεάτρου και της έδωσε τη σύγχρονη μορφή της. Είναι λάθος όμως να συλλάβει κανείς αυτό το θέατρο απλά ως ένα σύνολο νέων τεχνικών, ακριβώς επειδή η ίδια τους η ύπαρξη είναι στενά δεμένη με την κοσμοθεωρία του.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την πολυσυζητημένη αποστασιοποίηση. Σύμφωνα με αυτήν, ο ηθοποιός δεν πρέπει να ταυτίζεται με το ρόλο, αλλά πρέπει να κρατά μια απόσταση απ’ αυτόν, να τον «δείχνει», αντί να τον ερμηνεύει. Το ίδιο και ο θεατής, δεν πρέπει να συμπάσχει συμμετέχοντας στα παθήματα των ηρώων, αλλά να βρίσκεται σε απόσταση, έτσι ώστε να μπορεί να τα δει μέσα στο κοινωνικό τους πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο, καλείται να παραμείνει σε κριτική επαγρύπνηση καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Θα ήταν αδύνατο να αναφέρουμε όλες τις μεθόδους που έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί για να επιτευχθεί αυτό. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Τη χρήση μεγάλων επιγραφών που προαναγγέλλουν την εξέλιξη της δράσης για να μην αιφνιδιαστεί ο θεατής και καθορίζουν τον ιστορικό τόπο και χρόνο της. Το φωτισμό της σκηνής από πηγές φωτός που είναι ορατές στο θεατή. Τη σχηματικότητα της σκηνογραφίας, που ο ρόλος της είναι να δείχνει και όχι να υποβάλλει. Τη διάσπαση του κειμένου σε πολλά επίπεδα. Ξαφνική διακοπή του παιξίματος από τον ηθοποιό, ο οποίος σταματά την παράσταση για να απευθυνθεί άμεσα στο κοινό.

Στην προσπάθεια αυτή δεν πρέπει να υποτιμηθεί ο ρόλος της μουσικής και των τραγουδιών, που αντί να δημιουργούν ατμόσφαιρα, σχολιάζουν και συμπεραίνουν, καθοδηγώντας τη σκέψη του κοινού στα σωστά συμπεράσματα. Η μουσική των τότε παραστάσεων που έχουν γράψει κορυφαίοι συνεργάτες του Μπρεχτ – κυρίως ο Χανς Αϊσλερ και ο Κουρτ Βάιλ – έχει μείνει στην Ιστορία, μέρος δε αυτής πέρασε και στη μαζική λαϊκή κουλτούρα και ακούγεται μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Alabama Song», που είχε γράψει ο Κουρτ Βάιλ για το «Μαχαγκόνι» και το διασκεύασαν αργότερα οι Doors και ο David Bowie μεταξύ άλλων.

Επίσης, ειδικά όσον αφορά την υποκριτική, ο Μπρεχτ ανέδειξε την τεχνική του Gestus, την κοινωνική χειρονομία θα μπορούσαμε να πούμε, όπου με τη γλώσσα του σώματος ο ηθοποιός υποδηλώνει πολύ περισσότερα από ό,τι με τα λόγια για την κοινωνική θέση και στάση του χαρακτήρα που παρουσιάζει.

Το πιο σημαντικό στοιχείο στο θέατρο του Μπρεχτ, βέβαια, δεν είναι αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή. Σε αυτήν τίποτα δεν ολοκληρώνεται οριστικά, μένουν όλα εκκρεμή, για να εκπληρωθούν έξω από το θέατρο, στον πραγματικό κόσμο. Γράφει στον επίλογο του έργου «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν»:

«Πώς αυτό το κακό θα τελειώσει, ψάξτε να βρείτε μοναχοί σας… Πήγαινε ψάξε, αγαπητό κοινό, μια κατάλληλη λύση πρέπει να υπάρχει. Πρέπει, πρέπει, πρέπει!».

Α.Π. (Πηγή: Ριζοσπάστης)

Gestus

Αναμφίβολα η λέξη αποστασιοποίηση είναι άμεσα συνδεδεμένη με το όνομα του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Παρόλο που ως ιδέα υπήρχε ήδη σπερματικά από τα πρώτα
χρόνια της ιστορίας του αρχαίου δράματος αλλά και στις θεωρητικές μελέτες των Ρώσων φορμαλιστών της δεκαετίας του 30’ ο Γερμανός συγγραφέας ήταν ο πρώτος που την συστηματοποίησε εντάσσοντας την στη γενικότερη προβληματική του για το θέατρο. Ως αναπόσπαστο κομμάτι του επικού θεάτρου και άμεσα συναρτημένη με την έννοια της ιστορικοποίησης προκύπτει κατά κάποιο τρόπο αβίαστα μέσα από τη δομή και τις στοχεύσεις της μπρεχτικής δραματουργίας. Αν στόχος του επικού θεάτρου είναι η ιστορικοποίηση του θεατρικού γίγνεσθαι και η συνακόλουθη πολιτική αφύπνιση των θεατών τότε η αποστασιοποίηση είναι το απαραίτητο μέσο επίτευξής τους. Τι είναι όμως η αποστασιοποίηση και ποιος ο ακριβής «ρόλος» που διαδραματίζει σε ένα θεατρικό έργο;
Η βασική ένσταση του επικού θεάτρου σε σχέση με την Αριστοτελική δραματουργία ήταν η έννοια της κάθαρσης. Η καθοδήγηση δηλαδή του κοινού «δια ελέου και φόβου» στην «των τοιούτων παθημάτων κάθαρση» μέσα από τη συναισθηματική ταύτιση με τον ηθοποιό. Στη θέση της κάθαρσης και σε αντίστιξη με αυτή ο Μπρεχτ εισηγείται την ιδέα της αποστασιοποίησης.

Η πιο σημαντική βέβαια από τις τεχνικές αποστασιοποίησης είναι η λεγόμενη αποστασιοποιημένη ερμηνεία που αφορά το «παίξιμο» των ηθοποιών. Έχοντας ως βασικό άξονα αρχικά την αποφυγή της ταύτισης με το ρόλο και εν συνεχεία την επινόηση εναλλακτικών εκδοχών εξέλιξης των γεγονότων εκ μέρους του θεατή (πράγμα που προϋποθέτει την αποφυγή της ταύτισης) ο Μπρεχτ στοιχειοθέτησε τις βασικές τεχνικές υποκριτικής ενός ηθοποιού. Οι δύο πιο σημαντικές από αυτές, που ικανοποιούν και τις βασικές στοχεύσεις της αποστασιοποιημένης ερμηνείας, είναι το δείξιμο του ηθοποιού στο ρόλο και η χειρονομία (Gestus).

Η πιστή αντιγραφή των Gestus της καθημερινής ζωής στη σκηνή σε συνδυασμό με το δείξιμο του ηθοποιού στο ρόλο επέφεραν μία σημαντική αλλαγή στο περιεχόμενο αλλά και στο σκοπό της μιμητικής διαδικασίας. Ενώ το δραματικό θέατρο μιμούνταν απλά την πραγματικότητα, στην περίπτωση του επικού θεάτρου η πραγματικότητα είναι αυτή που καλείται να μιμηθεί τελικά το θέατρο.

Τούτο συμβαίνει διότι η σκηνή του επικού θεάτρου δεν είναι πλέον μία «φέτα ζωής» αλλά ένα εργαστήριο όπου δημιουργούνται συγκεκριμένες συνθήκες προκειμένου να ελεγχθεί η χρησιμότητα συγκεκριμένων συμπεριφορών της καθημερινότητας. Έτσι στο επικό θέατρο η μίμηση, αποκτά γνωσιολογική αξία καθώς πλέον αποτελεί εργαλείο κριτικής της επιβληθείσας «πραγματικότητας» και όχι μέσο απομίμησής της. Η αλήθεια αναζητείται διαρκώς μέσα από μία διαδικασία δοκιμών και επαλήθευσης και σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται δεδομένη. Ο θεατής βγαίνοντας από το θέατρο και επιστρέφοντας στην καθημερινή του ζωή έχει κάθε λόγο να «μιμηθεί» εκείνες τις συμπεριφορές της σκηνής που απέδειξε πως του είναι χρήσιμες και λειτουργικές και αντίστοιχα να εγκαταλείψει εκείνες που τον χειραγωγούν και τον περιορίζουν.

Σε αντίθεση με το δραματικό θέατρο η μίμηση δεν υποτάσσεται στην πραγματικότητα αλλά κυριαρχεί σε αυτή σχολιάζοντάς και κριτικάροντάς την.

-Πηγή πληροφοριών: pergamos.lib.uoa.gr

  • Φωτογραφία: Ο Μπρεχτ με τον γιο του, Στέφαν. Γερμανία, 1931.
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ προσφορά του Μπέρτολτ Μπρεχτ στο θέατρο
Περισσότερα

Ζακ Ρανσιέρ, Ο χειραφετημένος θεατής

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Ο θεατής δρα και αυτός, όπως ο μαθητής ή ο επιστήμονας. Παρατηρεί, επιλέγει, συγκρίνει, ερμηνεύει. Συνδέει αυτό που βλέπει με πολλά άλλα πράγματα που έχει δει σε άλλες σκηνές, σε άλλους τόπους. Συνθέτει το δικό του ποίημα με τα στοιχεία του ποιήματος που έχει μπροστά του».
Ζακ Ρανσιέρ, Ο χειραφετημένος θεατής

 

 

O Ζακ Ρανσιέρ (γαλλ. Jacques Rancière) γεννημένος το 1940 στην Αλγερία, είναι Γάλλος φιλόσοφος και ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (St. Denis). Υπήρξε μαθητής του μαρξιστή φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ και έγινε ευρύτερα γνωστός για τη συγγραφή του βιβλίου Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο (1968). Ωστόσο, μετά τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη του ’68, αποστασιοποιήθηκε από τον Αλτουσέρ.

Στο έργο του ασχολείται κυρίως με την πολιτική, χρησιμοποιώντας παράλληλα επιχειρήματα από πεδία της Ιστορίας, της αισθητικής, της λογοτεχνικής κριτικής και της παιδαγωγικής.

Οι κυριότερες δημοσιεύσεις του είναι: La Nuit des proletaires (Fayagd, 1981), Le filosophe et ses pauvres (Fayard, 1983), La Mesentente.Politique et philosophie (Galieree, 1995), Aux bords du politique (Fabrique, 1998), Le Partage du sensible.Esthetique et politique (La Fabrique, 2000), La Fable cinematographique (Seuil, 2001), Le destin des images, (La Fabrique, 2003), Malaise dans l’esthetique (Galilee, 2004), La Haine de la democratie (La Fabrique, 2005), Politique de la litterature (Galilee, 2007).

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΖακ Ρανσιέρ, Ο χειραφετημένος θεατής
Περισσότερα

Δημήτρης Λιγνάδης: “Το θέατρο είναι μετάληψη”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Κάνοντας επανεκκίνηση μετά την αναγκαστική -λόγω πανδημίας- χειμερία νάρκη του Εθνικού Θεάτρου, όπως και όλων των θεάτρων, και με την ευκαιρία της έναρξης της καλοκαιρινής δραστηριότητας του οργανισμού, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημήτρης Λιγνάδης προσκάλεσε τους συντάκτες του πολιτιστικού ρεπορτάζ σε μια ενημερωτική συνάντηση για συζήτηση, την Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020, στις 19.00, στον υπαίθριο – προαύλιο χώρο της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου («Σχολείον της Αθήνας»-Ειρήνη Παπά).

Στο δροσερό και ευωδιαστό χώρο μάς υποδέχθηκαν οι άνθρωποι του Εθνικού τηρώντας με ευλάβεια όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Κομβική στη συζήτηση στάθηκε η ανακοίνωση πως «το Εθνικό Θέατρο θα έχει πλέον και μια θερινή σκηνή 1.200 θέσεων».

Ο κ. Λιγνάδης προλογίζοντας την ενημέρωση αναφέρθηκε -μεταξύ άλλων- στην αλλαγή φρουράς που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2019 με τον ίδιο να τίθεται επικεφαλής της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού και στην προσπάθεια αξιοποίησης της συνεργατικότητας και όλων των δεξιοτήτων του ανθρώπινου υλικού του οργανισμού.
Με ιδιαίτερη ευγλωττία εξήγησε, πως ασφαλώς θα ήθελε να είναι αισιόδοξος αλλά ο χώρος του θεάτρου θα δοκιμαστεί, γεγονός που σκιάζει τη χαρά της ανακοίνωσης του καλοκαιρινού προγράμματος. «C’est la vie!», είπε χαρακτηριστικά. Έτσι είναι η ζωή.

Μόλις ενέσκηψε ο Αρμαγεδδών της πανδημίας του Covid-19, το Εθνικό Θέατρο, όπως τόνισε, δεν έμεινε αδρανές.
Από την αρχή αυτής της πρωτόγνωρης συνθήκης, με πλήρη συνείδηση της αποστολής του, στάθηκε στην πρώτη γραμμή, δίπλα στους καλλιτέχνες, δίπλα στους θεατές και δίπλα στους πολίτες, με μια σειρά προσεκτικά σχεδιασμένων δράσεων και ενεργειών, πάντοτε σε συνεννόηση με τα αρμόδια Υπουργεία και τους επίσημους φορείς. Συγκεκριμένα:

– Οργάνωσε τρεις φορές αιμοδοσία σε συνεργασία με το νοσοκομείο παίδων «Αγία Σοφία»
– Ξεκίνησε την κατασκευή υφασμάτινων μασκών στο εργαστήριο ραπτικής του Εθνικού Θεάτρου σύμφωνα με νοσοκομειακές προδιαγραφές. Οι μάσκες είναι διαθέσιμες και για το κοινό στο πωλητήριό του.
– Η Δραματική Σχολή συνέχισε τα μαθήματά της εξ αποστάσεως.
– Εγκαινίασε τη διαδικτυακή δράση «Μένουμε σπίτι, δημιουργούμε μαζί».

 

 

Κάνοντας αναφορά στο σαπφικό «ὄττω τις ἔραται», ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μίλησε για τη σημαντική πρωτοβουλία από κοινού με τη δημόσια τηλεόραση για τη βιωματική επαφή των παιδιών με την ελληνική λογοτεχνία που άρχισε μέσα από τη συχνότητα της ΕΡΤ2. Πρόκειται για ένα πρωτότυπο παιδικό πρόγραμμα με τίτλο «Ιστορίες για παιδιά», προϊόν της συνεργασίας της ΕΡΤ με το Εθνικό Θέατρο.
Υπογράμμισε επίσης το μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ ΕΟΤ και Εθνικού Θεάτρου. Στόχος, είπε, μια «πανδημία πολιτισμού» για την προβολή της Ελλάδας ως διεθνούς προορισμού μοναδικών θεατρικών και πολιτιστικών εμπειριών.
Επισήμανε τις δράσεις της «ψηφιακής» σκηνής του Εθνικού Θεάτρου δίνοντας έμφαση στις δωρεάν προβολές εμβληματικών παραστάσεων κατά την περίοδο της καραντίνας.

Την επόμενη μέρα ανέφερε ο καλλιτεχνικός διευθυντής «θα αρχίσουμε να ξαναχτίζουμε όσα γκρεμίστηκαν». Χαρακτήρισε δε την τέχνη του θεάτρου ίδια με τη “θεία κοινωνία”, δηλαδή τη μετάληψη και συμπλήρωσε πως το θέατρο πρέπει να είναι μεταδοτικό.

“Σπουδαία ερείπια”, λοιπόν για ένα περίεργο καλοκαίρι που βρίσκεται μπροστά μας και αναμονή ενός δύσκολου χειμώνα, με το ελπιδοφόρο μήνυμα ενός νέου ανοιχτού υπό κατασκευήν θεάτρου, που το πιθανότερο είναι, όσο του επιτρέψουν οι συνθήκες, πως να φέρει κάτι νέο στην «κοινωνία» του θεάτρου.

Ο Δημήτρης Λιγνάδης έκανε λόγο για τις προετοιμασίες των παραστάσεων υπό πρωτόγνωρες συνθήκες, αφού λόγω των μέτρων ασφαλείας πρέπει να κρατούνται αποστάσεις στις πρόβες. Μια «τραγελαφική», όπως είπε, εικόνα αφού είναι δύσκολο το «μην πλησιάζεστε» στις πρόβες με τον οδηγό σκηνής να… επαναφέρει στην τάξη τους συντελεστές για οποιαδήποτε μικρότερη από την επιτρεπόμενη απόσταση ανάμεσά τους.

Μιλώντας και από τη θέση του σκηνοθέτη της παράστασης των “Περσών”, περιέγραψε ότι «στην αρχή νιώθαμε αμηχανία όταν έπρεπε να διατηρήσουμε τις αποστάσεις, ωστόσο σύντομα λύσεις βρέθηκαν. Βάλαμε τα δυνατά μας και ξεπεράσαμε τις δυσκολίες».

Ιδιαίτερη μνεία έκανε στο νέο θεσμό του Υπουργείου Πολιτισμού «Όλη η Ελλάδα, ένας πολιτισμός» και τη συμμετοχή του Εθνικού Θεάτρου στις δράσεις σε αρχαιολογικούς χώρους: Με πολλή χαρά ο θεσμός αυτός συνέπεσε με την επιθυμία του από την αρχή που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση στο «να υπάρχει μια εξακτίνωση, όχι μόνο του Εθνικού, αλλά και άλλων φορέων στους αρχαιολογικούς χώρους», τονίζοντας ότι η συμφιλίωση με τους αρχαιολογικούς χώρους, κάποια κείμενα που θα είναι in situ ακουσμένα σαν να είναι ο φυσικός τους χώρος, θα είναι ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο «πολύ σωστά το ΥΠΠΟΑ σκοπεύει να θωρακίσει και να συνεχίσει σε βάθος χρόνου».

Μιλώντας για το πλαίσιο της επίσκεψης του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη στην ανάγνωση των «Περσών», τόνισε ότι διεξήχθη γόνιμη συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων με τους συντελεστές της παραγωγής, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να μοιραστούν αγωνίες και να καταθέσουν σκέψεις και προτάσεις σε ζητήματα που απασχολούν τον τομέα του πολιτισμού λόγω της πανδημίας. Υπογράμμισε δε πως τέθηκαν όλα τα σχετικά ερωτήματα. «Από το Α ως το Ω», είπε χαρακτηριστικά.

 

 

«Πέρσες» και «Λυσιστράτη»

Οι «Πέρσες» του Αισχύλου και η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, όπως επισήμανε ο κ. Λιγνάδης, σχεδιάζονται για κοινό με μειωμένη προσέλευση καθώς και με το κριτήριο της υγειονομικής ασφάλειας για τους καλλιτέχνες που θα λάβουν μέρος. Θα υπάρχουν αποστάσεις 1,5 μέτρου μεταξύ των ηθοποιών.
Άλλωστε, όπως είπε, ήταν εξαρχής λιτός ο σχεδιασμός για τους «Πέρσες» που σκηνοθετεί ο ίδιος.

Η αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια Έρι Κύργια αναφέρθηκε, ύστερα από ερωτήσεις δημοσιογράφων, στα οικονομικά του Εθνικού Θεάτρου. Τα έσοδα από τις αρχές του 2020 ήταν 450.000 ευρώ, υπολογίζοντας πως οι απώλειες λόγω κορονοϊού ανέρχονται περίπου στο ίδιο ποσό.

 

 

Προθέσεις – θέσεις και αντιθέσεις

Ο Δημήτρης Λιγνάδης, δίνοντας ο ίδιος τον τίτλο “Προθέσεις – θέσεις και αντιθέσεις” στη συζήτηση, δήλωσε επίσης πως πρόθεσή του είναι να ανεβάσει την επόμενη σεζόν τις ήδη προγραμματισμένες -από την προηγούμενη διοίκηση- παραστάσεις.

Σε ερώτηση που του τέθηκε σχετικά με την Πρωτοβουλία Εργαζομένων στις Τέχνες Support Art Workers, δήλωσε απόλυτα δικαιολογημένη την αγωνία των καλλιτεχνών των παραστατικών τεχνών. «Ξαφνικά αισθάνεται κάποιος ότι δεν έχει ορίζοντα», είπε.
Θεωρεί την κίνηση «απόλυτα ανθρώπινη», όπως είπε, και μάλιστα «απόλυτα κατανοητή». Μια κίνηση που ο ίδιος δεν θέλει να παρεξηγηθεί από την Ιστορία.
Συμπλήρωσε επίσης πως και το Εθνικό Θέατρο έχει «art workers». “Δεν πρέπει κανείς να κινείται φοβικά ή χωρίς ελπίδα για το μέλλον”, υπογράμμισε.

«Όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, θα μιλήσουμε με ψυχραιμία για το πώς θα θεραπεύσουμε κάποιες πληγές που βγήκαν στην επιφάνεια λόγω κορονοϊού. Κάποιος αισθάνεται ότι δεν έχει ορίζοντα δημιουργίας. Η θέση ευθύνης όμως που έχω πρέπει να με κάνει να βλέπω την εικόνα να ανοίγει. Δεν μπορείς να αποφασίσεις τι πρέπει να κάνεις με δεδομένα που αλλάζουν κάθε μέρα», σημείωσε, δίνοντας έμφαση στο ότι δεν προτίθεται να δικαιολογήσει αποφάσεις της κυβέρνησης και του υπουργείου, με το οποίο -όπως ανέφερε- διατηρεί άριστη σχέση και καθημερινή τηλεφωνική επαφή με την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη και κατά τη διάρκεια της καραντίνας και κατόπιν.

 

 

Το καλοκαίρι του 2020

Το Εθνικό Θέατρο θα έχει σημαίνουσα παρουσία και στις δράσεις του υπουργείου Πολιτισμού για το καλοκαίρι του 2020.
Τρεις παραστάσεις θα παρουσιαστούν σε αρχαιολογικούς χώρους. Οι χώροι δεν έχουν ακόμα οριστικοποιηθεί και θα ανακοινωθούν σύντομα.
Ο Δημήτρης Λιγνάδης ανακοίνωσε τα τρία έργα που ετοιμάζονται: Τα «Σπουδαία ερείπια: Η Ελλάδα με τα μάτια των περιηγητών» θα είναι το πρώτο έργο σε σκηνοθεσία Νατάσας Τριανταφυλλίδη και «Αθηναίων Πολιτεία» το δεύτερο, βασισμένο σε πεζά κείμενο που μιλάνε για τη δημοκρατία και θα σκηνοθετήσει ο Βασίλης Παπαβασιλείου.
Το τρίτο έργο θα είναι το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Δανάης Ρούσου. Μια παράσταση στα αγγλικά, με σκοπό να προσελκύσει τους τουρίστες που θα επισκεφθούν το καλοκαίρι την Ελλάδα αλλά και τους αγγλόφωνους κατοίκους.
Ανακοίνωσε επίσης τη νέα παράσταση για παιδιά που θα είναι ένα έργο της Σίνου Κίρα και έχει τον τίτλο «Υπάρχουν μονόκεροι».
Ακόμα, ο κ. Λιγνάδης έδωσε μια άκρως ενδιαφέρουσα είδηση που δεν είναι άλλη από τη δημιουργία νέας σκηνής στην οδό Πειραιώς για το Εθνικό Θέατρο, θερινής, ανοιχτής και στην καρδιά της πόλης.

 

 

Δράσεις/Ενέργειες του Εθνικού Θεάτρου στη Διάρκεια της Καραντίνας

Παραστάσεις

Α. Online μεταδόσεις
Μεταδόσεις βιντεοσκοπημένων παραστάσεων του Εθνικού Θεάτρου από την ιστοσελίδα του Εθνικού Θεάτρου και του Υπουργείου Πολιτισμού. Η αρχή έγινε με παραστάσεις που παίζονταν τη στιγμή που διακόπηκε η λειτουργία του θεάτρου και συνεχίζουμε με παραστάσεις από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου της τελευταίας δεκαετίας. Να σημειώσουμε ότι οι παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου από το 1995 και μέχρι το 2005 είναι όλες διαθέσιμες εξαρχής για το κοινό μέσω της διαδικτυακής σελίδας του Εθνικού Θεάτρου. Οι μεταδόσεις έγιναν δωρεάν και με αγγλικούς υπέρτιτλους – στην περίπτωση που η συγκεκριμένη παράσταση είχε παρουσιαστεί με υπέρτιτλους – και συνοδεύτηκαν από θεωρητικά κείμενα με παραπάνω πληροφορίες για το έργο και τον συγγραφέα. Τις προβολές συνόδευσαν videos καλλιτεχνών από το σπίτι, ενισχύοντας το μήνυμα «Μένουμε Σπίτι με τον Πολιτισμό».

03/04 Μακμπέθ @ 21.00
04/04 Χίλιες και μία ιστορίες @ 17.00
05/04 Χίλιες και μία ιστορίες @ 12.00
05/04 Hotel Éternité @ 21.00
10/04 Μακμπέθ @ 21.00
11/04 Συρανό ντε Μπερζεράκ @ 13.00 (online για 24 ώρες)
11/04 Χίλιες και μία ιστορίες @ 17.00
12/04 Χίλιες και μία ιστορίες @ 12.00
12/04 Hotel Éternité @ 21.00
19/04 Του Κουτρούλη ο γάμος @ 14.00 (online για 24 ώρες)

Κοινωνική προσφορά

Β. Αιμοδοσία
24 Μαρτίου, 1-2 Απριλίου, 14-15 Απριλίου
Το Εθνικό Θέατρο και το Σωματείο Εργαζομένων Εθνικού Θεάτρου, διοργάνωσαν τρεις εθελοντικές αιμοδοσίες ανταποκρινόμενοι στο αίτημα του Νοσοκομείου Παίδων «H Αγία Σοφία» για έκτακτη προσφορά αίματος.
Από τις τρεις αιμοδοσίες συγκεντρώθηκαν 186 φιάλες αίματος.
Οι αιμοδοσίες πραγματοποιήθηκαν με αυστηρή τήρηση κανόνων υγιεινής στο Θέατρο Rex (Πανεπιστημίου 48).

Γ. Κατασκευή Μασκών
Ιατρικές μάσκες ράφτηκαν από το προσωπικό των ενδυματολογικών τμημάτων του Εθνικού Θεάτρου με πρωτοβουλία του Σωματείου Εργαζομένων και παραδόθηκαν προς χρήση από το νοσηλευτικό προσωπικό της Ψ.Ν.Α. Δρομοκαΐτειου.

Εργασίες Υποδομής

Ε. Τεχνικές Εργασίες Υποδομής
Στη Σκηνή Κοτοπούλη από τις αρχές Μαΐου και έως περίπου τις 15 Ιουνίου πραγματοποιείται η εγκατάσταση νέου ηλεκτρολογικού και νέου ηχητικού εξοπλισμού, καθώς και η εγκατάσταση κλιματισμού σκηνής, με δωρεά του Ιδρύματος Στ. Νιάρχος.

Εκπαίδευση

Στ. Συνέχιση Μαθημάτων Δραματικής Σχολής
Τα μαθήματα της Δραματικής Σχολής πραγματοποιήθηκαν μέσω διαδικτύου σύμφωνα με το ωρολόγιο πρόγραμμα.

Ζ. Δημιουργούμε μαζί
Τα εργαστήρια του Μικρού Εθνικού έγιναν διαδικτυακά μέσω της δράσης «Μένουμε σπίτι, δημιουργούμε μαζί».
Περισσότεροι από 500 συμμετέχοντες των εργαστηρίων του Μικρού Εθνικού, βρέφη, παιδιά, έφηβοι αλλά και ενήλικες, επικοινώνησαν μαζί μας και μεταξύ τους ανά ομάδες, με αφορμή κοινά ερεθίσματα και δημιούργησαν: Κείμενα, ζωγραφιές, βίντεο.

Βιντεοσκοπήσεις Εκπαιδευτικού Υλικού

Η . Σχολικά κείμενα για την Εκπαιδευτική Τηλεόραση
Βιντεοσκόπηση ανάγνωσης κειμένων από τα σχολικά βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας για την Εκπαιδευτική Τηλεόραση.
Σκηνοθεσία: Σοφία Βγενοπούλου
Ηθοποιοί: Αντώνης Γιαννακός, Βασίλης Καραμπούλας, Νεφέλη Μαϊστράλη, Κώστας Μπερικόπουλος, Νάνσυ Σιδέρη, Γαλήνη Χατζηπασχάλη
Μουσική: Αλέξης Κωτσόπουλος, Έλενα Χούντα
Αναλυτικά
• «Η Χιονάτη της Πάρνηθας »του Ηλία Βενέζη, ερμηνεία: Νάνσυ Σιδέρη
• «Μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη» του Νίκου Γκάτσου, ερμηνεία: Κώστας Μπερικόπουλος
• «Καυκασιανό παραμύθι» του Ι.Δ. Ιωαννίδη, ερμηνεία: Κώστας Μπερικόπουλος
• «Ο γιος» του Νίκου Καζαντζάκη, ερμηνεία: Βασίλης Καραμπούλας
• «Το χαμογελαστό συννεφάκι» της Μάρως Λοζου, ερμηνεία: Νεφέλη Μαϊστράλη
• «Είμαστε εις το Εμείς» του Γιάννη Μακρυγιάννη, ερμηνεία: Κώστας Μπερικόπουλος
• «Περιπέτειες με την τηλεόραση» του Τζιάννι Ροντάρι, ερμηνεία: Κώστας Μπερικόπουλος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη
• «Η Ευρώπη κι ο Ταύρος» του Χάρη Σακελλαρίου, ερμηνεία: Αντώνης Γιαννακός

Θ. Ιστορίες για Παιδιά
Το Εθνικό Θέατρο στο πλαίσιο ανάπτυξης πρωτοβουλιών με τη φροντίδα και την αρωγή του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού συνεργάστηκε με την ΕΡΤ και από κοινού δημιούργησαν νέο δίαυλο επικοινωνίας για την επαφή των παιδιών με την ελληνική λογοτεχνία. Ένα πρωτότυπο παιδικό πρόγραμμα με αναγνώσεις λογοτεχνικών κειμένων από τα ανθολόγια του Δημοτικού Σχολείου που μεταδίδεται στην ΕΡΤ2.
Συνεργάτις Θεατρολόγος: Αναστασία Διαμαντοπούλου
Ηθοποιοί: Αλίκη Αλεξανδράκη, Τζόυς Ευείδη, Μαρία Κίτσου, Έμιλυ Κολιανδρή, Δημήτρης Λιγνάδης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Ράνια Οικονομίδου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Βίκυ Σταυροπούλου
Σκηνοθεσία: τηλεσκηνοθέτες της ΕΡΤ

Καλλιτεχνικές Δράσεις

Ι. Παραμυθάδες
Βιντεοσκόπηση των παραμυθιών «Κάνω αυτό που μου αναλογεί» (Αφρική) και «Κι αυτό θα περάσει» (Μέση Ανατολή), παραμύθια που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα των Παραμυθάδων του Εθνικού Θεάτρου.
Στην πρώτη, σε ένα δάσος που παίρνει φωτιά τα ζώα τρέχουν να σωθούν. Ένας ελέφαντας ανοίγει δρόμο στο κοπάδι όταν ξαφνικά βγαίνει στο ξέφωτο. Εκεί ένα κολιμπρί -το πιο μικρό πουλί στον κόσμο- ορμά σε μια λακκούβα με νερό, παίρνει δυο στάλες και χύνεται κόντρα στη φωτιά, ξανά και ξανά. Ο ελέφαντας του φωνάζει: «Τρέχα να σωθείς, μην προσπαθείς δε θα τα καταφέρεις…» και το κολιμπρί του απαντά: «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά εγώ κάνω αυτό που μου αναλογεί…!».
Στο δεύτερο παραμύθι ένας βασιλιάς αναζητά ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλη σκοτούρα κι έγνοια στο μυαλό το κοιτάζεις και σου φεύγει κάθε στενοχώρια. Κι όταν ακόμα έχεις τόσο μεγάλη χαρά που η ψυχή σου να πετά στα ουράνια, το ίδιο δαχτυλίδι κοιτάς και τα πόδια σου έρχονται να σταθούν ξανά πάνω στη γη. Ζητά από τον συμβουλάτορά του να του το βρει. Ψάχνει άδικα αυτός και στο τέλος το βρίσκει. Το δαχτυλίδι γράφει επάνω «Κι αυτό θα περάσει».

Συνεργασία με ΕΟΤ

Το Εθνικό Θέατρο και ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού ολοκλήρωσαν τις διαβουλεύσεις τους και υπέγραψαν μνημόνιο αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας.

Τεχνικές Εργασίες

Παράλληλα τα τεχνικά τμήματα του Εθνικού Θεάτρου λειτούργησαν αδιάκοπα πραγματοποιώντας εκτός των άλλων τεχνικές εργασίες συντήρησης και υποδομής.
Πιο συγκεκριμένα:
Α) Οπτικοακουστικό τμήμα
1) Προετοιμασία-ψηφιοποίηση βιντεοσκοπήσεων, διαχείριση πλατφόρμας Vimeo, uploading βιντεοσκοπήσεων προς δημόσια προβολή. Δημιουργία εισαγωγικών καρτών για κάθε βιντεοσκόπηση.
2) Δημιουργία πρωτότυπων βίντεο (εξαρχής βιντεοσκοπήσεις για ανάγκες εκπαιδευτικής τηλεόρασης), video edit διαφημιστικών trailers για προώθηση βιντεοσκοπήσεων προς δημόσια προβολή.
3) Ενημέρωση του από το 1945 βιβλίου αρχειοθέτησης παραστάσεων του Εθνικού Θεάτρου, αντιγραφή του σε ψηφιακή μορφή και εμπλουτισμός με πληροφορίες που αντλούνται από το site του οργανισμού και άλλα συγγράμματα του τμ. Δραματολογίου.
4) Συνέχιση της ψηφιοποίησης του οπτικοακουστικού αρχείου και ενημέρωση της βάσης δεδομένων αρχείου του τμήματος. Προετοιμασία παραστάσεων για πιθανή δημόσια προβολή.
5) Επισκευή καψών μικροφώνων (αλλαγή βυσμάτων, μερών καλωδίων) και καθαρισμός.
6) Μερική τακτοποίηση αποθήκης τμήματος (δώμα Ρεξ).
8) Αναβάθμιση λειτουργικών συστημάτων σε υπολογιστές σκηνών και studio ηχογραφήσεων.

Β) Τμήμα ηλεκτρολόγων
1) Καθαρισμός και πρωτοβάθμια συντήρηση εξοπλισμού σκηνών.
2) Συντήρηση εξοπλισμού αποθήκης ηλεκτρολογικού τμήματος.
3) Επισκευή παλαιών μηχανημάτων.
4) Σκηνή «Παξινού»: Βελτίωση και συντήρηση του πίνακα PATCH και προσθήκη νέων γραμμών που να εξυπηρετούν την συγκεκριμένη διάταξη της σκηνής.
5) Σκηνή «Παπαδάκη»: πραγματοποιήθηκαν εργασίες για την μετεγκατάσταση των ντίμερ στο παλαιό χειριστήριο.
6) Σκηνή «Κοτοπούλη»: Στο τέλος καλοκαιριού και πριν την έναρξη της νέας σεζόν, θα πρέπει ολοκληρωθεί η αντικατάσταση των ντίμερ που περιλαμβάνονται στην χορηγία ΙΣΝ.

Γ) Κατασκευαστικά τμήματα και τμήματα σκηνής
1) Κτίριο οδού Σατωβριάνδου: Κατασκευή ξύλινων βιβλιοθηκών αποθήκευσης αρχείου λογιστηρίου. Κατασκευή μεταλλικών βιβλιοθηκών για διευθέτηση αρχείου διοικητικών υπηρεσιών.
2) Αίθουσα Εκδηλώσεων-Τσίλλερ: Συντήρηση τοιχοποιίας-αποκατάσταση ζωγραφικών λεπτομερειών.
4) Ρουφ: Καθαρισμός και διευθέτηση φροντιστηριακού υλικού.
5) Αποθήκη Σχολείου και Ασπροπύργου: Καθαρισμός και διευθέτηση αποθηκών βάση υπογεγραμμένων πρωτοκόλλων καταστροφής παλαιών παραγωγών.
6) Σχολείο-Δραματική Σχολή: Κατασκευή μεταλλικών στεγάστρων για υγρομόνωση στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
7) Αποθήκη οπτικοακουστικού εξοπλισμού-Τσίλλερ: Κατασκευή μεταλλικού παταριού.
8) Σχολείο Ειρήνης Παπά.
Μετατροπή και διαμόρφωση ασκεπούς κτηρίου σε χώρο ανοιχτού θεάτρου και χώρων πολιτιστικών εκδηλώσεων με την ευγενική χορηγία του κοινωφελούς Ιδρύματος Ι. Σ. Λάτση και Μαριάννας Λάτση.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΔημήτρης Λιγνάδης: “Το θέατρο είναι μετάληψη”
Περισσότερα

Δημήτρης Λιγνάδης. Με το πάθος του απλού στρατιώτη στη δύσκολη μάχη του Φεστιβάλ 2020

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014. Περίπου 3 η ώρα το ξημέρωμα. Είμαστε στην παραλία της Παλαιάς Επιδαύρου και από εκεί βλέπουμε αναμμένους τους προβολείς στην αγαπημένη «Αχιβάδα». Στο αρχαίο θέατρο της Μικρής Επιδαύρου…

Περπατώντας από την παραλία και περνώντας μέσα από τους ολάνθιστους κήπους φθάσαμε στην είσοδο του θεάτρου.

Μιλώντας ψιθυριστά οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ μας ενημέρωσαν πως γίνεται η γενική δοκιμή για τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» του Θουκυδίδη. Ήταν η παράσταση που επρόκειτο να παρουσιαστεί για πρώτη φορά στις 25 και 26 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2014,  παραγωγή του Ελληνικού Φεστιβάλ ΑΕ.

Τη μετάφραση είχε κάνει ο Γιάννης Λιγνάδης και τη Δραματουργία, Διασκευή, Σκηνοθεσία η κυρία Ρούλα Πατεράκη. Υπότιτλος της παράστασης «Περικλής, η νεύρωση της ηγεμονίας».

Μπήκαμε ακροποδητί, στις μύτες των ποδιών, πολύ σιγά και προσεκτικά. Καθίσαμε ακόμα και με την ανάσα κομμένη για να μην ενοχλήσουμε.

Η γενική πρόβα προχωρούσε κανονικά και έφτασε η στιγμή που θα έκανε την εμφάνισή του ο Δημήτρης Λιγνάδης. Μου έκανε εντύπωση ότι είχε χειρόγραφα και διάβαζε το κείμενό του. Απόρησα…

-Μα, λίγες ώρες πριν από την πρεμιέρα και ακόμα διαβάζει το κείμενο;

Πριν καν διαβάσει τις πρώτες αράδες παραπονέθηκε για τον φωτισμό. Ζήτησε να διορθωθεί η θέση του προβολέα ώστε να φωτίζεται καλά το χειρόγραφο. Πέρασε αρκετή ώρα με δοκιμές μέχρι να πετύχει ο φωτιστής τη σωστή θέση της δέσμης του φωτός έτσι ώστε να βλέπει καλά ο πρωταγωνιστής.

Ήταν έτοιμος να διαβάσει όταν… θυμήθηκε ότι θέλει να πιει λίγο νερό. Έσπευσε μια συνάδελφός του να του φέρει ένα μικρό μπουκάλι…

Ήπιε λίγο… Πήγε να αφήσει το μπουκάλι αλλά… Έκανε νόημα στη συνάδελφό του η οποία έσπευσε και πάλι για να πάρει το μικρό μπουκάλι…

Έτοιμος πάλι να αρχίσει… Έκανε ένα τελικό «τσεκ» στον φωτισμό… Έκανε ένα τελικό “τσεκ” στον λαιμό του…

Ωχ! Πάλι ζήτησε νερό. Πάλι έσπευσε η συνάδελφός του. Πάλι ήπιε. Πάλι έδωσε πίσω το μικρό μπουκαλάκι…

Σπαστικό; Εκνευριστικό; Βεντετίστικο;

Όλα αυτά σε βαθμό υπερθετικό…

Η σκηνοθέτις Ρούλα Πατεράκη παρακολουθούσε «από τα ορεινά» και κρατούσε σημειώσεις.

Μόλις τέλειωσε η γενική δοκιμή με «τα νεύρα τσατάλια» φύγαμε…

Αυτό το βεντετιλίκι με είχε απογοητεύσει…

***

Ξημέρωσε η Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014. Το βράδυ και πάλι στη Μικρή Επίδαυρο. Αυτή τη φορά για να δούμε την πρεμιέρα της παράστασης. Κατάμεστη η «Αχιβάδα» και όλα αρχίζουν και προχωρούν κανονικά μέχρι τη στιγμή που ήρθε στη σκηνή ο Δημήτρης Λιγνάδης. Πάλι με τα χειρόγραφα, πάλι με τον προβολέα και τον φωτιστή, πάλι με τη δίψα, το μικρό μπουκαλάκι του νερού. Όλα ίδια. Όπως και στη γενική δοκιμή…

Τότε κατάλαβα…

***

Μετά την παράσταση αντί για συγχαρητήρια του ζήτησα συγγνώμη για τις αρνητικές σκέψεις που είχα κάνει στη γενική δοκιμή… Του εξήγησα τι σκέφτηκα και γιατί…

-Μα -μου απαντά-  εγώ κάνω κατά λέξη όλα όσα έχει σημειώσει η σκηνοθέτις μου. Δεν ξεφεύγω ούτε χιλιοστό από αυτό που θέλει. Τηρώ ευλαβικά τις κατευθύνσεις που μου έχει δώσει. Είμαι ένας απλός στρατιώτης και οφείλω πάντα να δίνω τον καλύτερο εαυτό μου…

***

 

Μια ημέρα πριν από την Πανσέληνο στην αυλή του Σχολείου – Ειρήνη Παπά, στο Μοσχάτο.

 

 

Αυτόν τον απλό φαντάρο με το πάθος του επικεφαλής αξιωματικού τον «παρακολούθησα» το απόγευμα της Πέμπτης 4 Ιουνίου 2020 στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στο προαύλιο του «Σχολείου της Αθήνας – Ειρήνη Παπά». Μια μέρα πριν από την Πανσέληνο που ήδη είχε αρχίσει τις βόλτες της στον αττικό ουρανό

Τον παρακολούθησα από απόσταση επειδή λόγω των μέτρων και των ειδικών συνθηκών δεν μπορούσα να είμαι στη συνέντευξη μιας και το catisart.gr το εκπροσωπούσε η Ειρήνη Αϊβαλιώτου.

 

Συνέντευξη Τύπου με απόσταση ασφαλείας μεταξύ των δημοσιογράφων.

 

Οπότε στάθηκα σε απόσταση και μόνο άκουγα… Όμως και αυτό ήταν αρκετό. Ένιωθα σιγουριά ακούγοντας τον Δημήτρη Λιγνάδη, αυτόν τον εμπνευσμένο ηθοποιό και σκηνοθέτη που τώρα και ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου δίνει πολυμέτωπο αγώνα.

Τα προβλήματα λόγω κορονοϊού είναι πολλά. Οι συνήθειες και οι συνθήκες έχουν ανατραπεί ενώ ο στόχος όπως πάντα είναι συγκεκριμένος.

 

Ο Μάρκος σε κάθε γωνιά του Σχολείου. Πάντα φιλικός αλλά και παρατηρητικός…

 

Εγώ ως παρατηρητής – ακροατής αυτής της συνέντευξης [παρέα με τον αεικίνητο Μάρκο] πήρα αισιόδοξα μηνύματα για όσα έρχονται. Ως υποψήφιος θεατής των παραστάσεων ένιωσα ικανοποίηση για όλα όσα προγραμματίζονται, παρά τις δυσκολίες.

 

Ο Δημήτρης Λιγνάδης στη συνέντευξη Τύπου του Εθνικού Θεάτρου μίλησε για όλα, απάντησε σε όλους και για όλα…

 

Τέλος ως δημοσιογράφος χάρηκα που ο Δημήτρης Λιγνάδης και ζήτησε, και πήρε, και απάντησε σε δύσκολες ερωτήσεις.

Αυτό ήταν για μένα το μεγαλύτερο κέρδος…

Του εύχομαι να έχει πάντα επιτυχίες.

Παναγιώτης ΜήλαςΔημήτρης Λιγνάδης. Με το πάθος του απλού στρατιώτη στη δύσκολη μάχη του Φεστιβάλ 2020
Περισσότερα

Berliner Ensemble: Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Νέα πραγματικότητα: Έτσι θα ξεκινήσει το Berliner Ensemble, ένας από τους διασημότερους θεατρικούς οργανισμούς της Γερμανίας και του κόσμου, την επόμενη σεζόν.

Πολλά ακούμε και διαβάζουμε για το πώς καλούνται να λειτουργούν οι θεατρικές σκηνές ανά τον κόσμο λόγω των οδηγιών για τον covid-19. Αυτή η εικόνα όμως από το φημισμένο Μπερλίνερ Ανσάμπλ του Βερολίνου, το ιστορικό θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, με τη νέα διάταξη των καθισμάτων της πλατείας του, δείχνει ανάγλυφα τη νέα πραγματικότητα.

 

Η Μεγάλη Αίθουσα του Berliner Ensemble, όπως ήταν πριν κλείσει λόγω πανδημίας

 

Οι φίλοι του θεάτρου φοβούνται ότι αυτό θα επηρεάσει και τις τιμές των εισιτηρίων, γιατί μάλλον δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, δηλώνουν. Πολύ λυπηρό για τους φοιτητές και τους θεατές με χαμηλό εισόδημα. Ωστόσο, το Berliner Ensemble καθησυχάζει όσους ανησυχούν και υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί το εισιτήριο.

***

«Πολλοί θεωρούν το θέατρο σαν έναν τόπο παραγωγής ονείρων», έγραφε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, «και εσάς τους ηθοποιούς, σας θεωρούν πωλητές μεθυστικών ναρκωτικών. Τα όνειρα καλόδεχτα. Πώς να αντέξουμε αυτή τη ζωή χωρίς όνειρα. Μα έτσι, ηθοποιοί, το θέατρό σας δεν γίνεται τίποτα άλλο από ένας τόπος όπου μαθαίνει κανένας να αντέχει την ασήμαντη και ομοιόμορφη ζωή. Τους δείχνετε έναν κόσμο ψεύτικο, απρόσεχτα ανακατωμένο, έτσι όπως τον δείχνουν τα όνειρα».

Ο Μπρεχτ ήθελε το θέατρο να κάνει τον θεατή να σκέφτεται. Στα θεατρικά του έργα περιέγραφε τον κόσμο σαν κόσμο που μπορεί ν’ αλλάξει. Το Μπερλίνερ Ανσάμπλ, δημιούργημά του, ήταν ο αυθεντικός χώρος καλλιέργειας του έργου του και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε αναπόσπαστο τμήμα της σοσιαλιστικής πολιτιστικής ζωής στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Εκεί ο Μπρεχτ μπόρεσε να συστηματοποιήσει τις απόψεις του για το θέατρο και με τη συνεργασία σπουδαίων ηθοποιών και συνεργατών να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή που θα επηρέαζε την τέχνη σε παγκόσμιο επίπεδο.

***

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε στις 14/8/1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του ήταν το “Εγκόλπιο ευσέβειας” (Hauspostille).

Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, συνάντησε και δούλεψε με το συνθέτη Χανς Έισλερ και ανέπτυξαν φιλία ζωής. Γνώρισε και τη Χέλενε Βάιγγελ, τη δεύτερη γυναίκα του που τον συνόδεψε αργότερα στην εξορία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1922 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζοφ. Η κόρη τους Ανν Χιόμπ γεννήθηκε ένα χρόνο μετά. Το 1923 προσλήφθηκε βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ. Άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό. Το 1930 παντρεύτηκε τη Χέλενε Βάιγγελ που του είχε χαρίσει ήδη ένα γιο. Στη συνέχεια απέκτησαν και μια κόρη.

Η προσαρμογή της Όπερας των Ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπός του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.

Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό «Η Λέξη» (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.

Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί με τη Χέλενε Βάιγκελ (Ηelene Weigel) ίδρυσαν (1949) το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.

Το έργο του

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1920 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.

Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του “Βάαλ” (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του “Ταμπούρλα μες τη Νύχτα” (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το “διδακτικό” και “ανθρωπιστικό” θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) ” Η Άνοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονι” (1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: “Η Ζωή του Γαλιλαίου” (1937-39), “Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της” (1936-39), “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” (1935-41), “Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι” (1940), “Η Άνοδος του Αρτούρου Ούι” (1941), “Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ” (1940-43), “Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο” (1942-43) και “Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία” (1943-45). Το 1944 γράφει το έργο “Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής”, μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.

Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε, Εγκώμιο στη μάθηση, Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου, Αυτό θέλω να τους πω, Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ, Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου, Εγκώμιο στον Κομμουνισμό, Εγκώμιο στη Διαλεκτική.

  • H αρχική φωτογραφία αναρτήθηκε στο F/B του Berliner Ensemble
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουBerliner Ensemble: Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις
Περισσότερα

Μπέρτολτ Μπρεχτ: «O φωτισμός» (1950)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Περισσότερο φως, ηλεκτρολόγε στη
σκηνή!
Πώς θες, δραματουργοί κι ηθοποιοί,
να δείξουμε τ’ αντικαθρέφτισμα
του κόσμου, μέσα στο μισοσκόταδο;
Τούτο το σύθαμπο
καλεί σε ύπνο.
Ενώ εμείς θέλουμε ξύπνιους
θεατές – κι ακόμα πιο πολύ: ξυπνούς!
Καν’ τους
να ονειρευτούν στο πλέριο φως!

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

  • Εικόνα: Berliner Ensemble

***

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (10 Φεβρουαρίου 1898 – 14 Αυγούστου 1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του “επικού θεάτρου” (Episches Theater) στη Γερμανία.

Γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Η μητέρα του ήταν Προτεστάντισσα και ο πατέρας του Καθολικός διευθυντής εταιρείας χάρτου. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917 – 1921), επιστρατεύεται ως νοσοκόμος και υπηρετεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του ήταν το “Εγκόλπιο ευσέβειας” (Hauspostille).

 

 

Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, συνάντησε και δούλεψε με το συνθέτη Χανς Έισλερ και ανέπτυξαν φιλία ζωής. Γνώρισε και τη Χέλενε Βάιγγελ, τη δεύτερη γυναίκα του που τον συνόδεψε αργότερα στην εξορία μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1922 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζοφ. Η κόρη τους Ανν Χιόμπ γεννήθηκε ένα χρόνο μετά. Το 1923 προσλήφθηκε βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ.
Άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό.
Το 1930 παντρεύτηκε τη Χέλενε Βάιγγελ που του είχε χαρίσει ήδη ένα γιο. Στη συνέχεια απέκτησαν και μια κόρη.

Η προσαρμογή της Όπερας των Ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπος του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.

Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό «Η Λέξη» (Das Wort).
Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.

Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί με τη Χέλενε Βάιγκελ (Ηelene Weigel) ίδρυσαν (1949) το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία.
Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1920 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.

Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του “Βάαλ” (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του “Ταμπούρλα μες τη Νύχτα” (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize).
Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το “διδακτικό” και “ανθρωπιστικό” θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) ” Η Άνοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονυ” (1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: “Η Ζωή του Γαλιλαίου” (1937-39), “Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της” (1936-39), “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” (1935-41), “Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι” (1940), “Η Άνοδος του Αρτούρου Ούι” (1941), “Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ” (1940-43), “Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο” (1942-43) και “Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία” (1943-45).
Το 1944 γράφει το έργο “Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής”, μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.

Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση.
Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία.
Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε, Εγκώμιο στη μάθηση, Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου, Αυτό θέλω να τους πω, Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ, Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου, Εγκώμιο στον Κομμουνισμό, Εγκώμιο στη Διαλεκτική.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜπέρτολτ Μπρεχτ: «O φωτισμός» (1950)
Περισσότερα

Ariane Mnouchkine: …το θέατρο δεν πρέπει να αφήνεται να τυφλωθεί από μέτριες προσωπικότητες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: catisart.gr

Ύστερα από παρότρυνση του Νίκου Χατζόπουλου, και αφού πήρε την άδεια της Ariane Mnouchkine – Théâtre du Soleil, ο Δημήτρης Ντάσκας μετέφρασε τη συνέντευξη της “μεγάλης κυρίας του γαλλικού θεάτρου” στο περιοδικό Télérama. Όπως λέει και ο Νίκος Χατζόπουλος, γι’ αυτή την ακάματη γυναίκα, μόνο σεβασμό κι ευγνωμοσύνη μπορείς να τρέφεις, είτε συμφωνείς είτε όχι με τις απόψεις της.

Αφού έλαβε την άδεια του μεταφραστή τον οποίο και ευχαριστούμε, το catisart.gr αναδημοσιεύει τη συνέντευξη:

Πώς ζείτε την καραντίνα στο Θέατρο του Ήλιου;

*Όπως μπορούμε. Όπως όλος ο κόσμος. Οργανώνουμε τηλεδιασκέψεις με τα εβδομήντα μέλη του θεάτρου και καμιά φορά και με τα παιδιά τους. Σε όλους κάνει καλό να ξαναβρίσκονται με τον θίασο. Κυρίως σ’ εμένα. Σκεφτόμαστε: μετά την καραντίνα, τι θα κάνουμε; Πώς θ’ αρχίσουμε πάλι το θέατρο, που δεν τρέφεται μόνο με λόγια, αλλά κυρίως με σώματα; Πώς θα εφαρμόσουμε συνθήκες υγιεινής χωρίς αυτές να γίνουν αφόρητη λογοκρισία; Μάσκες, προφανώς, σωματικές αποστάσεις στις καθημερινές δραστηριότητες, όπως τα γεύματα, οι συσκέψεις, αλλά στην πρόβα; Το ν’ αναρωτιόμαστε πώς θα δράσουμε, σημαίνει ότι είμαστε ήδη, κάπως, σε δράση. Κατά σύμπτωση, στις 16 Μαρτίου θ’ αρχίζαμε πρόβες για μια παράσταση παράξενα προφητική. To θέμα της, που δεν μπορώ ούτε θέλω ν’ αναφέρω εδώ, γιατί αλλιώς θα χαθεί για πάντα, δεν θα μεταβληθεί. Αλλά η φόρμα θα μετατοπιστεί, κάτω από το ξέσπασμα του κατακλυσμού που κλονίζει τα πάντα, άτομα, κράτη, κοινωνίες, πεποιθήσεις. Οπότε, μαζεύουμε υλικό, διεξάγουμε τις έρευνές μας σε όλους τους αναγκαίους τομείς. Πρέπει να ξαναπάρουμε την πρωτοβουλία, αυτήν την πρωτοβουλία που, για δύο μήνες, μας απαγορεύτηκε, ακόμη και σε τομείς όπου οι πρωτοβουλίες των πολιτών θα είχαν φέρει, αν όχι τις λύσεις, τουλάχιστον αξιοσημείωτες βελτιώσεις σε ανθρώπινο επίπεδο.

Σε τι κατάσταση βρίσκεστε ψυχικά;

*Νιώθω θλίψη. Γιατί πίσω από τα νούμερα που ένας κύριος απαριθμεί κάθε βράδυ στην τηλεόραση, συγχαίροντας τον εαυτό του για την εξαιρετική δράση της κυβέρνησης, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι την οδύνη και τη μοναξιά, μέσα στις οποίες πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι. Την οδύνη και τη σύγχυση εκείνων που τους αγαπούσαν, στους οποίους απαγορεύτηκαν οι εκδηλώσεις τρυφερότητας και αγάπης, και οι τελετές, όποιες κι αν είναι, οι απαραίτητες για το πένθος. Απαραίτητες σε κάθε πολιτισμό. Ενώ αν είχαν λίγη κατανόηση, λίγο σεβασμό, λίγη συμπόνια οι κυβερνώντες και οι μολιερικοί επιστημονικοί σύμβουλοί τους, θα μπορούσαν να κάνουν πιο ελαστικούς αυτούς τους κανονισμούς που με βιασύνη αποφάσισαν, μερικοί από τους οποίους είναι κατανοητοί, αλλά εφαρμόζονται με τρομερή ακαμψία και τυφλότητα.

Να μιλήσουμε για το θέατρο;

*Μα για το θέατρο σας μιλώ! Όταν σας μιλώ για την κοινωνία, σας μιλώ για το θέατρο! Αυτό είναι το θέατρο! Να βλέπεις, να ακούς, να μαντεύεις αυτό που δεν λέγεται ποτέ. Ν’ αποκαλύπτεις τους θεούς και τους δαίμονες που κρύβονται στο βάθος της ψυχής μας. Και στη συνέχεια, να μεταμορφώνεις, έτσι ώστε με τη βοήθεια της Ομορφιάς, που έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει, να γνωρίζουμε και να δείχνουμε ανεκτικότητα στην ανθρώπινη κατάσταση. Δείχνω ανεκτικότητα δεν σημαίνει ούτε καταπιέζομαι ούτε παραιτούμαι! Κι αυτό, λοιπόν, θέατρο είναι!

Είστε θυμωμένη;

*Μα και βέβαια! Αισθάνομαι θυμό, έναν τρομερό θυμό και, θα προσέθετα, ταπείνωση ως Γαλλίδα πολίτης απέναντι στη μετριότητα, τον μόνιμο αυτοθαυμασμό, τα ψέματα της παραπληροφόρησης και την επίμονη αλαζονεία των κυβερνώντων. Στην αρχή της καραντίνας, ήμουνα σαν μισοαναίσθητη, εξαιτίας της αρρώστιας [ΣτΜ: η Μνουσκίν είχε κολλήσει κορονοϊό και θεραπεύτηκε]. Όταν ξύπνησα, έκανα τη βλακεία να παρακολουθώ κυβερνητικούς εκπροσώπους-παπαγαλάκια σε μέσα ενημέρωσης εξίσου παπαγαλάκια. Είχα εκτιμήσει τη γρήγορη αντίδραση του Εμμανουέλ Μακρόν στο οικονομικό μέτωπο και το περίφημο “όσο κι αν κοστίσει” για ν’ αποφευχθούν οι απολύσεις. [ΣτΜ: φράση που είπε ο Μακρόν στο πρώτο του διάγγελμα, και επαναλαμβάνει τακτικά η γαλλική κυβέρνηση όταν πρόκειται για μέτρα οικονομικής ενίσχυσης εργαζομένων και επιχειρήσεων]. Αλλά όταν, μέσα στον μικρόκοσμό μου που ανάρρωνε, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο αυτοί που αποκαλώ «οι τέσσερις κλόουν», ο Διευθυντής Υγείας, o Υπουργός Υγείας, η κυβερνητική εκπρόσωπος, και επιπλέον ως αρχηγός, ο Μπαμπούλας, ο Υπουργός Εσωτερικών, με κυρίευσε οργή. Θα ήθελα να μην τους ξαναδώ ποτέ.

Τι τους καταλογίζετε;

*Ένα έγκλημα. Τις μάσκες. Δεν μιλάω για την έλλειψη, ένα σκάνδαλο που ξεκίνησε τα προηγούμενα χρόνια, στις θητείες του Νικολά Σαρκοζί και του Φρανσουά Ολάντ. Αλλά την ευθύνη μοιράζεται και η τωρινή κυβέρνηση, που, εδώ και τρία χρόνια, το μόνο που κάνει είναι να επιδεινώνει την κατάσταση του συστήματος υγείας της χώρας. Επαναλαμβάνοντάς μας, κάθε βράδυ, κόντρα σε κάθε λογική, ότι οι μάσκες είναι άχρηστες, ακόμα και επικίνδυνες, μας παραπληροφορούσαν και, κάθε βράδυ, μας αφόπλιζαν. Ενώ έπρεπε, ήδη από τη στιγμή που κηρύχθηκε η επιδημία στην Κίνα, ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα των περισσότερων ασιατικών χωρών και να μας καλούν να φοράμε συστηματικά μάσκες, ακόμα κι αν χρειαζόταν να τις φτιάξουμε μόνοι μας, αφού δεν υπήρχαν. Ωστόσο, αναγκαστήκαμε να υποστούμε τα επαναλαμβανόμενα ψέματα των τεσσάρων κλόουν, συμπεριλαμβανομένης της αξέχαστης φράσης της κυβερνητικής εκπροσώπου, που μας εξήγησε ότι αφού ακόμα κι η ίδια –τι αλαζονεία: «ακόμα κι η ίδια»– δεν ήξερε πώς να τις χρησιμοποιήσει, τότε κανείς δεν θα τα κατάφερνε! Σύμφωνα με πολλούς γιατρούς, που το γνώριζαν εδώ και πολύ καιρό, αλλά των οποίων τα λόγια δεν περνούσαν από τα παπαγαλάκια μαζικής ενημέρωσης στην αρχή της καταστροφής, όλοι οφείλουμε να εκπαιδευτούμε με τις μάσκες, γιατί θα χρειαστεί να τις φορέσουμε αρκετές φορές στη ζωή μας. Το λέω αυτό επειδή, στο βίντεο που προτείνει τα μέτρα ατομικής προστασίας, η μάσκα εξακολουθεί να μην υπάρχει. Είμαι ένας απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι η συστηματική χρήση της, από τις πρώτες ενδείξεις, θα είχε τουλάχιστον συντομεύσει τη θανατηφόρα καραντίνα που έχουμε υποστεί.

To να υφίστασαι κάτι είναι το χειρότερο;

*Δεν πρέπει να υποστούμε άλλο την παραπληροφόρηση αυτής της κυβέρνησης. Δεν αμφισβητώ το περίφημο «Μένουμε σπίτι». Αλλά, αν είμαστε (τρόπος του λέγειν) σε πόλεμο, αυτό το σλόγκαν δεν φτάνει. Δεν γίνεται να κηρύττουμε πόλεμο χωρίς να καλούμε ταυτόχρονα σε γενική κινητοποίηση. Ωστόσο αυτή η κινητοποίηση, που την επαναλάμβαναν αφειδώς, δεν ήταν ποτέ πραγματικά επιθυμητή. Από την πρώτη στιγμή μας φίμωσαν, μας κλειδαμπάρωσαν. Και κάποιους, μάλιστα, πολύ περισσότερο: μιλάω για τα ηλικιωμένα άτομα και για τον τρόπο που τους φέρθηκαν. Ακούω να μιλούν στα media κάτι παθιασμένοι εναντίον των γέρων, που ισχυρίζονται ότι πρέπει να μας κλειδαμπαρώσουν όλους εμάς, εμάς, τους γέρους, τους παχύσαρκους, τους διαβητικούς, για μήνες, γιατί αλλιώς, λένε, θα πήξουν τα νοσοκομεία αυτοί. «Αυτοί»; Έτσι μιλάμε για τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς; Δηλαδή τα νοσοκομεία είναι φτιαγμένα μόνο για ανθρώπους παραγωγικούς και υγιείς; Δηλαδή στη Γαλλία του 2020, θα πρέπει να δουλεύουμε ως τα 65, και όταν τα κλείσουμε, δεν θα έχουμε πια το δικαίωμα να πάμε στο νοσοκομείο, για να μην πήξουν οι διάδρομοι; Αν αυτό δεν είναι σχέδιο που προμηνύει φασισμό ή ναζισμό, μοιάζει πολύ πάντως. Με εξοργίζει.

Τι κάνετε μ’ αυτήν την οργή;

*Αυτή η οργή είναι εχθρός μου, γιατί στόχος της είναι κάτι πολύ μέτριες προσωπικότητες. Όμως το θέατρο δεν πρέπει να αφήνεται να τυφλωθεί από μέτριες προσωπικότητες. Στη δουλειά μας, οφείλουμε να κατανοούμε το μεγαλείο των ανθρώπινων τραγωδιών, τη στιγμή που συμβαίνουν. Αν εμείς οι καλλιτέχνες μείνουμε σ’ αυτήν την οργή, δεν θα καταφέρουμε να μεταφράσουμε αυτό που βιώνουμε σήμερα σε έργα που θα διαφωτίζουν τα παιδιά μας. Έργα που θα ρίξουν φως στο παρελθόν, ώστε να καταλάβουμε πώς μπόρεσε να συμβεί μια τέτοια ηλιθιότητα, μια τέτοια τύφλωση, πώς αυτός ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός κατάφερε να γεννήσει τέτοιους τεχνοκράτες, αυτούς τους μικρόνοες που περιφρονούν τους πολίτες. Για ένα χρόνο, κώφευαν στις κραυγές συναγερμού των νοσηλευτών που διαδήλωναν στο δρόμο. Σήμερα τους λένε: είστε ήρωες. Ταυτόχρονα, μας μαλώνουν ότι δεν σεβόμαστε την καραντίνα, ενώ το 90% τη σέβεται, κι εκείνοι που δεν το κάνουν, ζουν συχνά σε απάνθρωπες συνθήκες. Kαι ενώ το πρόγραμμα για τα υποβαθμισμένα προάστια του Ζαν-Λουί Μπορλό, απορρίφθηκε με τη μία, μόλις πριν από δύο χρόνια, χωρίς καν να εξεταστεί ή να συζητηθεί σοβαρά. Ό,τι συμβαίνει σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς λίστας κακών επιλογών.

Αυτή η καταστροφή δεν είναι και μια ευκαιρία;

*Α! Ευκαιρία;! Με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς στον κόσμο; Με ανθρώπους που πεθαίνουν από πείνα στην Ινδία ή στη Βραζιλία, ή που κοντεύουν σε κάποια δικά μας προάστια; Με μια επιταχυνόμενη επιδείνωση των ανισοτήτων, ακόμα και στις πλούσιες δημοκρατίες σαν τη δική μας; Κάποιοι νομίζουν ότι και οι παλιοί μας Παγκόσμιοι Πόλεμοι ήταν κι εκείνοι ευκαιρίες… Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σε μια τέτοια ερώτηση, από σεβασμό και μόνο σε όλους αυτούς που, στην Ινδία, στο Εκουαδόρ και αλλού, μαζεύουν και τον τελευταίο σπόρο ρυζιού ή καλαμποκιού που έχει πέσει στο χώμα.

Oι Γάλλοι έχουν αντιμετωπιστεί ως μωρά παιδιά;

*Και χειρότερα. Τα παιδιά έχουν, τον περισσότερο καιρό, καλούς δασκάλους, αφοσιωμένους και ικανούς, που ξέρουν να τους προετοιμάσουν για τον κόσμο. Εμάς μας παρόπλισαν ψυχολογικά. Με έχει συνταράξει η εξής ιστορία: σ’ ένα γηροκομείο στο Μπωβαί, οι νοσοκόμες αποφάσισαν να περάσουν την καραντίνα μαζί με τις ενοίκους. Οργανώθηκαν, έβαλαν στρώματα στο πάτωμα, κι έμειναν να κοιμηθούν κοντά στις ηλικιωμένες προστατευόμενές τους για ένα μήνα. Καμιά δεν κόλλησε τίποτα. Τίποτα. Όλες χαρακτηρίζουν αυτή την περίοδο καταπληκτική. Όμως, φτάνει ένας επιθεωρητής εργασίας, κατά τη γνώμη του οποίου αυτές οι συνθήκες δεν είναι αρμόζουσες για εργαζόμενες. Κρεβάτια στο πάτωμα, ανεπίτρεπτα πράγματα! Διατάζει την παύση του πειράματος. Οι νοσοκόμες πηγαινοέρχονται τώρα ανάμεσα στα σπίτια τους, με κίνδυνο να κολλήσουν τις οικογένειές τους, και στο γηροκομείο, με κίνδυνο να κολλήσουν τις ενοίκους. Στην Αγγλία, το 20% του προσωπικού περνάει την καραντίνα με τους ενοίκους. Αλλά όχι εδώ: η συνέχιση αυτού του πειράματος, που βασιζόταν στην αληθινή γενναιοδωρία και στον εθελοντισμό, απαγορεύτηκε από κανονιστική ακαμψία ή από ιδεολογική θέση. Ή και από τα δύο.

Αυτή η περιθωριοποίηση των ηλικιωμένων αποκαλύπτει ένα πρόβλημα του πολιτισμού μας;

*Απολύτως. Όταν η πρόεδρος την Ευρωπαϊκής Επιτροπής προτείνει να μείνουν οι ηλικιωμένοι σε περιορισμό οχτώ μήνες, συνειδητοποιεί τη σκληρότητα των λόγων της; Συνειδητοποιεί την άγνοιά της ως προς τη θέση των γέρων στην κοινωνία; Συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν και πολύ χειρότερα από τον θάνατο; Συνειδητοποιεί ότι ανάμεσα στους γέρους, όπως εγώ, πολλοί, όπως εγώ, δουλεύουν, είναι δραστήριοι ή χρήσιμοι στις οικογένειές τους; Ξέρει ότι εμείς, οι γέροι, δεχόμαστε τον θάνατο σαν κάτι το αναπόφευκτο και είμαστε αμέτρητοι αυτοί που διεκδικούμε το δικαίωμα να επιλέξουμε τη στιγμή που θα φτάσουμε σ’ αυτόν, ένα δικαίωμα που μας αρνούνται ακόμα στη Γαλλία, αντίθετα από πολλές άλλες χώρες; Τι υποκρισία! Να θέλουν να μας καταστήσουν αόρατους, αντί να επιτρέψουν σε όσους από εμάς το θέλουν, να διαλέξουν πότε θα πεθάνουν αξιοπρεπώς και εν ειρήνη. Όταν ο Εμμανουέλ Μακρόν ψιθυρίζει: «Θα προστατεύσουμε τους ηλικιωμένους μας», θέλω να του φωνάξω: Δεν σας ζητώ να με προστατεύσετε, απλώς σας ζητώ να μη μου στερείτε τα μέσα για να το κάνω εγώ. Μάσκα, αντισηπτικό, ορολογικά τεστ! Αλλιώς, σε κάνουν να πιστεύεις ότι ονειρεύονται ένα απέραντο γηροκομείο, όπου θα κρύβουν και θα ξεχνούν όλους τους ηλικιωμένους. Νέοι, τρέμετε, είμαστε το μέλλον σας!

Τι φανερώνει αυτό για την κοινωνία μας;

*Για την κοινωνία δεν ξέρω, αλλά λέει πολλά για τη διακυβέρνηση. Σε κάθε σώμα, μια κακή διακυβέρνηση αποκαλύπτει τη χειρότερή του όψη. Στην ανθρωπότητα υπάρχουν 10% ιδιοφυΐες και 10% καθάρματα. Στην αστυνομία, ένα 10% των αστυνομικών δεν πάνε για να γίνουν φύλακες της ειρήνης αλλά όργανα επιβολής της τάξης. Σέβομαι την αστυνομία, αλλά όταν δίνονται αόριστες κατευθυντήριες γραμμές, ανοιχτές στην ερμηνεία ενός και μόνο οργάνου, αυτό το όργανο, άντρας ή γυναίκα, θα δείξει ότι είναι άνθρωπος καλός, ικανός και με κατανόηση, ή θα δράσει σαν ένας μικρός Άιχμαν με απεριόριστη εξουσία, και, τώρα που ήρθε επιτέλους η ώρα του, θα εφαρμόσει τη μοχθηρία του. Ας πούμε, κάποιον που πηγαίνει στην επαρχία να δει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, θα τον αναγκάσει να κάνει αναστροφή. Ή θα ψαχουλέψει την τσάντα μιας κυρίας για να τσεκάρει αν έχει πραγματικά αγοράσει μόνο αγαθά πρώτης ανάγκης. Κι αν βρει καραμέλες, θα της φερθεί ταπεινωτικά. Όταν σκέφτομαι ότι υπήρξαν καταγγελίες, ναι, καλά ακούσατε, καταγγελίες και πρόστιμα σε οικογένειες που έρχονταν κάτω από τα παράθυρα των γηροκομείων για να μιλήσουν στους δικούς τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί… Συνειδητοποιούμε τι κρύβεται κάτω από όλο αυτό;

Φοβάστε ένα κράτος που θα σκοτώνει τις ελευθερίες;

*Υπάρχει, αναμφίβολα, κίνδυνος. Η δημοκρατία ασθενεί. Θα πρέπει να τη φροντίσουμε. Ξέρω ότι δεν βρισκόμαστε στην Κίνα, όπου, κατά τη διάρκεια της καραντίνας του Γουχάν, συγκολλούσαν τις πόρτες των ανθρώπων για να μην μπορούν να βγουν. Αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, ναι, στη Γαλλία η δημοκρατία απειλείται. Γνωρίζετε, βέβαια, την ιστορία με τον βάτραχο. Αν τον βουτήξουμε σε βραστό νερό, πηδάει αμέσως έξω. Αν τον βουτήξουμε σε κρύο νερό και το ζεσταίνουμε λίγο λίγο, δεν πηδάει, πεθαίνει μαγειρεμένος. Το δροσερό νερό της δημοκρατίας, λίγο λίγο το έχουν κάνει χλιαρό. Δεν λέω ότι θέλουν να το κάνουν αυτό οι κυβερνώντες. Αλλά νομίζω ότι είναι τόσο βλάκες, ώστε δεν το βλέπουν που έρχεται. Ναι, ανακαλύπτω έντρομη ότι αυτοί οι τόσο έξυπνοι άνθρωποι είναι βλάκες. Τους λείπει η ενσυναίσθηση. Δεν νοιάζονται καθόλου για τον γαλλικό λαό. Γιατί δεν του λένε απλώς την αλήθεια;

Ελπίζετε ακόμα στους πολιτικούς μας ηγέτες;

*Όταν στις 12 Μαρτίου ο Εμμανουέλ Μακρόν είπε: «Θα χρειαστεί αύριο να πάρουμε ένα μάθημα από την περίοδο που περνάμε, ν’ αμφισβητήσουμε το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο ο κόσμος μας έχει εμπλακεί εδώ και δεκαετίες, και το οποίο βγάζει στο φως τα ελαττώματά του… Η υγεία… το κράτος πρόνοιας που έχουμε, δεν είναι έξοδα… αλλά πολύτιμα αγαθά», κοιταζόμασταν κατάπληκτοι. Και μου θύμισε την ιστορία του αυτοκράτορα Ασόκα, που το 280 π.Χ., για να κατακτήσει το βασίλειο του Καλίνγκα, ξεκίνησε μια μάχη η οποία κατέληξε σε τέτοια σφαγή, που ο ποταμός Ντάγια δεν κατέβαζε πια νερό αλλά αίμα. Μπροστά σ’ αυτή την εικόνα, ο Ασόκα είχε μια φώτιση και στράφηκε στον βουδισμό και τη μη βία. Ελπίζουμε καμιά φορά για τους κυβερνώντες μας να συνειδητοποιήσουν το κακό που διαπράττουν. Ομολογώ ότι εκείνο το βράδυ πίστεψα στη μεταστροφή του Εμμανουέλ Μακρόν. Ευχήθηκα ότι, αφού διαπίστωσε την αδυναμία του απέναντι σ’ ένα μικροσκοπικό τέρας που προσβάλλει το σώμα και το πνεύμα των λαών, θα ψάξει μαζί μας τις αιτίες στο παρελθόν, θα κατανοήσει πώς η Ιστορία, οι επιλογές και οι πράξεις των ηγετών, των πολιτικών του συμμάχων, οδήγησαν στον παροπλισμό μας απέναντι στην καταστροφή. Θα ήθελα πολύ να καταλάβει πόσο κι ο ίδιος διέπεται από αξίες που δεν είναι αξίες. Θα ήταν εξαιρετικό. Θα ήθελα να εκτιμούσα αυτή την κυβέρνηση. Θα με ανακούφιζε. Δεν θα ζητούσα τίποτα άλλο. Όμως δεν τους έχω καμία εμπιστοσύνη. Δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν μας έχουν εμπιστοσύνη.
Όταν οι διαδηλώσεις, με άδεια ή χωρίς, ξαναρχίσουν στο δρόμο, θα ’ναι γεμάτες μίσος και οργή, που οδηγούν μόνο σε βία και καταστολή, με τη Μαρίν Λε Πεν να έχει στήσει ενέδρα και να περιμένει απτόητη, ή θα είναι εποικοδομητικές, με πραγματικά κινήματα που θα κάνουν προτάσεις; Κάποια πρωινά σκέφτομαι ότι θα είναι εποικοδομητικές. Και κάποια βράδια σκέφτομαι το αντίθετο. Αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι το μίσος. Επειδή το μίσος δεν επιλέγει, το μίσος ποτίζει όλο τον κόσμο.

Φοβάστε ότι θα βγει από την καραντίνα το μίσος;

*Ακριβώς! Ότι θα βγει ένα οργισμένο μίσος από την καραντίνα. Θα κατορθώσει ο γαλλικός λαός να θεραπεύσει, ή τουλάχιστον να προσανατολίσει την οργή του, επομένως και το μίσος του, σε καινοτόμες και ενοποιητικές προτάσεις και δράσεις; Είναι η ώρα. Γιατί δεν αποκλείεται ακόμα να έρθουν τα χειρότερα. Τα χειρότερα, δηλαδή η Βραζιλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες κτλ. Δεν είμαστε ακόμα εκεί αλλά θα φτάσουμε, αν συνεχιστούν οι ιδιωτικοποιήσεις, αν συνεχίσει να απαιτείται από τους διευθυντές των νοσοκομείων να φέρονται σαν διευθύνοντες σύμβουλοι επικερδών επιχειρήσεων. Ευτυχώς ο Μακρόν είχε τη σύνεση να θέσει σε εφαρμογή αμέσως το δίχτυ ασφαλείας –τη μερική ανεργία– για να μην εγκαταλείψει η Γαλλία στην ψάθα δεκατρία εκατομμύρια πολίτες της. [ΣτΜ: σύστημα με το οποίο όσοι δεν μπορούν να εργαστούν λόγω της κατάστασης, πληρώνονται από το κράτος ένα μεγάλο μέρος του μισθού τους, ώστε ν’ αποφευχθούν οι απολύσεις]. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Το έκανε. Πρέπει να επικροτήσουμε αυτή την απόφαση. Αλλά αυτή η σύνεση, δεν έχει καμία σχέση με μια ψευδο-«γενναιοδωρία» της κυβέρνησης, όπως μοιάζει να πιστεύει ένας συγκεκριμένος υπουργός. Είναι ακριβώς η εφαρμογή της έννοιας της αδελφοσύνης που είναι χαραγμένη σε όλα δημόσια κτίριά μας: Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφοσύνη. Αυτή είναι η πραγματική Γαλλία, αυτή που ακόμα κάποιες φορές εξακολουθούν να τη θαυμάζουν και να τη ζηλεύουν οι γύρω χώρες. Για μια φορά, αφήσαμε πίσω την οικονομία για να προστατεύσουμε τους ανθρώπους. Πάλι καλά!

Τι περιμένετε για τους καλλιτέχνες και τους εποχικούς εργαζόμενους στο χώρο του θεάματος;

*Μόλις άκουσα ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν αποδέχτηκε, ευτυχώς, το αίτημα των εργαζομένων που ζητούν ένα «λευκό έτος», ώστε όσοι δεν θα μπορέσουν να εργαστούν τους επόμενους μήνες, να τα βγάλουν πέρα. [ΣτΜ: έτος κατά το οποίο το επίδομα ανεργίας θα χορηγείται ακόμα κι αν ο δικαιούχος δεν πληροί τις προϋποθέσεις]. Αυτό είναι ήδη κάτι. Εδώ, στο Θέατρο του Ήλιου, μπορούμε να δουλέψουμε, έχουμε επιχορήγηση, χώρο, πρότζεκτ και εργαλεία της δουλειάς. Εναπόκειται σ’ εμάς ν’ ανακτήσουμε την απαραίτητη δύναμη και ορμή. Διαφορετική είναι η περίπτωση των εποχικών και των καλλιτεχνών που, για να βρουν δουλειά, εξαρτώνται από επιχειρήσεις που βρίσκονται και οι ίδιες σε δυσκολία. Ακόμα κι αν, στο μεταξύ, κάποιοι καταφέρουν να κάνουν πρόβες, θα χρειαστεί να περιμένουν μέχρι ν’ ανοίξουν κανονικά οι αίθουσες για να παίξουν. Αυτό μπορεί να διαρκέσει μήνες, μέχρι να εμφανιστεί ένα φάρμακο. Αυτοί δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν. Το μέλλον της πλούσιας γαλλικής θεατρικής δημιουργίας, μοναδικής ίσως στον κόσμο, εξαρτάται από αυτούς. Κανείς, ούτε καλλιτέχνες ούτε κοινό, δεν θα συγχωρούσε την ερήμωση. Σε μια πλημμύρα, στέλνουμε πυροσβέστες και ελικόπτερα για να διασώσουν τους ανθρώπους που έχουν καταφύγει στις στέγες. Όσο κι αν κοστίσει. Ο ιός μας πολιορκεί όλους, αλλά εκ των πραγμάτων οι παραστατικές τέχνες θα υποστούν τον πιο μακροχρόνιο αποκλεισμό. Άρα, όπως και με τον αποκλεισμό του Βερολίνου το 1948, χρειαζόμαστε μια αερογέφυρα που θα διαρκέσει όσο κρατάει η πολιορκία, όσο το κοινό δεν μπορεί να επιστρέψει, σίγουρο και δραστήριο, με ενθουσιασμό. Και με μάσκα, αν είναι ακόμα απαραίτητο. Όμως η σωματική απόσταση δεν είναι εφικτή στο θέατρο. Ούτε στη σκηνή, ούτε καν στην αίθουσα. Είναι αδύνατο. Όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά επειδή είναι το αντίθετο της χαράς.

Δεν είναι καιρός να ζητηθεί ένα νέο σύμφωνο για την τέχνη και τον πολιτισμό;

*Όχι μόνο για την τέχνη και τον πολιτισμό. Αποτελούμε μέρος ενός συνόλου.

(Μετάφραση: Δημήτρης Ντάσκας)

 

Portrait d’Ariane Mnouchkine / Richard Dumas / Agence VU

 

  • Το κείμενο αναρτήθηκε στα χρονολόγια στο F/B των Δημήτρη Ντάσκα και Νίκου Χατζόπουλου
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουAriane Mnouchkine: …το θέατρο δεν πρέπει να αφήνεται να τυφλωθεί από μέτριες προσωπικότητες
Περισσότερα