Κριτική παρουσίαση

Παρακολουθώντας την αμείλικτης σκληρότητας «Βασίλισσα της Ομορφιάς» στο “Επί Κολωνώ”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Πριν από τις «Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» το 2017 (σενάριο και σκηνοθεσία, πρωτότυπος τίτλος “Three Billboards Outside Ebbing, Missouri”), πριν γίνει ευρύτερα γνωστός από το επίσης κινηματογραφικό έργο «In Bruges» («Αποστολή στην Μπριζ») το 2008, πριν ακόμα λάβει το βραβείο Ολίβιε καλύτερου νέου θεατρικού έργου το 2004 και το βραβείο Drama Desk Award εξαιρετικού θεατρικού έργου για τον «Πουπουλένιο» το 2005, ο Ιρλανδός Martin McDonagh είχε κάνει αίσθηση με το θυελλώδες και ευφυές «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» (Beauty Queen of Leenane).

Στην παράδοση της ιρλανδικής δραματουργίας 

«Η Βασίλισσα της ομορφιάς» έκανε παγκοσμίως γνωστό τον Μάρτιν ΜακΝτόνα, τον μοναδικό συγγραφέα μετά τον Σαίξπηρ που, σε ηλικία μόλις 26 χρόνων, είδε ν’ ανεβαίνουν στο Λονδίνο, μέσα στην ίδια χρονιά, τέσσερα έργα του. Ακολουθώντας τη σπουδαία παράδοση της ιρλανδικής δραματουργίας «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» είναι μια τραγωδία για την ανθρώπινη μοναξιά με μαύρο, διαβρωτικό χιούμορ, έντονο σασπένς και μεγάλες ανατροπές.

Αυτό το σημαντικότατο έργο της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας παρουσιάζεται φέτος από τις 18 Δεκεμβρίου 2019 στο θέατρο «Επί Κολωνώ» απ’ την Ομάδα Νάμα, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Όπως και σε άλλα έργα του, έτσι κι εδώ ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν ηθικολογεί και δεν φλυαρεί. Με λιτούς διαλόγους, πλούσιους, εξομολογητικούς μονολόγους και δράσεις που διαρκώς ανατρέπονται κατά την προσφιλή του συνήθεια, μας δίνει την εικόνα τεσσάρων κατατρεγμένων πλασμάτων, όχι τόσο απ’ αυτά που λένε, όσο από τις πράξεις και τις αλληλεπιδράσεις τους.

 

 

Το έργο

Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη μας πρόσφερε την ευκαιρία να δούμε τέσσερις από τους καλύτερους ηθοποιούς μας διαφορετικών ηλικιών, Σοφία Σεϊρλή, Αγορίτσα Οικονόμου, Αντώνη Τσιοτσιόπουλο και Γιώργο Κατσή, να εκτοξεύονται σε ρόλους που απαιτούν από αυτούς να ασκούν κάθε ενεργό μυ στο σώμα και στο νου τους.

Πώς βιώνουν οι άνθρωποι τη ζωή; Μπορούν οι σχέσεις γονιών και παιδιών ν’ αυτονομηθούν; Μπορεί η αγάπη να λειτουργήσει εγκλωβιστικά και να φυλακίσει τον άνθρωπο; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς προσπαθώντας να βρει μία διέξοδο απ’ τη δυστυχία του; Όλα αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα αποτυπώνονται στο έργο του ΜακΝτόνα με τρόπο μοναδικό, με έντονη, ασυμβίβαστη και εξαιρετικά γοητευτική γραφή, σε μια συγκλονιστική παράσταση, απέραντη, ανθρώπινη, ρεαλιστική. Ένα έξοχο δείγμα σκηνοθετικής οξύνοιας και ερμηνευτικής δυναμικής.

Το έργο διαθέτει, χωρίς αμφιβολία, την καλύτερη δράση που έχουμε δει στο αθηναϊκό θέατρο τα τελευταία χρόνια. Ανήκει στο είδος των παραστάσεων που δεν ταράζουν μόνο στην καρδιά και το μυαλό μας, αλλά φαίνεται να καταλαμβάνουν χώρο και στο σώμα σας καθώς μας κρατούν σε εγρήγορση όσο η δράση τους ξεδιπλώνεται.

Η υπόθεση

Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δύο γυναίκες ζουν μόνες τους. Η ηλικιωμένη αυταρχική Μαγκ Φόλαν και η 40χρονη κόρη της, Μωρήν, που τη φροντίζει. Πρόκειται για μια σχέση αγάπης και μίσους, που καθιστά τη συμβίωσή τους σχεδόν αφόρητη σ’ έναν ανελέητο αλληλοσπαραγμό. Τη ζωή τους θα ανατρέψει η εμφάνιση του Πάτο Ντούλυ, ενός άνδρα που επιστρέφει για λίγο στην πόλη του και έχει πάντα στο μυαλό του, 20 χρόνια τώρα, τη Μωρήν ως τη βασίλισσα της ομορφιάς της μικρής τους πόλης, του Leenane. Είναι και η τελευταία, ουσιαστικά, ευκαιρία της Μωρήν ν’ αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Η Μωρήν δεν έχει επιτύχει τίποτα απ’ όσα είχε την καρδιά της: δεν έχει ζήσει τίποτα το συναρπαστικό, δεν έχει βρει μια σταδιοδρομία που να τη γεμίζει και δεν έχει βρεθεί ποτέ κοντά στην αγάπη. Όταν συναντάμε αυτές τις δύο γυναίκες, η σχέση τους είναι ακραία δυσάρεστη. Η Μαγκ αναρωτιέται τι πρέπει να γίνει στη ζωή της και γιατί πρέπει να στηρίζεται στην απογοητευτική της κόρη, ενώ η Μωρήν χρεώνει στη μητέρα της όλες τις πιθανότητες κανονικής ζωής που της έχουν διαφύγει.

Οι δυο τους είναι αγκιστρωμένες σε μια πικρόχολη μάχη για τα επουσιώδη καθημερινά πράγματα. Πώς ακριβώς η Μαγκ θέλει το κουάκερ της, γιατί εμφανίζονται σβόλοι στις ατελείωτες κούπες κρέμας των γευμάτων της, γιατί εκείνη η επίμονη ουρολοίμωξη δεν θεραπεύεται και γιατί, κυρίως, ο νεροχύτης του σπιτιού βρωμάει αφόρητα.

Τα άνοστα μπισκότα, οι τυποποιημένες σούπες, οι χειρόγραφες επιστολές, οι αδυσώπητες ματιές, το καυτό τσάι και το ανορθόδοξο πείσμα και των δυο τους χρησιμοποιούνται ως όπλα αλληλοεξουδετέρωσης. Οι συνεχείς καβγάδες τους είναι τα μόνα γεγονότα που δίνουν ζωή στο άθλιο σπίτι τους πάνω στο λόφο, όπου οι γείτονες φοβούνται να ανέβουν.

Εν τω μεταξύ φτάνει μια απροσδόκητη πρόσκληση που η Μωρήν βλέπει σαν έναν τρόπο να ξεφύγει από αυτόν τον κύκλο κακοποίησης. Αλλά δεδομένου ότι πρόκειται για ένα έργο του Martin McDonagh, του δεξιοτέχνη των σφοδρών, ενοχλητικών, συχνά βίαιων και σκληρών δραμάτων, είναι σαφές ότι δεν θα πάνε όλα καλά στα σχέδια της Μωρήν αλλά και της Μαγκ.

 

 

Μια δηλητηριώδης σχέση

Ενδέχεται να είναι η πιο δηλητηριώδης σχέση μητέρας – κόρης του θεάτρου, γεμάτη φτώχεια και ποίηση, αγωνία για την αγάπη, ελπίδες για την πιθανότητα απόδρασης στις ΗΠΑ, αλλά και μίσος προς την Αγγλία και τις δουλειές της.
Δεν υπάρχει εύκολη ανάγνωση στο έργο, ούτε εύκολο γέλιο, καμία ολίσθηση στο συναισθηματισμό, μόνο μια πλοκή με τρυφερή νοημοσύνη και δεν αποφεύγει όμως την ψυχολογική βαρβαρότητα.
Στην παράσταση η τραγωδία και η κωμωδία κονταροχτυπιούνται αλύπητα. Οι χαρακτήρες είναι μόνο τέσσερις και όλη η δράση ξετυλίγεται σε ένα δωμάτιο. Η ειδυλλιακή Ιρλανδία που ξέρουμε εδώ δεν έχει θέση και η μόνη περιγραφή που μας δίνεται για τη θέα έξω από το παράθυρο είναι η εικόνα μιας αγελάδας που μασουλάει, ανύποπτη για τα δρώμενα, το ίδιο πάντα πράσινο γρασίδι.

Παράσταση – αποκάλυψη

Σε ένα θέατρο περίπου 120 θέσεων, όπως το “Επί Κολωνώ”, καμιά λεπτομέρεια δεν μπορεί να κρυφτεί από το μάτι του θεατή. Δεν υπάρχει άλλωστε τίποτα που να μπορεί ή να θέλει να κρυφτεί εδώ. Η παράσταση είναι μια πραγματική αποκάλυψη. Μια παράσταση τόσο ζωντανή που μπορεί να σας κάνει να γελάσετε, να σας ραγίσει την καρδιά και ίσως ακόμη και να σας κάνει να αισθανθείτε φρικτά ως άνθρωποι, παρακολουθώντας ολόκληρο τον κόσμο της Μωρήν, μαζί με τα όνειρα και τις προσδοκίες της, να διαλύεται μπροστά στα μάτια σας.

Μια βαθιά τομή στη σύγχρονη ζωή, μια ανατομία των σχέσεων με επιθετικό και βίαιο τρόπο αλλά και βαθιές ανθρώπινες ρωγμές, έργο αντίστοιχο του in yer face theatre που αναπτύχθηκε στη Μεγάλη Βρετανία τη δεκαετία του ‘90. Η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» δεν μένει στην αναπαράσταση γεγονότων, προκαλεί τους θεατές να μπουν μέσα και να αισθανθούν τα ακραία συναισθήματα των ηρώων. Δεν περιορίζεται σε υπαινιγμούς, δείχνει τα πράγματα όπως είναι στη ζωή, σκληρά και βίαια.

Η Ιρλανδία

Το έργο πραγματεύεται επίσης θέματα όπως η διαρκής ιρλανδική μετανάστευση, τα χρόνια της καταπίεσης από τη Βρετανία και των εξεγέρσεων στην Ιρλανδία, η απελευθέρωση της Ιρλανδίας, γεγονότα που, όπως και κάθε ιστορικό γεγονός έχουν τεράστια σημασία, καθώς η ανθρωπότητα δεν μπορεί να ξεχνάει το παρελθόν της. Γεγονότα που μας φέρνουν στο νου τη ρήση του James Connolly: «I know of no foreign enemy of this country except the British Government» – «Δεν ξέρω κανέναν ξένο εχθρό της Ιρλανδίας εκτός από τη Βρετανική Κυβέρνηση». Όμως αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι τα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να βγάλει για το μέλλον. Η αλληλοεξαρτώμενη φύση της σχέσης των δύο γυναικών, σχέση εξουσίας και υποτέλειας, αντικατοπτρίζει με οδυνηρή διορατικότητα την τοξική αποικιακή σχέση μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας.
Θέτει επίσης θέματα για την ψυχική υγεία και τη σεξουαλικότητα, για τις οικογενειακές σχέσεις και ιδιαίτερα την αλληλεξάρτηση μεταξύ μητέρας και κόρης και την ανατροπή των ρόλων που μπορεί να συμβεί στις σχέσεις γονέα – παιδιού.
Η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» μιλά για χαμένες ευκαιρίες και απογοητεύσεις, χλευάζοντας ανελέητα αυτούς που χάνουν την ευκαιρία τους.

Η Μωρήν και η Μαγκ είναι παγιδευμένες σε ένα ζωντανό καθαρτήριο σε αυτό το θλιβερό σπίτι του λόφου, η Ιρλανδία είναι χώρα φτωχή και δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας στο Leenane. Στο παρελθόν η Μωρήν έχει πέσει θύμα εργασιακού εκφοβισμού και στη ζωή της έχει φιληθεί από άνδρες μόνο δύο φορές, βλέπει ρομαντικές ταινίες και ονειρεύεται επιδέξια ανδρικά χέρια.
Βαθιά, αδιανόητα και αδυσώπητα ωμή η ζωή των δύο γυναικών αποτελεί μια μάχη μεταξύ της επιθυμίας της Μωρήν για αγάπη, σεξ και ελευθερία και της αποφασιστικότητας της χειριστικής και παρεμβατικής Μαγκ για κυριαρχία.
Προς το τέλος του έργου, ωστόσο, κάτι μετατοπίζεται. Υπάρχουν κρυφά και σκοτεινά σημεία. Τα πράγματα είναι όπως φαίνονται; Ποιος ελέγχει ποιον; Μια σφοδρή αμφιβολία, μια υποψία φρικτή και μια δυσοίωνη αίσθηση μας πλησιάζει…

 

 

Οι ερμηνείες

Οι εκθαμβωτικές ερμηνείες της Αγορίτσας Οικονόμου και της Σοφίας Σεϊρλή συνδυάζονται με τις ερμηνείες των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Κατσή, που και οι δύο είναι τέλειοι στους ρόλους τους.
Η μεταμόρφωση της φανταστικής Σοφίας Σεϊρλή σε αυτή την αφόρητα αντιπαθητική ηλικιωμένη γυναίκα με τον κρυμμένο φόβο και τον τεράστιο εγωισμό, που προσπαθεί να ελέγχει την κόρη της ώστε να την έχει «σκλάβα» της, είναι μια εκπληκτική αποκάλυψη των υποκριτικών της δεξιοτήτων. Η ερμηνεία της κυμαίνεται διαρκώς μεταξύ χιούμορ και τρόμου, καθώς χειρίζεται δεξιοτεχνικά το ρόλο της. Η απροβλημάτιστη σκοπιμότητα με την οποία αδειάζει το δοχείο νυκτός εκεί ακριβώς που δεν πρέπει και το βλέμμα με το οποίο επικεντρώνεται στην επιστολή που θέλει να ανοίξει, αλλά προς το παρόν δεν μπορεί, είναι στιγμές μνημειώδεις, ικανές να μείνουν στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.

Από την άλλη βλέπουμε τη μοναξιά και την απόγνωση της καταθλιπτικής Μωρήν, την αίσθηση της ζωής που γλιστρά από τα χέρια της, την ανάγκη της για αγάπη και αποδοχή, τη δυσαρέσκειά της για το σώμα της, την απόγνωσή της, τα μυστικά και τα ψέματά της, την ευθραυστότητά της και τη βιαιότητά της. Εμπαθής και ανασφαλής, φοβισμένη και ανυπεράσπιστη, μοιάζει με ένα παγιδευμένο ζώο που απελπισμένο προσπαθεί να δραπετεύσει. Είναι αρκετή μια πυρετική ματιά της Αγορίτσας Οικονόμου προς τη μητέρα της για να σε καταλάβει φόβος. Είναι ένα μείγμα καυστικότητας, οργής και πρόκλησης, αγριότητας και αδιεξόδου. Η Αγορίτσα Οικονόμου λάμπει ως Μωρήν. Δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία, που μας κάνει να ταυτιζόμαστε μαζί της από την αρχή του έργου, παρά την εριστικότητά της. Μας βάζει στο μοναχικό της κόσμο, νιώθουμε τη δυστυχία της, συμμεριζόμαστε την απόγνωσή της και τη συμπονάμε για τη συμβίωσή της μ’ αυτή την ανυπόφορα εγωκεντρική μητέρα.

Το ρόλο του Πάτο υποδύεται ο εκπληκτικός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος. Είναι ένας ώριμος, ντροπαλός άνθρωπος που του έχει πάρει είκοσι χρόνια για να βρει το θάρρος ώστε να μιλήσει στη Μωρήν, που στα μάτια του παραμένει η «βασίλισσα της ομορφιάς του Leenane», πόσο μάλλον να την πλησιάσει. Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να κρατά στα χέρια του το εισιτήριο της ελευθερίας για τη Μωρήν.
Η νύχτα της «αποπλάνησής» τους είναι ένα κωμικοτραγικό αριστούργημα που οδηγεί σε ένα συγκλονιστικό φινάλε, αφού προηγουμένως όμως ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος με τεράστια ευαισθησία μάς χαρίσει μια συγκινητική σκηνή, μια υπέροχη σκηνή ελπίδας και απέριττου λυρισμού διαβάζοντας το ερωτικό γράμμα που απευθύνει στο αντικείμενο του πόθου του, δηλαδή τη Μωρήν.

Το κουαρτέτο συμπληρώνει ο νεότατος, αν και με αρκετά θεατρικά επιτεύγματα ήδη, Γιώργος Κατσής. Ως αγγελιοφόρος φέρνει κωμική ενέργεια και νεύρο στη σκηνή και ενσαρκώνει την απογοήτευση της νεότερης γενιάς. Ίσως ο χαρακτήρας που σου παρέχει το μικρότερο βαθμό ασφάλειας στον κόσμο. Αβίαστα αστείος ως Ρέι, απολαυστικός, άμεσος, απλοϊκά αθώος και ανυποψίαστος, με μια συνταρακτική αφέλεια που συγκινεί και κατακτά το κοινό, καθώς παίζει τέλεια το εξαιρετικά δύσκολο κομμάτι του ρόλου του στην τελική σκηνή. Ειδικά η στιγμή με την μπάλα του μπέιζμπολ είναι αμίμητη. Δεν υπάρχει περίπτωση να μη σας μείνει στο μυαλό ή να μη σας θυμίσει το δικό σας χαμένο αγαπημένο παιχνίδι της παιδικής ηλικίας.

Η παράσταση

Η παραγωγή της «Βασίλισσας της Ομορφιάς» έχει μια σαφήνεια και μια πολυπλοκότητα καθώς αντλεί κάθε εφιαλτική σταγόνα φρίκης από το έργο του McDonagh.
Το σκηνικό του έμπειρου Γιώργου Χατζηνικολάου εντείνει το αίσθημα της απομόνωσης και της κλειστοφοβίας. Θεαματικά ζοφερό και γοητευτικό στις λεπτομέρειές του.

Σε συνεργασία με τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο στους φωτισμούς και τον Στέλιο Γιαννουλάκη στη μουσική σύνθεση και την επιμέλεια ήχου, η ομάδα Νάμα μεταφέρει το κοινό σε ένα ομιχλώδες και πικρά κρύο ιρλανδέζικο χωριό δίνοντας μεγάλη προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια.

Η ρεαλιστική σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη είναι τόσο καθηλωτική που δεν σας απαλλάσσει από την ατσάλινη λαβή της ούτε ένα δευτερόλεπτο πριν από το καταστροφικό τέλος.
Η Ελένη Σκότη σκηνοθετεί αυτό το έργο με τόση αλήθεια, που μερικές φορές ξεχνάς ότι είσαι στο θέατρο, αισθάνεσαι ότι παρακολουθείς μια τρομερή πραγματικότητα. Γι’ αυτό το σκέφτεσαι πολύ καιρό μετά αφού το έχεις δει. Η ηχώ του συνεχίζει να επιστρέφει στο μυαλό σου.

Δύο γυναίκες διαφορετικής ηλικίας αλλά τόσο ίδιες τελικά, που μαραζώνουν στο ίδιο σπίτι, στην ίδια κουνιστή πολυθρόνα, με τα ίδια ρούχα, με την ίδια ξεροκεφαλιά, με τις ίδιες εμμονές, με την ίδια μιζέρια.

Η Μωρήν θα διασωθεί; Αυτό που ξέρουμε είναι ότι οι κανόνες πάντα είναι έτοιμοι να σπάσουν και το πιο αποτελεσματικό εργαλείο γι’ αυτό είναι η τόλμη.

Μια συναρπαστική βραδιά και ένα από τα σπουδαία έργα της χρονιάς. Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Η τριλογία

«Η Βασίλισσα της Ομορφιάς» αποτελεί το πρώτο μέρος της «Τριλογίας της Κοννεμάρα» μαζί με τα έργα «Το κρανίο της Κοννεμάρα» (1997) και «Άγρια Δύση» (2001). Ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Druid στην πόλη Galway της Ιρλανδίας το 1996 και ακολούθησε μεγάλη περιοδεία και νέα ανεβάσματα. Ανάμεσα σε άλλα, σε Λονδίνο (Royal Court 1996 και Duke of York’s Theatre 1996, Young Vic Theatre 2010), Όφ-Μπρόντγουεϊ (Linda Gross Theater 1998) και Μπρόντγουεϊ (Walter Kerr Theatre 1998). Το θέατρο Druid παρουσίασε μία καινούργια σκηνική εκδοχή του έργου την περίοδο 2016-2017 σε σκηνοθεσία του Garry Hynes και πραγματοποίησε περιοδεία στην Ιρλανδία, την Αγγλία και την Αμερική με τεράστια επιτυχία. Το έργο προτάθηκε για Βραβείο Laurence Olivier καλύτερου θεατρικού έργου, ενώ το ανέβασμά του στο Μπρόντγουεϊ (1998) τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία Tony.

  • Το πρώτο έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα «Η βασίλισσα της ομορφιάς» ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τη Ναταλία Τσαλίκη και την Έρση Μαλικένζου στο θέατρο “Βικτώρια”, το 2008.

Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα είναι ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς και σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς. Τα έργα του εστιάζουν στην απεικόνιση της ακραίας βίας των καιρών μας, – σωματική αλλά και ψυχολογική – και έχουν κερδίσει την αγάπη του κοινού και πολυάριθμα βραβεία. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1970, από Ιρλανδούς γονείς και μεγάλωσε σε μια κοινότητα με ισχυρό το ιρλανδικό στοιχείο. Απέρριψε νωρίς την παραδοσιακή εκπαίδευση, εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του και άρχισε να γράφει. Αρχικά έγραψε 22 έργα για το ραδιόφωνο (απορρίφθηκαν όλα από το BBC) και αρκετά σενάρια. Γνώρισε την επιτυχία μόνον όταν στράφηκε στη συγγραφή θεατρικών έργων. Εκτός από την «Τριλογία της Κοννεμάρα» έγραψε την «Τριλογία των Νησιών Άραν» που περιλαμβάνει τα έργα Ο σακάτης του Ίνισμαν, Ο υπολοχαγός του Ίνισμορ και Τα ξωτικά του Ινισίερ. Το έργο του Ο πουπουλένιος, που τιμήθηκε με το βραβείο Ολίβιε καλύτερου νέου θεατρικού έργου, παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας το 2003.
Το 2004 μπήκε και στον χώρο του κινηματογράφου γράφοντας και σκηνοθετώντας την ταινία μικρού μήκους «Six Shooter», η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ. Ακολούθησε η μεγάλου μήκους ταινία «In Bruges» (2008). Τελευταία του επιτυχία στην μεγάλη οθόνη το πολυβραβευμένο του έργο «Οι Τρεις Πινακίδες» σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.

***

Σοφία Σεϊρλή: Ο δρόμος του θεάτρου είναι δύσκολος, χρειάζεται αφοσίωση, θυσία και απέραντη αγάπη

***

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Μετάφραση: η ομάδα των συντελεστών

Σκηνικά, Κοστούμια, Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική σύνθεση και Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης

Φωτογραφίες: Μαρία Αναματερού, Γιώργος Χατζηνικολάου

Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Άννα Κούρα, Περσεφόνη Λαμπροκωστοπούλου

Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Υπεύθυνη Επικοινωνίας παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα

Παίζουν: Σοφία Σεϊρλή, Αγορίτσα Οικονόμου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Γιώργος Κατσής

Πληροφορίες

Πρεμιέρα: Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 18.15, Παρασκευή 21.15, Σάββατο 21.15, Κυριακή 18.00

Θέατρο Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12, Αθήνα

Εισιτήρια:
Καθημερινές: Κανονικό 15€ | Φοιτητικό/Ανέργων/Άνω των 65 12€ | Σάββατο/Κυριακή/αργίες: Κανονικό 17€ | Φοιτητικό/Ανέργων 14€ | Άνω των 65 15€

Προπώληση:
epikolono.gr, viva.gr, 11876, SevenSpots, Reload Stores, WIND, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα, Viva Kiosk, Yoleni’s

Κρατήσεις:
Τηλ.: 210 5138067 | www.epikolono.gr

Διεύθυνση: Ναυπλίου 12 και Λένορμαν

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΠαρακολουθώντας την αμείλικτης σκληρότητας «Βασίλισσα της Ομορφιάς» στο “Επί Κολωνώ”
Περισσότερα

Βλέποντας το «Ρίττερ, Ντένε, Φος»: Η δύσκολη κατάβαση στην ανθρώπινη ψυχή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Το “Ρίττερ, Ντένε, Φος” γράφτηκε το 1984 και είδε για πρώτη φορά το φως της σκηνής στις 18 Αυγούστου του 1986, στο φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, με τους κορυφαίους ηθοποιούς της σύγχρονης γερμανικής σκηνής Ilse Ritter, Kirsten Dene και Gert Voss.

“Έξυπνους ηθοποιούς” τους αποκαλεί ο συγγραφέας του και τους τιμά δίνοντας στο έργο το όνομά τους. Εν συνεχεία το έργο παρουσιάζεται στο Burgtheater της Βιέννης, κι ανεβαίνει με την αρχική διανομή κάθε δύο χρόνια για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1991 από τη “νέα ΣΚΗΝΗ” σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή, με τον ίδιο στο ρόλο του Λούντβιχ και τις Όλια Λαζαρίδου και Λυδία Κονιόρδου ως αδελφές του.

Έχει παρουσιαστεί επίσης το 2008, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, στο Θέατρο Δημήτρης Ποταμίτης και το 2011 στο θέατρο “Σφενδόνη” σε σκηνοθεσία Άννας Κοκκίνου, Δημήτρη Καταλειφού, Ράνιας Οικονομίδου, Πάνου Παπαδόπουλου.

 

 

Η υπόθεση

Τρία αδέλφια, ο Λούντβιχ και οι δύο κόρες, γόνοι μιας μεγαλοαστικής οικογένειας της Βιέννης, είναι οι ήρωες του έργου του πολυβραβευμένου Αυστριακού συγγραφέα Τόμας Μπέρνχαρντ.

Τρία πρόσωπα. Τρεις ηθοποιοί. Ένα αιμομικτικό τρίο σε γεύμα. Μία κωμικοτραγική ιεροτελεστία. Απορίες που ψάχνουν απαντήσεις. Σαν χορωδία από παράφρονες, τρία αδέλφια αποπειρώνται ενάντια στην αφασία, στην παράλυσή τους, στο μηδενισμό, με όπλο τον μηδενισμό. Παγιδευμένοι στο οικογενειακό τους σύμπαν και σχολιάζοντας τις αντιφάσεις του πολιτισμού μας και τη σχέση της ταξικής καταγωγής με το ηθικό ζήτημα, αναζητούν το νόημα της ζωής και της ελευθερίας. Ναρκισσισμός, παράδοξα και αλληγορίες.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στο αρχοντικό της βαθύπλουτης οικογένειας Βόρρινγκερ σ’ ένα προάστιο της Βιέννης στη διάρκεια μιας ημέρας. Τα πρόσωπα είναι τα τρία αδέρφια, Ρίττερ, Ντένε και ο Λούντβιχ/Φος. Οι δύο αδελφές είναι ηθοποιοί. Είναι η ημέρα που η μεγάλη αδερφή Ντένε έχει φέρει για μόνιμη εγκατάσταση στο σπίτι τον φιλόσοφο αδερφό τους, Λούντβιχ, ύστερα από την παραμονή του επί είκοσι χρόνια σε πανάκριβο ιδιωτικό ψυχιατρείο.

Η Ντένε είναι ένα πρόσωπο απόλυτα προσκολλημένο στις αρχές και το πνεύμα της οικογένειας Βόρρινγκερ, που προσδοκά να εντάξει και πάλι τον αδερφό της στο σπίτι και στα ιδανικά του.

Η Ρίττερ είναι μια γυναίκα εντελώς αδιάφορη για τα ιδανικά αυτά αλλά και για οτιδήποτε άλλο. Είναι τελείως αντίθετη με την επιστροφή του “άσωτου” αδερφού τους στο σπίτι, τον οποίο θεωρεί τέρας εγωισμού και καταπιεστή τους.

Ο Λούντβιχ είναι πρόσωπο απελπιστικά απορροφημένο από τις σκέψεις του και βασανιστικά εξαρτώμενο από την οικογένεια αυτή και το σπίτι -την “κόλαση των Βόρρινγκερ”, όπως το αποκαλεί. Ο αγώνας του να εξουσιάσει τη σκέψη του είναι εξουθενωτικός για τον ίδιο και για τους άλλους. Η σύγκρουση μεταξύ των τριών είναι γεμάτη εντάσεις και δίχως έλεος.

 

 

Ο συγγραφέας

O Μπέρνχαρτ είναι είναι από τους συγγραφείς που το ελληνικό κοινό αγαπά, παρά τη στριφνότητά τους. Προσωπικά η πρώτη φορά που είδα το “Ρίττερ, Ντένε, Φος” στη σκηνή, ένα έργο στατικό κι όμως εντελώς ξεσηκωτικό, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, θα μείνει καρφωμένη στη μνήμη μου. Η αντιφατική ζωή του και η προσωπικότητά του πάντα ήταν ένα αίνιγμα κάπως δυσεπίλυτο και τελικά τόσο οικείο που δεν δέχεται αμφισβήτηση.

Ο Τόμας Μπέρνχαρτ (1931-1989) ήταν Αυστριακός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφείς της μεταπολεμικής εποχής. Για το συγκεκριμένο έργο δανείζεται στοιχεία από την οικογενειακή ιστορία του συμπατριώτη του φιλόσοφου της Λογικής, Λούντβιχ Βίτγκενστάιν (1889-1951), του ανιψιού του Πολ Βίτγκενστάιν αλλά και από τις προσωπικότητες αγαπημένων του ηθοποιών της σύγχρονής του γερμανικής σκηνής, την Ίλζε Ρίττερ, την Κρίστεν Ντένε και τον Γκερτ Φος, σχηματίζοντας τον τίτλο με τα επίθετά τους.

Ο Μπέρνχαρντ δεν κουράστηκε σ’ όλη του τη ζωή να αφυπνίζει τις συνειδήσεις που ήταν βυθισμένες στο λήθαργο της κοινωνικής αμνησίας. Ποτέ δεν αποδέχτηκε τη στάση σιωπής που κρατούσε η χώρα του απέναντι στην ανάμιξή της στη ναζιστική εκστρατεία. Σε όλα του τα έργα, σε κάθε του λόγο, δεν έχανε ευκαιρία να τη χλευάζει και να της προσάπτει κατηγορίες. Το ίδιο έκανε και για τον αυστριακό λαό που δεχόταν αυτήν την κατάσταση και υποκρινόταν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί. Οι Αυστριακοί, σύμφωνα με τον Μπέρνχαρντ, έκρυβαν πίσω από την εκλέπτυνση και τις τέχνες την κτηνωδία τους.

Ενοχλημένοι από τα δημοσιεύματά του πολίτες τού στέλνουν γράμματα απειλητικά ή παρακλητικά, λέει στον “Αφανισμό” ο ήρωάς του Μουράου, περσόνα του ίδιου του Μπέρνχαρντ: «Ρίχνω διαρκώς την Αυστρία μέσα στη βρομιά, λένε οι άνθρωποι αυτοί, υποβιβάζω με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο την πατρίδα, προσάπτω στους Αυστριακούς μια ποταπή και χαμερπή καθολική – εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία, ενώ η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει καθόλου στην Αυστρία αυτή η ποταπή και χαμερπής εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία, γράφουν οι άνθρωποι αυτοί. Η Αυστρία δεν είναι ποταπή και δεν είναι χαμερπής, ήταν ανέκαθεν μόνο ωραία, γράφουν οι άνθρωποι αυτοί, και ο αυστριακός λαός είναι έντιμος. Τα γράμματα αυτά τα πετάω πάντοτε αμέσως στο καλάθι, το ίδιο έκανα και σήμερα».

 

 

“Ο άγνωστος Τ. Μπέρνχαρντ”

“Όλοι οι χαρακτήρες του Τόμας Μπέρνχαρντ παίζουν με τη ζωή το ίδιο παιχνίδι: Επιστρατεύουν την τέχνη για να πολεμήσουν την αρρώστια, πασχίζουν με τα χάχανά τους να τρομάξουν το θάνατο, η λεκτική τελειότητα είναι το δικό τους όπλο κατά της σωματικής αποσύνθεσης. Μία πολυκέφαλη, μυριόστομη χορωδία ταραχοποιών, παράφρονων, αναμορφωτών του κόσμου υψώνει τη φωνή της ως αντίδραση κατά της οριστικής αφασίας”, αναφέρει το βιβλίο “Ο άγνωστος Τ. Μπέρνχαρντ”. Ένα βιβλίο για τον άγνωστο Τόμας Μπέρνχαρντ, με κείμενα του ιδίου, φίλων του, κορυφαίων ομοτέχνων του και κριτικών, και ανθρώπων που τον γνώρισαν τυχαία σε διάφορες περιόδους της ζωής του. (Μετάφραση Θ. Λουπασάκη, εκδόσεις Νάρκισσος 2005).

 

 

Η σκηνοθέτις

“Με τον εμπρηστικό τρόπο αφήγησής του και με υπερβολή που αγγίζει το γκροτέσκ, ο Τόμας Μπέρνχαρντ χρησιμοποιεί ένα από τα σκληρότερα εφέ: το διφορούμενο της αθωότητας. Τα δικά του γερασμένα “παιδιά”, με τέλεια υποκρισία, κρύβουν το Καθαρό Κακό που έχουν μέσα τους, ενώ, ταυτόχρονα, αντιπαραθέτουν την πραγματική, αδιάφθορη παιδική τους αθωότητα στο Αυθεντικό Κακό των “Μεγάλων”, των προπατόρων τους. Με έναν αμφίσημο τρόπο καταγελάει την ανθρώπινη ανικανότητα να κατευθυνθεί προς την πραγματική ελευθερία της βούλησης, την ελευθερία που ανοίγει δρόμους για τη συμβιωτική συνύπαρξη. Στο βάθος, πρόκειται για μια αλληγορία που θίγει την υποκρισία των Αυστριακών, σχετικά με τη συμβολή τους στα εγκλήματα του Γ΄ Ράιχ κατά της ανθρωπότητας, ξεσκεπάζοντας αυτήν ακριβώς την αυταπάτη της αθωότητας, καθώς και τη βλακεία που διακρίνει το ανθρώπινο είδος εν γένει, το οποίο παραβλέποντας τα αίτια του φαινομένου της βίας, εξακολουθεί να διατηρεί την ψευδαίσθηση μιας υπαρξιακής ανωτερότητας”, αναφέρει η Μαρία Πρωτόπαππα στο σκηνοθετικό της σημείωμα.

 

 

Κωμωδία γεννημένη από την υπερβολή

«Το να πείθεις τους ανθρώπους», γράφει ο Λεβ Σεστόφ, «είναι βαρετό, δύσκολο και, σε τελική ανάλυση, ανώφελο». Το θέατρο και η τέχνη είναι για να ταράζουν τους ανθρώπους, κι όχι να τους καθησυχάζουν.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Μαρία Πρωτόπαππα, στο Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο), τα λόγια δεν αιωρούνται, σε κάθε αράδα οι λέξεις φωνάζουν, έχουν δύναμη, ορμή και οργή. Από τα χείλη των τριών ηρώων κρέμονται αυθάδικες απαιτήσεις που αν προσέξουμε καλύτερα θα μπορούσαν να είναι και αιτήματα συγγνώμης. Κι ενώ ο χρόνος κυλά και όλα τα αλλάζει, η κωμωδία του Μπέρνχαρντ, μια κωμωδία γεννημένη από την υπερβολή, μια υπερβολή που κάνει να ξεπετιούνται, όπως ο παλιάτσος από το κουτί, οι αλήθειες που, κατά το επικρατούν πνεύμα, δεν είναι καλό να λέγονται, έρχεται ξανά να μας ταράξει.

Ένα έργο ειρωνικό, μεγαλειώδες και αιχμηρό για την ηθική κατάσταση του κόσμου. Πραγματικά, το μεγαλείο της γλώσσας και ο εκπληκτικός τρόπος που ο συγγραφέας φωτίζει την ανθρώπινη ψυχή είναι ο λόγος της σπουδαιότητάς του.

Οι Αυστριακοί λογοτέχνες

Ο μεταφραστής Γιώργος Δεπάστας σημειώνει για τον Τόμας Μπέρνχαρντ: «Ο Μπέρνχαρντ μπορεί να θεωρηθεί η φυσική εξελικτική συνέχιση μιας αυστριακής συγγραφικής παράδοσης που ανιχνεύεται στον Άρθουρ Σνίτσλερ, στον Γιόζεφ Ροτ, στον Έντεν φον Χόρβατ, στον Ρόμπερτ Μούζιλ, στον Βέρνερ Σβαμπ και στη βραβευμένη με Νόμπελ Ελφρίντε Γέλινεκ: κορυφαίων χαρισματικών συγγραφέων που επίσης αντιμετώπισαν την εχθρότητα και την απόρριψη των συγχρόνων τους…».

Όντως η λογοτεχνική «αυστριακή ιδιοσυγκρασία» εκπροσωπείται από μια σειρά αξιόλογων συγγραφέων. Από το 19ο αιώνα και μετά, η Αυστρία συνεισέφερε με μερικά από τα βαρύτερα ονόματα στη σύγχρονη λογοτεχνία. Υπήρξε η πατρίδα των μυθιστοριογράφων και συγγραφέων διηγημάτων Άνταλμπερτ Στίφτερ, Άρτουρ Σνίτσλερ, Φραντς Βέρφελ, Στέφαν Τσβάιχ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μπέρνχαρντ, Γιόζεφ Ροτ και Ρόμπερτ Μούζιλ και των ποιητών Γκέοργκ Τρακλ, Ρόζε Αουσλάντερ, Φραντς Γκριλπάρτσερ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε και Πάουλ Τσέλαν. Διάσημοι σύγχρονοι συγγραφείς και μυθιστοριογράφοι είναι ο Ελφρίντε Γέλινεκ και ο Πίτερ Χάντκε και γνωστοί δοκιμιογράφοι είναι ο Ρόμπερτ Μενάσε και ο Καρλ-Μάους Γκάους. Είναι σχετικά δύσκολο να αναφερθούν λογοτέχνες της Αυστρίας πριν από την εν λόγω περίοδο.

Οι συγκεκριμένοι λογοτέχνες βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση με το βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν της χώρας τους, με μια πατριαρχική και καθολική κοινωνία, παράλληλα με μια απαισιόδοξη προδιάθεση και τις εμμονές που αναβλύζουν από την αυστριακή εσωστρέφεια.

Ο Claus Peymann

Ο Claus Peymann (Κλάους Πάιμαν) είχε πει για τον Μπέρνχαρντ: «Όπως από τις τρεις πρώτες μουσικές φράσεις αναγνωρίζει κανείς τον Μότσαρτ, έτσι αναγνωρίζει -δόξα τω Θεώ- και τον Μπέρνχαρντ». Να θυμίσουμε εδώ πως ο Πάιμαν, καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπούργκτεατερ, προσέγγισε τον Μπέρνχαρντ και του ζήτησε να γράψει το έργο, το οποίο θα ανέβαινε στη σκηνή του το φθινόπωρο του 1988, με αφορμή την επέτειο των εκατό χρόνων του ιστορικού θεάτρου. Ο Μπέρνχαρντ στην αρχή αρνήθηκε, με τη δικαιολογία ότι δεν γράφει ποτέ έργα κατά παραγγελία, τελικά όμως υπέκυψε στη φορτική πίεση του Πάιμαν και έγραψε το έργο Heldenplatz (Πλατεία Ηρώων).

Γνωρίστηκαν το 1969 και τον επόμενο χρόνο έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, Μια γιορτή για τον Μπόρις. Από τότε συνέγραψε δεκαπέντε θεατρικά έργα, τα περισσότερα εκ των οποίων σκηνοθέτησε ο Πάιμαν.

Πού πάνε οι θεατές όταν φεύγουν

Σε μια συζήτηση μαζί του για το πού πάνε οι θεατές του θεάτρου όταν φεύγουν ο Μπέρνχαρντ αναφέρει:

“Πουθενά. Παλεύουν να ξεφύγουν από κάτι κι αυτό το κουβαλούν μαζί τους. Η μανία, η απόγνωση κι αυτά όλα δεν αποφεύγονται. Άλλο η φυσική, σωματική απομάκρυνση και άλλο η πραγματική… Ίσως μάλιστα να μην υπάρχει και πραγματική απομάκρυνση. Μέσα σε κάθε άνθρωπο δίνουν το «παρών» όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συναντήθηκε, για μια στιγμή έστω, στη ζωή του. Καθένας μας αποτελεί το προϊόν όλων αυτών των ανθρώπων. Ό,τι βρίσκουμε στο δρόμο μας θρονιάζει μέσα μας, όπως ακριβώς θρονιαζόμαστε κι εμείς μέσα σε άλλους”. (Μίλερ, 2005, σ. 59)

 

 

Η παράσταση

Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος», ως παράσταση, έχει σφοδρή αλήθεια, πικρό χιούμορ και αμείλικτη σκληρότητα.

Ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν στην άνοδο του φασισμού τη δεκαετία του 1930, την εποχή της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης;

Πώς επηρεάζουν οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις τη ζωή των ανθρώπων;

Μοιραία υπάρχουν συγκλονιστικές αναλογίες με τη σημερινή εποχή, όπου το φάσμα του φόβου ξανα-προβάλλει οξύτατο;

Βέβαια, συγχρόνως πρόκειται και για μια δύσκολη, δριμύτατη παράσταση, επειδή εξίσου δύσκολος και δριμύς και δύσβατος είναι και ο Μπέρνχαρντ, ο οποίος υπήρξε μία ξεχωριστή λογοτεχνική προσωπικότητα: υπερόπτης, σαρκαστής της πολιτείας και της Εκκλησίας και, κυρίως, της αστικής κοινωνίας της πατρίδας του την οποία -και δικαίως- καθύβριζε στην εποχή του σαν μικροαστική και αναχρονιστική.

Οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Μπέρνχαρντ δείχνει μέσα από τους χαρακτήρες του πώς οι κοινωνικές επιδράσεις παράγουν ένα ευρύ φάσμα στάσεων, από την ενεργό ένταξη ή την υποταγή στον φασισμό ή την αντίσταση σ’ αυτόν.

Οι συντελεστές

Η Μαρία Πρωτόπαππα έκανε μια αξιοθαύμαστη δουλειά στη σκηνοθεσία. Καταδύθηκε στη ζωή της νοσηρής αδελφικής τριάδας, στο σύμπαν των εξαρτήσεων και της ψυχοφθόρας σχέσης μεταξύ εξουσιαστή και υποτελούς που αλλάζουν ρόλους. Ανέλυσε διεισδυτικά την απειλή του φασισμού και έδωσε μια βαθιά ρεαλιστική καλλιτεχνική – θεατρική αναπαράσταση του χαρακτήρα και των αιτίων της. Η ανάγνωση αυτού του ιδιοσυγκρασιακού άθλου μοιάζει με την απαρχή μιας μάλλον δύσκολης “κατάβασης” στον γκροτέσκο κόσμο του Μεσοπολέμου.

Εδώ, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, παραμονεύει η ειρωνεία και η υπονόμευση όλων σχεδόν των αρχικών εντυπώσεων. Επιφανειακά τουλάχιστον η σκηνοθέτις μας ξεναγεί στη σκοτεινή επικράτεια της οικογένειας Βόρρινγκερ, εν τούτοις κρατά δεξιοτεχνικά τις αποστάσεις και αφήνει την αφήγηση και τις ερμηνείες να προπορευτούν.

Ιδιαίτερα μάλιστα στον ρόλο του ψυχοπαθητικού αλλά μεγαλοφυή Λούντβιχ, ο οποίος επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι και στις δύο αδελφές του έπειτα από παραμονή σε πολυτελές ίδρυμα, διαπρέπει ο Αργύρης Ξάφης. Ένας ηθοποιός που ξέρει να χειρίζεται με μαεστρία παθολογικά ψυχωτικές καταστάσεις και να μεταδίδει ρίγη στο θεατή. Η τρέλα του Λούντβιχ υπήρχε στα μάτια του, σε όλο του το σώμα, σε κάθε του κίνηση και κάθε του έκφραση. Σε ανάγκαζε να τον παρακολουθείς και ήθελες να τον παρακολουθείς.

Εντυπωσιακά σωστές ήταν δίπλα του και οι δύο (ανύπαντρες) αδελφές του που τον καταπίεζαν με τη λατρεία τους. Η καθεμία με τον τρόπο της περιέβαλλαν τα πρόσωπα των αδελφών με τα χρώματα της υποκρισίας, της έπαρσης, της παγερότητας,

Η Λουκία Μιχαλοπούλου θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ο μετρ της παραλλαγής και της μεταμφίεσης. Είναι ασυναγώνιστη σε αυτό που κάνει και το κάνει καλύτερα από τον καθένα. Έχει τη φοβερή ικανότητα να ανιχνεύει τους πόθους και τις ανάγκες των ηρώων που υποδύεται αλλά και των περιστάσεων. Βρισκόταν μάλιστα σε εκπληκτική χημεία με την επίσης ξεχωριστή Στεφανία Γουλιώτη. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Θεού της Σφαγής» (σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη), οι δύο ηθοποιοί μοιράζονται ξανά την ίδια σκηνή. Η Στεφανία Γουλιώτη, γοητευτική, σουρεαλιστική, μάς κατακτά με την είσοδό της στη σκηνή, ή μάλλον ερχόμενη από τα παρασκήνια, αφού με την έναρξη της παράστασης μάς δίνει ένα έξοχο δείγμα υφολογικής υποκριτικής δεξιοτεχνίας και “αυτοσχεδιασμού”. Με την ερμηνεία της ψυχαναγκαστικής, εμμονικής αδελφής μάς προσφέρει επί σκηνής μια εικόνα του παρακμιακού και εκφυλισμένου κόσμου της μεσοπολεμικής Βιέννης.

Μπορεί στην επιφάνεια, η πλοκή του έργου να φαίνεται απλή υπόθεση αλλά η αντιπαλότητα μεταξύ των τριών προσώπων και οι καταπιεσμένες ψυχο-σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τους προσθέτουν πολλά επίπεδα σε ένα έργο που παρουσιάζει μια κλειστοφοβική οικογένεια και τις μεταξύ τους ανθρωποβόρες σχέσεις.

Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» μοιάζει περισσότερο με ένα σμήνος σκέψεων παρά με κανονικό διάλογο. Δεν χαρακτηρίζει απλώς τα άτομα αλλά εκφράζει όλες τις καταστάσεις που προκύπτουν από την αλληλεξάρτηση και την ανεκπλήρωτη ύπαρξή τους, αλλά και από μια συνύπαρξη που συνορεύει με το μίσος και την αιμομιξία.

Μέσα στην εύθραυστη, σαγηνευτική ατμόσφαιρα του παλιού αρχοντικού των Βόρρινγκερ με τους παλιούς πίνακες στους τοίχους, φυσάει μια σαθρή θύελλα σαρκασμού και θυμού που περιβάλλει το νωθρό μάτι της θλίψης. Τα πορτρέτα, οι άδειες κορνίζες για τους νεκρούς γονείς και οι παραμορφωμένες ζωγραφιές για τις δύο αδερφές, οι μεταλλικές κατασκευές στο σκηνικό, οι άψογες πορσελάνες, τα λαμπερά κρύσταλλα και τα αποτυπωμένα νούμερα ήταν ιδέες πολύ προσεκτικά δομημένες.

Τα σκηνικά (ένα εξαίσιο μαυσωλείο) και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα προσεγμένα αντικείμενα της Γεωργίας Μπούρα, τα απλά αλλά πολυτελή κοστούμια του Άγη Παναγιώτου, οι ιδιαίτεροι πίνακες της εικαστικού Νατάσας Πουλαντζά σαν σύνολο αποτελούν έναν δομικό συμβολισμό για το αδιανόητο του εγκλήματος (του Ολοκαυτώματος). Καταφέρνουν τη δημιουργία μιας αισθησιακής και συναισθηματικής αντίληψης της απομόνωσης, της καταπίεσης, της απειλής.

Με κριτική ικανότητα, φαντασία, συνδυαστική σκέψη, εμβάθυνση και αφομοίωση η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ο λόγος ρέει ορμητικός και το κείμενο μοιραία συντονίζεται με τη ροή του συγγραφέα.

Σαρωτικός ο ηχητικός σχεδιασμός του Λόλεκ, με νευρωτική ενέργεια η επιμέλεια κίνησης της Κατερίνας Φωτιάδη.

Περιμένοντας την επανάληψη

Η εμφανής επικαιρότητα του έργου του Μπέρνχαρντ συνετέλεσε τα τελευταία χρόνια στο να ανέβουν στις ελληνικές αίθουσες αρκετά θεατρικά του. Χωρίς καμία επιτήδευση όλα τα κείμενά του σε προκαλούν σε αφύπνιση, κυρίως όταν υπάρχει μια διαρκής πρόσκληση να ησυχάσεις.

Η κατάβαση ωστόσο στην ανθρώπινη ψυχή είναι δύσκολη τέχνη. Μπορεί στιγμές στιγμές να γίνει βαρετή ή αφόρητη. Γιατί το να μετουσιώσεις την απόγνωση που νιώθουμε μπροστά στα άλυτα ερωτήματα σε τέχνη που μιλά βαθιά και ανθρώπινα, είναι τελικά ένας σκοπός ανώτερος μεν, συχνά όμως άυλος και ανέφικτος.

Αυτό όμως που παρακολουθήσαμε ήταν μια έξοχη παράσταση, με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση του κωμικού, σαφήνεια και ξεχωριστό στυλ, έξοχη ακόμα και για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη ζωή και το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ ή του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν ή του Λούντβιχ Μπετόβεν. Ακόμα κι έτσι μπορείτε να την απολαύσετε και να αποκομίσετε πολλά από αυτήν.

Μαθαίνω ότι τελειώνουν οι παραστάσεις λόγω υποχρεώσεων των συντελεστών. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η υπέροχη, αληθινή, μεστή και βαθιά μαγνητική θεατρική δουλειά θα βρεθεί χρόνος να επαναληφθεί αργότερα…

_

Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς, θα πρέπει να σωπαίνει

_

Ταυτότητα παράστασης

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ
Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5 | Τηλ. 2103228706

Πρεμιέρα 18 Οκτωβρίου 2019

 

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Μαρία Πρωτόπαππα
Σκηνικά – Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Αντικείμενα – Props: Γεωργία Μπούρα
Κοστούμια: Άγις Παναγιώτου
Sound design: Λόλεκ
Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη
Βοηθός Σκηνοθέτη-Εκτέλεση Παραγωγής: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιουλία Σταμούλη
Βοηθός σκηνογράφου: Νατάσσα Τσιντικίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Στεφανία Σιαφλιούκα
Kομμώσεις: Θοδωρής Μπουρνέλης
Φωτογραφίες: Δομινίκη Μητροπούλου
Μακιγιάζ φωτογράφισης: Κατερίνα Μιχαλούτσου
Video Trailer παράστασης: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

 

  • Ερμηνεύουν: Λουκία Μιχαλοπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρης Ξάφης

***

Τους πίνακες στην παράσταση φιλοτέχνησε η εικαστικός Νατάσα Πουλαντζά

Μια συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και την Kart Productions

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

***

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΒλέποντας το «Ρίττερ, Ντένε, Φος»: Η δύσκολη κατάβαση στην ανθρώπινη ψυχή
Περισσότερα

Οι «Όρνιθες» του Καραθάνου μας ταξίδεψαν με αρώματα, χρώματα, γεύσεις, ήχους και πάθος…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Ο Αριστοφάνης καμάρωσε για τη «συνεργασία» του με τον Κάρολο Κουν. Πάτησε γερά στα πόδια του δίπλα στον Αλέξη Σολομό και στον Ανδρέα Βουτσινά.

Τώρα ζήτησε αυτόγραφο από τον Νίκο Καραθάνο και μια …selfie ενώ παράλληλα ετοιμάζει το διαβατήριό του για τη Χιλή.
Θέλει να πάει στο πονεμένο και ματωμένο Σαντιάγο εκεί που η Ιζαμπέλ Αλιέντε και ο λαός αγωνίζονται για την κατάργηση του Συντάγματος που «έχτισε» η στρατιωτική χούντα του Αουγκούστο Πινοσέτ, το 1973.

Εκεί στο Σαντιάγο ο Αριστοφάνης και ο Καραθάνος με την ελληνο-βραζιλιάνικη ομάδα τους θα δώσουν μαθήματα δημοκρατίας.
Αυτό ίσως πει κάποιος ότι είναι ουτοπία. Είναι όμως; Ασφαλώς όχι…

 

 

 

Μάλιστα, όπως λέει ο Νίκος Καραθάνος: «Κάθε μας πράξη πάνω στη σκηνή έχει έναν σκοπό πέρα από την ομορφιά, να φωνάξουμε το δικαίωμά μας να αναπνέουμε και να υπάρχουμε όπως μόνο εμείς θέλουμε… είναι ένας αγώνας για μια ζωή ίση, ελεύθερη, απαλλαγμένη από σύνορα, διαφορετικότητες και διακρίσεις… είναι μια κραυγή των σωμάτων μας… μία σφοδρή αγκαλιά στη ζωή με τα όλα της, και στην απέραντη χαρά της… πριν φύγουμε και χαθούμε».

 

 

*Αυτή τη …σφοδρή και μεγάλη αγκαλιά θα άνοιγε σίγουρα η διάσημη ζωγράφος Tarsila do Amara (1886 – 1973) για να υποδεχθεί την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου (Σκηνικά – κοστούμια) και τον Σίμο Σαρκετζή (Φωτισμοί). Θα ζητούσε να μάθει τα μυστικά τους στο στήσιμο αυτής της παράστασης που μας μάγεψε όταν την είδαμε στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση».

 

*Η χορεύτρια Karmen Miranda (1909 – 1955) θα έδινε χίλια μπράβο στην Amalia Bennett για την αρμονική, δυναμική και …αισθησιακή κίνηση των 19 ηθοποιών.

 

Ζοάο Ζιλμπέρτο (1931 – 2019) που δημιούργησε την μπόσα νόβα, θα ήθελε να ήταν επί σκηνής και να παίξει ζωντανά μαζί με τη Σοφία Ευκλείδου, τον Μιχάλη Καταχανά, τον Δημήτρη Κλώνη, τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτρη Τίγκα και τον Άγγελο Τριανταφύλλου. Ασφαλώς τον Άγγελο θα τον ζητούσε για μετεγγραφή…

 

*Η πανέμορφη «γαζέλα» της πασαρέλας, η Ζιζέλ (1981) δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα έκανε υπόκλιση τιμής και αναγνώρισης στα λαμπερά αστέρια της παράστασης: Στη Στεφανία Γουλιώτη, στη Βασιλική Δρίβα, στην Αμαλία Μουτούση, στην Amalia Bennett, στην Κλέλια Ρένεση, στη Μάρθα Φριτζήλα. Κάθε μια ιδιαίτερη. Κάθε μία με τη δικιά της χάρη και προσωπικότητα. Θα παρακαλούσε να έχει χρόνο να τις θαυμάσει ακόμη περισσότερο. Όλες ξεχωριστές…

 

 

Αριστερά ο Θανάσης Αλευράς και δεξιά η Αμαλία Μουτούση και η Βασιλική Δρίβα έχουν μείνει με ανοιχτό το στόμα παρακολουθώντας την ιπτάμενη Στεφανία Γουλιώτη.

 

*Ο ύψους 38 μέτρων «Χριστός Λυτρωτής» (1931) θα κατέβαινε από τον λόφο Κορκοβάντο (710 μ.) πάνω από το Ρίο ντε Τζανέιρο για να σφίξει το χέρι των αγοριών που χάρισαν ψυχή και σώμα για την επιτυχία της παράστασης: Θανάσης Αλευράς, Νίκος Καραθάνος, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Κώστας Μπερικόπουλος, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Γιάννης Σεβδικαλής, Άγγελος Τριανταφύλλου έδωσαν μαθήματα δυναμισμού και ερμηνείας.

 

*Οι ομάδες σάμπας που «μαγεύουν» τον πλανήτη (από το 1838) ασφαλώς ζηλεύουν και το ταλέντο αλλά και την τύχη των μελών της ομάδας χορού «Rassinho Carioca». Αυτά τα παιδιά από τις φαβέλες του Ρίο ήρθαν στην Αθήνα και μας χάρισαν μοναδικές στιγμές: Douglas Alves de Paula, Tuany Nascimento, VN Dançarino Brabo, André Oliveira DB, Marlon Brando de Oliveira Santos. Τους ευχαριστούμε…

 

*Ο συγγραφέας Πάολο Κοέλιο (1947) θα ήθελε να είχε τη θέση του μεταφραστή των Ορνίθων, Γιάννη Αστερή. Μια μετάφραση που κράτησε όλη τη δροσιά και το μεγαλείο του πρωτότυπου κειμένου.

 

 

Δεξιά, η Βασιλική Δρίβα στον εκπληκτικό της μονόλογο.

 

*Ο διάσημος αρχιτέκτονας Όσκαρ Νιμάγερ (1907 – 2012), ο επικεφαλής του μοντέρνου κινήματος, θα έκανε πραγματικά θαύματα αν είχε στην Παραγωγή τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και στην Εκτέλεση Παραγωγής την Polyplanity Productions, τη Γιολάντα Μαρκοπούλου και τη Βίκυ Στρατάκη.

 

* Ο Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο, ο πασίγνωστος Πελέ (1940) – που τον θαυμάσαμε για πρώτη φορά στο Μουντιάλ του 1958 – είναι βέβαιο ότι δεν είχε τη δεξιοτεχνία, το ταμπεραμέντο, την ταχύτητα, τη φαντασία και την αντοχή του Νίκου Καραθάνου. Αν έπαιζαν στην ίδια ομάδα ο Πελέ θα ήταν …αναπληρωματικός.

 

Caipirinha, αυτό το βραζιλιάνικο κοκτέιλ – την κατάλληλη ώρα – μπορεί να εξιτάρει όλες μας τις αισθήσεις και με το άρωμα και με τη γεύση της. Όμως οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, στην εκδοχή του Νίκου Καραθάνου κάνουν κάτι ακόμη πιο δύσκολο: Απογειώνουν τις αισθήσεις…

 

***

 

Αυτή η «εκδοχή Καραθάνου» έχει κρατήσει όλους τους αριστοφανικούς χυμούς και έχει μηδενίσει το κοντέρ στην αντιμετώπιση και στο ανέβασμα των έργων του Αθηναίου σατιρικού ποιητή του 5ου π.Χ. αιώνα.

 

***

 

 

«Όρνιθες»

Του Αριστοφάνη

Μετάφραση: Γιάννης Αστερής
Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής
Σκηνικά & Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής
Κίνηση: Amalia Bennett

*

Ερμηνεύουν

Douglas Alves de Paula, Θανάσης Αλευράς, Στεφανία Γουλιώτη, Βασιλική Δρίβα, Νίκος Καραθάνος, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Αμαλία Μουτούση, Amalia Bennett, Κώστας Μπερικόπουλος, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Tuany Nascimento, VN Dançarino Brabo, André Oliveira DB, Marlon Brando de Oliveira Santos, Κλέλια Ρένεση, Γιάννης Σεβδικαλής, Άγγελος Τριανταφύλλου, Μάρθα Φριντζήλα.

*

Παίζουν ζωντανά οι μουσικοί:

Σοφία Ευκλείδου, Μιχάλης Καταχανάς, Δημήτρης Κλωνής, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Τίγκας, Άγγελος Τριανταφύλλου.

*

Βοηθός Σκηνοθέτις: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη
Βοηθός Σκηνογράφου: Μυρτώ Λάμπρου
Ηχολήπτης Παράστασης: Κωστής Παυλόπουλος
Βοηθός Παραγωγής: Τζέλα Χριστοπούλου
Hair Design: Χρόνης Τζήμος
Μακιγιάζ: Αλεξάνδρα Μυτά
Υπεύθυνος Σκηνής: Γιάννης Κρητικός
Κατασκευή Δέντρων: Σωκράτης Παπαδόπουλος
Κατασκευή Σκηνικού: Lazaridis Scenic Studio, Σωκράτης Παπαδόπουλος
Ειδικές Κατασκευές Κοστουμιών: Δέσποινα Μακαρούνη, Σωκράτης Παπαδόπουλος
Μετάφραση στα αγγλικά: Ορφέας Απέργης
Εκτέλεση Παραγωγής: POLYPLANITY Productions Γιολάντα Μαρκοπούλου & Βίκυ Στρατάκη
Μια παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

 

***

 

 

Οι «Όρνιθες» που παίζονται τα τελευταία τριάμισι χρόνια, προκαλώντας έντονες συγκινήσεις ανά τον κόσμο, προσγειώνονται στις οθόνες μας την Τετάρτη 1η Ιανουαρίου 2020 στις 12:00 το μεσημέρι και για 48 ώρες.

 

Απευθείας link για το Facebook video. Αρκεί μόνο ένα «κλικ» εδώ:

 

ΟΙ «ΟΡΝΙΘΕΣ» ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ ΣΑΣ

Παναγιώτης ΜήλαςΟι «Όρνιθες» του Καραθάνου μας ταξίδεψαν με αρώματα, χρώματα, γεύσεις, ήχους και πάθος…
Περισσότερα

«Να βγω λιγάκι στον αέρα». Ο Ηλίας Κουνέλας από το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης εκπέμπει ποιότητα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

«Ο Ηλίας Κουνέλας είναι καλλιτέχνης πελώριος, με έκταση, ενέργεια, δύναμη. Μυθικός, πολύτιμος»…

Αυτό έγραφε εδώ στο catisart.gr η Ειρήνη Αϊβαλιώτου στις 13 Ιανουαρίου 2013 μετά την παράσταση σε νεοκλασικό του Κολωνού.

Πέρασαν 6 χρόνια από τότε και ο παραπάνω χαρακτηρισμός αφ’ ενός επιβεβαιώθηκε και αφ’ ετέρου – όπως αποδείχθηκε – επισημαίνει μόνο ένα μέρος των αρετών του Κουνέλα.

 

***

 

Ο Ηλίας Κουνέλας.

 

Τον εμπνευσμένο καλλιτέχνη τον απολαύσαμε το 2013 στο νεοκλασικό του Κολωνού στο «Κήπος, στάχτες» του Σερβοούγγρου συγγραφέα Ντανίλο Κις…

-Το 2014 άρχισε τη μοναδική δράση με τον τίτλο «Επισκεπτήριο» και πάντα με έναν θεατή στο δωμάτιο κάποιου νοσοκομείου.

-Το 2015 ξεκίνησε τις επισκέψεις σε σπίτια, όπου μπροστά σε 20 – 25 θεατές παρουσίαζε το έργο «8η Ημέρα» σε κείμενο του Virgil Georghiou.

-Το 2016 με τον τίτλο «Αγάπη» έκανε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά μια παρέμβαση για την καλή αφήγηση.

-Το 2017 συνεχίστηκε το «Επισκεπτήριο».

-Το 2018 στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας παρουσίασε το «Είμαι θάλασσα χρονών».

-Το 2019, την άνοιξη, αφηγήθηκε την ιστορία του φρουρού που περίμενε επί δέκα χρόνια τη νικητήρια φλόγα στη στέγη των Ατρειδών, από την τραγωδία του Αισχύλου «Αγαμέμνων». Η αφήγηση αυτή έγινε σε …ταράτσες σπιτιών της Αθήνας με θέα την Ακρόπολη.

-Τέλος από το φθινόπωρο του 2019 ο Ηλίας – μετά τις ταράτσες – πραγματοποίησε ένα όνειρο της ζωής του και κατέβηκε σε υπόγειο. Συγκεκριμένα στο ιστορικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν.

 

***

 

 

 

Αυτός ο σεμνός, ο μέγας δημιουργός έγραψε και σκηνοθέτησε μια πρωτότυπη θεατρική παράσταση που μιλά για όνειρα, στόχους, σχέδια ζωής, επαγγέλματα, καριέρες, αλλά και για τον χρόνο που τρέχει. Έγραψε και για μας που τρέχουμε με τη σειρά μας να προλάβουμε τον… χρόνο.

Στο Υπόγειο ο Ηλίας Κουνέλας «έστησε» έναν ραδιοφωνικό σταθμό και από εκεί παρουσιάζει την εκπομπή με τον τίτλο «Να βγω λιγάκι στον αέρα».

 

***

 

Η Ιφιγένεια Γρίβα.

 

Όπως διάβασα στο δελτίο Τύπου το «Να βγω λιγάκι στον αέρα» είναι μια θεατρική παράσταση για την απενοχοποίηση του επαγγελματικού προσανατολισμού και απευθύνεται κυρίως σε εφήβους (Β’ και Γ’ τάξη Γυμνασίου και όλες τις τάξεις Λυκείου).
Θα ήθελα εδώ να παρατηρήσω πως πιστεύω ακράδαντα ότι το έργο πρέπει να το δουν κυρίως οι γονείς.
Αν το δουν τόσο εκείνοι, όσο και τα παιδιά τους, τότε όλοι μαζί θα νιώσουν στη συνέχεια καλύτερα και θα συνεργαστούν αρμονικά μπροστά στις όποιες δύσκολες αποφάσεις.

Η εφηβεία γοητεύει και «πανικοβάλει» όσο καμία άλλη φάση στη ζωή του ανθρώπου. Από την εποχή που ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει και διατυπώσει τον ορισμό για την «παθιασμένη τάση των νέων» μέχρι σήμερα, επιστήμονες, λογοτέχνες, καλλιτέχνες και κυρίως οι γονείς ασχολούνται με αυτή την περίοδο της ακαταμάχητης γοητείας και του απέραντου φόβου.

Σε μια εποχή «ορμής και θύελλας», η αυτογνωσία είναι πιο απαραίτητη από ποτέ, καθώς ο έφηβος συχνά εκδραματίζει με έντονο τρόπο τις ενδιάθετες συγκρούσεις του, αναζητώντας την προσωπική του ταυτότητα, μέσα στη μεταβλητότητα και την αστάθεια.
Από τις συγκρούσεις στη διαπραγμάτευση, στο χτίσιμο της προσωπικότητας, στην ψυχολογική ωρίμανση, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, έφηβοι και γονείς βρίσκονται σε μια ευαίσθητη καμπή, σε έναν κόμβο ανάδυσης και διαχείρισης προβλημάτων.

 

***

 

Στη διάρκεια της ραδιοφωνικής – θεατρικής εκπομπής ξαναζούμε τους φόβους που καθορίζουν σήμερα σε μεγάλο βαθμό τις επαγγελματικές επιλογές των εφήβων. Παρακολουθούμε τους γονείς που αγωνιούν για το μέλλον των παιδιών τους. Διαπιστώνουμε ότι τα παιδιά πιέζονται από τους γονείς αλλά και από την ίδια την κοινωνία να κάνουν τη «σωστή» επιλογή για το μέλλον τους. Βέβαια δεν ξέρουμε τι σημαίνει «σωστή» επιλογή, ούτε και το πόσο σημαντικό είναι να βρει κανείς την κλίση του και να την ακολουθήσει.

 

***

 

«Πρόκειται για μια περιπέτεια με χιούμορ και φαντασία, γεμάτη εκπλήξεις και ανατροπές, που πέρα από τους πρωταγωνιστές της, μετακινεί και τους ίδιους τους θεατές παρακινώντας τους να ανατρέξουν στις σημαντικές επιλογές που καθόρισαν τη ζωή τους και να αναρωτηθούν πότε, γιατί και πώς τις έκαναν. Μια ιστορία που θέλει να μας θυμίσει κατά πόσο η ίδια η ζωή καθορίζει αλλά και ανατρέπει ή αναδιαμορφώνει τα όνειρα και τις αποφάσεις μας»…

 

***

 

Η Στεφανία Σαμαρά.

 

 

«Η δημοσιογράφος της ραδιοφωνικής εκπομπής «Να βγω λιγάκι στον αέρα» έχει προσκεκλημένους δύο εφήβους, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, προκειμένου να συζητήσει μαζί τους. Θέμα της εκπομπής το καίριο ζήτημα του επαγγελματικού προσανατολισμού. Προς μεγάλη έκπληξη της δημοσιογράφου, φαίνεται πως τα παιδιά έχουν πάρει ήδη κάποιες αποφάσεις, γι’ αυτό ξαφνιάζεται από τον αυθορμητισμό και την αποφασιστικότητα των νέων ενώ παράλληλα εύχεται σε κάθε περίπτωση να πραγματοποιηθούν τα όνειρά τους. Όμως ξαφνικά στην εκπομπή συμβαίνει κάτι εντελώς παράδοξο: Ενόσω παίζονται οι διαφημίσεις – μέσα σε λίγα λεπτά δηλαδή – γίνεται ένα άλμα στον χρόνο, βρισκόμαστε ύστερα από 40 χρόνια και οι δύο καλεσμένοι …ξαναβγαίνουν στον αέρα και αποκαλύπτουν τι απέγιναν τα όνειρά τους. Εξηγούν αν έκαναν τις σωστές επιλογές και εξετάζουν αν στάθηκαν τυχεροί στη ζωή τους»…

 

***

 

Ο Μπλερίμ Δαμπιράι.

 

 

Το έργο του Κουνέλα από τη στιγμή που χτυπά το τρίτο κουδούνι και σβήνουν τα φώτα «τρέχει» με ρυθμούς καταιγιστικούς και δεν σε αφήνει ούτε για μια στιγμή αδιάφορο. Με συνεχή δράση και αδιάκοπους διαλόγους αλλά και εμπνευσμένους μονολόγους οι τρεις πρωταγωνιστές ξεδιπλώνουν την ιστορία τους.

Η δημοσιογράφος (Στεφανία Σαμαρά) και οι δύο καλεσμένοι της (Ιφιγένεια Γρίβα, Μπλερίμ Δαμπιράι) σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας προσφέρουν το δικό τους πετραδάκι στο οικοδόμημα της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου υπηρετώντας με ιδανικό τρόπο το κείμενο του Ηλία Κουνέλα.

Τα σκηνικά – κοστούμια της Μαρίας Καραθάνου και οι φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για να κατατεθούν οι απόψεις του συγγραφέα στο θέμα που απασχολεί γονείς και παιδιά.

Ο Ηλίας Κουνέλας με την τεχνική του κάνει τον θεατή συμμέτοχο στην εξέλιξη του έργου. Όμως με την εμπειρία που διαθέτει αποφεύγει τη δασκαλίστικη διάθεση απέναντι στο κοινό. Δεν προσπαθεί να πείσει για την ορθότητα των απόψεών του. Αν έκανε κάτι τέτοιο δεν θα πετύχαινε τον στόχο.

Αυτό που κατορθώνουν ο συγγραφέας και οι συνεργάτες του είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο: Πετυχαίνουν να προβληματίσουν το κοινό, να το κάνουν να σκεφτεί και να συζητήσει στη συνέχεια. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η επιτυχία αυτής της παράστασης που μας προσφέρει φέτος το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν και ο Ηλίας Κουνέλας.

Αξίζει λοιπόν να το δείτε…

 

***

 

Ο Μπλερίμ Δαμπιράι, η Στεφανία Σαμαρά και η Ιφιγένεια Γρίβα, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

«Να βγω λιγάκι στον αέρα»

 

Σύλληψη – Κείμενο – Σκηνοθεσία – Μουσκή επιμέλεια: Ηλίας Κουνέλας
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελίνα Παπαθεοδώρου
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καραθάνου
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης
Παίζουν:
Ιφιγένεια Γρίβα, Στεφανία Σαμαρά, Μπλερίμ Δαμπιράι

***

Θέατρο Τέχνης Κάρλος Κουν

Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210-32.22.760.

Μετρό σταθμός «Πανεπιστήμιο»

*

Παραστάσεις

Κάθε Σάββατο στις 5 μ.μ.

15 ευρώ – 10 ευρώ (μειωμένο – φοιτητικό)
8 ευρώ (ανεργίας – μαθητικό για γκρουπ) )
6 ευρώ καθημερινές πρωινές παραστάσεις για σχολεία

***

Για πληροφορίες, κρατήσεις για ομάδες – σχολεία και προσκλήσεις μπορείτε να επικοινωνήσετε με την κυρία Εύα Στυλάντερ στα τηλέφωνα: 210-8665144, 210-874657 (Δευτ-Παρ 9.30 – 14.30) και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: theatropol@otenet.gr

***

 

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

Παναγιώτης Μήλας«Να βγω λιγάκι στον αέρα». Ο Ηλίας Κουνέλας από το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης εκπέμπει ποιότητα
Περισσότερα

«Σημάδια στην ομίχλη». Ένας γνήσιος …Τζάκσον Πόλοκ από τη Ράνια Σχίζα και τον Νίκο Παντελίδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Διάβαζα τη Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019 στην εφημερίδα «Τα Νέα» ότι ίσως είναι πλαστός ο κλεμμένος πίνακας του Κλιμτ που βρέθηκε ύστερα από 22 χρόνια.

Έγραφε συγκεκριμένα η εφημερίδα: «Ο πίνακας είχε κλαπεί από την γκαλερί Ρίτσι Όντι στην Πιατσέντσα της Ιταλίας το 1997. Σήμερα, σε ένα πραγματικό αστυνομικό μυστήριο εξελίσσεται η υπόθεση της ανακάλυψης του πίνακα «Προσωπογραφία μίας Κυρίας» του διάσημου Βιεννέζου ζωγράφου Γκούσταβ Κλιμτ, στον κήπο της γκαλερί Ρίτσι Όντι στην Πιατσέντσα της Ιταλίας, μετά την κλοπή του από τον ίδιο χώρο.

Από την αρχή, όλη αυτή η ιστορία περιβαλλόταν από ένα μυστήριο: Ακόμη και η κλοπή του έργου, αξίας 60 εκατ. ευρώ, υπήρξε ένα αίνιγμα, καθώς ο πίνακας – ένας από τα πλέον αναζητούμενα δημιουργήματα έκτοτε – δεν είχε εμφανισθεί πουθενά, ούτε υπήρξε κάποιος υπαινιγμός για πιθανή πώλησή του στη μαύρη αγορά και για κάποιον δυνητικό κάτοχό του».

 

***

 

«Σημάδια στην ομίχλη» στη «Αίθουσα Χρύσα Σπηλιώτη» του Θεάτρου Vault.

 

Ένα παρόμοιο γεγονός παρουσιάζεται στον Πολυχώρο «Vault». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία όπου μια άνεργη μπαργούμαν, η Μωντ Γκούντμαν κι ένας διάσημος εκτιμητής έργων τέχνης συναντιούνται σε ένα σπίτι – κοντέινερ στο Bakersfield της Καλιφόρνια.
Η Γκούντμαν αγοράζει για μερικά δολάρια από ένα μαγαζί με παλιά αντικείμενα έναν πίνακα ζωγραφικής, όμως κανείς δεν πιστεύει ότι στα χέρια της μπορεί να βρίσκεται ένα από τα αριστουργήματα του διάσημου ζωγράφου Τζάκσον Πόλοκ.

 

***

 

[Πατήστε “κλικ” πάνω στις φωτογραφίες]

 

Jacskon Pollock «Jump In»

Jacskon Pollock

Jacskon Pollock «Move It»

 

 

Ο Τζάκσον Πόλοκ (Paul Jackson Pollock, 28 Ιανουαρίου 1912 – 11 Αυγούστου 1956) ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους ζωγράφους της Αμερικής.
Ο Πόλοκ επινόησε την τεχνική του dripping. Οι τεχνικές που αναπτύσσει καλούνται συχνά και με τον ευρύτερο όρο action painting. Κατά την τεχνική αυτή ο Πόλοκ τοποθετούσε στο έδαφος τον καμβά και …έσταζε με χαοτικό τρόπο την μπογιά πάνω στον καμβά. Ο βαθμός πολυπλοκότητας των έργων του, που εμφανίζουν αυτή την ιδιαίτερη συμμετρία κλίμακας, μετράται με τη φράκταλ διάσταση η οποία αυξάνει συνεχώς από κάθε έργο του στο επόμενο, αντικατοπτρίζοντας την ίδια την εξέλιξη του καλλιτέχνη.
Με τον διεθνή όρο φράκταλ στα Μαθηματικά, τη Φυσική αλλά και σε πολλές επιστήμες ονομάζεται ένα γεωμετρικό σχήμα που επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης, κι έτσι συχνά αναφέρεται σαν «απείρως περίπλοκο».
Παρά τον φαινομενικά τυχαίο χαρακτήρα της τεχνικής του, ο Πόλοκ επεξεργαζόταν σχολαστικά τους πίνακές του, οι οποίοι αποτελούσαν ως επί το πλείστον αφηρημένες συνθέσεις μεγάλων διαστάσεων.
Το περιοδικό “Time” φιλοξένησε εκτενές άρθρο για τον Πόλοκ το 1951, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή Αμερικανό καλλιτέχνη».
Η καλλιτεχνική πορεία του Τζάκσον Πόλοκ διακόπηκε απότομα, καθώς σκοτώθηκε το 1956 σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
Λόγω της ιδιαιτερότητας του ζωγράφου, τα δημιουργήματά του – με τη φράκταλ δομή – σύμφωνα με τους ειδικούς «ήταν σχεδόν αδύνατο να αναπαραχθούν από μιμητές, καθώς αντανακλούσαν την ιδιαίτερη εσωτερική δομή του Πόλοκ».

 

***

 

 

Έχουμε λοιπόν τη Μωντ Γκούντμαν (Ράνια Σχίζα), η οποία «καλεί από τη Νέα Υόρκη έναν από τους καλύτερους εκτιμητές έργων τέχνης στον κόσμο, τον Λάιονελ Πέρσυ (Νίκος Παντελίδης). Στο σημείο αυτό κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις αποκαλύψεις που θα φέρει στο φως η συνάντησή τους.
Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η συγκινητική και ανατρεπτική κωμωδία του Στίβεν Σακς, με τον τίτλο «Σημάδια στην ομίχλη» (Bakersfield Mist – 2012) θέτει ερωτήματα για τη φύση της τέχνης και τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, μέσα από τη συνάντηση δύο ταξικά διαφορετικών κόσμων.
Είναι ένα έργο γεμάτο ιδέες και συναισθήματα που αφήνουν σημάδια φωτεινά και ανεξίτηλα μέσα στην ομίχλη».
Βέβαια μπορεί να χαρακτηρίζεται ως κωμωδία αλλά η εξέλιξη της ιστορίας έχει έντονα τα στοιχεία του θρίλερ και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή επί 90 ολόκληρα λεπτά.

***

Το έργο ανέβηκε στο Duchess Theatre του Λονδίνου με την Κάθλιν Τέρνερ και τον Ίαν Μακ Ντίαρμιντ. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε πρώτα στη Θεσσαλονίκη (με τη Ράνια Σχίζα και τον Νίκο Παντελίδη) και τώρα κάθε Σάββατο και Κυριακή, στο Θέατρο Vault.

***

Jackson Pollock (1912 – 1956). Το έργο με τον τίτλο “Αριθμός 13, 1950” φιλοτεχνήθηκε το 1950. Είναι λάδι σε μασονίτη (pavatex) 56,5 x 56,5 cm. Βρίσκεται στο “Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή” στο Παγκράτι.

 

 

Αμέσως μετά το τρίτο κουδούνι αρχίζει ένα μαγικό ταξίδι στον χρόνο, στην τέχνη και στις γνώσεις. Ένα ταξίδι μέσα στο ηχητικό τοπίο (Johann Sebastian Bach. Chakone – Violin Partita No 2 in D Minor) που σχεδίασε με τρόπο ιδανικό η Λιάνα Τζερεφού και κάτω από τον – πάντα – ιδιαίτερο σχεδιασμό φωτισμού της Κατερίνας Μαραγκουδάκη.

Αξίζει να δει κανείς με προσοχή τις λεπτομέρειες στο σκηνικό της Όλγας Ντέντα. Λεπτομέρειες που παραπέμπουν σε έργα τέχνης και μας κάνουν ακόμη πιο πλούσιους σε γνώσεις. Ενδυματολογικά θα προτιμούσα κάτι πιο εξεζητημένο για τον διάσημο Νεοϋορκέζο εκτιμητή έργων τέχνης, όμως ίσως η τελική επιλογή να βοήθησε ώστε η προσοχή των θεατών να επικεντρωθεί μόνο στο κείμενο.
Ένα κείμενο μοντέρνο, με μια μετάφραση – από τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο –  που δεν αφήνει κενά στον θεατή που δεν ξέρει από ζωγραφική και που ακούει για πρώτη φορά το όνομα του Τζάκσον Πόλοκ.

***

Από εκεί και πέρα όλα είναι έτοιμα για να «μεταφερθούμε» στο σπίτι – κοντέινερ στο Bakersfield. Εκεί – κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα – παρακολουθούμε την εξέλιξη της ιστορίας. Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος ακολουθώντας την ανατρεπτική δεξιοτεχνία του Πόλοκ «ζωγραφίζει» το δικό του έργο. Ένα έργο που ασφαλώς δεν είναι πλαστό. Ένα έργο που διδάσκει, ψυχαγωγεί, αλλά κυρίως προβληματίζει και προκαλεί συζητήσεις και μετά την παράσταση. Ο χειρισμός του κειμένου του Stephen Sachs από τον σκηνοθέτη έγινε με τρόπο τέτοιο ώστε να φωτιστούν με ακρίβεια οι λεπτομέρειες αλλά και οι σκοτεινές πλευρές αυτής της υπόθεσης.

 

***

Η συνέχεια ανήκει στους δύο ηθοποιούς: Τη Ράνια Σχίζα και τον Νίκο Παντελίδη. Ένα εξαιρετικό ζευγάρι που αξίζει βραβείο. Με ρυθμό καταιγιστικό μας οδηγούν στους δρόμους του Stephen Sachs φιλοτεχνώντας παράλληλα τα δικά τους πορτρέτα και αποκαλύπτοντας τις ερμηνευτικές τους αρετές. Δίνουν σε κάθε τους παράσταση ένα ρεσιτάλ με κορυφαία σκηνή εκείνη της εξέτασης για την πλαστότητα ή μη του πίνακα. Μια σκηνή στην οποία αν και δεν μιλούν λένε τα πάντα δια της σιωπής τους.

Πρόκειται για μια παράσταση – δώρο και από όλους τους συντελεστές και από το Vault με τις πάντα εύστοχες επιλογές του.

***

 

«Σημάδια στην ομίχλη»: Ράνια Σχίζα και Νίκος Παντελίδης. Ερμηνεία για βραβείο.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

«Σημάδια στην ομίχλη»
Κείμενο: Stephen Sachs

 

Μετάφραση- Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Παπαδόπουλος
Σκηνογραφία/Ενδυματολογία: Όλγα Ντέντα
Σχεδιασμός Φωτισμού: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Video: Στέφανος Κοσμίδης
Ηχητικά Τοπία: Λιάνα Τζερεφού
Βοηθός Σκηνοθέτη: Άννα Θεοδωρίδου
Φωτογραφίες παράστασης: Στέλιος Δανιήλ και Γεωργία Σιέττου
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη

*

Ερμηνεύουν: Ράνια Σχίζα και Νίκος Παντελίδης

***

Παραστάσεις

Κάθε Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 18:30
Τιμές εισιτηρίων
Γενική Είσοδος: 13 ευρώ. Μειωμένο: 10 ευρώ. Ατέλειες: 5 ευρώ
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά χωρίς διάλειμμα

***

Πολυχώρος VAULT THEATRE PLUS

Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός
Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Κεραμεικός (8′ περίπου με τα πόδια)
Κρατήσεις: 2130356472 και 6949534889
Για τηλεφωνικές κρατήσεις 11:00 – 14:00 και 17:00 – 21:00
Δημόσιες σχέσεις και Επικοινωνία Παράστασης
Χρύσα Ματσαγκάνη [E: chrysamtg@gmail.com]

***

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

Παναγιώτης Μήλας«Σημάδια στην ομίχλη». Ένας γνήσιος …Τζάκσον Πόλοκ από τη Ράνια Σχίζα και τον Νίκο Παντελίδη
Περισσότερα

Τζήμου και Χρανιώτης λύνουν το αίνιγμα του «Reigen» σε ένα καρουζέλ σεξ και μοναξιάς

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Είναι Σεπτέμβριος του 1887. Ένα βράδυ ο Άρθουρ Σνίτσλερ, νέος γιατρός με φιλοδοξίες λογοτέχνη, περπατά με έναν φίλο στην Ringstrasse, τη μεγάλη λεωφόρο που περιβάλλει την παλιά πόλη της Βιέννης. Κάποια στιγμή ο Σνίτσλερ πιάνει με το βλέμμα του μια όμορφη νεαρή γυναίκα να τους κοιτά. Η Jeanette Heger ήταν είκοσι δύο χρονών και επιβίωνε ως κεντήστρα, ζώντας σε ένα μικρό διαμέρισμα που μοιραζόταν με τις αδελφές της. Ήταν η πρώτη από τις πολλές γυναίκες στη ζωή του Σνίτσλερ και μια πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν, μια “γλυκιά κοπέλα” (süsses Mädel) από τα περίχωρα της πόλης. Την εποχή που γράφεται το Reigen, η Αυστρία κυβερνάται με πνεύμα απολυταρχικό. Η σχέση του Σνίτσλερ με την πολιτική και την ιστορία είναι διαταραγμένη, γεμάτη δυσπιστία και σκεπτικισμό. Το κατ’ εξοχήν θέμα ενδιαφέροντός του είναι η σύγχρονή του κοινωνία.

 

 

 

Fin de siècle

Για κάποιους το «γύρισμα» ή «τέλος του αιώνα» (Jahrhundertwende ή Fin de siècle) σηματοδοτούσε το ξημέρωμα μιας νέας εποχής, απαλλαγμένης από την υποκρισία και τη σαθρή ηθική του παρελθόντος, ενώ για άλλους σήμαινε τη δύση της μεγάλης αυτοκρατορίας του Δούναβη, το τέλος των αξιών της μοναρχίας.

To κίνημα του μοντερνισμού στη Βιέννη ήρθε να αποτυπώσει στη λογοτεχνία την κρίση της εποχής: μια κρίση ταυτότητας, συνείδησης και γλώσσας. «[…] Μοντέρνο είναι το ψυχολογικό άκουσμα του χορταριού που μεγαλώνει και το πλατσούρισμα στον θαυμαστό κόσμο της καθαρής φαντασίας. […] Μοντέρνο είναι η διαμέλιση μιας διάθεσης, ενός αναστεναγμού, ενός ενδοιασμού· και μοντέρνο είναι η ενστικτώδης, σχεδόν υπνοβατική αφοσίωση σε κάθε αποκάλυψη του ωραίου, σε μια συγχορδία χρωμάτων, μια σπινθηροβόλα μεταφορά, μια θαυμάσια αλληγορία» θα γράψει ο Αυστριακός συγγραφέας Ούγκο φον Χόφμανσταλ.

Ο Άρτουρ Σνίτσλερ έγινε ο απόλυτος εκφραστής αυτού του διχασμού, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «o ποιητής ενός καταποντισμένου κόσμου, δηλαδή της αυστριακής αυτοκρατορίας πριν από τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο». Ο λόγος του ανατέμνει τη βιεννέζικη κοινωνία με εργαλεία την ανίχνευση της σεξουαλικότητας και την τεχνική της συνειδησιακής ροής.

 

“Γράφω για τον έρωτα και το θάνατο”

 

Ο Σνίτσλερ έχει συχνά χαρακτηριστεί ως ο κατ’ εξοχήν ανατόμος της βιεννέζικης κοινωνίας και του έχει αναγνωριστεί η απαράμιλλη ικανότητα διάγνωσης των κρυμμένων προβλημάτων και των προσποιήσεων που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Σχέσεις που ορίζουν τον ψυχισμό και την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων.

Για την ακρίβεια της ψυχολογικής παρατήρησης και το σχολιασμό της μπορεί να συγκριθεί με τον σύγχρονό του Φρόιντ, κάτι που και ο ίδιος ο Φρόιντ είχε επισημάνει.

Το έργο του κατατάσσει τον Σνίτσλερ στη σειρά των συγγραφέων της εποχής του αλλά και μεταγενέστερων που έδωσαν νέα ώθηση στη μοντέρνα λογοτεχνική έκφραση.

Οι αντίπαλοί του ωστόσο, από τους συντηρητικούς –και μετά το 1918, εμφανώς πια αντισημιτικούς– κύκλους της μεγαλοαστικής τάξης τον κατέκριναν με δριμύτητα ακόμη και ως πορνογράφο. Παρ’ όλα αυτά «το μεγαλοαστικό κοινό απολάμβανε μαζοχιστικά μέσα από τις κόσμιες φιγούρες του Σνίτσλερ την αποδόμησή του: ο κόσμος διαμαρτυρόταν, άφριζε – κι ωστόσο πήγαινε στις παραστάσεις με ενθουσιασμό!». Η απάντηση του Σνίτσλερ σε όλα αυτά ήταν: «Γράφω για τον έρωτα και τον θάνατο. Υπάρχουν μήπως άλλα θέματα;».

 

 

 

 

Η “ρόδα του έρωτα”

 

Το «Reigen-Δέκα διάλογοι για το Σεξ», το πολυσυζητημένο έργο του Αυστριακού Άρτουρ Σνίτσλερ, που έγινε γνωστό στην Ελλάδα με τον τίτλο «Το Γαϊτανάκι του Έρωτα», παρουσιάζεται από τη Stefi & Lynx Productions στο «Θησείον – ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ» σε σκηνοθεσία και μετάφραση της Αλίκης Δανέζη Knutsen. Οι παραστάσεις συνεχίζονται ως τις 12 Ιανουαρίου 2020.

Η δομή του έργου είναι σπονδυλωτή και αποτελείται από δέκα σκηνές που αλληλοσυνδέονται και που στην κάθε μία πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι εραστών.

Δέκα ζευγάρια στη Βιέννη, επιδίδονται σε μια περίτεχνη σκυ­ταλοδρομία σεξουαλικών συναντήσεων σπάζοντας τα όρια που θέτουν η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η συζυγική αφοσίωση. Εμποτισμένο με σεξ, σχέσεις και πολύ χιούμορ, το “Reigen” του Άρθουρ Σνίτσλερ σκιαγραφεί την προσωπογραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας τολμώντας μια κάθε­τη τομή στην ψυχολογία των σχέσεων και τον ανθρώπινο ερωτισμό.

Εξαρχής ο συγγραφέας θέτει σε κίνηση τη “ρόδα του έρωτα”. Υπάρχει ή δεν υπάρχει έρωτας; Είναι αληθινές ή όχι οι ανθρώπινες σχέσεις; Δέκα διαφορετικοί άνθρωποι, δέκα ερωτικές επαφές χωρίς συναίσθημα, δέκα πολυδιάστατες φιγούρες, χαρακτηριστικοί τύποι της βιεννέζικης κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα. Συναντιούνται, άλλοτε τυχαία, άλλοτε προγραμματισμένα, ώστε να ανακαλύψουν και να αποκαλύψουν τα κρυφά μυστικά του έρωτα, που αν και μοιάζει να είναι διαρκώς παρών, τελικά είναι ο μεγαλύτερος απών…

Για τον Σνίτσλερ και το έργο του είναι καθοριστικής σημασίας η αίσθηση της θεατρικότητας του κόσμου, το μοτίβο της συνύπαρξης της σοβαρότητας και του παιχνιδιού, της ζωής και της κωμωδίας, της αλήθειας και του ψέματος. Η κοινωνία του προτιμά να αγνοεί την πραγματικότητα χάριν μιας προσωρινής εμπειρίας, μιας φευγαλέας αισθητικής απόλαυσης, ενός ευχάριστου ερεθισμού των αισθήσεων. Η πραγματικότητα, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν.

Με φόντο τη βιεννέζικη κοινωνία, που βρίσκεται σε παρακμή μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Άρτουρ Σνίτσλερ διηγείται τις αλλεπάλληλες ερωτικές συνευρέσεις μεταξύ προσώπων όλων των κοινωνικών τάξεων, από το προλεταριάτο έως την αριστοκρατία. Δέκα ζευγάρια στη Βιέννη παλεύουν με τα όρια που θέτουν η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η ερωτική και συζυγική πίστη. Όλα ξεκινούν από μια φτωχή πόρνη και καταλήγουν πάλι σ’ αυτήν. Κάθε διαδοχική σκηνή παίρνει ένα δραματικό πρόσωπο από την προηγούμενη και το εισάγει στην επόμενη εικόνα. Μέχρι το τέλος του παιχνιδιού, όλοι οι χαρακτήρες είναι ασαφώς συνδεδεμένοι μεταξύ τους.

 

 

 

Τα ζευγάρια

Τα ζευγάρια είναι: Η πόρνη και ο στρατιώτης, ο στρατιώτης και η υπηρέτρια, η υπηρέτρια και ο νεαρός κύριός της, ο νεαρός κύριος και η παντρεμένη γυναίκα, η παντρεμένη γυναίκα και ο σύζυγός της, ο σύζυγος και η νεαρή κοπέλα, η νεαρή κοπέλα και ο ποιητής, ο ποιητής και η ηθοποιός, η ηθοποιός και ο κόμης, ο κόμης και η πόρνη.

Έργο – αίνιγμα

Το «Reigen – Δέκα διάλογοι για το σεξ» θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και ως ένα έργο – αίνιγμα. Έργο που μας ζητά να το αποκωδικοποιήσουμε.

Η σκηνοθέτις Αλίκη Δανέζη Κnutsen εμβαθύνει στο κείμενο, στα κρυμμένα νοήματα που αγγίζουν τις έννοιες της αγάπης και της ευτυχίας, οδηγώντας το κοινό μέσα από μια απολαυστική και ρέουσα παράσταση σε μια φιλοσοφική αναζήτηση για την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Επέλεξε να ερμηνευτούν όλοι οι ρόλοι από δύο μόνο αλλά θαυμάσιους ηθοποιούς, που στροβιλίζονται με ταλέντο σ’ έναν ερωτικό χορό, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν το νόημα του σεξ και των ανθρώπινων σχέσεων.

Το διαρκές κυνήγι της ευχαρίστησης, η σκληρότητα της ηδονής, οι δοκιμασίες της αγάπης, η πικρή παροδικότητα του έρωτα, η σκυτάλη της ερωτικής επιθυμίας, το περιβάλλον της εξουσίας, της αποπλάνησης, της λαχτάρας, της απογοήτευσης και της επιθυμίας, τα πάντα συμβάλλουν στην απίστευτη ατμόσφαιρα που δημιουργείται σ’ αυτή την υπέροχη παράσταση.

Οι δέκα χαρακτήρες του έργου συνευρίσκονται, πάλι και πάλι, κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες και βαθμούς δυσκολίας. Το σεξ επανέρχεται ως το απαραίτητο, το ζητούμενο, αυτό που κάθε φορά ένας από τους δύο χαρακτήρες θέλει πάση θυσία. Πέρα από το φαινομενικό επίπεδο, στην πραγματικότητα οι ήρωες του έργου ζητούν απεγνωσμένα την οικειότητα, την εγγύτητα, το πλησίασμα. Το σεξ γίνεται το «μέσο» για την οικειότητα, η οποία όμως σπάνια επιτυγχάνεται. Οι ήρωες θέλουν να συνδεθούν, να ερωτευτούν, να διεκδικήσουν, να κατακτήσουν, να κατανοήσουν, να λυτρωθούν. Παρ’ όλα αυτά, όλοι παραμένουν θλιβερά μόνοι. Από τη συνεύρεση ως τη μοναξιά μια ανάσα δρόμος.

 

***

 

Η παράσταση, χάρις στους ταλαντούχους δημιουργούς της, καταδύεται σε σκοτεινά μέρη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Σε μέρη που κρύβονται οι απαγορευμένες απολαύσεις αλλά και τα πραγματικά “θέλω” των ανθρώπων. Εκεί που η παραδοχή του απαγορευμένου απελευθερώνεται.

Το προκλητικό έργο του Arthur Schnitzler, “Reigen” (La Ronde) παίρνει νέα ζωντανά χρώματα στη σαρδόνια σκηνοθεσία της απαιτητικής Αλίκης Δανέζη Knutsen. Η σκηνοθέτις προσελκύει το κοινό με τη γοητεία ενός ασταμάτητου κύκλου αγάπης, ψεμάτων και αδιαλλαξιών που γίνεται σχεδόν αναπόφευκτος.

Η Θεοδώρα Τζήμου και ο Γιώργος Χρανιώτης είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί με φοβερή χημεία μεταξύ τους, πολυτάλαντοι και ευέλικτοι. Όσοι παρακολουθήσετε αυτή την ωραία παράσταση θα τους λατρέψετε, αν δεν τους λατρεύετε ήδη.

Η Θεοδώρα Τζήμου, ακόμα κι αν προσπαθήσει, δεν μπορεί να απαλλαγεί από το ταλέντο και τη θεατρική της σαγήνη. Με την ιδιότυπη ερμηνευτική της δύναμη ζωντανεύει έξοχα τις ηρωίδες που υποδύεται. Άφθαστη σε τσαχπινιά και μπρίο, λεπτότητα και συγκίνηση, δροσιά και οίστρο. Όσο για τον Γιώργο Χρανιώτη, πειστικότατος, ανταποκρίθηκε με όλη του την υποκριτική άνεση στα παιχνιδίσματα της πνευματώδους φαντασίας των ηρώων.

Πολύ κομψά, καλοφτιαγμένα και καλαίσθητα τα κοστούμια του Πάρη Μέξη, ιδανικά λιτά τα σκηνικά του.

Θαυμάσιος σε κάθε πτυχή του ο σχεδιασμός φωτισμών της ταλαντούχας Χριστίνας Θανάσουλα.

Η κίνηση του Θανάση Ακοκκαλίδη έδωσε ζωηρότητα, δυναμική και αρμονία στην παράσταση, σχεδιάζοντας καθοριστικά την ατμόσφαιρα που απαιτούσε το έργο.

Με την πρωτότυπη μουσική της παράστασης, που υπογράφει ο Blaine Reininger (Tuxedomoon), αποκαλύπτεται και ξεχύνεται προς τα έξω όλο το εύρος των συναισθημάτων που πραγματεύεται η παράσταση.

«Reigen-Δέκα διάλογοι για το Σεξ»: Ένα άσμα αγάπης και πάθους, όπου η δυναμική των πρόσκαιρων σεξουαλικών σχέσεων καθορίζει σε καταλυτικό βαθμό τον αέναο αγώνα του ανθρώπου να παραμείνει άνθρωπος.

Να λοιπόν που η Αλίκη Δανέζη Κnutsen με την εμπνευσμένη σκηνοθετική δουλειά της μάς αποδεικνύει ότι η περιστροφική αλληλουχία αγάπης και αποπλάνησης του 19ου αιώνα στη Βιέννη παραμένει, ακόμα και στις μέρες μας, ακαταμάχητη.

 

 

 

Σημείωμα της Αλίκης Δανέζη Κnutsen

 

Το σεξ δεν έχει κάποιο βαθύτερο νόημα.

Όλοι θα θέλαμε να είχε. (Δρ. Μάρτιν Κλάιν, «The meaning of sex»)

Γραμμένο στη Βιέννη του 1900, το «Reigen» είναι ένα έργο για το σεξ, που παράλληλα, φωτίζει τις πολλαπλές πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Πολλά έργα αφορούν στο σεξ, όμως λίγα έχουν το σεξ στο επίκεντρο της πλοκής τους. Σαν ένας Άντρας και μια Γυναίκα να βρίσκονται σε ένα ερωτικό παιχνίδι ρόλων, να αποκαλύπτουν και δοκιμάζουν τις πολλαπλές τους «όψεις» σε διαφόρους συνδυασμούς μεταξύ τους, να προβληματίζονται για τις έννοιες της ζωής, της αγάπης και της ευτυχίας. Ο νάρκισσος, η γυναίκα αντικείμενο, η άπιστη σύζυγος, ο αποστασιοποιημένος διανοούμενος, η πόρνη, ο ορμητικός νεαρός και αρκετοί άλλοι χαρακτήρες, στροβιλίζονται σε ένα χορό ερωτικής επιθυμίας και στη συνέχεια, παγιδευμένοι από τις κοινωνικές και ηθικές επιταγές, ψάχνουν απεγνωσμένα να δώσουν νόημα σε αυτό που έχει συμβεί, ζητώντας όρκους αγάπης και αφοσίωσης. Εκπληκτικό στοιχειό, για ένα έργο γραμμένο στη Βιέννη στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι οι χαρακτήρες, συχνά βγαίνουν έξω από τα στερεότυπα συμπεριφοράς και προσδίδουν στο έργο τον ανατρεπτικό και συχνά κωμικό χαρακτήρα του, ενώ παράλληλα εξερευνούν, με ένα βαθιά ψυχολογικό τρόπο, την πολυπλοκότητα των σχέσεων και της ίδιας της ύπαρξής τους.

 

 

 

Ο Φρόιντ για τον Σνίτσλερ

 

Ακόμα και ο Φρόιντ παραδέχθηκε πως ο Σνίτσλερ, «καίτοι δεν διέθετε τα επιστημονικά εργαλεία, έψαυσε τα μύχια της σεξουαλικότητας». «Πώς κατορθώσατε να αντλήσετε αυτή τη μυστηριώδη γνώση για την ανθρώπινη ψυχή, που εγώ κατέκτησα μόνον έπειτα από πολύμοχθη διερεύνηση του αντικειμένου και τελικά έφτασα στο σημείο να ζηλεύω τον ποιητή, που κατά τα άλλα θαυμάζω», έγραφε ο Φρόιντ στον Σνίτσλερ. «Έχω λοιπόν σχηματίσει την εντύπωση πως εσείς, δια της διαίσθησης -στην πραγματικότητα όμως ως συνέπεια εκλεπτυσμένης αυτοαντίληψης- γνωρίζετε όλα εκείνα, όσα αποκάλυψα εγώ έπειτα από κοπιαστική εργασία σε άλλους ανθρώπους», συμπλήρωνε.

 

 

 

Στοιχεία για το «Reigen» που ίσως πρέπει να γνωρίζετε

 

  • Ο Σνίτσλερ περιγράφει μόνο τις καταστάσεις πριν και μετά τη συνουσία, η ίδια η σεξουαλική επαφή δεν εμφανίζεται, αναφέρεται μόνο στο κείμενο με παύλες.
  • Αρχικά, το “Reigen” δεν προοριζόταν για θεατρικό έργο. Ο Schnitzler κυκλοφόρησε μόνο 200 αντίτυπα το 1903 για τους συναδέλφους του συγγραφείς.
  • Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αντιπροσωπευτικά πρόσωπα όλων των τάξεων εκείνης της εποχής και ποτέ δεν αναφέρει τα ονόματά τους.
  • Παρόμοιες περιπέτειες ήταν αμέτρητες στις αρχές του αιώνα στη Βιέννη. Το έργο έχει μείνει συνδεδεμένο με το όνομα του Σνίτσλερ στη θεατρική ιστορία.
  • Το έργο φαίνεται να διατηρεί αναλλοίωτη τη γαργαλιστική επικινδυνότητά του παρότι οι κοινωνικές μάσκες έχουν φαινομενικά αλλάξει μορφή.
  • Γράφτηκε το 1897, εκδόθηκε το 1903 και στη συνέχεια απαγορεύτηκε ως προκλητικό και αιρετικό. Χρειάστηκε να περάσουν 20 χρόνια για να ανέβει για πρώτη φορά στη σκηνή.
  • Σε έργα του Άρτουρ Σνίτσλερ βασίστηκε το σενάριο σημαντικών ταινιών όπως το «Eyes Wide Shut» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, «360» του Φερνάρντο Μεϊρέγιες κ.α.

 

 

***

 

Ο Άρτουρ Σνίτσλερ (1862-1931) γεννήθηκε και πέθανε στη Βιέννη. Γιος διάσημου Εβραίου γιατρού, σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, και άσκησε το λειτούργημά του με μισή καρδιά ως το 1893, έτος θανάτου του πατέρα του, οπότε αισθάνθηκε ελεύθερος να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Είχε αρχίσει να γράφει από αρκετά νωρίς και στα είκοσι πέντε του δημοσίευσε για πρώτη φορά ποιήματα στο An der schonen blauen Donau, το λογοτεχνικό ένθετο του περιοδικού Neue Freie Presse. Έγινε γνωστός με τον Ανατόλ (1893), μια σειρά από επτά μονόπρακτα. Ακολούθησαν οι Έρωτες (1895) καθώς και το περίφημο Reiden (1900). Το 1901 τον διέγραψαν από τον κατάλογο των εφέδρων αξιωματικών εξαιτίας της νουβέλας του Leutnant Gustl (Ο ανθυπολοχαγός Γκουστλ) που θεωρήθηκε ότι έθιγε την τιμή του στρατού. O Σνίτσλερ έγραψε πολλά θεατρικά έργα, που παίζονταν συνήθως με επιτυχία στις σκηνές της Βιέννης και του Βερολίνου. Ασχολήθηκε όμως και με την πεζογραφία, γράφοντας διηγήματα και νουβέλες, που θεωρούνται ακόμα καλύτερες από το δραματικό του έργο: Ο ανθυπολοχαγός Γκουστλ (1900), Ο νόστος του Καζανόβα (1918), Η δεσποινίς Έλζε (1924), Ονειρεμένη ιστορία (1926, πάνω στη συγκεκριμένη νουβέλα βασίστηκε το σενάριο της τελευταίας ταινίας του Κιούμπρικ, Μάτια ερμητικά κλειστά του 1999), καθώς και δύο μυθιστορήματα, Ο δρόμος προς την ελευθερία (1908) και Τερέζα (1928). Πραγματευόμενος τις θεμελιώδεις αλήθειες της ζωής, ο Σνίτσλερ εξέφρασε με χαρακτηριστικό τρόπο το πνεύμα της εποχής του, της Βιέννης του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Κατέκτησε μεγάλη αναγνώριση, και μεταξύ των θαυμαστών του συγκαταλεγόταν ο Σίγκμουντ Φρόιντ, ο οποίος, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη σημασία του υποσυνείδητου στον Σνίτσλερ, αναγνώρισε ότι τα όσα είχε φέρει ο ίδιος στο φως με κοπιώδη αναλυτική εργασία, ο συγγραφέας τα είχε ανακαλύψει αυτοενδοσκοπούμενος.

Το Reigen (που σημαίνει ένα είδος κυκλικού χορού, κάτι σαν «γύρω γύρω όλοι») γράφτηκε το 1900 στη Βιέννη, αλλά δεν ανέβηκε στο θέατρο παρά 20 χρόνια αργότερα, το 1920. Το έργο στην εποχή του γνώρισε τη λογοκρισία και τη σκληρή κριτική και ο συγγραφέας του αντιμετώπισε κατηγορίες για ανηθικότητα, ενώ έγινε και αφορμή για να δεχτεί αντισημιτικές επιθέσεις (Ο Χίτλερ χαρακτήρισε το έργο σαν «εβραϊκό σκουπίδι»), με αποτέλεσμα με απόφαση του συγγραφέα να αποσυρθεί η κυκλοφορία του από τις γερμανόφωνες χώρες. Στο εξωτερικό, το έργο μεταφράστηκε, παραστάθηκε και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, σε χώρες όπως η Ρωσία, η Τσεχοσλοβακία, η Αγγλία (με τον τίτλο Hands Around) και, κυρίως, η Γαλλία (με τον τίτλο La Ronde).

 

 

 

 

 

 

Μόλις το 1982, 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Σνίτσλερ, ο γιος του κυκλοφόρησε το έργο του πατέρα του στη Γερμανία. Το έργο είναι από τα πλέον πολυπαιγμένα, σε θεατρικές σκηνές σε πολλές χώρες του κόσμου, ενώ έχει διασκευαστεί και συχνά (π.χ. μια διασκευή του στη σύγχρονη εποχή από τον Steven Dietz παιζόταν στις ΗΠΑ το Νοέμβριο του 2011). Και στη χώρα μας έχει παρασταθεί αρκετές φορές, με τον τίτλο Το γαϊτανάκι το έρωτα, π.χ. το 2004 στο θέατρο Ροές με τη Λυδία Φωτοπούλου και τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο ή το 2006 από το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, ενώ παρουσιάστηκε η βιντεοσκοπημένη εκδοχή και στο «Θέατρο της Δευτέρας» το 1989 με τους Γρηγόρη Βαλτινό, Νικήτα Τσακίρογλου, Γιώργο Κιμούλη, Πέμυ Ζούνη κ.α.

Πολλές είναι και οι κινηματογραφικές ταινίες που είτε έχουν βασιστεί είτε έχουν εμπνευστεί σε πολύ μεγάλο μέρος από το παρόν έργο: La Ronde (Max Ophüls, 1950), La Ronde (Roger Vadim, 1964), Hot Circuit (Richard Lerner, 1971), Reigen (Otto Schenk, 1973), La Ronde (Kenneth Ives, 1982), New York Nights (Simon Nuchtern, 1983), Choose Me (Alan Rudolph, 1984), La ronde de l’amour (Gérard Kikoïne, 1985), Karrusel (Claus Bjerre, 1998), Love in the Time of Money (Peter Mattei, 2002), Nine Lives (Dean Howell, 2004), Sexual Life (Ken Kwapis, 2005), Three Sixty (Peter Morgan, σε εξέλιξη). Επίσης, ο συγγραφέας του τηλεοπτικού M*A*S*H* (1972-1983), Alan Alda, έγραψε πως άντλησε έμπνευση από τη δομή του La Ronde.

 

***

 

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Reigen» 

Δέκα διάλογοι για το σεξ

Του Arthur Schnitzler

 

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Αλίκη Δανέζη Knutsen

Σκηνικά-Κοστούμια: Πάρις Μέξης

Μουσική: Blaine Reininger

Σχεδιασμός φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα

Κίνηση: Θανάσης Ακοκκαλίδης

Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Παπαναστασάτου

Κατασκευή κοστουμιών: Μαρία Σιαφάκα

Διεύθυνση παραγωγής: Αναστασία Γεωργοπούλου

Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη

Παραγωγή: Stefi Productions-Γιάννης Μ. Κώστας

*

ΠΑΙΖΟΥΝ: Θεοδώρα Τζήμου, Γιώργος Χρανιώτης

 

***

 

Promo φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

Φωτογραφίες παράστασης-trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

 

*

 

«Θησείον, ENA ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ»

Τουρναβίτου 7, Αθήνα (Ψυρρή)

Έως 12 Ιανουαρίου 2020

Τετάρτη, Πέμπτη, Σάββατο, Κυριακή 21:15 και Παρασκευή 19:00

 

***

 

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤζήμου και Χρανιώτης λύνουν το αίνιγμα του «Reigen» σε ένα καρουζέλ σεξ και μοναξιάς
Περισσότερα

«Ο γιος» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου: Η αδυναμία της αγάπης και η υποτίμηση της δυστυχίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

«Ένα από τα ωραιότερα έργα της τελευταίας δεκαετίας», χαρακτηρίστηκε ο «Γιος» του Florian Zeller από τον ευρωπαϊκό Τύπο.

Ένα έργο εφηβικής ψυχικής κατάρρευσης και γονικής αδυναμίας παρακολουθήσαμε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Ο πολυβραβευμένος Φλοριάν Ζελλέρ, γνωστός και στην Ελλάδα, ανατέμνει με μοναδική ικανότητα τις δυναμικές της σύγχρονης οικογένειας, δίνοντάς μας ένα έργο με απρόβλεπτο φινάλε, που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά των θεατών.

Η εφηβεία

Η εφηβεία είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος της ζωής στην οποία γίνονται σημαντικές αλλαγές. Η σωματική ανάπτυξη, οι κοινωνικές προσαρμογές, οι ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις, συνοδεύουν ένα παιδί για αρκετά χρόνια.
Συχνά οι έφηβοι νιώθουν καταβεβλημένοι ψυχολογικά εξαιτίας διαφόρων καταστάσεων, βιώνοντας δύσκολες στιγμές. Οι μαθητικές υποχρεώσεις, οι προσδοκίες των γονιών, οι σχέσεις με τους συνομηλίκους, πολλές φορές τους δημιουργούν περιστασιακά, ψυχική καταπόνηση.
Η σημερινή κοινωνία τους βομβαρδίζει με αντικρουόμενα και ποικιλόμορφα μηνύματα, γεγονός που δεν είναι ό,τι καλύτερο για τις αποφάσεις και τον προσανατολισμό τους. Το διαδίκτυο, οι σεξουαλικές σχέσεις, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, επιβαρύνουν τις προκλήσεις στις οποίες καλούνται να ανταποκριθούν.

 

Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Δέσποινα Κούρτη και Δημήτρης Κίτσος.

 

Η κατάθλιψη

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που οι έφηβοι αντιδρούν με το δικό τους ιδιόμορφο τρόπο κατά την ευάλωτη αυτή φάση της ζωής τους. Γι’ αυτό η διάγνωση της κατάθλιψης δεν είναι εύκολο να ανιχνευθεί ούτε από τους ίδιους αλλά και ούτε από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Συχνά νιώθουν αισθήματα λύπης και απαισιοδοξίας, απώλεια ενδιαφέροντος, πτώση της ενεργητικότητας, αισθήματα ενοχής, αναποφασιστικότητα. Συχνά εκδηλώνουν ριψοκίνδυνη συμπεριφορά. Καμιά φορά κάνουν και σκέψεις, ακόμα και απόπειρες αυτοκτονίας. Πολλοί από αυτούς χρειάζονται βοήθεια και εξειδικευμένη φροντίδα για να αποφύγουν τους κινδύνους που επιφέρει η κατάθλιψη. Φαίνεται δε να υπάρχει ισχυρή συσχέτιση του αυτοκτονικού ιδεασμού και των αυτοτραυματισμών.

Μια τριλογία

Ο Φλοριάν Ζελλέρ με τον «Γιο» ολοκληρώνει μια τριλογία που ανατέμνει την οικογένεια κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Στον «Πατέρα», το επίκεντρο ήταν η άνοια και στη «Μητέρα» το άγχος της μέσης ηλικίας. Ο συγγραφέας αυτή τη φορά στρέφει την προσοχή του στην εφηβική κατάθλιψη και το αποτέλεσμα που προκύπτει από την τεχνική του ικανότητα είναι ότι το μεγαλύτερό του συγγραφικό χάρισμα είναι να δημιουργεί συγκίνηση. Σύμφωνα με τους «Times», μάλιστα, ο Ζελλέρ είναι «ο πιο συναρπαστικός θεατρικός συγγραφέας της εποχής μας».

 

 

Η υπόθεση

Ο 17χρονος Νικολά περνάει μια δύσκολη φάση ύστερα από το χωρισμό των γονιών του. Είναι αδιάφορος, έχει παρατήσει το σχολείο, λέει ψέματα. Η μητέρα του σηκώνει τα χέρια ψηλά, κι ο Νικολά σκέφτεται πως θα ήταν καλύτερα να πάει να μείνει με τον πατέρα του, που ζει με την καινούργια του σύντροφο και το μωράκι που έχουν αποκτήσει πρόσφατα. Όμως, παρ’ όλες τις προσπάθειες του πατέρα, ανάμεικτες με τις ενοχές του, ο οποίος θέλει να βοηθήσει με κάθε τρόπο το γιο του, και παρ’ όλες τις ελπίδες που γεννάει η ολοκαίνουργια αυτή αρχή, το πείραμα δεν πετυχαίνει. Όπως πέφτει στο κενό και η προοπτική της ψυχιατρικής βοήθειας.
Ο Νικολά, μόλις πριν από δύο χρόνια ήταν ένα χαμογελαστό αγόρι, ένα παιδί με χαρίσματα και προοπτικές. Πλέον είναι αφηρημένος και απόμακρος, εσωστρεφής, δυστυχισμένος και μοναχικός. Ωστόσο γράφει, γράφει συνέχεια. Όταν δεν αισθάνεται άνετα στη νέα οικογένεια του πατέρα του, όταν αισθάνεται ότι δεν είναι επιθυμητός, ότι είναι παρείσακτος, αποφασίζει ότι η επιστροφή στη μητέρα του μπορεί να είναι η λύση. Αλλά σε κάποιο σημείο, οι επιλογές τελειώνουν. Και μετά τι;

Ένας άγνωστος

Ο άλλος, ο έφηβος, με όση φροντίδα κι αν περιβάλλεται, παραμένει ένας άγνωστος, ένα άλυτο αίνιγμα, και η αγάπη δεν μπορεί να κάνει το θαύμα της.

Η αυταπάτη των ενηλίκων είναι πως η εφηβεία είναι ευτυχισμένη, πρόκειται για μια αυταπάτη αυτών που την έχουν χάσει προ πολλού. Στο «Γιο» κάθε λέξη, κάθε έκφραση του προσώπου, κάθε χειρονομία ή δράση εκ μέρους ενός γονέα δίνει στον έφηβο ήρωα κάποιο μήνυμα σχετικά με την αυτοεκτίμησή του.

 

Η Άννα Καλαϊτζίδου.

 

Το μυστήριο ενός παιδιού

Η δράση λαμβάνει χώρα σε δύο αστικά διαμερίσματα του Παρισιού και στον προθάλαμο ενός δημόσιου νοσοκομείου. Ο Πιέρ είναι ένας επιτυχημένος δικηγόρος. Η μητέρα του Νικολά, η Άννα, μια καλλιεργημένη γυναίκα. Η νέα σύζυγος, η Σοφία, ελκυστική και γοητευτική.

Κανένας τους δεν καταφέρνει να διεισδύσει στο μυστήριο του παιδιού. Γιατί ο Νικολά δυσκολεύεται να ζήσει; Ο Ζελλέρ προσεγγίζει μια ιδιαίτερη στιγμή στη ζωή, όταν το παιδί που έχουμε φέρει στον κόσμο, αυτό που θεωρούμε προέκτασή μας και συνέχειά μας, γίνεται ξαφνικά ένας άλλος, ένα πλάσμα αυτόνομο και ακατανόητο σε μας.
Ο Πιέρ, ο πατέρας, προσπαθεί να σώσει το γιο του. Όμως, όπως θα συνέβαινε σε πολλούς από μας, δεν μπορεί να μπει στη θέση του. Οφείλει να αποδεχτεί την αδυναμία του. Προσπαθεί να σώσει το παιδί με την αγάπη. Ανακαλύπτει όμως, με τραγικό τρόπο και κάπως αργά, ότι η αγάπη από μόνη της δεν αρκεί.

Η γλώσσα του συγγραφέα είναι απλή και με αυτή την απλότητά της διατηρεί το αίνιγμα και επιτείνει την αγωνία. Η δομή επίσης είναι καθαρή και η αφήγηση απολύτως γραμμική. Πίσω από την προφανή κοινοτοπία των φράσεων, εξυφαίνονται υπόγειες σχέσεις εξουσίας και κρύβονται τραυματικά γεγονότα του παρελθόντος. Από την άλλη πλευρά το έργο διατηρεί μια περιπλοκότητα στη δραματουργική δομή που θυμίζει λαβύρινθο. Η αρχιτεκτονική της καθημερινής τετριμμένης γλώσσας γίνεται υψηλή λογοτεχνία.

 

Από δεξιά: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Δέσποινα Κούρτη, Δημήτρης Κίτσος, Γιώργος Μακρής.

 

Το “νήμα της αγάπης”

Η παράξενη συμπεριφορά του εφήβου Νικολά αναγκάζει τους αποξενωμένους γονείς του να επιστρέψουν ο ένας στη ζωή του άλλου. Είναι η βιολογική τους συνέχεια. «Σαρξ εκ της σαρκός» τους, προέκταση του σώματος και της σκέψης τους. Το θέμα για τους κανόνες της γονεϊκότητας όμως είναι ότι δεν υπάρχουν. Αυτό είναι που την καθιστά τόσο δύσκολη.
«Δεν είμαι καλά», «η ζωή μού είναι βάρος», «δεν καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει», επαναλαμβάνει ο Νικολά. Ο Πιέρ και η Άννα -που τόσο τον αγαπούν- ακούν αυτά που λέει ο γιος τους αλλά δεν μπορούν να διεισδύσουν σ’ αυτά που εννοεί.
«Είναι καμιά φορά εκείνο το νήμα, της αγάπης, που μπερδεύεται με τον (συχνά ασυνείδητο) εγωκεντρισμό και γίνεται σκληρό, έτοιμο να σπάσει στη μεγάλη πίεση», σημειώνει στο επιμελημένο πρόγραμμα η Μαρία Παπαλέξη.

Ο «Γιος» δεν είναι ένα έργο απαντήσεων αλλά ένα τοπίο καίριων ερωτήσεων. Δεν δίνει εξηγήσεις. Ακριβώς όπως κάθε σπουδαίο έργο τέχνης. Σε ολόκληρο το έργο κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν αναγνωρίζει το πρόβλημα από το οποίο υποφέρει ο έφηβος γιος. Εκτός από το γιατρό που κάνει τη διάγνωση.

Τραγικό πρόσωπο

Συνήθως υποτιμάμε τη δυστυχία. Αγνοούμε την ψυχική νόσο. Ντρεπόμαστε γι’ αυτήν. Στο συγκεκριμένο έργο ο πατέρας είναι ένα τραγικό πρόσωπο. Θεωρεί ότι η κατάσταση του γιου του οφείλεται κατ’ ανάγκη στον ίδιο και στο γεγονός ότι ερωτεύτηκε μια άλλη γυναίκα και χώρισε τη μητέρα του παιδιού του. Είναι ενοχικός και διαβλέπει μια πιθανότητα να επανορθώσει παίρνοντας τον Νικολά στους κόλπους της νέας του οικογένειας. Στην προσπάθειά του να γίνει ο ιδανικός πατέρας κάνει λάθη και παίρνει αποφάσεις που αποβαίνουν ολέθριες. Από την άλλη, η νόσος και ο πόνος σπρώχνουν τον Νικολά στη χειριστικότητα.
Εξαιτίας της ενοχής του, ο Πιερ γίνεται τελικά ο πραγματικός ένοχος. Είναι ένα πρόσωπο, που ενώ αγωνίζεται ενάντια στο πεπρωμένο του, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να το εκπληρώσει.

 

 

Με κομμένη την ανάσα

Αυτό που είδαμε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ήταν ένα καταπληκτικό, δυνατό και ευαίσθητο δράμα.
Οι ρεαλιστικές σκηνές, η κλιμάκωση της δράσης, οι ανατροπές, οι ραγδαίες εξελίξεις, οι παύσεις, οι σιωπές, οι είσοδοι και η έξοδοι των ηθοποιών, η αβάσταχτη -κάποιες στιγμές- βιαιότητα κρατούν το κοινό με κομμένη την ανάσα.

Η διαζευγμένη Άννα αδυνατεί να αντιμετωπίσει την ίδια τη ζωή, πόσω μάλλον να διαθέσει χρόνο και ενέργεια για τον γιο της. Υπάρχει μια σκηνή που σφίγγει την καρδιά όταν, προς το τέλος του έργου, κάθεται στον καναπέ με την «πρώην» της, και τότε αντιλαμβάνεσαι ότι μέσα της αναθερμαίνεται μια σπίθα ελπίδας, ότι υπάρχει πιθανότητα να ζήσουν ξανά όλοι μαζί.

Το πέμπτο πρόσωπο του έργου, ο γιατρός / ψυχίατρος, προσπαθεί ψύχραιμα και με απλό τρόπο να πείσει τους γονείς ότι ο Νικολά χρειάζεται εξειδικευμένη βοήθεια. Αποβαίνει μάταιο.

Η νέα σύντροφος, με τη σειρά της, προσπαθεί να υπενθυμίσει στον Πιέρ ότι έχει τώρα μια νέα οικογένεια και πρέπει να προχωρήσει. Σκέπτεται πρωτίστως το δικό της παιδί και την οικογένεια που επιθυμεί να δημιουργήσει.

Η ελπίδα αντικαθίσταται γρήγορα από την απογοήτευση. Πώς μπορεί κάποιος να βοηθήσει ένα παιδί όταν αυτό δεν θέλει να βοηθηθεί, όταν δεν έχει ενέργεια και όρεξη για ζωή; Ο συγγραφέας δίνει ένα έργο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου αριστουργήματος.
Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το σύνολο παρουσιάζει μια τέτοια φυσικότητα που το κοινό προσεγγίζει άμεσα τα προβλήματα αυτών των χαρακτήρων: όλα μοιάζουν πάρα πολύ σαν την «πραγματική ζωή».

Άβολες αλήθειες

Μπροστά στα μάτια εκτυλίσσεται μια άβολη αλήθεια. Δύο «εγώ» συγκρούονται. Αυτό του “καλού πατέρα” που επιδιώκει ο Πιέρ, έχοντας ο ίδιος υποφέρει από τις εμμονές του δικού του πατέρα κι από την άλλη του γιου που καταλαβαίνει -ενστικτωδώς, ασυνείδητα;- με ποιο τρόπο θα ασκήσει εξουσία πάνω στον πατέρα του, την οποία και θα καταχραστεί, δημιουργώντας του ενοχές. Κατηγορώντας τον ότι εγκατέλειψε αυτόν και τη μητέρα του, τον κάνει υπεύθυνο για τις ψυχικές του διαταραχές και την κατάθλιψή του. Κρατάει μια στάση θύματος από την οποία δεν μπορεί να απαλλαγεί. Ανάμεσα στον πόνο και την αυτοκαταστροφή και ο ίδιος, αδυνατεί να επαναστατήσει ανοιχτά εναντίον του πατέρα του. Το πράττει με την αδράνεια, με τις ενοχλητικές σιωπές του και κυρίως με τις υποσχέσεις που δεν τηρεί. Απόλυτα αβοήθητος από τους ανήμπορους κι ανύποπτους γονείς του, αυτός ο γιος θα υπαγορεύσει την τραγική μοίρα όλων τους.

 

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και η Άννα Καλαϊτζίδου.

 

Σκηνές

Φεύγοντας από το θέατρο, συνειδητοποίησα πόσο το έργο έχει λειτουργήσει. Με έκανε να νιώσω. Βγαίνοντας από την παράσταση έχεις την ακατανίκητη επιθυμία να δώσεις μια υπόσχεση στον εαυτό σου: να προσπαθήσεις να γίνεις καλύτερος, να προσπαθήσεις να κατανοείς, να βλέπεις τα σημάδια αυτού που έρχεται και μπορεί να σε συντρίψει.
Στην παράσταση υπάρχουν σκηνές πραγματικής αγάπης και στοργής, στιγμές ανάλαφρες, υπάρχουν αλληλεπιδράσεις και τρυφερό χιούμορ, καθώς και παιδικότητα.
Μια ιδιαίτερα όμορφη και συγκινητική σκηνή, που ωστόσο χαρίζει αυθόρμητο γέλιο είναι όταν ο Πιερ, η Σοφία και ο Νικολά χορεύουν. Μια από τις ζεστές και συμπαθητικά αστείες στιγμές που έχω δει τα τελευταία χρόνια στο θέατρο.
Καθώς και σκηνές απίστευτα συγκινητικές, όταν ο Νικολά φέρνει το κόσμημα που η Σοφία είχε χάσει, ενώ εκείνη προηγουμένως είχε απορρίψει την προσφορά του να κρατήσει το μωρό για να μη ματαιώσει το ζευγάρι τη βραδινή του έξοδο. Την ίδιο ώρα, αθέατος για το ζευγάρι, στο σκοτάδι της σκηνής, ακούει τη σκληρή της άποψη γι’ αυτόν. Όπως και η στιγμή, γεμάτη θλίψη και σαν βγαλμένη από θρίλερ, που η Άννα λέει από το γιο της: «Μην το λες αυτό στη μάνα σου», αγνοώντας το πλήγμα που του επιφέρει.

Η παράσταση

Στην άψογη παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου στήνεται ένα τεταμένο ψυχολογικό θρίλερ τόσο έντονο όσο και δυνατό. Η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου υπογραμμίζει το συναισθηματικό χάος του Νικολά με τη δράση να κινείται ταχύτατα από τη μια σκηνή στην άλλη.
Η ατμόσφαιρα της παράστασης έχει ονειρικό βάθος και δύναμη. Ο σκηνοθέτης μάς οδηγεί σταδιακά και επιδέξια στη σκοτεινή πλευρά της οικογένειας, την οποία βλέπουμε να αναδύεται μέσα από την πλοκή. Ένας πρώτος κατεστραμμένος γάμος και η αδυναμία ενός πατέρα να οικοδομήσει μια δεύτερη ζωή.
Σχεδόν υπνωτισμένοι παρακολουθήσαμε επί σκηνής τη νηφάλια και ευαίσθητη πορεία αυτού του καταπληκτικού κειμένου.
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έστησε πράγματι μια καθηλωτική παράσταση, που αναδεύει τις βαθιά ριζωμένες σκέψεις που δεν θέλουμε να αναγνωρίσουμε σε εμάς και σε άλλους. Μια παράσταση που μας ταρακούνησε.

 

 

Οι συντελεστές

Ο Δημήτρης Κίτσος ως Νικολά μας μετέφερε με σαφήνεια την αδυναμία της κατάθλιψης, την αδυναμία του χαρακτήρα να συνδεθεί με τον περιβάλλοντα κόσμο. Η ερμηνεία του είχε γλυκύτητα και χάρη, καθώς απεικόνιζε ένα βαθύ και αμετακίνητο πόνο. Το πρόσωπό του υποδήλωνε την απόλυτη απόσυρση από τον κόσμο, την απόσυρση στην ανεξήγητη κόλασή του. Έπαιζε με τους ψιθύρους, τις κραυγές, τις σιωπές, τα θανάσιμα κενά. Εκπληκτικός!

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος συλλαμβάνει άψογα το μείγμα ενοχής και ανησυχίας του Πιέρ. Η ερμηνεία του είναι πολύ πειστική και εξαιρετικά διεισδυτική. Ένας ηθοποιός που χαίρει εκτιμήσεως γιατί ψάχνει και δουλεύει. Πάντα έχει θεατρικό ενδιαφέρον να παρακολουθείς τις ερμηνείες του.

Η Δέσποινα Κούρτη, μια ηθοποιών λεπτών αποχρώσεων, φώτισε έξοχα τον βαθύτατα εντυπωσιακό ρόλο της Μητέρας με εσωτερική δραματικότητα, λαμπερή ευαισθησία και δημιουργική ωριμότητα. Συνταρακτικές και εύγλωττες οι στιγμές των συναισθηματικών της εκρήξεων.

Η Άννα Καλαϊτζίδου δεν άφησε πτυχή του ρόλου της Άννας που να μη ρίξει φως με την ερμηνεία της, όσο και με την κίνηση, την εκφραστικότητα και τη σιωπή της. Μαγικής λογικής μέσα στην ανυποχώρητη θέλησή της για τη διατήρηση της οικογενειακής ισορροπίας.

Πολύ σωστός ο Γιώργος Μακρής στον κομβικό ρόλο του γιατρού.

Η παράσταση ντύθηκε έξυπνα με τα λειτουργικά σκηνικά της Ευαγγελίας Θεριανού και τα ωραιότατα, σύγχρονης κομψότητας κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα. Φωτίστηκε δε αριστοτεχνικά από τον έμπειρο Σάκη Μπιρμπίλη.

Ιδιαίτερη, ουσιώδης, καίρια, αριστοτεχνική και υψηλών συναισθηματικών εντάσεων η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου.

Η μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου αρμονική, δουλεμένη στην εντέλεια, έφτανε χωρίς εμπόδια στην ακοή του κοινού.

Δεν θα ήθελα να προδώσω άλλα από τα συναρπαστικά μυστικά της παράστασης, ωστόσο θα σας προτρέψω να την παρακολουθήσετε. Το σίγουρο είναι πως θα τη θυμάστε για καιρό.

***

 

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος με τον Δημήτρη Κίτσο.

 

Ο Florian Zeller (28 Ιουνίου 1979, Παρίσι) είναι Γάλλος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας.

Το έργο του έχει μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των Αγγλικών. Κέρδισε το διάσημο Prix Interallié το 2004 για το μυθιστόρημά του «Η γοητεία του κακού» («La γοητεία du Pire”).

Ακολούθησαν τα βιβλία “Les amants de n’importe quoi” και “La fascination du pire”. Έχει γράψει, επίσης, έργα για το θέατρο, και έχει τιμηθεί με το γαλλικό βραβείο Interallie 2004.

 

 

Συντελεστές της παράστασης

Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικό: Ευαγγελία Θεριανού
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Γεωργουδάκη

Παίζουν οι ηθοποιοί
Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Δέσποινα Κούρτη, Άννα Καλαϊτζίδου, Δημήτρης Κίτσος, Γιώργος Μακρής

 

 

Πληροφορίες

ΧΩΡΟΣ

Θέατρο του Νέου Κόσμου
Κεντρική Σκηνή

Αντισθένους και Θαρύπου, Αθήνα 117 43

Τηλέφωνο: 21 0921 2900
Από 5.12.2019 μέχρι 12.04.2020

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: 90 λεπτά

ΜΕΡΕΣ / ΩΡΕΣ
Τετάρτη 21:15
Πέμπτη 21:15
Σάββατο 21:15
Κυριακή 18:30

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τετάρτη-Πέμπτη
Κανονικό 18€
Μειωμένο 15€
Ανέργων 12€
Σάββατο-Κυριακή
Κανονικό 20€
Μειωμένο 17€

***

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Ο γιος» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου: Η αδυναμία της αγάπης και η υποτίμηση της δυστυχίας
Περισσότερα

Το εκπληκτικό θεατρικό «Tape» σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά και η αναξιόπιστη μνήμη μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Η μνήμη μας δεν είναι καθόλου αξιόπιστη. Επηρεάζεται περισσότερο απ’ το συναίσθημα, τις προκαταλήψεις, τα στερεότυπα, από τα «θέλω» και τα «πιστεύω» μας. Από τον εγωισμό μας, τις απογοητεύσεις, τις απορρίψεις που έχουμε δεχτεί και τις επιδιώξεις μας. Η αλήθεια, εκτός από ρευστή σε ατομικά συμφέροντα και κίνητρα, είναι και σχετική και υποκειμενική. Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Μάρκες, «αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τι σου συμβαίνει, αλλά τι θυμάσαι και πώς το θυμάσαι».
Το πλάσιμο μιας ιστορίας είναι ένα προνόμιο που χρησιμοποιεί ο καθένας για την εξυπηρέτηση των σκοπών του και κάποιες φορές είναι η επιθυμία εκείνη που δημιουργεί αναμνήσεις, συχνά ψευδείς.

Ένα συμβάν

Ποιος είναι ο τρόπος που προσεγγίζει κανείς την αλήθεια; Τι σημαίνει για τον καθένα το να τη διατυπώσει, να την προβάλλει σαν υπόσταση στον συνομιλητή του;
Η παράσταση «Tape» πραγματεύεται την προσέγγιση τριών ανθρώπων για το ίδιο περιστατικό. Τρεις άνθρωποι έχουν τη δική τους άποψη για το πώς εξελίχθηκε και κατέληξε ένα συμβάν.
Παρακολουθήσαμε το έργο του Αμερικανού συγγραφέα Stephen Belber, «Tape», σε δραματουργική επεξεργασία-σκηνοθεσία του Θοδωρή Βουρνά και μετάφραση της Εμμανουέλας Αλεξίου στο Θέατρο 104, με πρωταγωνιστές τους Κώστα Κάππα, Δημήτρη Λιακόπουλο, Εμμανουέλα Αλεξίου και σε παραγωγή της ANDRODELY p.c.

 

 

Η υπόθεση

Στο μικρό δωμάτιο ενός μάλλον άθλιου μοτέλ στο Μίσιγκαν δύο παλιοί φίλοι και συμμαθητές, ο Βίνσεντ και ο Τζον, συναντιούνται με αφορμή την προβολή της ταινίας του Τζον σε ένα σημαντικό τοπικό κινηματογραφικό φεστιβάλ.
Μέσα από μία σύντομη ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας τους, αρχίζουν να αναμοχλεύουν το παρελθόν. Όταν όμως ο Βίνσεντ κατηγορεί τον Τζον για βιασμό της πρώην κοπέλας του ίδιου, Έιμι, πιέζοντάς τον με κάθε τρόπο να το παραδεχτεί, το αμφιλεγόμενο περιστατικό θα πάρει διαστάσεις προσωπικής κόντρας.
H Έιμι, προσκεκλημένη από τον Βίνσεντ, θα μπει αναπάντεχα στο δωμάτιο για να δώσει τη δική της, διαφορετική εκδοχή…
Πώς αντιλαμβάνεται και πώς αναπαράγει ο κάθε χαρακτήρας ένα περιστατικό που ανήκει στο παρελθόν και με ποιον τρόπο ο χρόνος διαστρεβλώνει τις θέσεις τους;

Το «φαινόμενο Ρασομόν»

Μια παράσταση διασκεδαστική και αληθινή, που εξετάζει τα διλήμματα και τις ενοχές. Παρακολουθούμε επί σκηνής μια συζήτηση που θα μπορούσε να είναι αληθινή με πραγματικούς χαρακτήρες για υπαρκτές καταστάσεις.
Η ιδέα πίσω από το «Tape», δηλαδή οι τρεις διαφορετικές απόψεις του ίδιου γεγονότος, μας θύμισε το «φαινόμενο Ρασομόν», που έγινε γνωστό αρχικά από το διήγημα του Ρυουνόσουκε Ακουτάγκαβα και κατόπιν ευρέως από το θρίλερ «Ρασομόν» («Rashōmon», 1950), το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ιάπωνα σκηνοθέτη Ακίρα Κουροσάβα. Η ταινία μάλιστα έφερε στη ζωή μας έναν καινούργιο λεξιλογικό όρο. Το “Rashomon effect”, όπως καθιερώθηκε, είναι το φαινόμενο κατά το οποίο διαφορετικοί άνθρωποι δίνουν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για το τι συνέβη σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιβεβαιωθεί η αληθινή εκδοχή.

Το θέατρο ενωμένο με τη ζωή

Ο Θοδωρής Βουρνάς είναι ένας νέος σκηνοθέτης αλλά από τους σημαντικούς σκαπανείς του ελληνικού θεάτρου (και του κινηματογράφου). Οι παραστάσεις του κρατούν ενωμένο το θέατρο με τη ζωή. Σε κάνουν να αντιμετωπίζεις σοβαρά το θέατρο, κάτι που ασφυκτικά στερούμεθα ως θεατές παρά την πληθώρα των παραστάσεων στις αθηναϊκές σκηνές, σε καιρούς μάλιστα που η εμπορευματοποίηση και η ειδωλοποίηση κρατούν τα σκήπτρα.
Το «Tape», η τελευταία του παράσταση, έρχεται και μας παροτρύνει να αφήσουμε τα σπίτια μας, έστω και μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα και να αναζητήσουμε τις ιδιαίτερες χαρές του θεάτρου. Το «Tape» δεν είναι βαρύγδουπο, είναι ζωντανό, απλό, ορμητικό και ψυχαγωγικό, έχει τη σωστή διάρκεια και ανατέμνει μια βίαιη πράξη, αφήνοντας την ετυμηγορία –κατά κύριο λόγο- στον θεατή. Μπορεί να εκληφθεί και ως πείραμα.

Η προϊστορία του έργου

Το έργο «Tape» (1999) του Stephen Belber ανέβηκε για πρώτη φορά στο Actors Theatre του Louisville, στο πλαίσιο του “Humana Festival of New American Plays”, ενώ το 2001 η ταινία του Richard Linklater, σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα, ξεχώρισε με πρωταγωνιστές τους Ίθαν Χοκ, Ούμα Θέρμαν και Ρόμπερτ Σον Λέοναρντ.
Αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές, η ταινία ακολούθησε μια επιτυχημένη φεστιβαλική πορεία, ενώ η Ούμα Θέρμαν προτάθηκε ως υποψήφια καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στα “FilmIndependent Spirit Awards” (2002).

Οι δύο φίλοι

Ο Belber έγραψε το έργο με αφορμή την παρόμοια ιστορία δύο δικών του φίλων και την επέκτεινε θέτοντας τις βάσεις για πολλούς προβληματισμούς, όπως την ανταγωνιστικότητα μιας μακρόχρονης φιλίας, τη ζήλια, τις ενοχές για τις παλιές «αμαρτίες», τον ορισμό του βιασμού, τη διαφορετική οπτική που δίνει ο χρόνος σε ένα γεγονός, τις σχέσεις του παρελθόντος, τη φύση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής.
Μπορεί ο ένας από τους δύο ήρωες να είχε δεσμό με το όμορφο κορίτσι του γυμνασίου, ο άλλος όμως έκανε έρωτα μαζί της. Ποιος έχει δίκιο; Ποιος είναι λάθος; Τι συνέβη πραγματικά εκείνη τη μοιραία νύχτα;
Το γεγονός ότι δεν έχω δει την ταινία μού επέτρεψε να παρακολουθήσω εντελώς ανεπηρέαστη την παράσταση και ανύποπτη για ό,τι θα επακολουθήσει. Φίλοι μου θεατές που την είχαν δει, δήλωσαν ότι οι ηθοποιοί και η συγκεκριμένη παράσταση αποτελούν μια πολύ διαφορετική εμπειρία, εξίσου ενδιαφέρουσα.
Η Έιμι είναι ο κεντρικός χαρακτήρας στο έργο, παρόλο που εμφανίζεται λιγότερο από τους δύο ήρωες. Ο ένας από τους φίλους είναι ο ηττημένος της ζωής, μόνος και μυθομανής, αναξιόπιστος, βαποράκι ναρκωτικών, εθισμένος στο αλκοόλ και στις ουσίες, απασχολείται περιστασιακά ως εθελοντής πυροσβέστης. Ο άλλος είναι ανερχόμενος δημιουργός ταινιών, ευκατάστατος, ικανοποιημένος, καλοντυμένος, ταλαντούχος, υπεύθυνος και ώριμος, μένει σε πεντάστερο ξενοδοχείο, έχει αυτοπεποίθηση και άποψη. Οι δυο τους αντιμετωπίζουν και ιεραρχούν τις καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο. Αποτιμούν τα οφέλη και το ρίσκο αλλιώς. Ξεχωρίζουν το κόστος από το κέρδος με άλλα κριτήρια.

Το παρελθόν

Μπορεί το «Tape» να είναι ένα έργο που αφορά τις μνήμες, ξεπερνά όμως τα κλισέ της αναδρομής στο παρελθόν και των αναμνήσεων. Στην ουσία πρόκειται για ένα έργο συγκρούσεων και χαρακτήρων, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και ψυχογράφημα, καθώς επικεντρώνεται στην ψυχολογική ανάλυση των ηρώων, στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους, στην προσωπικότητα και στα συναισθήματά τους, στα αίτια της συμπεριφοράς τους.
Στα χέρια του Θοδωρή Βουρνά έγινε μια παράσταση γεμάτη ενέργεια, ειλικρινής, δυνατή, έντονη, αστεία, προκλητική, συναρπαστική, αγωνιώδης και εκλεπτυσμένη που εξετάζει τα κίνητρα των ανθρώπινων πράξεων και τη διαφορετική αντίληψη για την αλήθεια. Μια παράσταση με στυλ και ροή που πολύ σύντομα, μετά το πρώτο χειμαρρώδες ξάφνιασμα που σε ταρακουνά, σε βυθίζει στους παράξενους διαλόγους της και τους εκρηκτικούς χαρακτήρες της.
Η ιδέα πίσω από την παράσταση είναι ιδιαίτερα έξυπνη. Οι χαρακτήρες τη μια στιγμή είναι απόλυτα αξιαγάπητοι και την επόμενη γίνονται δηλητηριώδεις. Τη μια στιγμή είναι δυναμικοί, σκληροί και ακατανίκητοι και την άλλη γίνονται ευάλωτοι, παιδαριώδεις και σπασμωδικοί.

 

 

Η παράσταση

Η αλήθεια δεν είναι καθαρή, δεν βλέπουμε παρά μόνον απόψεις αυτής. Ο συγγραφέας εξωθεί τους ήρωες στα άκρα. Είναι ο μόνος τρόπος για να έρθουν αντιμέτωποι με τους φόβους τους.
Παίζεται στο θέατρο «104» που είναι ένας από τους κομψούς και καλά εξοπλισμένους μικρούς θεατρικούς χώρους στην Αθήνα.
Αυτό που προσέξαμε ιδιαίτερα στη σκηνοθεσία του Θοδωρή Βουρνά είναι η φυσικότητα και η αλληλεπίδραση με τον χώρο. Χωρίς καμία επιτήδευση, καθώς αυτό θα ήταν περιττό, η πλοκή προχωρά με επίγνωση, συναίσθηση και καθαρότητα. Οι χαρακτήρες αποδίδονται αδρά, με ίσες δόσεις σαφήνειας και ασάφειας, δήλωσης και απόκρυψης.
Πώς θα αισθανόσασταν άραγε αν, αφού μοιραστήκατε τα συναισθήματά σας με έναν φίλο για μια παλιά εμπειρία, για την οποία δεν είστε ιδιαίτερα υπερήφανοι, αυτός ο φίλος, παρακάμπτοντας την εμπιστοσύνη που του δείξατε, μαγνητοφωνούσε την εξομολόγησή σας. Προδομένος, θυμωμένος, φοβισμένος, μπερδεμένος;
Οι τρεις ηθοποιοί προσηλωμένοι στο έργο, ουσιαστικοποίησαν τα στοιχεία των χαρακτήρων, αλληλοσυμπληρώθηκαν και εντυπωσίασαν.

Οι συντελεστές

Εξαιρετικότατος ο πεπειραμένος Κώστας Κάππας στο ρόλο του Βίνσεντ, που τον αποδίδει στο σωστό τόνο και με ιδιαίτερη ομολογουμένως ζωντάνια. Το παίξιμό του είχε πρωτοτυπία και θεαματικότητα.

Ο Δημήτρης Λιακόπουλος δίνει επίσης μια ζηλευτή ερμηνεία, συγκρατημένη και εσωτερική, ζωντανεύοντας τα χαρακτηριστικά του Τζον.

Η Εμμανουέλα Αλεξίου -το πολυπόθητο κορίτσι του γυμνασίου και η δυναμική βοηθός εισαγγελέα- έδωσε το «παρών» ολοκληρωτικά και ήταν πραγματικά υπέροχη με στιγμές εκπληκτικής εκφραστικότητας.
Αυτό που δεν γνώριζα είναι ότι η κα Αλεξίου είναι τόσο καλή μεταφράστρια. Μόνον έπαινοι αξίζουν στη μεταφραστική εργασία της.

Ταιριαστά στην ατμόσφαιρα του έργου τα αφαιρετικά και ρεαλιστικά σκηνικά του Davidcv Negrin, μικρές ενστάσεις έχω μόνο για τα κοστούμια.

Στο «Tape», έργο προβληματισμού αλλά και σαρκασμού, τα κωμικά στοιχεία υπερτερούν και είναι αυτά που προσδίδουν ξεχωριστή γοητεία και έλξη στην παράσταση που, εν γένει, έχει μια ευχάριστη πρόσληψη στους θεατές.

Ασφαλώς σε αυτό συνέβαλαν και η Λυδία Τριγώνη ως βοηθός σκηνοθέτη αλλά και ο άψογος σχεδιασμός των φωτισμών από το σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά.

Μια ακόμη παράσταση του Θοδωρή Βουρνά που δίνει μια σπουδαία σκιαγράφηση πολύπλοκων χαρακτήρων.
Εν κατακλείδι, μιλάμε για μια θεατρική δουλειά που είναι πολύ συγκεκριμένη σε αυτά που θέλει να δώσει στον θεατή δίχως σε καμία περίπτωση να θέλει να τον παραπλανήσει και πραγματικά δικαιώνει τις προσδοκίες. Μια εμπειρία την οποία θα θυμόμαστε.

Σημείωμα σκηνοθέτη

Ο χρόνος πάντα αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Οι ήρωες του έργου έρχονται να αντιμετωπίσουν ένα περιστατικό από το παρελθόν τους σε συνάρτηση με το χρόνο που έχει περάσει και πόσο έχει αλλάξει ο καθένας τους. Η αλήθεια είναι πάντα υποκειμενική και περνάει μέσα από την φιλία τους, τον ανταγωνισμό τους, την αίσθηση του κοινού χιούμορ και τη δύναμη της επιλογής να είσαι ή να μην είσαι θύμα. Σε όλους μας υπάρχει κάτι που δεν το αντιμετωπίσαμε στο χρόνο του και για τον έναν έγινε μεγάλο και για τον άλλο μικρό. Εδώ είναι το διακύβευμα της θέσης του Τζον και του Βίνσεντ απέναντι στην Έιμι. / Θοδωρής Βουρνάς

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Εμμανουέλα Αλεξίου
Σκηνοθεσία-Δραματουργική επιμέλεια: Θοδωρής Βουρνάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Λυδία Τριγώνη
Σκηνικά – Κοστούμια: Davidcv Negrin
Σχεδιασμός φωτισμών: Θοδωρής Βουρνάς
Φωτογραφίες / Artwork: Γιώργος Γιαννίμπας
Φωτογραφίες παράστασης: Jason Konteos
Επικοινωνία: BrainCo
Παραγωγή: ANDRODELY p.c.
Παραγωγός: Ανδροκλής Δεληολάνης
Πρωταγωνιστούν:
Κώστας Κάππας, Δημήτρης Λιακόπουλος, Εμμανουέλα Αλεξίου

Πληροφορίες

Πρεμιέρα: 23 Νοεμβρίου 2019
Τελευταία παράσταση: 9 Φεβρουαρίου 2020
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Σάββατο και Κυριακή στις 21.15
Διάρκεια: 80 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Τιμές εισιτηρίων:
Κανονικό: 14 ευρώ
Μειωμένο: Φοιτητικό 10 ευρώ, Συνταξιούχων 12 ευρώ, Ατέλεια 5 ευρώ
Προπώληση εισιτηρίων: ΚΛΙΚ ΕΔΩ
ΘΕΑΤΡΟ 104
Ευμολπιδών 41, Γκάζι
Τηλ.: 2103455020

  • Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο εκπληκτικό θεατρικό «Tape» σε σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά και η αναξιόπιστη μνήμη μας
Περισσότερα

“Οι Λαντζέρηδες”: Κρατώντας σημειώσεις για μια κωμωδία που έξοχα παρωδεί την ανθρώπινη τραγωδία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Αν θέλετε να δείτε ένα εντελώς διαφορετικό και παράδοξο κομμάτι νέας γραφής, τότε κατευθυνθείτε στο Σύγχρονο Θέατρο. Εκεί όπου η υπαρξιακή μαύρη κωμωδία “Οι Λαντζέρηδες” (The Dishwashers, 2005) του πολυβραβευμένου Καναδού συγγραφέα Morris Panych, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με την καλλιτεχνική υπογραφή της Ομάδας Νάμα (Ελένη Σκότη – Γιώργος Χατζηνικολάου).
“Οι Λαντζέρηδες”, αφού έκαναν πρεμιέρα στο Arts Club Theatre, στο Βανκούβερ του Καναδά, το 2005 και παρουσιάστηκαν στη Νέα Υόρκη Off-Broadway το 2009, αποσπώντας θετικότατες κριτικές και τη συγκίνηση του κοινού, ήρθαν και στην Ελλάδα.

 

 

Θέατρο ρεαλισμού

Ο Morris Panych αντιστρέφοντας τις έννοιες «θέατρο του παραλόγου» και «πραγματικότητα» διεισδύει στο παράλογο της πραγματικότητας με ένα ιδιοφυές θέατρο ρεαλισμού. Η καυστική και αλληγορική αυτή μαύρη κωμωδία του επισημαίνει εύστοχα το μάταιο καθημερινό τρέξιμο του καθενός μας για να ικανοποιηθούν φιλοδοξίες και όνειρα που μας έχουν υποβληθεί μέσα από παράλογα στερεότυπα, main stream αντιλήψεις και ανόητες ιδέες και οδηγίες για τον τρόπο ζωής μας. Μια ιστορία που αποκαλύπτει σαρκαστικά τη ματαιοδοξία στο μεταμοντέρνο αξιακό σύστημα. Μια ιστορία, -σκληρή και λυπητερή όπως και η ζωή- για το παράλογο τής κοινωνικής δομής, τον μύθο της αταξικής κοινωνίας, τον σιωπηλό “πόλεμο των τάξεων”, τις αξίες, το καθήκον και τα θέλω.

Ένας παρανοϊκός κωμικός μύθος, που αφορά τους ηττημένους της ζωής σε ένα σκληρό κόσμο νικητών. Ένα άγγιγμα Beckett που συναντά την απόγνωση της οικονομικής κρίσης. Οι εύστοχες ερμηνείες, η καλλιτεχνικότητα της γραφής, η ζωτικότητα του έργου κρατούν απορροφημένο το κοινό και το ξαφνιάζουν.

Με τους τέσσερις χαρακτήρες τους οποίους ο Morris Panych τοποθετεί στη σκηνή, η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη δημιουργεί την εικόνα ολόκληρης της κοινωνίας που βρίσκεται έξω από το υγρό υπόγειο εστιατόριο όπου διαδραματίζεται το έργο.

Αυτό που πρέπει εξαρχής να αναφερθεί είναι το απίστευτο σκηνικό. Στεγνό, ουδέτερο, ψυχρό. Πριν ξεκινήσει η παράσταση, μεταφέρθηκα κυριολεκτικά. Ο Γιώργος Χατζηνικολάου έκανε σπουδαία δουλειά για να δημιουργήσει έναν αξιόπιστο χώρο που πραγματικά συλλαμβάνει την κλειστοφοβική πραγματικότητα και την απουσία εξόδου, την οποία ο Morris Panych προσπαθεί να μεταδώσει.

Θεωρώ ότι «Οι Λαντζέρηδες» είναι ένα καλογραμμένο έργο και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση της ανθρώπινης ευτυχίας και προσδοκίας. Το θέμα του όχι μόνο επίκαιρο αλλά και επιτακτικό.

Η υπόθεση

Στο υπόγειο ενός πολυτελούς εστιατορίου, οι λαντζέρηδες εργάζονται συντονισμένα ανάμεσα σε ατελείωτες στοίβες πιάτων, αθέατοι από τον πάνω κόσμο, που τους στέλνει αδιάκοπα τ’ άπλυτά του.
Ο Dressler ο αυστηρός προϊστάμενος, για τον οποίο το πλύσιμο των πιάτων είναι τέχνη, καθήκον, αξιοπρέπεια, o νεοφερμένος Emmett, που μαθαίνει τη δουλειά και δε βλέπει την ώρα να ξεφύγει, ο Moss, ο ταλαίπωρος ηλικιωμένος που εργάζεται εκεί κάτω εδώ και δεκαετίες και τέλος ο Μπάροουζ, που θα έρθει όταν το προσωπικό ανανεωθεί.
Σε διαφορετική φάση της ζωής τους ο καθένας και με ετερόκλητες αντιλήψεις και επιθυμίες βρίσκονται εκεί, στα έγκατα της γης, παγιδευμένοι σαν ήρωες του Μπέκετ σε μια ατέρμονη επαναληπτικότητα, σχεδόν σ’ ένα κενό χρόνου, και αντιδικούν για το νόημα της δουλειάς τους, για το νόημα της ίδιας της ζωής. Υπάρχει, ωστόσο, νόημα;

Στο σύμπαν του Μπέκετ

Με τους «Λαντζέρηδες» συναντάμε ξανά το περίεργο, ανησυχητικό σύμπαν που φανταζόμαστε όταν παρακολουθούμε τα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ και ειδικά το «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Ο Morris Panych δημιουργεί το δικό του μικρόκοσμο στους τέσσερις τοίχους της λάντζας κάτω από το εστιατόριο, όπου τρεις αφανείς εργάτες παγιδεύουν τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες τους.

«Οι Λαντζέρηδες» στην ουσία είναι ένα έργο τραγικό. Επιφανειακά είναι γεμάτο χιούμορ, σε κάνει να γελάς και να χορταίνεις το γέλιο, βασικά όμως σε προκαλεί να σκεφτείς με την ανησυχητική, δυσοίωνη, εφιαλτική του αχλή. Ο Panych είναι κληρονόμος και απόγονος του Μπέκετ.
Γκροτέσκοι χαρακτήρες, κομμάτια ανθρώπινων μελών, αναμνήσεις του χτες που δεν απέχει από το τώρα και το μέλλον. Η αλήθεια τους ορθολογική όσο και παράλογη. Η δουλειά τους απαραίτητη και ουσιαστική, όσο μικρή και ανούσια.

Οι χαρακτήρες

Ο Έμετ περνά δύσκολους καιρούς και αναγκάζεται να εργαστεί ως λαντζέρης. Αλλά είναι μόνο προσωρινή αυτή η δουλειά μέχρι να μπορέσει να βαδίσει προς τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα. Αυτά που του αξίζουν… Ή να επιστρέψει πάλι στο πλύσιμο πιάτων.
Ο Ντρέσλερ είναι βετεράνος λαντζέρης και πολύ ικανοποιημένος με τη δουλειά του. Τη θεωρεί τέχνη, μια ωραία τέχνη, ακόμη και μια επιστήμη. Δεν δέχεται μόνο τη χαμηλή του θέση στην κοινωνική αλυσίδα, την αγκαλιάζει πλήρως. Είναι ένας φιλόσοφος που έχει περάσει τριάντα χρόνια με πλύσιμο και στέγνωμα σε ένα εστιατόριο περιωπής δίχως ποτέ να έχει δειπνήσει σ’ αυτό. Μέχρι ο Έμετ να δει τον μικρόκοσμό τους με τον ίδιο τρόπο, αρνείται να χρησιμοποιήσει το όνομά του.
Ο τρίτος λαντζέρης είναι ο Μος, ένας αδύναμος, κουρασμένος, λιπόσαρκος γέροντας, που επιπλέον νοσεί από καρκίνο. Η ζωή του, μια πορεία προς το θάνατο, και ο θάνατός του η εξέλιξη της ζωής του. Είναι απολυμένος και το αγνοεί. Ο Έμετ είναι στην ουσία ο αντικαταστάτης του. Ο μισθός του μπαίνει στην τράπεζα από τον Ντρέσλερ, που ξαναπουλά τα απομεινάρια του καθαρού κρέατος τα οποία προορίζονται για τον κάδο των απορριμμάτων.

 

 

Μια αλληγορική κόλαση

Αόρατες και παράξενες δυνάμεις κατέχουν την εξουσία πάνω στους τρεις λαντζέρηδες: τύχη, Θεός, ονομάστε τις όπως θέλετε. Θυμός, δηκτικότητα, πόνος, αφέλεια, αμφιβολία, επανάληψη, κρυμμένη τρυφερότητα, αδιαλλαξία, επιμονή και σκιερή εγκαρτέρηση σε ένα μεταλλικό γκρίζο αποκομμένο απ’ το φως και τη ζωή σκηνικό.

Το έργο μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε σοφό, πνευματικό, εντυπωσιακό -και μάλλον ενοχλητικό. Γιατί ενοχλεί την αδιαλλαξία και τη στενομυαλιά. Γιατί σίγουρα βάζει έναν καθρέφτη μπροστά στον καθένα μας και μας αναγκάζει να αντικρίσουμε την απόλυτη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει καμία διαφυγή στους «Λαντζέρηδες». Είναι ένα δράμα που αμφισβητεί την αίσθηση της αυτοδιάθεσής μας, ειδικά όταν τη συνδέουμε με την αφθονία της καταναλωτικής κοινωνίας και τον εύκολο πλουτισμό.
Το υπόγειο του ακριβού εστιατορίου, μέσα στο οποίο δεν παίρνουμε μυρωδιά τι γίνεται πάνω, μπορεί να είναι και μια αλληγορική κόλαση πάνω στη γη. Η μάχη με τη βρωμιά που αφήνουν οι άλλοι, η πλήξη της ζωής, τα πειράγματα, οι μικρές διεκδικήσεις, η αξιοπρέπεια της καθημερινής εργασίας, η ανάσα του μεροκάματου δένει τους ήρωες μεταξύ τους και τους κρατά στη ζωή.

Όταν τα όνειρα γίνονται ευχές

Όσο γερνάμε, τα όνειρά μας γίνονται μικρότερα, τονίζει καθησυχαστικά στο έργο ο Ντρέσλερ. Δεν θα είναι όνειρα πια. Θα είναι απλά συγκρατημένες ευχές.

Δραματοποιώντας τη σύγκρουση ιδεών, το έργο μιλάει ακόμα για τις βιοποριστικές ανησυχίες της εποχής μας, τη ματαιότητα, τη χρονικότητα του ανθρώπου και μάλιστα δίνει και μια ακτίνα ελπίδας. Θα μπορούσε να είναι και μια πραγματεία για την ανθρώπινη ύπαρξη, ένα δοκίμιο, είναι όμως ένα έργο με πολύ φως και πολλή σκιά, με πυκνούς συμβολισμούς και πολλαπλές αναφορές, σαγηνευτικό, ανοιχτό σε ερμηνείες και βαθιά ανθρώπινο.

Οι συνεργάτες

Στην παράσταση της Ελένης Σκότη θαυμάσαμε ένα θίασο εξαίρετων ηθοποιών και συνεργατών όπως ο Γιώργος Χατζηνικολάου στη μετάφραση, στα σκηνικά, στα κοστούμια και στη διεύθυνση παραγωγής, ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος στους φωτισμούς, ο Στέλιος Γιαννουλάκης στη μουσική και στην επιμέλεια του ήχου, η Μαρία Αναματερού στην οργάνωση παραγωγής, ο Σταύρος Συμεωνίδης στη δημιουργία του τρέιλερ, η Άννα Κούρα (βοηθός σκηνοθέτη), που δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ στο ταλέντο και στην αφοσίωσή τους.

Η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη κίνησε την παράσταση σε υψηλούς τόνους και ταχύτητες και απελευθέρωσε την πρωτογενή ενέργεια του έργου. Ηθοποιοί και σκηνοθέτιδα δούλεψαν με προσήλωση απέναντι στο κείμενο και στο ύφος του συγγραφέα και απέδωσαν με επιτυχία το ζητούμενό τους. Όλοι οι ρόλοι, όπως διδάχτηκαν από την Ελένη Σκότη, ήταν ισοβαρείς και μεστοί, καθένας με τη δική του, μοναδική, γλώσσα.

Οι ερμηνείες και οι συντελεστές

Ένα από τα μεγάλα ατού της παράστασης είναι ο εκπληκτικός Κώστας Λάσκος στο ρόλο του Μος, που έπλασε με ακριβά υλικά έναν κωμικοτραγικό κλόουν. Ονειροπόλος, τρυφερός, παιδιάστικος, γκρινιάρης, απαιτητικός, σκανταλιάρης, ευάλωτος, συγκλονιστικός. Η ερμηνεία του διακρίνεται από ωριμότητα, έμπνευση, απλότητα και αποφασιστικότητα, αρετές που πρέπει ανυπερθέτως να χαρακτηρίζουν έναν ηθοποιό, όταν αποφασίζει να αναμετρηθεί με έναν τέτοιο δύσκολο ρόλο.

Εξαίρετος στο ρόλο του Ντρέσλερ ο έμπειρος Τάσος Κωστής. Δείχνει λογικός, ψύχραιμος, συμπεριφέρεται κυριαρχικά, έχει δραματικό βάθος, εξαίσια εύγλωττες σιωπές, αλλά και μια αποκρυπτογραφική, πνευματώδη και συνάμα πικρή ειρωνεία, με συνεχώς διαφοροποιούμενες αποχρώσεις στο λόγο του. Η ερμηνεία του πάλλεται από βάθος, φιλοσοφικότητα και συνέπεια. Παίζει και ταυτόχρονα εμπαίζει με μεγάλη σοβαρότητα την επιτηδευμένη καρικατούρα του προϊσταμένου. Ερμηνεύοντας με μέτρο τον ήρωα αυτόν, κατάφερε να ισορροπήσει σκηνικά με έξυπνο τρόπο, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη μεστότητα και τη συγκέντρωση με την οποία αντιμετωπίζει τους ρόλους του.

Στις λεπτομέρειες έχει δουλέψει το ρόλο του και ο ευσυνείδητος Γιάννης Σαρακατσάνης, που υποδύεται τον Έμετ. Προσέγγισε ήρεμα και μετρημένα το χαρακτήρα του ανθρώπου που από τα ψηλά πέφτει στα χαμηλά, που τον εγκαταλείπει η πλούσια αρραβωνιαστικιά του, που προσπαθεί να μη μείνει στάσιμος. Είχε σαφήνεια και ακρίβεια, φυσικότητα και ρεαλισμό. Δίχως να κυνηγά ευρήματα και ευκολίες, αναδημιούργησε την τραγικότητα του ήρωα και τα αδιέξοδά του. Η τελευταία σκηνή, όπου κατεβαίνει τη σκάλα θριαμβευτής, ήταν πολυσήμαντη.

Το σύντομο αλλά σημαντικό ρόλο του Μπάροουζ επωμίστηκε ο πρωτοεμφανιζόμενος Αλέξανδρος Μανωλίδης, που μας άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις και έδωσε ελπίδες για το μέλλον, συμβάλλοντας στη σύνθεση της άψογης αυτής παράστασης.

Μια ωραία και εύληπτη μεταφραστική δουλειά έγινε από τον Γιώργο Χατζηνικολάου. Επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια του ιδίου είχαν την υψηλή ποιοτική στάθμη στην οποία μας έχει συνηθίσει χρόνια τώρα η ομάδα «Νάμα».

Οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου προσέδωσαν μια ονειρώδη και συγχρόνως απτή ατμόσφαιρα.

Ο Στέλιος Γιαννουλάκης με τη μουσική του τόνισε τη δραστικότητα του κειμένου.

 

 

Η σκηνοθεσία

Η Ελένη Σκότη είναι μια δημιουργός και δασκάλα που πια της έχουμε εμπιστοσύνη γιατί γνωρίζουμε ότι αντιμετωπίζει με το πιο λιτό χιούμορ τις σοβαρές καταστάσεις και με την πλέον αριστοτεχνική σοβαρότητα τις αστείες. Γι’ αυτό και η παράσταση που παρακολουθήσαμε στη σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου ήταν μια παράσταση που είχε μέτρο και συνέπεια στις προθέσεις της. Η σκηνοθετική ματιά έδωσε μια ανθρωποκεντρική και ευαίσθητη άποψη πάνω στο τραγικωμικό γεγονός της ανθρώπινης υπόστασης. Ο λόγος ήταν πρωταγωνιστής, οι σιωπές στάθηκαν εκκωφαντικές και οι ηθοποιοί υποστήριξαν δυναμικά το όλο εγχείρημα με το ταλέντο και την ευκρίνεια των εκφραστικών τους μέσων.

Με την ισορροπημένη στις εντάσεις και στα φιλοσοφικά στοιχεία του έργου σκηνοθεσία της, τις στοχευμένες υποκριτικές εκπλήξεις και τη ρεαλιστική υποκριτική η σκηνοθέτις έφερε τους θεατές σίγουρα κοντά στο κείμενο, πιστεύω και στα νοήματά του.

Μη χάσετε αυτή τη δυνατή παράσταση της Ομάδας Νάμα – Λυκόφως ΙΚΕ που εκφράζει την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μια κωμωδία που παρωδεί την τραγωδία του ανθρώπινου είδους. Ένας χτύπος που μας θυμίζει ότι ζούμε.

***

“– Κι αν, τελικά, υπάρχει Θεός;
– Έχει να λογοδοτήσει για πολλά.”

***

  • Ο Morris Panych είναι συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης και χαρακτηρίζεται ως “άνθρωπος όλων των εποχών” στο θέατρο του Καναδά. Παίζει στο θέατρο, τον κινηματογράφο και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές. Σκηνοθετεί συστηματικά και τα θεατρικά του έργα έχουν μεταφραστεί και παρουσιαστεί σε πολλές χώρες. Έχει κερδίσει δύο φορές το Governor General’s Award, το πιο σημαντικό βραβείο δραματουργίας της χώρας του, και 14 φορές το Jessie Richardson Theatre Award για ερμηνείες ή σκηνοθεσίες του. Έχει, επίσης, τιμηθεί με τα βραβεία Sidney Riske Writing Awards και Dora Mavor Moore Awards.
    “Οι Λαντζέρηδες” έκαναν πρεμιέρα στο Arts Club Theatre, στο Βανκούβερ του Καναδά, το 2005 και παρουσιάστηκαν στη Νέα Υόρκη Off-Broadway το 2009.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικά, Κοστούμια, Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Μουσική & Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης
Φωτογραφίες: Μαρία Αναματερού, Γιώργος Χατζηνικολάου
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Κούρα
Οργάνωση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Δημιουργία trailer: Σταύρος Συμεωνίδης
Υπεύθυνη Επικοινωνίας Παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα Λυκόφως ΙΚΕ

Διανομή

Ντρέσλερ: Τάσος Κωστής
Έμετ: Γιάννης Σαρακατσάνης
Μος: Κώστας Λάσκος
Μπάροουζ: Αλέξανδρος Μανωλίδης

Πληροφορίες

Τετάρτη 21:15, Πέμπτη 21:00, Σάββατο 18:15, Κυριακή 18:00
Σύγχρονο Θέατρο, Ευμολπιδών 45, Γκάζι
Εισιτήρια:
Καθημερινές: (Α΄ Ζώνη) Κανονικό 15€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 13€ | (Β’ Ζώνη) Κανονικό 13€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 10€ | Σάββατο/Κυριακή/αργίες: (Α΄ Ζώνη) Κανονικό 17€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 14€ | (Β’ Ζώνη) Κανονικό 15€, Φοιτητικό & Ανέργων, Άνω των 65: 12€
Προπώληση:
ticketplus.gr
Κρατήσεις:
Τηλ.: 210 3464380 | www.sychronotheatro.gr
Διάρκεια: 100’

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Οι Λαντζέρηδες”: Κρατώντας σημειώσεις για μια κωμωδία που έξοχα παρωδεί την ανθρώπινη τραγωδία
Περισσότερα

Ονειρευτήκαμε… ένα “Όνειρο” στο ιστορικό “Βεάκη”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Ένα συναρπαστικό παραμύθι, απρόσμενο και απρόβλεπτο, ήταν το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ, όπως το παρακολουθήσαμε στο ανακαινισμένο ιστορικό θέατρο «Βεάκη», σε σκηνοθεσία των Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια, με φρέσκια και καίρια μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και πρωτότυπη μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα.
Μια μεγάλη και ευχάριστη έκπληξη. Παρότι έχω δει επανειλημμένως το έργο του μεγάλου Άγγλου δραματουργού κι από ελληνικούς κι από ξένους θιάσους, έχω να σημειώσω ότι επρόκειτο για μια παράσταση ξεχωριστής κομψότητας και ποίησης. Χειμαρρώδης, δυναμική και σαρωτική, αρχέγονη και αιθέρια. Με εύστοχη και ισορροπημένη ροή, ρομαντικά σύγχρονη αντίληψη και στοχαστικό βλέμμα από τους δημιουργούς της, εξαίσιες ερμηνείες, υπέροχους φωτισμούς και πολυλειτουργικά σκηνικά.
Μια παράσταση που το έβλεπες, το ένιωθες, το ζούσες πως έχει γίνει με διάθεση και πάθος από ονειροπόλους αλλά συνάμα ουσιαστικά επαγγελματίες καλλιτέχνες.
Το γκροτέσκο, οι συνδυασμοί αταίριαστων στοιχείων, η αίσθηση του αλλόκοτου, του γελοίου, η διακωμώδηση και η σάτιρα ήταν τα μοτίβα που επαναλαμβάνονταν και ταυτίζονταν με το περιεχόμενο του έργου.
Η μετάβαση από τη δυστυχία στην ευτυχία ή το αντίθετο, το φανταστικό και το χιούμορ, ο ρομαντισμός ως ριζοσπαστική άρνηση του Διαφωτισμού κυριαρχούσαν. Αυτό το «Όνειρο» ήταν ένα σχόλιο για το θέατρο.

 

 

Δεύτερος κύκλος παραστάσεων

Μετά τη sold οut καλοκαιρινή περιοδεία και τις επιτυχημένες παραστάσεις στο θέατρο “Βεάκη”, όπως πληροφορούμεθα, το “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας”, ένα από τα πιο ερωτικά και ποιητικά έργα του William Shakespeare, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια, ολοκληρώνει τον δεύτερο κύκλο των παραστάσεών του, στις 5 Ιανουαρίου 2020, στο κεντρικότατο και ιστορικότατο θέατρο Βεάκη, που έχει ανακαινιστεί ριζικά και έχει μετατραπεί σε έναν πανέμορφο χώρο άνεσης και υψηλής αισθητικής.

Στους κεντρικούς ρόλους ο Αιμίλιος Χειλάκης, στον διπλό ρόλο του Θησέα και του βασιλιά των ξωτικών Όμπερον και ο Δημήτρης Πιατάς στον ρόλο του Πάτο, που αποτελεί έναν από τους πιο αξιαγάπητους και κωμικούς χαρακτήρες του παγκόσμιου δραματολογίου. Στον ρόλο της βασίλισσας των ξωτικών Τιτάνιας η Αθηνά Μαξίμου και του Πουκ, του εμβληματικού σκανταλιάρικου ξωτικού, ο Μιχάλης Σαράντης.

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ακόμα ο Αλέξανδρος Βάρθης, η Λένα Δροσάκη, ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς και η Χριστίνα Χειλά – Φαμέλη στους ρόλους των νεαρών εραστών και οι Κρις Ραντάνοφ, Παναγιώτης Κλίνης, Τίτος Λίτινας, Μιχάλης Πανάδης και Κωνσταντίνος Μουταφτσής στους ρόλους των μαστόρων.

Ύμνος στη φύση και τον έρωτα

Οι χαρακτήρες στο έργο λειτουργούν με αμεσότητα και φυσικότητα, διότι τον Σαίξπηρ τον ενδιαφέρει κυρίως η κωμική κατάσταση, οι παρεξηγήσεις. Η στιχουργική δεξιοτεχνία και η λυρική του διάθεση διαφαίνονται καθαρά στο έργο μαζί με τη θεατρικότητα και τη δεινότητά του να αναδεικνύει σε θεατρική πράξη μια αλληλουχία φαρσικών συγκυριών.

Το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» είναι μια γιορτινή κωμωδία, ένα ερωτικό γαϊτανάκι που σοβαρολογεί χωρίς ποτέ να σοβαρεύεται. Μια σπαρταριστή κωμωδία με σκοτεινό και βίαιο υπόβαθρο. Στο έργο αυτό που υμνεί τη φύση και τον έρωτα, το όνειρο μπλέκεται με την πραγματικότητα, η φαντασίωση με τον εφιάλτη, η αγνή αγάπη με την ερωτική μανία. Ο μηχανισμός που πυροδοτεί τα πάντα είναι ο έρωτας. Ο έρωτας ανατρέπει την κοινή λογική, μεταμορφώνει, προκαλεί το χάος, πολιορκεί ανθρώπους και θεούς καθώς οι κρυφές επιθυμίες και τα ερωτικά απωθημένα κατευθύνουν τη μοίρα των προσώπων.

Από το 1605

Ο Σαίξπηρ σε διάστημα περίπου 24 ετών έγραψε 37 θεατρικά έργα, τα οποία ταξινομούνται σε τραγωδίες, κωμωδίες και ιστορικά δράματα -σχεδόν σε όλα, ωστόσο, συμπλέκονται κωμικά και τραγικά στοιχεία, όπως ακριβώς και στη ζωή. Η κωμωδία “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας” γράφτηκε το 1605 και θεωρείται από τα αριστουργήματα του Άγγλου ποιητή. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία και δεν σταμάτησε ποτέ να παίζεται παγκοσμίως.

 

 

Υπόθεση

Συνδετικός κρίκος στις τρεις ιστορίες που παρουσιάζονται είναι οι γάμοι του Δούκα της Αθήνας Θησέα και της βασίλισσας των Αμαζόνων, Ιππολύτης. Λίγο πριν από το γάμο του βασιλιά της Αθήνας, Θησέα, με τη βασίλισσα των Αμαζόνων, Ιππολύτη, τέσσερις νέοι καταφεύγουν στο δάσος της Αθήνας για να διεκδικήσουν το ερωτικό αντικείμενο του πόθου τους. Είναι η νύχτα του μεσοκαλόκαιρου -μια νύχτα που όλα μπορούν να συμβούν- οι πιο μύχιες σκέψεις και φαντασιώσεις τους σύντομα θα πραγματοποιηθούν.
Στο μυθικό δάσος της Αθήνας έρχονται σε επαφή με τον κόσμο των ξωτικών: με τον βασιλιά Όμπερον που φιλονικεί με την Τιτάνια και τον Πουκ. Έτσι ξεκινά ένα παιχνίδι παρεξηγήσεων και μαγικών παρεμβάσεων. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν στο δάσος καταφθάνει μια ομάδα ερασιτεχνών θεατρίνων. Άνθρωποι και ξωτικά, πραγματικότητα και φαντασία γίνονται ένα κάτω από τον μανδύα του παραμυθιού και του ονείρου. Μέσα στο δάσος -ένα χώρο μαγεμένο, επικίνδυνο- οι φόβοι διογκώνονται, τα πάθη εκφράζονται ανεξέλεγκτα και άνθρωποι και θεοί γίνονται έρμαια του ερωτικού τους οίστρου.

Τρία επίπεδα

Στο έργο ο έρωτας παρουσιάζεται ως πηγή ζωής, υγείας και φυσικής ορμής. Μιας μανίας που πιάνει τα άτομα, ειδικά στη ενότητά τους, και τα ενώνει σε ζευγάρια. Ο λόγος, όπως και σε όλες τις κωμωδίες του Σαίξπηρ, είναι ζωηρός, ώριμος, γεμάτος λυρισμό και σοφία, πλούσιος σε εικόνες και λεκτικά παιχνίδια.

Η δημοφιλής αυτή κωμωδία του Σαίξπηρ έχει συναρπαστική δομή και μια σειρά από σοβαρούς και φαιδρούς χαρακτήρες. Με το γοητευτικό της θέμα δε, παραμένει ως και σήμερα επίκαιρη. Η υπόθεσή της κινείται σε τρία επίπεδα. Στους τέσσερις ερωτευμένους νέους, που γίνονται οι ερωτικές τους ζωές άνω – κάτω, από τις παρεμβάσεις γονέων και ξωτικών. Στη μεταφυσική κόντρα του βασιλιά των ξωτικών Όμπερον με τη σύζυγό του Τιτάνια. Και στην παράσταση του θιάσου ερασιτεχνών, που καταλήγει σε μια ξεκαρδιστική σκηνή θεάτρου μέσα στο θέατρο. Και τα τρία επίπεδα διαπλέκονται σε ένα αισθησιακό και μαγικό πεδίο φάρσας. Αξιοσημείωτη είναι και η διαφορά στη σεξουαλική ηθική του απελευθερωμένου βασιλικού ζεύγους των αθάνατων ξωτικών (που απατά ο ένας των άλλο με εκπληκτική άνεση) σε σχέση με τους κοινούς θνητούς, που οφείλουν τουλάχιστον τυπικά να είναι μονογαμικοί.

Το διονυσιακό στοιχείο

Δεν είναι τυχαίο που η δράση του “Ονείρου” τοποθετείται τη συγκεκριμένη νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, που στις λαϊκές παραδόσεις της Ευρώπης συνδέεται με τις παγανιστικές τελετουργίες γονιμότητας.
Ο Σαίξπηρ δείχνει κατά κάποιον τρόπο να αποδέχεται ότι η τάξη και ο γάμος είναι η ιδανική μορφή συμβίωσης, αλλά η φυσική καταγωγή των ανθρώπων από τη μια πλευρά και η καταπιεστική ανάγκη του πολιτισμού για τάξη από την άλλη, αναπόφευκτα υπονομεύουν την κοινωνική αρμονία.
Το διονυσιακό στοιχείο (ο κόσμος των ενστίκτων και του ζωόμορφου Πάνα) υποβόσκει και θα υποβόσκει πάντοτε στον ανθρώπινο πολιτισμό και η αγνόησή του μόνο καταστροφικές συνέπειες θα επιφέρει. Κάθε πολιτισμός οφείλει να του δίδει δυνατότητες εκτόνωσης, πριν αυτό οδηγήσει σε χάος. Το θέατρο, για πολλούς προσφέρει αυτήν τη δυνατότητα, παρέχοντας μια φαντασιακή εκτόνωση των ανεκπλήρωτων επιθυμιών.

Ο Πουκ, το λατρεμένο ξωτικό των θεατρόφιλων, ο γκαφατζής θίασος των μαστόρων, τα ζευγάρια των νέων ερωτευμένων, η βασίλισσα των ξωτικών Τιτάνια με τον αγαπημένο της γάιδαρο, οι πάντες -άνθρωποι και ξωτικά- περιπλέκονται σε μια από τις πιο αστείες ιστορίες που έχουν γραφτεί ποτέ. Έρωτας και καβγάδες, τάξη και αταξία, ψευδαισθήσεις και θεατρικές µεταµορφώσεις, αθάνατοι και θνητοί ερωτεύονται, συγκρούονται, αλλάζουν ταυτότητες και κυνηγιούνται σε ένα παραμύθι με κωμικές αλλά και ρομαντικές σκηνές, που οδηγούν σε απρόβλεπτες καταστάσεις.

 

 

Ο γάιδαρος και η σελήνη

Στην Τιτάνια η επίδραση του φίλτρου είναι απείρως κωμική. Η αέρινη βασίλισσα των ξωτικών ερωτεύεται ένα τέρας ασχήμιας και βλακείας, τον μεταμορφωμένο σε γάιδαρο Πάτο.
Η επιλογή του γαϊδάρου δεν είναι διόλου τυχαία. Αν και είναι ένα άσχημο ζώο και συμβολίζει τη μωρία και την ταπεινότητα, στη λαϊκή παράδοση ο γάιδαρος αποτελεί σύμβολο γονιμότητας λόγω του υπερμεγέθους γεννητικού οργάνου του. Στην Τιτάνια το μαγικό φίλτρο ξυπνά τον σαρκικό ερωτικό πόθο.
Η σελήνη, κάτω από το φως της οποίας είχαν ανταλλάξει ρομαντικά ερωτικά λόγια ο Λύσανδρος και η Ερμία, δεν είναι τόσο αθώα. Είναι δεκτική, θηλυκή και μαγνητική. Άλλωστε αποτελεί ένα πανανθρώπινο σύμβολο του έμμηνου κύκλου και της γυναικείας δύναμης και γονιμότητας.
Η Τιτάνια, τυφλωμένη από τον ερωτικό πόθο της για τον Πάτο, βλέπει υγρό το βλέμμα της σελήνης και ζητά να οδηγήσουν τον Πάτο στον θάλαμό της.
Η εικόνα της αιθέριας Τιτάνιας με τον γαϊδουρόμορφο Πάτο είναι μια κωμικοτραγική εικόνα στην οποία ενώνεται το πνεύμα με τον ερωτισμό που ευθύνεται για τη διαιώνιση του είδους. Είναι η πραγματική εικόνα του έρωτα, όσο κι αν οι κατοπινές ειδυλλιακές απεικονίσεις του θέλουν να την παραμορφώσουν.

Ο πόθος και ο γάμος

Δεν βλέπουμε όμως μόνο την Τιτάνια να διακατέχεται από τον πόθο. Στην έναρξη του έργου ήταν ο Θησέας που περίμενε ανυπόμονα τη γαμήλια νύχτα και μετά ο Όμπερον, που εξαιτίας ενός εξωτικού Ινδού ακολούθου τον οποίο η Τιτάνια αρνείται να του παραχωρήσει, οδηγεί τη φύση σε μαρασμό. Ο έρωτας, επομένως, δεν έχει μόνο την έννοια της ρομαντικής αγάπης, αλλά και του τυφλού γενετήσιου και ζωώδους πόθου. Η Ελένη μάλιστα στην πρώτη σκηνή του έργου τον χαρακτηρίζει φτερωτό και στραβό, που στραβές δουλειές κάνει.
Η Ελένη παρομοιάζει τον εαυτό της με ερωτευμένο σκυλάκι. Τα όμορφα και ποιητικά ξωτικά που συνοδεύουν την Τιτάνια, παραπέμπουν σε διαδεδομένα ερωτικά βοτάνια της εποχής.
Το θέμα του γάμου, όπως το χειρίζεται στο έργο αυτό ο Σαίξπηρ, είναι στενά συνδεδεμένο με το θέμα της πατριαρχικής ιεραρχίας των γενεών και των φύλων.
Ο Θησέας γίνεται ο απόλυτος αφέντης της Ιππολύτης, ακόμα και αν αυτή είναι μια δυναμική ανεξάρτητη αμαζόνα. Η αποδοχή της δέσμευσής της με τον Θησέα σημαίνει κατάκτησή της. Όπως ομολογεί και ο ίδιος ο Θησέας στην αρχή του έργου, τη διεκδίκησε με το σπαθί του και την κέρδισε πληγώνοντάς την.

Απειθαρχία και υπακοή

Η Ερμία υποχρεώνεται να υπακούσει στον πατέρα της με απειλή θανάτου. Αλήθεια γιατί στις περισσότερες κωμωδίες του Σαίξπηρ η μητέρα απουσιάζει; Στα ξωτικά πάλι παρατηρούμε ότι ο Όμπερον έχει τη δύναμη ελέγχου της ατίθασης Τιτάνιας και με το μαγικό φίλτρο γελοιοποιεί την απειθαρχία της, τη δαμάζει και της αποσπά τον Ινδό ακόλουθο.
Μια ανάλογη ταπείνωση υφίσταται και η απείθαρχη Ερμία στο δάσος, στα επεισόδια με τις συγκρούσεις των εραστών. Πρέπει να παραδεχτούμε όμως ότι οι ηρωίδες του έργου είναι όλες αρκετά δυναμικές σε σχέση με τις γυναίκες της Αναγέννησης. Η δύναμή τους προέρχεται κυρίως από την πρωταρχική ικανότητα της γυναίκας, την αναπαραγωγική και τα επακόλουθα φυσικά ένστικτα που τη συνοδεύουν.
Με αφορμή την τέλεση του γάμου, πλέκεται ένα άλλο επίπεδο δράσης με τους τεχνίτες που προσπαθούν να ανεβάσουν μια θεατρική παράσταση. Η παράσταση του Πύραμου και της Θίσβης λειτουργεί ως κωμικό σχόλιο των μελοδραματικών περιπετειών των νεαρών Αθηναίων. Αφηγείται κι εκείνη μια ιστορία απαγορευμένης αγάπης που εξαιτίας μιας παρεξήγησης οδηγεί τους ερωτευμένους σε περιπέτειες. Η ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης από την ελληνική μυθολογία, η οποία μάλιστα απεικονίζεται στα ψηφιδωτά της Οικίας του Διονύσου στο Αρχαιολογικό Πάρκο Πάφου, ενέπνευσε τον Σαίξπηρ να γράψει το διάσημο έργο του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Το εγκιβωτισμένο έργο

Η υπόθεση του εγκιβωτισμένου έργου έχει δυσάρεστο τέλος σε αντίθεση με την υπόθεση της κυρίως παράστασης, αν και ο τρόπος που παριστάνεται από τους μάστορες την καθιστά κωμική.
Το εγκιβωτισμένο έργο όμως λειτουργεί και με έναν πιο δυσδιάκριτο και ασυνείδητο τρόπο. Αξίζει να δούμε τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλουν οι ερασιτέχνες και αφελείς μάστορες για να δημιουργήσουν μια παράσταση και οι οποίες καταλήγουν σε μια παρωδία θεάτρου από αδαείς.

Οι μάστορες δεν γνωρίζουν τα όρια της θεατρικής σύμβασης. Δεν έχουν εμπιστοσύνη στη φαντασία και στη δύναμη της ψευδαίσθησης. Απουσιάζει από αυτούς η έμπνευση και το όραμα. Η παράστασή τους έρχεται σε πλήρη αντίστιξη με την ίδια την παράσταση του “Ονείρου” που βασίζεται αποκλειστικά στη δύναμη της φαντασίας, της θεατρικής ψευδαίσθησης και της σύμβασης. Όπου ο δαιμονικά άτακτος Πουκ με λίγες σταγόνες ενός υποτιθέμενου μαγικού φίλτρου μεταμορφώνει το κεφάλι ενός ανθρώπου σε γαϊδουρινό και κάνει μια νεράιδα να ερωτευτεί ένα τέρας.

Με την παράσταση του Πύραμου και της Θίσβης τίθεται ως εκ τούτου το θέμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Από την άλλη πλευρά όμως, η αποδόμηση της μαγείας της θεατρικής παράστασης, όπως αυτή συντελείται με την παρεξηγημένη αίσθηση της θεατρικής σύμβασης που έχουν οι μάστορες, επαναφέρει στη συνείδηση των θεατών τη σκέψη ότι αυτό που βλέπουν δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παράσταση. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά θέατρο.
Κάτω από ένα μαγικό περίβλημα αθωότητας και παιχνιδιού, το “Όνειρο” κρύβει πολλή από τη σκληρότητα που χαρακτηρίζει συχνά την ερωτική σχέση. Ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, συχνά με τις αποχρώσεις του εφιάλτη, διερευνάται η ερωτική σχέση, η ταυτότητα των ανθρώπων μέσα σ’ αυτήν και η ρευστότητά της.

Στο “Όνειρο”, ο Σαίξπηρ δημιουργεί μια φαντασιακή θεατρική ψευδαίσθηση, κάτι σαν όνειρο, όπου τα όρια της λογικής και της πραγματικότητας υπερβαίνονται για να παρουσιάσουν μια διαφορετική οπτική των πραγμάτων. Καλεί τους θεατές του να απολαύσουν τον εναλλακτικό κόσμο και την ουτοπία του. Κι αν δεν τους αρέσει, ας πούνε απλώς πως ήταν ένα όνειρο.

Κωμωδίες

Οι κωμωδίες καλύπτουν το μισό σχεδόν συγγραφικό έργο του Σαίξπηρ και χωρίζονται σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη, που αντιστοιχεί χρονικά στην περίοδο από το 1592 έως το 1594, περιλαμβάνονται οι κωμωδίες της νεότητάς του που βασίζονται στο στοιχείο της παρεξήγησης, του έρωτα και της αντιπαλότητας των δύο φύλων.

Η επόμενη φάση αντιστοιχεί στην περίοδο από το 1595 ως το 1600 και περιλαμβάνει τα λυρικά έργα της ωριμότητάς του, στα οποία κυριαρχεί ο έρωτας και περιγράφονται καταστάσεις σύγκρουσης, ή και μετάβασης στην ενηλικίωση μέσω νέων βιωμάτων που οδηγούν τους ήρωες από ένα αρχικό σε ένα εντελώς καινούργιο τελικό στάδιο, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα αφετηρία για την υπόλοιπη πορεία της ζωής τους. Σ’ αυτά τα έργα ανήκει και το “Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας”.

Η τρίτη φάση αντιστοιχεί στα χρόνια από το 1600 ως το 1604 και περιλαμβάνει τις αποκαλούμενες «σκοτεινές» κωμωδίες του ή κωμωδίες με προβλήματα, λόγω του πιο φιλοσοφικού ύφους τους.

Δεν υπάρχουν γνωστές πηγές για την ίδια την υπόθεση του έργου, αν και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτό έχουν ρίζες σε κλασικά λογοτεχνικά έργα, όπως η ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης (Μεταμορφώσεις, Οβίδιος). Ο Λύσανδρος ήταν επίσης προσωπικότητα στην αρχαία Ελλάδα, όπως και ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας, και η γυναίκα του, Ιππολύτη, αρχικά βασίλισσα των Αμαζόνων.

 

 

 

Οι συντελεστές

Ο Αιμίλιος Χειλάκης και ο Μανώλης Δούνιας στο θέατρο “Βεάκη” σκηνοθετούν έναν υπερφυσικά ονειρικό κόσμο, με αέρινες νεράιδες, πέπλα ομίχλης και γιορτές υπό το φως της σελήνης. Δεν λησμονούν ωστόσο και το σουρεαλιστικό στοιχείο του έργου, ούτε τη σκληρότητα και τη βιαιότητά του.

Το πιο γνωστό και πολυπαιγμένο έργο του Σαίξπηρ υποστηρίζεται επιπλέον από μια διανομή σπουδαίων ηθοποιών.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης (Θησέας / Όμπερον) μας καθήλωσε για άλλη μια φορά με το θεατρικό του κύρος. Η ερμηνεία του είχε κυριαρχία, απλότητα και πνευματικότητα.

Η Αθηνά Μαξίμου σε δύο απαιτητικούς ερμηνευτικά ρόλους (Ιππολύτη / Τιτάνια), που αποτελούν πρόκληση αλλά και παγίδα, κατάφερε να αποδώσει τα μέγιστα, εκφραστικά και κινησιολογικά, με ευχέρεια και χάρη, σαν σχεδόν άυλο στοιχείο, προσθέτοντας στο ενεργητικό της μία ακόμη σημαντική και ολοκληρωμένη ερμηνεία.

Ο Μιχάλης Σαράντης ερμήνευσε τον Πουκ, ρόλο που αποτελεί την κορύφωση των κωμικών χαρακτήρων του Σαίξπηρ. Ζωηρός, αναπάντεχος, αεικίνητος, αλαζόνας και γκαφατζής, έξοχος σωματικά και απόλυτα χαριτωμένος, εκδήλωσε για άλλη μια φορά το τεράστιο ταλέντο του και κατέπληξε.

Ο Αλέξανδρος Βάρθης έπαιξε με αφέλεια και ενέργεια, δίνοντάς μας έναν πλήρως γοητευτικό Δημήτριο. Η Λένα Δροσάκη ως Ελένη είχε την πρέπουσα δροσιά, ορμή κι ευαισθησία. Ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς έπαιξε με νεανικό αίσθημα και τόλμη τον Λύσανδρο. Η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη (Ερμία) εξέπεμπε αθωότητα, εξωστρέφεια και ειλικρίνεια. Μια υποκριτική τετράδα γεμάτη ενθουσιασμό και αυτοπεποίθηση.

Οι Κρις Ραντάνοφ (Φραγκίσκος Πίπας), Παναγιώτης Κλίνης (Πέτρος Τάκος), Τίτος Λίτινας (Παραβάνης), Μιχάλης Πανάδης (Θωμάς Πρόκας) και Κωνσταντίνος Μουταφτσής (Ροβέρτος Πειναλέων) ήταν οι απολαυστικοί Μάστορες με τη λαϊκότητα, τη γνησιότητα, την αγαθότητα αλλά και την πονηριά τους. Ο καθένας προσέθεσε το δυναμικό δικό του στοιχείο, πλάθοντας ένα σύνολο γραφικότατο και ξεκαρδιστικό.

Ο Δημήτρης Πιατάς με την πάντα ευσυνείδητη απόδοσή του, την αστείρευτη καλλιτεχνική του δόνηση, το σπινθηροβόλο του παίξιμο μάς πρόσφερε έναν Πάσχο Πάτο γεμάτο ενάργεια και φοβερή κωμικότητα.

Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα ήταν ποιητική και γλαφυρή. Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα είχε αλήθεια και συναίσθημα. Τα σκηνικά των Τέλη Καρανάνου και Αλεξάνδρας Σιάφκου, ένα εικαστικό περιβάλλον υψηλής ποιότητας με τα κοστούμια να αποτελούν αληθινές δημιουργίες, καθώς πολύ επιτυχημένα ξεχώριζαν τους τρεις κόσμους του έργου. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου προσέδωσαν το εικαστικό τους μερίδιο στο θεατρικό ταξίδι. Η κίνηση της Αντωνίας Οικονόμου με έντονο τελετουργικό χρώμα.

Οι σκηνοθέτες Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας μας έδωσαν έναν πραγματικό αναστοχασμό του θεάτρου για τον ίδιο του τον εαυτό.

Όσοι προλαβαίνετε μην το χάσετε, και αφού το δείτε πείτε πως όλα ήταν ένα όνειρο, που πάει και χάθηκε σαν μια σκιά. Και ευχηθείτε με το χέρι στην καρδιά να έχουμε όλοι καλή ζωή.

 

***

 

Το trailer της παράστασης εδώ:

 

 

Ταυτότητα παράστασης

«Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας»
του William Shakespeare

  • ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΩΣ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
Μουσική: Κωνσταντίνος Βήτα
Σκηνικά- Κοστούμια: Τέλης Καρανάνος – Αλεξάνδρα Σιάφκου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Κίνηση: Αντωνία Οικονόμου
Βοηθός Σκηνοθετών: Δημήτρης Κακαβούλας
Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης || Καμαρινή Μωραγιάννη

Παίζουν:
Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Μιχάλης Σαράντης, Αλέξανδρος Βάρθης, Λένα Δροσάκη, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Κρις Ραντάνοφ, Παναγιώτης Κλίνης, Τίτος Λίτινας, Μιχάλης Πανάδης, Κωνσταντίνος Μουταφτσής και ο Δημήτρης Πιατάς

Παραγωγή: ΘΕΑΜΑ ΜΑΡΤΑ
ΘΕΑΤΡΟ ΒΕΑΚΗ
Στουρνάρη 32 – Αθήνα
Τηλ. 210 52 23 522

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ:
ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟνειρευτήκαμε… ένα “Όνειρο” στο ιστορικό “Βεάκη”
Περισσότερα