Cat Is Art

Την «Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον σκηνοθετεί ο Γιάννης Μόσχος στο θέατρο Γκλόρια Μικρό

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το Μικρό Γκλόρια γυρίζει σελίδα, κάνει μια νέα αρχή, και προτείνει ως πρώτη του παραγωγή για τη χειμερινή θεατρική περίοδο 2017-2018 τη δραματική κομεντί «Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, με πρωταγωνιστές τους Ταξιάρχη Χάνο, Μαρία Καλλιμάνη,  Άνδρη Θεοδότου και Άγγελο Μπούρα.

Η «Καινούργια σελίδα», γραμμένη το 1977, είναι ένα από τα πλέον αυτοβιογραφικά έργα τού πολύ δημοφιλούς στην Ελλάδα κωμωδιογράφου. Ο Νιλ Σάιμον αφηγείται μια πολύ προσωπική ιστορία: τη γνωριμία του με τη δεύτερη σύζυγό του, και τον σφοδρό έρωτά τους, ενώ πενθεί ακόμα για τον χαμό τής πρώτης του συζύγου. Ο συγγραφέας μεταπλάθει αυτή την τόσο προσωπική ιστορία σε μια εξαιρετικά αστεία και συγκινητική κωμωδία. Μια δραματική κομεντί για τις δυσκολίες αλλά και τις υπέροχες ανατροπές που μας επιφυλάσσει η ζωή, ένα έργο για όλες αυτές τις καινούργιες σελίδες που καλούμαστε να γυρίσουμε στην πορεία μας. Ο Σάιμον μέσα από έναν ύμνο στη δύναμη της αγάπης μάς κάνει να γελάσουμε και να συγκινηθούμε μέχρι δακρύων βλέποντας στον καθρέφτη τη δική μας διαδρομή στη ζωή.

 

Υπόθεση του έργου

Ο συγγραφέας Τζορτζ Σνάιντερ, ένας μεσήλικας άντρας που έχει πρόσφατα χηρέψει, και η ηθοποιός Τζένι Μαλόουν, η οποία έχει μόλις πάρει διαζύγιο από τον πρώτο σύζυγό της, έχουν κουραστεί να βγαίνουν ραντεβού και αποφασίζουν πως δεν είναι έτοιμοι να κάνουν μια καινούργια αρχή. Όμως ο αδελφός του Τζορτζ, ο Λέο Σνάιντερ, και η φίλη της Τζένι, η Φέι Μέντγουϊκ, δεν τους αφήνουν ήσυχους, τους πιέζουν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Ο Λέο και η Φέι, που γνωρίζονται από παλιά και αντιμετωπίζουν προβλήματα στους γάμους τους, ξαναβρίσκονται τυχαία ένα βράδυ και κανονίζουν να προξενέψουν τον Τζορτζ με την Τζένι. Αρχικά και οι δυο αρνούνται κατηγορηματικά το προξενιό, όταν όμως γνωριστούν από ένα παιχνίδι της τύχης οι βεβαιότητές τους θα ανατραπούν και θα ερωτευθούν τρελά ο ένας τον άλλο. Και ενώ ο Τζωρτζ και η Τζένι αποφασίζουν να γυρίσουν μαζί καινούργια σελίδα στη ζωή τους το παρελθόν τούς στοιχειώνει και εμφανίζονται τα πρώτα σύννεφα στη σχέση τους. Θα μπορέσει ο έρωτάς τους να υπερβεί τα εμπόδια;

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόσχος

Σκηνικά-Κοστούμια: Τίνα Τζόκα

Μουσική: Νίκος Βίττης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Ναζίκ Αϊδινιάν

Βοηθός σκηνογράφου: Τζέλα Χριστοπούλου

Φωτογράφος: Μαριλένα Σταφυλίδου

Ψηφιακή επεξεργασία: Μάριος Γαμπιεράκης

Παραγωγή: Α.Μ. ΤΕΧΝΗ ΧΩΡΟΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ι.Κ.Ε.

Παίζουν οι  Ηθοποιοί:

Ταξιάρχης Χάνος, Μαρία Καλλιμάνη, Άνδρη Θεοδότου, Άγγελος Μπούρας

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Καινούργια σελίδα

του Νιλ Σάιμον

Πρεμιέρα: Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017 στις 20:15

Παραστάσεις: από Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017 έως Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:Τετάρτη στις 20:15, Πέμπτη,  Παρασκευή, Σάββατο στις 21:15, Κυριακή στις 19:15

Διάρκεια: 120 λεπτά με διάλειμμα

Χώρος:  Θέατρο Γκλόρια μικρό

Διεύθυνση: Ιπποκράτους 7, Αθήνα

Εισιτήριο: Κανονικό 15 ευρώ, Μειωμένο 12 ευρώ

Τηλέφωνο ταμείου: 2103642334 | Καθημερινά 10:30-13:00 & 17:30-21:30

Προπώληση εισιτηρίων:Online: www.viva.gr

Τηλεφωνικά: 11876

Mobileapp: VIVA wallet

 

eirini aivaliwtouΤην «Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον σκηνοθετεί ο Γιάννης Μόσχος στο θέατρο Γκλόρια Μικρό
Περισσότερα

Μιχαήλ Μητσάκης, «Αρκούδα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

— Άιντε ωρέ τώρα να κάνει πώς φυλάει ου τζομπάνος τα πρόβατα…
Και η αρκούδα, κατάμαυρη αρκούδα, νέα ακόμη, λίγο μεγαλυτέρ’ από μανδρόσκυλον, αλλά κακουχημένη, ρυπαρά, ως κουρασμένη από αθλίαν ζωήν, με μαδημένον εις πολλά μέρη το δέρμα της, με τσιμπλιασμένους οφθαλμούς, και ψωριασμένη, ορθία επί των πισινών ποδών της, παίρνει πειθήνιος το ξύλον από των χειρών του βλάχου, το περνά, μακρόν, φθάνον ως κάτω, εις την γην, αναμέσον εις τους δύο της ώμους, το κρατεί κατά τον τρόπον τούτον, και στηρίζετ’ επ’ αυτού, ανακλίνουσα και κάπως πλαγιάζουσα το σώμα, ως ν’ αποβλέπη δήθεν προς το βόσκον, πέραν, ποίμνιον· μεθ’ ο, το κατεβάζει, και φέρουσ’ αυτό κάθετον, ως κλίτσαν, κάμνει βήματα τινά, κινείται, ωσάν να είχεν εμπροστά της στάνην, την οποίαν σαλαγά…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς ντρέπουντι τα κουρίτσια…
Και η αρκούδα, βάλλουσα λαρυγγώδη γρυλλισμόν, δίδει το ξύλον και υψώνει το εμπροστινόν δεξί της πόδι, εκ των δύο που επέχουν παρ’ αυτή τόπον χειρών, σκεπάζει δι’ αυτού τα όμματα, ημικρύπτουσα το πρόσωπον, ως ντροπαλή παρθένος, νεάνις που συστέλλεται τον κόσμον, χαμηλώνει το κεφάλι, φεύγει τ’ αυθάδη βλέμματα…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς γυαλίζεται του κουρίτσι για να πάει στου πανηγύρι…
Και η αρκούδα προσεγγίζει το ζερβί της πόδι, γουβωμένον, ως καθρέφτην τάχα, εις το ρύγχος της, και προσποιείται πως γυαλίζετ’ εις αυτό, ενώ με τ’ άλλο τακτοποιεί τας τρίχας του μετώπου της, χαϊδεύει ελαφρούς αυτάς, φιλάρεσκος…
— Μπράβο!… Έλα χάιντε τώρα να φιλήσει και του χέρι…
Πλησιάζον δε, συμφώνως με το πρόσταγμα, το τιθασσόν αγρίμιον, δουλοπρεπώς, τρίβει την μούρην του επάνω εις την μαλλιαρήν τραχείαν χέραν του αλήτου…
— Μπράβο, μπράβο!… Χόρεψε τώρα και λιουγάκι, για να ιδούνε οι κυράδες…
Και η αρκούδα, σείουσα τον χαλκάν, όστις περιβάλλει τα σαγόνια της, κλαγγάζουσα τον κρίκον, όστις διατρυπών συνέχει το επάνω προς το κάτω χείλος της, κροταλίζουσα την μακράν άλυσον, δι’ ης κρατεί αυτήν δεμένην ο αφέντης της, αρχίζει να περιγυρνά τον κύκλον των παιδίων. Ο βλάχος, μακεδών βλάχος, με μικρόν καλπάκι, μόλις στηριζόμενον επί της κορυφής της κεφαλής του, παμμέλαιναν πυκνήν κόμην, ανήμερον, ακανθώδη γένεια πλαισιώνοντα την ηλιοκαμμένην όψιν του, ψηλός, φουστανελλάς, στεκόμενος εν μέσω, εις το κέντρον, κρούει δια των δακτύλων του το ντέφι που βαστά εις την παλάμην του, και τραγουδεί ανώμαλον και άξεστον και δύσηχον* τραγούδι, με ξενίζοντα σκοπόν, αγνώστους λέξεις, ακατάληπτον την έννοιαν. Κι εκείνη, προς τον δούπον του, προσπαθεί να αρμόση τα βήματα αυτής, να κινηθή ερρύθμως, με τα σκέλη απλωτά, εις όρχησιν, διαγράφουσα πέριξ του βλάχου τροχιάν κανονικήν, χονδροειδώς λυγίζουσα το άκομψον κορμί της, και ακκιζομένη κωμικώς, πηδώσα κάπου κάπου, και μουγκρίζουσα συχνά…
* * *

Εις την μικρήν πλατείαν, εκεί πέρα, κατά το Βαθρακονήσι, δεν είναι οι θεαταί πολλοί. Τον κύκλον απαρτίζ’ εικοσαριά παιδιών, δεκάς περίπου γυναικών προβάλλει εκ των γύρωθεν σπιτιών, και από το μπακάλικον που είν’ εις την γωνιάν τρεις-τέσσερες προσβλέπουν, καθισμένοι έξωθεν επάνω εις σκαμνιά. Αλλ’ ο αλήτης, προ μικρού εμφανισθείς, από στενού τινός, κατεβαίνοντος το πλευρόν ενός εκ των παρακειμένων λόφων, ερχόμενος μακρόθεν, βαρυνθείς να προχωρήση, αρκεσθείς πιθανώς εις τούτους, ή ελπίζων ίσως να ελκύση κι άλλους βαθμηδόν, το έστησεν εκεί, καταμεσής, προ μερικών στιγμών, και άρχισε να προσκαλή την ηθοποιόν του την τετράποδα εις πρόχειρον παράστασιν χορού και μιμικής. Εκείνη, επομένη πριν κατόπιν του, βραδυπατούσα εις τα τέσσερα, κοιτάζοντας χαμαί, ωσάν ν’ αναζητούσε τίποτ’ εις το έδαφος, ωρθώθη αίφνης, εσηκώθηκ’ εις τα δύο, ισοσταθμήθη αντιμέτωπος αυτού. Έτρεξαν τα παιδιά, παίζοντα τέως* άτακτα εδώ κι εκεί, ανέβλεψαν αι διαλεγόμεναι γειτόνισσαι, οι πίνοντες εις το τραπέζι του μπακάλικου έστρεψαν το κεφάλι. Και υπό την σκιάν του Υμηττού, ον βάφ’ η δείλη με τα ροδινότερά της χρώματα, παρά την όχθην του ξηρού πλησίον ρεύματος, εις την εσχατιάν αυτήν της πόλεως, ο αυτοσχέδιος θεατρώνης εξεγείρει τους ηχούς της συνοικίας με τ’ αήθη του προστάγματα, χάριν του πρωτοτύπου του θεάματος. Και τα προστάγματα αυτά, θέλον — μη θέλον, φιλοτιμείται το αγρίμιον να εκτελή, συμμορφούμενον με της γνωρίμου του φωνής τους τόνους και ταυτίζον τας κινήσεις και τας στάσεις και τα άλλα του διαβήματα, προς την μαντευομένην έννοιάν των.
— Χάιντε ωρέ τώρα να κάνει πώς καμαρώνει του νύφη κι ου γαμπρός…
Και η αρκούδα, ρίχνει κάτω παρευθύς τα μούτρα της, σταυροθετεί τα χέρια, προσλαμβάν’ ήθος ευπρεπές και σοβαρόν, γέρνοντας τον λαιμόν και μισοκλείνοντας τα μάτια…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς ζυμώνει του νοικοκυρά να φκιάσει ψωμί να φάνε στου σπίτι…
Και η αρκούδ’ αρχίζει ν’ ανεβοκατεβάζη τις χερούκλες της, μ’ ορμήν, ως να τις χών’ εις σκάφην μέσα, και ν’ ανακινή την πλέουσαν εις το νερό λευκήν πλαδαράν ζύμην…
— Άιντε τώρα να χορέψει πάλε καμπόσο…
Και η αρκούδα, επαναλαμβάνει τον ορχηστρικόν της γύρον, αρχίζουσα να συστρέφεται, και να κτυπά τα πόδια εις την γην, και να σαλτάρη, και να κορδακίζη, και να χαριεντίζεται…
— Χάι γλήγουρα λιγάκι!…
Και τριγκινίζει, συρομέν’ η άλυσος, απότομα, ελκύουσα σκληρώς τον κρίκον των χειλέων της. Η δε αρκούδα, πρόθυμος, υπακούουσα, επιταχύνει τον χορόν της, ενώ ο άνθρωπος βροντά με δύναμιν το ντέφι του…

Θα την συνέλαβεν, αναμφιβόλως, αρκουδόπουλον μικρόν, αρτίτοκον, εις καμμίαν φάραγγα του Πίνδου, της Ροδόπης, νεβρόν πλήρη αγριότητος και ρώμης, γεμάτον από τον ακάθεκτον χυμόν ζωής θηριώδους γεννημένον αποκάτω από το φύλλωμα καμμιάς γηραιάς οξιάς ή κανενός γιγαντίου γράβου, μέσα εις των δασών τα μαύρα βάθη, δίπλα εις την φοβεράν βοήν του παραρρέοντος χειμάρρου, νύκτα τινά τρικυμιώδη, υπό την χιονώδη του βορρά πνοήν, και υπό την αμυδράν λάμψιν των αστέρων, μαστιζομένων υπό της καταιγίδος. Θα εκαιροφυλάκτησε βεβαίως, κάποιαν στιγμήν, καθ’ ην θα έλειπεν η μάνα, ο πατήρ του, προς αναζήτησιν βοράς, ανύποπτοι, θα το είχαν αφήσει μόνον, έρημον, εμπιστευμένον εις την αγκαλιάν της μητρός φύσεως, χωμένον εις τον ίσκιον της φωλιάς του, και περιμένον να γυρίσουν. Και από ημερών κατασκοπεύων, ενεδρεύων μετά προσοχής, άμα το ηύρεν έτσι, εκατάλαβε πως ήτον εγκαταλειμμένον και ανυπεράσπιστον· θενά έτρεξεν αμέσως, θα εχώθ’ εις την μονιάν του, θα το ετύλιξε διαμιάς εις το καπότον του, θα το εζάλισε, θα το ετύφλωσε, και θα το άρπαξεν αιφνίδια, σπαράζον, σαστισμένον, ανίκανον ν’ αντισταθεί κατά της βδελυράς δυνάμεως του δόλου, προς της απάτης την τεχνικήν έφοδον. Ή, αφού άφησε κι επέρασαν μήνες τινές από την γέννησίν του, μόλις άρχισε να μεγαλώνει, θα του έστησε παγίδα ίσως, εκεί κάπου, εις την κρύπτην του κοντά, δοκάναν με προβάτου κρέας, κι εξελθόν δια να σκιρτήση εις τα χόρτα, να δοκιμάση την ισχύν των νέων νεύρων του, ελκυσθέν εκ της οσμής, θενά το έπιασε το άμαθον, μάτην εγείρον την ηχώ της λαγκαδιάς με τας εκπλήκτους ωρυγάς του. Και αφού άπαξ έγινε τοιουτοτρόπως κύριός του, θα το μετέφερεν εις την οικτράν του κατοικίαν, εις την αχυρόπλεκτον καλύβαν του, και θα του έκοψε τα νύχια τ’ ανυπόμονα να εμπηχθούν εις σάρκα, θα ξερίζωσε τα δόντια του, άτινα κνίζει από τώρα αίματος η όρεξις, θα του ετρύπησε τα χείλη, δια να περάση μεταξύ τον κρίκον, θα εδέσμευσε με τον χαλινόν το ρύγχος του, θα ήρμοσε την άλυσον, όπλα φυλακτικά της ανανδρίας του, δειλής προς ασφάλειάν του πονηρίας μηχανεύματα. Και αφού έτσι εσιγούρεψε το άθλιον πετσί του, θεν’ απέμεινε ζων έκτοτε μαζί του, θα το εκράτησε καιρόν συγκυλιόμενον όπως αυτός εντός της βρώμας της δυσώδους τρώγλης του, θα του εκόλλησε την λέραν του κορμιού του, θενά του μετέδωκε τις ψείρες του, και θενά ήρχισε δια της πείνας, δια της δίψας, δια του ξύλου, δια του φόβου, δια της βίας, δια της πειθούς και της ανάγκης, τυράννων αυτό, παιδαγωγών αχρείως εις τοιαύτα παίγνια, προς τέρψιν μέλλουσαν των όχλων. Αφού δε το εγύμνασε καλά καλά, αφού κατέπνιξε βραδέως βαθμηδόν εντός του παν γενναίον ένστικτον, αφού το έκαμε λημών, απόζον, οκνηρόν τετράποδον, εκνευρισμένον κατοικίδιον, αφού το εκατάντησε των φαύλων επιθυμιών του όργανον τυφλόν, μέσον ασυνείδητον, χωρίς υπερηφάνειαν, χωρίς θέλησιν, θα το επήρ’ από το χαλινάρι, και το σέρνει τώρα δούλον, στην σκλαβιάν ανατραφέν, το γεννημένον να πλανάτ’ αδέσμευτον, ελεύθερον ανά των ράχεων τα ύψη, εις ρεμματιές και εις χαράδρας κι εις δρυμούς, ακολουθούν αυτόν ανά τ’ ακάθαρτα σοκάκια των πόλεων, ανά τας συνοικίας των χωρίων, ως χειρόηθος μαϊμού, δια να επίδειξη την θαυματουργόν του ικανότητα. Κι ελεεινόν, ταπεινωμένον, δειμαλέον, άτονον υπείκον εις τους ραβδισμούς, εις τας στερήσεις και εις την συνήθειαν, αυτό, γυρίζει μετ’ αυτού, χορεύει, υποκρίνεται, χειροφιλεί, δέρεται, γρυλλίζει…
* * *

— Χάιντε τώρα να κάνει πώς φυλάει ου δραγάτης τα σταφύλια που πάνε να κλέψ’νε…
Και η αρκούδα, κάθεται του κ… βάζει πάλιν στη ράχη της το ξύλον, διαμπερές, πλάγιον, ως τουφέκι, ακουμπά τη μια του άκραν χάμω, το χουφτιάζει απ’ το άνω, κι απ’ το κάτω μέρος, κι αγναντεύει, ως από τσαρδάκαν υψηλήν, μακράν…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς σημαδεύει τους κλέφτες…
Και η αρκούδα, φέρνει το τουφέκι της το ξύλινον εμπρός, και το ευθύνει οριζόντιον, το στηρίζει επί των δακτυλίων των ποδών αυτής, επί του γόνατος, παρά την ρίζαν της μασχάλης, κρατούσ’ αυτό δια των χειρών, εν στάσει σκοπευτού, ετοίμου να πυροβολήση…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς αγαπιέτι του αντρόγυνου…
Και η αρκούδα, ωρθωμένη, εξαπλώνει τον βραχίονα, ωσάν να θέλη ν’ αγκαλίση, να ζητή να περιβάλη μέσην υποτιθεμένην προ αυτής, ερωτικώς…
— Χόρεψε καλά, μωρή…
Κι επισειόμενον το ρόπαλον, εξαίφνης, απειλεί αυτήν, ανόρεξον ολίγον δειχνομένην.
* * *

Χόρεψε καλά, ταλαίπωρη αρκούδα, χόρεψε καλά, δια να μη φάγη λακτισμούς ο πισινός σου! Χόρεψε γρήγορα και χόρεψε θερμά, δια να μη σου αργάσουν το τομάρι οι ξυλιές! Χόρεψε τεχνικά και χόρεψ’ εύθυμα, διότι το βράδυ, μέσα εις την πνιγηράν σας τρύπαν, όπου άγχεται το στήθος σου, δεν θα βρεθή ούτε καν ένα κόκαλον να γλείψης! Χόρεψε ποικιλότροπα, διότι θα δεθής σκληρότερα, και ισχυρότερα θα σφίξη ο κημός την μύτην σου! Χόρεψ’ αρκούδα, χόρεψε δια να γελάσουν οι διαβάται που περνούν! Χόρεψ’ αρκούδα, χόρεψε δια να σε ίδουν οι κυράδες του μεμακρυσμένου μαχαλά, που σε κοιτάζουν απ’ τας θύρας, από τα παράθυρα, και μειδιούν με τα παράξενά σου τα καμώματα! Χόρεψ’ αρκούδα, χόρεψε δια να διασκεδάσουν τα παιδόπουλα, όπου πολιορκούν τον βλάχον και την ορχηστρίδα του, φαιδρά δια το σπάνιον φαινόμενον, κι οπού σε βλέπουν έκπληκτα, και σε περιεργάζονται και σε θαυμάζουν και σ’ εμπαίζουν και χοροπηδούν τριγύρω σου κι αυτά, και προσεγγίζουν όσον δύνανται, και πού και πού επιχειρούν ν’ αδράξουν τρίχες αιφνιδίως και βιαίως από την μαύρην σου προβιάν, καθώς διαβαίνεις έμπροσθέν των! Και αν από τα μάτια τα μικρά σου, κάποτε, τα θαμβωμένα, στιγμιαίον όνειρον αποστασίας διελαύνει, συλλογίσου, ότι υπάρχουν εις τον κόσμον και άλλαι αλυσίδες, και χονδρότεραι! Και αν, ενίοτε, το βλέμμα το καμμύον σου, μ’ έρωτα προσηλούται εις του αντικρύ βουνού τα πλάτη, σκέψου πως πριν να κάμης κι έν’ ακόμη βήμα δι’ εκεί, περισσότερ’ από μίαν θενά είν’ αι ράβδοι που θα σου συντρίψουν τα πλευρά! Και αν από τον σκοτισμένον νουν σου, και τ’ ασφυκτιώντα στέρνα σου, και την ψυχήν σου την βασανισμένην, πόθος περνά, ανάμνησις, επιθυμία, μάταιον ορμέμφυτον, ω, ενθυμήσου πως δεν έχεις πλέον ούτε νύχια κοπτερά, ούτε οξείς οδόντας, ούτε μυς αδρούς, ούτε αλκήν πνευμόνων, ούτε σφρίγος αίματος!
* * *

— Χάιντε, τώρα να χαιρετίσει τους αφεντάδες…
Και η αρκούδα, υψώνει προς το κούτελον το χέρι, κάμνει το σχήμα, ευσεβάστως, ως στρατιώτης…
— Χάιντε, τώρα να κάνει πώς φυλάγουντι οι γυναίκις για να μην τις μαυρίσ’ ου ήλιος…
Και η αρκούδα, συγκάμπτει τον αγκώνα παρευθύς, καλύπτει δι’ αυτού την μούρην της, προσπαθεί ν’ αντικρούση ούτω πως το φως, να γλιτώση τας ακτίνας του καυστικού άστρου, ων η φλόγα την φοβίζει…
— Χάιντε, τώρα να κάνει πώς κοιμάται ου γέρος με τη γριά…
Και η αρκούδα εξαπλώνετ’ εις το χώμα, και κυλίετ’ επ’ αυτού, τείνουσα τους πόδας της, ανάσκελα, με την ράχην καταγής, κινούσα τους οπισινούς μηρούς της εις ασελγή σχήματα. Όταν δ’ εγείρεται ορθή, εκ νέου, επί της δοράς της μελανής της, άσπρη κηλίς πλατεία σκόνης εκτυπούται. Κι έτσι, ο αλήτης, δίδει το ντέφι προς αυτήν, δια να γυρίση επί άγραν πενταρών. Αλλ’ οι κυράδες δεν δεικνύουν και μεγάλην προθυμίαν, κάνουν ότι δεν προσέχουν διόλου τον αλλόκοτον επαίτην, αποφεύγουν να του ρίψουν αμοιβήν. Μόνον δε τρεις ή τέσσερες επιτυγχάνει να μαζεύση, τις οποίες παρουσιάζ’ εις τον αφέντην της, κι εκείνος εν στιγμή τις χών’ εις το ταγάρι του, μεμψίμοιρος.
* * *

— Μα δεν την χόρεψες καλά…, λέγει δικαιολογουμένη προς αυτόν μία χονδρή.
— Δε χόρεψ’ καλά, δε λες που δε θες να δώσ’ς!…, αποκρίνετ’ ο βλάχος θυμωδώς.
Και δυσαρεστημένος, ο αλήτης, έλκει εκ του χαλινού το ζώον του, κινείτ’ εις αναχώρησιν. Και μελαγχολικόν, βαρύθυμον, με ύφος ανιών, τετραποδίζον πάλιν, ακριβώς όπως ένας μολοσσός, λειψόθριξ, κολοβός, βαίνει το αρκούδιόν του εξωπίσω του, σκύβον την κεφαλήν, αργά βαδίζον, με την πλατείαν άσπρην του κηλίδα εις τα νώτα, στρογγυλήν, διαγραφομένην στο τομάρι του. Και καθώς βαίνει έτσι, λέγεις πως πράγματ’ ίσως συλλογίζεται, ότι εάν δεν ήτον η κατηραμένη αυτή άλυσος και ο κλοιός ο απεχθής και ο φρικτός ο κρίκος, θεν’ απετίνασσε με ένα μόνον της σιαγόνος κτύπημα τον μισητόν αλήτην, θα εσκόρπιζε τον συρφετόν των παρεστώτων, και θεν’ έφευγ’ έκφρον, ωρυόμενον, προς των αγρών την έκτασιν. Αλλ’ ο χαλκάς τού σφίγγει πάντα στερεώς τας σιαγόνας, ο κρίκος δυνατά συνέχει το οξύ του ρύγχος κλειδωμένον, και η σιδηρά του άλυσος, τραχεία, το τραβά, και άτολμον, ουτιδανόν, νυστάζον, προστρίβετ’ εις τας κνήμας του ανθρώπου, προχωρούν, ενώ των παιδαρίων ο σωρός ηγείται κι έπεται, εξαγγέλλων ανά την συνοικίαν του εξευτελισμένου θηρίου την διαπόμπευσιν…

  • Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1893. Ο Μητσάκης είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ζώα που βασανίζονται και συχνά αναφέρεται σε διηγήματά του σ’ αυτό το θέμα. Στο διήγημα αυτό θα πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα η παρατηρητικότητα, η δύναμη της περιγραφής και η διεισδυτικότητα της σκέψης του συγγραφέα σε συνδυασμό με την εκφραστική άνεση και το γλωσσικό πλούτο του, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πεζογραφία του Μητσάκη.

* Αρχική εικόνα: A Dancing Bear Painting by August Jernberg

 

eirini aivaliwtouΜιχαήλ Μητσάκης, «Αρκούδα»
Περισσότερα

Το ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη στον Γιώργο Χειμωνά μιλάει για την Αγαύη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κάθε βράδυ βγαίνει βόλτα με ένα καρότσι.
Μέσα του δεν υπάρχει μωρό, αλλά γάτα.
Τη φωνάζει Αγαύη και είναι τριών μηνών.
Κάθεται πάντοτε στο ίδιο παγκάκι. Στον
Βοτανικό κήπο. Την παίρνει αγκαλιά
και απαγγέλει στίχους από τον Άμλετ. Γύρω του
μαζεύονται διάφοροι: πόρνες, φονιάδες,
τραβεστί, νταβατζήδες, νάνοι από το
διπλανό τσίρκο, άρρωστοι με Έητζ που
το ‘σκασαν από το Λοιμωδών. Τους αφήνει
να τη χαϊδέψουν κι αν έχει κέφια, τους
δίνει να την κρατήσουν για λίγο στην
αγκαλιά τους. Μόλις αρχίσει να φέγγει
σηκώνεται βάζει την Αγαύη στο καρότσι
και φεύγει βιαστικά για να ανοίξει
το ιατρείο του. Όπως πάντα.
(στον Γιώργο Χειμωνά)

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ Ν’ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΙΚΡΕΣ (Πλέθρον,1989)

H Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1969. Σπούδασε Ιστορία, ελληνική φιλολογία και δημιουργική γραφή. Zει στην Ξάνθη και εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές» (Πλέθρον, 1989), «Σύρε καλέ την άλυσον» (Ενδυμίων, 2012, β’ έκδ. Bibliotheque, 2014), «Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» (Bibliotheque, 2016). Διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις. Διατηρεί το blog «Crying Game» (lifo.gr) και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Στο θέατρο έχουν παρουσιαστεί τα έργα της «Στέλλα travel/η γη της απαγγελίας» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2013), «Ραμόνα travel/η γη της καλοσύνης» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης , Φεστιβάλ Αθηνών, 2014), «Donna abbandonata ή Πολύ με στεναχωρήσατε κύριε Γιώργο μου» (σκην. Θ. Γκόνης, Φεστιβάλ Φιλίππων, 2014), «Αχ!/(ξανα)διαβάζοντας την κερένια κούκλα του Χρηστομάνου» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2014), που εκδόθηκαν σ’ έναν τόμο («Τέσσερα θεατρικά», εκδ. Bibliotheque, 2015).

eirini aivaliwtouΤο ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη στον Γιώργο Χειμωνά μιλάει για την Αγαύη
Περισσότερα

«Dostoyevskaya Metro Station». Τέσσερα διηγήματα του Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η Ελένη Μποζά σκηνοθετεί τέσσερα διηγήματα του Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας από την Τετάρτη 1η Νοεμβρίου 2017, με τίτλο «Dostoyevskaya Metro Station».

Πρόκειται για μία σκηνική σύνθεση, το κείμενο της οποίας προκύπτει από τη δραματουργική επεξεργασία των διηγημάτων της ώριμης περιόδου του συγγραφέα: «Μια αισχρή ιστορία», «Κροκόδειλος», «Μπαμπόκ», «Το όνειρο ενός γελοίου».

Ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι αποτελεί για άλλη μια φορά πηγή έμπνευσης για την Ελένη Μποζά, μετά την εξαιρετική παράσταση «Με αφορμή το χιόνι που λιώνει» που ανέβηκε από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού το 2004.

 

Σημείωμα της σκηνοθέτιδος
Σε μία εμφανώς μεταβατική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, εν αναμονή της επερχόμενης δυστοπικής πραγματικότητας που προκαλεί στα άκρα την ανθρώπινη ύπαρξη, πέντε ηθοποιοί με όχημα το αιχμηρό χιούμορ του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, διαπραγματεύονται τη σύνδεση του χθες με το σήμερα, ατενίζοντας το αύριο κατάματα. Χρησιμοποιώντας θραύσματα από το συγκεκριμένο υλικό, οι ηθοποιοί της παράστασης διαδηλώνουν με χιούμορ τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από τη σύγχρονη ρευστή μετανεωτερική πραγματικότητα»

Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μποζά
Εικαστική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης – Ελένη Μποζά
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Γκότση

Το κείμενο της παράστασης είναι βασισμένο στη μετάφραση της Σταυρούλας Αργυροπούλου από τις εκδόσεις ΡΟΕΣ

Ερμηνεύουν: Νίκος Γιαλελής, Αντριάνα Ανδρέοβιτς, Ελένη Ανδρικοπούλου, Κώστας Κουτρουμπής, Χάρης Μπαλασόπουλος

  • Σημείωση: Ο συμβολικός τίτλος της παράστασης αντλείται από τον ομώνυμο σταθμό του μετρό της Ρωσίας που άνοιξε το 2010 και κοσμείται με έργα που απεικονίζουν σκηνές από τα έργα του Ντοστογιέφσκι.

Πληροφορίες

Β’ ΣΚΗΝΗ
ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

Dostoyevskaya metro station*
Βασισμένο σε 4 διηγήματα του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Μποζά

Πρεμιέρα: Τετάρτη 1η Νοεμβρίου

Β’ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας
Κεφαλληνίας 18, Κυψέλη
Κρατήσεις: 2114117878

Παραστάσεις:
Από 1η Νοεμβρίου
Τετάρτη 20:00, Πέμπτη 21.00

Διάρκεια:
1 ώρα 40΄

Τιμές εισιτηρίων:
Κανονικό: 12 ευρώ
Φοιτητικό: 10 ευρώ
Άνεργοι & Ατέλειες: 5 ευρώ

Προπώληση:
Viva.gr, 11876, Seven Spots, Reload, Media Markt, Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα.gr, Viva Kiosk Σύνταγμα

Επικοινωνία-προβολή
Ανζελίκα Καψαμπέλη – Έλενα Γρίβα

eirini aivaliwtou«Dostoyevskaya Metro Station». Τέσσερα διηγήματα του Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας
Περισσότερα

Κυκλοφορεί το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, «Μοτέλ Μορένα» με τη σύγκουση Τέχνης και μυστηρίου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ένα παράξενο νησί.

Ένας περιοδεύων θίασος

Μια ατμοσφαιρική ιστορία,

που παίζει με τα όρια της λογικής.

Το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, «Μοτέλ Μορένα», κυκλοφορεί ήδη από τη Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Ένας πενταμελής θίασος με επικεφαλής τους πρωταγωνιστές Ρομάν, σκηνοθέτη-συγγραφέα, και τη σύντροφό του Θίντα, πρώην σταρ του σινεμά, φτάνει στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας του, σ’ ένα παράξενο νησί με ψηλούς βράχους αλλά και οργιώδη βλάστηση. Όσα ακολουθούν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο αλλόκοτα από το απόκοσμο έργο που ο θίασος θα ανεβάσει μπροστά σε ένα εντελώς ιδιόρρυθμο κοινό. Δυνάμεις υπόγειες, αρχέγονες αλλά και διαχρονικές αρχίζουν να εμφανίζονται για να αμφισβητήσουν κάθε ορθολογισμό.

Το «Μοτέλ Μορένα» αφηγείται την άλλη πλευρά του πολιτισμού, που πολλοί νομίζουν ότι χάθηκε, αλλά τα ίχνη του είναι ορατά σε κάθε συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιστορία όπου η Τέχνη συγκρούεται με το μυστήριο που τη γέννησε.

Ο Αλέξης Σταμάτης στο νέο του βιβλίο παίζει με τα όρια της λογικής και δημιουργεί μια ατμοσφαιρική ιστορία, ανοιχτή σε ερμηνείες, με ισχυρό σασπένς και πλοκή που καθηλώνει, θυμίζοντας συχνά τον ονειρικό κόσμο του Ντέιβιντ Λιντς.

Δείτε εδώ το βίντεο του βιβλίου:

Αλέξης Σταμάτης

«Μοτέλ Μορένα»

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

eirini aivaliwtouΚυκλοφορεί το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, «Μοτέλ Μορένα» με τη σύγκουση Τέχνης και μυστηρίου
Περισσότερα

Η «Ολεάννα» του Ντέιβιντ Μάμετ με τον Δημήτρη Πετρόπουλο και την Ντάνη Γιαννακοπούλου στο OLVIO

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«Εκείνος λέει, ότι ήταν απλώς ένα μάθημα. Εκείνη, σεξουαλική παρενόχληση.
Όποιον και να πιστέψετε, θα κάνετε λάθος».
Ντέιβιντ Μάμετ

Η «Ολεάννα», έργο εμβληματικό του βραβευμένου με Πούλιτζερ συγγραφέα Ντέιβιντ Μάμετ, παρουσιάζεται για 2η χρονιά από τις 21 Οκτωβρίου στο θέατρο OLVIO. Ο Δημήτρης Πετρόπουλος, στο ρόλο του καθηγητή Πανεπιστημίου και η Ντάνη Γιαννακοπούλου (υποψήφια φέτος για το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» με το έργο «Άγριος Σπόρος» του Γιάννη Τσίρου, θέατρο Επί Κολωνώ) στο ρόλο της φοιτήτριας, βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα ανελέητο παιχνίδι εξουσίας.

Ένας επιτυχημένος καθηγητής Πανεπιστημίου προτείνει σε μια νεαρή φοιτήτριά του ιδιαίτερα μαθήματα, καθώς εκείνη ανησυχεί, ότι θα αποτύχει στις εξετάσεις. Μια συνήθης, όμως, συμφωνία εξελίσσεται σε μια βίαιη λεκτικά, ψυχολογικά και σωματικά αντιπαράθεση: η φοιτήτρια τον κατηγορεί για κατάχρηση εξουσίας και σεξουαλική παρενόχληση και για τον καθηγητή το όνειρο της μονιμοποίησης και της αγοράς ενός καινούργιου σπιτιού καταρρέει.

Στην «Ολεάννα», ο Ντέιβιντ Μάμετ διερευνά τα όρια των ανθρωπίνων σχέσεων, σκιαγραφεί τις σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται ανάμεσα στα φύλα και καταδεικνύει την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας μέσω του λόγου. Κυρίως, όμως, ο Μάμετ γράφει ένα έργο για την πολιτική ορθότητα.

Γραμμένη το 1992, η «Ολεάννα» ανέβηκε ένα χρόνο αργότερα στο διεθνούς φήμης Royal Court Theatre σε σκηνοθεσία του βραβευμένου με Νομπέλ Χάρολντ Πίντερ. To 1994 o ίδιος ο Μάμετ μετέφερε το έργο του και στον κινηματογράφο με τον ομώνυμο τίτλο.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Σκηνικά- Κοστούμια: Έλλη Λιδωρικιώτη
Επιμέλεια Κίνησης: Νατάσα Παπαμιχαήλ
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνοθέτη: Έμμα Μαυρέλη
Φωτογραφία-Video: Νίκος Βούλγαρης
Ερμηνεύουν: Δημήτρης Πετρόπουλος, Ντάνη Γιαννακοπούλου

Πληροφορίες

ΟΛΕΑΝΝΑ
του Ντέιβιντ Μάμετ
Σκην.: Νικορέστης Χανιωτάκης
Με τον Δημήτρη Πετρόπουλο και την Ντάνη Γιαννακοπούλου
Από το Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή στις 21:30, Σάββατο και Κυριακή στις 20:00
Διάρκεια: 85 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Trailer: ΟΛΕΑΝΝΑ shorttrailer

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Θέατρο OLVIO

Τιμές εισιτηρίων: Ταμείο: 12€ κανονικό, 9€ μειωμένο (για φοιτητές, ανέργους, ΑΜΕΑ)
Προπώληση: από 8€

Θέατρο OLVIO
Ιερά Οδός 67 & Φαλαισίας 7, Βοτανικός, τηλ.: 210 34 14 118
Ώρες κράτησης εισιτηρίων: 17:00- 21:00
W www.olviotheater.gr| Μ olvio.info@gmail.com | FB OLVIO.theater

eirini aivaliwtouΗ «Ολεάννα» του Ντέιβιντ Μάμετ με τον Δημήτρη Πετρόπουλο και την Ντάνη Γιαννακοπούλου στο OLVIO
Περισσότερα

Χαρά-Μάτα Γιαννάτου: «Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πέντε ετών παιδί είχε παρευρεθεί, στη Γερμανία, στα γυρίσματα μιας ταινίας στην οποία έπαιζε ο παππούς της, γνωστός ηθοποιός στη χώρα αυτή. Αισθανόταν όμορφα, της άρεσε να τον βλέπει και να τον θαυμάζει. Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό, την πλησίασε ο παραγωγός. «Εσύ μια μέρα θα γίνεις ηθοποιός» της είπε. Η διαίσθηση του επαγγελματία ήταν σωστή. Σήμερα η Χαρά – Μάτα Γιαννάτου, αν και πολύ νέα, διαπρέπει στην τέχνη αυτή. Γιατί μεγαλώνοντας αποφάσισε να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και να δοκιμάσει τις ικανότητές της στην υποκριτική. Τη γνωρίσαμε κι εμείς οι θεατές κι ολοένα αυξάνονται οι θεατρόφιλοι που την επαινούν. Μάθαμε ταυτόχρονα πως πατέρας της είναι ο Νίκος Γιαννάτος, ο μπασίστας των Πυξ Λαξ, και η μητέρα της, Χριστίνα Λάιπνιχ, εργαζόταν ως βοηθός σκηνής και βοηθός σκηνοθέτη στο Βερολίνο. Ηθοποιός όμως έγινε -όπως είπαμε- χάρη στον παππού της, τον Χάραλντ Λάιπνιχ, το Γερμανό ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου που τον ακολουθούσε στα γυρίσματα.
Προσωπικά θυμάμαι μια έντονη και ωραία στιγμή τής μέχρι τώρα σταδιοδρομίας της. Όταν μέσα στη σκοτεινή πνοή μιας νύχτας καλοκαιρινής, με τη μυρωδιά της ρητίνης και της αλμύρας να με κυκλώνει από παντού, στη μοναξιά των προσηλωμένων σκέψεων, προσπαθώντας να βολευτώ στα πέτρινα καθίσματα της αρχαίας θεατρικής αχιβάδας, την είδα να αγγίζει το χώμα, να ισορροπεί, να λυγίζει σαν κλαδί, να μαγεύει. Ήταν στη Μικρή Επίδαυρο, σε μια παράσταση αυτοεξόριστων αγγέλων, τη «Μητρόπολη» της ομάδας Momentum, στην οποία η Μάτα – Χαρά Γιαννάτου με την απόκοσμη παρουσία της εντυπωσίασε τα μάλα το κοινό και μένα μαζί. Μια νεαρή γυναίκα πανέμορφη, χαριτωμένη και χαρισματική, με ουράνια μάτια, που έπαιζε με πάθος, σαν άνεμος θαλασσινός. Μια κόρη Ταναγραία, μια Πιετά, ένας κισσός. Βρόντηξε το ταλέντο εκείνων των παιδιών στο αργολικό Νησί, δίπλα στην αρχαία βυθισμένη πολιτεία. «Φλογεροί βάρδοι του μυθώδους και του ιστορικού, ιερατικοί μέσα στα ωραία και αισθησιακά κοστούμια τους, ανάμεσα στους απέριττους κίονες του σκηνικού», θυμάμαι τους είχα χαρακτηρίσει τότε. Τη «Μητρόπολη» την ξαναείδα ένα χρόνο αργότερα, αρχές καλοκαιριού του 2017, στο Σύγχρονο Θέατρο. Πάλι και τότε θαύμασα τη Χαρά Μάτα, ένα… χάραμα απύθμενης γλυκύτητας. Όπως στη «Λαμπεντούζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στο πλευρό του Αργύρη Ξάφη και στην παράσταση «Ο σεισμός στη Χιλή (2015)», σε σκηνοθεσία Ακύλλα Καραζήση. Όπως στο «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και στην ταινία «Μια ανάσα» του Christian Zübert.
Είναι μια ηθοποιός που έχει τη στόφα μιας ξεχωριστής προσωπικότητας στη σκηνή. Όταν αρχίζει να παίζει, όλα τα άλλα ησυχάζουν στο μυαλό σου. Διαθέτει το χάρισμα μιας εξαιρετικής εμφάνισης αλλά εκείνο που την αναδεικνύει στην τέχνη της είναι η ευγένεια του χαρακτήρα της και η εργατικότητα. Ένα πλάσμα με πολλή ελευθερία μέσα του, που όταν δουλεύει σκαλίζει βαθιά μέσα στις μνήμες, τις εμπειρίες και τη ζωή, και βρίσκει πάντα τον τρόπο που πείθει και γοητεύει το θεατή.

Βλέποντάς της από κοντά για τις ανάγκες της συνέντευξης έχω την αίσθηση πως αντικρίζω μία από κείνες τις θεϊκές, ηρωικές, ρομαντικές και φωτεινές ηρωίδες του Τόλκιν. Μια Πριγκίπισσα των Ξωτικών που σύντομα θα μεταμορφωθεί σε θαλασσοπούλι και με τον λευκό της λαιμό τεντωμένο θα πετάξει πάνω από πελάγη και ωκεανούς, μέχρι που να φέρει το αντίτιμο της συγχώρεσης και της βοήθειας για το γένος των ανθρώπων.
Επιστρέφω όμως από τα σύννεφα στην πραγματικότητα για να σας επισημάνω πως μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου μπορείτε να τη δείτε στο «Έξυπνο πουλί» του Ζωρζ Φεντώ, που παίζεται στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Από τον Φεβρουάριο του 2018, στην επιθεώρηση «Μεγάλο κρεβάτι» και στον «Υμπύ Τύραννο» του Αλφρέ Ζαρρύ (σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο) στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία και τα δύο του Μάνου Βαβαδάκη.

«Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια», λέει στη συνέντευξη – πορτρέτο που παραχώρησε στο catisart.gr. Η ίδια σε κάθε νέα δουλειά επιδιώκει πάντα να μάθει κάτι καινούργιο. Κάτι γι’ αυτήν, κάτι για τη ζωή, κάτι για το θέατρο…

* Θυμάμαι πολύ τα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη και δεν ξεχνώ το παιχνίδι κάθε απόγευμα που βγαίναμε 5 η ώρα, όλα τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουμε μαζί. Ακόμα και τώρα όποτε πηγαίνω στη Νέα Σμύρνη συγκινούμαι όταν περνάω από τους δρόμους που έπαιζα όταν ήμουνα παιδί.

– Πώς συνέβη και μπήκε το θέατρο στη ζωή σου.

* Την πρώτη φορά που το σκέφτηκα ήμουνα πολύ μικρή, γύρω στα πέντε νομίζω. Ο Γερμανός παππούς μου, στη Γερμανία, ήταν ηθοποιός και είχαμε πάει στα γυρίσματα μιας ταινίας που έκανε. Γενικότερα μου άρεσε όταν τον έβλεπα. Τον θαύμαζα για όσα έκανε. Παρ’ όλα αυτά δεν το είχα σκεφθεί ποτέ και στα γυρίσματα της ταινίας, όταν έκανε διάλειμμα και τρώγαμε και όλοι μαζί, ήρθε ο παραγωγός και με το που μπήκε μέσα και με είδε μου έσφιξε το χέρι και μου λέει: Εσύ μια μέρα θα γίνεις ηθοποιός. Τότε μου «μπήκε το μικρόβιο» και όταν μεγάλωσα είπα: «Γιατί δεν το δοκιμάζω, ωραίο μου φαίνεται, θα ήθελα να δω τι είναι αυτό». Έτσι όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με αυτό κόλλησα, δεν μπόρεσα μετά να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου.

– Κάποιος άλλος στην οικογένεια έχει σχέση με το θέατρο;

* Η μαμά μου για πολλά χρόνια στο Βερολίνο, είχε υπάρξει βοηθός σκηνής και βοηθός σκηνοθέτη. Ασχολούνταν κι εκείνη με το θέατρο αλλά στην πίσω πλευρά του.

 

– Τελείωσες τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ποιοι ήταν εκεί οι αγαπημένοι σου δάσκαλοι;

* Ήμασταν πολύ τυχεροί στο έτος μου. Ξεχωρίζω σίγουρα τον Ακύλλα Καραζήση, που είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος και σκηνοθέτης. Σίγουρα τη Χαρά Κεφαλά που μας έκανε τραγούδι. Ήταν τελείως διαφορετική αλλά πραγματικά πολύ καλή σε αυτό που μας έκανε. Όλους μας προχώρησε πάρα πολύ σε αυτό το κομμάτι. Επίσης θέλω να αναφέρω με πολλή συγκίνηση μια πολύ σημαντική δασκάλα, την Αμάλια Μπένετ. Μένω σε αυτούς, αν και όλοι μας χάρισαν πολλά με την εμπειρία και τις γνώσεις τους.

– Τώρα είσαι στο θέατρο τέσσερα χρόνια και έχεις μια συνεχή πορεία χωρίς διακοπή.

* Ουσιαστικά τα δυόμισι τελευταία χρόνια έχω καταφέρει να βιοπορίζομαι από το θέατρο.

– Τι αποκόμισες από τις συμμετοχές σου, από τις συνεργασίες σου;

* Η αλήθεια είναι ότι είμαι πολύ τυχερή γιατί ενώ δεν έχω μείνει χωρίς δουλειά για πολύ καιρό από τότε που τελείωσα, παράλληλα και έχω υπάρξει και σε καλές δουλειές, με ανθρώπους που θαυμάζω, και σε δουλειές που ήθελα να είμαι. Οπότε για κάθε μία από αυτές τις δουλειές θυμάμαι τα καλύτερα. Από κάθε μία έχω πάρει κάτι ξεχωριστό και δεν υπάρχει ούτε μία που να λέω ότι έχω μετανιώσει επειδή την έκανα.

 

– Διατηρείς άσβεστο τον ενθουσιασμό σου από τη στιγμή που βγήκες από τη Σχολή μέχρι τώρα;

* Εννοείται. Κάθε φορά είναι κάτι καινούργιο που το αγαπώ και αφοσιώνομαι σ’ αυτό. Αυτό μας το έμαθαν στη Σχολή. Βέβαια αυτό είναι ένα επάγγελμα που καμιά φορά μας κουράζει, είναι πολύ προσωπικό. Όταν γυρνάς σπίτι σου δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Δηλαδή όταν είσαι σε πρόβες για μια παράσταση είσαι σε πρόβες και στον ύπνο σου, δεν σταματάει αυτό ποτέ, οπότε μπορεί πολλές φορές να γίνει κουραστικό. Αυτό υπήρχε και μέσα στη Σχολή, δεν ήταν κάτι που έγινε μετά. Οπότε ο ενθουσιασμός είναι πάντα ο ίδιος γιατί έρχεται κάτι καινούργιο. Έτσι δεν μπορείς να συγκρίνεις τη μια δουλειά με την άλλη, πάλι ενθουσιάζεσαι σαν να είναι σαν πρώτη φορά. Συνεργάζεσαι με καινούργιους ανθρώπους, με καινούργιους σκηνοθέτες, με καινούργιους συναδέλφους. Όλα είναι διαφορετικά. Μόνον ο ενθουσιασμός είναι ο ίδιος, δεν χάνεται. Τουλάχιστον τώρα, δεν ξέρω πώς θα είναι σε κάποια χρόνια. Αλλά τώρα έτσι αισθάνομαι.

– Την προηγούμενη σεζόν σε θαυμάσαμε στο έργο του Άντερς Λουστγκάρτεν «Λαμπεντούζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Αργύρη Ξάφη, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου;

* Ήταν άλλη μία από αυτές τις δουλειές που είχα την τύχη να συμμετέχω. Σε ένα κείμενο πολύ έξυπνο, πολύ σύγχρονο που, ενώ μιλάει για τον ρατσισμό και το προσφυγικό, θέματα για τα οποία όλοι μιλάνε και όλοι έχουν άποψη, εν τούτοις δεν ήταν καθόλου κουραστικό. Το αντίθετο συνέβη και αυτό οφείλεται και στον σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και στον συγγραφέα Άντερς Λουστγκάρτεν. Το κείμενο είναι έξυπνα γραμμένο. Αφηγείται δύο προσωπικές ιστορίες που σε κάνουν να ξεχνάς ότι μιλούν για το προσφυγικό. Το έργο δεν έχει καθόλου διδακτική διάθεση, αν και εμένα με έκανε να νιώσω το πρόβλημα ώστε να θέλω να κάνω κάτι γι’ αυτό. Υποδυόμουν την Ντενίζ, μια Κινεζοεγγλέζα φοιτήτρια στην Αγγλία όπου πάντα βίωνε ένα ρατσισμό και έχει γίνει πολύ σκληρή για να καταφέρει να αντιμετωπίσει και να προχωρήσει κάπως στη ζωή της μέχρι να γίνει η ανατροπή στη ζωή και στον τρόπο που αντιμετώπιζε τα πράγματα ύστερα από μια ερώτηση που της έκανε μια άλλη κοπέλα, επίσης μετανάστης.
Αλλά και ο άλλος ρόλος, ο Στέφανο, που υποδυόταν ο Αργύρης Ξάφης, ήταν ένας άντρας που συναντάμε εδώ στην Ελλάδα, στα δικά μας νησιά, ένας από αυτούς που πέφτουν στη θάλασσα και προσπαθούν να σώσουν ανθρώπινες ζωές που αναζητούν το καλύτερο. Όπως η Ντενίζ έτσι και ο Στέφανο αλλάζει τρόπο σκέψης όταν γνωρίζει έναν μετανάστη από την Αφρική και γίνεται φίλος του. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων μας κάνουν να βλέπουμε πως υπάρχει ελπίδα, μας κάνουν περισσότερο αισιόδοξους για το αύριο.
Τα ίδια θετικά συναισθήματα που είχε η Ντενίζ, τα είχα και εγώ δουλεύοντας με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και δίπλα στον Αργύρη Ξάφη. Ναι, ήμουνα πολύ τυχερή. Ένιωθα από την αρχή ασφάλεια γι’ αυτή τη δουλειά γιατί ήξερα ότι έχω δίπλα μου έμπειρους ανθρώπους. Ένιωθα εμπιστοσύνη και έπαιρνα πράγματα από αυτούς. Είναι και οι δύο άνθρωποι ανοιχτοί, πολύ ωραίοι και ευγενικοί. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που κάναμε αυτή τη δουλειά μαζί.

 

– Θέλω να σε ρωτήσω για την εμπειρία μιας άλλης παράστασης που και πέρυσι παίχτηκε και φέτος την επαναλάβατε με κάποιες διαφορές βέβαια. Τη «Μητρόπολη» σε σκηνοθεσία Αργύρη Πανταζάρα. Πώς ήταν όλη αυτή η εμπειρία στο μικρό αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δίπλα σε ένα νέο και καινοτόμο καλλιτέχνη όπως είναι ο Αργύρης;

* Έχω συνηθίσει να κάνω δουλειές και με συμφοιτητές μου, και με ανθρώπους της ηλικίας μου που κάπως ξέρουμε ότι έχουμε μια κοινή γλώσσα. Οπότε αυτό για μένα ήταν οικείο, το ότι ήμασταν μια ομάδα νέων ηθοποιών που γνωρίζονται και από πριν. Ένιωθα μια ασφάλεια ξεχωριστή αν και την ίδια ασφάλεια νιώθω όταν συνεργάζομαι με παλιότερους, έμπειρους συναδέλφους. Ο Αργύρης είχε μια πολύ όμορφη ιδέα, με τους αγγελιοφόρους από τις πέντε τραγωδίες. Ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι μας δόθηκε η ευκαιρία να αρθρώσουμε σημαντικά αποσπάσματα από τα κείμενα των αρχαίων τραγικών, ειδικά σε αυτό το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Πριν από την παράσταση με φίλους ηθοποιούς, συγγραφείς, ποιητές, μουσικούς, κάναμε μια εξερεύνηση πιο κυκλική πάνω στην όλη παράσταση. Και φέτος όμως η επανάληψη είχε τη δυσκολία της μεταφοράς σε ένα κλειστό θέατρο, στο «Σύγχρονο», χωρίς όμως να λείψει κάτι από τη μαγεία της Επιδαύρου. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία που ήμασταν όλοι μαζί και που προσπαθήσαμε να δώσουμε το καλύτερο.

– Θέλεις να μου πεις αγαπημένους σου ρόλους που σκέπτεσαι ότι θα ήθελες στο μέλλον να τους υποδυθείς.

* Δεν έχω κάποιους συγκεκριμένους που θα ήθελα οπωσδήποτε να τους παίξω. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο ή όταν βλέπω μια ταινία φαντάζομαι τον εαυτό μου ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αλλά μόνο μέχρι εκεί. Δεν έχω ρόλους που λέω ότι θα ήθελα πολύ να παίξω μια ημέρα.

 

– Μάλλον περιμένεις να έρθουν οι ρόλοι.

* Ακριβώς γιατί πάντα ένας ρόλος έχει να κάνει και με το ποιοι θα είναι δίπλα σου. Ποιος σκηνοθέτης, ποια ομάδα, ποιοι άλλοι ηθοποιοί. Για μένα δεν έχει τόσο σημασία ο ρόλος όσο έχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνει η δουλειά.

– Έχεις κάνει και κινηματογράφο. Θα ήθελες να μιλήσεις για αυτή σου την εμπειρία;

* Μέχρι τώρα έχω πάρει μέρος σε δύο ταινίες. Στον «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και στην ελληνογερμανική «Μια ανάσα» του Κρίστιαν Τσούμπερτ. Ήταν πλούσιες και δυνατές ταινίες. Σίγουρα ο κινηματογράφος είναι ένα γοητευτικό μέσο και θα ήθελα να ξανακάνω αν και το θέατρο είναι το βασικό κομμάτι της ζωής μου και δύσκολα θα το απαρνηθώ. Το να μην κάνω ένα χρόνο θέατρο δεν μπορώ να το καταλάβω ενώ δεν θα έλεγα το ίδιο για τον κινηματογράφο. Βέβαια η Δραματική Σχολή ουσιαστικά σε εκπαιδεύει για το θέατρο. Δεν ξέρω όμως αν ξεκινούσα να κάνω πιο πολλές ταινίες αν θα άλλαζα σκέψεις. Σίγουρα και τα δύο μέσα με γοητεύουν… Εδώ όμως μπορώ να πω ότι με γοήτευσε ο Τάσος Μπουλμέτης και με τη μοναδική του «Πολίτικη κουζίνα» αλλά κυρίως με την εξαιρετική συνεργασία που είχα μαζί του στον «Νοτιά». Ήταν τόσο οικείος και τόσο απλός άνθρωπος. Μας άνοιξε το σπίτι του, κάναμε πρόβες, κάναμε παρέα και δουλεύαμε συγχρόνως. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εμπειρία. Είναι ένας σκηνοθέτης που σέβεται πολύ τους ηθοποιούς. Ξέρει τι θέλει, έχει ένα όραμα και η δουλειά μαζί του ήταν ήρεμη και όμορφη.

 

– Τώρα θέλω να αναφερθούμε στην τέχνη της μουσικής και του τραγουδιού. Τι ρόλο έχουν παίξει στη ζωή σου;

* Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι γεμάτο νότες. Ο μπαμπάς μου είναι μουσικός (σ.σ.: Νίκος Γιαννάτος, μπασίστας των Πυξ Λαξ), η μαμά μου ακούει πολλή μουσική, κι εγώ έχω προσπαθήσει πολλές φορές να μάθω διάφορα μουσικά όργανα αλλά δεν τα έχω καταφέρει. Δεν είχα ποτέ την πειθαρχία να αφιερώσω τόσο χρόνο όσο χρειάζεται για να μάθεις πραγματικά ένα μουσικό όργανο. Είναι κάτι για το οποίο μετανιώνω που δεν το έχω κάνει. Όπως και με το τραγούδι μετανιώνω που δεν έχω ασχοληθεί περισσότερο ώστε να φθάσω πιο ψηλά. Το μετανιώνω που δεν έχω βρει τη δύναμη, την πειθαρχία, τον χρόνο να το κυνηγήσω λίγο παραπάνω.

– Πιστεύεις ότι ο ηθοποιός πρέπει να μαθαίνει συνέχεια;

* Νομίζω ότι δεν γίνεται διαφορετικά. Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια. Σε οποιαδήποτε νέα δουλειά επιδιώκω να μάθω κάτι καινούργιο. Κάτι για εμένα, κάτι για τη ζωή, κάτι για το θέατρο. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να κάνεις αυτή τη δουλειά.

 

– Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

* Δημιουργικούς πολύ, με όρεξη και με πολλή δύναμη. Βέβαια η γενιά μου έχει γεννηθεί μέσα στα χρόνια της κρίσης, οπότε έχουμε μάθει αυτή τη δουλειά με τις συνθήκες τις τωρινές και δεν χρειάζεται να προσαρμόσουμε τον τρόπο της ζωής μας όπως συμβαίνει με τους παλιότερους συναδέλφους μας, πράγμα που σημαίνει πως μπορεί για κάποιους αυτό να είναι τρομερά δύσκολο. Από την άλλη όμως υπάρχει ο κίνδυνος να υποτιμάς τον εαυτό σου ή να πηγαίνεις εύκολα σε κάποιες δουλειές μόνο και μόνο επειδή θέλεις να είσαι μέσα στον χώρο. Πολλοί σίγουρα εκμεταλλεύονται αυτή την ανάγκη ενός ηθοποιού να παίξει και να φανεί. Όλα αυτά σε αναγκάζουν να είσαι περισσότερο προσεκτικός και υπεύθυνος στις όποιες επιλογές σου. Αυτό για εμένα έχει ένα θετικό, το ότι μας αναγκάζει να είμαστε δημιουργικοί και σε συνεχή αναζήτηση. Πιστεύω ότι η παραίτηση δεν πρέπει να υπάρχει στο λεξιλόγιό μας. Ξέρω συναδέλφους που, ενώ έχουν περάσει μεγάλα διαστήματα χωρίς δουλειά, δεν τα παρατάνε. Συνεχίζουν με κάτι δικό τους και πάντα με όρεξη. Αυτό βέβαια χρειάζεται δύναμη για να το αντέξεις. Όπως λέγανε παλιά, πρέπει να έχεις γερό στομάχι.

– Μάτα, πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου με λίγες λέξεις;

* Γενικά πιστεύω ότι είμαι σχετικά χαλαρή. Προσπαθώ και θέλω να είμαι αισιόδοξη, χαρούμενη. Μου αρέσει να γελάω αλλά δυστυχώς είμαι πολύ αναβλητική.

 

– Τι σε ενοχλεί, τι απεχθάνεσαι;

* Απεχθάνομαι την έλλειψη ευγένειας και σεβασμού. Με ενοχλεί η αγένεια από όποιον κι αν προέρχεται. Αυτές οι συμπεριφορές με θυμώνουν.

– Τι θαυμάζεις;

* Θαυμάζω πολύ τους ανθρώπους που είναι αισιόδοξοι και χαρούμενοι. Επίσης αυτούς που δεν γκρινιάζουν.

– Τι μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις από συγκίνηση;

* Είναι πολύ αστείο αυτό που θα πω αλλά τα παραπάνω συναισθήματα τα νιώθω όταν παρατηρώ τις σχέσεις ζώων και ανθρώπων. Με συγκινεί πάντα η αγάπη των ζώων προς τους ανθρώπους.

 

– Τι μπορεί να σε κάνει να χαμογελάσεις αυθόρμητα;

* Ένα παιδάκι με όλα όσα κάνει, με όλα όσα λέει.

– Τι σημαίνει για σένα η λέξη «αλληλεγγύη»;

* Να μπορείς να κοιτάς τον άλλον στα μάτια.

 

– Έρωτας τι σημαίνει για εσένα;

* Είναι κάτι πολύ σημαντικό, πιστεύω ότι έχει γίνει απαραίτητο στη ζωή κάθε ανθρώπου.

– Διαβάζεις κάποιο βιβλίο αυτή την εποχή;

* Διαβάζω το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ με τον τίτλο «Θέατρο του Σάμπαθ».

– Τι περιμένεις από το μέλλον σου;

* Να μπορώ να συνεχίσω να κάνω αυτή τη δουλειά. Να μπορώ να βιοπορίζομαι από αυτήν. Θέλω να είμαι τόσο τυχερή όσο ήμουν αυτά τα πρώτα τέσσερα χρόνια και να κάνω δουλειές με ανθρώπους που θαυμάζω και αγαπώ και να είναι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Μάλιστα έχω ήδη καλά μηνύματα που μου έφερε η αδελφή μου και το πρώτο μου ανιψάκι αυτό το καλοκαίρι. Μάλιστα πήγα να τους δω στον Καναδά όπου ζει η αδελφή μου για τα γεννητούρια.

– Να σας ζήσει! Επόμενα σχέδια;

* Θα ξανακάνουμε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, από τις 14 Φεβρουαρίου μέχρι και τις 29 Μαρτίου 2018, την επιθεώρηση «Μεγάλο κρεβάτι» που είχαμε ανεβάσει στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ για τον Έρωτα» σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη, με τους Κατερίνα Ζησούδη, Μαρία Μοσχούρη, Γιάννη Νιάρρο, Πάνο Παπαδόπουλο, Νάνσυ Σιδέρη, Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο.

 

– Τι θέλεις να μας πεις για τις δουλειές που παίζεις τώρα; Πρώτα για το «Έξυπνο πουλί» του Ζωρζ Φεντώ…

* Αρχίσαμε στις αρχές Οκτωβρίου και θα παίζουμε από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή ως τις 29 Οκτωβρίου, στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Το έργο το ανεβάσαμε πέρυσι και τώρα σε επανάληψη κάνουμε δίνουμε λίγες παραστάσεις ακόμη.

– Πώς διαλέξατε έργο του Ζωρζ Φεντώ;

* Ήταν και ανάγκη μας να δουλέψουμε πάλι όλοι μαζί αλλά και μια ανάγκη να δοκιμαστούμε στην κωμωδία, στη φάρσα. Ο Γιώργος Κατσής και ο Μάνος Βαβαδάκης το επέλεξαν, το διασκεύασαν και εν τέλει καταλήξαμε σε αυτό. Μας άρεσε ο Φεντώ επειδή ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με τη φαρσοκωμωδία. Μας άρεσε και το γεγονός ότι χρησιμοποιεί πάντα πολλές πόρτες στα έργα του προκαλώντας συνεχή ξαφνιάσματα στον θεατή.

– Ήταν μια δοκιμασία για σας αυτό το θεατρικό είδος;

* Και ήταν και εξακολουθεί να είναι παρόλο που ήδη είμαστε σε επανάληψη, παρόλο που είμαστε μια παρέα και γνωρίζει ο ένας τον άλλον, είμαστε καλοί φίλοι και επικοινωνούμε, εν τούτοις συνεχίζουμε την αναζήτηση σε αυτό το κομμάτι. Και αυτό είναι κάτι πολύ θετικό και για μας και για τους θεατές.

– Μετά το «Έξυπνο Πουλί» τι θα ακολουθήσει;

* Θα παρουσιάσουμε το έργο του Αλφρέ Ζαρρύ «Υμπύ τύραννος» που θα ανέβει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία του Μάνου Βαβαδάκη στις αρχές Φεβρουαρίου. Από τις 7 του μήνα μέχρι και την 1η Απριλίου 2018. Αχιλλέας Κυριακίδης, Μετάφραση. Μάνος Βαβαδάκης, Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία. Γιωργίνα Γερμανού, Κοστούμια. Στέλλα Κάλτσου, Φωτισμοί. Γιώργος Μιχελάκης, Κίνηση. Κάτια Κουμαριανού, Βοηθός ενδυματολόγου. Στους ρόλους: Μάνος Βαβαδάκης, Στέλλα Βογιατζάκη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Κατερίνα Ζησούδη και εγώ…

– Μου είπες προηγουμένως ότι αυτό που μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις είναι η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα. Εσένα η δική σου σχέση με τα ζώα ποια είναι; Έχεις κατοικίδιο;

* Έχω ένα σκυλάκι, τη «Ζουλού». Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι που είχαμε πάντα ζώα, εκτός από σκυλιά που ήταν το πιο σίγουρο, αλλά και γατιά, χελώνες, πουλιά και πολλά άλλα. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είμαι σε ένα σπίτι χωρίς ένα ζώο. Μου φέρνουν πολλή ηρεμία. Είναι καλοί φίλοι. Έχω πάντα πολύ καλή σχέση με τα ζώα και τα αγαπώ.

– Μάτα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

* Κι εγώ ευχαριστώ.

 

«Το έξυπνο πουλί».
Η φάρσα του Ζωρζ Φεντώ, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή, επιστρέφει στο Tempus Verum-Εν Αθήναις από τις 6 Οκτωβρίου 2017, για δεύτερη χρονιά.
«Ο Ποντανιάκ, αμετανόητος γυναικάς, κυνηγά τη Λουσιέν ως το σαλόνι του σπιτιού της. Εκεί ανακαλύπτει πως είναι παντρεμένη με τον Βατλέν, τον καλύτερό του φίλο. Εκείνος της αποκαλύπτει πως ο Ποντανιάκ είναι κι αυτός παντρεμένος. Η Λουσιέν θα εκμυστηρευτεί στον Ποντανιάκ πως θα απατούσε τον άντρα της, μόνο αν αυτός την απατούσε πρώτος, υπόσχεση που έχει δώσει από καιρό και στον Ρεντιγιόν, οικογενειακό τους φίλο. Τι θα συμβεί, όμως, όταν ο Βατλέν αποκαλύπτει στον Ποντανιάκ, ότι απατά τη γυναίκα του με μια Γερμανίδα που ήρθε από το Μόναχο και τον εκβιάζει; Και τι θα συμβεί, όταν όλοι αυτοί βρεθούν στο ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου Corte-Flirt;
Πόρτες, μοιχεία, παρεξηγήσεις, ψέματα από έξι χαρακτήρες που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιβεβαιώσουν τον ανδρισμό ή τη θηλυκότητά τους αποτυγχάνοντας, ωστόσο, παταγωδώς. Μια φαρσοκωμωδία απογυμνωμένη από τα αστικά της στοιχεία σε μια σύγχρονη αφήγηση που επαναπροσδιορίζει τα βασικά της συστατικά. Κι ενώ οι χαρακτήρες της φάρσας στηρίζονται στον κόσμο που γελά σε βάρος τους, αντί να προσποιηθούν άγνοια κρυμμένοι πίσω απ’ τις πόρτες, την… κατασκευάζουν.
Πόσο δυνατή είναι η σύμβαση του γάμου; Μπορεί να μεταπείσει ακόμα και τον πιο κυνικό; Η αληθινή αγάπη θα επιβιώσει ή θα παραμείνει εγκλωβισμένη στις φωτογραφίες»;
***
Πληροφορίες για «Το έξυπνο πουλί»
Του Ζωρζ Φεντώ
Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Μάνος Βαβαδάκης, Γιώργος Κατσής
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαριέττα Παυλάκη
Με τους: Στέλλα Βογιατζάκη, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Κατερίνα Ζησούδη, Μάνο Βαβαδάκη, Γιώργο Κατσή, Πάνο Παπαδόπουλο
Φωτογραφίες (high res): © Νίκος Πανταζάρας
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Από Τετάρτη έως και Σάββατο στις 21:00
Κυριακή στις 19:00
Τιμές εισιτηρίων
Γενική είσοδος 12 ευρώ, Μειωμένο – Φοιτητικό 8 ευρώ,
Τετάρτη: Γενική είσοδος 10 ευρώ
Ατέλειες: 5 ευρώ
Διάρκεια: 80 λεπτά
***
Tempus Verum – Εν Αθήναις
Ιάκχου 19, Γκάζι. Τηλέφωνο: 210- 342.51.70
Μετρό: Στάση «Κεραμεικός

  • Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr
eirini aivaliwtouΧαρά-Μάτα Γιαννάτου: «Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια»
Περισσότερα

«Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε». Luigi Pirandello σε απόδοση Ροζίτας Σώκου στο Studio Κυψέλης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το έργο του Pirandello, «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε», σύγχρονο και αλληγορικό, παρουσιάζει με μαεστρικό τρόπο δύο παράλληλες ιστορίες που συναντιούνται μαγικά, ενός θιάσου που αυτοσχεδιάζει και παρουσιάζει μια παράσταση και μιας φιλελεύθερης σιτσιλιάνικης οικογένειας με τρεις κόρες που ερωτοτροπούν ανενδοίαστα. Όλα αυτά με φόντο την ιταλική επαρχία του ’50.

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στο Τορίνο τον Απρίλιο του 1930 και στην Ελλάδα παρουσιάστηκε σε μετάφραση και σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ τον Οκτώβριο του 1961. Έκτοτε παρουσιάζεται συχνά- περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του δημιουργού- ανά τον κόσμο, πάντα με μεγάλη επιτυχία.

Ο Pirandello, γνωστός για τη θέση του πάνω στην υποκειμενικότητα της ανθρώπινης εικόνας, δοκιμάζει νεωτερισμούς και το συγκεκριμένο έργο είναι μια τέτοια περίπτωση: ο σκηνοθέτης παρεμβαίνει μέσα στην παράσταση και οι ηθοποιοί κάποιες στιγμές γίνονται ο εαυτός τους πριν επιστρέψουν και πάλι στον ρόλο τους. Σύμφωνα με τους μελετητές, το έργο αυτό αποτελεί μια «διαμαρτυρία κατά της παντοδυναμίας και των αυθαιρεσιών των σκηνοθετών της εποχής- κάθε εποχής».

Η ταυτότητα της παράστασης

Ελεύθερη απόδοση: Ροζίτα Σώκου

Σκηνοθεσία-στίχοι-φωτισμός: Γιώργος Λιβανός

Μουσική σύνθεση-διδασκαλία: Σάκης Τσιλίκης

Κινηματογράφηση: Γιάννης Σολδάτος

Σκηνικά-κοστούμια: Γιοβάννα Πρασίνου

Χορογραφία: Σίμων Πάτροκλος

Μοντάζ: Αντώνης Μανδρανής

Βοηθός σκηνοθέτη & χορογράφου: Ανδρέας Ζαχαριάδης

Φωτογραφίες: Ζώης Τριανταφύλλου-Σφακιανάκης & Κώστας Βολιώτης

Σύμβουλος παραγωγής: Ζωρζέτ Μιρόν

Θεατρολόγος: Μαρία Βλάχου

Προβολή-επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Πρωταγωνιστούν με σειρά εμφάνισης οι:

Καίτη Ιμπροχώρη, Νίκος Γιάννακας, Γιάννης Τσιώμου, Μάνος Χατζηγεωργίου, Όλγα Πρωτονοταρίου, Σοφία Μπεράτη, Λίλη Τέγου, Ζωρζέτ Μιρόν, Άγγελος Δεληκάρης, Ανδρέας Ζαχαριάδης και Χρήστος Μαραθιάς

Την παράσταση συνοδεύει μουσικά στο πιάνο η Νίκη Γκουντούμη

Σημείωση: To training της ομάδας Θεατρίνων Θεατές για την κάθε παράσταση, όπως κάθε χρόνο, είναι πολύμηνο και απαιτεί ιδιαίτερη προετοιμασία τόσο στον λόγο όσο και στο σώμα και τη φωνή, σύμφωνα με τη μέθοδο του Γραμμικού Συμβολισμού που ο Γιώργος Λιβανός εκπροσωπεί στην Ελλάδα.

Πληροφορίες

Studio Κυψέλης

Σπετσοπούλας 9 & Κυψέλης, Κυψέλη, τηλ. 210 8819571

«Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε»

«Questa Sera si Recita a Soggetto» του Luigi Pirandello από τους ΘΕΑΤΡΙΝΩΝ ΘΕΑΤΕΣ

Σε ελεύθερη απόδοση της Ροζίτας Σώκου

Πρεμιέρα: Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Ημέρες & ώρες παραστάσεων

Κάθε Δευτέρα&Τρίτη στις 21.15

Πρεμιέρα: Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Τιμές εισιτηρίων

Κανονικό: 12,00 ευρώ (με ποτό)

Μειωμένο (φοιτητικό-ανέργων-ΑΜΕΑ): 8,00 ευρώ

Aτέλειες δεκτές με την αγορά προγράμματος

Για κρατήσεις θέσεων

Τηλ.: 210 8819571 & 6944 535261

Προπώληση εισιτηρίωνwww.viva.gr

Πρόσβαση στο θέατρο

-Με τα τρόλεϊ 2, 4 (στάση Ζακύνθου)

-Με το λεωφορείο 022 (στάση Ζακύνθου)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

eirini aivaliwtou«Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε». Luigi Pirandello σε απόδοση Ροζίτας Σώκου στο Studio Κυψέλης
Περισσότερα

«Φόνος – 5 Θεατρικά». Το βιβλίο του Στάθη Σκλαβουνάκου στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Εκδοτική Ερμής και ο Στάθης Σκλαβουνάκος προσκαλούν το κοινό στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του «Φόνος 5 Θεατρικά», την Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017, στις 19:30, στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός.

Ομιλητές
Πέτρος Μάρκαρης, συγγραφέας
Γιάννης Σκοπετέας, καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Η Έρη Συμεωνίδη και ο Χρήστος Ιγγλέσης θα ερμηνεύσουν το μονόπρακτο «Προθέρμανση»

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ: Πλ. Καρύτση 8 – Τ 210 3221917
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ: Τηλ. 210 3845625 – F 210 3807747 – Ε hermes69@otenet.gr

Ο φόνος είναι πάντα ανάμεσά μας. Περνάει δίπλα, μας αγγίζει χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μας απειλεί και μας γοητεύει, μας τρομάζει και μας συντροφεύει. Ο φόνος με τη στενή έννοια, με μαχαίρι ή με δηλητήριο, αλλά και ο άλλος, με όπλο την αδιαφορία ή την εξοντωτική καθημερινότητα. Όλοι μπορούμε να γίνουμε δολοφόνοι όταν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες. Και ίσως να είμαστε δολοφόνοι χωρίς να το έχουμε καταλάβει. Τα θύματα των εγκλημάτων όμως μένουν και μας θυμίζουν τις ενοχές μας.
Στα πέντε θεατρικά έργα του βιβλίου, ο Στάθης Σκλαβουνάκος μπαίνει στην ψυχή των αναγνωρισμένων δολοφόνων, αλλά και των άλλων που κυκλοφορούν ασύλληπτοι ανάμεσά μας, ασφαλείς κάτω από την προστατευτική ασπίδα της αστικής τους τακτοποίησης.
Ο αναγνώστης θα ξεχωρίσει τους κρυφούς από τους φανερούς, τους ασυνείδητους από εκείνους που ζουν γεμάτοι τύψεις, τους επαγγελματίες από τους ερασιτέχνες.

Το έργο «Πάλι μαζί», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, πήρε το Α΄ Βραβείο 2014 στο Θεατρικό Διαγωνισμό του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

* Ο Στάθης Σκλαβουνάκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο δημόσιο τομέα απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη Δημοσιογραφία. Άρθρα του για τον κινηματογράφο και το θέατρο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα.
Τα βιβλία του Ιχνεύμων, Vamps και Ανοιξιάτικο Απομεσήμερο κυκλοφορούν στις εκδόσεις Ερμής.

Στάθης Σκλαβουνάκος, Φόνος 5 Θεατρικά
ΣΕΛΙΔΕΣ: 176 – ΣΧΗΜΑ: 14 x 21 – ΤΙΜΗ: 8,48 ευρώ
ISBN: 978-960-320-236-3

eirini aivaliwtou«Φόνος – 5 Θεατρικά». Το βιβλίο του Στάθη Σκλαβουνάκου στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός»
Περισσότερα

Σταχτομπούτα. Όταν μια …άλφα ιδέα μπορεί να ανατρέψει όσα μάθαινες μια ολόκληρη ζωή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Το παιδικό θέατρο από την εποχή του Νίκου Πιλάβιου και του Γιαννάκη Καλατζόπουλου, μέχρι την εποχή της Ξένιας Καλογεροπούλου και της Κάρμεν Ρουγγέρη ήταν στις πρώτες επιλογές μου. Έτσι όταν έμαθα πως παίζεται πάλι το παραμύθι για τη Σταχτοπούτα, έσπευσα…

Η Αθανασία Κουρκάκη και η Βαλέρια Δημητριάδου (δεξιά) είχαν μία άλφα ιδέα: Να ανατρέψουν το κλασικό πραμύθι.

Γωνία Πατησίων και Στουρνάρη, απέναντι από το Πολυτεχνείο, στο αγαπημένο θέατρο του Στέφανου Ληναίου και της Έλλη Φωτίου, στο ιστορικό «Άλφα» από την εποχή του «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».

Κυριακή και παραμύθι. Τέλεια πρόταση. Επειδή είχα καιρό να το δω κατέφυγα στην εγκυκλοπαίδεια της Θείας Λένας: «Η Σταχτοπούτα είναι ένα κλασικό παραμύθι που αφηγείται τις περιπέτειες μιας κοπέλας, που την κακομεταχειρίζονται η κακιά μητριά της και οι αδερφές της. Εκδόθηκε πρώτα το 1634 από τον Basile και το 1697 από τον Σαρλ Περώ. Έγινε πασίγνωστο από την έκδοση των αδελφών Γκριμ το 1812. Το κεντρικό πρόσωπο του παραμυθιού είναι η Σταχτοπούτα, κόρη ενός πλούσιου εμπόρου. Η μητριά της και οι ετεροθαλείς αδελφές της υποβιβάζουν την Σταχτοπούτα σε ρόλο υπηρέτριάς τους, ενώ αυτές χαίρονται όλα τα πλούτη του εμπόρου, και την αναγκάζουν να κοιμάται στις στάχτες του τζακιού, απ’ όπου και το όνομα Σταχτοπούτα. Κάποιο βράδυ, την επισκέπτεται η νεράιδα – νονά της και της δίνει ένα φόρεμα, μια άμαξα κι ένα ζευγάρι γυάλινα γοβάκια, προκειμένου να πάει στον χορό του Πρίγκιπα. Ο Πρίγκιπας εντυπωσιάζεται και την επόμενη μέρα, όταν η άγνωστη εμφανίζεται πάλι στο παλάτι. Καθώς δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτήν, αποφασίζει να τη βρει χρησιμοποιώντας το γοβάκι που άφησε στις σκάλες φεύγοντας, βάζοντας τις γυναίκες της περιοχής να το δοκιμάσουν για να δει σε ποια ταιριάζει. Οι αδελφές της προσπαθούν με κόπους και βάσανα να φορέσουν το γοβάκι, προκειμένου να κερδίσουν τον πρίγκιπα, μάταια όμως, καθώς ταιριάζει μόνο στη Σταχτοπούτα, την οποία και παντρεύεται ο πρίγκιπας».

Ήμουν πανέτοιμος για να πάω όταν είδα πως η παράσταση δεν είναι για το πρωί αλλά για τις 9 το βράδυ… Περίεργο. Κυριακή βράδυ παιδικό θέατρο; Τι ιδέα είχαν εκεί στο «Άλφα»;

 

 

Ας είναι. Μια και δυο παίρνω το δρόμο και πάω. Σίγουρα συγκίνηση όταν κατεβαίνοντας είδα τις αρχοντικές πολυθρόνες στο φουαγιέ. Περισσότερη συγκίνηση όταν είδα τις παλιές κονσόλες του ήχου και των φώτων από το θρυλικό έργο του Ντάριο Φο, «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Πιο πολλά δεν είδα. Προτίμησα να διαβάσω το πρόγραμμα:

***

 

«Σταχτομπούτα»

Μία πιθανή προέλευση της λέξης «Θεός» είναι το ρήμα «θεώμαι».
Αντίστοιχα η λέξη «θεατής» προέρχεται ετυμολογικά από τη «θέαση» (δηλαδή από το ρήμα «θεώμαι»)
Και οι δύο λοιπόν -Θεός και θεατής- κάτι παρακολουθούν.
Με μόνη διαφορά πως το κάτι του πρώτου είναι τα πάντα (ορατά κι αόρατα) ενώ του δεύτερου όσα βρίσκονται μπροστά του (κι αυτά όχι πάντα)
Ας πούμε λοιπόν οτι ο Θεατής (από δω και στο εξής με κεφαλαία) είναι ένας μικρός Θεός.
Το βασικό ερώτημα όμως είναι άλλο.
Τι εστί περίληψη υπόθεσης της παράστασης; (Πόσω μάλλον όταν λέγεται «Σταχτομπούτα»)
Και τι πρέπει να γράφει το σκηνοθετικό σημείωμα;
Γιατί πρέπει να υπάρχει ένα τέτοιο κείμενο δίπλα σε κάθε παράσταση;

1. Για να διευκολύνουμε το θεατή στα δυσνόητα βάθη του αχανούς σκοταδιού μας.
2. Για να έχει ιδέα περί τίνος πρόκειται (λες και καταλαβαίνεις ποτέ τι είναι αυτό που θα δεις).
3. Για να πουλήσουμε εξυπνάδα (γράφοντας κάτι ως δεδομένο ενώ καθόλου δεν είναι – βλέπε παραπάνω)
4. Για να τον πείσουμε να έρθει.
Η απάντηση προφανής – εξ ου και τελευταία στη σειρά. Πάμε απ’ την αρχή λοιπόν, πιο ειλικρινά αυτή τη φορά:
Περίληψη-Σκηνοθετικό σημείωμα:
Έλα και θα σε κάνουμε ΘΕΟ!
Στάχτη και μπου… Τι;

***

Με φαντασία που καλπάζει παίζουν τα δυο κορίτσια. Όμως τι τα θέλουν τα σταφύλια;

Ασφαλώς και με ενόχλησε η ανορθογραφία. Ξέρουμε όλοι πως είναι …Σταχτοπούτα. Ας είναι όμως. Το προσπερνώ και αφοσιώνομαι στην παράσταση.

Στο ευρύχωρο φουαγιέ του θεάτρου. Μια μικρή σκηνή – πατάρι, με ένα επίσης μικρό πιάνο, μια πιατέλα με πανέμορφα ζουμερά (πλατς, πλατς, μμμμ…) σταφύλια.

Ημίφως, μουσική. Ένα λαμπερό κορίτσι παίζει πιάνο, τραγουδά, διηγείται και χορεύει… Ύστερα από λίγο άλλο ένα λαμπερό κορίτσι που όμως δεν παίζει πιάνο, αλλά τραγουδά, διηγείται και χορεύει. Θέαμα και ακρόαμα εξαιρετικό. Παραμύθι όμως; Μηδέν! Όμως όσα ακούω και βλέπω έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από οποιοδήποτε κλασικό παραμύθι. Το ίδιο συμβαίνει και με όλους τους θεατές. Γέλια, επιφωνήματα, χειροκροτήματα. Οι δυο μικρές με τη δύναμη του κειμένου και της ερμηνείας τους έχουν νικήσει τη δύναμη του σκότους (απ’ όπου κι αν προέρχεται) και έχουν φέρει άπλετο φως στη σκηνή. Η μια ανατροπή ακολουθεί την άλλη, η αρμονία των συγκρούσεων ξεπερνά κάθε φαντασία, το δελτίο Τύπου – ευτυχώς – αποδεικνύεται φτωχό μπροστά στον πλούτο των ευρημάτων που καταθέτουν η Βαλέρια Δημητριάδου, η Αθανασία Κουρκάκη, ο Δήμος Κλημενώφ (σκηνικά-κοστούμια) και ο σκηνοθέτης τους Στέργιος Κοντακιώτης. Το πάρτι των εκπλήξεων δεν έχει τέλος. Όλα μελετημένα σε βάθος. Τίποτα δεν γίνεται με μοναδικό στόχο να εκβιάσει το γέλιο του θεατή. Το κάθε τι το κάνουν με σεβασμό στο θεατή. Αποδεικνύουν αυτά τα παιδιά, αυτή η ομάδα, πως με θέληση, μελέτη και προγραμματισμό μπορείς να δημιουργήσεις θαύματα με ελάχιστα μέσα. Λοιπόν: Όπως λέει και το τραγούδι «τα λόγια είναι περιττά». Αυτό το παραμύθι μπορεί – και πρέπει – να έχει μια δεύτερη ευκαιρία για ευρύτερο κοινό.

 

 

Αυτή η ανορθόγραφη Σταχτοπούτα, που τελικά αποδείχθηκε …Σταχτομμππούτα έχει το μυστικό για να βάλει όλους τους θεατές στο γοβάκι της. Δεν έχει ανάγκη ούτε από πρίγκιπες, ούτε από άμαξες, ούτε από χορούς και δεξιώσεις. Αυτή η Σταχτομπούτα της Βαλέριας, της Αθανασίας, του Στέργιου και όλης της ομάδας τους είναι μια φλόγα που μπορεί και να φωτίζει και να ζεσταίνει. Αν και ανορθόγραφη παίρνει «Δέκα με τόνο«.  Αξίζει να την αναζητήσετε… Κυκλοφορεί κάθε Κυριακή βράδυ στο κέντρο της πόλης.

***

«Σταχτομπούτα»

Σύλληψη Ιδέας – Κείμενο: ValSia
Σκηνοθεσία: Στέργιος Κοντακιώτης
Πρεμιέρα: Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017
Κάθε Κυριακή στις 9 μ.μ.
Συντελεστές:
Σύλληψη Ιδέας – Κείμενο: ValSia
Σκηνοθεσία: Στέργιος Κοντακιώτης
Σκηνικά-Κοστούμια: Δήμος Κλημενώφ
Μουσική: ValSia
Φωτογραφίες: Σπύρος Χατζηαγγελάκης
Παίζουν: Βαλέρια Δημητριάδου – Αθανασία Κουρκάκη
Τιμές εισιτηρίων
Τιμή προπώλησης από Viva.gr & Ticket 365.gr: 8 ευρώ
Τιμές εισιτηρίων ημέρα παράστασης
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Μειωμένο: 8 ευρώ (ισχύει για φοιτητές και ανέργους)

***
Θέατρο «Άλφα-Ιδέα»
Πατησίων και Στουρνάρη γωνία
Τηλέφωνο: 210 – 523.8.742 και 210 – 522.14.44
Μετρό στάση: Ομόνοια

***

 

Το θέατρο «Άλφα» πέρασε για την επόμενη 5ετία, στα χέρια του Κώστα Γάκη, του Κωνσταντίνου Μπιμπή (μέλη της Ομάδας Θεάτρου ΙΔΕΑ) και του Λευτέρη Πλασκοβίτη. Η Ομάδα Θεάτρου Ιδέα (Κώστας Γάκης, Αθηνά Μουστάκα, Κωνσταντίνος Μπιμπής), θα έχει λοιπόν από φέτος τη δική της στέγη, το δικό της θέατρο, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου, δύο υπέροχους ανθρώπους και καλλιτέχνες του τόπου μας και σε ένα θέατρο με μνήμη και ιστορία, απέναντι από το Πολυτεχνείο, στο κέντρο της Αθήνας.

Παναγιώτης ΜήλαςΣταχτομπούτα. Όταν μια …άλφα ιδέα μπορεί να ανατρέψει όσα μάθαινες μια ολόκληρη ζωή
Περισσότερα