27.7 C
Athens
Τρίτη 21 Μαΐου 2024

Αρμπαρόριζα η αρωματική και το μεθυστικό λικέρ της

Μια λεμονιά κάπου θα ‘χε ανθίσει, μοσκομύριζε το αγέρι λεμονανθό, κι η γης, φρεσκοποτισμένη, μύριζε κι αυτή κοπριά κι αρμπαρόριζα.
Ν. Καζαντζάκης, από το μυθιστόρημα «Καπετάν Μιχάλης».

ΑΙΓΙΝΑ

Χαρμάνι από αρμπαρόριζα και γιασεμί, τα μεσάνυχτα.

Οδυσσέας Ελύτης [Τα Στιγμιότυπα]

Το όνομα της αρμπαρόριζας προέρχεται από το erba + roza, που σημαίνει στα ιταλικά χόρτο ρόδινου χρώματος. Οι πολλές τοπικές ονομασίες της, όπως πελαργόνιο (βοτανική ονομασία – Pelargonium graveolens), μοσχομολόχα (την αναφέρουν σε περιοχές της Χαλκιδικής), λουκουμόχορτο, αλμπαρόζα, αρμανέλα, αρμπακανέλα, μπαρμπαρούσα, πιθανόν και άλλα, δείχνουν τη συχνή και ποικίλη χρήση της σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδος. Κιούλι τη λένε στην Κύπρο, αλλού δενδρισάκι, γεράνιο, γεράνι, πελαργόνι, στη Λέσβο χρυσαχί, μοσχόφυλλο στη Δυτική Μακεδονία.

Φυτό αρωματικό… και καλλωπιστικό

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον κήπο ως εδαφοκαλυπτικό ή κρεμοκλαδές. Ζει πολύ καλά σε γλάστρα, αρκεί να το τοποθετήσουμε σε απάνεμο και ζεστό σημείο του μπαλκονιού μας. Είναι ευαίσθητη στις χαμηλές θερμοκρασίες και αν πέσει το θερμόμετρο κάτω από το μηδέν χρήσιμο είναι να μεταφέρουμε τη γλάστρα σε πιο προστατευμένο μέρος. Είναι σκληρός θάμνος, με ύψος 0, 30-0, 70 εκ., προερχόμενος από την Αφρική (καλλιεργείται σε Αλγερία, Αίγυπτο, Κένυα, Μαρόκο). Μπορεί να καλλιεργηθεί σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες της Πελοποννήσου και των νησιών. Τα φύλλα της είναι χνουδωτά και πολύ εύοσμα (μυρίζει σαν δροσερό λιβάνι), ενώ το άνθος της έχει χρώμα ροζ.

Μπορούμε να τη μεταφυτεύσουμε την άνοιξη με μοσχεύματα, με τον εξής τρόπο:
Κόβουμε βλαστάρια που δεν έχουν λουλούδια, μήκους 0, 15 εκ. Προσέχουμε όταν φυτέψουμε το κομμένο βλαστάρι το χώμα να είναι ελαφρύ (προσθέτοντας ποτάμια άμμο ή φύκια καλά πλυμένα). Το ποτίζουμε συχνά στην αρχή και προσθέτουμε ένα βιολογικό λίπασμα ριζοβολίας. Η ανθοφορία ξεκινά την άνοιξη και διαρκεί όλο το καλοκαίρι.

Στη ζαχαροπλαστική…

Δίνει το άρωμά της στις μαρμελάδες, σε κομπόστες, κυδώνι και σταφύλι, σε μουσταλευριές και σε γλυκά του κουταλιού. Επίσης, σε λουκούμια, παγωτά και ποτά.

Στη λογοτεχνία…

Έχει αναφερθεί από τον Νίκο Καζαντζάκη στο έργο «Καπετάν Μιχάλης» για τη μυρωδιά της, από τον Οδυσσέα Ελύτη και ο συγγραφέας Γιώργος Μ. Μαρίνος έχει γράψει το βιβλίο με τίτλο «Λουΐζα και αρμπαρόριζα», στο οποίο την περιγράφει ως ένα από τα δύο συστατικά του έρωτα.

* Αν παίξουμε σωστά το ρόλο του κηπουρού, τότε η αρμπαρόριζα θα μας ανταμείψει με το άρωμά της, την ομορφιά και τη γλυκύτητά της.

Στη φαρμακευτική…

Θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδότητες ως βότανο. Έτσι, το αφέψημα από αρμπαρόριζα λέγεται ότι έχει χαλαρωτικές ιδιότητες, ανακουφίζει από τη ναυτία και τις ημικρανίες. Μακροχρόνιες έρευνες έδειξαν ότι το αφέψημα από αρμπαρόριζα έχει χαλαρωτικές ιδιότητες όπως και το χαμομήλι, βοηθά ενάντια στο στρες και δρα σαν ηρεμιστικό, ανακουφίζει από τους πόνους της αρθρίτιδας, δρα ενάντια στη ναυτία και μειώνει τη χοληστερόλη. Επίσης λόγω της αντιβακτηριακής του δράσης βοηθά στην ακμή, όπως πλένουμε το πρόσωπο με το χαμομήλι.

Η χρήση της ενδείκνυται σε όσους υποφέρουν από κατάθλιψη και υπερένταση. Το τσάι της είναι το πλέον κατάλληλο για τις ζαλάδες της εγκυμοσύνης. Τονώνει το νευρικό σύστημα. Είναι επουλωτική, διουρητική και αντιδιαβητική. Κατά της πέτρας των νεφρών.

* Είναι ένα πολύ διαδεδομένο και χρήσιμο βότανο. Λένε πως έγινε ευρέως γνωστό μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στα νοσοκομεία. Λόγω έλλειψης φαρμάκων, η αρμπαρόριζα ήταν ιδανική στο να προστατεύει τους ασθενείς από τα μικρόβια.

* Τα αιθέρια έλαια της αρμπαρόριζας χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία, στην αρωματοθεραπεία και σαν εντομοαπωθητικά.

* Μπορούμε να αποξηράνουμε τα φύλλα και να τα χρησιμοποιούμε όποτε θέλουμε. Τα πλένουμε και τα αφήνουμε σε πετσέτα μερικές μέρες μέχρι να αποξηρανθούν. Όταν τα φύλλα αποξηρανθούν τα βάζουμε σε βαζάκι ή δοχείο που κλείνει αεροστεγώς σε δροσερό μέρος, αλλά όχι στο ψυγείο.

* Φτιάχνουμε το αφέψημα με φρέσκα ή αποξηραμένα φύλλα. Βάζουμε τα φύλλα σε καυτό νερό και το αφήνουμε μέχρι να αφήσει τα αρώματά τους, περίπου πέντε λεπτά. Μπορούμε να το πιούμε σκέτο ή να προσθέσουμε και άλλα αρωματικά όπως κανέλα, γαρίφαλα κ.λπ. Το καλοκαίρι μπορούμε αφού το σουρώσουμε και προσθέσουμε ζάχαρη ή μέλι κατά προτίμηση, να το βάλουμε στο ψυγείο για μερικές ώρες πριν το σερβίρουμε.

Στην ποτοποιία – Λικέρ αρμπαρόριζα

30 – 35 φύλλα αρμπαρόριζας (αλμπαρόριζας)
750 ml. (660 γραμ.) κόκκινο γλυκό κρασί ή ροζέ ή Ρομπόλα ή όποιο άλλο θέλετε
150 γραμ. ζάχαρη καστανή
1 ξύλο κανέλλας (προαιρετικά)

Εκτέλεση: Πλένουμε καλά και στραγγίζουμε τα φύλλα της αρμπαρόριζας, όπως και στην άλλη συνταγή.

Βάζουμε όλα τα υλικά σε γυάλινο, αποστειρωμένο βάζο, το κλείνουμε και το αφήνουμε να γίνει για 25 – 30 μέρες, ανακινώντας το κάπου κάπου.

Εναλλακτικά, βάζουμε σε μια κατσαρόλα το κρασί, μαζί με τη ζάχαρη και το ζεσταίνουμε, ανακατεύοντας μέχρι να λιώσει η ζάχαρη, οπότε το αποσύρουμε από τη φωτιά και το αφήνουμε να κρυώσει.

Στη συνέχεια το βάζουμε σε γυάλινο, αποστειρωμένο βάζο, μέσα στο οποίο έχουμε τοποθετήσει τα φύλλα της αρμπαρόριζας και το κλείνουμε.
Μετά από 15 – 20 μέρες το σουρώνουμε και το απολαμβάνουμε.
Διαλέγουμε αρμαπόριζα που να μην είναι ραντισμένη, κόβουμε τα πιο γερά φύλλα, τα πλένουμε πολύ καλά σε μπολ με αρκετό νερό, τα στραγγίζουμε και τα βάζουμε πάνω σε απορροφητική πετσέτα να στεγνώσουν.

Στη μαγειρική – Κοτόπουλο με λεμόνι και αρμπαρόριζα

1 κοτόπουλο κομμένο σε μπουκιές χωρίς κόκαλο
1 κρεμμύδι χοντροκομμένο
2 σκελίδες σκόρδο πατημένες
1 φλυτζάνι λευκό κρασί
4-5 φύλλα αρμπαρόριζα
ελαιόλαδο
χυμό και ξύσμα από ένα λεμόνι
1 κσ. αλεύρι (προαιρετικά)
αλάτι και πιπέρι

Πανεύκολη συνταγή και γρήγορη! Πλένετε καλά τις μπουκιές του κοτόπουλου, τις σκουπίζετε ελαφρά, ταμποναριστά με χαρτί κουζίνας, και όπως είναι μέσα στο μπωλ τις πασπαλίζετε με το αλατοπίπερο και το αλεύρι (αν θέλετε) και ανακατεύετε καλά.

Σωτάρετε το κοτόπουλο στη χύτρα ή σε κατσαρόλα, σε ελαιόλαδο, από όλες τις πλευρές, προσθέτετε το κρεμμύδι και το σκόρδο, να σωταριστούν κι αυτά και να ροδίσουν ελαφρά.

Μόλις είναι έτοιμα, σβήνετε με το λευκό κρασί και το λεμόνι. Αφήστε λίγο να εξατμιστεί το αλκοόλ, προσθέστε το ξύσμα και την αρμπαρόριζα και αφήστε το κοτόπουλο να μαγειρευτεί στη χύτρα για 20 λεπτά. Έτοιμο!

Αν αποφασίσετε να το βάλετε στην κατσαρόλα, θα το μαγειρέψετε σε μέτρια φωτιά έως ότου μαλακώσει και γίνει λιώμα, προσέχοντας να συμπληρώνεται τα υγρά του για να μην κολλήσει και σας καεί.

Αυτό το θεϊκό φαγητό μπορείτε να το σερβίρετε με αρωματικό ρύζι ή απαλό πουρέ που του ταιριάζουν τέλεια!

Καλή σας απόλαυση!

* Η αρμπαρόριζα ταιριάζει επίσης στο χοιρινό, την κολοκυθόπιτα και την κολοκυθόσουπα. Ακόμα αρωματίζει ιδανικά το ξύδι.

Στη ζάχαρη

Συνηθίζεται να αρωματίζουμε τη ζάχαρη με αμπαρόριζα! Πώς;

Υλικά: 1 κιλό ζάχαρη και 5 – 6 φύλλα αρμπαρόριζας

Εκτέλεση: Σε ένα μπωλ ή βαζάκι βάζουμε εναλλάξ ζάχαρη και φύλλα σε στρώσεις. Κλείνουμε το δοχείο και το αφήνουμε σε δροσερό μέρος για περίπου δέκα μέρες. Κατά διαστήματα κουνάμε το δοχείο ή ανακατεύουμε με κουτάλι για να αρωματιστεί όλη η ζάχαρη.

Στην ποίηση

Ο Ανδρέας Αγγελάκης στη Βερονίκη Δαλακούρα

Η Οδός Θρασυβούλου

Στη Βερονίκη Δαλακούρα

Στοίχειωσε η ζωή μου σε τούτο το κρεβάτι
το σαράβαλο απ’ τα τόσα κορμιά που κυλιστήκανε
στην κουβέρτα του. Τόσα ονόματα, τόση ομίχλη,
τόση θλίψη αβάσταχτη.
Πέφτουν οι σοβάδες απ’ τους τοίχους,
μέσα από τις τρύπες τους χιλιάδες μάτια,
φωνές ανάπηρες, πνιγμένες
και χρόνια -έξι να ‘ναι;- τα ίδια:
η βρύση, το λιωμένο σαπούνι, τα σκουπίδια
στις σκάλες, άδειες μποτίλιες, μαραμένα προφυλακτικά
σαν πουκαμισάκια χωρίς ζεστό κορμί να ντύσουν,
το καθρεφτάκι με το χρόνο κολλημένο
στα ραγίσματά του. Το πρόσωπό σου.
Έπιασε βοριαδάκι, η βροχούλα μουσκεύει
τους τενεκέδες με την αρμπαρόριζα στην πίσω αυλή
θυμάσαι;
η σιδερένια σκάλα με τη χοντρή νοικοκυρά
που ζήταγε μετά τη λειτουργία το νοίκι,
τα μάτια του παπά στο τζάμι της εκκλησιάς απέναντι
να μου θυμίζουν τη φωτιά της κόλασης,
ο διάβολος με στολή εσατζή ν’ ανάβει τσιγάρο
στην παρακάτω γωνία ύποπτος, απειλητικός
με το πιστόλι του στραμμένο πάνω μου
έτοιμος να ρουφήξει τα λεφτά και το λαιμό μου.
Τακ τακ έπαψε η βροχή. Γινήκαν τόσα
από τότε που έφυγες.
Μαζεύω κομμάτια απ’ το πρόσωπό σου
σε κάθε μούτρο τυχαίο, όπως ο βασιλιάς
το σπαραγμένο του γιο στο παραμύθι.
Μπήκε χειμώνας. Μοσχοκάρυδο. Ψήνουν μουσταλευριά επάνω.
«Πού να προλάβουν λίγα κόλυβα να ταΐσουν
όλους τους ζητιάνους», λέει η καντηλανάφτισα.
«Χτες πάλι ξεχάσατε ανοιχτή την πόρτα σας,
κάποιος χτύπησε με μπλούζα μαύρη ναυτική
εκεί γύρω στις οχτώ.
να προσέχετε,
πρεζάκηδες, καταζητούμενοι, άστεγοι,
θα σας αρπάξουν τίποτα

(ξάφνου μύρισε γιασεμί, ανατρίχιασα, πού να ‘σαι;)

είπε πως ζήταγε εσάς, τον περιμένατε, λέει,
είναι γνωστός σας».
«Ναι», απάντησα, «τον περίμενα, είναι ο θάνατος».
«Καλέ αφήστε αυτά τ’ αστεία, νέο παιδί,
χτύπα ξύλο,
ωστόσο δε βλάπτει να γίνετε προσεχτικότερος».

Σε θυμάται κι εκείνη μα δε βγάζει άχνα για σένα,
με κοιτάει λοξά κόβοντας αρμπαρόριζα,
αλλά κι εγώ σ’ εκδικιέμαι, αγρίμι –
κλείνω την ετοιμόροπη πόρτα
και τρώω τις σάρκες σου δίχως τύψη
σαν γάτος που ξεσχίζει τα μικρά του στο πλυσταριό.

(από την ομώνυμη συλλογή
Εκδ. Οδυσσέας)

Στην πεζογραφία

Η άκρη της πέννας

της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη

Γλυκό του κουταλιού

Υπάρχουν στη ζωή μας κάποιες λεπτομέρειες, που όσο κι αν έχουν τοποθετηθεί σε ψηλά ράφια, ως μη απαραίτητες, μας θυμίζουν το χρώμα που χρειάζεται για να είναι ανθρώπινη. Λεπτομέρειες που μέσα στο «Μετρό», πάνω στα «ρετιρέ», ανάμεσα σ΄ ένα «κρουασάν με καπουτσίνο» δεν περνούν καν από το νου μας. Η εποχή της ταχύτητας έχει πολλά ευεργετήματα για τον σύγχρονο άνθρωπο. Του προκάλεσε όμως μια ζημιά. Του στέρησε τη λεπτομέρεια, το κάτι που κάνει τη διαφορά.

Γενικότητες, θα μου πείτε. Κι εγώ θα σας ρωτήσω αν ξέρετε από κουφέτο. Πολλοί θα με διορθώσετε, θα μου υποδείξετε: «κουφέτα», γιατί συνήθως προσφέρουν τουλάχιστον δυο μαζί. Μόνο που εγώ θα επιμείνω στο κουφέτο, και ο λόγος θα είναι για το γλυκό του κουταλιού που προσφέρουν στη Μήλο στους γάμους. Στο νησί αυτό προσφέρουν όχι «μπομπονιέρες» αλλά γλυκό του κουταλιού που παρασκευάζουν με μέλι, αμύγδαλα και ένα ειδικό μεγάλο κολοκύθι, από τα λίγα ζαρζαβατικά που αναπτύσσονται στο άνυδρο τούτο Κυκλαδονήσι με τη μακρόχρονη παράδοση που δεν διατυμπανίζεται αλλά φυλάσσεται.

Γλυκό του κουταλιού, λοιπόν, μια λεπτομέρεια της ζωής μας, που νομίζουμε πως την καλύπτουμε αγοράζοντας «παραδοσιακά γλυκά», από κάποια καταστήματα πανέξυπνων επαγγελματιών στην περιφέρεια τα Σαββατοκύριακα. Αλλά συγκρίνεται το βύσσινο της γιαγιάς μου με το ετοιματζίδικο που πουλούν και στο πολυκατάστημα; Συγκρίνεται εκείνη η γλυκόξυνη γεύση του γλυκού με τα μικρά βυσσινάκια από το δέντρο του κήπου της. Το ίδιο όμορφο ήταν και της μάνας μου, κι ας αγοραζόταν στο μανάβικο της γειτονιάς και ήταν ολόκληρη επιστήμη η παρασκευή του. Εγώ πότε να κάνω βύσσινο; Θέλει ώρα και η δική μου ώρα τρέχει και δεν τη φτάνω…

Παλιά, όταν ο ρυθμός της ζωής στο σπίτι μου ήταν διαφορετικός, το γλυκό του κουταλιού δεν μας έλειπε. Κάθε εποχή φτιάχναμε το δικό της.

Το φθινόπωρο κυδώνι. Το ξεφλούδιζα και το καθάριζα και ο Γιάννης το έκοβε στο χέρι μικρά –μικρά κομματάκια, σαν σπίρτα. Η ίδια περίπου δουλειά γινόταν και στον τρίφτη. Περίπου. Γιατί το άλλο ήταν κέντημα! Το βράζαμε με αρμπαρόριζα (άντε να την βρεις τώρα) και στο τέλος προσθέταμε στο βάζο αμύγδαλα «ασπρισμένα» και ελαφρά ψημένα.

Το χειμώνα ήταν το πορτοκάλι. Άλλη γεύση. Γλυκόπικρη, να σου «φτιάχνει» το στομάχι και τη διάθεση. Μια φίλη μου υπέδειξε κάποτε να βάλω και άρωμα βανίλιας σε τούτο το γλυκό. Δεν κατάλαβα ποτέ το ανακάτεμα των αρωματικών. όπως κανέλα στον καφέ η μοσχοκάρφι στο ευρωπαϊκό τσάι. Άκου βανίλια στο πορτοκάλι!

Το πιο όμορφο γλυκό που κάναμε, όμως, ήταν το γλυκό σταφύλι. Και τί σταφύλι! Βρίσκαμε στη λαϊκή αγορά σταφύλια μοσχάτα από την Καβάλα, με κάτι ρόγες σαν βερίκοκα. Ο Γιάννης τα ξεφλούδιζε με υπομονή, εγώ αφαιρούσα τα κουκούτσια και η μεγαλύτερη απόλαυση ήταν να τα παρακολουθείς να βράζουν. Απλωνόταν τέτοια μυρωδιά που χαλούσε ο κόσμος. Μεθυστική, από αυτές που δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι ρόγες έπαιρναν ένα διάφανο χρυσό χρώμα, σαν γυάλινες χάντρες. Ένα μικρό ποίημα.

Όμως μη νομίζετε πως αυτές οι μικρές ιεροτελεστίες της κουζίνας αποσκοπούσαν στο να φτιάξουμε γλυκά και να τα φάμε. Ήταν πιο πολύ εκείνη η ζεστασιά της τρυφερής συνοχής, της συνεργασίας για κάτι ζεστό, απλό, χειρονακτικό, που ξεκούραζε το νου, απάλυνε τους κτύπους της καρδιάς και γέμιζε το σπίτι με άρωμα παρουσίας και μεράκι. Δεν τα πολυτρώγαμε αυτά τα έργα των χειρών μας εμείς. Μας άρεσε να τα προσφέρουμε στους επισκέπτες μας και να τους γλυκαίνουμε με την καρδιά μας. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που μας χάρισαν αργότερα πίκρα από τη δική τους τσέπη. Είναι ίσως πιο σοφό, θα πει κανείς. Ποτέ δεν συμβιβαστήκαμε με αυτή την άποψη και ούτε συνταχθήκαμε μαζί της.

Έχει μια ποίηση το γλυκό του κουταλιού κι ας μην φαίνεται σε όσους δεν κατέγιναν με αυτό. Έχει αμεσότητα και γνησιότητα. Ξέρεις πως τρως ένα φρούτο βρασμένο με ζάχαρη. Δεν σε ξεγελάει με κρυμ- μένα μυστικά και τερτίπια. Είναι ό, τι βλέπεις. Κάποιες φορές η πρώτη ύλη του είναι δύσκολο να βρεθεί, όπως το λευκό μελιτζανάκι ή ο λεμονανθός, και παράλληλα σε προδιαθέτει ποιητικά.

Θυμάμαι μια ευγενική ηλικιωμένη κυρία στην Πάτμο, όταν της ζήτησα να μου μάθει πώς έκανε το γλυκό με τους λεμονανθούς, κάτι που είναι σπάνιο να απολαύσεις, γιατί που να βρεις λεμονανθούς αν δεν έχεις αρκετές λεμονιές, αφού λοιπόν η κυρία περιέγραψε τα προκαταρτικά σε μια στιγμή μου είπε: «Το βράδυ τους αφήνεις να τους δουν τα αστέρια». Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Μου εξήγησε πως βγάζουμε τους λεμο-νανθούς, που τους βράζουμε πρώτα, να στεγνώσουν τη νύχτα πάνω σε ένα δίσκο στο ύπαιθρο, «κάτω από τα αστέρια», για να μην τους ξεράνει ο ήλιος… Η κυρία εκείνη γνώριζε να επικοινωνεί με το περιβάλλον αλλά είχε και τη δυνατότητα να το χρησιμοποιεί. Άντε τώρα να βγάλω τους λεμονανθούς στο μπαλκόνι μου να τους δουν τα αστέρια. Ποια αστέρια, που τον ουρανό μου κρύβουν πλέον τα δυο μεγαθήρια που «σηκώθηκαν» στο άψε-σβήσε εκεί που τόσα χρόνια καμάρωνα δυο μονοκατοικίες με κήπους και δέντρα…

Ο προσκυνητής της Μονής Ταξιαρχών στο Αίγιο θα γνωρίζει ασφαλώς ένα άλλο επίσης εκπληκτικό σε άρωμα και γεύση γλυκό του κουταλιού, το τριαντάφυλλο. Περίφημο και πασίγνωστο. Ανοίγεις το κουτί και βρίσκεσαι σε απέραντους κήπους της Σεχραζάτ των παραμυθιών με τριανταφυλλιές ανθισμένες.

Ποίηση δεν είναι να γράφεις στίχους-αυτή η παρεξηγημένη στις μέρες μας διεργασία. Ποίηση είναι το γνήσιο, το απέριττο, το φυσικό, το αβίαστο, αυτό που προσθέτει χωρίς να αλλοιώνει. Πολύ συχνά μικρές χαρές στη ζωή μας δίνουν αξία και περιεχόμενο στη καθημερινότητα, αυτόν τον απρόσωπο αμείλικτο εχθρό μας…

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -