Συνεντεύξεις

Χαρά-Μάτα Γιαννάτου: «Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πέντε ετών παιδί είχε παρευρεθεί, στη Γερμανία, στα γυρίσματα μιας ταινίας στην οποία έπαιζε ο παππούς της, γνωστός ηθοποιός στη χώρα αυτή. Αισθανόταν όμορφα, της άρεσε να τον βλέπει και να τον θαυμάζει. Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό, την πλησίασε ο παραγωγός. «Εσύ μια μέρα θα γίνεις ηθοποιός» της είπε. Η διαίσθηση του επαγγελματία ήταν σωστή. Σήμερα η Χαρά – Μάτα Γιαννάτου, αν και πολύ νέα, διαπρέπει στην τέχνη αυτή. Γιατί μεγαλώνοντας αποφάσισε να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και να δοκιμάσει τις ικανότητές της στην υποκριτική. Τη γνωρίσαμε κι εμείς οι θεατές κι ολοένα αυξάνονται οι θεατρόφιλοι που την επαινούν. Μάθαμε ταυτόχρονα πως πατέρας της είναι ο Νίκος Γιαννάτος, ο μπασίστας των Πυξ Λαξ, και η μητέρα της, Χριστίνα Λάιπνιχ, εργαζόταν ως βοηθός σκηνής και βοηθός σκηνοθέτη στο Βερολίνο. Ηθοποιός όμως έγινε -όπως είπαμε- χάρη στον παππού της, τον Χάραλντ Λάιπνιχ, το Γερμανό ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου που τον ακολουθούσε στα γυρίσματα.
Προσωπικά θυμάμαι μια έντονη και ωραία στιγμή τής μέχρι τώρα σταδιοδρομίας της. Όταν μέσα στη σκοτεινή πνοή μιας νύχτας καλοκαιρινής, με τη μυρωδιά της ρητίνης και της αλμύρας να με κυκλώνει από παντού, στη μοναξιά των προσηλωμένων σκέψεων, προσπαθώντας να βολευτώ στα πέτρινα καθίσματα της αρχαίας θεατρικής αχιβάδας, την είδα να αγγίζει το χώμα, να ισορροπεί, να λυγίζει σαν κλαδί, να μαγεύει. Ήταν στη Μικρή Επίδαυρο, σε μια παράσταση αυτοεξόριστων αγγέλων, τη «Μητρόπολη» της ομάδας Momentum, στην οποία η Μάτα – Χαρά Γιαννάτου με την απόκοσμη παρουσία της εντυπωσίασε τα μάλα το κοινό και μένα μαζί. Μια νεαρή γυναίκα πανέμορφη, χαριτωμένη και χαρισματική, με ουράνια μάτια, που έπαιζε με πάθος, σαν άνεμος θαλασσινός. Μια κόρη Ταναγραία, μια Πιετά, ένας κισσός. Βρόντηξε το ταλέντο εκείνων των παιδιών στο αργολικό Νησί, δίπλα στην αρχαία βυθισμένη πολιτεία. «Φλογεροί βάρδοι του μυθώδους και του ιστορικού, ιερατικοί μέσα στα ωραία και αισθησιακά κοστούμια τους, ανάμεσα στους απέριττους κίονες του σκηνικού», θυμάμαι τους είχα χαρακτηρίσει τότε. Τη «Μητρόπολη» την ξαναείδα ένα χρόνο αργότερα, αρχές καλοκαιριού του 2017, στο Σύγχρονο Θέατρο. Πάλι και τότε θαύμασα τη Χαρά Μάτα, ένα… χάραμα απύθμενης γλυκύτητας. Όπως στη «Λαμπεντούζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στο πλευρό του Αργύρη Ξάφη και στην παράσταση «Ο σεισμός στη Χιλή (2015)», σε σκηνοθεσία Ακύλλα Καραζήση. Όπως στο «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και στην ταινία «Μια ανάσα» του Christian Zübert.
Είναι μια ηθοποιός που έχει τη στόφα μιας ξεχωριστής προσωπικότητας στη σκηνή. Όταν αρχίζει να παίζει, όλα τα άλλα ησυχάζουν στο μυαλό σου. Διαθέτει το χάρισμα μιας εξαιρετικής εμφάνισης αλλά εκείνο που την αναδεικνύει στην τέχνη της είναι η ευγένεια του χαρακτήρα της και η εργατικότητα. Ένα πλάσμα με πολλή ελευθερία μέσα του, που όταν δουλεύει σκαλίζει βαθιά μέσα στις μνήμες, τις εμπειρίες και τη ζωή, και βρίσκει πάντα τον τρόπο που πείθει και γοητεύει το θεατή.

Βλέποντάς της από κοντά για τις ανάγκες της συνέντευξης έχω την αίσθηση πως αντικρίζω μία από κείνες τις θεϊκές, ηρωικές, ρομαντικές και φωτεινές ηρωίδες του Τόλκιν. Μια Πριγκίπισσα των Ξωτικών που σύντομα θα μεταμορφωθεί σε θαλασσοπούλι και με τον λευκό της λαιμό τεντωμένο θα πετάξει πάνω από πελάγη και ωκεανούς, μέχρι που να φέρει το αντίτιμο της συγχώρεσης και της βοήθειας για το γένος των ανθρώπων.
Επιστρέφω όμως από τα σύννεφα στην πραγματικότητα για να σας επισημάνω πως μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου μπορείτε να τη δείτε στο «Έξυπνο πουλί» του Ζωρζ Φεντώ, που παίζεται στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Από τον Φεβρουάριο του 2018, στην επιθεώρηση «Μεγάλο κρεβάτι» και στον «Υμπύ Τύραννο» του Αλφρέ Ζαρρύ (σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο) στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία και τα δύο του Μάνου Βαβαδάκη.

«Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια», λέει στη συνέντευξη – πορτρέτο που παραχώρησε στο catisart.gr. Η ίδια σε κάθε νέα δουλειά επιδιώκει πάντα να μάθει κάτι καινούργιο. Κάτι γι’ αυτήν, κάτι για τη ζωή, κάτι για το θέατρο…

* Θυμάμαι πολύ τα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη και δεν ξεχνώ το παιχνίδι κάθε απόγευμα που βγαίναμε 5 η ώρα, όλα τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουμε μαζί. Ακόμα και τώρα όποτε πηγαίνω στη Νέα Σμύρνη συγκινούμαι όταν περνάω από τους δρόμους που έπαιζα όταν ήμουνα παιδί.

– Πώς συνέβη και μπήκε το θέατρο στη ζωή σου.

* Την πρώτη φορά που το σκέφτηκα ήμουνα πολύ μικρή, γύρω στα πέντε νομίζω. Ο Γερμανός παππούς μου, στη Γερμανία, ήταν ηθοποιός και είχαμε πάει στα γυρίσματα μιας ταινίας που έκανε. Γενικότερα μου άρεσε όταν τον έβλεπα. Τον θαύμαζα για όσα έκανε. Παρ’ όλα αυτά δεν το είχα σκεφθεί ποτέ και στα γυρίσματα της ταινίας, όταν έκανε διάλειμμα και τρώγαμε και όλοι μαζί, ήρθε ο παραγωγός και με το που μπήκε μέσα και με είδε μου έσφιξε το χέρι και μου λέει: Εσύ μια μέρα θα γίνεις ηθοποιός. Τότε μου «μπήκε το μικρόβιο» και όταν μεγάλωσα είπα: «Γιατί δεν το δοκιμάζω, ωραίο μου φαίνεται, θα ήθελα να δω τι είναι αυτό». Έτσι όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με αυτό κόλλησα, δεν μπόρεσα μετά να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου.

– Κάποιος άλλος στην οικογένεια έχει σχέση με το θέατρο;

* Η μαμά μου για πολλά χρόνια στο Βερολίνο, είχε υπάρξει βοηθός σκηνής και βοηθός σκηνοθέτη. Ασχολούνταν κι εκείνη με το θέατρο αλλά στην πίσω πλευρά του.

 

– Τελείωσες τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ποιοι ήταν εκεί οι αγαπημένοι σου δάσκαλοι;

* Ήμασταν πολύ τυχεροί στο έτος μου. Ξεχωρίζω σίγουρα τον Ακύλλα Καραζήση, που είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος και σκηνοθέτης. Σίγουρα τη Χαρά Κεφαλά που μας έκανε τραγούδι. Ήταν τελείως διαφορετική αλλά πραγματικά πολύ καλή σε αυτό που μας έκανε. Όλους μας προχώρησε πάρα πολύ σε αυτό το κομμάτι. Επίσης θέλω να αναφέρω με πολλή συγκίνηση μια πολύ σημαντική δασκάλα, την Αμάλια Μπένετ. Μένω σε αυτούς, αν και όλοι μας χάρισαν πολλά με την εμπειρία και τις γνώσεις τους.

– Τώρα είσαι στο θέατρο τέσσερα χρόνια και έχεις μια συνεχή πορεία χωρίς διακοπή.

* Ουσιαστικά τα δυόμισι τελευταία χρόνια έχω καταφέρει να βιοπορίζομαι από το θέατρο.

– Τι αποκόμισες από τις συμμετοχές σου, από τις συνεργασίες σου;

* Η αλήθεια είναι ότι είμαι πολύ τυχερή γιατί ενώ δεν έχω μείνει χωρίς δουλειά για πολύ καιρό από τότε που τελείωσα, παράλληλα και έχω υπάρξει και σε καλές δουλειές, με ανθρώπους που θαυμάζω, και σε δουλειές που ήθελα να είμαι. Οπότε για κάθε μία από αυτές τις δουλειές θυμάμαι τα καλύτερα. Από κάθε μία έχω πάρει κάτι ξεχωριστό και δεν υπάρχει ούτε μία που να λέω ότι έχω μετανιώσει επειδή την έκανα.

 

– Διατηρείς άσβεστο τον ενθουσιασμό σου από τη στιγμή που βγήκες από τη Σχολή μέχρι τώρα;

* Εννοείται. Κάθε φορά είναι κάτι καινούργιο που το αγαπώ και αφοσιώνομαι σ’ αυτό. Αυτό μας το έμαθαν στη Σχολή. Βέβαια αυτό είναι ένα επάγγελμα που καμιά φορά μας κουράζει, είναι πολύ προσωπικό. Όταν γυρνάς σπίτι σου δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Δηλαδή όταν είσαι σε πρόβες για μια παράσταση είσαι σε πρόβες και στον ύπνο σου, δεν σταματάει αυτό ποτέ, οπότε μπορεί πολλές φορές να γίνει κουραστικό. Αυτό υπήρχε και μέσα στη Σχολή, δεν ήταν κάτι που έγινε μετά. Οπότε ο ενθουσιασμός είναι πάντα ο ίδιος γιατί έρχεται κάτι καινούργιο. Έτσι δεν μπορείς να συγκρίνεις τη μια δουλειά με την άλλη, πάλι ενθουσιάζεσαι σαν να είναι σαν πρώτη φορά. Συνεργάζεσαι με καινούργιους ανθρώπους, με καινούργιους σκηνοθέτες, με καινούργιους συναδέλφους. Όλα είναι διαφορετικά. Μόνον ο ενθουσιασμός είναι ο ίδιος, δεν χάνεται. Τουλάχιστον τώρα, δεν ξέρω πώς θα είναι σε κάποια χρόνια. Αλλά τώρα έτσι αισθάνομαι.

– Την προηγούμενη σεζόν σε θαυμάσαμε στο έργο του Άντερς Λουστγκάρτεν «Λαμπεντούζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Αργύρη Ξάφη, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου;

* Ήταν άλλη μία από αυτές τις δουλειές που είχα την τύχη να συμμετέχω. Σε ένα κείμενο πολύ έξυπνο, πολύ σύγχρονο που, ενώ μιλάει για τον ρατσισμό και το προσφυγικό, θέματα για τα οποία όλοι μιλάνε και όλοι έχουν άποψη, εν τούτοις δεν ήταν καθόλου κουραστικό. Το αντίθετο συνέβη και αυτό οφείλεται και στον σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και στον συγγραφέα Άντερς Λουστγκάρτεν. Το κείμενο είναι έξυπνα γραμμένο. Αφηγείται δύο προσωπικές ιστορίες που σε κάνουν να ξεχνάς ότι μιλούν για το προσφυγικό. Το έργο δεν έχει καθόλου διδακτική διάθεση, αν και εμένα με έκανε να νιώσω το πρόβλημα ώστε να θέλω να κάνω κάτι γι’ αυτό. Υποδυόμουν την Ντενίζ, μια Κινεζοεγγλέζα φοιτήτρια στην Αγγλία όπου πάντα βίωνε ένα ρατσισμό και έχει γίνει πολύ σκληρή για να καταφέρει να αντιμετωπίσει και να προχωρήσει κάπως στη ζωή της μέχρι να γίνει η ανατροπή στη ζωή και στον τρόπο που αντιμετώπιζε τα πράγματα ύστερα από μια ερώτηση που της έκανε μια άλλη κοπέλα, επίσης μετανάστης.
Αλλά και ο άλλος ρόλος, ο Στέφανο, που υποδυόταν ο Αργύρης Ξάφης, ήταν ένας άντρας που συναντάμε εδώ στην Ελλάδα, στα δικά μας νησιά, ένας από αυτούς που πέφτουν στη θάλασσα και προσπαθούν να σώσουν ανθρώπινες ζωές που αναζητούν το καλύτερο. Όπως η Ντενίζ έτσι και ο Στέφανο αλλάζει τρόπο σκέψης όταν γνωρίζει έναν μετανάστη από την Αφρική και γίνεται φίλος του. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων μας κάνουν να βλέπουμε πως υπάρχει ελπίδα, μας κάνουν περισσότερο αισιόδοξους για το αύριο.
Τα ίδια θετικά συναισθήματα που είχε η Ντενίζ, τα είχα και εγώ δουλεύοντας με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και δίπλα στον Αργύρη Ξάφη. Ναι, ήμουνα πολύ τυχερή. Ένιωθα από την αρχή ασφάλεια γι’ αυτή τη δουλειά γιατί ήξερα ότι έχω δίπλα μου έμπειρους ανθρώπους. Ένιωθα εμπιστοσύνη και έπαιρνα πράγματα από αυτούς. Είναι και οι δύο άνθρωποι ανοιχτοί, πολύ ωραίοι και ευγενικοί. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που κάναμε αυτή τη δουλειά μαζί.

 

– Θέλω να σε ρωτήσω για την εμπειρία μιας άλλης παράστασης που και πέρυσι παίχτηκε και φέτος την επαναλάβατε με κάποιες διαφορές βέβαια. Τη «Μητρόπολη» σε σκηνοθεσία Αργύρη Πανταζάρα. Πώς ήταν όλη αυτή η εμπειρία στο μικρό αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δίπλα σε ένα νέο και καινοτόμο καλλιτέχνη όπως είναι ο Αργύρης;

* Έχω συνηθίσει να κάνω δουλειές και με συμφοιτητές μου, και με ανθρώπους της ηλικίας μου που κάπως ξέρουμε ότι έχουμε μια κοινή γλώσσα. Οπότε αυτό για μένα ήταν οικείο, το ότι ήμασταν μια ομάδα νέων ηθοποιών που γνωρίζονται και από πριν. Ένιωθα μια ασφάλεια ξεχωριστή αν και την ίδια ασφάλεια νιώθω όταν συνεργάζομαι με παλιότερους, έμπειρους συναδέλφους. Ο Αργύρης είχε μια πολύ όμορφη ιδέα, με τους αγγελιοφόρους από τις πέντε τραγωδίες. Ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι μας δόθηκε η ευκαιρία να αρθρώσουμε σημαντικά αποσπάσματα από τα κείμενα των αρχαίων τραγικών, ειδικά σε αυτό το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Πριν από την παράσταση με φίλους ηθοποιούς, συγγραφείς, ποιητές, μουσικούς, κάναμε μια εξερεύνηση πιο κυκλική πάνω στην όλη παράσταση. Και φέτος όμως η επανάληψη είχε τη δυσκολία της μεταφοράς σε ένα κλειστό θέατρο, στο «Σύγχρονο», χωρίς όμως να λείψει κάτι από τη μαγεία της Επιδαύρου. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία που ήμασταν όλοι μαζί και που προσπαθήσαμε να δώσουμε το καλύτερο.

– Θέλεις να μου πεις αγαπημένους σου ρόλους που σκέπτεσαι ότι θα ήθελες στο μέλλον να τους υποδυθείς.

* Δεν έχω κάποιους συγκεκριμένους που θα ήθελα οπωσδήποτε να τους παίξω. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο ή όταν βλέπω μια ταινία φαντάζομαι τον εαυτό μου ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αλλά μόνο μέχρι εκεί. Δεν έχω ρόλους που λέω ότι θα ήθελα πολύ να παίξω μια ημέρα.

 

– Μάλλον περιμένεις να έρθουν οι ρόλοι.

* Ακριβώς γιατί πάντα ένας ρόλος έχει να κάνει και με το ποιοι θα είναι δίπλα σου. Ποιος σκηνοθέτης, ποια ομάδα, ποιοι άλλοι ηθοποιοί. Για μένα δεν έχει τόσο σημασία ο ρόλος όσο έχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνει η δουλειά.

– Έχεις κάνει και κινηματογράφο. Θα ήθελες να μιλήσεις για αυτή σου την εμπειρία;

* Μέχρι τώρα έχω πάρει μέρος σε δύο ταινίες. Στον «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και στην ελληνογερμανική «Μια ανάσα» του Κρίστιαν Τσούμπερτ. Ήταν πλούσιες και δυνατές ταινίες. Σίγουρα ο κινηματογράφος είναι ένα γοητευτικό μέσο και θα ήθελα να ξανακάνω αν και το θέατρο είναι το βασικό κομμάτι της ζωής μου και δύσκολα θα το απαρνηθώ. Το να μην κάνω ένα χρόνο θέατρο δεν μπορώ να το καταλάβω ενώ δεν θα έλεγα το ίδιο για τον κινηματογράφο. Βέβαια η Δραματική Σχολή ουσιαστικά σε εκπαιδεύει για το θέατρο. Δεν ξέρω όμως αν ξεκινούσα να κάνω πιο πολλές ταινίες αν θα άλλαζα σκέψεις. Σίγουρα και τα δύο μέσα με γοητεύουν… Εδώ όμως μπορώ να πω ότι με γοήτευσε ο Τάσος Μπουλμέτης και με τη μοναδική του «Πολίτικη κουζίνα» αλλά κυρίως με την εξαιρετική συνεργασία που είχα μαζί του στον «Νοτιά». Ήταν τόσο οικείος και τόσο απλός άνθρωπος. Μας άνοιξε το σπίτι του, κάναμε πρόβες, κάναμε παρέα και δουλεύαμε συγχρόνως. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εμπειρία. Είναι ένας σκηνοθέτης που σέβεται πολύ τους ηθοποιούς. Ξέρει τι θέλει, έχει ένα όραμα και η δουλειά μαζί του ήταν ήρεμη και όμορφη.

 

– Τώρα θέλω να αναφερθούμε στην τέχνη της μουσικής και του τραγουδιού. Τι ρόλο έχουν παίξει στη ζωή σου;

* Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι γεμάτο νότες. Ο μπαμπάς μου είναι μουσικός (σ.σ.: Νίκος Γιαννάτος, μπασίστας των Πυξ Λαξ), η μαμά μου ακούει πολλή μουσική, κι εγώ έχω προσπαθήσει πολλές φορές να μάθω διάφορα μουσικά όργανα αλλά δεν τα έχω καταφέρει. Δεν είχα ποτέ την πειθαρχία να αφιερώσω τόσο χρόνο όσο χρειάζεται για να μάθεις πραγματικά ένα μουσικό όργανο. Είναι κάτι για το οποίο μετανιώνω που δεν το έχω κάνει. Όπως και με το τραγούδι μετανιώνω που δεν έχω ασχοληθεί περισσότερο ώστε να φθάσω πιο ψηλά. Το μετανιώνω που δεν έχω βρει τη δύναμη, την πειθαρχία, τον χρόνο να το κυνηγήσω λίγο παραπάνω.

– Πιστεύεις ότι ο ηθοποιός πρέπει να μαθαίνει συνέχεια;

* Νομίζω ότι δεν γίνεται διαφορετικά. Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια. Σε οποιαδήποτε νέα δουλειά επιδιώκω να μάθω κάτι καινούργιο. Κάτι για εμένα, κάτι για τη ζωή, κάτι για το θέατρο. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να κάνεις αυτή τη δουλειά.

 

– Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

* Δημιουργικούς πολύ, με όρεξη και με πολλή δύναμη. Βέβαια η γενιά μου έχει γεννηθεί μέσα στα χρόνια της κρίσης, οπότε έχουμε μάθει αυτή τη δουλειά με τις συνθήκες τις τωρινές και δεν χρειάζεται να προσαρμόσουμε τον τρόπο της ζωής μας όπως συμβαίνει με τους παλιότερους συναδέλφους μας, πράγμα που σημαίνει πως μπορεί για κάποιους αυτό να είναι τρομερά δύσκολο. Από την άλλη όμως υπάρχει ο κίνδυνος να υποτιμάς τον εαυτό σου ή να πηγαίνεις εύκολα σε κάποιες δουλειές μόνο και μόνο επειδή θέλεις να είσαι μέσα στον χώρο. Πολλοί σίγουρα εκμεταλλεύονται αυτή την ανάγκη ενός ηθοποιού να παίξει και να φανεί. Όλα αυτά σε αναγκάζουν να είσαι περισσότερο προσεκτικός και υπεύθυνος στις όποιες επιλογές σου. Αυτό για εμένα έχει ένα θετικό, το ότι μας αναγκάζει να είμαστε δημιουργικοί και σε συνεχή αναζήτηση. Πιστεύω ότι η παραίτηση δεν πρέπει να υπάρχει στο λεξιλόγιό μας. Ξέρω συναδέλφους που, ενώ έχουν περάσει μεγάλα διαστήματα χωρίς δουλειά, δεν τα παρατάνε. Συνεχίζουν με κάτι δικό τους και πάντα με όρεξη. Αυτό βέβαια χρειάζεται δύναμη για να το αντέξεις. Όπως λέγανε παλιά, πρέπει να έχεις γερό στομάχι.

– Μάτα, πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου με λίγες λέξεις;

* Γενικά πιστεύω ότι είμαι σχετικά χαλαρή. Προσπαθώ και θέλω να είμαι αισιόδοξη, χαρούμενη. Μου αρέσει να γελάω αλλά δυστυχώς είμαι πολύ αναβλητική.

 

– Τι σε ενοχλεί, τι απεχθάνεσαι;

* Απεχθάνομαι την έλλειψη ευγένειας και σεβασμού. Με ενοχλεί η αγένεια από όποιον κι αν προέρχεται. Αυτές οι συμπεριφορές με θυμώνουν.

– Τι θαυμάζεις;

* Θαυμάζω πολύ τους ανθρώπους που είναι αισιόδοξοι και χαρούμενοι. Επίσης αυτούς που δεν γκρινιάζουν.

– Τι μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις από συγκίνηση;

* Είναι πολύ αστείο αυτό που θα πω αλλά τα παραπάνω συναισθήματα τα νιώθω όταν παρατηρώ τις σχέσεις ζώων και ανθρώπων. Με συγκινεί πάντα η αγάπη των ζώων προς τους ανθρώπους.

 

– Τι μπορεί να σε κάνει να χαμογελάσεις αυθόρμητα;

* Ένα παιδάκι με όλα όσα κάνει, με όλα όσα λέει.

– Τι σημαίνει για σένα η λέξη «αλληλεγγύη»;

* Να μπορείς να κοιτάς τον άλλον στα μάτια.

 

– Έρωτας τι σημαίνει για εσένα;

* Είναι κάτι πολύ σημαντικό, πιστεύω ότι έχει γίνει απαραίτητο στη ζωή κάθε ανθρώπου.

– Διαβάζεις κάποιο βιβλίο αυτή την εποχή;

* Διαβάζω το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ με τον τίτλο «Θέατρο του Σάμπαθ».

– Τι περιμένεις από το μέλλον σου;

* Να μπορώ να συνεχίσω να κάνω αυτή τη δουλειά. Να μπορώ να βιοπορίζομαι από αυτήν. Θέλω να είμαι τόσο τυχερή όσο ήμουν αυτά τα πρώτα τέσσερα χρόνια και να κάνω δουλειές με ανθρώπους που θαυμάζω και αγαπώ και να είναι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Μάλιστα έχω ήδη καλά μηνύματα που μου έφερε η αδελφή μου και το πρώτο μου ανιψάκι αυτό το καλοκαίρι. Μάλιστα πήγα να τους δω στον Καναδά όπου ζει η αδελφή μου για τα γεννητούρια.

– Να σας ζήσει! Επόμενα σχέδια;

* Θα ξανακάνουμε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, από τις 14 Φεβρουαρίου μέχρι και τις 29 Μαρτίου 2018, την επιθεώρηση «Μεγάλο κρεβάτι» που είχαμε ανεβάσει στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ για τον Έρωτα» σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη, με τους Κατερίνα Ζησούδη, Μαρία Μοσχούρη, Γιάννη Νιάρρο, Πάνο Παπαδόπουλο, Νάνσυ Σιδέρη, Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο.

 

– Τι θέλεις να μας πεις για τις δουλειές που παίζεις τώρα; Πρώτα για το «Έξυπνο πουλί» του Ζωρζ Φεντώ…

* Αρχίσαμε στις αρχές Οκτωβρίου και θα παίζουμε από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή ως τις 29 Οκτωβρίου, στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Το έργο το ανεβάσαμε πέρυσι και τώρα σε επανάληψη κάνουμε δίνουμε λίγες παραστάσεις ακόμη.

– Πώς διαλέξατε έργο του Ζωρζ Φεντώ;

* Ήταν και ανάγκη μας να δουλέψουμε πάλι όλοι μαζί αλλά και μια ανάγκη να δοκιμαστούμε στην κωμωδία, στη φάρσα. Ο Γιώργος Κατσής και ο Μάνος Βαβαδάκης το επέλεξαν, το διασκεύασαν και εν τέλει καταλήξαμε σε αυτό. Μας άρεσε ο Φεντώ επειδή ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με τη φαρσοκωμωδία. Μας άρεσε και το γεγονός ότι χρησιμοποιεί πάντα πολλές πόρτες στα έργα του προκαλώντας συνεχή ξαφνιάσματα στον θεατή.

– Ήταν μια δοκιμασία για σας αυτό το θεατρικό είδος;

* Και ήταν και εξακολουθεί να είναι παρόλο που ήδη είμαστε σε επανάληψη, παρόλο που είμαστε μια παρέα και γνωρίζει ο ένας τον άλλον, είμαστε καλοί φίλοι και επικοινωνούμε, εν τούτοις συνεχίζουμε την αναζήτηση σε αυτό το κομμάτι. Και αυτό είναι κάτι πολύ θετικό και για μας και για τους θεατές.

– Μετά το «Έξυπνο Πουλί» τι θα ακολουθήσει;

* Θα παρουσιάσουμε το έργο του Αλφρέ Ζαρρύ «Υμπύ τύραννος» που θα ανέβει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία του Μάνου Βαβαδάκη στις αρχές Φεβρουαρίου. Από τις 7 του μήνα μέχρι και την 1η Απριλίου 2018. Αχιλλέας Κυριακίδης, Μετάφραση. Μάνος Βαβαδάκης, Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία. Γιωργίνα Γερμανού, Κοστούμια. Στέλλα Κάλτσου, Φωτισμοί. Γιώργος Μιχελάκης, Κίνηση. Κάτια Κουμαριανού, Βοηθός ενδυματολόγου. Στους ρόλους: Μάνος Βαβαδάκης, Στέλλα Βογιατζάκη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Κατερίνα Ζησούδη και εγώ…

– Μου είπες προηγουμένως ότι αυτό που μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις είναι η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα. Εσένα η δική σου σχέση με τα ζώα ποια είναι; Έχεις κατοικίδιο;

* Έχω ένα σκυλάκι, τη «Ζουλού». Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι που είχαμε πάντα ζώα, εκτός από σκυλιά που ήταν το πιο σίγουρο, αλλά και γατιά, χελώνες, πουλιά και πολλά άλλα. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είμαι σε ένα σπίτι χωρίς ένα ζώο. Μου φέρνουν πολλή ηρεμία. Είναι καλοί φίλοι. Έχω πάντα πολύ καλή σχέση με τα ζώα και τα αγαπώ.

– Μάτα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

* Κι εγώ ευχαριστώ.

 

«Το έξυπνο πουλί».
Η φάρσα του Ζωρζ Φεντώ, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή, επιστρέφει στο Tempus Verum-Εν Αθήναις από τις 6 Οκτωβρίου 2017, για δεύτερη χρονιά.
«Ο Ποντανιάκ, αμετανόητος γυναικάς, κυνηγά τη Λουσιέν ως το σαλόνι του σπιτιού της. Εκεί ανακαλύπτει πως είναι παντρεμένη με τον Βατλέν, τον καλύτερό του φίλο. Εκείνος της αποκαλύπτει πως ο Ποντανιάκ είναι κι αυτός παντρεμένος. Η Λουσιέν θα εκμυστηρευτεί στον Ποντανιάκ πως θα απατούσε τον άντρα της, μόνο αν αυτός την απατούσε πρώτος, υπόσχεση που έχει δώσει από καιρό και στον Ρεντιγιόν, οικογενειακό τους φίλο. Τι θα συμβεί, όμως, όταν ο Βατλέν αποκαλύπτει στον Ποντανιάκ, ότι απατά τη γυναίκα του με μια Γερμανίδα που ήρθε από το Μόναχο και τον εκβιάζει; Και τι θα συμβεί, όταν όλοι αυτοί βρεθούν στο ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου Corte-Flirt;
Πόρτες, μοιχεία, παρεξηγήσεις, ψέματα από έξι χαρακτήρες που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιβεβαιώσουν τον ανδρισμό ή τη θηλυκότητά τους αποτυγχάνοντας, ωστόσο, παταγωδώς. Μια φαρσοκωμωδία απογυμνωμένη από τα αστικά της στοιχεία σε μια σύγχρονη αφήγηση που επαναπροσδιορίζει τα βασικά της συστατικά. Κι ενώ οι χαρακτήρες της φάρσας στηρίζονται στον κόσμο που γελά σε βάρος τους, αντί να προσποιηθούν άγνοια κρυμμένοι πίσω απ’ τις πόρτες, την… κατασκευάζουν.
Πόσο δυνατή είναι η σύμβαση του γάμου; Μπορεί να μεταπείσει ακόμα και τον πιο κυνικό; Η αληθινή αγάπη θα επιβιώσει ή θα παραμείνει εγκλωβισμένη στις φωτογραφίες»;
***
Πληροφορίες για «Το έξυπνο πουλί»
Του Ζωρζ Φεντώ
Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Μάνος Βαβαδάκης, Γιώργος Κατσής
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαριέττα Παυλάκη
Με τους: Στέλλα Βογιατζάκη, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Κατερίνα Ζησούδη, Μάνο Βαβαδάκη, Γιώργο Κατσή, Πάνο Παπαδόπουλο
Φωτογραφίες (high res): © Νίκος Πανταζάρας
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Από Τετάρτη έως και Σάββατο στις 21:00
Κυριακή στις 19:00
Τιμές εισιτηρίων
Γενική είσοδος 12 ευρώ, Μειωμένο – Φοιτητικό 8 ευρώ,
Τετάρτη: Γενική είσοδος 10 ευρώ
Ατέλειες: 5 ευρώ
Διάρκεια: 80 λεπτά
***
Tempus Verum – Εν Αθήναις
Ιάκχου 19, Γκάζι. Τηλέφωνο: 210- 342.51.70
Μετρό: Στάση «Κεραμεικός

  • Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr
eirini aivaliwtouΧαρά-Μάτα Γιαννάτου: «Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια»
Περισσότερα

Φαίδων Καστρής: «Δεν γίνονται όλες οι πριγκίπισσες ευτυχισμένες, κάποιες γίνονται σοφές»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πάντα μου έκανε εντύπωση ως καλλιτέχνης. Είναι ένας από τους πιο ευφυείς, αστραφτερούς, ουσιαστικούς και ειλικρινείς ηθοποιούς που έχω συναντήσει επί σκηνής. Ειδικά τα τελευταία χρόνια τον έχω δει να προσφέρει στο κοινό αναμφισβήτητα υπέροχες ερμηνείες. Και δεν μιλώ μόνο για τον μονόλογο «Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ» όπου τον θαυμάσαμε στο ρόλο της Μαρί-Πιερ, ούτε για το «Blanche/Μετεπιβίβαση» ή για το «Λάκκο της αμαρτίας» του Γιώργου Μανιώτη αλλά και για την «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, όπου ο Φαίδων Καστρής θριάμβευσε στο ρόλο του Χορού. Μιλώ ακόμη για το «Οφσάιντ-Εκτός Παιδιάς» του Σέρτζι Μπελμπέλ (Ζουζέπ) σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου, που και εκεί μας κατέπληξε. Ένας θεατρίνος τολμηρός, άνετος, νηφάλιος και εκρηκτικός ταυτόχρονα. Ακόμα και οι πιο μικρές λεπτές χειρονομίες του, και ο τρόπος που φοράει το θεατρικό του κοστούμι παράγουν ύφος και ήθος.
Φέτος μπήκε απρόβλεπτα στη ζωή του μια βασίλισσα, η Σοφία της Ισπανίας. Και μάλλον μπήκε στη ζωή του για να μείνει, αφού η διαίσθησή μας και η δική του μας λένε πως «αυτή θα είναι η ωραιότερη παράστασή» του.
Ο Φαίδων Καστρής, στο ιστορικό σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού, απέναντι από τη Βουλή των Ελλήνων, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Λεωνίδα Παπαδόπουλου, υποδύεται ένα αλλόκοτο πλάσμα. Ένα πλάσμα αθέατο, που στοιχειώνει το μυαλό της Σοφίας και μεταμορφώνεται σε όλους όσοι καθόρισαν τη ζωή της. Ποιος είναι; Κάποιος αόρατος φίλος της, η συνείδησή της ή μήπως μια φωνή από το παρελθόν; Ο Ισπανός συγγραφέας Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι σπάει τα όρια του ρεαλισμού και μας προσκαλεί σε μια διαδρομή στα όνειρα και τους εφιάλτες της βασίλισσας Σοφίας.

Η βασίλισσα Σοφία, μπροστά στο φέρετρο του νεκρού συζύγου της, βασιλιά Χουάν Κάρλος, κάποια στιγμή στο μέλλον. Μια φωνή τής μιλάει. Μια φωνή μέσα στο μυαλό της. Το παρελθόν ξυπνά. Μνήμες θραύσματα την πλημμυρίζουν. Το Τατόι, ο Παύλος, η Φρειδερίκη, ο Χουανίτο, ο Φράνκο, ένα παιδί που πεθαίνει μπροστά στα μάτια της… Η ταυτότητά της, όσα έζησε και όσα δεν έζησε.
Ο Φαίδων, παιδί μιας μικρομάνας, στη συνέντευξη που δίνει στο catisart.gr, μιλά για τις μνήμες του, τους μύθους της παιδικότητάς του, την παραμυθού προγιαγιά του από τη Μικρασία, την αστερόσκονη της ψυχής του. Φέτος γιορτάζει τα τριαντάχρονά του επισήμως στο θέατρο με τη «Σοφία», μια «χειροποίητη» παράσταση, μικρή αλλά πανάκριβη παραγωγή. Στο θέατρο «δεν είσαι αυτό που ονειρεύεσαι αλλά αυτό που βλέπουν οι άλλοι», μου λέει. Με ενθουσιασμό παιδιού μιλάει για το πρόσωπο που υποδύεται, ένα πλάσμα μυθικό που μπαίνει στο μυαλό της Βασίλισσας και διατρέχει τους λαβυρίνθους της μνήμης της, τα όνειρα, τους εφιάλτες της. «Δεν γίνονται όλες οι πριγκίπισσες ευτυχισμένες, κάποιες γίνονται σοφές», συμπληρώνει. Αν στη διαδρομή του συναντούσε τη Σοφία; «Σας αγάπησα», θα της έλεγε απλά. Εμείς, αν την αναζητήσουμε, θα τη συναντήσουμε, μέσω του Φαίδωνα, από την 1η Οκτωβρίου στο σαλόνι εποχής ενός μουσείου. Να καταδύονται μαζί στις εποχές της ζωής και του μεγαλείου του!

 

Φαίδωνα, τι αναμνήσεις έχεις από παππούδες, γιαγιάδες και παιδική ηλικία;

* Να η νεράιδα και τα παραμύθια! Είμαι ξέρετε μοναχοπαίδι μιας μικρομαμάς, στα δεκαέξι της με γέννησε και η γιαγιά μου -η μητέρα της- ήταν μόλις 32 χρονών, πρόλαβα λοιπόν και την προγιαγιά μου τη Μικρασιάτισσα, δασκάλα κάποτε σε σχολαρχείο της Σμύρνης, και «παραμυθού» της παιδικής μου ηλικίας. Θυμάμαι παιδάκι στη Βάρκιζα που μεγάλωσα και πριν η τηλεόραση κλείσει τις οικογένειες στα σπίτια τους, το βραδάκι να μαζεύονται μικροί μεγάλοι από τη γειτονιά για την ώρα του παραμυθιού, κανονικό πρόγραμμα είχε η προγιαγιά, άρχιζε με το παιδικό, μετά για τους μεγάλους, παραμύθια ανατριχιαστικά της Μικρασίας, θρίλερ σημερινά κι έκλεινε με τα σατιρικά και πικάντικα τα ακατάλληλα για τα παιδιά, που ήδη είχαν μαζευτεί για ύπνο. Πάντα την ακούω βαθιά μέσα μου αυτήν τη φωνή της και πιστεύω πως σαν μηλαράκι έπεσα κι εγώ κάτω από αυτήν την ίδια μηλιά, και λέω κι εγώ τα παραμύθια μου τα θεατρικά και κυρίως τα ζω! Φυσικά, όπως έχω ξαναπεί, υπήρξε κι ο πραγματικός μύθος στην οικογένεια, αυτός του θείου Μανώλη Χιώτη, αδελφός της γιαγιάς μου από την πλευρά του πατέρα μου, που έριξε επίσης τη λαμπρή του αστερόσκονη στην παιδική μου ψυχή. Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω όμως, έφυγε όταν ήμουν παιδάκι στα επτά, αλλά επίσης τον κουβαλάω μέσα μου, όπως όλους πια που «έφυγαν», προς τα μέσα μας λέω πάντα.

Πότε συναντήθηκες για πρώτη φορά με το θέατρο και την τέχνη;

* Με την αίσθησή μου του θεάτρου, τη σχέση μου μαζί του νομίζω από πάντα! Δεν ξέρω αν ήταν λόγω των παραμυθιών που σας είπα πριν αλλά πάντα είχα αυτή την αίσθηση μιας μαγικής στιγμής που είμαι στο φως και όλοι βλέπουν, ακούν το μικρό μου «τραγούδι»! Ήμουν φτωχό παιδάκι ξέρετε, σπάνιζαν τα παιχνίδια, όμως στο μυαλό μου γιατί εκεί έπαιζα χαμένος στις φαντασίες μου, στις ιστορίες μου, εκεί άρχισα σιγά σιγά να πρωταγωνιστώ και να αλλάζω ρόλους… Κάποια στιγμή άρχισα να φτιάχνω χάρτινες φιγούρες και να στήνω μικρά θεατράκια στη γειτονιά, πολύ πριν πάω στο θέατρο ο ίδιος, νομίζω η πρώτη παράσταση που είδα ήταν στα δεκαεπτά μου, το «Πρόσκληση στον Πύργο», με έναν λαμπρό θίασο και πρωταγωνιστές τον Κούρκουλο και τη Δανδουλάκη, παραστάσεις της Αλίκης και της Καρέζη και μία μόνο φορά την τεράστια, τη μαγική Έλλη Λαμπέτη! Στο θέατρο βγήκα πολύ μικρός, τον Δεκέμβρη του 1982, πριν γίνω είκοσι χρονών, το ’63 έχω γεννηθεί, έκανα πρεμιέρα στο θέατρο ΚΕΑ στην Πλάκα, έπαιζα δύο χρόνια σχεδόν εκεί, μετά πήρα την απόφαση κι έδωσα στην σχολή του Εθνικού Θεάτρου απ’ όπου κι αποφοίτησα το 1988. Τώρα θα γιορτάσω τα τριαντάχρονά μου επισήμως στο θέατρο με τη «Σοφία» και με κάτι ακόμη που έρχεται για το ’18.

 

Τι σου κέντρισε το ενδιαφέρον για να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτό τον χώρο;

* Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ένιωσα ότι το κάνω επαγγελματικά! Παρόλο που υπήρξα απολύτως συνεπής κι αφοσιωμένος εργάτης ή και στρατιώτης του θεάτρου στα περισσότερα χρόνια της διαδρομής μου, επαγγελματικά, επαγγελματίας δεν ένιωσα ποτέ. Έζησα, ήταν η ζωή μου και είναι πάντα, το πάθος μου, το όνειρό μου κάθε φορά, ο ρόλος μου, μικρός ή μεγάλος είναι αυτό που χρωματίζει το εκάστοτε παρόν μου! Τώρα ακόμη πιο πολύ και πιο βαθιά! Επαγγελματίας βέβαια έγινα αναπόφευκτα γιατί αυτό κάνω, αυτό είναι η δουλειά μου, από αυτό έζησα και ζω, πολύ φτωχικά όπως καταλαβαίνετε αλλά ευτυχώς κι αυτό είναι η αποζημίωσή μου! Ειδικά στις μέρες μας που τίποτε σχεδόν δεν πληρώνεται.

Ποιοι δάσκαλοί σου άφησαν τα ίχνη τους στη μετέπειτα πορεία σου;

* Από χαρακτήρα δεν ένιωσα όταν ήμουν νέος, παρόλο που συνάντησα και είχα σπουδαίους δασκάλους, αυτό το αίσθημα του μαθητή προς δάσκαλο, άκουγα δηλαδή να λένε δίπλα μου το «Δάσκαλε» κι εγώ δεν μπορούσα να το πω, δεν το είπα ποτέ, δεν το ένιωθα κι ας ήμουν ο καλός μαθητής που λένε, γιατί ήμουν. Πάντα πίστευα πως δάσκαλός μας είναι ο εαυτός μας, ο κόσμος γύρω μας που όλο μαθαίνει κι όλο διδάσκεται από τη ζωή, την εμπειρία του, οι μεγάλοι ποιητές, συγγραφείς, δημιουργοί, καλλιτέχνες, άνθρωποι στον δρόμο, όλα διδάσκουν αν ο δάσκαλος μέσα σου είναι ζωντανός, βλέπει, ακούει, αισθάνεται, ερμηνεύει. Τώρα που μεγάλωσα ξέρω βέβαια πως είχα και Δασκάλους και τους ευγνωμονώ! Θυμάμαι τη διάνοια της δασκάλας μου στη Σχολή του Εθνικού, την Αντιγόνη Βαλάκου, το πάθος της Μαρίας Χορς, τον Μινωτή στην πρώτη μου παράσταση στην Επίδαυρο, στον Χορό του «Οιδίποδα Επί Κολωνώ», να λέει «ο ηθοποιός είναι ο δύτης που ανεβάζει από τον βυθό το μαργαριτάρι του ρόλου, ο ηθοποιός ξέρει, ο σκηνοθέτης έχει την ευθύνη απέναντι στον ποιητή, συντονίζει το όλον». Θυμάμαι τον Βασίλη Διαμαντόπουλο να με παροτρύνει: «Φαίδων μη φοβάσαι όταν παίζεις, δίνε και μια στιγμή στο τίποτα»! Η Λήδα Πρωτοψάλτη, η Λυδία Κονιόρδου είναι δασκάλες μου κι όλοι οι σκηνοθέτες, συνάδελφοι ηθοποιοί που θαύμασα και θαυμάζω είναι δάσκαλοί μου, τα νέα παιδιά που μας διδάσκουν τους νέους τρόπους, τους δικούς τους νέους δρόμους σήμερα στο θέατρο, πολύ σημαντικό για να μη μείνεις πίσω στην ουτοπία σου του χθες αλλά και για να φέρεις και σ’ αυτούς αν είναι ανοιχτοί το «άρωμα» ή και κάποια εμπειρία της δικής σου εποχής.

 

Όταν μπήκες στο χώρο του θεάτρου, υπήρχε κάτι που να σε… τρόμαξε;

* Στον χώρο του θεάτρου μπήκα μαγεμένος, όλοι όμως ξέρουμε πως ο χώρος έχει τους πρίγκιπες και τις πριγκίπισσές του, όπως και τις κακές του μάγισσες και τους τρελούς, τους γάτους και τους λαγούς, κανονικό παραμύθι κι άγριο μαζί. Τρόμαξα μόνο όταν κατάλαβα πως δεν είσαι αυτό που ονειρεύεσαι αλλά αυτό που βλέπουν οι άλλοι! Έπρεπε λοιπόν να δω, να γνωρίσω, να καταλάβω τον εαυτό μου σε βάθος, να με αναδομήσω και να με συστήσω στους άλλους με τον τρόπο που εγώ με βλέπω, αυτό είναι σκληρή επίπονη και δημιουργική δουλειά γιατί σημαίνει να γνωρίσεις ποιος είσαι, να σε διαπεράσει το φως, να ξεπεράσεις τους φόβους σου, να πεις ορίστε τα μυστικά και ψέματά μου, προσέρχομαι ένα γυμνό ανθρώπινο πλάσμα όλο ατέλειες στο φως αλλά αληθινό! Παίρνει χρόνια αλλά γίνεσαι ηθοποιός. Το μόνο που φοβήθηκα ήταν να μην «καώ» ερήμην μου σε κάτι «φτηνό», μπορεί και υπερβολικά να φοβήθηκα αλλά από το φτηνό έφευγα τρέχοντας …έτσι βρέθηκα αρκετές φορές στην άκρη, στη σκιά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, έτσι ήμουν εγώ.

Τι θα ήθελες να μας πεις για το έργο «Σοφία» του Ισπανού συγγραφέα Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι, το οποίο πρόκειται να ανεβάσετε τον Οκτώβριο στο Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Παπαδόπουλου και σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ;

Η «Σοφία», η βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας, κάποτε πριγκίπισσα της Ελλάδας, τι ωραίος μονόλογος! Ξεκινάμε, είμαστε τόσο κοντά στην πρεμιέρα τώρα που μιλάμε, την πρώτη Οκτωβρίου σε αυτό το μαγικό σπίτι – μουσείο, ένα αληθινό κόσμημα της Αθήνας, η Οικία Κατακουζηνού, νιώθω τυχερός πήγα να πω αλλά δεν πιστεύω στην τύχη, πιστεύω στο ένστικτο, την εμπειρία, στο πάθος και τη σκληρή δουλειά, νιώθω όμως ευτυχισμένος και λέω αυτή θα είναι η ωραιότερη παράστασή μου.
Η «Σοφία», λοιπόν, μπήκε απρόβλεπτα και σαν ένα αστείο στη ζωή μου, από μια ανάρτηση στο Facebook της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, φίλης μου, που θαυμάζω για την προσωπικότητα, τη γνώση, την αγάπη στο θέατρο, σπουδαία μεταφράστρια και η πρέσβειρα ουσιαστικά του ισπανικού και καταλανικού θεάτρου στην Ελλάδα και την Κύπρο που οι μεταφράσεις της κατακλύζουν και κοσμούν κάθε χρόνο πια τις θεατρικές μας σκηνές, ευτυχώς για μας. Ανέβασε λοιπόν η Μαρία ένα βράδυ το «νέο έργο, μονόλογος, Σοφία, στο Solo Teatro! για τη βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας» κι αστειευόμενος εγώ της έγραψα «για μένα είναι αυτό το έργο» και γελάσαμε! Έλα όμως που άρχισε να με τριβελίζει και δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ, τελικά το έργο ήταν γραμμένο για άντρα ηθοποιό, δεν είναι ο ρόλος η Σοφία βέβαια αλλά ένα πλάσμα που μπαίνει στο μυαλό της, που διατρέχει τους λαβυρίνθους της μνήμης της, τα όνειρα και τους εφιάλτες της. Ο συγγραφέας αναλαμβάνει να λύσει τον γρίφο «αυτής της άγνωστης και μαζί της πιο γνωστής γυναίκας της Ισπανίας», της για πολλά χρόνια βασίλισσάς τους και μαζί να μας τη γνωρίσει μέσα από τη ζωή της ξεκινώντας από τα παιδικά της χρόνια στο Τατόι, τον γάμο της στην Αθήνα, την ενθρόνισή της το 1975 στην Ισπανία, την παραίτησή τους με τον Χουάν Κάρλος υπέρ του διαδόχου τους Φελίπε, ως τις μέρες μας που συχνά τη βλέπουμε χωρίς το πρωτόκολλο πια να την πιέζει να κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας.
Από εκείνο το πρωί λοιπόν που γελώντας στον καθρέφτη μου είπα το «θα σε κάνω βασίλισσα» αλλά και σε όλη τη διαδρομή, στις συναντήσεις μου, με το πραγματικά πρωτότυπο, βαθύ, εξαιρετικό κείμενο και στη μετάφρασή του, όλο θεατρικές εκπλήξεις κι ευκαιρίες για μια ωραία παράσταση του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι, με τον σκηνοθέτη μου Λεωνίδα Παπαδόπουλο, βαθιά καλλιεργημένο και επιστήμονα σχεδόν στη δουλειά του, οι πρόβες ήταν ένα μαγικό ταξίδι με όλες τις «συγκρούσεις» που χρειάζονται και γονιμοποιούν τη γέννηση μιας παράστασης, δεν είμαι κι εγώ εύκολος, ποτέ δεν ήμουν, με όλους τους συνεργάτες και φίλους που μας υποστηρίζουν, γιατί είναι μια «χειροποίητη» παράσταση, μικρή πανάκριβη παραγωγή, από την πρώτη στιγμή λοιπόν ήξερα πως η «Σοφία» θα είναι η παράσταση που σήμερα θα έχει να πει και να αγγίξει με έναν άλλο τρόπο το κοινό, από τα ψηλά κι άλλη μια φορά να στοχαστούμε τα μονοπάτια και τις λεωφόρους που θα μας πάνε στην ευτυχία, στο ουράνιο τόξο του καθενός… Δεν γίνονται όλες οι πριγκίπισσες ευτυχισμένες, κάποιες γίνονται σοφές.

Να υποθέσω πως έχετε προσκαλέσει τη βασίλισσα Σοφία στην παράσταση; Αν τη συναντούσες, τι θα της έλεγες;

* Φυσικά την καλέσαμε, ακολουθώντας το πρωτόκολλο κι εμείς, μέσω της Ισπανικής Πρεσβείας. Μακάρι να ερχόταν, αν και καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο να παρακολουθείς μια παράσταση στην οποία «πρωταγωνιστείς»! Στην Ισπανία, στη Μαδρίτη, παίχτηκε το 2016 το έργο, δεν ξέρω αν πήγε, ο συγγραφέας φαίνεται να την αγαπά, να την ψάχνει ακόμη κι όταν την «κρίνει» με αγάπη κι εγώ μέσα από αυτό το πλάσμα, τον χαρακτήρα που παίζω, εκφράζω αυτήν την αγάπη, για μένα βέβαια που δεν είμαι φιλοβασιλικός η Σοφία είναι σαν να παίζω μια άλλη οποιαδήποτε βασίλισσα στον Σαίξπηρ ή αλλού, μόνο που είναι σύγχρονή μας και έχουμε μνήμες καλές και κακές, κακές όχι βέβαια από την ίδια αλλά από τη μοναρχία και τον ιστορικό της ρόλο. Αν τη συναντούσα θα χαιρόμουν βέβαια και θα της έλεγα πως στη διαδρομή μου αυτήν «σας αγάπησα», δεν ξέρω αν είναι αυτή η πραγματική Σοφία που παίζω, αλλά και τι σημαίνει πραγματικό; Είναι η Σοφία μου, του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι.

Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο χώρο, την Οικία Κατακουζηνού, για το συγκεκριμένο έργο;

* Αμέσως στην πρώτη μας συνάντηση με τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ και τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο συζητήσαμε το πού θα ανέβει η παράσταση. Από την αρχή καταλάβαμε πως από τη μια επειδή είναι ένας μονόλογος θα πήγαινε σε μια μικρή σκηνή, από την άλλη όμως όταν έχεις τη Σοφία, μια βασίλισσα και μια εποχή, υπήρχε ο κίνδυνος να χαθεί μέσα στο πλήθος και τη σκόνη των εκατοντάδων παραστάσεων που φιλοξενούνται σ’ αυτές. Τότε σαν από μηχανής θεός ο αγαπητός κύριος Μήλας μας σύστησε στην Οικία Κατακουζηνού! Το εμβληματικό σαλόνι της Οικίας που κουβαλά όλη αυτήν την πνευματική και πολιτιστική αίγλη των κατοίκων του αλλά και των μεγάλων εποχών του και μαζί η συνομιλία του με το κτήριο της Βουλής απέναντι, μας καθήλωσαν, είπαμε ναι εδώ είναι ο τόπος του έργου, στην ουσία ο χωροχρόνος του, είναι πραγματικά σαν η «Σοφία» να γράφτηκε για να παρασταθεί στην Οικία Κατακουζηνού! Το πλάσμα του έργου που την αναζητά αλλά και εσωκλείεται στη Σοφία τη βρίσκει σήμερα σε ένα σαλόνι εποχής ενός μουσείου και καταδύονται μαζί στις εποχές της ζωής και του μεγαλείου του! Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους ανθρώπους του μουσείου για την τιμή που μας κάνουν με τη φιλοξενία τους και φυσικά για την ευγενική υποστήριξή τους.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου και ποιες οι αγαπημένες σου συνήθειες;

* Αυτή την εποχή μελέτη και πρόβες για τη Σοφία είναι το βασικό κομμάτι της μέρας μου, αν και η Σοφία, όπως και κάθε ρόλος, απασχολεί τον ηθοποιό ακόμη και στον ύπνο του, είναι εκεί και δουλεύει μαζί μου ακόμη κι όταν εγώ κάνω τα υπόλοιπα καθημερινά μου. Σπίτι λοιπόν, έχω τον ηλικιωμένο πατέρα μου από τα περασμένα Χριστούγεννα που κατέρρευσε και τον πήρα κοντά μου, γι’ αυτό και δεν έπαιξα τον τελευταίο καιρό, ήταν μια μεγάλη αλλαγή ζωής και για τους δυο μας, έπρεπε να τον φροντίσω και αυτό πια είναι μέρος της καθημερινότητάς μου, η φροντίδα του, η κόρη μου φυσικά που τελειώνει τώρα τη σχολή της στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό, οι άνθρωποί μου, οικογένεια και φίλοι, μαγειρεύω, διαβάζω, επικοινωνώ στο Facebook κι όλα αυτά με πολλές πολλές διαλείψεις γιατί χάνομαι στις σκέψεις και τα όνειρά μου …όλη την ώρα κινδυνεύω να ξεχαστώ, να ονειροπολήσω, είναι στη φύση μου αυτό!
Βεβαίως οι δύο γάτες μου, το Λουσάκι και η Κοζέτ επίσης που απαιτούν και διεκδικούν την καθημερινότητά μου, είμαι κατά κάποιον τρόπο το δικό τους πετ, τις λατρεύω και με βασανίζουν έτσι γλυκά που ξέρουν να βασανίζουν οι γάτες.
Και φυσικά η βόλτα μου στους πεζόδρομους στο Κουκάκι, στο στέκι μου με ποτό και φίλους, οι όμορφες μέρες και οι ακόμη πιο όμορφες νύχτες τους.
Σας ευχαριστώ άλλη μια φορά για τις ωραίες ερωτήσεις σας που με έκαναν και μένα να ξαναθυμηθώ τα πώς και τα διότι της ζωής μου σαν Φαίδων και σαν ηθοποιός Καστρής. Σας περιμένουμε στην παράσταση!

  • Φωτογραφίες: Σπύρος Τσακίρης

 

ΣΟΦΙΑ του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Παπαδόπουλος
Σκηνογραφία-Ενδυματολογία: Όλγα Ντέντα
Διαμόρφωση ηχητικών τοπίων: Νίκος Παπαρρόδου
Ψιμυθίωση: Ήρα Σ. Μαγαλιού
Φωτογραφίες παράστασης: Σπύρος Τσακίρης

  • Ερμηνεύει ο Φαίδων Καστρής

Trailer: Στέφανος Κοσμίδης

Με την υποστήριξη των Carnet de Voyage και GG Events Patras

Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα στις 21:00 τον Οκτώβριο και όλες τις Δευτέρες του Νοεμβρίου
Eισιτήριο 10 ευρώ
Κρατήσεις θέσεων: info@katakouzenos.gr
Τηλέφωνο κρατήσεων: 6934965340

Ώρα έναρξης: 21:00
Διάρκεια: 70 λεπτά

  • ΟΙΚΙΑ ΚΑΤΑΚΟΥΖΗΝΟΥ
    Λεωφ. Αμαλίας 4, 5ος όροφος, Σύνταγμα

Προβολή – Επικοινωνία: Δημήτρης Χαλιώτης

  • ΠΡΕΜΙΕΡΑ: 1η Οκτωβρίου 2017

«Ο μύθος λέει πως η Δήμητρα κάθισε κι έκλαψε στην Αγέλαστο Πέτρα, στον Θρόνο των δακρύων, ενώ ο κόσμος γύρω της μεταμορφωνόταν σε έρημο. Ή μπορεί να ήταν από πριν έρημος και η Θεά να έκλαψε επειδή νόμιζε πως ήταν ένα λιβάδι σπαρμένο κρίνα»…

Σημείωμα συγγραφέα
Το έργο Σοφία είναι ένας μονόλογος. Πρωταγωνίστριά του είναι μια γυναίκα. Για πολλά χρόνια, αυτή η γυναίκα ήταν η πιο γνωστή γυναίκα της χώρας. Για πολλά χρόνια, αυτή η γυναίκα, ήταν ταυτόχρονα η πιο άγνωστη. Το παράδοξο αυτό οφείλεται εν μέρει στην υψηλή θέση που κατείχε, αλλά και στη δουλικότητα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου. Προπάντων όμως στον κληρονομικό φόβο των Ισπανών να μιλήσουμε καθαρά, και χωρίς να χρειάζεται να υψώσουμε τη φωνή, για τα πράγματα που έχουν σημασία. Είμαστε πρωταθλητές στο κουτσομπολιό και ιδιόρρυθμοι σε θέματα που αφορούν τη μνήμη· είμαστε, οπωσδήποτε, μετεξεταστέοι στην Ιστορία. Όπως έλεγε μια διάσημη παρουσιάστρια της τηλεόρασης: μέχρι εδώ μπορώ να σας πω.
Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι

Σημείωμα σκηνοθέτη
Εικόνες ιστορίας μέσα σε σπασμένους καθρέφτες. Στιγμές μοναξιάς σε δωμάτια της μνήμης. Αέναες περιπλανήσεις αναζητώντας τη σιωπή. Η Σοφία στους λαβύρινθους του μυαλού της… το κοριτσάκι με τη σαλοπέτα, η ερωτευμένη πριγκίπισσα, η βασίλισσα μιας ξένης χώρας… Η Σοφία της θλιμμένης αξιοπρέπειας να χαμογελά αινιγματικά για το τέλος μιας εποχής. Όπως σε έναν πίνακα του Antonio López…
Λεωνίδας Παπαδόπουλος

 

Βιογραφικό – Φαίδων Καστρής

Ο Φαίδων Καστρής είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (1988). Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στο studio ηθοποιών του Βασίλη Διαμαντόπουλου (1988-89) και στο θεατρικό εργαστήρι του Γιάννη Ρήγα (1994-95).
Το 2010 δημιούργησε τη θεατρική εταιρεία «Ιδιομοιρίες» και παρουσίασε στο Θέατρο Αλκμήνη – Άκης Δαβής τη «Lisbon Traviata» του Terrence McNally σε σκηνοθεσία Λάζαρου Γεωργακόπουλου (Mendy). Για τον μονόλογο «Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ» για το ρόλο της Μαρί-Πιερ πήρε βραβείο ερμηνείας κοινού Athens Voice 2011 και στα πρώτα gay awards 2012 πήρε βραβείο ερμηνείας, σκηνοθεσίας και σκηνικού. Επίσης ήταν υποψήφιος βραβείων κοινού Αθηνοράματος 2012 για παράσταση, ερμηνεία, σκηνοθεσία, μουσική και κοστούμι. Το 2014 ήταν υποψήφιος για ερμηνεία και σκηνοθεσία, στα gay awards για το «Blanche/Μετεπιβίβαση» του Μιχάλη Παλίλη. Τέλος για την παράσταση «Ο Λάκκος της αμαρτίας» του Γιώργου Μανιώτη ήταν υποψήφιος βραβείου ερμηνείας στα queer awards 2015. Το 2001 έγραψε το θεατρικό έργο Χώμα στην Μπανιέρα και ήταν υποψήφιος για το βραβείο «Κάρολος Κουν» θεατρικού έργου το 2002.
ΘΕΑΤΡΟ:
Συμμετείχε στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου:
– Οιδίπους επί Κολωνώ Σοφοκλή, σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή (χορός) 1989
– Φουέντε Οβεχούνα Λόπε Δε Βέγα, σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη (ένας χωρικός)1990.

Μέλος της Ομάδας Θέαμα του Γιάννη Κακλέα στο παλιό παγοποιείο Φιξ από το 1990 ως το 1993, συμμετείχε στις παραστάσεις:
– Στο βάθος… κτήνος κόμικς 1990,
– Μετά το φόνο (class enemy του Nigel Williams) 1991,
– Η Μεγάλη Μαγεία Εντ. Ντε Φιλίππο 1992,
– Στο βάθος …βάθος αμέτρητο κόμικς 1993, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα.

Με τον Θεατρικό Οργανισμό Εστία του Γιάννη Ρήγα και σε διδασκαλία-σκηνοθεσία του ίδιου στις παραστάσεις:
– Σαίξπηρ, όπως μας αρέσει, σε συνεργασία με τη Σχολή Καλών Τεχνών, (Μαλβόλιο) 1994
– Δεσποινίς Έλζε του Άρτουρ Σνίτσλερ, στο πατάρι του Θεάτρου Εμπρός (εξάδελφος Πάουλ) 1995.

Από το καλοκαίρι του 1995 συνεργάστηκε με το Θέατρο Στοά στις παραστάσεις του Θανάση Παπαγεωργίου :
– Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Μποστ (τροβαδούρος, δημοσιογράφος) 1995-96
– Η Φυλακή του Όλλυ του Εντουαρντ Μποντ (Φρανκ) 1997
– Το πρόβλημα του Κώστα του Βασ. Ραίση (Παύλος) 1998
– Το τραγούδι του νεκρού αδελφού του Μίκη Θεοδωράκη (Παύλος), καλοκαίρι 2000.

Επίσης στην παιδική σκηνή της Στοάς στις παραστάσεις της Λήδας Πρωτοψάλτη :
– Τα μαγικά μαξιλάρια Ευγ. Τριβιζά 1996
– Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν διασκευή Παναγ. Μέντη 1997
– Με το Νι και με το Σίγμα Ευγ. Τριβιζά 1998-99

Συμμετείχε στις παραστάσεις του θεάτρου Χώρα (2000 και 2001):
– Η Κυρία με τις καμέλιες διασκευή-σκηνοθ. Πέτρου Ζούλια με τη Ρούλα Πατεράκη, (Πρυντάνς) 2000,
– Το φάντασμα της όπερας διασκευή-σκηνοθ. Π. Ζούλια (Ραούλ) 2001.
– Αντιγόνη Σοφοκλή, σκηνοθεσία Νικαίτη Κοντούρη, Εθνικό Θέατρο, παγκόσμια περιοδεία (χορός) (2002-3)
– Ίων Ευριπίδη, σκηνοθεσία Λυδία Κονιόρδου, Εθνικό Θέατρο (αγγελιαφόρος-υπηρέτης) (2003)

– Κεκλεισμένων των θυρών του Σαρτρ (θυρωρός), Νικαίτης Κοντούρη για το Δηπεθε Πάτρας, 2005
– Πέρσες Αισχύλου, σκηνοθεσία Λυδία Κονιόρδου, Εθνικό Θέατρο (Α Κορυφαίος – αγγελιαφόρος), 2006
– Το τέλος του παιχνιδιού Σάμιουελ Μπέκετ, σκηνοθεσία Λυδία Κονιόρδου, ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας -Θέατρο Απόλλων (Χαμ), 2007
– Ορέστης Ευριπίδη, σκηνοθεσία Σλόμπονταν Ουνκόφσκι, ΚΘΒΕ (αγγελιαφόρος), 2008
– Τρωάδες Ευριπίδη, σκηνοθεσία Νικαίτη Κοντούρη, Εκάβη η Λήδα Πρωτοψάλτη, ΚΘΒΕ (Ταλθύβιος) 2009
– Τρισεύγενη του Κωστή Παλαμά, σκηνοθεσία Λυδία Κονιόρδου, με τη Στεφανία Γουλιώτη, Εθνικό Θέατρο (Δεντρογαλής) 2011
– Την Τρίτη στο σούπερ-μάρκετ του Εμ. Νταρλέ, σκηνοθεσία Κατερίνα Μπερδέκα, Από Μηχανής Θέατρο 2011-2012
– Ο Πατέρας Αύγ. Στρίντμπεργκ, σκηνοθεσία Λίλλυ Μελεμέ, με τον Γιάννη Φέρτη, Θέατρο Τέχνης- υπόγειο (πάστορας), 2013
– Φλαντρώ του Παντελή Χορν, σκηνοθεσία Λυδία Κονιόρδου, Εθνικό Θέατρο (Λευτέρης Ζατούνης), 2013-2014
– Blanche/Μετεπιβίβαση του Μιχάλη Παλίλη, Θέατρο Σημείο,
– Ιππόλυτος Ευριπίδη, σκηνοθεσία Λυδία Κονιόρδου, Εθνικό Θέατρο (θεράπων-έρως), 2014
– Κάθε Σαράντα Χρόνια Δημήτρη Τσεκούρα, σκηνοθεσία Νίκου Σακαλίδη, για λίγες παραστάσεις στο μπαρ Πατάρι στο Κουκάκι,2014
Βυσσινόκηπος. ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ κείμενο Κατερίνα Μπερδέκα-Στρ. Σωπύλης, σκηνοθεσία Κατερίνα Μπερδέκα, ομάδα MeWE,Θησείον, ένα Θέατρο για τις τέχνες (Φοίβος, ο σκηνοθέτης), 2015
– Ο Λάκκος της αμαρτίας Γιώργου Μανιώτη, σκηνοθεσία Π. Φιλιππίδη, Εθνικό Θέατρο (Κίρκη η Ντολορόζα – υποψηφιότητα βραβείου ερμηνείας στα queer awards 2015). 2015

Το 2016 συμμετέχει στην παράσταση του «This Famous Tiny Circus» theater group, στο Από Μηχανής Θέατρο, «Οφσάιντ-Εκτός Παιδιάς» του Σέρτζι Μπελμπέλ (Ζουζέπ) σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ:
– Κρυστάλλινες νύχτες της Τώνιας Μαρκετάκη 1991
– Παραμονή Πρωτοχρονιάς του Π. Ζούλια 1994.

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ:
– Αχ Ελένη
– Παν μέτρον άχρηστον
– Κόμικς
– Οι αθώοι της πτέρυγας πέντε

  • Διαβάστε ακόμα:

«Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ – κριτική

«Οφσάιντ – Εκτός Παιδιάς – κριτική

Ο Φαίδων Καστρής στην Οικία Κατακουζηνού

Σχετικά με την Οικία Κατακουζηνού

Βασίλισσα Σοφία

Η Βασίλισσα Σοφία (Σοφία Μαργαρίτα Βικτωρία Φρειδερίκη, 2 Νοεμβρίου 1938) γεννήθηκε ως πριγκίπισσα Σοφία της Ελλάδας και της Δανίας και είναι η σύζυγος του πρώην Ισπανού βασιλιά Χουάν Κάρλος Α΄ και η μητέρα του Φίλιππου ΣΤ΄.

Γεννήθηκε στο Παλαιό Ψυχικό, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 1938. Οι γονείς της ήταν o Βασιλιάς Παύλος, και η σύζυγός του, Βασίλισσα Φρειδερίκη. Ανήκει σε μια από τις παλαιότερες ευρωπαϊκές βασιλικές οικογένειες δεδομένου ότι και οι δύο γονείς της ήταν απόγονοι της Βασίλισσας Βικτωρίας του Ηνωμένου Βασιλείου και του πρίγκιπα Αλβέρτου. Είναι μέλος του Οίκου του Σλέσβιχ-Χολστάιν-Σόντερμπουργκ-Γκλίξμπουργκ. Ο αδελφός της Κωνσταντίνος ήταν Βασιλιάς της Ελλάδας έως την κατάργηση της μοναρχίας το 1974.

Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του ζεύγους των τότε πριγκίπων της Ελλάδας (ο πατέρας της έγινε βασιλιάς το 1947). Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στην Αίγυπτο και στην Νότιο Αφρική, γιατί η βασιλική οικογένεια είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα κατά την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Το 1946 επέστρεψε στην Ελλάδα. Σπούδασε σε κολέγια της Ελλάδας και της Γερμανίας Βρεφοκομία, Μουσική και Αρχαιολογία. Εκτός από τα ελληνικά μιλάει αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά και γερμανικά.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1961, η πριγκίπισσα Σοφία αρραβωνιάστηκε στη Λωζάνη τον Χουάν Κάρλος, πρίγκιπα των Αστουριών και επίδοξο διάδοχο του ισπανικού θρόνου. Δύο ημέρες αργότερα «υπό αίθριον ουρανόν, ηπίαν φθινοπωρινήν ημέραν και το κλασσικόν αττικόν λυκόφως» η Αθήνα υποδέχτηκε «το ευτυχές πριγκιπικόν ζεύγος και τους γονείς του». Οι δακτύλιοι αρραβώνες ανταλλάχθηκαν στα Ανάκτορα των Αθηνών στις 14 Δεκεμβρίου, ημέρα των 60ων γενεθλίων του βασιλιά Παύλου. Παρόντες 35 πρίγκιπες, η κυβέρνηση και άλλοι επίσημοι.

Οι επερχόμενοι γάμοι της πριγκίπισσας Σοφίας με τον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας το Μάιο κατέστησαν πολιτικό πρόβλημα που έφερε σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση Καραμανλή και στάθηκε αφορμή να ψυχρανθούν ακόμη περισσότερο οι σχέσεις των Ανακτόρων με τον πολιτικό κόσμο.

Από καιρό η βασίλισσα Φρειδερίκη πίεζε τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθορίσει μεγάλο ποσό από τον δημόσιο προϋπολογισμό για προίκα της κόρης της. Η απάντηση του πρωθυπουργού ήταν ότι η βασίλισσα θα πρέπει να περιμένει να συνεννοηθεί προηγουμένως η κυβέρνηση με τα κόμματα, ώστε να μην αρχίσει η αντιπολίτευση τις επιθέσεις κατά της κυβέρνησης αλλά και κατά του στέμματος. Η Φρειδερίκη, όμως, δεν σταμάτησε τις φορτικές πιέσεις. Στις 19 Φεβρουαρίου του 1962 ο υπουργός Οικονομικών Σπύρος Θεοτόκης κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο δινόταν προίκα στη Σοφία ύψους 9.000.000 δρχ. (300.000 δολάρια της εποχής) που απαλλασσόταν από κάθε φορολογία και μπορούσε να μετατραπεί σε συνάλλαγμα.

Στην εισηγητική του έκθεση ο Θεοτόκης επικαλέστηκε «μακροχρόνιον και αδιάλειπτον έθιμον» και ανέφερε επίσης ότι «Η συμβολή του ελληνικού λαού εις την αποκατάστασιν της βασιλόπαιδος Σοφίας, πρωτίστως προβάλλεται ως ηθική και έμπρακτος συμμετοχή αυτού εις το ευτυχές γεγονός…».

Οι πληροφορίες όμως των ανθρώπων της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα λένε ότι κανείς δεν πληροφορήθηκε, δημόσια τουλάχιστον, το πραγματικό ύψος της προίκας και υποστηρίζουν ότι 100.000-200.000 χρυσές λίρες βγήκαν από τα ταμεία του κράτους. Στο εμπιστευτικό έγγραφο CE/941/4 της βρετανικής πρεσβείας προς το Φόρεϊν Όφις τονίζεται: «Καθώς ο βασιλικός γάμος είναι άμεσος, το ποσόν της προίκας που θα δοθεί από το δημόσιο ταμείο έχει γίνει ο στόχος του αντιμοναρχικού αισθήματος στην Ελλάδα, που βρίσκεται πάντα στην επιφάνεια».

Στις 21 Φεβρουαρίου έγινε έντονη συζήτηση στη Βουλή για το θέμα της προίκας. Εκπρόσωπος της Ένωσης Κέντρου δήλωσε ότι το κόμμα του δέχεται να δοθεί μόνο κάποιο συμβολικό δώρο, ενώ η Ε.Δ.Α. εξέφρασε την πλήρη αντίθεσή της στον θεσμό. Το Κόμμα Προοδευτικών δήλωσε πως είναι εναντίον του θεσμού, αλλά δεν θα έπρεπε η κατάργηση της προίκας να αρχίσει από την πριγκίπισσα Σοφία. Η Φρειδερίκη έγραψε αργότερα στις αναμνήσεις της: «Ο γάμος της Σοφίας υπήρξε μια εξαιρετικά πολύπλοκη υπόθεσις. Ύστερα από μερικές δυσχερέστατες συνομιλίες με πρόσωπα που επιχειρούσαν να φανούν περισσότερο Καθολικοί από τον Πάπα, στείλαμε στο Βατικανό τον κ. Πεσμαζόγλου, έναν λαμπρό Έλληνα δικηγόρο. Οι αρχές του Βατικανού συμφώνησαν με την άποψή μας, η οποία ήταν: Αφού και οι δύο γονείς είχαν αποφασίσει πως ο γάμος έπρεπε να γίνει στην Αθήνα, η Σοφία μπορούσε να παντρευτεί ως ορθόδοξη πριγκίπισσα στην ορθόδοξη Μητρόπολη, αλλά εφ’ όσον ο σύζυγός της ήταν καθολικός, θα έπρεπε να γίνει προηγουμένως και καθολικός γάμος στην καθολική εκκλησία».

Η πριγκίπισσα Σοφία παντρεύτηκε τον Χουάν Κάρλος στην Αθήνα στις 14 Μαΐου του 1962. Επιπλέον, μεταστράφηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό και παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της στον ελληνικό θρόνο.

Η Φρειδερίκη θυμόταν το γάμο της μεγαλύτερης κόρης της: «Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη και η Σοφία ήταν όμορφη. Το νυφικό της ήταν ένα δαντελλένιο όνειρο. Τη μακρυά ουρά κρατούσαν 6 παράνυμφοι, μεταξύ των οποίων η αδελφή της Ειρήνη, η αδελφή του Χουανίτο, Ινφάντη Πιλάρ, η πριγκίπισσα Ειρήνη της Ολλανδίας, η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα του Κεντ και η καλύτερη φίλη των παιδιών μου, η πριγκίπισσα Τατιάνα Ράτζβιλ. Έξη νέοι κρατούσαν τα στέφανα επάνω από τα κεφάλια του νεαρού ζεύγους. Ο σύζυγός μου στεκόταν πίσω από τη Σοφία και τον Χουανίτο και, σε μια ορισμένη στιγμή της τελετής, πήρε τα δύο στέφανα και τα διασταύρωσε τρεις φορές επάνω από τα κεφάλια τους. Το θέαμα ήταν συγκινητικό. Από τους εξώστες έπεφταν επάνω στο ζεύγος και στο εκκλησίασμα ροδοπέταλα, που μέσα στο λαμπρό φως, έμοιαζαν σαν χιονονιφάδες…».

Οι Άγγλοι διπλωμάτες όμως εκτιμούσαν ότι ήταν ατυχής ο χρόνος του βασιλικού γάμου της Σοφίας. Το σημειώνει ο πρεσβευτής σερ Ραλφ Μάρεϊ στο εμπιστευτικό του έγγραφο CE/941/8: «Πολιτικά, ο χρόνος του γάμου ήταν άστοχος και άτυχος. Έγινε αμέσως μετά τους εορτασμούς για τα 60χρονα του βασιλέως Παύλου. Η επέτειος αυτή συγκέντρωσε στην Αθήνα μέλη από βασιλικούς οίκους. Έγιναν πολλές βασιλικές εκδηλώσεις, σε βαθμό που έκαναν τους Έλληνες να γκρινιάζουν για τα έξοδα…».

Ο Μάρεϊ περιγράφει με παραμυθένιους χαρακτηρισμούς τον γάμο της Σοφίας με τον Χουάν Κάρλος και τον παρομοιάζει με τον γάμο του πρίγκιπα Ρενιέ Γ΄ του Μονακό με την Γκρέις Κέλι. Για τους γάμους της Σοφίας έφτασαν στην Αθήνα φιλοξενούμενοι της βασιλικής οικογένειας, 32 εν ενεργεία βασιλιάδες και πρίγκιπες και 109 εστεμμένοι ή πρίγκιπες έκπτωτοι.

Η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» έγραψε ότι, ενώ ακόμα και οι κομμουνιστές τηρούσαν ως τότε στάση διακριτική απέναντι στο θρόνο, τώρα «οι Έλληνες βασιλείς έχουν καταστεί αντικείμενο μιας δυσφημιστικής εκστρατείας, η οποία ανησυχεί και τα βασιλικά ανάκτορα και την κυβέρνηση…».

Η πριγκίπισσα Σοφία και ο Χουάν Κάρλος απέκτησαν τρία παιδιά:

-την Ινφάντα Ελένα (Ελένη) (γεν. 20 Δεκεμβρίου 1963, Μαδρίτη) Δούκισσα του Λούγο, παντρεύτηκε τον Χάιμε ντε Μαριτσαλάρ στις 18 Μαρτίου 1995 στη Σεβίλλη, απέκτησαν:
τον δον Φελίπε Χουάν (Φίλιππο Ιωάννη) (γεν. 17 Ιουλίου 1998)
τη δόνια Βικτόρια Φεδερίκα (Βικτωρία Φρειδερίκη) (γεν. 9 Σεπτεμβρίου 2000)
-την Ινφάντα Κριστίνα (Χριστίνα) (γεν. 13 Ιουνίου 1965, Μαδρίτη) Δούκισσα της Πάλμα ντε Μαγιόρκα, παντρεύτηκε τον Ινιάκι Ουρνταγκαρίν, στις 4 Οκτωβρίου 1997 στη Βαρκελώνη, απέκτησαν:
τον δον Χουάν Βαλεντίν (Ιωάννης Βαλεντίνος) (γεν. 29 Σεπτεμβρίου 1999)
τον δον Πάβλο Νικολάς Σεβαστιάν (Παύλος Νικόλαος Σεβαστιανός) (γεν. 6 Δεκεμβρίου 2000)
τον δόν Μιγέλ (Μιχαήλ) (γεν. 30 Απριλίου 2002)
τη δόνια Ιρένε (Ειρήνη) (γεν. 5 Ιουνίου 2005)
-τον Διάδοχο Πρίγκιπα Φελίπε Χουάν Παύλο Αλφόνσο και όλων των Αγίων, Πρίγκιπα της Αστουρίας (γεν. 30 Ιανουαρίου 1968, Μαδρίτη), παντρεύτηκε στις 22 Μαΐου 2004 στη Μαδρίτη, τη Λετίθια Ορτίθ Ροκασολάνο, απέκτησαν:
τη Ινφάντα Ελεονώρα της Ισπανίας (γεν. 31 Οκτωβρίου 2005)
τη Ινφάντα Σοφία της Ισπανίας (γεν. 29 Απριλίου 2007).

Η Ισπανία την εποχή εκείνη ήταν επισήμως Βασίλειο, αλλά με τη θέση του βασιλιά κενή, και τις αρμοδιότητες του αρχηγού κράτους είχε ο στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο. Νόμιμος διάδοχος τότε του ισπανικού θρόνου ήταν ο πατέρας του Χουάν Κάρλος, πρίγκιπας Χουάν ντε Μπορμπόν. Χουάν Κάρλος και Σοφία, σε αντίθεση με τον πατέρα του Χουάν Κάρλος που ήταν εναντίον του καθεστώτος και κατοικούσε μόνιμα στη Πορτογαλία, ζούσαν στη Μαδρίτη. Το καθεστώς από το 1947 δεν είχε καθορίσει ποιος ήταν ο διάδοχος και έτσι οι μνηστήρες ήταν πολλοί. Υπήρχε και το ενδεχόμενο να καταργηθεί η μοναρχία, όπως έκανε το στρατιωτικό καθεστώς στην Πορτογαλία. Ο Φράνκο έδωσε στο ζεύγος τον τίτλο πρίγκιπες της Ισπανίας, και όχι το πρίγκιπες της Αστουρίας που έχουν πάντα οι διάδοχοι του ισπανικού θρόνου.

Τελικά, ο Φρανθίσκο Φράνκο επέλεξε τον Πρίγκιπα Χουάν Κάρλος, παρακάμπτοντας μια γενιά. Έτσι το 1975, όταν πέθανε ο Φράνκο, η Βασιλεία αποκαταστάθηκε (44 χρόνια μετά την έκπτωση του Βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ΄) με την άνοδό του στον ισπανικό θρόνο (22 Νοεμβρίου 1975) ως Χουάν Κάρλος Α’ της Ισπανίας και έτσι η Σοφία έγινε Βασίλισσα της Ισπανίας. Ο πατέρας του Χουάν Κάρλος, αν και δυσαρεστημένος που ο γιος του τον δέχτηκε, αποδέχθηκε τις εξελίξεις για να σωθεί η Δυναστεία. Ο Βασιλιάς Χουάν Κάρλος προχώρησε αμέσως στον εκδημοκρατισμό της Ισπανίας και το 1977 έγιναν οι πρώτες ύστερα από 45 χρόνια ελεύθερες εκλογές.

Η Σοφία βρισκόταν στην Ελλάδα όταν έγινε το πραξικόπημα της Χούντας το 1967. Από τότε και μέχρι το 1998 δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα, εκτός για λίγες ώρες στην κηδεία της μητέρας της Φρειδερίκης, τον Φεβρουάριο του 1981. Από την επίσημη επίσκεψη του Ισπανικού Βασιλικού ζεύγους το 1998 και μετά, έχει πυκνώσει τις επίσημες και ιδιωτικές της επισκέψεις. Μαζί της ζει, στα ανάκτορα Θαρθουέλα, η αδελφή της Πριγκίπισσα Ειρήνη της Ελλάδας.

Μέχρι την παραίτηση του Χουάν Κάρλος Α’ είχε τον τίτλο της Καθολικής Συζύγου Καθολικού Μονάρχη, έχοντας έτσι το προνόμιο να εμφανίζεται ενώπιον του Πάπα ντυμένη στα λευκά και όχι στα μαύρα όπως ορίζει η εθιμοτυπία του Βατικανού.

eirini aivaliwtouΦαίδων Καστρής: «Δεν γίνονται όλες οι πριγκίπισσες ευτυχισμένες, κάποιες γίνονται σοφές»
Περισσότερα

Ναταλία Κατσού: «Η Αθήνα είναι σα να καμώνεται ότι όλα είναι βελούδινα ενώ κυκλοφορεί ξυπόλυτη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Φιλοσοφημένη, κατασταλαγμένη, συγκροτημένη, με αυτοπεποίθηση, γνώσεις και ισχυρή θέληση, η Ναταλία Κατσού είναι πραγματικά μια εντυπωσιακή προσωπικότητα.
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, σπούδασε Υποκριτική στη σχολή «Δήλος – Δ. Χατούπη» και Θεατρικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποφοιτώντας με Άριστα το 2010. Ως υπότροφος εξωτερικού της Υποτροφίας Μινωτή χορηγούμενη από το Μ.Ι.Ε.Τ., ολοκλήρωσε το διετές μεταπτυχιακό της Master of Fine Arts (MFA) στη Σκηνοθεσία Θεάτρου στο East 15 Acting School του University of Essex το 2012.
Η πρώτη της συγγραφική και σκηνοθετική δουλειά στο θέατρο ήταν «Το Νυφικό» για τον Άδειο Χώρο στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2006. Το 2006 ίδρυσε την ομάδα «Εν Σπουδή» για την οποία έγραψε και σκηνοθέτησε μέχρι το 2009, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων στο Φεστιβάλ Θεατρική Δράση Αθήνας 2007 (Θέατρο της Άνοιξης) και στο Φεστιβάλ Ερμουπόλεια 2008 (Θέατρο Απόλλων Σύρου).
Έχει δουλέψει ως βοηθός σκηνοθέτη δίπλα σε ταλαντούχους και εξαίρετους επαγγελματίες όπως οι Γιώργος Κιμούλης, Στάθης Λιβαθινός, Chris Rolls, Mehmet Ergen, Martin Lloyd-Evans, James Conway ενώ έχει κερδίσει ένα Observantship στο Royal Opera House.
Από το 2011 εργάζεται ως σκηνοθέτης στο Λονδίνο, έχοντας σκηνοθετήσει θέατρο και όπερα σε μικρότερες και μεγαλύτερες σκηνές, όπως Arcola Theatre, Theatre Technis Camden, Etcetera Theatre, Old Red Lion Theatre, Bread and Roses Theatre, University of Cumbria, Proud Archivist. Διδάσκει θέατρο στην εκπαίδευση και σε δραματικές σχολές. Από το 2014 είναι καλλιτεχνική διευθύντρια της ομάδας Operaview, σκηνοθετώντας σύγχρονη όπερα σε συνεργασία με καλλιτέχνες από τον χώρο του χορού, των ακροβατικών, της φωτογραφίας, του θεάτρου σκιών.
Έχει γράψει τα έργα: Το Νυφικό (2006, Άδειος Χώρος), Ελισάβετ – Πνεύμα της φωτιάς (2007, για το Φεστιβάλ Θεατρική Δράση), Μinotaur (2012- Edinburgh Fringe Festival), In between lives (2013, Arcola Theatre), Fox tales (2014, για παιδιά, St. Paul School), New Home (2014, Hackney College), Σπαράγγια με φτερά (2014), Βυθός (2016, για το Φεστιβάλ Νεοελληνικού Έργου- Αγγέλων Βήμα 2017).
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Μαγωδός» (Καστανιώτης 2008 – Υποψηφιότητα Βραβείου «Διαβάζω» 2009), «Κοχλίας» (Κέδρος 2012 – Υποψηφιότητα Βραβείου «Αναγνώστης» 2013) και «Νυμφαλίδες» (Κέδρος 2015) και το θεατρικό έργο «Σπαράγγια με φτερά» (εκδ. Βακχικόν 2014 – δίγλωσση έκδοση ελληνικά-αγγλικά). Αποσπάσματα της δουλειάς της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά (Γιάννης Γκούμας), στα γαλλικά (Michel Volkovitch) και στα ισπανικά (Mario Dominguez Parra), ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Η Ναταλία Κατσού έχει ασχοληθεί και παρουσιάσει έργα με θέματα δυσπρόσιτα: από το σύνδρομο Asperger μέχρι την άγνωστη ζωή της Ζακυνθινής λόγιας του 19ου αιώνα Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου και την παιδική εργασία, ενώ με την ομάδα της Operaview σκηνοθετεί στο Λονδίνο, στην Κωνσταντινούπολη και αλλού σύγχρονες όπερες αλλά και πολιτικά έργα άλλων συγγραφέων.

Η ευχέρειά της στα γαλλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ισπανικά τής επέτρεψε να σπουδάσει και να εργαστεί σε διάφορες χώρες, από το Πανεπιστήμιο της Limoges μέχρι το GITIS στη Μόσχα και στο Ινστιτούτο Τεχνών στο Μπαλί. Η εμπειρία της, παρά το νεαρό της ηλικίας της, από ένα τόσο ευρύ φάσμα πρακτικών και μεθόδων έχει οξύνει τις δεξιότητές της και διευρύνει τον επαγγελματικό της ορίζοντα τόσο στην ποίηση όσο και στην τέχνη.

Στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου παρουσιάστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία το έργο της «Αγαθό» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ στο Φεστιβάλ «Αναλόγιο 2017», στο Θέατρο Τέχνης της Φρυνίχου.

Το έργο της, συγγραφικό και θεατρικό, είναι έργο αξιώσεων, πολυεπίπεδο, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο, ενώ περιέχει πάντα τα σύμβολα της ελληνικής της κουλτούρας. Στο πολυπολιτισμικό Λονδίνο, ανέκαθεν κέντρο τέχνης και συνάντησης, όπου υπάρχει και η αντίστοιχη κουλτούρα, ώστε να εκτιμάται και να αναπτύσσεται κάθε μορφή της, βρέθηκαν άνθρωποι που πίστεψαν στην έμπνευση, την εργατικότητα και τη μεθοδικότητά της. Το 2014 δημιούργησε την ομάδα της, Operaview, παρουσιάζοντας σύγχρονη όπερα ενσωματώνοντας χορό, ακροβατικά και εικαστικά. Στο Arcola Theatre, στο ανατολικό Λονδίνο, έχει βρει μια καλλιτεχνική στέγη που φιλοξενεί τις περισσότερες δουλειές της.

H συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr είναι μια έκπληξη. Προσωπικά με ξάφνιασε η ιδιαίτερη ωριμότητά της που δεν της στερεί όμως τίποτα από το νεανικό κι αγνό της ενθουσιασμό, από το δημιουργικό της πάθος και τον αυθορμητισμό της. Μιλά για τα παιδικά της χρόνια, τις πρώτες της επιρροές, τη θεατρική πραγματικότητα στην Αθήνα και στο Λονδίνο, τη δουλειά της, επισημαίνοντας πράγματα σημαντικά. Με γλαφυρότητα, με αλήθεια, με άποψη. Δεν έχετε παρά να τη διαβάσετε.

 

Θέλεις να μας περιγράψεις μια εικόνα ή ένα γεγονός από την παιδική σου ηλικία;

* Το δωμάτιο – ουρανοξύστης: στην πρώτη τάξη του δημοτικού ήμουν ενθουσιασμένη με το καινούριο μου γραφείο και μου άρεσε να απλώνω τα τετράδια και τα βιβλία μου για να διαβάσω. Ταυτόχρονα όμως δυσκολευόμουν να συγκεντρωθώ και το παραμικρό αποτελούσε πηγή διάσπασης, ή μάλλον ονειροπόλησης. Εργαζόμουν λοιπόν σε κάποιο πολυσύνθετο οργανισμό που αναλάμβανε σημαντικές υποθέσεις – με πολύ ασαφή σκοπό. Το γραφείο μου λοιπόν ήταν ένα μόνο από τα πολλά γραφεία του «ορόφου», δηλαδή του δωματίου μου, και συχνά χρειαζόταν να συμβουλευτώ «συναδέλφους» και να παραδώσω ή να παραλάβω κάτι από άλλο «γραφείο», με αποτέλεσμα να σηκώνομαι και να βολτάρω με τα τετράδια στο χέρι, ενώ δεν έλειπαν και οι συναντήσεις με «προϊσταμένους» και εξωτερικούς συνεργάτες οπότε έπρεπε να πάρω το ασανσέρ, δηλαδή να χαζεύω το ημερολόγιο στον διάδρομο αγγίζοντας ανακατωμένους συνδυασμούς από ημερομηνίες, για να πάω στον αντίστοιχο «όροφο», συνήθως στην κουζίνα. Κατέληγα να γυρνοβολάω πολλές ώρες από δω κι από κει, πεπεισμένη ότι έχω κάτι σημαντικό να κάνω κι ότι όλα αυτά αποτελούσαν μέρος των υψηλών καθηκόντων μου. Το ξύσιμο του μολυβιού ήταν μια τελετουργία ενώ κάθε συρτάρι που περιείχε τα βιβλία μου και τις εργασίες μου χρειαζόταν «συνδυασμό» για να ανοίξει, πληκτρολογώντας στον αέρα.

Ποια ήταν τα παιδικά σου αναγνώσματα και οι πρώτες καλλιτεχνικές σου επιρροές;

* Στις πρώτες τάξεις του σχολείου, η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου στα δώρα ήταν τα βιβλία. Είχα ολόκληρες σειρές από τον Ιούλιο Βερν και όλα τα αντίστοιχα κλασικά (και τα εικονογραφημένα) τα οποία άφηνα μισοτελειωμένα. Θυμάμαι διάσπαρτα βιβλία που με ενθουσίαζαν όπως ένα εκτενές βιβλίο μυθολογίας, το «Παραμύθι χωρίς όνομα», η ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η βιογραφία του Αγίου Αιμιλιανού που τυχαία είχα αγοράσει η ίδια σε μια εκδρομή με το σχολείο – μάλλον προσπαθώντας να αποκωδικοποίησω πώς γίνεται κάποιος άγιος, το Watership Down του Richard Adams που με μαγνήτιζε και με τρόμαζε ταυτόχρονα, και τα βιβλία έργων τέχνης που υπήρχαν συγκεντρωμένα στο σπίτι από διάφορα μουσεία τέχνης με αγαπημένο του Van Gogh. Μια σημαντική επιρροή ήταν οι κασέτες (audio) με παραμύθια και κλασική μουσική, ιδίως η σειρά του Ζακ Μέναχεμ με την πολύ γλαφυρή αφήγηση της Λίμνης των Κύκνων και του Καρυοθραύστη. Γρήγορα άρχισα να σκαλίζω τη βιβλιοθήκη για τους «μεγάλους», ξεκινώντας με την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τον «Προφήτη» του Χαλίλ Γκιμπράν και το «Κάστρο» του Κρόνιν σε πολύ νεαρή ηλικία – τα κριτήρια επιλογής περιλάμβαναν αφενός το πάχος των βιβλίων, που σταδιακά αύξαινε, το δερματόδετο ή περίτεχνο εξώφυλλο και τις παλιές εκδόσεις με πολυτονικό. Οι εκθέσεις ζωγραφικής μου έκαναν επίσης έντονη αίσθηση, με σημείο αναφοράς την έκθεση «από τον Θεοτοκόπουλο στο Σεζάν» στην Εθνική Πινακοθήκη.

Πώς βρέθηκες να εργάζεσαι ως σκηνοθέτης και συγγραφέας στο Λονδίνο;

* Η ιδέα του να ζήσω στο εξωτερικό ήταν κάτι που με γοήτευε από την εφηβεία, ίσως λόγω των γαλλικών που μάθαινα και της ανησυχίας ότι υπάρχουν τόσα πράγματα να γνωρίσουμε και να δούμε που είναι απαραίτητο να μετακινούμαστε και να είμαστε πάντα έτοιμοι για προσαρμογή ή για ενσωμάτωση σε κάτι διαφορετικό. Όταν τελείωσα με τις σπουδές μου στην Αθήνα, είχα ήδη προετοιμαστεί για να φύγω, ήθελα να κάνω μεταπτυχιακό στη σκηνοθεσία θεάτρου, κι αυτό δεν προσφέρεται στην Ελλάδα ως ειδικότητα. Το τελικό μου διαβατήριο ήταν η υποτροφία Μινωτή από το ΜΙΕΤ για να μπορέσω να παρακολουθήσω το διετές μεταπτυχιακό στο East 15. Το ότι έμεινα στο Λονδίνο δεν μου φαίνεται ότι δημιουργεί απορίες⸱ πρόκειται για μια χώρα με βαθιά παράδοση στο θέατρο αφενός αλλά, κυρίως, με τους απαραίτητους μηχανισμούς και την καλλιεργημένη νοοτροπία που, αφετέρου, επιτρέπουν σε κάθε βαθμίδα και ειδικότητα του θεάτρου να αναπτυχθεί επαγγελματικά και δημιουργικά. Ενδεχομένως η αναλογία πειραματισμού και αγοράς ζήτησης να λειτουργεί αντιστρόφως, οπότε και θέτει διλήμματα διότι κάποιες επιλογές στην πορεία μας αποκλείουν κάποιες άλλες, όμως το πεδίο είναι ακόμη ανοιχτό και γόνιμο.

Ποια είναι η θέση του σκηνοθέτη στην Αγγλία σε σχέση με την Ελλάδα;

* Πιστεύω ότι κάποια βασικά στοιχεία όπως η εκπαίδευση και η κατάρτιση του σκηνοθέτη, η εμπειρία και η προσφορά ευκαιριών για εμπλουτισμό της εμπειρίας σε άκρως επαγγελματικές συνθήκες και η ισορροπημένη συνεργασία σκηνοθετών και συγγραφέων (εφόσον πρόκειται για σύγχρονο έργο), έχουν συζητηθεί και κατανοηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε, δεν έχω δουλέψει ως σκηνοθέτης στην Ελλάδα από το 2008, με εξαίρεση φυσικά, την παράσταση του έργου μου «Βυθός» πέρυσι την άνοιξη για το Φεστιβάλ Ελληνικού Έργου (καλλιτεχνική διεύθυνση Λεία Βιτάλη). Σ’ αυτήν, λοιπόν, την εμπειρία μου πιστεύω ότι αντιμετώπισα το ωστικό κύμα των όσων κοχλάζουν και σπασμωδικά εκρήγνυνται τα τελευταία 8 χρόνια στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια καινούρια πραγματικότητα, σε κάθε επίπεδο και τομέα εργασίας, την οποία οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, διότι η οριστική και έγκαιρη (;) συνειδητοποίηση μόνο μπορεί να φέρει αλλαγές και να βοηθήσει σε μια αναπροσαρμογή διαδρομής.

Κάτι πολύ σημαντικό που στηρίζει όλη την εξέλιξη μιας παράστασης στην Αγγλία, είναι η αίσθηση της τάξης και της οργάνωσης. Αυτό το κλισέ της αγγλικής κουλτούρας είναι πολύτιμο και αναγκαίο για έναν σαφή προσδιορισμό ρόλων και καθηκόντων μέσα σε μια παραγωγή, για τη στελέχωση μιας ομάδας ικανής, για τον προγραμματισμό και την αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων και απρόοπτων χωρίς αχρείαστες ταραχές. Τίποτα δεν γίνεται «μπαμ – μπαμ», τουλάχιστον όχι με την ελληνική του ευκολία – και, προσωπικά, αυτό μου δημιουργεί μια εμπιστοσύνη και μου επιτρέπει να ανταποκριθώ ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες. Πιστεύω ότι τέτοια στοιχεία, που ανάγονται στη φιλοσοφία περί επαγγελματισμού και αποδοτικότητας, διαγράφουν και την πρακτική. Αυτά τα στοιχεία διαφοροποιούν τη θέση του σκηνοθέτη και του κάθε δημιουργού σε ένα πλαίσιο, και όχι κάτι «καλλιτεχνικό» και μαγικά χαρισμένο. Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται και ο αβυσσαλέος ανταγωνισμός και η εξάρτηση από οικονομικούς παράγοντες που συχνά διαχωρίζουν τις μεγάλες σκηνές από τις περιφερειακές ή τις εναλλακτικές. Σ’ αυτό το τελευταίο, η πρακτική του θεάτρου είναι κοινή σε κάθε χώρα.

Θέλεις να μας μιλήσεις για τις δραστηριότητες της ομάδας Operaview και για το πώς δημιουργήθηκε;

* Η Operaview δημιουργήθηκε το 2014 όταν με προσκάλεσε το Φεστιβάλ Όπερας Grimeborn στο Arcola Theatre να σκηνοθετήσω μια όπερα επιλογής μου. Η μουσική διευθύντρια με την οποία θα συνεργαζόμουν μου είχε προτείνει μεταξύ άλλων, το The Medium του Menotti, το οποίο είχε ανεβάσει ο ίδιος και στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η μουσική με ενθουσίασε και ξεκίνησε η μύησή μου στην αγγλόφωνη όπερα και με οδήγησε στη σύγχρονη βρετανική σχολή συνθετών (ο Menotti ήταν Αμερικανός) όπως ο W. Walton, o G. Holst, ο Vaughn-Williams. Συγκεντρώνοντας κάποιους πολύ ταλαντούχους και ενθουσιώδεις συνεργάτες για την παραγωγή, ξεκίνησε και η ομάδα. O βασικός άξονας της Operaview είναι η παραγωγή σύγχρονης όπερας σε συνδυασμό με χορό, ακροβατικά, εικαστικά και άλλες παραστατικές τέχνες. Μέχρι τώρα είχα την τύχη να συνεργαστώ με διακεκριμένους μουσικούς, τραγουδιστές και performers, όπως η Julia Sitkovetski, o Alexandro Fisher, η ορχήστρα Deco Ensemble, καθώς και πολύ ταλαντούχους εικαστικούς και σχεδιαστές όπως η Jemima Robinson και ο Rob Youngson, ενσωματώνοντας στις παραστάσεις μου aerialhoop, tango, κούκλες σκιών, φωτογραφικές εκθέσεις και artinstallation. H πιο πρόσφατη δουλειά μας, η tango opera Mariade Buenos Aires, ταξίδεψε πρόσφατα προσκεκλημένη στο Bartok Plus Opera Festival στην Ουγγαρία αποσπώντας ενθουσιώδεις αντιδράσεις και κριτικές.

Εκτός από σένα, υπάρχουν κι άλλοι Έλληνες στην ομάδα ή ευρύτεροι συνεργάτες;

* Η ομάδα είναι διεθνής, με την έννοια ότι οι συνεργάτες προέρχονται από διάφορες χώρες, έχοντας έδρα το Λονδίνο συνήθως. Στο Medium είχα συνεργαστεί με τη σκηνογράφο Μαρία Καλαμάρα και τη Σαλώμη Μακαρονίδου για τα κοστούμια. Σταθερός συνεργάτης, σχεδόν εξαρχής, είναι ο Γιάννης Κατσαρής που έχει σχεδιάσει τους φωτισμούς για τις περισσότερες παραστάσεις της Operaview κι έχει επιμεληθεί το φωτογραφικό και οπτικό υλικό.

Ποια είναι η σχέση σου με τη μουσική;

* Έπαιζα πιάνο από 7 χρονών και πήγαινα στο Ωδείο για πολλά χρόνια. Η δασκάλα μου, η Στέλλα Περράκη, με έμαθε τι θα πει ακρίβεια και προετοιμασία. Να ακούς τη μουσική μέσα σου πριν καθίσεις να παίξεις. Και να μην επιστρέφεις για να διορθώσεις. Η μουσική δεν σε περιμένει, πρέπει να προχωράς και να σκέφτεσαι το επόμενο.

Ποια είναι η ιδιαίτερη γοητεία της σκηνοθεσίας σε όπερα;

* Ο συνδυασμός τόσο διαφορετικών μέσων και οι άπειρες εικαστικές και κινησιολογικές δυνατότητες. Η όπερα είναι τετραδιάστατη γιατί συμβαίνει σε δεδομένο χώρο και χρόνο εξαρχής, συμβαίνει μέσα στη μουσική.

Το περιβάλλον στο οποίο κινείσαι επαγγελματικά στη χώρα που ζεις, πόσο ανταγωνιστικό είναι;

* Όπως προανέφερα, αβυσσαλέα ανταγωνιστικό. Πρόκειται για λωρίδες παραγωγής ή για μαραθώνιο σε κυλιόμενες κλίμακες, δεν υπάρχει χρόνος για να χαζέψεις ούτε περιθώριο να πέσεις γιατί θα ξαναβρεθείς στην αρχή.

Πώς θα χαρακτήριζες τους Έλληνες καλλιτέχνες σε σχέση με τους ξένους;

* Παθιασμένους. Δοτικούς και αφοσιωμένους. Εμπνευσμένους και γεμάτους ιδέες. Θέλουν να το κάνουν να πετύχει. Εάν πρόκειται για Έλληνες που δεν έχουν μεγάλη εμπειρία ή τριβή με άλλες νοοτροπίες και πρακτικές, θα έλεγα ότι κάποιες φορές ο κινητήριος παρορμητισμός εγκλωβίζει, δεν επιτρέπει σε μια ενιαία τεχνική να αναπτυχθεί και να εμφανίζεται αυτόματα για να δώσει ώθηση σε όσα έρχονται.

Ποιο είναι το δικό σου σύνθημα που θα ήθελες να ακουστεί;

* Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στα συνθήματα. Ιδίως όταν προκύπτουν από μια θέση βολική και ανέγγιχτη από πραγματικούς κλονισμούς, από ουσιαστικές κινήσεις. Η εποχή μας έχει θρυμματιστεί και αυτή η αποσπασματικότητα τείνει να ιεροποιηθεί, περιφρονώντας τη ματαιότητα (vanity) και το εφήμερο που λανθάνει σε μια τέτοια αντιμετώπιση. Ιδίως στα δημιουργικά επαγγέλματα, πιστεύω ότι ο καθένας έχει το δικό του credo (παλιότερα μου είχε ζητηθεί από την bibliotheque να καταθέσω το δικό μου και με είχε προβληματίσει πολύ) και αυτό πρέπει να εγχαράσσεται στη δουλειά του, στην προσφορά του, στην αλληλεπίδρασή του με ό,τι συμβαίνει γύρω του.

Μου αρέσουν όμως οι στίχοι και τα δάνεια από βιβλία. Οι πρώτοι στίχοι από το Burnt Norton του T.S. Eliot

Time present and time past

Are both perhaps present in time future,

And time future contained in time past.

If all time is eternally present

Alltimeisunredeemable.

και μια φράση από μια αγαπημένη μου ποιήτρια, την Ruth Fainlight:

«I am a poet who is a woman, not a woman poet»

Οι σωστές επιλογές είναι ένας τομέας που επίσης απαιτεί ταλέντο;

* Το ταλέντο είναι πολυχρησιμοποιημένο και υπερεκτιμημένο. Οι σωστές επιλογές απαιτούν σκέψη, έρευνα, προετοιμασία, εμπειρία – από αυτήν που δεν δανείζεται, και γνώση. Όσο πιο συχνά εξασκείται κανείς σ’ αυτά, τόσο πιο γρήγορα καταφέρνει να αποκλείει επιλογές που τον βγάζουν από τους στόχους του. Και κάποτε, πολύ αργότερα, όταν αυτή η λειτουργία γίνεται γρήγορα και με επιτυχία, που πάντα κρίνεται εκ του αποτελέσματος, λέμε είχα διαίσθηση.

Πώς κρίνεις το μεγάλο αριθμό θεάτρων και παραστάσεων στην Αθήνα;

* Superfluous. Χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη γιατί περιέχει τη ρίζα για τη ροή (fluere). Υπάρχει ένα κυριολεκτικό ρεύμα πληθώρας παραστάσεων στην Αθήνα αυτή τη στιγμή.

Οι αριθμοί κι οι στατιστικές των παραστάσεων δεν έχουν σημασία καθεαυτά. Αυτό όμως που οι επισκέψεις μου μού επιτρέπουν να καταλάβω, είναι ότι το ύφος της θεατρικής σκηνής στην Αθήνα σήμερα, δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητά της. Και επ’ ουδενί δεν υπαινίσσομαι να γίνονται παραστάσεις «πολιτικές» και «κατηγορικές» ή να γίνει η τέχνη ένα συμπτωματικό μανιφέστο. Αλλά αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι η θεατρική Αθήνα είναι σα να προσποιείται ότι δε συμβαίνει τίποτα. Ότι όλο αυτό το κύμα ανησυχίας, ταραχής, δυσαρέσκειας, φτώχειας, απογοήτευσης, ξεκινώντας από τη βελονοκεφαλή που ελέγχει ποιοι θα βρεθούν στις μεγάλες σκηνές και στα φεστιβάλ και ποιοι θα ψάχνουν για ένα γκαράζ να το μετατρέψουν σε σκηνή, έως τους σχεδόν μόνιμα απλήρωτους συντελεστές γιατί «τουλάχιστον κάνουν κάτι που τους αρέσει», δεν έχει επιπτώσεις. Υπάρχουν πρωτεύουσες που είναι πολύ πιο ξεσηκωμένες, από άποψη ρεπερτορίου και από άποψη παρουσίασης / πολιτιστικής ανταλλαγής. Η Αθήνα είναι σα να καμώνεται ότι όλα είναι βελούδινα ενώ κυκλοφορεί ξυπόλυτη.

Μέσα σε αυτό το σχήμα, αναγνωρίζω τη μεγάλη ανάγκη των ανθρώπων να εκφραστούν και να δηλώσουν ένα «παρών» καλλιτεχνικό, να κινηθούν πνευματικά και πολιτισμικά διότι αλλιώς θα σκουριάσουν. Υπάρχει πολύ υλικό, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στα δημιουργικά επαγγέλματα, ο καθένας για δικούς του ενδεχομένως λόγους, όμως μοιράζονται μια κοινή θέληση να ακουστούν, ίσως και να ακούσουν, κι ένα μεγάλο ποσοστό είναι εφοδιασμένο με παιδεία και προσόντα για να καταφέρει σπουδαία πράγματα. Και βρίσκονται να πρέπει να κουρδίσουν σε μια καλλιτεχνική πραγματικότητα δύο ταχυτήτων – κάτι που αντανακλά ξεκάθαρα τη γενικότερη ελληνική καθημερινότητα.

Τι γνώμη έχεις για τον πειραματισμό;

Ο πειραματισμός είναι η κινητήριος δύναμη της δουλειάς μας. Όταν σταματάς να δοκιμάζεις και να αλλάζεις αναλογίες και στοιχεία και, βεβαίως, να ρισκάρεις, σταματά κι η εξέλιξη.

Οι βυθοί συνήθως κρύβουν πολλές αλήθειες;

* Η αλήθεια είναι η ουσία που οφείλει να αναδυθεί από τη λήθη -παραφράζοντας τον Heidegger που δανείζεται από τους αρχαίους. Η αλήθεια του καθενός δεν σχετίζεται απαραίτητα με την πραγματικότητα, τη δική του ή την γενικότερη αίσθηση μιας υπαρκτής κατάστασης. Γι’ αυτό και η ερμηνεία αποκτά δύναμη, σχεδόν βαφτίζει κάτι, ιδίως όταν δεν είμαστε σίγουρη από ποια πλευρά κοιτάζουμε. Μπορεί αυτό που γυαλίζει στην επιφάνεια να είναι ο βυθός κι η αλήθεια να μας κοιτάζει κατάματα. Χρειάζεται χρόνος κι εξάσκηση. Κάποιες αλήθειες δεν μας αφορούν καν. Και κάποιες αλήθειες έρχονται να μας συναντήσουν. Τους βυθούς που θα σκαλίσουμε μόνο μπορούμε να επιλέγουμε.

Ποιο ήταν το έναυσμα για να πλησιάσεις και να ερευνήσεις τη ζωή της Ζακυνθινής λόγιας Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου;

* Όπως πάρα πολλά διαβάσματά μου, συναντηθήκαμε τυχαία. Η Ελισάβετ, η αυτοβιογραφία της, είχε ένα παράξενο πορτοκαλί εξώφυλλο και προεξείχε για καιρό στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Κάποια στιγμή τη διάβασα. Σοκαρίστηκα. Η πρώτη μου απορία ήταν αν όλο αυτό ήταν αληθινό ή μήπως ήταν ένα μυθιστόρημα, η μεγάλη μου μανία των εφηβικών χρόνων, που αυτή η γυναίκα είχε αποφασίσει να πλάσει σαν ένα γοητευτικό γρίφο. Με ξένισε η γλώσσα, το ιδίωμα, που δεν είναι απλώς ζακυθινό, είναι το ιδίωμα μιας νεαρής κοπέλας που μαθαίνει ξένες γλώσσες με αντιπαραβολή θεατρικών έργων και μεταφράσεων και τυχαία λεξικά κλειδαμπαρωμένη μέσα στο αρχοντικό του πατέρα της. Ενστικτωδώς πίστεψα ότι η Ελισάβετ θέλει να ακουστεί. Ο παλμός κι ο πόνος της που εκφράζονταν με μια γραφή – κέντημα και με μια ψυχραιμία καλογυμνασμένης διάνοιας, με στοίχειωναν για χρόνια. Το 2007, έχοντας ήδη γράψει ένα έργο που παίχτηκε στον Άδειο Χώρο του Εθνικού κι έχοντας σχηματίσει την ομάδα Εν Σπουδή μαζί με άλλους νέους ανερχόμενους του θεάτρου, ξεκίνησα εντατική έρευνα και σχεδίασα την «Ελισάβετ, πνεύμα της φωτιάς», για το Φεστιβάλ Θεατρική Δράση στο Θέατρο της Άνοιξης. Οι παραστάσεις είχαν επιτυχία, ωθώντας μας να συνεχίσουμε για δύο ακόμη εβδομάδες σε άλλο θέατρο.

 

Πώς νιώθεις που ποιήματά σου έχουν ήδη μεταφραστεί σε τρεις γλώσσες;

* Είναι μεγάλη συγκίνηση και έκπληξη ταυτόχρονα να βλέπει κανείς τη δουλειά του σε μια άλλη γλώσσα. Το ότι κάποιοι ταλαντούχοι μεταφραστές, όπως ο Γιάννης Γκούμας, ο Michel Volkovitch και ο Mario Dominguez-Parra, επέλεξαν να ασχοληθούν με κομμάτια της ποίησής μου αφενός είναι πολύ τιμητικό, αφετέρου απαιτεί να πάρω μια απόσταση και να «ξαναδιαβάσω» το κάθε ποίημα. Να το δω σε ένα άλλο λεξιλογικό και ηχητικό τοπίο, γυμνό από τον εγγενή του ρυθμό στην εσωτερική του συνοχή και σημασία. Πρόκειται για τύχη τεράστια αλλά και για δοκιμασία.

Ποιες είναι οι δραστηριότητές σου αυτή την εποχή;

* Στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου, είχα την ιδιαίτερη χαρά να δω στη σκηνή ένα πολύ αγαπημένο μου κείμενο, το «Αγαθό», στο Φεστιβάλ Αναλόγιο 2017 στο Θέατρο Τέχνης, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Σίσσυς Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ. Πρόκειται για έναν ποιητικό μονόλογο ή ένα πολυφωνικό ενδό-λογο, που γράφτηκε το 2014 στα αγγλικά για το Φεστιβάλ Greek Voices του Theatre Lab Company στο Riverside Studio όπου και παρουσιάστηκε. Η μετάφραση είναι της Αγγελικής Μπούρα και θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Διαπιστώνω τώρα ότι τα Φεστιβάλ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έχουν ανέκαθεν κινητοποιήσει τη δημιουργικότητά μου κι έχουν αποτελέσει έναυσμα είτε για να ολοκληρώσω και να μορφοποιήσω κάτι, είτε για να ξεκινήσω κάτι από το μηδέν. Υπάρχει κάτι πολύ δυναμικό στη συμμετοχή, στο γεγονός ότι μια δουλειά, ένα έργο ή μια σκηνοθεσία, επιλέγεται χωρίς όμως να αποκλείει άλλους από μια θέση, αλλά για να συστεγαστεί και να προωθηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο που πρεσβεύει ένα συγκεκριμένο ήθος, κάποιες ιδέες και μια αισθητική. Υπάρχει κάτι πολύ υγιές σ’ αυτόν τον συν-αγωνισμό που ανοίγει δυνατότητες δημιουργικές αλλά και επικοινωνιακές.

Ταυτόχρονα ετοιμάζουμε ένα βιβλίο με ποίηση και φωτογραφίες γύρω από το Μαρόκο με τον φωτογράφο Γιάννη Κατσαρή, σε συνεργασία με τη σχεδιάστρια Lisa Stephanides, το οποίο θα κυκλοφορήσει στο Λονδίνο μέσα στο επόμενο έτος.

Διδάσκω θεατρικές σπουδές και υποκριτική στο Λονδίνο και σχεδιάζω τα επόμενα γραψίματά μου.

Πώς θα χαρακτήριζες τη συμπεριφορά των Ελλήνων απέναντι στα ζώα και δη στα αδέσποτα;

* Η έλλειψη παιδείας απέναντι στο περιβάλλον, στην προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, καθώς και η έλλειψη παιδείας ως προς τα ζώα είναι χαρακτηριστική και ξεκινά από τις μικρές ηλικίες κι από το σχολείο. Ελπίζοντας ότι γίνονται αξιόλογες κινήσεις για να αλλάξουν κάποια πάγια προβλήματα, τα βήματα είναι αργά και η πλειονότητα χαρακτηρίζεται από μια αδιαφορία. Όλη αυτή η συνεχόμενη πτώση στοιχειωδών αξιών ως απότοκος της καινούριας ελληνικής πραγματικότητας, τρέπεται σε παρωπίδα και σε μια επαναλαμβανόμενη δικαιολογία για να αγνοούμε ζητήματα πολύ σημαντικά που όμως μας βγάζουν έξω από τη βολή μας. Ζυγίζουμε τα ασύγκριτα κι επιλέγουμε να αφοσιωθούμε σε αυτά που μας «καίνε». Δυστυχώς για πολύ κόσμο, τα ζώα και το περιβάλλον δεν είναι μέσα στις προτεραιότητές τους.

Μίλησέ μας για τη δική σου σχέση με τα ζώα! Έχεις κατοικίδιο;

* Παρόλο που είμαι παιδί της πόλης κι η επαφή μου με τα ζώα είναι κάθε φορά μια εξερεύνηση και μια διαπραγμάτευση, έχω μια αδυναμία στα σκυλιά. Είχα έναν ημίαιμο λιχούδη και παιχνιδιάρη Ρούντυ που μεγάλωσε μαζί μου. Υπερέβη κάθε προσδοκία και προηγούμενο κάνοντάς μου παρέα μέχρι να αποφοιτήσω από τη Νομική για να παραδώσει τη δύναμή του. Τον αναπολώ πολύ συχνά. Ο ρυθμός ζωής μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας δεν διευκολύνει δυστυχώς για κατοικίδιο.

Φωτογραφίες: Γιάννης Κατσαρής

Από την παράσταση «Βυθός»

ετοιμόρροπα συνθήματα – Ναταλία Κατσού

 σου είπαν γκρεμίστηκε το σπίτι
κι εσύ γέλασες
κι ας μην το βρήκες καθόλου αστείο
κι έτρεξες έξω
στο διάδρομο με τις χίλιες πόρτες
τις άνοιξες όλες να σιγουρευτείς
πως γκρεμίστηκε κι αυτό
κι ο κήπος κι ο δρόμος μπροστά
κι η μεγάλη καγκελόπορτα
που έβγαζε στο πίσω του ουρανού
και μόλις μπήκε ο θείος Διοπομπαίος
ακόμη έτσι είσαι γούρλωσε τα μάτια
για αστείο και σε πήρε από το χέρι
ξεκάλτσωτη κι αρχίσατε να τρέχετε
έξω στους δρόμους με τους χίλιους ανθρώπους
και κάθε λίγο φούσκωνες από τον καπνό
και τη μαυρίλα στα ρουθούνια
και στο φανάρι του γλίστρησες
στάσου μια στιγμή θείε κρυώνω
κι εκείνος σε τράβηξε
μέχρι το βράχο
εκεί που παλιά ήταν θάλασσα
κοχύλια πέτρες κι αγάλματα
και σε κράτησε πάνω από το κενό
σαν τσόφλι από φιστίκι για αστείο
κι όταν βελόνιασαν τα μάτια
από λευκό κι από έλλειψη
σ’ άφησε κάτω πιο κάτω
και πιο κάτω σε ένα τίποτα
που δεν είχες προβλέψει
γεμάτο φωνές
πού ήσουν άργησες πού ήσουν άργησες γιατί
να έχεις μεγαλώσει σαν σκαθάρι
και μάλιστα τόσο μακρυά
γιατί
εμείς να σερνόμαστε πιο αργά
πάρε μας μαζί σου
χιλιάδες τραυματίες πριν από πόλεμο
να πιάνονται από τα μαλλιά και τα μάτια σου
τσιμπώντας βλαστημώντας δαγκώνοντας
το μήλο που σου χάρισαν στην κούνια
τότε που δεν πνίγηκες
που κράτησες τη φλούδα ξεραμένη
φυλαχτό ανάμεσα στο λαιμό και τον αέρα
να θυμάσαι να μην πνίγεσαι
και να λες ευχαριστώ
ξέρω ότι η Χιονάτη πέθανε
ευχαριστώ πυροβολήστε με
κι ύστερα να γυρνάς την πλάτη
χωρίς να τρέχεις
όπως τρέχοντας γύρισες σήμερα
μόλις οι φήμες βρώμισαν
από το ποτάμι στ’ αφτιά σου
τα καινούρια ξενόγλυπτα αφτιά
πως τα σύννεφα φούντωσαν
η γη ξεκοιλιάστηκε
και το σπίτι γκρεμίστηκεευτυχώς όλοι οι ένοικοι
παραθέριζαν στην εξοχική τους κατοικία
στο νησί
εκτός κινδύνουκαι το ζευγάρι του τρίτου
είχε πεθάνει την προηγούμενη φοράόλα τα πράγματα αρχινημένα τα βρίσκουμε
τα αρπάζουμε από μια τριχιά της κουκούλας τους
τα φέρνουμε μια βόλτα ξεσκέπαστα
κλωτσηδόν τα εγκαταλείπουμε στις σχάρες των υπονόμων
ξεριζώνοντας μαζί με το όνομά τους και το δικό μας
και τότε δίχως ανάσα τρέχουμε στα επόμενα
-σ’ εκείνο το φράγμα της στροφής
κάποιοι κοκαλώνουν και το αφορίζουν
τέλος εποχής
-αγαπητοί απατεώνες ας είμαστε αεί θρασείς
τέλος δεν έχει
γωνίες γκρεμούς και βάραθρα μόνο
μάλιστα αυτά είναι που εξασφαλίζουν
μια κάποια ακεραιότητα
στην επιχείρηση
-διαψεύστε μεετοιμόρροπα συνθήματασυνάντησα και τον καθηγητή ένα μεσημέρι, επιθετικός, έξαλλος, με τα πολιτικά, με τις κομμένες συντάξεις, τις συμβάσεις του ιδιωτικού. το ίδιο βράδυ τον είδα αγκαζέ και χαμογελαστό στο μπράτσο μιας νέας γλυκυτάτης στο φουαγέ εναλλακτικού μπουλβάρ.
χαοτική Αθήνα, χάνω τί είναι μύθος αστικός και τί αλήθεια. ο κόσμος έξω, καθημερινές, όπως πάντα. παραγγέλνει καπουτσίνο και το βράδυ τζιν τόνικ. η γκρίνια γκρίνια. καινούριες αφίξεις, άστεγοι, ζητιάνοι, στα σκαλιά της Βιβλιοθήκης, μια όπερα πραγματικής πεντάρας, μια κακογουστιά κι ένα επίτηδες μιζέριας που σε τραβάει από το μαλλί να αηδιάσεις σαν από γάλα βρασμένο που κρύωσε.
κι εσύ πού στέκεσαι
γυρνάει η ερώτηση χαστούκι στη στροφή για Εξάρχεια
δεν έχω χέρια να κρατήσω ούτε τον κουβά ούτε τον αερογράφο. μπορώ όμως να ακροβατώ
στην πάνω άκρη εκεί που τα παιδιά κολλάνε τσίχλες στο διάλειμμα
σ’ αυτό το γκράφιτι με το ασημί και το πορτοκαλί στον τοίχο του σχολείου ετοιμόρροπα συνθήματα
πάνω από τα κεφάλια των περαστικών

Από την παράσταση «Αγαθό»

Ένα τελευταίο

Όχι άλλο να γράφω στίχους για μιαν
άγρια άνοιξη
«κάθε άνοιξη πεθαίνω»
και κουράστηκα

όμως σ’ αυτήν εδώ
ν’ ανοίξουν τα πατώματα
πετάγονται τα σάβανα
και σκόνη να γίνονται

ανθίζοντας ήλιους κατάμεσα στα μάτια
κι αν δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα
εγώ έτσι τ’ αποφάσισα

όχι άλλα χώματα όλο φτυσιές και κόκαλα
καμένων πεταλούδων

μόνο τη φτέρνα μου γνωρίζω
από την κόψη του καιρού
(ως την άκρη της γλώσσας φοβερή)
αγαπημένοι μου

κι ας μην χανόμαστε

 

 

 

eirini aivaliwtouΝαταλία Κατσού: «Η Αθήνα είναι σα να καμώνεται ότι όλα είναι βελούδινα ενώ κυκλοφορεί ξυπόλυτη»
Περισσότερα

Μαρίνα Προβατίδου. Η εικαστικός με τη γατίσια φύση που φιλοτέχνησε το γάμο της γιαγιάς της

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Στη γνωριμία μας συνέβαλε το αμοιβαίο μας πάθος: η γάτα. Σε μια σχισμή του χρόνου οι γατόκοσμοί μας ήρθαν και συναντήθηκαν. Γνωρίζοντάς την και παρατηρώντας το έργο της αντιλήφθηκα πως είναι μία από τις πλέον ιδιαίτερες περιπτώσεις Ελλήνων καλλιτεχνών, όχι μόνο για την προσωπική της κοσμοθεωρία αλλά και για τη σφραγίδα που αφήνει με την τέχνη της. Εύστροφη, οξυδερκής και ευρηματική εκπρόσωπος της σύγχρονης τέχνης, έχει μια νοσταλγική οπτική για το παρελθόν μαζί με μια μοναδική ικανότητα να το κάνει σύγχρονο και άμεσο, δίνοντας ταυτόχρονα σημασία στην αγάπη. Η ενδιαφέρουσα εικαστική της ματιά την καθιστά μια παρουσία που αξίζει την προσοχή μας.

Η Μαρίνα Προβατίδου βλέπει το φως της ζωής στη Θεσσαλονίκη αλλά μεγαλώνει σε ένα μεγάλο χωριό με μακριές γειτονιές, με δάση, σφενδάμια και πολλά ξωκλήσια, που οι κάτοικοί του διακρίνονται για τη ζωντάνια και τη φιλικότητά τους, τη Σφενδάμη Πιερίας. Από παιδί υιοθετεί γάτες. Γεννημένη με φύση γατίσια και η ίδια, την ανατρέφουν σχεδόν αυτά τα μικρά αιλουροειδή ανάμεσα στα περιβόλια και τα αυλάκια των καπνοχώραφων του χωριού της. Με καταγωγή από παραδοσιακή ποντιακή οικογένεια, που εργάζεται στα καπνά και στα φουντούκια, οι πρώτες καλλιτεχνικές επιρροές έρχονται από έναν παππού καλαθοπλέκτη – καλλιεργητή και μια γιαγιά περφόρμερ. Η αγάπη της για την τέχνη φυσικά αρχίζει από το περιβάλλον της, ο προπάππος της ήταν ζωγράφος από τον Πόντο και της δίδαξαν μαζί με τη μητέρα της τις ζωγραφικές αξίες, όπως και τις αξίες της ζωής. Η δε γιαγιά της, που πρόσφατα την έχασε, έχει συμμετάσχει σε εικαστικά έργα της.

Αποφοιτά από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με κατεύθυνση τη ζωγραφική και συνεχίζει με υποτροφία δεύτερου πτυχίου με κατεύθυνση τη χαρακτική. Στην πορεία εργάζεται στην Πινακοθήκη Κουβουτσάκη ως ξεναγός σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Συμμετέχει σε πολλές εικαστικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε συνέδρια και επιμελείται εκθέσεις. Η τέχνη τής δείχνει το δρόμο για να ζει στον κόσμο, μέσα από το μήνυμα της αγάπης και από τα ταξίδια που την πλουτίζουν με εμπειρίες ζωής. Για δύο χρόνια είναι η ζωγράφος δίπλα στο Torre del Rellotge της Βαρκελώνης. Φτάνει μέχρι την Ινδία, την Αφρική και τη Βραζιλία, ενώ η ζωγραφική, η χακτική και η γλυπτική αποτελούν μέρος της γεμάτης πάθος και φαντασία ζωής της. Παράλληλα προσφέρει έργα της για τη διαμόρφωση του αστικού τοπίου, για την επαφή του κοινού με εικαστικές δράσεις. Φιλοτεχνεί το μνημείο των Ποντίων στη Σφενδάμη Πιερίας, καθώς και το μνημείο για τα εκατό χρόνια από την απελευθέρωση της Αλεξανδρούπολης στην 12η Μεραρχία της πόλης και φτιάχνει μια τεράστια τοιχογραφία στην κεντρική πλατεία της Ορεστιάδας. Βραβεύεται σε καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς και δημιουργίες της βρίσκονται σε μουσεία και σε ιδιωτικές συλλογές.

Η Μαρίνα Προβατίδου μικρή γίνεται μια γρήγορη και ικανή καπνεργάτρια. Τότε ήταν που ανακαλύπτει και τα πρώτα της υλικά, τη λάσπη και την πίσσα. Η τέχνη την κατακτά και αφοσιώνεται σ’ αυτήν. Ο δυναμισμός, η προσήλωση και το πείσμα της χαρακτηρίζουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη ζωή, αλλά αποτελούν και τα μέσα με τα οποία προσεγγίζει το περιεχόμενο της εικαστικής της δημιουργίας. Η καθημερινότητα και η καλλιτεχνική της δράση ταυτίζονται και πορεύονται μέσα από την ανάγκη της να φέρει στην επιφάνεια, να καταγράψει και να επουλώσει τραύματα που καθόρισαν και στιγμάτισαν τις ζωές αγαπημένων της προσώπων.

Η προσωπική ιστορία των παππούδων της –που συνδέεται με τον διωγμό τους από τον Πόντο, την προσφυγιά, τη μετεγκατάστασή τους στον νέο τόπο και την οικονομική ανέχεια της εποχής– καθώς και οι διηγήσεις τους για τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης και τον καθημερινό αγώνα τους για επιβίωση αποτέλεσαν το θέμα του έργου της «Ο γάμος της γιαγιάς μου». Ειδικότερα, οι πικρές περιγραφές της γιαγιάς για τον πενιχρό γάμο της και την αδυναμία της να φορέσει το νυφικό ένδυμα, σε συνδυασμό με την ενδόμυχη ευαισθησία της καλλιτέχνιδας για τη μοίρα των σύγχρονων μεταναστριών, οι οποίες βίαια εγκαταλείπουν ρόλους που ολοκληρώνουν τη γυναικεία φύση, απασχολούν την εικαστική της πορεία.

Στο έργο της, μάσκες, μύθοι και παραμύθια, εικόνες και κείμενα, με αφορμή την επικαιρότητα και το βίωμα, θραύσματα μνήμης, παλίμψηστα ζωής, αισθήματα και οράματα, αναζητούν να συνομιλήσουν με το θεατή και να θέσουν ερωτήματα: είναι στη φύση του ανθρώπου τα σπουδαία έργα ή δεν μπορεί να αποποιηθεί την ποταπότητά του;

Παρακάτω, όπως θα διαβάσετε, η Μαρίνα με τρόπο απρόβλεπτο και χειμαρρώδη, μας μιλά για την καταγωγή της, την τέχνη της, τις εμπειρίες της και φυσικά τις γάτες της ζωής της.

* Από τότε που γεννήθηκα θυμάμαι να κοιμάμαι και να ξυπνάω μέσα σε αυλάκια καπνοχώραφων. Στις 3 το ξημέρωμα ήταν το εγερτήριο, ένιωθα υποχρέωση να πάω να βοηθήσω τη μεγάλη οικογένεια στα καπνά. Υπήρχε μια συλλογικότητα στις αγροτικές εργασίες και μια αλληλεγγύη που δύσκολα τη συναντάς στην εποχή μας.
Θα βοηθήσουμε τους γείτονες να μαζέψουν τα καπνά, μετά θα μας βοηθήσουν και εκείνοι. Ερχόντουσαν τότε και τουρκικής καταγωγής εργάτες από την Ξάνθη στην Πιερία και ζούσαν στις αποθήκες για όλο το καλοκαίρι.

Γρήγορη εργάτρια

* Το μάθημά μου ήταν να μάθω ότι η δουλειά και η εργατικότητα είναι σημαντικό για να μη γίνω τεμπέλα. Ήμουν γρήγορη εργάτρια, έσπαζα γρήγορα τα καπνόφυλλα και όπως ήμουν μικρή και ευέλικτη πήγαινα και στα ξένα χωράφια για μεροκάματο.
Έβγαζα έξτρα μεροκάματο αποκεφαλίζοντας ακρίδες για 2 και για 5 δραχμές τη μεγάλη ακρίδα. Τα καπνά είχαν καλό μεροκάματο τότε. Ήταν και της μόδας η αποταμίευση. Έκανα αποταμίευση, όταν μεγάλωσα ξόδεψα τα χρήματα αυτά στις σπουδές μου στην ΑΣΚΤ και στην επιβίωση γιατί δε μου έστελναν οι δικοί μου χρήματα.

 

Η λάσπη και η πίσσα

* Με ρωτήσατε για τα παιδικά μου χρόνια θα σας πω ότι όταν έριχνε μπόρες φοβόμουν τους κεραυνούς αλλά παρ’ όλα αυτά είχα καθίσει πολλές φορές κοντά σε δέντρα. Μετά ερχόταν η λάσπη να γίνω ένα με αυτήν. Η λάσπη αποτελούσε ένα ατέλειωτο πεδίο έμπνευσης, χάραξης, δομής και παιχνιδιού.
Στα χέρια μου υπήρχε πάντα αυτή η κολλώδης ουσία που αφήνουν τα καπνά, ήταν παρόμοια η ουσία, η πίσσα, τα μουντζουρωμένα χέρια, κάτι σαν τη διαδικασία που την ταύτισα αργότερα με τη Χαρακτική.

 

Τα ταξίδια

* Άλλοι αγόραζαν αυτοκίνητα, σπίτια και υλικά αγαθά, εγώ έκανα πολλά ταξίδια, έμπαινα σε ένα αεροπλάνο με προορισμό την Ινδία, τη Βραζιλία, την Ευρώπη, την Αφρική. Μέχρι τα είκοσι πέντε μου χρόνια είχα ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο. Έκανα πολλές δουλειές για να επιβιώσω όταν σπούδαζα, έκανα τον κλόουν σε παιδικά πάρτι, δούλεψα σε εργοστάσιο και έβαζα κορδόνια σε παπούτσια, δούλεψα σε εταιρεία προώθησης προϊόντων μέσα από το τηλέφωνο, ήμουν τηλεπωλήτρια και πουλάγαμε σερβίτσια πορσελάνινα, σερβιτόρα.
Έμεινα ένα χρόνο στη Βαρκελώνη, ήμουν η ζωγράφος της πλατείας του ρολογιού. Ήμουν ξεναγός στην Πινακοθήκη Κουβουτσάκη στην Κηφισιά και μετά πέρασα στον ΑΣΕΠ και ασχολήθηκα με την εκπαίδευση στα σχολεία.
Νιώθω μια πληρότητα ότι γνώρισα τον κόσμο και το πραγματικό ταξίδι ήταν η ζωή που χάραξα. Ακούγονται ωραία τα ταξίδια… αλλά εγώ δεν έψαχνα τουριστικούς προορισμούς, δε στεκόμουν στις ουρές εκεί στις τουριστικές ουτοπίες που περιμένουν… Ήμουν και εγώ από τους καλλιτέχνες που ζούσαν σε υπόγεια και ζωγράφιζαν, είχα υγρές νύχτες, λευκές και μαύρες ημέρες, μπορούσα να ζήσω και με τη σκόνη στα αντικείμενα ή χωρίς, μπορούσα και ζούσα σε 4Χ4Χ4 χρόνια με τα τελάρα μου ανάμεσα στο μονό κρεβάτι.
Αυτές οι εμπειρίες της επιβίωσης αισθάνθηκα ότι με έκαναν ανθεκτική σε δύσκολες συνθήκες.

Έργο του προπάππου της (Αδημοσίευτο)

Με τι καλλιτεχνικά ερεθίσματα μεγάλωσες;

* Σκιτσάραμε με τον προπάππο μου τα πρώτα μου χρόνια και ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος μαζί με τη μητέρα μου η οποία λάτρευε τη φύση και το ρεαλισμό. Ο προπάππος μου από τον Πόντο είχε επιρροές από εξπρεσιονιστές και Ρώσους ζωγράφους της εποχής του. Ζωγράφιζε πίνακες και τους χάριζε στο χωριό. Λάτρευαν τη φωτογραφία και υπάρχει ένα ανεκτίμητο φωτογραφικό αρχείο με εικόνες από τη ζωή στο χωριό, το καρναβάλι, τα έθιμα και όλες τις αγροτικές εργασίες. Μου λείπουν οι μυρωδιές του ψωμιού στο φούρνο με τα ξύλα, το φρέσκο γάλα από την αγελάδα, τα αληθινά βλέμματα των γυναικών.

 

Ο παππούς

* Ο παππούς μου, ο κύριος Παπαδόπουλος Κώστας, γνωρίζει την τέχνη των καλαθιών. Πλέκει καλάθια και τα χαρίζει στους συγχωριανούς του. Αναδασώνει περιοχές και έχει καλλιεργήσει έναν κήπο. Ο ελληνικός κήπος είναι μυστικός, να μπορείς να χαθείς μέσα στην πυκνή και μυστηριώδη βλάστηση, να μπορείς να επιβιώνεις σε περιόδους κρίσεως φυτεύοντας τα πάντα και να μη λείπει τίποτα, είναι ο τόπος όπου χτίζεις τον εαυτό σου. Γι’ αυτό οι Έλληνες επιβιώνουμε, έχουμε τη γη, τον ήλιο και όσες κρίσεις και να έρθουν θα επιβιώσουμε. Ο κήπος είναι το έδαφος όπου η ψυχή που ψάχνει να καλλιεργηθεί για να περάσει στο μεταφυσικό.

Από ποια ηλικία ζωγραφίζεις;

* Είχα την τύχη να γνωρίσω τη ζωγραφική από πολύ μικρή, να γνωρίσω τα ελεύθερα σκίτσα μέσα από τους δικούς μου ανθρώπους, το χρώμα, το σχέδιο, το φως, την περφόρμανς, το ταλέντο.

Υπήρξαν άνθρωποι που αντιλήφθηκαν το ταλέντο σου και σε παρότρυναν να ασχοληθείς με την τέχνη;

* Όταν μεγαλώνεις σε μια καλλιτεχνική οικογένεια με πολλά ερεθίσματα θεωρείς ότι είναι κάτι το οικείο η τέχνη και ότι είναι κάτι το φυσικό να ασχοληθείς με αυτήν. Η γιαγιά μου ήτανε περφόρμερ, της άρεσε να δημιουργεί μια μικρή σκηνή και να εκφράζεται αυθόρμητα και με καυστική σάτιρα. Η σκηνή στηνόταν αμέσως, στο χωριό όλοι τη θυμούνται για τα ποντιακά της ανέκδοτα και τις ποντιακές διηγήσεις και τον τρόπο που τα παρουσίαζε.

Αυτή την εποχή τι έργα δουλεύεις;

* Η κινούμενη εικόνα και το φως με απασχολούν, βρίσκομαι σε ένα χώρο στην Ολλανδία που ερευνούν τη σύγχρονη τεχνολογία στην τέχνη και οι επιρροές είναι φανερές στα έργα μου. Έγραψα ένα σενάριο για τον άνθρωπο και την τεχνολογία στην καθημερινότητά του, τη σχέση του με το Ίντερνετ και με τους ανθρώπους.

Η ζωγραφική έχει νόμους και κανόνες;

* Πριν μπω στην ΑΣΚΤ είχα ζωγραφίσει πολλά έργα από παιδί και μου άρεσε η ποίηση. Είχα κάτι βιβλία και κάρτες και έκανα αντιγραφές όσο και μελέτες εκ του φυσικού και από μνήμης. Η μητέρα μου ζωγράφιζε υπέροχα την ομορφιά της φύσης, προσπαθούσε μάταια να με πείσει να δω την ομορφιά που ζωγράφιζε, να ζωγραφίσω λουλούδια και τοπία. Αντίθετα εγώ ζωγράφιζα την ομορφιά της φύσης στους ανθρώπους από το οικείο περιβάλλον, είτε κοντινά πορτρέτα, είτε ολόσωμα. Δεν υπάρχει τόσο ζωντανό και ενδιαφέρον από τον ίδιο τον άνθρωπο, τη στιγμή, το φως και τον χρόνο!
Τόλμαγα να πειραματιστώ με τις λαδομπογιές καθώς ήμουν ακόμη στο νηπιαγωγείο και έβλεπα τη μητέρα μου να τις χρησιμοποιεί και πίστευα ότι αν τις χρησιμοποιήσω θα μεγαλώσω… πιο γρήγορα. Δίπλα της έμαθα την ομορφιά του χρώματος και τη χαρά της ενασχόλησης με τη ζωγραφική. Αυτό το συναίσθημα της χαράς με τη μητέρα μου ήθελα να το ξαναζήσω στην ΑΣΚΤ, έμαθα όχι μόνο για τους κανόνες του σχεδίου, την πειθαρχία, όσο και αυτό που λέμε ζωή. Ξεκίνησα με ασκήσεις και μετρήματα και στη συνέχεια απελευθερώθηκα μέσα από τις καθοδηγήσεις των αγαπητών μας δασκάλων.
Επηρεάστηκα από τους καθηγητές μου εκεί και τους οφείλω πολλά για την εξέλιξή μου όσο και από την κοινωνία των καλλιτεχνών μετέπειτα.

 

Σε ποιες σχολές τέχνης και σε ποιους μεγάλους ζωγράφους έστρεψες το βλέμμα, όταν ξεκινούσες την πορεία σου στη ζωγραφική;

* Θαύμαζα το χειρισμό του φωτός σε κάθε καλλιτέχνη, το σχέδιο ή το χρώμα αλλά και το σκεπτικό πολλών καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει προτίμηση γιατί αν ψάξεις σε κάθε καλλιτέχνη υπάρχουν σίγουρα πολλά καλά έργα και άλλα μέτρια και άλλα όχι καλά. Αν ψάξεις όμως θα βρεις σε κάθε καλλιτέχνη εκείνο το έργο… που είναι πολύ καλό… γιατί έγινε σε μια καλή στιγμή… αλλά και γιατί ήταν αποτέλεσμα ετών ενασχόλησης με την τέχνη.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου υλικό;

* Το φως και οι άνθρωποι. Όχι μόνο το φως αλλά και το μέταλλο και το πλεξιγκλάς. Είναι η προσπάθεια που κάνεις για να τιθασεύεις ένα σκληρό υλικό, ενώ στην πραγματικότητα αυτό παραμένει σκληρό, εσύ όμως έχεις καταφέρει να το χαράξεις, να το οξειδώσεις, να το φέρεις στα μέτρα σου. Παραμένει σκληρό σαν τη ζωή… Μπορεί γι’ αυτό να άφησα το τελάρο και τα χρώματα. Για να νιώσω ότι επεμβαίνω δραστικά στο ίδιο το υλικό. Τι μπορεί να σημαίνει η επέμβαση… μια εσωτερική αναζήτηση στον εαυτό μας…

Τι κάνει έναν εικαστικό καλλιτέχνη αναγνωρίσιμο;

* Η απήχηση, πόσο έχει καταφέρει να ακουμπήσει την κοινωνία με την προσωπικότητά του και με το έργο του.

Πιστεύεις ότι το ελληνικό κοινό αγαπάει και στηρίζει τη σύγχρονη τέχνη;

* Το ελληνικό κοινό έχει αγάπη για τους καλλιτέχνες και στηρίζει τη σύγχρονη τέχνη. Είναι όμως μικρό το κοινό αυτό, όπως και η μικρή χώρα μας. Η πολιτεία δε στηρίζει τους καλλιτέχνες. Η μόνη πιθανή εργασία είναι στην εκπαίδευση, ιδέες υπάρχουν αλλά δε διαθέτουν χρήματα για καλλιτεχνικές παραγωγές.
Όσο θα υπάρχει η εικαστική παιδεία ελπίζουμε πως θα βγαίνουν άνθρωποι που θα σκέφτονται και θα κατανοούν τα σύγχρονα έργα τέχνης. Το κράτος μας συρρικνώνεται, βολεύεται το σύστημα π.χ. να κάνει ο δάσκαλος τα πάντα και να συμφέρει… να κάνει και τα εικαστικά, να γίνεται και θεατρολόγος και μουσικός και από όλα. Πώς αυτά τα παιδιά που θα διδαχθούν από το δάσκαλο τα εικαστικά θα είναι σε θέση να έχουν μια εικαστική παιδεία;

 

Ποιο είναι το αγαπημένο σου αντικείμενο;

* Το αγαπημένο μου αντικείμενο είναι η σκόνη, η σκόνη που κάθεται πολύ καιρό επάνω σε αντικείμενα, η σκόνη που κάθεται επάνω στους ανθρώπους. Γι’ αυτό καλό είναι οι άνθρωποι να αγαπάμε τη σκόνη, τον αέρα και τα μπαλόνια.

Τι σχέδια έχεις για το μέλλον, άμεσο και έμμεσο;

* Να μπορώ να εκφράζομαι ελεύθερα ως καλλιτέχνης, να μπορώ να σκέφτομαι, να διαθέτω όλο το χρόνο μου για καλλιτεχνικά έργα. Η χαρακτική τράβηξε το ενδιαφέρον μου, η φωτογραφία και ο κινηματογράφος.
Τώρα μετακόμισα στην Ολλανδία και αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μπορώ να εκφράζομαι ως καλλιτέχνης και είναι τόπος με έντονα καλλιτεχνικά ερεθίσματα όπως και η Αθήνα. Γυρίζουμε με την ομάδα μου το νέο σενάριο που έγραψα για τον άνθρωπο του μέλλοντος. Για την επιρροή του Ίντερνετ και της τεχνολογίας στην καθημερινότητα.
Χρειάζομαι ένα χωράφι, να φυτέψω έναν κήπο και να υπάρχει ένας τόπος συνάντησης καλλιτεχνών. Ας μην ξεχνιόμαστε στον κήπο θα υπάρχουν γατάκια.

 

Αγαπάς τις γάτες, γιατί;

* Γεννήθηκα με φύση γατίσια, με απασχολεί καθημερινά η συμπεριφορά της γάτας. Δε γίνεται να τη βγάλω από τη ζωή μου, δεν υπάρχει λόγος. Για κάποιο λόγο δεν μπορώ να αντισταθώ σε άκουσμα και πάτημα γατίσιο.
Έχω σώσει γατάκια σε δέντρα που νιαούριζαν έντονα για να πάει κάποιος να τα κατεβάσει. Είχα σταματήσει την κίνηση σε κεντρικό δρόμο για να μην πατήσουν το γατάκι, τελικά ο ταξιτζής το πάτησε και ήταν σαν να πάταγε την καρδιά μου.
Σταμάτησα την έντονη κίνηση στην Πειραιώς και στάθηκα στη μέση του δρόμου, το γατάκι χαροπάλευε και χτυπιόταν από τους πόνους. Ο ταξιτζής που το πάτησε με είχε παρακάμψει βρίζοντάς με που τον καθυστέρησα για να σώσω τη γάτα. Η γάτα ήταν μαύρη, πολλές μαύρες γάτες δεν έχουν θέση στην κοινωνία των ανθρώπων.

 

Ποια ήταν η πρώτη σου γάτα; Πόσες γάτες έχεις και τι ονόματα τούς έχεις δώσει;

* Οι γάτες μου είναι οι αδέσποτες, τις ταΐζω, τις χαϊδεύω, τους δίνω ονόματα. Έχω προτίμηση στις αδέσποτες και όχι στις γάτες σαλονιού. Κάθονται επάνω στα κεραμίδια όλες μαζί και αν χτυπήσεις παλαμάκια τρέχουνε σαν αλαφιασμένες να κρυφτούν.
Θυμάμαι από παιδί να φροντίζω τις γάτες που είχα στο χωριό, την Πελαργία, τον Γιωργαλίτς, τον Λουί, την Τιτίκα, το Γλειφτράκι, την Τσινίκα, τον Ψιψιρίκο και άλλες. Ήταν γάτες κυνηγοί, μου έφερναν για δώρο τα φίδια που είχανε πιάσει, τα ποντίκια, τις ακρίδες τους. Δεν χάρηκα τις γάτες μου για καιρό γιατί έβαζαν φυτοφάρμακα για να σκοτώνουν τις πολύ μεγάλες ακρίδες που έτρωγαν τα φυτά στα καπνά και αυτές μετά τρώγονταν από τις γάτες.
Μετά έριχναν φάρμακα για να εξολοθρεύσουν τα ποντίκια και οι γάτες έτρωγαν τα δηλητηριασμένα ποντίκια και πέθαιναν. Στεναχωριόμουν πολύ που χάναμε ένα μέλος της οικογένειας που ήταν η γάτα μας. Αλλά εκείνα τα χρόνια… εκείνοι οι άνθρωποι… δεν νοιαζόταν καθόλου για την κάθε γάτα που είχα ή για τις γάτες τις γειτονιάς που θα δηλητηριάζονταν εξαιτίας τους… προκειμένου να κάνουν τη δουλειά τους. Η γάτα ήταν για κάποιους μια λύση που θα εξολοθρεύσει τα ποντίκια τους χωρίς κανένα συναισθηματικό δέσιμο.

 

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα τού να συμβιώνεις με γάτα;

* Και όμως κάποιες γάτες σε περιμένουν όταν θα γυρίσεις από τη δουλειά. Άκουγε τη φωνή μου να κατεβαίνω τη γειτονιά και έτρεχε για να γουργουρίσει επάνω μου.

 

Γιατί οι γάτες είναι ιδανική συντροφιά για τον καλλιτέχνη;

* Είχα βρει την πρώτη γάτα έξω από το εργαστήριο Χαρακτικής, έκανα τότε την πτυχιακή μου, ήταν η καλύτερη συντροφιά, απάλυνε το συναίσθημα της μοναξιάς που αισθανόμουν εκείνο το καλοκαίρι. Ο χώρος της ήταν ανάμεσα από τα πόδια μου, όπου και να πήγαινα πλέον με ακολουθούσε, σε αίθουσες, σε ομιλίες, είχε γίνει πιστή σύντροφος. Όταν τύπωνα τα έργα τα υπέγραφε βουτώντας το πόδι της στα μελάνια, έτσι κάθε χαρακτικό μου έργο έχει ανεξίτηλη μια γατοπατούσα. Ο φυσικός της χώρος είναι η ΑΣΚΤ και δεν την πήρα μαζί μου όταν αποφοίτησα.

 

Είναι η γάτα ένα από τα πιο σημαντικά άτομα στη ζωή σου;

* Οι γάτες είναι εξίσου σημαντικές όπως και οι άνθρωποι. Έχω μια ιδιαίτερη επικοινωνία μαζί τους γι’ αυτό πολλές φορές με εντοπίζουν και γουργουρίζουν στα πόδια μου. Έχω κάνει αρκετά έργα με γάτες, ένα διάστημα ταξίδευα πολύ στο εξωτερικό και έχω φωτογραφίες από γάτες του κόσμου. Έχω γράψει ένα σενάριο «Ο γατόκοσμος μέσα της» για τις γυναίκες που ταΐζουν τις γάτες, για τους ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους για να ταΐζουν αδέσποτα. Έχω γράψει μια ιστορία βίντεο αρτ που ονομάζεται το «Κουρδιστό γατάκι», ήταν το πρώτο μου παιχνίδι. Έχω κάνει μια ατομική έκθεση με τίτλο «Ο γατόκοσμος μέσα μου», εμπνευσμένη από τις γάτες των νησιών.

 

Η γάτα σου μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις κάτι που σε πονά;

* Οι γάτες έχουν θεραπευτικές ιδιότητες, το γουργούρισμά τους σε κάνει να ξεχνάς… Αν έχεις κοντά σου μια γάτα θα μπορέσεις να μη σκέφτεσαι ό,τι σε πονά. Με την τρυφερότητά της μπορεί να σου δείξει το δρόμο των συναισθημάτων.

 

Θεωρείς ότι την έχεις υιοθετήσει ή συμβαίνει το αντίθετο;

* Έχω συμβιώσει με πολλές γάτες και έχουμε υιοθετήσει η μία την άλλη.

Ποιος είναι το αφεντικό στο σπίτι;

* Φαινομενικά είναι ο άνθρωπος αλλά η γάτα διεκδικεί το χώρο, έρχεται στο κάθισμά σου και προσπαθεί να σε εκτοπίσει για να καθίσει.
Οι άνθρωποι που γνωρίζουν από γάτες γνωρίζουμε ότι ζούμε στο χώρο τους.

 

Μιλάς με τις γάτες;

* Επικοινωνώ με τις γάτες από παιδί, όταν μεγάλωσα συνέχιζα να τις φωνάζω σε κάθε δρόμο που θα βρεθώ ψι, ψι, ψι. Όταν κάνεις παρέα με γάτες καταλαβαίνεις πολλά για τη φύση, παλαιότερα μια γάτα με έγλειφε διαρκώς, μπορεί να με ένιωθε σαν παιδί της, προσπαθούσε να απλώσει το σάλιο της επάνω στο δέρμα μου για να με μυρίζει και για να με νιώθει περισσότερο ως γάτα και όχι ως κάτι ανθρώπινο ξένο. Του είχα δώσει όνομα Γλειφτράκι, η γλώσσα του ήταν μονίμως εκτός του στόματός του.
Στην Ολλανδία δεν υπάρχει ούτε αδέσποτη γάτα, ούτε και αδέσποτος άνθρωπος. Όλοι έχουν βρει ένα καταφύγιο με τη βοήθεια του κράτους και των ανθρώπων.
Συναντώ αδέσποτες γάτες και κάνουμε διάλογο σε δρόμους, σε σοκάκια, σε φυλλωσιές, σε κάδους απορριμμάτων, έχω χαρτογραφήσει γατοφωλιές σε περιοχές της Αθήνας. Γνωρίζω τα χρώματά τους, τις ηλικίες τους, μου αρέσει να τις δίνω ονόματα όπως ο Τίνι, ο Σπάχη, ο Μαξ, η Κάρμεν κ.α. Στην περιοχή όπου μένω, στην Αργυρούπολη, περνάω κάθε ημέρα να χαιρετήσω τα αδέσποτα γατάκια που μόλις τα φωνάξω θα τρέξουν σαν κάτι παιδιά στις αλάνες. Οι γάτες που ζουν σε γατοφωλιές της Αθήνας εντοπίζουν από μακριά τις μητέρες τους που είναι κάτι κυρίες που κρατάνε σακούλες με φαγητά. Οι κυρίες αυτές έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο μεγάλωμα των αδέσποτων ζώων, είναι συνήθως μοναχικές, λίγο χλωμές, με ανέμελα αχτένιστα μαλλιά και κοκαλιάρες, για κάποιο λόγο ταυτίζονται με τις μουντζουρωμένες γάτες της Αθήνας. Οι κυρίες αυτές καλύπτουν το κενό της πολιτείας για τα αδέσποτα. Αψηφούν την μουντζούρα που έχουν οι γάτες από τη ζωή με τη λάσπη, τα σκουπίδια και το λερωμένο τρίχωμα. Αφήνονται στα χάδια των γατιών του δρόμου.

 

Πώς νιώθεις που ανάμεσά μας υπάρχουν «άνθρωποι» που κακοποιούν και σκοτώνουν ζώα;

* Είναι θλιβερό που ρίχνουν φόλες και δηλητήρια ασυνείδητα άτομα!

Τι θα ήθελες να πεις για το catisart.gr;

* Εντυπωσιάστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι έχει εισέλθει με έναν μοναδικό τρόπο γατίσιου ιντερνετικού πατήματος που μόνο η κυρία Ειρήνη Αιβαλιώτου που μοιάζει με γάτα με τα πράσινά της μάτια και το βλέμμα θα έκαναν κάτι τέτοιο! Μερικές φορές δεν ξέρω, φταίει το φως, νιώθω να μπερδεύομαι να ξεχωρίσω τα μάτια της Ειρήνης από αυτά της γάτας. Εύχομαι οι αναγνώστες του άρθρου να έκαναν ένα ακόμη ταξίδι, ήταν ένα ταξίδι ψυχής.
Ευχαριστώ!

Κι εγώ ευχαριστώ πολύ, Μαρίνα!

* Η Μαρίνα Προβατίδου γεννήθηκε το 1978 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική με καθηγητές τους: Πάνο Χαραλάμπους, Ζαχαρία Αρβανίτη, Βίκυ Τσαλαματά, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Σοφία Ντενίση και Αλέξανδρο Βούτσα. Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις, στην Μπιενάλε του Βερολίνου 2012, ενώ έχει κερδίσει το 2ο Βραβείο εικονογράφησης πορτρέτου του Παπαδιαμάντη των εκδόσεων Μεταίχμιο και το 3ο Βραβείο Μπιενάλε Σχολών Καλών Τεχνών. Το 2011 κέρδισε υποτροφία του κληροδοτήματος Σουζάνας Κεφαλληνού της ΑΣΚΤ.

 

Σπουδές: A’ Eργαστήριο Ζωγραφικής Α.Σ.Κ.Τ. 2003-2008, (Πτυχίο με Άριστα) / Β΄ Εργαστήριο Χαρακτικής Α.Σ.Κ.Τ. 2009-2015, (Πτυχίο με Άριστα). Εκπονεί το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Μ.Α. στην παραγωγή βίντεο – οπτικοακουστικά μέσα (πτυχιακή εργασία).
Βραβεία: Best Video art / London Greek Film Festival/ 2017
Τιμητική διάκριση και βραβείο δημιουργίας / 1ο Φεστιβάλ Φωτογραφίας Ε.Φ.Ε.Π. Πρέβεζας 2016 / 1ο Βραβείο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης με το 17ο Δημοτικό Αθηνών, 2017/ 1ο Βραβείο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης με το 81ο Δημοτικό Αθηνών, 2015/ τιμητική βράβευση από την 12η Μεραρχία Αλεξανδρούπολης για την προσφορά του μνημείου για την απελευθέρωση της Αλεξανδρούπολης, 2013.
1ο Βραβείο στο Μουσείο Παιδικής Τέχνης με το 1ο Γυμνάσιο Ορεστιάδας, 2012.
Έπαινος για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης οργάνωση ΓΕΝ-Α.Σ.Κ.Τ – Πολεμικό Μουσείο, 2012/ Κέρδισε το κληροδότημα του Κεφαλληνού 2011/ 3ο Βραβείο Μπιενάλε Σχολών Καλών Τεχνών 2011.
Δωρεές: Άγαλμα Πόντιου Ακρίτα, για τη γενοκτονία των Ποντίων 2010/ Σφενδάμη Πιερίας
Μνημείο στην κεντρική πλατεία Ορεστιάδας για τους Θρακιώτες της Ανατολικής Ρωμυλίας.
Μνημείο για την απελευθέρωση της Αλεξανδρούπολης / στην πρόσοψη της παραλιακής στην 12η μεραρχία Αλεξανδρούπολης.
Διεθνείς συμμετοχές: Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών μικρού μήκους Δράμας 2017/ London Greek Film Festival 2017
6th Guanlan International Print Biennial/ China 2017 Invitation/
International Biennial Print Exhibit ROC / Organizer National Taiwan Musem of Fine Arts 2016/ 4th & 5th Student International Print Show, Egypt, 2015-2016.
7TH BERLIN BIENNALE FOR CONTEMPORARY POLITICS BY ARTUR ŻMIJEWSKI 2012 (website). Μuseo Νazionale Romano Terme di Diocleziano, 2012 / The Affortable Art Fair New York, 2013/ 1th & 3th Graphics Biennial of Szeklerand Bucharest/ London Greek film festival, 2009 & 2013.
Εισηγήτρια σε σεμινάρια χαρακτικής τέχνης στα ΤΕΙ Αθήνας και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης 2016.
Επιμέλεια εκθέσεων: Being different composed together /Van Abbe House Eindhoven 2017 Tέχνη και τρέλα, Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα 2014.
Έργα της βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, όπως στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, στην Εθνική και στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών. Έχει φιλοτεχνήσει το Μνημείο των Ποντίων με θέμα τη γενοκτονία στη Σφενδάμη Πιερίας.
Aτομικές εκθέσεις: Γράψε μου τα όνειρά σου, επιμέλεια Λήδα Καζαντζάκη, Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης 2016. Ο γάμος της γιαγιάς μου – Μεταμόρφωση, Βιβλιοπωλείο ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης 2013 / Eπιμέλεια Δόμνα Γούναρη

Συμμετοχές στην Ελλάδα
6η Τριενάλε Νέων Ελλήνων Χαρακτών Ίδρυμα Τάσσος 2011-2012. Μικροί κήποι ευτυχίας Taf Αθήνα, επιμέλεια Μαρίνα Φωκίδη 2011.
Χαρακτικές Συνομιλίες στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης σε συνεργασία με την Alpha Bank. [Α]ορατές, Ακυβέρνητες, Ανοχύρωτες, ΧΑΝΙart 2015, Πνευματικό Κέντρο Χανίων, Κρήτη, 2015/ Κωνσταντινούπολη, Επαναπροσδιορίζοντας την Παλίμψηστη Πόλη, ΑΡΤ ΑΘΗΝΑ 2015 / Να Χαραχθεί με Γράμματα Κομψά Εκδοτικός Οίκος Γαβριηλίδη, Αθήνα, 2014 / Η Χαρακτική στην Λογοτεχνία, 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Χαρακτικής και Εκτυπώσεων, Στοά του Βιβλίου, Αθήνα, 2012 / Στρατής Τσίρκας, 100 Χρόνια από τη Γέννηση του, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Μουσείο Γουναρόπουλου, Αθήνα, 2011, / Διάλογοι με τη Χάραξη και το Τύπωμα, Αίθουσα Τέχνης Γαία, Πειραιάς, 2011 / Intaglio Into Focus, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Τσιχριτζή, Κηφισιά, 2010.

 

 

«Ο γάμος της γιαγιάς μου»

Όπως αναφέρει η επιμελήτρια της έκθεσης Δόμνα Γούναρη, η εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας, που είναι ενδεδυμένη με το νυφικό ρούχο, κάθε άλλο παρά αφύσικη και αλλόκοτη προβάλλει. Αντίθετα, ο θεατής αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι πρόκειται για μία γυναίκα που υποδύεται με ευλάβεια το γαμήλιο ρόλο της, φορώντας το νυφικό-παραδοσιακό σύμβολο προσδιορισμού της θηλυκότητας, το οποίο καθόλου ασύμβατο δε μοιάζει με τη βιολογική της εμφάνιση.

 

«Γράψε μου τα Όνειρά σου»

Στο κείμενό της με τίτλο «Η απελευθερωτική λειτουργία της μνήμης» η Λήδα Καζαντζάκη αναφέρει για τη Μαρίνα Προβατίδου και το έργο της: Η μνήμη καθορίζει την πορεία μας, συντονίζει τα βηματισμό και τις κινήσεις μας. Αναδύεται απρόσμενα μέσα από τα τραύματα τα παλιά, τα βυθισμένα μέσα στον απροσδιόριστο χωροχρόνο του ασυνείδητου, ως μια α(-να)κολουθία εσωτερικευμένων και αρχέτυπων εκφράσεων που συναντάμε διαρκώς στο διάβασμα της ζωής μας. Καταγράφεται ως ένας αδέκαστος διερμηνέας του υποκειμένου που ανατρέπει την οποιανδήποτε προσπάθεια αποπροσανατολισμού του από την αλήθεια του είναι του.

Η εικαστικός καλλιτέχνης Μαρίνα Προβατίδου επιχειρεί μέσα από τις μορφοπλαστικές της αναζητήσεις να κρατήσει την εμπειρία του ανθρώπου που υποφέρει από τα δεινά του πολέμου, της εξορίας, της εξαθλίωσης. Πυκνώνει το φυσικό ως έναν εσωτερικό χώρο όπου η ανθρώπινη φιγούρα κυριαρχεί.

Συνδέει τις παιδικές εικόνες που την στοίχειωσαν ως εγγόνα προσφύγων, με τις ενήλικες εικόνες που στοιχειώνουν την επαφή της με τους νέους πρόσφυγες και μετανάστες στα σύνορα του Έβρου.

Τις μεταπλάθει με διαφορετικές τεχνικές της παραδοσιακής βαθυτυπίας, του παραδοσιακού σχεδίου αλλά και της ζωγραφικής του μοντέρνου, που συναντούν τη φωτογραφία και την ψηφιακή της επεξεργασία αλλά και το βίντεο σε ένα πολυσήμαντο εικαστικό έργο.

Συλλαμβάνει με το φωτογραφικό φακό ματιές, μορφασμούς, χειρονομίες σε σημαίνοντα που τυπώνει πάνω σε πλεξιγκλάς και αναπαριστά, κατά τη ρήση του ψυχαναλυτή Λακάν, το υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον. Μετασχηματίζει έτσι το τρομαγμένο ή γελαστό βλέμμα, το αμήχανο ή παραιτημένο χαμόγελο, το σηκωμένο ατίθασα αποτρεπτικό ή το σβησμένο σε μια λευκή τραγική μάσκα πρόσωπο σε εξπρεσιονιστικό σύμβολο της απελπισίας, της εγκαρτέρησης και εντέλει της αμφισβήτησης του κατεστημένου ειδώλου του.

 

Χαράζει σε μήτρες δύο μέτρων ακέφαλα κλασικά γλυπτά της αρχαίας ελληνικής τέχνης και αναδεικνύει μέσα από τη ρυθμική κίνηση του διάφανου χιτώνα τους τη φόρμα του λίκνου της ζωής.

Προβάλλει σε ένα νεφελώδες, αδιευκρίνιστο χώρο, φτιαγμένο με μαύρους και γκρίζους τόνους, φιγούρες συντεθειμένες από κεφάλια ζώων και σχηματοποιημένα ανθρώπινα σώματα που αποκαλύπτουν, όπως στον Βέλγο σκαπανέα του εξπρεσιονισμού Ένσορ, με τη στάση ή με τις χειρονομίες τους τη θλιβερή υποκρισία των κοινωνικών συμβάσεων στο παρελθόν και στο παρόν.

Δείχνει το περίγραμμα ενός μικρού κοριτσιού, του στραμμένου με τη πλάτη στο θεατή που ονοματίζει «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», να παρατηρεί νηφάλια το πλασμένο με τον τρόπο του Ιερώνυμου Μπος εφιαλτικό τοπίο της οδύνης που προκαλεί η ανθρώπινη βία.

Αποτυπώνει με τα ελάχιστα μέσα της άρτε πόβερα το κατ’ εξοχήν σύμβολο της κυριαρχίας της δυτικής, ανδροκρατικής αστικής τάξης, τη γραβάτα, και ακυρώνει την ισχύ της με την επανάληψή της και κυρίως με τη μετατροπή της σε πίνακα της διάσωσης των, γραμμένων σε διαφορετικές γλώσσες πάνω της, απέλπιδων ευχών των κατατρεγμένων του καιρού μας.

Δίνει φωνή στους απόκληρους αυτού του κόσμου, για να κραυγάσουν σε ένα βίντεο μια από τις μοναδικές λέξεις που αρθρώνει πανομοιότυπα σε όλη τη γη τη σύνδεσή μας με τη ζωή, μαμά.

Διαδηλώνει με το έργο της τις περίφημες και διεισδυτικές και ανθεκτικές στις παλινωδίες του homo sapiens στη διάρκεια των αιώνων φράσεις του Κοσμά Πολίτη: «Μην εξετάζεις από πού ερχόμαστε, ούτε πού πάμε. Είναι ματαιοπονία, γιατί, ακόμα κι αν το μάθεις, τίποτα δε θ’ αλλάξει ούτε κατά μία τελεία. Ζήσε λοιπόν γεμάτα τη ζωή που σου δόθηκε. Κάποιος δικός σου σοφός είπε μια μεγάλη αλήθεια. Είμαι άνθρωπος και τίποτα το ανθρώπινο δε μου είναι ξένο».

 

eirini aivaliwtouΜαρίνα Προβατίδου. Η εικαστικός με τη γατίσια φύση που φιλοτέχνησε το γάμο της γιαγιάς της
Περισσότερα

Ρηνιώ Κυριαζή: «Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μας συγκλόνισε με τη «Φεύγουσα κόρη», μας έκανε να ονειρευτούμε ένα μέλλον γεμάτο λιβάδια και θάλασσα στη «Μεγάλη Άρκτο», μας συγκίνησε με τη μαγική της απλότητα στο «Ακραιόφιλο», μας καθήλωσε στο «Δέρμα στις φλόγες» και πάντα θα μας συναρπάζει ό,τι κι αν κάνει. Η Ρηνιώ Κυριαζή είναι ένας πολύπλευρος άνθρωπος του θεάτρου μας -ηθοποιός, σκηνοθέτις, λογοτέχνις, δασκάλα υποκριτικής και φωνητικής, μεταφράστρια. Μεταφυσική, μυστηριώδης αλλά και υπεργειωμένη, χαμηλών τόνων και υψηλών προδιαγραφών, η Ρηνιώ έχει δυνατά χαρίσματα, σεμνότητα, σοβαρότητα και αξιοπρέπεια.
Με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο συνυπήρξαν σκηνικά στην παράσταση – σταθμό «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή, στην Επίδαυρο, το 2006. «Κάτω από τόσο απαιτητικές συνθήκες όπως ήταν οι πρόβες του Λευτέρη Βογιατζή, γνωρίζεις καλά τους συναδέλφους σου, δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί», αναφέρει. Σχεδόν 11 χρόνια μετά, θεατράνθρωποι με ήθος και καλλιέργεια και οι δύο, διατηρώντας αμείωτη την αλληλοεκτίμηση και την καλλιτεχνική τους φιλία, έρχονται να συνεργαστούν ξανά.
Αυτή τη φορά με το θεατρικό έργο του Ισπανού συγγραφέα Πάκο Μπεθέρα «Μικρό πόνι», που πρόκειται να παρουσιαστεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από τον Οκτώβριο, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη και μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ. Το «Μικρό πόνι», μας λέει η Ρηνιώ Κυριαζή, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr, «μας ωθεί να αναρωτηθούμε αν αγαπάμε τους αγαπημένους μας. Να σκεφτούμε βαθύτερα ποιο είναι το περιεχόμενο της λέξης αγάπη και πώς συχνά το περίβλημα των λέξεων οικογένεια, μητέρα, πατέρας μάς απομακρύνει από την ουσία τους».

Στο έργο η σχέση ενός ζευγαριού δοκιμάζεται όταν ο δεκάχρονος γιος τους επιλέγει να πάει στο σχολείο κρατώντας μια σάκα, που έχει φιγούρες από τη σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι», που είναι κι η αγαπημένη του. Ο διευθυντής ζητάει από τους γονείς να μην ξαναπάει το παιδί στο σχολείο με αυτή τη σάκα γιατί προκαλεί. Το αγόρι όμως αρνείται να την αφήσει και έτσι τα επεισόδια κλιμακώνονται και παίρνουν διαστάσεις ανελέητης βίας. Το σχολείο κατηγορεί το παιδί και ζητάει την απομάκρυνσή του.
Οι γονείς του παιδιού, που διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το χειρισμό της υπόθεσης, μιλάνε συνεχώς για το παιδί τους αλλά ποτέ με το παιδί τους, και φυσικά αποφασίζουν ερήμην του. Το παιδί προσπαθεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του ολομόναχο. Ένα έργο βαθιά κοινωνικό και πολύ ευαίσθητο, επίκαιρο όσο ποτέ και τραγικά αληθινό.
«Όλοι μας προβάλλουμε στα παιδιά μας τις επιθυμίες μας, τα όνειρά μας», τονίζει η Ρηνιώ. Μας μιλά ακόμα, για την εκπαίδευση, για την οικογένεια, για το Λύκειο Επιδαύρου στο οποίο το καλοκαίρι συμμετείχε, για την κατάρτιση του ηθοποιού, για τη συνεργασία, για τη σκληρή εποχή μας. «Πρέπει να ξεκαλομάθουμε -μας λέει- και να θυμηθούμε πώς γίνεται το καβούρι πίτα». Τέλος, επισημαίνει κάτι για το οποίο οφείλουμε να την ευχαριστήσουμε, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για κάθε γονιό, για κάθε άνθρωπο: «Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής».
Το «Μικρό πόνι» ανεβαίνει στις 13 Οκτωβρίου στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και, όπως είναι φυσικό, το προσμένουμε με πολύ ενδιαφέρον.

 

Ρηνιώ, τι θα ήθελες να πεις στους αναγνώστες για το θεατρικό έργο του Πάκο Μπεθέρα «Μικρό πόνι», που πρόκειται να παρουσιάσετε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, από τον Οκτώβριο του 2017, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη;

* Είναι ένα έργο που, κατά τη γνώμη μου, μας ωθεί να αναρωτηθούμε αν αγαπάμε τους αγαπημένους μας. Να σκεφτούμε βαθύτερα ποιο είναι το περιεχόμενο της λέξης αγάπη και πώς συχνά το περίβλημα των λέξεων οικογένεια, μητέρα, πατέρας μάς απομακρύνει από την ουσία τους.

Πιστεύεις πως ο σχολικός εκφοβισμός έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στις μέρες μας; Αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό;

* Πιστεύω πως ο φόβος έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις κι ο φόβος χρειάζεται μεγάλες αντιστάσεις για να μην εξαπλωθεί, δυστυχώς τα σχολεία αναπαριστούν μια μικρογραφία της κοινωνίας των μεγάλων και δημιουργούν παιδιά καθρέφτες των ενηλίκων, μικρομέγαλα που ανακυκλώνουν τις συμπεριφορές τους. Ελάχιστοι εκπαιδευτικοί συνειδητοποιούν τη σοβαρότητα των καταστάσεων και παλεύουν με τα τέρατα.

 

Πόσο έτοιμοι είναι οι γονείς να αποδεχτούν το παιδί τους όπως είναι κι όχι όπως θα ήθελαν αυτοί να είναι;

* Όλοι μας προβάλλουμε στα παιδιά μας τις επιθυμίες μας, τα όνειρά μας, νιώθουμε ότι είναι η συνέχειά μας, ο δρόμος της δικαίωσής μας, όλες οι ματαιώσεις μας επιθυμούμε να ανατραπούν μέσω του παιδιού. Μοιάζει λογικό, αθώο, φυσικό αλλά είναι καταστροφικό. Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής.

Γιατί πολλοί γονείς δεν αντιλαμβάνονται πως η αληθινή αγάπη προϋποθέτει την αποδοχή;

* Γιατί σπάνια κανείς έχει βιώσει ο ίδιος την αγάπη. Συνήθως η αγάπη είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται χωρίς να αντιστοιχεί στο νόημά της, είναι συνήθως μια «βρώμικη» λέξη που καλύπτει άλλες σκληρές αλήθειες, εκφράζει συνήθως παιχνίδια εξουσίας, χειρισμούς, εγωισμούς.

Ο Λουίσμι γιατί, κατά τη γνώμη σου, έχει αυτή την εμμονή με το μικρό πόνι;

* Είναι μια σειρά που μιλάει για τη φιλία και τη μοναδικότητα, καθένας ξεχωριστός, ιδιαίτερος αλλά όχι μόνος. Ο Λουίσμι νιώθει πολύ μόνος, τα παράξενα αλογάκια είναι το καταφύγιό του.

 

Ως μητέρα κι εσύ αλλά και ως καθηγήτρια ηθοποιών, που έρχεσαι σε επαφή με νέους ανθρώπους, τι θα ήθελες να πεις στον Λουίσμι –αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τον γνώριζες;

* Κυρίως θα ‘θελα να μιλήσω στην Ιρένε και μέσα απ’ αυτήν στον καθένα μας που παλεύει να ανταποκριθεί σε χίλιους ρόλους, σε οικονομικές δυσκολίες, σε μια κουραστική καθημερινότητα. Να της πω πως μόνο τα παιδιά μας ή τα παιδιά που οι ίδιοι υπήρξαμε, τα παιδιά βαθιά μέσα μας μπορούν να μας λυτρώσουν.

Γιατί ο συγγραφέας δεν εμφανίζει στη σκηνή το παιδί;

* Πιστεύω πως αυτό είναι ένα πολύ δυνατό στοιχείο του έργου. «Το μικρό πόνι» είναι μια ιστορία για τον Λουίσμι χωρίς τον Λουίσμι, κανείς δεν του μιλά, κανείς δεν τον ρωτάει, κανείς δεν τον βλέπει, σαν να ‘ναι ανύπαρκτος, αόρατος ακόμα και από τους γονείς του.

Έχεις γνωρίσει γονείς σαν τον Χάιμε και την Ιρένε; Οι δυο τους εκπροσωπούν την πλειονότητα των γονέων σήμερα;

* Ο Χάιμε και οι Ιρένε δεν είναι εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι «κακοί» γονείς, δεν είναι τέρατα, αυτή είναι για μένα και η δύναμη του έργου, θα μπορούσαμε όλοι μας, υπό συνθήκες, να κάνουμε τέτοια μικρά ή μεγάλα λάθη. Μακάρι οι θεατές να αναγνωρίσουν στους χαρακτήρες δικές τους συμπεριφορές και να μην τις επαναλάβουν. Να γυρίσουν σπίτι και να πάρουν το παιδάκι τους άλλη μια αγκαλιά.

 

Τι γνώμη έχεις για τον τρόπο που οι εκπαιδευτικοί και το εκπαιδευτικό σύστημα φέρονται σε ένα παιδί διαφορετικό;

* Από το εκπαιδευτικό σύστημα όπως και από κάθε σύστημα δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα, η απαξίωση είναι τόσο μεγάλη που κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει στην παιδεία, στην κοινωνική πρόνοια, στην υγεία. Μερικές φωτεινές εξαιρέσεις ανθρώπων που παλεύουν να σώσουν κάποιες αξίες σεβασμού, διαλόγου, πολιτισμού. Όλοι μας θυμόμαστε ένα δάσκαλο που μας είπε μια σωστή κουβέντα και μπορεί να μας άλλαξε τη ζωή, σαν σφουγγάρια ρουφήξαμε αυτή την καλοσύνη. Μακάρι οι άνθρωποι αυτοί να εισέπρατταν τον σεβασμό που τους αξίζει και να είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη σχολική πραγματικότητα, τότε ίσως θα άλλαζε κάτι.

Με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν. Πώς θα τον χαρακτήριζες ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο;

* Νομίζω πως σε πολύ απαιτητικές συνθήκες όπως ήταν οι πρόβες του Λευτέρη Βογιατζή για την «Αντιγόνη», γνωρίζεις καλά τους συναδέλφους σου, δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί. Πάντα θυμάμαι την αφοσίωση, την ευγένεια, το χιούμορ και την καλοσύνη του Κωνσταντίνου τα ξημερώματα στην Επίδαυρο. Γι’ αυτό χαίρομαι πολύ που ξαναδουλεύω μαζί του.

Πώς είναι το κλίμα στις πρόβες σας;

* Οι πρόβες είναι δύσκολες γιατί το θέμα του έργου είναι σκληρό και μας αγγίζει όλους, συχνά μοιραζόμαστε έντονες προσωπικές παιδικές ιστορίες. Μόνο μέσα σε απόλυτη εμπιστοσύνη μπορεί κανείς να ανοιχτεί κι αυτό το έχουμε πετύχει.

 

Τι θα ήθελες να πεις για τη σκηνοθέτιδά σας, Σοφία Καραγιάννη;

* Δεν είχα ξανασυνεργαστεί με τη Σοφία, ξέρω όμως ήδη πως είναι σκηνοθέτις πραγματική, με γνώση, συνέπεια, φαντασία, πάθος, αποφασιστικότητα, δύναμη και ευαισθησία. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Πρόσφατα έκανες ένα εργαστήριο στο Λύκειο της Επιδαύρου με τίτλο «Η φωνή στην τελετουργία του θρήνου στη νεότερη Ελλάδα, η σύνδεσή της με την αρχαιότητα και η χρήση της στη σκηνή». Ο ανοιχτός χώρος τι κατάρτιση απαιτεί από τον ηθοποιό;

* Στην Ελλάδα είμαστε πολύ τυχεροί που οι παραστάσεις σε ανοιχτούς χώρους είναι κάτι συνηθισμένο, δεν συμβαίνει το ίδιο στο εξωτερικό. Αυτό το άνοιγμα είναι που λείπει από την καθημερινότητά μας, ζούμε σε πολυκατοικίες, δουλεύουμε σε υπόγεια, οι φωνές και τα σώματά μας κλείνουν. Η εμπειρία του ανοιχτού χώρου για τον ηθοποιό αλλά και τον θεατή θυμίζει κάτι από τα παλιά, από το άνοιγμα μιας ζωής στα βουνά και τις θάλασσες, για μένα η εκπαίδευση που απαιτείται δεν έχει να κάνει με κάποια επινοημένη τεχνική… αλλά με το να θυμηθείς έναν παλιότερο άνθρωπο μέσα σου, πιο ελεύθερο.

Το σώμα μπορεί να μετατραπεί σε ηχείο;

* Το σώμα είναι ηχείο και ευτυχισμένος μπορεί να είναι κανείς μόνο όταν ηχεί, αντηχεί και συνηχεί, μόνο τότε μπορεί να αγαπήσει τον δικό του ήχο και να τον αποδεχτεί, τον ήχο του άλλου και να τον δεχτεί. Πόσοι ακούσαμε κάποτε στα σχολεία πως είμαστε φάλτσοι και ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε φάλτσοι ως προς τι; Φάλτσο ένα παιδί είναι μόνο προσπαθώντας να αντισταθεί στο ψέμα των μεγάλων αλλά πόσοι δάσκαλοι ή γονείς το έχουν αυτό σκεφτεί;

Τι θα ήθελες να πεις για το Λύκειο της Επιδαύρου, ένα θεσμό που φέτος το καλοκαίρι έκανε τα πρώτα του βήματα;

* Ήταν μεγάλη μου τιμή που συμμετείχα. Ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία για μαθητές και καθηγητές. Εύχομαι να συνεχίσει δυναμικά όπως ξεκίνησε και να προχωρήσει όπως του αξίζει. Έχει να αποφέρει πολλά σε βάθος χρόνου όχι μόνο σε σχέση με το θέατρο.

 

Στο Φεστιβάλ Επιδαύρου 2017 επιμελήθηκες τη φωνητική επεξεργασία στην παράσταση «Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου. Τι έχεις να μας πεις για την παράσταση και πόσο σημαντική ήταν για σένα αυτή η συμμετοχή ως εμπειρία;

* Ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκα με τον Έκτορα, για μένα ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή. Έχει βαθιά γνώση του αντικειμένου του, πολύ καθαρή ματιά και ταυτόχρονα είναι ανοιχτός να δεχτεί τη δουλειά του άλλου με απόλυτο σεβασμό. Πάντα ο χώρος του θεάτρου της Επιδαύρου είναι μαγικός, κυρίως στις πρόβες, το προνόμιο να δουλεύουμε εκεί δεν νομίζω πως κανείς το αλλάζει με οτιδήποτε. Σκέφτομαι πως όλοι οι κόποι επιβραβεύονται μια τέτοια στιγμή: όταν θα ακούσεις το Χορό να μιλάει τις λέξεις κι αυτές να βαφτίζονται στο χώρο και να αποκτούν το πραγματικό τους νόημα. Αυτός ο γυμνός ήχος ήταν η θέση του Έκτορα κι ήταν μεγάλη χαρά να προσπαθήσω να στηρίξω με τη δουλειά μου.

Πώς νιώθεις που νέοι άνθρωποι σήμερα στην κοινωνία μας δεν μπορούν να βρουν την ευκαιρία τους;

* Είναι σκληρή η εποχή, από την άλλη και οι εποχές της ευμάρειας μπορεί να ήταν σκληρές για κάποιους και οι εποχές των παππούδων μας δεν ήταν ευκολότερες. Πρέπει να ξεκαλομάθουμε και να θυμηθούμε πώς γίνεται το καβούρι πίτα.

Από την άλλη πώς αισθάνεσαι που ωριμότεροι και πιο κουρασμένοι άνθρωποι βιώνουν μια καθημερινή ανασφάλεια, που είναι πέραν του φυσιολογικού και δεν μπορούν να δρέψουν τους καρπούς των κόπων μιας ζωής;

* Αυτό είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει η σωματική και ψυχική δύναμη να τα πάρει κανείς όλα απ’ την αρχή, εκεί θα πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας, να φροντίσουμε όσους μας φρόντισαν όσο μπορούμε καλύτερα.

Τι θέα θα ήθελες να δεις το πρωί, μόλις ανοίξεις το παράθυρό σου;

* Θα ‘θελα να βλέπω θάλασσα ή τα βουνά του χωριού μου – τόσο απέραντα σαν θάλασσα.

Τι σου άφησε αυτό το καλοκαίρι;

* Πολλές διαφορετικές θεατρικές εμπειρίες, όλες δυνατές και πρωτόγνωρες προσωπικές, όπως η κόρη μου να τραγουδάει κάνοντας κούνια!

  • Η Ρηνιώ Κυριαζή γεννήθηκε στα Γιάννενα. Είναι απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου και του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Έχει σπουδάσει συστηματικά τη μέθοδο φωνής της Μίρκας Γεμεντζάκη, τη μέθοδο «freeing the natural voice» της Kristin Linklater στο Columbia University of New York και τη μέθοδο του Roy Hart με τον Jonathan Hart στο New York University και στο Roy Hart centre.

Διδάσκει στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης Αρχή της Νέλλης Καρρά από το 2008 και στη Δραματική Σχολή Αθηνών Γ. Θεοδοσιάδη από το 2014. Δίδαξε στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το 2010 έως το 2013 και από το 2017.

Έχει πραγματοποιήσει τη φωνητική διδασκαλία στην παράσταση Πέρσες του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff με το Εθνικό Θέατρο (Επίδαυρος 2009), στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου όπου δημιούργησε και τα ηχητικά-μουσικά τοπία, και σε σειρά παραστάσεων στο Απλό Θέατρο του Αντώνη Αντύπα και στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Έχει σκηνοθετήσει Τα μάγια της πεταλούδας του Φ.Γ.Λόρκα για το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και την παράσταση Μεταξύ Φαλήρου και Κορυδαλλού για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Έχει γράψει το θεατρικό έργο Η Μεγάλη Άρκτος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις το Ροδακιό. Έχει μεταφράσει από τα γαλλικά το έργο της Alexandra Badea, Ακραιόφιλο.

Ως ηθοποιός έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με τους σκηνοθέτες Dimiter Gotshceff, Λευτέρη Βογιατζή, Γιάννη Χουβαρδά, Θοδωρή Γκόνη, Νίκο Φλέσσα, Βίκτορα Αρδίττη, Elisabeth Marie, Άσπα Τομπούλη, Αύρα Σιδηροπούλου, Νίκο Καμόντο, Δημήτρη Μπίτο, Νίκο Χατζηπαπά, Άννα Συνοδινού και Διονύση Σαββόπουλο.

Έχει παρουσιάσει την παράσταση Φεύγουσα κόρη σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμεντζάκη, βασισμένη στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Μια ψυχή και στη μελέτη, έρευνα και καταγραφή που έχει πραγματοποιήσει πάνω σε παραμύθια, νανουρίσματα και μοιρολόγια της Ηπείρου. Για την παράσταση αυτή ήταν προτεινόμενη για το βραβείο Μελίνας Μερκούρη το 2007.

* Το catisart.gr ευχαριστεί τη Χριστίνα Φυλακτοπούλου για τις φωτογραφίες.

 

Πάκο Μπεθέρα, «Το μικρό πόνι»
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Παίζουν: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή

Ο συγγραφέας, εμπνευσμένος από αληθινά περιστατικά, εξερευνά τις ευθύνες και τα αίτια του εκφοβισμού, εστιάζει στο θέμα της διαφορετικότητας και της αποδοχής του εαυτού μας και των γύρω μας.
Το «Μικρό Πόνι» είναι αφιερωμένο από τον ίδιο στη μνήμη δύο παιδιών, του Μάικλ Μορόνες και του Γκρέισον Μπρους, τα οποία το 2014 υπήρξαν τραγικά θύματα κακοποίησης.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνα Κρίγκου
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Εικαστική επιμέλεια αφίσας: Βασίλης Σελιμάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Μίχα

Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΚΑΤΩ ΧΩΡΟΣ)
Αντισθένους 7 & Θαρύπου, 117 43 Αθήνα
T: 210 9212900
F: 210 9212901
info@nkt.gr

Aπό 13/10/2017 έως 07/01/2018
Παρασκευή, Σάββατο στις 21.15
Κυριακή στις 19.00

Διαβάστε ακόμη:

Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο

Το πρόγραμμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου

Μικρό πόνι – Πάκο Μπεθέρα

Παλαιότερη συνέντευξη με τη Ρηνιώ Κυριαζή

eirini aivaliwtouΡηνιώ Κυριαζή: «Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής»
Περισσότερα

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Το Μικρό Πόνι αφορά επί της ουσίας όλους μας»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όταν ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος ανακαλύπτει, ξέρω -από χρόνια- ότι ανακάλυψε «διαμάντι». Αυτή τη φορά το «διαμάντι» έχει τη μορφή ενός πόνι. Πρόκειται για το «Μικρό πόνι», το θεατρικό του Ισπανού συγγραφέα Πάκο Μπεθέρα. Το έργο είναι ένα συγκλονιστικό, τραγικά επίκαιρο αριστούργημα. Ένα αριστούργημα που καταπιάνεται με μεγάλα ζητήματα της ζωής -την οικογένεια, τη διαφορετικότητα, τον σχολικό εκφοβισμό (Bullying), τη βία, τη στάση των γονιών και του σχολείου απέναντι στα παιδιά που ξεφεύγουν από τον λεγόμενο «γενικό κανόνα». Ένα έργο με υπέροχη γλώσσα και εντυπωσιακή πλοκή στο οποίο οι γονείς μιλάνε συνεχώς για το παιδί τους, αλλά ποτέ με το παιδί τους, η παρουσία του οποίου στο σπίτι δηλώνεται μόνο με ένα τεράστιο πορτρέτο στο σαλόνι. Ένα πορτρέτο στο οποίο (σαν σε ένα είδος Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι) καταγράφονται όλες οι ψυχικές μεταπτώσεις του απόντος παιδιού, όλες οι αντιδράσεις του σε όσα γίνονται «για εκείνο, αλλά χωρίς εκείνο». Το «Μικρό πόνι» συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σύγχρονα εκείνα έργα που είναι συναρπαστικά ως προς το περιεχόμενο, απαιτητικά και επινοητικά ως προς τη μορφή. Σύμφωνα με την υπόθεση, η σχέση ενός ζευγαριού δοκιμάζεται όταν ο δεκάχρονος γιος τους επιλέγει να πάει στο σχολείο κρατώντας μια σάκα που έχει φιγούρες από την αγαπημένη του σειρά κινουμένων σχεδίων. Ο διευθυντής ζητάει από τους γονείς να μην ξαναπάει το παιδί στο σχολείο με τη συγκεκριμένη σάκα, καθώς προκαλεί. Το αγόρι όμως αρνείται να την αφήσει και έτσι τα επεισόδια κλιμακώνονται και παίρνουν διαστάσεις ανελέητης σκληρότητας. Το σχολείο κατηγορεί το παιδί και ζητάει την απομάκρυνσή του. Οι γονείς του παιδιού, που διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το χειρισμό της υπόθεσης, αποφασίζουν ερήμην του. Η σάκα στην παιδική πλάτη «βαραίνει» και το παιδί προσπαθεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του ολομόναχο. Ο συγγραφέας, εμπνευσμένος από αληθινά περιστατικά, εξερευνά τις ευθύνες και τα αίτια του εκφοβισμού, εστιάζει στο θέμα της διαφορετικότητας και της αποδοχής του εαυτού μας και των γύρω μας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο Κωνσταντίνος, ως καλλιτέχνης και πατέρας, μας μιλά για το μικρό Λουίσμι του έργου, για τα λάθη των γονιών και τις φοβίες των παιδιών, για τον Χάιμε (το ρόλο του) και μας κάνει μια μελετημένη εισαγωγή στο πνεύμα της παράστασης. Αυτό που τον οδήγησε να πάρει άμεσα τα διακαιώματα του έργου και να το παρουσιάσει πρώτος στην Ελλάδα ήταν η συγκίνηση που προκαλεί. «Κάτι κινήθηκε βαθιά μέσα μου» μου λέει. «Είναι ένα έργο που με κράτησε από την αρχή μέχρι το τέλος σε εγρήγορση. Το διάβασα χωρίς να σταματήσω δευτερόλεπτο. Κι αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά». «Το Μικρό Πόνι αφορά επί της ουσίας όλους μας», συμπληρώνει στοχαστικά.

Με τη Ρηνιώ Κυριαζή, την Ιρένε του έργου, γνωρίστηκαν το 2006 όταν δούλεψαν μαζί στην «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή. Ένιωσαν πως είχαν πολλά κοινά στον τρόπο που βλέπουν το θέατρο και στον τρόπο που πορεύονται μέσα σ’ αυτό. Καθοδηγημένοι από τη Σοφία Καραγιάννη, μια σκηνοθέτιδα αθόρυβη, ώριμη και ουσιαστική, κι ακολουθώντας τη σαγηνευτικά αφηγηματική μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, ετοιμάζονται πυρετωδώς για το θεατρικό γεγονός του φθινοπώρου, το «Μικρό (τους) πόνι», την παράσταση που αναμένουμε να παρακολουθήσουμε στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου από τον Οκτώβριο.

 

Κωνσταντίνε, πώς ανακάλυψες το «Μικρό πόνι», το θεατρικό έργο του Πάκο Μπεθέρα, που πρόκειται να παρουσιάσετε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τη Ρηνιώ Κυριαζή από τον Οκτώβριο του 2017, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη;

* Το «Μικρό πόνι» το ανακάλυψα όταν μου το έδωσε η Σοφία η Καραγιάννη να το διαβάσω πριν από ένα χρόνο περίπου. Ήταν μια περίοδος που διάβαζα συνεχώς θεατρικά έργα αλλά και μυθιστορήματα και διηγήματα. Τα πάντα. Και απ’ όλο τον κόσμο. Ήθελα να βρω κάτι που να κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει. Κι όχι μόνο το μυαλό μου…

Τι ήταν αυτό που βρήκες στο έργο και σε οδήγησε να πάρεις άμεσα τα δικαιώματα για την παράσταση;

* Η συγκίνηση που μου προκάλεσε. Κάτι κινήθηκε βαθιά μέσα μου. Είναι ένα έργο που με κράτησε από την αρχή μέχρι το τέλος σε εγρήγορση. Το διάβασα χωρίς να σταματήσω δευτερόλεπτο. Κι αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά. Επίσης είναι πολύ σύγχρονο, παίχτηκε το 2016 στη Μαδρίτη, και αφορά επί της ουσίας όλους μας.

 

Πιστεύεις πως ο σχολικός εκφοβισμός έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στις μέρες μας; Αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό;

Πολλές φορές λέμε για κάποια κοινωνικά θέματα πως είναι σημεία των καιρών. Γι’ αυτό το θέμα τολμώ να πω πως δεν ισχύει. Πάντοτε υπήρχε, και ήταν πάντα ένα σοβαρό θέμα. Η διαφορά είναι πως παλιότερα, δεν ασχολούμασταν τόσο πολύ μ’ αυτό. Το αφήναμε να υπάρχει. Ίσως γιατί πιστεύαμε ότι θα περνούσε. Όπως μια γρατζουνιά. Το γιατί είναι κάτι που δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Όπως και πολλά άλλα. Αλλά και τώρα που ασχολούμαστε, πάλι δεν μπορεί να πει κανείς ότι αυτό παύει να υπάρχει ή βρίσκεται σε ύφεση. Το σίγουρο είναι ότι έχουν καταστραφεί ζωές και ζωές απ’ αυτό. Σπάνια ξεχνιέται. Γιατί γίνεται στην πιο τρυφερή περίοδο της ζωής μας. Και χαρακτηρίζει τόσο τους θύτες όσο και τα θύματα. Όσο κι αν οι πρώτοι νομίζουμε πως περνούν αλώβητοι.

Πόσο έτοιμοι είναι οι γονείς να αποδεχτούν το παιδί τους όπως είναι κι όχι όπως θα ήθελαν αυτοί να είναι;

* Αυτό εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας απ’ αυτούς την έννοια της λέξης «αγάπη». Γιατί στο όνομα αυτής της λέξης, πολλά εγκλήματα έχουν γίνει.

Γιατί πολλοί γονείς δεν αντιλαμβάνονται πως η αληθινή αγάπη προϋποθέτει την αποδοχή;

* Γιατί υπάρχει ο φόβος. Όλη μας τη ζωή την ξοδεύουμε με μικρούς ή μεγαλύτερους φόβους. Κι αυτό γιατί δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε απλά θνητοί. Οι φοβίες κουβαλούν το συναίσθημα της τιμωρίας και της ενοχής. Και τα λάθη, όσο κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε πάντα, διαδέχονται το ένα το άλλο σε καθημερινή βάση. Μικρά λάθη, που κάποια στιγμή μπορεί να γίνουν βουνά, χωρίς να το καταλάβεις. Ίσως γι’ αυτό η φράση του Walt Whitman «Ανακαλύπτω τον εαυτό μου στην άκρη ενός συνηθισμένου λάθους» μοιάζει να είναι πάντα επίκαιρη, κατά τη γνώμη μου.

 

Ο Λουίσμι γιατί, κατά τη γνώμη σου, έχει αυτή την εμμονή με το μικρό πόνι;

Τα μικρά παιδιά έχουν πάντα κάτι ζηλευτό. Πιστεύουν. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ως εκ τούτου δεν φοβούνται. Είναι ελεύθερα. Και είναι πιο κοντά στην αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι απ’ όσο έχω προλάβει να μάθω για τη σειρά αυτή των κινουμένων σχεδίων που αγαπά ο Λουίσμι, οι χαρακτήρες που αγαπά πρεσβεύουν τη φιλία και την αγάπη. Δεν κάνουν λάθος τα παιδιά. Έχουν άλλα «μάτια». Φιλία και αγάπη. Αυτό ζητάει με μανία. Είτε μέσα απ’ τα πόνι, είτε στο σχολείο, είτε στο σπίτι. Το περίεργο δεν είν’ αυτό. Το περίεργο είναι ότι μόνο το πόνι στέκεται σύμμαχός του σ’ αυτό. Τι κρίμα.

Ως πατέρας κι εσύ, τι θα ήθελες να πεις στον Λουίσμι –αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τον γνώριζες;

Θα ‘θελα να του πω, να έχει πάντα τη δύναμη να συγχωρεί, όλους όσοι προσπαθούν να του κάνουν κακό με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Γιατί δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αληθινή αγάπη. Θα του έλεγα να προχωράει, και να μη λυπάται. Μόνο να πιστεύει.

Γιατί ο συγγραφέας δεν εμφανίζει στη σκηνή το παιδί;

Για τον ίδιο λόγο που στις τραγωδίες του Σοφοκλή του Αισχύλου και του Ευριπίδη δεν εμφανίζονται ποτέ επί σκηνής οι φόνοι. Δεν σου χρειάζεται το σοκ της εικόνας του φόνου, αλλά η ουσία της δικής σου φαντασίας γι’ αυτό που σημαίνει φόνος για σένα εκείνη τη στιγμή. Από την άλλη αυτό που τους ενδιέφερε, ήταν κυρίως τα κίνητρα και οι συνέπειες του φόνου. Κι εδώ συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Παρόλο που το παιδί δεν εμφανίζεται επί σκηνής, νιώθεις πολύ πιο έντονα την παρουσία του, ακριβώς επειδή ξέρεις πως υπάρχει κάπου εκεί δίπλα, το ακούς να αντιδρά και επηρεάζεται απ’ αυτά που οι γονείς του αποφασίζουν για κείνο, και ανά πάσα στιγμή νομίζεις πως θα εμφανιστεί. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας εστιάζει σ’ αυτά που οι γονείς σκέπτονται και πράττουν, γιατί αυτά είναι εν τέλει δημιουργούν την «εικόνα» του Λουίσμι.

 

Έχεις γνωρίσει γονείς σαν τον Χάιμε και την Ιρένε; Οι δυο τους εκπροσωπούν την πλειονότητα των γονέων σήμερα;

Νομίζω πως οι περισσότεροι γονείς σήμερα έχουν πολλές ομοιότητες με τον Χάιμε και την Ιρένε. Είναι δηλαδή αυτό που θα λέγαμε «δύο φυσιολογικοί γονείς» για έναν εξωτερικό παρατηρητή. Όμως όταν θα έρθει η ώρα της δοκιμασίας, μέσα από ένα απλό φαινομενικά περιστατικό, όλη αυτή η εικόνα ανατρέπεται σε βαθμό που δεν ξέρεις αν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έβλεπες πριν από λίγο. «Είμαστε φτιαγμένοι από πράγματα που δεν θυμόμαστε», λέει τόσο εύστοχα ο Τάσος Λειβαδίτης.

Τι γνώμη έχεις για τον τρόπο που οι εκπαιδευτικοί και το εκπαιδευτικό σύστημα φέρονται σε ένα παιδί διαφορετικό;

Δεν συμπεριφέρονται όλοι οι εκπαιδευτικοί με τον ίδιο τρόπο. Ευτυχώς. Από την άλλη δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση υλοποίησης κάποιου εκπαιδευτικού συστήματος, ικανού να προστατέψει περιστατικά βίας. Ισχύει συνήθως αυτό που λέμε «Το μη χείρον βέλτιστον».

Με τη Ρηνιώ Κυριαζή, έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν. Πώς θα τη χαρακτήριζες ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο;

* Τη Ρηνιώ τη γνώρισα το 2006 όταν δουλέψαμε στην «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή. Όλοι όσοι δουλέψαμε τότε με τον Λευτέρη γνωριστήκαμε πολύ καλά θα έλεγα, αφού ήμασταν μαζί για πολλούς μήνες και για πολλές ώρες. Άλλη ζωή δεν προλαβαίναμε να έχουμε ούτως ή άλλως. Τότε η Ρηνιώ είχε κάνει και τη «Φεύγουσα κόρη» του Παπαδιαμάντη και μάλιστα στην ίδια σκηνή του Νέου Κόσμου που θα παίξουμε μαζί τώρα. Την είδα και μου άρεσε πολύ. Αλλά και στην Αντιγόνη ήταν απ’ τα παιδιά που ένιωθα πως είχαμε πολλά κοινά. Και στον τρόπο που βλέπουμε το θέατρο και στον τρόπο που πορευόμαστε μέσα σ’ αυτό. Από την άλλη για μένα η Ρηνιώ είναι κι ένα πλάσμα ιδιαίτερης ευαισθησίας, ευγένειας και καλοσύνης. Ίσως γι’ αυτό, δεν ξέρω, όταν διάβασα το έργο, η πρώτη εικόνα που μου ήρθε ήταν της Ρηνιώς για το ρόλο της Ιρένε.

 

Τι θα ήθελες να πεις για τη σκηνοθέτιδά σας, Σοφία Καραγιάννη;

* Γνωριζόμαστε απ’ το 2001 όταν παίξαμε μαζί σ’ ένα έργο του Σίσγκαλ. Είναι πολύ καλή σκηνοθέτις, αθόρυβη και ουσιαστική. Μ’ αρέσει ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα σώματα των ηθοποιών στις παραστάσεις της, όπως και το γεγονός ότι δεν καταφεύγει σε σκηνοθετικούς εντυπωσιασμούς. Δουλεύει με τους ηθοποιούς, περιμένει από τους ηθοποιούς, και σχεδιάζει το καλύτερο πλάνο δουλειάς μαζί τους, συλλέγοντας επί της ουσίας, το υλικό της παράστασης. Μια πολύτιμη συνεργάτις και μια πολύ καλή φίλη για μένα.

Η ισπανόφωνη δραματουργία γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μεγάλη άνθηση. Μπορούμε να πούμε κάτι ανάλογο και για την Ελλάδα;

Επειδή όπως σου είπα, πριν καταλήξω στο «Μικρό πόνι» διάβασα αρκετά έργα, κάποια απ’ αυτά βεβαίως ήταν και Ελληνικά. Δεν είναι ασφαλώς η ειδικότητά μου να κρίνω θεατρικά έργα, όμως αυτό που διαπίστωσα σαν απλός αναγνώστης, είναι ότι έχουμε κι εμείς αρκετούς ταλαντούχους συγγραφείς, και μάλιστα με πολύ ωραίες ιδέες. Αυτό όμως που βρήκα ως μεγάλη διαφορά σε σχέση π.χ. με τους Ισπανούς, είναι στην υλοποίηση αυτών των ιδεών. Ενώ ξεκινούν εντυπωσιακά καλά στην αρχή, στην πορεία, και ειδικά προς στο τέλος, «ξεφουσκώνουν». Η δραματουργική δομή τους εξασθενεί. Μοιάζουν σαν μην ολοκληρώνονται. Αυτό βέβαια ήταν η γενική μου εικόνα. Σαφώς υπάρχουν και εξαιρέσεις. Δεν είναι εύκολο πράγμα να γράψεις θέατρο. Γιατί εκτός απ’ τους νόμους της γραφής, υπάρχουν και οι νόμοι της σκηνής.

Τι θα ήθελες να μας πεις για τη μεταφράστρια του έργου Μαρία Χατζηεμμανουήλ και για τη συμβολή της στη διάδοση του σύγχρονου ισπανόφωνου και καταλανικού θεάτρου στη χώρα μας;

Τι να πω εγώ; Τα λέει όλα το μεταφραστικό της έργο. Αλλά και το πάθος που μιλά για τους Ισπανούς και Ισπανόφωνους συγγραφείς. Να όταν μιλάμε π.χ. πάντα με ρωτάει «Το διάβασες αυτό; Είναι πολύ καλό. Α, θα στο στείλω!». Δεν σταματάει ποτέ. Αλλά έχει πρόσφορο έδαφος η αλήθεια είναι. Όσο θα υπάρχει πλούσια δραματουργία τόσο πιο πολύ θα «τρέχει» και η Μαρία.

 

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου, το βασικό στοιχείο που χρειάζεται ο ηθοποιός για να παίξει;

* Την αληθινή χαρά του παιχνιδιού. Σαν μικρό παιδί.

Ποιο νομίζεις πως είναι το πιο σημαντικό πράγμα που το θέατρο φέρνει στην επιφάνεια;

Την ευκαιρία να βγεις απ’ το θέατρο καλύτερος άνθρωπος απ’ ότι όταν μπήκες.

Πώς νιώθεις που νέοι άνθρωποι σήμερα στην κοινωνία μας δεν μπορούν να βρουν την ευκαιρία τους;

* Νιώθω πως ακριβώς επειδή είναι νέοι, θα παλέψουν για να τη βρουν. Όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργα. Και μέσα απ’ τη δουλειά, έρχομαι διαρκώς σ’ επαφή με νέους ανθρώπους και πιστεύω σ’ αυτούς πολύ, γιατί αυτοί είναι έτσι κι αλλιώς το μέλλον. Εύχομαι μόνο να πλανηθούν λιγότερο από μας. Είναι αρκετά έξυπνοι για να το πετύχουν. Χρειάζεται όμως να το πιστέψουν.

Από την άλλη πώς αισθάνεσαι που ωριμότεροι και πιο ηλικιωμένοι άνθρωποι βιώνουν μια καθημερινή ανασφάλεια, που είναι πέραν του φυσιολογικού και δεν μπορούν να δρέψουν τους καρπούς των κόπων μιας ζωής;

* Η πιο δύσκολη ερώτησή σου. Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο που δούλευε τόσα χρόνια για να δρέψει αργότερα τους κόπους μιας ζωής όπως λες. Και που τώρα καταλαβαίνει πως όλο αυτό καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Αισθάνομαι άσχημα δεν σου κρύβω. Είναι άδικο και ανέντιμο. Από την άλλη για μένα που δεν ανήκω ακόμη στην κατηγορία αυτή, είναι και μια ευκαιρία, έστω και τώρα, να δω τι πραγματικά, μπορώ να έχω ως κέρδος ζωής. Ένα κέρδος που να μην μπορεί να μου το πάρει κανείς, ούτε να το γκρεμίσει. Να είναι δηλαδή κάτι που να μην εξαρτάται από τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές τους. Ίσως έτσι αποκτήσουμε και καλύτερους κυβερνήτες. Ποτέ δεν ξέρεις.

Θεωρείς πως τώρα, στους δύσκολους καιρούς μας, περισσότεροι ή λιγότεροι άνθρωποι από πριν στρέφονται στην τέχνη;

* Η τέχνη, όπως φαίνεται από την Ιστορία, αποτελεί πάντα μια έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου. Το πιο ωραίο είναι η ζωή σου να είναι έτσι φτιαγμένη, που να την εμπεριέχει. Αυτό όμως είναι πολύ δύσκολο να συμβεί για όλους. Κι επειδή η τέχνη ασχολείται με το ωραίο και το υψηλό, είναι φυσικό όταν ευημερούμε ψεύτικα, να την παραμερίζουμε λίγο, κι όταν έχουμε περιόδους κρίσης ή περιόδους καταστροφικές για τον άνθρωπο, να την αναζητούμε όπως την όαση στην έρημο.

Αν είχες ένα μαγικό ραβδί, ποιο θα ήταν το πρώτο που θα έκανες;

* Να υπάρχει μόνο αγάπη στις καρδιές των ανθρώπων. Τι άλλο; Όλα τ’ άλλα διορθώνονται όταν αυτή κυριαρχεί.

Τι θέα θα ήθελες να δεις το πρωί, μόλις ανοίξεις το παράθυρό σου;

* Την ηλιόλουστη Ακρόπολη και πιο πέρα τη θάλασσα του Σαρωνικού να απλώνεται μέχρι εκεί που φθάνει το μάτι σου.

Τι σου άφησε το καλοκαίρι;

Την πνευματική και σωματική ξεκούραση που χρειάζομαι τόσο πολύ για να συνεχίσω.

* Φωτογραφίες: catisart.gr

Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης

*  Το «Μικρό Πόνι» είναι αφιερωμένο από τον ίδιο στη μνήμη δύο παιδιών, του Μάικλ Μορόνες και του Γκρέισον Μπρους, τα οποία το 2014 υπήρξαν τραγικά θύματα κακοποίησης.

 

Ταυτότητα παράστασης

 

Τ Ο   Μ Ι Κ Ρ Ο   Π Ο Ν Ι    

του Πάκο Μπεθέρα

Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κάτω Χώρος

Από 13.10.2017 μέχρι 07.01.2018

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη

Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνα Κρίγκου

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα

Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Μίχα

Παίζουν οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή

  • Από 13.10.2017 μέχρι 07.01.2018

ΗΜΕΡΕΣ / ΩΡΕΣ

Παρασκευή 21:15

Σάββατο 21:15

Κυριακή 19:00

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή

Κανονικό 13€

Φοιτητικό 10€

Ανέργων 8€

Σάββατο-Κυριακή

Κανονικό 14€

Φοιτητικό / Ανέργων 12€

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80 λεπτά

info@nkt.gr

www.nkt.gr

www.facebook.com/theatroneoukosmou

  • Διαβάστε ακόμα: 

Μικρό πόνι – Πάκο Μπεθέρα

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Ρηνιώ Κυριαζή

 

 

eirini aivaliwtouΚωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Το Μικρό Πόνι αφορά επί της ουσίας όλους μας»
Περισσότερα

Έλενα Μεγγρέλη: Όλα ξεκίνησαν από ένα ζευγάρι ξυλοπόδαρα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Δύσκολα συναντάει κανείς στο θέατρο σήμερα ένα τόσο γλυκό πλάσμα. Η γλυκύτητά της είναι φλογερή, θερμή, μυστηριώδης. Δεν είναι όμως μόνο γλυκιά η Έλενα Μεγγρέλη αλλά και μια θαυμαστή ηθοποιός και ευσυνείδητη επαγγελματίας. Το χειμώνα την είδαμε στο πλάι της Σοφίας Φιλιππίδου στο «Καθώς ψυχορραγώ» του Ουίλιαμ Φώκνερ (Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής», σκηνοθεσία Σοφίας Φιλιππίδου). Ήταν η μονάκριβη κόρη του σπιτιού, επηρεασμένη πολύ από τη μάνα της, διστακτική, ρομαντική και ανασφαλής, εύστοργη και τρυφερή. Στο ρόλο της αυτό έδειξε την έμφυτη ευαισθησία της, την εσωτερική της ευγένεια, τη σκηνική της γοητεία, την αισθαντική της αβρότητα. Η ερμηνεία της συμπύκνωνε τα πάντα – τη γαλήνη, τη συγκίνηση, το πάθος, τη δημιουργικότητα – σε σκηνές απόλυτης ειλικρίνειας και πληρότητας.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιογραφικό της. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου (2006), κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Υποκριτική από το Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. (2009) και πτυχιούχος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών (2012). Έχει παρακολουθήσει μαθήματα ακροβατικών με τους Χριστίνα Σουγιουλτζή και Camillo Bentancor, σεμινάρια κίνησης με τους Hannes Langolf και Jozef Frucek και σεμινάριο με θέμα την τέχνη του κλόουν με τον Koldo Vío. Έχει συμμετάσχει με την ομάδα «Le Cirque Petit» σε παραστάσεις θεάτρου δρόμου στην Ελλάδα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Έδεσσα, Δράμα, Κιλκίς, Καβάλα, Σέρρες, Λάρισα) και την Ευρώπη (Ρώμη, Μιλάνο, Τορίνο, Μπολόνια, Γενεύη, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Άμστερνταμ, Βαρκελώνη, Μαδρίτη, Κέτσκεμετ) σε πλατείες, φεστιβάλ, σχολεία, καλλιτεχνικά εργαστήρια, παιδικές βιβλιοθήκες και στα νοσοκομεία Ιπποκράτειο και ΑΧΕΠΑ (σε συνεργασία με το Σύλλογο Γονέων Παιδιών με Κακοήθη Νοσήματα Βόρειας Ελλάδας «Η Λάμψη»). Στο θέατρο συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στις παραστάσεις «Μέδουσα: Σχέδια και αυτοσχεδιασμοί για σχεδίες και ναυάγια» (σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου) και στο θεατρικό δρώμενο «Εισαγωγή στην πόλη» (σκηνοθεσία Μαρίας Μπαρμπατσάλου). Στον κινηματογράφο έλαβε μέρος στην αναβίωση της κωμωδίας του Δημήτρη Ψαθά «Ζητείται ψεύτης» (σκηνοθεσία Ιεροκλή Μιχαηλίδη), στη σάτιρα «Ένας Ήρωας… στη Ρώμη» (σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου), ενώ πρωταγωνίστησε στη μικρού μήκους ταινία του Siamak Etemadi, «Cavod’ Oro», που προβλήθηκε στο Locarno International Film Festival. Έχει διδάξει θεατρικό παιχνίδι σε δημοτικά σχολεία και στην Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων «Άρσις».

Πριν τελειώσει ακόμη το σχολείο με φίλους της είχαν σχηματίσει μια καλλιτεχνική ομάδα με την οποία έδιναν αυτοσχέδιες παραστάσεις στους δρόμους της Αθήνας. Όλοι τους αυτοδίδακτοι αλλά πολύ επίμονοι, τόσο επίμονοι που γρήγορα βρέθηκαν να κλείνουν δουλειές.

Η πρώτη δουλειά της Έλενας Μεγγρέλη ήταν στο Τρένο στο Ρουφ, όπου η Τατιάνα Λύγαρη την επέλεξε για να υποδυθεί την Κοντορεβυθούλα στην ομώνυμη παιδική παράσταση. Αργότερα συνεργάστηκε ξανά με το Τρένο στο Ρουφ, στο έργο «Τα παιδιά που έβλεπαν τα τρένα να πετούν». Το συγκινητικό, όμως, συνέβη όταν η οικογένειά της την είδε στον Χορό της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου «Ιππόλυτος» με τη Λυδία Κονιόρδου στην Επίδαυρο. Μέσω ακρόασης πήρε τον ρόλο και είναι πραγματικά υπερήφανη γι’ αυτό. Όπως μέσω ακρόασης τής άνοιξαν και οι τηλεοπτικές πόρτες, με αφορμή την κωμική σειρά του ΑΝΤ1 «Καλές δουλειές» του Πέτρου Φιλιππίδη. Μια σημαντική ευκαιρία ήρθε κατόπιν, με τις τηλεοπτικές «Ηρωίδες» του Στέφανου Μπλάτσου, που υπήρξαν ξεχωριστά δημοφιλείς.

Γήινη και ταυτόχρονα διάφανη, συγκροτημένη, προσεκτική και την ίδια στιγμή εύθραυστη, ίσως γιατί αποστρέφεται την κοινοτοπία όσο και την ουτοπία, κατοικεί σε έναν κόσμο παρόντα, ανοικτό και γι’ αυτό ευάλωτο, κατοικημένο από σκέψεις, λέξεις και συναισθήματα. Είναι φυσικά πανέμορφη, με μια ομορφιά καθησυχαστική και παραμυθένια. Όμως η συνολική παρουσία της ενσαρκώνει περισσότερο ένα πρότυπο σύγχρονης γυναίκας, περίπλοκης, δυναμικής και ανεξάρτητης και αποπνέει μια αίσθηση ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Μια φινέτσα και μια κομψότητα που παραπέμπει στις «ήρεμες εκρήξεις», τις αισθητικές κινηματογραφικές αναζητήσεις και τις νεορεαλιστικές φόρμες του κινήματος της Nouvelle Vague.

Πέρα από το πλούσιο και πολύμορφο ταλέντο της, η Έλενα εκπλήττει με τη σοβαρότητα και τη σωφροσύνη της. Οι απόψεις της είναι ώριμες και κατασταλαγμένες. «Δεν ονειρεύομαι ρόλους, ονειρεύομαι κάθε φορά τον ρόλο που μου δίνεται», λέει στο catisart στη συνέντευξη που μας παραχώρησε. Μιλά ακόμα, με πολλή σκέψη και μια αυθεντική νεανική σοφία, θα έλεγα, για τη ζωή και την κοινωνία σήμερα, για το θέατρο και για ένα ζευγάρι ξυλοπόδαρα που κάποτε της έκαναν δώρο κι από κει ξεκίνησαν όλα. Για την ανακάλυψη και την έκθεση, για τους «θησαυρούς» που έχει αποκομίσει από τη μέχρι τώρα σταδιοδρομία της, για την ιδιότυπη οικογένεια Μπράντρεν, για τον ενθουσιασμό που δεν την εγκαταλείπει ποτέ, για τους… συγκατοίκους της αλλά και για τη «βασίλισσα της καρδιάς» της, τη γάτα της. Απολαύστε την.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

* Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι εντονότερα να περνώ χρόνο με τον μικρό μου αδερφό παίζοντας, διαβάζοντας ή απλώς συνυπάρχοντας στον ίδιο χώρο με μια αίσθηση ευτυχίας και συντροφικότητας.

Πώς συνέβη και μπήκαν η υποκριτική και το θέατρο στη ζωή σου;

* Στην εφηβεία μου γνώρισα και συναναστράφηκα με μια ομάδα θεάτρου δρόμου. Όλα ξεκίνησαν όταν ένας φίλος μου έφτιαξε για δώρο ένα δικό μου ζευγάρι ξυλοπόδαρα. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η περιπέτεια της ανακάλυψης και της έκθεσης.

Ποιοι από τους καθηγητές σου άφησαν τη σφραγίδα της διδασκαλίας τους στον τρόπο υποκριτικής σου και σε βοήθησαν συνολικά;

* Ευγνωμονώ όλους τους καθηγητές που συνάντησα και συναντώ και μοιράζονται μαζί μου την τεχνική τους και την εμπειρία τους. Μπορώ να πω ότι από όλους τους δασκάλους μου αποκόμισα κάτι χρήσιμο και χρησιμοποιήσιμο και συχνά καταφεύγω στα εργαλεία που μου χάρισαν.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

 

Έχεις ασχοληθεί και με το θέατρο για παιδιά, τι αγαπάς στο είδος αυτό;

* Στο είδος αυτό αγαπώ περισσότερο τη συναναστροφή με τα ίδια τα παιδιά ως κοινό. Το πώς αντιδρούν ή παρεμβαίνουν, το πώς μπαίνουν και συμμετέχουν στο δρώμενο της παράστασης και κυρίως το πόσο ανεπηρέαστο και αυθεντικό κοινό είναι.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου παραμύθι;

«Καθώς Ψυχορραγώ» (πρόβα). Φωτογραφία: Κυριακή Μαυρογεώργη

* Αγαπώ πολλά παραμύθια και έχω αρκετά που ξεχωρίζω ως αγαπημένα αλλά τελευταία ξαναδιάβασα το «Αηδόνι» του Χανς Κρίστιαν Αντέρσεν σε μια παλιά έκδοση των εκδόσεων Άμμος και για κάποιο λόγο μου στριφογυρίζει συνέχεια στο μυαλό.

Τι σχέση έχει η κοινωνιολογία που -μεταξύ άλλων- σπούδασες, με το θέατρο;

* Η κοινωνιολογία είναι μια πολύ ευρεία επιστήμη που σχετίζεται με όλες τις εκφάνσεις της κοινωνίας επομένως και με το θέατρο. Εκτός του ότι η κοινωνιολογία του θεάματος είναι ένα πεδίο κοινωνικής έρευνας από μόνο του, ένας κοινωνιολόγος ψάχνει την ειδική αλλά και γενικότερη εικόνα ενός φαινομένου και πώς αυτό επηρεάζει και επηρεάζεται. Αυτή η λειτουργία είναι για μένα ένας τρόπος σκέψης που ξανασυνάντησα στο θέατρο είτε ψάχνοντας τις κοινωνικές συνθήκες ενός έργου, είτε τις ψυχολογικές αποχρώσεις μιας κοινωνικής σχέσης σε ένα έργο είτε παρατηρώντας το κοινό μιας παράστασης. Όταν σκέφτεσαι σαν κοινωνιολόγος όλα είναι πιθανά δεδομένα σχετισμών ανάλογα με το πεδίο που εφάπτονται.

Έχεις συμμετάσχει με την ομάδα «Le Cirque Petit» σε παραστάσεις θεάτρου δρόμου στην Ελλάδα και την Ευρώπη, σε πλατείες, φεστιβάλ, σχολεία, καλλιτεχνικά εργαστήρια, παιδικές βιβλιοθήκες και στα νοσοκομεία Ιπποκράτειο και ΑΧΕΠΑ. Πώς θα χαρακτήριζες αυτή την εμπειρία και τι έχεις αποκομίσει, ως άνθρωπος και καλλιτέχνις, από αυτή σου τη δραστηριότητα;

* Οι παραστάσεις με το Cirque Petit είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου. Οι αναμνήσεις από αυτήν περίοδο είναι ένα κομμάτι του προσωπικού μου θησαυρού. Αποκόμισα υπέροχες εμπειρίες: περιπέτειες που δοκίμασαν τα όρια της σωματικής μου αντοχής, παραστάσεις γεμάτες ενθουσιασμό και αδρεναλίνη, ταξίδια στο εσωτερικό και εξωτερικό, γνωριμίες με ανθρώπους που κάποιοι έγιναν φίλοι και πολλή αγάπη από τους ανθρώπους που έβλεπαν τις παραστάσεις.

Υπήρξαν προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, που δημιουργήθηκαν σε αυτές τις περιοδείες;

* Επειδή ήμασταν μικρή μονάδα όλα τα προβλήματα ήταν εν δυνάμει περιπέτειες και έτσι αντιμετωπίζονταν. Όταν τα θεμέλια είναι γερά όλα μπορούν να κουνηθούν αλλά το σπίτι δεν πέφτει. Και εμείς ήμασταν ένα σπίτι που ταξίδευε.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

 

Καλλιτεχνικά τι σου πρόσφερε η συμμετοχή σου σε δημοφιλή καλλιτεχνική σειρά («Ηρωίδες»);

* Στις «Ηρωίδες» συνεργάστηκα με υπέροχους και δημιουργικούς ανθρώπους γεμάτους όρεξη για δουλειά και είμαι χαρούμενη που δουλεύοντας γίναμε οι περισσότεροι έως και σήμερα καλοί φίλοι.

Η πιο πρόσφατη παράσταση που σε είδα είναι το «Καθώς ψυχορραγώ» του Ουίλιαμ Φόκνερ στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής», σε σκηνοθεσία Σοφίας Φιλιππίδου, μαζί με την ίδια, τον Κώστα Βασαρδάνη, τον Μιχάλη Καλιότσο, τον Μορφέα Παπουτσάκη, τον Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και τον Μιχαήλ Ταμπακάκη. Τι έχεις να πεις γι’ αυτή την παράσταση, για τη συνεργασία με σημαντικούς συναδέλφους σου και τη σκηνοθεσία της Σοφίας Φιλιππίδου;

* Το «Καθώς Ψυχορραγώ» ήταν ένα αναπάντεχο πολλαπλό δώρο. Η Σοφία με εμπιστεύτηκε χωρίς να με ξέρει, καταπιαστήκαμε όλοι με πολύ μεράκι με ένα φοβερό κείμενο και οι συνάδελφοί μου και εγώ με την καθοδήγηση της Σοφίας γίναμε με τον καιρό η ιδιότυπη οικογένεια Μπράντρεν. Η συνεργασία μας και η συνύπαρξή μας ήταν κάτι τόσο μαγικά άπιαστο που δεν εξηγείται προς τα έξω αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί χωρίς το γενναιόδωρο, ολοκληρωτικό δόσιμο της Σοφίας σ’ αυτήν την παράσταση.

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου, το βασικό στοιχείο που χρειάζεται ο ηθοποιός για να παίξει;

* Νομίζω πως το βασικό στοιχείο που χρειάζεται ένας ηθοποιός για να παίξει είναι ένας παρτενέρ είτε ως ηθοποιός είτε ως κοινό. Φαντάζομαι ότι κάποιος μπορεί να παίξει και μόνος του αλλά υποψιάζομαι ότι έχει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον το ομαδικό παιχνίδι.

Τι σημαίνει για σένα σεβασμός προς το κοινό;

* Σεβασμός προς το κοινό για μένα σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως δεν είναι -ειδικά πλέον- αυτονόητο το γεγονός ότι κάποιος εξοικονομεί χρόνο και χρήματα για να δει μια παράσταση.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

 

Πώς νιώθεις που νέοι άνθρωποι σήμερα στην κοινωνία μας δεν μπορούν να βρουν την ευκαιρία τους;

* Είναι άδικο, λυπηρό, άξιο θυμού και κοινωνικού αναστοχασμού. Και είναι τροφή για σκέψη και πείσμα.

Από την άλλη πώς αισθάνεσαι που ωριμότεροι και πιο κουρασμένοι άνθρωποι βιώνουν μια καθημερινή ανασφάλεια, που είναι πέραν του φυσιολογικού και δεν μπορούν να δρέψουν τους καρπούς των κόπων μιας ζωής;

* Είναι η μεγαλύτερη αδικία και ασέβεια να μην αποδίδουν οι κόποι και οι συνεισφορές μιας ζωής και να μην εξασφαλίζεται η ποιότητα ζωής ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και θέσης.

Θεωρείς πως τώρα, στους δύσκολους καιρούς μας, περισσότεροι ή λιγότεροι άνθρωποι από πριν στρέφονται στην τέχνη;

* Θεωρώ πως πάντα οι άνθρωποι θα στρέφονται στην τέχνη, ανεξαρτήτως εποχής και ο καθένας για τους λόγους του.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

 

Ποιος είναι ο εχθρός της σκέψης, της ικανότητας για δημιουργία;

* Προσωπικά νομίζω ο φόβος. Ο φόβος απέναντι στο άγνωστο, ο φόβος της έκθεσης μοιάζει το μεγαλύτερο εμπόδιο που κάποιος πρέπει να ξεπεράσει για να συστηθεί με μια σκέψη ή μια δημιουργία.

Έχει σημασία να λειτουργούμε ομαδικά; Κυρίως στον καλλιτεχνικό χώρο;

* Είναι ένα ζήτημα τι σημαίνει ατομικό, ομαδικό και ποια τα όρια. Ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού χώρου ή όχι, πιστεύω πώς σίγουρα κερδίζουμε λειτουργώντας ομαδικά αλλά διατηρώντας πάντα τις μονάδες αυτούσιες. Μοιάζει πιο δύσκολο απ’ ό,τι ακούγεται  αρκεί όμως να παρακολουθήσει κανείς ένα επαγγελματικό ομαδικό αθλητικό αγώνισμα για να το δει στην πράξη.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το χρέος της γενιάς σου και ποια τα βασικά της εμπόδια;

* Η γενιά μου είναι μια γενιά με πολλά χρέη στην πλάτη της και εύχομαι να καταφέρουμε χρονικά να ξεχρεώσουμε. Αυτό μεταξύ άλλων είναι ένα από τα μεγάλα εμπόδια, τα χρέη είναι τόσα πολλά που θα τα προλάβουν μάλλον δυστυχώς και οι επόμενοι. Ίσως το χρέος μας να είναι αυτό, να είμαστε όσο μπορούμε πιο φροντιστικοί για τις επόμενες γενιές.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

 

Τι ρόλο παίζει η φαντασία στη ζωή σου και στην τέχνη σου;

* Η φαντασία είναι ένα μέρος όπου μπορώ να συνομιλώ με τον εαυτό μου ή με άλλους που μπαίνουν στην ίδια συνθήκη και νιώθω τυχερή που η δουλειά μου προϋποθέτει αυτή την παράξενη για αρκετούς λειτουργία.

Η ζωή του καλλιτέχνη έχει αγωνίες, έρευνα, απογοητεύσεις και συνεχές τρέξιμο. Πώς προσαρμόζεις την καθημερινότητά σου και πώς προετοιμάζεσαι ψυχολογικά για τυχόν αντιξοότητες;

* Ζω την κάθε μέρα όπως έρχεται και προσπαθώ κάθε μέρα όσο μπορώ για την επόμενη. Είναι αλήθεια πως η δουλειά του ηθοποιού είναι μια διαρκής διεκδίκηση σε πολλά επίπεδα και το κόστος στην ψυχολογία είναι αρκετές φορές δυσανάλογα μεγάλο.

Σε ποια θεατρικά έργα θα ήθελες να παίξεις και ποιους ρόλους να υποδυθείς; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

Δεν ονειρεύομαι ρόλους, ονειρεύομαι κάθε φορά τον ρόλο που μου δίνεται. Από συγγραφείς αγαπώ, μεταξύ άλλων, τον Ευριπίδη, τον Ντοστογιέφσκι, τον Καμί, τον Ζενέ και τη Λέσινγκ.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

 

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «φόβος» και «θυμός»;

* Συνδιαλέγομαι κάθε μέρα από τότε σχεδόν που θυμάμαι τον εαυτό μου με τις δυο αυτές λέξεις στο νόημά τους και στην εγγραφή τους πάνω μου. Η απουσία τους εν τούτοις σηματοδοτεί για μένα τον ορισμό της ευτυχίας μου.

Οι λέξεις «αγάπη» και «έρωτας»;

* Πιστεύω πως έχει τύχη αγαθή όποιος έχει βιώσει αυτές τις δύο λέξεις στην ανιδιοτελή τους μορφή.

Οι λέξεις «συγχώρεση» και «συγγνώμη».

* Είναι οι δύο λέξεις που αν χρησιμοποιούνταν περισσότερο η κοινωνία θα ήταν πιο δίκαιη και ανθρώπινη και τα θεατρικά και κινηματογραφικά έργα πιο φτωχά σε σασπένς.

Φωτογραφία: Αντιγόνη Κουράκου

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Αυτή την περίοδο διαβάζω και απολαμβάνω τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι.

Τι θέα θα ήθελες να δεις το πρωί, μόλις ανοίξεις το παράθυρό σου;

* Θα ήθελα να δω καταρράκτες να πέφτουν από ένα πυκνό δάσος γεμάτο τροπικά πουλιά και πεταλούδες. Εν τούτοις, βλέπω κάτι καλύτερο, τον γείτονά μου τον Μέμο που είμαστε καλοί φίλοι και η θέα του στο μπαλκόνι πάντα με κάνει να χαμογελώ. Μου είναι αρκετό που ξυπνάω και που βλέπω. Όλα τα άλλα είναι σχετικά.

Τι σου άφησε αυτό το καλοκαίρι;

* Αυτό το καλοκαίρι μου άφησε καινούργιους φίλους, πολλά γέλια, την προσμονή για το χειμώνα και τη λαχτάρα για το επόμενο. Και έναν καημό για περισσότερα μπάνια στη θάλασσα του χρόνου.

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Έχεις κατοικίδιο;

* Αγαπώ όλα τα ζώα και ιδιαίτερα τα αδέσποτα που έχουν το σθένος και το χαρακτήρα να επιβιώνουν. Συγκατοικώ με δύο χρυσόψαρα, μια γατούλα και το σκύλο του φίλου μου αλλά είναι κοινό μυστικό πως η γάτα μου είναι η βασίλισσα της καρδιάς μου.

 

Από την παράσταση «Η πανούκλα». Φωτογραφία: Κατερίνα Γιαννοπούλου

 

 

eirini aivaliwtouΈλενα Μεγγρέλη: Όλα ξεκίνησαν από ένα ζευγάρι ξυλοπόδαρα…
Περισσότερα

Ιωάννα Καπουρελάκου. Η Ελληνίδα πιανίστα που βρίσκεται στην 20άδα των jazz μουσικών του πλανήτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Το να βρεθεί μια Ελληνίδα πιανίστα της τζαζ δίπλα στις μεγάλες μπάντες της Νέας Υόρκης δεν είναι και τόσο εύκολο, ούτε και συνηθισμένο. Να όμως που η Ιωάννα Καπουρελάκου κατάφερε μόνο με το πιάνο της και με μία δική της σύνθεση να πάρει μέρος στον πρώτο διεθνή διαγωνισμό για μουσικούς της τζαζ στο Διαδίκτυο. Αρχικά οι κριτές την επέλεξαν ανάμεσα στα 70 best videos. Στη συνέχεια, στους ημιτελικούς, την πρώτη κιόλας μέρα, η βαθμολογία που της έδωσε η διεθνής επιτροπή, συν τις ψήφους του κοινού στο εξωτερικό, της εξασφάλισαν μια θέση στα 35 καλύτερα και όταν ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός η Ιωάννα, ολομόναχη, χωρίς πολυμελή ορχήστρα και εντυπωσιακά εφέ κατέκτησε περίοπτη θέση μέσα στην πρώτη 20άδα των best jazz videos.

 

Την Ιωάννα Καπουρελάκου, είχαμε την τύχη να απολαύσουμε στο 5ο Open September που έγινε στον Πολυχώρο Vault. Εκεί σε μια ιδιαίτερη βραδιά τζαζ πιάνου με έναν άκρως προσωπικό τρόπο ερμηνείας παρουσίασε τους… δασκάλους της, Bach, Beethoven, Liszt, Hindemith, Agostini, Gershwin, Oscar Peterson, Bill Evans, Ron Carter και άλλους σπουδαίους, ενώ παράλληλα μας διηγήθηκε επτά ιστορίες με τον δικό της παραμυθένιο τρόπο.

Πράγματι η Ιωάννα έχει μια ξεχωριστή συνταγή επικοινωνίας με το κοινό. Αυτό το διαπίστωσα μόλις έμαθα – με τον παρακάτω τρόπο – όλα όσα προετοίμαζε. Έλεγε λοιπόν:

«Διαβάσατε ποτέ σε δελτίο Τύπου πως… ο ατάλαντος, μετριότατος «Χ» καλλιτέχνης, την τάδε του μηνός, θα χτυπάει το πιάνο μέχρι να πάθουν τ’ αυτιά σας κι ενώ εσείς θα θέλετε να φύγετε, δεν θα υπάρχει διάλειμμα; Θα παίζει ακαταλαβίστικα πράγματα και ταυτόχρονα ενώ θα βαριέστε, θα νιώθετε και μία ντροπή που δεν καταλαβαίνετε από… τέχνη; Άρα; Δελτίο Τύπου: Άκυρο. Και επειδή όλοι με άριστα παμψηφεί τα πήραμε όοολα τα διπλώματα και μετά σπουδάσαμε στα πέρατα της γης, λέω πως ούτε συνέντευξη μετά βιογραφικού να δώσω. Μπορώ όμως να σας δώσω μια υπόσχεση: Εκείνο το βράδυ θα κρατώ στην αγκαλιά μου μια πολύχρωμη συλλογή, που θα μοιραστώ μαζί σας. Μία συλλογή από καρπούς και αρώματα που μάζεψα με κόπο και αγωνία, όλα αυτά τα χρόνια, μελετώντας τους θρύλους της Jazz και τις μεγάλες μορφές της κλασικής μουσικής. Θα σας διηγηθώ επτά σύντομες ιστορίες που αφορούν στις διασκευές μου. Παρέα με ένα «ιδιαίτερο» πιάνο, θα κάνω: ό,τι περνάει από τα χέρια μου».
***
Αυτά έγραφε η Ιωάννα στο δικής της «σύνθεσης» δελτίο Τύπου. Και μόνο το γεγονός ότι δεν ήθελε να δώσει συνέντευξη ήταν για μένα μια πρόκληση. Έτσι το ίδιο βράδυ, μετά την παράσταση, την ευχαρίστησα επειδή μας ταξίδεψε και με την ερμηνευτική της δεινότητα στο πιάνο και με τις παραμυθένιες αφηγήσεις της. Στη συνέχεια, της έδωσα 21 λέξεις – 21 ερωτήσεις. Μου μίλησε και off the record και on the record. Το σίγουρο είναι ότι με ταξίδεψε με έναν τρόπο μαγικό χαρίζοντας σε όλους μας ένα δώρο, που το φύλαξε για το τέλος της κουβέντας μας.

 

Adagio …Άνετα, αργά, ξεκίνημα

* Οι μνήμες, από την παιδική μου ηλικία, ξεκινούν εκείνον το Σεπτέμβρη. Τότε που βίωσα για πρώτη φορά, την έννοια της επιθυμίας και της διεκδίκησης και μάλιστα στο έπακρο.
[Αχ! Θα το σπάσουν, άδικα περιμένω τη σειρά μου, η μαμά της έρχεται να το πάρει. Θα το κρύψει στην ντουλάπα, δεν προλαβαίνω]
-«Σε παρακαλώ», ακούω τη φωνή μου να τονίζει ικετευτικά τις λέξεις.
-«Δωσ’ το μου λίγο να παίξω. Δεν θα το χτυπάω σαν τα άλλα παιδιά. Εγώ θα στο προσέχω».
-«Καλά παρ’ το» είπε αδιάφορα η επτάχρονη Ασπασία και άφησε στην αγκαλιά μου το δώρο των γενεθλίων της. Ένα πιανάκι. Δίπλα, στο ύψος των ματιών μου, μια ροτόντα. Εκεί το ακούμπησα, ανάμεσα σε δεκάδες γλυκά και ζαχαρωτά. Κι έτσι, στις μύτες των ποδιών μου, πλημμυρισμένη από το άρωμα της ζάχαρης, έπαιξα το πρώτο μου «τραγούδι». Όμως δεν υπήρξε χειροκρότημα στο μονοφωνικό μου debuto. Αντ’ αυτού ένα πολυφωνικό crescendo άρχισε να φτάνει από τη βεράντα. Η μία μετά την άλλη – με την ίδια ερώτηση και απάντηση – οι φωνές των μαμάδων, έπλεκαν μία fuga:
«Ποιο παιδάκι παίζει;»
-«Η Ιωάννα».
Μια fuga που με έφερε απέναντι στη δική μου μαμά, να δίνω εξηγήσεις για το πώς ξέρω να παίζω πιάνο. (Για μένα ήταν αυτονόητο να ξέρω τις νότες από την αδερφή μου, που έπαιζε κιθάρα). Αργότερα, στο δρόμο της επιστροφής, την κράτησα από το χέρι και τη ρώτησα:
-«Μαμά μπορείς να μου πάρεις κι εμένα ένα τέτοιο πιανάκι;».
-«Θα σου πάρω ένα αληθινό», απάντησε και τότε, στα γενέθλια της Ασπασίας γεννήθηκα κι εγώ.

 

Dolce …Κρεμ καραμελέ

-«Και πότε θα το πάρουμε το πιάνο;».
-«Πρέπει να βρούμε πρώτα μία δασκάλα…».
Και βέβαια τη βρήκαμε την επόμενη κιόλας μέρα. Τη διάλεξα, ανάμεσα σε τρεις. Η επιδερμίδα της κάτασπρη. Τα μάτια και τα μαλλιά της, τόσο μαύρα. Είναι η σωστή δασκάλα, σκέφτηκα. Ασπρόμαυρη, όπως τα πλήκτρα του πιάνου της, το πεντάγραμμο, η κιμωλία και ο πίνακας. Ασπρόμαυρη, όπως η γνώση. Ένα απόγευμα, γυρίζοντας από το σχολείο, η ασπρόμαυρη ζωή μου πήρε το χρώμα της σέπιας. Το άρωμα της ζάχαρης είχε επιστρέψει με τον ερχομό του πρώτου μου πιάνου. Δώρο από τη γιαγιά μου. Όπως και η κρέμα καραμελέ της. Έτσι και το δώρο της είχε τη μυρωδιά και το χρώμα της λιωμένης ζάχαρης (έδωσα αυτήν την εξήγηση μέχρι να μάθω για τον σφένδαμο ξύλο – κατασκευή μουσικών οργάνων, σιρόπι – ζαχαροπλαστική). Πλησίασα, μα δεν κατάφερα να παίξω τίποτα από αυτά που είχα στο μυαλό μου. Έσκυψα το κεφάλι μου απογοητευμένη και τότε μία από τις χρυσοκίτρινες μπούκλες μου, ακούμπησε το κιτρινισμένο ελεφαντόδοντο των πλήκτρων. Τι έκπληξη! είχε τα ίδια χρώματα με το mi το sol και το si. Τα άγγιξα ταυτόχρονα κι ο ήχος των μαλλιών μου γέμισε το δωμάτιο.

 

Appassionato …Πάθος για «έγχρωμη» εκπαίδευση

* Η πρώτη μου αγάπη ήταν η αριθμητική. Δίπλα σ’ αυτήν ακουμπούσε η μουσική, μάλλον γιατί η λογική της μίας, βοηθούσε να βάλω τάξη στα πρόωρα συναισθήματα που μου προκαλούσε η άλλη. Η ζωγραφική ήταν σε δικό της βάθρο, γιατί έδινε χρώμα στη ζωή μου, αφού η γνώση, για χρόνια ακόμη, θα ήταν ασπρόμαυρη. Στη Δ’ Δημοτικού ένας δάσκαλος έβαψε τις μέρες μου με το χρώμα του ουρανού. «Να έρθει η μουσικός μας να με βοηθήσει», είπε, κι όλα τα παιδιά με κοίταξαν. Άφησε ένα παράξενο κατασκεύασμα στα χέρια μου κι από το βλέμμα του κατάλαβα. «Αυτό είναι το μονόχορδο του Πυθαγόρα» συνέχισε και το ζωγράφισε στον πίνακα. Εξηγώντας μας με πάθος τα διαστήματα γέμιζε ταυτόχρονα την εικόνα με κλάσματα. Κι εγώ μαγεμένη βοηθός, πιέζοντας με τα δάχτυλά μου τη γαλάζια πετονιά του μονόχορδου, βίωνα τον ήχο της γνώσης, που άρχιζε να έχει χρώμα. Ο γαλάζιος δάσκαλος ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι έχω απόλυτο αυτί και με «έχρισε» επιμελητή των τρίχορδων της τάξης και «επίσημο» χορδιστή της κιθάρας του. Αργότερα υπήρξαν κι άλλοι εκπαιδευτικοί που πρόσθεσαν χρώματα στην παλέτα. Μεγαλώνοντας έμαθα, πως όταν η γνώση είναι ασπρόμαυρη, λέγεται στείρα. Παίρνει χρώμα, μόνο όταν την αναζητάς με πάθος κι όχι με πρέπει.

Beat …σε ρυθμό επιλογής

* Πρέπει να ήμουν γύρω στα οκτώ. Όπως κάθε απόγευμα, «χτένιζα» τα όνειρά μου, πάνω στα πλήκτρα του πιάνου μου. Αυτό το μοναδικό μείγμα αγωνίας και αγαλλίασης διατάραξε η έφηβη τότε (κιθαρίστα) αδερφή μου. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου κλαίγοντας.
[Η μαμά την είχε μαλώσει].
Ήταν κάτι σπάνιο στην οικογένειά μας κι έτσι θεωρώντας πολύ σημαντικό το «συμβάν», έσπευσα να την παρηγορήσω. Την αγκάλιασα και χαϊδεύοντάς την ταυτόχρονα στο πρόσωπο, της είπα με πίστη και βεβαιότητα:
«Μη στενοχωριέσαι, εμείς έχουμε οικογένεια. Έχουμε τον Bach (δείχνοντας το βιβλίο μου), έχουμε τον Beethoven» κι ενώ τέντωνα το χέρι μου ν’ αγγίξω την προτομή του, εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά. Ήταν εκείνη τώρα που με χάιδευε και αυτή τη φορά έκλαιγε πιο δυνατά. Ήταν εκείνη που μόλις είχε καταλάβει ότι η μοίρα μου είχε ήδη χαραχτεί.

 

Di molto …κάτι περισσότερο

* Κάθε χρόνο το γράμμα μου στον Άι Βασίλη, φαίνεται πως χανόταν στη διαδρομή. Φέτος όμως ήταν διαφορετικά. Δεν ήταν απλά μια επιθυμία. Έτσι όχι μόνο Του ξανάγραψα, αλλά προσευχήθηκα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και περίμενα…
«Του-ού τουτούτου του-τιού» ακούστηκε η γνωστή (ελαφρώς φάλτσα) καραμούζα του και βρέθηκα αστραπιαία κάτω από το δέντρο με κίνδυνο να τον συναντήσω. Ήταν τόσο βαρύ το δώρο μου, που μαζί με την ολόχρυση κασετίνα που προστάτευε τα 9 βινύλια, έδωσε στον Beethoven ένα επιπλέον κύρος κι ένιωσα μια δικαίωση που τον είχα ξεχωρίσει. Το δώρο μου ακουγόταν σε όλο το σπίτι κι εγώ κάθισα σε μια πολυθρόνα, κρατώντας το λεύκωμα που το συνόδευε. Το βλέμμα μου αιχμαλωτίστηκε από τη μορφή αυτού του αλλιώτικου Θεού. Ένιωσα φόβο και δέος. Ήταν παντοδύναμος καθώς έσκιζε με την αιχμηρή του τρίαινα τον ήχο, χώριζε και ένωνε την ορχήστρα. «Herbert von Karajan» ψέλλιζα ξανά και ξανά τις ώρες που ο αυστηρός Ποσειδώνας, μου δίδασκε την τελειότητα μέσα από την αρτιότητα της ορχήστρας του και χάραζε δρόμους στην ύπαρξή μου.
Έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση βοήθειας. Όποτε έβρισκα έναν «πολλά υποσχόμενο» δάσκαλο γεννιόμουν κι όταν με απογοήτευε, πέθαινα.
Όπως και στη θρησκεία έτσι και στη μουσική θα βρεις τυπολάτρες, ειδωλολάτρες, μάγους και εξορκιστές και όπου κι αν διαλέξεις να ανήκεις πάντα θα είσαι για κάποιους άλλους, αλλόθρησκος ή αιρετικός. Ποιον να πιστέψεις στην τρυφερή ηλικία των 13; Ένας από μηχανής θεός – με ειδική άδεια – με παίρνει μαζί του σε ένα συνέδριο θετικών επιστημών. Ο κύριος ομιλητής, ένας ταπεινός προσκυνητής. Με σαγηνεύει ο τρόπος που μιλά και σκέφτεται. Με λυτρώνει από ενοχές χρόνων. Δεν έχουν μόνο τα μαλλιά μου ήχο, ούτε το δώρο του Άγιου Βασίλη. Έχουν και τα μαθηματικά και τα κτήρια. Κι όταν στο τέλος της διάλεξης μεταξύ των ερωτήσεών του, μία έμεινε αναπάντητη, τόλμησα να σηκώσω το χέρι μου.
Μέχρι η μετάφραση να φτάσει στα ακουστικά όλων, είχε ζητήσει να με γνωρίσει. Έτσι βρέθηκα απέναντι στο τρυφερό βλέμμα του Ιάννη Ξενάκη και η γνωριμία μας, έδωσε φτερά στη σκέψη μου. Βέβαια, να μην ξεχνιόμαστε, για άλλη μια φορά βρέθηκα να δίνω εξηγήσεις στη μαμά μου.
Στο μεταξύ ο Glen Gould μέσα από τη δισκογραφία του γίνεται καθοδηγητής μου, προκειμένου να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις του αυστηρού ιδρύματος που σπουδάζω.

 

Piu …με κανόνες και οργάνωση

* Η τελειότητα του Ποσειδώνα μου, δεν υπήρχε γύρω μου κι έτσι αποφασίζω να μιμηθώ την πορεία του προσπαθώντας να γίνω καλύτερη σε όλους τους τομείς και να σπουδάσω ό,τι και ένας αληθινός μαέστρος. Δίνω ιδιαίτερη βάση στα θεωρητικά μαθήματα, χρησιμοποιώ ραπιντογράφους και γράφω καλλιγραφικά τις ασκήσεις μου. Οργανώνω τους κανόνες και τις γνώσεις μου σε χειρόγραφα βιβλία, αρχίζω να μελετώ γερμανικά και χάνομαι στη δανειστική βιβλιοθήκη και δισκοθήκη του Ινστιτούτου Γκαίτε.
Με έχει εντυπωσιάσει το κίνημα Bauhaus και κάθε Τετάρτη σε διαφορετική γκαλερί παρακολουθώ έναν εμπνευσμένο καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης να μιλά στους φοιτητές του σε ένα ανοιχτό μάθημα. Μελετάω παράλληλα κλασικά κρουστά κι εκεί γνωρίζω έναν άλλο κόσμο. Όλοι αρκετά μεγαλύτεροί μου κι οι περισσότεροι, οπαδοί της τζαζ. Είμαι δύσπιστη. Οι δικοί μου άγιοι είναι καθωσπρέπει Ευρωπαίοι, με φράκο ή σμόκιν.
Οι δικοί τους; Οι περισσότεροι έγχρωμοι, με ένα στυλ που το βρίσκω κακόγουστο, πίνουν όταν παίζουν και δεν κάνουν καν υπόκλιση.
Χριστέ μου, που έχω μπλέξει; (Ο κίνδυνος να γίνω ρατσιστής τυπολάτρης της κλασικής μουσικής και όχι αληθινός μουσικός ελλοχεύει).

 

Ευτυχώς μέσω ενός φίλου αρχίζω να μελετώ το orchestration του Agostini, νιώθω τεράστια υποχρέωση στους μουσικούς που μου προσφέρουν μυστικιστικές γνώσεις και χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι μπροστά στον μοναδικό Μανώλη Μικέλη. Τότε, πλημμύρισε τις μέρες μου αυτό που λέγεται ήθος και ευγένεια ψυχής. Το internet δεν είχε έρθει ακόμη στη ζωή μας. Αυτός ο υπέροχος πιανίστας και άνθρωπος με μύησε τόσο γλυκά στην ατμόσφαιρα των jazz club μιλώντας μου για τα χρόνια που έπαιζε στην Αμερική συνοδεύοντας τις θεές της vocal jazz και μου έδινε κάθε φορά αμέτρητους δίσκους. Τους έπαιρνα αμήχανη, όπως και την αμέτρητη φροντίδα από την Αμερικανίδα σύζυγό του, τις αμέτρητες ώρες του μαθήματος. Ella Fitzgerald, Billie Holiday, Dinah Washington, είναι οι θεές που κουβαλώ, μαζί με ένα τεράστιο αυτοενισχυόμενο drum machine, για να εξασκηθώ στη bossa nova και το swing. Επιστρέφοντας στο σπίτι βρίσκομαι όπως καταλαβαίνετε να δίνω εξηγήσεις και στον μπαμπά.
Σε έναν πολύ ήρεμο τόνο, με έντονο το άρωμα της απόγνωσης, τον άκουγα να λέει:

«Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Δεν φτάνουν τα ξενύχτια με την αρμονία, το ταμπούρο, το πιάνο, που έχεις αρρωστήσει; Αν θέλεις παιδί μου, να πάρεις ένα ράντζο και να κοιμάσαι στο Ωδείο, φαίνεται πως εσείς δεν χρειάζεστε σπίτια, ούτε οικογένεια».

Ο πατέρας μου ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ένα καλοκαίρι εκεί που όλοι «τεμπέλιαζαν» μου είπε ιδιαιτέρως:

«Αν θέλεις να γίνεις μουσικός πρέπει να ξυπνάς νωρίς και να κάθεσαι στο πιάνο σου. Να κάνεις ένα διάλειμμα για φαγητό και ξεκούραση και εκεί να συνεχίζεις, μέχρι να σε πάρει ο ύπνος».

Επειδή τον αγαπούσα πολύ, όσο δύσκολο κι αν μου ήταν, τον άκουσα κι έτσι πέρασα τα καλοκαίρια της εφηβείας μου. Όμως, γιατί τους χειμώνες είχαμε πρόβλημα;
-Μου πήρε χρόνια να καταλάβω, αλλά όχι να αποδεχτώ, το ότι οι γονείς, όπως ακριβώς και οι δάσκαλοι, ζητούν πάντα περισσότερα από αυτά που θέλουν, για να είναι σίγουροι ότι θα κάνεις τα απαραίτητα. Στην περίπτωση που κάνεις όλα όσα ζήτησαν, συνήθως τρομάζουν, νιώθουν απειλή και παίρνουν αποστάσεις.

 

Con fuoco …πρώτα βήματα

-«Να κάνεις κότσο τα μαλλιά σου».
-«Φόρεσε και τα γυαλιά σου να φαίνεσαι μεγαλύτερη».
-«Τι θα πούμε στους ανθρώπους όταν σε δουν;»
Οι γονείς μου σίγουρα υπερήφανοι, αλλά φανερά αναστατωμένοι, δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι κάποιοι άλλοι γονείς, θα έφερναν τα παιδιά τους, σε ένα άλλο παιδί, για να τα διδάξει. Γελούσα εκείνο το απόγευμα βλέποντας γύρω μου όλον αυτόν τον εκνευρισμό.
[Τα δύσκολα για μένα είχαν περάσει].

Όπως φοβόμουν να συναντήσω τον Άγιο Βασίλη, έτσι ένιωθα και για τον Karajan. Αυτό δε σημαίνει ότι κι ο δεύτερος, δεν μου έστειλε τα «δώρα» του. Η επιθυμία μου να τον «μιμηθώ» είχε φέρει την πρόοδο στη ζωή μου και οι δάσκαλοί μου, μου ζητούσαν να βοηθήσω τους πιο αδύναμους μαθητές. Οι πρώτοι μου μαθητές στο Ωδείο είχαν τα υπερδιπλάσια χρόνια από μένα και το άντεξα. Τώρα που οι μαθητές μου ήταν συνομήλικοι ή μικρότεροι; Γέμιζα χαρά. Όταν χτύπησε το κουδούνι πραγματικά πάγωσαν.

-«Συγχαρητήρια για το παιδί σας που σε αυτή την ηλικία έχει το θάρρος να διδάξει… είμαι εκπαιδευτικός». Μέχρι εκεί άκουσα. Δίδασκα στο μεγάλο σαλόνι και στο μικρό αμφότεροι οι γονείς έκαναν πάρτι. Συχνά πυκνά άνοιγα την ενδιάμεση πόρτα για να τους υπενθυμίσω να κάνουν ησυχία. Όπως καταλαβαίνετε, οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Ο Άγιος Βασίλης ο Δεύτερος, μου έστελνε συνεχώς δώρα. Η καλλιγραφία στη μουσική, μου έδωσε τη δουλειά του αντιγραφέα. Ένα βράδυ, η αθωότητα της ηλικίας με έκανε – χωρίς καν να το σκεφτώ – να τηλεφωνήσω στο συνθέτη και να του πω πως βρήκα κάποια λάθη στη μουσική του. Ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος και δέχτηκε τις παρατηρήσεις μου. Έτσι άρχισα να δουλεύω ταυτόχρονα και σαν διορθωτής. Εν τω μεταξύ στο Γκαίτε, η «συνέπειά» μου στη δανειστική δισκοθήκη, τράβηξε την προσοχή του διευθυντή σπουδών, που με τη γνωριμία μας, μου ζήτησε να δώσω το πρώτο μου επαγγελματικό ρεσιτάλ. Ταυτόχρονα στις εξετάσεις μουσικής δωματίου κερδίζω τη θέση correpetitor. Το θεωρώ τιμητική θέση, μια ευκαιρία να γίνω καλύτερη και δεν συνειδητοποιώ ότι ήταν επ’ αμοιβή.

Παίζω αμέτρητα έργα σαν συνοδός, σε έγχορδα και πνευστά, που βελτιώνουν την prima vista μου κι έτσι δουλεύω συχνά σε (studio) ηχογραφήσεις. Δεν έχω όμως το χρόνο που πρέπει να περνά ένας μουσικός με τον εαυτό του. Το κλίμα στην οικογένεια τεταμένο μεν, αλλά δεν πρέπει με τίποτα να επιστρέψουν οι ρόλοι στο κανονικό. Επομένως, αφού δεν δέχομαι «χαρτζιλίκι» πρέπει να μειώσω τα έξοδά μου και να βρω μια δουλειά. Η άγνοια κινδύνου (ή το θράσος της νεότητας) με οδηγεί σε ένα περιοδικό να ζητώ θέση μουσικοκριτικού. Τους αρέσει η γραφή μου κι έτσι, έχω προσκλήσεις για συναυλίες, πρόσβαση στη νέα δισκογραφία, χρόνο για μελέτη, αναγκαστική άδεια από τους γονείς να μείνω μόνη μου το καλοκαίρι στην πόλη «λόγω δουλειάς» και κάποια χρήματα. Ενώ οι γονείς διαβάζουν τα άρθρα μου από την εξοχή, παίρνω περισσότερες στήλες και αύξηση. Με τις ευλογίες όλων, φυσικά «αποθρασύνομαι». Τολμώ να μπω στα παρασκήνια και να ζητήσω από μεγάλες προσωπικότητες συνέντευξη. Γελούσαν με το νεαρό της ηλικίας μου και χαλάρωναν. Έβρισκα λοιπόν την ευκαιρία να τους ζητήσω να με ακούσουν. Δεν είχα αρκεστεί ποτέ στα πολύτιμα δωρεάν μαθήματα που μου προσέφεραν. Ζητούσα την επόμενη φορά που θα έρθουν να μου επιτρέψουν να δω την πρόβα τους. Έτσι έχτισα σχέσεις ζωής με αγίους και ταπεινούς προσκυνητές της μουσικής.

 

Con Calma …και σκοποβολή

* «Αριστερά κι εις τον πόδα του στόχου» φώναξε το γνώριμο παράγγελμα ο πατέρας μου από το απέναντι ύψωμα στην άκρη του οικοπέδου, κρατώντας στο ύψος των ματιών του, ένα μεταλλικό κουτί . Εγώ από τη βεράντα του σπιτιού φλέρταρα με τη σκανδάλη.
-«Τι κάνεις εκεί»; ακούστηκε η φωνή (σχεδόν κραυγή) της μαμάς. Κανονικά θα έπρεπε να έχω τρομάξει και να έχω ρίξει. Όμως ήμουν «σωστά εκπαιδευμένη» όπως έλεγε ο μπαμπάς και το απέδειξα, σηκώνοντας ήρεμα την κάνη προς τα πάνω. Την κοιτάζαμε κι οι δύο απορημένοι.
Εκείνη προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία της, συνέχισε προς τον πατέρα μου: «Καλά, αυτό είναι παιδί. Εσύ δεν έχεις μυαλό; μα να κρατάς το στόχο; πες μου, τι σκέφτηκες»;
«Μπίιπ μπι μπι μπιιιίπ», και το «θερμό επεισόδιο» διεκόπη από την απρόσμενη επίσκεψη ενός αγαπημένου μας ζευγαριού. Το βλέμμα της μαμάς έβγαζε ακόμη σπίθες. Έτσι ο μπαμπάς αποτραβήχτηκε σε μια συζήτηση με τον επισκέπτη μας (που εργαζόταν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και έφερνε – από τότε – δυσοίωνα νέα για την πορεία της χώρας μας). Η κοπέλα, Βελγίδα ούσα, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει κι έτσι την πήρα να πάμε μια βόλτα στο βουνό. Μεταξύ ολίγων Ελληνικών, Αγγλικών και Γαλλικών της εξηγούσα τι είχε συμβεί λίγο πριν. Της έλεγα πως χρόνια τώρα, τα καλοκαίρια κάνουμε προπόνηση στη σκοποβολή. Ότι είναι οι στιγμές που βλέπω τον πατέρα μου ήρεμο, βάζουμε όλο και πιο μακρινούς στόχους, μου δείχνει εμπιστοσύνη και οι παλμοί της καρδιάς μου πέφτουν, ελέγχω την αναπνοή μου, διώχνω όλες τις περιττές σκέψεις και συγκεντρώνομαι απόλυτα. Της εξηγούσα ότι αυτό το καταφέρνουμε εκείνες τις μαγικές ώρες που σταματά ο αέρας, δεν σε τυφλώνει ο ήλιος, αλλά έχει ακόμη αρκετό φως για να βλέπεις καθαρά και καθώς έψαχνα τη σωστή λέξη. «Entre chien et loup – κογιτσάκι γκλυκό» είπε συγκινημένη η 30χρονη Marie.

 

Για χρόνια στην πόλη, μάταια αναζητούσα αυτό το μαγικό timing του σούρουπου που με ηρεμούσε. Κι όταν ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή, αρκέστηκα εκείνες τις ώρες, στο να στοχεύω με νότες τα συναισθήματα.
Κάποιο βράδυ, επιστρέφω από μία σοβαρή επαγγελματική δοκιμασία. Είμαι πολύ ευχαριστημένη και το άγχος μηνών, έχει φύγει. Είναι περασμένες 4 και η γλυκιά κούραση, με κάνει να οδηγώ αργά, σ’ ένα προάστιο που κοιμάται. Στο βάθος τα φώτα της κεντρικής λεωφόρου μοιάζουν με γιρλάντες κι ανάμεσα στα δέντρα που χορεύουν το βαλς της απουσίας, τα φανάρια -μικροί πορτοκαλί ήλιοι που αναβοσβήνουν. Τσεκάρω τους καθρέφτες -δεν υπάρχει κανένα άλλο όχημα. Η πόλη κι εγώ. Η ησυχία ταξιδεύει στα κτήρια μαζί με το τέλειο φως. Στη σκέψη μου, στον απόηχο του swing εκείνης της βραδιάς, ξεκινά ένα τραγούδι που με συγκινεί:

«Τα ήσυχα βράδια, η Αθήνα θ’ ανάβει, σα μεγάλο καράβι που θα ‘σαι μέσα κι εσύ…και δε θα σου λείπω γιατί θα ‘ναι η ψυχή μου το τραγούδι της ερήμου που θα σ’ ακολουθεί».

-«Αριστερά και εις τον πόδα του στόχου», ακούω μια φωνή από το υποσυνείδητο.
-«Entre chien et loup κογιτσάκι»…

Αυτές τις ώρες διαλέγω από τότε για να ηρεμήσω. Οδηγώντας στο χρονικό μεταίχμιο μιας πόλης που σπανίως ησυχάζει, κοιτάζω «να περνά φωτισμένο της ζωής μου το τρένο». Αφήνομαι, γεμίζει η ψυχή μου από την όση αγάπη πήρα και έδωσα, ζυγίζω τις δυνάμεις μου, κάνω την αυτοκριτική μου, κοιτάζω με πιο καθαρή ματιά τους στόχους μου και μπορώ ξανά να ελπίζω…

Gloria …χειροκρότημα και Όσκαρ

* Όσο περισσότερο εμβαθύνω, πολύ φοβάμαι ότι για καιρό θα επιστρέφω ξανά και ξανά και θα προσκυνώ το ίδιο πρόσωπο.
Μπορεί η λίστα των αγίων μου να μεταβάλλεται, αλλά μάλλον αυτός θα είναι o παντοτινά «αθάνατος αγαπημένος» μου.
Του οφείλω πολλά γι’ αυτό η ψυχή μου πάντα θα χειροκροτεί με συγκίνηση, τον Oscar Peterson.

Risoluto …αποφασιστικά

* «Μην προσπαθείς, με έναν σουγιά, να κόψεις το δέντρο που σου κλείνει το δρόμο. Κάνε ένα βήμα πίσω. Κοίταξε γύρω σου, κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι για να πας εκεί που θέλεις. Μετά από χρόνια, όταν αποκτήσεις τα σωστά εργαλεία, μπορείς να επιστρέψεις και να το κόψεις, αν ακόμη σε αφορά, αν εξακολουθεί να είναι εμπόδιο».
Τότε, μου ήταν δύσκολο να καταλάβω το απόλυτο νόημα. Όμως δεν μπόρεσα να αγνοήσω την επίπληξη που έκρυβε η συμβουλή. Τώρα πια όταν αποφασίζω να κάνω οτιδήποτε, γνωρίζω ότι μπροστά μου θα υψωθούν δέντρα, θα κυλήσουν τεράστιοι βράχοι, θα ματώσω από αγκαθάκια που θεώρησα ακίνδυνα κι ότι ποτέ ο προορισμός όσο κι αν έχω προετοιμαστεί δεν θα έχει την κάτοψη που σχεδίασα. Ποτέ δεν θα μπορέσω να βγω ανέπαφη από τα «μυθικά τέρατα» που ονομάζονται κοινωνία, πολιτική, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, καταξίωση, καθωσπρεπισμός και σας αφήνω να συμπληρώσετε την ατελείωτη λίστα που μπλοκάρει την ψυχή μας και τα όνειρά μας. Όταν μαθητές, μου ζητούν εγγυήσεις (τη μυστική συνταγή, με τη μαγική αναλογία κόπου – θυσίας έναντι ανταμοιβής – επιτυχίας), τους υπενθυμίζω ότι όλοι είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό. Και όλοι, όσοι θαυμάζουμε. Και οι ήρωες και οι καλλιτέχνες και οι επιστήμονες και οι αθλητές. Όλοι πονάνε, όλοι κουράζονται, όλοι φοβούνται κι όλοι αναζητούν την ευτυχία και την ασφάλεια. Μα κάποιοι δεν εγκλωβίζονται σ’ αυτά και συνεχίζουν να βαδίζουν, πολεμώντας συνεχώς τους φόβους τους, με αντάλλαγμα τον προορισμό. Συχνά η νεότητα ή όλη η ζωή, σπαταλιέται φτιάχνοντας λίστες με επιθυμίες. Σχεδιάζοντας την «απόλυτη» διαδρομή. Προσπαθώντας από την εκκίνηση, να υπολογίσεις αν συμφέρει το πάρε-δώσε του κάθε ταξιδιού. Έτσι κι αλλιώς στον τερματισμό θα είσαι ένας άλλος. Άσκοπα θρηνείς εκ των προτέρων για το αν η κάτοψή σου θα έχει απόκλιση. Πολλές φορές θα είναι καλύτερη από αυτήν που ονειρεύτηκες ή πιο σοφή από αυτήν που σχεδίασες ως ανώριμος ταξιδιώτης.
Κάθε τερματισμός έχει αναπάντεχα δώρα. Σου τ’ αφήνουν φεύγοντας οι φόβοι. Αυτοί, ξέρουν τι θα σε κάνει ευτυχισμένο. Έζησαν τόσο καιρό μέσα στην ψυχή σου, στη σκέψη σου. Γιατί τα άφησαν; Ίσως για να γιατρέψεις τις πληγές σου.
Ίσως σαν αντάλλαγμα που τους φιλοξένησες ή σαν βραβείο, μπορεί και σαν Δούρειο Ίππο, για να επιστρέψουν με νέο πρόσωπο, στο επόμενό σου ταξίδι.
-«Πρόσεχε τι εύχεσαι» μου είχε πει ο ίδιος άνθρωπος.

 

Giusto …με αυτοκριτική

* «Η πιο βαριά αποσκευή σε ένα ταξίδι, είναι ένα άδειο πορτοφόλι» έγραφε το μικρό χαρτάκι που βρήκα στο μπισκότο της τύχης.
Και μια άδεια ψυχή; Ένα ανειλικρινές βιογραφικό; Ένα μεταπτυχιακό που δεν πιστεύεις, αλλά όλοι το κάνουν γιατί πρέπει.
Τώρα, οι συνάδελφοί μου θα χωριστούν σε κατηγορίες. Σ’ αυτούς που θα θυμώσουν, σε αυτούς που θα χαμογελάσουν, σε αυτούς που θα αναφωνήσουν «πες τα», σε αυτούς που θα νιώσουν λιγότερο μόνοι (κι ίσως πάρουν ξανά μια ξεχασμένη, βαθιά, διαφραγματική, λυτρωτική αναπνοή), και τέλος σε αυτούς που θα ξεκινήσουν την αυτοκριτική τους.

Το ότι επέλεξα την τζαζ για να συνεχίσω τα ταξίδια μου είναι γιατί θεωρώ ότι είναι ο ορισμός της αυτοκριτικής. Ξέρω ότι επικρατεί μια εσφαλμένη αντίληψη: «Στην τζαζ όλα επιτρέπονται». Η τζαζ είναι όπως η ζωή. Ναι, όλα επιτρέπονται, αρκεί να αντέχεις τις συνέπειες των πράξεών σου. Στην κλασική μουσική μαθαίνεις να έχεις κριτήριο, υπακοή, πειθαρχία και όλα όσα χρειάζεται κάποιος για να ξεκινήσει την ενήλικη ζωή του. Όμως δεν έχεις το δικαίωμα να αποκλίνεις από τις επιλογές των «σπουδαίων».

Στην τζαζ, αφού μελετήσεις το βίο μεγάλων ανδρών, αντέξεις τη μετάλλαξη που θα σου προκαλέσει η ποικίλη κουλτούρα τους, καλείσαι να αποδείξεις τι κατάλαβες.
Αν εκπαιδεύτηκες αρκετά, ώστε να βαδίσεις ελεύθερα με τις επιλογές σου. Δεν θα υπάρχει καμία Βουλή να αποφασίζει για σένα! Ως εκ τούτου όμως και κανένα κόμμα για να ελπίζεις ότι θα σου φτιάξει τη ζωή ή για να του ρίξεις τις ευθύνες των επιλογών σου. Υπάρχει εύκολος δρόμος. Να είσαι ψεύτης, αλλά κι αυτό, θέλει πολύ ταλέντο, για να πείσει. Υπάρχει και πιο εύκολος. Η «μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας». Βέβαια αυτός είναι ο ορισμός της τραγωδίας. Όσοι τον υιοθετούν είναι αυτοί που ποδοπατούν τα χάρτινα καραβάκια των παιδιών, από φόβο μήπως κάποτε διεκδικήσουν τη βάρκα που αυτοί δεν τόλμησαν να ονειρευτούν. Η ζωή είναι τέχνη και η τέχνη ζωή. Καλείσαι να φωτίσεις το δρόμο σου, με τη λάμψη της γνώσης που έλαβες και να φιλτράρεις με το χαρακτήρα σου, το άρωμα των εποχών που μελέτησες ή έζησες. Σε ένα τόσο αφηρημένο πείραμα, το μόνο όπλο για να βαδίσεις με ασφάλεια είναι «ένα δια βίου συμβόλαιο με την αυτοκριτική». Αυτό σε οδηγεί στην αυτοβελτίωση, στην αυτογνωσία κι αν σταθείς τυχερός κάποτε, στην αυτοεκτίμηση.

 

Παραλλαγή …και αλλαγή

* Ω! Ευκαιρία για λίγο χιούμορ. Κάποτε σε μια βόλτα με τη γιαγιά μου, μία κυρία μας σταμάτησε στο δρόμο λέγοντας: «Είναι πολύ μικρό το παιδάκι. Δεν είναι σωστό να του βάφετε τα μαλλιά».
-«Είναι το φυσικό του», είπε η γιαγιά γεμάτη περηφάνια αρχίζοντας να μιλά για τη μοναχοκόρη της.
-«Τότε να της πείτε να κάνει πολλά παιδιά, να πιάσουμε ράτσα»…
Ξαφνικά το πορτοκαλορόζ κοριτσάκι απέκτησε κατάμαυρα μαλλιά. Άλλες συζητήσεις. Στο σχολείο, μια μέρα οι συμμαθητές μου αντί να κοιτούν τον πίνακα κοίταζαν εμένα και γελούσαν.
Η καθηγήτρια των Λατινικών έλαβε το λόγο.
-«Ναι κυρία, είναι σαν τα δικά σας, αλλά της Ιωάννας είναι φυσικά».
Το φωτοστέφανο όπως το ονόμασαν τότε, μου στοίχισε μείον 2 βαθμούς εκείνο το τρίμηνο (μέχρι να ανακάμψει το πληγωμένο «ego» της κυρίας).
Έτσι αφού η εξωτερική μου εμφάνιση άλλαζε ανεξέλεγκτα (εν μια νυκτί) ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση, έμαθα να μην αναζητώ την επιφανειακή αλλαγή και να είμαι «τσακωμένη» με τα κομμωτήρια και τους καθρέφτες. Όμως οι ουσιαστικές αλλαγές είναι αυτό που γενικά επιδιώκω. Χωρίς την αλλαγή, δεν υπάρχει πρόοδος. Όταν κάποιος μου ζητά να τον διδάξω, το πρώτο πράγμα που τον ρωτάω είναι: «Είσαι διατεθειμένος ν’ αλλάξεις;».

Libretto …ώρα για γράψιμο

*Ο πατέρας μου, είχε ένα μοναδικό ταλέντο στο να διηγείται. Τον ζήλευα. Μέχρι που μετακόμισα ως φοιτήτρια σ’ εκείνο το παλιό αρχοντικό. Οι υπερήλικες απόγονοι του εφοπλιστή, εγκαταλείπουν το πατρικό και μαζί με τους γερασμένους υπηρέτες μεταφέρονται απέναντι, σ’ ένα σύγχρονο κτήριο με ασανσέρ. Το ενοίκιο χαμηλό, με τρεις όρους: Να είσαι καλλιτέχνης, να φροντίζεις το σπίτι και να το αγαπήσεις σαν δικό σου.
Αφού υπογράψαμε τα συμβόλαια, μου είπαν να κρατήσω ό,τι θέλω από τα πράγματα και τα υπόλοιπα θα τα δώριζαν σε ίδρυμα.
Μου έδωσαν τα κλειδιά και μαζί μία τελευταία οδηγία. Να μη φοβηθώ τα φαντάσματα.

-«Είναι καλότυχα, όπως και το σπίτι, θα δεις».
-«Τι να δω; Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».

Ανεβαίνοντας τη μεγάλη ξύλινη σκάλα άνοιξα το πρώτο δωμάτιο που ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Έτσι ήταν και τα περισσότερα από τα 9 δωμάτια του επάνω ορόφου. Είχαν πάρει τις βαλίτσες τους, λες και πήγαιναν ταξίδι κι είχαν αφήσει σε μένα, όλη τους τη ζωή. Σκαλιστά ελεφαντόδοντα, περίτεχνα ασημένια μπαστούνια, καπελιέρες, δερμάτινα μπαούλα και βαλιτσάκια με εργαλεία χαρακτικής, πένες, μελανοδοχεία, carnet επιταγών, Banque du Congo. Ξεφυλλίζοντας, διάβασα προορισμούς και ονόματα κι άρχισα να συνθέτω την ταυτότητα όσων έζησαν εκεί. Μου πήρε πάνω από έναν χρόνο να ανέβω τη μικρή σκάλα που οδηγούσε από την κουζίνα στη σοφίτα. Εκεί βρήκα τα κλειδιά της συνέχειας. Εκεί φυλασσόταν – από γενιά σε γενιά – όλη η αλληλογραφία αυτής της τεράστιας οικογένειας. Ερωτική, όταν οι άντρες σπούδαζαν στο Παρίσι. Δραματική, με γρήγορες αφιερώσεις και φωτογραφίες, όταν οι ίδιοι πήγαν στον πόλεμο, κινηματογραφική από σαφάρι, ενθουσιώδης από τις υπερατλαντικές κρουαζιέρες των ζευγαριών. Κάθε μήνα έπινα μαζί τους τσάι, βλέποντας τους απόγονους να σερβίρουν τους «εν αποστρατεία» υπηρέτες, που είχαν πλέον μια θέση στο σαλόνι. Οι ιστορίες τους γέμιζαν τα κενά της αλληλογραφίας και τοποθετούσαν τα πολύτιμα αντικείμενα στο χρόνο.
Πλούτιζαν και επισκεύαζαν την ψυχή μου καθώς ξεδίπλωναν το ιδιόμορφο γενεαλογικό τους δέντρο. Για πέντε χρόνια η ζωή μου, μοιραζόταν μεταξύ της πραγματικότητας κι αυτού του μαγικού χωροχρόνου.
Ήταν σαν τον ορισμό που δίνει ο Duke Ellington για την jazz:
«Ένα δέντρο με διαφορετικούς καρπούς και λουλούδια – μια συζήτηση που λες, λες, λες και δεν τελειώνει ποτέ».

 

***
Η συνέντευξη συνεχίζεται off the record
***
Poco …Κάτι λιγότερο;

* Αχ, τι να σας λέω τώρα …πάμε σε άλλη ερώτηση;

Spiritoso …Τι σε διασκεδάζει;

* Αυτό είναι από μόνο του μία συνέντευξη (γελώντας). Δεν είναι ακόμη η ώρα. Αν απαντήσω με δυο λόγια, δεν θα καταλάβει κανείς τίποτα και θα γίνω μια αντιπαθής βερμπαλίστρια.

Falsetto …Έκανες λανθασμένες επιλογές;

* Έχει απαντηθεί με «επιτυχία»: «Κι αν μας αντέξει …το σκοινί. Θα φανεί στο χειροκρότημα».

Ιντερμέτζο …Κάνεις διάλειμμα για ξεκούραση;

* Αντικειμενικά, υπάρχει γραμμή που θέτει τα όρια, μεταξύ τεμπελιάς και κούρασης; Ας μην το θίξουμε. Φοβάμαι ότι οι αναγνώστες θα κουραστούν.

 Και τώρα …on the record

* Άνοιξη: Συμπληρώνω 12 χρόνια, χωρίς διακοπές. Το 13 είναι γρουσουζιά, έτσι δεν λένε; Είναι λοιπόν η ώρα να μηδενίσω το κοντέρ. Εκτός από βαθιά επιθυμία, είναι πια θέμα υγείας το να βγω λίγο στο φως του ήλιου. Το υπόσχομαι στον εαυτό μου και κανονίζω και την παραμικρή λεπτομέρεια για την προσεχή συναυλία μου. Το καλοκαίρι δικό μου. Χτυπάει το τηλέφωνο: «Ιωάννα ακούσαμε ξανά τη δουλειά σου και νομίζουμε ότι το πιάνο στο χώρο δεν θα σε καλύψει στα ηχοχρώματα που αναζητάς». Χαμογελώ με ικανοποίηση. Όποιος με είπε ιδιότροπη, τώρα θα το πάρει πίσω (που ξόδεψα εβδομάδες μιλώντας με το χορηγό μου για ένα πιάνο-backup).
Στο μεταξύ η Ελλάδα ζει και πορεύεται με τις επιλογές της. Σχέδια υπάρχουν, όνειρα απειλούνται. Ποιος χορηγός;
Απτόητη εγώ. Αλλάζω πορεία πλεύσης. Ένας παλιός μαθητής μου με συγκινεί παραχωρώντας μου τη «δική του ουρά» που θα είναι πιο εύκολη στη μεταφορά. Οι μεταφορικές μασάνε τις υποσχέσεις τους γιατί δεν τους συμφέρει πια το τιμολόγιο που επιβάλλει με τους φόρους της η κυβέρνηση. Αποφασίζω να πάω κόντρα στη συνωμοσία του Σύμπαντος που διέψευδε τη φιλοσοφία του Coelio. Θα φτιάξω το πρώτο πτυσσόμενο πιάνο με ουρά και θα το μεταφέρω μόνη μου. Την απόφασή μου στηρίζουν «τρεις σωματοφύλακες» που θα έρθουν να βοηθήσουν με τα αυτοκίνητά τους. Το σαλόνι μου ένα απέραντο ξυλουργείο κι εγώ σαν τον ψυχοπαθή δολοφόνο με το πριόνι. Τα απογεύματα ο Άθως λυτρώνει τους βασανισμένους μου καρπούς βιδώνοντας τις ατελείωτες βίδες της κατασκευής. Κι εγώ πιο κει με τη σέγα, αρχίζω να δίνω σχήμα στα όνειρά μου. Τα βράδια που αδρανεί ο αφόρητος καύσωνας, λουστράρω με τον Άραμη τα ξύλα στη βεράντα και τα πρωινά παραλαμβάνω με τον Πόρθο ανταλλακτικά από κάθε μεριά της γης.
Έχω ξεχάσει και τον ήλιο και το φαγητό και τον ύπνο. Μαθαίνω ότι τις μέρες πριν από τη συναυλία, θα βρέχει. Άρα πρέπει όλα να γίνουν την ίδια μέρα. Να μεταφέρω, να συναρμολογήσω, να δοκιμάσω τον ήχο και να παίξω.
«Θα το κάνω» λέω και ξαφνικά, αρχίζω να βρίζω θεούς και δαίμονες. Τα τρία «αγόρια» με κοιτούν απορημένα.
«Δεν κυκλοφορούμε» φωνάζω, σηκώνοντας τα χέρια μου προς τον ουρανό. «Όλα πρέπει να γίνουν σε μισή ώρα. Κι αν έχει κίνηση;».

 

– Εκείνη τη μέρα πίνω ό,τι παυσίπονο υπάρχει κι η αλοιφή για φλεγμονές, μυϊκούς πόνους και κακώσεις των μαλακών μορίων γίνεται το συναυλιακό μου body lotion. Ξεκινώ να παίζω. Τα ταλαιπωρημένα χέρια μου είναι πιο σταθερά από ποτέ. Το κάτασπρο αδυνατισμένο σώμα μου, πρωτόγνωρα ελαστικό. «Υπάρχει Θεός», λέω μέσα μου.

Αφήνομαι στο ταξίδι του ήχου, που άθελά μου, μεταφέρει και την κρυμμένη μου αλήθεια. Από την αίθουσα ακούγεται το κλάμα κάποιου. Και κάποιου άλλου. Θυμώνω, πιστεύοντας πως οι τρεις σωματοφύλακες λύγισαν. Γιατί μου το κάνουν αυτό, σκέπτομαι. Δεν με βλέπουν που αντέχω; Ωραία, ας καθίσουμε όλοι μαζί να κλαίμε λέγοντας το γνωστό «στην Ελλάδα δεν γίνεται τίποτα». Ο θυμός μου μετατρέπεται σε ντροπή και θλίψη. «Κουράστηκαν μάλλον – τελικά γι’ αυτούς δεν άξιζε – πώς να σε καταλάβει ο κόσμος» υποθέτω μέσα μου, αλλά το δυνατό ασταμάτητο χειροκρότημα του finale με μπερδεύει.

Με πλησιάζει ένας κύριος. Λέγοντάς μου στα γρήγορα τις εντυπώσεις του, προσθέτει: «Συγγνώμη Ιωάννα μου που πρέπει να φύγω, θα τα πούμε στο face book». Η φυσιογνωμία του, η ευγένεια, η αμεσότητα και το καίριο σχόλιό του, φέρνουν στη μνήμη μου εκείνους τους υπέροχους δασκάλους από άλλες εποχές και διώχνουν όλη την κούραση.

Αναρωτιέμαι αν πρέπει να μετανιώσω για κάτι. Με πλησιάζουν μερικά νέα παιδιά. Ήταν «αυτά» τελικά, που έκλαιγαν. «Μας έδωσες κουράγιο να συνεχίσουμε, μας έπεισες ότι και στην Ελλάδα μπορούν να γίνουν πράγματα».
Τις επόμενες μέρες έκανα αλλαγές στο σπίτι για να χωρέσει το «καινούριο πιάνο». Έκανα αλλαγές στην ψυχή μου, για να χωρέσει ένας σπουδαίος άνθρωπος, ορόσημο τελικά στη ζωή μου. Δεν θα τον γνώριζα αν δεν είχα κάνει εκείνη τη συναυλία. Μετά από αυτά, όταν ακούω το διττό «αχ, σε ζηλεύω», ούτε θυμώνω, ούτε χαίρομαι. Το κρατώ ως δίδαγμα. Έτσι τις στιγμές που λυγίζω ή αμφιβάλω, ακούω μια φωνή: «αν δεν έχεις ζήλο για κάτι στη ζωή σου, έτσι εύκολα, ζηλεύεις τις ζωές των άλλων».

 

Αρμονία …και με τα κατοικίδια;

Σε ένα ταξίδι μου, ερωτεύτηκα ένα μπουκάλι. Δέσποζε στη βιτρίνα μιας Parfumerie. Φτιαγμένο από μαύρο κρύσταλλο. Το καπάκι ήταν μια επιβλητική μύτη που κούμπωνε πάνω στα τέλεια χείλη, που έγραφαν Dali. Υπερμέγεθες, για να φιλοξενεί άρωμα. Πληροφορήθηκα ότι ήταν συλλεκτικό, από την εποχή που ο ζωγράφος κυκλοφόρησε την ιδέα του. Πήγαινα κάθε μέρα και το θαύμαζα. Μάταια ήλπιζα ότι μπορεί να συγκινηθούν και να μου το πουλήσουν.
Εγκαταλείποντας απογοητευμένη την πόλη, διακρίνω τη φιγούρα του, να με περιμένει στη μέση του περιφερειακού δρόμου. Η επιθυμία μου, με έκανε να οραματίζομαι «λίμνες στην έρημο». Τα φρένα του αυτοκινήτου στρίγκλισαν και το αντικείμενο του πόθου μου, χάθηκε στον απότομο γκρεμό στο πλάι του δρόμου. Το θέλω, φώναξα αυθόρμητα κι ο σαστισμένος οδηγός χάθηκε προς την ίδια κατεύθυνση. Επιστρέφοντας ωσάν αυστριακός πρίγκιπας, άφησε στην αγκαλιά μου το πολύτιμο «Εντελβάις». Ένα σκυλάκι. Τον Dali μου. Έχοντας ήδη ένα λυκόσκυλο που λάτρευα, δεν είχα σκεφτεί ποτέ μια τέτοια εξέλιξη. Ο Dali ήταν το τέλειο πλάσμα. Δεν χρειάστηκε ποτέ λουράκι, ποτέ εκπαίδευση, ποτέ μάλωμα. Η «λούτρινη» γούνα του είχε τη μυρωδιά της ζάχαρης των παιδικών μου χρόνων. Μικροσκοπικός, με γενναία ψυχή. Πολύτιμος όπως εκείνο το άρωμα, με συντρόφεψε στα χρόνια της μεγάλης προσπάθειας. Άγρυπνος φρουρός, αφηνόταν σε λίγη ξεκούραση με έναν όρο: Να πατώ ταυτόχρονα με το pedal του πιάνου και την εντυπωσιακή βεντάλια που είχε για ουρά. Έτσι ήταν σίγουρος πως θα ήμασταν συνέχεια μαζί. Όταν η ζωή μου έμελλε ν’ αλλάξει, γεμίζοντας με υποχρεώσεις και ταξίδια, εκείνος το ένιωσε. Με «αποχαιρέτησε» απρόσμενα αθόρυβα. Σ’ ένα κουτί, που είχε το χρώμα του ουρανού, τον έθαψα ένα καλοκαίρι, σ’ εκείνη την εξοχή, που μικρή στόχευα τα όνειρά μου. Κάτω από το θλιμμένο βλέμμα του τρυφερού μας γάτου, το γερασμένο μου λυκόσκυλο, τον αποχαιρέτησε με ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, όπως του λύκου. Εκεί στη γραμμή του ορίζοντα που η Marie, μου είχε πει τη φράση «Εntre chien et loup». Εκεί, που τη στιγμή που δύει ο ήλιος, δεν ξεχωρίζεις τη φιγούρα «είναι ανάμεσα στο σκύλο και το λύκο».

Lacrimoso …Πότε δάκρυσες τελευταία φορά;

«If music be the food of love, play on…» έγραφε μια κάρτα που έλαβα πρόσφατα.
Σαν μωρό δεν έκλαψα. Δεν δούλεψαν οι δακρυγόνοι αδένες και οι γιατροί για το καλό μου έκαναν τα πάντα για να κλάψω. Τι με τρόμαζαν, τι με τσιμπούσαν, ίχνος από δάκρυα. Ήταν για να έχω άφθονα όταν θα γνώριζα τον πόνο και την αδικία που υπάρχει γύρω μας. Αποφάσισα όμως να παλέψω το κακό, αισιόδοξα. Δούλευα μόνο ως αποστολέας αγάπης κι έμαθα να νοιάζομαι για τους παραλήπτες της μουσικής μου. Δεν είχα προετοιμαστεί για την ημέρα που θα γινόμουν παραλήπτης τόσης αγάπης κι αποδοχής κι η ψυχή μου «πιάστηκε αδιάβαστη».

 

Η ζωή έδινε σήματα βέβαια κι έτσι έγραψα το «Snapshots of my soul». Μ’ αυτό το κομμάτι, έμελλε να με κατατάξουν στους 20 καλύτερους μουσικούς στον κόσμο – στον πρώτο παγκόσμιο διαδικτυακό διαγωνισμό για επαγγελματίες μουσικούς και τραγουδιστές της τζαζ. Ορθώς λοιπόν είχα κάνει οικονομία δακρύων. Ήταν κάτι σαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά στη μουσική. Μόνο που τα αθλήματα δεν διαχωρίζονταν. Όταν είδα τους «συναθλητές» μου πάγωσα. Μπάντες από τη Νέα Υόρκη, ορχήστρες από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ήδη επιτυχημένους τραγουδιστές. Πήρα τα ηρεμιστικά που είχα αρνηθεί όλη μου τη ζωή, σε εξετάσεις και συναυλίες. Τη νύχτα των ημιτελικών δεν άντεξα. Μπορούσαμε να παρακολουθούμε ζωντανά την εξέλιξη της ψηφοφορίας.

Πήρα ένα μήνυμα από ένα Πανεπιστήμιο τζαζ σπουδών: «Μπήκαμε για να υποστηρίξουμε την υποψηφιότητα της χώρας μας, αλλά δώσαμε το άριστα σ’ εσένα. Συγγνώμη, αλλά κατά τη γνώμη μας, ήσουν η καλύτερη». Και εδώ ήρθαν τόνοι τα χαρτομάντιλα.

Είδα να φιλοξενούν την προσπάθειά μου στη σελίδα «Great Greeks». Η εταιρεία Zoom UK έγινε επίσημος υποστηρικτής του ήχου μου, μέσω των προϊόντων της. Τα πιο ουσιαστικά δάκρυα βέβαια ήρθαν από την Ελλάδα. Το να σε στηρίζουν ξαφνικά τόσοι Έλληνες, με κάνει να αισιοδοξώ. Τόσο όμορφα μηνύματα, τείνω να πιστέψω πως ζούμε «στη χώρα των κρυμμένων ποιητών». Ε! και βέβαια το πόσο με συγκίνησαν οι μουσικοί και οι συνάδελφοί μου πιανίστες, που φέρθηκαν τόσο γενναιόδωρα. Ήταν εξαιρετικό σε μια χώρα γεμάτη «αγκάθια». Όμως, το ότι στο Διαδίκτυο, θα μείνει για πάντα η λέξη Greece, ανάμεσα σε υπέροχες μουσικές απ’ όλο τον κόσμο, είναι κάτι που θα με κάνει πάντα, να δακρύζω χαμογελώντας.

Ενορχήστρωση …σε επόμενα σχέδια

Στο μεταξύ οι «followers» των ιδεών μου και της μουσικής μου, μου έκαναν ένα δώρο. «Ρούχα στο στυλ σου, Ιωάννα», μου είπαν πονηρά. Το ύφασμα όμως μαρτυρούσε «επισημότητα». Τους ανταπέδωσα το βλέμμα.
-«Σε περιμένει κόσμος, τι θα γίνει»; φώναξαν.
Με αφορμή αυτή τη διάκριση, προέκυψαν πολλές ενδιαφέρουσες προτάσεις και έπρεπε να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Το να τολμήσω να δρομολογήσω την υλοποίηση κάποιων νέων πλάνων και ιδεών, δεν ήταν τόσο απλό. Είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν πίσω οι συναυλίες που είχα στο μυαλό μου. Τώρα σιγά σιγά θεωρώ πως θα ορίσω ημερομηνίες, σε κάποιους χώρους που ταιριάζουν σε μένα, τη μουσική μου και τους καλεσμένους μου. Όλα αυτά βέβαια εφόσον υπάρχει υγεία και προπάντων ειρήνη, μέσα και έξω απ’ την πατρίδα μας.

 

Φινάλε …με δυο λόγια ακόμα

Να σας ευχαριστήσω ολόψυχα που με «αναγκάσατε» να εξωτερικευτώ τόσο «εκτός σκηνής». Αυτή η αναπάντεχη ενδοσκόπηση σίγουρα θα παίξει το ρόλο της. Θα ήθελα να κλείσουμε με μια υπόκλιση προς τους αναγνώστες του catisart.gr που έφτασαν μέχρις εδώ. Και να μου επιτρέψετε να τους απευθυνθώ με ένα πιο άμεσο υστερόγραφο:

* Εύχομαι η «εξομολόγησή μου» να έγινε μια αφορμή να ταξιδέψετε με αισιοδοξία, στη ζωή σας και στα όνειρά σας. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν μου «χαρίσετε» μερικές σκέψεις σας, στη σελίδα μου στο facebook. @ioannakapourelakou Σας ευχαριστώ, Ιωάννα
-Κι εμείς σε ευχαριστούμε Ιωάννα γι’ αυτή την προφορική συναυλία αλλά και για το δώρο που μας έκανες και το οποίο το ακούμε αμέσως…

 

 

eirini aivaliwtouΙωάννα Καπουρελάκου. Η Ελληνίδα πιανίστα που βρίσκεται στην 20άδα των jazz μουσικών του πλανήτη
Περισσότερα

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Ο πολιτισμός έχει άμεση ανάγκη από τις χορηγίες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού τα σχήματα στο θέατρο και στον χορό που θα επιχορηγηθούν για τη χρονιά 2017 – 2018, ύστερα από διακοπή 7 χρόνων.
Αμέσως θυμήθηκα τη συνέντευξη που είχα κάνει στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη τον Απρίλιο του 2010, στη «Ναυτεμπορική». Ανάμεσα σε όσα μου είχε πει, το πιο σημαντικό ήταν το αίτημά της για συνέχιση του θεσμού των χορηγιών στον χώρο του πολιτισμού. Όταν μιλήσαμε δεν είχαμε μπει ακόμη στα μνημόνια, ούτε είχαν καταργηθεί οι επιχορηγήσεις των πολιτιστικών φορέων.

Αναζήτησα στο αρχείο μου εκείνη τη συνομιλία μας – επί τη ευκαιρία και της παράστασης των «Περσών» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, που παρουσιάζεται στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου σήμερα Παρασκευή 11 και το Σάββατο 12 Αυγούστου. Διαπίστωσα δε ότι διατηρεί την ίδια αμεσότητα, το ίδιο ενδιαφέρον και την ίδια φρεσκάδα με την πρώτη δημοσίευση, τη Δευτέρα 26 Απριλίου 2010. Το δε θέμα των χορηγιών εξακολουθεί να είναι το ίδιο φλέγον και σήμερα. Γι’ αυτό και χρησιμοποιώ τώρα στο catisart.gr τον ίδιο τίτλο εκείνης της συνέντευξης. Οι αλλαγές, από το πρώτο κείμενο, είναι ελάχιστες, αν όχι μηδενικές…

***

Για τη συνέντευξη, που θα διαβάσετε παρακάτω, είχα συναντηθεί με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη το απόγευμα της Κυριακής 18 Απριλίου 2010, στο αίθριο ενός μεγάλου κεντρικού ξενοδοχείου της Αθήνας.

Αρκεί να σας πω ότι μόλις έκανε την εμφάνισή της στην κεντρική είσοδο και άρχισε να προχωράει στον κεντρικό χώρο υποδοχής, όλοι σταμάτησαν κάθε τι που έκαναν και άρχισαν μόνο να την παρακολουθούν. Το σκηνικό θύμιζε ταινία του ιταλικού νεορεαλισμού. Τη συνόδευσα στο χώρο που θα καθόμαστε. Κάναμε τους απαραίτητους προλόγους. Άνοιξα το μαγνητόφωνο, πάτησα το rec, άναψε το κόκκινο φωτάκι, και αρχίσαμε τη συζήτηση. Πριν απαντήσει στην πρώτη ερώτηση, μου ζήτησε συγγνώμη, σηκώθηκε και έβγαλε το μαντό που φορούσε. Ένα μαντό σε χρώμα ραφ.

Μόνο οι κινήσεις της – την ώρα που το έβγαζε, την ώρα που το τακτοποιούσε, την ώρα που το εναπόθεσε σε μια πολυθρόνα και την ώρα που κάθισε πάλι μπροστά στο μαγνητόφωνο – ήταν αρκετές ώστε να εμπνεύσουν ένα μεγάλο ζωγράφο για να δημιουργήσει ένα διαχρονικό έργο. Ο Γκούσταβ Κλιμτ, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Λεονάρδος ντα Βίντσι, ο Αύγουστος Ρενουάρ, ο Κλοντ Μονέ αλλά και οι δικοί μας Λύτρας, Ιακωβίδης, Μόραλης, Τσαρούχης, Παρθένης, Γουναρόπουλος, θα παρακαλούσαν να βρίσκονταν στη θέση μου…

Αλλά εγώ; Μόνο με το μαγνητόφωνο και τις ερωτήσεις.
Τον χρωστήρα και τα χρώματα τα είχε στα χέρια της η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη που έφτιαξε την αυτοπροσωπογραφία της χαρίζοντάς μας ένα κινηματογραφικό ταξίδι με χρώματα, αρώματα, εικόνες, προτάσεις και ιδέες.

***
ΧΘΕΣ: Γεννήθηκα, μεγάλωσα σε ένα χωριό του Έβρου. Στη Δόξα Διδυμοτείχου. Έζησα ένα πανηγύρι διονυσιακό. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Μαζευόντουσαν στις αυλές του γείτονα, του συγγενή, του φίλου. Ήταν υπέροχες σκηνές όταν καθάριζαν τα καλαμπόκια, όταν έβγαζαν τους σπόρους από τα ηλιοτρόπια, καθισμένοι σε πολύχρωμα κιλίμια. Ήταν πολύ όμορφες και αγαπημένες εικόνες που τις κουβαλάω έτσι μέσα μου και μου λείπουν. Μου δίνουν δύναμη, γιατί η ρίζα είναι πολύ ισχυρό πράγμα.

ΣΗΜΕΡΑ: Όλα τα παραπάνω μου λείπουν πάρα πολύ. Είμαι εγκλωβισμένη στους ρυθμούς της πόλης και ζω τα όνειρά μου συνήθως σε ένα… υπόγειο θέατρο.

ΑΥΡΙΟ: …Πολλά σχέδια για το μέλλον δεν κάνω. Στην Ελλάδα δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε. Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται στη φυλή μας και στη χώρα μας.

  • Ωστόσο, αυτό το καλοκαίρι -όπως γράφω και στον πρόλογο- η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη θα είναι στην Επίδαυρο με τους «Πέρσες» του Αισχύλου και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη. Τον χειμώνα σειρά έχει ο «Γλάρος» του Αντόν Τσέχωφ, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

Οι πέντε αισθήσεις

ΓΕΥΣΗ: Το μέλι είναι βασικό στοιχείο της διατροφής μου. Τρώω άπειρους τόνους μέλι γιατί πάντα πίνω αφεψήματα, τσάγια, βότανα κ.λπ. που τα γλυκαίνω με λίγο μέλι. Δίνει δύναμη, ενέργεια και αποφεύγεις έτσι τη ζάχαρη… Προσπαθώντας κανείς να τραφεί και με βιολογικά προϊόντα όσο γίνεται γιατί τα πάντα πια έχουν νοθευτεί. Σε όλα τα τρόφιμα θα βρεις διοξίνες, θα βρεις ορμόνες… Είναι και αυτό ένα από τα άσχημα της σύγχρονης ζωής. Εδώ στη γεύση είναι και το φαγητό της μητέρας. Μας προσδιορίζει και μας διαμορφώνει όσο μεγαλώνουμε και όλο αυτό επιζητάμε. Την επιστροφή στα αγαπημένα χρόνια. Τότε που πίναμε γάλα φρέσκο αρμεγμένο. Άχνιζε ακόμα όταν μας το έφερναν στο τραπέζι. Τα λαχανικά, τα φρούτα είχαν γεύση, είχαν αρώματα. Κάτι που σήμερα έχει εκλείψει. Σαν παιδί σκαρφάλωνα στα δέντρα και έκοβα αμύγδαλα που δεν είχαν προλάβει να ξεραθούν και να δημιουργηθεί το γνωστό κέλυφος. Τα φρούτα είναι οι αγαπημένες μου γεύσεις. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά. Τα κεράσια την άνοιξη, τα καρπούζια το καλοκαίρι, τα μανταρίνια και τα ρόδια το χειμώνα και όλα τα άλλα…

ΑΚΟΗ: Το αυτί είναι όργανο της δουλειάς μου. Το πώς ακούς επάνω στη σκηνή. Το πώς ακούς αυτό που σου λέει ο παρτενέρ σου. Ο συμπαίκτης σου. Έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το πώς τα λες εσύ. Όταν επικεντρώνεσαι στον άλλον και στον τρόπο που εκείνος σου μιλάει αυτόματα και η δική σου αντίδραση θα είναι η σωστή. Όποιος δεν ακούει δεν ξέρει και να μιλήσει. Είναι μόνος του. Θα είναι φάλτσος, θα είναι παράφωνος, σε άλλη τονικότητα. Για να υπάρξει δέσιμο και διάλογος πρέπει να έχει το σωστό αυτί.

ΟΡΑΣΗ: Πάντα θεωρούσα ότι το πιο πολύτιμο δώρο είναι το δώρο της όρασης. Μέσα από το βλέμμα επικοινωνούμε με τον Θεό. Επικοινωνούμε με τον κόσμο γύρω μας. Προσδιορίζουμε την ύπαρξή μας και τα όριά μας μέσα στο χώρο. Η όραση είναι τα χρώματα, είναι τα σχήματα, είναι οι όγκοι. Είναι η προοπτική, είναι η Τέχνη. Είναι η ζωγραφική, η γλυπτική, είναι η ομορφιά του Σύμπαντος. Τα μάτια των ανθρώπων που αγαπάμε. Σίγουρα τη θεωρώ τη σημαντικότερη των αισθήσεων.

ΑΦΗ: Βελούδο, μετάξι, σατέν. Οι αφή των υφασμάτων είναι αυτή που με γοητεύει πάρα πολύ. Το τρίχωμα του ζώου όταν είναι πάνω στο ζώο όμως. Επειδή είμαι εντελώς αντίθετη με το να σκοτώνουμε τα ζώα για τη γούνα τους. Δεν καταδέχομαι να φορέσω γούνα. Το δέρμα του αγαπημένου σου. Πολύ μεγάλη, πολύ σημαντική αίσθηση. Το χάδι γενικά… Σε ένα παιδί. Στα μαλλάκια του, στα μάγουλά του. Πολύ σημαντική αίσθηση…

ΟΣΦΡΗΣΗ: Σε ταξιδεύει στο χρόνο πολύ πιο άμεσα από κάθε άλλη αίσθηση. Μπορεί να μυρίσεις κάτι και να πας ακαριαία στην περίοδο ή στιγμή της ζωής σου που ένιωσες πάλι αυτή τη μυρωδιά. Για μένα είναι πολύ έντονη η μυρωδιά του ψωμιού από τον φούρνο, επειδή υπήρχαν φούρνοι στις αυλές των σπιτιών και κάθε βδομάδα έψηναν ψωμί κι όταν περνούσες έξω από το σπίτι που είχε αυτή τη «γιορτή» ήταν πανέμορφο, καταπληκτικό. Και όλο αυτό απογειωνόταν τις ημέρες του Πάσχα. Με όλα αυτά τα τσουρέκια… Το καλοκαίρι, η μυρωδιά της βανίλιας μου αρέσει πάρα πολύ. Όμως αυτό που δεν μου αρέσει είναι να φοράω αρώματα. Δηλαδή θεωρώ λίγο πνιγηρή αυτή την επιβολή μιας ξένης μυρωδιάς. Προτιμώ τη μυρωδιά που αναδύει ένα φρέσκο πλυμένο σώμα από ένα όμορφο σαπούνι κατά το δυνατόν οικολογικό κι αυτό και η αίσθηση της καθαριότητας βέβαια.

Τα πρόσωπα

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Η μητέρα μου είχε το καφενείο στην πλατεία του χωριού απέναντι από την εκκλησία. Ήταν το στέκι όλων των ανθρώπων του χωριού. Οι περισσότεροι φίλοι φυσικά. Γυναίκα βέβαια σπάνια πάταγε το πόδι της εκεί. Ο πατέρας μου έλειπε πολύ συχνά με τις δικές του ασχολίες, το ζωεμπόριο και έτσι η μητέρα μου κράταγε το μαγαζί. Μια γυναίκα πολύ καλοσυνάτη, πολύ ευγενής. Δεν άκουσα ποτέ κακό λόγο από το στόμα της για κανέναν. Πάντα χαρούμενη και χαμογελαστή. Δεν παραπονιόταν ποτέ για τη σκληρή δουλειά παρόλο που σηκωνόταν από τα χαράματα μέχρι αργά το βράδυ. Ήταν πολύ αγαπητή σε όλους και παραδόξως τη σέβονταν. Μάλλον δεν θα έπρεπε να πω παραδόξως. Ήταν αναμενόμενο γιατί οι άνθρωποι εκείνη την εποχή είχαν μια άλλου είδους ευγένεια.

ΔΑΣΚΑΛΟΙ: Στο Δημοτικό η κυρία Μαργαρίτα Πέτσινα, η οποία με έκανε να αγαπήσω την υποκριτική. Διοργάνωνε τις σχολικές γιορτές και πάντα υπήρχε ένας πρωταγωνιστικός ρόλος για μένα. Εκεί βίωσα για πρώτη φορά την αγάπη για τη σκηνή και την επικοινωνία με τον κόσμο που συγκινούνταν με όσα παρακολουθούσαν. Έτσι μέσα μου σιγά σιγά μεγάλωνε αυτή η επιθυμία να το κάνω επάγγελμα.

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ: Η μεγάλη μου δασκάλα στο θέατρο ήταν η κυρία Μάγια Λυμπεροπούλου, την οποία είχα στο τρίτο έτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Για πρώτη φορά ένας δάσκαλος μίλησε για την Τέχνη μας με όρους σημειολογίας και μας έδειξε την επιστημονική και την τεχνική πλευρά της δουλειάς μας και όχι απλά μια ενστικτώδη ερμηνεία που συνήθως διδάσκεται στις δραματικές σχολές. Η Μάγια μας άνοιξε άλλους δρόμους. Είδαμε την ανάγκη του να είναι κανείς βαθιά πεπαιδευμένος για να κάνει αυτή τη δουλειά και να έχει ήθος και καλλιτεχνική συνέπεια. Δηλαδή να μη συμβιβάζεται, να μην κάνει ταπεινά πράγματα. Να κρατάει την καλλιτεχνική του ακεραιότητα όσο γίνεται.

ΜΑΘΗΤΕΣ: Είμαι μαθήτρια πάντα. Δεν αισθάνομαι ότι είμαι ικανή για να διδάξω. Κάποτε για λόγους βιοποριστικούς το έκανα αλλά το άντεξα μόνο για τρεις μήνες και μετά παραιτήθηκα. Για να είναι κανείς δάσκαλος απαιτεί πάρα πολλή ενέργεια και πολλές ώρες. Ώρες προετοιμασίας για να είναι σωστός. Πάντως οι μαθητές μου εκείνης της μικρής μου θητείας όταν τους συναντώ μου λένε πράγματα που εγώ δεν το περίμενα ότι τους πρόσφερα.

Πνεύμα και δημιουργία…

ΕΝΑ ΧΡΩΜΑ: Το κίτρινο είναι ένα χρώμα που δεν αγαπάω. Παρόλο που είναι το χρώμα του ήλιου, του ηλιοτρόπιου. Παρόλο που έχει ενέργεια. Δεν έχω φορέσει ποτέ κίτρινο. Το κόκκινο όμως το αγαπώ πολύ. Το κόκκινο με σημάδεψε και συνόδευσε την εικόνα μου. Όπως και στην Επίδαυρο, στη Μήδεια με το κοστούμι που είχε σχεδιάσει ο Γιώργος Πάτσας. Σε μια αγαπημένη μου παράσταση, που ήταν σταθμός για μένα όταν μάλιστα για δύο χρόνια 1997-1999 κάναμε τη μεγάλη περιοδεία ανά τον κόσμο με το Εθνικό Θέατρο. Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Ιαπωνία, Κίνα και Ευρώπη. Αφορμή να ανοίξουμε τα όριά μας, να μάθουμε πράγματα, να επισκεφθούμε μουσεία και να έρθουμε σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς και κουλτούρες. Είδαμε τον αντίκτυπο που έχει το ελληνικό πνεύμα σε αυτούς τους διαφορετικούς λαούς. Ήταν η σπουδαιότερη εμπειρία της ζωής μου. Στο κόκκινο έχω ακόμη τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» που με πέρασαν σε ένα ευρύτερο κοινό και διατηρούν ακόμα το μύθο τους. Δεν έχει ξεθωριάσει το χρώμα τους. Είναι και ένα χρώμα μαλλιών στο οποίο συχνά επιστρέφω όπως πέρυσι για το «Ημέρωμα της στρίγκλας» όπου έγινα μια επιθετικά και δυναμική κοκκινομάλλα, ξανά… Το κόκκινο, το χρώμα του πάθους και της δημιουργίας. Το χρώμα του αίματος, του ενστίκτου… έχει μια πολύ μεγάλη σημειολογία.

ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ: Ένας άνθρωπος μόνος του δεν είναι ικανός να κάνει πράγματα. Χρειάζεται την αρωγή των άλλων. Ειδικά στο θέατρο, όπου η τέχνη είναι συλλογική έχεις ανάγκη την ομάδα. Ακόμη και στο μονόλογο. Εγώ κατάγομαι από τις ομάδες. Είμαι από τα ιδρυτικά στελέχη της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης με το που τελείωσα τη Σχολή. Μετά στο Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης. Όταν ήρθα στην Αθήνα ξεκίνησα με το «Αεικίνητο Θέατρο» με τον Κώστα Αρζόγλου. Στη συνέχεια για μια οκταετία στο «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη. Επομένως κακώς ξένισε κάποιους το γεγονός ότι βρέθηκε στην ομάδα «Νάμα» της Ελένης Σκότη. Για μένα είναι απόλυτα συνεπές. Επιστροφή στο φυσικό μου χώρο. Αυτό βίωσα με την Ελένη Σκότη που δεν είναι ο εγωπαθής σκηνοθέτης που θεωρεί τον εαυτό του αυθεντία, ότι αυτός ξέρει και αυτός αποφασίζει. Εδώ δεν άκουσα την περίφημη φράση «αυτό να το κάνεις στη δική σου παράσταση». Μεγάλο κέρδος η συνεργασία μου μαζί της. Με δίδαξε μια νέα μέθοδο στο χτίσιμο του ρόλου. Μάλιστα ο ρόλος αυτός δεν ήταν ένας ρόλος που έχω ξαναπαίξει. Μια τέτοια ηρωίδα. Τόσο μοναχική, τόσο στερημένη από οποιοδήποτε συναίσθημα τρυφερό, από τον έρωτα από την αγάπη. Κόντρα στο συναίσθημα. Όταν λοιπόν μου ζητήθηκε να το εγκαταλείψω ως μέσο έκφρασής μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο.

ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ: Είμαι εναντίον κάθε ετικέτας. Είμαστε πολυσύνθετοι και πολύπλοκοι. Τα κουτάκια δείχνουν απουσία.

ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τρεις φωτογραφίες από τη δεκαετία του ’60. Το κοριτσάκι που τρέχει γυμνό στο Βιετνάμ μετά την έκρηξη της βόμβας, ο μοναχός που αυτοπυρπολείται και η εκτέλεση εξ επαφής ενός αντάρτη. Γενικά η φωτογραφία, η δύναμη της εικόνας αυτής που παρουσιάζει το πρόβλημα που ζουν κάποιοι συνάνθρωποί μας σε κάθε γωνιά του πλανήτη με γοητεύει περισσότερο από κάθε άλλη φωτογραφία ομορφιάς. Η ομορφιά στις μέρες μας είναι υπερεκτιμημένη και στο όνομά της μειώνονται όλες οι άλλες αξίες της ζωής. Οι αξίες της εσωτερικής δύναμης ενός ανθρώπου. Οι αξίες της ψυχής. Και αυτές αποτυπώνονται σε αυτές τις φωτογραφίες ντοκουμέντα. Θαυμάζω τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τις δυτικές τους ανέσεις και σπεύδουν στις εστίες αυτές όπου ο άνθρωπος υποφέρει. Όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και όλοι οι άνθρωποι που είναι ταγμένοι στη βοήθεια των άλλων. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να το κάνω αυτό. Θα ήθελα πάρα πολύ να φθάσω κάποτε σε αυτό το σημείο.

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ: Η συνάντηση με τον Πέτερ Στάιν. Έναν άνθρωπου που θαύμαζα πολλά χρόνια. Δεν θα ξεχάσω στην τριλογία της Ορέστειας, που είχα δει το 1985, όταν η Αθήνα ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Και φυσικά η συνάντησή μου μαζί του το καλοκαίρι του 2007 και η συνεργασία που είχαμε τις 40 ημέρες που ζήσαμε στο κτήμα του στην Ιταλία πάνω στις πρόβες μαζί με όλους τους συναδέλφους για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή.

«Ο Πολιτισμός δεν πρέπει να πέσει θύμα της κρίσης»

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΦΩΣ: Στο θεατρικό τοπίο της Αθήνας όλες οι προσπάθειες στηρίζονται στις ευγενείς χορηγίες. Αν καταργηθούν κι αυτές θα είναι πολύ λυπηρό γιατί δεν θα έχουν κανένα απολύτως στήριγμα στην προσπάθειά τους. Έτσι κι αλλιώς το θέμα των κρατικών επιχορηγήσεων είναι ένα ολόκληρο θέμα που πονάει πολύ. Αν εξαφανιστούν, περικοπούν και οι ιδιωτικές τότε όλα θα γίνουν πολύ δύσκολα τη στιγμή που σε καιρούς κρίσης η Τέχνη είναι το πρώτο πράγμα που πλήττεται. Ας ευχηθούμε πως τελικά δεν θα συμβεί… Ο Πολιτισμός και η Τέχνη και πάλι θα αντέξουν και πάλι θα σταθούν κοντά στον πολίτη.

«Χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό, μια καινούργια πρόταση»

Στην Επίδαυρο δεν έχω υποφέρει από προπηλακισμούς. Έχω υποφέρει όμως ως θεατής. Ήμουν και στην παράσταση της Μήδειας και στους Πέρσες πέρυσι (το 2009). Λυπήθηκα πάρα πολύ με όσα συνέβησαν. Έγιναν εις βάρος ξένων, νομίζω όμως ότι κάποια στιγμή θα γίνουν και κατά Ελλήνων σκηνοθετών. Είναι λυπηρό γιατί δεν υπάρχει σεβασμός στην προσπάθεια που κάνουν οι ηθοποιοί εκείνη την ώρα. Μπορεί κανείς να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του στο τέλος, όχι όμως κατά τη διάρκεια της παράστασης. Είναι σαν να γίνεται ένας διάλογος κι εσύ δεν επιτρέπεις στον συνομιλητή σου να εκφράσει τα επιχειρήματά του. Άφησέ τον να σου πει ό, τι έχει να σου πει και μετά να τον αντικρούσεις. Είναι ένα δείγμα των καιρών κι αυτό και είναι κρίμα. Από την άλλη μεριά αυτό το θέμα της ερμηνείας του αρχαίου δράματος έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου χρειάζεται πραγματικά την καινούργια πρόταση. Χρειάζεται ανανέωση. Επειδή υπάρχει το Φεστιβάλ της Επιδαύρου και κάθε χρόνο έχουμε ξανά και ξανά τα ίδια έργα, δεν μπορεί όταν τα πράγματα έχουν προχωρήσει, να παραμένει η ερμηνεία του αρχαίου δράματος στα κλασικά και στα δεδομένα. Γίνεται έτσι μια στείρα αναπαράσταση ενός ακαδημαϊκού τρόπου παιξίματος, δηλαδή η εποχή ζητάει κάτι διαφορετικό, μια καινούργια πρόταση. Είναι δικαίωμα των καλλιτεχνών να δοκιμάζουν να αρθρώσουν έναν καινούργιο λόγο και το κοινό θα έπρεπε να συμπορεύεται με αυτό και όχι να επιτίθεται τόσο άσχημα γιατί όλο αυτό το πράγμα εκφράζει έναν συντηρητισμό. Μιλάμε για ένα σεβασμό στην ιερότητα του χώρου αλλά αυτός ούτως ή άλλως όταν ο χώρος είναι κενός, όταν δεν έχει παραστάσεις, δεν τον σέβεται και κανένας. Δηλαδή όταν όλες αυτές οι ορδές των τουριστών που πηγαίνουν και πατούν πάνω στη θυμέλη, υπάρχει τότε κανείς εκεί για να προστατεύσει την ιερότητα του χώρου; Είναι αστεία αυτά τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει θέλω να ελπίζω και να πιστεύω ότι όλη αυτή σύγκρουση κάπου θα οδηγήσει, σε μια πραγματικά καινούργια ματιά, μια ανάγνωση η οποία βέβαια δεν θα γίνεται για να είναι προκλητική, θα είναι ένα προϊόν επίπονου μόχθου και δουλειάς πάνω στα κείμενα αυτά.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη με τον Άρη Μπινιάρη, σκηνοθέτη της παράστασης «Πέρσες» του Αισχύλου, από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.

***

«Πέρσες»
Του Αισχύλου
Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου

Συντελεστές
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία – Mουσική δραματουργία: Άρης Μπινιάρης
Δραματουργική συνεργασία: Αντώνης Σολωμού
Μετρική διδασκαλία: Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Λουκά
Κοστούμια: Ελένη Τζιρκαλλή
Κινησιολογία: Λία Χαράκη
Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Κουκουμάς
Ηχητικός σχεδιασμός: Γιώργος Χριστοφή

Παίζουν

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Άτοσσα), Χάρης Χαραλάμπους (Αγγελιαφόρος), Νίκος Ψαρράς (Δαρείος), Αντώνης Μυριαγκός (Ξέρξης)
Χορός: Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Αντρέας Παπαμιχαλόπουλος, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής

Εισιτήρια

Κανονικό: 10 ευρώ – 45 ευρώ
Φοιτητικό: 5ευρώ -1 3 ευ7ρώ
ΑΜΕΑ και Ανέργων: 5 ευρώ
Προπώληση
Κεντρικά
Πανεπιστημίου 39 (εντός στοάς Πεσμαζόγλου)
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή: 9:00 – 17:00, Σάββατο: 9:00 – 15:00
Ωδείο Ηρώδου Αττικού
Πεζόδρομος Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Μακρυγιάννη
Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά: 9:00 – 14:00 και 18:00 – 21:00
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Πέμπτη: 9:00-19:00, Παρασκευή- Σάββατο: 9:00 – 21:00
Σε ημέρες παραστάσεων, μία ώρα πριν από την προβλεπόμενη έναρξή τους, τα Εκδοτήρια των συγκεκριμένων θεάτρων εξυπηρετούν μόνο την παράσταση της ημέρας
Λοιποί χώροι
Εκδοτήρια εισιτηρίων λειτουργούν σε όλους τους χώρους των εκδηλώσεων και ανοίγουν δύο ώρες πριν την ώρα έναρξης των παραστάσεων. Εξυπηρετούν μόνο την παράσταση της ημέρας
Στα καταστήματα
Reload Stores & Ευριπίδης Βιβλιοπωλείο
Τηλεφωνικά:
+30 30 – 210 32 72 000 – Καθημερινά (και Κυριακές) 9:00 – 21:00
Ηλεκτρονικά:
Αγορά εισιτηρίων από την ιστοσελίδα του Φεστιβάλ μέσω πιστωτικής κάρτας και όχι για κράτηση. Η online διάθεση των εισιτηρίων ολοκληρώνεται 1, 5 ώρα πριν την έναρξη του θεάματος.
***
Παραστάσεις

-Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Παρασκευή 11 & Σάββατο 12 Αυγούστου
-Υπαίθριο Θέατρο Φρόντζου, Ιωάννινα
Σάββατο 19 Αυγούστου
-Αρχαίο Θέατρο Δίου
Τρίτη 22 Αυγούστου
-Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη
Παρασκευή 25 Αυγούστου
-Ωδείο Ηρώδου Αττικού
Τετάρτη 30 και Πέμπτη 31 Αυγούστου
***
Οι φωτογραφίες είναι από το υλικό που συνοδεύει τους «Πέρσες» του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου.

eirini aivaliwtouΚαρυοφυλλιά Καραμπέτη: Ο πολιτισμός έχει άμεση ανάγκη από τις χορηγίες
Περισσότερα

Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος: «Το χρέος της γενιάς μου είναι να δημιουργήσει, και αυτή, πολιτισμό»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Την Κυριακή 14 Μαΐου 2017 παρακολούθησα στο θέατρο «Πόρτα» την τελευταία παράσταση του έργου «Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο». Ευτυχώς πρόλαβα, οφείλω να συμπληρώσω. Καθώς ο χρόνος μου δεν μού επιτρέπει να παρακολουθώ και παραστάσεις για νεανικό κοινό, απορώ κι εγώ πώς τα κατάφερα και είδα τη συγκεκριμένη δουλειά της ομάδας Patari Project. Έξι θαυμάσιοι ηθοποιοί πάνω σε μια εξέδρα – ουρά πιάνου, περίπου 75 cm από το έδαφος, δίχως σκηνικά αντικείμενα και θεατρικά κοστούμια, παρουσίαζαν μια ξεκαρδιστική εκδοχή του μύθου της Σταχτοπούτας. Έφτιαχναν το σκηνικό, άλλαζαν ρόλους εν ριπή οφθαλμού, έκαναν τους ήχους και τα οπτικά εφέ της παράστασης με μόνο εργαλείο το σώμα και τη φωνή τους. Δημιουργούσαν επικά επεισόδια και μυστηριώδη τοπία χρησιμοποιώντας την κίνηση και τη σωματικότητά τους. Από τις ωραιότερες περιπτώσεις που μπορεί να πετύχει ο θεατής -μικρός και μεγάλος- στο θέατρο. Ένα αναμφισβήτητο μικρό αριστούργημα για όλες τις ηλικίες, στη μεγάλη παράδοση του θεάτρου για παιδιά που έχει δημιουργήσει η Ξένια Καλογεροπούλου.

Ανάμεσα στους έξι ξεχωριστούς ηθοποιούς και ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, στο ρόλο του Πρίγκιπα. Ένας ηθοποιός πολύπλευρος, με φαντασία και εφευρετικότητα. Το 2014, στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, τον θυμάμαι ως Léonardo στο «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα σε σκηνοθεσία Βασίλη Ανδρέου. Οργισμένο, ασυγκράτητο, πυρετικό, παθιασμένο, ερωτικό, πεισματάρη, εμμονικό, αυτοκαταστροφικό, υπέροχο. Το 2015 ως αθυρόστομο, επιρρεπή στη διαπλοκή, χλευαστικό και φασαριόζο Σουίτς στο «Mojo» του Τζεζ Μπάτεργουρθ σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου.

Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει, εκτός των άλλων, στις παραστάσεις «Μύτη» (2017), «Οι ιδιοτροπίες της Μαριάννας» (2016), στον Χορό του «Αίαντα» (2015). Επίσης, στα έργα «Το νησί των θησαυρών» του Robert Louis Stevenson, «Μεσοπέλαγα» (2014), «Το μυστήριο της πολιτείας Χάμελιν» (2014) σε σύλληψη και σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Το χειμώνα που μας πέρασε τον θαυμάσαμε στο εκρηκτικό «Μεγάλο κρεβάτι» των Μάνου Βαβαδάκη, Χαράς – Μάτας Γιαννάτου, Γιάννη Νιάρρου, που παίχτηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Στο έργο αυτό ένας εκπληκτικά επινοητικός θίασος νέων καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας δομή και στοιχεία από την αθηναϊκή επιθεώρηση, συνέθετε το τοπίο του έρωτα στη σύγχρονη Αθήνα. Παραποιώντας σκηνικά τις αναπαραστάσεις αθηναϊκών συμβόλων, δημιουργούσε ένα νέο αισθητικό περιβάλλον για να ενταχθούν οι ήρωες ενός σπονδυλωτού νέο-κιτς θεάματος. Τα αυτόνομα σκετς και τα τραγούδια συνδέονταν μέσω της κοινής θεματικής του έρωτα και η σάτιρα μετατρεπόταν σε στοιχείο διαπραγμάτευσης για τη θέση μας στη σημερινή κοινωνία αξιών και το ρόλο του έρωτα στις ζωές μας.

Πρόσφατα συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας «Επαφή» του Τώνη Λυκουρέση. Η υπόθεση της ταινίας διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια μιας εκτεταμένης διακοπής ρεύματος, ένα αθηναϊκό καλοκαίρι, που ακινητοποιεί πέντε διαφορετικά ασανσέρ. Μέσα σ’ αυτά πέντε ζευγάρια καθημερινών ανθρώπων αναγκάζονται να συμβιώσουν κάτω από αυτές τις έκτακτες συνθήκες ενός σύντομου χρονικού διαστήματος ακινησίας και σταδιακά οι συνθήκες του εγκλεισμού οδηγούν στην ανάδυση συναισθημάτων, καταστάσεων και αντιδράσεων απρόβλεπτων που θα οδηγήσουν σε πραγματικά ακραίες συμπεριφορές μιας σωματικής και ψυχικής σύγκρουσης του ενός με τον άλλον.

Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών, έχει παρακολουθήσει τα σεμινάρια: Κινηματογράφου Τεχνικής Meisner με τον Αθανάσιο Καρανικόλα και Σώματος και Φωνής Tadashi Suzuki στη Σικυώνα σε διοργάνωση Θόδωρου Τερζόπουλου – μέθοδοι: Meyerhold, Grotowski, Όπερα του Πεκίνου. Επίσης έχει παρακολουθήσει μαθήματα φωνητικής με τη Λουκία Φρατσέα, μαθήματα πιάνου για 15 χρόνια και ντραμς. Έχει ήδη συμμετάσχει σε αρκετές ταινίες και επιπλέον είναι φοιτητής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης.

Πώς είναι, άραγε, να ισορροπείς στο χείλος του γκρεμού ή στην άκρη της καρέκλας; Αυτό θα το διαπιστώσουμε στην επανάληψη της ανατρεπτικής και απόλυτα σύγχρονης εκδοχής της «Μύτης» του Γκόγκολ στο «Πόρτα» και πιθανότατα στην επόμενη παιδική παράσταση της ομάδας Patari Project, που θα είναι μια έκπληξη. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μας μιλά για το παιδικό θέατρο, για την ομαδικότητα, για συνεργασίες, για όνειρα και μελλοντικά σχέδια, για το χρέος της γενιάς του. Μας εξομολογείται ότι τον γοητεύουν οι «κακοί» και σκοτεινοί ρόλοι στα έργα, οι αντιήρωες. Ίσως, όπως μας λέει, γιατί τους νιώθει πολύ μακριά του και τον εξιτάρει η σκέψη να τους προσεγγίσει, να τους συμπαθήσει και να τους ενσαρκώσει. Αποτελούν γι’ αυτόν μια πρόκληση. Ως άνθρωπος πράγματι πόρρω απέχει από το να τον θεωρήσεις κακό και σκοτεινό, είναι ιδιαίτερα γλυκός, σεμνός, ευγενικός, λαμπερός, πάντα χαμογελαστός και πολύ καλλιεργημένος. Ως καλλιτέχνης έχει αυτό που αποζητά το κοινό, τον αυθορμητισμό, την πρωτοτυπία, τη δύναμη. Ένας νέος ηθοποιός με πολύ μέλλον μπροστά του που μας έχει δείξει ότι σέβεται το κοινό, γιατί γνωρίζει ήδη πολύ καλά πως χωρίς σεβασμό για το κοινό δεν υπάρχει σεβασμός για το θέατρο.

* Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα ατέλειωτα παιχνίδια με φίλους και τις μαγικές γεύσεις από τα φαγητά της γιαγιάς μου.

– Πώς συνέβη και μπήκαν η υποκριτική και το θέατρο στη ζωή σου;

* Σίγουρα έπαιξε ρόλο ότι η μητέρα μου με πήγαινε θέατρο από πολύ μικρό. Αλλά η πρώτη μου ουσιαστική επαφή ήταν μπαίνοντας στον Δραματικό Όμιλο στην 2α Γυμνασίου και συνεχίζοντας μέχρι την αποφοίτησή μου.

– Ποιοι από τους καθηγητές σου άφησαν τη σφραγίδα της διδασκαλίας τους στον τρόπο υποκριτικής σου και σε βοήθησαν συνολικά;

* Ήμουν πολύ τυχερός μπαίνοντας στη Σχολή του Ωδείου Αθηνών γιατί βρέθηκα, πρώτον με ένα υπέροχο έτος και δεύτερον με καθηγητές όπως οι Αργύρης Ξάφης, Θοδωρής Αμπαζής, Λυδία Κονιόρδου, Ηλίας Κουνέλας, Γιώργος Ζαμπουλάκης, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Όσο περνάνε τα χρόνια βρίσκω μπροστά μου όλο και περισσότερο όσα μου έμαθαν στη Σχολή.

– Τι θα ήθελες να μας πεις για τον πρίγκιπα, που υποδύθηκες στην παράσταση «Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο»;

* Ήταν η πιο ευχάριστη, αν και φαινόταν η πιο κουραστική, θεατρική μου εμπειρία. Τόσο γιατί, πάνω στη σκηνή, το θέατρο ήταν παιχνίδι, όσο και επειδή μετά το τέλος απολάμβανα τα χαμόγελα των μικρών και… μεγάλων θεατών.

 

– Τι θα ήθελες να πεις στον πρίγκιπα, αν υπήρχε;

* Ζήσε τη ζωή.

– Πώς δημιουργήθηκε αυτή η θεατρική δουλειά της ομάδας Patari Project;

* Ομαδικά. Με ατέλειωτους αυτοσχεδιασμούς και την εμπνευσμένη καθοδήγηση της Σοφίας Πάσχου και της Εριφύλης Στεφανίδου.

– Ποιο είναι το αγαπημένο σου παραμύθι;

* Το Lion King.

– Τι σου αρέσει περισσότερο στο θέατρο για παιδιά και εφήβους;

* Η ειλικρίνεια των παιδιών. Μπορούν να σου πουν την πιο πικρή αλήθεια αλλά όταν τα δεις να σου χαμογελάνε είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή.

– Τι σχέση έχουν οι πολιτικές επιστήμες που σπουδάζεις, με το θέατρο;

* Το θέατρο είναι μια μικρή κοινωνία. Και το αντίθετο…

– Ποια πρέπει, κατά τη γνώμη σου, να είναι η σχέση ηθοποιού – σκηνοθέτη;

* Ο σκηνοθέτης είναι ο μαέστρος. Οι ηθοποιοί είναι η ορχήστρα… παίζουν μαζί. Χρειάζεται η αγαστή συνεργασία τους για να βγει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

– Ποιος είναι ο εχθρός της σκέψης, της ικανότητας για δημιουργία;

* Όταν κάποιος επαναπαύεται στις δάφνες του, στην επιτυχία του.

– Έχει σημασία να λειτουργούμε ομαδικά; Κυρίως στο θεατρικό χώρο;

* Μιλάμε για το πιο ομαδικό επάγγελμα. Ακόμα και σε μονόλογο πίσω από τον ηθοποιό εργάστηκε μια ομάδα για το τελικό αποτέλεσμα. Όσο πιο ομαλή και όμορφη η συνεργασία τόσο περισσότερες πιθανότητες για ένα όμορφο αποτέλεσμα.

– Πόσο απλό είναι να έχουμε νέες ιδέες;

* Θέλει βάσεις. Ξεκινάς από ό, τι έχεις ως αφετηρία και με δουλειά, κυρίως πρακτική, μπορούν να γεννηθούν νέες ιδέες. Δεν είναι μόνο θέμα λογικής γιατί πολλές φορές ένα λάθος ή ένα τυχαίο γεγονός σε οδηγεί σε κάτι καινούργιο.

 

– Ποιο πιστεύεις ότι είναι το χρέος της γενιάς σου και ποια τα βασικά της εμπόδια;

* Το χρέος της είναι να δημιουργήσει, και αυτή, πολιτισμό. Και αυτό επιτυγχάνεται από πολλούς νέους. Το εμπόδιο δεν είναι τόσο οικονομικό όσο το ότι η υπεραπλούστευση της καθημερινότητας από την τεχνολογία έχει προκαλέσει μια νωθρότητα σε ένα μεγάλο μέρος της γενιάς μου.

– Έχεις παίξει σε παραστάσεις που δημιουργήσατε μόνοι σας συνάδελφοί σου νέοι ηθοποιοί και συντελεστές. Ποια προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, δημιουργήθηκαν σε αυτές τις περιπτώσεις;

* Και οι δυο παραστάσεις που έκανα εξ ολοκλήρου με νέους ηθοποιούς και συντελεστές ήταν στην Πειραματική του Εθνικού. «Ο θάνατός μου» (Ανδρέας Ανδρέου) και «Το Μεγάλο Κρεβάτι» (Μάνος Βαβαδάκης). Δεν αντιμετωπίσαμε διαφορετικά προβλήματα από αυτά που συναντάς σε οποιοδήποτε άλλο θίασο. Αντίθετα και στις δυο περιπτώσεις οι φιλικές σχέσεις μεταξύ μας μόνο ευεργετικά δούλεψαν. Προσωπικά επιδιώκω τέτοιες συνεργασίες για την ελευθερία της δημιουργίας.

– Τι ρόλο παίζει η φαντασία στη ζωή σου και στην τέχνη σου;

* Ονειρεύομαι και στον ξύπνιο μου. Μου αρέσει να δημιουργώ σενάρια, να φτιάχνω ιστορίες και να μπερδεύω διαφορετικές καταστάσεις που συναντάω στη ζωή μου. Αυτό εννοείται με βοηθάει στην τέχνη μου αλλά και στο να αντιμετωπίζω τη ζωή με χιούμορ.

– Νιώθεις άγχος για το επόμενο βήμα σου και ποιο θα είναι αυτό;

* Έχω μια καλή ανησυχία. Χαίρομαι που κάνω αυτό που αγαπώ και ελπίζω να συνεχίσουν να με εμπιστεύονται άνθρωποι που θαυμάζω για να συνεργαστώ μαζί τους.

– Η θέση του καλλιτέχνη είναι πάντα απέναντι από την εξουσία;

* Οποιαδήποτε καλλιτεχνική δράση ενέχει πολιτική θέση. Η τέχνη σχολιάζει τα κακώς κείμενα και ακόμα περισσότερο η κωμωδία – σάτυρα αντλεί υλικό από την αποτυχία και τα λάθη της κοινωνίας και δη της εξουσίας. Από την αρχαιότητα και στις κωμωδίες και στις τραγωδίες.

– Η ζωή του καλλιτέχνη έχει αγωνίες, έρευνα, απογοητεύσεις και συνεχές τρέξιμο. Πώς προσαρμόζεις την καθημερινότητά σου και πώς προετοιμάζεσαι ψυχολογικά για τυχόν αντιξοότητες;

* Σημαντικό ρόλο παίζει η οργάνωση του χρόνου. Έτσι γλιτώνω το μισό κομμάτι της πίεσης σε ό, τι αφορά τη δουλειά. Όσον αφορά την ψυχολογική στήριξη έχω την οικογένειά μου, τους φίλους μου και την πίστη μου στο Θεό.

– Ποια θεωρείς τα φλέγοντα ζητήματα για την κοινωνία μας σήμερα;

* Η οικονομική κρίση ήρθε ως απόρροια της ηθικής κρίσης. Γίνονται εύκολα εκπτώσεις στις ηθικές αξίες και χάνεται ο αλληλοσεβασμός των ανθρώπων δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο. Αφού δεν με σέβονται, δεν θα σεβαστώ.

– Τι σε κάνει να πλήττεις;

* Η έλλειψη χιούμορ ή ευαισθησίας.

– Σε ποια θεατρικά έργα θα ήθελες να παίξεις και ποιους ρόλους να υποδυθείς; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

* Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο ρόλο στο μυαλό μου αλλά πάντα με γοήτευαν οι «κακοί» και σκοτεινοί ρόλοι στα έργα. Οι αντιήρωες. Τους νιώθω πολύ μακριά μου και με εξιτάρει η σκέψη να τους προσεγγίσω, να τους συμπαθήσω και να τους ενσαρκώσω. Αποτελούν πρόκληση. Αγαπημένους συγγραφείς θα ανέφερα Ντοστογιέφσκι, Μπέκετ και Προυστ.

– Πρόσφατα συμμετείχες και σε μια ταινία…

* Ναι. Στην «Επαφή» του Τώνη Λυκουρέση. Η ταινία θα βγει -κατά πάσα πιθανότητα- του χρόνου στους κινηματογράφους. Ευχαριστώ ειδικά τον κύριο Λυκουρέση που μου εμπιστεύτηκε το ρόλο!

– Ποιο ρόλο παίζεις στην ταινία;

* Υποδύομαι ένα νέο που ζει τον έρωτά του, τον Πέτρο.

– H δημοσιότητα βοηθά τον καλλιτέχνη;

* Η βοήθεια που προσφέρει στον καλλιτέχνη η δημοσιότητα είναι η δημιουργία ευρύτερου κοινού για να επικοινωνήσει το έργο του. Η τέχνη θέλει βήμα. Το θέατρο θέλει κοινό. Και αν μη τι άλλο προσφέρει υλικά οφέλη στον καλλιτέχνη, πρέπει να ζήσει και αυτός.

– Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «φόβος» και «θυμός»;

* O φόβος και ο θυμός χρειάζονται στη ζωή μας αλλά στη «σωστή δόση» και με κατάλληλη διαχείριση. Εκφράζω τον θυμό μου με τρόπο για να μη συσσωρευτούν συναισθήματα μέσα μου και νιώθω ή εκφράζω τον φόβο μου για να τον μοιραστώ και να τον ξορκίσω.

 

– Οι λέξεις «αγάπη» και «έρωτας»;

* Αγάπη: Όταν θέλω να βλέπω τον άλλο ευτυχισμένο. Έρωτας: Έχει δυο όψεις. Ή σου δίνει φτερά, ζωή, χαρά ή είναι οδύνη, όπως γράφει ο Μαρσέλ Προυστ.

– Οι λέξεις «συγχώρεση» και «συγγνώμη».

* Η συγγνώμη έχει καταντήσει μια επιπόλαια λέξη, είναι εύκολη. H συγχώρεση είναι λυτρωτικό συναίσθημα που δείχνει ευαισθησία, γενναιοδωρία και πνευματική ανωτερότητα. Όσες φορές συγχώρεσα στη ζωή μου ένιωσα ανακούφιση και χαρά.

– Αν βρισκόσουν τώρα μπροστά σε ένα παράθυρο, τι τοπίο θα ήθελες να έβλεπες;

* Ένα ποτάμι με ήρεμα νερά γεμάτο πλατάνια.

– Πώς είναι η καθημερινότητά σου και ποιες οι αγαπημένες σου συνήθειες;

* Δεν είμαι σπιτόγατος. Μ’ αρέσει να είμαι έξω. Για δουλειά για καφέ, ποτό, για μια ωραία βόλτα ή να δω θέατρο/σινεμά. Σπίτι κάθομαι για να παίξω πιάνο, να δω μια ταινία ή έναν αγώνα με παρέα.

– Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* «Στον κήπο του Επίκουρου», του Ίρβιν Γιάλομ.

– Ποιο είναι το προσωπικό σου καταφύγιο;

* Το πιάνο μου. Εκεί μπορώ, όπως λέμε, να τα βγάλω από μέσα μου. Να ηρεμήσω, να χαλαρώσω και να ταξιδέψω.

– Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Αγαπώ τα ζώα. Αλλά δεν έχω χώρο και χρόνο να τους αφιερώσω, δυστυχώς.

  • Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι του Παναγιώτη Μαΐδη. Τον ευχαριστούμε πολύ.

  

Πληροφορίες για τη «Μύτη» του Γκόγκολ – Θέατρο Πόρτα

Μια παράσταση εμπνευσμένη από το ομώνυμο διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ, από τους Patari Project.

Μετά τη μεγάλη επιτυχία της παράστασης «Πιάνω Παπούτσι Πάνω στο Πιάνο», οι Patari Project επιστρέφουν στο «Πόρτα» με μια παράσταση για ενηλίκους, εμπνευσμένη από το διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ «Η Μύτη».
Η μύτη του Κοβαλιώφ αποφασίζει να ξεκολλήσει από το πρόσωπό του κι εκείνος ξεκινά έναν απεγνωσμένο αγώνα για να τη βρει. Μια βουτιά σε έναν κόσμο παράλογο, όπου όλες οι ισορροπίες ανατρέπονται. Πώς είναι, άραγε, να ξυπνά κανείς έχοντας χάσει κάτι που θεωρεί δεδομένο; Να διαταράσσεται η ασφάλειά του; Να αμφισβητείται το κοινώς αποδεκτό; Και ποιος ορίζει τελικά τι είναι πραγματικότητα; Οι ήρωες στη «Μύτη» κινούνται σαν πιόνια σ’ ένα παιχνίδι που πιστεύουν ότι ορίζουν. Μπορούν, όμως, να υπάρξουν έξω απ’ αυτό; Έχουν στην πραγματικότητα περιθώρια αντίδρασης;

Οι Patari Project υπόσχονται μια διαφορετική, ανατρεπτική και απολύτως σύγχρονη ανάγνωση του μυθιστορήματος του Γκόγκολ. Ένας αντεστραμμένος κόσμος ζωντανεύει την ώρα που θεατές και ηθοποιοί αλλάζουν θέσεις, με τους πρώτους να κάθονται στη σκηνή του «Πόρτα» σε ειδικά διαμορφωμένες κερκίδες και τους δεύτερους να βρίσκονται πάνω στα καθίσματα του θεάτρου.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Σοφία Πάσχου
Δραματουργία: Juan Ayala
Μουσική Σύνθεση: Ανρί Κεργκομάρ
Κοστούμια: Κλαίρ Μπρέισγουελ
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Σκηνική Επιμέλεια: Άγγελος Καρύδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Τρικενέ
Φωτογραφίες- video: Panagiotis Maidis

Παίζουν:
Θεοδόσης Κώνστας, Θάνος Λέκκας, Ηλίας Μουλάς, Κίττυ Παϊταζόγλου, Εριφύλη Στεφανίδου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μαΐδης

Πληροφορίες για το «Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο»

Τελευταία εορταστική παράσταση 14 Μαΐου
Δύο χρόνια παραστάσεις
Patari Project
Από 4 μέχρι 104 ετών

Θέατρο «Πόρτα»

Μια από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές και εισπρακτικές επιτυχίες της περσινής σεζόν, το «Πιάνω Παπούτσι πάνω στο Πιάνο», που βασίστηκε σε μια ιδέα του Θωμά Μοσχόπουλου, υπό τους ήχους της μουσικής του Sergei Prokofiev, παρουσιάστηκε στο θέατρο «Πόρτα» από τους Patari Project υπό τη σκηνοθετική επιμέλεια της Σοφίας Πάσχου.
Παράσταση θεατρικής ευδαιμονίας, όπως χαρακτηρίστηκε, διαμάντι στις στάχτες και θεατρικό δώρο, το «Πιάνω Παπούτσι πάνω στο Πιάνο» ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας σύγχρονης ματιάς στο μύθο της Σταχτοπούτας, και μίλησε για τον αγώνα για ανεξαρτησία, τη νίκη πάνω στα στερεότυπα, την υπέρβαση των προσωπικών ορίων κι έναν έρωτα που έρχεται να λυτρώσει από τα προσωπικά δεσμά.
Γιατί έξι ηθοποιοί κι ένας πιανίστας ανεβαίνουν σε ένα πιάνο; Και καταρχάς… χωράνε εκεί πάνω; Ναι! Γιατί το πιάνο μετατρέπεται σε «πατάρι» και έτσι όλα μπορούν να συμβούν. Οι κολοκύθες γίνονται άμαξες, τα ποντίκια γίνονται άλογα, τα παλιά παπούτσια γίνονται γυάλινα γοβάκια. Αλλά και ο χορός γίνεται αφήγηση, η αφήγηση κοντσέρτο, και μια ολόκληρη ιστορία χωράει σε μια νότα! Κι έτσι, η Σταχτοπούτα και ο Πρίγκιπας μεγαλώνουν, ενώ οι μεγάλοι ξαναγίνονται παιδιά. Όλα αυτά συμβαίνουν πάνω στο πατάρι χωρίς μαγικά ραβδιά, παρά μόνο με το σώμα, τη φωνή και την παλλόμενη μουσική ενός από τους σπουδαιότερους συνθέτες του εικοστού αιώνα.

Συντελεστές

Η παράσταση είναι μία δημιουργία της ομάδας

Σκηνοθεσία: Σοφία Πάσχου

Μουσική σύνθεση: Κορνήλιος Σελαμσής σε συνεργασία με την ομάδα

Μουσικός: Βασίλης Παναγιωτόπουλος

Σκηνικά: Ντέβιντ Νεγρύν

Κοστούμια: Κλαίρ Μπρέισγουελ

Φωτισμοί: Aλέξανδρος Αλεξάνδρου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εριφύλη Στεφανίδου

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Μαΐδης

Trailer: Άρης Μπασιάς

Ηθοποιοί: Γιάννης Γιαννούλης, Θεοδόσης Κώνστας, Θάνος Λέκκας, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Αποστόλης Ψυχράμης

«Η Μύτη» του Γκόγκολ

Patari Project – Σημείωμα της σκηνοθέτιδας Σοφίας Πάσχου

«Η αναγκαιότητα είναι η μητέρα πάσης επινόησης».

«Ανακάλυψα για πρώτη φορά την τεχνική της πλατφόρμας στο δεύτερο έτος της φοίτησής μου στη σχολή LISPA στο Λονδίνο. Αμέσως ήξερα ότι επρόκειτο να είναι πολύ σημαντική για την μετέπειτα καλλιτεχνική μου ζωή. Ένιωσα ενθουσιασμό και περιέργεια:

-Πώς μπορεί κανείς να πει μια ιστορία σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο;
-Πώς μπορεί κανείς να μετατρέψει τις δομικές δυσκολίες αυτής της φόρμας σε πλεονεκτήματα;

Η πρόκληση που παρουσιάζει η πλατφόρμα ως τεχνική είναι συναρπαστική και αποτελεί πηγή έμπνευσης, διότι, όταν συναντά κανείς περιορισμούς, αναλαμβάνει δράση η δημιουργική φαντασία του.

Τα τελευταία τρία χρόνια, διδάσκοντας αυτήν την τεχνική τόσο σε ηθοποιούς της Ελλάδας και του εξωτερικού όσο και σε ομάδες εκπαιδευτικών, σπουδαστών και παιδιών, συνειδητοποίησα πόσο μαγική είναι η πλατφόρμα: Είδα ομάδες να ανακαλύπτουν πως αυτό που στην αρχή φαντάζει ανέφικτο, μπορεί να γίνει εφικτό εάν «θέσουμε το μυαλό και τη δημιουργικότητά μας στην υπηρεσία» ενός πολύ μικρού χώρου. Επτά ή οκτώ άτομα πάνω σε μία πλατφόρμα διαστάσεων 1x160cm μπορούν να συνεργαστούν για να δημιουργήσουν επικές ιστορίες και τοπία χρησιμοποιώντας μόνο τα σώματα και τις φωνές τους. Δεν υπάρχει εξωτερική βοήθεια, μπορούν να στηριχθούν μονάχα στον εαυτό τους και στους συναδέλφους τους. Αυτοί οι επτά ή οκτώ άνθρωποι μπορούν να γίνουν ένα πλήθος χιλιάδων, μπροστά στα μάτια μας.

Ζώντας στο εξωτερικό εδώ και χρόνια, έχω παρακολουθήσει από μακριά αυτό που συμβαίνει στη χώρα μου. Ένιωσα μεγάλη ανάγκη να επιστρέψω και να κάνω μια παράσταση: μία παράσταση στην οποία να χρησιμοποιείται αυτή η τεχνική. Μία παράσταση που δεν στηρίζεται σε σκηνικό, κοστούμια ή φωτισμούς. Που έχει στο επίκεντρό της τον ηθοποιό, το ανθρώπινο δυναμικό. Που στηρίζεται στην ανθρώπινη φαντασία και εφευρετικότητα, στις ικανότητες και στη σκληρή δουλειά. Μία παράσταση για την εποχή μας. Μία παράσταση που μετατρέπει τη δυσκολία σε πλεονέκτημα.

Σε μία περίοδο κατά την οποία καλούμαστε να ξεκινήσουμε από το μηδέν, έχοντας για στήριγμα μονάχα τους εαυτούς μας και αυτό που ο καθένας μας μπορεί να προσφέρει ως μονάδα ενός ευρύτερου συνόλου, η πλατφόρμα μιλάει εκ μέρους μας. Αντιπροσωπεύει ένα πραγματικά δημοκρατικό θέατρο, ένα θέατρο που μπορούμε να το πάμε παντού και μέσα σε αυτό να δημιουργήσουμε όποιον κόσμο επιθυμούμε». (Σοφία Πάσχου)

Πληροφορίες για την ταινία του Τώνη Λυκουρέση, «Επαφή»

Πέντε σταματημένα ασανσέρ. Ξένοι μεταξύ τους άνθρωποι παγιδεύονται. Μοιάζουν με συνηθισμένους ανθρώπους αλλά όλοι έχουν εσωτερικές φοβίες, κρυμμένες ατζέντες και καταπιεσμένα συναισθήματα. Η ένταση αυξάνεται. Δεν υπάρχει επικοινωνία – μόνο πικροί, θυμωμένοι άντρες και γυναίκες. Κόλαση σε 4 τετραγωνικά. Ο πόλεμος ξεκινάει.
– Ηθοποιοί
Νένα Μεντή
Άκης Σακελλαρίου
Χρήστος Λούλης
Αλεξάνδρα Αϊδίνη
Βασίλης Κουκαλάνι
Γιώργος Χριστοδούλου
Δομνίκη Μητροπούλου
Αναστασία Κονίδη
Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος
– Credits
Σκηνοθεσία: Τώνης Λυκουρέσης
Σενάριο: Δημήτρης Εμμανουηλίδης, Δομνίκη Μητροπούλου και Τώνης Λυκουρέσης
Παραγωγοί: Ηρακλής Μαυροειδής, Άγγελος Βενέτης
Associate Producer: Βίκυ Μίχα
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Θοδωρής Μιχόπουλος
Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης
Ήχος: Λέανδρος Ντούνης
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Σκηνογράφος: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Ενδυματολόγος: Μαρία Παπαδοπούλου
Make-up: Ασινόη Εφέλη
Διεύθυνση Παραγωγής: Γιώργος Σερντάρης
Εταιρεία Παραγωγής: Boo Productions Α.Ε
Συμπαραγωγή: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου
Με την υποστήριξη της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (ΕΡΤ) Α.Ε
– Τεχνικά χαρακτηριστικά
Χώρα και Έτος Παραγωγής: Ελλάδα, 2016

«Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο»

Βιογραφικό Αλέξανδρου Χρυσανθόπουλου

Ημ. Γέννησης: 25.2.1991
Χρώμα μαλλιών: Καστανό
Ύψος: 1.78 m
Χρώμα ματιών: Γκριζοπράσινα
Βάρος: 73 kg

ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
2016-17 – Σεμινάριο Εργαστηρίου Χώρος με την Έλενα Μαυρίδου και τον Σίμο Κακάλα
2014 – Σεμινάριο κινηματογράφου Τεχνικής Meisner, με τον Αθανάσιο Καρανικόλα
2013 – Απόφοιτος Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών
2011 – Σεμινάριο Σώματος και Φωνής Tadashi Suzuki στη Σικυώνα, διοργάνωση Θ. Τερζόπουλος, Μέθοδοι: Meyerhold, Grotowski, Όπερα του Πεκίνου

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
Μαθήματα φωνητικής με τον Αποστόλη Ψυχράμη
Πιάνο: 15 χρόνια (Πυθαγόρειο Ωδείο, Ιδιαίτερα μαθήματα με τον Κορνήλιο Σελαμσή)
Ντραμς: 2 χρόνια (Ιδιαίτερα μαθήματα)

ΑΛΛΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
Φοιτητής Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης

ΓΛΩΣΣΕΣ
Ελληνικά: Μητρική
Αγγλικά: Άριστα (Proficiency)

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
2017 – Επαφή (μεγάλου μήκους), σκην. Τώνης Λυκουρέσης (Πέτρος)
2013 – Ξυπνήσαμε (μικρού μήκους), σκην. Γιάννη Μπερερή (Αλέξανδρος)
2012 – Sphinx (μικρού μήκους), σκην. Κων/νου Καραμαγκιώλη (Άρης)
2010 – Casus Belli (μικρού μήκους), σκην. Γιώργου Ζώη (Νέος)

ΘΕΑΤΡΟ
Ως Ηθοποιός:
2017- «Μεγάλο κρεβάτι», σκην. Μάνος Βαβαδάκης, Πειραματική Εθνικού (-1)
2017- «Μύτη» του Γκόγκολ, ομάδα Patari Project, σκην. Σοφία Πάσχου, Θέατρο Πόρτα
2016- «Ο Θανατός μου ή με Θαυμάζουν είπαν» σκην. Ανδρέα Ανδρέου, Πειραματική Εθνικού
2016- «Οι ιδιοτροπίες της Μαριάννας» του Alfred de Musset, σκην. Θωμά Μοσχόπουλου, Θέατρο Πόρτα
2015- «Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο» σύλληψη ομάδα «Patari Project», σκην. Σοφία Πάσχου, Θέατρο Πόρτα
2015- «Αίαντας» Σοφοκλή, σκην. Βαγγέλη Θεοδωροπουλου, Αρχ. Θ. Επιδαύρου
2015- «Mojo» του Jezz Butterworth, σκην. Θωμά Μοσχόπουλου, Θέατρο Πορτα
2014- «Το μυστήριο της πολιτείας Χάμελιν», σύλληψη και σκην. Θωμά Μοσχόπουλου, Θέατρο Πόρτα
2014- «Ματωμένος Γάμος» του F.G. Lorca, σκην. Βασίλη Ανδρέου, Θέατρο Ν. Κόσμου
2014- «Μεσοπέλαγα» του Slavomir Mrozek, σκην. Αγγ. Γκιργκινούδη, Θέατρο Νέου Κόσμου
2013- «Το νησί των θησαυρών» Robert Louis Stevenson, σκην. Θωμά Μοσχόπουλου, Μέγαρο Μουσικής
2011- «Ναι» της Μαργαρίτας Καραπάνου, Ομάδα Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών, σκηνοθετική επιμέλεια Αργύρη Ξάφη, Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ
2011- «Μέδουσα» σύλληψη Θωμά Μοσχόπουλου, Φεστιβάλ Αθηνών
2010- «Πεντηκοστή» του David Edgar, ομάδα Vice Versa σκην. Αγγελική Γκιργκινούδη, ξύλινο στέκι σχολής «Καλών Τεχνών»

ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ
Αθλήματα: Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, τένις, βόλεϊ, χάντμπολ
Σκηνική πάλη και θεατρική ξιφασκία (με τον Θάνο Δερμάτη)
Δίπλωμα οδήγησης Ι.Χ.

  • E-mail: save_alekos25@hotmail.com
    Facebook: Chrysanthopoulos Alexandros
eirini aivaliwtouΑλέξανδρος Χρυσανθόπουλος: «Το χρέος της γενιάς μου είναι να δημιουργήσει, και αυτή, πολιτισμό»
Περισσότερα