Animal stories

Ο τρυφερός Σελίν

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μέγας γατόφιλος υπήρξε ο συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν, σκανδαλώδης λόγω κάποιων αντισημιτικών κειμένων του που του κόστισαν (δικαίως) μια άγρια κοινωνική απομόνωση και παραλίγο να του κοστίσουν την ίδια του τη ζωή. Ο επίσης συγγραφέας, και καλός μάλιστα, Ροζέ Βαγιάν είχε εντολή από το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας να εκτελέσει τον Σελίν, αλλά την τελευταία στιγμή, αναλογιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγαλοφυή καλλιτέχνη αλλά και σπουδαίο άνθρωπο, δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο Σελίν συνοδεύτηκε (αδίκως) από την κακή φήμη του μισάνθρωπου αλλά η αλήθεια είναι ότι λάτρευε τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, αρνιόταν να πληρωθεί για τις πάμπολλες υπηρεσίες που πρόσφερε ως γιατρός, ενώ υπήρξε εξόχως τρυφερός προς τις αγαπημένες του γάτες. Μάλιστα, όταν πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της φυγής και της εξορίας στην ερημωμένη Γερμανία, τη Δανία και τη Βαλτική, μόνιμοι και πιστοί συνοδοί του ήταν η σύζυγός του και χορεύτρια Λουσέτ Αλμανζόρ και ο λατρεμένος του γάτος, ο Μπεμπέρ.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Λάτρης του Σελίν και εξίσου κακόφημος, για άλλους λόγους, ήταν ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και αυτός χαρακτηρίστηκε βάναυσος, αποτρόπαιος, μονήρης, καίτοι η πραγματικότητα τον θέλει άνθρωπο τρυφερό, γενναιόψυχο, κυριευμένο από μερικές μεγάλες αγάπες όπως η αγάπη για την κλασική μουσική, και κυρίως τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, η αγάπη για τα τρία Γ: Γράψιμο, Γυναίκες, Γάτες. Στο ποίημά του «Για Μια Νύχτα Που Δεν Άγγιξα Τη Γραφομηχανή» είναι με το παραπάνω εύγλωττος παρά τη λιτότητα της φόρμας. Ιδού: «Παίρνει τηλέφωνο: ‘Τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’, λέω./ ‘Τι κάνεις;’/ ‘Τίποτα’./ ‘Έχεις κόσμο;’/ ‘Μόνο τη γάτα’/ ‘Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’./ ‘Είσαι καλά;’/ ‘’Ντάξει είμαι’./ ‘Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;’/ ‘Πήρα’./ ‘Ήταν νωρίς’ (Παύση)./ ‘Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’.// Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας./ Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές της πλάκας./ Αν το γράψιμο αρχίσει να σκαρτεύει,/ θα έψαχνα γι’ άλλη δουλειά./ Το ξέρω: θέλει το καλό μου.// Το ίδιο κι εγώ». («Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα).

 

 

 

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Οι δεινόσαυροι, εμείς

Για μια νύχτα που δεν άγγιξα τη γραφομηχανή

 

eirini aivaliwtouΟ τρυφερός Σελίν
Περισσότερα

«Έχων σώας τας φρένας» (Αργύρης Χιόνης)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αργύρης Χιόνης (22 Απριλίου 1943 – 25 Δεκεμβρίου 2011)

Το διήγημα «Έχων σώας τας φρένας» προέρχεται από την ομότιτλη συλλογή «Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» (Εκδόσεις Κίχλη).

Ἔχων σώας τὰς φρένας

«Ἡ λ. τράπεζα (<τρα-πεδ-jα) εἶναι σύνθ.τ., τοῦ ὁποίου τὸ α´ συνθετικὸ τρα- προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀριθμητικὸ τέσσαρες, ἐνῶ τὸ β΄ συνθετικὸ ἀνάγεται στὴν ἀπαθὴ βαθμίδα τῆς ρίζας πεδ- τῆς λ. πούς.»

Ἐτυμολογικὸ λεξικό, ΠΑΠΥΡΟΣ

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ γιὰ τὰ τετράποδα πρέπει νὰ τὴν κληρονόμησα ἀπ’ τὸν πατέρα μου πού, καθότι νησιώτης, δηλαδὴ Νιώτης, ἔτρεφε σχεδὸν ἱερὴ λατρεία γιὰ τὶς γάτες. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλάσματα ξεκίνησε καὶ ἡ δική μου ἀγάπη, γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ, σιγὰ σιγά, καὶ σὲ ὅλα τ’ ἄλλα τετράποδα. Σήμερα, μαγκούφης πάντα καὶ συνταξιοῦχος πλέον, συζῶ, κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη, μὲ μία γάτα, τρία σκυλιά, δώδεκα καρέκλες, ἕνα κρεβάτι καὶ ἕνα τραπέζι.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ὄντα χαίρουν, γιὰ διαφορετικοὺς λόγους τὸ καθένα, τῆς ἀπεριόριστης ἐκτιμήσεώς μου καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς θαυμασμοῦ μου: ἡ γάτα, γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ πνεύματός της, τὴν διακριτική, ἀθόρυβη παρουσία της, τὴ διατροφική της ἐγκράτεια καὶ τὴν ἁρμονικὴ κίνησή της μέσα στὸ χῶρο· τὰ σκυλιά, γιὰ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση ποὺ τρέφουν γιὰ μένα καὶ τὴ μοναδικὴ ἱκανότητά τους νὰ ἐκφράζουν αὐτὰ τὰ συναισθήματα, καθὼς καὶ τὴ χαρὰ ἢ τὴ θλίψη τους, μὲ τὰ ἰδιαίτερα ὁμιλητικὰ μάτια τους· οἱ καρέκλες γιὰ τὴν ἀνεκτικότητά τους, τὴν ἀντοχή τους στὸ βάρος μου καὶ τὸ ὑποκριτικὸ ταλέντο τους στὸ νὰ προσποιοῦνται ὅτι προσαρμόζονται στὴ φόρμα τοῦ κορμιοῦ μου, ἐνῶ εἶναι, στὴν οὐσία, αὐτὲς ποὺ διαμορφώνουν αὐτὴ τὴ φόρμα· τὸ κρεβάτι, γιὰ τὸ νανουριστικὸ καὶ ὀνειροποιὸ χάρισμά του καί, τέλος, τὸ τραπέζι, τὸ πιστότερο καὶ λιγότερο ἀπαιτητικὸ ἀπ’ τὰ τετράποδά μου γιὰ τὴν ὑπομονή του, τὴν προθυμία του νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς πιὸ παράταιρες ἐπιθυμίες ἢ ἀνάγκες μου καὶ τὴν ἀνθεκτικότητά του στὶς κακουχίες ποὺ ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς χρῆστες του ἢ τὸν χρόνο.
Ὑπομονετικό, ἴσως ἀκόμη περισσότερο κι ἀπ’ τὸ τραπέζι, ἤτανε, κάποτε, στὰ νιάτα ἢ στὰ δικά μου, καὶ τὸ κρεβάτι. Καὶ τί δὲν εἶχε, τότε, ὑπομείνει ἀπὸ τὶς θυελλώδεις ἐρωτικὲς συνευρέσεις μου πάνω στὸ καταπονημένο στρῶμα του, ἀπ’ τοὺς ἀτέρμονους ὕπνους μου, μετὰ ἀπό, μέχρις ἀναισθησίας ὁλοήμερες ἢ ὁλονύχτιες κραιπάλες… Κάποια στιγμή, ὡστόσο, ἄρχισε νὰ ἐπαναστατεῖ. Τώρα ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ ἀγριεύει κι ἀρχίζει νὰ καλπάζει γύρω γύρω στὸ δωμάτιο, νὰ μὲ τινάζει ἀπὸ πάνω του· κάποτε, μάλιστα, μὲ ποδοπατᾶ κιόλας. Ὅσο γιὰ τὸ ὀνειροποιὸ χάρισμά του, ἔχει πλέον μεταμορφωθεῖ σὲ ἐφιαλτοποιό. Ἀκόμη κι ὅταν δὲν μὲ ἀδειάζει ἀπὸ τὴ ράχη του, μάτι δὲν κλείνω ὅλη τὴ νύχτα καὶ ἀνυπομονῶ νὰ ξημερώσει γιὰ νὰ βγῶ ἀπὸ τὴν ἀφιλόξενη ἀγκαλιά του, νὰ γλιτώσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ φρικτὴ αἴσθηση ὅτι οἱ κουβέρτες δὲν εἶναι κουβέρτες ἀλλὰ χώματα ποὺ κάποιοι φτυάρισαν ἐπάνω μου.
Ὡστόσο, ἐγώ, ἀναγνωρίζοντας τὶς ὑπηρεσίες πού, κάποτε, ἀφειδῶς μοῦ πρόσφερε, καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὴ σημερινὴ συμπεριφορά του εἶμαι ὁπωσδήποτε συνυπεύθυνος, δὲν ἔπαψα καὶ οὔτε ποτὲ θὰ πάψω νὰ τὸ καλύπτω γιὰ νὰ μὴ φαίνεται τὸ γῆρας του, μὲ τὰ πιὸ ὡραῖα, τὰ πιὸ φανταχτερὰ κλινοσκεπάσματα.
Τὴν ἴδια στοργὴ καὶ ἀφοσίωση ἀπολαμβάνουν καὶ τὰ ἄλλα τετράποδά μου. Μὲ τὴ γάτα καὶ τὰ σκυλιά μου τρῶμε σχεδὸν ἀπὸ τὸ ἴδιο πιάτο καὶ πάντα φροντίζω νά ’χουν καθαρὸ νερό, δροσιὰ τὸ καλοκαίρι, θαλπωρὴ τὸ χειμώνα καὶ πλουσιοπάροχα χάδια πάνω στὸ ὑγιὲς καὶ ἁπαλὸ τρίχωμά τους. Ὅσο γιὰ τὶς καρέκλες μου, αὐτὲς χρήζουν εἰδικῆς μεταχειρίσεως, καθότι, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια τόσο καὶ λιγοστεύουν τῆς μοναξιᾶς μου οἱ ἐπισκέπτες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νιώθουν, οἱ καημένες, σὰν ἀπόμαχες ἀρσιβαρίστριες. Γιὰ νὰ διασκεδάσω, λοιπόν, αὐτὴ τὴ θλιβερὴ διάθεσή τους, τὶς χρησιμοποιῶ ὅλες ἐναλλάξ, κάνοντας, ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ, τὸν γύρο τοῦ τραπεζιοῦ, ὥστε καμιά τους νὰ μὴ μείνει παραπονεμένη.
Εἶναι σαφὲς πὼς σ’ ὅλα τα τετράποδά μου φέρομαι σὰν στοργικὸς πατέρας ποὺ παραμελεῖ, ἐντούτοις, τὸ πιὸ καλὸ παιδί του, τὸ πιὸ πιστὸ καὶ τὸ λιγότερο διεκδικητικό, γιατὶ θεωρεῖ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωσή του δεδομένη, αὐτονόητη. Ἐνῶ, φυσικά, τὸ τραπέζι μου, τὸ πιὸ σταθερό, τὸ πιὸ ἰσορροπημένο, τὸ πιὸ συνετὸ καί, παρὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ κάπως ἀφελὴ χαρακτήρα του, τὸ πιὸ σοφὸ ἀπ’ τὰ τετράποδά μου.
Στέκεται ἀκλόνητο στὰ τέσσερα χοντρά του πόδια, ἐδῶ, στὸ κέντρο τῆς κουζίνας, προσφέροντας τὴ ράχη του ὄχι γιὰ χάδια ἀλλὰ γιὰ χρήσεις, κάθε εἴδους χρήσεις.
Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν ἀργασμένη ράχη, τὴ γεμάτη ρόζους καὶ καψίματα ἀπὸ τσιγάρα, ἀμέτρητες φορὲς ζυμώθηκαν ψωμιὰ καὶ φύλλα ἀνοίχτηκαν, γιὰ πίτες καὶ σκαλτσούνια, κρέατα τεμαχίστηκαν, ποτίζοντας μὲ τὸ αἷμα τους τὶς ἴνες της, σάλτσες καυτές, κρασιὰ χαρᾶς, δάκρυα πένθους καὶ καφέδες τῆς παρηγοριᾶς χυθήκανε, σκεύη μόλις κατεβασμένα ἀπὸ τὴ φωτιά, νύχια ἀνυπόμονα ἢ νευρικά, γροθιὲς ὀργῆς, ἀγκῶνες, ποὺ στηρίξανε τὴ σκέψη, τὴν ἀπόγνωση ἢ τὴν ὀνειροπόληση, ἀφῆσαν, ἀνεξίτηλα, τὰ ἴχνη τους, ποιήματα θνησιγενῆ καὶ ἄλλα, θνητὰ κι αὐτὰ ἀλλὰ μακροβιότερα, χαράχτηκαν…
Ἐτοῦτο τὸ τραπέζι εἶν᾽ ὁλόκληρη ἡ ζωή μου καί, τώρα, μὲ τὴ γριά μου Remington ἀκουμπισμένη πάνω του, γέρος πλέον κι ἐγώ, βλέπω ξανὰ ὅσους κατὰ καιροὺς καθίσαν γύρω του ἢ καὶ χορέψαν πάνω του (γιατὶ κι αὐτὸ συνέβη), φίλους, ἐχθροὺς ἀλλὰ καὶ ἀδιάφορους γνωστοὺς (δεχόταν, βλέπετε, ἀδιαμαρτύρητα τοὺς πάντες), ὅσους χαθήκανε γιὰ πάντα, ἀφοῦ ἄλλους τοὺς ρούφηξε ἀνεπιστρεπτὶ ἡ λαίμαργη αἰωνιότητα κι ἄλλοι ἀμαχητὶ παραδοθήκανε στῆς καθημερινότητας τὴν Κίρκη.
Μὲ τὴ γριά μου Remington ἀκουμπισμένη πάνω του, κοιτάζω τὸ τραπέζι μου καὶ τύψεις μὲ καταλαμβάνουνε φρικτές. Μετὰ ἀπὸ τόσα ποὺ ἐπὶ χρόνια ἔκανε γιὰ μένα, τίποτε ἐγὼ γι’ αὐτὸ δὲν ἔχω κάνει. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸ ἀποζημιώσω, σκέφτομαι, μὲ ἁπαλὸ γυαλόχαρτο νὰ τὸ λειάνω, μὲ ἐκλεκτὸ βερνίκι νὰ καλύψω τὶς ρυτίδες του, μὲ πλουμιστὸ τραπεζομάντιλο νὰ τὸ σκεπάσω. Μὲ ὅλ’ αὐτὰ τὰ καλλωπίσματα ὅμως θὰ ἔφραζαν οἱ πόροι του, καὶ τότε πῶς θά ’ταν δυνατὸν νὰ συνεχίσει νὰ ὀσμίζεται στὸ μέλλον καὶ τὶς ὀσμὲς τοῦ παρελθόντος νὰ ἀναδίδει; Ὄχι, ὄχι! Ἔτσι φτιασιδωμένο θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι ὂν καὶ θὰ γινόταν ἔπιπλο, δίχως ψυχὴ ἀντικείμενο. Πῶς θά ’ταν δυνατὸν μιὰ τέτοια προσβολὴ ἐγὼ νὰ κάνω σ’ αὐτὸ τὸ πλάσμα πού, μὲ ὅσα ἔχει ζήσει κι ἔχει δεῖ, εἶναι πλέον σοφότερο ἀπ’ ὅσους κάθισαν ποτὲ τριγύρω του; Ὄχι καὶ πάλι ὄχι! Ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή του, ναί, κι ἀφοῦ τὸ συνετότερο, τὸ πιὸ ἰσορροπημένο, τὸ πιὸ δίκαιο ἀνάμεσα στ’ ἄλλα τετράποδά μου εἶναι, κι ἀφοῦ εἶναι σίγουρο πὼς ἡ ζωή του πιὸ μακρὰ ἀπ’ τὴ δική μου θά ’ναι, μοναδικό μου κληρονόμο θὰ τὸ καταστήσω καὶ ὅ,τι ἔχω καὶ δὲν ἔχω σ’ αὐτὸ θὰ τὸ ἀφήσω.
Ναί, αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή του! Καί, γιὰ νὰ μὴ λέμε καὶ ξελέμε, καθισμένος τώρα, ἐδῶ, πλάι του, μὲ τὴ γριά μου Remington ἀκουμπισμένη πάνω του, ἀρχίζω νὰ συντάσσω τὴ διαθήκη μου ποὺ ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ὁ κάτωθι ὑπογεγραμμένος Ἀργύριος Χιόνης τοῦ Στεφάνου καὶ τῆς Μαρίας, τὸ γένος Στυλιανουδάκη, γεννηθεὶς ἐν Ἀθήναις τὴν 22αν Ἀπριλίου τοῦ 1943, μόνιμος κάτοικος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1992 καὶ ἐντεῦθεν τοῦ χωρίου Θροφάριον τῆς ὀρεινῆς Κορινθίας, ἐπαγγελλόμενος τὴν ποίησιν (ἐὰν ἡ ποίησις δύναται νὰ θεωρηθῆ ἐπάγγελμα) καὶ ἔχων σώας τὰς φρένας καὶ ὑγείαν φθίνουσαν μὲν ἀλλὰ οὐδόλως ἐπηρεάζουσαν τὴν πνευματικὴν διαύγειάν μου, καθιστῶ, διὰ τῆς παρούσης διαθήκης, γενικὴν κληρονόμον ὅλης τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας μου ἀποτελουμένης ἀπὸ ἀγροτεμάχιον ἐκτάσεως ἕξι καὶ ἡμίσεος στρεμμάτων, διώροφον κατοικίαν ἑκατὸν καὶ τριάκοντα τετραγωνικῶν μέτρων, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τῶν (μηδαμινῆς ἢ ἀμυθήτου ἀξίας — ποῖος δύναται σήμερον νὰ γνωρίζη;) πνευματικῶν δικαιωμάτων μου, τὸ προσφιλέστερον τῶν τετραπόδων μου, τὴν τράπεζάν μου, ὑπὸ τὸν μοναδικὸν ὅρον ὅτι αὕτη θὰ ἔχη ὑπὸ τὴν σκέπην της τὰ ὑπόλοιπα τετράποδά μου, προσφιλῆ ἐπίσης, ἀνίκανα, ἐντούτοις, ὅπως μεριμνῶσιν διὰ τὴν διαβίωσίν των.
Ἡ παροῦσα συνετάχθη ἐν Θροφαρίῳ τὴν 16ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 2009.
Ὁ κληροδοτῶν
Ἀργύρης Χιόνης

ΥΓ. Καὶ ἐπειδὴ ὑποπτεύομαι ὅτι πλεῖστοι ὅσοι θὰ ἀποπειραθοῦν νὰ προσβάλουν τὴν παροῦσαν διαθήκην, δηλῶ, διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν κατηγορηματικῶς, ὅτι συνέταξα ταύτην ΕΧΩΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ!

  • Εικόνα: Junichiro Sekino, 1914-1988

 

eirini aivaliwtou«Έχων σώας τας φρένας» (Αργύρης Χιόνης)
Περισσότερα

«Η κατάρα» (Τενεσσή Ουίλλιαμς)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση
  • Στη φωτογραφία ο Tennessee Williams με τον μαύρο γάτο του, Sabbath

«Η κατάρα»*
Διήγημα του Τενεσσή Ουίλλιαμς (1911 – 1983

(Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές)

Από τη «Νύχτα της Ιγκουάνα και άλλα διηγήματα»

(Από τα «Μικρά Κλασικά», εκδ. Πατάκη, 1996)

Όταν ένας πανικόβλητος άνθρωπος ψάχνει ένα μέρος για να μείνει σε πόλη άγνωστη, η μάθηση τον εγκαταλείπει. Τα δαιμονικά πνεύματα που στοίχειωναν κόσμους πρωτόγονους επανέρχονται από την εξορία. Τότε, ύπουλα, θριαμβευτικά, σέρνονται και πάλι στους μυστικούς πόρους της πέτρας και στις φλέβες του ξύλου, απ’ όπου τα είχε αποβάλει δια της βίας η γνώση. Ο μοναχικός ξένος που φοβάται τη σκιά του και τρέμει τον ήχο των βημάτων του προχωρεί μέσα σ’ άγρυπνες σειρές κατώτερων θεοτήτων με προθέσεις σκοτεινές. Δεν κοιτάζει τα σπίτια τόσο όσο τον παρατηρούν εκείνα. Οι δρόμοι τού κρατάνε πόζα. Οι πινακίδες, οι βιτρίνες, οι εξώπορτες, όλα έχουν μάτια και στόματα που τον παρακολουθούν και τον σχολιάζουνε ψιθυριστά. Η ένταση συστρέφεται όλο και πιο σφιχτά. Εάν κάποιος χαμογελάσει άξαφνα και τον καλωσορίσει, αυτή η απλή πράξη μπορεί να τον διαλύσει. Το δέρμα του, τεντωμένο σαν παιδικό γάντι σε χέρι μεγαλύτερο, μοιάζει έτοιμο να σκάσει στις ραφές, ν’ αφήσει ελεύθερο το πνεύμα του να φιλήσει τους πέτρινους τοίχους και να χορέψει σε μακρινές ταράτσες. Τότε οι δαίμονες σκορπίζουνε γι’ άλλη μια φορά, πετιούνται πάλι στο καλάθι των αχρήστων· η γη είναι και πάλι ήσυχη και υπάκουη και αδιάφορη, μια κουτή αγελάδα που περπατάει στο ίδιο αυλάκι για να οργώσει χρονικές στιγμές που διευκολύνουνε τον άνθρωπο.

Έτσι ακριβώς αισθάνθηκε κι ο Λούτσιο όταν πρωτοσυνάντησε τη μελλοντική του συντρόφισσα, τη γάτα. Αυτό ήταν το πρώτο ζωντανό πλάσμα στην ξένη βορινή πόλη που απάντησε στην επίκληση του ματιού του. Ανταπόδωσε το βλέμμα με μεγάλη οικειότητα. Σχεδόν άκουσε τη γάτα να προφέρει τ’ όνομά του: «Α, εσύ είσαι, Λούτσιο!» έμοιαζε σα να λέει. «Σε περίμενα καιρό, πολύ καιρό!».

Της ανταπόδωσε και ο Λούτσιο το χαμόγελο κι ανέβηκε τα σκαλοπάτια όπου ήταν καθισμένη. Η γάτα δεν κουνήθηκε. Αντίθετα, γουργούρισε αχνά. Ήχος που ήταν και δεν ήταν ήχος. Ένας ελάχιστα αναγνωρίσιμος παλμός στην ατμόσφαιρα του ωχρού απογεύματος. Τα κεχριμπαρένια μάτια της δεν ανοιγόκλεισαν, μονάχα στενέψανε λίγο, προεξοφλώντας το άγγιγμά του που ακολούθησε αμέσως. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το μαλακό κεφάλι της και κατέβηκαν στην οστεώδη ραχοκοκαλιά της: στα δάχτυλά του αισθάνθηκε το απειροελάχιστο τρέμουλο του σώματός της καθώς γουργούριζε. Σήκωσε λίγο το κεφάλι να τον κοιτάξει. Εντελώς θηλυκή η κίνησή της, σαν γυναίκα που σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει στο πρόσωπο τον εραστή της καθώς εκείνος την αγκαλιάζει, εκστατικό, τυφλό βλέμμα, απρόβλεπτο όπως η λειτουργία της αναπνοής.

– Σ’ αρέσουν οι γάτες;

Η φωνή του ήταν ακριβώς από πάνω του. Ανήκε σε μια μεγαλόσωμη γυναίκα με ριγέ βαμβακερό ύφασμα.

Ο Λούτσιο κοκκίνησε ένοχα και η γυναίκα γέλασε.

– Τ’ όνομά της είναι Νιτσέβο, είπε. Ένας από τους ενοίκους την ονόμασε έτσι. Ήταν Ρώσος ή κάτι τέτοιο. Έμενε εδώ πριν αρρωστήσει. Βρήκε τη γάτα σε μια αυλή, την έφερε στο σπίτι, την τάιζε, την περιποιότανε, την άφηνε να κοιμάται στο κρεβάτι του και τώρα δεν μπορούμε να την ξεφορτωθούμε με τίποτα. Δύο φορές σήμερα την κατάβρεξα, κι αυτή εδώ, δεν το κουνάει. Μάλλον τον περιμένει να γυρίσει. Αλλά εκείνος δεν θα γυρίσει. Μιλούσα τις προάλλες με κάτι παιδιά που δουλεύανε μαζί του στο εργοστάσιο. Είναι άσχημα τώρα. Μου λέγανε πως ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να τραβήξει δυτικά για τα πνευμόνια του, όταν άρχισε να φτύνει αίμα. Ατυχία! Και δεν ήταν κακός άνθρωπος!

Η φωνή της ήτανε συρτή, μετά στράφηκε χαμογελώντας αόριστα, σαν να ήθελε να ξαναπάει μέσα.

– Έχετε δωμάτια με οικοτρόφους; ρώτησε ο άντρας.

– Όχι. Όλοι έχουν εδώ γύρω εκτός από μας. Ο άντρας μου δεν είναι πολύ καλά πια. Είχε ένα ατύχημα κάτω στο εργοστάσιο και τώρα είναι άχρηστος, πρέπει κάποιος να τον περιποιείται. Κι εγώ, αναστέναξε, αναγκάζομαι να δουλεύω στο φούρνο, πέρα στην οδό Τζέημς.

Γέλασε και σήκωσε ανοιχτές τις παλάμες της, που οι γραμμές τους ήταν άσπρες σαν κιμωλία.

– Γι’ αυτό έχω παντού απάνω μου αλεύρια. Η γειτόνισσά μου, η δεσποινίς Τζακόμπυ, μού λέει ότι μυρίζω σαν φρέσκια φραντζόλα. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να περιποιούμαι τον κόσμο. Νοικιάζω όμως δωμάτια όπου ο καθένας τα κανονίζει όλα μόνος του. Αν θέλεις, έχω ένα να σου δείξω.

Σταμάτησε και τον κοίταξε χαμογελαστή, μετά άγγιξε τα χείλη κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στις γυμνές κορφές των δέντρων.

– Αλήθεια, τώρα που το σκέφτηκα, συνέχισε, θα μπορούσα να σου δείξω το δωμάτιο όπου έμενε ο Ρώσος. Εκτός αν είσαι προληπτικός και σε πειράζει να μένεις στο δωμάτιο όπου κάποιος άλλος αρρώστησε βαριά. Λένε πως η αρρώστια του δεν είναι μεταδοτική, αλλά πάλι δεν ξέρω…

Στράφηκε και μπήκε στο σπίτι, κι ο Λούτσιο την ακολούθησε.

Του έδειξε το δωμάτιο που πρόσφατα είχε εγκαταλείψει ο Ρώσος. Με δύο παράθυρα, που το ένα έβλεπε πίσω, σε μια στενή αυλή όπου πρασινογάλαζα λάχανα ξεφύτρωναν εδώ κι εκεί σαν στατικά σιντριβάνια ανάμεσα σε χορτάρια και ζιζάνια.

Καθώς ο άντρας κοίταζε από το δεύτερο παράθυρο και η γυναίκα στεκότανε πίσω του, ζεσταίνοντάς του με την ανάσα της στο σβέρκο και μυρίζοντας αλεύρι, είδε τη Νιτσέβο, τη γάτα, να περπατάει αργά και χαριτωμένα ανάμεσα στα τεράστια λάχανα.

– Η Νιτσέβο, είπε η γυναίκα.

– Τι σημαίνει τ’ όνομά της; τη ρώτησε.

– Α, δεν ξέρω. Προφανώς κάτι τρελό στα ρωσικά. Μου το ‘χε πει, αλλά το ξέχασα.

– Θα νοικιάσω το δωμάτιο μόνον αν μπορώ, σαν το Ρώσο, να κρατήσω τη γάτα μαζί μου.

– Ω! γέλασε η γυναίκα, κι εσύ σαν το Ρώσο!

– Ναι, απάντησε ο Λούτσιο.

– Εκείνος κι εγώ γίναμε πολύ καλοί φίλοι, του είπε. Με βοήθησε στις δουλειές που δεν μπορεί να κάνει ο άντρας μου τώρα πια, μετά το ατύχημα στο εργοστάσιο.

– Ναι; Λοιπόν; Τι λες;

– Λοιπόν…, και η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι. Εγώ δε δέχομαι κανέναν στο σπίτι μου αν δεν συζητήσουμε πρώτα. Υπάρχουνε μερικά πράγματα που πρέπει να ξεκαθαριστούνε προτού συμφωνήσουμε. Το καταλαβαίνεις, ελπίζω, αυτό.

– Α, ναι.

– Για παράδειγμα, δε μ’ αρέσουν οι αδερφές.

– Τι;

-Οι αδερφές! Είχα έναν κάποτε που έβγαινε στο δρόμο με κόκκινα φουλάρια και μου κουβάλαγε εδώ μέσα άντρες. Αυτό δε μ’ αρέσει.

– Ω, δε θα κάνω ποτέ κάτι τέτοιο.

– Ωραία, απλώς ήθελα να ξέρω. Μου φάνηκες λίγο παράξενος, γι’ αυτό.

– Είμαι ξένος.

– Τι είδους ξένος;

– Σικελικής καταγωγής.

– Τι ειν’ αυτό;

– Η Σικελία είναι ένα νησί της Ιταλίας.

– Α, καλά αυτό δε με πειράζει.

Τον κοίταξε, πετάρισε τα βλέφαρά της και του χαμογέλασε.

– Μούσσο! είπε. Θα σε φωνάζω Μούσσο! Σαν το Μουσσολίνι.

Παρά το βάρος της, σηκώθηκε κοκέτικα απ’ το κρεβάτι και του έδωσε ένα φιλικό χτυπηματάκι στο στομάχι με τον αντίχειρά της.

– Λοιπόν, τι λες; τη ρώτησε.

– Εντάξει. Δουλειά έχεις βρει;

– Όχι, ακόμα.

-Να πας στο εργοστάσιο και να ζητήσεις τον Όλιβερ Γούντσον. Να του πεις ότι σ’ έστειλε η κυρία Χάτσεσον. Θα σου δώσει αμέσως δουλειά όταν μάθει ότι σε στέλνω εγώ.

– Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ πολύ!

Αυτή μόρφασε, χαμογέλασε, αναστέναξε και γύρισε αργά να φύγει.

– Ο άντρας μου ακούει συνέχεια δελτία ειδήσεων για να μαθαίνει τα νέα για τον πόλεμο. Εμένα βέβαια μου σπάνε τα νεύρα. Αλλά πρέπει να έχουμε υπομονή με τους αρρώστους. Έτσι είναι.

Όμως ο Λούτσιο δεν άκουγε. Είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε τη γάτα. Ήταν ακόμα κάτω στην αυλή περιμένοντας υπομονετικά ανάμεσα σε δύο λάχανα την ετυμηγορία που θα ρύθμιζε το μέλλον της. Ω, πόση λαχτάρα είχε στο βλέμμα της! Αλλά και αξιοπρέπεια.

Γρήγορα ο Λούτσιο πέρασε μπροστά απ’ τη γυναίκα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα.

– Πού πηγαίνεις; του φώναξε.

-Έ ξω! Στην αυλή! Στη γάτα!

Ο Λούτσιο βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο μέσω του Γούντσον. Τον βάλανε να κάνει αυτό που έκανε πάντα, μια χειρωνακτική δουλειά που δεν ήθελε πολλή σκέψη. Μια σειρά από μεταλλικές λουρίδες κροτούσε μπροστά σου, έκανες τη ρύθμιση που έπρεπε, η σειρά προχωρούσε. Αλλά κάθε φορά που προχωρούσε, έπαιρνε μαζί της κι ένα δικό σου κομμάτι. Η ενέργεια έφευγε από τα δάχτυλά σου, σαν να γινόταν αφαίμαξη. Την αντικαθιστούσε άλλη ενέργεια μέσα στο σώμα σου. Αλλά κι αυτή έφευγε. Κι όταν τελείωνε η μέρα, αισθανόσουν άδειος. Τι είχε φύγει από μέσα σου; Και γιατί; Αγόραζες τις απογευματινές εφημερίδες από παιδιά που φωνάζανε και σου τις πασάριζαν επίμονα. Ίσως εδώ βρισκότανε κάποια απάντηση σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα. Ίσως η εφημερίδα σού έλεγε γιατί ζούσες και γιατί μοχθούσες. Αλλά όχι! Οι εφημερίδες απέφευγαν αυτά τα θέματα. Αντίθετα, ανακοίνωναν τη συνολική χωρητικότητα των πλοίων που βυθίστηκαν. Τον αριθμό των αεροπλάνων που κατέπεσαν στις αερομαχίες. Τις πόλεις που καταλήφθηκαν, τα χωριά που βομβαρδίστηκαν. Τα στοιχεία ήταν συγκεχυμένα, η εφημερίδα σού έφευγε από τα χέρια, σ’ έπιανε πονοκέφαλος…

Ω Θεέ μου, κι όταν σηκωνόσουν το πρωί, ο ήλιος ήτανε στην ίδια θέση που τον είδες και την προηγούμενη μέρα, στο δρόμο πίσω από το νεκροταφείο, λες κι όλο το βράδυ τον φύλαγαν οι άυλοι νεκροί. Τον έβλεπες να υψώνεται μέσα στην ίδια αχλύ σαν κοκκινωπό μπισκότο, στρογγυλός και κόκκινος, ενώ θα μπορούσε να είναι τετράγωνος ή σπειροειδής, θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε σχήμα και να σημαίνει το ίδιο…

Ο επιστάτης του εργοστασίου έδειχνε ν’ αντιπαθεί το Λούτσιο, ή τουλάχιστον να τον υποπτεύεται για κάτι. Συχνά σταματούσε πίσω από την πλάτη του και τον παρακολουθούσε που δούλευε, στεκότανε πίσω του πολλή ώρα, χωρίς λόγο, κι όταν έφευγε, μουρμούριζε λίγο σαν να υπονοούσε κάτι.

Ο Λούτσιο σκεφτόταν ότι δεν θα τα κατάφερνε να μείνει για πολύ σ’ αυτή τη δουλειά.

Έγραψε στον αδερφό του. Ο αδερφός του λεγόταν Σίλβα και εξέτιε ποινή δέκα χρόνων σε μια φυλακή του Τέξας. Ήτανε δίδυμος με τον Λούτσιο, αλλά δε μοιάζανε στο χαρακτήρα. Ήταν όμως πολύ δεμένα αδέρφια. Ο Σίλβα υπήρξε αντάρτης, ένα αγόρι που αγαπούσε τη μουσική και το ουίσκι, που ζούσε τη νύχτα σαν τις γάτες, που ήταν σαν λιμοκοντόρος και πάντα μύριζε ωραίο άρωμα γυναίκας. Τα ρούχα του ήτανε πεταμένα παντού στο διαμέρισμα που ‘χανε νοικιάσει μαζί σε κάποια πόλη του Νότου και μύριζαν όλα γυναικεία πούδρα. Ψεύτικα μπιχλιμπίδια και μπρελόκ έπεφταν από τις τσέπες του, αποδείξεις αγάπης από κάποια Γκλάντυς ή Μέημπελ ή Ρουθ. Όταν ξύπναγε, άνοιγε το ραδιόφωνο και το ‘κλεινε όταν ήθελε να κοιμηθεί. Ο Λούτσιο τον έβλεπε σπάνια, είτε κοιμισμένο είτε ξύπνιο. Και σπανιότερα συζητούσανε τα προσωπικά τους, αλλά κάποτε ο Λούτσιο βρήκε ένα περίστροφο στο σακάκι του αδερφού του. Άφησε το περίστροφο στο κρεβάτι, που το χρησιμοποιούσαν αντίθετες ώρες, κι ένα σημείωμα. «Αυτό είναι ο θάνατός σου» έγραφε το σημείωμα. Όταν γύρισε στο σπίτι, το περίστροφο είχε εξαφανιστεί. Στη θέση του ήταν ένα ζευγάρι  γάντια που φορούσε ο Λούτσιο στο χυτήριο όπου δούλευε. Κι ένα σημείωμα, με τον άστατο γραφικό χαρακτήρα του Σίλβα, που έλεγε: «Κι αυτός είναι ο δικός σου θάνατος!». Μετά από λίγο καιρό ο Σίλβα πήγε στο Τέξας, όπου τον συλλάβανε για ληστεία κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Ο Λούτσιο άρχισε να του γράφει, κάτι που συνέχιζε εδώ κι οχτώ χρόνια. Κάθε φορά έγραφε στον αδερφό του για κάποια εντελώς φανταστική πρόοδο στη σταδιοδρομία του. Του έλεγε ότι είχε γίνει επιστάτης και μέτοχος της επιχείρησης. Ότι ήταν μέλος στην τοπική λέσχη. Ότι οδηγούσε Κάντιλλακ. Ότι πρόσφατα πήγε σ’ άλλη πόλη, πιο βόρεια, σε καλύτερη θέση και με πολύ καλύτερο μισθό. Αυτά τα ψέματα γινόντουσαν όλο και πιο περίπλοκα: άρχισαν ν’ αποτελούν κι ένα είδος ονειρικής κατάστασης για το Λούτσιο. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε όταν έγραφε και τα χέρια του τρέμανε τόσο, που, όταν έγραφε και τα χέρια του τρέμανε τόσο, που, όταν τελείωνε το γράμμα, ο γραφικός του χαρακτήρας ήτανε σχεδόν δυσανάγνωστος. Δεν είχε σκοπό να προκαλέσει το φθόνο του αδερφού του, κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά αγαπούσε τον αδερφό του πάρα πολύ, κι ο Σίλβα πάντα του μιλούσε σχεδόν περιφρονητικά. Πάντως, ο Σίλβα πίστευε κάθε νέο που του έγραφε ο Λούτσιο. «Μπράβο σου, τα καταφέρνεις μια χαρά!» του έγραφε. Κι έβλεπες πόσο κατάπληκτος αλλά και περήφανος ήτανε. Γι’ αυτό ο Λούτσιο έτρεμε τη στιγμή που θα μαθευόταν η αλήθεια, όταν δηλαδή ο αδερφός του θα έβγαινε από τη φυλακή…

Η προαίσθηση του Λούτσιο ότι δεν θα τον κρατούσαν πολύ σ’ εκείνη τη δουλειά τού έγινε σχεδόν έμμονη ιδέα: κάτι που στριφογυρνούσε συνέχεια στο μυαλό του. Τα βράδια ξεχνιότανε λίγο με τη Νιτσέβο τη γάτα. Η παρουσία της Νιτσέβο ήτανε η διάψευση όλων των απειλητικών στοιχείων της τύχης. Έβλεπες πως η Νιτσέβο δεν εμπιστευόταν καθόλου την τύχη. Πίστευε ότι τα πάντα προχωρούσανε σύμφωνα με μια φυσική, προκαθορισμένη σειρά και ότι δε χρειαζότανε να φοβάται για τίποτα. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές και χωρίς συγκίνηση ή ένταση. Όλα τα έκανε με τέλεια χάρη. Τα κεχριμπαρένια μάτια της παρατηρούσαν κάθε αντικείμενο με γαλήνη. Ως και για το φαγητό της δεν βιαζότανε. Κάθε βράδυ ο Λούτσιο έφερνε στο σπίτι μισό κιλό γάλα για το γεύμα και το πρωινό της. Η Νιτσέβο καθόταν ήσυχη στα πισινά της πόδια περιμένοντας, όσην ώρα αυτός άδειαζε το γάλα στη ραγισμένη κούπα που του δάνεισε η σπιτονοικοκυρά. Μετά ο Λούτσιο ακουμπούσε την κούπα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι, και ξάπλωνε περιμένοντας, ενώ η Νιτσέβο ερχόταν αργά προς τη γαλάζια κούπα. Τον κοιτούσε μια φορά, αργά, με τ’ ακίνητα μάτια της, προτού αρχίσει να τρώει και μετά χαμήλωνε χαριτωμένα το πιγούνι της στην άκρη της κούπας, η κόκκινη άκρη της μεταξωτής γλώσσας της πρόβαλλε και το δωμάτιο γέμιζε από γλυκιά, αχνή μουσική: έπινε τόσο ευγενικά το γάλα της. Ο Λούτσιο την κοίταζε, κι όσο την κοίταζε, χαλάρωνε. Οι σφιχτοί κόμποι της ανησυχίας λασκάριζαν και χανόντουσαν. Τα πιεσμένα μέσα του συναισθήματα εξαφανίζονταν και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο ήσυχα. Άρχιζε να αισθάνεται νύστα καθώς παρακολουθούσε τη γάτα, νύστα και μέθη. Το σώμα της μεγάλωνε και το δωμάτιο έφθινε και υποχωρούσε. Κάποια στιγμή τού φαινόταν ότι η γάτα είχε γίνει ίδια σε διαστάσεις μ’ αυτόν. Ήταν κι αυτός γάτα, σαν τη Νιτσέβο, και βρισκόντουσαν κι οι δύο στο πάτωμα πίνοντας γάλα στην άνετη, σίγουρη ζεστασιά ενός κλειδωμένου δωματίου, όπου δεν υπήρχαν ούτε εργοστάσια, ούτε επιστάτες, ούτε μεγαλόσωμες ξανθές σπιτονοικοκυρές με σαρκώδη στήθη.

Η Νιτσέβο έκανε πολλή ώρα να πιει το γάλα της. Συχνά ο Λούτσιο αποκοιμιόταν προτού το τελειώσει. Ξυπνούσε αργότερα και την έβρισκε ζεστή δίπλα του, σήκωνε νυσταγμένος το χέρι και τη χάιδευε, κι ένιωθε τον ανεπαίσθητο παλμό της ραχοκοκαλιάς της καθώς γουργούριζε. Είχε αρχίσει να παχαίνει. Τα καπούλια της είχαν δέσει. Φυσικά, δεν είχε γίνει καμία δήλωση αγάπης εκ μέρους και των δύο, αλλά ο καθένας τους αισθανόταν ότι η επαφή που είχε τον άλλον θα διαρκούσε για όλη τη ζωή του. Ο Λούτσιο μιλούσε στη γάτα με νυσταγμένα μισόλογα. Ποτέ δεν είχε κατασκευάσει ιστορίες σαν αυτές που έγραφε στον αδερφό του, απλώς της διέψευδε όλες τις ανησυχίες που διακατείχαν τον ίδιο. Της έλεγε ότι δεν επρόκειτο να χάσει τη δουλειά του, ότι πάντα θα ‘τανε σε θέση να της προσφέρει γάλα το βράδυ και το πρωί να την αφήνει να κοιμάται στο κρεβάτι του. Της έλεγε ότι τίποτα ολέθριο δεν επρόκειτο να τους συμβεί και ότι δεν έπρεπε κι οι δύο να φοβούνται το παραμικρό. Ούτε ο ήλιος που ανέτελλε ολόλαμπρος κάθε πρωί απ’ την καρδιά του νεκροταφείου θα μπορούσε να διαλύσει τη μαγεία που είχανε μεταξύ τους.

Ένα βράδυ ο Λούτσιο αποκοιμήθηκε με το φως ανοιχτό. Η σπιτονοικοκυρά του, που έτυχε να έχει αϋπνία εκείνο το βράδυ, είδε το φως από τη χαραμάδα, ήρθε, χτύπησε την πόρτα του και μην παίρνοντας απάντηση, την άνοιξε. Βρήκε τον ξένο μικρόσωμο άντρα να κοιμάται στο κρεβάτι και τη γάτα κουλουριασμένη στο στήθος του. Το πρόσωπό του ήταν έντιμο και γερασμένο πριν την ώρα του, και τα μάτια του, όταν τα είχε ανοιχτά, τον έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο γερασμένος, όμως τώρα ήτανε κλειστά και το σώμα του ήταν ισχνό και άσπρο και λυμφατικό σαν μικρού παιδιού. «Δε μοιάζει και πολύ με άντρα» σκέφτηκε η σπιτονοικοκυρά. Αλλά ήθελε να διαπιστώσει τον ανδρισμό του. Κι ο Ρώσος αδύνατος ήτανε, χλωμός σαν πτώμα, και πάντα έβηχε λες κι ένα στράτευμα βαρβάρων τού ξέσκιζε τα σωθικά. Παρ’ όλα αυτά, ήτανε φλογερός και πολύ καλός εραστής, πράγμα που τον έκανε ν’ αποκτά και άλλη υπόσταση ως άνθρωπος. Θυμήθηκε λοιπόν το Ρώσο που έμενε πριν στο δωμάτιο, πλησίασε στο κρεβάτι, κατέβασε τη γάτα στο πάτωμα κι ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του κοιμισμένου. Ο Λούτσιο ξύπνησε και τη βρήκε να κάθεται δίπλα του, χαμογελώντας κι έχοντας επάνω της την έντονη μυρωδιά του κρεβατιού κι ανεπαίσθητα τη μυρωδιά του αλευριού. Το πρόσωπό της φάνηκε διπλό στα θολωμένα του μάτια. Δύο τεράστια λαμπερά φεγγάρια έπλεαν στην κεχριμπαρένια ατμόσφαιρα του δωματίου. Το χέρι της στον ώμο του τον έκαιγε, τον τρυπούσε, όπως κάποτε, όταν ήτανε παιδί, το δέρμα ενός ιδρωμένου αλόγου τού είχε τρυπήσει τα δάχτυλα όταν τ’ άγγιξε. Το στόμα της ήταν υγρό, η ζέστα του κόρφου της τον αγκάλιασε. Τα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία του τοίχου – πόσο μεγάλα ήτανε! Και μετά ο Λούτσιο βυθίστηκε πάλι στο σκοτάδι.

Όταν έφυγε η σπιτονοικοκυρά, ο Λούτσιο ξανακοιμήθηκε χωρίς να έχει πολυκαταλάβει αυτό που συνέβη μεταξύ τους. Αλλά τώρα αισθανότανε πιο άνετος και ξεκούραστος, και το κρεβάτι λες και είχε ανέβει πολύ ψηλά, πάνω από το σκοτάδι, πάνω από τις αλλεπάλληλες στέγες και τις τεράστιες καμινάδες της εργατούπολης, και τώρα ταξίδευε ελεύθερο στ’ αστέρια, που δεν ήτανε τόσο ψυχρά όσο δείχνανε, αλλά ζεστά, με μια ζεστασιά ανθρώπινη, αρωματισμένη μ’ αλεύρι…

Η ζωή στο σπίτι έγινε γλυκιά και φιλική για τον Λούτσιο.

Μερικές φορές όταν έμπαινε στο χολ του ισογείου, στις πέντε και τέταρτο κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, φώναζε δυνατά «Χάι-χο, γεια σ’ όλους σας, χάι-χο!». Η σπιτονοικοκυρά έβγαινε σαν μαστουρωμένη από το θόρυβο του ραδιοφώνου στο δωμάτιό της, με το σώμα της γεμάτο γλυκανάλατα τραγούδια: φεγγάρια, ρόδα, ουρανούς γαλανούς, απόβροχα με ουράνια τόξα, ηλιοβασιλέματα, κήπους, αιώνιες αγάπες! Χαμογελούσε ολόκληρη, άγγιζε το πλατύ μέτωπό της, και τ’ αριστερό της χέρι γλιστρούσε στο σώμα της, πιέζοντάς το εδώ κι εκεί και απολαμβάνοντας την τρυφερή της σάρκα, που ήθελε να τη μοιραστεί… Ναι, ναι φεγγάρια, εραστές, τραιντάφυλλα ακολουθούσανε τον Λούτσιο στη σκάλα, στην κρεβατοκάμαρά του και σκορπιζόντουσαν στο κρεβάτι, ένας τεράστιος σωρός από «Σ’ αγαπώ!» και «Να με θυμάσαι!» και «Θα συναντηθούμε στο φεγγαρόφωτο!». Το ραδιόφωνο γέμιζε τη σπιτονοικοκυρά σαν δεκαγάλονη νταμιτζάνα, που ο μικρόσωμος μελαχρινός άντρας απολάμβανε στον επάνω όροφο πριν από το βραδινό του.

Αλλά τα πρωινά στη δουλειά η ζωή του ήταν όλο και πιο κουραστική. Ο Λούτσιο πήγαινε στη δουλειά με πυρετώδη βιασύνη και η ανησυχία του όλο και μεγάλωνε όποτε ο επιστάτης σταματούσε πίσω από την πλάτη του. Το μουρμουρητό του, δυνατότερο κάθε φορά, ήτανε σαν μαχαιριά στην πλάτη του Λούτσιο: όλο το αίμα έφευγε από την πληγή και δύσκολα μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια του. Τα χέρια του πήγαιναν όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που χάνανε το ρυθμό τους, και οι μεταλλικές λουρίδες σφηνώνανε και το μηχάνημα ούρλιαζε θυμωμένο, διαψεύδοντας την αυταπάτη του ανθρώπου ότι αυτός είναι το αφεντικό.

– Να σε πάρει ο διάολος! φώναζε ο επιστάτης. Γιατί δεν προσέχεις ποτέ σου; Βαρέθηκα πια να σου φωνάζω, ό,τι πιάνεις με το χέρι σου το χαλάς!

Εκείνη τη νύχτα έγραψε στον αδερφό του ότι πήρε κι άλλη, πολύ γερή αύξηση. Μάλιστα του εσώκλεισε τρία δολάρια για γλυκά και τσιγάρα και του ανακοίνωσε ότι σκόπευε να προσλάβει κάποιο μεγάλο δικηγόρο για να ξανανοίξει την υπόθεση του Σίλβα και να την πάει, αν παραστεί ανάγκη, μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Στο μεταξύ» κατέληγε το γράμμα «εσύ να είσαι ήσυχος. Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς για τίποτα, σου δίνω το λόγο μου!».

Αυτό ήτανε και το λογύδριο που έβγαζε κάθε βράδυ στη γάτα.

Αλλά μερικές μέρες αργότερα ήρθε ένα γράμμα από τον επίτροπο των φυλακών του Τέξας, κάποιον με τ’ ασυνήθιστο όνομα Μόρτιμερ Τζ. Στώλκαπ, που του επέστρεφε τα χρήματα και λακωνικά του ανέφερε ότι ο κατάδικος αδερφός του, ο Σίλβα, σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε ν’ αποδράσει.

Ο Λούτσιο έδειξε το γράμμα στη φίλη του τη γάτα. Στην αρχή αυτή φάνηκε να το κοιτάζει αδιάφορη. Όμως μετά έδειξε ενδιαφέρον, έπαιξε το χαρτί με τη λευκή πατούσα της, νιαούρισε και δάγκωσε την άκρη του. Ο Λούτσιο άφησε το γράμμα να πέσει στο πάτωμα, κι η γάτα το έσπρωξε διακριτικά με τη μύτη και τις πατούσες της μακριά απ’ το χαλάκι.

Μετά από λίγο σηκώθηκε και της έδωσε το γάλα της, που είχε μάλλον ζεσταθεί αφού το δωμάτιο είχε τόσο καλή θέρμανση. Τα σώματα του καλοριφέρ έβραζαν. Η γλώσσα της άρχισε να γλείφει διακριτικά. Τα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία του τρεμόφεγγαν ανάμεσα στα δάκρυα που στέγνωνε η υπερένταση του μικρόσωμου άντρα.

Γυρίζοντας από το εργοστάσιο ένα βράδυ εκείνου του χειμώνα, του συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Υπάρχει ένα μέρος λίγα τετράγωνα πιο πέρα από το εργοστάσιο, μια καφετέρια που λέγεται «Η συνάντηση». Έξω απ’ αυτήν, το συγκεκριμένο βράδυ παραπατούσε ένας άντρας που έμοιαζε με ζητιάνο. Άρπαξε τον Λούτσιο απ’ το μανίκι και μετά από ένα παρατεταμένο και σταθερό βλέμμα, με μάτια που φλεγόντουσαν όπως ο ορίζοντας του νεκροταφείου, του είπε σοβαρά:

– Μη φοβάσαι όλους αυτούς τους μπάσταρδους. Φυτρώνουνε σαν τ’ αγριόχορτα και σαν τα ζιζάνια ξεριζώνονται. Αποφεύγουνε τη συνείδησή τους και δεν μπορούνε να μείνουνε ήσυχοι ούτε λεπτό. Πρόσεξε τον ήλιο! Ξεπροβάλλει κάθε πρωί απ’ το νεκροταφείο τους!

Τα λόγια του ξένου συνεχίσανε προφητικά γι’ αρκετή ώρα, κι όταν άφησε τελικά το μπράτσο του Λούτσιο, όπου είχε ακουμπήσει για να στηριχτεί, έφυγε και πήγε στην περιστρεφόμενη πόρτα απ’ όπου είχε βγει. Αλλά, προτού φύγει, του είπε κάτι που τον τάραξε.

– Ξέρεις ποιος είμαι; του φώναξε. Είμαι ο Παντοδύναμος Θεός!

– Τι; είπε ο Λούτσιο.

Ο γέρος κούνησε το κεφάλι και μόρφασε. Μετά τον αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι του και μπήκε στη φωτισμένη καφετέρια.

Ο Λούτσιο ήξερε πως ο γέρος ήτανε και πιωμένος και ψεύτης, όμως όπως όλοι οι άνθρωποι, μερικές φορές είχε την ικανότητα να πιστεύει ό,τι ήθελε να πιστέψει, πέρα από κάθε λογική. Έτσι, περάσανε πολλές νύχτες εκείνο τον άγριο χειμώνα κατά τις οποίες παρηγορούσε τον εαυτό του και τη γάτα με τα λόγια του γέρου. Μπορεί ο Θεός να ήταν ένοικος αυτής της πόλης που είχε παρεκκλίνει, αυτής της πόλης που τα σπίτια της έμοιαζαν μ’ αποξηραμένα περιβλήματα ακρίδας. Ο Θεός ήταν, όπως και ο Λούτσιο, μοναχικός και κατάπληκτος και μέσα Του αισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, όμως δεν μπορούσε να το διορθώσει, αισθανόταν κι Αυτός την απερίσκεπτη υπνοβασία του χρόνου και την εχθρότητα της τύχης, γι’ αυτό ήθελε να κρύψει τον εαυτό του σε χώρους γεμάτους φως και ζεστασιά.

Η Νιτσέβο η γάτα δεν είχε καμιά ανάγκη να της ανακοινώσει ο Λούτσιο πως ο Θεός είχε εγκατασταθεί σ’ αυτή τη βιομηχανική πόλη. Μόνη της είχε ανακαλύψει την παρουσία του δύο φορές: την πρώτη στο Ρώσο και μετά στον Λούτσιο. Αμφίβολο αν τους ξεχώριζε. Και οι δύο εκπροσωπούσανε την ίδια τεράστια ευσπλαχνία. Είχανε κάνει της ζωή της σίγουρη κι ευχάριστη. Την είχανε μαζέψει στο σπίτι τους από το δρόμο. Το σπίτι ήτανε ζεστό, με τα χαλιά και τα μαξιλάρια μαλακά. Αναπαυότανε πλήρως ικανοποιημένη, η δε ικανοποίησή της δεν ήταν μόνο τις νύχτες όπως του Λούτσιο, αλλά και τις ημέρες, μια ικανοποίηση διαρκής. (Ο Δημιουργός πρόσφερε ένα ανεκτίμητο προνόμιο στο ζωικό βασίλειο όταν χάρισε μόνο στον άνθρωπο την ικανότητα να σκέφτεται το μέλλον.) Η Νιτσέβο ως γάτα εξαρτούσε την ύπαρξή της από μια ρευστή στιγμή του χρόνου: κι εκείνη η στιγμή ήταν ωραία. Δεν πέρασε απ’ το μυαλό της γάτας ότι οι φυλακισμένοι επιχειρούν απόδραση από τις φυλακές του Τέξας και σκοτώνονται (και με το θάνατο τελειώνει η απόδραση μέσα στο όνειρο), ότι οι επίτροποι γράφουν ξερές επιστολές όπου ανακοινώνουν τέτοια γεγονότα, ότι οι επιστάτες μουρμουρίζουνε περιφρονητικά όταν στέκονται πίσω από εργάτες των οποίων τα δάχτυλα τρέμουν από το φόβο ότι θα κάνουν λάθος. Ότι τα μεταλλικά ελάσματα φωνάζουνε και κρατάνε μαστίγιο σαν αφέντες. Ότι οι άνθρωποι είναι τυφλοί, αν και νομίζουνε ότι βλέπουν καθαρά τα πράγματα, ότι ο Θεός κατέληξε να γίνει μέθυσος. Ναι, η Νιτσέβο δεν ήξερε ότι αυτό το περίεργο φαινόμενο, η γη, περιστρεφόταν αρκετά γρήγορα και ότι κάποια μέρα, χωρίς να το περιμένει κανένας, θα καταστρεφόταν.

Η Νιτσέβο γουργούριζε όταν τη χάιδευαν τα δάχτυλα του Λούτσιο, σε απόλυτη αντίθεση με τα γεγονότα που απειλούσαν τη συνύπαρξή τους: γι’ αυτό, ίσως, ο Λούτσιο την αγαπούσε τόσο πολύ.

Ήτανε τώρα μέσα Ιανουαρίου και κάθε πρωί ο αέρας άρπαζε με ακατάβλητη ανυπομονησία τους καπνούς του εργοστασίου και τους έφερνε νοτιοανατολικά της πόλης, πάνω ακριβώς απ’ το νεκροταφείο. Ο ήλιος ανέτελλε μέσα απ’ αυτούς τους καπνούς στις εφτά το πρωί, κόκκινος σαν το μάτι μεθυσμένου επαίτη, και κοίταζε ενοχοποιητικά, μέχρι να δύσει στην αντίθετη πλευρά, στο φουσκωμένο ποτάμι. Το ποτάμι που συνέχιζε την πορεία του, μολυσμένο, ντροπιασμένο, αποφεύγοντας να κοιτάξει αριστερά ή δεξιά, κυλώντας, κυλώντας σταθερά. Την τελευταία εβδομάδα του μήνα κατέφθασαν στην πόλη οι μέτοχοι για μια πολύ σοβαρή σύσκεψη. Γυαλιστερές, μαύρες, σαν σκαθάρια σε απεγνωσμένες περιπλανήσεις, κατέφθαναν με ταχύτητα οι λιμουζίνες στο εργοστάσιο. Ξερνούσαν τους παχύσαρκους επιβάτες τους σε εξώπορτες και περίμεναν ανήσυχες, σαν φωλιά κατσαρίδων, σε πάρκιν καλυμμένα με καρβουνόσκονη, στο πίσω μέρος του εργοστασίου.

Κανένας από τους εργαζομένους στο εργοστάσιο δεν ήξερε τι εκκολαπτόταν μέσα στην αίθουσα συσκέψεων. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να επωασθούν τ’ αυγά: μυστικά και γεννημένα κατά ομάδες, επωάζονταν αργά.

Να ποιο ήταν το πρόβλημα: παρατηρήθηκε μείωση των κερδών στο εργοστάσιο. Οι μέτοχοι έπρεπε ν’ αποφασίσουνε κάτι απ’ τα δύο: ή να ρίξουνε την τιμή του προϊόντος για να γίνει προσιτό σε μεγαλύτερη αγορά, ή να μειώσουνε την παραγωγή. Η απάντηση ήταν φανερή: θα μειώνανε την παραγωγή διατηρώντας τα ίδια περιθώρια κέρδους και θα περιμένανε να αυξηθεί η ζήτηση του προϊόντος. Αυτό συμφωνήθηκε. Τα κυλιόμενα μεταλλικά ελάσματα έλαβαν την εντολή να σταματήσουνε: σταματήσανε και οι εργάτες που στεκόντουσαν μπροστά τους. Το ένα τρίτο του εργοστασίου έκλεισε και οι άνθρωποι απολύθηκαν. Και μετά η φωλιά των κατσαρίδων εξαφανίστηκε απ’ το πάρκιν: το πρόβλημα είχε λυθεί.

Και ο Λούτσιο ήταν ένας απ’ αυτούς που απολύθηκαν.

Εκείνο το πρωί δόθηκαν απολύσεις σε εξήντα οχτώ άτομα. Δεν υπήρξε καμία διαμαρτυρία, καμία διαδήλωση, καμία θυμωμένη φωνή. Λες και οι εξήντα οχτώ εργάτες το περίμεναν ότι κάποτε θα συμβεί αυτό. Μπορεί στην κοιλιά της μητέρας τους οι φλέβες που τους έτρεφαν να τους τραγουδούσανε στ’ αυτιά το ίδιο μονότονο τραγούδι: «Θα χάσεις τη δουλειά σου, θα σε διώξουνε, θα σου στερήσουνε το ψωμί σου!».

Εκείνο το πρωί η πόλη έμοιαζε με λαμπερή έρημη χώρα. Όλη την εβδομάδα έριχνε χιόνι, ελαφρύ πυκνό χιόνι. Αλλά τώρα ο ήλιος έλαμπε. Κάθε κρύσταλλο ακτινοβολούσε γεμάτο ζωή. Οι στέγες άστραφταν. Οι ολισθηροί στενοί δρόμοι ήτανε λαμπεροί σαν βέλη.

Στην ψυχή του Λούτσιο δύο πράγματα αντιπαλεύανε: Το ένα να βρει τη σύντροφό του τη γάτα. Το δεύτερο να χαλαρώσει το σώμα του απ’ αυτή τη φοβερή ένταση, να πέσει, να παρασυρθεί και να κυλήσει στο ποτάμι.

Κατάφερε να περπατήσει μέχρι την καφετέρια «Η συνάντηση».

Εκεί τον βρήκε ο άνθρωπος που είχε ξαναδεί, ο ξένος που έμοιαζε με ζητιάνο, εκείνος που είχε δηλώσει Θεός.

Έξω από τη γυάλινη περιστρεφόμενη πόρτα του καταστήματος στεκόταν ο άγνωστος με μια σακούλα γεμάτη άδεια μπουκάλια μπίρας, που δεν του τα ‘παιρναν πίσω διότι δεν είχαν αγοραστεί από εκεί.

– Σαν τα ζιζάνια, επαναλάμβανε σκυθρωπός, σαν επιβλαβή ζιζάνια!

Με το άλλο χέρι, που δεν ήτανε φορτωμένο, έδειχνε νοτιοανατολικά.

– Κοίταξε τον ήλιο. Ανατέλλει απ’ το νεκροταφείο.

Τα σάλια του έλαμπαν στη φοβερή λιακάδα του πρωινού.

– Σφίγγω τη γροθιά μου, κι αυτή είναι η γροθιά του Θεού.

Τότε είδε τον απολυμένο εργάτη μπροστά του.

– Από πού έρχεσαι; τον ρώτησε.

– Από το εργοστάσιο, απάντησε αδύναμα ο Λούτσιο.

Το θυμωμένο βλέμμα στα κατακόκκινα μάτια του ξένου έγινε πιο έντονο.

– Το εργοστάσιο, το εργοστάσιο! μούγκρισε.

Τα μικρά μαύρα παπούτσια του, στερεωμένα με κολλητική ταινία και χαρτιά, πλατσούριζαν στις λάσπες καθώς προχωρούσε.

– Απληστία και βλακεία! φώναξε. Αυτά είναι τα δύο σκέλη του σταυρού που με καρφώσανε!

Ένα φορτηγό γεμάτο σίδερα πέρασε με θόρυβο, πετώντας χιόνια στα πλάγια.

Το πρόσωπο του γέρου συσπάστηκε από οργή.

– Ψέματα, ψέματα, ψέματα, ψέματα! φώναξε. Καλύψανε τα σώματά τους με ψέματα και δεν ανέχονται να τους πλύνει κανένας! Θα έπρεπε να τους τρίψουμε άγρια, θα έπρεπε να μην τους αφήσουμε δέρμα πάνω τους, μόνο την πέτσα της απληστίας τους! Καλά, καλά, άσ’ τους! Άσ’ τους να ‘χουνε πιο πολλά, ακόμα πιο πολλά! Κάμπιες είναι και ψείρες. Να σκάψουμε το νεκροταφείο και να τους θάψουμε βαθιά για να μη μας βρωμάνε πια!

Τα λόγια αυτής της κατάρας καλύφτηκαν απ’ το θόρυβο άλλου φορτηγού, αλλά ο Λούτσιο τ’ άκουσε όλα. Σταμάτησε δίπλα του. Το πάθος του ξένου ήτανε τόσο μεγάλο, που του φύγανε τα μπουκάλια απ’ το χέρι. Μαζί σκύψανε στο πεζοδρόμιο και τα μαζέψανε, σοβαροί κι αμίλητοι σαν παιδιά που μαζεύουνε λουλούδια. Όταν τελειώσανε, ο ξένος έφτυσε το φλέμα που τον έπνιγε, άρπαξε τον Λούτσιο απ’ το μπράτσο και τον κοίταξε άγρια.

– Πού πάς; τον ρώτησε.

– Σπίτι, απάντησε ο μικρόσωμος άντρας. Πηγαίνω στο σπίτι μου.

– Ναι, να πας στο σπίτι σου, είπε ο ξένος. Πίσω στα σπλάχνα της γης. Αλλά όχι για πάντα. Οι ταπεινοί δεν καταστρέφονται εύκολα, οι ταπεινοί συνεχίζουν!

– Συνεχίζουν; απόρησε ο Λούτσιο. Πού;

– Πού; είπε ο προφήτης. Πού; Α, δεν ξέρω, πού! Άρχισε να κλαίει με λυγμούς τόσο δυνατά, που του ξανάπεσαν τα μπουκάλια. Κι αυτή τη φορά, όταν ο Λούτσιο έσκυψε να τον βοηθήσει, η δύναμη έφυγε ξαφνικά από μέσα του και τον άφησε μόνο, σχεδόν άψυχο στο πεζοδρόμιο έξω από την καφετέρια, όπου το χιόνι όσο πήγαινε και βρωμιζόταν.

– Μεθυσμένος, είπε ο γεροδεμένος αστυνομικός.

Ο άνθρωπος που αυτοαποκαλείται Θεός διαμαρτυρήθηκε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Ειδοποιήθηκε το κάρο και τον έριξαν μέσα.

«Νιτσέβο, Νιτσέβο» ήτανε το μόνο που μπορούσε να πει όταν τον ρωτούσανε πού βρίσκεται το σπίτι του. Έτσι τον πήρανε.

Για μια σχεδόν ώρα ο άνθρωπος που αυτοαποκαλείται Θεός έμεινε στη γωνία έξω από την καφετέρια. Κάτι φαινότανε να τον βασανίζει. Τέλος, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα και πήγε στην πιο κάτω μπιραρία.

Πώς λέγεσαι; Από τι πέθανε η μητέρα σου; Βλέπεις όνειρα το βράδυ;

Όχι, όχι, όχι! Ούτε όνομα ούτε μητέρα ούτε όνειρα. Αφήστε με ήσυχο, σας παρακαλώ.

Ήτανε πολύ κακός ασθενής. «Αρνείται να συνεργαστεί», αποφάνθηκαν οι γιατροί.

Τελικά μετά από μια βδομάδα τον έδιωξαν. Ο Λούτσιο γύρισε κατευθείαν στο σπίτι που είχε νοικιάσει. Η πόρτα ήτανε ξεκλείδωτη. Το χολ ήταν παγωμένο και σιωπηλό.

Πού ήταν η γάτα; Όχι εδώ, γι’ αυτό ήτανε σίγουρος. Αν ήταν εδώ θα ένιωθε την ανάσα της μέσα στην ησυχία. Θα υπήρχε κάτι υγρό και ζεστό στην ατμόσφαιρα, σαν τη μήτρα της μητέρας.

Η κυρία Χάτσεσον τον άκουσε και ήρθε από το πίσω μέρος του σπιτιού όπου το ράδιο έλεγε ένα γνωστό τραγούδι.

– Έμαθα ότι σ’ απολύσανε, είπε μόνο.

Ήταν εύκολο στον Λούτσιο να διαπιστώσει πως τα τριαντάφυλλα και τα φεγγαρόφωτα είχαν τελειώσει και τώρα επικρατούσε άλλη αυστηρότητα. Τώρα το ύφος της σπιτονοικοκυράς είχε γίνει εχθρικό.

Ο Λούτσιο έκανε να πάει προς τη σκάλα, όμως αυτή του έφραξε το δρόμο.

– Το δωμάτιο νοικιάστηκε, του είπε.

– Ω!

– Δεν με παίρνει να έχω άδεια δωμάτια.

– Καταλαβαίνω.

– Πρέπει να ‘μαστε ρεαλιστές, έτσι δεν είναι;

– Ναι.

– Όλοι πρέπει να ‘μαστε ρεαλιστές. Έτσι είναι.

– Μάλιστα… Και πού είναι η γάτα;

– Η γάτα; Την έδιωξα την Τετάρτη.

Για πρώτη φορά ο Λούτσιο ένιωσε να φουντώνει μέσα του θυμός, διάθεση για διαμαρτυρία.

– Όχι, όχι, όχι, φώναξε.

– Ησύχασε! του είπε η γυναίκα. Τι νομίζεις ότι είμαι; Λες να έχω τη διάθεση να κάνω και τη νοσοκόμα σ’ ένα άρρωστο κοπρόγατο;

– Άρρωστο; ψέλλισε ο Λούτσιο.

– Ναι, του απάντησε η γυναίκα.

– Τι έπαθε;

– Πού να ξέρω; Φώναζε όλη τη νύχτα κι αναστάτωνε τον κόσμο. Γι’ αυτό την έδιωξα.

– Πού πήγε;

Η γυναίκα γέλασε βραχνά.

– Πού πήγε! Πώς στα κομμάτια να ξέρω εγώ πού πήγε η βρωμόγατα. Μπορεί να πήγε στο διάολο!

Γύρισε το παχύσαρκο σώμα της κι ανέβηκε τη σκάλα. Η πόρτα του πρώην δωματίου του Λούτσιο ήταν ανοιχτή. Η γυναίκα μπήκε. Μια αντρική φωνή πρόφερε τ’ όνομά της και η πόρτα έκλεισε.

Ο Λούτσιο βγήκε απ’ το σπίτι του εχθρού.

Ήξερε ότι το παιχνίδι ουσιαστικά είχε τελειώσει. Ναι, μπορούσε να δει τώρα όλη τη ζωή του.

Τώρα δεν αισθανόταν ούτε φόβο ούτε οίκτο για τον εαυτό του, ούτε καν λύπη για τίποτα.

Πήγε στη γωνία κι έστριψε από ένστικτο προς τα κάτω.

Και τότε συνέβη για μία ακόμα και τελευταία φορά στη ζωή του ένα μεγάλο γεγονός: μια πράξη Θεού.

Στην είσοδο μιας αυλής, κοντά στο μέρος όπου στεκόταν, είδε να κουτσαίνει κακοπαθημένη η χαμένη σύντροφός του. Η γάτα! Ναι. Η Νιτσέβο!

Στάθηκε ακίνητος κι άφησε τη φίλη του να τον πλησιάσει. Το έκανε αλλά με μεγάλη δυσκολία. Τα μάτια των δυο τους είχανε γίνει σκοινιά που τους τραβούσανε κοντά παρά την αντίσταση του σώματος. Διότι η γάτα ήταν πληγωμένη και μετά βίας προχωρούσε.

Η προσέγγιση γινόταν βαθμιαία, όμως συνεχιζόταν. Κι όλην αυτή την ώρα τα μάτια της γάτας έμεναν καρφωμένα πάνω του.

Τα κεχριμπαρένια μάτια της τον κοιτούσανε με την ίδια αξιοπρεπή τυφλή αφοσίωση, λες κι ο Λούτσιο είχε γυρίσει μετά από λίγα λεπτά απουσίας κι όχι μετά από μέρες γεμάτες πείνα, συμφορές, παγωνιά.

Ο Λούτσιο έσκυψε και τη μάζεψε στην αγκαλιά του. Τώρα είδε γιατί κούτσαινε: το ένα της πόδι ήτανε λιωμένο. Θα πρέπει να ήταν αρκετές μέρες σ’ αυτή την κατάσταση. Το πόδι είχε κακοφορμίσει, είχε μελανιάσει και μύριζε απαίσια. Το σώμα της στην αγκαλιά του ήτανε σαν ένα ματσάκι κόκαλα, κι ο ήχος που έκανε για να τον καλωσορίσει ήτανε λιγότερος από ήχο. Πώς είχε συμβεί αυτή τραγωδία; Η Νιτσέβο δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ούτε κι αυτός μπορούσε να της εξηγήσει τι είχε συμβεί. Δεν μπορούσε να περιγράψει τον επιστάτη που τον παρακολουθούσε και του μουρμούριζε, την ήρεμη ανωτερότητα των γιατρών, τη σπιτονοικοκυρά του, εκείνη την ξανθιά βρωμιάρα που η επιθυμία της ήτανε πανεύκολο να κορεσθεί απ’ οποιονδήποτε άντρα.

Ο Λούτσιο ήξερε πως η γάτα δε θα ζούσε. Κι αυτή το ήξερε. Τα μάτια της ήταν κουρασμένα και σκοτεινά: είχε σβήσει μέσα τους εκείνη η ρωμαλέα φλόγα που σημαίνει πόθο για ζωή και που είναι το μυστικό για την επιβίωση. Ναι, τα μάτια της ήταν σβησμένα. Το κεχριμπάρι τους ήτανε γεμάτο μ’ όλα τα μυστικά και τις θλίψεις με τις οποίες ο κόσμος απαντάει στα συνεχή ερωτήματά μας. Μοναξιά, ναι. Και πείνα, έκπληξη, πόνος. Όλα μέσα στα μάτια της, που θέλανε τώρα πια να κλείσουνε με όσα είχαν μαζέψει μέσα τους.

Ο Λούτσιο κατηφόρισε το καλντερίμι με τη γάτα στην αγκαλιά του. Εύκολη κατεύθυνση. Όλη η πόλη έγερνε προς τα εκεί.

Ο αέρας είχε γίνει μαύρος, είχε χαθεί η αντανάκλαση του ήλιου στο χιόνι. Ο αέρας έπαιρνε την καπνιά και την έστελνε μαλακά στις στέγες των σπιτιών. Έκανε κρύο και η καπνιά σκοτείνιαζε τα πάντα. Ο αέρας κλαψούριζε σαν λεπτό σύρμα που τεντώνεται.

Ψηλά στο ανάχωμα του ποταμού πέρασε ένα φορτηγό. Ήτανε φορτωμένο με ράβδους μετάλλου. Το προϊόν απ’ το σιδηρουργείο του εργοστασίου που μεταφερόταν αλλού, μακριά, καθώς η γη απέστρεφε το ένα μάγουλό της μετά το δυνατό χαστούκι του ήλιου και πρόσφερε το άλλο.

Ο Λούτσιο μίλησε στη γάτα καθώς τα νερά τους σκεπάζανε.

– Σύντομο θα είναι, της ψιθύρισε. Πολύ σύντομο, πολύ, πολύ σύντομο!

Για μία και μοναδική στιγμή η γάτα πήγε ν’ αντιδράσει: έμπηξε τα νύχια της στον ώμο και στο μπράτσο του. Μία μοναδική στιγμή αμφιβολίας: Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες; Μετά πέρασε η στιγμή της έντασης και η πίστη ξαναγύρισε στη γάτα.

Και παρασύρθηκαν απ’ τα νερά του ποταμού κι οι δυο τους μακριά. Μακριά από την πόλη, πολύ μακριά από την πόλη, όπως η καπνιά που παρέσυρε ο άνεμος από τις καμινάδες.

Εντελώς μακριά.

-ΤΕΛΟΣ-

* Σημείωση: «Η κατάρα» [«The Malrdiction»] άρχισε να γράφεται το 1941, δημοσιεύθηκε το 1945 και συμπεριελήφθη στη συλλογή «One Arm» το 1948.

eirini aivaliwtou«Η κατάρα» (Τενεσσή Ουίλλιαμς)
Περισσότερα

Πριν από τις γάτες του Διαδικτύου: Ευρήματα για Αιλουροειδή από τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένα κατοικίδιο εξαιρετικά δημοφιλές στο Διαδίκτυο η γάτα, και μια έμπνευση για κουράγιο -ειδικά όταν είσαι ταγμένος στην κάστα των cat persons. Σήμερα τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης του Ινστιτούτου Smithsonian υπενθυμίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο που η γάτα είχε στην τέχνη από πάντα.

Τους αμέτρητους τρόπους, με τους οποίους οι γάτες απεικονίζονται σε σπάνια έγγραφα όπως σκίτσα και σχέδια, επιστολές και φωτογραφίες από τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 διερευνά η έκθεση «Before Internet Cats: Feline Finds from the Archives of American Art» (Πριν από τις γάτες του Διαδικτύου: Ευρήματα για Αιλουροειδή από τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης) στην γκαλερί Lawrence A. Fleischman, στην Ουάσινγκτον.

Είτε εκφραστικές είτε απόμακρες, οι αντιφατικές διαθέσεις τους τις καθιστούν συναρπαστικές μούσες των καλλιτεχνών. Οι γάτες είναι συχνά τα παιχνιδιάρικα θέματα έργων τέχνης, τα χιουμοριστικά θέματα συνομιλίας, οι ανεξάρτητοι σύντροφοι στα ατελιέ και τα αγαπημένα μέλη της οικογένειας. Τα αρχεία που παρουσιάζονται στην έκθεση αντανακλούν τη διαρκή γοητεία που ασκούν οι γάτες, αναφέρουν οι διοργανωτές της.

Σε σκίτσα, σχέδια, επιστολές, καρτ-ποστάλ, περιοδικά και φωτογραφίες πολύ πριν τα βίντεο με γάτες αρχίσουν να κυριαρχούν στο Διαδίκτυο, καλλιτέχνες εκφράζουν την αγάπη τους για τα αιλουροειδή.

Οι γάτες είναι αυτόνομα πλάσματα, αλλά δεν είναι τυχαίο που πολλοί καλλιτέχνες δημιουργούν με μία γάτα στο πλευρό τους. Είναι εξαιρετική παρέα σε ένα ατελιέ, μερικές φορές γίνονται αβρές μούσες, κάποιες φορές αποδιοργανώνουν, αλλά ποτέ δεν ασκούν κριτική στο έργο του καλλιτέχνη, ανέφερε η επιμελήτρια της έκθεσης Μέρι Σάβιγκ.

Μία από τις αγαπημένες της ανακαλύψεις στα Αρχεία Τέχνης, όπως τόνισε, είναι το ανέκδοτο χειρόγραφο της ιστορικού τέχνης Ελίζαμπεθ Μακόουσλαντ με μία φανταστική συνομιλία της με την αγαπημένη της γάτα, Μαρτς Λάιον. Η γάτα είχε το πρώτο πάρτι γενεθλίων της το 1950 και επίσης κάρτα γενεθλίων από ακουαρέλες, έργο του επιμελητή μουσείων Τσαρλς Μπέκλεϊ.

Στην έκθεση παρουσιάζονται μεταξύ άλλων έργα των Ζερτρούντ Άμπερκρομπι, Τζέι Ντέφο, Τζάσπερ Τζονς, Μαρκ Γκριν, Χέντα Στέρνε, Λουίζ Νίβελσον, Μπεατρίς Γουντ.

Με περισσότερα από είκοσι εκατομμύρια τεκμήρια, το Αρχείο Αμερικανικής Τέχνης είναι το μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο παγκοσμίως αφιερωμένο στην καταγραφή τής ιστορίας των εικαστικών τεχνών στις ΗΠΑ.

Η έκθεση στην γκαλερί Lawrence A. Fleischman θα διαρκέσει έως τις 29 Οκτωβρίου 2017.

  • Πηγή: CNN

 

 

eirini aivaliwtouΠριν από τις γάτες του Διαδικτύου: Ευρήματα για Αιλουροειδή από τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης
Περισσότερα

Πέτρος Φούρναρης – Ὁ Κα­λι­γού­λας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μεσημέρι: καυ­τὸς ὁ ἥ­λιος. Μα­ζεύ­ω τὰ μα­γιό μας γιὰ νὰ φύ­γου­με, ὅ­ταν βλέ­πω τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ποι­ή­τρια, μὲ μιὰ ρόμ­πα πά­νω της, νὰ γέρ­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἀ­πὸ σα­νί­δες καὶ νὰ φω­νά­ζει μὲ κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νὴ ἕ­να ὄ­νο­μα. Ἀ­νε­βαί­νω τὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἀμ­μου­διὰ ἀ­πὸ τὸ δρο­μά­κι καὶ τὴν ρω­τῶ τί ψά­χνει.
«Ἕνα γά­το» μοῦ λέ­ει, «Λεί­πει τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα. Ἦρ­θε, τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου, μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα κι ἔ­φυ­γε, δὲν ξα­να­φά­νη­κε.»
«Τί χρῶ­μα ἔ­χει;»
«Σκοῦρο κα­φε­τί, μὲ λί­γο χρυ­σα­φὶ καὶ λί­γο ἄ­σπρο. Μὲ χρυ­σα­φέ­νια μά­τια.»
Γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σω ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ σκαρ­φα­λώ­σω τὸ φρά­χτη, νὰ μπῶ στὸ ψη­λὸ σπί­τι νὰ ψά­ξω τὸ γά­το, δὲν τὸ ἄν­τε­χα νὰ τὴ βλέ­πω τό­σο δυ­στυ­χι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε μ’ ἕ­να βλέμ­μα λί­γο χα­μέ­νο.
«Τί ὡ­ραῖα», μοῦ λέ­ει, «οἱ ξέ­νοι φέ­τος στὸ νη­σί μας, καὶ τί εὐ­γε­νι­κοί. Χτὲς τὸ βρά­δυ φο­ροῦ­σα ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα, πέ­ρα­σε ἕ­νας Βρε­τα­νὸς καὶ μοῦ λέ­ει: τί ὡ­ραί­α ποὺ εἶ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸ λευ­κὸ φό­ρε­μα! Χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα πά­λι, με­τὰ τὰ ψώ­νια, ἔ­κα­να ὠ­το­στὸπ γιὰ νὰ γλι­τώ­σω τὰ ἕ­ξι εὐ­ρὼ γιὰ τὴν κούρ­σα καὶ μὲ πῆ­ραν ἕ­να ζευ­γά­ρι Γάλ­λων. Τί εὐ­γε­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι! Πι­ά­σα­με κου­βέν­τα γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, μι­λή­σα­με γιὰ τὸν Κα­λι­γού­λα, τὴ με­τά­φρα­ση. Θυ­μό­μουν ἀ­κρι­βῶς ἕ­να στί­χο κά­που στὴν ἀρ­χή. Ce soir la nuit est lourde comme le chagrin humain: αὐ­τὴ ἡ νύ­χτα εἶ­ναι βα­ριὰ σὰν τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Καὶ στὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες ἐ­ξαί­σιος στί­χος, ἀλ­λὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι πιὸ ὡ­ραῖ­ος για­τί ἔ­χει πιὸ πολ­λὰ φω­νή­εν­τα.» Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ με­τρᾶ τὶς συλ­λα­βές του: «Ἀ-πό-ψε-ἡ-νύ-χτα-εἶ-ναι-βα-ριά-σὰν-τὸν-ἀν-θρώ-πι-νο-πό-νο. Φύ­γε­τε, φύ­γε­τε, μὴν σᾶς κρα­τῶ ἄλ­λο.» Καὶ κοι­τοῦ­σε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.
Γυρ­νά­ει πά­λι καὶ μᾶς λέ­ει: «Ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­στο­λὴ στὴν Μέρ­κελ, καὶ μιὰ στὸ γερ­μα­νι­κὸ κοι­νο­βού­λιο. Πῶς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ Εὐ­ρώ­πη: ὁ πο­λι­τι­σμός! Ὄ­χι μό­νο τα λε­φτά.»
«Μὰ τὸ ξέρου­νε» τῆς λέ­ω, «Τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦν σκό­πι­μα.»
«Ὄχι, δὲν τὸ ξέ­ρου­νε… Καὶ εἶ­μαι λί­γο θυ­μω­μέ­νη μὲ τοὺς ἐ­δῶ Ἰ­τα­λούς. Ὅ­λο γιὰ τὸν πό­λε­μο συ­ζη­τᾶ­νε. Μὰ τί θέ­λουν ἐ­πι­τέ­λους; Δὲν τὸν κά­να­με ἐ­μεῖς τὸν πό­λε­μο, αὐ­τοὶ τὸν κά­να­νε, καὶ ἀν­τὶ νὰ μὴ μι­λᾶ­νε, ποὺ χά­σα­νε κι­ό­λας, ἔ­χουν φω­νά­ξει πά­λι τοὺς κα­θη­γη­τές τους ἀ­πὸ τὰ πα­νε­πι­στή­μια, καὶ ξα­νὰ συ­νέ­δρια ἐ­πὶ συ­νε­δρί­ων.»
Τὰ γα­λα­νά της μά­τια πε­τοῦ­σαν σπί­θες κα­τα­με­σή­με­ρα. Τὴν κα­λέ­σα­με στὴν ἔκ­θε­ση, θὰ ‘ρθεῖ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὶς ὀ­χτώ. Κα­θὼς φεύ­γα­με τὴν ἄ­κου­γα νὰ φω­νά­ζει μὲ τὴν κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νή της: «Κα­λι­γού­λα, Κα­λι­γού­λα. Ποῦ εἶ­σαι Κα­λι­γού­λα…».
11-8-2016

Πηγή: Πλανόδιον.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

  • Πίνακας: Théophile Alexandre Steinlen (1859 – 1923)
eirini aivaliwtouΠέτρος Φούρναρης – Ὁ Κα­λι­γού­λας
Περισσότερα

Μια γάτα για τον Λέλο Λίβα. Διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια γάτα για τον Λέλο Λίβα

Του Ανδρέα Αποστολίδη

C.F. Tunnicliffe (1901-1979)

Είμαστε στα 1979, λίγες μέρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Ζαππείου. Ο Λέλος Λίβας δεν είχε έξι μήνες που άφησε το Σώμα της Αστυνομίας, στο οποίο υπηρετούσε δεκαπέντε συνεχόμενα έτη.

Παραιτήθηκε μόλις είδε πως στις τελευταίες κρίσεις το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στις προαγωγές. Θα άνοιγε το δικό του γραφείο ερευνών. Είχε βάλει μερικά λεφτά στην άκρη, καθώς δεν ήταν παντρεμένος και εκτός από την ηλικιωμένη μητέρα του δεν είχε άλλο στόμα να θρέψει.

Έτσι κι έγινε. Το άνοιξε το γραφείο. Και τώρα αισθανόταν μεγάλη ανακούφιση. Βέβαια σε αυτούς τους έξι μήνες δεν είχε πετύχει ακόμα την καλή υπόθεση που θα τον έκανε γνωστό.

Το γραφείο του το είχε στην οδό Αβέρωφ, η οποία θύμιζε τον στιβαρό πολιτικό τού υπουργείου Εθνικής Αμύνης, που ήταν και πονηρούτσικο άτομο συνδυασμός ευνοϊκός, πίστευε, για τους υποψήφιους πελάτες Γραφείου Ερευνών!

Ήταν βέβαιος ότι είχε κάνει τη σωστή κίνηση.

Εκείνη την ημέρα είχε φθάσει μεσημέρι, όταν το τηλέφωνο χτύπησε για πρώτη φορά. Ο Λέλος το σήκωσε. «Γραφείο Ερευνών – Λέλος Λίβας και συνεργάτες – Αβέρωφ 12 – ακούω».

«Κοιτάξτε κύριε Λίβα, σας θέλω για ένα λεπτό θέμα και λίγο περίεργο».

Ήταν μια γυναικεία φωνή βραχνή από τσιγάρο ή φαρυγγίτιδα. Ο Λέλος σκέφτηκε ότι διέθετε υπολείμματα αισθησιακότητας που παρέπεμπαν στον μεσοπόλεμο.

«Γύρω στα εβδομήντα την κάνω», κατέληξε μέσα του.

«Ε, με ποιαν έχω την τιμή να συνομιλώ;».

«Ζαζί, λέγομαι Ζαζί Μορώνη».

«Χάρηκα πολύ, σας ακούω… είμαι όλος αυτιά».

«Πρόκειται, όπως σας είπα, για λεπτό θέμα».

«Για τα λεπτά και περίεργα θέματα δουλεύουμε κυρία μου».

«Ωραία. Λοιπόν, πρόκειται για τη μοναδική αγαπημένη μου… χάθηκε ή μάλλον υποψιάζομαι δολοφονία από ένα κτήνος».

Ο Λέλος έμεινε κόκαλο. Παύση. Εντατική σκέψη. «Πρέπει να το παίξω καθαρός από την αρχή»…

«Είστε στη γραμμή κύριε Λίβα;».

«Μάλιστα… Μήπως για ένα φονικό θα ήταν δέον να απευθυνθείτε πρώτα στο οικείο αστυνομικό τμήμα;».

«Ξέρετε να είναι αποτελεσματικό κάτι τέτοιο, ξέρετε από την πείρα σας το οικείο μου αστυνομικό τμήμα να διαθέτει άτομα με την απαιτούμενη καλλιέργεια και ευαισθησία για μια τέτοια έρευνα; Όχι, πείτε μου;». Η κυρία Μορώνη φαινόταν εκνευρισμένη.

«Νομίζω ότι υπάρχουν αστυνομικοί με κάποιο επίπεδο. Και εγώ από την οικογένεια της αστυνομίας προέρχομαι, δεν σας το κρύβω».

«Δηλαδή, δεν θα αναλάβετε τις έρευνες για τη Μιμή;».

«Είναι το όνομα της ψυχοκόρης σας;».

«Εύστοχα το θέσατε, γιατί η Μιμή για μένα είναι ή ήταν σαν ψυχοκόρη». Η διάθεση της κυρίας Ζαζί Μορώνη είχε φτιάξει.

«Για εξηγήστε μου αυτό το σαν να μπω καλύτερα στο νόημα».

«Ήταν σαν άνθρωπος, τέτοια ευαισθησία, τέτοια κατανόηση, τέτοια υπακοή, τέτοια τρυφερότητα, τέτοια αγάπη και τόση ομορφιά…».

«Καλλονή;».

«Του Σιάμ. Τέλειο τρίχωμα, σταχτί μάτια, φουντωτή ουρά και καθαρή, σαν πριγκίπισσα».

Ο Λέλος σκέφθηκε γρήγορα: «Θα τρελαθώ, αλλά νομίζω ότι μου μιλάει για γάτα».

«Ετών;».

«Μόνον οκτώ».

«Να σας ρωτήσω κάτι, κυρία Μορώνη μου; Πώς με βρήκατε;».

«Μα από τον κατάλογο, φυσικά».

«Και γιατί εμένα; Οι συνάδελφοι είναι πολλοί».

«Α… να σας απαντήσω με κάθε ειλικρίνεια. Το κατάστημά σας είναι στην οδό Αβέρωφ και στον Χρυσό Οδηγό την έχετε με κεφαλαία. Με την οικογένεια ήμασταν φίλοι, από την πλευρά του πατρός μου, πτεράρχου Αριστοβούλου Σερέτη».

«Κοιτάξτε, τα κατοικίδια ζώα δεν θα έλεγα πως είναι ο τομέας του Γραφείου. Τα νυχτερινά κέντρα ή ένας χαμένος σύζυγος είναι πιο κοντά στο ρεπερτόριό μας».

«Οπότε;».

«Οπότε…». Ο Λέλος σκέφθηκε να θέσει μια τελευταία ερώτηση. «Οπότε… πού μένετε;».

«Στην οδό Κιουρύ, στην Κηφισιά».

Η Κηφισιά ήταν κάτι που έβαλε σε σκέψεις τον Λίβα. Εκτός από μια υπόθεση διαζυγίου στη Θήβα δεν είχε τίποτα άλλο εδώ και δύο εβδομάδες. «Λες Λέλο να βάλεις νερό στο κρασί σου», σκέφθηκε.

«Νομίζω ότι πρέπει να τα πούμε από κοντά», επενέβη η Ζαζί Μορώνη.

«Κι εγώ», έκανε με σβησμένη φωνή ο Λέλος Λίβας.

Παράγγειλε διπλό φραπέ στο καφενείο τού απέναντι ισογείου, λέγοντας ότι τον θέλει σκέτο. «Ναι, μαυροζούμι και γρήγορα».

Η Βίλα Ακακία είχε μια μάντρα ψηλή. Ο Λέλος κοίταξε μέσα από την εξωτερική καγκελόπορτα. Όλα τα παράθυρα ήταν σφαλισμένα εκτός από ένα στο ισόγειο και ένα στον δεύτερο όροφο πίσω από μια βεράντα. Η βλάστηση του κτήματος ήταν πλούσια ­ όλο αγριομολόχες, χαμομήλια, τσουκνίδες και χόρτα του βουνού.

Δεξιά της Βίλας Ακακίας υπήρχε ένα μισοφτιαγμένο πιο μοντέρνο χτίσμα, ίσιο με δύο ημιτελείς προσθήκες δεξιά αριστερά. Πανωσήκωμα δεν προβλεπόταν. Έμοιαζε και αυτή η κατοικία να υπολειτουργεί. Ένα λυκόσκυλο περιφερόταν σαν να ήταν ο άρχοντας του σπιτιού.

Αριστερά της Ακακίας υπήρχε ένα άδειο οικόπεδο, που κύκλωνε από την πίσω μεριά και το γειτονικό σπίτι. Η εξωτερική μάντρα ήταν μισογκρεμισμένη και στην πίσω ξερολιθιά, στο βάθος, είχε σχηματιστεί με κιμωλία ένα τέρμα για ποδόσφαιρο. Λίγο πιο πέρα ξεκινούσε μια πυκνή συστάδα πεύκων και στην πλευρά προς το σπίτι με τον σκύλο υπήρχε μια σειρά από σκονισμένες πικροδάφνες.

Ο Λίβας, μετά την πρώτη αυτή αυτοψία, επέστρεψε στην καγκελόπορτα της Ακακίας. Είχε ένα κουδούνι φιλντισένιο, όπως κατάλαβε, όταν έξυσε με το νύχι τη λίγδα του. Το πάτησε.

Στον χορταριασμένο κήπο φάνηκε μια υπηρέτρια. «Έρχομαι, έρχομαι» φώναζε από μακριά.

Πριν ανοίξει τη σιδερένια εξώπορτα, η υπηρέτρια ρώτησε:

«Είστε της Ασφάλειας;».

«Όχι, είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ», αποκρίθηκε ο Λίβας.

«Ωραία, πέρασε».

Ο ενικός του χάλασε κάτι από τη σκαμπρόζικη διάθεσή του, όπως και η υποψία του ότι η Μορώνη είχε επικοινωνήσει τελικά με το τμήμα. «Να δεις που θα με μπλέξει με τους μπάτσους και θα γίνω ρεζίλι», μονολόγησε.

Βαδίζοντας στον μικρό χωματόδρομο, αισθάνθηκε ανησυχία. Διέκρινε μια μισόξερη λιμνούλα στ’ αριστερά του σπιτιού γεμάτη διψασμένα βατράχια. Κουάξ-κουάξ, έκαναν, λες και αποκρίνονταν στους συλλογισμούς του.

Ύστερα από τον προθάλαμο και το μεγάλο χολ, μπήκε σ’ ένα σαλόνι γεμάτο βαλσαμωμένα πουλιά, βελούδο και κλειστές κουρτίνες. Από μια σκοτεινή κόχη, κοντά στη μεγάλη δρύινη σκάλα, που οδηγούσε πάνω, πετάχτηκε η οικοδέσποινα με μια πίπα στο στόμα της, λέγοντας τσαχπίνικα: «Αλό, αλό… από εδώ».

Υπήρχε κάτι σαν σαλονάκι στο βάθος της μεγάλης αίθουσας.

«Μορώνη».

«Λίβας» ­ συστήθηκαν με εξεταστικές ματιές.

Η εβδομηντάχρονη γυναίκα είχε κάτι από αρπακτικό στην κατατομή του προσώπου της και θα περίμενε κανείς η φωνή της να ήταν πιο τσιριχτή, αλλά αυτή η πίπα, καρφωμένη στο στόμα της επιβεβαίωνε την αρχική τηλεφωνική εντύπωση που έδινε η βραχνή φωνή της. Ήταν αρειμάνια καπνίστρια.

«Πεταχτούλα στα νιάτα της», σκέφτηκε ο Λέλος Λίβας.

«Εγώ να πηγαίνω», είπε τσαχπίνικα η υπηρέτρια.

«Στο καλό, πουλάκι μου», έκανε ο Λίβας.

«Κωλοπετσωμένος», μονολόγησε η Μορώνη, επιδοκιμαστικά. «Μου κάνει, έτσι κι έχει τακτ».

«Κυρία μου, η τιμή μου είναι δύο χιλιάρικα τη μέρα συν τα έξοδα, συν πενήντα χιλιάδες για τη λύση…».

«Κύριε Λέλο μου», έκανε, αφήνοντας ένα συννεφάκι καπνού, «η ψιψίνα μου είναι υπεράνω τιμής. Δεν την παζαρεύω…».

«Κυρία Μορώνη μου, μία μόνο ερώτηση. Τελικά ειδοποιήσατε την αστυνομία;

Ρωτάω γιατί η υπηρέτρια μού φάνηκε πως περίμενε και την Ασφάλεια να έρθει».

Η Μορώνη χαμογέλασε. «Α, κατάλαβα. Όχι, φυσικά και δεν την ειδοποίησα. Είναι μάταιο. Η Ασφάλεια πέρασε από εδώ, γιατί ερευνά κάτι το εντελώς άσχετο. Μην ανησυχείτε καθόλου».

Ο Λίβας ανακουφίστηκε. «Ωραία, ας περάσουμε αμέσως στο ψητό. Αισθάνομαι όπως ένα ασυγκράτητο λαγωνικό».

Ακούστηκαν φοβερά γαβγίσματα!

Η Ζαζί ανατρίχιασε και αναφώνησε ­ δείχνοντας με την πίπα της μέσα από το κλειστό παράθυρο προς το πλαϊνό χαμηλό μοντέρνο μισόκτιστο οίκημα:

«Πρόκειται για τον απαίσιο γείτονά μου. Αυτός την έφαγε, ο απαίσιος σκύλος, αποκαλύψτε τον! Είναι τέρας!».

Ο Λέλος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο βρυχηθμός του ζωντανού ήταν πράγματι τρομακτικός. Ταράχτηκε. Είχε πέσει και σούρουπο.

«Φεύγω αμέσως για αυτοψία», έκανε με την αρμόζουσα αποφασιστικότητα. «Ο χρόνος μετράει».

«Μετράει! Τρεχάτε!».

Ο Λέλος ξεδίπλωσε πρώτα ένα πολυγραφημένο χαρτί.

«Έχω εδώ και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό», πρόσθεσε δειλά.

Η ηλικιωμένη άφησε ένα διπλό συννεφάκι καπνού μέσα από τα ρουθούνια της. «Φέρτε το μου», αποκρίθηκε αναστενάζοντας, «να σας το υπογράψω».

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Ο Λίβας πήρε θέση μέσα στις σκονισμένες πικροδάφνες στο άδειο οικόπεδο με θέα το σπίτι του γείτονα με τον θηριώδη σκύλο.

Δεν είχε περάσει μισή ώρα, όταν άκουσε ένα σούρσιμο μέσα στην πλαϊνή συστάδα από χαμόδεντρα. Το σημείο δεν φωτιζόταν από πουθενά, έτσι το μόνο που πρόλαβε να διακρίνει είναι τρεις σκιές να πλησιάζουν απειλητικά καταπάνω του και καθώς οπισθοχώρησε ασυναίσθητα κι έκανε να γυρίσει για να το βάλει καλού – κακού στα πόδια, μια που δεν φημιζόταν για την τρομερή του ανδρεία, δέχτηκε μια σιδερογροθιά πάνω από το αριστερό φρύδι και ξεράθηκε στο χώμα.

Συνήλθε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής με πέντε αστυνομικούς της Ασφάλειας από πάνω του να τον βρίζουν.

Τι είχε συμβεί;

Το τμήμα της περιοχής, σε συνεργασία με την Ασφάλεια, ερευνούσαν την εξαφάνιση από γειτονικό σπίτι, ένα τετράγωνο πιο κάτω, μιας όμορφης γυναίκας, ιδιαιτέρας του Πρέσβη επί τιμή Γκαρέτσου, που θα λάβαινε μέρος στην υπογραφή το επόμενο απόγευμα της συμφωνίας ένταξης στην ΕΟΚ.

Η Ασφάλεια φοβόταν, κυρίως για προληπτικούς λόγους, μήπως η εξαφάνιση της ιδιαιτέρας είχε σχέση με κάποια τρομοκρατική επιχείρηση σε εξέλιξη και επειδή ο ιδιοκτήτης του σπιτιού με τον σκύλο είχε φύγει ξαφνικά στο εξωτερικό, την ίδια μέρα που εξαφανίστηκε η ιδιαιτέρα και υπήρχαν μαρτυρίες από γείτονες ότι η όμορφη Κορίνα Καλτσά τον επισκεπτόταν, έθεσαν κι αυτοί υπό παρακολούθηση το ύποπτο σπίτι.

Όταν ο Λίβας συνήλθε από τον ξυλοδαρμό του και κατάλαβε τι είχε γίνει, μπόρεσε να λύσει την παρεξήγηση για να εισπράξει όμως καταιγισμό από ειρωνικά σχόλια.

Αφού τα λούστηκε υπομονετικά, πέταξε στους υπομειδιόντες άνδρες της Ασφάλειας, τη στιγμή που τον άφηναν να φύγει: «Ρε παιδιά, η ιστορία με την ιδιαιτέρα μού φαίνεται για γκομενοδουλειά… Αφού δεν έχουμε τρομοκρατία. Εδώ οι αναρχοκομμουνιστές σκοτώνουν μόνο αστυνομικούς που είχαν προσωπικά μαζί τους κατά την επταετία. Είμαι βέβαιος… γκομενοδουλειά είναι. Το μυρίζομαι».

«Κι εγώ μυρίζομαι πως θα στην ανάψω ξανά, αν δεν χαθείς αμέσως από μπροστά μου», του αποκρίθηκε ο επικεφαλής της Προστασίας Υψηλών Προσώπων που τα πήρε στο κρανίο και ο Λέλος κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες του τμήματος χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Γύρισε στο γραφείο του ξημερώματα. Έβαλε οινόπνευμα στο σκισμένο του φρύδι, βόγκηξε, γέμισε ουίσκι το πλαστικό ποτηράκι του και διάβασε τις εφημερίδες που του άφηνε κάθε μέρα ο καφετζής. Η εξαφάνιση της ιδιαιτέρας είχε κρατηθεί μυστική. Προς στιγμή η καινούργια υπόθεση τράβηξε το ενδιαφέρον του, αλλά σε λίγο που χαλάρωσε μονολόγησε:

«Λέλο, άσε τις μαλακίες και πήγαινε πρωί – πρωί να καθαρίσεις την ιστορία με τη γάτα. Το γραφείο έχει έξοδα και η μαμά θέλει βουνό το καλοκαίρι».

Στο πλαϊνό σπίτι το λυκόσκυλο ήταν δεμένο. Ένας τριαντάρης κηπουρός με αγροτικό παράστημα φρόντιζε τον κήπο.

«Γειά σου, τι κάνεις εδώ;»

«Εσύ τι κάνεις εδώ;»

«Αστυνομία», αποκρίθηκε κοφτά, για να συμπληρώσει σε πιο εμπιστευτικό τόνο: «ιδιωτική».

Μια σκιά ανησυχίας φάνηκε στο πρόσωπο του κηπουρού.

«Τι πάει να πει ιδιωτική;»

Ο Λέλος σκέφθηκε γρήγορα: «Για δες που ξεψάρωσαν και οι κηπουροί».

«Πάει να πει ότι κάποιος ιδιώτης προσλαμβάνει εντεταλμένο άτομο για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό της πολιτείας. Να η άδειά μου».

«Λοιπόν;»

«Είμαι συμβεβλημένος με τη Φιλοζωική. Πολύ μοχθηρός μου φαίνεται ο λύκος».

«Είναι ζόρικος. Θες να τον ξαμολήσω;»

«Για να σοβαρευτούμε».

«Ακριβώς».

«Κοίτα, με τις γατούλες που βγαίνουν βολτούλα, ξέρεις, για να ζευγαρώσουν με κεραμιδόγατους ­ πώς τα πάει ο…».

«Ο Βάλτερ;»

«Ναι, ο Βάλτερ».

«Δεν φέρνεις μια γατούλα να σου κάνω επίδειξη;»

«Περίμενε να πιάσω μια, είδα δύο τρεις αδέσποτες στον δρόμο. Έρχομαι αμέσως».

«Περίμενε, αστειευόμουνα. Τι θες να κάνει; Σκύλος είναι, θα τις κυνηγήσει. Πού το πας;»

«Πού το πάω ε;» Ο Λίβας αναστέναξε. «Κοίτα, θα σου μιλήσω ανοιχτά. Η διπλανή έχασε τη γάτα της. Μπορεί να την κατασπάραξε ο Βάλτερ;»

«Και σένα τι σε νοιάζει;»

«Ερευνώ την τύχη μιας Σιαμέζας γκρι της γειτόνισσας».

«Με δουλεύεις;»

«Μακάρι».

«Κοίτα, ο Βάλτερ είναι άκακος. Άγριος, αλλά… σκυλί που γαβγίζει, δεν δαγκώνει».

«Δεν είμαι και τόσο βέβαιος, άλλα μού έλεγες προ ολίγου. Ξέρεις, φιλαράκο, τα πράγματα με τα κατοικίδια δεν είναι τόσο απλά πλέον. Μπαίνουμε στην ΕΟΚ.

Αύριο πέφτουν οι τζίφρες. Η νομοθεσία αλλάζει, δεν ξέρω αν το έχεις πάρει πρέφα. Εκεί, ο φόνος κατοικίδιου είναι κάτι σαν ανθρωποκτονία».

Ο κηπουρός πήγε να σκάσει στα γέλια.

Ο Λέλος τον πρόλαβε: «Τι λες για τρία χιλιαρικάκια;»

«Δεν λέω ποτέ όχι, ειδικά αν γίνουν πέντε».

«Λοιπόν, θα βγάλεις τον σκύλο βόλτα, αλλά θα τον αφήσεις να σε οδηγήσει αυτός. Αν έχει κατασπαράξει τη γάτα, θα επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος. Είναι νόμος. Ίσως όχι για τους ανθρώπους, αλλά για τους σκύλους είναι σίγουρα. Σε χωριό μεγάλωσα κι εγώ».

Ο Βάλτερ ξεκίνησε με το πάσο του τη βόλτα. Κατούρησε, τα έκανε στο οικόπεδο και μετά τράβηξε πέρα από τις χθεσινές πικροδάφνες σε μια συστάδα με πεύκα. Εκεί, άρχισε να μυρίζει το χώμα. Πλησίασε μια απόμερη γωνιά. Άρχισε να σκάβει με το πόδι του. Ο Λέλος, βλέποντας την τύχη να του χαμογελάει, ζήτησε από τον κηπουρό φτυάρι. Ο κηπουρός γύρισε στο σπίτι, έδεσε τον σκύλο και επέστρεψε με το φτυάρι. Ο Λέλος του μέτρησε πέντε τσαλακωμένα χιλιάρικα, σήκωσε τα μανίκια του και άρχισε το σκάψιμο.

Στο μισό μέτρο δεν βρήκε τίποτα. Αλλά το μέρος σίγουρα είχε σκαφτεί και σκεπαστεί ξανά πρόσφατα. Στο ενάμιση μέτρο το φτυάρι κάπου βρήκε.

«Εδώ είμαστε», έκανε ο Λέλος κι ο κηπουρός έσκυψε με πολύ περιέργεια, αλλά αντί για το κουφάρι της κατασπαραγμένης γάτας, σε λίγο φάνηκε ένα ανθρώπινο γυναικείο χέρι!

Ο Λέλος πέταξε έντρομος το φτυάρι. Ταυτόχρονα, μια γατούλα του Σιάμ με ροζ κορδέλα πήδηξε από την πλαϊνή ξερολιθιά γεμάτη κεραμιδόγατους κι έτρεξε έντρομη στην αγκαλιά του Λίβα, για να προστατευθεί από τις αγριοφωνάρες του Βάλτερ, που έφθαναν από μακριά.

Ο ιδιωτικός αστυνομικός ειδοποίησε την Ασφάλεια, από τον πρώτο θάλαμο που βρήκε, με τη γατούλα γαντζωμένη στον ώμο του…

Ο Λίβας την επομένη άλλαξε το διαφημιστικό του: «Χάσατε τη γάτα σας, την ιδιαιτέρα ή τη σύζυγό σας; Λέλος Λίβας – Έρευνες».

Οι εφημερίδες έγραφαν για τον ρόλο ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ στην ανακάλυψη του πτώματος της ιδιαιτέρας του Πρέσβη επί τιμή Γκαρέτσου, που θα ήταν παρών το απόγευμα στο Ζάππειο, στην πανηγυρική υπογραφή της ένταξης του ελληνικού Κράτους στην ΕΟΚ.

Η ιδιαιτέρα του, Κορίνα Καλτσά, είχε ερωτικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του Βάλτερ, έναν εμπορικό αντιπρόσωπο με έδρα τη Βόννη, ονόματι Ιωακείμ Ιωσηφόγλου. Φαίνεται, σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις της νεκροψίας, ότι η Καλτσά τού έμεινε στα χέρια στη διάρκεια κάποιου είδους ερωτικής πράξης. Στη συνέχεια ο Ιωσηφόγλου την έθαψε πρόχειρα κι έφυγε στο εξωτερικό πριν ξεσπάσει σκάνδαλο.

Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα, η «Ροζ Τρυπούλα», άφησε μάλιστα και ορισμένα πικάντικα υπονοούμενα ­για παθιασμένο στοματικό σεξ και συμμετοχή στα παιχνίδια των άτυχων εραστών και του περιβόητου σκύλου!

«Κι οι μαλάκες έψαχναν για τρομοκράτες, αφού δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στην Ελλάδα», μονολογούσε ο Λέλος Λίβας, φέσι με το ουισκάκι στο γραφείο του να απολαμβάνει την ουρανοκατέβατη επιτυχία, μετρώντας ξανά και ξανά τα κολλαριστά χιλιάρικα της Ζαζί Μορώνη, ενώ η τηλεόραση του διπλανού δικηγόρου έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο και ο φτωχός ιδιωτικός ντετέκτιβ, γεμίζοντας ξανά το πλαστικό ποτηράκι του, ένιωθε εκείνη τη στιγμή σαν να ήταν αυτός το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς.

  • Αρχική εικόνα: Woman and siamese cat, Eileen Mayo, 1952
eirini aivaliwtouΜια γάτα για τον Λέλο Λίβα. Διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη
Περισσότερα

Ο λύκος (Έρμαν Έσε)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

O Γερμανός συγγραφέας Έρμαν Έσε έγραψε αυτό το διήγημα στις αρχές του εικοστού αιώνα, το 1903, όταν ακόμη τα άγρια ζώα δε διέτρεχαν πολλούς κινδύνους ούτε απειλούνταν με εξαφάνιση, όπως συμβαίνει στην εποχή μας. O μακρύς και ψυχρός χειμώνας των γαλλικών και ελβετικών βουνών περιγράφεται πολύ σκληρός για τα ζώα της περιοχής, τόσο που ακόμα και οι γνωστοί για την επιθετικότητά τους λύκοι να αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΕ

Ο λύκος

Ποτέ άλλοτε τα γαλλικά βουνά δεν είχαν γνωρίσει τόσο κρύο ούτε τόσο μακρύ χειμώνα. Εδώ και βδομάδες ο αέρας ήταν διαυγής, ξηρός και ψυχρός. Τις μέρες οι χιονισμένες κορυφές φάνταζαν ατελείωτες κάτω από το διαπεραστικό γαλάζιο του ουρανού, τις νύχτες το φεγγάρι, διαυγές και μικροσκοπικό, σκαρφάλωνε πάνω τους, ένα φοβερό κατεψυγμένο φεγγάρι από κίτρινη λάμψη, που το έντονο φως του χλώμιαζε πάνω στο χιόνι κι έμοιαζε με σώμα από πάγο. Οι άνθρωποι απέφευγαν όλους τους δρόμους και κυρίως τα υψίπεδα, κάθονταν καθηλωμένοι και ξεστομίζοντας κατάρες στις καλύβες των χωριών, που τα κόκκινα παράθυρά τους έμοιαζαν τη νύχτα, πλάι στο γαλάζιο φως του φεγγαριού, θολά σαν από καπνό και πότε πότε έσβηναν.
Ήταν δύσκολη εποχή για τα ζώα της περιοχής. Τα μικρότερα ξεπάγιαζαν αράδα, ακόμη και τα πουλιά, και τα ισχνότερα πτώματα γίνονταν λεία για τα γεράκια και τους λύκους. Ακόμη όμως κι αυτά υπέφεραν φοβερά από το κρύο και την πείνα. Υπήρχαν λίγες μόνο αγέλες λύκων και η ανάγκη τις έκανε να συμμαχούν μεταξύ τους. Τις μέρες οι λύκοι έβγαιναν για κυνήγι ένας ένας. Πού και πού τριγύριζε κάποιος στο χιόνι, λιπόσαρκος, πεινασμένος, άγρυπνος, άφωνος και τρομαγμένος, σαν φάντασμα. Η μικρή σκιά του σερνόταν δίπλα του πάνω στον πάγο. Τέντωνε το ρύγχος του στον αέρα και ενίοτε έπιανε κάποιο ξερό, βασανισμένο βογκητό. Τα βράδια όμως έβγαιναν όλοι μαζί στο κυνήγι και ορμούσαν ουρλιάζοντας στα χωριά. Τα κοτέτσια και οι στάβλοι ήταν καλά φυλαγμένα και πίσω από τα σφαλιστά παραθυρόφυλλα βρίσκονταν κρεμασμένα τα τουφέκια – δύο από την αγέλη είχαν κιόλας σκοτωθεί.

Ο παγετός δεν έλεγε να υποχωρήσει. Συχνά οι λύκοι κάθονταν ακίνητοι ο ένας πλάι στον άλλο προσπαθώντας να ζεσταθούν με τα σώματά τους· έστηναν αυτί γυρεύοντας να πιάσουν κάποιον ήχο από τη νεκρή ερημιά ώσπου κάποιος, τυραννισμένος απ’ την πείνα, τιναζόταν επάνω βγάζοντας ένα φοβερό μουγκρητό. Τότε γυρνούσαν όλοι προς το μέρος του, έτρεμαν και ξεσπούσαν σ’ ένα τρομερό ουρλιαχτό, όλο απειλή και παράπονο.
Ένα μικρό τμήμα της αγέλης αποφάσισε τελικά να αναζητήσει αλλού την τύχη του. Νωρίς το πρωί βγήκαν από τις σπηλιές τους, συγκεντρώθηκαν και μύρισαν γεμάτοι ένταση και αγωνία τον παγωμένο αέρα. Έπειτα ξεκίνησαν με ταχύ και ομοιόμορφο βήμα. Όσοι είχαν μείνει πίσω τους κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια, έκαναν μερικά βήματα προς το μέρος τους, στάθηκαν αναποφάσιστοι κι άβουλοι και γύρισαν αργά αργά πίσω.
Οι μετανάστες χωρίστηκαν το μεσημέρι. Τρεις απ’ αυτούς τράβηξαν προς ανατολάς, προς τον ελβετικό Ιούρα, οι άλλοι προς νότον. Οι τρεις ήταν όμορφα και δυνατά ζώα, φοβερά όμως αποσκελετωμένα. Η κοιλιά τους ήταν στενή σαν μια ζώνη, στο στήθος τα πλευρά τους είχαν τιναχθεί έξω, τα στόματα ξερά και τα μάτια γουρλωμένα από την απελπισία. Έφτασαν στον Ιούρα, τη δεύτερη μέρα πέτυχαν ένα κριάρι, την τρίτη ένα σκύλο κι ένα γαϊδούρι, αλλά όλος ο πληθυσμός της περιοχής ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Οι απροσδόκητοι εισβολείς είχαν τρομάξει τους πάντες. Οι ταχυδρόμοι κυκλοφορούσαν οπλισμένοι, κανείς δεν πήγαινε από το ένα χωριό στο άλλο χωρίς να κρατάει όπλο ή να συνοδεύεται από οπλοφόρους. Μετά την ωραία τους λεία τα τρία ζώα ένιωσαν ωραία στην ξένη περιοχή· τα έπιασε όμως και φόβος· παρ’ όλα αυτά ριψοκινδύνευαν εδώ όσο δεν το είχαν κάνει ποτέ στον τόπο τους κι έτσι όρμησαν μέρα μεσημέρι σε ένα στάβλο. Αυτήν τη φορά όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι και με ανθρώπους. Οι λύκοι είχαν επικηρυχθεί, κάτι που διπλασίαζε το θάρρος των χωρικών. Σκότωσαν δύο, τον ένα με μια σφαίρα στο λαιμό, τον άλλο με τσεκούρι. Ο τρίτος ξέφυγε τρέχοντας απεγνωσμένα, ώσπου έπεσε μισοπεθαμένος πάνω στο χιόνι. Ήταν ο πιο νέος και ο πιο ωραίος από τους λύκους, ένα περήφανο ζώο, πολύ δυνατό και ευλύγιστο. Έμεινε ώρα πάνω στο χιόνι αγκομαχώντας. Κόκκινοι, αιμάτινοι κύκλοι στριφογύριζαν μπροστά στα μάτια του και πότε πότε έβγαζε ένα σφυριχτό αναστεναγμό γεμάτο πόνο. Μια τσεκουριά τον είχε βρει στην πλάτη. Συνήλθε όμως και σηκώθηκε. Τότε μόνο είδε πόσο δρόμο είχε κάνει. Δεν υπήρχε ίχνος ούτε ανθρώπων ούτε σπιτιών, μόνο ένα χιονισμένο ψηλό βουνό εμπρός του. Ήταν το Σασσεράλ. Αποφάσισε να πάει γύρω γύρω. Για να σβήσει τη δίψα του, έφαγε ένα μικρό κομμάτι από τη σκληρή κρούστα του χιονιού.
Στην άλλη πλευρά του βουνού βρήκε ένα χωριό. Νύχτωνε. Περίμενε σ’ ένα πυκνό ελατόδασος. Έπειτα γλίστρησε προσεκτικά γύρω από τους φράχτες των περιβολιών, ακολουθώντας τη μυρωδιά των ζεστών στάβλων. Δεν υπήρχε ψυχή στο δρόμο. Δειλά δειλά κοιτούσε προς το μέρος των σπιτιών. Πέφτει τότε ένας πυροβολισμός. Βάζει τα πόδια στον ώμο, πέφτει κι άλλη τουφεκιά. Είχε πληγωθεί. Η λευκή του κοιλιά είχε λεκιαστεί από το αίμα που έρεε σε χοντρές σταγόνες. Κατάφερε όμως με ελιγμούς να ξεφύγει και να φτάσει στο πέρα δάσος. Εκεί περίμενε με τ’ αυτιά τεντωμένα· άκουσε φωνές και βήματα να πλησιάζουν από δύο πλευρές. Κοίταξε με αγωνία προς το βουνό επάνω. Η ανάβαση ήταν πολύ δύσκολη, δεν είχε όμως άλλη επιλογή. Αναρριχήθηκε στο γλιστερό βουνό, ενώ κάτω βασίλευε ένας ορυμαγδός από κατάρες, διαταγές και φώτα από τα φανάρια. Ο πληγωμένος λύκος σκαρφάλωσε τρέχοντας στο μισοσκότεινο πευκοδάσος, ενώ το σκούρο αίμα συνέχιζε αργά αργά να στάζει.
Το κρύο είχε κοπάσει. Ο ουρανός στη δύση ήταν ομιχλώδης κι έμοιαζε να υπόσχεται χιονόπτωση.
Το εξαντλημένο ζώο είχε τελικά ανεβεί στην κορυφή. Βρισκόταν σ’ ένα μεγάλο χιονισμένο υψίπεδο, ψηλά πάνω από το χωριό. Δεν ένιωθε πείνα αλλά κάτι αμυδρά τσιμπήματα από το τραύμα. Ένα χαμηλόφωνο τρεμάμενο γάβγισμα βγήκε από το στόμα του, η καρδιά του χτυπούσε με κόπο κι ένιωθε το χέρι του θανάτου να τον πιέζει σαν ένα ανείπωτα βαρύ φορτίο. Τον τράβηξε ένα μοναχικό έλατο· ξάπλωσε στην κουφάλα του κοιτάζοντας τη χιονισμένη νύχτα. Μισή ώρα πέρασε. Ένα θαμπό, κόκκινο φως έπεσε στο χιόνι, αλλόκοτο και τρυφερό. Ο λύκος σηκώθηκε βογκώντας και έστρεψε το ωραίο του κεφάλι προς το φως. Ήταν το φεγγάρι που ορθωνόταν τεράστιο και κόκκινο σαν αίμα από τα νοτιοανατολικά. Είχε βδομάδες πολλές να παρουσιαστεί τόσο κόκκινο και μεγάλο. Το βλέμμα του μελλοθάνατου ζώου κρεμάστηκε με θλίψη από το θαμπό δίσκο του φεγγαριού κι από το στόμα του βγήκε και πάλι ένα αδύναμο ουρλιαχτό.
Πλησίασαν φώτα και βήματα. Χωρικοί κουκουλωμένοι με τις κάπες τους, κυνηγοί και νεαρά αγόρια με χιονοπέδιλα και άσχημες γκέτες προχωρούσαν βουλιάζοντας στο χιόνι. Κραυγές. Κάποιος είχε ανακαλύψει τον ετοιμοθάνατο λύκο. Έπεσαν δυο πυροβολισμοί χωρίς να βρουν στόχο. Καθώς όμως είδαν πως ήταν στα τελευταία του, έπεσαν επάνω του με ραβδιά και ρόπαλα. Εκείνος δεν ένιωθε πια τίποτα.
Με σπασμένα τα μέλη του έσυραν το λύκο στο χωριό. Γελούσαν, πανηγύριζαν, γιόρταζαν με ρακή και καφέ, τραγουδούσαν, έβριζαν. Κανείς τους δεν έβλεπε την ομορφιά του χιονισμένου δάσους ούτε τη λάμψη των υψιπέδων ούτε το κόκκινο φεγγάρι που κρεμόταν πάνω από το Σασσεράλ και που το αδύναμο φως του αντανακλούσαν οι κάννες των όπλων τους, οι κρύσταλλοι του χιονιού και τα γυάλινα μάτια του σκοτωμένου λύκου.

 

Έ. Έσε, Η πόλη των ξένων στο νότο,
Μετάφραση Θ. Λουπασάκης, Σμίλη

eirini aivaliwtouΟ λύκος (Έρμαν Έσε)
Περισσότερα

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης για τα ζώα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είµαι, πιστεύω, ο µόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόµαζον ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν. Όσον συναναστρέφοµαι τα ζώα, τόσον µάλλον πείθοµαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καµµία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά µόνον ότι τα πράγµατα, κατά τα οποία διαφέροµεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν. Το κυρίως διακρίνον αυτά από ηµάς είναι ότι παρέλαβον από τους ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να µιµηθώσι τα άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε περί φόρου επί του καπνού ή οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι, δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είναι µικρά· δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέµους, αλλά µόνον µονοµαχίας περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αµέσως και προσωπικώς, περί της νοµής λ.χ. πολυχλόου τινός λειµώνος ή της ευνοίας ωραίας τινός οµοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας.

Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσµούς περιώρισαν εις µόνους τους αναγκαίους και τους µη οχληρούς. Έχουσι µεν πατέρα και µητέρα, ούτε θείους όµως ούτε εξαδέλφους ούτε εγγόνους, και το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς. Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελµα µε ό,τι στείλη εις αυτά η πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσµον συμβολαιογράφοι, όπως και δήµιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί, στρατώνες, νοσοκοµεία, πτωχοκοµεία και οικονομικά µαγειρεία. Ταύτα λέγων ουδόλως εννοώ ν’ αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είναι να µακαρίσωµεν τον άνθρωπον δι’ όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή ποιότης του σώµατος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωµεν ως µικρόν πλεονέκτηµα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς µαγείρους, να ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυµφεύωνται χωρίς παπάν, να γεννώνται άνευ της βοηθείας µαµµής και ν’ αποθνήσκουν άνευ της συµπράξεως του ιατρού ή του δηµίου.

Εµµανουήλ Ροΐδης

Άπαντα 5,218 εξ.

* Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904) υπήρξε σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.

Γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής (εκ Χίου) γονείς, τον Δημήτριο Ροΐδη και Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα την Γένοβα, και αργότερα της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπουδάζει εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χ. Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα υπό τον τίτλο «Μέλισσα».
Το 1855 αποφοιτώντας εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη τη ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά ένα χρόνο και εξ αιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με τη μετάφραση του Οδοιπορικού του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του. Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862 επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση με τα γράμματα.
Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος «Πάπισσα Ιωάννα», έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο – κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη), ο οποίος τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής της εφημερίδας «Grece» (Γκρες).
Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής.
Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, «Ασμοδαίος», μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε τη δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο. Kαυτηρίαζε την κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.
Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσής του στο έργο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά.
Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.

eirini aivaliwtouΟ Εμμανουήλ Ροΐδης για τα ζώα…
Περισσότερα

«Η γάτα, η Κιμ και το ναυάγιο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Διήγημα του Φίλιππου Φιλίππου

Η μαύρη γάτα βρισκόταν στο φορτηγό Olympus, πριν από μένα. Όταν μπαρκάρισα ως μηχανικός στην Τζέντα, την έβλεπα ν’ αλωνίζει στην κουβέρτα και να σκαρφαλώνει στα κατάρτια· ήταν Απρίλιος. Σύντομα διαπίστωσα τη φιλία που την έδενε με το Σπύρο, το μηχανικό. Την είχε στην καμπίνα του, τη φρόντιζε, την τάιζε, την εκπαίδευε σε διάφορα κόλπα κι εκείνη του ανταπέδιδε τη στοργή κουρνιάζοντας στον ώμο του.

Οι πιο καλοί φίλοι όμως στο καράβι ήταν ο Σπύρος κι ο Διονύσης.

*

Ο Σπύρος ήταν μηχανικός, όπως κι εγώ, ο Διονύσης ναύτης. Όταν δεν είχαν βάρδια, συζητούσαν για το μέλλον τους. Είχαν ταιριάξει και σχεδίαζαν να ξεμπαρκάρουν και ν’ ανοίξουν ένα μαγαζί στη στεριά. Το Olympus έκανε ταξίδια στον Ινδικό Ωκεανό, μεταφέροντας τσιμέντο από την Κορέα στη Σαουδική Αραβία. Στο Πουσάν γνωρίσανε την Κιμ, μια ωραία φοιτήτρια που εργαζόταν ως βοηθός σ’ ένα κομμωτήριο. Την κοπέλα την πρωτοείδε ο Σπύρος. Μια μέρα βγήκε στην πόλη, πήγε να κουρευτεί και συνδεθήκανε στενά. Στο γυρισμό, μιλούσε γι’ αυτήν τόσο φλογερά που ο Διονύσης του εξέφρασε την επιθυμία να τη γνωρίσει. Πράγματι, ένα βράδυ πήγαν μαζί στο κομμωτήριο και τη συνάντησαν.

*

Η έκρηξη στο Olympus έγινε λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο, στα στενά της Σιγκαπούρης. Ήμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή και κοίταζα τα κύματα που έφταναν τα 7 μποφόρ. Κανένας δεν είχε ξαφνιαστεί, αφού τα ακραία καιρικά φαινόμενα ταλάνιζαν όλον τον κόσμο. Το καράβι κλυδωνιζόταν. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα βροντερό μπαμ και κόπηκε στα δύο: το πλωριό κομμάτι βούλιαξε αμέσως· το πρυμνιό τυλίχτηκε στις φλόγες, μα άργησε να βυθιστεί. Αυτό μ’ έσωσε, αφού στεκόμουν εκεί ακριβώς.

Οι περισσότεροι άνδρες του πληρώματος πνίγηκαν· γλιτώσαμε μόνο ο Σπύρος, ο Διονύσης κι εγώ. Ο Σπύρος σώθηκε επειδή φορούσε σωσίβιο· η γάτα είχε κουρνιάσει στο σωσίβιό του. Εγώ σώθηκα από θαύμα· είχα πέσει στο νερό βιαστικά χωρίς σωσίβιο. Πριν από την έκρηξη, ο Σπύρος επέμενε με πείσμα να φορέσω σωσίβιο, μα είχα αντιρρήσεις, δεν υπήρχε λόγος. Με συμπαθούσε, χωρίς να είμαστε φίλοι. Πήρε ένα σωσίβιο και το πέταξε στη θάλασσα για να το χρησιμοποιήσω. Ο Διονύσης έπεσε επίσης χωρίς σωσίβιο, πράγμα που μου φάνηκε παράξενο· κολύμπησε μέχρι το άδειο σωσίβιο και το άρπαξε.

Παρακολουθούσα αδρανής το πρυμνιό κομμάτι του καραβιού να καίγεται και τον Σπύρο να κολυμπάει με τη γάτα γαντζωμένη πάνω του. Οι δυνάμεις μου με είχαν εγκαταλείψει. Όταν ο Διονύσης άρπαξε το άδειο σωσίβιο, ο Σπύρος τον εμπόδισε· το είχε ρίξει για μένα. Τότε εκείνος έβγαλε ένα μαχαίρι κι επιχείρησε να τον πλήξει, μα ο Σπύρος δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Πάλεψαν μερικά λεπτά, η μάχη ήταν άγρια. Η γάτα άρχισε να δαγκώνει τον Διονύση. Τελικά, ο Σπύρος κατάφερε να του πάρει το μαχαίρι και να το στρέψει πάνω του: η λάμα χώθηκε στη σάρκα μέχρι τη λαβή. Όταν τον είδε να ξεψυχάει, έβγαλε το μαχαίρι και το πέταξε στο νερό. Σε λίγο, ένας καρχαρίας εμφανίστηκε και ο Διονύσης έγινε τροφή για το στομάχι του θηρίου.

*

Τρομοκρατημένος από τη θέα του καρχαρία, περίμενα το τέλος μου. Βλέποντας την ανημποριά μου, ο Σπύρος έσπευσε και μου φόρεσε το σωσίβιο. Έπειτα, με τράβηξε μακριά από το φλεγόμενο ναυάγιο και βγάζοντας ένα μπουκάλι ουίσκι που είχε μαζί του μου έδωσε να πιω, να στανιάρω.

Ήδη θα έχετε αντιληφθεί πως εκείνος είχε προκαλέσει την έκρηξη. Τη σχεδίασε και την εκτέλεσε με απόλυτη επιτυχία χάρη στη βοήθεια της γάτας. Δεν ήταν δύσκολο. Αρκούσε μια βόμβα μολότοφ, φτιαγμένη από ένα μπουκάλι μπίρας, βενζίνη και αναμμένο στουπί. Την έδωσε στη γάτα και τη διέταξε ν’ ανεβεί στον αεραγωγό της δεξαμενής των καυσίμων που βρισκόταν στην πρύμη και να την πετάξει μέσα. Είχε φορέσει το σωσίβιό του.

Η γάτα εκτέλεσε την αποστολή της κι επέστρεψε κοντά του.

*

Τώρα θ’ αναρωτηθείτε: προς τι τόσο αίμα, τόση φρίκη, τόσες χαμένες ζωές; Ας το ξεκαθαρίσω: ο Διονύσης πρόδωσε τον Σπύρο· του έφαγε την Κιμ. Ένα βράδυ εκείνος τους έπιασε επ’ αυτοφώρω στο κουρείο κι η φιλία τους μετεξελίχτηκε σε μίσος. Ήταν τότε που ο Σπύρος είχε βάρδια και δεν μπορούσε να βγει· ο Διονύσης θα πήγαινε, όπως του είπε, να μεθύσει σ’ ένα μπαρ. Το Σπύρο κάτι τον έτρωγε εκείνο το βράδυ. Ίσως ήταν διαίσθηση για τον κίνδυνο που παραμόνευε. Με παρακάλεσε να του κάνω τη βάρδια και βγήκε στο λιμάνι. Πήρε ταξί, έφτασε στο κουρείο, άνοιξε με το κλειδί που του είχε δώσει η Κιμ, και μπήκε στο πίσω δωμάτιο.

Καταλαβαίνετε την έκπληξή του όταν τους είδε σε άσεμνη στάση. Ξανάκλεισε την πόρτα αθόρυβα και πήγε σ’ ένα μπαρ να πιει μπίρες, να γίνει λιώμα. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη διπλή προδοσία.

Τους έπιασε στα πράσα χάρη σε μένα.

*

Εντάξει, θα πείτε, μα τι του έφταιγαν οι άλλοι, άνθρωποι αθώοι; Εδώ ισχύει το ρητό «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Στόχος, νομίζω, του Σπύρου δεν ήταν μόνο ο Διονύσης, αλλά και μερικοί άλλοι που δεν συνδέονταν με την Κιμ. O καπετάνιος, ο οποίος δεν έχανε την ευκαιρία να τον προσβάλλει κι ο γραμματικός που του έκοβε τις δεδουλευμένες υπερωρίες.

*

Δεν ανέφερα τίποτα απ’ όλα αυτά στους ανακριτές της Ακτοφυλακής που ήρθαν και περισυνέλεξαν τον Σπύρο, τη μαύρη γάτα κι εμένα. Στο σκάφος τους, πίνοντας δυναμωτικά ποτά, τους εξηγήσαμε τι έγινε όταν ακούστηκε το μπαμ και το Olympus κόπηκε στα δύο. Εγώ τους τόνισα πως γλίτωσα χάρη στο Σπύρο. Τους αφηγήθηκα καταλεπτώς τα συμβάντα: πώς μου φόρεσε το σωσίβιο, κάνοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες, πώς με πότισε ουίσκι για να πάρω δύναμη. Την επομένη μέρα οι τοπικές εφημερίδες είχαν τη φωτογραφία μας στην πρώτη σελίδα.

Εκείνος ήταν ο ήρωας, του χρωστούσα τη ζωή μου.

Η μαύρη γάτα δεν μνημονεύτηκε στα ρεπορτάζ. Είτε οι δημοσιογράφοι δεν την εντόπισαν είτε δεν θεώρησαν άξια λόγου την παρουσία της δίπλα μας. Κανένας άλλος δεν είχε επιζήσει από το ναυάγιο, τους κατάπιαν όλους τα κύματα κι οι φλόγες της έκρηξης –εκτός από τον Διονύση που τον καταβρόχθισε ο καρχαρίας.

  • Ο Φίλιππος Φιλίππου γεννήθηκε στην Κέρκυρα τον Δεκέμβριο του 1948. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία. Έχει εκδώσει μαρτυρίες, μελέτες, βιογραφίες, μυθιστορήματα. Τρία από τα μυθιστορήματά του έχουν ως ήρωες πραγματικά πρόσωπα (Καβάφης, Καζαντζάκης, Ελύτης). Έξι από αυτά ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία, ενώ τα τέσσερα έχουν πρωταγωνιστή τον δημοσιογράφο Τηλέμαχο Λεοντάρη. Συμμετείχε με διηγήματα σε συλλογές (αστυνομικές και άλλες), κι έχει δημοσιεύσει σχετικά άρθρα στην εφημερίδα Το Βήμα και άλλα έντυπα. Το βιβλίο του Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη μεταφράστηκε στα καταλανικά και τα ρουμανικά, ενώ διηγήματά του έχουν περιληφθεί σε γερμανικές ανθολογίες. Τελευταία βιβλίο του είναι το παιδικό Οι περιπέτειες της Ελεάννας στη θάλασσα (2014) και το μυθιστόρημα «Η γυναίκα ως έργο τέχνης» (εκδ. Κλειδάριθμος). Ζει στην Αθήνα.

* Δημοσιεύθηκε στο «Έθνος της Κυριακής» με τον γενικό τίτλο «Οι ήρωες του Καλοκαιριού»

* Πηγή: fractalart.gr

eirini aivaliwtou«Η γάτα, η Κιμ και το ναυάγιο»
Περισσότερα

Λιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή» 

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια στρίγκλα, σου λέω, που τη λάτρεψα έντεκα χρόνια και με τυράννησε άλλα τόσα. Τόσο όμορφη όμως που σου κοβόταν η ανάσα. Το πρώτο πλάσμα που μ’ έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Μια φορά όλη κι όλη, μια φορά σ’ τ’ ορκίζομαι, αποφάσισα ν’ αντισταθώ στην αδυναμία μου και να λείψω πέντε μέρες χωρίς να την πάρω μαζί μου, και ξέρεις πώς μ’ εκδικήθηκε; Μπορείς να φανταστείς πώς; Πέθανε! Ναι, σου λέω, πέθανε. Και κανείς δε θα μου βγάλει από το μυαλό πως πέθανε για να με τιμωρήσει. Η ανόητη, η τρελή, η άπονη. Αυτοκτόνησε.
Τέσσερις ημέρες έφτασαν. Έπεσε μες στο πανέρι της, πάνω σε μια φούστα μου (που της έβαλα για να με νιώθει κοντά της), κι αρνήθηκε να φάει, να πιει, να ζήσει. Και το πέτυχε, το άκαρδο. Πέτυχε να μου ανταποδώσει το σπαραγμό της γιατί έφυγα και την άφησα.
Έτσι, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι με στόχευε πίσω από την πόρτα του γυρισμού μου η είδηση του θανάτου της. Κι ο κόσμος σκοτείνιασε στις εννιά το πρωί, καθώς ένα γογγητό βγήκε από την καρδιά μου και κατρακύλησε σε χείμαρρο από δάκρυα. Πήρα το δρόμο με τα πόδια κλαίγοντας. Να ’ναι άνοιξη, να ’ναι ο ουρανός γεμάτος δώρα από φως, να σου χαμογελούν τ’ ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ανεμίζοντας τις κουρτίνες τους και να χάνεις το νόημα της ζωής χάνοντας ένα τοσοδούλικο ζωάκι;
Μην παραξενεύεσαι! Ένα σκυλί αποδέχεται ό,τι αγάπη διαθέτεις. Όσο χρειάζεσαι να δώσεις, όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου προσπερνούν. Κι όσο περισσότερο του δίνεις, τα μάτια του σου επιστρέφουν καταρράκτες χαράς κι ευγνωμοσύνης. Τρυπώνουν μέσα σου και σε χαϊδεύουν σαν όλα τα χέρια που σ’ εγκαταλείψανε.
Και να ’μαι τώρα καρφωμένη με τούτο το μαχαίρι της ενοχής, ολομόναχη, να ντρέπομαι να κυκλοφορήσω το απελπισμένο πρόσωπό μου, γιατί άλλο δεν μπορώ να πω παρά η Νίνα πέθανε και προκάλεσα ’γώ το θάνατό της, και ποιος να καταλάβει τέτοιο σπαραγμό και τόση ερημιά.

Εκείνη μεγάλωνε σ’ ένα κοφίνι μαζί με τον αδελφό της σ’ ένα μαγαζί του Παρισιού, ζεστή. Εγώ περπατούσα ξεπαγιασμένη, αυτοεξόριστη στους μεγάλους δρόμους της πατρίδας της. Χούντα. Παραμονές Χριστουγέννων κάθε ξενιτεμένος νιώθει πιο έρημος. Όλοι οι άλλοι περπατούν πιο ζωηρά, μιλούν χαρούμενα, ψωνίζουν, μέσα στο σκηνοθετημένο παραμύθι του χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά και κανείς δε με περίμενε.
Καθώς βγήκα από το μετρό, έπεσα πάνω σε μια βιτρίνα με δυο πιθηκάκια. Το ένα φορούσε ένα πουλόβερ, το άλλο ολοτσίτσιδο. Αυτό, το τελευταίο, προσπαθούσε να βγάλει το πουλόβερ του ντυμένου. Αφού πάλεψε λίγο μαζί του, κατάφερε τέλος να το γδύσει. Κι άξιζε τότε η προσπάθεια να το φορέσει εκείνο. Πέρασε το λαιμό μια χαρά. Έλα όμως που δεν τα κατάφερε να περάσει τα μανίκια. Το ξανάβγαλε λοιπόν και ξανάρχιζε από την αρχή. Τώρα το βοηθούσε και το άλλο πιθηκάκι. Με αποτέλεσμα να του περάσει και το μανίκι στο λαιμό. Τσιρίζανε και τα δυο, τραβολογούσαν το πουλόβερ, ρίχνανε καμιά καρπαζιά το ένα στο άλλο, ώσπου άνοιγε από μέσα η βιτρίνα και κάποιος φόραγε κανονικά το πουλόβερ στο ένα από τα δυο. Και η ιστορία ξανάρχιζε. Γελούσα τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτώ μπήκα στο κατάστημα. Είχα όμως αποφασίσει πως θ’ αποκτούσα ένα ζωάκι.
Oλόγυρα, στα αραδιασμένα κοφίνια, πρόβαλλαν φατσούλες, σκυλάκια, γατούλες πεντάμορφες, χαμστεράκια πολύχρωμα. Περπατούσα αργά όταν είδα δυο ολόλευκα στρογγυλά μπαλάκια κουρνιασμένα στα πεντακάθαρα άχυρα. Δεν ήμουνα σίγουρη αν ήταν κάτι ζωντανό ή σκέτες μεγάλες κουβαρίστρες μαλλί για πλέξιμο. Βούτηξα το χέρι μου κι έπιασα τη μια από τις δυο άσπρες μπαλίτσες. Δυο μαύρα στρογγυλά μάτια άνοιξαν και καρφώθηκαν στα δικά μου. Ύστερα τέντωσε δυο ηλίθια κοντά ποδαράκια, τ’ ακούμπησε στο πουλόβερ μου και κούρνιασε το κεφάλι στο στήθος μου. Το κρατούσα εκεί, μαλακό και ζεστό, τόσο εύθραυστο. Με το άλλο χέρι πήρα και το άλλο, που δεν άνοιξε τα μάτια του, και το ξανάβαλα στο καλάθι.
«Βλέπετε», μου λέει ο μαγαζάτορας, «το θηλυκό σάς διάλεξε».
«Πώς με διάλεξε;», τον ρώτησα.
«Α, βέβαια. Δε διαλέγουμε μόνο εμείς. Μας διαλέγουν και τα ζώα. Πιάσατε και το αρσενικό, μα αυτό δε νοιάστηκε, ενώ αυτή η γαλίφα κόλλησε απάνω σας και δε λέει να σας αφήσει».
«Και πόσο κάνει αυτή η γαλίφα;».
Μου είπε μια τιμή που αντιπροσώπευε το μισθό μου, στο Λύκειο που εργαζόμουν. Απογοητευμένη το ξεγάντζωσα από το πουλόβερ μου και βγήκα από το μαγαζί. Όσο κι αν φανεί παράξενο, μου ’ρθε η διάθεση να κλάψω. Δυο Γάλλοι φίλοι μου με παρηγόρησαν. «Μη στενοχωριέσαι, πάντα πριν από τις γιορτές τα ζωάκια είναι πανάκριβα, γιατί οι Γάλλοι συνηθίζουν να τα δωρίζουν. Μόλις όμως περάσουν οι γιορτές, οι τιμές τους πέφτουν κατακόρυφα. Τι θα τα κάνει ο έμπορος, του στοιχίζουν πολύ και δεν τον συμφέρει να μεγαλώσουν. Θα δεις που θα το πάρεις μισοτιμής μετά τα Χριστούγεννα, αν, αν φυσικά δεν έχει πουληθεί».
Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σχόλασα, πήρα πάλι τον υπόγειο και κατέβηκα στην Πορτ Ντ’ Oρλεάν. Το μαγαζί γεμάτο από παιδιά και συνοδούς. Έφτασα αγχωμένη στο κοφίνι με τις άσπρες μπαλίτσες. Ανακουφισμένη πήρα το κοριτσάκι στη χούφτα μου και το ’σφιξα στο στήθος μου. Αυτό μύρισε λίγο το πουλόβερ μου κι έχωσε το μουράκι του μέσα. Με αναγνώρισε. Τι θρίαμβος! Έμενα κει σαν μαρμαρωμένη, μη χαλάσει το όνειρο. Εξάλλου σκεπτόμουν πως όσο έμενα και το κρατούσα, δεν κινδύνευα να το διαλέξει κάποιος πελάτης. Στην Ευρώπη τα πρωτεία, από την αναμονή ταξί στο δρόμο, είναι νόμοι.
Μας χώριζαν δυο μέρες ώσπου να περάσουν τα Χριστούγεννα. Oύτε όταν ήμουν παιδί και περίμενα πώς και πώς αυτή τη θαυμάσια γιορτή γεμάτη χαρές και εκπλήξεις, ποτέ πριν δεν κοιμήθηκα παραμονές με τέτοια αγωνία. Το απόγευμα των Χριστουγέννων πήρα τους άδειους δρόμους και κατέβηκα στο μαγαζί, που ήταν φυσικά κλειστό, με αμυδρό φωτισμό. Κόλλησα το μούτρο μου στο τζάμι της πόρτας προσπαθώντας να διακρίνω αν το κουταβάκι βρισκόταν στη θέση του, αλλά μάταια.
Ξημέρωσε επιτέλους η επομένη των Χριστουγέννων και βρέθηκα στο μαγαζί την ώρα που άνοιγε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, αγιάτρευτα παράφορη. Τα κουταβάκια κοιμούνταν αγκαλιά. Λίγο ακόμη και θα ’βαζα τα κλάματα, τόση ήταν η χαρά μου. O μαγαζάτορας δε μου ’δινε καμιά σημασία, παγερός Γάλλος κι επιπλέον μαχμουρλής. Άρπαξα τούτη τη φορά το σκυλάκι, λες και κινδύνευε. Μύριζε όπως τα ανθρώπινα βρέφη. Και τα δυο παιδιά που γέννησα μύριζαν έτσι, σαν συννεφάκια.
Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Γάλλου.
«Δεν το παίρνετε;». Σαν να μου ’λεγε: «Δεν το παίρνεις να σε ξεφορτωθώ;».
«Το θέλω πολύ», είπα, «αλλά είναι ακριβό για μένα».
«Δεν είστε Γαλλίδα».
«Από την Ελλάδα, έχουμε δικτατορία εκεί κι όσοι μπορέσαμε φύγαμε…».
«Δώστε ό,τι λεφτά έχετε», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μα…», τραύλισα, «έχω μόνο τα μισά».
«Φτάνουν, αφήστε τα στον πάγκο».
Αν ο μαγαζάτορας δεν ήταν Γάλλος, θα τον φιλούσα σίγουρα. Έβγαλα από το πορτοφόλι τα υπόλοιπα (από το νοίκι) που θα περνούσα το Γενάρη, άφησα το σκυλάκι αραγμένο στο στήθος μου, μέσα από το παλτό μου, και τρελή από χαρά πήρα το μετρό για το σπίτι.
Αυτό ήταν. Γεννήθηκε στο Παρίσι, ε και; Όποιος γεννιέται στο Παρίσι είναι και καλά αριστοκράτης; Και όμως είχε ένα μοναδικό τρόπο να δείχνει τη δυσαρέσκειά της, όταν κάτι δεν της άρεσε. Της άρεσαν τα μεγάλα μαλακά μαξιλάρια του κρεβατιού μου, το πουπουλένιο πάπλωμα, το κοτόπουλο και ’γώ. Δε γούστερνε κανέναν άλλο. Και το ’δειχνε με το μουγκρητό της σαν την πλησίαζε λίγο κάποιος και δαγκώνοντάς τον αν πλησίαζε τελείως. Και να δεις που όλοι μπαίνανε στον πειρασμό να τη χαϊδέψουν, γιατί ήταν όμορφη, μια κούκλα.
Όταν την έβγαζα έξω στους δρόμους του Παρισιού, οι Γάλλοι γελούσανε, «δες», λέγανε, «ίδια η Μπεμπέ». Κι αλήθεια έμοιαζε στην Μπαρντό. Τι στριμμένη και δύσκολη ήταν! Για όλα δυσανασχετούσε και το ’δειχνε. Είχε προσωπικότητα βεντέτας της Μπελ Επόκ. Αν ήταν γυναίκα, θα ζούσε τυλιγμένη σε νταντέλες και βελούδα.
Σιχαινόταν τη Φύση. Δεν της άρεσε καθόλου η ζωή στο χωριό. Έπρεπε να τη δεις να περπατάει στους χωματόδρομους του χωριού. Σήκωνε το ένα πόδι μετά το άλλο τόσο αργά, λες και πατούσε επάνω σε γυαλιά. Άσε το τι γίνηκε σαν πρωταντίκρισε γάιδαρο, που άρχισε να τον κυνηγά με τα πιο δυνατά γαβγίσματα κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Βέβαια το χωριό ήταν πρωτόγονο, με τους δρόμους γεμάτους πέτρες, καβαλίνες και αγκάθια. Αλλά τι ’θελες να της κάνω; Να της φορέσω παπούτσια; Ή ν’ αρνηθώ το χωριό; Μια ζωή ονειρευόμουν ν’ αποκτήσω σπίτι σ’ ένα τέτοιο χωριό. Το Πάσχα δεν μπορείς να διαβείς τους στενούς δρόμους καθώς φουντώνουνε καταπράσινα φασκόμηλα, μαργαρίτες και τσουκνίδες ανάκατα.
Όταν πηγαίναμε περίπατο, εκείνη βέβαια ακολουθούσε, αλλά μετά τριάντα βήματα σταματούσε. «Θα ’ρθεις;», της φώναζα. Αλλά πέτρωνε καταμεσής του μονοπατιού με τα μάτια της γεμάτα απόγνωση καρφωμένα στα δικά μου. Καθώς έσκυβα κοντά της, μου άπλωνε το ποδαράκι. Αμέτρητα ξερόκλαδα μπερδεμένα στο πυκνό της τρίχωμα σφήνωναν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα καθάριζα προσεκτικά κι ύστερα την έπαιρνα αγκαλιά και συνεχίζαμε τον περίπατο. Έμενε τότε ακίνητη, σαν λιγωμένη από την ευτυχία, καθώς ταξίδευε απάνω μου. Κάθε φορά που βγαίναμε, επαναλαμβανόταν το ίδιο.

Μα και να την άφηνα σπίτι, δε θα χαιρόμουν περίπατο. Τα μάτια του σκύλου που φεύγεις και τον αφήνεις, σε τυραννούν πιο πολύ κι από ενός παιδιού. Εγώ που έχω και παιδιά και σκυλιά, ξέρω. O άνθρωπος έχει αμέτρητους τρόπους να διαμαρτυρηθεί. Κλαίει, φωνάζει, βρίζει, κάνει χειρονομίες και κυρίως εκφράζει με λόγια πόσο τον πλήγωσες. Το σκυλί δε διαθέτει παρά τα μάτια του. Πόσες φορές δεν έκλεισα την πόρτα αποφασιστικά πίσω μου, φεύγοντας μόνη, επιμένοντας να μην υποκύψω στο βλέμμα της, και πόσες φορές δε γύρισα πίσω απελπισμένη από την αδυναμία μου. Αλλά ζούσα ανετότερα με τα ελαττώματά μου παρά με τη θλίψη των ματιών της. Μια μεγάλη ποιήτρια έγραφε: «Όταν μπορέσω να περάσω / αδάκρυτη / δίπλα από ένα σκύλο, / θα έχω μεταμορφωθεί».
Λένε, οι υποκριτές, οι φαύλοι, πως είναι ντροπή ν’ αγαπάς τόσο ένα σκυλί, ενώ θα μπορούσες να προσφέρεις όλα τα έξοδα που κάνεις γι’ αυτό σ’ ένα πεινασμένο παιδί. Ξέρεις γιατί το λένε; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν χωρίς αναγνώριση. Η ελεημοσύνη είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν για όσα προσφέρεις. Το ν’ αγαπάς ένα ανυπεράσπιστο ζώο, το να αναλαμβάνεις την ευθύνη της συντήρησής του, της ζεστασιάς, της υγείας του, είναι μια δοκιμασία για τον κούφιο κι επιδειξιομανή. Γιατί πώς να προσφέρει χωρίς προσδοκία έκφρασης ευγνωμοσύνης και επαίνων από τους τρίτους; Ένα σκυλί δέχεται και χωράει όση αγάπη του δώσεις. Μπορείς ν’ ακουμπήσεις απάνω του όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου δε χρειάζονται.
Όταν κλαίμε για ένα σκυλί που χάσαμε, κλαίμε για μας. Που ορφανέψαμε, καθώς στερηθήκαμε την πιο τέλεια μορφή αγάπης, την πιο αθόρυβη και λιγότερο απαιτητική που γίνεται. Ίσως, λέω!
– Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, επιμέλεια – ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα

  • Το διήγημα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέα από την αυτοεξορία της στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974). Δημοσιεύτηκε το 1994 στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
eirini aivaliwtouΛιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή» 
Περισσότερα