Κάρτα Μνήμης

Γιώργος Σαρρής. Έσβησαν για πάντα τα νυσταγμένα φώτα στις νταλίκες του…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Δώς μου το δάκρυ απ’ τη ματιά σου και πάρε το δικό μου,
δώς μου την πίκρα απ’ την καρδιά σου και πάρε τον καημό μου
και το παράπονό μου.
Σβήσε τη δίψα που με καίει
να σβήσω τη δική σου
κι άσε το παρελθόν να φταίει
και δώς μου τη ζωή σου
και την αναπνοή σου.
Είν’ η ζωή κι οι άνθρωποι που μας πικράνανε πολύ.
Όλα για σένα είμαι εγώ κι όλα για μένα είσαι εσύ
Είν’ η ζωή κι οι άνθρωποι που μας πικράνανε πολύ.
Όλα για σένα είμαι εγώ κι όλα για μένα είσαι εσύ,
όλα για σένα είμαι εγώ κι όλα για μένα είσαι εσύ.
Δώς μου τη δύναμη να ζήσω και γίνε ο Θεός μου,
δώς μου το θάρρος ν’ αγαπήσω και την αγάπη δώσ’ μου
μες στην ψευτιά του κόσμου.
Έχω εσένα, δε φοβάμαι,
κι εσύ δεν είσαι μόνη.
Δώς μου το χέρι σου και πάμε,
ο πόνος μας ενώνει
κι ο δρόμος δεν τελειώνει.
Είν’ η ζωή κι οι άνθρωποι που μας πικράνανε πολύ.
Όλα για σένα είμαι εγώ κι όλα για μένα είσαι εσύ.
Είν’ η ζωή κι οι άνθρωποι που μας πικράνανε πολύ.
Όλα για σένα είμαι εγώ κι όλα για μένα είσαι εσύ,
όλα για σένα είμαι εγώ κι όλα για μένα είσαι εσύ».
***
Ένα τραγούδι, μια ζωή, ήταν το «Όλα για μένα είσαι εσύ», στίχους Νίκου Λουκά και μουσική Τάκη Σούκα. (1985).

https://www.youtube.com/watch?v=3gYtkrAEl00?t=5

 

Δεν θα το πει όμως ποτέ ξανά με την αδελφή του αφού σήμερα τα ξημερώματα (Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017) έφυγε ξαφνικά από την ζωή ο τραγουδιστής Γιώργος Σαρρής από ανακοπή σε ηλικία 69 ετών. Ο Γιώργος Σαρρής είχε τραγουδήσει τις «Νταλίκες» των Νικολόπουλου – Ρασούλη με τρόπο μοναδικό αν και «Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά».

 

 

Ο Γιώργος Σαρρής γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1948 στη Θήβα. Η καριέρα άρχισε από το 1973 αλλά οι επιτυχίες ήρθαν στη δεκαετία του 1980.
Πριν από μερικά χρόνια είχε πέσει θύμα τροχαίου με αποτέλεσμα να τραυματισθεί τόσο σοβαρά που είχε κινητικά προβλήματα.
Τις θρυλικές «Νταλίκες» τις ακούμε εδώ…

https://www.youtube.com/watch?v=6alh78c6byY?t=3

***

Ένα άλλο εμβληματικό τραγούδι που ερμήνευσε ήταν το «Και μόνο που με κοιτάς λιώνω» (1987), σε μουσική και στίχους Τάκη Μουσαφίρη.

Μάτια γλυκά μου, μάτια μου
μάτια ηλεκτρισμένα,
δώρο που έστειλ’ ο Θεός
μόνο για μένα.
Μάτια γλυκά μου, μάτια μου
αγαπημένα.
Και μόνο που με κοιτάς λιώνω
και μόνο που με κοιτάς.
Και μόνο που με κοιτάς λιώνω,
σκέψου να μ’ αγαπάς.
Μάτια γλυκά μου, μάτια μου
μάτια μου λατρεμένα,
φλόγα που καίει το σώμα μου
κάθε σας βλέμμα.
Μάτια γλυκά μου, μάτια μου
μάτια θλιμμένα.
Και μόνο που με κοιτάς λιώνω
και μόνο που με κοιτάς.
Και μόνο που με κοιτάς λιώνω,
σκέψου να μ’ αγαπάς.

https://www.youtube.com/watch?v=GTsbDib0jyU?t=3

Παναγιώτης ΜήλαςΓιώργος Σαρρής. Έσβησαν για πάντα τα νυσταγμένα φώτα στις νταλίκες του…
Περισσότερα

Η Σοφία «γύρισε» στην Αθήνα της και στο σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού για τσάι με τον Φαίδωνα Καστρή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 1958. Παιδιά από τις γειτονιές του δήμου της Αθήνας, συγκεντρώνονται στις παιδικές χαρές της περιοχής τους. Αυτή θα είναι μια ξεχωριστή κυριακάτικη εξόρμηση. Ο καιρός είναι ανοιξιάτικος. Λιακάδα. Και ο προορισμός πολύ μακρινός για την ηλικία μας και σίγουρα όχι συνηθισμένος…

-Από τον Νέο Κόσμο, από την παιδική χαρά που βρίσκεται ακόμη και σήμερα στην Καλλιρρόης, πίσω από τον ιερό ναό του Αγίου Παντελεήμονα Ιλισού. Περπατούσαμε δίπλα στον Ιλισό, που τότε ήταν απλά ένας ξερίλας με βρωμόνερα και έφτανε μέχρι το μικρό στάδιο του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου. Δεξιά και αριστερά χωματόδρομοι.

 

Η βασιλική οικογένεια ενώ εξέρχεται από τον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας.

 

Κατευθυνθήκαμε εκεί που είναι – και σήμερα – το γυμναστήριο του Φωκιανού, απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο. Στη συνέχεια προχωρήσαμε στην Ηρώδου του Αττικού. Φθάσαμε έξω από τα ανάκτορα, στο Παλάτι. Εκεί που βρίσκεται τώρα το Προεδρικό Μέγαρο. Αυτό ήταν ο τελικός προορισμός μας! Μας πήγαν εκεί για να ευχηθούμε τα χρόνια πολλά επειδή η πριγκίπισσα Σοφία γιόρταζε τα γενέθλιά της. Παιδιά από όλη την Αθήνα. Φωνές σαν τιτιβίσματα πουλιών. Ο καλός καιρός βοήθησε ώστε να παραμείνουμε στον κήπο. Εκεί μας υποδέχθηκε η 20χρονη Σοφία. Κεράσματα, δώρα, τραγούδια, ελληνικοί χοροί και… αναχώρηση. Τότε δεν υπήρχαν ούτε selfies, ούτε βιντεάκια, ούτε instagram, linkedin και face book. Μόνο αναμνήσεις και δύο λόγια γραμμένα στο τετράδιο των εκθέσεων με θέμα: «Πώς πέρασα την Κυριακή».

 

Ο Ολυμπιονίκης Διάδοχος τον Σεπτέμβριο του 1960 στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Τον ακολουθεί η Σοφία και οι συναθλητές του Οδυσσέας Εσκιντζόγλου (αριστερά) και Γιώργος Ζαΐμης. Αριστερά η οδός Όθωνος όπου ήταν (και είναι) η είσοδος για το ιατρείο του αντιμοναρχικού Άγγελου Κατακουζηνού.

-Το 1960, τον Σεπτέμβριο, πάλι στους δρόμους, πάλι οργανωμένα, στην υποδοχή του διαδόχου Κωνσταντίνου που είχε κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα (κατηγορία «Ντράγκον») στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης. Η Σοφία, η οποία ήταν αναπληρωματικό μέλος του πληρώματος, συνοδεύει τον αδελφό της μαζί με τους συναθλητές του στο σκάφος «Νηρεύς», τον Οδυσσέα Εσκιντζόγλου και τον Γιώργο Ζαΐμη.

 

Η άμαξα με την πριγκίπισσα Σοφία κατευθύνεται προς τη Μητρόπολη όπου έγινε η θρησκευτική τελετή του γάμου της με τον Χουάν Κάρλος.

 

-Το 1962, στις 14 Μαΐου, η Σοφία παντρεύεται τον Χουάν Κάρλος κι εμείς, γυμνασιόπαιδα πλέον, πάλι στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αμαλίας, με ελληνικές σημαιούλες στα χέρια περιμένουμε να περάσει η άμαξα με το ζευγάρι των νεόνυμφων. Χρονιά δύσκολη μιας και η προίκα που δόθηκε στην πριγκίπισσα έχει ξεσηκώσει πολιτική θύελλα αντιδράσεων και εμείς αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε για τη Μοναρχία.

-Πριν από λίγα χρόνια, το 2006, στη Μαδρίτη, έγινε η επόμενη «συνάντηση». Αυτή τη φορά όχι υποχρεωτική. Στο Μουσείο που έχει το όνομά της, το Εθνικό Μουσείο Τέχνης Reina Sofia. Εκεί όπου εκατοντάδες πιτσιρίκια 4 – 5 ετών το επισκέπτονται κάθε μέρα και μαθαίνουν για τους μεγάλους ζωγράφους της χώρας τους. Στη Μαδρίτη, εκεί όπου και μόνο το γεγονός ότι ερχόμαστε από την Ελλάδα, ανάβει το πράσινο φως αφού είμαστε συμπατριώτες της βασίλισσάς τους.

-Φέτος, την 1η Οκτωβρίου, πάλι Κυριακή η «Σοφία» επέστρεψε στη δική της Αθήνα και στο σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού, κι ας μην ήταν οι Κατακουζηνοί μοναρχικοί. Από τη στιγμή που έμαθα για αυτή την «επίσκεψη» είχα την περιέργεια αλλά και την αγωνία για το τελικό αποτέλεσμα.

Ο συγγραφέας Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι, η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ, ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος και ο ηθοποιός Φαίδων Καστρής «κάλεσαν» για τσάι τη δική τους «Σοφία» στο σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού.

«Εικόνες». Το ιστορικό περιοδικό της Ελένης Βλάχου αφιερώνει το εξώφυλλό του στην πριγκίπισσα που τότε σπούδαζε βρεφοκόμος.

Δεν σας κρύβω πως ήμουν δύσπιστος ακόμη και όταν άρχισε η παράσταση. Λίγο πριν είχα διαβάσει στο πρόγραμμα:
«Η βασίλισσα της Ισπανίας Σοφία, μπροστά στο φέρετρο του νεκρού συζύγου της βασιλιά Χουάν Κάρλος, κάποια στιγμή στο μέλλον. Μια φωνή της μιλάει. Μια φωνή μέσα στο μυαλό της. Το παρελθόν ξυπνά. Μνήμες θραύσματα την πλημμυρίζουν. Το Τατόι, ο Παύλος, η Φρειδερίκη, ο Χουανίτο, ο Φράνκο, ένα παιδί που πεθαίνει μπροστά στα μάτια της… Ποια είναι; Τι έζησε; Τι δεν έζησε»;

***
Για την παράσταση ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος σημειώνει:
«Εικόνες ιστορίας μέσα σε σπασμένους καθρέφτες. Στιγμές μοναξιάς σε δωμάτια της μνήμης. Αέναες περιπλανήσεις αναζητώντας τη σιωπή. Η Σοφία στους λαβύρινθους του μυαλού της… το κοριτσάκι με τη σαλοπέτα, η ερωτευμένη πριγκίπισσα, η βασίλισσα μιας ξένης χώρας… Η Σοφία της θλιμμένης αξιοπρέπειας να χαμογελά αινιγματικά για το τέλος μιας εποχής. Όπως σε έναν πίνακα του Antonio López»…

***
Παράλληλα ο συγγραφέας Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι αναφέρει:
«Το έργο «Σοφία» είναι ένας μονόλογος για μια γυναίκα. Για πολλά χρόνια, αυτή η γυναίκα, ήταν η πιο γνωστή γυναίκα της Ισπανίας. Για πολλά χρόνια, αυτή η γυναίκα, ήταν ταυτόχρονα και η πιο άγνωστη. Το παράδοξο αυτό οφείλεται εν μέρει στην υψηλή θέση που κατείχε, αλλά και στη δουλικότητα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου. Προπάντων όμως στον κληρονομικό φόβο των Ισπανών να μιλήσουμε καθαρά, και χωρίς να χρειάζεται να υψώσουμε τη φωνή, για τα πράγματα που έχουν σημασία».

 

Στο σαλόνι της Οικίας του Άγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού, ο Φαίδων Καστρής περιμένει υπομονετικά την είσοδο όλων των θεατών. Ακολουθεί το 70λεπτο ρεσιτάλ ερμηνείας.

-Η δική μου γνώμη είναι μια φράση που διαβάζαμε στους τίτλους των παλιών ελληνικών ταινιών και που ακούγαμε την εποχή των πρώτων ραδιοφωνικών οικογενειακών σειρών:
«Κάθε ομοιότης με πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική».

Το λέω αυτό επειδή ο συγγραφέας δεν περιορίστηκε στο εύκολο. Δεν «κόλλησε» στο βασιλικό παρασκήνιο. Δεν προσπάθησε να μας… θαμπώσει με τις λαμπερές περιγραφές από τα άδυτα των ανακτόρων. Δεν τον απασχόλησε η βασίλισσα Σοφία.

Ο Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι προτίμησε να κάνει ένα μεγάλο άλμα στο κενό χωρίς δίχτυ προστασίας.

Ο συγγραφέας επέλεξε να προσεγγίσει κάτι άπιαστο. Επέλεξε να μας ξεναγήσει στον άγνωστο κόσμο που έκρυβε η γυναίκα Σοφία. Μας οδήγησε στις κρυφές σκέψεις αυτής της γυναίκας, της Σοφίας. Τώρα αν η γυναίκα αυτή έτυχε να είναι η βασίλισσα της Ισπανίας δεν παίζει κανένα ρόλο. Πάνω από όλα είναι μια γυναίκα. Μια πονεμένη γυναίκα. Μια γυναίκα που αγωνίζεται να ξεπεράσει τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά της και που τα βλέπει μόνο αυτή… Αυτός ο αγώνας που δίνει η Σοφία, αυτές οι μάχες αποτυπώνονται με τρόπο μαγικό από τον Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι.

Όμως ούτε αυτό είναι αρκετό. Όλη η μαγεία αρχίζει από τη στιγμή που οι αράδες ξεπηδούν από τα χειρόγραφα και παίρνουν το δρόμο τους για τη σκηνή, στην προκειμένη περίπτωση για το σαλόνι της Οικίας των Κατακουζηνών. Κι ας σημειωθεί εδώ πως ο Άγγελος Κατακουζηνός ήταν αντιμοναρχικός. Μάλιστα για τους μελετητές της ιστορίας του, η απόσταση που κρατούσε από τους κρατούντες θεωρείται ότι τον έβλαψε.

Συνεχίζοντας όμως να πούμε ότι μια δυνατή ομάδα δούλεψε με στόχο την άψογη αποτύπωση του ζωγραφικού πίνακα «Σοφία» που φιλοτέχνησε ο Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι, συγγραφέας που επίσης δεν σχετίζεται με τη μοναρχία.
Με απόλυτο σεβασμό στην ιδιαιτερότητα του χώρου η Όλγα Ντέντα έβαλε τις ιδέες της και την υπογραφή της στα λιτά συμβολικά σκηνικά και στο επιβλητικό κοστούμι. Το ταξίδι στα ηχητικά τοπία της παράστασης το διαμόρφωσε με απόλυτη επιτυχία ο Νίκος Παπαρρόδου με την τρυφερή συμμετοχή της ανιψούλας του σκηνοθέτη. Δια της ψιμυθίωσης πέτυχε την ιδανική μεταμόρφωση, η Ήρα Σ. Μαγαλιού.

 

Και πώς να μην καμαρώνουν. Η Μαρία Χατζηεμμανουήλ, ο Φαίδων Καστρής, ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος με την ανιψούλα του που χάρισε τη φωνή της στα απαραίτητα ηχητικά εφέ της παράστασης. Δεξιά η Όλγα Ντέντα.

-Η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ που ξέρει να φωτίζει με αριστοτεχνικό τρόπο κάθε λέξη, κάθε φράση και κάθε παράγραφο μας πήρε από το χέρι στον λαβύρινθο «Σοφία» και μας οδήγησε στην έξοδο.

-Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος με δημιουργικό πάθος και φαντασία ισάξια του συγγραφέα κατάφερε να αναδείξει το μεγαλείο της γυναίκας Σοφίας.

-Τέλος, ο ηθοποιός Φαίδων Καστρής σήκωσε το μεγάλο βάρος όλης της δουλειάς. Αν δεν άντεχαν οι πλάτες του όλο το οικοδόμημα θα κατέρρεε. Όμως εδώ τον βοήθησε η ψυχή, το μυαλό, η εμπειρία.

-Σίγουρα θα τον θαύμαζαν οι δάσκαλοί του: Η Αντιγόνη Βαλάκου, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Μαρία Χορς. Είναι βέβαιο ότι θα τον απολαύσουν στο σαλόνι των Κατακουζηνών οι δασκάλες του, Λήδα Πρωτοψάλτη και Λυδία Κονιόρδου.

Αυτός όμως που πάντα θα μιλάει στο μυαλό του Φαίδωνα είναι ο Αλέξης Μινωτής. Όταν ο ηθοποιός περιμένει στη σκηνή με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό, ο δάσκαλος σκύβει στο αυτί και του λέει:

«Φαίδωνα, ο ηθοποιός είναι ο δύτης που ανεβάζει από τον βυθό το μαργαριτάρι του ρόλου».

Αυτό το μαργαριτάρι, ως αλιεύς, το ανέβασε ο Καστρής και το χαρίζει στους θεατές της παράστασης στο εμβληματικό σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού.

-Φαίδων, σας ασπάζομαι και ευχαριστώ εσένα και όλη την ομάδα για τη θεατρική εμπειρία που μας χάρισες.

 

Το φινάλε. Το χειροκρότημα. Η συγκίνηση. Μια μεγάλη παράσταση έχει τελειώσει.

«Σοφία»
του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι
Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Παπαδόπουλος
Σκηνογραφία-Ενδυματολογία: Όλγα Ντέντα
Διαμόρφωση ηχητικών τοπίων: Νίκος Παπαρρόδου
Ψιμυθίωση: Ήρα Σ. Μαγαλιού
Φωτογραφίες παράστασης: Σπύρος Τσακίρης
Trailer: Στέφανος Κοσμίδης
Ερμηνεύει ο Φαίδων Καστρής
Με την υποστήριξη των www.carnetdevoyage.gr και GG Events Patras

***
Πρεμιέρα: Κυριακή 1η Οκτωβρίου 2017
Παραστάσεις:
Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα τον Οκτώβριο
και όλες τις Δευτέρες του Νοεμβρίου
Ώρα έναρξης: 21:00
Διάρκεια: 70 λεπτά
Γενική είσοδος: 10 ευρώ
Στην Οικία Κατακουζηνού
Λεωφόρος Αμαλίας 4, 5ος όροφος.
Μετρό και Τραμ. Στάση Σύνταγμα
Τηλέφωνο κρατήσεων: 6934-96.53.40
***

https://www.youtube.com/watch?v=ZA94btE0zt8?t=19

  • Διαβάστε ακόμα:

Φαίδων Καστρής – συνέντευξη

«Σοφία» – κριτική παρουσίαση

Παναγιώτης ΜήλαςΗ Σοφία «γύρισε» στην Αθήνα της και στο σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού για τσάι με τον Φαίδωνα Καστρή
Περισσότερα

Δημήτρης Λιμπερόπουλος. Δώρο – έκπληξη από γερμανικό κανάλι για τα 93α γενέθλιά του…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Για τους άριστους πάντα υπάρχει αναγνώριση. Την έκπληξη αυτή ένιωσε ο ρεπόρτερ Δημήτρης Λιμπερόπουλος όταν χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του στο Παλαιό Φάληρο, χτες Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017.

Ένα πενταμελές συνεργείο από το μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι της Γερμανίας ARD και το θυγατρικό του NDR επισκέφθηκε τον Έλληνα δημοσιογράφο με τα σύνεργά του.

-«Αύριο έχετε τα 93α γενέθλιά σας – του είπε ο επικεφαλής, προσφέροντάς του μία τούρτα – και ήρθαμε να μας μιλήσετε για τον Αριστοτέλη Ωνάση».

Στη ομάδα του καναλιού ήταν η Γαβριέλα Βένγκλερ και η Αλεξάνδρα Παπαδόπουλος (παραγωγοί – σεναριογράφοι), ο οπερατέρ Ρενέ Σρέντερ, ο ηχολήπτης Τόρστεν Ράιμερς και ο συνεπώνυμός του ρεπόρτερ Σταμάτης Λυμπερόπουλος.

Μία ημέρα πριν πατήσει τα 93 ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος με τον συνεπώνυμο του Σταμάτη Λυμπερόπουλο που ήρθε από την Γερμανία με το συνεργείο της ARD για την τηλεοπτική συνέντευξη. Όπως έγραψε ο ελεύθερος ρεπόρτερ στη σελίδα του στο face book «Αυτή ήταν η μοίρα του Ωνάση, όχι μόνο ένας Λιμπερόπουλος στη ζωή του, αλλά δύο Λυμπερόπουλοι στο ίδιο ντοκιμαντέρ γι΄ αυτόν μετά τον θάνατό του»…

Ο Λιμπερόπουλος έγραψε στη σελίδα του στο face book το παρακάτω σχόλιο γι’ αυτή τη συνάντηση:

«Μου έκανε εντύπωση πόσο κατατοπισμένες ήσαν οι δύο Γερμανίδες του καναλιού ARD που επιμελούνται του ντοκιμαντέρ για τον Ωνάση – αντίθετα με δικούς μας δημοσιογράφους που μου τηλεφωνούν κατά καιρούς για «αρπαχτές» και αρνούμαι να τους δεχτώ. Γνώριζαν για την πολυετή συνεργασία του Ωνάση με τον εφοπλιστή από την Ιθάκη Κώστα Γράτσο και τις συναντήσεις του με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Ελία Καζάν. Οι ερωτήσεις, μέσω του συνεπώνυμού μου, για τον βίο του Μεγάλου Σμυρνιού ήσαν σαφείς και καίριες…

Όμως όταν τελειώσαμε έκανα κι εγώ μία ερώτηση:

– «Μα, ενδιαφέρει μετά τόσα χρόνια τη γερμανική τηλεόραση η ζωή αυτού του Χρυσού Έλληνα»;
– «Ενδιαφέρει όχι μόνο τα γερμανικά κανάλια αλλά και τα παγκόσμια και γι’ αυτό το ντοκιμαντέρ θα κυκλοφορήσει και στα αγγλικά», μου απάντησαν, έγραψε το «ατίθασο άλογο της δημοσιογραφίας».

Αυτός ήταν ο χαρακτηρισμός που είχα δώσει στον Λιμπερόπουλο, τον Σεπτέμβριο του 2015, στο παρακάτω κείμενο:

Λιμπερόπουλος: Nα ΄μαι λοιπόν με την μελαχρινή Αλεξάνδρα Παπαδόπουλος και την ξανθιά Γαβριέλα Βένγκλερ… Με καταγωγή από τον Πόντο η πρώτη, καθαρόαιμη Γερμανίδα η δεύτερη… Μόλις είχαμε τελειώσει τη συνομιλία μας για τον Ωνάση στο ντοκιμαντέρ του ARD και βλέπω στη φωτογραφία ότι ξαναπήρα τα κιλά μου μετά την ταλαιπωρία μου στο νοσοκομείο.

«Δημήτρης Λιμπερόπουλος. Ο «Αντιμόνιος» των 90 καρατίων, το ατίθασο άλογο της δημοσιογραφίας…»

Τον Οκτώβριο του 1984 είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά ένα θρύλο του έντυπου και του ηλεκτρονικού Τύπου. Τον Δημήτρη Λιμπερόπουλο. Τα κείμενά του τα διάβαζα στο προδικτατορικό «Έθνος», στη «Μεσημβρινή» και αργότερα στην «Απογευματινή».
Πριν από 31 χρόνια λοιπόν ήταν μεγάλη η έκπληξη και ακόμη μεγαλύτερη η χαρά που θα μπορούσα να δουλέψω δίπλα του στο εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης «Εικόνες» που θα κυκλοφορούσε την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 1984. Το ιστορικό περιοδικό της Ελένης Βλάχου ξεκινούσε τη νέα του πορεία στο συγκρότημα της εφημερίδας «Έθνος» με διευθυντή τον Αλέκο Φιλιππόπουλο. Μαζί του η Πέλλη Κεφαλά και ο Ανδρέας Μπόμης ενώ μεγάλες υπογραφές υπήρχαν στις σελίδες του: ο αρθρογράφος Χρήστος Θεοχαράτος, ο Γιάννης Καιροφύλας στα ιστορικά θέματα, ο Γιώργος Κάρτερ στην τηλεοπτική κριτική, η Μαρία Κοντζαμάνη στα εικαστικά, ο γελοιογράφος Γιάννης Λογοθέτης, ο Ίων Νταϊφάς στην κινηματογραφική κριτική, ο Σταμάτης Φιλιππούλης στις «Εικόνες του χθες», στα ελεύθερα θέματα ο Κωστής Χαιρόπουλος και η Πηγή Περσιάδου. Φυσικά πάρα πολλοί άλλοι συνάδελφοι. Σε θέματα αποκλειστικά, ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος που σήμερα, 20 Σεπτεμβρίου 2015, γίνεται 90 καρατίων.

Λιμπερόπουλος: Ελπίζω την Άνοιξη να βρίσκομαι στην πρεμιέρα του πλέον φιλόδοξου σε πληρότητα ντοκιμαντέρ που αφορά τη ζωή και τη δράση του διασημότερου Έλληνα του 20ού αιώνα. Θα γυριστεί στις χώρες και τοποθεσίες που οδοιπόρησε από την γέννηση ως τον θάνατό του. Εδώ στιγμιότυπο από τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ στο σπίτι του Δημήτρη Λιμπερόπουλου.

Το 1984 λοιπόν ο Λιμπερόπουλος (με γιώτα και όχι με ύψιλον, από το Libero που σημαίνει στα ιταλικά «αμπαρωμένη πόρτα»). Ως ποδοσφαιρικός όρος καθιερώθηκε να σημαίνει την πολύ καλά οργανωμένη και σφιχτή άμυνα, η οποία είναι προσαρμοσμένη να μη δίνει στον αντίπαλο ευκαιρίες για γκολ. Αυτό έκανε και κάνει ο Λιμπερόπουλος στη δημοσιογραφική του καριέρα: Δεν δίνει ευκαιρίες για αποτυχίες, δεν δίνει τη δυνατότητα να βάλει γκολ ο «αντίπαλος» είτε λέγεται Αριστοτέλης Ωνάσης, είτε λέγεται Μαρία Κάλλας, είτε λέγεται Μορίς Σεβαλιέ. Η πρώτη συνέντευξη που πήρε ο Λιμπερόπουλος στο εξωτερικό έγινε στο πόδι, στο αεροδρόμιο του Καΐρου, όπου συνάντησε τυχαία τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό, τραγουδιστή και σόουμαν Μορίς Σεβαλιέ ο οποίος ήταν πρωταγωνιστής μιας ταινίας που γυριζόταν εκεί. Όταν έστειλε το κείμενο της συνέντευξης στο «Έθνος» (το 1951) του ζήτησαν αποδεικτικά στοιχεία πως πήρε πράγματι τη συνέντευξη από τον Γάλλο σταρ. Ο Λιμπερόπουλος τότε επιστράτευσε ένα άλλο ταλέντο που είχε: τη ζωγραφική. Έκανε λοιπόν την καρικατούρα του Σεβαλιέ δύο φορές. Το πρώτο σκίτσο το κράτησε για τον εαυτό του ο ηθοποιός και το δεύτερο το έστειλε στην εφημερίδα, μαζί και με μία φωτογραφία που κατάφερε να εξασφαλίσει εν τω μεταξύ.

Ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος έγινε παγκόσμια γνωστός ρεπόρτερ όταν το καλοκαίρι του 1959 κατόρθωσε να εξασφαλίσει αποκλειστική συνέντευξη και φωτογραφίες από τον Αριστοτέλη Ωνάση. Τη στιγμή που ο Ωνάσης συνομιλούσε με τον Λιμπερόπουλο στην ιστορική θαλαμηγό «Χριστίνα», 200 συνάδελφοί του, παπαράτσι και οπερατέρ από όλον τον κόσμο, προσπαθούσαν να μάθουν κάποια λεπτομέρεια ή να απαθανατίσουν κάποιο στιγμιότυπο από την «αρπαγή» της Μαρίας Κάλλας. Όλοι είχαν μείνει άναυδοι στην ακτή της Γλυφάδας βλέποντας τον ρεπόρτερ μόνο του με τον κροίσο. Η παγκόσμια αυτή επιτυχία έγινε στο τότε «Έθνος» και αποσπάσματα της συνέντευξης με φωτογραφίες μπήκαν πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου. Ο Λιμπερόπουλος εργάστηκε ως αθλητικογράφος στο «Εμπρός» του Αλκιβιάδη Καλαποθάκη κι από αυτή την εφημερίδα ξεκίνησε τα ρεπορτάζ του, τα οποία ο Σπύρος Μελάς χαρακτήριζε μπριλάντε δημοσιογραφία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Λιμπερόπουλος εργάζεται στο «Έθνος» όπου εκτός από τον Ωνάση κυνηγάει και τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο στα νεανικά του φλερτ με Σουηδέζες πριγκίπισσες, αλλά και στις ιστιοπλοϊκές του ασχολίες. Μάλιστα, προαισθανόμενος ότι η Ελλάδα θα κερδίσει μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, με τον Κωνσταντίνο σπεύδει στη Νάπολη όπου έχει και από εκεί αποκλειστικά θέματα. Στη φαρέτρα του ο ρεπόρτερ εκτός από τους μεγιστάνες, τους γαλαζοαίματους και τους διάσημους σταρ, έχει ακόμη διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους της ελληνικής κοινωνίας, όπως ήταν η Αγία Αθανασία του Αιγάλεω, ο προστάτης των πτωχών Καραμουρτζούνης και ο τρελοπολιτικός Δελαπατρίδης που ζει ξεχασμένος στο Δρομοκαΐτειο. Φυσικά δεν ξεχνά αυτούς που συνωστίζονται στους διαδρόμους των νοσοκομείων διεκδικώντας έστω ένα ράντζο. Ακολουθεί βήμα βήμα τα παιδιά που περπατάνε ολόκληρα χιλιόμετρα για να φτάσουν από το σπίτι τους στο σχολείο. Καταγράφει και προβάλλει τα αιτήματα όσων έχουν ανάγκη. Το 1967, ένα μήνα πριν από την 21η Απριλίου, έχει άλλη μια αποκλειστική συνέντευξη. Αυτή τη φορά από τον αυτοεξόριστο Κωνσταντίνο Καραμανλή ο οποίος του λέει τα σχέδιά του και του εκθειάζει τις πολιτικές ικανότητες του Ανδρέα Παπανδρέου. Οι δημοσιογραφικές επιτυχίες του ρεπόρτερ δεν έχουν τελειωμό από το 1951 μέχρι και το 1979. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων. Το πρώτο του είχε τον τίτλο «Ο Ωνάσης όπως τον γνώρισα» (Εξάντας, 1982). Η προετοιμασία για τα επόμενα βιβλία του τον κράτησε μακριά από τις εφημερίδες και τα περιοδικά όταν το 1984 μια πρόσκληση τον αναστάτωσε. Ήταν από τον Αλέκο Φιλιππόπουλο που του πρότεινε συνεργασία στο περιοδικό «Εικόνες».
Στο επετειακό τεύχος – αφιέρωμα για την πρώτη εξαετία της εφημερίδας «Έθνος» 1981-1987 ο Λιμπερόπουλος γράφει:
«Όταν προετοιμάζονταν οι «Εικόνες» με ειδοποίησε ο Αλέκος Φιλιππόπουλος πως με θέλει. Μου προξένησε έκπληξη γιατί, πέντε χρόνια μακριά από τη δημοσιογραφία, κανένας εκδότης ή διευθυντής δεν με είχε θυμηθεί. Ποιον, εμένα, τον ακάματο εργάτη και πολεμιστή των χαρακωμάτων, που τα ρεπορτάζ μου ήταν συνήθως πρωτοσέλιδα και τις εκπομπές μου στην τηλεόραση τις σχολίαζε ο κόσμος για πολλές μέρες. Είναι όμως αλήθεια ότι είχα τη φήμη του ατίθασου αλόγου της δημοσιογραφίας και γι’ αυτό άλλαζα συχνά εφημερίδες, γιατί τα αφεντικά με θέλανε να τραβάω τους κουβάδες στο μαγγανοπήγαδο… Πνιγμένος στα χειρόγραφα, αφού για πέντε χρόνια έγραφα για τον εαυτό που χωρίς να δημοσιεύω τίποτα, λυπήθηκα όλη αυτή την πνευματική και σωματική κούραση, που ίσως να πήγαινε χαμένη, μιας και είχα αηδιάσει με τις εκδόσεις βιβλίων. Και πώς να μην ένιωθα άσχημα αφού η έκδοση του «Ωνάσης, όπως τον γνώρισα» εξαντλήθηκε χωρίς όμως ο εκδότης του να το ξανατυπώνει. Έτσι το μήνυμα του Φιλιππόπουλου έμοιαζε σε μένα σαν το τηλεγράφημα του Ζορμπά στον γραφιά «έλα αμέσως, βρήκα πέτρα ωραιότατη». Όταν πήγα στα γραφεία του «Έθνους» κι είδα αυτό το κολοσσιαίο συγκρότημα με τις μεγάλες κλιματιζόμενες αίθουσες, τα κομπιούτερς, το εστιατόριο, όλες τις ανέσεις που δεν είχε η δική μας γενιά, δεν μαγεύτηκα τόσο όσο συγκινήθηκα… Θυμήθηκα τον Αλέκο Φιλιππόπουλο, τον Κώστα Πρετεντέρη, το Νίκο Φώσκολο, τον Πέτρο Αναγνωστόπουλο, το Γιάννη Καψή, τον Τάκη Λαμπρία, τον Δημήτρη Μαρούδα, ακόμα και το μέγα Σπύρο Μελά, να μη χωράμε στα γραφεία και να γράφουμε στριμωγμένοι… Ο Γιάννης Κοκκινάκης με βοηθό τον Χρήστο Πασαλάρη είχανε ευρύχωρο γραφείο και τους ζηλεύαμε. Όταν μπήκα στο σημερινό γραφείο του Αλέκου τα έχασα, γιατί στις αναμνήσεις μου είχαν εξαλειφθεί όλα τα στάδια της εκπληκτικής δημοσιογραφικής ανόδου του διευθυντή του «Έθνους» και είχα γυρίσει στα πρώτα μας βήματα στην οδό Λυκούργου του «Εμπρός» του Καλαποθάκη… Ο Φιλιππόπουλος ήταν τότε ένα αδύνατο μελαχρινό παιδί, σκυμμένο σε κάποια κείμενα… Αυτό το παιδί, εξαλείφοντας κάθε άλλη ενδιάμεση ανάμνηση, το έβλεπα τώρα μπροστά μου να μου χαμογελάει με την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά που του έδινε ο τίτλος του πιο πετυχημένου οργανωτή δημοσιογράφου, του Μεγαλέξανδρου του επαγγέλματος, όπως τον αποκαλώ εγώ. Ο Αλέκος Φιλιππόπουλος με κοίταζε κατάματα σαν να με ρωτούσε τι είχα γίνει τόσο καιρό… Τι να του έλεγα; Πως είχα μπει σαν τη χελώνα στο καβούκι μου, μασουλώντας πέντε χρόνια χαρτί και μελάνι; Εκείνος όμως με έβγαλε από τη δύσκολη θέση μου λέγοντας τη μαγική λέξη, όπως τότε στην «Απογευματινή» της πρώτης κυκλοφορίας, που με είχε χρίσει κόλιουμνιστ:

– Δημήτρη, περιμένω χειρόγραφα.

Έτσι λοιπόν ξαναβγήκα από το καβούκι μου, στέλνοντας στον Αλέκο Φιλιππόπουλο χειρόγραφα, που πάντοτε τα τιμούσε κι ήμουνα περήφανος γι’ αυτό. Γιατί το παντοτινό μου παράπονο, στα τριάντα χρόνια της δημοσιογραφικής μου καριέρας, ήταν πως ελάχιστοι εκδότες και διευθυντές ήξεραν να ξεχωρίσουν το μπριλάντε χειρόγραφο από τη σαβούρα. Κι ο Αλέκος Φιλιππόπουλος είναι σε θέση, όχι μόνο να διαισθάνεται την επιτυχία και να ανεβάζει την κυκλοφορία, αλλά και να ξεχωρίζει χειρόγραφα. Κι εγώ του είμαι υπόχρεος γιατί έδωσε έμφαση στα δημοσιεύματά μου στις «Εικόνες», αλλά και παλιότερα στην «Ελευθεροτυπία» των 80 πιονέρων, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε ο «Ωνάσης μου» σε πολλές συνέχειες και με πολλές φωτογραφίες».

Αυτά είχε γράψει ο Λιμπερόπουλος στο κείμενό του που εξηγούσε πώς πήρε την απόφαση να επιστρέψει και πάλι στα δημοσιογραφικά γραφεία.

Βέβαια το πιο σημαντικό προσόν του ρεπόρτερ ήταν και είναι ο σεβασμός στο χειρόγραφό του και το πάθος για δημιουργία. Θα έλεγα ακόμα και το πάθος για την τελειότητα στην οποία έφθανε αφού καθοδηγούσε με τον επαγγελματισμό του και όλους τους συνεργάτες του. Τρανή, μικρή απόδειξη οι φωτογραφίες που κοσμούν αυτό το κείμενο. Είναι δικές τους κειμενολεζάντες για ένα φωτογραφικό θέμα που δημοσιεύθηκε στις «Εικόνες». Όλα προσεγμένα. Οι φωτογραφίες από το αρχείο του τοποθετημένες σε γαλάζιο χαρτονάκι. Κατατοπιστικές οδηγίες για τον συντάκτη ύλης και τον γραφίστα που θα φτιάξει τη σελίδα. Καθαρό δακτυλογραφημένο κείμενο, χωρίς μουτζούρες, χωρίς αμέτρητες διαγραφές, χωρίς τσαλακωμένα χαρτιά. Όλα στην εντέλεια. Έτσι ήταν όλα του τα κείμενα στις συνεντεύξεις που έκανε, στις έρευνες, στα ιστορικά του θέματα και γενικά σε ό,τι παρέδιδε προς δημοσίευση».

«Ο Μέγιστος Εφημεριδάς» που οδήγησε τρεις ημερήσιες εφημερίδες στην κορυφή 

Για τον Φιλιππόπουλο ο ρεπόρτερ έχει γράψει στην ιστοσελίδα του:
«Αλέκος Φιλιππόπουλος, ο Μέγιστος Εφημεριδάς, που οδήγησε τρεις ημερήσιες εφημερίδες στην πρώτη κυκλοφορία («Απογευματινή»-«Ελευθεροτυπία»-«Έθνος» ). Καθιέρωσε τον μπουμπουνιστό τίτλο, τη φωτογραφία-ντοκουμέντο, αλλά και το προκάτ θέμα, όπως: «Ράντσα στους διαδρόμους των νοσοκομείων». Μας έλεγε: «Κόψτε το κεφάλι σας, αλλά φέρτε μου φωτογραφία»! Αν δεν ήταν ο ευρύνους Φιλιππόπουλος, ίσως άλλος στενοκέφαλος εκδότης να μη δημοσίευε του ιδιότυπου στυλ μου ρεπορτάζ-συνεντεύξεις στην «Απογευματινή». Μισούσε την τηλεόραση, επενέβαινε να μου κόβουν τις εκπομπές μου, προβλέποντας ότι μέσω αυτής επέρχεται ο ξεπεσμός και της έντυπης δημοσιογραφίας.
«Γνώρισα πολλά θεριά. Τα δάμασα όλα…».
Αυτή η τελειομανία του ήταν το όπλο που τον έφερε νικητή σε κάθε του μάχη. Μάλιστα όπως τιτλοφορεί ένα από τα εκατοντάδες κείμενά του στην προσωπική του ιστοσελίδα www.liberopoulos.gr «Στο σαφάρι δεν σκότωσα θηρία, ούτε με κατασπάραξαν αυτά…».

Γράφει λοιπόν:

«Για να πετύχεις σε μια δουλειά δεν χρειάζονται μόνο προσόντα αλλά να διαθέτεις και το ειδικό βάρος που θα σε κάνει πιστευτό. Αυτό το έλεγε ο Ωνάσης και τώρα που φυλλομετράω κείμενα και φωτογραφίες καριέρας μισού αιώνα και πλέον, είμαι σίγουρος ότι πέτυχα στο ρεπορτάζ γιατί διέθετα εμφάνιση και ύφος που έπειθα το «θύμα» μου ότι δεν σκόπευα να το γδάρω, δηλαδή να το διασύρω, αλλά να μου ανοίξει τη καρδιά του, έστω κι αν ήταν απρόσιτο μονόχνωτο θεριό. Και τέτοια θεριά γνώρισα πολλά, που όλα τους γητεύτηκαν λες και τα υπνώτιζα… Άλλα αντιστάθηκαν, τελικά όμως τα δάμασα… Τι λες ρε εγωίσταρε, θα πουν κάποιοι, αλλά πιστέψτε με δεν περιαυτολογώ γιατί αν προσέξετε η κάθε φωτογραφία εδώ στην ιστοσελίδα μου δείχνει ένα δημοσιογράφο που διέθετε το ειδικό βάρος του συμπαθητικού αυθορμητισμού και κυρίως την τόλμη και την επιμονή-υπομονή του κυνηγού που τελικά συμφιλιωνότανε με το θύμα του… Με λίγα λόγια, στο σαφάρι του ρεπορτάζ, ούτε σκότωσα, ούτε με κατασπάραξαν…».

Ο Δημήτρης γράφει για τον… Λιμπερόπουλο

* Ξεκινάω αρχές της δεκαετίας του ’50 κάνοντας σκίτσα και γράφοντας στην «Αθλητική Ηχώ» των Θ. Σέμπου – Γ. Γεωργαλά. Δημιουργώ αθλητική σελίδα στο «Εμπρός» του Καλαποθάκη. Ταξιδεύοντας με εθνικές ομάδες στίβου και ποδοσφαίρου στο εξωτερικό, γράφω εντυπώσεις από τις χώρες που επισκέπτομαι. Το 1951 παρακολουθώ στην Αλεξάνδρεια τους Πρώτους Μεσογειακούς Αγώνες. Εκεί συναντώ, σκιτσάρω και παίρνω συνέντευξη από τον Μορίς Σεβαλιέ.
* Τον Σεπτέμβριο του 1959, όταν ο Ωνάσης έχει απαγάγει τη Μαρία Κάλλας (οικειοθελώς) και τον πολιορκούν στη Γλυφάδα δεκάδες ρεπόρτερ και παπαράτσι από όλο τον κόσμο, κατορθώνω και ανεβαίνω στη θαλαμηγό του «Χριστίνα» και παίρνω από τον Έλληνα κροίσο παγκόσμια αποκλειστική συνέντευξη, για την εφημερίδα «Έθνος».
* Το 1960 πηγαίνω στη Νάπολι (χωρίς την αρχική έγκριση της εφημερίδας μου), κάνω καθημερινή περιγραφή των επτά ολυμπιακών ιστιοδρομιών του διαδόχου Κωνσταντίνου και μετά την τελευταία και την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου από τον Κωνσταντίνο, τον Εσκιτζόγλου και τον Ζαΐμη, το «Έθνος» βγάζει παράρτημα.
* Το 1962 είμαι ο μοναδικός Έλληνας δημοσιογράφος, ανάμεσα στους ελάχιστους ξένους, καλεσμένος της Τουέντιθ Σέντσουρυ Φοξ, στα γυρίσματα της «Κλεοπάτρας» με τη Λιζ Τέηλορ στη Σινετσιτά.
* Το 1966, μεσολαβεί η Μις Υφήλιος Κορίνα Τσοπέη και με καλεί ο τσέρμαν της FOX Σπύρος Σκούρας να επισκεφθώ το Χόλιγουντ, αλλά στο Μπρόντγουεη γίνονται οι πρόβες του μιούζικαλ των Ντασέν – Χατζιδάκι «Ίλυα Ντάρλινγκ» (το γνωστό από τον κινηματογράφο «Ποτέ την Κυριακή») και κολλάω στην παρέα του Μάνου και της Μελίνας. Μένω στη Νέα Υόρκη, όπου κάνω παρέα με γίγαντες (όπως δείχνουν οι φωτογραφίες και το κείμενο στο βιβλίο μου «Μανχάταν») ως τον Οκτώβρη του 1968. Τότε ο Ωνάσης μου λέει ότι σε λίγες ημέρες όλα τα ειδησεογραφικά πρακτορεία θα στείλουν απεσταλμένους στο Σκορπιό που θα πλημμυρίσει από παπαράτσι. Επιστρέφω στην Ελλάδα για τον «γάμο του αιώνα».
* Εργάζομαι σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, αλλά συνεννοούμαι απόλυτα μόνο με δύο «εφημεριδάδες»: τον Στέφανο Κρανιώτη στο «Έθνος» των Νικολόπουλου – Κυριαζήδων και τον Αλέκο Φιλιππόπουλο στην «Απογευματινή» του Μπότση και αργότερα στο νέο «Έθνος» και στις «Εικόνες» του Γιώργου Μπόμπολα.
* Κάνω και τηλεόραση: Στον «Ελεύθερο ρεπόρτερ» παίρνω συνεντεύξεις από διάσημους ή εντελώς άσημους και στο «Αθώος ή ένοχος»… δικάζω τον Θανάση Βέγγο (γιατί τόλμησε να συναγωνιστεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σταρ ηθοποιούς και να τους πάρει το πρώτο βραβείο…), τον Φέρεντς Πούσκας και τον πατέρα της Μαρίας Κάλλας! Σε χαλεπές ημέρες (όπου είχα να πληρωθώ αρκετά 15νθήμερα ή μου έδιναν διατακτικές…) παρουσιάζω χορευτικούς διαγωνισμούς και σόου μόδας…
* Η αγγλική, η γαλλική, η γερμανική και η ιαπωνική τηλεόραση μου έχουν κάνει αφιερώματα, αλλά όχι και τα ελληνικά κανάλια, που συνήθως με θέλουν στα πάνελ και στα παράθυρα για την αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό μου. Από το 2000 και μετά αποφεύγω να εκτεθώ σ’ αυτά…
* Αυτή την εποχή με ενδιαφέρει η ιστοσελίδα μου που περιλαμβάνει εκατοντάδες κείμενα και πάνω από χίλιες φωτογραφίες.
Υστερόγραφο: Έζησα με τους Χρυσούς Έλληνες, δεν αντέχω τους μπακιρένιους – νεόπλουτους…

Η χρυσή ενδεκάδα των βιβλίων του 

Σε 15 χρόνια έγραψε ένδεκα βιβλία (βιογραφίες Ωνάση, Νιάρχου και μυθιστορήματα). Τα βιβλία αυτά του έδωσαν την ευκαιρία να μην έχει κανένα εκδότη που να τον υποχρεώνει σε αυτολογοκρισία.
Τα βιβλία αυτά είναι:
1. Ο Ωνάσης όπως τον γνώρισα (Εξάντας, 1982)
2. Έλληνες υπέροχοι, απίθανοι και τρελοί (Βασδέκης, 1988)
3. Ο Αθάνατος (Βασδέκης, 1988)
4. Η δυναστεία Ωνάση (Βασδέκης, 1989)
5. Ο Κατακλυσμός (Βασδέκης, 1990)
6. Η ντουλάπα της γιαγιάς (Βασδέκης, 1996)
7. Νιάρχος (Βασδέκης, 1997)
8. Μανχάταν, στον ίσκιο των γιγάντων (Πατάκης, 1999)
9. Αμαρτίες γονέων (Πατάκης, 2000)
10. Πεθαίνουν και οι αθάνατοι (Πατάκης, 2001)
11. Με βάρκα στον ωκεανό (υπό έκδοση).

Με άρωμα λεβάντας

Το δικό μου αγαπημένο βιβλίο από τα 11 του Δημήτρη Λιμπερόπουλου είναι «Η ντουλάπα της γιαγιάς» για το οποίο γράφει ο συγγραφέας:

«Ναι, υπήρξα κοσμοπολίτης αεικίνητος ρεπόρτερ που έπαιρνα συνεντεύξεις από μεγιστάνες, σταρ, όμορφες γυναίκες, διασημότητες αλλά και τσαρλατάνους. Κι όμως έκρυβα μέσα μου έναν άλλο εαυτό μου, που αντιστεκότανε στο βιαστικό πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ, αυτό που σήμερα έχει θεριέψει -κυρίως στην τηλεόραση- κι έχει κατασπαράξει τη λογική, τον προβληματισμό, το γράψιμο… Ανέκαθεν οι αρχισυντάκτες με χάνανε, γιατί ξαφνικά με τσιμπούσε η μύγα της περισυλλογής και της δημιουργίας κι απομονωνόμουν σε εντελώς δικά μου κείμενα… Επιστρέφοντας στην εφημερίδα τα είχα ξεχάσει, αλλά η μητέρα μου -της τρίτης δημοτικού- τα διάβαζε και τα καταχώνιαζε στην ντουλάπα της γιαγιάς, που μύριζε το καλοκαίρι ναφθαλίνη και λεβάντα. Τα ανασύρω σήμερα κιτρινισμένα. Είναι χαρτιά που ποτέ δεν ποτιστήκανε με αντιμόνιο, αλλά έχουν περονιάσει ανεξίτηλα τη μνήμη μου»…

Με τη γαλλιδούλα Φρανσουάζ Αρνούλ

Ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος συνεχίζει τη διήγησή του πάλι μέσα από τις σελίδες του www.liberopoulos.gr

«Την πρώτη καλλιτεχνική συνέντευξη την παίρνω από τη γαλλιδούλα σταρ του τραγουδιού και του σινεμά Φρανσουάζ Αρνούλ, με μεσολάβηση του Γιώργου Οικονομίδη, που την παρουσίαζε σε μουσικό πρωινό. Το σουξέ της «Αλα- μία- ου» το είχε διασκευάσει στα ελληνικά ο Κώστας Πρετεντέρης και το τραγουδούσε πολύ η νεολαία. Περίμενα τις πρωινές ώρες στο πιεστήριο της εφημερίδας «Εμπρός» να δω τη φάτσα μου φρεσκοτυπωμένη κι όταν τη βλέπω δίπλα στο είδωλο της νεολαίας, γυρίζω στο σπίτι και μοστράρω την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι… Ο πατέρας λέει στη μητέρα: γυναίκα ο γιος μας διάλεξε αργόσχολο επάγγελμα…
Η νεαρή γαλλιδούλα μου είπε πριν φύγει:
– Όταν έρθεις στο Παρίσι, θα σου δώσω πίσω το στυλό σου…».
Αυτή ήταν η πρώτη συνέντευξη που έκανε ο ρεπόρτερ στην Ελλάδα.

«Είκοσι ημέρες στην Αίγυπτο άλλαξαν τη ζωή μου»

Στο εξωτερικό είχε άλλη τύχη. Ας τον… ακούσουμε: «Στην «Αθλητική Ηχώ», όπου μετά βίας μου δίνουν έξοδα κινήσεως, δεν βλέπω να έχω μέλλον και όταν οι Χρήστος Σβολόπουλος και Σπύρος Αυλωνίτης μου προτείνουν να πάω βοηθός τους «μαθητευόμενος» στο ημερήσιο «Εμπρός» του Αλκιβιάδη Καλαποθάκη, δέχομαι με χαρά, γιατί εκεί εργάζονται έγκυροι δημοσιογράφοι: ο πολυσύνθετος Σπύρος Μελάς (χρονογράφος, συγγραφέας βιβλίων και θεατρικών έργων), ο επίσης θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Γιαννουκάκης, ο σκιτσογράφος Παύλος Παυλίδης και άλλοι γίγαντες της εποχής. Διευθυντής-αρθρογράφος είναι ο Νίκος Βεντήρης, αδελφός του στρατηγού Βεντήρη και σχολιαστής ο Πότης Τσιμπιδάρος, πρώην διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Όλοι τους ελέφαντες μπροστά σε μένα το μερμηγκάκι. Βέβαια συναντάω εκεί και ύαινες που νομίζουν ότι είναι λιοντάρια… Είναι η εποχή του καρμπόν, που ένας αστυνομικός ή δικαστικός συντάκτης μπορεί να δουλεύει ταυτόχρονα και σε τρεις εφημερίδες. Το ρεπορτάζ δηλαδή είναι σχεδόν γραφειοκρατικό, αφού βγαίνει στα υπουργεία με καρμπόν… Και στα αθλητικά δεν υπάρχει συναγωνισμός: αναγγελίες και αποτελέσματα αγώνων και ρεπορτάζ στην ΕΠΟ, στον ΣΕΓΑΣ και στους μεγάλους συλλόγους. Μπορώ να πω ότι είμαι από τους πρώτους που σπάω τη μονοτονία, με σύντομες συνεντεύξεις ποδοσφαιριστών και αθλητών. Πλησιάζει ο καιρός των Μεσογειακών Αγώνων στην Αίγυπτο και ονειρεύομαι να κάνω την πρώτη αποστολή μου στο εξωτερικό. Με βοηθάει κυρίως ο Μαρκ Μαρσώ, ελληνομαθής δερβέναγας στα αθλητικά του συγκροτήματος Λαμπράκη και τρυπώνω στην αποστολή. Όταν βρίσκομαι στο πλοίο με τους άλλους απεσταλμένους, θυμάμαι τη βαρκούλα που είχαμε μπει με το φίλο μου για Αλεξάνδρεια και μας έβγαλε… Αίγινα!

Το πρώτο μου δημοσιογραφικό ταξίδι στο εξωτερικό, έγινε αιτία να μπω οριστικά στο δημοσιογραφικό επάγγελμα. Είκοσι ημέρες στην Αίγυπτο άλλαξαν τη ζωή μου: Αλεξάνδρεια των Ελλήνων, Κάιρο των Αράβων, Ελ Αλαμέιν των πεσόντων, Νείλος ο ζωοφόρος, Μουσείο των φαραώ, αλλά και των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Βιβλιοθήκη των παπύρων, Ζωολογικός κήπος της αιχμαλωσίας, καφέ αμάν του χασισιού και του χορού της κοιλιάς, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, μεθυστικά αρώματα, αλλά και ρεσιτάλ Μορίς Σεβαλιέ για τους κατέχοντες ξένους τον πλούτο της Αιγύπτου… Αγώνες των αθλητών της Μεσογείου, αλλά και διαδηλώσεις κατά των αποικιοκρατών…Και ο άπληστος στον πλούτο και στο σεξ Φαρούκ, την τελευταία χρονιά της βασιλείας του, εν όψει Ναγκίπ… Μόνο το σπίτι του Καβάφη δεν έψαξα να βρω, γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη πόσο μέγιστος ποιητής είναι… Ούτε στις Πυραμίδες πήγα, γιατί προτίμησα να περιπλανηθώ στο Αιγυπτιολογικό Μουσείο και στη Βιβλιοθήκη.
Μπροστά στους ταριχευμένους Φαραώ, στα γιγάντια αγάλματα του Άμμωνα, την κεφαλή – κομψοτέχνημα της Nεφερτίτη και των άλλων καλλιτεχνικών δημιουργημάτων μιας εποχής τυλιγμένης στην έπαρση αλλά και στο θρήνο, είχα μείνει ενεός από κατάπληξη και συγκίνηση. Είχα νιώσει ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά και σκέφτηκα πως αν υπάρχει μετενσάρκωση, σίγουρα θα είχα ζήσει μια ζωή σ’ αυτή τη χώρα… Τώρα αναλογίζομαι ότι απόφυγα να πάω στις Πυραμίδες, νιώθοντας κάποιο αδιόρατο φόβο… Όταν μετά από χρόνια έγραφα το βιβλίο μου, που ο ήρωάς του μετενσαρκώνεται και βρίσκει φριχτό θάνατο στον ίσκιο των Πυραμίδων, θυμήθηκα το περιστατικό που ο Νίκος Γκούμας με καλούσε να μπω με τους άλλους στο λεωφορείο κι εγώ το έβαλα στα πόδια… Φαντασίες θα μου πείτε…
Η πρώτη συνέντευξη που πήρα στο εξωτερικό έγινε στο πόδι, στο αεροδρόμιο του Καΐρου, όπου συνάντησα τυχαία τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό, τραγουδιστή και σόουμαν Μορίς Σεβαλιέ. Του έκανα και την καρικατούρα, δύο φορές μάλιστα, γιατί το πρώτο σκίτσο το κράτησε για τον εαυτό του. Οι ανταποκρίσεις μου από την Αίγυπτο κυριολεκτικά προώθησαν την καριέρα μου όχι μόνο ηθικά, αλλά και υλικά, αφού ο Σπύρος Μελάς απαίτησε από τον Καλαποθάκη να με βάλει στο μισθολόγιο, όπως κι έκανε. Πήρα φόρα, από την ημέρα που είδα σε ελληνικό μαγαζί της Αλεξάνδρειας την πρώτη ανταπόκρισή μου και μετά τη λήξη των αγώνων, στο Κάιρο, κουστουμαρίστηκα και φόρεσα παπιγιόν αλά Σεβαλιέ…
Σεργιανώντας στους δρόμους του Καΐρου, με το παπιγιόν, άρχισα να νιώθω σαν την Κλεοπάτρα που ετοιμαζότανε για τη θριαμβευτική είσοδό της στη Ρώμη… Έτσι είναι, όπως τα λέω. Ούτε ο αρθρογράφος, ούτε ο σχολιαστής, ούτε κανένα ηγετικό στέλεχος στην εφημερίδα, μπορεί να νιώσει τη χαρά του ρεπόρτερ, που είναι και παραμένει ο ζεν πρεμιέ του θιάσου. Ακόμη και στην τηλεόραση ο ρεπόρτερ παραμένει ο πεζικάριος με την ξιφολόγχη, που ορμάει από τα χαρακώματα κι αν νικήσει, σηκώνει τη σημαία μπροστά στην κάμερα. Οι αξιωματούχοι του επιτελείου, ακόμη κι αν κατέχουν θέση παρουσιαστή στο κεντρικό δελτίο, νιώθουν δέος μπροστά στον ταλαντούχο ρεπόρτερ που μόνον αυτός μπορεί να σηκώσει και τη δική τους θεαματικότητα… Μην κατακρίνετε λοιπόν το νεαρό με το παπιγιόν, εν έτει 1951, γιατί μόλις έχει συνειδητοποιήσει ότι το επάγγελμα ρεπόρτερ είναι υπέροχο».

Εδώ κλείνει το μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο ελεύθερο ρεπόρτερ, τον Δημήτρη Λιμπερόπουλο, τον «Αντιμόνιο»* που γιορτάζει τα 90 καράτια της πολυκύμαντης ζωής του.

Άρωμα από αντιμόνιο

*Αντιμόνιο: Χημικό στοιχείο που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή του κράματος των τυπογραφικών στοιχείων, στις παλιές λινοτυπικές μηχανές. Οι δημοσιογράφοι έγραφαν τα άρθρα τους και μετά «περιφέρονταν ασκόπως» στα πιεστήρια όπου και χυτεύονταν επιτόπου το κράμα μολύβδου – κασσιτέρου – αντιμονίου στη λινοτυπική μηχανή που στοιχειοθετούσε την εφημερίδα. Και μύριζαν με απόλαυση το φρεσκολιωμένο αντιμόνιο…

Εικόνες από το αρχείο του ρεπόρτερ

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι όλες οι πρωτότυπες από το προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Λιμπερόπουλου, εκτός από την πρώτη που είναι από το τεύχος – αφιέρωμα στην εξαετία της εφημερίδας «Έθνος» 1981-1987 και τη δεύτερη που είναι από την πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Έθνος» του 1951, όπου προαναγγέλλεται η συνέντευξη με τον διάσημο σταρ Μορίς Σεβαλιέ.

Ακολουθούν δύο βίντεο από την πλούσια τηλεοπτική καριέρα του Δημήτρη Λιμπερόπουλου

 

ΟΙ ΣΩΓΑΜΠΡΟΙ

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1975

vas_catisΔημήτρης Λιμπερόπουλος. Δώρο – έκπληξη από γερμανικό κανάλι για τα 93α γενέθλιά του…
Περισσότερα

Μουσείο για τη Μαρία Κάλλας: Θα γίνει κάποτε στην Ελλάδα; Υπάρχει κάποιος άξιος για να το κάνει;

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας (Παρίσι, 16 Σεπτεμβρίου 1977) και μέσα σε αυτό το τεράστιο χρονικό διάστημα δεν έχει γίνει ακόμα στη χώρα μας ένα περισπούδαστο, λαμπερό και κορυφαίο μουσείο προς τιμήν της.
Και μόνο αυτό το γεγονός είναι αρκετό για να επιβεβαιωθούν τα δύο ερωτηματικά του τίτλου…

Σαράντα χρόνια. Ούτε ένα, ούτε δύο. Κι όμως το ελληνικό κράτος δεν τόλμησε να προχωρήσει σε αυτό που θα έκανε κάθε πολιτισμένη χώρα.
Φυσικά έγιναν κάποιες φιλότιμες προσπάθειες από ανθρώπους που αγάπησαν την Κάλλας και σεβάστηκαν το έργο και την προσφορά της. Όμως παράλληλα έγιναν και κάποιες άλλες επίσης φιλότιμες προσπάθειες εκείνων που δεν ήθελαν ούτε για αστείο να γίνει ένα μουσείο για τη μεγάλη ντίβα.

Στο σπίτι της οδού Πατησίων 61

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ως πρώτη επιλογή δημιουργίας χώρου αφιερωμένου στη διεθνή Ελληνίδα ντίβα θα ήταν η νεοκλασική «Πολυκατοικία Παπαλεονάρδου». Βρίσκεται στον αριθμό 61 της οδού Πατησίων, με την περίτεχνη είσοδο επί της οδού Σκαραμαγκά. Χτίστηκε το 1925 σε σχέδια του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη. Στο νοικιασμένο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου έζησε η Μαρία Κάλλας με τη μητέρα της (Ευαγγελία Δημητριάδη) και την αδελφή της (Υακίνθη-Τζάκυ), έπειτα από αρκετές μετακομίσεις, σε περιοχές της πρωτεύουσας και έως ότου η νεαρή τότε συνεργάτις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής αποφασίσει να επιστρέψει στη γενέτειρά της, Νέα Υόρκη, το 1947. Όμως το κτήριο, που είναι ιδιοκτησίας του ΝΑΤ, ήταν υπό κατάληψη πάνω από δέκα χρόνια, παραμένοντας παραδομένο στην εγκατάλειψη, την κακοποίηση του χρόνου και την απαξίωση εκείνων που το θεώρησαν απλώς τσιμέντο, παρόλο που είχε χαρακτηριστεί ως ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο των νεότερων χρόνων από το Υπουργείο Πολιτισμού (επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη).

Ούτε καν το όνομά της…

Εδώ να «κλέψω» μια πρόταση του δημοσιογράφου Δημήτρη Λιμπερόπουλου από τη σελίδα του στο facebook:
«Κανένας δήμαρχος της Αθήνας ή αρμόδιος υπουργός, δεν έχει τιμήσει τη μνήμη της Μαρίας Κάλλας δίνοντας το όνομά της στην οδό Πατησίων. Αυτόν τον δρόμο, το κορίτσι Μαρία Καλογεροπούλου τον ανεβοκατέβαινε καθημερινά από το 1940 ως το 1947 με λεωφορείο, με τραμ, με τα πόδια… Από το σπίτι της (Πατησίων 61), στο Ωδείο, στη βιβλιοθήκη, στη Λυρική Σκηνή…
Η Κάλλας δεν ξέχασε ποτέ τον αγώνα επιβίωσης που έδινε τότε. Γι’ αυτό και μέσω του Ιδρύματος που φέρει το όνομά της, φρόντισε ώστε νέοι καλλιτέχνες να σπουδάζουν λυρικό τραγούδι δωρεάν. Μια υποτροφία ίσως να παίρνει και ένα αγόρι ή κορίτσι που ανεβοκατεβαίνει και σήμερα την Πατησίων. Για τον λόγο αυτό λοιπόν χρόνια προτείνω η Αθήνα να τιμήσει τη δική μας ντίβα και να μετονομάσει την οδό Πατησίων σε Λεωφόρο Μαρία Κάλλας».

Στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων

Ερχόμαστε τώρα στη δεύτερη δυνατότητα για υλοποίηση του ονείρου. Αυτή τη φορά, ενός μικρού μουσείου «Μαρία Κάλλας». Αυτό συνέβη το 2002, όταν ο πρώτος δήμος της χώρας, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, είχε την έμπνευση να διαμορφώσει ένα κτήριο στην Τεχνόπολη, στο Γκάζι, τοποθετώντας εκατοντάδες αντικείμενα και φωτογραφίες της ντίβας που αγοράστηκαν έναντι 50 εκατομμυρίων δραχμών σε διεθνή πλειστηριασμό στο Παρίσι.
Έξι χρόνια αργότερα, επί δημαρχίας Νικήτα Κακλαμάνη, αποφασίστηκε η μεταφορά του σε παραπλήσιο κτήριο του πολιτιστικού αυτού χώρου του δήμου, καθώς και η ανανέωση και ο εμπλουτισμός του με νέα εκθέματα. Όμως δεν εγκαινιάστηκε ποτέ στη νέα του μορφή, αν και ήταν έτοιμο πριν από τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2010.

Ο ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης και η δημοσιογράφος Ελένη Κάραμποττ

Υπεύθυνοι της ιστορικής έρευνας και διαμόρφωσης του Μουσείου – του μοναδικού στον κόσμο για την Κάλλας – ήταν η δημοσιογράφος Ελένη Κάραμποττ και ο καλλιτεχνικός επιμελητής του Πολεμικού Μουσείου και ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης.
Δούλεψαν αμέτρητες ώρες για να συγκεντρώσουν, αξιολογήσουν, ταξινομήσουν και σκηνοθετήσουν όλο το υλικό που θα φώτιζε και κάθε κρυφή στιγμή από τη ζωή της ντίβας.
Ο Σπυριούνης και η Κάραμποττ είναι οι μόνοι που πάλεψαν με νύχια και με δόντια για να στήσουν αυτό το Μουσείο. Ήταν μέχρι τέλους μόνοι και αβοήθητοι. Μόνοι και …αμυνόμενοι έχοντας απέναντί τους όλους εκείνους που διαφωνούσαν σε κάτι τέτοιο.

Και πάλι από την αρχή σε άλλο χώρο αυτή τη φορά στην οδό Μητροπόλεως…

Ο μετέπειτα δήμαρχος Γιώργος Καμίνης (από την 1.1.2011) αρνήθηκε να λειτουργήσει το Μουσείο στην Τεχνόπολη, γιατί, σύμφωνα με απόψεις πολιτιστικών παραγόντων της υπό την ηγεσία του δημοτικής αρχής, τα εκθέματα είναι ελάχιστα και ο χώρος του στεγάζεται στο σύμπλεγμα του Βιομηχανικού Μουσείου Γκαζιού που δεν θεωρείται κατάλληλο για τη μνήμη της σοπράνο.
Έτσι αποφασίστηκε η μεταστέγασή του στο νεοκλασικό κτήριο της οδού Μητροπόλεως 61, ιδιοκτησίας του δήμου, ο οποίος σε περίοδο κρίσης και περικοπών αποφάσισε να διαθέσει νέα κονδύλια για να φτιαχτεί από την αρχή κάτι που ήταν ήδη έτοιμο και παρέμενε ανενεργό, με όποια συνέπεια για τη σωστή συντήρηση των εκθεμάτων που βρίσκονταν ουσιαστικά αποθηκευμένα στις προθήκες, στο β΄ όροφο της «βαρέλας» (το σιδερένιο κτήριο πίσω από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Αθήνα 984») σε όχι κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες λόγω του ότι δεν λειτουργούν τα κλιματιστικά μηχανήματα που είχαν τοποθετηθεί για να διατηρούν μια μέση υποχρεωτική θερμοκρασία χειμώνα – καλοκαίρι.

Στην Τεχνόπολη μόνο για …3 ώρες!

Εν τω μεταξύ με αφορμή την 89η επέτειο από τη γέννηση της κορυφαίας Ελληνίδας υψιφώνου, ο «Ελληνικός Σύλλογος Μαρία Κάλλας» – «Maria Callas Greek Society» διοργάνωσε επίσκεψη μνήμης στο ομώνυμο Μουσείο στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων (Αίθουσα «Άγγελος Σικελιανός», Β΄ όροφος) την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012 από τις 12 μέχρι τις 3 μ.μ. Ο Σύλλογος ζήτησε να ανοίξει το Μουσείο έστω για μία ημέρα επειδή ήταν η επέτειος των γενεθλίων της. Κατά τα άλλα στο θέμα του μουσείου δεν υπήρξε από τότε κάποια αλλαγή: Παραμένει κλειδωμένο και ερμητικά κλειστό.

Ψάχνουν άδικα οι τουρίστες

Δεν θα μπορούσε άραγε να έχει λειτουργήσει το Μουσείο πρόσκαιρα έως ότου ετοιμαστεί ο καινούργιος του χώρος; Ή αν θεωρηθεί πως χρειάζονταν κάποιες βελτιώσεις στον υπάρχοντα χώρο γιατί να μη γίνουν, παρά να χαθεί κι άλλος χρόνος και χρήμα, σε καιρούς ούτως ή άλλως πολύ δύσκολους για τη χώρα και το λαό της;
Ποια είναι, αλήθεια, η δικαιολογία που αναφέρουν στους τουρίστες οι οποίοι με τον οδηγό της Αθήνας ανά χείρας έρχονταν σε καθημερινή βάση για να το επισκεφθούν, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες;

Το θέμα έφθασε και στη Βουλή

Με την εμπλοκή στην υπόθεση της μη λειτουργίας του Μουσείου ασχολήθηκαν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο κατά το 2011, οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας Όλγα Κεφαλογιάννη, της «Δημοκρατικής Αριστεράς» Θανάσης Λεβέντης και Γρηγόρης Ψαριανός και της «Δημοκρατικής Συμμαχίας Λευτέρης Αυγενάκης, χωρίς ωστόσο να λάβουν επαρκείς απαντήσεις ούτε από τον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ούτε και από τους αρμόδιους περί την Παιδεία, τον Πολιτισμό και τον Τουρισμό υπουργούς.

Ελπίδα από τη Μεσσηνία και το Νιοχώρι

Η τρίτη δυνατότητα δημιουργίας Μουσείου ήρθε και αυτή, ως ευχή, από τον τόπο καταγωγής του πατέρα της ντίβας, του φαρμακοποιού Γιώργου Καλογερόπουλου. Από το μικρό χωριό Νιοχώρι Ιθώμης, στη Μεσσηνία. Εκεί όπου βρίσκεται, το μισογκρεμισμένο κέλυφος πετρόχτιστου σπιτιού της οικογένειας, το οποίο πέρασε πρόσφατα στην ιδιοκτησία του Δήμου Οιχαλίας, ο οποίος και αποφάσισε να το αποκαταστήσει χρησιμοποιώντας και τα δικά του οικοδομικά υλικά που βρίσκονται σπαρμένα στο χώρο. Επίσης αποφασίστηκε να το λειτουργήσει ως επισκέψιμο μουσειακό και ερευνητικό κέντρο για τη ζωή και τη σταδιοδρομία της μεγάλης Ελληνίδας.
Για την αγορά του κτηρίου η προηγούμενη δημοτική αρχή διέθεσε 100.000 ευρώ, με προοπτική την εκπόνηση μελέτης αποκατάστασης και αξιοποίησης του κτηρίου ως χώρου αφιερωμένου στη μνήμη της. Σήμερα το μόνο που θυμίζει στους κατοίκους ή στους επισκέπτες του μικρού χωριού του Δήμου Οιχαλίας ότι το ερείπιο αυτό έχει σχέση με την αξέχαστη λυρική καλλιτέχνιδα είναι η επιτοίχια δίγλωσση ταμπέλα «Οδός Μαρίας Καλογεροπούλου (Κάλλας) / Marias Kalogeropoulou (Kallas)», και αυτή λάθος γραμμένη γιατί στα λατινικά είναι Callas.
Εδώ δεν πρέπει να ξεχάσω ότι στην αυλή του πατρικού σπιτιού τής Μαρίας Κάλλας, στο Νιοχώρι Μεσσηνίας, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 8 Ιουλίου 2017, μία επετειακή συναυλία λυρικού τραγουδιού με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον θάνατό της. Ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας και η σοπράνο Χρύσα Μαλιαμάνη, συνοδευόμενοι από τον Γιάννη Αερινιώτη στο πιάνο, ερμήνευσαν άριες και ντουέτα από δημοφιλείς όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου.

«Η δική μας Μαρία Κάλλας» ταξιδεύει στον κόσμο

Αξίζει επίσης να θυμίσω ότι ενώ περνάει δύσκολες στιγμές η χώρα μας, η «Μεσσηνιακή Αμφικτιονία» συνέχισε αυτή τη χρονιά τις προβολές της ταινίας «Η δική μας Μαρία Κάλλας». Μετά τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο, τη Βοστόνη, το Μόντρεαλ και το Τορόντο και την Καλαμάτα, η ταινία προβλήθηκε την Κυριακή 23 Απριλίου 2017 στην Αθήνα, στον κινηματογράφο «Οντεόν Όπερα».
Ο σκηνοθέτης Μπάμπης Τσόκας για τον ρόλο της Μαρίας Κάλλας επέλεξε τη Μυρτώ Καμβυσίδη. Μια πανέμορφη ηθοποιό και τραγουδίστρια που μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Η Μυρτώ αποφοίτησε με τους καλύτερους βαθμούς από το Μουσικό Ωδείο και στη συνέχεια στην Αθήνα σπούδασε Επικοινωνία Μέσων και Πολιτισμού ενώ συνέχισε σε μεταπτυχιακό επίπεδο στην Ηθική Φιλοσοφία. Πολυτάλαντη και δουλευταρού, ως ηθοποιός έχει συνεργαστεί με τους Δήμο Αβδελιώδη, Κώστα Γιαννόπουλο, Γιάγκο Ανδρεάδη και τον Σύλλογο Αποφοίτων του Μουσικού Σχολείου Καλαμάτας «Μαρία Κάλλας», με πρόεδρο τον Γιώργο Ηλιόπουλο.
Στην ταινία ο Τσόκας συνέδεσε την Αρχαία Μεσσήνη με την Κάλλας, μιλώντας για τη ζωή της στην Καλαμάτα και στο Νιοχώρι από το οποίο καταγόταν η ντίβα. Γυρίσματα έγιναν στην Καλαμάτα, στον Μελιγαλά, στην Αρχαία Μεσσήνη και φυσικά στο Νιοχώρι.

Στην Επίδαυρο μια βροχή τα χάλασε όλα

Κάνοντας μια βουτιά στο παρελθόν, γυρίζουμε στην Κυριακή 21 Αυγούστου 1960. Τότε η παγκοσμίου φήμης σοπράνο Μαρία Κάλλας –όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής– «επρόκειτο να συμπράξη μετά της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εις την ερμηνείαν της όπερας του Βιτσέντζο Μπελλίνι «Νόρμα» υποδυομένη τον ρόλον της Νόρμας.. Την μουσικήν διεύθυνσιν του έργου ανέλαβε ο διάσημος Ιταλός διευθυντής ορχήστρας κ. Τούλιο Σεραφίν…».
Ο Αλέξης Μινωτής, στις δόξες του τότε, ανέλαβε τη σκηνοθεσία, ο Γιάννης Τσαρούχης τα σκηνικά, ο Αντώνης Φωκάς τα κοστούμια. Πρωταγωνίστρια όμως ήταν τελικά η νεροποντή, όπως έγραφε την επομένη η εφημερίδα «Τα Νέα» (Ημερομηνία Δευτέρα 22 Αυγούστου 1960).

12.000 εισιτήρια και 14.000 θεατές

«Η βροχή εματαίωσε την χθεσινή πρώτη εμφάνισι της Μαρίας Κάλλας στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Ενώ τα πάντα ήσαν έτοιμα και θεαταί από όλα τα σημεία της χώρας και με παντός είδους μεταφορικά μέσα είχαν αρχίσει να κατευθύνωνται προς την Επίδαυρον, ο καιρός άρχισε να μεταβάλλεται. Λίγο μετά το μεσημέρι, ο καιρός είχε πλέον σαφώς μεταβληθή εις βροχερόν και από τις 2 μ.μ. σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο ήρχισαν να πίπτουν σποραδικαί βροχαί. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, είχαν διατεθή περί τα 12.000 εισιτήρια για την χθεσινή παράστασι. (…) Δύο και πλέον ώρες προ της ορισθείσης ενάρξεως της παραστάσεως είχαν ήδη εισέλθει στο θέατρο περί τους 4.000 θεαταί ιδίως των μη ηριθμημένων θέσεων του άνω διαζώματος. Όλοι αυτοί παρά την βροχή, η οποία άρχισε να πέφτη κατά διαλείμματα παρέμειναν στις κερκίδες προσπαθούντες να προφυλαχθούν με εφημερίδες και ό, τι άλλο είχαν. Μέχρι τις 6.30 περίπου, που άρχισε να πέφτη ραγδαία βροχή, είχαν ήδη φθάσει στην Επίδαυρο περί τους 10.000 θεαταί, οι οποίοι συνωθούντο αφορήτως στους ελαχίστους εστεγασμένους χώρους της Επιδαύρου. Επί τέλους περί την 7ην απογευματινήν, αφού ήδη το κοινόν είχε υποστεί δίωρον νεροποντήν, οι αρμόδιοι αποφάσισαν να ανακοινώσουν διά μεγαφώνων -τα οποία μάλιστα δεν ηκούσθησαν από τους εντός του θεάτρου- την ματαίωσιν της παραστάσεως. Αμέσως τότε ήρχισεν ομαδική φυγή και συνωστισμός προς τα αυτοκίνητα (…). Μέχρι το θέατρο έφθασαν από πλευράς επισήμων ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο πρόεδρος της Βουλής κ. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος και ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κ. Σοφοκλής Βενιζέλος. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κ. Κωνσταντίνος Καραμανλής, ειδοποιηθείς για την ματαίωσι της παραστάσεως, παρέμεινε στο Ναύπλιον μαζί με υπουργούς και άλλους επισήμους».

Ενθυμήματα και επέτειος

Τι ωραίο θα ήταν αν μπορούσαμε να δούμε σήμερα τις μακέτες των σκηνικών, τα σχέδια για τα κοστούμια, τα ίδια τα κοστούμια, το πρόγραμμα της παράστασης, αποκόμματα εισιτηρίων και ό,τι άλλο θα ζωντάνευε αυτή τη μοναδική στιγμή. Κι όμως ενθυμήματα εκείνης της μέρας – μαζί με άλλο πλούσιο υλικό – υπάρχουν και περιμένουν κλειδωμένα σε ντουλάπια. Όλα τα παραπάνω θυμήθηκα με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατο της κορυφαίας Ελληνίδας, που έφυγε τόσο πρόωρα από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 54 ετών (Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 2 Δεκεμβρίου 1923).
Το ταλέντο της φωνής της εξακολουθεί, ωστόσο, διεθνώς να εμπνέει, να δονεί. Η επιρροή της προσωπικότητάς της δεν έσβησε με το τέλος της ζωής της, στο διαμέρισμα της λεωφόρου Ζωρζ Μαντέλ στο Παρίσι. Δεν μετριάστηκε καν, όταν η στάχτη της σκορπίστηκε στο Αιγαίο τον Ιούνιο του 1979. Αντιθέτως, η μαγεία και το μυστήριο της καλλιτεχνικής και προσωπικής της ζωής επηρεάζουν, ακόμη, σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό, ανθρώπους και καταστάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τρεις χώρες διεκδικούν την εθνικότητά της (ΗΠΑ, Ιταλία, Γαλλία) και για κάθε τόπο η ύπαρξη ενός μουσείου αφιερωμένου στη μνήμη της θα αποτελούσε πόλο έλξης, θα απέφερε πολλούς επισκέπτες και μεγάλο τουριστικό ενδιαφέρον. Για κάθε τόπο, εκτός από τον τόπο καταγωγής της, φυσικά, την Ελλάδα, όπου ναι μεν βιώνει τη χειρότερη οικονομική της κρίση μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν δικαιολογείται για την αναλγησία που επέδειξε, για το θέμα, σε εποχές που έρεαν άφθονες οι επιδοτήσεις, ειδικά δε σε επενδύσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος.

Ο Μότσαρτ, η Άννα Φρανκ και άλλοι

Στην εικόνα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας συνεπικουρεί σε πολλές περιπτώσεις η νοοτροπία των νεοελλήνων αρμοδίων για γεγονότα που στο εξωτερικό θα αποτελούσαν αυτονόητη εξέλιξη ή πηγή δημιουργίας: Αντίστοιχοι χώροι αφιερωμένοι στη μνήμη μεγάλων προσωπικοτήτων της Ιστορίας λειτουργούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Ειδικά στη γειτονιά μας, στην οικογένεια της ΕΕ, υπάρχουν Μουσεία με πολύ μικρότερο αριθμό εκθεμάτων και με λιγότερες λεπτομέρειες γύρω από τη ζωή και το έργο της προσωπικότητας στο οποίο είναι αφιερωμένα, που αποτελούν ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα του τόπου τους, όπως για παράδειγμα το (γενέθλιο σπίτι) Μουσείο Μότσαρτ στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, ή το (σπίτι) Μουσείο της Άννας Φρανκ στο Άμστερνταμ, ή το (σπίτι) Μουσείο του Μπαρούχ Σπινόζα στο Rijnsburg της Ολλανδίας (για το οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο τελευταίο βιβλίο του διάσημου καθηγητή Ψυχιατρικής Ίρβιν Γιάλομ, «Το πρόβλημα Σπινόζα»).

Οι χορδές του Μανώλη Χιώτη και οι ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles

Όμως για την Κάλλας υπάρχουν και αμέτρητες προσωπικές στιγμές που – σε ένα μεγάλο τους ποσοστό – έχουν καταγραφεί από τον δημοσιογράφο-ρεπόρτερ Δημήτρη Λιμπερόπουλο (στα βιβλία του, στα ρεπορτάζ, αλλά και στο facebook σήμερα που ο δημοσιογράφος είναι στα 92 του χρόνια). Σε ένα από τα ρεπορτάζ, που είχε κάνει δίπλα στη ντίβα, γράφει:

«Όμως η μεγάλη Ελληνίδα που λάτρευε όλα τα είδη της μουσικής δεν θα μπορούσε να μη ζήσει από κοντά μια νύχτα στα μπουζούκια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 λοιπόν συνοδεύοντας την πριγκίπισσα Γκρέις του Μονακό πήγε στην περίφημη «Σπηλιά του Παρασκευά», στα «βοτσαλάκια» της Καστέλας. Από εκεί πέρασαν πολλά γνωστά ονόματα της ελληνικής λαϊκής μουσικής σκηνής όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Τώνης Μαρούδας, ο Νίκος Γούναρης, ο Γιάννης Καραμπεσίνης, ο Τάκης Μωράκης με την ορχήστρα του και άλλοι πολλοί. Την εποχή εκείνη μεσουρανούσαν στο κέντρο ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα. Εκεί λοιπόν έγινε και η παρακάτω συνομιλία:
– Μανώλης Χιώτης: Μεγάλη μας τιμή κυρία Κάλλας, δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω.
– Μαρία Κάλλας: Δική μου τιμή κύριε Χιώτη, γιατί πιστέψτε με ότι η αποψινή βραδιά ήταν η πιο ευχάριστη ψυχαγωγικά της ζωής μου. Σας εκφράζω και τα συγχαρητήρια της πριγκίπισσας που με έβαζε κατά τη διάρκεια των τραγουδιών να της μεταφράζω τα λόγια στα αγγλικά.
– Μανώλης Χιώτης: Αυτό με φοβίζει…
– Μαρία Κάλλας: Να μη σας φοβίζει, γιατί η πριγκίπισσα είναι ερωτευμένη γυναίκα και μου εξέφρασε τον θαυμασμό της όχι μόνο για τη δεξιοτεχνία σας και τη φωνή της κυρίας Λίντα, αλλά και για κάποιους στίχους που προσπάθησα να τους μεταφράσω όσο σωστότερα μπορούσα.
– Γκρέις Κέλι: Θα ήθελα να μάθω σε τι διαφέρει το μπουζούκι από τις ηλεκτρικές κιθάρες των Beatles.
– Μανώλης Χιώτης: Κυρία Κάλλας, παρακαλώ εξηγήστε στην πριγκίπισσα ότι οι χορδές της ηλεκτρικής κιθάρας δονούνται από την πρίζα και οι χορδές του μπουζουκιού κατευθείαν από την καρδιά»…

Ο Λιμπερόπουλος όμως, εκτός από τα αναρίθμητα ρεπορτάζ και ενθυμήματα, έχει και βίντεο-αναμνήσεις από τη ζωή της. Έχει τον Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, σύζυγο της Κάλλας, ο οποίος μιλάει για τη ντίβα και τον Ωνάση. Πρόκειται για μια παγκόσμια αποκλειστικότητα, στην εκπομπή «Ο ελεύθερος ρεπόρτερ», στην ΕΡΤ.
Επίσης έχει τη συζήτηση-συνέντευξη με τον πατέρα της Γιώργο Καλογερόπουλο στην εκπομπή του «Αθώος ή ένοχος», πάλι στην ΕΡΤ.
Ασφαλώς περισσότερα στοιχεία υπάρχουν στη σελίδα του δημοσιογράφου Δημήτρη Λιμπερόπουλου στο facebook και στην προσωπική του ιστοσελίδα www.liberopoulos.gr

Η γούνα τσιντσιλά και τα γάντια Hermes

Στα εκθέματα που επρόκειτο να φιλοξενηθούν στο Μουσείο περιλαμβάνονται επιστολές δικές της, των γονέων της και φίλων, καθώς και από μεγάλες προσωπικότητες της εποχής της. Σπάνια δημοσιεύματα από παραστάσεις της στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ένα προσωπικό άλμπουμ με φωτογραφίες της, ένα παλτό με επένδυση γούνα τσιντσιλά, ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια Hermes, τα προγράμματα από τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα στην Ελλάδα, χρυσά ρολόγια από την προσωπική της συλλογή, παρτιτούρες από όπερες που μελετούσε και φέρουν την υπογραφή της.

Τα σχέδια του Τσαρούχη και οι σημειώσεις του Αλέξη Μινωτή

Στο Μουσείο – που στήθηκε και δεν άνοιξε – υπάρχουν ακόμη ένα βραδινό της φόρεμα, η περούκα της Μήδειας, το ακριβές αντίγραφο του φορέματος της ίδιας παράστασης στην Επίδαυρο σε σχέδιο Γιάννη Τσαρούχη, οι σημειώσεις και τα αυθεντικά σχέδια του μεγάλου μας ζωγράφου για το παραπάνω φόρεμα. Επίσης σκίτσα του για την ίδια παραγωγή και το αντίγραφο της επιζωγραφισμένης του μακέτας με το σκηνικό της παράστασης.
Ακόμη φυλάσσεται το τετράδιο σκηνοθεσίας του Αλέξη Μινωτή, με χειρόγραφες σημειώσεις του για τη Νόρμα και τη Μήδεια που είχε σκηνοθετήσει.

Μια στάση για αναψυκτικό στου Λεωνίδα

Τον Μάιο του 2010 – για συνέντευξη στη «Ναυτεμπορική» – ρώτησα τον Λεωνίδα Λιακόπουλο, στο Λιγουριό:
– Τη γνωρίσατε τη Μαρία Κάλλας; Ήρθε εδώ;
– Την έφερε εδώ ένα μεσημέρι ο Μινωτής.

Της λέει: «Μαρία εδώ ερχόμαστε για να κουβεντιάσουμε, να φάμε, να βρούμε και πάλι τους ρυθμούς μας… Κάτσανε εκεί στη μόνιμη γωνία του Μινωτή, στη δροσιά και ήπιαν δυο αναψυκτικά. Μετά έφυγε η Κάλλας για το Ναύπλιο. Πήγε στο κότερο του Ωνάση. Θυμάμαι ότι το εισιτήριο τότε είχε 500 δραχμές. Ήταν πολύ ακριβό. Πάρα πολύ ακριβό. Το λάδι τότε είχε 10 δραχμές για να καταλάβετε… Δυο μισθοί σημερινοί ήταν το εισιτήριο. Και το θέατρο γεμάτο. Στα πουρνάρια επάνω είχε φθάσει ο κόσμος»…

Μια μοναδική φωτογραφία της Μαρίας Κάλλας, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, υπάρχει στην ιστορική ταβέρνα του Λεωνίδα, στο Λιγουριό. Η φωτογραφία αυτή έχει την υπογραφή και την αφιέρωση του Γιάννη Τσαρούχη ο οποίος είχε κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Στη φάση της προετοιμασίας η Κάλλας έλεγε τότε στον Τσαρούχη πως «στην πρώτη πράξη η Μήδεια πρέπει να είναι ατημέλητη χωρίς κανένα στολίδι. Είναι τόσο ταραγμένη που δεν έχει καιρό για στολίδια. Το σκοτεινό κοστούμι με τη στενή, κόκκινη ζώνη, θα δώσει τον σωστό δραματικό τόνο». (…) ενώ «Η Μήδεια στην τελευταία πράξη δεν είναι γυναίκα πια, κάνει πράξεις που δεν τις κάνει μια γυναίκα. Μεταβάλλεται σε μια δαιμονισμένη φλόγα που καίει με το τρομερό πάθος της εκδικήσεως». (…)

«Συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας»

Ο Τσαρούχης θυμόταν επίσης για την Κάλλας πως όταν είχε έρθει στην Ελλάδα το 1957, για ρεσιτάλ στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ο δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης, για την εφημερίδα «Έθνος», ρώτησε πολλούς καλλιτέχνες να πουν τι γνώμη έχουν για την ντίβα. Τότε ο ζωγράφος – απαντώντας – επανέλαβε απλώς τη φράση του Eυαγγελίου: «Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες εις κεφαλήν γωνίας εγένετο» και στη συνέχεια πρόσθεσε: «H Kάλλας είναι μεγάλη και δοξασμένη αοιδός παγκοσμίως, και για μας τους Pωμιούς είναι το συμβολικό θύμα της πανίσχυρης ελληνικής μετριοκρατίας. Oι μέτριοι είναι η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα στην Ελλάδα, ένα αδίστακτο κρεβάτι του Προκρούστη».

Μάλιστα ο Γιάννης Τσαρούχης σε επιστολή του – που υπάρχει στα εκθέματα – έγραφε στον ζωγράφο Γιάννη Μόραλη το 1957 για την παράσταση της Μήδειας στο Ντάλας του Τέξας, πως εκεί την αποκαλούσαν: «Μεγάλη σαν τον Γκρέκο!».

Μερικά από τα καταχωνιασμένα εκθέματα

Αλήθεια τι θα μπορούσαν να δουν οι επισκέπτες του ανάμεσα στα… λιγοστά – όπως λέγεται – εκθέματά του; Γι’ αυτήν τη Μεγάλη σαν τον Γκρέκο Ελληνίδα στο σφραγισμένο ερμητικά μουσείο – αποθήκη υπάρχουν ακόμα 250 επιλεγμένες φωτογραφίες από όλες τις φάσεις της ζωής και της καριέρας της. Όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν για την ίδια από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, σπάνιοι δίσκοι και CDs με το συνολικό της έργο, αναλυτικό βιογραφικό χρονολόγιο της ζωής της, πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό αρχείου σχετικά με την προσωπική της ζωή και την καλλιτεχνική της πορεία.

Υπάρχουν επίσης πίνακες ζωγραφικής και γλυπτά αφιερωμένα στη μνήμη της, που έχουν φιλοτεχνήσει γνωστοί καλλιτέχνες, όπως οι:
Πέτρος Ζουμπουλάκης, Ναταλία Μελά, Δημήτρης Μυταράς, Γιάννης Νίκου, Δήμος Σκουλάκης, Σωτήρης Σορόγκας, Κώστας Ι. Σπυριούνης, Γιώργος Σταθόπουλος, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Πραξιτέλης Τζανουλίνος και Αλέκος Φασιανός. Έργα τα οποία δώρισαν στο Δήμο για να συμπεριληφθούν στη συλλογή του… νεκρού Μουσείου.

Στα εκθέματα υπάρχουν αντικείμενα, επιστολές και άγνωστες φωτογραφίες της ντίβας, που είχαν αγοραστεί από το Δήμο Αθηναίων, με τη συμμετοχή του Υπουργείου Πολιτισμού, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας στο Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 2000.
Επίσης ιδιώτες συλλέκτες, ιδρύματα, φορείς, εκδοτικοί οίκοι και δισκογραφικές εταιρείες από την Ελλάδα και το εξωτερικό έχουν προσφέρει προσωπικά της αντικείμενα, σπάνιες φωτογραφίες, βιβλία και σημαντικό αρχειακό υλικό κάθε οπτικοακουστικής μορφής σχετικά με την προσωπική της ζωή και την καλλιτεχνική της πορεία.

 

Ως επίλογο, μπορώ να πω, ότι στον τόπο μας δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία του «ράβε – ξήλωνε», που τελικά ούτε για μπάλωμα δεν κάνει. Παραπονιόμαστε, όταν ως Έλληνες γινόμαστε στόχος στα στόματα των δανειστών ή εταίρων μας, ή γενικά όσων βλέπουν ότι δεν καταφέρνουμε να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο δυνατότητες που μας παρουσιάζονται. Δυστυχώς – και αυτό δεν επιδέχεται αμφισβήτηση – δεν είμαστε ικανοί να διατηρήσουμε ούτε καν ζωντανή τη μνήμη κάποιων συμπατριωτών μας που μας χάρισαν υπερηφάνεια στο πέρασμα του χρόνου…

***
Η εικονογράφηση του θέματος έγινε με γραμματόσημα που εκδόθηκαν προς τιμήν της Μαρίας Κάλλας στην Ελλάδα, Ιταλία, Νικαράγουα, ΗΠΑ, Μάλι, Κόνγκο και Κιργιστάν.

Παναγιώτης ΜήλαςΜουσείο για τη Μαρία Κάλλας: Θα γίνει κάποτε στην Ελλάδα; Υπάρχει κάποιος άξιος για να το κάνει;
Περισσότερα

Αλέκος Φιλιππόπουλος. Πριν από 36 χρόνια έχτισε ένα φρούριο που κάποιοι το έκαναν «παλάτι στην άμμο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 1981 επανεκδόθηκε το «Έθνος» ύστερα από σιωπή 11 χρόνων. Εν τω μεταξύ ύστερα από ένα ταξίδι 36 χρόνων – πάντα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα – το σκάφος κατάφεραν να το βουλιάξουν πριν από λίγους μήνες και τώρα από το Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017 η εφημερίδα (ως έκδοση Σαββατοκύριακου) θα κρεμαστεί και πάλι στα περίπτερα αλλά από άλλον εκδότη.
Η πορεία της, που άρχισε το 1913, διακόπηκε την 25η Μαρτίου του 1970 με απόφαση της δικτατορίας λόγω μιας συνέντευξης του Ιωάννη Ζίγδη. Στη συνέντευξή του αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 24 Μαρτίου, ο Ζίγδης συνιστούσε, εξαιτίας της επιδείνωσης του Κυπριακού (απόπειρα κατά του Μακαρίου, δολοφονία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη κ.λπ.), τον σχηματισμό Κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» και επιστροφή στη δημοκρατική τάξη. Αυτό χαρακτηρίστηκε από το Στρατοδικείο σαν «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και «άσκηση αντεθνικής προπαγάνδας» (Παράβαση του νόμου «Περί Τύπου» και του νόμου «Περί καταστάσεως Πολιορκίας»). Ο Γιάννης Ζίγδης ήταν ο μόνος υπουργός της προδικτατορικής περιόδου, που φυλακίστηκε από το καθεστώς. Για τη συνέντευξή του την 1η Απριλίου του 1970 καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών σε 4,5 χρόνια φυλάκιση, χρηματική ποινή 300 χιλ. μεταλλικών δραχμών και κατάσχεση της οικίας του στην Πολιτεία. Για τον ίδιο λόγο και καταδικάστηκαν οι συνιδιοκτήτες και εκδότες Κώστας Κυριαζής και Κώστας Νικολόπουλος, όπως επίσης και ο διευθυντής της εφημερίδας Γιάννης Καψής. Τα γραφεία της εφημερίδας ήταν στην οδό Κολοκοτρώνη 8, εκεί που στεγάστηκε αργότερα η «Ελευθεροτυπία» (μετά την Πανεπιστημίου και πριν από τη Μίνωος). Σήμερα στο ίδιο κτήριο βρίσκεται η «Εφημερίδα των Συντακτών».

Το νέο κτήριο και η δεύτερη πτέρυγά του, όπως ήταν τα πρώτα χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα αυτοκίνητα αφού η μετακίνηση προς την εφημερίδα γινόταν με τα λεωφορεία του «Έθνους» και τον αξέχαστο κύριο Ηλία.

Δέκα χρόνια μετά το λουκέτο της δικτατορίας, δύο συνεργάτες αποφάσισαν να επανεκδώσουν το «Έθνος». Ήταν ο Γιώργος Μπόμπολας και ο Αλέκος Φιλιππόπουλος. Οι δυο τους από τον Σεπτέμβριο του 1978 εξέδιδαν τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια η οποία μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα Ελληνικά σε 34 τόμους από τις εκδόσεις «Ακάδημος» του Γ. Φ. Μπόμπολα. Διευθυντής σύνταξης ήταν ο Αλέξανδρος Φιλιππόπουλος. Η ελληνική έκδοση ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 1983.

Τον Αύγουστο του 1980 ο Μπόμπολας και Φιλιππόπουλος άρχισαν να συνεργάζονται και για το «Έθνος». Σε μια πολυκατοικία της οδού Μιχαλακοπούλου 35, στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο, στέγασαν το όνειρό τους. Εκεί γεννήθηκε τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 1981 το νέο «Έθνος». Γεννήθηκε αλλά δεν «μεγάλωσε»… Πώς να μεγαλώσει άλλωστε αφού ο Αλέκος Φιλιππόπουλος επέλεξε το μικρό σχήμα, το ταμπλόιντ, πρώτη φορά για πολιτική εφημερίδα. Το σχήμα αυτό είχε χρησιμοποιήσει στη «Ναυτεμπορική» ο Τζώρτζης Αθανασιάδης ήδη από το 1948).
Η προετοιμασία της εφημερίδας στηρίχθηκε σε μια χρυσοφόρα συνταγή του Φιλιππόπουλου. Ο «θείος» – όπως ήταν το παρατσούκλι του – στελέχωσε την εφημερίδα τοποθετώντας επικεφαλής των τμημάτων έμπειρους δημοσιογράφους, έγκυρους και αξιοσέβαστους. Δίπλα σε αυτούς έβαλε νέους ανερχόμενους συντάκτες αλλά και κάποιους που έκαναν τα πρώτα τους δημοσιογραφικά βήματα. Απέφυγε δηλαδή να φορτώσει την εφημερίδα με αμέτρητες βαριές υπογραφές και υψηλές αμοιβές. Προτίμησε να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για να γίνει μετάγγιση της πείρας από τους παλιούς στους νέους και να ισχυροποιήσει με τον τρόπο αυτό το δυναμικό της εφημερίδας.
Τα κείμενα -στην περίοδο της προετοιμασίας- γράφονταν, σκίζονταν, ξαναγράφονταν, διορθώνονταν έτσι ώστε να ταιριάζουν στο νέο προϊόν που ήταν η μικρού μεγέθους εφημερίδα, η γνωστή ως tabloid. Μάλιστα ο Φιλιππόπουλος είχε συντάξει έναν οδηγό με τον οποίο έδινε κάποιες συμβουλές για γράψιμο άμεσο, ελκυστικό, μοντέρνο και γρήγορο. Ζητούσε κείμενα χωρίς άσκοπες φλυαρίες και πάντα «δια των προσώπων», όπως έλεγε.
Για τον σχεδιασμό της εφημερίδας δεν χρησιμοποίησε ειδικούς αλλά προτίμησε να αντιγράψει πιστά τις βρετανικές εφημερίδες «Daily Mail» και «Daily Express». Είχε επιλέξει ο ίδιος μία προς μία εκατοντάδες σελίδες των δύο εφημερίδων και είχε φτιάξει 4-5 στοίβες με αυτές. Στη συνέχεια ζητούσε από τους συντάκτες ύλης, αφού επιλέξουν τη σελίδα που ταιριάζει στα θέματα που έχουν, να την αντιγράψουν και τέλος να την επισυνάψουν στο δικό τους κασέ. Έτσι ο γραφίστας έβλεπε και το σχέδιο του συντάκτη ύλης και τη σελίδα του Άγγλου… Με τον τρόπο αυτό οι συντάκτες ύλης και οι γραφίστες με την πάροδο του χρόνου έκαναν κτήμα τους το εγγλέζικο στυλ και άρχισαν να δημιουργούν πλέον δικές τους σελίδες με βάση το αγγλικό σχέδιο.

Το πρώτο κτήριο που στέγασε το όνειρο του Φιλιππόπουλου στην οδό Μιχαλακοπούλου 35, κοντά στο Χίλτον.

Το σχήμα που ενόχλησε και έκανε την ανατροπή

Το τι έγραψαν για το σχήμα που είχε το «Έθνος» δεν περιγράφεται. Η επίθεση έγινε κυρίως από τις εφημερίδες που έχαναν αναγνώστες εξαιτίας του «Ε». Από τον Σεπτέμβριο του 1981 μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου η κυκλοφορία είχε συνεχή ανοδική πορεία ενώ τον Φεβρουάριο του 1982 κατέκτησε τη δεύτερη θέση ξεπερνώντας τα 100.000 φύλλα ημερησίως πανελλαδικά. Τον Αύγουστο του 1982, μόλις συμπλήρωσε 11 μήνες από την έκδοσή του, το «Έθνος» ανέβηκε στην πρώτη θέση με διαφορά περίπου 40.000 φύλλων από τη δεύτερη εφημερίδα. Δύο χρόνια μετά την έκδοση και τη μεγάλη επιτυχία του «Έθνους», οι επικριτές του είχαν αρχίσει να μελετούν πώς θα το μιμηθούν και πώς θα το αντιγράψουν. Όμως η ψυχή και το μυαλό του ηγέτη δεν αντιγράφονται οπότε όλες οι προσπάθειες αντιγραφής απέβησαν άκαρπες.

Η μεγάλη ντρίπλα του Αλέκου Φιλιππόπουλου

Γύρω στη μέση της δεύτερης πενταετίας του ’80 η τιμή των εφημερίδων ήταν 20 δραχμές. Η μάχη και για την κατάκτηση και για τη διατήρηση στην κορυφή της κυκλοφορίας πανελλαδικά ήταν καθημερινή και σκληρή. Ήταν ένα διαρκές παιχνίδι στη δημοσιογραφική και επιχειρηματική σκακιέρα. Ένα βράδυ, δεν θυμάμαι χρονολογία, μάλλον το 1987, η εφημερίδα «είχε κλείσει» και βρισκόταν στο τελικό στάδιο πριν από την εκτύπωση. Όλοι οι δημοσιογράφοι και οι τεχνικοί είχαν φύγει. Μόνο σε ένα γραφείο υπήρχε φως. Στον δεύτερο όροφο του κτηρίου στο Χαλάνδρι, το γραφείο του διευθυντή ήταν φωτισμένο. Εκείνος μιλούσε στο τηλέφωνο και ζητούσε να μην αρχίσει η εκτύπωση της εφημερίδας. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο προϊστάμενος των τεχνικών υπηρεσιών. Ο Διευθυντής έδωσε εντολή να εγκαταστήσουν άμεσα στο γραφείο του έναν υπολογιστή, ενώ παράλληλα ζήτησε να γυρίσουν εκείνη την προχωρημένη ώρα στη θέση τους δύο άτομα: Ένας μοντέρ και ένας γραφίστας. Για διορθωτή ζήτησε τον μοναδικό που μπορούσε να διαβάσει το πάντα δυσανάγνωστο χειρόγραφό του και που παράλληλα του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Είπε λοιπόν να ειδοποιήσουν την Ειρήνη Αϊβαλιώτου να επιστρέψει. Όταν όλα όσα ζήτησε είχαν γίνει, κάλεσε την Ειρήνη στο γραφείο του και της έδωσε να γράψει στον υπολογιστή ένα μικρό κείμενο. Με αυτό το κείμενο ενημέρωνε τους αναγνώστες ότι από εκείνη την ημέρα η τιμή της εφημερίδας από 20 δραχμές θα πήγαινε στις 10. Το κείμενο γράφτηκε, διορθώθηκε, δόθηκε στον γραφίστα για να κάνει αλλαγή στην πρώτη σελίδα, μετά στο μοντάζ και τέλος στο πιεστήριο για να αρχίσει κανονικά η εκτύπωση. Νέα τιμή: Δραχμές 10. Έκπληξη για όλους. Και για τους ανταγωνιστές αλλά πιο πολύ για τους αναγνώστες που αγκάλιασαν αμέσως την πρωτοβουλία της εφημερίδας και την απογείωσαν σε νέα κυκλοφοριακά ύψη, μακριά από τον δεύτερο.

Άργησαν όλοι να συνέλθουν από το σοκ και να αντιδράσουν, με αποτέλεσμα το «Έθνος» να παραμείνει ακλόνητο στην κορυφή. Χωρίς πτυχία και άλλους βαρύγδουπους τίτλους στην οικονομία και στο επιχειρείν, ο Φιλιππόπουλος με τη φοβερή του ντρίπλα έβαλε τα γυαλιά στους επί τούτου σπουδαγμένους.
Εδώ αξίζει να αναφέρω κάποιους από αυτούς που με την εμπειρία τους πρόσφεραν και στους αναγνώστες αλλά και στους νεαρούς συναδέλφους τους.

Εκείνοι που άνοιξαν το δρόμο

Εδώ αξίζει να αναφέρω κάποιους από αυτούς που με την εμπειρία τους πρόσφεραν και στους αναγνώστες αλλά και στους νεαρούς συναδέλφους τους. Αναφέρω μόνο όσους θυμάμαι και μόνο εκείνους που σήμερα δεν ζουν:
Τα δύο φοβερά χαμόγελα, ο Κωστής Χαιρόπουλος και ο Τόλης Γαρουφαλής. Ο αρθρογράφος Χρήστος Θεοχαράτος. Οι πολιτικοί συντάκτες Γιώργος Γάτος, Αχιλέας (με ένα λάμδα) Χατζόπουλος και Αντώνης Καλαμαράς.
Στους συνεργαζόμενους αρθρογράφους ήταν: Ο Θόδωρος Κρίτας στο χώρο του πολιτισμού και ο Σόλων Γρηγοριάδης με τα ιστορικά του θέματα. Δύο Βασίληδες έδιναν κάθε εβδομάδα τις συμβουλές τους, σε θέματα υγείας ο αρχίατρος Βασίλης Σπανός (του οποίου τα θέματα ισχύουν και σήμερα και μάλιστα το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ θα έπρεπε κάποτε να τα εκδώσει) και σε νομικά θέματα ο Βασίλης Μαυρολέων. Τρίτος Βασίλης με ξεχωριστή πένα, ο κριτικός κινηματογράφου Βασίλης Ραφαηλίδης. Κριτικός θεάτρου ο Μηνάς Χρηστίδης. Με στήλες στο χώρο του πολιτισμού ο γλυκός «κακός» Αρτέμης Μάτσας, η ευγενική Ελένη Χαλκούση, η Μαρία Ρεζάν έτσι χωρίς πρόγραμμα και στο δρόμο που είχε τη δική του ιστορία η καλή μας Κωστούλα Μητροπούλου. Στο αθλητικό τμήμα επικεφαλής στο ξεκίνημα της εφημερίδας και μέχρι το 1984 ο «παππούς» ή «πρύτανης του αθλητικού ρεπορτάζ» Χρήστος Σβολόπουλος που διέκοψε τη σύνταξή του για να επιστρέψει στην ομάδα των νέων συναδέλφων του. Από την ομάδα αυτή «έφυγαν» ήδη ο Στέλιος Καραγιάννης, ο Νίκος Νάρνος, ο Χρήστος Λεβέντης και ο Γιάννης Ρέλιας. Από τα άλλα ρεπορτάζ δεν ξεχνάμε τον αξεπέραστο Στράτο Καλογερόπουλο του υπουργείου Άμυνας, τον Νίκο Ζερβονικολάκη και τον Γιώργο Καραλή στο ελεύθερο. Στο τηλεοπτικό η Ντίνα Βασιλάκου. Ο Ντίνος Τσακοτέλης στο εξωτερικό δελτίο. Στο Παιδείας η μοναδική μας Έλλη Παππά και ο γελοιογράφος Ηλίας Σκουλάς με την αξέχαστη «Μαντάμ Ο». Ο Τριαντάφυλλος Σιαπέρας στο σκάκι. Από τη διόρθωση ο Μάνος Αμελίδης και ο Ανδρέας Τζουράκης. Ο Ιών Μοσχονάς στο αρχείο. Ο Χρήστος Πουλίδης με το ιστορικό φωτογραφικό αρχείο του πατέρα του. Από το επαρχιακό χάσαμε τον Θανάση Ζορμπά και τον Νώντα Γερακούδη, από την ύλη ο Σταύρος Αλατάς, ο Γιάννης Σαλταβαρέας, ο Πάνος Γεραμάνης και από το πολιτιστικό τον Νίκο Τσιπλάκο. Τέλος από τις «Εικόνες», που κυκλοφορούσαν τότε στο περίπτερο, η αγαπημένη Πέλη Κεφαλά, ο Ίων Νταϊφάς για τον κινηματογράφο, ο Γιώργος Κάρτερ για την τηλεόραση, η Μαρία Κοτζαμάνη για τα εικαστικά, ο Μαρίνος Κουσουμίδης για συνεντεύξεις και ο Σταμάτης Φιλιππούλης με τις «εικόνες του χθες». Ασφαλώς θυμόμαστε τη μεγάλη αγκαλιά της εφημερίδας, τη Στέλλα Μπορμπουδάκη στο τηλεφωνικό κέντρο, τον οδηγό Ηλία Γρίβα, τον κλητήρα Γιώργο Κατσελάκη και από τα τηλέτυπα και οι δύο Βασίληδες, τον Σόμπολο και τον Βογιατζή. Τέλος από τη φωτοσύνθεση τον Θόδωρο Ζαχαράκη και από το πιεστήριο τον Μιλτιάδη Κατσαούνη. Στον μακρύ κατάλογο προστέθηκε πριν λίγες ημέρες και ο Δημήτρης Βάρος.
Μια απλή καταγραφή, ίσως και με λάθη. Ένα λουλούδι στη μνήμη τους.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας (14 Σεπτεμβρίου 1981) με Παπανδρέου, Ράλλη, Φλωράκη και Μαρία Αλιφέρη.

Η μάχη με την… κοντή εφημερίδα

Εν τω μεταξύ όλες οι εφημερίδες, εκτός από την «Καθημερινή», έσπευσαν να γίνουν ταμπλόιντ. Αυτοί που κατηγορούσαν το «Έθνος» ως… κοντή εφημερίδα, το ακολούθησαν κατά βήμα. Πουθενά στον κόσμο δεν γεννήθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα τόσα ταμπλόιντ όσα στην Ελλάδα. Παράλληλα οι κυκλοφορίες των εφημερίδων στο σύνολό τους πλησίασαν το εκατομμύριο. Επίσης οι διαφημιστικές καταχωρίσεις διπλασιάστηκαν. Το νέο εκδοτικό προϊόν ανέτρεψε την κατάσταση και δημιούργησε νέο περιβάλλον στο χώρο του Τύπου.

Οι επικριτές της εφημερίδας αντιγράφοντας το σχήμα, το κασέ και την τεχνική πίστεψαν ότι αυτό αρκούσε. Όμως άλλα ήταν τα προσόντα της εφημερίδας που κανείς δεν μπόρεσε να αντιγράψει. Βέβαια βασικό της όπλο ήταν ο διευθυντής της, ο Αλέκος Φιλιππόπουλος (1927-1991), ο οποίος στα 14 του χρόνια άρχισε να εργάζεται στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Τη δεκαετία του ’50 εργάστηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» και κατόπιν στη «Μεσημβρινή» ως αρχισυντάκτης και το 1967 στην «Απογευματινή». Τότε έδωσε χώρο στο αθλητικό ρεπορτάζ το οποίο από τα φτωχά τρίστηλα έφθασε στις 4 σελίδες.
Με γραμμή πλεύσης η «Ελευθεροτυπία»

Το 1975 δημιούργησε την «Ελευθεροτυπία» προσφέροντας μάλιστα τον τίτλο που ανήκε σε δικό του μηνιαίο περιοδικό. Η «συνταγή» με την οποία έφτιαξε την εφημερίδα ακολουθήθηκε πιστά από τον διάδοχό του. Όπως οι εκάστοτε διευθυντές της Coca Cola δεν τόλμησαν ποτέ να αλλάξουν τη συνταγή του πετυχημένου αναψυκτικού, το ίδιο έγινε και με την «Ελευθεροτυπία». Όσα χρόνια κυκλοφορούσε μέχρι και το κλείσιμό της η εφημερίδα δεν μετακινήθηκε ούτε κατά ένα χιλιοστό από τη γραμμή πλεύσης που είχε χαράξει ο Φιλιππόπουλος. Βέβαια αυτό δεν ήταν αρκετό, όπως αποδείχτηκε αργότερα.

Μετά την αποπομπή του από τη διεύθυνση της εφημερίδας, με τον γνωστό αντισυναδελφικό τρόπο, η «Ελευθεροτυπία» έγινε ένα τεράστιο δημόσιο και οδηγήθηκε τελικά στο ναυάγιο.

(Αυτά και άλλα πολλά είχα γράψει σε blog για τα media με το μικρό μου όνομα, όταν απολύθηκε ο διάδοχος του Αλέκου Φιλιππόπουλου. Δέχθηκα επίθεση με ύβρεις από συναδέλφους, οπότε επανήλθα με περισσότερες λεπτομέρειες, ονοματεπώνυμο και τηλέφωνο, με αποτέλεσμα να σιγήσουν οι φωνασκούντες).

Οι «Εικόνες», το πρώτο παιδί του Ανδρέα Μπόμη. Κάθε εβδομάδα στα περίπτερα με ρεκόρ κυκλοφορίας.

«Έθνος της Κυριακής» και «Εικόνες»

Όταν συμπληρώθηκε ο πρώτος χρόνος, εκδόθηκε και το «Έθνος της Κυριακής» ενώ την Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 1984 κυκλοφόρησε και το παλιό πετυχημένο εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης της Ελένης Βλάχου, οι «Εικόνες». Αργότερα ο Φιλιππόπουλος προσπάθησε να βγάλει και εβδομαδιαίο πολιτικό – ειδησεογραφικό περιοδικό με τον τίτλο «Χρόνος». Το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο…
Να θυμίσω εδώ ότι η εφημερίδα από το 35 της οδού Μιχαλακοπούλου μεταφέρθηκε στο Χαλάνδρι, στην οδό Μπενάκη, από την 1η Απριλίου του 1984. Το κτήριο αυτό στο Χαλάνδρι εκτός από «σχολείο» για νέους δημοσιογράφους, υπήρξε και τόπος ενημέρωσης μικρών και μεγάλων μαθητών. Οι επισκέψεις σχολείων δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων ήταν συνεχείς. Δόθηκε έτσι η ευκαιρία σε χιλιάδες μαθητές να γνωρίσουν από πρώτο χέρι τον τρόπο έκδοσης και τον μηχανισμό εκτύπωσης εφημερίδων και περιοδικών.
Η επιτυχία τελικά δημιούργησε τριβές μεταξύ εκδότη και διευθυντή. Οι λόγοι είναι γνωστοί στους πολύ στενούς συνεργάτες των δύο πρωταγωνιστών. Η αλήθεια είναι ότι μια… σκακιστική κίνηση του δημοσιογράφου προκάλεσε τέτοια αλλαγή των δεδομένων που κανείς, από όσους τον διαδέχτηκαν, δεν κατάφερε ποτέ να τα ανατρέψει.

Το δεύτερο παιδί του Ανδρέα Μπόμη: Το «Εθνοσπόρ». Στα χρόνια της κρίσης της εφημερίδας – λόγω αλλαγής πλεύσης – το αθλητικό περιοδικό με τους μοναδικούς αθλητικογράφους του, κάθε Δευτέρα ανέβαζε την κυκλοφορία και έσωζε την παρτίδα των χαμένων υπόλοιπων ημερών…

Όταν οι ανάξιοι πέτυχαν να διώξουν τους άξιους

Οι «διάδοχοι» που ενέσκηψαν δεν είχαν ούτε τις γνώσεις, ούτε τη δύναμη να κρατήσουν το τιμόνι της εφημερίδας και των άλλων ειδικών εκδόσεών της. Οι μόνοι που είχαν αυτή τη δύναμη ήταν δύο. Φυσικά από την παλιά φρουρά: Ο Μπόμης και ο Βάρος. Αυτοί αγαπούσαν το «μαγαζί».

Ο πρώτος, ο Ανδρέας Μπόμης, είχε το τσαγανό και μπορούσε να κρατά πάντα ψηλά το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Αυτό δεν το λέω εγώ. Αυτό το αποκαλύπτουν οι αριθμοί: Την Τετάρτη που το περιοδικό «Εικόνες» (το πρώτο παιδί του Μπόμη) βρισκόταν στα περίπτερα τα χαμόγελα κυριαρχούσαν στο κτήριο. Επίσης τη Δευτέρα που κυκλοφορούσε μαζί με την εφημερίδα και το «Εθνοσπόρ» (το άλλο παιδί του Μπόμη) οι πωλήσεις έκαναν άλμα εις ύψος. Ο Μπόμης είχε πάθος και ήξερε να εμπνέει. Πετύχαινε με ευκολία όποιο στόχο κι αν έβαζε. Όμως «δύο καρπούζια» σε μια μασχάλη ήταν πολλά. Οπότε οι καλοθελητές φρόντισαν να πριονίσουν την καρέκλα του. Θέλησαν να πάρουν τη θέση του. Συνασπισμένοι το κατάφεραν για να …απολαύσουν στη συνέχεια ολομόναχοι την ολοκληρωτική τους αποτυχία.

Ο δεύτερος, ο Δημήτρης Βάρος, είχε την ίδια τύχη. Μετά τη προμελετημένη κίνηση Φιλιππόπουλου στη σκακιέρα και την εν γνώσει του καταστροφική προσέγγιση της εφημερίδας στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο κυκλοφοριακός κατήφορος ήταν ανοιχτός. Κανείς εκ των διευθυντών που έκαναν πασαρέλα δεν κατάφερε να πάρει ούτε μισό φύλλο. Ο μόνος που μπόρεσε να συγκρατήσει το σκάφος ήταν ο Βάρος, ο οποίος με το «Έθνος της Κυριακής» κράτησε άμυνα και έδειξε το δρόμο και τη συνταγή για την ανάκαμψη. Πέτυχε την ανάκαμψη κι αυτό το αποδεικνύουν οι αριθμοί. Επιστέγασμα αυτής του της επιτυχίας ήταν να αναλάβει και τη διεύθυνση του καθημερινού φύλλου μήπως και καταφέρει να το σώσει.

Δύσκολη αποστολή για όλους, όχι όμως για τον Βάρο. Όμως στο έργο που ανέλαβε ήταν μόνος. Δεν είχε συμπαραστάτες. Όσοι δούλεψαν δίπλα του μπορούν να μιλήσουν για τον Βάρο. Σίγουρα δεν θα πουν τα καλύτερα. Ο Δημήτρης ήταν τελειομανής, λεπτολόγος, προσεκτικός, απαιτητικός. Όλα αυτά προϋπέθεταν σκληρή δουλειά και η σκληρή δουλειά δεν ήταν κάτι που άρεσε. Ο Δημήτρης δεν φορούσε ρολόι, δεν τον αφορούσε το όποιο ωράριο προέβλεπαν οι συλλογικές συμβάσεις. Φυσικά αυτό δεν ήταν αρεστό σε κανέναν. Έτσι η εργασιομανία του πάντα προκαλούσε αντιδράσεις. Όμως οι αναγνώστες των εφημερίδων και των περιοδικών που είχαν τη δική του υπογραφή είχαν άλλη γνώμη.

Το «Έθνος της Κυριακής», ο Δημήτρης Βάρος το άλλαξε μέσα σε 5 ημέρες. Ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας Δευτέρα και την Κυριακή παρουσίασε μια μοντέρνα εφημερίδα. Εδώ η τελευταία σελίδα με τα φοβερά «Λαβράκια» που μπορούσαν να δώσουν τροφή σε 10 πρωινάδικα… Στην ίδια σελίδα στεγάστηκαν και τα δικά μου «μικρά».

Μάλιστα η Ένωση Συντακτών, που πάντα είναι φειδωλή σε σχόλια για συναδέλφους, αποχαιρετώντας την Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017 τον Βάρο, σε ανακοίνωσή της έγραψε: «Όταν, το 1986, ο Δημήτρης Βάρος ανέλαβε διευθυντής στην εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής», κατάφερε, κατά τη διάρκεια της πετυχημένης θητείας του, με την εγκαινίαση των ενθέτων και των συνοδευτικών περιοδικών, να αλλάξει ριζικά την άποψη για τις εκδόσεις της Κυριακής, που οδήγησε στη συνέχεια στην καθιέρωση μιας ξεχωριστής έκδοσης των κυριακάτικων εφημερίδων, οι οποίες, από τη δεκαετία του 1990, έχουν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ελλάδα».

Πολλά …αρνητικά επίθετα συνόδευαν το επώνυμο του Βάρου. Από την άλλη πλευρά της επαγγελματικής του ζυγαριάς υπήρχαν μόνο δύο λέξεις: Το δίκιο και η φαντασία. Δεν αδίκησε ποτέ κανέναν από όσους δούλευαν σκληρά όπως αυτός. Ήξερε να εκτιμά και να αναγνωρίζει εκείνους που έβαζαν πλάτη στα δύσκολα. Είχε επίσης φαντασία. Οι ιδέες του μπορούσαν – κυριολεκτικά σε μηδενικούς χρόνους – να αλλάξουν την αρνητική εικόνα που είχαν κάποια από τα έντυπα στα οποία είχε την ευθύνη.

Στα χρόνια της έντονης κρίσης του ελληνικού Τύπου κάποιοι που επίσης συνασπίστηκαν – γνωστό και αυτό – επέλεξαν να τον αποστρατεύσουν και το πέτυχαν. Σίγουρα σήμερα θα είχε λύσεις. Άνθρωπος που λάτρευε την έντυπη παραδοσιακή δημοσιογραφία ήξερε πώς να κρατήσει ζωντανή την αγάπη του. Δεν θα άφηνε το καράβι να βουλιάξει. Ήξερε να δίνει μάχες και να τις κερδίζει…

Ένας χάρτινος «Δημοσιογράφος» που τον αντέγραψαν

Ας επανέλθω όμως στον βασικό μας πρωταγωνιστή, τον Αλέκο Φιλιππόπουλο που μετά το «Έθνος» φυσικά δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια και προχώρησε στην έκδοση μιας κυριακάτικης έκδοσης με τον τίτλο «Δημοσιογράφος» έχοντας για δεξί του χέρι τον δημοσιογράφο-ρεπόρτερ Δημήτρη Λιμπερόπουλο (με γιώτα, όχι με ύψιλον). Ήταν το φύλλο (σε χρώμα σομόν) το οποίο άνοιξε το δρόμο σε ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του αναγνώστη. Για πρώτη φορά έβαλε περιοδικά που συνόδευαν τη βασική έκδοση: Περιοδικό για το αυτοκίνητο, ένα ποικίλης ύλης (όπως… αργότερα το «Ε»), ένα με κόμικς για τα παιδιά (όπως… αργότερα το «9»), ένα για τουρισμό και περιηγήσεις (όπως… αργότερα το «γεώ»). Ειδικές σελίδες (ένθετο) αποκλειστικά για την οικονομία που μέχρι τότε ήταν στο περιθώριο της βασικής ύλης των εφημερίδων. Για όλα αυτά ο Φιλιππόπουλος κατηγορήθηκε κυρίως από την «Ελευθεροτυπία» (και μάλιστα ενυπόγραφα) ότι προσπαθεί «με τέτοια τερτίπια να προσελκύσει αναγνώστες». Τελικά κάτω από την ασφυκτική πίεση των διαφημιστικών εταιρειών, που είχαν κλείσει τη στρόφιγγα, ο «Δημοσιογράφος» δεν συνέχισε την πορεία του. Έκλεισε και έδωσε την ευκαιρία σε αυτούς που κατηγορούσαν τον Φιλιππόπουλο αυτή τη φορά να τον αντιγράψουν 100%.

Ο Φιλιππόπουλος ήξερε καλά το χώρο. Ήξερε πως δεν υπάρχει μέλλον χωρίς αναγνώστες. Έτσι εκείνα τα χρόνια έφτιαξε τις γενιές των πολιτών που ακόμη και σήμερα αγοράζουν εφημερίδα. Κάθε Σάββατο εκατοντάδες μαθητές και μαθήτριες έρχονταν στις εγκαταστάσεις του Χαλανδρίου και μάθαιναν τα πάντα για την έκδοση.

Επιτυχία όμως είχε το μηνιαίο οικονομικό περιοδικό που δημιούργησε. Είχε τον τίτλο «Κεφάλαιο». Εκείνη την εποχή που έβγαλε το περιοδικό όλοι γελούσαν επειδή ο «Θείος» ασχολήθηκε με ένα αδιάφορο θέμα, με την Οικονομία και τις Επιχειρήσεις. Πέρασαν περισσότερα από 25 χρόνια και το «Κεφάλαιο» εξακολουθεί να κυκλοφορεί και σήμερα με επιτυχία, ως εβδομαδιαία εφημερίδα κάθε Σάββατο, από τον γιο του Θεοχάρη Φιλιππόπουλο.

Αμέσως μετά το «Έθνος» ο Φιλιππόπουλος έγινε σύμβουλος της τηλεόρασης του Αντέννα. Ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που με το μικρόφωνο στο χέρι γύρισε όλη τη Θράκη κάνοντας ένα μοναδικό ρεπορτάζ και παρουσιάζοντας τα προβλήματα της περιοχής. Το ρεπορτάζ αυτό και συγκεκριμένα η διαδικασία του μοντάζ της εκπομπής ήταν η αφορμή που του προκάλεσε το εγκεφαλικό και τον οδήγησε στην εντατική και στο θάνατο…
Θα τον θυμόμαστε. Υπήρξε πραγματικά «θείος», όπως ήταν το παρατσούκλι του.

* Στη βασική φωτογραφία: Η εορταστική πόζα των στελεχών της εφημερίδας για την ειδική έκδοση της πρώτης εξαετίας (1981-1987). Από αριστερά: Ανδρέας Μπόμης, Νίκος Νικολαΐδης, Αλέκος Φιλιππόπουλος, Αφροδίτη Δεϊμέζη, Γιώργος Μπόμπολας, Πέλλη Κεφαλά, Γιώργος Λεβεντογιάννης, Τόλης Γαρουφαλής, Δημήτρης Βάρος.

-Εδώ ένα παλιό βίντεο (και) με τον Αλέκο Φιλιππόπουλο

Παναγιώτης ΜήλαςΑλέκος Φιλιππόπουλος. Πριν από 36 χρόνια έχτισε ένα φρούριο που κάποιοι το έκαναν «παλάτι στην άμμο»
Περισσότερα

Δημήτρης Βάρος. Ο ποιητής που ζωγράφιζε με την κάμερα και έχτιζε εφημερίδες με το στιγμόμετρο…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα
***
«Μόνη σου χαρά
είναι η αναπάντεχη διαπίστωση
πως και οι νεκροί ονειρεύονται»…
***
Αυτός είναι στίχος από ένα του ποίημα. Μια πικρή πρόβλεψη που μας υποχρεώνει να την αποδεχτούμε μήπως και γλυκάνει κάπως τον πόνο της απώλειας.
Πριν φύγει ο Δημήτρης Βάρος έβαλε την υπογραφή του «εν γνώσει των συνεπειών του νόμου» όπως έλεγε και στο παρακάτω κείμενο:
«Κατάγομαι από τη Μυτιλήνη, γεννήθηκα στη Χίο το 1949 και μεγάλωσα στη Σάμο.
Σπούδασα δημοσιογραφία στο Λονδίνο και η πρώτη εφημερίδα που εργάστηκα ήταν ο «Χιακός Λαός», μια ημερήσια εφημερίδα της Χίου που ταλαιπωρήθηκε από τους λογοκριτές της δικτατορίας και ήταν -μαζί με την «Πρόοδο» όπου αρθρογραφούσε επί χρόνια ο πατέρας μου Γιώργος Βάρος με το ψευδώνυμο «Εκηβόλος»- η εφημερίδα που δημοσίευσε τα πρώτα μου κείμενα, όταν ακόμη ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο της Χίου.
Από το 1976 εργάζομαι σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά. Το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας μου (22 χρόνια) το εξάντλησα στο «Έθνος» και στο «Έθνος της Κυριακής». Σαν άμεσος συνεργάτης του Αλέκου Φιλιππόπουλου στο ξεκίνημα αυτών των εφημερίδων και μετά, για 15 χρόνια περίπου, σαν διευθυντής τους.

Έχω διατελέσει επίσης διευθυντής ή αρχισυντάκτης και σε άλλες εφημερίδες όπως «Ακρόπολη», «Πρώτη», «Τύπος της Κυριακής», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Βέτο» καθώς και σε πολλά ειδησεογραφικά, οικονομικά, ναυτιλιακά, επιστημονικά και τεχνικά περιοδικά («Χρόνος», «Κεφάλαιο», «Ελληνική Ναυτιλιακή», «ΕΛΝΑΒΙ», «Logistics & Management», «Car & Truck», «Ecotec» κ.ά.).
Έχω εκδώσει 5 ποιητικά βιβλία («Ω ξειν…», «Ανδρομέδα», «Θηρασία», «Φρύνη» και «Υπατία») ενώ ποιήματά μου έχουν δημοσιευθεί σε αρκετές ελληνικές και ξένες (κυρίως) συλλογές καθώς και σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.
Μερικά έχουν περιληφθεί και σε δίσκους του Γιάννη Μαρκόπουλου τραγουδισμένα ή απαγγελμένα από τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τη Μαρία Φωτίου, τον Δημήτρη Ζερβουδάκη, τη Βασιλική Λαβίνα, από τον ίδιο τον συνθέτη καθώς και από τα συγκροτήματα «Βωξ» και «Μεθυσμένα Ξωτικά».
Αν και έχω πάντα ρόλο επιτελικού στα έντυπα που εργάζομαι, συνηθίζω να διατηρώ χρονογραφικές στήλες. (Παλαιότερα και τη στήλη δισκοκριτικής «Ήχος»). Μερικά διαχρονικά -πιστεύω- ευθυμογραφήματά μου συμπεριλαμβάνονται στα βιβλία «We are Greeks!» (κυκλοφορεί) και «Λάκης, τελεία, τζι-αρ» (υπό έκδοση).
Χόμπι μου είναι η φωτογραφία. Δείγματα από τα αποτελέσματα αυτής της ερασιτεχνικής ενασχόλησής μου είναι οι δύο συλλογές: «Mind Games» και «Painting with a camera».
Είμαι παντρεμένος με τη Δήμητρα Νικολάου, δημοσιογράφο επίσης, και έχουμε δύο παιδιά, τον Γιώργο και τη Μάγκι.
Είμαι μέλος της Ένωσης Συντακτών και διεθνών Οργανώσεων ημερήσιου και περιοδικού Τύπου (WAN και FIPP).
***
Ένα βιογραφικό σε χρόνο ενεστώτα, αν και ο Δημήτρης ήδη ταξιδεύει…
Ένα βιογραφικό με λιτές γραμμές, μας θυμίζει μόνο λίγα από όσα έκανε.
Ένα βιογραφικό που κρατάει καλά κρυμμένο τον χαρακτήρα του Δημήτρη.

Μόνο όσοι δούλεψαν δίπλα του μπορούν να μιλήσουν για τον Βάρο. Σίγουρα δεν θα πουν τα καλύτερα.
Ο Δημήτρης ήταν τελειομανής, λεπτολόγος, προσεκτικός, απαιτητικός.
Όλα αυτά προϋπέθεταν σκληρή δουλειά και η σκληρή δουλειά δεν ήταν κάτι που άρεσε. Ο Δημήτρης έχτιζε με το στιγμόμετρο μεγάλες εφημερίδες σε μικρό σχήμα.
Ο Βάρος δεν φορούσε ρολόι, δεν τον αφορούσε το όποιο ωράριο προέβλεπαν οι συλλογικές συμβάσεις. Φυσικά αυτό δεν ήταν αρεστό σε κανέναν. Όλοι θέλαμε τη βολή μας. Δεν μας συγκινούσαν οι ανατροπές.
Έτσι η εργασιομανία του Δημήτρη πάντα προκαλούσε αντιδράσεις. Όμως οι αναγνώστες των εφημερίδων και των περιοδικών που είχαν τη δική του υπογραφή είχαν άλλη γνώμη.
Είναι χαρακτηριστικό – και μη αμφισβητούμενο – το γεγονός ότι την εποχή που το καθημερινό «Έθνος» ταλανιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για τους γνωστούς λόγους, το «Έθνος της Κυριακής» με διευθυντή τον Βάρο κράτησε τότε ψηλά τη σημαία του συγκροτήματος και οδήγησε αργότερα και τις δύο εφημερίδες στο δρόμο της ανάκαμψης.

Σχετικά η Ένωση Συντακτών, σε ανακοίνωσή της γράφει: «Όταν, το 1986, ο Δημήτρης Βάρος ανέλαβε διευθυντής στην εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής», κατάφερε, κατά τη διάρκεια της πετυχημένης θητείας του, με την εγκαινίαση των ενθέτων και των συνοδευτικών περιοδικών, να αλλάξει ριζικά την άποψη για τις εκδόσεις της Κυριακής, που οδήγησε στη συνέχεια στην καθιέρωση μιας ξεχωριστής έκδοσης των κυριακάτικων εφημερίδων, οι οποίες, από τη δεκαετία του 1990, έχουν τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ελλάδα».

Είπα, λίγο πιο πάνω, πολλά από τα… αρνητικά επίθετα που συνόδευαν το επώνυμό του. Από την άλλη πλευρά της επαγγελματικής του ζυγαριάς υπήρχαν μόνο δύο λέξεις: Το δίκιο και η φαντασία.
-Ο Βάρος δεν αδίκησε ποτέ κανέναν από όσους δούλευαν σκληρά όπως αυτός. Ήξερε να εκτιμά και να αναγνωρίζει εκείνους που έβαζαν πλάτη στα δύσκολα.
-Ο Βάρος είχε επίσης φαντασία. Οι ιδέες του μπορούσαν – κυριολεκτικά σε μηδενικούς χρόνους – να αλλάξουν την αρνητική εικόνα που είχαν κάποια από τα έντυπα στα οποία είχε την ευθύνη.
Στα χρόνια της έντονης κρίσης του ελληνικού Τύπου κάποιοι, ως ομάδα, – γνωστό και αυτό – επέλεξαν να τον αποστρατεύσουν. Σίγουρα σήμερα θα είχε λύσεις για κάθε πρόβλημα. Άνθρωπος που λάτρευε την έντυπη παραδοσιακή δημοσιογραφία ήξερε πώς να κρατήσει ζωντανή την αγάπη του. Δεν θα άφηνε το καράβι να βουλιάξει. Ήξερε να δίνει μάχες (όπως έγραψε στο παρακάτω ποίημά του) και να τις κερδίζει…

***

Στο είχα πει
Η σιωπή μας θα αναστήσει τα κτήνη.
Τώρα πρέπει να δώσουμε ξανά
τη μάχη στις Πλαταιές.
Θα χρειαστούμε ξανά
τον μπουρλοτιέρη απ’ τα Ψαρά
τον καπετάνιο απ’ τη Λαμία
και τον κόκκινο στρατιώτη
που θα καρφώσει τη σημαία μας στο Ράιχσταγκ.
Έτσι όπως ο αϊ Γιώργης κάρφωσε το τέρας.
***
Δημήτρη Βάρο, σε ευχαριστούμε για όσα πρόσφερες στον Τύπο, για όσα πρόσφερες σε όλους μας. Θα σε θυμόμαστε…
***
Ο αποχαιρετισμός του Δημήτρη Βάρου θα γίνει αύριο, Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017, στις 12 το μεσημέρι, από τον Ι.Ν. Αγίας Παρασκευής στην πλατεία της Νέας Πεντέλης. Εθνικής Αντιστάσεως 7. Τηλέφωνο 210-804.40.11

Παναγιώτης ΜήλαςΔημήτρης Βάρος. Ο ποιητής που ζωγράφιζε με την κάμερα και έχτιζε εφημερίδες με το στιγμόμετρο…
Περισσότερα

Σταύρος Ξαρχάκος. Από το 6+6 μέχρι και το «7 ελεγείες και σάτιρες» με το ίδιο άσβεστο πάθος…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Όταν άναψε κόκκινο αντί να πατήσει φρένο, εκείνος πάτησε γκάζι. Με αυτή την κίνηση απογειώθηκε και μας απογείωσε. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν τότε μόλις 23 χρόνων όταν το 1962 έγραψε τη μουσική για τη θεατρική παράσταση «Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού, σε σκηνοθεσία Αλέξη Δαμιανού στο «Θέατρο Πορεία».

Ο Σταύρος Ξαρχάκος, στο δωμάτιο της Οικίας Κατακουζηνού, το οποίο έγινε φέτος – όπως ακριβώς είχε σχεδιάσει ο μπαρμπα Σπύρος Βασιλείου – το σαλόνι των Κατακουζηνών τότε που ζούσαν στην οδό Μενάνδρου 4 στο Κολωνάκι. Το σχέδιο του ζωγράφου βρέθηκε πρόσφατα. Αντίγραφό του, βρίσκεται στο μικρό στρογγυλό τραπεζάκι.

Τρία χρόνια μετά, το 1965, στις 11 Ιανουαρίου έδωσε την πρώτη μεγάλη συναυλία του στο θέατρο «Κεντρικόν» (στο τέρμα της οδού Κολοκοτρώνη, πίσω από το κτήριο της Μικρής Βουλής), παρουσιάζοντας τη μέχρι τότε δουλειά του. Ερμηνευτές ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Βίκυ Μοσχολιού και η Αλέκα Μαβίλη, με σολίστ στα μπουζούκια τους Γιώργο Ζαμπέτα και Στέλιο Ζαφειρίου. Μεταξύ των θεατών και ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, μιας και τους άλλους δύο μεγάλους, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, τους είχαν «καπαρώσει» -τότε- οι «γαλάζιοι» και οι «κόκκινοι».
Το πάθος αυτού του αεικίνητου νεαρού, το είδα για δεύτερη φορά λίγο αργότερα και στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, πάλι με τη Μοσχολιού και τη Μαβίλη.
Όμως ήδη ένα χρόνο πριν, το 1964, είχα αποκτήσει για τη δισκοθήκη μου μία από τις πρώτες δημιουργίες του νεαρού συνθέτη: Το «6+6» που περιελάμβανε δύο «ορχηστρικά» καλοκαίρια. Το 1963 (Παράπονο, Το τραγούδι της Ύδρας, Βαρκαρόλα, Τίτλοι από την ταινία «Λόλα», Στου Δεληβοριά, Πρωινό τραγούδι) και το 1964 (Τα δάκρυά μου είναι καυτά, Άπονη ζωή, Χάθηκε το φεγγάρι, Στα χέρια σου μεγάλωσαν, Φθινοπωρινός Δρόμος, Αμόκ).

Μέσα από το πεντάγραμμο ξεπηδούσε το πάθος του συνθέτη. Ένας πάθος που σήμερα κατάφερε να απαξιώσει το δημοσιογραφικό κλισέ: «Αιώνιος έφηβος».

Ο επιθετικός αυτός προσδιορισμός δεν ταιριάζει στον Ξαρχάκο. Ταιριάζει μόνο για κάποιους άλλους και μόνο για λόγους ευγενείας.

Ο Ξαρχάκος δεν έχει ανάγκη τέτοιου είδους κλισέ.

Στο σαλόνι της Οικίας Κατακουζηνού ο Σταύρος Ξαρχάκος παρουσιάζει το νέο του δίσκο. Από αριστερά: Ο πιανίστας Νεοκλής Νεοφυτίδης, η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου, ο Παρασκευάς Καρασούλος – από τη Μικρή Άρκτο – και ο ποιητής, στιχουργός, ηθοποιός, σκηνοθέτης Θοδωρής Γκόνης.

 

Το διαπίστωσα όταν τον είδα – για άλλη μια φορά – στις 11 Ιουλίου 2017, στην Οικία του Άγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού, όπου παρουσίασε το νέο του δίσκο με τον τίτλο «7 ελεγείες και σάτιρες».

Πρόκειται για ένα έργο για πιάνο και φωνή με επτά καινούργια τραγούδια που μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, του Θοδωρή Γκόνη και της Λίνας Νικολακοπούλου.

***
Εδώ πρέπει να θυμίσω ότι ο συνθέτης συνεργάστηκε με τους πιο σπουδαίους Έλληνες στιχουργών και ποιητές: Νίκος Γκάτσος, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Βαγγέλης Γκούφας, Κώστας Κινδύνης, Αναστασία Κορτέση, Δημήτρης Χριστοδούλου, Παύλος Μάτεσις, Γιώργος Σκούρτης, Ντίνος Δημόπουλος, Βασίλης Αδρεόπουλος, Δημήτρης Κορτέσης, Γιώργος Παπαστεφάνου, Αλέκος Σακελλάριος, Κώστας Φέρρης, Ζάχος Χατζηφωτίου, Αλέκος Γαλανός, Γιώργος Ζερβουλάκος, Ίων Νταϊφάς, Μάνος Χατζιδάκις.

Σταύρος Ξαρχάκος, Θοδωρής Γκόνης και Παρασκευάς Καρασούλος στο γραφείο του Άγγελου Κατακουζηνού κατά την ξενάγηση στην Οικία – Μουσείο από την κυρία Σοφία Πελοποννησίου – Βασιλάκου.

 

Ας επιστρέψουμε και πάλι στο σαλόνι των Κατακουζηνών, στον 5ο όροφο της Λεωφόρου Αμαλίας 4, στο Σύνταγμα.
Τα τραγούδια του νέου δίσκου ερμηνεύει ο ίδιος ο συνθέτης, ενώ στο πιάνο τον συνοδεύει ο Νεοκλής Νεοφυτίδης. Την έκδοση κοσμούν έργα του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη.
Το έργο εκδίδεται ύστερα από πολλά χρόνια δισκογραφικής απουσίας του Σταύρου Ξαρχάκου και κυκλοφορεί από τη «Μικρή Άρκτο».

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσω ότι ο Σταύρος Ξαρχάκος δεν είναι μόνο η «Άπονη ζωή», ούτε το «Πρακτορείο». Δεν είναι μόνο «Το μεγάλο μας Τσίρκο», ούτε το «Ρεμπέτικο». Ασφαλώς δεν είναι μόνο το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή», ούτε τα «Κορίτσια στον ήλιο». Είναι και όλα αυτά, αλλά κυρίως είναι η «Βαρκαρόλα» και «Ο χορός το Σάκαινα». Είναι ένας «Φθινοπωρινός δρόμος» κάποτε «Στου Όθωνα τα χρόνια».

Ο Ξαρχάκος είναι αυτός που μας χαρίζει χρώματα, αρώματα, ήχους και εικόνες της Ελλάδας και των κατοίκων της. Είναι αυτός που παίρνει μαθήματα από τις μνήμες του. Αυτό το διαπίστωσα όταν στην Οικία Κατακουζηνού παρακολουθούσε με έκδηλο ενδιαφέρον την ξενάγηση στην Οικία – Μουσείο από τη μουσειολόγο και μέλος του δ.σ. του Ιδρύματος κυρία Σοφία Πελοποννησίου – Βασιλάκου.

Η υπογραφή Ξαρχάκος κάτω από τρεις τρυφερές αράδες στο βιβλίο επισκεπτών της Οικίας Κατακουζηνού.

 

Στη συνέχεια τον είδα να γράφει δυο λόγια στο βιβλίο των επισκεπτών λέγοντας ότι «Ο χώρος αυτός μου ξύπνησε πολλές αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια». Ο άνθρωπος αυτός που δεν ξεχνά, είναι πάντα νέος και έχει το δικαίωμα να προτείνει και να κρίνει.

Ας δούμε όμως τι λέει παρουσιάζοντας τη δουλειά του:

«Θεωρῶ ὅτι ὁ κάθε τόπος ἒχει τό δικό του «Τσερνόμπιλ».
Τρέμω μέ τήν ἰδέα ἑνός ἐφιαλτικοῦ σχεδίου ἀφανισμοῦ τῆς πολιτιστικῆς κοινότητας τῶν ἐθνῶν.
Στή χώρα μας συνέβη πρίν κάποια χρόνια.
Ἒτσι μεταλλάχθηκε ὁ πολιτισμικός ἱστός τῆς χώρας καί τό pH τῆς κοινωνίας.
Ἒκτοτε ἀκολούθησαν πολιτικές τερατογενέσεις.
Τελευταῖα ἀσχολοῦνται μαζοχιστικά μέ τό πρωτογενές πλεόνασμα.
Κανέναν δέν ἒχω ἀκούσει νά ψελλίζει ἒστω καί μιά λέξη γιά τό πρωτοφανές πνευματικό ἒλλειμμα. Μιά τηλεορασόπληκτη κοινωνία «ἐπιβιώνει πνευματικά» χωρίς νά ἒχει καταλάβει ὅτι ἒχει μεταμορφωθεῖ σέ ζόμπι.

 

Ο συνθέτης – με συγκίνηση – γράφει δυο λόγια στο βιβλίο επισκεπτών της Οικίας.

 

Κάποτε ὁ ἱστορικός τοῦ μέλλοντος γιά νά ἀναγνωρίσει τήν ἰδιοσυγκρασία τοῦ λαοῦ μας θά πρέπει νά ἀνατρέξει στίς μετρήσεις τηλεθέασης.
Καί τά παιδιά;
Ἄφρονες Ἕλληνες, παράφρονες πολιτικοί, δέν ἀφουγκράζεστε τήν ἀγωνία καί τήν ὀργή τους;
Καί ὅλα αὐτά ἐν ὀνόματι μιᾶς ἐπικίνδυνης οὐτοπίας: τῆς ἐξουσίας, ὅποιας ἐξουσίας.
Νά τή χαίρεστε.
Ὃμως: ἡ πολιτική εἶναι ἓρμαιο τοῦ χρόνου.
Ἡ δημιουργική τέχνη εἶναι ἄχρονη.
Καί γιά νά τελειώνουμε: ὁ Παπανδρέου πέθανε, ὁ Βαμβακάρης ζεῖ».

Σταῦρος Ξαρχάκος
Ἀθήνα, 30 Μαΐου 2017

***

Ο ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης παραχώρησε τέσσερα έργα του που κοσμούν την έκδοση της Μικρής Άρκτου. Στο εξώφυλλο: Είδωλο της νύχτας. Στο εσωτερικό: Μπλε Αλεξάνδρα, Γυναίκα καθισμένη στο πάτωμα και Apres midi.

 

Τα επτά τραγούδια του δίσκου σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου είναι:
Το δηλητήριο που πίνεις, στίχοι Μάνος Ελευθερίου.
Η μπαλάντα των φονιάδων, στίχοι Μάνος Ελευθερίου.
Βραδιά Πρωτοχρονιάς, στίχοι Μάνος Ελευθερίου.
Της νύχτας τα σεντόνια, στίχοι Θοδωρής Γκόνης.
Επί της Κατεχάκη, στίχοι Θοδωρής Γκόνης.
Για ποιαν Ιθάκη μου μιλάς, στίχοι Θοδωρής Γκόνης.
Έθνος μου εξαίρετο, στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου

Ας ακούσουμε (*) αυτό το τελευταίο:

«Έθνος μου εξαίρετο»

Τελικά δημοκρατία
Έχει μόνο η Ελβετία
Όλοι οι άλλοι λέμε λόγια
Και κοιτάμε τα ρολόγια

Πότε να σχολάσουμε
Πόσα να χαλάσουμε
Ποιους να ξεγελάσουμε
Την καλή να πιάσουμε

Όπως είναι ο λαός του
Έτσι είναι και ο αρχηγός του
Έτσι είναι ο κάθε τόπος
Και ο δικός μας όπως όπως

Τελικά δημοκρατία
Έχει μόνο η Ελβετία
Όλοι λέμε άλλα
Κι έξω στέλνουμε τη μπάλα

Έθνος μου εξαίρετο
Της βουλής το αυθαίρετο
Πες μου που το δήλωσες
Κι άγρια μας ξήλωσες

Τελικά δικτατορία
Ειν’ τα δάνεια τα θηρία
Κι η Ευρώπη πάει πάσο
Σφάξε με αγά ν’ αγιάσω

Ο Σταύρος Ξαρχάκος με τον Θοδωρή Γκόνη, στο γραφείο του Άγγελου Κατακουζηνού.

 

«Βαρέθηκα τα ενορχηστρωτικά στολίδια»

Ο Σταύρος Ξαρχάκος όταν μίλησε είπε ότι το CD, ο φορέας του ήχου, δεν τον εκπροσωπεί και ευελπιστεί η νέα δουλειά να κυκλοφορήσει και σε βινύλιο.
Στη συνέχεια σημείωσε ότι «αυτού του είδους το τραγούδι δεν θέλει ενορχηστρωτικά στολίδια, τα οποία προσωπικά τα έχω βαρεθεί, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πρέπει να είναι απέριττο, για να ακουστεί ο λόγος. Κι αυτός ο συγκεκριμένος λόγος που έχουν γράψει ο Μάνος Ελευθερίου, ο Θοδωρής Γκόνης και η Λίνα Νικολακοπούλου πρέπει να ακουστεί. Επίσης, θα μου κάνετε και μια άλλη ερώτηση και θα σας απαντήσω: Τραγουδιστής δεν είμαι. Οι βασικοί «εγκληματίες» είναι η Ηρώ Σαΐα, η σύζυγός μου δηλαδή και ο κύριος Ξενοφών Ραράκος, οι οποίοι επέμεναν ότι εγώ πρέπει να τα ερμηνεύσω. Ενέδωσα στην επιμονή τους κι έκανα αυτή τη δουλειά, την οποία θ’ ακούσετε, αλλά μη με κρίνετε ως τραγουδιστή. Να με κρίνετε μ’ αυτά που σας είπα, ότι προσπάθησα να εκφράσω τον εσωτερικό μου χώρο και τον εσωτερικό μου χρόνο. Μόνο η δουλειά θα έχει αλήθεια και αντοχή στο χρόνο».
Μιλώντας για τους συνεργάτες του, άρχισε με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη, λέγοντας: «Ξέρετε, τεχνικά είναι μια πάρα πολύ δύσκολη ιστορία να συνοδεύει κανείς στο πιάνο. Βασικά, δεν είναι συνοδεία. Ο Νεοκλής Νεοφυτίδης «συνομίλησε» μαζί μου, δεν με συνόδευσε απλώς. Δεν υπάρχει τίποτα playback. Τραγουδούσα κι έπαιζε, έπαιζε και τραγουδούσα κι ανταλλάξαμε τους δικούς μας κωδικούς, μέσα από τις δυναμικές και τις μουσικές φράσεις που μπορούσαμε, καθένας, να κάνει».

Πρώτος, στην παρουσίαση του CD, μίλησε εκ μέρους της Μικρής Άρκτου, ο εκδότης Παρασκευάς Καρασούλος: «Το ελληνικό τραγούδι λειτούργησε με προφητικό, καταγγελτικό και πολλές φορές αφυπνιστικό τρόπο στις συνειδήσεις των Ελλήνων, ένα στοιχείο το οποίο φάνηκε τα τελευταία χρόνια να ατονεί ή να περνάει σε δεύτερη μοίρα και είμαστε πολύ χαρούμενοι που αυτή η δουλειά «επαναφέρει» αυτό το κλίμα. Ο Σταύρος Ξαρχάκος είναι αναφορά για τον ελληνικό πολιτισμό» είπε, μεταξύ άλλων, στο χαιρετισμό του, περιγράφοντας το «ειδικό βάρος» της δουλειάς.

«Με συγκίνηση βρέθηκα σ’ αυτό το σπίτι μαθαίνοντας πως αυτή η αγάπη του Άγγελου και της Λητούς ή Λητώς όπως ήθελε να τη φωνάζουν ξεκίνησε στον τόπο που γεννήθηκα. Στη χερσόνησο των Μεθάνων. Είναι όλα ακόμα ζωντανά εδώ μέσα και έτσι γίνεται πάντα με την αλήθεια. Με τιμή, 11 Ιουλίου 2017, Λίνα Νικολακοπούλου»

 

-Στη συνέχεια το λόγο πήρε η Λίνα Νικολακοπούλου: «Και ποιος στιχουργός δεν θα ήθελε να δει λόγια του μελοποιημένα από τον Σταύρο Ξαρχάκο. Εγώ δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να έχει αγωνία, είπα αν κάτι είναι καλό, θα γίνει, αν δεν είναι, μου φτάνει η ζύμωση και το μοίρασμα κάποιων στιγμών. Τώρα, αν ο τίτλος είναι Ελεγείες και Σάτιρες, εγώ ανήκω στη Σάτιρα και καμαρώνω πολύ που αυτό που γεννήθηκε τόσο άδολα μέσα μου, μπαίνει μέσα σ’ αυτά τα εφτά πολύ ουσιαστικά δείγματα μιας γραφής, η οποία αυτή τη στιγμή πιστεύω ότι είναι πιο πολύτιμη από ποτέ. Σταύρο Ξαρχάκο, αυτό που είσαι από DNA πνευματικό, σωματικό, συναισθηματικό, είναι μια μεγάλη ακτίνα που προβάλει πλατιά και μας κάνει όλους καλύτερους», είπε μεταξύ άλλων.

Θοδωρής Γκόνης αναφέρθηκε και στο γεγονός πως τα τελευταία χρόνια δεν έγραφε: «Αν έγραφα, έγραφα πάρα πολύ κρυφά για τον εαυτό μου κι ευχαριστώ τον Σταύρο Ξαρχάκο γιατί με ανάγκασε να γράψω φανερά. Αυτό για μένα είναι μεγάλη τιμή και μεγάλη επιτυχία».

«Σας ευχαριστούμε γι’ αυτή την όαση Πολιτισμού». Νεοκλής Νεοφυτίδης.

 

-Τέλος, ο Νεοκλής Νεοφυτίδης ευχαρίστησε τον Σταύρο Ξαρχάκο για τη συμμετοχή του σε μια δισκογραφική δουλειά που αποτελεί καλλιτεχνικό γεγονός και λόγω του ότι επανεμφανίζεται μετά από κάποια χρόνια αποχής από τα δισκογραφικά δρώμενα, αλλά κυρίως λόγω της χρονικής στιγμής και του τρόπου που επιλέγει να το κάνει. «Νομίζω ότι επιλέγει το μέσα τρόπο, τον τρόπο της εσωτερικής «κραυγής», κατά την ταπεινή μου γνώμη, τον τρόπο των σοφών. Και κάνει μια σπουδαία εμφάνιση. Όσον αφορά στο καθαρά μουσικό κομμάτι, κατάφερε με το μοναδικό του τρόπο να ξεκλειδώσει άλλα στοιχεία, χρήσιμα στοιχεία στο παίξιμό μου και να με απεγκλωβίσει από τις όποιες πιανιστικές μου ευκολίες, βοηθώντας με έτσι να ζήσω την ουσία της μουσικής και του λόγου. Αυτό που σφραγίζει, κατά τη γνώμη μου, τα τραγούδια αυτά είναι η ερμηνεία του: εσωτερική, διεισδυτική, καίρια, εκρηκτική, βαθιά, όπως εκείνη η ερμηνεία στο «Πρακτορείο», που με είχε συγκλονίσει και στιγματίσει από παιδί στην Κύπρο. Ως μουσικός νιώθω πολύ τυχερός και γεμάτος που συμμετέχω σε κάτι τόσο ακριβό, σπάνιο και υψηλής αισθητικής, που θα το κουβαλάω μέσα μου ως κάτι πολύτιμο. Ευχαριστώ πολύ».

 

Από αριστερά: Νεοκλής Νεοφυτίδης, Λίνα Νικολακοπούλου, Παρασκευάς Καρασούλος, Σταύρος Ξαρχάκος, Θοδωρής Γκόνης. Έλειπε μόνο ο Μάνος Ελευθερίου που ήταν στη Σύρο.

Ο Ξαρχάκος στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα

Ολοκληρώνοντας τον κύκλο των φετινών συναυλιών του ο Σταύρος Ξαρχάκος θα κάνει τις δύο τελευταίες του στάσεις στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Συγκεκριμένα θα εμφανιστεί την Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017 στο Θέατρο της Γης, στη Θεσσαλονίκη και την Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.
Μαζί του θα είναι η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Επίσης θα υπάρχει δεκαμελής ορχήστρα στην οποία συμμετέχουν οι εκλεκτοί μουσικοί: Νεοκλής Nεοφυτίδης – Πιάνο, Παντελής Ντζιάλας – Κιθάρα, Βασίλης Δρογκάρης – Ακορντεόν, Ηρακλής Ζάκκας – Μπουζούκι, Δημήτρης Ρέππας – Μπουζούκι, Τάκης Βασιλείου – Κρουστά, Πέτρος Βαρθακούρης – Κοντραμπάσο και Αλέξανδρος Καψοκαβάδης – Κιθάρα, Νυκτά, Έγχορδα. Στην επιμέλεια ήχου: Ζαχαρίας Σταμούλος, Χάρης Κρεμμύδας και στους φωτισμούς ο Δημήτρης Λάιος.

***

(*) Εδώ ακούμε το τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, με τον τίτλο «Έθνος μου εξαίρετο!»

eirini aivaliwtouΣταύρος Ξαρχάκος. Από το 6+6 μέχρι και το «7 ελεγείες και σάτιρες» με το ίδιο άσβεστο πάθος…
Περισσότερα

«Σταρ». Περιμένει να λάμψει πάλι στην Ομόνοια ένα από τα πιο λαμπερά μεταπολεμικά αστέρια…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, στην Ομόνοια, την ανεβοκατέβαινα, πάντα με τα πόδια, δύο φορές την ημέρα επί τρία χρόνια. Από το 1978 μέχρι και το 1981, τότε που δούλευα ως γελοιογράφος στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης». Πρώτα το απόγευμα στις 4 και μετά λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

 

 

-Πάντα συνωστισμός, όλες τις ώρες, έξω από το φαρμακείο του Μπακάκου, στη γωνία αριστερά, εμβληματικός χώρος κάθε είδους συναντήσεων.
-Συνωστισμός, για αρκετές ώρες, λίγο πιο κάτω, αριστερά και στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου.
-Απέναντι από την εκκλησία, κίνηση, όχι μεγάλη τότε, στο Εθνικό Θέατρο.
-Γεμάτα με κόσμο τα εμπορικά και από τις δύο πλευρές του δρόμου.
-Μυρωδιές, φωνές, μουσικές, τραγούδια, παρέες στις 2-3 μπιραρίες δεξιά στην αρχή του δρόμου, κοντά στην πλατεία.
-Και τέλος, ουρές στο ταμείο για ένα εισιτήριο στον κινηματογράφο «Σταρ». Στον αριθμό 10 του δρόμου.
Το περπάτημα και από στα δύο πεζοδρόμια ήταν συναρπαστικό:

 

 

-Το Εθνικό Θέατρο, σε σχέδια του μεγάλου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ. Το 1880 ο βασιλιάς Γεώργιος Α´ είχε λάβει μια χορηγία 10.000 λιρών από τον ομογενή της Αγγλίας Ευστράτιο Ράλλη. Τα χρήματα αυτά ήταν η βάση για την ανέγερση του Θεάτρου που θεμελιώθηκε το 1891 και άνοιξε ύστερα από δέκα χρόνια, το 1901. Από τότε λειτούργησε ως προέκταση της βασιλικής αυλής μέχρι να αναλάβει τη διεύθυνσή του το 1932 ο Ιωάννης Γρυπάρης και πρώτος σκηνοθέτης του ο κορυφαίος σκηνοθέτης και κριτικός Φώτος Πολίτης.
Τα χρόνια που περνούσα από εκεί χαρακτηριστικά έργα ήταν: «Ο γυάλινος κόσμος» με τη Βάσω Μανωλίδου, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, το 1978. «Ένας μήνας στην εξοχή» με τη Μαίρη Αρώνη, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, το 1979. «Πλατόνοφ» με τον Νικήτα Τσακίρογλου, σε σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα, το 1980, «Εισαγγελέας» με τον Νίκο Τζόγια, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, το 1981.

-Ακριβώς απέναντι ο Ιερός Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Αρχιτέκτονας, ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1812-1885), εκπρόσωπος της πρώτης περιόδου του κλασικισμού, ο δημιουργός του ναού της Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου, του Αγίου Γεωργίου Καρύτση δίπλα στο Θέατρο Μουσούρη, της καθολικής αρχιεπισκοπής του Αγίου Διονυσίου στην Πανεπιστημίου δίπλα στο Οφθαλμιατρείο, που είναι δικό του έργο επίσης, του Αρσακείου απέναντι από το Θέατρο Κοτοπούλη Rex και του Πολυτεχνείου στην Πατησίων.
Ο ναός άρχισε να κτίζεται το 1871 και τελείωσε το 1893. Στην ολοκλήρωση και τη διακόσμηση του γιγαντιαίου ναού συνέβαλε με χορηγία και η μητέρα του Κωνσταντίνου, βασίλισσα Όλγα. Στην τελετή θεμελίωσης ο Καυταντζόγλου διακήρυξε τον ελληνικό ρυθμό και επιτέθηκε σε όσους εκτιμούσαν τον βυζαντινό ρυθμό.

 

 

Ο Καυταντζόγλου δεν πρόλαβε να δει το έργο του τελειωμένο και, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, μετά τον θάνατό του έγιναν αρκετές τροποποιήσεις, πιθανότατα από τον Ερνέστο Τσίλερ, τον αρχιτέκτονα του Εθνικού Θεάτρου.
Από τα χαρακτηριστικά του ναού είναι πως το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, οι πιστοί και ο κλήρος με χτυπήματα στα στασίδια και παρατεταμένες κωδωνοκρουσίες υποδέχονται την Πρώτη Ανάσταση.

-Ένα άλλο κτήριο που τραβούσε και τότε την προσοχή μου, ήταν ένα νεοκλασικό στη συμβολή των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Μενάνδρου (δίπλα στο Εθνικό Θέατρο) που έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού «έργο τέχνης χρήζον κρατικής προστασίας». Το κτήριο ονομάστηκε Μέγαρο Εϋνάρδου προς τιμήν του Ελβετού οικονομολόγου Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου, θερμού φιλέλληνα, φίλου και υποστηρικτή του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1876, ο κτηματίας Χρήστος Αντωνόπουλος αγόρασε το οικόπεδο στη συμβολή των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Μενάνδρου, όπου λίγα χρόνια αργότερα ανεγέρθηκε το κτήριο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 έγιναν ορισμένες προσθήκες στο αρχικό σχέδιο. Το 1942, οι απόγονοι του Αντωνόπουλου το πούλησαν στην Εθνική Τράπεζα. Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Εθνική εκμίσθωνε το ισόγειο σε εμπορικές επιχειρήσεις και σε εταιρείες, ενώ στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο λειτούργησε το Ξενοδοχείο «Πατρίς».

 

Το 1992 αποφασίστηκε η ιδιόχρησή του, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως Πολιτιστικό Κέντρο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ). Το 1993 πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης του κτηρίου από τις Τεχνικές Υπηρεσίες της Τράπεζας. Το 1998, με απόφαση του διοικητή της ΕΤΕ και προέδρου του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) Θεόδωρου Καρατζά, το Μέγαρο Εϋνάρδου άρχισε να λειτουργεί ως Πολιτιστικό Κέντρο του ΜΙΕΤ.
Τα τελευταία χρόνια στο Μέγαρο Εϋνάρδου έχουν παρουσιαστεί πολλές εκθέσεις εικαστικών τεχνών και έχουν διοργανωθεί παρουσιάσεις βιβλίων από το εκδοτικό πρόγραμμα του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.
Στο Μέγαρο Εϋνάρδου στεγάζεται το Αρχείο Χαρτογραφίας και το Μουσείο Παξινού-Μινωτή.

 

 

-Ακριβώς απέναντι, στην πλατεία μπροστά από την εκκλησία και στον αριθμό 27 είναι το παλαιό ξενοδοχείο «Δελφοί». Στο ισόγειο αναμμένα παράθυρα, θυμίζουν βιεννέζικο καφέ. Εντυπωσιακό κτήριο, πανέμορφο και μέσα για συζήτηση και ποτό σε ήρεμο περιβάλλον.

 

-Πιο κάτω στον αριθμό 46, ένα τριώροφο σαν κόσμημα, έρχεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’20 και μας φέρνει χίλιες και μία ιστορίες για τους ανθρώπους που στέγασε. Δυστυχώς βρίσκεται – όπως πολλά άλλα – σε φάση κατάρρευσης.

 

Η πολυκατοικία στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου 57, με είσοδο εκεί που είναι το περίπτερο. Εδώ ήταν τα γραφεία της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» μέχρι το 1990.

 

-Τέλος, στον αριθμό 57, σε μια άοσμη και άχρωμη πολυκατοικία, στον 5ο και στο 6ο όροφο, στεγαζόταν τότε η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» πριν μετακομίσει στον Περισσό. Το σημερινό άρωμα έρχεται από το κεμπαπτζίδικο που είναι δίπλα στην είσοδο και από τις αναμνήσεις των όμορφων χρόνων.

 

Κινηματογράφος «Σταρ». Ιανουάριος 1947 (Φωτογραφία Δημήτρη Χαρισιάδη. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Και τώρα πάμε στο αστέρι μας

Ύστερα από αυτή την τεράστια εισαγωγή, καιρός είναι να πάμε σε άλλον ένα αρχιτέκτονα και στο μεταπολεμικό αστέρι του τίτλου.
Πρόκειται να σας πω για τον αρχιτέκτονα Ζακ Μοσσέ, ο οποίος έφτιαξε τον κινηματογράφο «Σταρ», στον αριθμό 10 της οδού Αγίου Κωνσταντίνου.

Στο ίδιο πεζοδρόμιο με τον Εθνικό Θέατρο και μισό λεπτό με τα πόδια από το μετρό της Ομόνοιας.
Ο μαραγκός Γιουδά Μοσσέ απέκτησε το 1990 τον Ζακ, ο οποίος σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Παρίσι, στη σχολή Ecole Special des Travaux Publics du Batiment et de L’ Industrie από όπου πήρε το δίπλωμά του το 1922. Αμέσως άρχισε να εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, ως ελεύθερος επαγγελματίας, κτίζοντας αλλά και αναλαμβάνοντας αρχιτεκτονικές μελέτες.

Στις 9 Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη και 9 μέρες μετά, ο Ζακ Μοσσέ μαζί με άλλους, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών του, επί ένα χρόνο βρισκόταν φυλακισμένος στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου στην Αθήνα, πιθανόν δουλεύοντας κι εκεί σε τεχνικά έργα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι διασώθηκε από τη θηριωδία των Γερμανών, επειδή ήταν, μάλλον, υπήκοος Αργεντινής.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο εργάστηκε τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη, ανάμεσα σε άλλα έργα του, έχτισε στα 1948-1950 το «Ολύμπιον Μέγαρο», εκεί που στεγάζεται το Φεστιβάλ Κινηματογράφου και το δίδυμο αδελφάκι του ακριβώς απέναντι, το «Ηλέκτρα Παλλάς». Άλλα φημισμένα κτήρια του Μοσσέ είναι στη συνοικία Ουζιέλ στο Ντεπώ, το κατάστημα Χάιμ Άλβο στην Ίωνος Δραγούμη, η ελευθεροτεκτονική στοά «Λοζίς Βεριτάς» στη γωνία των οδών Βαλαωρίτου και Βηλαρά, η οικοδομή στην οδό Αγίου Μηνά 4 του Χανανέλ Νάαρ και το κτήριο Μποτόν Σατικούδη στην οδό Βενιζέλου.
«Ο Ζακ Μοσσέ, αν και επηρεάζεται από τις τάσεις της εποχής, δεν παύει να διατηρεί την προσωπική του έκφραση στα σχέδια των κτηρίων που αναλαμβάνει, διατηρώντας κατακόρυφα στοιχεία, διμερή και τριμερή, που καταλήγουν σε ημικυκλικά τοξωτά υπέρθυρα, συνδυάζοντας απλό διάκοσμο από σοβά».

Αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα όπου του αποδίδουν το Μέγαρο Κοσμετάτου, στη γωνία Ακαδημίας και Ομήρου, καθώς και το κτήριο στη διασταύρωση Ακαδημίας με Κοραή. Τέλος, βεβαιωμένα ανέλαβε στην περιοχή Γουδή την κατασκευή στρατιωτικών εγκαταστάσεων με πρωτομάστορα τον φίλο του Γιώργο Τσολίσο.

Επίσης τον κινηματογράφο «Σταρ», με επιρροές από το μοντέρνο κίνημα, ο οποίος κτίστηκε στη διετία 1946 -1947 και λειτούργησε το διάστημα 1947 – 2010. Αρχικά με επιχειρηματίες τους Καμχή, Κόμο, Μαύρο και Ζακ Μοσσέ. Στη συνέχεια με τον Σάββα Πυλαρινό, ενώ τα τελευταία χρόνια επιχειρηματίας ήταν ο Αντώνης Φραντζής.
Είναι ένα κτίριο πανύψηλο, σχεδόν σαν το «Rex». Τα γράμματα που σχηματίζουν τη λέξη «Σταρ» είναι κεφαλαία και στα ελληνικά: κάθετα, τεράστια, φωτεινά, δεσπόζουν στο δρόμο.

Ο κινηματογράφος χρησιμοποιούσε μοντέρνα μηχανήματα ήχου και κλιματισμό, ενώ είχε δύο εξαιρετικούς εξώστες, καπνιστήρια και θεωρεία. Συνολικά είχε 1.100 θέσεις, που αργότερα έγιναν 998. Στη συνέχεια έγιναν 850 και όταν έκλεισε το 2010 ήταν πολύ λιγότερες. Έπαιζε «από πρωίας», αλλά είχε ακριβότερο εισιτήριο από τον ανταγωνισμό, διότι ήταν καλύτερου επιπέδου από το «Κοτοπούλη», το «Κοσμοπολίτ», το «Μοντιάλ», την «Αλάσκα» ή το «Πάνθεον». Ανήκε πάντα στην Α΄ προβολή, όμως η προσπάθεια να κρατηθεί αστικό σινεμά στην Ομόνοια απέτυχε.

Φαίνεται ότι, στην αρχή τουλάχιστον, δεν πήγαινε καλά, όπως προκύπτει από δημοσίευμα της εποχής (Νοέμβριος 1947): «Η απελπιστικά μικρή κίνησις εις τα εισιτήρια του «Σταρ», η σχεδόν πάντοτε κενή πλατεία του με θεατάς αριθμουμένους εις τα δάκτυλα, γεννά αναπάντητα ερωτήματα. Οικοδομικώς δεν είναι κακός ο κινηματογράφος, εις διακόσμησιν δεν υστερεί, θέρμανσιν έχει, αερισμόν έχει. Τότε πού οφείλεται η ομαδική αποχή του κοινού; Μήπως εις τα καθίσματά του, τα οποία είναι ομολογουμένως κάπως στενώτερα του δέοντος ή εις την όχι αρτίαν απόδοσιν των φωνητικών μηχανημάτων; Μήπως φταίει και η κακή εκλογή των έργων του; Ας εξετάση το ζήτημα με κάποιαν μεγαλυτέραν προσοχήν η διεύθυνσίς του, διότι είναι κρίμα ένας νεότευκτος κινηματογράφος, όπως το «Σταρ», να έρχεται σχεδόν τελευταίος σε εισιτήρια».

 

 

Αργότερα, φιλοξενούσε προγράμματα 6-8 και 8-10 με τον Γιώργο Οικονομίδη και την ορχήστρα τζαζ του Γιώργου Μουζάκη. Τραγουδούσαν ο Πιέρο Λοβάττι και η Καίτη Ντένις. Παράλληλα υπήρχαν διάφορες ατραξιόν σε ένα πρόγραμμα μιας ώρας».

Στον κινηματογράφο αυτό «γεννήθηκε» ένας περίφημος σκηνοθέτης, ο Βασίλης Γεωργιάδης ο οποίος «συνήθιζε να συχνάζει στο μπαρ του σινεμά και να βλέπει αδιάλειπτα τις ταινίες που προβάλλονταν εκεί. Εκεί έτυχε να διαβάσει στην εφημερίδα για την ίδρυση της Ακαδημίας Κινηματογραφικών Σκοπών, την οποία διηύθυνε ο Ελληνοαμερικανός Ορφέας Καραβίας. Χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισε να εγγραφεί και να παρακολουθήσει τα μαθήματα σκηνοθεσίας. Γρήγορα απογοητεύτηκε από την ποιότητα των σπουδών και ίσως να τα παρατούσε, αν δεν ερχόταν σε επαφή με το μοντάζ, που τον γοήτευσε κι έγινε αιτία να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη «σχολή». Έτσι, έπειτα και από άλλες περιπέτειες, έκανε τα πρώτα του κινηματογραφικά βήματα ο μετέπειτα σπουδαίος σκηνοθέτης.

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν ο κινηματογράφος άλλαξε κατηγορία και μπήκε στην ομάδα με τα τσοντάδικα της πρωτεύουσας. Από την ταράτσα μέχρι τη μεγαλόπρεπη μαρκίζα της εισόδου επί της Αγίου Κωνσταντίνου, μια τεράστια αφίσα – λάβαρο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της πλατιάς πρόσοψης, δείχνοντας μια ημίγυμνη και σχετικά σεμνή γυναίκα. Θα μπορούσε να είναι καμπαρέ, για παράδειγμα. Στην είσοδο του σινεμά, τα στοιχεία του παλιού μεγαλείου διατηρούνται αλώβητα: όμορφα μαρμάρινα τρίχρωμα πλακάκια, στις αποχρώσεις του καφέ, γυαλιστερά μεταλλικά «κορδόνια» αναμονής για τους εισερχόμενους, βαριές και αξιόπιστες πόρτες, ευρυχωρία στο ταμείο και στην είσοδο. Mάρμαρα, γυαλιστερό μέταλλο, υπέροχες προθήκες, σιδερένιες πόρτες μοναδικές. Παλαιά αρχοντιά.
***
Σε δημοσίευμά της, η εφημερίδα «Αυγή», με την υπογραφή Δ.Σ.Κ. γράφει το 2010: «Τέλος εποχής. Το «Σταρ», εδώ δίπλα στα γραφεία της εφημερίδας μας, ένας ιστορικός κινηματογράφος των Αθηνών, μια υπέροχη νεοκλασική αίθουσα που τα τελευταία 25 χρόνια δούλευε με ταινίες σεξ, έκλεισε την Τετάρτη. Το νοίκι παραήταν ακριβό (20.000 ευρώ το μήνα), η κρίση δεν κάνει εξαιρέσεις, ο ιδιοκτήτης δεν κατέβαινε στο ενοίκιο και ο επιχειρηματίας που εκμεταλλευόταν την αίθουσα, έβαλε λουκέτο. Και τώρα; Δύσκολο να γλιτώσει το κτήριο. Κάποιο σούπερ μάρκετ, κάποια εμπορική αλυσίδα θα το καταλάβει αργά η γρήγορα».
***
Την εποχή της έντονης παρακμής του «Σταρ», τότε που περνούσα από την περιοχή πεζός, κάποια από τα έργα που προβλήθηκαν ήταν: «Η Μινόσκα απ’ το Κρεμλίνο» (1977), «Ο ματωμένος θρύλος», «Ερωτικές αδυναμίες», «Ο κίτρινος πράκτωρ εναντίον της μαφίας», «Νταχάν», «Μεγάλη επίθεσι», «Εισβολή του πάνθηρος», «Ιδιωτικές απολαύσεις της Ελίζαμπεθ» (1978), «4 λεπτά για 4 εκατομμύρια δολάρια», «Στο νησί του καταραμένου ηφαιστείου», «10 τίγρεις του καράτε», «Τα παιδιά της πιάτσας» (1979), «Δολοφονώντας τους πεθαμένους», «Οι μάγκες κάνουν σούζα», «Άγρια μέρα», «Μια γροθιά σαν του Μπρους Λη», «Άγρια μέρα», «Καλιφόρνια», «Κούβα, ο δρόμος των λύκων» (1980), «Ο σχιζοφρενής με το ψαλίδι», «Σκύλα εναντίον πόρνης» (1981), «Ασημένιος δράκος του καράτε» , «Ένας λυκάνθρωπος στο Λονδίνο». Όλες αυτές οι τριτοτέταρτες ταινίες συνοδεύονταν και από μία ταινία σεξ έτσι ώστε σιγά σιγά το «Σταρ» να μεταβληθεί σε κανονικό τσοντάδικο μέχρι και το 2010 που έκλεισε.

Μέχρι και σήμερα, παραμένει κλειστό, με άδηλο μέλλον. Μιλάμε για ένα κτήριο υπαρκτό, ακόμα εν ζωή και με ενέργεια. Μιλάμε για το «Μέγαρο» της Ομόνοιας. Το λαμπερό μεταπολεμικό αστέρι που περιμένει να λάμψει και πάλι στην περιοχή. Να γίνει ζευγάρι με το Εθνικό Θέατρο και κάποια στιγμή να γίνει ένα από τα ακριβά αρχιτεκτονικά διαμάντια της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, αν γίνει πεζόδρομος που θα ενώνει τις πλατείες Ομονοίας και Καραϊσκάκη. Όπως ήταν και το αρχικό σχέδιο του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι – στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 – τότε που είχε προτείνει την πεζοδρόμηση και της οδού Πανεπιστημίου. Για σκεφτείτε την εικόνα. Από την Πλατεία Καραϊσκάκη μέχρι και το Σύνταγμα ένα καταπράσινος πεζόδρομος. Δεν είναι δύσκολο να γίνει αν το θελήσει κάποιος…

  • Στοιχεία για τον Ζακ Μοσσέ, πήρα από το βιβλίο «Η εβραϊκή παρουσία στον ελλαδικό χώρο». Επιμέλεια έκδοσης: Άννα Λαμπροπούλου – Κώστας Τσικνάκης, Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού, Αθήνα 2008.
  • Στοιχεία για τον κινηματογράφο «Σταρ», πήρα από το βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου», που κυκλοφορεί ελεύθερο στο Διαδίκτυο.
  • Στοιχεία για τις πεζοδρομήσεις, από τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι (Λαμία 1905 – Αθήνα 1978), σε συνέντευξη που του πήρα το 1975.
eirini aivaliwtou«Σταρ». Περιμένει να λάμψει πάλι στην Ομόνοια ένα από τα πιο λαμπερά μεταπολεμικά αστέρια…
Περισσότερα

Ένα θεατρικό κόσμημα στην είσοδο της Πλάκας σε απόσταση αναπνοής από το Θέατρο της Φρυνίχου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

«Δυο μάτια είδαν το έγκλημα» (Tiger Bay). Σε αυτή την ταινία (1959) η 12χρονη Γκίλι (Χέιλι Μιλς) γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας που διαπράττει από ζήλια ένας Πολωνός ναύτης (Χορστ Μπούχολτς) με θύμα την κοπέλα του. Ο δολοφόνος φεύγει και η μικρή Γκίλι καταφέρνει να πάρει το όπλο του αφού αυτός το άφησε στον τόπο του εγκλήματος…

Από τότε που είδα αυτή την ταινία έμαθα να παρατηρώ όλα όσα βρίσκονται πίσω από τον πρωταγωνιστή κάθε φωτογράφισης που κάνω.

Μια σχετική σκηνή συνέβη πριν από ένα χρόνο -τον Ιούλιο του 2015- και με την ηθοποιό Λία Τσάνα. Σε μια βόλτα για φωτογράφιση στην περιοχή της Πλάκας, βρεθήκαμε στην αρχή του πεζόδρομου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, στην αριστερή πλευρά ακριβώς πίσω από την προτομή της Μελίνας Μερκούρη και απέναντι από την Πύλη του Αδριανού.

Αργότερα, όταν κοιτούσα τις φωτογραφίες, διαπίστωσα ότι σε δεύτερο πλάνο, πίσω από τη Λία Τσάνα, βρισκόταν ένας ψηλός τοίχος και μέσα σε ένα μεγάλο οικόπεδο μια «μπούκα», το ορθογώνιο άνοιγμα που έχουν οι σκηνές των θεάτρων ιταλικού τύπου. Επρόκειτο δηλαδή για ένα κρυμμένο θεατρικό κόσμημα στην είσοδο της Πλάκας σε απόσταση αναπνοής από το Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου.

Πριν από λίγες ημέρες, μετά την παρουσίαση του προγράμματος του Θεάτρου Τέχνης για το 2016 – 2017, έκανα βόλτα στον πεζόδρομο και φωτογράφισα πάλι την «μπούκα».

Αναζητώντας στοιχεία γι’ αυτό τον χώρο, βρήκα αρκετά στο ηλεκτρονικό βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα «Ιστορίες του αστικού τοπίου 1896 – 2013».

Εκεί διάβασα ότι ο χώρος αυτός άρχισε να λειτουργεί ως κινηματογράφος το 1910 μέχρι και το 1920, ενώ παράλληλα παρουσιάστηκαν πολλά βαριετέ (επιδείξεις, κωμικά νούμερα, Καραγκιόζης κ.λπ.). Ο χώρος είχε το όνομα «Θέατρο της Πύλης του Αδριανού». Αργότερα, το 1916 λεγόταν «Πύλη Αδριανού», ενώ το 2017 απλοποιήθηκε σε σκέτο «Αδριανού».

Μέχρι σήμερα σώζεται η σκηνή του, ως είδος ερειπιώνα, πίσω από μια ψηλή μάντρα, που κηρύχθηκε διατηρητέα το 1998 αλλά χρόνο με το χρόνο καταρρέει.

Κάποια στιγμή έγινε λόγος για αποκατάσταση του χώρου και για αναβίωση στην αρχική του χρήση – και ως θερινός κινηματογράφος – με την επωνυμία «Αθηναϊκόν – Στύλοι». Όμως εκτός από τη νέα πόρτα στον φράχτη, δεν έγινε κάτι άλλο.

Ας ελπίσουμε ότι τα σχέδια κάποια στιγμή θα υλοποιηθούν και θα ανοίξει και πάλι η θεατρική «Πύλη της Αδριανού».

Ο Κουτλίδης στήριγμα των τεχνών

Το κτίσμα και το οικόπεδο που σας γράφω παραπάνω ανήκουν στο Κοινωφελές Ίδρυμα Ευριπίδου Κουτλίδου.

Να θυμίσω εδώ ότι ο Ευριπίδης Κουτλίδης (Πτερούντα Λέσβου, 1890 – Αθήνα, 7 Δεκεμβρίου 1974) ήταν έμπορος ξυλείας. Η μεγάλη αποθήκη που είχε στην οδό Μακρή 4, στέγασε από τις αρχές του 1990 το θέατρο «Σφενδόνη» της Άννας Κοκκίνου, δίπλα από τη «Μέδουσα» του Γιώργου Μαρίνου.

Χωρίς να είμαι βέβαιος, νομίζω πως δική του ήταν και η αποθήκη ξυλείας που μετατράπηκε αργότερα στο Θέατρο Τέχνης της Φρυνίχου (1983-1985) από τον αρχιτέκτονα Μάνο Περράκη.

Ο Κουτλίδης ήταν παράλληλα και συλλέκτης έργων τέχνης. Μάλιστα κληροδότησε (1974) τη συλλογή του στην Εθνική Πινακοθήκη. Γονείς του Ευριπίδη ήταν η Χρυσάνθη και ο Φίλιππος Κουτλίδης. Τα πρώτα χρόνια του τα έζησε στην Πτερούντα της Λέσβου, αλλά μεγάλωσε στη Σμύρνη, στην οποία έμεινε μέχρι το 1922, οπότε λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής μετανάστευσε στην Ελλάδα. Ο πατέρας του έκανε εμπόριο ξυλείας το οποίο συνέχισε και στην Ελλάδα. Ο Ευριπίδης σπούδασε σε εμπορική σχολή και συνέχισε με το εμπόριο ξυλείας συνεργαζόμενος με τον Ιωάννη Κατακουζηνό. Ταυτόχρονα με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες συνέλεγε έργα τέχνης, ιδιαιτέρως έργα ζωγραφικής. Η συλλογή του τελικά έφτασε να είναι μια από τις σημαντικότερες ελληνικές ιδιωτικές συλλογές (1.419 πίνακες, σχέδια και γλυπτά). Ήταν μέλος στο ΔΣ της Εθνικής Πινακοθήκης.

Ευριπίδης Κουτλίδης

Με τη διαθήκη του (1972), κληροδότησε όλη του την περιουσία στο «Ίδρυμα Ευριπίδη Φ. Κουτλίδη», ορίζοντας ότι η συλλογή του θα έμενε στο διαμέρισμα της οδού Βασιλίσσης Σοφίας 24 μέχρι να μεταστεγαστεί σε κατάλληλο χώρο. Αργότερα, η συλλογή του μετακινήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη και μέρος της στην Κέρκυρα συμπληρώνοντας τη συλλογή της σε πίνακες του 19ου και του 20ου αιώνα.

(Πρώτη δημοσίευση Ιούλιος 2015)

* ΕΔΩ η συνέντευξη και οι φωτογραφίες με τη Λία Τσάνα

vas_catisΈνα θεατρικό κόσμημα στην είσοδο της Πλάκας σε απόσταση αναπνοής από το Θέατρο της Φρυνίχου
Περισσότερα

Ο Λεωνίδας ζει στις καρδιές όλων μας…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

«Στο καφενεδάκι του Λεωνίδα Λιακόπουλου, στο Λυγουριό, οι ηθοποιοί και όλοι οι συντελεστές έρχονταν από το 1954 για έναν καφέ και ένα ποτήρι δροσερό νερό.
-Όμως η Κατίνα Παξινού είχε άλλη γνώμη. Μπήκε στο μικρό κουζινάκι, έφτιαξε την πρώτη χωριάτικη σαλάτα, πατάτες τηγανιτές και αβγά μάτια. Συνέχισε με μπιφτέκια στην αυτοσχέδια ψησταριά.

Περισσότερες από 300 ιστορικές και σπάνιες φωτογραφίες κοσμούν τους τοίχους στου «Λεωνίδα». Εδώ η Μαρία Κάλλας ως Μήδεια με αφιέρωση του Γιάννη Τσαρούχη που ήταν ο σκηνογράφος-ενδυματολόγος της παράστασης.

Με τις συμβουλές της, το μικρό καφενεδάκι έγινε στέκι και, από τότε μέχρι σήμερα, οι ηθοποιοί βρίσκουν εδώ την ψυχική ηρεμία που τους χρειάζεται, απολαμβάνοντας τις συνταγές της Κάκιας μου», μας λέει ο κ. Λεωνίδας.
-Στο χώρο αυτό, που θυμίζει μουσείο, τον συναντήσαμε με αφορμή τα 55χρονα του Φεστιβάλ, θαυμάσαμε το φωτογραφικό του αρχείο και ακούσαμε τις ιστορίες του. Ιστορίες αληθινές, που τις απολαμβάναμε σαν παραμύθι…
***
Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από τη συνέντευξη που μου έδωσε ο Λεωνίδας Λιακόπουλος και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ναυτεμπορική» το 2010.

Δημοσιεύματα στις εφημερίδες για τον Λεωνίδα. Επάνω αριστερά, η συνέντευξή του στη «Ναυτεμπορική».

Αν διαβάσει κανείς αυτή τη συνέντευξη θα βγάλει αμέσως το συμπέρασμα ότι ο «Λεωνίδας» έχει ήδη ανακηρυχθεί διατηρητέο ιστορικό μνημείο εδώ και χρόνια. Δεν έχει ανάγκη κάποια υπουργική απόφαση. Δεν έχει ανάγκη από σφραγίδες, πρωτόκολλα και κοινοποιήσεις στους αρμόδιους φορείς.
-Ο «Λεωνίδας» ζει και θα ζει στις καρδιές και των καλλιτεχνών, από τότε που η Κατίνα Παξινού φόρεσε την ποδιά και άρχισε να μαγειρεύει στο κουζινάκι του μικρού καφενείου.
-Ο «Λεωνίδας» ζει και θα ζει στις καρδιές και των καλλιτεχνών, από τότε που η κυρία Κάκια άρχισε να μαγειρεύει τα απίθανα γεμιστά, το μοναδικό μπριάμ, το «αχτύπητο» νουά και τη «χωρίς αντίπαλο» τυρόπιττα.
-Ο «Λεωνίδας» ζει και θα ζει στις καρδιές και των καλλιτεχνών, από τότε που στην ομάδα του παππού Λεωνίδα μπήκαν και τα παιδιά του, και τα εγγόνια του. Από τότε που πολλαπλασιάστηκαν οι αγκαλιές και τα χαμόγελα στο ιστορικό στέκι.

Η κυρία Κάκια, στην πρώτη γραμμή. Συνεχίζει να δίνει τη μάχη της πάντα με το χαμόγελο.

Η κυρία Κάκια και όλη η ομάδα της, συνεχίζει ήδη το έργο του Λεωνίδα, όχι σύμφωνα με κάποιο νόμο ή με κάποια παράγραφο. Οι «Λιακοπουλαίοι» (Νίκος, Γιώργος, Σοφία, Λεωνίδας, Γιώργος, Λεωνίδας, Νίκος) δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους επειδή αυτό το έχουν στο οικογενειακό και πολιτιστικό τους DNA. Από την εποχή που οι παππούδες, οι πατεράδες, οι μανάδες, οι θείοι και οι θείες έσκαβαν με τα δάχτυλα και με τα νύχια για να βγάλουν στο φως το Θέατρο του Πολυκλείτου. Από τότε έχουν μάθει να προσφέρουν. Αυτό κληροδότησαν, αυτό κληρονόμησαν…
Επομένως με τον δικό τους κόπο, με τον δικό τους ιδρώτα, με τις δικές τους χιλιάδες ώρες προσφοράς έχουν κάνει διατηρητέο ιστορικό μνημείο τον «Λεωνίδα» τους. Δεν χρειάζονται αποφάσεις από υψηλά ιστάμενους οι οποίοι έρχονται και παρέρχονται.

-Οι λίγες αυτές σκέψεις, με αφορμή το μνημόσυνο (Κυριακή 20 Αυγούστου 2017, ώρα 9 π.μ. στο Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας Λυγουριού) για τις 40 ημέρες από τον θάνατο του Λεωνίδα Λιακόπουλου.

Ατέλειωτες ώρες συζήτησης της Ειρήνης Αϊβαλιώτου και του catisart.gr με τον Λεωνίδα.

-Καταθέτω επίσης αυτές οι σκέψεις, με αφορμή την εκφρασθείσα πρόθεση από την υπουργό Πολιτισμού κυρία Λυδία Κονιόρδου, για ανακήρυξη του «Λεωνίδα» σε διατηρητέο ιστορικό μνημείο. Καλή η πρόθεση αλλά καλύτερο θα ήταν – και οπωσδήποτε πιο σημαντικό – αν βοηθούσε το Υπουργείο να γίνει η ψηφιοποίηση του σπάνιου φωτογραφικού υλικού που βρίσκεται στου «Λεωνίδα». Αυτό θα ήταν το πρώτο απαραίτητο βήμα και θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη ύλη και την κινητήρια δύναμη για την ίδρυση του Μουσείου Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Μακάρι να γίνει έτσι η αρχή για αυτό το Μουσείο, με την υπογραφή της, ώστε όλοι τότε να της πουν: Μπράβο Κονιόρδου…

eirini aivaliwtouΟ Λεωνίδας ζει στις καρδιές όλων μας…
Περισσότερα