Πρόσωπα

Αποχαιρετισμός στη Λούλα Αναγνωστάκη – Τρία κείμενα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το τελευταίο αυθόρμητο αντίο στην αγαπημένη Ελληνίδα συγγραφέα, τη Λούλα Αναγνωστάκη, έστειλε ο πνευματικός κόσμος. Άνθρωποι της τέχνης, της λογοτεχνίας αλλά και της πολιτικής σκηνής παρευρέθησαν στον αποχαιρετισμό της.
Η κηδεία της Αναγνωστάκη που πάντα αγαπούσε το ημίφως, της σημαντικότερης για πολλούς συγγραφέα της μεταπολεμικής γενιάς που μαζί με τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης αποκάλυψαν στο σανίδι μια τολμηρή κι αλλιώτικη Ελλάδα, της αδελφής του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, της συζύγου του λογοτέχνη, μεταφραστή και ψυχιάτρου Γιώργου Χειμωνά και της μητέρας του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά, τελέστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών την Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017, στις 16.00.
Στην τελευταία κατοικία της τη συνόδεψε η οικογένεια, οι φίλοι, οι συνάδελφοι και άλλοι παράγοντες της πνευματικής και πολιτικής ζωής της χώρας.
Τους συγκινητικούς επικήδειους λόγους εκφώνησαν ο Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο Λεωνίδας Προυσαλίδης, συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Τους παραθέτουμε παρακάτω αυτούσιους:

 

Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και ηθοποιός.
«Λούλα, ως εδώ ήταν λοιπόν. Ένας θεατρικός συγγραφέας απέρχεται για να εισέλθει σε μια επικράτεια με την οποία είχε σχέσεις σ’ όλη του τη ζωή, γιατί ο θεατρικός συγγραφέας περισσότερο από όλους τους άλλους έχει συνείδηση ότι είναι δημιουργός ημιτελών πλασμάτων, σκιών, διαχειρίζεται ίσκιους κατά βάση που επικαλούνται τα ζωντανά σώματα των ηθοποιών για να τελειωθούν, για να υπάρξουν. Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένα παιδί του αιώνα της αλλά όχι δημιούργημά του, γι’ αυτό και μπόρεσε να εκφράσει με τρόπο ανεπανάληπτο τις αγωνίες, τους καημούς, τα αδιέξοδα, αυτά τα οποία στιγμάτισαν τη μεταπολεμική ελληνική ζωή. Φεύγει σήμερα σε μία εποχή που της πάει, γιατί η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένας συγγραφέας και ένας άνθρωπος του μεταβατικού που μπορούσε να δει, να συλλάβει πέρα από τα τραύματα και τον καημό, των σταθερών ταυτοτήτων, τη λαχτάρα, τους κινδύνους και την ομορφιά του ρευστού. Τώρα λοιπόν που φεύγεις, πρέπει να σου πω να δώσεις τα δέοντα στον Γιώργο, στον Μανόλη, στη Νόρα, στη Μαρίκα, στη Βέρα και βεβαίως στην Τζένη και στον Κάρολο, σε όλη την εκλεκτή ομήγυρη. Σε φιλώ. Καλό ταξίδι».
***
 

Λεωνίδας Προυσαλίδης, συγγραφέας και σκηνοθέτης.
«Η Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε το τελευταίο της έργο με τίτλο «Σ’ εσάς που με ακούτε» το 2001. Και από τότε δεν ξαναέγραψε. Πιστή στις δεσμεύσεις της και απόλυτη. Ό,τι είχε να πει το είχε πει ήδη στην εποχή της και πριν από την εποχή της. Στα δέκα αριστουργηματικά έργα που αποτελούν τη δραματουργία της, από την «Τριλογία της πόλης» μόλις πρωτοεμφανίστηκε και με όχημα τη ζωή των ηρώων της, η Λούλα διηγήθηκε τη ζωή της και ολόκληρη την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μίλησε για τα απομεινάρια των παρελάσεων και για αλλόκοτες νίκες. Για τη ματαιωμένη αδιαλλαξία των νικημένων και για την πικρή ρίζα των νικητών. Για τον αλληλοσπαρασσόμενο Έλληνα, χωρίς ποτέ να συνθηματολογήσει. Αιρετική πάντα, αλλά με ανοιχτή καρδιά. Τρομερή δύναμη και τεράστια ευαισθησία. Μίλησε για όλους τους έγκλειστους αλλά και για μια μεγάλη ζωή η οποία ασφυκτιούσε ανυπεράσπιστη και καταχωνιαζόταν σε μια μικρή ανύπαρκτη καθημερινότητα. Μίλησε για όλους εκείνους που δεν ανήκαν πουθενά, και τη ζωή τους δεν υπερασπίστηκε ποτέ κανένας. Η Λούλα μίλησε για όλους τους ανυπεράσπιστους και τους δικαίωσε μέσα από λεπτομέρειες η πραγματική σημασία των οποίων αντιστοιχούσε στην ίδια την ύπαρξη. Στα έργα της υπερασπίστηκε όλους τους ανυπεράσπιστους απ’ όπου κι αν προέρχονταν. Δεν υπήρξε αυτοβιογραφική, υπήρξε βιωματική όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, αλλά όλα όσα καθόρισαν τη ζωή της, όλοι όσοι διαδραμάτισαν πρωταρχικό ρόλο στη ζωή της, υπάρχουν ανάμεσα στις λέξεις και μέσα στις σελίδες των έργων της. Ο Γιώργος, ο Μανόλης, ο Θανάσης, οι φίλοι που φύγαν κι εκείνοι που χάθηκαν σε ένα ταξίδι μακριά. Γιατί μέσα στα έργα της και μέσα από τους ήρωές της, τον Παύλο, την Κάτια, τον Γιωργάκη ακούμε αδιάκοπα να χτυπά η καρδιά της Λούλας. Και σήμερα και ενώ από κάπου θα ακούγεται ξαφνικά η μελωδία από το τρένο που φεύγει στις 8, εμείς είμαστε εδώ για να σε αποχαιρετίσουμε Λούλα, και να σου υποσχεθούμε ότι θα υπάρχεις πάντα στις καρδιές μας. Εσύ και οι ήρωες σου».
***

Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
«Το τρένο φεύγει στις οχτώ
Ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
Να μη θυμάσαι στις οχτώ…»
Αυτό το τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου είχες διαλέξει ως κατευόδιο σε σχετική ερώτηση που σου είχε γίνει για τη στιγμή της αποχώρησής σου από τα εγκόσμια, απαντώντας στο ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Και πράγματι Νοέμβρης μήνας δεν έμεινε. Οχτώ έφυγες, στις οχτώ του Οκτώβρη..
Ο Βιτέζ έλεγε, όταν είχε ανεβάσει την «Παρέλαση» το Μάιο του ’68, ότι «πίσω από τα μαύρα της γυαλιά η Λούλα, τα είχε καταλάβει όλα».
Και πράγματι η Λούλα Αναγνωστάκη, από τα αδιάλειπτα συνεπή πρόσωπα της πνευματικής μας ζωής τόσο στο δημόσιο όσο και στο ιδιωτικό της βίο, στάθηκε προφητική για μια ακόμη φορά. Αυτήν τη φορά για την ίδια.
Κάθομαι και συλλογίζομαι μέσα στο αναπόφευκτο προσωπικό και συλλογικό μας πένθος πόσες φορές η ίδια μέσα από την τολμηρή της γραφή στόχευσε στην πολιτική μας αφύπνιση.
Μέσα στα εγκλήματα του παρακράτους γράφει στη «Συναναστροφή» για μια «πόλη που γεμίζει στρατό» για να διακοπούν οι παραστάσεις του έργου λίγες εβδομάδες αργότερα από τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Το 1981 αναρωτιέται μέσα από τον Σπύρο στην «Κασέτα»: «Τι είναι η Ελλάδα Γιωργάκη; Οικογενειοκρατία που αναπαράγεται στο φουλ». Ενώ το 2003, μέσα στην ευμάρεια των Ολυμπιακών Αγώνων, προοικονομεί: «Όλη η Ευρώπη θα ‘ρθει τα πάνω κάτω. Λένε πως η ψαλίδα ανοίγει, ο φτωχός θα γίνει φτωχότερος…». Ουδείς δεν προφήτευσε τόσο τολμηρά τα δεινά της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής, σκιαγραφώντας ήδη από το 1978 τη διχόνοια ως αρχετυπικό στοιχείο της φυλής μας, αλλά και υπογραμμίζοντας την αξία της ετερότητας και του σεβασμού στη διαφορετικότητα ως βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας:
«Εγώ δε βολεύομαι.
Δεν είμαι μέσος όρος.
Δεν είμαι από αυτούς που ρίχνουν νερό στο μύλο των ισχυρών..
Εγώ κάνω τη δική μου επανάσταση…»
Όλα αυτά βέβαια για την ίδια δεν είχαν καμία σημασία όταν τα άκουγε. Απλώς δάκρυζε και έστρεφε την κουβέντα αλλού: στο μονάκριβό της Θανάση, αλλά και στον παντοτινά αγαπημένο της Γιώργο. «Σημασία έχει που έφυγε εκείνος», έλεγε για τον πρόωρα χαμένο σύζυγό της Γιώργο Χειμωνά, ενώ η διαρκή της έγνοια για τον γιο της Θανάση σου έφερνε στο νου την ηρωίδα της Κάτια από τον «Ήχο του Όπλου», που ερμήνευσε η αγαπημένη της Ρένη Πιττακή το 1987. Μια παράσταση που έμελλε να είναι και τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν.
Μέσα από τα έργα της εξέφρασε όσο κανείς, όπως αντίστοιχα στην ποίηση και ο αδελφός της Μανόλης Αναγνωστάκης, την ήττα και τα τραύματα του Νεοέλληνα. Η πρώτη φράση που ανταλλάξαμε άλλωστε αφορούσε σε μια προσωπική της ματαίωση: «Ήθελα να γράφω για τον κινηματογράφο».
Πόσοι ηθοποιοί δεν πραγματοποίησαν το θεατρικό τους ντεμπούτο μέσα από το έργο της – κανείς δεν έγραψε όσο εκείνη για νέους σε ηλικία χαρακτήρες – και πόσοι ομολογημένα μεταγενέστεροι Νεοέλληνες συγγραφείς δε σφραγίστηκαν από το έργο της.
Ήταν η μάνα μας. Η δραματουργική μας ρίζα.
Μάθαινες δίπλα της. Πάντα με την πιο στερεή κουβέντα στα δύσκολα αλλά και την πιο βαθιά σαρκαστική.
Κοντά της αισθανόσουν σα να έπαιζες σε έργο της, γεννημένος, έτοιμος, θαρραλέος για τη μεγάλη πράξη, ακόμα κι όταν αυτή ερχόταν σε αντίθεση με τα κοινώς αποδεκτά ιδανικά.
Με αυτήν τη σοφία έζησε και τα τελευταία της χρόνια αν και όπως διαπίστωνε ο Κάρολος Κουν για τον «Ήχο του όπλου», «η σοφία εξάλλου αποκτιέται όταν πια δεν είναι αναγκαία».
Μια λέξη ακόμα:
Ευγνωμοσύνη.
Δε θα ξεχάσω στις οκτώ.
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει…
Καλό Ταξίδι.

  • Οι φωτογραφίες είναι από τη συνέντευξη που είχε δώσει η Λούλα Αναγνωστάκη, στον δημοσιογράφο Σταύρο Θεοδωράκη
eirini aivaliwtouΑποχαιρετισμός στη Λούλα Αναγνωστάκη – Τρία κείμενα
Περισσότερα

Clare Hollingworth, η δημοσιογράφος που μετέδωσε πρώτη την είδηση της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Συμπληρώθηκαν 106 χρόνια από τη γέννηση της Βρετανής δημοσιογράφου και συγγραφέως Clare Hollingworth (Κλαρ Χόλινγκουορθ). Η Clare Hollingworth υπήρξε η πρώτη πολεμική ανταποκρίτρια που μετέδωσε την είδηση της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1911, ενώ απεβίωσε στις 10 Ιανουαρίου 2017, έχοντας συμπληρώσει 105 χρόνια ζωής.
Ως δημοσιογράφος της «Daily Telegraph» το 1939, ενώ ταξίδευε από την Πολωνία στη Γερμανία, διαπίστωσε πως στρατιωτικές δυνάμεις της Γερμανίας είχαν συγκεντρωθεί στα πολωνικά σύνορα.

Αφού μετέφερε τη συγκεκριμένη είδηση, η Hollingworth τρεις ημέρες αργότερα ήταν η πρώτη που μετέδωσε τη γερμανική εισβολή, με το ρεπορτάζ της να χαρακτηρίζεται «δημοσιογραφική επιτυχία του αιώνα».
Η Hollingworth αποφοίτησε από το τμήμα Σλαβικών και Ανατολικοευρωπαϊκών Σπουδών στο Λονδίνο. Σπούδασε επίσης στο πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ, όπου μελέτησε την κροατική γλώσσα.
Ξεκίνησε να γράφει άρθρα για το βρετανικό περιοδικό «New Statesman». Λίγο πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκε στη Βαρσοβία, συμβάλλοντας στη διάσωση πολλών ανθρώπων από τις δυνάμεις του Χίτλερ, καθώς εξέδιδε βίζες στους διωκόμενους, προκειμένου να ταξιδέψουν στη Βρετανία.

Τον Αύγουστο το 1939, προσελήφθη από τον εκδότη της «Daily Telegraph», Arthur Wilson (Άρθουρ Ουίλσον), ο οποίος έμαθε για τη δράση της.
Στις 28 Αυγούστου 1939, πριν καν κλείσει μία εβδομάδα στην εφημερίδα και αφού έπεισε τον Βρετανό πρόξενο στο Κατοβίτσε να της δανείσει αυτοκίνητο με οδηγό για μια διερευνητική αποστολή στη Γερμανία, η Hollingworth διαπίστωσε συγκέντρωση γερμανικών στρατευμάτων κατά μήκος των γερμανο-πολωνικών συνόρων. Η «Daily Telegraph» μετέδωσε το ρεπορτάζ της στην πρώτη της σελίδα, την επόμενη ημέρα.
Την 1η Σεπτεμβρίου, η Hollingworth κάλεσε τη βρετανική πρεσβεία στη Βαρσοβία προκειμένου να αναφέρει τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία.

Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, ταξίδεψε μεταξύ άλλων και στη χώρα μας, καθώς και τη Λιβύη, την Αίγυπτο, την Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν, την Παλαιστίνη, την Αλγερία, την Κίνα και το Βιετνάμ. Δούλεψε και για άλλες μεγάλες εφημερίδες, όπως τον «Observer» και τον «Guardian», ενώ έλαβε τιμητικά βραβεία για το έργο της.

 

 

eirini aivaliwtouClare Hollingworth, η δημοσιογράφος που μετέδωσε πρώτη την είδηση της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
Περισσότερα

Καίτη Δρόσου, η ποιήτρια, η γυναίκα, η σύντροφος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Καίτη Δρόσου – Γιάννης Ρίτσος

«Ακολούθα, μου λένε,

το μεγάλο ποτάμι που για σένα,

τη στιγμή τούτη ανοίχτηκε

Ιδού, ο οβολός σου

για τον πορθμέα»

(Καίτη Δρόσου, από την ποιητική

της συλλογή Οι τοίχοι τέσσερις, Κείμενα,1985)

Η Καίτη Δρόσου (1922-2016), που απεβίωσε στις 3 Φεβρουαρίου του 2016 σε μια σοφίτα στο Παρίσι, ήταν γνωστή και ως αυτόνομη ποιητική παρουσία αλλά και ως αφοσιωμένη σύντροφος του Άρη Αλεξάνδρου (1922-1978), του οποίου φρόντισε το έργο μετά τον πρόωρο θάνατό του. Μέλος της ΕΣΗΕΑ, υπήρξε μια γυναίκα δυναμική, θαρραλέα, χειραφετημένη από νωρίς, όταν αυτές οι ιδιότητες δεν ήταν διόλου αυτονόητες για το φύλο της. Δύσκολος και συνάμα ζεστός άνθρωπος, μοναχική από επιλογή, ανήσυχη, φιλοπερίεργη για τα πάντα του κόσμου τούτου (πολιτική επικαιρότητα, λογοτεχνία, θέατρο, εικαστικά, αλλά και μικροκαθημερινότητα της γειτονιάς της στην Κυψέλη ή στο «μεγάλο της χωριό», το Παρίσι, όπως το έλεγε, συνειδητή πολίτις-citoyenne κι εδώ κι εκεί). Θα λείψουν από τους φίλους της το πείσμα και το πάθος της σε ό,τι υποστήριζε, η βραχνάδα της φωνής της, το δηκτικό της χιούμορ, το κόμπιασμα ανάμεσα στη γαλλική ή την ελληνική λέξη, όταν ήθελε να ακριβολογήσει, η ζωντάνια της ως το τέλος. Μια αντισυμβατική προσωπικότητα.

O Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου στο Παρίσι

 

  • Απόσπασμα άρθρου-συνέντευξης της Καίτης Δρόσου για τον Άρη Αλεξάνδρου στον Βασίλη Καλαμαρά που δημοσιεύτηκε στην εφημερία «Ελευθεροτυπία» στις 19 Μαΐου 2003:
    «Έγραφε το «Κιβώτιο» με ματωμένα χέρια
    Το ανέβασμα της «Αντιγόνης» στο ΚΘΒΕ και μια γαλλική επανέκδοση του «Κιβωτίου» («La Caisse» από τις εκδόσεις Le Passeur, σε μετάφραση της Κολέτ Λιστ) είναι τα δύο γεγονότα γύρω από τα οποία στράφηκε η ζωή της Καίτης Δρόσου τους τελευταίους μήνες.
    Η γαλλική έκδοση τη χαροποιεί ιδιαίτερα. Δυο εξαιρετικά εισαγωγικά κείμενα από τον Ζιλ Ορτλίμπ (τον μεταφραστή του Βιζυηνού) και τη Λίζυ Τσιριμώκου («Το θρόισμα της Ιστορίας») βοηθούν τον Γάλλο αναγνώστη να συνειδητοποιήσει τη λογοτεχνική αξία του κειμένου που έχει στα χέρια του, αλλά και να γνωρίσει την ιδιαιτερότητα της ζωής και της προσωπικότητας του Έλληνα συγγραφέα, «συγγραφέα του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.
    «Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Έγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό».
    Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ένα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά».
    Έφυγαν από την Αθήνα λίγο μετά τη χούντα. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.
    Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Έλληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Έτσι όπως ζούσαμε με τον Άρη έπρεπε ο άλλος να ‘ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Έπειτα, όλοι οι Έλληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Έπρεπε να δώσουμε γη και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».
    – Δεν τον πόναγε τον Άρη Αλεξάνδρου η χούντα;
    «Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Άρης σε όλη του τη ζωή; Όλο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη «Μοντ». Ούτε που την κοίταγε. «Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ», μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Όταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».
    Ο Άρης Αλεξάνδρου πέθανε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1978 στα 56 του χρόνια. Το «Κιβώτιο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον «Κέδρο» το 1975, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν από το θάνατό του.
    «Λίγες μέρες πριν πεθάνει το είχε δει στη βιτρίνα του Γκαλιμάρ και του είχαν στείλει και λίγα αντίτυπα», θυμάται η Καίτη Δρόσου. «Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Άρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το «Κιβώτιο». Αλλά και για την τύχη του στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη γνώμη. Μέχρι να μας πει η κυρία Κρανάκη ότι έχει κάνει αίσθηση, ο Άρης νόμιζε ότι είχε πάει πάτο».
    Είχε αρχίσει να το γράφει στην Ελλάδα, το 1966. Όταν ο Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου έφυγαν για το Παρίσι δεν πήραν μαζί τους τα πρώτα χειρόγραφα. Όταν το ξανάπιασε μετά από περίπου τέσσερα χρόνια ο Γιάννης Ρίτσος εξεπλάγη που μπόρεσε να ξαναβρεί το ίδιο στυλ, τον ίδιο τόνο.
    Ένα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».
    Μεταφράζω από τα γαλλικά.
    «(…) Σχετικά τώρα με το «Κιβώτιο», α, αγαπητέ μου Άρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Όσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από «ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες» και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ’ αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της «αποτυχίας ζωής και δημιουργίας»…».
    Το «Κιβώτιο», αυτό το «αντι-έπος της δογματικής αριστεράς, αποστασιοποιημένο από τα ανδραγαθήματα, τα ηχηρά συνθήματα, τους γενναίους αγωνιστές με τα λάβαρα και τα φυσεκλίκια», όπως γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ανήκει σήμερα στις πρώτες πρώτες θέσεις του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας. Και, το σημαντικότερο ίσως, έρχεται συνέχεια σε επαφή με νέους αναγνώστες. Η Καίτη Δρόσου θυμάται τη Νανά Καλιανέση του «Κέδρου» να της λέει:
    «Ξέρεις ότι έχω δύο μεγάλες επιτυχίες, τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Αλλά βιβλίο που να πουλάει κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν το «Κιβώτιο», δεν έχω».
    Η πρώτη ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ακόμη τούτη η άνοιξη» εκδόθηκε το 1946. Ακολούθησε η «Άγονος Γραμμή» (1952) και η «Ευθύτης Οδών» (1959). Στην ποίηση του Αλεξάνδρου υπάρχει έντονη η πικρία από τη διάψευση των ελπίδων, πικρία που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιητών που έζησαν τον εμφύλιο. Συγχρόνως, χαρακτηρίζεται από έντονη ειρωνεία που σε ορισμένα σημεία φτάνει στο σαρκασμό, ως προς όλα τα γνωστά κοινωνικά συστήματα. Ο ποιητικός του λόγος ανεξάρτητος, καυστικός, ενίοτε ειρωνικός. Ωστόσο, διατηρεί μια ευγένεια, αντικειμενικότητα και κάποτε εκφέρεται με ένα συγκινητικό λυρισμό.
    Ξεφυλλίζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Άρη Αλεξάνδρου με το τίτλο «Ποιήματα 1941-1974», διαπιστώνει εύκολα κανείς την αξιοπρέπεια στην ιδεολογική πορεία του συγγραφέα.
    Ξεκίνησε με το στρατευμένο λόγο του υπέρ του κομμουνισμού για να καταλήξει στην άρνησή του κόμματος, απογοητευμένος από τους χειρισμούς των υπευθύνων ηγετών.
    Ο Αλεξάνδρου ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων κλασικών και νεότερων Ρώσων συγγραφέων (μετέφρασε Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Αχμάτοβα και άλλους) αλλά και έργων Γάλλων, Αμερικανών και Άγγλων συγγραφέων.
    Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος στο Διαδίκτυο:
    «Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, ο Άρης Αλεξάνδρου δεν είναι παραγνωρισμένος -ωστόσο, παραγνωρισμένο ή ξεχασμένο ίσως είναι ένα κομμάτι του έργου του, αφού θεωρείται ευρέως «συγγραφέας του ενός βιβλίου», όπου βέβαια αυτό το ένα βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Το κιβώτιο». Κι όσο κι αν το Κιβώτιο φέρνει τον Γιόζεφ Κ. στα ελληνικά βουνά, για να δανειστώ τη φράση του φίλου μου Ζιλ Ορτλίμπ, με την οποία προλογίζει τη νέα έκδοση του «Κιβωτίου» στα γαλλικά (La Caisse, ed. Le Passeur, 2003), η αλήθεια είναι ότι η ακτινοβολία του έχει κάπως παραγκωνίσει το ποιητικό έργο του Αλεξάνδρου, και ολότελα το μεταφραστικό του έργο. Προσωπικά, θεωρώ τον Αλεξάνδρου μέγιστο μεταφραστή, και μεταφράσεις όπως της εξάτομης αυτοβιογραφίας του Ηλία Έρενμπουργκ («Άνθρωποι, χρόνια, ζωή») τις θεωρώ μνημειώδεις και (θα το τολμήσω) μεγαλύτερο επίτευγμα από το Κιβώτιο».
    Να σημειωθεί ότι μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα «Ανεπίδοτα γράμματα», έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματά του) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.

  • Με τον Άρη Αλεξάνδρου στο Παρίσι

    Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της εγγονής του Άρη Αλεξάνδρου, Κατερίνας Καμπάνη «Ο παππούς μου, Άρης Αλεξάνδρου» (εκδόσεις «Ύψιλον», 2006) παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα άρθρου της Όλγας Σελλά στην εφημερίδα Η καθημερινή 16 Απρίλη 2006:
    «Άρης Αλεξάνδρου, ο παππούς
    Ένα διαφορετικό πορτρέτο μέσα από τις αναμνήσεις της εγγονής του Κατερίνας Καμπάνη
    Πώς μένει ένας παππούς στη μνήμη των εγγονιών του; Τι εικόνες κρατάνε οι απόγονοι από τις περιστασιακές, συνήθως, επαφές με τους προγόνους τους, όταν εκείνοι δεν υπάρχουν; Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τις σύντομες, περιστασιακές, αλλά γεμάτες συναντήσεις τους, η Κατερίνα Καμπάνη γράφει ένα βιβλίο για τον παππού της, τον συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου. Για τα καλοκαίρια στο Παρίσι ή στην Ελλάδα που είχε την ευκαιρία να γνωριστούν, να παίξουν μαζί, να αφήσει ο παππούς τα ίχνη του στη μνήμη της μικρής, τότε, Κατερίνας…
    Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Άρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα». Απ’ αυτές τις σκόρπιες αναμνήσεις, που αποτελούν όμως ένα διαφορετικό, άγνωστο πορτρέτο του Άρη Αλεξάνδρου, η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα μερικά αποσπάσματα.
    «Πρωτοείδα τον παππού στη γραφική κοινότητα της νότιας Γαλλίας La Colle-sur-Loup, στη διάρκεια διακοπών. Σ’ ένα γράμμα του προς τη μεγάλη μου θεία Αύρα, αδελφή της γιαγιάς μου, με το χιούμορ που τον διακρίνει και τη μεταφραστική του μανία, της γράφει: «Εν Κόλλα επί του Λύκου». (…) Τότε που ήμουν μικρή και δε διάβαζα, με έθρεψαν εν είδει παιδικών παραμυθιών οι ιστοριούλες που μου διηγιόταν απ’ την παιδική του ηλικία στη Ρωσία, την πρώτη του πατρίδα. Βρήκα δύο που τις είχε γράψει ως μαθητής. Με καμάρι. Όχι πια αντιγράφοντας, αλλά βάζοντας τη σκέψη του στο χαρτί, σε γλώσσα ελληνική που κατακτήθηκε με κόπο, θέληση και πείσμα».
    «Του Άρη του αρέσει να φωτογραφίζει, αλλά όχι να φωτογραφίζεται. Γι’ αυτό και σπάνια ποζάρει μπροστά στον φακό. Εξαίρεση αποτελούν φωτογραφίες τραβηγμένες από τον Αλέξανδρο Αργυρίου, τον ζωγράφο Άλκη Πιερράκο, τη Μαντλέν, συνάδελφο της γιαγιάς Καίτης στο παρισινό εργοστάσιο όπου εδούλεψε δεκαπέντε χρόνια, κι άλλους που δεν τους θυμάμαι. Σ’ αυτές εδώ τις φωτογραφίες (οι περισσότερες των ετών 1977-1978), η στάση, το ύφος, το πάντοτε ερευνητικό του βλέμμα, είτε κοιτάζει ένα τοπίο είτε ανάβει τον αναπτήρα του, βοηθά, όποιον τις παρατηρεί προσεκτικά, να δει πως ο Άρης βρίσκεται σχεδόν συνεχώς σε παραμονές αποφάσεων. Πρόκειται για την εποχή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. (…) Δεν θυμάμαι να έγραφε ο παππούς στις διακοπές, ούτε να ’χε φέρει μαζί του χαρτιά ή σημειώσεις. Μου το επιβεβαίωσε η Καίτη στις αφηγήσεις της οποίας και βασίζομαι για εποχές και γεγονότα που λόγω της ηλικίας μου αγνοώ. Ο Άρης, από τα νιάτα του, στην Αθήνα, σταματούσε να μεταφράζει για δεκαπέντε μέρες. Έμενε σπίτι ξαπλωμένος, διαβάζοντας, ονειροπολώντας – πραγματικό φαρνιέντε! Ξαπλωμένος ο Άρης – το ’βλεπες. Αυτή η στάση ήταν κάτι σαν ευδαιμονία, πιότερη από χαρά. Στ’ αλήθεια, στις αμμουδιές όπου πηγαίναμε για μπάνιο, στις εκδρομές, στα βουναλάκια, στην εξοχή, πρώτος και καλύτερος βολευόταν. Ξαπλωμένος».
    «Είχα ό,τι ήθελα. Όλοι μου κάναν τα χατίρια. Όμως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Άρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Όλους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Έτσι άρχιζε το παιχνίδι –της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Έπρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτησα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: «Δεν μπορώ…» Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει «όχι», γιατί είπα «δεν μπορώ», εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.
    Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ήταν, βλέπεις, η εποχή της «Επανάστασης των Γαρυφάλλων». Το παιχνίδι – μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. «Τον έφερα για σένα», μου είχε πει. Έπρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ήταν «Ο Πέτρος και ο λύκος» του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».

Με τον Γιάννη Ρίτσο

 

Ανοιξιάτικες Ώρες (Καίτη Δρόσου)

Είναι μια χώρα με μανταρινιές,
Εκεί στην άκρη του χεριού σου,
Εκεί που τελειώνει ο καημός μας
Κι αρχίζει ο ουρανός.

Είπες:
Χρειάζεται να φυσήξει ένας άνεμος,
Να σκουπίσει τα σπίτια και τα δέντρα,
Να σκουπίσει τα χρόνια μας,
Για ν` ανάψεις μ` ένα πράσινο φύλλο
Την πίπα σου.

Εμείς δεν ξέραμε τίποτ` άλλο απ` τις μυγδαλιές
Που φύτεψε ο παππούς στο περιβόλι.
Όμως τώρα τον ξέρουμε
Τον άνεμο που σκουπίζει τα χρόνια μας
Και το πράσινο φύλλο
Που ανάβεις την πίπα σου

– Τώρα που φτάνουνε τα χέρια μας
ως τα δικά σου.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε, χωρίς άλλα στοιχεία, στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, στην καθημερινή στήλη Ποιητικό Ανθολόγιο, τον Νοέμβριο του 2003. [ανθολόγος του μήνα η κ. Μαρία Στασινοπούλου].

 

Δελτάρια του Γιάννη Ρίτσου στην Καίτη Δρόσου

Κοντοπούλι 1-ΧΙΙ-48

Καιτούλα μου τώρα δα πήρα το γραμματάκι σου. Σου απαντώ αμέσως. Βλέπεις τί τακτικός που έγινα — εγώ που βαριόμουνα σαν και τί την αλληλογραφία. Νιώθω την ανάγκη να κουβεντιάσω μαζί σας. Πού ‘ναι οι καλές μας μέρες — η συντροφιά μας — η ζέστα της αγάπης μας. Κι από μακριά ζεσταίνει — ε; Καιτούλα μου τί κρύο εδώ πέρα! Αγέρας ασταμάτητος —παγωνιά— χιονίζει. Είναι βράδι. Έχω αναμένη μια μικρή λαμπίτσα και σου γράφω. Εδώ σε μια γωνιά. Μ’ ακούς που σου κουβεντιάζω; Αχ αυτός ο αγέρας —άκου τον— αλωνίζει την ερημιά. Μα το γραμματάκι σου είναι δω —σιμά μου— ζεστό και λαχανιασμένο —ανασαίνει— σ’ ακούω. Μίλησέ μου κι άλλο. Μη σταματάς. Ναι — δεν μπορεί, θα ‘γραψες όμορφα ποιήματα. Θυμάμαι: «στη γωνιά του δρόμου, μου ‘δωσε ραντεβού ο αυγερινός». Έτσι; Κρίμα να μην προφτάσουμε να τα δημοσιεύσουμε. Αργότερα. Κάθε τι καλό δεν έχει να φοβηθεί το χρόνο. Η ποίηση κ’ η αγάπη. Ναι, ναι. Γράφε μου. Φιλιά στ’ Αγγελούδι και στο Φανάκη και στην Αύρα.

Πολλά-πολλά φιλιά — μη με ξεχνάς.

Γιάννης

* * *

Μούδρος, 12-VII-49

Αγαπημένη μου Καιτούλα

Πήρα δυο γράμματά σου και για τρίτη ή τέταρτη φορά τα γαλλικά περιοδικά. Χίλια ευχαριστώ. Δε σου ‘γραψα καθόλου τούτες τις μέρες. Μεταφερθήκαμε απ’ το Κοντοπούλι στο Μούδρο. Βρίσκομαι τώρα κοντά στη θάλασσα. Άρχισα τα μπάνια. Είναι όμορφα. Ίσως μετακινηθούμε κι από δω. Πότε και για πού δεν ξέρω. Τώρα είναι ζήτημα πια αν θα παίρνεις ένα ή δυο γράμματά μου το μήνα. Μη στενοχωριέσαι. Εσύ να συνεχίζεις να μου γράφεις όπως πάντα. Και πιο συχνά ακόμα. Είναι για μένα τόση χαρά. Όχι, μην πικραίνεσαι. Το ξέρεις πως δε σε ξεχνάω. Σε φιλώ

γλυκά-γλυκά

Γιάννης

[Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε διασταύρωση. Επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, πρόλ. Καίτη Δρόσου, επιμ.-εισαγ.-σημ. Λίζυ Τσιριμώκου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008, σ. 125 & 159]

Με τον Άρη Αλεξάνδρου στο Παρίσι

Tα δελτάρια εξορίας και τα γράμματα του Γιάννη Ρίτσου προς την Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου είναι τεκμήρια μιας ακρωτηριασμένης αλληλογραφίας ανάμεσα σε τρεις επιστήθιους φίλους και ομότεχνους σε καιρούς χαλεπούς: επάλληλες εξορίες και δοκιμασίες στα χρόνια του μετεμφυλιακού ζόφου, νέες εκτοπίσεις αργότερα και σκληρές συνθήκες αυτοεξορίας στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας εμποδίζουν την προσωπική και άμεση επικοινωνία τους. Δεν είναι, βέβαια, οι μόνοι. Έτσι, εντασσόμενο σε ιστορική προοπτική, τούτο το επιστολικό μνημόνιο φιλίας προσεπικυρώνει και εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για το ήθος της εξορίας, την εμπειρία των εκτοπισμένων και το καθεστώς ανελευθερίας που τους επιβάλλεται. Ωστόσο, σε επίπεδο λογοτεχνικής κριτικής, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ύφος του συγγραφέα, αθροίζοντας εμμονές, αγωνίες και αυτοδεσμεύσεις σχετικά με την πορεία της γραφής του, είναι αυστηρά προσωπικό και ενιαίο. Τόσο ο Ρίτσος όσο και ο Αλεξάνδρου (στα ελάχιστα δείγματα του επιστολικού του λόγου που σώζονται) είναι απολύτως αναγνωρίσιμοι, διατηρώντας έκτυπα τα στοιχεία που συνέχουν την ποιητική τους.

Από την άποψη αυτή, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τη γενετική διαδικασία ποιημάτων, τη συνεχή επεξεργασία του ρυθμού και του στίχου από έναν εργάτη ασκητικά αφοσιωμένο στην τέχνη του (Ρίτσος), καθώς και τις ωδίνες τοκετού ενός κορυφαίου κειμένου της σύγχρονης πεζογραφίας, του Κιβωτίου (Αλεξάνδρου).

Τα δελτάρια εξορίας και πολλές επιστολές αναπαράγονται έγχρωμα στις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύοντας έτσι όλη τη γοητεία των χειρογράφων.

Περιεχόμενα
ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ
Πρόλογος: Μνήμη κατά ριπάς

ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
Εισαγωγή: Χαρτογραφία μιας φιλίας

ΔΕΛΤΑΡΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ
Κοντοπούλι, Λήμνος, 9.Χ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 10.ΧΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 1.ΧΙΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 17.ΧΙΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 26.ΧΙΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 3.II.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 24.II.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 25.III.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 23.ΙV.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 10Ύ.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 15.V.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 19.V.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 11.VI.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 23.VI.1949
Μούδρος, Λήμνος, 12.VII.1949
Μακρόνησος, 31.ΙΧ.1949
Μακρόνησος, 27.ΧΙΙ.1949
Μακρόνησος, 1.Ι.1950
Μακρόνησος, 2.I.1950
Μακρόνησος, 16.I.1950
Μακρόνησος, 18.II.1950
Μακρόνησος, 3.ΙΙΙ.1950
Μακρόνησος, 11.III.1950
Μακρόνησος, 21.III.1950
Μακρόνησος, 27.III.1950
Μακρόνησος, 31.III.1950
Μακρόνησος, 2.IV.1950
Μακρόνησος, 21.IV.1950
Μακρόνησος, 30.IV.1950
Μακρόνησος, 6.V.1950
Μακρόνησος, 20.V.1950
Μακρόνησος, 16.VI.1950
Άγιος  Ευστράτιος Λήμνου, 1.VIII.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 23.VIII.1950
Άγιος  Ευστράτιος Λήμνου, 11.IX.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 27.Χ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 21.ΧΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 4.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 17.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 19.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 26.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 6.II.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 14.V.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 2.VI.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 4.ΙΧ.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 31.I.1952
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 21.II.1952
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 28.IV.1952
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 3.V.1952

ΚΑΡΤ-ΠΟΣΤΑΛ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ
ΠΡΟΣ ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 10.ΙΧ.1954
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 7.ΙΧ.1955
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Όστραβα, 31.VIΙ.1962
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη  Αλεξάνδρου – Δρέσδη, 12.ΙΧ.1962
Προς Καίτη Δρόσου – Πράγα, 25.ΙΧ.1962
Προς Καίτη Δρόσου – Καρλόβασι, Σάμος, 9.VIII.1963
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 6.VI.1971
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 7.VI.1971
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 25.VI.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 12.VIΙ.1971
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 12.VIΙ.1971
Προς Mlle Grand,Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος 4.Χ.1971
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος 7.ΧΙ.1971
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος, 21.ΧΙ.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Καρλόβασι, Σάμος, 26.ΧΙ.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Καρλόβασι, Σάμος, 11.ΧΙΙ.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 14.I.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 9.ΙΙ.1972
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.II.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 19.IV.1972
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 15.V.1972
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.VI.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 1.VIΙ.1972
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 4.VIΙ.1972
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 19.Χ.1972
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 9.ΧΙΙ.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 21.III.1973
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.V.1973
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.VIΙ.1973
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 12.V.1974
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος, 10. VIΙΙ.1974
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 25.V.1976
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 28.IV.1977
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 19.ΧΙ.1978

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΚΑΙ ΚΑΙΤΗΣ ΔΡΟΣΟΥ ΠΡΟΣ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, 18.9.1972
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, [2.11.1972]
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, 4.12.1972
Άρης Αλεξάνδρου [Αμηνολόγητη επιστολή]
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, 3.11.1975
Καίτη Δρόσου – Παρίσι, 9.11.1978

  • Στην αρχική φωτογραφία είναι ο Τάσος Φιλιακός και η Μιράντα Φιλιακού, ο Γιάννης Ρίτσος και η Καίτη Δρόσου.
eirini aivaliwtouΚαίτη Δρόσου, η ποιήτρια, η γυναίκα, η σύντροφος
Περισσότερα

H Κατερίνα Βρανά ξαναμαθαίνει να περπατά…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται όπως υπαγορεύτηκε από την ίδια την Κατερίνα Βρανά. Επειδή γνωρίζουμε πως ενδιαφέρεστε για την καλλιτέχνιδα, το μεταφέραμε αυτούσιο.

Ιδού λοιπόν:

«Η Κατερίνα είναι εκτός νοσοκομείου και σπίτι της σε κατ’ οίκον νοσηλεία. Η ανάρρωσή της συνεχίζεται με αυστηρή ιατρική παρακολούθηση.

Η Κατερίνα νιώθει σαν μωρό 6 μηνών καθώς πρέπει να ξαναμάθει να περπατάει και να χρησιμοποιεί τους μυς της, οι οποίοι ατρόφησαν κατά τη διάρκεια της τετράμηνης νοσηλείας της.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμα υπολογιστή και κινητό κι αυτός είναι ο λόγος που η οικογένεια ποστάρει updates εκ μέρους της.

Η Κατερίνα θα ήθελε να γνωρίζετε ότι το μεγαλύτερο μέρος των updates το υπαγορεύει η ίδια γιατί της αρέσει να μιλάει για τον εαυτό της στο τρίτο πρόσωπο και της αρέσει να χρησιμοποιεί την οικογένειά της σαν μίνιονς.

Ευχαριστούμε και πάλι για τις ευχές σας και τη θετική ενέργεια.

Μετά από μια τόσο σοβαρή ασθένεια, ο δρόμος της ανάρρωσης είναι μακρύς και χρειάζεται υπομονή, κάτι που η Κατερίνα νιώθει ότι δεν έχει καθόλου. Εμείς θεωρούμε ότι δεν είναι τίποτα λιγότερο από καταπληκτική.

Ήρωας αντοχής. Τέρας υπομονής. Ό,τι καλύτερο έχει πατήσει ποτέ στη Γη. (Ναι, η Κατερίνα ακόμα υπαγορεύει αυτό το status)

Ευχαριστούμε για όλα.

Θα ακολουθήσουν κι άλλα updates στους επόμενους μήνες.

Πολλά φιλιά

Η οικογένεια της Κατερίνας (και η Κατερίνα)»

Η Κατερίνα Βρανά βρισκόταν στη Μαλαισία, τον Μάιο, στο πλαίσιο προγραμματισμένης περιοδείας σε Μαλαισία και Σιγκαπούρη, όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με συμπτώματα δηλητηρίασης που τελικά ήταν σκωληκοειδίτιδα.
«Η μη έγκαιρη διάγνωση είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί οξεία περιτονίτιδα» ανέφερε σε ανακοίνωσή της η υπεύθυνη επικοινωνίας της Κατερίνας Βρανά, της Ελληνίδας που έχει κατακτήσει τον κόσμο με το πηγαίο χιούμορ και το κοφτερό σαν νυστέρι πνεύμα της.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η βραβευμένη κωμικός Κατερίνα Βράνα ένιωσε έντονες ενοχλήσεις στην κοιλιακή χώρα κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Κουάλα Λουμπούρ της Μαλαισίας.
Μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε ιδιωτικό νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε επέμβαση.

Η Κατερίνα Βρανά έχει κατακτήσει την τρίτη θέση στο βάθρο των νικητών στον παγκόσμιο διαγωνισμό stand up comedy «Το Πιο Αστείο Άτομο Του Κόσμου» του 2016.
Ήταν μόνη γυναίκα κωμικός που προκρίθηκε στον τελικό αφού συγκέντρωσε ένα εκατομμύριο ψήφους.

Η Κατερίνα Βρανά γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε υποκριτική στην Αγγλία και από το 2014 περιοδεύει ανά τον κόσμο μαθαίνοντάς μας να γελάμε.

Το CNN την κατέταξε στη λίστα με τις 13 Γυναίκες Κωμικούς παγκοσμίως που θα πρέπει να δείτε.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η απόφασή της να σπουδάσει υποκριτική στην Αγγλία την έφερε σε επαφή με τον κόσμο της stand up comedy.
Συμμετείχε σε θεατρικές παραγωγές στο Λονδίνο, στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου (2004 – 2014) και σε ταινίες μικρού μήκους σε Ελλάδα και Αγγλία. Συνεργάζεται με τους αγγλικούς τηλεοπτικούς σταθμούς BBC και Channel 4.

Το 2009 ξεκίνησε το stand-up κι έφτασε στον τελικό του διαγωνισμού stand-up «Funny Women Awards», που έγινε στο Comedy Store του Λονδίνου.

Τον Νοέμβριο του 2011 βρέθηκε στο Λος Άντζελες για εμφανίσεις και αμέσως μετά παρουσίασε το πρώτο ελληνικό σόλο σόου της στην Αθήνα, το «Μαραζώνω στην Ξενιτιά», για 3 μόνο παραστάσεις. Λόγω επιτυχίας, το σόου αυτό ξανανέβηκε τον Μάρτιο του 2012 στην Αθήνα και από τον Μάιο του 2012 παιζόταν μία φορά τον μήνα στο Λονδίνο μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Τον Μάιο του 2012 η Κατερίνα πήρε μέρος στο TEDx Thessaloniki, εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή του BBC να μιλήσει για την ελληνική κρίση και σε ραδιοφωνικές εκπομπές του BBC και του ΒΒC World.

Από τις αρχές του 2013 παρουσιάζει το πρώτο της σόλο σόου στα Αγγλικά «Feta with the Queen» σε Λονδίνο και Αθήνα, και στα Φεστιβάλ Μελβούρνης, Μπράιτον και Εδιμβούργου 2013 όπου έγινε sold out, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο.

Το 2014 το «Feta with the Queen» έγινε sold out στο Φεστιβάλ της Αδελαΐδας και του Εδιμβούργου και σε μια σειρά 26 παραστάσεων στην Αθήνα τον Απρίλιο και Μάϊο, στα Αγγλικά και στα Ελληνικά. Το «Feta With The Queen» είναι το μοναδικό σόλο σόου stand-up comedy στον κόσμο που παρουσιάστηκε σε δύο γλώσσες κι έγινε sold out και στις δύο γλώσσες σε τρεις χώρες.

Όταν βρίσκεται στην Αγγλία, εμφανίζεται καθημερινά σε παραστάσεις stand-up comedy και τρέχει ένα από τα πιό πετυχημένα comedy clubs του Λονδίνου, το Angel Comedy.

 

Κριτικές από τον Τύπο:

«Το σόου της Βρανά είναι ένα από τα πιο έξυπνα, τα πιο αστεία και τα πιο επιδέξια σόου που έχω δει ποτέ μου» Everything Theatre

«Συνεχόμενο γέλιο μιας ώρας από ένα κοινό συνεπαρμένο με την γοητευτική κι εξωφρενική Βρανά» Three Weeks

«Το πολυεθνικό σόου της Βρανά είναι κωμωδία πρώτης τάξης… Πρέπει να το δείτε οπωσδήποτε» Broadway Baby

 

eirini aivaliwtouH Κατερίνα Βρανά ξαναμαθαίνει να περπατά…
Περισσότερα

Ζωή Λάσκαρη. Ένα μπλουζ με την τελευταία σταρ…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας – Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Τη γνωρίσαμε ως Ρέα Νικολάου το 1961, στην ταινία «Κατήφορος». Τη θαυμάσαμε ως Μαρία Οικονόμου το 1962, στο «Νόμος 4000». Την ποθήσαμε ως Εύα Αγγέλου, στο «Μερικοί το προτιμούν κρύο». Την πονέσαμε ως Στεφανία Καραλή, το 1966 στη «Στεφανία». Λίγο ήθελε να ξυρίσουμε το μουστάκι για χάρη της Μαίρης Κανιάτογλου το 1967, στις «Θαλασσιές τις χάντρες». Τη χειροκροτήσαμε στην Επίδαυρο, το 1996, ως Ελένη στις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Τέλος, το 2006, χορέψαμε μαζί της το «μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη με τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και με τον Δαυίδ Μαλτέζε στο σαξόφωνο. Το ίδιο κάνουμε και τώρα λίγες μέρες πριν από τον τυπικό αποχαιρετισμό, την Τρίτη 22 Αυγούστου 2017… Έναν Αύγουστο που μας πήρε πολλούς.

***

Η Ζωή Λάσκαρη με τα διαμάντια της: Τον Χρήστο Νομικό, τη Βάνα Πεφάνη, τη Μαρία Σολωμού, την Πηνελόπη Αναστασοπούλου, τον Δαυίδ Μαλτέζε, τον Αντώνη Καρυστινό.

«Διαμάντια και μπλουζ»

Αύγουστος… ήλιος στη παραλία…
Φεύγουν τα πλοία… σ’ άλλα νησιά…
Φεύγουν οι φίλοι… φεύγουν τα πλοία…
Μια ησυχία στην ερημιά…
Χάθηκα… χάθηκα μες’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μες’ τη βροχή…
Σβήσανε τα φώτα στη παραλία…
Ηρθ’ ο Σεπτέμβρης… ηρθ’ η βροχή…
Φεύγαν οι φίλοι… φεύγαν τα πλοία…
πήγε χαμένη η εκδρομή…
Χάθηκα… χάθηκα μεσ’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μεσ’ τη βροχή…

(οι στίχοι είναι της Λούλας Αναγνωστάκη).

***
Όμως δεν «πήγε χαμένη η εκδρομή» με τη Ζωή Λάσκαρη, τη διαχρονική Ζωίτσα των ονείρων μας. Τη Ζωή, από το απέναντι μπαλκόνι. Τη Ζωή, το αιώνιο κορίτσι της πρώτης σελίδας. Τη Ζωή, την τελευταία σταρ.

Οφείλουμε να σημειώσουμε πως υπήρξε από τους ελάχιστους έντιμους και πάντα συνεπείς επιχειρηματίες. Άνθρωπος θετικός, δοτικός και γενναιόδωρος. Με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Πάντα κοντά στους νέους. Σεβόταν τους συναδέλφους της και τους εργαζόμενους του θεάτρου της. Εκπρόσωπος μιας γενιάς με αρχές και πίστη στο καθήκον. Δεκτική πάντα στην κριτική, δεν δίσταζε να κάνει αυτοκριτική και να ζητήσει «συγγνώμη» όταν αντιλαμβανόταν το λάθος της. Στήριζε τους φίλους, τους γνωστούς και τους συνεργάτες της πάντα με αγάπη και ενδιαφέρον.

Γυναίκα με αίγλη και κύρος. Σύμβολο μιας αγέρωχης θηλυκότητας. Χορτασμένη από ό, τι μπορεί να ζητήσει κανείς από τη ζωή: έρωτα, πάθος, θαυμασμό, επιτυχίες, φήμη, άνεση, περιπέτειες, ταξίδια, αποδοχή και καλλιτεχνική δημιουργία. Κυρίως αγάπη, που έδωσε και πήρε πλουσιοπάροχα. Δεν έλειπαν από τη ζωή της και οι τραγωδίες, η ορφάνια, η απώλεια, ο πόνος. Όπως και τα λάθη, οι προδοσίες, οι απογοητεύσεις. Αυτή όμως πάντα κοιτούσε μπροστά.

Οι συνεργάτες της, οι άνθρωποι στους οποίους έδινε χρόνο και καθόταν μαζί τους στο τραπέζι να ακούσει τα μυστικά, τις στενοχώριες τους, τα προβλήματά τους, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε δέκα μέρες δεν θα αρχίσουν τις πρόβες για την καινούργια της παράσταση στο θέατρο «Αθηναΐς».

Παράσταση που ετοίμαζε με το συνήθη ενθουσιασμό της και το κέφι της. Το γέλιο της, τρυφερό και χαρακτηριστικό, αντηχεί ακόμα πλούσιο στα αυτιά τους μετά την αναπάντεχη αναχώρησή της από τη ζωή. «Έφυγε σαν πουλάκι» μας λένε. Χωρίς πόνο, ήρεμη, κοντά στην οικογένειά της, γεμάτη χαρά και σχέδια για το θέατρο και τη ζωή.

Το ξεκίνημα

Όπως έγραφε η εφημερίδα «Απογευματινή» τη Δευτέρα 21 Ιουνίου 1959: «Tο βράδυ του Σαββάτου 19 Iουνίου 1959, στην «φαντασμαγορικήν χοροεσπερίδα εις τα «Aστέρια» της Γλυφάδας, εξελέγη «Σταρ Eλλάς 1959» η 18ετίς δεσποινίς Ζωίτσα Kουρούκλη, με το ψευδώνυμον «Aμαρυλλίς» (αριθμός 12), υπό τας επευφημίας του πλήθους που είχε κατακλύσει το κέντρον».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, την Τετάρτη 9 Ιουνίου 1959, στα στοιχεία που έδινε η εφημερίδα κάθε μέρα για τις επικρατέστερες να κατακτήσουν τον πρώτο τίτλο της Σταρ γράφει ότι «η «Aμαρυλλίς» εγεννήθη εις το Σόχο της Θεσσαλονίκης, την 12η Δεκεμβρίου 1940, έχει ύψος 1, 68 μ., βάρος 57 κιλά, περίμετρο θώρακος 0, 88, μέσης 0, 62 και λεκάνης 0, 93».
Βέβαια στα καλλιστεία πήρε μέρος ως…18χρονη, ενώ ήταν μόλις 15. Τελικά νίκησε, και την Κυριακή 26 Iουλίου 1959 στο Λονγκ Mπιτς των Hνωμένων Πολιτειών, η Zωή Λάσκαρη διαγωνίστηκε αξιοπρεπώς για την ανάδειξη «Mις Yφήλιος 1959».

Ήταν μια από τις διασημότερες και εμπορικότερες σταρ του ελληνικού κινηματογράφου μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη. Άρχισε την καριέρα της με διαβατήριο τον τίτλο της «Σταρ Ελλάς». Το πραγματικό της όνομα ήταν Ζωή Κουρούκλη (όμοιο με της εξαδέλφης της – γνωστής τότε τραγουδίστριας – Zωής Kουρούκλη. O τίτλος της Σταρ Ελλάς, αλλά και η κοινή καταγωγή της με τον Γιάννη Δαλιανίδη, ήταν η αφορμή ώστε ο τελευταίος να την επιλέξει για πρωταγωνίστρια της ταινίας «Ο Κατήφορος» το 1961. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας έκανε την Λάσκαρη μόνιμη πρωταγωνίστρια με αποκλειστικό συμβόλαιο στη σημαντικότερη ελληνική εταιρεία παραγωγής, τη Φίνος Φιλμ.

«Και ενώ η Ζωίτσα έχει φύγει – γραφει στο FB ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος – εμείς που έχουμε μείνει θα τη θυμόμαστε πάντα με αγάπη.
Η Νάντια Χωραφά, η Πάρη Λεβέντη, η Ζωή Κουρούκλη και ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος. Στην αξέχαστη κρουαζιέρα με 300 αναγνώστες και αναγνώστριες του περιοδικού «Πρώτο».

Το …Ζωάκι.

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Λιμπερόπουλος, έγραψε στη σελίδα του στο face book την Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017: «Είχα ρωτήσει τον Φίνο και μου είχε πει: Ωραιότερο πρόσωπο, Ναθαναήλ. Ωραιότερο σώμα, Λάσκαρη. Τσαχπινιά, Βουγιουκλάκη. Υποκριτική, Καρέζη».

Στην ίδια κρουαζιέρα: Ζωή Κουρούκλη, Μιχάλης Νικολινάκος, Ζωή Λάσκαρη, Δημήτρης Λιμπερόπουλος και κάτω: Γιώργος Πάντζας, Αννα Μαντζουράνη.

Και συνεχίζει ο Λιμπερόπουλος: «Τώρα, τι να γράψω για το «Ζωάκι» που το ήξερα από πεντάρφανο κοριτσάκι; Της σκότωσαν τον ανθυπολοχαγό πατέρα μέσα στο δρόμο. Πέθανε η μητέρα της, τη μεγάλωσε η γιαγιά της. Δυο αδερφών παιδιά με την τραγουδίστρια Ζωή Κουρούκλη, της άλλαξαν το όνομα να μην τις μπερδεύουν»…  Και καταλήγει ο ρεπόρτερ, επιβεβαιώνοντας την ηλικία της Ζωής: «Το σκανδαλιστικότερο σώμα του ελληνικού σινεμά, μπήκε στη καλλιτεχνία έφηβη».

Άρα σωστό το 1944 ως έτος γέννησης της Ζωίτσας.

Η Ζωή Λάσκαρη με τον δημοσιογράφο Δημήτρη Λιμπερόπουλο. Είναι πιά σταρ και του μιλάει για τη καριέρα της, αλλά και για την ιδιωτική της ζωή.

***

Φοίτησε στη Σχολή Βαλαγιάννη, στη Σχολή Καλογραιών Καλαμαρί και στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Από το 1961 και μετά η Λάσκαρη πρωταγωνίστησε σε πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες και στα περισσότερα είδη ταινιών της εποχής (κωμωδία, κοινωνικό δράμα, μιούζικαλ) κατά τη χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου.

Από τις ταινίες της, η «Στεφανία» και ο «Κατήφορος» προβλήθηκαν για πολλές εβδομάδες σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, διευρύνοντας τη φήμη της Λάσκαρη στο εξωτερικό (57 εβδομάδες προβολής των ταινιών στο Μεξικό), ενώ «Οι θαλασσιές οι χάντρες» έκλεψαν εκτός συναγωνισμού τις εντυπώσεις στο Φεστιβάλ Κανών το 1967 την ώρα που ο γαλλικός Τύπος έπλεκε το εγκώμιο της μεγάλης Ελληνίδας πρωταγωνίστριας.


Συνεργάστηκε με άλλα μεγάλα και αγαπημένα ονόματα, όπως Ρένα Βλαχοπούλου,   Ντίνος Ηλιόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Μαίρη Χρονοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Φαίδων Γεωργίτσης, Νίκος Κούρκουλος κ.ά.

Πολλούς από αυτούς έχει να συναντήσει τώρα…

Το 1966 έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση στην Κύπρο με τα έργα «Μιας πεντάρας νιάτα» των Γιαλαμά-Πρετεντέρη, «Η παγίδα» του Robert Thomas και το «Βαθιά γαλάζια θάλασσα» του Terence Rattigan. Στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας εμφανίστηκε το 1970 με το έργο του Γιάννη Δαλιανίδη «Μαριχουάνα Στοπ» ενώ ακολούθησαν η μεγάλη θεατρική επιτυχία «Εραστές του ονείρου» του Γιάννη Δαλιανίδη μαζί με τον Tόλη Bοσκόπουλο (1972). Στη συνέχεια ανέβασε τα έργα: «Ο άνθρωπος που γύρισε από τον γύψο» των Κώστα Καραγιάννη και Νίκου Καμπάνη, «Πώς να κερδίσετε τον άντρα σας» του Σμιθ (1975), «Ξυπόλητη στο Πάρκο» του Νηλ Σάιμον (1977) και «Η κυρία του Μαξίμ» του Ζωρζ Φεϊντό (1979).

Παράλληλα συμμετείχε σε μεταφορές θεατρικών έργων για την ΕΡΤ.

Ακολούθησαν τα θεατρικά έργα: «Φρύνη η εταίρα» του Γιώργου Ρούσσου (1980), «Παντρεύομαι τον άντρα μου» του Νόρμαν Κράσνα (1980), «Εγώ, εσύ και ο άλλος» του Τζιν Κερ (1982), «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» της Ανίτα Λος (1983), «Μις Πέπσι» του Μπρουνό (1984) και «Η Ντόρις και ο γυαλάκιας» του Μπιλ Μάνχοφ (1984).
Η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι θεατρικοί κριτικοί ήταν ενθουσιώδης. Το 1982 πρωταγωνιστεί για τελευταία φορά στον κινηματογράφο στην ταινία του Γιώργου Καρυπίδη «Αναμέτρηση».

Θα μείνει στην ιστορία η θρυλική γυμνή φωτογράφησή της στη Δήλο για το περιοδικό «Playboy» με το εξαιρετικό, ποιητικό κείμενο του δημοσιογράφου Γιώργου Λιάνη, το 1985.
Το 1990 ο Μίνως Βολανάκης τη σκηνοθέτησε στην «Καινούρια Σελίδα» του Νηλ Σάιμον και το 1994 ο Ανδρέας Βουτσινάς στο «Ορφέας στον Άδη» του Τέννεση Ουίλιαμς, σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ. Ακολούθησαν τα έργα: «Τρελοί για έρωτα» του Σαμ Σέπαρντ (1995), «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι (1996), πάλι σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ, «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Άλμπι (1996).

Ακολουθούν οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, στην Επίδαυρο (1996), με τη Λάσκαρη στο ρόλο της Ελένης. Ιδιαίτερη αναφορά στην παράσταση έκαναν οι «New York Times», η «New York Post» και η «Herald Tribune» μιλώντας για μια «…συγκλονιστική διαμαρτυρία εναντίον της σκληρότητας του πολέμου στα χρονικά της δραματικής λογοτεχνίας» και για μια «…βαθύτατα συγκινητική αναβίωση του Ευριπίδη».
Στη συνέχεια: «Το μακρύ ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα», του Eυγένιου Ο’ Νηλ (1997), «Η συνάντηση» του Νάντας (2000), «Σκηνές Γάμου» του Άλμπι (2000), σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας.

To 2003 ιδρύει τη δική της θεατρική σκηνή που φέρει το όνομα της: «Ζωή Λάσκαρη», στον πολυχώρο Αθηναΐς. Ανεβάζει: «Ευαίσθητη Ισορροπία» του Άλμπι (2003), «Άλμα Μάλερ» του Ρον Χάρτ (2009), «Ρόουζ» του Μάρτιν Σέρμαν (2011) και «Ωραία Xρόνια» του Xάρολντ Πίντερ (2013).

Το 2005 – 2006 παρουσίασε το «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη. Οι κριτικοί συμφωνούν για τον πρωτοποριακό τρόπο με τον οποίο «φώτισε» η ερμηνεία της αυτό το σπουδαίο έργο. Ο Μηνάς Χρηστίδης γράφει στην «Ελευθεροτυπία»: «Μια Λάσκαρη κυρίαρχη στα εκφραστικά της μέσα, να κινείται με άνεση στη σκηνή, χωρίς υπερβολές, αλλά με μέτρο και σιγουριά και, συγχρόνως, με φόρτιση της συγκίνησης και της ευαισθησίας της. Έγινε η Άννα του έργου που ανακαλύπτει τον πόνο της, τη μοναξιά της, την καθημερινότητα, τα πείσματα και τα ξεσπάσματά της… Κινήθηκε η Λάσκαρη με πληρότητα, με συναισθηματικές αποχρώσεις, από την αισιοδοξία στην απελπισία και από την απελπισία στην πλήξη, αλλά ποτέ παραίτηση. Αυστηρή, τρυφερή, κυνική και ειρωνική, όμορφη και με ιδιαίτερο χιούμορ, διασχίζει τη σκηνή και αφήνει ρωγμές στο πέρασμά της».

Στο θέατρο συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Μιχάλη Κακογιάννη, Ανδρέα Βουτσινά, Μίνω Βολανάκη, Σταμάτη Φασουλή, Άντολφ Σαπίρο, Σταύρο Τσακίρη, Αθανασία Καραγιαννοπούλου, Γιώργο Ρεμούνδο, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Δημήτρη Νικολαΐδη, Κωστή Μιχαηλίδη, Κώστα Μπάκα, Αντώνη Αντωνίου, Γιάννη Δαλιανίδη.

Το 1967 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Πέτρο Κουτουμάνο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, τη Μάρθα. Το ζευγάρι χώρισε οριστικά την άνοιξη του 1971.

Το 1976 παντρεύτηκε τον ποινικολόγο Αλέξανδρο Λυκουρέζο με τον οποίο απέκτησε μια ακόμη κόρη, τη Μαρία-Ελένη. Το 1997 έγινε γιαγιά της Ζένιας από τον γάμο της Μάρθας με τον Βλάση Μπονάτσο.

Είχε διατελέσει δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων έχοντας εκλεγεί με το ψηφοδέλτιο του Δημήτρη Αβραμόπουλου.

Πέθανε την Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017 στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, ενώ κοιμόταν, από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
H εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί την Τρίτη 22 Αυγούστου 2017, το μεσημέρι στη 1, από τον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου, στο Κολωνάκι. Η ταφή θα γίνει στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών

eirini aivaliwtouΖωή Λάσκαρη. Ένα μπλουζ με την τελευταία σταρ…
Περισσότερα

To «αντίο» του Γιάννου στην Αριστούλα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

H Αριστούλα Ελληνούδη έφυγε και οι φίλοι, οι συνάδελφοι, οι άνθρωποι του θεάτρου, οι σύντροφοί της την αποχαιρέτησαν με θλίψη και συγκίνηση, την Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017, σε μια σεμνή και όμορφη τελετή που έλαβε χώρα στο Νεκροταφείο της Καισαριανής, κοντά στη γειτονιά που μεγάλωσε. Σίγουρα άφησε πίσω της δυσαναπλήρωτο κενό. Ίσως όμως η ίδια να είναι χαρούμενη τώρα γιατί θα έχει ήδη συναντήσει τον αγαπημένο της Τίμο (σ.σ. Τίμο Περλέγκα), τον έρωτά της, τον άνδρα της ζωής της, τον πατέρα του παιδιού της, τον ακέραιο άνθρωπο και ηθοποιό με τον οποίο είχε ενώσει τη ζωή της. Η «Θυμέλη», όπως υπέγραφε τη στήλη της στον «Ριζοσπάστη», υπηρέτησε τη Ζωή, την Τέχνη και την Ιδέα ως το τέλος, συνεπής, σταθερή και ακάματη. Πάντα θα τη θυμόμαστε, ως μια υπέροχη, σοβαρή και αξιοπρεπή Κυρία, να προσέρχεται στις παραστάσεις, να λέει τον καλό το λόγο και να κάνει τις σοφές της κρίσεις. Αφήνει πίσω το βλαστάρι της, ένα βλαστάρι άξιο, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιάννο Περλέγκα, μαζί με την όμορφη οικογένειά του, να ακολουθήσει -πλήρης εφοδίων- την ήδη επιτυχημένη πορεία του.

Γιάννος Περλέγκας

Παραθέτουμε, δίχως περιττά λόγια, τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετιστήριο λόγο που εκφώνησε από καρδιάς ο Γιάννος στην πολιτική κηδεία της μητέρας του:

* Κι εδώ για μια φορά ακόμα, πρέπει να υπομνησθεί ότι καθήκον τους είναι να ψυχαγωγούν τα τέκνα της επιστημονικής εποχής, και μάλιστα με τρόπο ηδονικό και χαρούμενο. Αυτό πρέπει, εμείς ιδιαίτερα να το επαναλαμβάνουμε στους εαυτούς μας όσο γίνεται πιο συχνά, γιατί σε μας το καθετί ξεστρατίζει εύκολα στο ασώματο και αόρατο, και τότε αρχίζουμε να μιλάμε για κοσμοθεωρίες, αφού ο κόσμος έχει ήδη καταστραφεί. Ακόμα και ο υλισμός δεν είναι σε μας παρά ελάχιστα περισσότερο από μια ιδέα. Η ερωτική ηδονή καταντάει σε μας συζυγικό καθήκον, η απόλαυση της τέχνης υπηρετεί τη μόρφωση και υπό την έννοια μάθηση δεν εννοούμε μια χαρούμενη απόκτηση γνώσεων, αλλά το να ριχτούμε σε κάτι με τα μούτρα. Οι πράξεις μας δεν έχουν κανένα ίχνος χαρούμενης προσπάθειας, και για να επιβεβαιωθούμε, δεν αναφερόμαστε στο πόση χαρά μας έδωσε κάτι, αλλά στο πόσο ιδρώτα μας κόστισε».
Αυτά γράφει ο Μπρεχτ, ο αγαπημένος της Μπρεχτ, στο «Μικρό όργανο για το θέατρο» κι εύκολα μπορεί η λέξη τέχνη να αντικατασταθεί με τη λέξη ζωή, η λέξη ψυχαγωγία με τη λέξη αγώνας. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ.
Η μοίρα, αν για μια υλίστρια είναι δόκιμη αυτή η λέξη, της Αριστούλας ήταν μια δραματική σύνδεση με τη ζωή. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο για εκείνη. Ο απών πατέρας, η κυνηγημένη και άρρωστη μάνα, η ρετσινιά του μπάσταρδου παιδιού σε ένα ανηλεές μετεμφυλιακό κράτος, ο αγώνας για το ψωμί που συνδέθηκε με τον αγώνα για τη μόρφωση, το καθημερινό «παρών» στην Ασφάλεια, η παραμονή από γιάφκα σε γιάφκα πρώτα κι έπειτα το κρυφτό μες στις σπηλιές, δίπλα στο Μοναστήρι της Καισαριανής και στα παραγκόσπιτα, η παιδική εργασία, το ξύλο και οι προσβολές.
Και ταυτόχρονα πρέπει να φανταστούμε ένα παιδί να μεγαλώνει και να πρέπει με όρους ενήλικα να καταλάβει, πως όλα αυτά έχουν έναν ιερό λόγο για να συμβαίνουν. Και ταυτοχρόνως από βρέφος παίρνει τα πρώτα της ιδεολογικά μαθήματα.

Τίμος Περλέγκας

Διέξοδος σε όλα αυτά γίνεται ο έρωτας και το θέατρο. Και πάντα υπάρχει η προσμονή της γνωριμίας με τον πατέρα που κι αυτή προσβάλλεται από την αναλγησία του καθεστώτος, με τις συνεχείς αιτήσεις και αρνήσεις για να μπορέσεις να τον δεις. Πάλι, λοιπόν καταφεύγεις στη μυθοποίηση και την εκλογίκευση, για να μπορέσεις να εξηγήσεις την πραγματικότητα.
Η ώρα της συνάντησης έρχεται. Αλλά πάλι είναι για λίγο, γιατί πρέπει να επιστρέψεις πίσω. Νέες εκλογικεύσεις πρέπει να σε κάνουν να αντέξεις μέχρι την επόμενη συνάντηση.
Προσπαθώ να μην επαναλάβω βιογραφικά στοιχεία. Αυτό που προσπαθώ να πω, είναι πως η μητέρα μου ταυτίστηκε σε δραματικό βαθμό με την ήττα της προηγούμενης απ’ αυτήν γενιάς και δεν μπόρεσε να βγει ποτέ απ’ αυτό. Ενώ πέτυχε τόσα πράγματα – γνώρισε τον πατέρα μου, ερωτεύτηκε, βγήκε στο θέατρο, έπειτα στην εφημερίδα και με την αυτομόρφωση επί της ουσίας κατάφερε να επανεφεύρει τον εαυτό της ως πνευματικός άνθρωπος, ρίχτηκε ως κομμουνίστρια σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες, γέννησε εμένα, ΔΟΘΗΚΕ δηλαδή στη ζωή, δεν μπόρεσε, όμως, να αποτινάξει από πάνω της την αίσθηση της τραγικότητας της μοίρας της, που λέγαμε πριν. Κι αφού κατάφερε να φέρει από την προσφυγιά τον πατέρα της πίσω, η μοίρα, εντός εισαγωγικών πάλι, της επισήμανε σύντομα την παντοδυναμία της. Μέσα σε 10 μήνες χάθηκαν πάλι ανεξήγητα και οι δύο άντρες της ζωής της. Πρώτα ο άντρας της και ύστερα αμέσως ο πατέρας της. Κι έμεινε με μένα να πρέπει πάλι να εκλογικεύσει όλα όσα της συνέβαιναν. Και να με μάθει να αντέχω και να αγαπώ τη ζωή, αλλά με αυτό το αίσθημα του χρέους που είχε μάθει να τα αντιμετωπίζει όλα. Η δραματικότητα αυτή σφράγισε από πολύ νωρίς κι εμένα. Όλος ο κόπος της ζωής μου είναι να την αποτινάξω.
Δεν θα σας κουράσω άλλο. Εύχομαι μόνο στα παιδιά αυτής της επιστημονικής εποχής, που λέει και ο Μπρεχτ, εμείς, οι όσοι, κληρονομούμε αυτές τις εμπειρίες και αυτή τη δραματική θεώρηση της ζωής, να μη σφραγίζουμε άλλο τις πράξεις μας επισημαίνοντας στον εαυτό μας και στους άλλους, πόσο πονέσαμε και πόσο θρηνήσαμε για να πετύχουμε κάτι, αλλά ο υλισμός της ζωής να μας γεμίζει χαρά και να μη μας συνθλίβει, σαν μεταφυσικό καθήκον. Κι αυτή την αίσθηση να κληροδοτήσουμε και στα παιδιά μας. Δήμητρα, Λουκία, Μάγδα, συγγνώμη για όλη την ένταση της δραματικότητας. Μαρίνα, θα έρθει η ώρα να σου εξηγήσω.
Τέλος, νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω ένα πρόσωπο, το οποίο επιτρέψτε μου να μην αναφέρω τ’ όνομά του. Απ’ όσο τον έχω γνωρίσει αυτούς τους έξι μήνες της περιπέτειάς της Αριστούλας, πιστεύω πως η αισθητική του προτιμά αυτή τη στιγμή την ανωνυμία του. Χωρίς τη βοήθειά του, τη συνεχή παρουσία του και το ανιδιοτελές δόσιμό του στην προσφορά για την υγεία των άλλων, δεν θα τα είχαμε βγάλει πέρα. Φίλε μου, κι επίτρεψε μου τον ενικό, σε ευχαριστώ για όλα.

Με τη σημαία του ΚΚΕ να σκεπάζει τη σορό της και το τελευταίο φύλλο του «Ριζοσπάστη» να τη συντροφεύει, σύντροφοι, συγγενείς, συναγωνιστές και φίλοι, άνθρωποι από όλους τους χώρους της τέχνης και του πολιτισμού, αποχαιρέτησαν το μεσημέρι της Πέμπτης, 17 Αυγούστου, μέσα σε κλίμα συγκίνησης και σεβασμού, την Αριστούλα Ελληνούδη,  που έφυγε την περασμένη Δευτέρα σε ηλικία 72 χρόνων, ύστερα από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Η πολιτική κηδεία, στην οποία παραβρέθηκε πολυμελής αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον ΓΓ της ΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα,  έγινε στο νεκροταφείο της Καισαριανής. Στη συνέχεια, η σορός της μεταφέρθηκε στη Βουλγαρία, για να αποτεφρωθεί.

Σε όλη τη διάρκεια της απλής τελετής, τιμητική φρουρά στη σορό της στάθηκαν σύντροφοί της από το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, τη Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη», της οποίας υπήρξε μέλος για ένα διάστημα και τον «Ριζοσπάστη». Η τελετή ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε με αγαπημένες μελωδίες της Αριστούλας και με ένα παρατεταμένο, ζεστό χειροκρότημα στο τέλος από τους παρευρισκόμενους.

Εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ, την Αριστούλα Ελληνούδη αποχαιρέτησε ο Περικλής Κουρμούλης,  μέλος της ΚΕ και αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη». Αναφέρθηκε στο πλούσιο βιογραφικό της, στα παιδικά της χρόνια στην παρανομία, στην καλλιτεχνική της δράση, στην ενασχόλησή της με την κριτική θεάτρου μέσα και από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη», στην αγωνιστική της στάση όλα αυτά τα χρόνια και βέβαια στην προσφορά της στην εφημερίδα, όπου η Αριστούλα χρεώθηκε να δουλεύει από το ΚΚΕ για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.

Είπε μεταξύ άλλων: «Η ΚΕ του ΚΚΕ αποχαιρετά σήμερα με μεγάλη συγκίνηση τη συντρόφισσα Αριστούλα Ελληνούδη και τιμάει την προσφορά της στο Κόμμα, από όποια χρέωση της ανατέθηκε στις τέσσερις και πλέον δεκαετίες που υπήρξε μέλος του. Κυρίως, τιμάει την προσφορά της στο «Ριζοσπάστη», τον οποίο υπηρέτησε με αφοσίωση από το 1975 μέχρι λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή την περασμένη Δευτέρα.

Η συντρόφισσα Αριστούλα, όπως και άλλοι σύντροφοι της γενιάς της, υπήρξε για τους νεότερους που τη γνώρισαν μια ζωντανή «γέφυρα» ανάμεσα στα δρακογενιά της αντίστασης και τις πιο σύγχρονες γενιές των αγωνιστών. Εκείνους που μόνο η πάλη για το δίκιο του λαού, η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ μπορεί να γεννήσει. Τις αξίες αυτές κουβαλούσε μαζί της και η συντρόφισσα Αριστούλα, έχοντας μάθει από πολύ νωρίς τι σημαίνει να είσαι παιδί κομμουνιστών που δούλευαν στην παρανομία, σε άγριες εποχές και σε συνθήκες ήττας του λαϊκού κινήματος, όπως ήταν αυτές που σημάδεψαν τα παιδικά της χρόνια

Συντρόφισσα Αριστούλα, εκπλήρωσες με συνέπεια το χρέος σου απέναντι στο λαό και στο κίνημα, τιμώντας κάθε στιγμή και από όποιο μετερίζι τον τίτλο του μέλους του ΚΚΕ. Στη ζωή σου συνδύασες υποδειγματικά την κομμουνιστική δράση και την ενασχόληση με την τέχνη, κατακτώντας ένα υψηλό επίπεδο μαρξιστικής παιδείας σε ζητήματα αισθητικής. Υπηρέτησες τη στρατευμένη τέχνη μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, στην υπόθεση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, κι αυτό σε καταξίωσε ευρύτερα στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού. Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη και σεβασμό».

Εκ μέρους της Συντακτικής Επιτροπής του «Ριζοσπάστη», την αποχαιρέτισε ο Δημήτρης Καραγιάννης, λέγοντας ανάμεσα σε άλλα: «Η σ. Αριστούλα ήταν από τους πιο παλιούς συντάκτες της εφημερίδας μας. Ακάματη στη δουλειά, με ανησυχία στο αντικείμενό της, τον πολιτισμό, το θέατρο στο οποίο είχε σημαντικές γνώσεις και το υπηρέτησε, γεγονός που επιδρούσε και στη διαμόρφωση της γνώμης της και ανεξάρτητα από τους χαμηλούς τόνους που χρησιμοποιούσε, η συνεισφορά της ήταν μεγάλη».

Ανέφερε ακόμα ότι «ένας τομέας με τον οποίο ασχολήθηκε ιδιαίτερα ήταν η εκδοτική δραστηριότητα στην περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, η έρευνα για τις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά και για τα παράνομα τυπογραφεία, τομέα τον οποίο είχε μελετήσει και έχει συμβάλει στην ανάδειξή του τόσο στην εφημερίδα, όσο και στην έκδοση του Ιστορικού Λευκώματος «Ριζοσπάστης της Κατοχής» και του Δεκέμβρη 1944. Ο πρόλογος που αναφέρεται στο παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ, είναι γραμμένος από την Αριστούλα».

Εκ μέρους του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ, η Αλεξάνδρα Προυσανίδου, ανέφερε ότι τελειώνοντας τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου,  «ξεκίνησε να παίζει στο θέατρο, όπου γρήγορα αναγνωρίστηκε το ταλέντο και οι υποκριτικές της ικανότητές της. Όταν της ζητήθηκε να βοηθήσει στον Ριζοσπάστη, αν και αγαπούσε πολύ την τέχνη του ηθοποιού, δέχτηκε, μιας και για την Αριστούλα πρώτο στη ζυγαριά έμπαινε πάντα η ανάγκη του Κόμματος. Επειδή δεν ήθελε όμως να εγκαταλείψει το θέατρο ξεκίνησε να γράφει με το ψευδώνυμο Θυμέλη, δανειζόμενη το όνομα από το βωμό που υπήρχε στο κέντρο των αρχαίων θεάτρων. Σιγά σιγά όμως την κέρδισε η κριτική.

Οι γνώσεις της για τις τέχνες και ειδικά για το θέατρο μαζί με τη μεγάλη αγάπη που είχε για τους ανθρώπους του θεάτρου, η αναγνώριση των τεράστιων δυσκολιών και προσπαθειών που αντιμετωπίζουν, ειδικά σήμερα, για να μπορέσουν να ανεβάσουν μια παράσταση, αποτελούσαν κριτήριο για το πώς θα αντιμετωπίσει ένα έργο, παράλληλα βέβαια με τις βαθιές γνώσεις της για το συγγραφέα, την εποχή που έζησε και δημιούργησε, τα καλλιτεχνικά ρεύματα. Αναγνώριζε τις καλές προθέσεις, μακριά όμως από εξιδανικεύσεις και λόγια που χαϊδεύουν στα αυτιά.

Επικροτούσε το γνήσιο, δεν άντεχε τις ψευτιές και τα δήθεν. Για να μπορέσει μάλιστα να είναι δίκαιη και αντικειμενική στην κριτική της απέφευγε τις φιλίες με τους ανθρώπους του χώρου. Η σαφής και δίκαια κριτική της, η ευαισθησία της, το ήθος και η συνέπειά της είναι στοιχεία που αναγνωρίζονται πλατιά από τους ανθρώπους της Τέχνης και του Πολιτισμού. (…) Είχε μεγάλη έγνοια στο να γνωρίσει, ειδικά η νέα γενιά, το έργο μεγάλων κομμουνιστών δημιουργών που είτε σήμερα προσπαθούν να τους αποχρωματίσουν, είτε τους έχουν στο περιθώριο. Γνώριζε ότι και μέσα από αυτή την επαφή μπορεί να βαθαίνει και να πλαταίνει η σκέψη μας, να οξύνεται η ευαισθησία μας, να διαμορφώνεται το αισθητικό μας κριτήριο».

-Διαβάστε ακόμα:

  • Το τραγούδι που ακολουθεί ακούστηκε στο ξόδι της. Μια ακόμα σπουδαία επιλογή, του γιου της, Γιάννου Περλέγκα, που ήξερε πως ήταν το αγαπημένο της.
eirini aivaliwtouTo «αντίο» του Γιάννου στην Αριστούλα
Περισσότερα

Παναγής Καββαδίας: Ο δαιμόνιος Κεφαλονίτης που έφερε στο φως την Επίδαυρο κι έκανε την πρώτη ανασκαφή στην Ακρόπολη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γεννημένος στον Κοθρεά της Κεφαλονιάς, ο Παναγής Καββαδίας έμελλε να είναι ο αρχαιολόγος που συνέδεσε το όνομά του με την αποκάλυψη ενός από τα σημαντικότερα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Το θέατρο της Επιδαύρου το 1898

Ο Καββαδίας γεννήθηκε το 1850 και σπούδασε φιλολογία το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και αρχαιολογία, με υποτροφία, στο πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Δούλεψε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από το 1879 στην οποία προσέφερε σημαντικό αρχαιολογικό αλλά και διοικητικό έργο.

Το 1881 θα καταφέρει να πάρει από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία 800 μόνο δραχμές για να ξεκινήσει τις ανασκαφές για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Είχε ήδη προηγηθεί μία αποτυχημένη ανασκαφή Γάλλων αρχαιολόγων και συγκεκριμένα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Επιστημονικής Επιτροπής του Μορέως, όμως ο επίμονος αλλά και δύστροπος Κεφαλονίτης αρχαιολόγος ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει την έρευνά του για την «αρχαιολογική ανακάλυψη του αιώνα», με ευρήματα ανεκτίμητης αξίας.

Ο Καββαδίας ήταν αυτός που, ερευνώντας συστηματικά το ιερό του Ασκληπιού, θα αποκαλύψει στο Κυνάρτειο Όρος, κάτω από ένα πυκνό δάσος, το διάσημο θέατρο που ήταν έργο του Πολυκλείτου. Ένα θέατρο που δημιουργήθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ., επεκτάθηκε τον 2ο, είχε χωρητικότητα 14.000 θεατών και σήμερα προστατεύεται από την Unesco αφού θεωρείται ένα πραγματικό ορόσημο αρχιτεκτονικής με τεράστια πολιτιστική και αρχαιολογική σημασία. Η συγκλονιστική ακουστική του θεάτρου, ειδικά για ένα χώρο αυτού του μεγέθους, εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα.

Πηγή φωτογραφίας: Wikimedia

Το θέατρο πριν από την ανασκαφή είχε υποστεί μεγάλες και σημαντικές φθορές από σεισμούς, επιχωματώσεις αλλά και την πυκνή βλάστηση που υπήρχε από πάνω του

Ο δαιμόνιος αρχαιολόγος, έχοντας διαβάσει συστηματικά όλες τις αναφορές από τους αρχαίους συγγραφείς, και κυρίως από τον Παυσανία, κατάλαβε ότι η πλαγιά που δημιουργούσε μία ήπια κοιλότητα θα έκρυβε από κάτω το αρχαίο θέατρο.

Αποκάλυψε όλα τα σημαντικά μνημεία του περιβάλλοντα χώρου, όμως παράλληλα, πολύ αργότερα, κατηγορήθηκε ότι δεν τα πρόσεξε, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές φθορές. Το θέατρο όμως ήταν αυτός που το αποκάλυψε και φρόντισε για τις πρώτες αναστηλωτικές επεμβάσεις.

Λίγο καιρό αργότερα, το 1885 θα ξεκινήσει τις ανασκαφές στην Ακρόπολη, την οποία θα σκάψει απ’ άκρη σ’ άκρη, και θα ιδρύσει το πρώτο Μουσείο της Ακροπόλεως ενώ πολλές από τις ανακαλύψεις του κοσμούν και το σημερινό Νέο Μουσείο.

Μερίμνησε για τη δημιουργία πολλών μουσείων σε ολόκληρη την Ελλάδα, για την οργάνωση του Αρχαιολογικού Μουσείου και την ίδρυση του «Αρχαιολογικού δελτίου».

Πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Καββαδίας είχε μια πολύ δύσκολη προσωπικότητα και κατηγορήθηκε πολλές φορές για αλαζονεία για την οποία και εκδιώχθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1909. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Βασίλης Καββαθάς στο βιβλίο του «H ανασκαφή στο ιερό. Στην αυλή των ονείρων και των θαυμάτων», «το πόσο αμφιλεγόμενος ήταν, προκύπτει και από τη διαμετρικά αντίθετη γνώμη που είχαν γι’ αυτόν δύο καθηγητές στους οποίους κάποια στιγμή ο βασιλιάς ζήτησε να εκφραστούν για τον Καββαδία. Ο ένας είπε «πρόκειται για τον σημαντικότερο καθηγητή του κόσμου», και ο άλλος του απάντησε πως «είναι ο μεγαλύτερος ξυλοσχίστης της Ελλάδας».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχαιολογική υπηρεσία τον αποκαλούσαν τυρρανίσκο ενώ στα χρόνια που έμεινε στην Ελλάδα φρόντισε να αποκτήσει πολλούς φανατικούς εχθρούς. Έτσι αναγκάστηκε για ένα διάστημα να φύγει πάλι στο εξωτερικό, όμως αργότερα επέστρεψε, συνεχίζοντας, τόσο το έργο του, όσο και το να προκαλεί.

Όμως αυτός ακριβώς ο… «τύραννος» εμπνεύστηκε και καθιέρωσε τον πρώτο νόμο «περί αρχαιοτήτων», που εξασφάλιζε το αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας του κράτους σε όλα τα αρχαία που βρίσκονται στην Ελλάδα. Επίσης για πρώτη φορά θεσμοθέτησε υποτροφίες για σπουδές Αρχαιολογίας στο εξωτερικό. Είχε επίσης μεγάλο συγγραφικό έργο.

Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονούμε τις σημαντικές ανακαλύψεις του και στην Κεφαλονιά (Τάφοι στα Μαζαρακάτα κ.α.) αλλά και το γεγονός ότι πολλά από τα αντικείμενα που βρήκε στο νησί που γεννήθηκε, εκτέθηκαν στο πρώτο αρχαιολογικό μουσείο του Αργοστολίου, που είχε ιδρύσει ο Γερμανός Καλλιγάς και συστεγαζόταν με τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας.

Ήταν καθηγητής Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας από το 1904 έως το 1922 και αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιγραφών και της Φιλολογίας, ενώ ανήκε στα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών το 1926. Ήταν επίσης μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου και επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Κανταβριγίας και της Λειψίας.

Απεβίωσε στις 20 Ιουλίου 1928.

  • Αρχική φωτογραφία: Ο Παναγής Καββαδίας στο Ιερό του Ασκληπιού το 1900.
eirini aivaliwtouΠαναγής Καββαδίας: Ο δαιμόνιος Κεφαλονίτης που έφερε στο φως την Επίδαυρο κι έκανε την πρώτη ανασκαφή στην Ακρόπολη
Περισσότερα

Τελευταίο χειρόγραφο για τη «Θυμέλη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μας έμαθε να αγαπάμε το Θέατρο και τους ηθοποιούς. Μας δίδαξε, με το ήθος της, την αντικειμενικότητά της και την πραότητά της. Αγωνίστρια μια ολόκληρη ζωή, σε όλα τα μέτωπα, μέχρι τέλους. Μέχρι το τελευταίο της χειρόγραφο. Πάντα στον «Ριζοσπάστη». Πηγαίνει τώρα να συναντήσει τον αγαπημένο της Τίμο Περλέγκα. Αφήνει το αστέρι της, τον Γιάννο. Έτοιμη για το μεγάλο ταξίδι η κυρία Αριστούλα Ελληνούδη. Δεν θα την ξεχάσουμε…

Θα την αποχαιρετήσουμε, σε πολιτική τελετή,  την Πέμπτη 17 Αυγούστου στη 1 το μεσημέρι,  στο νεκροταφείο Καισαριανής.

***

Το catisart.gr χρόνια τώρα τη συναντούσε στις παραστάσεις. Ανταλλάσσαμε μαζί της γνώμες, ακούγαμε τις εμπεριστατωμένες απόψεις της, παίρναμε από την εμπειρία και τη σοφία της. Πάντα χαιρόταν και καμάρωνε όταν μιλούσε για το βλαστάρι της, τον Γιάννο.

***

«Και πήγες εκεί – στη σκοτωμένη γενιά σου
Τώρα όμως έμαθα το μυστικό
και το χαμόγελό σου»

Αυτά έγραψε γι’ αυτήν ο γιος της, Γιάννος Περλέγκας, στο χρονολόγιό του στο F/B χρησιμοποιώντας και την παραπάνω φωτογραφία. Του ευχόμαστε καλή δύναμη, θερμά συλλυπητήρια και να είναι υγιής και δημιουργικός, όπως τον ήθελε, για να τη θυμάται.

Δεν λησμονώ πως πέρυσι, ως περήφανη μητέρα και ως ακριβοδίκαιη κριτικός, είχε παρακολουθήσει τουλάχιστον τρεις φορές την παράσταση «Ο Αδαής και ο Παράφρων» του Τόμας Μπέρνχαρντ σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, που παίχτηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Aπό τους «Μικροαστούς» του Γκόρκι

Η Αριστούλα Ελληνούδη ήταν κριτικός θεάτρου, συγγραφέας και ηθοποιός. «Τελευταίο χειρόγραφο» σε ηλικία 72 χρονών, ύστερα από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Είχε παίξει:

-Θεατρική παράσταση
Η κυρία δε με μέλλει (1970)
-Τηλεοπτική σειρά (1973)
Μαρίνα Αυγέρη
-Κινηματογραφική ταινία
Κλειστό παράθυρο (1977)
-Τηλεοπτική θεατρική παράσταση
Οι μικροαστοί (1982)

***

Εδώ, ένα κείμενο της Αριστούλας Ελληνούδη. Κριτική για την παράσταση «Τραχίνιες» που είχε ανεβάσει το Εθνικό Θέατρο στο Φεστιβαλ της Επιδάυρου το 2013.

«Τραχίνιες»

Εκτός του «Κύκλωπα», το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε στα Επιδαύρια και την ελάχιστα παιζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή «Τραχίνιες», για το διπλό, ερωτικής αιτιολογίας, φοβερό χαμό του Ηρακλή και της γυναίκας του Διηάνειρας. Ο Σοφοκλής, ποιτητικά, αλλά με σκληρή ρεαλιστική αλήθεια και περισσή θλίψη για τα υπαρξιακά πάθη και τους θανάσιμους έρωτες των ανθρώπων, χειρίζεται το μύθο για το φρικτό τέλος του Ηρακλή. Ο «ημίθεος» γιος του Δία και της Αλκμήνης, που διεκδίκησε τη Διηάνειρα από τον αντίζηλό του ποταμό – τέρας Αχελώο, εξοντώνοντας με τα βέλη του τον φιδίσιο Νέσο, την παντρεύτηκε και έκανε πολλά παιδιά μ’ αυτήν, έμελλε να χαθεί από το «ερωτικό φίλτρο», που ξεψυχώντας έδωσε ο Νέσος στη Διηάνειρα, αν ποτέ το χρειαστεί. Η Διηάνειρα, ανήσυχη με την πολύμηνη απουσία του Ηρακλή από το σπίτι του στην Τραχίνα και φοβούμενη παλιούς χρησμούς, στέλνει το γιο της Υλλο, να αναζητήσει τον πατέρα του. Με δύο αγγελιαφόρους διασταυρώνεται το κακό μαντάτο. Ο Ηρακλής έχει αλώσει την πόλη του Ευρίτου, από έρωτα για την όμορφη κόρη του, Ιόλη και επιστρέφει με αυτήν. Η Διηάνειρα, για να ξανακερδίσει τον έρωτα του Ηρακλή, του στέλνει με αγγελιαφόρο ένα νέο μανδύα, εμποτισμένο με το «φίλτρο» που της έδωσε ο Νέσος, ανυποψίαστη ότι πρόκειται για δηλητήριο.

Η Αριστούλα Ελληνούδη, τον Απρίλιο του 2013, στην ομιλία της με θέμα: «Θέατρο, αισθητικά κινήματα και η επαναστατική τομή του Μπέρτολτ Μπρεχτ».

Ο Υλλος συναντά τον πατέρα του κατά την επιστροφή του και βλέπει τον Ηρακλή να φορά το μανδύα και να ξεσκίζονται οι σάρκες του. Τρέχει στη μάνα του. Με μένος και πόνο κατηγορεί τη συζυγοκτονία της. Η Διηάνειρα απελπισμένη αυτοκτονεί. Σπαραγμένος από πόνους ο Ηρακλής φθάνει στο σπίτι, όπου ξεψυχώντας ζητά να κάψουν το κορμί του και ορκίζει το γιο του να παντρευτεί την Ιόλη. Έχοντας ασχοληθεί με την όπερα, ο Θωμάς Μοσχόπουλος, με την απόδοση και τη σκηνοθεσία του, θέλοντας να αποφύγει και τον παραμικρό μελοδραματισμό, αντιμετώπισε το έργο σαν «παραμυθολογικό» αφήγημα, σαν επικού τύπου μελόδραμα, αρμόζον περισσότερο στο οπερατικό είδος παρά στο ρεαλιστικό θέατρο πρόζας. Ζήτησε από τους ταλαντούχους ηθοποιούς να αποφύγουν κάθε δραματικότητα και να προσδώσουν στο λόγο τους οπερατικά «μουσικές» πινελιές. Πειθαρχώντας στη σκηνοθετική αντίληψη, η Αννα Μάσχα, με μακρόσυρτα και μονότονα «τραγουστό» λόγο, με ωραιοπαθείς στάσεις του σώματος και επαναλαμβανόμενα όμοιες, καλλιεπείς κινήσεις των χεριών, αφηγήθηκε χωρίς συναισθηματική βάσανο τις αγωνίες, την ερωτική πληγή και την απεγνωσμένη πράξη της Διηάνειρας. Ο, δυνατών εκφραστικών μέσων, Αργύρης Ξάφης, με οπερατική πόζα, ακόμη και με μια σύντομη άρια, υποδύθηκε τον Ηρακλή. Η πολύπειρη Φιλαρέτη Κομνηνού (Τροφός) κατάφερε να εξισορροπήσει το σκηνοθετικό ζητούμενο με τη ρεαλιστική απλότητα. Ιχνη αλήθειας είχαν οι ερμηνείες των Κώστα Μπερικόπουλου, Θάνου Τοκάκη και Γιώργου Χρυσοστόμου. Μια χωρίς ίχνος συγκίνησης παράσταση, που όμως έχει τρεις σημαντικές αρετές. Την πολύ ενδιαφέρουσα, με ροκ στοιχεία «οπερατική» σύνθεση του Κορνήλιου Σελαμσή, ζωντανά εκτελεσμένη από τρεις μουσικούς και εξαιρετικά διδαγμένη στο Χορό, από την Μελίνα Παιονίδου. Τη μοντερνιστική κινησιολογία – χορογραφία του Χρήστου Παπαδόπουλου και το λιτό με απλά μέσα μεταμορφώσιμο σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργίου.
ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Στη φωτογραφία (κάτω) ο γάμος της με τον Τίμο Περλέγκα. Κουμπάροι η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος.

Για την Αριστούλα Ελληνούδη σε ανακοίνωσή της η ΚΕ του ΚΚΕ αναφέρει:

«Η σ. Αριστούλα Ελληνούδη γεννήθηκε το 1945 σε συνθήκες παρανομίας. Μεγάλωσε και γνώρισε τον κόσμο μέσα στις αντίξοες συνθήκες της ήττας του λαϊκού κινήματος. Ήταν κόρη του Γιώργη Ελληνούδη, στελέχους του ΚΚΕ από τη δεκαετία του 1920, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε την ευθύνη του Τυπογραφείου του ΕΑΜ.

Οι γονείς της, αμέσως μετά τη γέννησή της, πήγαν στη Μακεδονία για παράνομη δουλειά στο μηχανισμό του Κόμματος. Ο πατέρας της το 1947 πέρασε στις γραμμές του ΔΣΕ και στη συνέχεια, μετά την ήττα, στην πολιτική προσφυγιά. Η σ. Αριστούλα περνά τα πρώτα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα, μεταφερόμενη από γιάφκα σε γιάφκα, μαθαίνοντας πάντα να είναι σιωπηλή και λιγομίλητη.

Το 1952 η μητέρα της αναγκάζεται να αποκαλυφθεί. Για ένα διάστημα ζουν κάτω από άθλιες οικονομικές συνθήκες. Με χίλια βάσανα χτίζουν ένα δωματιάκι στην Καισαριανή. Εκεί πέρασε η Αριστούλα τα μαθητικά της χρόνια. Στο Δημοτικό πήγαινε με ψεύτικο όνομα. Για να μπορέσει να πάει στο Γυμνάσιο, η μητέρα της, ύστερα από δίκη, της δίνει το πατρικό της όνομα.

Από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου αναγκάζεται να δουλέψει. Γράφεται στο νυχτερινό και κάνει συγχρόνως τον πλασιέ βιβλίων. Παθαίνει σκολίωση και συνολική πτώση σπλάχνων γι’ αυτό αναγκάζεται να αλλάξει δουλειά, και να πάει σε ένα τυπογραφείο όπου έμεινε όλα τα χρόνια του γυμνασίου.

Από τα 14 της χρόνια αρχίζει επαφές με τη Λέσχη των Λαμπράκηδων. Μετά το Γυμνάσιο μπαίνει στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με υποτροφία και όταν την τελειώνει μπαίνει στο θέατρο. Λίγο πριν από τη δικτατορία συναντάει για πρώτη φορά τον πατέρα της στη Μόσχα.

Πριν από 40 χρόνια. Σάββατο 6 Αυγούστου 1977. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης». Σελίδα 4. Κριτική – παρουσίαση, από την Αριστούλα Ελληνούδη, για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο»Ιππής» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Το κείμενο στη βάση της σελίδας με την υπογραφή «Θυμέλη».

Με τη μεταπολίτευση έρχεται αμέσως σε επαφή με το Κόμμα και γίνεται μέλος του, το 1974. Παίρνει δραστήριο μέρος στο στήσιμο των πρώτων Οργανώσεων επιστημόνων – καλλιτεχνών και από το 1975 αρχίζει τη συνεργασία της με το «Ριζοσπάστη», στο δυναμικό του οποίου εντάσσεται κανονικά το 1976.

Η σ. Αριστούλα αναπτύσσει πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα ως ηθοποιός και ως κριτικός θεάτρου. Γνωρίζει και παντρεύεται τον κομμουνιστή ηθοποιό Τίμο Περλέγκα με τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον Γιάννο.

Την περίοδο της κρίσης στο Κόμμα και της αντεπανάστασης, η σ. Αριστούλα κράτησε στάση υπεράσπισης του ΚΚΕ, των αρχών του, του «Ριζοσπάστη» ως όργανο της ΚΕ του Κόμματος. Ήταν από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες στο «Ριζοσπάστη» που έδωσαν μάχη για να ανασυγκροτηθεί η δουλειά στην εφημερίδα.

Αμέσως μετά την κρίση το 1992 εντάχθηκε στη Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας όπου παρέμεινε μέλος της μέχρι το 1998. Είχε σημαντική συμβολή στο Πολιτιστικό Τμήμα της εφημερίδας παραμένοντας επικεφαλής του ως το 2013 και έχοντας την ευθύνη της στήλης της κριτικής θεάτρου με το ψευδώνυμο «Θυμέλη». Και στη συνέχεια, συνέχισε να εργάζεται στην εφημερίδα, μέχρι πριν από περίπου ένα χρόνο, που λόγοι υγείας την ανάγκασαν να σταματήσει. Για πάρα πολλά χρόνια ήταν υπεύθυνη του περιοδικού της Εθνικής Αντίστασης.

Σημαντική ήταν η συμβολή της συντρόφισσας Αριστούλας και στα Επιστημονικά Συνέδρια που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ για τον Γιάννη Ρίτσο το 2009, τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, το 2013 και τον Ναζιμ Χικμέτ το 2015, αλλά και στο αφιέρωμα στη Γαλάτεια Καζαντζάκη και στη Μέλπω Αξιώτη, το 2016. Οι γνώσεις της για το θέατρο και τον Πολιτισμό, το ήθος της, η συνέπειά της, αναγνωρίζονται πλατιά από τους ανθρώπους της Τέχνης και του Πολιτισμού.

Η σ. Αριστούλα γνώρισε από μικρή τι θα πει φασιστική βία και θηριωδία, τι θα πει καπιταλιστική εκμετάλλευση, τι θα πει αγώνας για το ψωμί. Βρέθηκε στο κέντρο των αντικομουνιστικών διώξεων, αλλά δε διάλεξε τη φυγή και τη συνθηκολόγηση. Παρ’ όλες τις δύσκολες εμπειρίες της από τις συνέπειες της ήττας και της υποχώρησης του εργατικού λαϊκού κινήματος, ακολούθησε το δρόμο των γονιών της, της οργανωμένης πάλης μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Η ΚΕ του ΚΚΕ εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά της. Η κηδεία της θα γίνει την Πέμπτη 17 Αυγούστου στη 1.00 μ.μ. στο νεκροταφείο Καισαριανής και θα είναι πολιτική».

  • Σχετικό θέμα:

Κριτική παρουσίαση της παράστασης «Ο αδαής και ο παράφρων»

eirini aivaliwtouΤελευταίο χειρόγραφο για τη «Θυμέλη»
Περισσότερα

Συλλυπητήρια ανακοίνωση της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεπιστημών και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων για τον Πέτρο Αλατζά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Συλλυπητήρια ανακοίνωση εξέδωσαν η Ελληνική Εταιρεία Νευροεπιστημών και η Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων για τον Πέτρο Αλατζά.

«Εκ μέρους της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεπιστημών και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια για τον αναπάντεχο χαμό του Πέτρου Αλατζά, ενός Επιστήμονα και Καλλιτέχνη με κοινωνικές-εκπαιδευτικές ευαισθησίες.

Επρόκειτο για έναν άνθρωπο πολυπράγμονα και δραστήριο, που εργαζόταν ως ηθοποιός και υπάλληλος σε φαρμακευτική εταιρεία ενώ παράλληλα εκπονούσε Διδακτορική Διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε πολύ δραστήριος στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού στις Νευροεπιστήμες και συμμετείχε σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία για Νευροεπιστήμες σε πολλές αντίστοιχες εκδηλώσεις.

Συμμετείχε στη συγγραφή και σκηνοθεσία του θεατρικού έργου «Τι θα γίνει, θα κοιμηθούμε απόψε;», στο οποίο έπαιξε και ως ηθοποιός. Το έργο αυτό περιέγραφε με πολύ παραστατικό τρόπο τους βιολογικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στη λειτουργία του ύπνου αλλά και τα οφέλη του ύπνου για την υγεία, τη μνήμη και τη μάθηση. Το έργο μεταγλωττίστηκε και στα Αγγλικά και προβλήθηκε από την Ιστοσελίδα της European Danna Alliance for Brain.

Μαζί με τον Νευρολόγο και καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αναστάσιο Μπονάκη ίδρυσαν την Εταιρεία «Science Art Society» με στόχο την προώθηση των τεχνών και των επιστημών στην καθημερινότητα των ατόμων, των οικογενειών, των σχολείων και γενικότερα της κοινωνίας ώστε να υπηρετήσει την ψυχαγωγία, την ενημέρωση και την εκπαίδευση.

Σε συνεργασία και με την Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων συμμετείχε στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη ενός προγράμματος που στόχευε στην ανάδειξη εναλλακτικών τρόπων διδασκαλίας της Βιολογίας χρησιμοποιώντας την τέχνη: ζωγραφική και θέατρο.

Στην ευρύτερη προσπάθειά του προς τις παραπάνω κατευθύνσεις συνεργάστηκε με πολλά σχολεία τα οποία επισκεπτόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Ο Πέτρος Αλατζάς ήταν ένας σπουδαίος Επιστήμονας, Καλλιτέχνης και Άνθρωπος που διέθεσε πολύ από το χρόνο του και την ενέργειά του σε όλες αυτές τις ιδιότητες. Κέρδιζε το σεβασμό, την εκτίμηση και την συνεργασία όσων τον γνώριζαν».

Χειρόγραφο από ποίημα του Πέτρου Αλατζά. Πηγή: Χρονολόγιο του Κωστή Καλλιβρετάκη στο F/B

Εν τω μεταξύ, ο φίλος του και συνάδελφός του Κωστής Καλλιβρετάκης -ηθοποιός και χημικός επίσης- στο χρονολόγιό του στο F/b, γράφει με δίκαιο παράπονο και αγανάκτηση:

«Ποιο «νησί» ρε πουθενάδες. Μας έχετε διαλύσει τον εγκέφαλο με τη μαλακία δυο μέρες, επειδή εσείς δεν έχετε κάτι καλύτερο να επιδείξετε.
Έκανε την αγάπη του για το αληθινό θέατρο πράξη, έπαιξε, σκηνοθέτησε, έγραψε κείμενα. Πάλεψε, πιέστηκε, έκανε υπομονή, ήλπιζε.
Αλλά ο Πέτρος ήταν τόσο καθαρός που το σύστημα του γύρισε την πλάτη «μετά την επιτυχία στο Νησί». Βλέπεις δεν ανήκε σε κλίκες και δεν έγλειψε κανέναν. Δε μάσησε, συνέχισε το αγαπημένο του θέατρο, συνέχισε τη Χημεία, έκανε και μάστερ στα 46 του, τώρα είχε ξεκινήσει και το διδακτορικό του, ποιος από σας ρε λαμόγια έχει τ’ άντερα για κάτι τέτοιο;
Μπείτε και βρείτε τις φωτογραφίες που τραβούσε από παραστάσεις. Δείτε, ρωτήστε. Ανακαλύψτε ένα πραγματικά ανήσυχο πνεύμα, έστω και τώρα. Κι αφήστε τα κωλοσάιτς και τους δήθεν να κάνουν κόπυ πέιστ και δηλώσεις».

H φωτογραφία είναι του Αντώνη Ψαρρά από συνέντευξη του Πέτρου στο catisart.gr και την Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Βίντεο από την παράσταση «Τι θα γίνει, θα κοιμηθούμε απόψε;»:

eirini aivaliwtouΣυλλυπητήρια ανακοίνωση της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεπιστημών και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων για τον Πέτρο Αλατζά
Περισσότερα

Σήμερα 11 Αυγούστου, στις 11, ο αποχαιρετισμός του Πέτρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πέτρος Αλατζάς
Φωτογραφία: Αντώνης Ψαρράς / catisart.gr

«Καπνός αι ημέραι μου»
Μα τι θαρρούν οι άκαπνοι.
Πώς έτσι απλά κόβεται το ρημάδι
τάχα υπόθεση δαχτύλων και συνήθειας;
Πώς σημαδεύεις με την κόκκινη γραμμή
ένα τσιγάρο
το κυκλώνεις
και καθαρίζεις
απαγορεύεις αποκλείεις οστρακίζεις;
Χορτάρι λένε πώς καπνίζουμε
ή χαρτί;
Λέξεις καπνίζουμε.
Και ιστορίες.
Όσες μας δόθηκαν ακέραιες να πανηγυρίζουν
κι όσες απόμειναν χλομές.
Φιλιά και λέξεις.
Παρέες γέλια ανέκδοτα
τραγούδια μοιρολόγια
κρασί και τσίπουρο
φαρμάκια
γονατισμένες μνήμες
κομμένους δρόμους
όνειρα διψαλέα
ηττημένα όνειρα
πρόσωπα ανεπίστροφα
το τρέμουλο του πρώτου αγγίγματος
τον τρόμο του στερνού.
Αυτά ο καπνός μας
αυτά το σήμα του το ευανάγνωστο.
Καν σπίρτο δεν χρειάζεται
καν αναπτήρας.
Αρκεί μια σπίθα τόση δα
απ’ την τριβή του νου
στης μνήμης μας την πέτρα πάνω.
Γερνάει ωστόσο ο καιρός
αγκομαχάει το αίμα
μαχαίρι λένε οι γιατροί
ρουφώντας τον καπνό τους απολαυστικά.
Μαχαίρι. Πού το πρόβλημα.
Θα υπάρχουν πάντοτε ιστορίες να καπνίζουμε
από μέσα μας –
ή, σε άλλα ελληνικά, ωμότερα
θα υπάρχει πάντα βίος για να ζήσουμε από μέσα μας.
Πλην κάποτε καπνίζουμε τον εαυτό μας να καπνίζει
ποζάροντας σε άφαντο καθρέφτη
ντυμένοι ύφος μελαγχολικό, περίσκεπτο.
Αλλά και τότε την αλήθεια μας καπνίζουμε,
μόνο δεν έχει αίμα ο καπνός.
*
(Του Παντελή Μπουκάλα – Από τη συλλογή «Ρήματα», εκδόσεις. Άγρα, 2009)

Αποχαιρετούμε τον αγαπημένο μας Πέτρο Αλατζά σήμερα Παρασκευή 11 Αυγούστου, στις 11 το πρωί, από τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Άλιμο. Νίκης 51, Άλιμος, τηλέφωνο 210-981.05.68
*
O Πέτρος Αλατζάς έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 8 – ογδόου – 17 (1+7=8) . Όπως έγινε γνωστό, η καρδιά του τον πρόδωσε και ο Πέτρος Αλατζάς υπέστη έμφραγμα.

Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε μέσω Facebook o φίλος του και επίσης ηθοποιός Νίκος Ορφανός.

Εκτός από ηθοποιός ήταν σκηνοθέτης και φωτογράφος.

Ο εκλιπών είχε παίξει και στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά το «Νησί», όπου είχε ξεχωρίσει στον ρόλο του εκδότη της εφημερίδας στη Σπιναλόγκα.

Ο συνάδελφός του Νίκος Ορφανός έγραψε:

«Αντίο Πέτρο μου…
Όλοι εμείς που δουλέψαμε στο Νησί, τη σειρά του Μέγκα, που γυρίστηκε στην Κρήτη πριν από εφτά χρόνια, είχαμε γίνει μια μεγάλη οικογένεια. Από ένα σημείο και μετά, ήταν τέτοια η συναισθηματική φόρτιση και το δέσιμό μας, που αυτό που βλέπατε λίγο απείχε από την πραγματικότητα.
Με μεγάλη θλίψη και αφάνταστη στενοχώρια, πληροφορήθηκα την απώλεια του αγαπητού μου Πέτρου Αλατζά, εχθές το βράδυ.
Ήταν ο εκδότης της εφημερίδας στη Σπιναλόγκα, είχα την τύχη να τον σκηνοθετήσω στη «Βέρα» στο Αλεξάνδρεια, προ τριών ετών, υπέροχο παιδί, συνάδελφος αγαπητός, καλός άνθρωπος, εξαιρετικός ηθοποιός με ήθος και γνώση, αχ βρε Πέτρο…καλό σου ταξίδι φίλε μου αγαπητέ…».

*
Ήταν ηθοποιός από το 1995.

ΣΠΟΥΔΕΣ
Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεατρικού Οργανισμού «Μορφές» (Θέατρο «ΕΜΠΡΟΣ» 1992-1996). Απόφοιτος του Χημικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια των: Μιχαήλ Μαρμαρινού, Αμαλίας Μουτούση, Αγγελικής Στελάτου, Μαίρης Τσούτη, Ανρί Κεργκομάρ, Άρη Βαφιά, Τapa Sudana, Lilo Baur και Κώστα Φιλίππογλου. Δίδαξε, μαζί με τον Κώστα Φιλίππογλου, σε σεμινάρια για εκπαιδευτικούς και ερασιτέχνες ηθοποιούς.

ΘΕΑΤΡΟ
Απαλλαγή της Linda McLean, σκηνοθεσία: Πέπη Μοσχοβάκου (Altera Pars 2011), Hughie του Ευγένιου Ο’ Νηλ σκηνοθεσία: Α.Τομπούλη (Altera Pars 2009-2010), Κάποιος θα ρθει του Jon Fosse, σκηνοθεσία: Λ. Γιοβανίδης (Θέατρο ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ), Πεθαίνω σα χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη, σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός Φεστιβάλ Αθηνών (2007 και 2008) Βιέννης, Βρυξελών, Βαρσοβίας, Μπορείτε να είστε ευτυχισμένοι της Α. Δαρλάση, σκηνοθεσία: Θ. Πρωτονοταρίου (delivery theatre – θέατρο στα σπίτια ), Δε barιέσαι, σκηνοθεσία: Ν. Νικολάου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης), Viva la compagnia, σκηνοθεσία: Α. Τσίχλη Πόλη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, της Α. Δαρλάση, Σκηνοθεσία: Μ. Μάσχα (θέατρο ΑΜΟΡΕ), Death Valley Junction του Α.Οστερμάιερ, σκηνοθεσία: Χ.Λίγκας (studio Πρώτες Ύλες), Χειμωνιάτικο παραμύθι, του Σαίξπηρ, σκηνοθεσία: Lilo Baur (θέατρο ΑΜΟΡΕ), Ξένοι Τόποι του P. Goulding, σκηνοθεσία: Γ. Γκικαππέπας (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ), Eνός πουλιού, μόνο, η φωνή… του Γ. Παπαδόπουλου, σκηνοθεσία: Μ. Μάσχα (Πειραματική σκηνή Εθνικού Θεάτρου), Άλλοι άνθρωποι του C.Shinn, σκηνοθεσία: Α. Καβίδας (studio Ιλίσια), Κβέτς του S. Berkoff, σκηνοθεσία: Όλγα Ποζέλη (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ), Όχι μόνο για παιχνίδι, σκηνοθεσία Π. Σεβαστίκογλου (θέατρο ‘Τεχνοχώρος’), Δεν θέλω να ξέρω τίποτα, κείμενα των B. Brecht και H. Pinter, σκηνοθεσία: Φ. Μακρής (θέατρο «Φούρνος»), Μικρός Ήρως, σκηνοθεσία: Δ. Πιατάς-Χ. Μανταφούνης, Ο καλύτερος φίλος του άνδρα, του Ε. Βουτσίνου, σκηνοθεσία: Δ. Πιατάς (θέατρο «Πολύτεχνο»). Η Αντιγόνη στην Ν. Υόρκη του J. Glowacki, σκηνοθεσία: Φ. Μουρατίδης («Τεχνόπολις» Γκάζι), 3-0-1 Μεταφορές της Ε. Πέγκα, σκηνοθεσία: Ε. Πέγκα (Πειραματική σκηνή Εθνικού Θεάτρου), Αγγέλα του Γ. Σεβαστίκογλου, σκηνοθεσία: Τάσος Μπαντής (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ), Εγώ ο Φόιερμπαχ του T. Dorst, σκηνοθεσία : Π. Παπαδόπουλος (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ).

ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Οδυσσεβάχ της Ξ. Καλογεροπούλου, σκηνοθεσία: Κ. Φιλίππογλου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης), Το μεγάλο ταξίδι του μικρού γίγαντα, της Μ. Κάλμπαρη, Σκηνοθεσία: Δ. Σιδηροπούλου (θέατρο ‘Αργώ’), Η πριγκίπισσα κι ο βάτραχος της Μ. Κάλμπαρη, Σκηνοθεσία: Δ. Σιδηροπούλου (θέατρο ‘Αργώ’). Eπίσης, έπαιξε στην παράσταση για παιδιά «Αν εσύ… ήμουν εγώ!» του Δημήτρη Σεϊτάνη από το Θέατρο Νέων τις σεζόν 2011-2012 & 2012 – 2013 (τη δεύτερη χρονιά παίχτηκε μόνο για σχολεία, ενώ στο ενδιάμεσο των δύο πραγματοποιήθηκε και περιοδεία εντός Αττικής).

ΧΟΡΟΘΕΑΤΡΟ
Βοηθός Χορογράφου στην Τελετή Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας, χοροθεατρική ομάδα «Σπείραμα» (θέατρο «Κάτω από την γέφυρα»), Λαβύρινθος σκηνοθεσία – χορογραφία: Μ. Τσούτη (Χοροθέατρο «Ανάλια»), .

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Μεγάλου μήκους ταινίες
Σκόνη του χρόνου Σκηνοθεσία: Θ. Αγγελόπουλος, Ένα τραγούδι δεν φτάνει, σκηνοθεσία: Ε. Χρονοπούλου. Παρά λίγο, παρά πόντο, παρά τρίχα, σκηνοθεσία: Σ. Θεοδωράκη, Φοβού τους ΄Ελληνες, σκηνοθεσία: J. Tatoulis. Παίζει ο Θεός με τ’ αλατοπίπερο, σκηνοθεσία: Α. Αριστόπουλος.
Μικρού μήκους ταινίες
Καλοκαιρινή βροχή, σκηνοθεσία: Α. Ηλιόπουλος. Το Ψυχοσάββατο, σκηνοθεσία: Γ. Σκεύας Έχει, επίσης, λάβει μέρος στα Δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ: Αιγαίο, σκηνοθεσία: Τ. Κομνηνέας. Χαρίλαος Τρικούπης, σκηνοθεσία: Δ. Βερνίκος και Σκουριασμένες εικόνες σκηνοθεσία: Γ. Κατσάμπουλας

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Το νησί, σκηνοθεσία: Θοδωρής Παπαδουλάκης, Καρυωτάκης, σκηνοθεσία: Τάσος Ψαρράς, Iστορίες μυστηρίου, «Η απέναντι όχθη» (σκηνοθεσία: Α. Μπαφαλούκας). Μόνη εξ αμελείας σκηνοθεσία: Χ. Δήμας, Ν. Περάκης, κι Ε. Χρονοπούλου. Σαββατογεννημένες, σκηνοθεσία: Π. Κροντηροπούλου. Απαγορευμένη αγάπη, σκηνοθεσία: Θ. Κωνσταντόπουλος, Θ. Τσαουσόπουλος, Camera Cafe σκηνοθεσία: Φ. Κοτρώτση. Εν Ιορδάνη σκηνοθεσία: Π. Δημητρακοπούλου. Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή, σκηνοθεσία: A. Ρήγας. Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα, σκηνοθεσία: Γ. Διαμαντόπουλος. Γεώργιος Βυζυηνός-Η σιωπή των αγγέλων σκηνοθεσία: Χ. Χριστοφής. Χωρικά ύδατα, σκηνοθεσία: Γ. Διαμαντόπουλος.
Είχε, επίσης, εμφανιστεί σε διαφημίσεις και Videoclips.

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ
Ονειρικά τοπία, Σύνθετη καλλιτεχνική δράση με Θέατρο, Εικαστικά installations και Video art με κεντρικό άξονα την παράσταση του θεατρικού έργου «Λαθρεπισκέπτες» του Γ. Κοντραφούρη. Ελληνοαμερικανική Ένωση (πρώτη παρουσίαση Νοέμβριος 2010). Οι νύχτες μακριά σου της Μ. Αλεξοπούλου Θέατρο Εξαρχείων (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2009)
*
Ως βοηθός σκηνοθέτη είχε συνεργαστεί με την Esther Andre Gonzalez στις παραστάσεις των έργων: Frida/Frida και Χιόνια πολλά κι ευτυχισμένος καινούργιος κόσμος (2007-2008) και με την Άσπα Τομπούλη στην παράσταση Σύλβια & Τεντ (2011). Είχε παρακολουθήσει το διετές σεμινάριο «Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας και τεχνικών σκοτεινού θαλάμου» των Ν. Δημολίτσα και Ν. Ανδρικόπουλου
*
Είχε φωτογραφήσει πολλές παραστάσεις Χορού και Θεάτρου. Φωτογραφίες του, επίσης, έχουν συνοδεύσει ποιητικές συλλογές.

  • Μάθετε περισσότερα για τον Πέτρο:

Συνέντευξη του Πέτρου Αλατζά στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου

eirini aivaliwtouΣήμερα 11 Αυγούστου, στις 11, ο αποχαιρετισμός του Πέτρου
Περισσότερα