Πρόσωπα

Ο Γκιλιέμ Κλούα με «Το χελιδόνι» του τολμά να μιλά για θέματα που δεν συζητάμε ούτε στις παρέες μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Γράφοντας στο catisart.gr για την παράσταση «Το χελιδόνι» (La golondrina) του Γκιλιέμ Κλούα (Guillem Clua), σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και σε σκηνοθεσία της Ελένης Γκασούκα, σημείωσα μεταξύ των άλλων και τα εξής για τον συγγραφέα:
«Όταν είδα το έργο – στο «Μικρό Γκλόρια» – και προσπαθούσα να προβλέψω την επόμενη σκηνή και να φανταστώ την εξέλιξη, δεν έκανα ούτε μια σωστή σκέψη. Οι ανατροπές διαδέχονταν η μία την άλλη. Άλλο περίμενα, άλλο συνέβαινε.

 

Κι όμως. Όλα αυτά με μια μοναδική ροή. Με μια εξαιρετική γραφή. Με έναν αριστουργηματικό τρόπο διήγησης. Άριστος χειριστής της δημιουργικής γραφής ο συγγραφέας. Ανήκει κι αυτός στη φοβερή ισπανική σχολή η οποία καταπιάνεται με σημερινά, καθημερινά προβλήματα και πλάθει ιστορίες, καταστάσεις, πρόσωπα, χαρακτήρες. Ο συγγραφέας τολμά να αγγίξει θέματα που εδώ δύσκολα τα κουβεντιάζουμε ακόμη και στις κλειστές παρέες μας».
***
Ο Γκιλιέμ Κλούα γεννήθηκε το 1973 (13 Ιουνίου) στη Βαρκελώνη. Θεωρείται μια απ’ τις πιο καινοτόμες και διεισδυτικές φωνές του σύγχρονου καταλανικού θεάτρου και ανήκει σε μια νέα γενιά δημιουργών γεννημένων τη δεκαετία του ΄70 που συμβάλλουν, με τις δημιουργίες τους, στη μεταμόρφωση του θεατρικού στερεώματος της Βαρκελώνης.
Σπούδασε δημοσιογραφία στη Βαρκελώνη και θέατρο στο London Guidhall University. Από το 2000, συνδέεται με τη Sala Beckett κι έχει παρακολουθήσει πολλά εργαστήρια δραματουργικής γραφής.
Το πρώτο του έργο, «Οι Αόρατοι», τιμήθηκε με το βραβείο Teatre Ciutat d’Alcoi 2002, έτος κατά το οποίο διασκεύασε τον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μαν (Sala Muntaner).
Το 2004 το «Δέρμα στις φλόγες» (Villarroel Teatre, 2005) απέσπασε για δεύτερη φορά το Βραβείο Teatre Ciutat d’Alcoi, καθώς και το Βραβείο Κριτικών για το καλύτερο θεατρικό κείμενο το 2005. Η αγγλική εκδοχή του έργου παραστάθηκε σε οκτώ πόλεις των ΗΠΑ.
Το 2006, ο Γκιλιέμ Κλούα ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη, όπου ανέβηκε το «Γεύση από στάχτη», ένα έργο με θέμα τη σύγκρουση Ισραηλινών-Παλαιστινίων, στο Spanish Repertoir Theatre του Μανχάταν. Το έργο ανέβηκε στη Βαρκελώνη πολύ αργότερα, το 2014 (Sala Muntaner), σε σκηνοθεσία Ζουζέπ Σάλα.
Το 2008 έγραψε το «Μάρμπουργκ», που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο της Καταλονίας το 2010 σε σκηνοθεσία του Ραφέλ Ντουράν. Το έργο απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και η ηθοποιός Βίκυ Πένια κέρδισε το Βραβείο ΜΑΧ για την καλύτερη γυναικεία ερμηνεία στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Νάνσυ. Στις 23 Μαρτίου 2013, το «Μάρμπουργκ» ανέβηκε στο Καράκας (Βενεζουέλα).
Το «Killer», ένα μουσικό θρίλερ, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ταραγόνα και στις 20 Ιανουαρίου 2011 έκανε πρεμιέρα στη Βαρκελώνη. Στην ελληνική γλώσσα, παρουσιάστηκε στην Κύπρο το 2012 σε σκηνοθεσία Νικόλα Κουρουμτζή, με πρωταγωνιστή τον Λευτέρη Σαλωμίδη και τη σεζόν 2012-2013 στην Αθήνα, στο Theatre-bar Faust, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Καρχαδάκη και πρωταγωνίστρια τη Μπέσσυ Μάλφα (στον ρόλο τού κατά λάθος δολοφόνου κατά συρροή, Πάου Μόιρα).
Το 2011 έγραψε το έργο «Η γη της επαγγελίας». Το έργο παρουσιάστηκε σε θεατρικό αναλόγιο στο θέατρο Martin E. Segal της Νέας Υόρκης, το 2013, στο πλαίσιο του φημισμένου Φεστιβάλ PEN World Voices Festival, αλλά και στο ελληνικό κοινό (2013), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θεατρικών Αναλογίων που διοργάνωσε από κοινού το Teatro Pasión με την Πρεσβεία της Ισπανίας στην Αθήνα και το Ινστιτούτο Θερβάντες.
Το 2012 έγραψε το έργο «Εισβολή», έναν μύθο επιστημονικής φαντασίας για τη νεολαία σε καιρό πολέμου. Τον Μάρτιο του 2013, το έργο ανέβηκε στην αίθουσα Teatro Conde Duque της Μαδρίτης σε σκηνοθεσία του Χοσέ Λουίς Αρεγιάνο.
Επίσης το 2012, έγραψε το έργο «Smiley», με το οποίο έκανε και το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Μετά από δύο μήνες παραστάσεων στη μικρή βαρκελωνέζικη σκηνή Flyhard, κι αφού έλαβε διθυραμβικές κριτικές από το σύνολο των μεγάλων μέσων της χώρας, οι παραστάσεις του έργου συνεχίστηκαν από τον Φεβρουάριο του 2013 σε μια από τις πιο εμβληματικές σκηνές της Βαρκελώνης, το Teatre Lliure και στη συνέχεια στο Club Capitol. To έργο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και ανέβηκε στη Μαδρίτη, τη Χιλή και το Μεξικό, ενώ το 2016 ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Άβατον, σε σκηνοθεσία Μάνου Πετούση, με τους Δημήτρη Μακαλιά και Μίνω Θεοχάρη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους αλλά και στην Κύπρο, σε σκηνοθεσία Μαρίνου Ανωγυριάτη, στο Θέατρο Versus.
Το 2013 υπογράφει μαζί με τον Πάου Μιρό και τον Τζόρντι Καζανόβας το έργο «Η επανάσταση δεν θα ανακοινωθεί από το twitter», έναν στοχασμό πάνω στο θέμα των νέων τεχνολογιών. Η τελευταία δουλειά του είναι ένα ακόμα μιούζικαλ με τίτλο «73 λόγοι για να σε αφήσω», που έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο Γκόγια της Βαρκελώνης τον Δεκέμβρη του 2015.
Ως σεναριογράφος, συμμετείχε στη συγγραφή τού σεναρίου της πιο γνωστής πετυχημένης σειράς της δημόσιας καταλανικής τηλεόρασης «El cor de la ciutat», όντας μάλιστα επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας από το 2005 έως το 2008.

 

 

Στην Ελλάδα το «Δέρμα στις φλόγες» ανέβηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου τον Μάρτιο του 2013. Ακολούθησαν παραστάσεις του έργου στο Θέατρο Olvio τον Νοέμβριο του 2015 σε σκηνοθεσία Άσπας Τομπούλη και τον Ιανουάριο του 2017 στο Ηράκλειο Κρήτης σε σκηνοθεσία Κώστα Μεταξάκη-Πέτρου Μαυροματίδη. Στην Κύπρο το έργο ανέβηκε τον Φεβρουάριο του 2014 στο Θέατρο Διόνυσος της Λευκωσίας σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή.
Στα ελληνικά, έχουν μεταφραστεί τα έργα «Δέρμα στις φλόγες» (μετ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ-Δημήτρης Ψαρράς), «Μάρμπουργκ» (μετ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ-Δημήτρης Ψαρράς), «Killer», ένα μουσικό θρίλερ (μετ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ-Δημήτρης Ψαρράς), «Smiley» (μετ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ), «Η γη της επαγγελίας» (μετ. Δημήτρης Ψαρράς) και «Το χελιδόνι» (Μετ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ).
Το 2016 έγραψε το συγκινητικό δράμα «Το χελιδόνι», με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στο γκέι μπαρ του Ορλάντο τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Το έργο έχει ήδη μεταφραστεί στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα. Μετά την Αθήνα το έργο θα ανέβει και στο Λονδίνο.
***

«Το Χελιδόνι, είναι ένα έργο που συγκίνησε βαθιά…»

Η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ, στη σελίδα της στο face book, έγραψε για «Το Χελιδόνι» και τον Γκιλιέμ Κλούα τα παρακάτω:
«Με ρωτούν κάποιες φορές με ποιο κριτήριο επιλέγω τα έργα που μεταφράζω, δηλαδή τα περισσότερα, αν σκεφτεί κανείς ότι από τα εκατό πάνω-κάτω μεταφρασμένα μέχρι σήμερα, είναι ζήτημα αν φτάνουν σε διψήφιο αριθμό όσα μεταφράστηκαν κατ’ ανάθεση κάποιου θιάσου.

Η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ.

Η αλήθεια είναι πως η επιλογή έχει δυσκολέψει τα τελευταία χρόνια, λόγω της ποσότητας αλλά και της ποιότητας των έργων που γράφονται στον ισπανόφωνο κόσμο. Διαβάζω καθημερινά τουλάχιστον ένα νέο έργο. Όσα με ενδιαφέρουν, τα γράφω αρχικά σε μια λίστα που την έχω βαφτίσει «καραντίνα». Σε αυτήν επιστρέφω συχνά, όταν πλησιάζει ο καιρός να αρχίσω μια μετάφραση, ξαναδιαβάζω κάποια έργα, αφαιρώ μερικά για τα οποία έχω αλλάξει γνώμη μετά τη δεύτερη ανάγνωση και τελικά επιλέγω αυτό που θα μεταφράσω. Αυτή είναι κατά κανόνα η διαδικασία. Η τακτική και νοικοκυρεμένη.
Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, που το νοικοκυριό πάει περίπατο, γιατί ενσκήπτει έρως σφοδρός. Υπάρχουν έργα που με την πρώτη ανάγνωση αφήνω στη μέση ό, τι άλλο κάνω για να ξεκινήσω τη μετάφρασή τους. Έργα που μόλις τα διαβάσω νιώθω πως «δεν υπάρχει παρά μόνο ένα άλογο στον κόσμο, και είναι αυτό που κυνηγάω». Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και «Το Χελιδόνι». Γράφοντας μάλιστα αυτό το σημείωμα συνειδητοποιώ ότι όσα έργα του Γκιλιέμ Κλούα έχω μεταφράσει ήταν όλα έρωτες σφοδροί. Δεν πέρασαν ποτέ από την «καραντίνα»: Killer, Δέρμα στις φλόγες, Μάρμπουργκ, Smiley, Το Χελιδόνι, το καθένα για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, αλλά και για έναν κοινό: με έκαναν να δακρύζω, από τα γέλια ή από τη συγκίνηση.
Το Χελιδόνι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι ένα έργο που συγκίνησε βαθιά, όχι μόνο εμένα αλλά και όλους αυτούς που το διάβασαν, πριν ακόμα να δει τα φώτα της σκηνής. Η ιστορία μιας μεγάλης απώλειας, ο θρίαμβος της αγάπης και της ζωής πάνω στο μίσος και τον θάνατο, η δίκαιη μεταχείριση των χαρακτήρων από τον συγγραφέα, η αλήθεια τους, η λυτρωτική κάθαρση που περαίνει «δι’ ελέου και φόβου» τα «παθήματά» τους, ο τρόπος με τον οποίο δίνονται δραματουργικά όλα αυτά και άλλα πολλά, είναι που κάνουν Το Χελιδόνι ένα έργο που συγκινεί και θα συγκινεί, όσο η φύση των ανθρώπων παραμένει ίδια. Όσο οι άνθρωποι, είτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά είτε καθισμένοι στις καρέκλες του θεάτρου, περιμένουν κάποιον αφηγητή να τους παρουσιάσει με τέχνη και μαεστρία μια συναρπαστική ιστορία».
***
«Το Χελιδόνι» του Guillem Clua, σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, κυκλοφορεί από την «Κάπα Εκδοτική».
***

Η Σοφία Σεϊρλή και ο Βασίλης Μαυρογεωργίου.

«Το χελιδόνι»
La Golondrina
του Γκιλιέμ Κλούα

***
Μετάφραση από τα ισπανικά: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα
Σκηνικά/Κοστούμια: Μαίρη Τσαγκάρη
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Μουσική διδασκαλία: Ιώβη Φραγκάτου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αγνή Χιώτη
Ερμηνεύουν: Σοφία Σεϊρλή, Βασίλης Μαυρογεωργίου

ΑΛΛΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9 μ.μ.
Διάρκεια: 90 λεπτά
Στο «Μικρό Γκλόρια»
Ιπποκράτους 7
Στάση μετρό «Πανεπιστήμιο»
Εισιτήριο: Κανονικό 15 ευρώ, Μειωμένο 12 ευρώ, Aτέλεια 5 ευρώ
Τηλέφωνο ταμείου: 210 – 364.23.34

Επίσης στο viva.gr

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Γκιλιέμ Κλούα με «Το χελιδόνι» του τολμά να μιλά για θέματα που δεν συζητάμε ούτε στις παρέες μας
Περισσότερα

Γιούκο Μισίμα (Yukio Mishima). Ο «εκπεσών άγγελος» της Ιαπωνίας και ο τελετουργικός του θάνατος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στις 25 Νοεμβρίου 1970, ο παγκοσμίου φήμης συγγραφέας Γιούκο Μισίμα (Yukio Mishima), ετών 45, γνωστός για την εθνικιστική του ιδεολογία, εισέβαλε μέρα μεσημέρι στις 12:30 με τέσσερις συντρόφους του στο αρχηγείο του Υπουργείου Στρατιωτικών της Ιαπωνίας, στο κέντρο του Τόκιο. Οπλισμένοι με τα γιαπωνέζικα σπαθιά Katana, αιχμαλώτισαν τον Στρατηγό Mashita και τον ανάγκασαν με το σπαθί στον λαιμό του, να διατάξει άμεσο προσκλητήριο. Εκεί ο Μισίμα απηύθυνε έκκληση στους 2.000 συγκεντρωμένους στρατιώτες να ξαναγυρίσουν στα ιδανικά των προγόνων τους. «Ο φιλειρηνισμός είναι απειλή για το έθνος μας», βροντοφώναξε ο Μισίμα αλλά αντιμετώπισε το γιουχάισμα των συγκεντρωμένων στρατιωτικών. Λίγο αργότερα, αυτοκτόνησε στο ιαπωνικό γενικό επιτελείο αυτοάμυνας με τη μέθοδο του Σεπούκου. Χαρακίρι, ή Σεπούκου, ονομάζεται ο ιαπωνικός τελετουργικός τρόπος αυτοκτονίας ο οποίος καθιερώθηκε από τους Σαμουράι ως μοναδική επιτρεπτή διέξοδο σε περίπτωση ήττας ή ατίμωσής τους. Κατά το τελετουργικό αυτό ο προς αυτοκτονία στρέφεται προς τον Ήλιο και γονατίζοντας σύρει το εγχειρίδιό του, το οποίο και στη συνέχεια καρφώνει στην κοιλιακή του χώρα. Ο αυτόχειρας Σαμουράι αποκεφαλίζεται από ένα φιλικό πολεμιστή.

Ο Γιούκο Μισίμα [三島由紀夫, Yukio Mishima] το πραγματικό του όνομα ήταν Κιμιτάκε Χιραόκα [平岡 公威 Hiraoka Kimitake], Ιάπωνας εθνικιστής συγγραφέας, τρεις φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, αθλητής και στρατιωτικός, γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1925 σε προάστιο του Τόκιο και αυτοκτόνησε στις 25 Νοεμβρίου 1970, στο Ιαπωνικό Γενικό Επιτελείο, ύστερα από απόπειρα πραξικοπήματος.
Το 1958 παντρεύτηκε με τη Γιόκο Σουγκιγιάμα, κόρη του διάσημου παραδοσιακού ζωγράφου Nei Sugiyama, με την οποία υπέγραψαν προγαμιαία συμφωνία ότι η άμεση προτεραιότητα στη ζωή του θα είναι το γράψιμο και ότι εκείνη θα σέβεται τον προσωπικό του χώρο και χρόνο. Από το γάμο τους γεννήθηκαν δύο παιδιά, η Noriko Tomita, που γεννήθηκε το 1959 και ο Iichiro Hiraoka.

Καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν κυβερνητικός αξιωματούχος ενώ η μητέρα του προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια, που υπηρετούσε επί αιώνες τη δεύτερη μεγαλύτερη φατρία σαμουράι Μαέντα της Ιαπωνίας. Ήταν ο πρωτότοκος από τα τρία παιδιά της οικογένειας κι έζησε τα παιδικά του χρόνια με τη γιαγιά του Natsuko ή Natsu Nagai η οποία ήταν απόγονος μεγάλου φεουδάρχη, καθώς τον πήρε από τους γονείς του όταν ακόμα ήταν βρέφος και τον μεγάλωσε με αυστηρή πειθαρχία και απομόνωση μέχρι τα 12 του χρόνια. Ο Μισίμα ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες του ιστορίες και παράλληλα να διαβάζει και να εμπνέεται από μεγάλους Ιάπωνες αλλά και δυτικούς συγγραφείς όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ. Τα πρώτα του διηγήματα δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά λογοτεχνίας όσο ήταν ακόμα μαθητής, όπως στο σχολικό περιοδικό «Hojinkai Zassi» και τότε άρχισε να διακρίνεται για τις λογοτεχνικές του ικανότητες, ενώ το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1944 σε ελάχιστα αντίτυπα λόγω της ελλείψεως χαρτιού εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κλήθηκε να υπηρετήσει τον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό στη διάρκεια του πολέμου αλλά από μια λανθασμένη διάγνωση του γιατρού, που διέγνωσε φυματίωση, κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση. Σπούδασε στο πρότυπο Σχολείο Peer και στη συνέχεια Νομικά στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο απ’ όπου αποφοίτησε το 1947 και ανέλαβε διευθυντική θέση στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο πατέρας του τού είχε απαγορεύσει να γράφει, όμως εκείνος συνέχισε κρυφά με την προτροπή της μητέρας του έως ότου παραιτήθηκε από το κυβερνητικό αξίωμα και αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Το 1952 επισκέφθηκε την Ελλάδα και πρόσθεσε στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας στο έργο του «Ο ήχος των κυμάτων». Από το 1955 ξεκίνησε να γυμνάζεται συστηματικά, έγινε υπέρμαχος της εκγύμνασης του σώματος και της ισορροπίας σώματος-πνεύματος ενώ εξασκήθηκε στην παραδοσιακή ιαπωνική πολεμική τέχνη «Κέντο» που σημαίνει «Ο δρόμος του σπαθιού». Το 1960 ξεκίνησε την καριέρα του στην ηθοποιία και τη σκηνοθεσία ενώ παράλληλα άρχισε να ποζάρει σαν φωτομοντέλο, ενώ τον ίδιο χρόνο συμμετείχε στο αντιαμερικανικό κίνημα που συντάραξε την Ιαπωνία και γνωρίστηκε με τον Τένεσι Ουίλιαμς και τον Ζαν Κοκτό. Το 1967 υπέγραψε διαμαρτυρία κατά της Πολιτιστικής Επανάστασης του Μάο Τσε Τουνγκ. ΄

Οι ιδέες του

Αν και ζούσε ιδιωτική ζωή δυτικού τύπου, είχε εκπαιδευτεί με ζήλο στις αρχαίες ιαπωνικές τέχνες του καράτε και της ξιφομαχίας. Το 1967 κατατάχθηκε στις Ιαπωνικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας κι ένα χρόνο αργότερα ίδρυσε τους «Τατενοκάι», το «Σύνδεσμο της Ασπίδας», [«Τάτε νο Κάι»] που απαρτιζόταν από εθνικιστές νέους τους οποίους εκπαίδευε για να γίνουν οι σύγχρονοι σαμουράι που θα αναβιώσουν το ένδοξο παρελθόν της Ιαπωνίας. Στόχος του οποίου ήταν η διάσωση του ιαπωνικού φιλοπόλεμου πνεύματος και η παροχή βοήθειας στις τακτικές ένοπλες δυνάμεις της Ιαπωνίας σε περίπτωση αριστερής εξέγερσης ή κομμουνιστικής επιθέσεως. Ο ίδιος είχε πει για τους «Τατενοκάι» ότι είναι ο μικρότερος στρατός σε αριθμό ανδρών αλλά με το υψηλότερο φρόνημα. Ο Μισίμα υπερασπιζόταν το πιο ακραίο, σκληρό και αυστηρό από τα τρία μπουσίντο κι είχε πει: «…Η ασχολία των σαμουράι ήταν ο θάνατος. Ασχέτως τού πόσο ειρηνική ήταν η εποχή, ο θάνατος ήταν το υπέρτατο κίνητρό τους, κι αν έστω και μια στιγμή έδειχναν φόβο και δισταγμό μπροστά του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπαυαν να είναι σαμουράι…». O Μισίμα 4 ώρες πριν το κεφάλι του πέσει μπροστά στα πόδια του έκπληκτου στρατηγού Mashita, είχε παραδώσει στον εκδότη του χειρόγραφο 3.000 σελίδων, με το τελευταίο και τελειότερο έργο του «The sea of Fertility» [«Η θάλασσα της γονιμότητας»]. Ήταν υποψήφιος τρεις φορές για το βραβείο Νόμπελ, μια από αυτές το 1963 όταν το βραβείο απονεμήθηκε στον Γιώργο Σεφέρη, το οποίο έχασε, προφανώς λόγω των εθνικιστικών του απόψεων.

Το τέλος του

Στις 25 Νοεμβρίου 1970, λίγο πριν από το μεσημέρι, μαζί με τέσσερις συντρόφους του μέλη του «Συνδέσμου της Ασπίδας», εισέβαλε στο αρχηγείο του Υπουργείου Στρατιωτικών της Ιαπωνίας, στη στρατιωτική βάση Ichigaya, όπου από το 1966 γυμνάζονταν ύστερα από ειδική άδεια τα μέλη του στρατού του. Κατέλαβε το διοικητήριο των Ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας και οπλισμένοι με τα γιαπωνέζικα σπαθιά Katana, ο ίδιος και οι σύντροφοί του αιχμαλώτισαν τον Στρατηγό Κανετόσι Μασίτα και τον ανάγκασαν να διατάξει άμεσο προσκλητήριο. Οι πέντε μεγαλύτεροι τηλεοπτικοί σταθμοί του Τόκιο, διέκοψαν ξαφνικά το πρόγραμμά τους, για απευθείας μετάδοση. Αφού συγκεντρώθηκαν οι στρατιώτες, ο Μισίμα εκφώνησε δεκάλεπτη ομιλία από ένα μπαλκόνι και απηύθυνε έκκληση στους 2.000 συγκεντρωμένους στρατιώτες, τους οποίους παρότρυνε να καταργήσουν το ιαπωνικό Σύνταγμα και να ξαναγυρίσουν στα ιδανικά των προγόνων τους, φωνάζοντας «Ο φιλειρηνισμός είναι απειλή για το έθνος μας», όμως αντιμετώπισε την αντίδραση των συγκεντρωμένων στρατιωτικών. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει; Ζήτω ο αυτοκράτορας! Νομίζω ότι ούτε καν με προσέχουν…».
Ο Μισίμα αυτοκτόνησε λίγο αργότερα στο Ιαπωνικό Γενικό Επιτελείο με τη μέθοδο του Σεπούκου, αφού βύθισε βαθιά στη μια πλευρά του τη λάμα του «ταντό», το κοντό σπαθί, την τράβηξε με δύναμη προς την άλλη, ανοίγοντας την κοιλιά του, ενώ ο στρατιώτης Μασακάτσου Μορίτα,, που στεκόταν όρθιος πίσω του δεν κατάφερε να εκπληρώσει την αποστολή του και να του κόψει το κεφάλι, σύμφωνα με το τυπικό της ιεροτελεστίας του Σεπούκου. Ο Μορίτα έδωσε το σπαθί του σε τρίτο σύντροφο, τον Χιρογιάσου Κόγκα, ο οποίος αποκεφάλισε τον ετοιμοθάνατο Μισίμα και λίγα λεπτά αργότερα, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα και στον Μορίτα, που αυτοκτόνησε με τον ίδιο τρόπο. Ο Μισίμα πριν να εγκαταλείψει το γραφείο του, την ημέρα του θανάτου του, άφησε πάνω στο τραπέζι, ένα κομμάτι χαρτί, όπου έγραψε: «..Η ανθρώπινη ζωή είναι σύντομη, αλλά θα ήθελα να ζήσω παντοτινά…». Λίγες ημέρες πριν από την αυτοκτονία του, που προετοίμαζε μεθοδικά, είχε πει στη μητέρα του ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε κάνει αυτό που ήθελε, γι’ αυτό και όταν της ανήγγειλαν το θάνατό του, τα μόνα λόγια που είπε εκείνη ήταν: «..Επιτέλους, έκανε στη ζωή του αυτό που ήθελε…».

 

Εργογραφία

Υπήρξε άριστος ξιφομάχος, αθλητής αλλά και διευθυντής συμφωνικής ορχήστρας κι είχε πραγματοποιήσει επτά φορές το γύρο του κόσμου. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες κι ένας από τους κορυφαίους Ιάπωνες συγγραφείς στου 20ου αιώνα. Άρχισε να γράφει σε ηλικία δώδεκα ετών και το πρώτο του έργο, το «Ηanazakari no Μori» [«Ολάνθιστο δάσος»],
στο οποίο εκφράζει την πίστη του, ότι οι πρόγονοί του ζουν μέσα του, δημοσιεύτηκε το 1941 σε συνέχειες στο περιοδικό «Βungei Βunka», την επιμέλεια του οποίου είχε ο δάσκαλος του Σομίζου.
Έγραψε δεκάδες δοκίμια, νουβέλες, θεατρικά έργα και σκηνοθέτησε κινηματογραφικές ταινίες, ενώ το σύνολο του συγγραφικού του έργου αποτελείται από 34 νουβέλες, 25 βιβλία με μικρές ιστορίες, 35 δοκίμια, 50 θεατρικά έργα, ένα λιμπρέτο, δηλαδή έργο για όπερα, καθώς και μία ταινία. Στο έργο του εκφράζεται η σύγκρουση της τάσεως ανάμεσα στη δυτικοποίηση της χώρας του και στις παραδοσιακές ιαπωνικές αξίες. Με το πρώτο του μυθιστόρημα το 1949, εισήγαγε το θέμα της ομοφυλοφιλίας, ενώ στα μετέπειτα έργα του είναι φανερή η εμμονή του σε θέματα όπως η αιματοχυσία, ο θάνατος και η αυτοκτονία, με ήρωες που έχουν αρκετές ομοιότητες με τους αντιήρωες της δυτικής λογοτεχνίας. Προτάθηκε τρεις φορές για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Έγραψε μεταξύ άλλων τα έργα:
«Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας», το 1949,
«Ο ήχος των κυμάτων», το 1954,
«Ο ναός του χρυσού περιπτέρου», το 1956,
«Ο ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα», το 1963,
«Ήλιος και ατσάλι», το 1963,
«Ο τρόπος του Σαμουράι», το 1967,
«Ο φίλος μου ο Χίτλερ», το 1968,
«Η θάλασσα της γονιμότητας», το 1965-70, τετραλογία.
Το 1966 σκηνοθέτησε για τον κινηματογράφο με τον τίτλο «Γιουκόκου», το διήγημά του «Πατριωτισμός».
Το 1965 σκηνοθέτησε την ταινία «Τελετουργία του έρωτα και του θανάτου».
Έγραψε επίσης και θεατρικά έργα, ανάμεσα στα οποία το «Μαντάμ ντε Σαντ και Πέντε σύγχρονα θεατρικά έργα», το 1956.

Η μικρού μήκους ταινία του «Yukoku», είναι η μόνη ταινία που σκηνοθέτησε και έχει ως θέμα την αυτοκτονία ενός αξιωματικού και της γυναίκας του μπροστά σε ένα τρομερό ηθικό δίλημμα, γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί και ως μία πρόβα της πραγματικής αυτοκτονίας του.

Η ζωή και ο θάνατος του Μισίμα αποτελούν παράδειγμα σπάνιας συνέπειας στις ιδέες και αρχές, αλλά και ήθους. Η απήχηση που μπορούσε να έχει, ακόμη και μετά θάνατον, οδήγησε τους ιδεολογικούς και πολιτικούς εχθρούς του σε επίμονες προσπάθειες να τον συκοφαντήσουν ή να τον διακωμωδήσουν. Το να ζει και να πεθαίνει κάποιος, σύμφωνα με τις αρχές και την παράδοση της δικής του, ιδιαίτερης φυλής, δεν ταιριάζει στην αμερικανική «κουλτούρα της επιμειξίας και του πολυπολιτισμού». Παρόλο τον άτιμο και ανήθικο πόλεμο προς έναν νεκρό, το ενδιαφέρον για τον Μισίμα αναβιώνει και η ζωή, το έργο και ο θάνατός του προκαλούν τον θαυμασμό.
Ο τελευταίος σαμουράι ανήκει, πλέον, στην ιερή κάστα των Αυτόχειρων, Υπερασπιστών της Παράδοσης, της Αλήθειας και του Πνεύματος.

«Η ολοκλήρωση αυτού του μεγάλου μυθιστορήματος – «Η θάλασσα της γονιμότητας» – με κάνει να αισθάνομαι ότι έφτασε το τέλος του κόσμου…», έγραψε ο Γιούκο Μισίμα τον Οκτώβριο του 1970. Αποτελούμενη από τέσσερα μέρη, «Η θάλασσα της γονιμότητας» αντιπροσωπεύει την άνθηση της ιδιόμορφης μεγαλοφυΐας του Μισίμα. Το «Ανοιξιάτικο χιόνι» είναι μια ευγενική και συγκινητική ιστορία αγάπης. Στα «Αφηνιασμένα άλογα», την αιματηρή συνέχειά του, πρωταγωνιστεί ένας ακροδεξιός τρομοκράτης. Στο «Ναό της αυγής», μια Ταϊλανδή πριγκίπισσα συνδέεται μυστικιστικά με τους ήρωες των προηγούμενων έργων. Ο «Εκπεσών άγγελος» είναι ένα έργο εξίσου συναρπαστικό και ερωτικό με τα προηγούμενα, αλλά διαπνέεται από μια αποχαιρετιστήρια θλίψη.

Δεκαεννέα ετών, με την αδελφή του Μιτσούκο και τη γάτα τους

eirini aivaliwtouΓιούκο Μισίμα (Yukio Mishima). Ο «εκπεσών άγγελος» της Ιαπωνίας και ο τελετουργικός του θάνατος
Περισσότερα

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας συνεχίζει την αναπτυξιακή του πορεία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

«Ονομάζουμε Πολιτιστική Διπλωματία τη μεθοδική χρήση επιτευγμάτων του πολιτισμού μιας χώρας στην άσκηση πολιτικής Διεθνών Σχέσεων. Η Πολιτιστική Διπλωματία είναι δυνατόν να ασκηθεί μόνον από λαούς που έχουν να συνεισφέρουν κάτι το ξεχωριστό δικό τους στον διεθνή στίβο αλληλεπίδρασης των πολιτισμών».

Αυτό τονίζει, μεταξύ των άλλων, ο πρόεδρος και ιδρυτής του Ινστιτούτου κ. Πέτρος Καψάσκης, ο οποίος προσθέτει ότι ο πολιτισμός δεν διχάζει, αλλά ενώνει και ενισχύει την ελληνική ταυτότητα στο εξωτερικό, προάγοντας τον ελληνικό πολιτισμό και ενισχύοντας την πολιτιστική διπλωματία και εξωτερική πολιτική της χώρας με άλλα μέσα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις τέχνες και γενικότερα τον τρόπο του βίου ενός λαού.
Ακολουθώντας τις παραπάνω κατευθυντήριες γραμμές το Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας ιδρύθηκε στην Αθήνα την 25η Μαρτίου 2017.

Ο πρόεδρος και ιδρυτής του Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας Πέτρος Καψάσκης.

 

Πρόκειται για μια ελληνική επιστημονική μη κερδοσκοπική εταιρεία η οποία αποτελεί τον πρώτο και μοναδικό φορέα Πολιτιστικής Διπλωματίας στην Ελλάδα. Συνεργάζεται με ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς και οργανισμούς, της Ελλάδας και του εξωτερικού, καθώς και με ανώτατα εκπαιδευτικά και άλλα ακαδημαϊκά πνευματικά ιδρύματα ή ερευνητικά κέντρα εν γένει, καλλιτεχνικές ομάδες, θέατρα και ορχήστρες με στόχο να προάγει την τέχνη, την έρευνα και την καινοτομία.

Η ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ανασύστασης της Ελληνικής Πολιτιστικής ετερότητας και επαναπροσδιορισμού του εαυτού μας στον κόσμο όχι πλέον με όρους αναπαραγωγής, αλλά δημιουργίας.
Κύριο μέλημα του Ινστιτούτου είναι «η ανάδειξη των αξιών του πολιτισμού, η προώθηση της συνεργασίας και η οικοδόμηση αμοιβαίας εμπιστοσύνης με απώτερο σκοπό τη δημιουργία σχέσεων συναισθηματικής εγγύτητας με αλλοεθνείς λαούς, οι οποίες θα υφίστανται πέρα από τις αλλαγές των κυβερνήσεων».
Το Ινστιτούτο επιθυμεί «να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην πνευματική ζωή του τόπου μας συμβάλλοντας στην αναβάθμιση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό, στην ενίσχυση νέων ταλαντούχων καλλιτεχνών και στη δημιουργία ενός πολιτιστικού υποστρώματος ικανού να ωθήσει τον Έλληνα πολίτη να αισθανθεί τις υποχρεώσεις που έχει όχι μόνο έναντι του εαυτού του αλλά και της κοινωνίας στην οποία ζει. Και αυτό το αίτημα υπηρετούμε».
Μέσα από την επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη διαφορετικών τομέων της Πολιτιστικής Διπλωματίας, «το Ινστιτούτο, στοχεύει στην προβολή μιας ελκυστικής εικόνας της Ελλάδας στο εξωτερικό που θα αναδεικνύει τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της, συμβάλλοντας παράλληλα στη βελτίωση των επίσημων διμερών, περιφερειακών και πολυμερών διπλωματικών επαφών της χώρας μας, αλλά και στη σύσφιξη των σχέσεων των λαών μέσα από τα πανανθρώπινα αγαθά και νοήματα που μόνο ο Πολιτισμός μπορεί να κομίσει».
Σε διαφορετικές πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού που αναπτύσσουν αυτόνομες και ποικίλες πολιτιστικές δραστηριότητες, με γνώμονα όμως τις γενικότερες ανάγκες και κατευθύνσεις του Ινστιτούτου, όπως αυτές προκύπτουν απ’ την κεντρική διοίκηση του οργανισμού στην Αθήνα.

***

Το Ινστιτούτο διαθέτει παραρτήματα στην Αίγυπτο, στην Αλβανία, στη Δανία, στις ΗΠΑ, στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Ρωσία.
Υποδιευθύνσεις του Ινστιτούτου στην Ελλάδα βρίσκονται στα Ιωάννινα, στην Καβάλα, στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη, στην Πάτρα, στα Τρίκαλα και στη Χαλκιδική.
Τέλος εκτός από την Αθήνα, υπάρχουν παραρτήματα στην Κρήτη, στη Θεσσαλονίκη, στη Μύκονο, στην Κέρκυρα, στη Ρόδο και στην Κόρινθο.

***

Η πρεμιέρα στην Κόρινθο έγινε την Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017, με τη διοργάνωση της 3ης Ημερίδας με θέμα «Η Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία».
Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε στο «Μικρό Θεατράκι του Δημαρχείου της Κορίνθου», Κολιάτσου 32, από τις 7 μ.μ. έως και τις 9 μ.μ.
-Στην ημερίδα χαιρετισμό απηύθυνε ο διευθυντής του Ινστιτούτου Πελοποννήσου κ. Ηλίας Π. Ξένος.
-Στη συνέχεια έγινε ομιλία από τον ιδρυτή του Ινστιτούτου κ. Πέτρο Καψάσκη με θέμα: «Ένα νέο όραμα: το Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας».
Ακολούθησε διάλεξη του Πρέσβη ε.τ. Αλέξανδρου Μαλλιά: «Κόρινθος, αναζητώντας τα χαμένα μονοπάτια».

Ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Κασσίμης, ήταν ένας εκ των ομιλητών της ημερίδας του Ινστιτούτου στην Κόρινθο.

 

– Ο τ. Υφυπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Κασσίμης, μίλησε με θέμα: «Η Πολιτιστική διπλωματία ως εργαλείο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής της χώρας».
– «Αριστεία και ελληνικός πολιτισμός: μια άρρηκτη σχέση», ομιλία της καθηγήτριας της Ιατρικής Σχολής Έφης Μπάσδρα.
– Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Σωτήρης Ρούσσος ανέπτυξε το θέμα: «Διπλωματικές πρωτοβουλίες για τον θρησκευτικό πλουραλισμό στην Ανατολική Μεσόγειο».

***

Στις δράσεις του Ινστιτούτου μέχρι το τέλος του 2017 ακολουθούν:
– 70 Χρόνια από την Ένωση της Ελλάδος με τα Δωδεκάνησα, στη Ρόδο.
– Η Εκκλησιαστική Διπλωματία, στην Κόρινθο.
– Βία κατά του Παιδιού, στη Θεσσαλονίκη.
– 180 Χρόνια Κωνσταντίνος Βολονάκης, στην Κρήτη.
– 150 Χρόνια Αρτούρο Τοσκανίνι, στην Αθήνα.

***

Στα μέλη του Δ.Σ. του Ινστιτούτου συγκαταλέγονται διακεκριμένες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών, ανάμεσα στους οποίους και οι: Αλέξανδρος Μαλλιάς, πρέσβυς ε.τ., Γεώργιος Λινάρδου, πρέσβυς ε.τ., Κωνσταντίνος Γεροκωστόπουλος, πρέσβυς ε.τ., Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, καθηγητής, Γιοβάννα τραγουδίστρια – συγγραφέας, Θωμάς Κινδύνης, ηθοποιός, Βύρων Φιδετζής μαέστρος, Jimmy Jamar, επικεφαλής της βελγικής επιτροπής για την Ε.Ε., Ναπολέων Μαραβέγιας, αντιπρύτανης Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Κώστας Ιφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Παρούλα Νάσκου-Περράκη, καθηγήτρια, Κώστας Λάβδας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Δημήτρης Βαξεβανάκης, πτέραρχος ε.α., Ιωάννης Παρίσης, στρατηγός ε.α., κ.ά. Πρέσβης Καλής Θελήσεως του Ινστιτούτου στον τομέα του κεφαλαίου της Ελληνικής Μόδας, είναι η δημοσιογράφος Άντα Ηλιοπούλου, με διεθνείς διασυνδέσεις στο χώρο.

***
Ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Το Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017 το Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας σε συνεργασία με την Έδρα UNESCO Διαπολιτισμικής Πολιτικής πραγματοποίησαν την 2η Ημερίδα Πολιτιστικής Διπλωματίας, με θέμα «Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία» στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Την έναρξη των ομιλιών έκανε ο πρόεδρος και ιδρυτής του Ινστιτούτου Πέτρος Καψάσκης, ο οποίος τόνισε ότι ο πολιτισμός δεν διχάζει, αλλά ενώνει και ενισχύει την ελληνική ταυτότητα στο εξωτερικό, προάγοντας τον ελληνικό πολιτισμό και ενισχύοντας την πολιτιστική διπλωματία και εξωτερική πολιτική της χώρας με άλλα μέσα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις τέχνες και γενικότερα τον τρόπο του βίου ενός λαού.
Στη συνέχεια ο αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου κ. Δημήτριος Βαξεβανάκης αναφέρθηκε στην Πολιτιστική Γεωπολιτική ως τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε στη σύγχρονη εποχή.
Ο κ. Γρηγόρης Πασχαλίδης, καθηγητής Πολιτισμικών Σπουδών στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, μίλησε για την Πολιτισμική Πολιτική και Διπλωματία ενώ η κ. Καλλιόπη Χαϊνόγλου, λέκτορας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας ανέπτυξε το ζήτημα των Πολιτιστικών Δικαιωμάτων και Πολιτιστικών Πολιτικών.
Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο κ. Κυριάκος Μικέλης, λέκτορας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας με θέμα την Πολιτιστική Διπλωματία και τις Διεθνείς Σχέσεις.
Το δεύτερο μέρος της ημερίδας ξεκίνησε με την ομιλία του Δρ. Νικόλαου Γαϊτενίδη, επιστημονικού ςυνεργάτη στο Κέντρο Αριστείας Jean Monnet και την Έδρα UNESCO Διαπολιτισμικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, σχετικά με την Πολιτική Ταυτότητας στην Ευρώπη.

Ο αρχιμανδρίτης π. Αθηναγόρας Λουκατάρης, εφημέριος Ι.Ν Αγ .Νεκταρίου, και υπεύθυνος λειτουργίας του κέντρου Προστασίας Ανηλίκων «Φάρος του Κόσμου» της Ι.Μ. Νεαπόλεως – Σταυρουπόλεως, ανέπτυξε μια ενδιαφέρουσα ομιλία σε σχέση με την Εκκλησιαστική Διπλωματία.
Με τη σειρά της η Δρ Μαρία Μήτσιου, διευθύντρια Βορείου Ελλάδος του Ινστιτούτου και καθηγήτρια Ειδικής Φυσικής Αγωγής μίλησε για τη Διπλωματία του Αθλητισμού και Ολυμπισμού.

Ο κ. Ιωάννης Πανταζής, μουσικοσυνθέτης και οργανοποιός, αναφέρθηκε στη μουσική και μυθολογία, την εκπαίδευση και το βιωματικό τουρισμό.

Την ημερίδα έκλεισε ο γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου και οικονομολόγος, κ. Μιχάλης Διακαντώνης, μιλώντας για την Οικονομική Διπλωματία.

H νέα γενιά της Ελληνικής Πολιτιστικής Διπλωματίας στη Θεσσαλονίκη. (Photo credits: Kosmas Giavasis).

***
Ποιος είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας

O Πέτρος Καψάσκης είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά κατάγεται από τη Ζάκυνθο όπου η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο νησί περί τα 1534. Εν συνεχεία φοίτησε στο ιταλικό γυμνάσιο της Ρώμης «Βιτόριο Αλφιέρι» και συνέχισε το λύκειο στο διεθνούς φήμης Ιταλικό Ινστιτούτο «Μαρία Μοντεσόρι» της Ρώμης. Κατόπιν εισήχθη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο όπου και σπούδασε Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε την πρακτική του στο Υπουργείο Εξωτερικών και τη Διπλωματική Ακαδημία. Εν συνεχεία αφού ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία μετεκπαιδεύτηκε στο Λονδίνο, στο Τμήμα της Γεωπολιτικής και Ασφάλειας του «Royal Holloway University of London» και ολοκλήρωσε την ίδια περίοδο την πρακτική του στο εμπορικό τμήμα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Λονδίνο. Σήμερα βρίσκεται στην Αθήνα όπου συνεχίζει με το διδακτορικό του στην Πολιτιστική Διπλωματία και την Εξωτερική Πολιτική. Τον Φεβρουάριο του 2017 ίδρυσε το Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας με έδρα την Αθήνα. Ομιλεί Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και έχει εργαστεί ως μεταφραστής, αρθρογράφος και επιστημονικός συνεργάτης σε διάφορες εταιρείες και ερευνητικά ινστιτούτα.
***

Ποιος είναι ο αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας

Ο Δημήτριος Βαξεβανάκης είναι ο αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας και επικεφαλής του τμήματος της Πολιτιστικής Γεωπολιτικής.

Ο Δημήτριος Βαξεβανάκης είναι ο αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας και επικεφαλής του τμήματος της Πολιτιστικής Γεωπολιτικής. Ο κύριος Βαξεβανάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ικάρων (7ος) το 1980, ονομασθείς Ανθυποσμηναγός (Ι). Στο βαθμό του Υποπτεράρχου (Ι) προήχθη τον Μαρτίου του 2011 και αποστρατεύτηκε, ευδοκίμως τερματίσας την καριέρα του, τον Οκτώβριο του 2012.
Έχει 36 χρόνια εμπειρίας στη διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού, στην προσαρμογή νέων στελεχών, την εκπαίδευση, τη βελτίωση ικανοτήτων και δεξιοτήτων, τις αξιολογήσεις και τις αναθεωρήσεις εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Πάνω από 15 χρόνια εμπειρίας στη διερεύνηση ατυχημάτων στον αέρα και στο έδαφος και περισσότερα από 5 χρόνια υπηρεσίας σε διεθνές περιβάλλον (Βορειοατλαντική Συμμαχία ΝΑΤΟ) καθώς και μακρόχρονη συμμετοχή στις διεθνείς σχέσεις, στη στρατιωτική διπλωματία και στην αμυντική πολιτική.
Στην Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) υπηρέτησε ως εκπαιδευτής πτήσεων σε αεροσκάφη (Α/Φ) Τ-2 και Τ-41, και ως χειριστής και εκπαιδευτής μαχητικού F-5A/B. Διετέλεσε διοικητής στο σχολείο Ξένων Γλωσσών της Π.Α, επιτελής στο τμήμα διακρατικών σχέσεων της Διεύθυνσης Αμυντικής Πολιτικής του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), επιτελής ψυχολογικών επιχειρήσεων του Διακλαδικού Νατοϊκού Στρατηγείου στη Σμύρνη της Τουρκίας, διοικητής στη Νατοϊκή Μονάδα FOB ΑΚΤΙΟΝ (Α/Φ Ε3Α) στην Πρέβεζα. Επίσης ήταν διευθυντής στη διεύθυνση Τυποποίησης Αξιολόγησης της Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης, υποδιευθυντής του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ, τμηματάρχης στο τμήμα Διεθνών Σχέσεων της Διεύθυνσης Αμυντικής Πολιτικής του ΓΕΕΘΑ και τέλος βοηθός επιτελάρχη και διευθυντής στην υποστήριξη και στις επιχειρήσεις στο Νατοϊκό Αεροπορικό Στρατηγείο της Σμύρνης της Τουρκίας. Είναι απόφοιτος του Κέντρου Εκπαιδευτών Πτήσεων, του Σχολείου Όπλων και Τακτικής, των Σχολείων Ηλεκτρονικού Πολέμου στη Λάρισα, Ανδραβίδα και Καλιφόρνια των ΗΠΑ, των Σχολείων Ασφαλείας Πτήσεων και Εδάφους στο Μόναχο και στο Geilenkirchen της Γερμανίας και της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου. Ακόμα έχει παρακολουθήσει στο Νατοϊκό Σχολείο στο Οberammergau της Γερμανίας αριθμό σεμιναρίων αναλόγων των θέσεών του (ΝΑΤΟ Ιnformation Command / Control Warfare and Information Operations, NATO Staff Officers Orientation Course, NATO Psychological Operations Planning, NATO Senior Staff Officers Police Course). Έχει τιμηθεί με τις διαμνημονεύσεις που αντιστοιχούν στον βαθμό του, καθώς και με Νατοϊκά μετάλλια για τη συμμετοχή του στις ειρηνευτικές επιχειρήσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία (Νατοϊκό Αεροπορικό Στρατηγείο στη Νάπολι, Ιταλία 1995) και στις επιχειρήσεις «Unified Protector» στη Λιβύη (Νατοϊκό Αεροπορικό Στρατηγείο της Σμύρνης, Τουρκία 2011). Είναι ιδρυτικό και τακτικό μέλος του Συνδέσμου Αποφοίτων Σχολής Ικάρων από τον Νοέμβριο του 2013, μέλος της Αεροπορικής Ακαδημίας από τον Μάιο του 2016 και της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων από τον Νοέμβριο του 2016. Είναι ο πρωτεργάτης και ιδρυτής του μονοθέσιου εξατάξιου ελληνόφωνου σχολείου στη Σμύρνη της Τουρκίας, Μάιος 2011.
Επίσης είναι ιδρυτικό μέλος και επίτιμος πρόεδρος του ομίλου αντισφαίρισης Βριλησσίων από το 1994 μέχρι σήμερα. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επαγγελματικό επίπεδο.

Παναγιώτης ΜήλαςΤο Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας συνεχίζει την αναπτυξιακή του πορεία
Περισσότερα

Αποχαιρετισμός στη Λούλα Αναγνωστάκη – Τρία κείμενα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το τελευταίο αυθόρμητο αντίο στην αγαπημένη Ελληνίδα συγγραφέα, τη Λούλα Αναγνωστάκη, έστειλε ο πνευματικός κόσμος. Άνθρωποι της τέχνης, της λογοτεχνίας αλλά και της πολιτικής σκηνής παρευρέθησαν στον αποχαιρετισμό της.
Η κηδεία της Αναγνωστάκη που πάντα αγαπούσε το ημίφως, της σημαντικότερης για πολλούς συγγραφέα της μεταπολεμικής γενιάς που μαζί με τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης αποκάλυψαν στο σανίδι μια τολμηρή κι αλλιώτικη Ελλάδα, της αδελφής του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, της συζύγου του λογοτέχνη, μεταφραστή και ψυχιάτρου Γιώργου Χειμωνά και της μητέρας του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά, τελέστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών την Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017, στις 16.00.
Στην τελευταία κατοικία της τη συνόδεψε η οικογένεια, οι φίλοι, οι συνάδελφοι και άλλοι παράγοντες της πνευματικής και πολιτικής ζωής της χώρας.
Τους συγκινητικούς επικήδειους λόγους εκφώνησαν ο Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο Λεωνίδας Προυσαλίδης, συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Τους παραθέτουμε παρακάτω αυτούσιους:

 

Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και ηθοποιός.
«Λούλα, ως εδώ ήταν λοιπόν. Ένας θεατρικός συγγραφέας απέρχεται για να εισέλθει σε μια επικράτεια με την οποία είχε σχέσεις σ’ όλη του τη ζωή, γιατί ο θεατρικός συγγραφέας περισσότερο από όλους τους άλλους έχει συνείδηση ότι είναι δημιουργός ημιτελών πλασμάτων, σκιών, διαχειρίζεται ίσκιους κατά βάση που επικαλούνται τα ζωντανά σώματα των ηθοποιών για να τελειωθούν, για να υπάρξουν. Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένα παιδί του αιώνα της αλλά όχι δημιούργημά του, γι’ αυτό και μπόρεσε να εκφράσει με τρόπο ανεπανάληπτο τις αγωνίες, τους καημούς, τα αδιέξοδα, αυτά τα οποία στιγμάτισαν τη μεταπολεμική ελληνική ζωή. Φεύγει σήμερα σε μία εποχή που της πάει, γιατί η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένας συγγραφέας και ένας άνθρωπος του μεταβατικού που μπορούσε να δει, να συλλάβει πέρα από τα τραύματα και τον καημό, των σταθερών ταυτοτήτων, τη λαχτάρα, τους κινδύνους και την ομορφιά του ρευστού. Τώρα λοιπόν που φεύγεις, πρέπει να σου πω να δώσεις τα δέοντα στον Γιώργο, στον Μανόλη, στη Νόρα, στη Μαρίκα, στη Βέρα και βεβαίως στην Τζένη και στον Κάρολο, σε όλη την εκλεκτή ομήγυρη. Σε φιλώ. Καλό ταξίδι».
***
 

Λεωνίδας Προυσαλίδης, συγγραφέας και σκηνοθέτης.
«Η Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε το τελευταίο της έργο με τίτλο «Σ’ εσάς που με ακούτε» το 2001. Και από τότε δεν ξαναέγραψε. Πιστή στις δεσμεύσεις της και απόλυτη. Ό,τι είχε να πει το είχε πει ήδη στην εποχή της και πριν από την εποχή της. Στα δέκα αριστουργηματικά έργα που αποτελούν τη δραματουργία της, από την «Τριλογία της πόλης» μόλις πρωτοεμφανίστηκε και με όχημα τη ζωή των ηρώων της, η Λούλα διηγήθηκε τη ζωή της και ολόκληρη την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μίλησε για τα απομεινάρια των παρελάσεων και για αλλόκοτες νίκες. Για τη ματαιωμένη αδιαλλαξία των νικημένων και για την πικρή ρίζα των νικητών. Για τον αλληλοσπαρασσόμενο Έλληνα, χωρίς ποτέ να συνθηματολογήσει. Αιρετική πάντα, αλλά με ανοιχτή καρδιά. Τρομερή δύναμη και τεράστια ευαισθησία. Μίλησε για όλους τους έγκλειστους αλλά και για μια μεγάλη ζωή η οποία ασφυκτιούσε ανυπεράσπιστη και καταχωνιαζόταν σε μια μικρή ανύπαρκτη καθημερινότητα. Μίλησε για όλους εκείνους που δεν ανήκαν πουθενά, και τη ζωή τους δεν υπερασπίστηκε ποτέ κανένας. Η Λούλα μίλησε για όλους τους ανυπεράσπιστους και τους δικαίωσε μέσα από λεπτομέρειες η πραγματική σημασία των οποίων αντιστοιχούσε στην ίδια την ύπαρξη. Στα έργα της υπερασπίστηκε όλους τους ανυπεράσπιστους απ’ όπου κι αν προέρχονταν. Δεν υπήρξε αυτοβιογραφική, υπήρξε βιωματική όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, αλλά όλα όσα καθόρισαν τη ζωή της, όλοι όσοι διαδραμάτισαν πρωταρχικό ρόλο στη ζωή της, υπάρχουν ανάμεσα στις λέξεις και μέσα στις σελίδες των έργων της. Ο Γιώργος, ο Μανόλης, ο Θανάσης, οι φίλοι που φύγαν κι εκείνοι που χάθηκαν σε ένα ταξίδι μακριά. Γιατί μέσα στα έργα της και μέσα από τους ήρωές της, τον Παύλο, την Κάτια, τον Γιωργάκη ακούμε αδιάκοπα να χτυπά η καρδιά της Λούλας. Και σήμερα και ενώ από κάπου θα ακούγεται ξαφνικά η μελωδία από το τρένο που φεύγει στις 8, εμείς είμαστε εδώ για να σε αποχαιρετίσουμε Λούλα, και να σου υποσχεθούμε ότι θα υπάρχεις πάντα στις καρδιές μας. Εσύ και οι ήρωες σου».
***

Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
«Το τρένο φεύγει στις οχτώ
Ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
Να μη θυμάσαι στις οχτώ…»
Αυτό το τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου είχες διαλέξει ως κατευόδιο σε σχετική ερώτηση που σου είχε γίνει για τη στιγμή της αποχώρησής σου από τα εγκόσμια, απαντώντας στο ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Και πράγματι Νοέμβρης μήνας δεν έμεινε. Οχτώ έφυγες, στις οχτώ του Οκτώβρη..
Ο Βιτέζ έλεγε, όταν είχε ανεβάσει την «Παρέλαση» το Μάιο του ’68, ότι «πίσω από τα μαύρα της γυαλιά η Λούλα, τα είχε καταλάβει όλα».
Και πράγματι η Λούλα Αναγνωστάκη, από τα αδιάλειπτα συνεπή πρόσωπα της πνευματικής μας ζωής τόσο στο δημόσιο όσο και στο ιδιωτικό της βίο, στάθηκε προφητική για μια ακόμη φορά. Αυτήν τη φορά για την ίδια.
Κάθομαι και συλλογίζομαι μέσα στο αναπόφευκτο προσωπικό και συλλογικό μας πένθος πόσες φορές η ίδια μέσα από την τολμηρή της γραφή στόχευσε στην πολιτική μας αφύπνιση.
Μέσα στα εγκλήματα του παρακράτους γράφει στη «Συναναστροφή» για μια «πόλη που γεμίζει στρατό» για να διακοπούν οι παραστάσεις του έργου λίγες εβδομάδες αργότερα από τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Το 1981 αναρωτιέται μέσα από τον Σπύρο στην «Κασέτα»: «Τι είναι η Ελλάδα Γιωργάκη; Οικογενειοκρατία που αναπαράγεται στο φουλ». Ενώ το 2003, μέσα στην ευμάρεια των Ολυμπιακών Αγώνων, προοικονομεί: «Όλη η Ευρώπη θα ‘ρθει τα πάνω κάτω. Λένε πως η ψαλίδα ανοίγει, ο φτωχός θα γίνει φτωχότερος…». Ουδείς δεν προφήτευσε τόσο τολμηρά τα δεινά της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής, σκιαγραφώντας ήδη από το 1978 τη διχόνοια ως αρχετυπικό στοιχείο της φυλής μας, αλλά και υπογραμμίζοντας την αξία της ετερότητας και του σεβασμού στη διαφορετικότητα ως βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας:
«Εγώ δε βολεύομαι.
Δεν είμαι μέσος όρος.
Δεν είμαι από αυτούς που ρίχνουν νερό στο μύλο των ισχυρών..
Εγώ κάνω τη δική μου επανάσταση…»
Όλα αυτά βέβαια για την ίδια δεν είχαν καμία σημασία όταν τα άκουγε. Απλώς δάκρυζε και έστρεφε την κουβέντα αλλού: στο μονάκριβό της Θανάση, αλλά και στον παντοτινά αγαπημένο της Γιώργο. «Σημασία έχει που έφυγε εκείνος», έλεγε για τον πρόωρα χαμένο σύζυγό της Γιώργο Χειμωνά, ενώ η διαρκή της έγνοια για τον γιο της Θανάση σου έφερνε στο νου την ηρωίδα της Κάτια από τον «Ήχο του Όπλου», που ερμήνευσε η αγαπημένη της Ρένη Πιττακή το 1987. Μια παράσταση που έμελλε να είναι και τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν.
Μέσα από τα έργα της εξέφρασε όσο κανείς, όπως αντίστοιχα στην ποίηση και ο αδελφός της Μανόλης Αναγνωστάκης, την ήττα και τα τραύματα του Νεοέλληνα. Η πρώτη φράση που ανταλλάξαμε άλλωστε αφορούσε σε μια προσωπική της ματαίωση: «Ήθελα να γράφω για τον κινηματογράφο».
Πόσοι ηθοποιοί δεν πραγματοποίησαν το θεατρικό τους ντεμπούτο μέσα από το έργο της – κανείς δεν έγραψε όσο εκείνη για νέους σε ηλικία χαρακτήρες – και πόσοι ομολογημένα μεταγενέστεροι Νεοέλληνες συγγραφείς δε σφραγίστηκαν από το έργο της.
Ήταν η μάνα μας. Η δραματουργική μας ρίζα.
Μάθαινες δίπλα της. Πάντα με την πιο στερεή κουβέντα στα δύσκολα αλλά και την πιο βαθιά σαρκαστική.
Κοντά της αισθανόσουν σα να έπαιζες σε έργο της, γεννημένος, έτοιμος, θαρραλέος για τη μεγάλη πράξη, ακόμα κι όταν αυτή ερχόταν σε αντίθεση με τα κοινώς αποδεκτά ιδανικά.
Με αυτήν τη σοφία έζησε και τα τελευταία της χρόνια αν και όπως διαπίστωνε ο Κάρολος Κουν για τον «Ήχο του όπλου», «η σοφία εξάλλου αποκτιέται όταν πια δεν είναι αναγκαία».
Μια λέξη ακόμα:
Ευγνωμοσύνη.
Δε θα ξεχάσω στις οκτώ.
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει…
Καλό Ταξίδι.

  • Οι φωτογραφίες είναι από τη συνέντευξη που είχε δώσει η Λούλα Αναγνωστάκη, στον δημοσιογράφο Σταύρο Θεοδωράκη
eirini aivaliwtouΑποχαιρετισμός στη Λούλα Αναγνωστάκη – Τρία κείμενα
Περισσότερα

Clare Hollingworth, η δημοσιογράφος που μετέδωσε πρώτη την είδηση της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Συμπληρώθηκαν 106 χρόνια από τη γέννηση της Βρετανής δημοσιογράφου και συγγραφέως Clare Hollingworth (Κλαρ Χόλινγκουορθ). Η Clare Hollingworth υπήρξε η πρώτη πολεμική ανταποκρίτρια που μετέδωσε την είδηση της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1911, ενώ απεβίωσε στις 10 Ιανουαρίου 2017, έχοντας συμπληρώσει 105 χρόνια ζωής.
Ως δημοσιογράφος της «Daily Telegraph» το 1939, ενώ ταξίδευε από την Πολωνία στη Γερμανία, διαπίστωσε πως στρατιωτικές δυνάμεις της Γερμανίας είχαν συγκεντρωθεί στα πολωνικά σύνορα.

Αφού μετέφερε τη συγκεκριμένη είδηση, η Hollingworth τρεις ημέρες αργότερα ήταν η πρώτη που μετέδωσε τη γερμανική εισβολή, με το ρεπορτάζ της να χαρακτηρίζεται «δημοσιογραφική επιτυχία του αιώνα».
Η Hollingworth αποφοίτησε από το τμήμα Σλαβικών και Ανατολικοευρωπαϊκών Σπουδών στο Λονδίνο. Σπούδασε επίσης στο πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ, όπου μελέτησε την κροατική γλώσσα.
Ξεκίνησε να γράφει άρθρα για το βρετανικό περιοδικό «New Statesman». Λίγο πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκε στη Βαρσοβία, συμβάλλοντας στη διάσωση πολλών ανθρώπων από τις δυνάμεις του Χίτλερ, καθώς εξέδιδε βίζες στους διωκόμενους, προκειμένου να ταξιδέψουν στη Βρετανία.

Τον Αύγουστο το 1939, προσελήφθη από τον εκδότη της «Daily Telegraph», Arthur Wilson (Άρθουρ Ουίλσον), ο οποίος έμαθε για τη δράση της.
Στις 28 Αυγούστου 1939, πριν καν κλείσει μία εβδομάδα στην εφημερίδα και αφού έπεισε τον Βρετανό πρόξενο στο Κατοβίτσε να της δανείσει αυτοκίνητο με οδηγό για μια διερευνητική αποστολή στη Γερμανία, η Hollingworth διαπίστωσε συγκέντρωση γερμανικών στρατευμάτων κατά μήκος των γερμανο-πολωνικών συνόρων. Η «Daily Telegraph» μετέδωσε το ρεπορτάζ της στην πρώτη της σελίδα, την επόμενη ημέρα.
Την 1η Σεπτεμβρίου, η Hollingworth κάλεσε τη βρετανική πρεσβεία στη Βαρσοβία προκειμένου να αναφέρει τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία.

Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, ταξίδεψε μεταξύ άλλων και στη χώρα μας, καθώς και τη Λιβύη, την Αίγυπτο, την Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν, την Παλαιστίνη, την Αλγερία, την Κίνα και το Βιετνάμ. Δούλεψε και για άλλες μεγάλες εφημερίδες, όπως τον «Observer» και τον «Guardian», ενώ έλαβε τιμητικά βραβεία για το έργο της.

 

 

eirini aivaliwtouClare Hollingworth, η δημοσιογράφος που μετέδωσε πρώτη την είδηση της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
Περισσότερα

Καίτη Δρόσου, η ποιήτρια, η γυναίκα, η σύντροφος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Καίτη Δρόσου – Γιάννης Ρίτσος

«Ακολούθα, μου λένε,

το μεγάλο ποτάμι που για σένα,

τη στιγμή τούτη ανοίχτηκε

Ιδού, ο οβολός σου

για τον πορθμέα»

(Καίτη Δρόσου, από την ποιητική

της συλλογή Οι τοίχοι τέσσερις, Κείμενα,1985)

Η Καίτη Δρόσου (1922-2016), που απεβίωσε στις 3 Φεβρουαρίου του 2016 σε μια σοφίτα στο Παρίσι, ήταν γνωστή και ως αυτόνομη ποιητική παρουσία αλλά και ως αφοσιωμένη σύντροφος του Άρη Αλεξάνδρου (1922-1978), του οποίου φρόντισε το έργο μετά τον πρόωρο θάνατό του. Μέλος της ΕΣΗΕΑ, υπήρξε μια γυναίκα δυναμική, θαρραλέα, χειραφετημένη από νωρίς, όταν αυτές οι ιδιότητες δεν ήταν διόλου αυτονόητες για το φύλο της. Δύσκολος και συνάμα ζεστός άνθρωπος, μοναχική από επιλογή, ανήσυχη, φιλοπερίεργη για τα πάντα του κόσμου τούτου (πολιτική επικαιρότητα, λογοτεχνία, θέατρο, εικαστικά, αλλά και μικροκαθημερινότητα της γειτονιάς της στην Κυψέλη ή στο «μεγάλο της χωριό», το Παρίσι, όπως το έλεγε, συνειδητή πολίτις-citoyenne κι εδώ κι εκεί). Θα λείψουν από τους φίλους της το πείσμα και το πάθος της σε ό,τι υποστήριζε, η βραχνάδα της φωνής της, το δηκτικό της χιούμορ, το κόμπιασμα ανάμεσα στη γαλλική ή την ελληνική λέξη, όταν ήθελε να ακριβολογήσει, η ζωντάνια της ως το τέλος. Μια αντισυμβατική προσωπικότητα.

O Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου στο Παρίσι

 

  • Απόσπασμα άρθρου-συνέντευξης της Καίτης Δρόσου για τον Άρη Αλεξάνδρου στον Βασίλη Καλαμαρά που δημοσιεύτηκε στην εφημερία «Ελευθεροτυπία» στις 19 Μαΐου 2003:
    «Έγραφε το «Κιβώτιο» με ματωμένα χέρια
    Το ανέβασμα της «Αντιγόνης» στο ΚΘΒΕ και μια γαλλική επανέκδοση του «Κιβωτίου» («La Caisse» από τις εκδόσεις Le Passeur, σε μετάφραση της Κολέτ Λιστ) είναι τα δύο γεγονότα γύρω από τα οποία στράφηκε η ζωή της Καίτης Δρόσου τους τελευταίους μήνες.
    Η γαλλική έκδοση τη χαροποιεί ιδιαίτερα. Δυο εξαιρετικά εισαγωγικά κείμενα από τον Ζιλ Ορτλίμπ (τον μεταφραστή του Βιζυηνού) και τη Λίζυ Τσιριμώκου («Το θρόισμα της Ιστορίας») βοηθούν τον Γάλλο αναγνώστη να συνειδητοποιήσει τη λογοτεχνική αξία του κειμένου που έχει στα χέρια του, αλλά και να γνωρίσει την ιδιαιτερότητα της ζωής και της προσωπικότητας του Έλληνα συγγραφέα, «συγγραφέα του ενός βιβλίου, αλλά τι βιβλίου!», όπως γράφει και ο Ορτλίμπ.
    «Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Έγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό».
    Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ένα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά».
    Έφυγαν από την Αθήνα λίγο μετά τη χούντα. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.
    Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Έλληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Έτσι όπως ζούσαμε με τον Άρη έπρεπε ο άλλος να ‘ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Έπειτα, όλοι οι Έλληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Έπρεπε να δώσουμε γη και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».
    – Δεν τον πόναγε τον Άρη Αλεξάνδρου η χούντα;
    «Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Άρης σε όλη του τη ζωή; Όλο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη «Μοντ». Ούτε που την κοίταγε. «Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ», μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Όταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».
    Ο Άρης Αλεξάνδρου πέθανε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1978 στα 56 του χρόνια. Το «Κιβώτιο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον «Κέδρο» το 1975, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν από το θάνατό του.
    «Λίγες μέρες πριν πεθάνει το είχε δει στη βιτρίνα του Γκαλιμάρ και του είχαν στείλει και λίγα αντίτυπα», θυμάται η Καίτη Δρόσου. «Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Άρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το «Κιβώτιο». Αλλά και για την τύχη του στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη γνώμη. Μέχρι να μας πει η κυρία Κρανάκη ότι έχει κάνει αίσθηση, ο Άρης νόμιζε ότι είχε πάει πάτο».
    Είχε αρχίσει να το γράφει στην Ελλάδα, το 1966. Όταν ο Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου έφυγαν για το Παρίσι δεν πήραν μαζί τους τα πρώτα χειρόγραφα. Όταν το ξανάπιασε μετά από περίπου τέσσερα χρόνια ο Γιάννης Ρίτσος εξεπλάγη που μπόρεσε να ξαναβρεί το ίδιο στυλ, τον ίδιο τόνο.
    Ένα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».
    Μεταφράζω από τα γαλλικά.
    «(…) Σχετικά τώρα με το «Κιβώτιο», α, αγαπητέ μου Άρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Όσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από «ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες» και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ’ αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της «αποτυχίας ζωής και δημιουργίας»…».
    Το «Κιβώτιο», αυτό το «αντι-έπος της δογματικής αριστεράς, αποστασιοποιημένο από τα ανδραγαθήματα, τα ηχηρά συνθήματα, τους γενναίους αγωνιστές με τα λάβαρα και τα φυσεκλίκια», όπως γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ανήκει σήμερα στις πρώτες πρώτες θέσεις του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας. Και, το σημαντικότερο ίσως, έρχεται συνέχεια σε επαφή με νέους αναγνώστες. Η Καίτη Δρόσου θυμάται τη Νανά Καλιανέση του «Κέδρου» να της λέει:
    «Ξέρεις ότι έχω δύο μεγάλες επιτυχίες, τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Αλλά βιβλίο που να πουλάει κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν το «Κιβώτιο», δεν έχω».
    Η πρώτη ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ακόμη τούτη η άνοιξη» εκδόθηκε το 1946. Ακολούθησε η «Άγονος Γραμμή» (1952) και η «Ευθύτης Οδών» (1959). Στην ποίηση του Αλεξάνδρου υπάρχει έντονη η πικρία από τη διάψευση των ελπίδων, πικρία που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιητών που έζησαν τον εμφύλιο. Συγχρόνως, χαρακτηρίζεται από έντονη ειρωνεία που σε ορισμένα σημεία φτάνει στο σαρκασμό, ως προς όλα τα γνωστά κοινωνικά συστήματα. Ο ποιητικός του λόγος ανεξάρτητος, καυστικός, ενίοτε ειρωνικός. Ωστόσο, διατηρεί μια ευγένεια, αντικειμενικότητα και κάποτε εκφέρεται με ένα συγκινητικό λυρισμό.
    Ξεφυλλίζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Άρη Αλεξάνδρου με το τίτλο «Ποιήματα 1941-1974», διαπιστώνει εύκολα κανείς την αξιοπρέπεια στην ιδεολογική πορεία του συγγραφέα.
    Ξεκίνησε με το στρατευμένο λόγο του υπέρ του κομμουνισμού για να καταλήξει στην άρνησή του κόμματος, απογοητευμένος από τους χειρισμούς των υπευθύνων ηγετών.
    Ο Αλεξάνδρου ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων κλασικών και νεότερων Ρώσων συγγραφέων (μετέφρασε Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Αχμάτοβα και άλλους) αλλά και έργων Γάλλων, Αμερικανών και Άγγλων συγγραφέων.
    Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος στο Διαδίκτυο:
    «Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, ο Άρης Αλεξάνδρου δεν είναι παραγνωρισμένος -ωστόσο, παραγνωρισμένο ή ξεχασμένο ίσως είναι ένα κομμάτι του έργου του, αφού θεωρείται ευρέως «συγγραφέας του ενός βιβλίου», όπου βέβαια αυτό το ένα βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Το κιβώτιο». Κι όσο κι αν το Κιβώτιο φέρνει τον Γιόζεφ Κ. στα ελληνικά βουνά, για να δανειστώ τη φράση του φίλου μου Ζιλ Ορτλίμπ, με την οποία προλογίζει τη νέα έκδοση του «Κιβωτίου» στα γαλλικά (La Caisse, ed. Le Passeur, 2003), η αλήθεια είναι ότι η ακτινοβολία του έχει κάπως παραγκωνίσει το ποιητικό έργο του Αλεξάνδρου, και ολότελα το μεταφραστικό του έργο. Προσωπικά, θεωρώ τον Αλεξάνδρου μέγιστο μεταφραστή, και μεταφράσεις όπως της εξάτομης αυτοβιογραφίας του Ηλία Έρενμπουργκ («Άνθρωποι, χρόνια, ζωή») τις θεωρώ μνημειώδεις και (θα το τολμήσω) μεγαλύτερο επίτευγμα από το Κιβώτιο».
    Να σημειωθεί ότι μια ενότητα από τη δεύτερη συλλογή του Αλεξάνδρου, τα «Ανεπίδοτα γράμματα», έχει μελοποιηθεί (μαζί με άλλα ποιήματά του) από τον Μιχάλη Γρηγορίου σε καντάτα για φωνή και πιάνο, με την Αφροδίτη Μάνου και τον Σάκη Μπουλά.

  • Με τον Άρη Αλεξάνδρου στο Παρίσι

    Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της εγγονής του Άρη Αλεξάνδρου, Κατερίνας Καμπάνη «Ο παππούς μου, Άρης Αλεξάνδρου» (εκδόσεις «Ύψιλον», 2006) παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα άρθρου της Όλγας Σελλά στην εφημερίδα Η καθημερινή 16 Απρίλη 2006:
    «Άρης Αλεξάνδρου, ο παππούς
    Ένα διαφορετικό πορτρέτο μέσα από τις αναμνήσεις της εγγονής του Κατερίνας Καμπάνη
    Πώς μένει ένας παππούς στη μνήμη των εγγονιών του; Τι εικόνες κρατάνε οι απόγονοι από τις περιστασιακές, συνήθως, επαφές με τους προγόνους τους, όταν εκείνοι δεν υπάρχουν; Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τις σύντομες, περιστασιακές, αλλά γεμάτες συναντήσεις τους, η Κατερίνα Καμπάνη γράφει ένα βιβλίο για τον παππού της, τον συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου. Για τα καλοκαίρια στο Παρίσι ή στην Ελλάδα που είχε την ευκαιρία να γνωριστούν, να παίξουν μαζί, να αφήσει ο παππούς τα ίχνη του στη μνήμη της μικρής, τότε, Κατερίνας…
    Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Άρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι –που το ξέχασα– να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά –που δεν το ξέχασα– να μαγεύομαι με ιστορίες –αληθινές και φανταστικές– που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα». Απ’ αυτές τις σκόρπιες αναμνήσεις, που αποτελούν όμως ένα διαφορετικό, άγνωστο πορτρέτο του Άρη Αλεξάνδρου, η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα μερικά αποσπάσματα.
    «Πρωτοείδα τον παππού στη γραφική κοινότητα της νότιας Γαλλίας La Colle-sur-Loup, στη διάρκεια διακοπών. Σ’ ένα γράμμα του προς τη μεγάλη μου θεία Αύρα, αδελφή της γιαγιάς μου, με το χιούμορ που τον διακρίνει και τη μεταφραστική του μανία, της γράφει: «Εν Κόλλα επί του Λύκου». (…) Τότε που ήμουν μικρή και δε διάβαζα, με έθρεψαν εν είδει παιδικών παραμυθιών οι ιστοριούλες που μου διηγιόταν απ’ την παιδική του ηλικία στη Ρωσία, την πρώτη του πατρίδα. Βρήκα δύο που τις είχε γράψει ως μαθητής. Με καμάρι. Όχι πια αντιγράφοντας, αλλά βάζοντας τη σκέψη του στο χαρτί, σε γλώσσα ελληνική που κατακτήθηκε με κόπο, θέληση και πείσμα».
    «Του Άρη του αρέσει να φωτογραφίζει, αλλά όχι να φωτογραφίζεται. Γι’ αυτό και σπάνια ποζάρει μπροστά στον φακό. Εξαίρεση αποτελούν φωτογραφίες τραβηγμένες από τον Αλέξανδρο Αργυρίου, τον ζωγράφο Άλκη Πιερράκο, τη Μαντλέν, συνάδελφο της γιαγιάς Καίτης στο παρισινό εργοστάσιο όπου εδούλεψε δεκαπέντε χρόνια, κι άλλους που δεν τους θυμάμαι. Σ’ αυτές εδώ τις φωτογραφίες (οι περισσότερες των ετών 1977-1978), η στάση, το ύφος, το πάντοτε ερευνητικό του βλέμμα, είτε κοιτάζει ένα τοπίο είτε ανάβει τον αναπτήρα του, βοηθά, όποιον τις παρατηρεί προσεκτικά, να δει πως ο Άρης βρίσκεται σχεδόν συνεχώς σε παραμονές αποφάσεων. Πρόκειται για την εποχή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. (…) Δεν θυμάμαι να έγραφε ο παππούς στις διακοπές, ούτε να ’χε φέρει μαζί του χαρτιά ή σημειώσεις. Μου το επιβεβαίωσε η Καίτη στις αφηγήσεις της οποίας και βασίζομαι για εποχές και γεγονότα που λόγω της ηλικίας μου αγνοώ. Ο Άρης, από τα νιάτα του, στην Αθήνα, σταματούσε να μεταφράζει για δεκαπέντε μέρες. Έμενε σπίτι ξαπλωμένος, διαβάζοντας, ονειροπολώντας – πραγματικό φαρνιέντε! Ξαπλωμένος ο Άρης – το ’βλεπες. Αυτή η στάση ήταν κάτι σαν ευδαιμονία, πιότερη από χαρά. Στ’ αλήθεια, στις αμμουδιές όπου πηγαίναμε για μπάνιο, στις εκδρομές, στα βουναλάκια, στην εξοχή, πρώτος και καλύτερος βολευόταν. Ξαπλωμένος».
    «Είχα ό,τι ήθελα. Όλοι μου κάναν τα χατίρια. Όμως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Άρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Όλους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Έτσι άρχιζε το παιχνίδι –της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Έπρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτησα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: «Δεν μπορώ…» Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει «όχι», γιατί είπα «δεν μπορώ», εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.
    Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ήταν, βλέπεις, η εποχή της «Επανάστασης των Γαρυφάλλων». Το παιχνίδι – μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. «Τον έφερα για σένα», μου είχε πει. Έπρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ήταν «Ο Πέτρος και ο λύκος» του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».

Με τον Γιάννη Ρίτσο

 

Ανοιξιάτικες Ώρες (Καίτη Δρόσου)

Είναι μια χώρα με μανταρινιές,
Εκεί στην άκρη του χεριού σου,
Εκεί που τελειώνει ο καημός μας
Κι αρχίζει ο ουρανός.

Είπες:
Χρειάζεται να φυσήξει ένας άνεμος,
Να σκουπίσει τα σπίτια και τα δέντρα,
Να σκουπίσει τα χρόνια μας,
Για ν` ανάψεις μ` ένα πράσινο φύλλο
Την πίπα σου.

Εμείς δεν ξέραμε τίποτ` άλλο απ` τις μυγδαλιές
Που φύτεψε ο παππούς στο περιβόλι.
Όμως τώρα τον ξέρουμε
Τον άνεμο που σκουπίζει τα χρόνια μας
Και το πράσινο φύλλο
Που ανάβεις την πίπα σου

– Τώρα που φτάνουνε τα χέρια μας
ως τα δικά σου.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε, χωρίς άλλα στοιχεία, στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, στην καθημερινή στήλη Ποιητικό Ανθολόγιο, τον Νοέμβριο του 2003. [ανθολόγος του μήνα η κ. Μαρία Στασινοπούλου].

 

Δελτάρια του Γιάννη Ρίτσου στην Καίτη Δρόσου

Κοντοπούλι 1-ΧΙΙ-48

Καιτούλα μου τώρα δα πήρα το γραμματάκι σου. Σου απαντώ αμέσως. Βλέπεις τί τακτικός που έγινα — εγώ που βαριόμουνα σαν και τί την αλληλογραφία. Νιώθω την ανάγκη να κουβεντιάσω μαζί σας. Πού ‘ναι οι καλές μας μέρες — η συντροφιά μας — η ζέστα της αγάπης μας. Κι από μακριά ζεσταίνει — ε; Καιτούλα μου τί κρύο εδώ πέρα! Αγέρας ασταμάτητος —παγωνιά— χιονίζει. Είναι βράδι. Έχω αναμένη μια μικρή λαμπίτσα και σου γράφω. Εδώ σε μια γωνιά. Μ’ ακούς που σου κουβεντιάζω; Αχ αυτός ο αγέρας —άκου τον— αλωνίζει την ερημιά. Μα το γραμματάκι σου είναι δω —σιμά μου— ζεστό και λαχανιασμένο —ανασαίνει— σ’ ακούω. Μίλησέ μου κι άλλο. Μη σταματάς. Ναι — δεν μπορεί, θα ‘γραψες όμορφα ποιήματα. Θυμάμαι: «στη γωνιά του δρόμου, μου ‘δωσε ραντεβού ο αυγερινός». Έτσι; Κρίμα να μην προφτάσουμε να τα δημοσιεύσουμε. Αργότερα. Κάθε τι καλό δεν έχει να φοβηθεί το χρόνο. Η ποίηση κ’ η αγάπη. Ναι, ναι. Γράφε μου. Φιλιά στ’ Αγγελούδι και στο Φανάκη και στην Αύρα.

Πολλά-πολλά φιλιά — μη με ξεχνάς.

Γιάννης

* * *

Μούδρος, 12-VII-49

Αγαπημένη μου Καιτούλα

Πήρα δυο γράμματά σου και για τρίτη ή τέταρτη φορά τα γαλλικά περιοδικά. Χίλια ευχαριστώ. Δε σου ‘γραψα καθόλου τούτες τις μέρες. Μεταφερθήκαμε απ’ το Κοντοπούλι στο Μούδρο. Βρίσκομαι τώρα κοντά στη θάλασσα. Άρχισα τα μπάνια. Είναι όμορφα. Ίσως μετακινηθούμε κι από δω. Πότε και για πού δεν ξέρω. Τώρα είναι ζήτημα πια αν θα παίρνεις ένα ή δυο γράμματά μου το μήνα. Μη στενοχωριέσαι. Εσύ να συνεχίζεις να μου γράφεις όπως πάντα. Και πιο συχνά ακόμα. Είναι για μένα τόση χαρά. Όχι, μην πικραίνεσαι. Το ξέρεις πως δε σε ξεχνάω. Σε φιλώ

γλυκά-γλυκά

Γιάννης

[Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε διασταύρωση. Επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, πρόλ. Καίτη Δρόσου, επιμ.-εισαγ.-σημ. Λίζυ Τσιριμώκου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008, σ. 125 & 159]

Με τον Άρη Αλεξάνδρου στο Παρίσι

Tα δελτάρια εξορίας και τα γράμματα του Γιάννη Ρίτσου προς την Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου είναι τεκμήρια μιας ακρωτηριασμένης αλληλογραφίας ανάμεσα σε τρεις επιστήθιους φίλους και ομότεχνους σε καιρούς χαλεπούς: επάλληλες εξορίες και δοκιμασίες στα χρόνια του μετεμφυλιακού ζόφου, νέες εκτοπίσεις αργότερα και σκληρές συνθήκες αυτοεξορίας στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας εμποδίζουν την προσωπική και άμεση επικοινωνία τους. Δεν είναι, βέβαια, οι μόνοι. Έτσι, εντασσόμενο σε ιστορική προοπτική, τούτο το επιστολικό μνημόνιο φιλίας προσεπικυρώνει και εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για το ήθος της εξορίας, την εμπειρία των εκτοπισμένων και το καθεστώς ανελευθερίας που τους επιβάλλεται. Ωστόσο, σε επίπεδο λογοτεχνικής κριτικής, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ύφος του συγγραφέα, αθροίζοντας εμμονές, αγωνίες και αυτοδεσμεύσεις σχετικά με την πορεία της γραφής του, είναι αυστηρά προσωπικό και ενιαίο. Τόσο ο Ρίτσος όσο και ο Αλεξάνδρου (στα ελάχιστα δείγματα του επιστολικού του λόγου που σώζονται) είναι απολύτως αναγνωρίσιμοι, διατηρώντας έκτυπα τα στοιχεία που συνέχουν την ποιητική τους.

Από την άποψη αυτή, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τη γενετική διαδικασία ποιημάτων, τη συνεχή επεξεργασία του ρυθμού και του στίχου από έναν εργάτη ασκητικά αφοσιωμένο στην τέχνη του (Ρίτσος), καθώς και τις ωδίνες τοκετού ενός κορυφαίου κειμένου της σύγχρονης πεζογραφίας, του Κιβωτίου (Αλεξάνδρου).

Τα δελτάρια εξορίας και πολλές επιστολές αναπαράγονται έγχρωμα στις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύοντας έτσι όλη τη γοητεία των χειρογράφων.

Περιεχόμενα
ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ
Πρόλογος: Μνήμη κατά ριπάς

ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
Εισαγωγή: Χαρτογραφία μιας φιλίας

ΔΕΛΤΑΡΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΠΡΟΣ ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ
Κοντοπούλι, Λήμνος, 9.Χ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 10.ΧΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 1.ΧΙΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 17.ΧΙΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 26.ΧΙΙ.1948
Κοντοπούλι, Λήμνος, 3.II.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 24.II.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 25.III.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 23.ΙV.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 10Ύ.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 15.V.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 19.V.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 11.VI.1949
Κοντοπούλι, Λήμνος, 23.VI.1949
Μούδρος, Λήμνος, 12.VII.1949
Μακρόνησος, 31.ΙΧ.1949
Μακρόνησος, 27.ΧΙΙ.1949
Μακρόνησος, 1.Ι.1950
Μακρόνησος, 2.I.1950
Μακρόνησος, 16.I.1950
Μακρόνησος, 18.II.1950
Μακρόνησος, 3.ΙΙΙ.1950
Μακρόνησος, 11.III.1950
Μακρόνησος, 21.III.1950
Μακρόνησος, 27.III.1950
Μακρόνησος, 31.III.1950
Μακρόνησος, 2.IV.1950
Μακρόνησος, 21.IV.1950
Μακρόνησος, 30.IV.1950
Μακρόνησος, 6.V.1950
Μακρόνησος, 20.V.1950
Μακρόνησος, 16.VI.1950
Άγιος  Ευστράτιος Λήμνου, 1.VIII.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 23.VIII.1950
Άγιος  Ευστράτιος Λήμνου, 11.IX.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 27.Χ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 21.ΧΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 4.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 17.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 19.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 26.ΧΙΙ.1950
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 6.II.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 14.V.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 2.VI.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 4.ΙΧ.1951
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 31.I.1952
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 21.II.1952
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 28.IV.1952
Άγιος Ευστράτιος Λήμνου, 3.V.1952

ΚΑΡΤ-ΠΟΣΤΑΛ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ
ΠΡΟΣ ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 10.ΙΧ.1954
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 7.ΙΧ.1955
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Όστραβα, 31.VIΙ.1962
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη  Αλεξάνδρου – Δρέσδη, 12.ΙΧ.1962
Προς Καίτη Δρόσου – Πράγα, 25.ΙΧ.1962
Προς Καίτη Δρόσου – Καρλόβασι, Σάμος, 9.VIII.1963
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 6.VI.1971
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 7.VI.1971
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 25.VI.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 12.VIΙ.1971
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 12.VIΙ.1971
Προς Mlle Grand,Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος 4.Χ.1971
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος 7.ΧΙ.1971
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος, 21.ΧΙ.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Καρλόβασι, Σάμος, 26.ΧΙ.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Καρλόβασι, Σάμος, 11.ΧΙΙ.1971
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 14.I.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 9.ΙΙ.1972
Προς Αρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.II.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 19.IV.1972
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 15.V.1972
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.VI.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 1.VIΙ.1972
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 4.VIΙ.1972
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 19.Χ.1972
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 9.ΧΙΙ.1972
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 21.III.1973
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.V.1973
Προς Καίτη Δρόσου και Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 28.VIΙ.1973
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Αθήνα, 12.V.1974
Προς Άρη Αλεξάνδρου – Καρλόβασι, Σάμος, 10. VIΙΙ.1974
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 25.V.1976
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 28.IV.1977
Προς Καίτη Δρόσου – Αθήνα, 19.ΧΙ.1978

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΚΑΙ ΚΑΙΤΗΣ ΔΡΟΣΟΥ ΠΡΟΣ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, 18.9.1972
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, [2.11.1972]
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, 4.12.1972
Άρης Αλεξάνδρου [Αμηνολόγητη επιστολή]
Άρης Αλεξάνδρου – Παρίσι, 3.11.1975
Καίτη Δρόσου – Παρίσι, 9.11.1978

  • Στην αρχική φωτογραφία είναι ο Τάσος Φιλιακός και η Μιράντα Φιλιακού, ο Γιάννης Ρίτσος και η Καίτη Δρόσου.
eirini aivaliwtouΚαίτη Δρόσου, η ποιήτρια, η γυναίκα, η σύντροφος
Περισσότερα

H Κατερίνα Βρανά ξαναμαθαίνει να περπατά…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται όπως υπαγορεύτηκε από την ίδια την Κατερίνα Βρανά. Επειδή γνωρίζουμε πως ενδιαφέρεστε για την καλλιτέχνιδα, το μεταφέραμε αυτούσιο.

Ιδού λοιπόν:

«Η Κατερίνα είναι εκτός νοσοκομείου και σπίτι της σε κατ’ οίκον νοσηλεία. Η ανάρρωσή της συνεχίζεται με αυστηρή ιατρική παρακολούθηση.

Η Κατερίνα νιώθει σαν μωρό 6 μηνών καθώς πρέπει να ξαναμάθει να περπατάει και να χρησιμοποιεί τους μυς της, οι οποίοι ατρόφησαν κατά τη διάρκεια της τετράμηνης νοσηλείας της.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμα υπολογιστή και κινητό κι αυτός είναι ο λόγος που η οικογένεια ποστάρει updates εκ μέρους της.

Η Κατερίνα θα ήθελε να γνωρίζετε ότι το μεγαλύτερο μέρος των updates το υπαγορεύει η ίδια γιατί της αρέσει να μιλάει για τον εαυτό της στο τρίτο πρόσωπο και της αρέσει να χρησιμοποιεί την οικογένειά της σαν μίνιονς.

Ευχαριστούμε και πάλι για τις ευχές σας και τη θετική ενέργεια.

Μετά από μια τόσο σοβαρή ασθένεια, ο δρόμος της ανάρρωσης είναι μακρύς και χρειάζεται υπομονή, κάτι που η Κατερίνα νιώθει ότι δεν έχει καθόλου. Εμείς θεωρούμε ότι δεν είναι τίποτα λιγότερο από καταπληκτική.

Ήρωας αντοχής. Τέρας υπομονής. Ό,τι καλύτερο έχει πατήσει ποτέ στη Γη. (Ναι, η Κατερίνα ακόμα υπαγορεύει αυτό το status)

Ευχαριστούμε για όλα.

Θα ακολουθήσουν κι άλλα updates στους επόμενους μήνες.

Πολλά φιλιά

Η οικογένεια της Κατερίνας (και η Κατερίνα)»

Η Κατερίνα Βρανά βρισκόταν στη Μαλαισία, τον Μάιο, στο πλαίσιο προγραμματισμένης περιοδείας σε Μαλαισία και Σιγκαπούρη, όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με συμπτώματα δηλητηρίασης που τελικά ήταν σκωληκοειδίτιδα.
«Η μη έγκαιρη διάγνωση είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί οξεία περιτονίτιδα» ανέφερε σε ανακοίνωσή της η υπεύθυνη επικοινωνίας της Κατερίνας Βρανά, της Ελληνίδας που έχει κατακτήσει τον κόσμο με το πηγαίο χιούμορ και το κοφτερό σαν νυστέρι πνεύμα της.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η βραβευμένη κωμικός Κατερίνα Βράνα ένιωσε έντονες ενοχλήσεις στην κοιλιακή χώρα κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Κουάλα Λουμπούρ της Μαλαισίας.
Μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε ιδιωτικό νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε επέμβαση.

Η Κατερίνα Βρανά έχει κατακτήσει την τρίτη θέση στο βάθρο των νικητών στον παγκόσμιο διαγωνισμό stand up comedy «Το Πιο Αστείο Άτομο Του Κόσμου» του 2016.
Ήταν μόνη γυναίκα κωμικός που προκρίθηκε στον τελικό αφού συγκέντρωσε ένα εκατομμύριο ψήφους.

Η Κατερίνα Βρανά γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε υποκριτική στην Αγγλία και από το 2014 περιοδεύει ανά τον κόσμο μαθαίνοντάς μας να γελάμε.

Το CNN την κατέταξε στη λίστα με τις 13 Γυναίκες Κωμικούς παγκοσμίως που θα πρέπει να δείτε.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η απόφασή της να σπουδάσει υποκριτική στην Αγγλία την έφερε σε επαφή με τον κόσμο της stand up comedy.
Συμμετείχε σε θεατρικές παραγωγές στο Λονδίνο, στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου (2004 – 2014) και σε ταινίες μικρού μήκους σε Ελλάδα και Αγγλία. Συνεργάζεται με τους αγγλικούς τηλεοπτικούς σταθμούς BBC και Channel 4.

Το 2009 ξεκίνησε το stand-up κι έφτασε στον τελικό του διαγωνισμού stand-up «Funny Women Awards», που έγινε στο Comedy Store του Λονδίνου.

Τον Νοέμβριο του 2011 βρέθηκε στο Λος Άντζελες για εμφανίσεις και αμέσως μετά παρουσίασε το πρώτο ελληνικό σόλο σόου της στην Αθήνα, το «Μαραζώνω στην Ξενιτιά», για 3 μόνο παραστάσεις. Λόγω επιτυχίας, το σόου αυτό ξανανέβηκε τον Μάρτιο του 2012 στην Αθήνα και από τον Μάιο του 2012 παιζόταν μία φορά τον μήνα στο Λονδίνο μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Τον Μάιο του 2012 η Κατερίνα πήρε μέρος στο TEDx Thessaloniki, εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή του BBC να μιλήσει για την ελληνική κρίση και σε ραδιοφωνικές εκπομπές του BBC και του ΒΒC World.

Από τις αρχές του 2013 παρουσιάζει το πρώτο της σόλο σόου στα Αγγλικά «Feta with the Queen» σε Λονδίνο και Αθήνα, και στα Φεστιβάλ Μελβούρνης, Μπράιτον και Εδιμβούργου 2013 όπου έγινε sold out, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο.

Το 2014 το «Feta with the Queen» έγινε sold out στο Φεστιβάλ της Αδελαΐδας και του Εδιμβούργου και σε μια σειρά 26 παραστάσεων στην Αθήνα τον Απρίλιο και Μάϊο, στα Αγγλικά και στα Ελληνικά. Το «Feta With The Queen» είναι το μοναδικό σόλο σόου stand-up comedy στον κόσμο που παρουσιάστηκε σε δύο γλώσσες κι έγινε sold out και στις δύο γλώσσες σε τρεις χώρες.

Όταν βρίσκεται στην Αγγλία, εμφανίζεται καθημερινά σε παραστάσεις stand-up comedy και τρέχει ένα από τα πιό πετυχημένα comedy clubs του Λονδίνου, το Angel Comedy.

 

Κριτικές από τον Τύπο:

«Το σόου της Βρανά είναι ένα από τα πιο έξυπνα, τα πιο αστεία και τα πιο επιδέξια σόου που έχω δει ποτέ μου» Everything Theatre

«Συνεχόμενο γέλιο μιας ώρας από ένα κοινό συνεπαρμένο με την γοητευτική κι εξωφρενική Βρανά» Three Weeks

«Το πολυεθνικό σόου της Βρανά είναι κωμωδία πρώτης τάξης… Πρέπει να το δείτε οπωσδήποτε» Broadway Baby

 

eirini aivaliwtouH Κατερίνα Βρανά ξαναμαθαίνει να περπατά…
Περισσότερα

Ζωή Λάσκαρη. Ένα μπλουζ με την τελευταία σταρ…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας – Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Τη γνωρίσαμε ως Ρέα Νικολάου το 1961, στην ταινία «Κατήφορος». Τη θαυμάσαμε ως Μαρία Οικονόμου το 1962, στο «Νόμος 4000». Την ποθήσαμε ως Εύα Αγγέλου, στο «Μερικοί το προτιμούν κρύο». Την πονέσαμε ως Στεφανία Καραλή, το 1966 στη «Στεφανία». Λίγο ήθελε να ξυρίσουμε το μουστάκι για χάρη της Μαίρης Κανιάτογλου το 1967, στις «Θαλασσιές τις χάντρες». Τη χειροκροτήσαμε στην Επίδαυρο, το 1996, ως Ελένη στις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Τέλος, το 2006, χορέψαμε μαζί της το «μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη με τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και με τον Δαυίδ Μαλτέζε στο σαξόφωνο. Το ίδιο κάνουμε και τώρα λίγες μέρες πριν από τον τυπικό αποχαιρετισμό, την Τρίτη 22 Αυγούστου 2017… Έναν Αύγουστο που μας πήρε πολλούς.

***

Η Ζωή Λάσκαρη με τα διαμάντια της: Τον Χρήστο Νομικό, τη Βάνα Πεφάνη, τη Μαρία Σολωμού, την Πηνελόπη Αναστασοπούλου, τον Δαυίδ Μαλτέζε, τον Αντώνη Καρυστινό.

«Διαμάντια και μπλουζ»

Αύγουστος… ήλιος στη παραλία…
Φεύγουν τα πλοία… σ’ άλλα νησιά…
Φεύγουν οι φίλοι… φεύγουν τα πλοία…
Μια ησυχία στην ερημιά…
Χάθηκα… χάθηκα μες’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μες’ τη βροχή…
Σβήσανε τα φώτα στη παραλία…
Ηρθ’ ο Σεπτέμβρης… ηρθ’ η βροχή…
Φεύγαν οι φίλοι… φεύγαν τα πλοία…
πήγε χαμένη η εκδρομή…
Χάθηκα… χάθηκα μεσ’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μεσ’ τη βροχή…

(οι στίχοι είναι της Λούλας Αναγνωστάκη).

***
Όμως δεν «πήγε χαμένη η εκδρομή» με τη Ζωή Λάσκαρη, τη διαχρονική Ζωίτσα των ονείρων μας. Τη Ζωή, από το απέναντι μπαλκόνι. Τη Ζωή, το αιώνιο κορίτσι της πρώτης σελίδας. Τη Ζωή, την τελευταία σταρ.

Οφείλουμε να σημειώσουμε πως υπήρξε από τους ελάχιστους έντιμους και πάντα συνεπείς επιχειρηματίες. Άνθρωπος θετικός, δοτικός και γενναιόδωρος. Με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Πάντα κοντά στους νέους. Σεβόταν τους συναδέλφους της και τους εργαζόμενους του θεάτρου της. Εκπρόσωπος μιας γενιάς με αρχές και πίστη στο καθήκον. Δεκτική πάντα στην κριτική, δεν δίσταζε να κάνει αυτοκριτική και να ζητήσει «συγγνώμη» όταν αντιλαμβανόταν το λάθος της. Στήριζε τους φίλους, τους γνωστούς και τους συνεργάτες της πάντα με αγάπη και ενδιαφέρον.

Γυναίκα με αίγλη και κύρος. Σύμβολο μιας αγέρωχης θηλυκότητας. Χορτασμένη από ό, τι μπορεί να ζητήσει κανείς από τη ζωή: έρωτα, πάθος, θαυμασμό, επιτυχίες, φήμη, άνεση, περιπέτειες, ταξίδια, αποδοχή και καλλιτεχνική δημιουργία. Κυρίως αγάπη, που έδωσε και πήρε πλουσιοπάροχα. Δεν έλειπαν από τη ζωή της και οι τραγωδίες, η ορφάνια, η απώλεια, ο πόνος. Όπως και τα λάθη, οι προδοσίες, οι απογοητεύσεις. Αυτή όμως πάντα κοιτούσε μπροστά.

Οι συνεργάτες της, οι άνθρωποι στους οποίους έδινε χρόνο και καθόταν μαζί τους στο τραπέζι να ακούσει τα μυστικά, τις στενοχώριες τους, τα προβλήματά τους, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε δέκα μέρες δεν θα αρχίσουν τις πρόβες για την καινούργια της παράσταση στο θέατρο «Αθηναΐς».

Παράσταση που ετοίμαζε με το συνήθη ενθουσιασμό της και το κέφι της. Το γέλιο της, τρυφερό και χαρακτηριστικό, αντηχεί ακόμα πλούσιο στα αυτιά τους μετά την αναπάντεχη αναχώρησή της από τη ζωή. «Έφυγε σαν πουλάκι» μας λένε. Χωρίς πόνο, ήρεμη, κοντά στην οικογένειά της, γεμάτη χαρά και σχέδια για το θέατρο και τη ζωή.

Το ξεκίνημα

Όπως έγραφε η εφημερίδα «Απογευματινή» τη Δευτέρα 21 Ιουνίου 1959: «Tο βράδυ του Σαββάτου 19 Iουνίου 1959, στην «φαντασμαγορικήν χοροεσπερίδα εις τα «Aστέρια» της Γλυφάδας, εξελέγη «Σταρ Eλλάς 1959» η 18ετίς δεσποινίς Ζωίτσα Kουρούκλη, με το ψευδώνυμον «Aμαρυλλίς» (αριθμός 12), υπό τας επευφημίας του πλήθους που είχε κατακλύσει το κέντρον».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, την Τετάρτη 9 Ιουνίου 1959, στα στοιχεία που έδινε η εφημερίδα κάθε μέρα για τις επικρατέστερες να κατακτήσουν τον πρώτο τίτλο της Σταρ γράφει ότι «η «Aμαρυλλίς» εγεννήθη εις το Σόχο της Θεσσαλονίκης, την 12η Δεκεμβρίου 1940, έχει ύψος 1, 68 μ., βάρος 57 κιλά, περίμετρο θώρακος 0, 88, μέσης 0, 62 και λεκάνης 0, 93».
Βέβαια στα καλλιστεία πήρε μέρος ως…18χρονη, ενώ ήταν μόλις 15. Τελικά νίκησε, και την Κυριακή 26 Iουλίου 1959 στο Λονγκ Mπιτς των Hνωμένων Πολιτειών, η Zωή Λάσκαρη διαγωνίστηκε αξιοπρεπώς για την ανάδειξη «Mις Yφήλιος 1959».

Ήταν μια από τις διασημότερες και εμπορικότερες σταρ του ελληνικού κινηματογράφου μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη. Άρχισε την καριέρα της με διαβατήριο τον τίτλο της «Σταρ Ελλάς». Το πραγματικό της όνομα ήταν Ζωή Κουρούκλη (όμοιο με της εξαδέλφης της – γνωστής τότε τραγουδίστριας – Zωής Kουρούκλη. O τίτλος της Σταρ Ελλάς, αλλά και η κοινή καταγωγή της με τον Γιάννη Δαλιανίδη, ήταν η αφορμή ώστε ο τελευταίος να την επιλέξει για πρωταγωνίστρια της ταινίας «Ο Κατήφορος» το 1961. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας έκανε την Λάσκαρη μόνιμη πρωταγωνίστρια με αποκλειστικό συμβόλαιο στη σημαντικότερη ελληνική εταιρεία παραγωγής, τη Φίνος Φιλμ.

«Και ενώ η Ζωίτσα έχει φύγει – γραφει στο FB ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος – εμείς που έχουμε μείνει θα τη θυμόμαστε πάντα με αγάπη.
Η Νάντια Χωραφά, η Πάρη Λεβέντη, η Ζωή Κουρούκλη και ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος. Στην αξέχαστη κρουαζιέρα με 300 αναγνώστες και αναγνώστριες του περιοδικού «Πρώτο».

Το …Ζωάκι.

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Λιμπερόπουλος, έγραψε στη σελίδα του στο face book την Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017: «Είχα ρωτήσει τον Φίνο και μου είχε πει: Ωραιότερο πρόσωπο, Ναθαναήλ. Ωραιότερο σώμα, Λάσκαρη. Τσαχπινιά, Βουγιουκλάκη. Υποκριτική, Καρέζη».

Στην ίδια κρουαζιέρα: Ζωή Κουρούκλη, Μιχάλης Νικολινάκος, Ζωή Λάσκαρη, Δημήτρης Λιμπερόπουλος και κάτω: Γιώργος Πάντζας, Αννα Μαντζουράνη.

Και συνεχίζει ο Λιμπερόπουλος: «Τώρα, τι να γράψω για το «Ζωάκι» που το ήξερα από πεντάρφανο κοριτσάκι; Της σκότωσαν τον ανθυπολοχαγό πατέρα μέσα στο δρόμο. Πέθανε η μητέρα της, τη μεγάλωσε η γιαγιά της. Δυο αδερφών παιδιά με την τραγουδίστρια Ζωή Κουρούκλη, της άλλαξαν το όνομα να μην τις μπερδεύουν»…  Και καταλήγει ο ρεπόρτερ, επιβεβαιώνοντας την ηλικία της Ζωής: «Το σκανδαλιστικότερο σώμα του ελληνικού σινεμά, μπήκε στη καλλιτεχνία έφηβη».

Άρα σωστό το 1944 ως έτος γέννησης της Ζωίτσας.

Η Ζωή Λάσκαρη με τον δημοσιογράφο Δημήτρη Λιμπερόπουλο. Είναι πιά σταρ και του μιλάει για τη καριέρα της, αλλά και για την ιδιωτική της ζωή.

***

Φοίτησε στη Σχολή Βαλαγιάννη, στη Σχολή Καλογραιών Καλαμαρί και στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Από το 1961 και μετά η Λάσκαρη πρωταγωνίστησε σε πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες και στα περισσότερα είδη ταινιών της εποχής (κωμωδία, κοινωνικό δράμα, μιούζικαλ) κατά τη χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου.

Από τις ταινίες της, η «Στεφανία» και ο «Κατήφορος» προβλήθηκαν για πολλές εβδομάδες σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, διευρύνοντας τη φήμη της Λάσκαρη στο εξωτερικό (57 εβδομάδες προβολής των ταινιών στο Μεξικό), ενώ «Οι θαλασσιές οι χάντρες» έκλεψαν εκτός συναγωνισμού τις εντυπώσεις στο Φεστιβάλ Κανών το 1967 την ώρα που ο γαλλικός Τύπος έπλεκε το εγκώμιο της μεγάλης Ελληνίδας πρωταγωνίστριας.


Συνεργάστηκε με άλλα μεγάλα και αγαπημένα ονόματα, όπως Ρένα Βλαχοπούλου,   Ντίνος Ηλιόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Μαίρη Χρονοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Φαίδων Γεωργίτσης, Νίκος Κούρκουλος κ.ά.

Πολλούς από αυτούς έχει να συναντήσει τώρα…

Το 1966 έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση στην Κύπρο με τα έργα «Μιας πεντάρας νιάτα» των Γιαλαμά-Πρετεντέρη, «Η παγίδα» του Robert Thomas και το «Βαθιά γαλάζια θάλασσα» του Terence Rattigan. Στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας εμφανίστηκε το 1970 με το έργο του Γιάννη Δαλιανίδη «Μαριχουάνα Στοπ» ενώ ακολούθησαν η μεγάλη θεατρική επιτυχία «Εραστές του ονείρου» του Γιάννη Δαλιανίδη μαζί με τον Tόλη Bοσκόπουλο (1972). Στη συνέχεια ανέβασε τα έργα: «Ο άνθρωπος που γύρισε από τον γύψο» των Κώστα Καραγιάννη και Νίκου Καμπάνη, «Πώς να κερδίσετε τον άντρα σας» του Σμιθ (1975), «Ξυπόλητη στο Πάρκο» του Νηλ Σάιμον (1977) και «Η κυρία του Μαξίμ» του Ζωρζ Φεϊντό (1979).

Παράλληλα συμμετείχε σε μεταφορές θεατρικών έργων για την ΕΡΤ.

Ακολούθησαν τα θεατρικά έργα: «Φρύνη η εταίρα» του Γιώργου Ρούσσου (1980), «Παντρεύομαι τον άντρα μου» του Νόρμαν Κράσνα (1980), «Εγώ, εσύ και ο άλλος» του Τζιν Κερ (1982), «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» της Ανίτα Λος (1983), «Μις Πέπσι» του Μπρουνό (1984) και «Η Ντόρις και ο γυαλάκιας» του Μπιλ Μάνχοφ (1984).
Η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι θεατρικοί κριτικοί ήταν ενθουσιώδης. Το 1982 πρωταγωνιστεί για τελευταία φορά στον κινηματογράφο στην ταινία του Γιώργου Καρυπίδη «Αναμέτρηση».

Θα μείνει στην ιστορία η θρυλική γυμνή φωτογράφησή της στη Δήλο για το περιοδικό «Playboy» με το εξαιρετικό, ποιητικό κείμενο του δημοσιογράφου Γιώργου Λιάνη, το 1985.
Το 1990 ο Μίνως Βολανάκης τη σκηνοθέτησε στην «Καινούρια Σελίδα» του Νηλ Σάιμον και το 1994 ο Ανδρέας Βουτσινάς στο «Ορφέας στον Άδη» του Τέννεση Ουίλιαμς, σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ. Ακολούθησαν τα έργα: «Τρελοί για έρωτα» του Σαμ Σέπαρντ (1995), «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι (1996), πάλι σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ, «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Άλμπι (1996).

Ακολουθούν οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, στην Επίδαυρο (1996), με τη Λάσκαρη στο ρόλο της Ελένης. Ιδιαίτερη αναφορά στην παράσταση έκαναν οι «New York Times», η «New York Post» και η «Herald Tribune» μιλώντας για μια «…συγκλονιστική διαμαρτυρία εναντίον της σκληρότητας του πολέμου στα χρονικά της δραματικής λογοτεχνίας» και για μια «…βαθύτατα συγκινητική αναβίωση του Ευριπίδη».
Στη συνέχεια: «Το μακρύ ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα», του Eυγένιου Ο’ Νηλ (1997), «Η συνάντηση» του Νάντας (2000), «Σκηνές Γάμου» του Άλμπι (2000), σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας.

To 2003 ιδρύει τη δική της θεατρική σκηνή που φέρει το όνομα της: «Ζωή Λάσκαρη», στον πολυχώρο Αθηναΐς. Ανεβάζει: «Ευαίσθητη Ισορροπία» του Άλμπι (2003), «Άλμα Μάλερ» του Ρον Χάρτ (2009), «Ρόουζ» του Μάρτιν Σέρμαν (2011) και «Ωραία Xρόνια» του Xάρολντ Πίντερ (2013).

Το 2005 – 2006 παρουσίασε το «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη. Οι κριτικοί συμφωνούν για τον πρωτοποριακό τρόπο με τον οποίο «φώτισε» η ερμηνεία της αυτό το σπουδαίο έργο. Ο Μηνάς Χρηστίδης γράφει στην «Ελευθεροτυπία»: «Μια Λάσκαρη κυρίαρχη στα εκφραστικά της μέσα, να κινείται με άνεση στη σκηνή, χωρίς υπερβολές, αλλά με μέτρο και σιγουριά και, συγχρόνως, με φόρτιση της συγκίνησης και της ευαισθησίας της. Έγινε η Άννα του έργου που ανακαλύπτει τον πόνο της, τη μοναξιά της, την καθημερινότητα, τα πείσματα και τα ξεσπάσματά της… Κινήθηκε η Λάσκαρη με πληρότητα, με συναισθηματικές αποχρώσεις, από την αισιοδοξία στην απελπισία και από την απελπισία στην πλήξη, αλλά ποτέ παραίτηση. Αυστηρή, τρυφερή, κυνική και ειρωνική, όμορφη και με ιδιαίτερο χιούμορ, διασχίζει τη σκηνή και αφήνει ρωγμές στο πέρασμά της».

Στο θέατρο συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Μιχάλη Κακογιάννη, Ανδρέα Βουτσινά, Μίνω Βολανάκη, Σταμάτη Φασουλή, Άντολφ Σαπίρο, Σταύρο Τσακίρη, Αθανασία Καραγιαννοπούλου, Γιώργο Ρεμούνδο, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Δημήτρη Νικολαΐδη, Κωστή Μιχαηλίδη, Κώστα Μπάκα, Αντώνη Αντωνίου, Γιάννη Δαλιανίδη.

Το 1967 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Πέτρο Κουτουμάνο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, τη Μάρθα. Το ζευγάρι χώρισε οριστικά την άνοιξη του 1971.

Το 1976 παντρεύτηκε τον ποινικολόγο Αλέξανδρο Λυκουρέζο με τον οποίο απέκτησε μια ακόμη κόρη, τη Μαρία-Ελένη. Το 1997 έγινε γιαγιά της Ζένιας από τον γάμο της Μάρθας με τον Βλάση Μπονάτσο.

Είχε διατελέσει δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων έχοντας εκλεγεί με το ψηφοδέλτιο του Δημήτρη Αβραμόπουλου.

Πέθανε την Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017 στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, ενώ κοιμόταν, από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
H εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί την Τρίτη 22 Αυγούστου 2017, το μεσημέρι στη 1, από τον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου, στο Κολωνάκι. Η ταφή θα γίνει στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών

eirini aivaliwtouΖωή Λάσκαρη. Ένα μπλουζ με την τελευταία σταρ…
Περισσότερα

To «αντίο» του Γιάννου στην Αριστούλα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

H Αριστούλα Ελληνούδη έφυγε και οι φίλοι, οι συνάδελφοι, οι άνθρωποι του θεάτρου, οι σύντροφοί της την αποχαιρέτησαν με θλίψη και συγκίνηση, την Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017, σε μια σεμνή και όμορφη τελετή που έλαβε χώρα στο Νεκροταφείο της Καισαριανής, κοντά στη γειτονιά που μεγάλωσε. Σίγουρα άφησε πίσω της δυσαναπλήρωτο κενό. Ίσως όμως η ίδια να είναι χαρούμενη τώρα γιατί θα έχει ήδη συναντήσει τον αγαπημένο της Τίμο (σ.σ. Τίμο Περλέγκα), τον έρωτά της, τον άνδρα της ζωής της, τον πατέρα του παιδιού της, τον ακέραιο άνθρωπο και ηθοποιό με τον οποίο είχε ενώσει τη ζωή της. Η «Θυμέλη», όπως υπέγραφε τη στήλη της στον «Ριζοσπάστη», υπηρέτησε τη Ζωή, την Τέχνη και την Ιδέα ως το τέλος, συνεπής, σταθερή και ακάματη. Πάντα θα τη θυμόμαστε, ως μια υπέροχη, σοβαρή και αξιοπρεπή Κυρία, να προσέρχεται στις παραστάσεις, να λέει τον καλό το λόγο και να κάνει τις σοφές της κρίσεις. Αφήνει πίσω το βλαστάρι της, ένα βλαστάρι άξιο, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιάννο Περλέγκα, μαζί με την όμορφη οικογένειά του, να ακολουθήσει -πλήρης εφοδίων- την ήδη επιτυχημένη πορεία του.

Γιάννος Περλέγκας

Παραθέτουμε, δίχως περιττά λόγια, τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετιστήριο λόγο που εκφώνησε από καρδιάς ο Γιάννος στην πολιτική κηδεία της μητέρας του:

* Κι εδώ για μια φορά ακόμα, πρέπει να υπομνησθεί ότι καθήκον τους είναι να ψυχαγωγούν τα τέκνα της επιστημονικής εποχής, και μάλιστα με τρόπο ηδονικό και χαρούμενο. Αυτό πρέπει, εμείς ιδιαίτερα να το επαναλαμβάνουμε στους εαυτούς μας όσο γίνεται πιο συχνά, γιατί σε μας το καθετί ξεστρατίζει εύκολα στο ασώματο και αόρατο, και τότε αρχίζουμε να μιλάμε για κοσμοθεωρίες, αφού ο κόσμος έχει ήδη καταστραφεί. Ακόμα και ο υλισμός δεν είναι σε μας παρά ελάχιστα περισσότερο από μια ιδέα. Η ερωτική ηδονή καταντάει σε μας συζυγικό καθήκον, η απόλαυση της τέχνης υπηρετεί τη μόρφωση και υπό την έννοια μάθηση δεν εννοούμε μια χαρούμενη απόκτηση γνώσεων, αλλά το να ριχτούμε σε κάτι με τα μούτρα. Οι πράξεις μας δεν έχουν κανένα ίχνος χαρούμενης προσπάθειας, και για να επιβεβαιωθούμε, δεν αναφερόμαστε στο πόση χαρά μας έδωσε κάτι, αλλά στο πόσο ιδρώτα μας κόστισε».
Αυτά γράφει ο Μπρεχτ, ο αγαπημένος της Μπρεχτ, στο «Μικρό όργανο για το θέατρο» κι εύκολα μπορεί η λέξη τέχνη να αντικατασταθεί με τη λέξη ζωή, η λέξη ψυχαγωγία με τη λέξη αγώνας. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ.
Η μοίρα, αν για μια υλίστρια είναι δόκιμη αυτή η λέξη, της Αριστούλας ήταν μια δραματική σύνδεση με τη ζωή. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο για εκείνη. Ο απών πατέρας, η κυνηγημένη και άρρωστη μάνα, η ρετσινιά του μπάσταρδου παιδιού σε ένα ανηλεές μετεμφυλιακό κράτος, ο αγώνας για το ψωμί που συνδέθηκε με τον αγώνα για τη μόρφωση, το καθημερινό «παρών» στην Ασφάλεια, η παραμονή από γιάφκα σε γιάφκα πρώτα κι έπειτα το κρυφτό μες στις σπηλιές, δίπλα στο Μοναστήρι της Καισαριανής και στα παραγκόσπιτα, η παιδική εργασία, το ξύλο και οι προσβολές.
Και ταυτόχρονα πρέπει να φανταστούμε ένα παιδί να μεγαλώνει και να πρέπει με όρους ενήλικα να καταλάβει, πως όλα αυτά έχουν έναν ιερό λόγο για να συμβαίνουν. Και ταυτοχρόνως από βρέφος παίρνει τα πρώτα της ιδεολογικά μαθήματα.

Τίμος Περλέγκας

Διέξοδος σε όλα αυτά γίνεται ο έρωτας και το θέατρο. Και πάντα υπάρχει η προσμονή της γνωριμίας με τον πατέρα που κι αυτή προσβάλλεται από την αναλγησία του καθεστώτος, με τις συνεχείς αιτήσεις και αρνήσεις για να μπορέσεις να τον δεις. Πάλι, λοιπόν καταφεύγεις στη μυθοποίηση και την εκλογίκευση, για να μπορέσεις να εξηγήσεις την πραγματικότητα.
Η ώρα της συνάντησης έρχεται. Αλλά πάλι είναι για λίγο, γιατί πρέπει να επιστρέψεις πίσω. Νέες εκλογικεύσεις πρέπει να σε κάνουν να αντέξεις μέχρι την επόμενη συνάντηση.
Προσπαθώ να μην επαναλάβω βιογραφικά στοιχεία. Αυτό που προσπαθώ να πω, είναι πως η μητέρα μου ταυτίστηκε σε δραματικό βαθμό με την ήττα της προηγούμενης απ’ αυτήν γενιάς και δεν μπόρεσε να βγει ποτέ απ’ αυτό. Ενώ πέτυχε τόσα πράγματα – γνώρισε τον πατέρα μου, ερωτεύτηκε, βγήκε στο θέατρο, έπειτα στην εφημερίδα και με την αυτομόρφωση επί της ουσίας κατάφερε να επανεφεύρει τον εαυτό της ως πνευματικός άνθρωπος, ρίχτηκε ως κομμουνίστρια σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες, γέννησε εμένα, ΔΟΘΗΚΕ δηλαδή στη ζωή, δεν μπόρεσε, όμως, να αποτινάξει από πάνω της την αίσθηση της τραγικότητας της μοίρας της, που λέγαμε πριν. Κι αφού κατάφερε να φέρει από την προσφυγιά τον πατέρα της πίσω, η μοίρα, εντός εισαγωγικών πάλι, της επισήμανε σύντομα την παντοδυναμία της. Μέσα σε 10 μήνες χάθηκαν πάλι ανεξήγητα και οι δύο άντρες της ζωής της. Πρώτα ο άντρας της και ύστερα αμέσως ο πατέρας της. Κι έμεινε με μένα να πρέπει πάλι να εκλογικεύσει όλα όσα της συνέβαιναν. Και να με μάθει να αντέχω και να αγαπώ τη ζωή, αλλά με αυτό το αίσθημα του χρέους που είχε μάθει να τα αντιμετωπίζει όλα. Η δραματικότητα αυτή σφράγισε από πολύ νωρίς κι εμένα. Όλος ο κόπος της ζωής μου είναι να την αποτινάξω.
Δεν θα σας κουράσω άλλο. Εύχομαι μόνο στα παιδιά αυτής της επιστημονικής εποχής, που λέει και ο Μπρεχτ, εμείς, οι όσοι, κληρονομούμε αυτές τις εμπειρίες και αυτή τη δραματική θεώρηση της ζωής, να μη σφραγίζουμε άλλο τις πράξεις μας επισημαίνοντας στον εαυτό μας και στους άλλους, πόσο πονέσαμε και πόσο θρηνήσαμε για να πετύχουμε κάτι, αλλά ο υλισμός της ζωής να μας γεμίζει χαρά και να μη μας συνθλίβει, σαν μεταφυσικό καθήκον. Κι αυτή την αίσθηση να κληροδοτήσουμε και στα παιδιά μας. Δήμητρα, Λουκία, Μάγδα, συγγνώμη για όλη την ένταση της δραματικότητας. Μαρίνα, θα έρθει η ώρα να σου εξηγήσω.
Τέλος, νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω ένα πρόσωπο, το οποίο επιτρέψτε μου να μην αναφέρω τ’ όνομά του. Απ’ όσο τον έχω γνωρίσει αυτούς τους έξι μήνες της περιπέτειάς της Αριστούλας, πιστεύω πως η αισθητική του προτιμά αυτή τη στιγμή την ανωνυμία του. Χωρίς τη βοήθειά του, τη συνεχή παρουσία του και το ανιδιοτελές δόσιμό του στην προσφορά για την υγεία των άλλων, δεν θα τα είχαμε βγάλει πέρα. Φίλε μου, κι επίτρεψε μου τον ενικό, σε ευχαριστώ για όλα.

Με τη σημαία του ΚΚΕ να σκεπάζει τη σορό της και το τελευταίο φύλλο του «Ριζοσπάστη» να τη συντροφεύει, σύντροφοι, συγγενείς, συναγωνιστές και φίλοι, άνθρωποι από όλους τους χώρους της τέχνης και του πολιτισμού, αποχαιρέτησαν το μεσημέρι της Πέμπτης, 17 Αυγούστου, μέσα σε κλίμα συγκίνησης και σεβασμού, την Αριστούλα Ελληνούδη,  που έφυγε την περασμένη Δευτέρα σε ηλικία 72 χρόνων, ύστερα από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Η πολιτική κηδεία, στην οποία παραβρέθηκε πολυμελής αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον ΓΓ της ΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα,  έγινε στο νεκροταφείο της Καισαριανής. Στη συνέχεια, η σορός της μεταφέρθηκε στη Βουλγαρία, για να αποτεφρωθεί.

Σε όλη τη διάρκεια της απλής τελετής, τιμητική φρουρά στη σορό της στάθηκαν σύντροφοί της από το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, τη Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη», της οποίας υπήρξε μέλος για ένα διάστημα και τον «Ριζοσπάστη». Η τελετή ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε με αγαπημένες μελωδίες της Αριστούλας και με ένα παρατεταμένο, ζεστό χειροκρότημα στο τέλος από τους παρευρισκόμενους.

Εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ, την Αριστούλα Ελληνούδη αποχαιρέτησε ο Περικλής Κουρμούλης,  μέλος της ΚΕ και αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη». Αναφέρθηκε στο πλούσιο βιογραφικό της, στα παιδικά της χρόνια στην παρανομία, στην καλλιτεχνική της δράση, στην ενασχόλησή της με την κριτική θεάτρου μέσα και από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη», στην αγωνιστική της στάση όλα αυτά τα χρόνια και βέβαια στην προσφορά της στην εφημερίδα, όπου η Αριστούλα χρεώθηκε να δουλεύει από το ΚΚΕ για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.

Είπε μεταξύ άλλων: «Η ΚΕ του ΚΚΕ αποχαιρετά σήμερα με μεγάλη συγκίνηση τη συντρόφισσα Αριστούλα Ελληνούδη και τιμάει την προσφορά της στο Κόμμα, από όποια χρέωση της ανατέθηκε στις τέσσερις και πλέον δεκαετίες που υπήρξε μέλος του. Κυρίως, τιμάει την προσφορά της στο «Ριζοσπάστη», τον οποίο υπηρέτησε με αφοσίωση από το 1975 μέχρι λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή την περασμένη Δευτέρα.

Η συντρόφισσα Αριστούλα, όπως και άλλοι σύντροφοι της γενιάς της, υπήρξε για τους νεότερους που τη γνώρισαν μια ζωντανή «γέφυρα» ανάμεσα στα δρακογενιά της αντίστασης και τις πιο σύγχρονες γενιές των αγωνιστών. Εκείνους που μόνο η πάλη για το δίκιο του λαού, η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ μπορεί να γεννήσει. Τις αξίες αυτές κουβαλούσε μαζί της και η συντρόφισσα Αριστούλα, έχοντας μάθει από πολύ νωρίς τι σημαίνει να είσαι παιδί κομμουνιστών που δούλευαν στην παρανομία, σε άγριες εποχές και σε συνθήκες ήττας του λαϊκού κινήματος, όπως ήταν αυτές που σημάδεψαν τα παιδικά της χρόνια

Συντρόφισσα Αριστούλα, εκπλήρωσες με συνέπεια το χρέος σου απέναντι στο λαό και στο κίνημα, τιμώντας κάθε στιγμή και από όποιο μετερίζι τον τίτλο του μέλους του ΚΚΕ. Στη ζωή σου συνδύασες υποδειγματικά την κομμουνιστική δράση και την ενασχόληση με την τέχνη, κατακτώντας ένα υψηλό επίπεδο μαρξιστικής παιδείας σε ζητήματα αισθητικής. Υπηρέτησες τη στρατευμένη τέχνη μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, στην υπόθεση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, κι αυτό σε καταξίωσε ευρύτερα στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού. Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη και σεβασμό».

Εκ μέρους της Συντακτικής Επιτροπής του «Ριζοσπάστη», την αποχαιρέτισε ο Δημήτρης Καραγιάννης, λέγοντας ανάμεσα σε άλλα: «Η σ. Αριστούλα ήταν από τους πιο παλιούς συντάκτες της εφημερίδας μας. Ακάματη στη δουλειά, με ανησυχία στο αντικείμενό της, τον πολιτισμό, το θέατρο στο οποίο είχε σημαντικές γνώσεις και το υπηρέτησε, γεγονός που επιδρούσε και στη διαμόρφωση της γνώμης της και ανεξάρτητα από τους χαμηλούς τόνους που χρησιμοποιούσε, η συνεισφορά της ήταν μεγάλη».

Ανέφερε ακόμα ότι «ένας τομέας με τον οποίο ασχολήθηκε ιδιαίτερα ήταν η εκδοτική δραστηριότητα στην περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, η έρευνα για τις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά και για τα παράνομα τυπογραφεία, τομέα τον οποίο είχε μελετήσει και έχει συμβάλει στην ανάδειξή του τόσο στην εφημερίδα, όσο και στην έκδοση του Ιστορικού Λευκώματος «Ριζοσπάστης της Κατοχής» και του Δεκέμβρη 1944. Ο πρόλογος που αναφέρεται στο παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ, είναι γραμμένος από την Αριστούλα».

Εκ μέρους του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ, η Αλεξάνδρα Προυσανίδου, ανέφερε ότι τελειώνοντας τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου,  «ξεκίνησε να παίζει στο θέατρο, όπου γρήγορα αναγνωρίστηκε το ταλέντο και οι υποκριτικές της ικανότητές της. Όταν της ζητήθηκε να βοηθήσει στον Ριζοσπάστη, αν και αγαπούσε πολύ την τέχνη του ηθοποιού, δέχτηκε, μιας και για την Αριστούλα πρώτο στη ζυγαριά έμπαινε πάντα η ανάγκη του Κόμματος. Επειδή δεν ήθελε όμως να εγκαταλείψει το θέατρο ξεκίνησε να γράφει με το ψευδώνυμο Θυμέλη, δανειζόμενη το όνομα από το βωμό που υπήρχε στο κέντρο των αρχαίων θεάτρων. Σιγά σιγά όμως την κέρδισε η κριτική.

Οι γνώσεις της για τις τέχνες και ειδικά για το θέατρο μαζί με τη μεγάλη αγάπη που είχε για τους ανθρώπους του θεάτρου, η αναγνώριση των τεράστιων δυσκολιών και προσπαθειών που αντιμετωπίζουν, ειδικά σήμερα, για να μπορέσουν να ανεβάσουν μια παράσταση, αποτελούσαν κριτήριο για το πώς θα αντιμετωπίσει ένα έργο, παράλληλα βέβαια με τις βαθιές γνώσεις της για το συγγραφέα, την εποχή που έζησε και δημιούργησε, τα καλλιτεχνικά ρεύματα. Αναγνώριζε τις καλές προθέσεις, μακριά όμως από εξιδανικεύσεις και λόγια που χαϊδεύουν στα αυτιά.

Επικροτούσε το γνήσιο, δεν άντεχε τις ψευτιές και τα δήθεν. Για να μπορέσει μάλιστα να είναι δίκαιη και αντικειμενική στην κριτική της απέφευγε τις φιλίες με τους ανθρώπους του χώρου. Η σαφής και δίκαια κριτική της, η ευαισθησία της, το ήθος και η συνέπειά της είναι στοιχεία που αναγνωρίζονται πλατιά από τους ανθρώπους της Τέχνης και του Πολιτισμού. (…) Είχε μεγάλη έγνοια στο να γνωρίσει, ειδικά η νέα γενιά, το έργο μεγάλων κομμουνιστών δημιουργών που είτε σήμερα προσπαθούν να τους αποχρωματίσουν, είτε τους έχουν στο περιθώριο. Γνώριζε ότι και μέσα από αυτή την επαφή μπορεί να βαθαίνει και να πλαταίνει η σκέψη μας, να οξύνεται η ευαισθησία μας, να διαμορφώνεται το αισθητικό μας κριτήριο».

-Διαβάστε ακόμα:

  • Το τραγούδι που ακολουθεί ακούστηκε στο ξόδι της. Μια ακόμα σπουδαία επιλογή, του γιου της, Γιάννου Περλέγκα, που ήξερε πως ήταν το αγαπημένο της.
eirini aivaliwtouTo «αντίο» του Γιάννου στην Αριστούλα
Περισσότερα

Παναγής Καββαδίας: Ο δαιμόνιος Κεφαλονίτης που έφερε στο φως την Επίδαυρο κι έκανε την πρώτη ανασκαφή στην Ακρόπολη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γεννημένος στον Κοθρεά της Κεφαλονιάς, ο Παναγής Καββαδίας έμελλε να είναι ο αρχαιολόγος που συνέδεσε το όνομά του με την αποκάλυψη ενός από τα σημαντικότερα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Το θέατρο της Επιδαύρου το 1898

Ο Καββαδίας γεννήθηκε το 1850 και σπούδασε φιλολογία το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και αρχαιολογία, με υποτροφία, στο πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Δούλεψε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από το 1879 στην οποία προσέφερε σημαντικό αρχαιολογικό αλλά και διοικητικό έργο.

Το 1881 θα καταφέρει να πάρει από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία 800 μόνο δραχμές για να ξεκινήσει τις ανασκαφές για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Είχε ήδη προηγηθεί μία αποτυχημένη ανασκαφή Γάλλων αρχαιολόγων και συγκεκριμένα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Επιστημονικής Επιτροπής του Μορέως, όμως ο επίμονος αλλά και δύστροπος Κεφαλονίτης αρχαιολόγος ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει την έρευνά του για την «αρχαιολογική ανακάλυψη του αιώνα», με ευρήματα ανεκτίμητης αξίας.

Ο Καββαδίας ήταν αυτός που, ερευνώντας συστηματικά το ιερό του Ασκληπιού, θα αποκαλύψει στο Κυνάρτειο Όρος, κάτω από ένα πυκνό δάσος, το διάσημο θέατρο που ήταν έργο του Πολυκλείτου. Ένα θέατρο που δημιουργήθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ., επεκτάθηκε τον 2ο, είχε χωρητικότητα 14.000 θεατών και σήμερα προστατεύεται από την Unesco αφού θεωρείται ένα πραγματικό ορόσημο αρχιτεκτονικής με τεράστια πολιτιστική και αρχαιολογική σημασία. Η συγκλονιστική ακουστική του θεάτρου, ειδικά για ένα χώρο αυτού του μεγέθους, εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα.

Πηγή φωτογραφίας: Wikimedia

Το θέατρο πριν από την ανασκαφή είχε υποστεί μεγάλες και σημαντικές φθορές από σεισμούς, επιχωματώσεις αλλά και την πυκνή βλάστηση που υπήρχε από πάνω του

Ο δαιμόνιος αρχαιολόγος, έχοντας διαβάσει συστηματικά όλες τις αναφορές από τους αρχαίους συγγραφείς, και κυρίως από τον Παυσανία, κατάλαβε ότι η πλαγιά που δημιουργούσε μία ήπια κοιλότητα θα έκρυβε από κάτω το αρχαίο θέατρο.

Αποκάλυψε όλα τα σημαντικά μνημεία του περιβάλλοντα χώρου, όμως παράλληλα, πολύ αργότερα, κατηγορήθηκε ότι δεν τα πρόσεξε, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές φθορές. Το θέατρο όμως ήταν αυτός που το αποκάλυψε και φρόντισε για τις πρώτες αναστηλωτικές επεμβάσεις.

Λίγο καιρό αργότερα, το 1885 θα ξεκινήσει τις ανασκαφές στην Ακρόπολη, την οποία θα σκάψει απ’ άκρη σ’ άκρη, και θα ιδρύσει το πρώτο Μουσείο της Ακροπόλεως ενώ πολλές από τις ανακαλύψεις του κοσμούν και το σημερινό Νέο Μουσείο.

Μερίμνησε για τη δημιουργία πολλών μουσείων σε ολόκληρη την Ελλάδα, για την οργάνωση του Αρχαιολογικού Μουσείου και την ίδρυση του «Αρχαιολογικού δελτίου».

Πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Καββαδίας είχε μια πολύ δύσκολη προσωπικότητα και κατηγορήθηκε πολλές φορές για αλαζονεία για την οποία και εκδιώχθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1909. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Βασίλης Καββαθάς στο βιβλίο του «H ανασκαφή στο ιερό. Στην αυλή των ονείρων και των θαυμάτων», «το πόσο αμφιλεγόμενος ήταν, προκύπτει και από τη διαμετρικά αντίθετη γνώμη που είχαν γι’ αυτόν δύο καθηγητές στους οποίους κάποια στιγμή ο βασιλιάς ζήτησε να εκφραστούν για τον Καββαδία. Ο ένας είπε «πρόκειται για τον σημαντικότερο καθηγητή του κόσμου», και ο άλλος του απάντησε πως «είναι ο μεγαλύτερος ξυλοσχίστης της Ελλάδας».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχαιολογική υπηρεσία τον αποκαλούσαν τυρρανίσκο ενώ στα χρόνια που έμεινε στην Ελλάδα φρόντισε να αποκτήσει πολλούς φανατικούς εχθρούς. Έτσι αναγκάστηκε για ένα διάστημα να φύγει πάλι στο εξωτερικό, όμως αργότερα επέστρεψε, συνεχίζοντας, τόσο το έργο του, όσο και το να προκαλεί.

Όμως αυτός ακριβώς ο… «τύραννος» εμπνεύστηκε και καθιέρωσε τον πρώτο νόμο «περί αρχαιοτήτων», που εξασφάλιζε το αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας του κράτους σε όλα τα αρχαία που βρίσκονται στην Ελλάδα. Επίσης για πρώτη φορά θεσμοθέτησε υποτροφίες για σπουδές Αρχαιολογίας στο εξωτερικό. Είχε επίσης μεγάλο συγγραφικό έργο.

Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονούμε τις σημαντικές ανακαλύψεις του και στην Κεφαλονιά (Τάφοι στα Μαζαρακάτα κ.α.) αλλά και το γεγονός ότι πολλά από τα αντικείμενα που βρήκε στο νησί που γεννήθηκε, εκτέθηκαν στο πρώτο αρχαιολογικό μουσείο του Αργοστολίου, που είχε ιδρύσει ο Γερμανός Καλλιγάς και συστεγαζόταν με τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας.

Ήταν καθηγητής Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας από το 1904 έως το 1922 και αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιγραφών και της Φιλολογίας, ενώ ανήκε στα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών το 1926. Ήταν επίσης μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου και επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Κανταβριγίας και της Λειψίας.

Απεβίωσε στις 20 Ιουλίου 1928.

  • Αρχική φωτογραφία: Ο Παναγής Καββαδίας στο Ιερό του Ασκληπιού το 1900.
eirini aivaliwtouΠαναγής Καββαδίας: Ο δαιμόνιος Κεφαλονίτης που έφερε στο φως την Επίδαυρο κι έκανε την πρώτη ανασκαφή στην Ακρόπολη
Περισσότερα