Πρόσωπα

Ζωή Λάσκαρη. Ένα μπλουζ με την τελευταία σταρ…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας – Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Τη γνωρίσαμε ως Ρέα Νικολάου το 1961, στην ταινία «Κατήφορος». Τη θαυμάσαμε ως Μαρία Οικονόμου το 1962, στο «Νόμος 4000». Την ποθήσαμε ως Εύα Αγγέλου, στο «Μερικοί το προτιμούν κρύο». Την πονέσαμε ως Στεφανία Καραλή, το 1966 στη «Στεφανία». Λίγο ήθελε να ξυρίσουμε το μουστάκι για χάρη της Μαίρης Κανιάτογλου το 1967, στις «Θαλασσιές τις χάντρες». Τη χειροκροτήσαμε στην Επίδαυρο, το 1996, ως Ελένη στις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Τέλος, το 2006, χορέψαμε μαζί της το «μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη με τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και με τον Δαυίδ Μαλτέζε στο σαξόφωνο. Το ίδιο κάνουμε και τώρα λίγες μέρες πριν από τον τυπικό αποχαιρετισμό, την Τρίτη 22 Αυγούστου 2017… Έναν Αύγουστο που μας πήρε πολλούς.

***

Η Ζωή Λάσκαρη με τα διαμάντια της: Τον Χρήστο Νομικό, τη Βάνα Πεφάνη, τη Μαρία Σολωμού, την Πηνελόπη Αναστασοπούλου, τον Δαυίδ Μαλτέζε, τον Αντώνη Καρυστινό.

«Διαμάντια και μπλουζ»

Αύγουστος… ήλιος στη παραλία…
Φεύγουν τα πλοία… σ’ άλλα νησιά…
Φεύγουν οι φίλοι… φεύγουν τα πλοία…
Μια ησυχία στην ερημιά…
Χάθηκα… χάθηκα μες’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μες’ τη βροχή…
Σβήσανε τα φώτα στη παραλία…
Ηρθ’ ο Σεπτέμβρης… ηρθ’ η βροχή…
Φεύγαν οι φίλοι… φεύγαν τα πλοία…
πήγε χαμένη η εκδρομή…
Χάθηκα… χάθηκα μεσ’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μεσ’ τη βροχή…

(οι στίχοι είναι της Λούλας Αναγνωστάκη).

***
Όμως δεν «πήγε χαμένη η εκδρομή» με τη Ζωή Λάσκαρη, τη διαχρονική Ζωίτσα των ονείρων μας. Τη Ζωή, από το απέναντι μπαλκόνι. Τη Ζωή, το αιώνιο κορίτσι της πρώτης σελίδας. Τη Ζωή, την τελευταία σταρ.

Οφείλουμε να σημειώσουμε πως υπήρξε από τους ελάχιστους έντιμους και πάντα συνεπείς επιχειρηματίες. Άνθρωπος θετικός, δοτικός και γενναιόδωρος. Με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Πάντα κοντά στους νέους. Σεβόταν τους συναδέλφους της και τους εργαζόμενους του θεάτρου της. Εκπρόσωπος μιας γενιάς με αρχές και πίστη στο καθήκον. Δεκτική πάντα στην κριτική, δεν δίσταζε να κάνει αυτοκριτική και να ζητήσει «συγγνώμη» όταν αντιλαμβανόταν το λάθος της. Στήριζε τους φίλους, τους γνωστούς και τους συνεργάτες της πάντα με αγάπη και ενδιαφέρον.

Γυναίκα με αίγλη και κύρος. Σύμβολο μιας αγέρωχης θηλυκότητας. Χορτασμένη από ό,τι μπορεί να ζητήσει κανείς από τη ζωή: έρωτα, πάθος, θαυμασμό, επιτυχίες, φήμη, άνεση, περιπέτειες, ταξίδια, αποδοχή και καλλιτεχνική δημιουργία. Κυρίως αγάπη, που έδωσε και πήρε πλουσιοπάροχα. Δεν έλειπαν από τη ζωή της και οι τραγωδίες, η ορφάνια, η απώλεια, ο πόνος. Όπως και τα λάθη, οι προδοσίες, οι απογοητεύσεις. Αυτή όμως πάντα κοιτούσε μπροστά.

Οι συνεργάτες της, οι άνθρωποι στους οποίους έδινε χρόνο και καθόταν μαζί τους στο τραπέζι να ακούσει τα μυστικά, τις στενοχώριες τους, τα προβλήματά τους, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε δέκα μέρες δεν θα αρχίσουν τις πρόβες για την καινούργια της παράσταση στο θέατρο «Αθηναΐς».

Παράσταση που ετοίμαζε με το συνήθη ενθουσιασμό της και το κέφι της. Το γέλιο της, τρυφερό και χαρακτηριστικό, αντηχεί ακόμα πλούσιο στα αυτιά τους μετά την αναπάντεχη αναχώρησή της από τη ζωή. «Έφυγε σαν πουλάκι» μας λένε. Χωρίς πόνο, ήρεμη, κοντά στην οικογένειά της, γεμάτη χαρά και σχέδια για το θέατρο και τη ζωή.

 

Το ξεκίνημα

Όπως έγραφε η εφημερίδα «Απογευματινή» τη Δευτέρα 21 Ιουνίου 1959: «Tο βράδυ του Σαββάτου 19 Iουνίου 1959, στην «φαντασμαγορικήν χοροεσπερίδα εις τα «Aστέρια» της Γλυφάδας, εξελέγη «Σταρ Eλλάς 1959» η 18ετίς δεσποινίς Ζωίτσα Kουρούκλη, με το ψευδώνυμον «Aμαρυλλίς» (αριθμός 12), υπό τας επευφημίας του πλήθους που είχε κατακλύσει το κέντρον».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, την Τετάρτη 9 Ιουνίου 1959, στα στοιχεία που έδινε η εφημερίδα κάθε μέρα για τις επικρατέστερες να κατακτήσουν τον πρώτο τίτλο της Σταρ γράφει ότι «η «Aμαρυλλίς» εγεννήθη εις το Σόχο της Θεσσαλονίκης, την 12η Δεκεμβρίου 1940, έχει ύψος 1,68 μ., βάρος 57 κιλά, περίμετρο θώρακος 0,88, μέσης 0,62 και λεκάνης 0,93».
Βέβαια στα καλλιστεία πήρε μέρος ως…18χρονη, ενώ ήταν μόλις 15. Τελικά νίκησε, και την Κυριακή 26 Iουλίου 1959 στο Λονγκ Mπιτς των Hνωμένων Πολιτειών, η Zωή Λάσκαρη διαγωνίστηκε αξιοπρεπώς για την ανάδειξη «Mις Yφήλιος 1959».

 

Ήταν μια από τις διασημότερες και εμπορικότερες σταρ του ελληνικού κινηματογράφου μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη. Άρχισε την καριέρα της με διαβατήριο τον τίτλο της «Σταρ Ελλάς». Το πραγματικό της όνομα ήταν Ζωή Κουρούκλη (όμοιο με της εξαδέλφης της – γνωστής τότε τραγουδίστριας – Zωής Kουρούκλη. O τίτλος της Σταρ Ελλάς, αλλά και η κοινή καταγωγή της με τον Γιάννη Δαλιανίδη, ήταν η αφορμή ώστε ο τελευταίος να την επιλέξει για πρωταγωνίστρια της ταινίας «Ο Κατήφορος» το 1961. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας έκανε την Λάσκαρη μόνιμη πρωταγωνίστρια με αποκλειστικό συμβόλαιο στη σημαντικότερη ελληνική εταιρεία παραγωγής, τη Φίνος Φιλμ.

 

«Και ενώ η Ζωίτσα έχει φύγει – γραφει στο FB ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος – εμείς που έχουμε μείνει θα τη θυμόμαστε πάντα με αγάπη.
Η Νάντια Χωραφά, η Πάρη Λεβέντη, η Ζωή Κουρούκλη και ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος. Στην αξέχαστη κρουαζιέρα με 300 αναγνώστες και αναγνώστριες του περιοδικού «Πρώτο».

Το …Ζωάκι.

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Λιμπερόπουλος, έγραψε στη σελίδα του στο face book την Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017: «Είχα ρωτήσει τον Φίνο και μου είχε πει: Ωραιότερο πρόσωπο, Ναθαναήλ. Ωραιότερο σώμα, Λάσκαρη. Τσαχπινιά, Βουγιουκλάκη. Υποκριτική, Καρέζη».

 

Στην ίδια κρουαζιέρα: Ζωή Κουρούκλη, Μιχάλης Νικολινάκος, Ζωή Λάσκαρη, Δημήτρης Λιμπερόπουλος και κάτω: Γιώργος Πάντζας, Αννα Μαντζουράνη.

Και συνεχίζει ο Λιμπερόπουλος: «Τώρα, τι να γράψω για το «Ζωάκι» που το ήξερα από πεντάρφανο κοριτσάκι; Της σκότωσαν τον ανθυπολοχαγό πατέρα μέσα στο δρόμο. Πέθανε η μητέρα της, τη μεγάλωσε η γιαγιά της. Δυο αδερφών παιδιά με την τραγουδίστρια Ζωή Κουρούκλη, της άλλαξαν το όνομα να μην τις μπερδεύουν»…  Και καταλήγει ο ρεπόρτερ, επιβεβαιώνοντας την ηλικία της Ζωής: «Το σκανδαλιστικότερο σώμα του ελληνικού σινεμά, μπήκε στη καλλιτεχνία έφηβη».

Άρα σωστό το 1944 ως έτος γέννησης της Ζωίτσας.

Η Ζωή Λάσκαρη με τον δημοσιογράφο Δημήτρη Λιμπερόπουλο. Είναι πιά σταρ και του μιλάει για τη καριέρα της, αλλά και για την ιδιωτική της ζωή.

***

Φοίτησε στη Σχολή Βαλαγιάννη, στη Σχολή Καλογραιών Καλαμαρί και στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Από το 1961 και μετά η Λάσκαρη πρωταγωνίστησε σε πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες και στα περισσότερα είδη ταινιών της εποχής (κωμωδία, κοινωνικό δράμα, μιούζικαλ) κατά τη χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου.

Από τις ταινίες της, η «Στεφανία» και ο «Κατήφορος» προβλήθηκαν για πολλές εβδομάδες σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, διευρύνοντας τη φήμη της Λάσκαρη στο εξωτερικό (57 εβδομάδες προβολής των ταινιών στο Μεξικό), ενώ «Οι θαλασσιές οι χάντρες» έκλεψαν εκτός συναγωνισμού τις εντυπώσεις στο Φεστιβάλ Κανών το 1967 την ώρα που ο γαλλικός Τύπος έπλεκε το εγκώμιο της μεγάλης Ελληνίδας πρωταγωνίστριας.


Συνεργάστηκε με άλλα μεγάλα και αγαπημένα ονόματα, όπως Ρένα Βλαχοπούλου,  Ντίνος Ηλιόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Μαίρη Χρονοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Φαίδων Γεωργίτσης, Νίκος Κούρκουλος κ.ά.

Πολλούς από αυτούς έχει να συναντήσει τώρα…

Το 1966 έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση στην Κύπρο με τα έργα «Μιας πεντάρας νιάτα» των Γιαλαμά-Πρετεντέρη, «Η παγίδα» του Robert Thomas και το «Βαθιά γαλάζια θάλασσα» του Terence Rattigan. Στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας εμφανίστηκε το 1970 με το έργο του Γιάννη Δαλιανίδη «Μαριχουάνα Στοπ» ενώ ακολούθησαν η μεγάλη θεατρική επιτυχία «Εραστές του ονείρου» του Γιάννη Δαλιανίδη μαζί με τον Tόλη Bοσκόπουλο (1972). Στη συνέχεια ανέβασε τα έργα: «Ο άνθρωπος που γύρισε από τον γύψο» των Κώστα Καραγιάννη και Νίκου Καμπάνη, «Πώς να κερδίσετε τον άντρα σας» του Σμιθ (1975), «Ξυπόλητη στο Πάρκο» του Νηλ Σάιμον (1977) και «Η κυρία του Μαξίμ» του Ζωρζ Φεϊντό (1979).

Παράλληλα συμμετείχε σε μεταφορές θεατρικών έργων για την ΕΡΤ.

 

Ακολούθησαν τα θεατρικά έργα: «Φρύνη η εταίρα» του Γιώργου Ρούσσου (1980), «Παντρεύομαι τον άντρα μου» του Νόρμαν Κράσνα (1980), «Εγώ, εσύ και ο άλλος» του Τζιν Κερ (1982), «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» της Ανίτα Λος (1983), «Μις Πέπσι» του Μπρουνό (1984) και «Η Ντόρις και ο γυαλάκιας» του Μπιλ Μάνχοφ (1984).
Η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι θεατρικοί κριτικοί ήταν ενθουσιώδης. Το 1982 πρωταγωνιστεί για τελευταία φορά στον κινηματογράφο στην ταινία του Γιώργου Καρυπίδη «Αναμέτρηση».

Θα μείνει στην ιστορία η θρυλική γυμνή φωτογράφησή της στη Δήλο για το περιοδικό «Playboy» με το εξαιρετικό, ποιητικό κείμενο του δημοσιογράφου Γιώργου Λιάνη, το 1985.
Το 1990 ο Μίνως Βολανάκης τη σκηνοθέτησε στην «Καινούρια Σελίδα» του Νηλ Σάιμον και το 1994 ο Ανδρέας Βουτσινάς στο «Ορφέας στον Άδη» του Τέννεση Ουίλιαμς, σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ. Ακολούθησαν τα έργα: «Τρελοί για έρωτα» του Σαμ Σέπαρντ (1995), «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι (1996), πάλι σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ, «Τρεις ψηλές γυναίκες» του Άλμπι (1996).

 

Ακολουθούν οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, στην Επίδαυρο (1996), με τη Λάσκαρη στο ρόλο της Ελένης. Ιδιαίτερη αναφορά στην παράσταση έκαναν οι «New York Times», η «New York Post» και η «Herald Tribune» μιλώντας για μια «…συγκλονιστική διαμαρτυρία εναντίον της σκληρότητας του πολέμου στα χρονικά της δραματικής λογοτεχνίας» και για μια «…βαθύτατα συγκινητική αναβίωση του Ευριπίδη».
Στη συνέχεια: «Το μακρύ ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα», του Eυγένιου Ο’ Νηλ (1997), «Η συνάντηση» του Νάντας (2000), «Σκηνές Γάμου» του Άλμπι (2000), σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας.

To 2003 ιδρύει τη δική της θεατρική σκηνή που φέρει το όνομα της: «Ζωή Λάσκαρη», στον πολυχώρο Αθηναΐς. Ανεβάζει: «Ευαίσθητη Ισορροπία» του Άλμπι (2003), «Άλμα Μάλερ» του Ρον Χάρτ (2009), «Ρόουζ» του Μάρτιν Σέρμαν (2011) και «Ωραία Xρόνια» του Xάρολντ Πίντερ (2013).

 

Το 2005 – 2006 παρουσίασε το «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη. Οι κριτικοί συμφωνούν για τον πρωτοποριακό τρόπο με τον οποίο «φώτισε» η ερμηνεία της αυτό το σπουδαίο έργο. Ο Μηνάς Χρηστίδης γράφει στην «Ελευθεροτυπία»: «Μια Λάσκαρη κυρίαρχη στα εκφραστικά της μέσα, να κινείται με άνεση στη σκηνή, χωρίς υπερβολές, αλλά με μέτρο και σιγουριά και, συγχρόνως, με φόρτιση της συγκίνησης και της ευαισθησίας της. Έγινε η Άννα του έργου που ανακαλύπτει τον πόνο της, τη μοναξιά της, την καθημερινότητα, τα πείσματα και τα ξεσπάσματά της… Κινήθηκε η Λάσκαρη με πληρότητα, με συναισθηματικές αποχρώσεις, από την αισιοδοξία στην απελπισία και από την απελπισία στην πλήξη, αλλά ποτέ παραίτηση. Αυστηρή, τρυφερή, κυνική και ειρωνική, όμορφη και με ιδιαίτερο χιούμορ, διασχίζει τη σκηνή και αφήνει ρωγμές στο πέρασμά της».

 

Στο θέατρο συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Μιχάλη Κακογιάννη, Ανδρέα Βουτσινά, Μίνω Βολανάκη, Σταμάτη Φασουλή, Άντολφ Σαπίρο, Σταύρο Τσακίρη, Αθανασία Καραγιαννοπούλου, Γιώργο Ρεμούνδο, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Δημήτρη Νικολαΐδη, Κωστή Μιχαηλίδη, Κώστα Μπάκα, Αντώνη Αντωνίου, Γιάννη Δαλιανίδη.

 

Το 1967 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Πέτρο Κουτουμάνο με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, τη Μάρθα. Το ζευγάρι χώρισε οριστικά την άνοιξη του 1971.

Το 1976 παντρεύτηκε τον ποινικολόγο Αλέξανδρο Λυκουρέζο με τον οποίο απέκτησε μια ακόμη κόρη, τη Μαρία-Ελένη. Το 1997 έγινε γιαγιά της Ζένιας από τον γάμο της Μάρθας με τον Βλάση Μπονάτσο.

Είχε διατελέσει δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων έχοντας εκλεγεί με το ψηφοδέλτιο του Δημήτρη Αβραμόπουλου.

 

Πέθανε την Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017 στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, ενώ κοιμόταν, από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
H εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί την Τρίτη 22 Αυγούστου 2017, το μεσημέρι στη 1, από τον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου, στο Κολωνάκι. Η ταφή θα γίνει στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών

 

eirini aivaliwtouΖωή Λάσκαρη. Ένα μπλουζ με την τελευταία σταρ…
Περισσότερα

To «αντίο» του Γιάννου στην Αριστούλα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

H Αριστούλα Ελληνούδη έφυγε και οι φίλοι, οι συνάδελφοι, οι άνθρωποι του θεάτρου, οι σύντροφοί της την αποχαιρέτησαν με θλίψη και συγκίνηση, την Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017, σε μια σεμνή και όμορφη τελετή που έλαβε χώρα στο Νεκροταφείο της Καισαριανής, κοντά στη γειτονιά που μεγάλωσε. Σίγουρα άφησε πίσω της δυσαναπλήρωτο κενό. Ίσως όμως η ίδια να είναι χαρούμενη τώρα γιατί θα έχει ήδη συναντήσει τον αγαπημένο της Τίμο (σ.σ. Τίμο Περλέγκα), τον έρωτά της, τον άνδρα της ζωής της, τον πατέρα του παιδιού της, τον ακέραιο άνθρωπο και ηθοποιό με τον οποίο είχε ενώσει τη ζωή της. Η «Θυμέλη», όπως υπέγραφε τη στήλη της στον «Ριζοσπάστη», υπηρέτησε τη Ζωή, την Τέχνη και την Ιδέα ως το τέλος, συνεπής, σταθερή και ακάματη. Πάντα θα τη θυμόμαστε, ως μια υπέροχη, σοβαρή και αξιοπρεπή Κυρία, να προσέρχεται στις παραστάσεις, να λέει τον καλό το λόγο και να κάνει τις σοφές της κρίσεις. Αφήνει πίσω το βλαστάρι της, ένα βλαστάρι άξιο, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιάννο Περλέγκα, μαζί με την όμορφη οικογένειά του, να ακολουθήσει -πλήρης εφοδίων- την ήδη επιτυχημένη πορεία του.

Γιάννος Περλέγκας

Παραθέτουμε, δίχως περιττά λόγια, τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετιστήριο λόγο που εκφώνησε από καρδιάς ο Γιάννος στην πολιτική κηδεία της μητέρας του:

* Κι εδώ για μια φορά ακόμα, πρέπει να υπομνησθεί ότι καθήκον τους είναι να ψυχαγωγούν τα τέκνα της επιστημονικής εποχής, και μάλιστα με τρόπο ηδονικό και χαρούμενο. Αυτό πρέπει, εμείς ιδιαίτερα να το επαναλαμβάνουμε στους εαυτούς μας όσο γίνεται πιο συχνά, γιατί σε μας το καθετί ξεστρατίζει εύκολα στο ασώματο και αόρατο, και τότε αρχίζουμε να μιλάμε για κοσμοθεωρίες, αφού ο κόσμος έχει ήδη καταστραφεί. Ακόμα και ο υλισμός δεν είναι σε μας παρά ελάχιστα περισσότερο από μια ιδέα. Η ερωτική ηδονή καταντάει σε μας συζυγικό καθήκον, η απόλαυση της τέχνης υπηρετεί τη μόρφωση και υπό την έννοια μάθηση δεν εννοούμε μια χαρούμενη απόκτηση γνώσεων, αλλά το να ριχτούμε σε κάτι με τα μούτρα. Οι πράξεις μας δεν έχουν κανένα ίχνος χαρούμενης προσπάθειας, και για να επιβεβαιωθούμε, δεν αναφερόμαστε στο πόση χαρά μας έδωσε κάτι, αλλά στο πόσο ιδρώτα μας κόστισε».
Αυτά γράφει ο Μπρεχτ, ο αγαπημένος της Μπρεχτ, στο «Μικρό όργανο για το θέατρο» κι εύκολα μπορεί η λέξη τέχνη να αντικατασταθεί με τη λέξη ζωή, η λέξη ψυχαγωγία με τη λέξη αγώνας. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ.
Η μοίρα, αν για μια υλίστρια είναι δόκιμη αυτή η λέξη, της Αριστούλας ήταν μια δραματική σύνδεση με τη ζωή. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο για εκείνη. Ο απών πατέρας, η κυνηγημένη και άρρωστη μάνα, η ρετσινιά του μπάσταρδου παιδιού σε ένα ανηλεές μετεμφυλιακό κράτος, ο αγώνας για το ψωμί που συνδέθηκε με τον αγώνα για τη μόρφωση, το καθημερινό «παρών» στην Ασφάλεια, η παραμονή από γιάφκα σε γιάφκα πρώτα κι έπειτα το κρυφτό μες στις σπηλιές, δίπλα στο Μοναστήρι της Καισαριανής και στα παραγκόσπιτα, η παιδική εργασία, το ξύλο και οι προσβολές.
Και ταυτόχρονα πρέπει να φανταστούμε ένα παιδί να μεγαλώνει και να πρέπει με όρους ενήλικα να καταλάβει, πως όλα αυτά έχουν έναν ιερό λόγο για να συμβαίνουν. Και ταυτοχρόνως από βρέφος παίρνει τα πρώτα της ιδεολογικά μαθήματα.

Τίμος Περλέγκας

Διέξοδος σε όλα αυτά γίνεται ο έρωτας και το θέατρο. Και πάντα υπάρχει η προσμονή της γνωριμίας με τον πατέρα που κι αυτή προσβάλλεται από την αναλγησία του καθεστώτος, με τις συνεχείς αιτήσεις και αρνήσεις για να μπορέσεις να τον δεις. Πάλι, λοιπόν καταφεύγεις στη μυθοποίηση και την εκλογίκευση, για να μπορέσεις να εξηγήσεις την πραγματικότητα.
Η ώρα της συνάντησης έρχεται. Αλλά πάλι είναι για λίγο, γιατί πρέπει να επιστρέψεις πίσω. Νέες εκλογικεύσεις πρέπει να σε κάνουν να αντέξεις μέχρι την επόμενη συνάντηση.
Προσπαθώ να μην επαναλάβω βιογραφικά στοιχεία. Αυτό που προσπαθώ να πω, είναι πως η μητέρα μου ταυτίστηκε σε δραματικό βαθμό με την ήττα της προηγούμενης απ’ αυτήν γενιάς και δεν μπόρεσε να βγει ποτέ απ’ αυτό. Ενώ πέτυχε τόσα πράγματα – γνώρισε τον πατέρα μου, ερωτεύτηκε, βγήκε στο θέατρο, έπειτα στην εφημερίδα και με την αυτομόρφωση επί της ουσίας κατάφερε να επανεφεύρει τον εαυτό της ως πνευματικός άνθρωπος, ρίχτηκε ως κομμουνίστρια σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες, γέννησε εμένα, ΔΟΘΗΚΕ δηλαδή στη ζωή, δεν μπόρεσε, όμως, να αποτινάξει από πάνω της την αίσθηση της τραγικότητας της μοίρας της, που λέγαμε πριν. Κι αφού κατάφερε να φέρει από την προσφυγιά τον πατέρα της πίσω, η μοίρα, εντός εισαγωγικών πάλι, της επισήμανε σύντομα την παντοδυναμία της. Μέσα σε 10 μήνες χάθηκαν πάλι ανεξήγητα και οι δύο άντρες της ζωής της. Πρώτα ο άντρας της και ύστερα αμέσως ο πατέρας της. Κι έμεινε με μένα να πρέπει πάλι να εκλογικεύσει όλα όσα της συνέβαιναν. Και να με μάθει να αντέχω και να αγαπώ τη ζωή, αλλά με αυτό το αίσθημα του χρέους που είχε μάθει να τα αντιμετωπίζει όλα. Η δραματικότητα αυτή σφράγισε από πολύ νωρίς κι εμένα. Όλος ο κόπος της ζωής μου είναι να την αποτινάξω.
Δεν θα σας κουράσω άλλο. Εύχομαι μόνο στα παιδιά αυτής της επιστημονικής εποχής, που λέει και ο Μπρεχτ, εμείς, οι όσοι, κληρονομούμε αυτές τις εμπειρίες και αυτή τη δραματική θεώρηση της ζωής, να μη σφραγίζουμε άλλο τις πράξεις μας επισημαίνοντας στον εαυτό μας και στους άλλους, πόσο πονέσαμε και πόσο θρηνήσαμε για να πετύχουμε κάτι, αλλά ο υλισμός της ζωής να μας γεμίζει χαρά και να μη μας συνθλίβει, σαν μεταφυσικό καθήκον. Κι αυτή την αίσθηση να κληροδοτήσουμε και στα παιδιά μας. Δήμητρα, Λουκία, Μάγδα, συγγνώμη για όλη την ένταση της δραματικότητας. Μαρίνα, θα έρθει η ώρα να σου εξηγήσω.
Τέλος, νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω ένα πρόσωπο, το οποίο επιτρέψτε μου να μην αναφέρω τ’ όνομά του. Απ’ όσο τον έχω γνωρίσει αυτούς τους έξι μήνες της περιπέτειάς της Αριστούλας, πιστεύω πως η αισθητική του προτιμά αυτή τη στιγμή την ανωνυμία του. Χωρίς τη βοήθειά του, τη συνεχή παρουσία του και το ανιδιοτελές δόσιμό του στην προσφορά για την υγεία των άλλων, δεν θα τα είχαμε βγάλει πέρα. Φίλε μου, κι επίτρεψε μου τον ενικό, σε ευχαριστώ για όλα.

 

Με τη σημαία του ΚΚΕ να σκεπάζει τη σορό της και το τελευταίο φύλλο του «Ριζοσπάστη» να τη συντροφεύει, σύντροφοι, συγγενείς, συναγωνιστές και φίλοι, άνθρωποι από όλους τους χώρους της τέχνης και του πολιτισμού, αποχαιρέτησαν το μεσημέρι της Πέμπτης, 17 Αυγούστου, μέσα σε κλίμα συγκίνησης και σεβασμού, την Αριστούλα Ελληνούδη, που έφυγε την περασμένη Δευτέρα σε ηλικία 72 χρόνων, ύστερα από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Η πολιτική κηδεία, στην οποία παραβρέθηκε πολυμελής αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον ΓΓ της ΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, έγινε στο νεκροταφείο της Καισαριανής. Στη συνέχεια, η σορός της μεταφέρθηκε στη Βουλγαρία, για να αποτεφρωθεί.

Σε όλη τη διάρκεια της απλής τελετής, τιμητική φρουρά στη σορό της στάθηκαν σύντροφοί της από το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, τη Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη», της οποίας υπήρξε μέλος για ένα διάστημα και τον «Ριζοσπάστη». Η τελετή ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε με αγαπημένες μελωδίες της Αριστούλας και με ένα παρατεταμένο, ζεστό χειροκρότημα στο τέλος από τους παρευρισκόμενους.

 

Εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ, την Αριστούλα Ελληνούδη αποχαιρέτησε ο Περικλής Κουρμούλης, μέλος της ΚΕ και αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη». Αναφέρθηκε στο πλούσιο βιογραφικό της, στα παιδικά της χρόνια στην παρανομία, στην καλλιτεχνική της δράση, στην ενασχόλησή της με την κριτική θεάτρου μέσα και από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη», στην αγωνιστική της στάση όλα αυτά τα χρόνια και βέβαια στην προσφορά της στην εφημερίδα, όπου η Αριστούλα χρεώθηκε να δουλεύει από το ΚΚΕ για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.

Είπε μεταξύ άλλων: «Η ΚΕ του ΚΚΕ αποχαιρετά σήμερα με μεγάλη συγκίνηση τη συντρόφισσα Αριστούλα Ελληνούδη και τιμάει την προσφορά της στο Κόμμα, από όποια χρέωση της ανατέθηκε στις τέσσερις και πλέον δεκαετίες που υπήρξε μέλος του. Κυρίως, τιμάει την προσφορά της στο «Ριζοσπάστη», τον οποίο υπηρέτησε με αφοσίωση από το 1975 μέχρι λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή την περασμένη Δευτέρα.

Η συντρόφισσα Αριστούλα, όπως και άλλοι σύντροφοι της γενιάς της, υπήρξε για τους νεότερους που τη γνώρισαν μια ζωντανή «γέφυρα» ανάμεσα στα δρακογενιά της αντίστασης και τις πιο σύγχρονες γενιές των αγωνιστών. Εκείνους που μόνο η πάλη για το δίκιο του λαού, η πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ μπορεί να γεννήσει. Τις αξίες αυτές κουβαλούσε μαζί της και η συντρόφισσα Αριστούλα, έχοντας μάθει από πολύ νωρίς τι σημαίνει να είσαι παιδί κομμουνιστών που δούλευαν στην παρανομία, σε άγριες εποχές και σε συνθήκες ήττας του λαϊκού κινήματος, όπως ήταν αυτές που σημάδεψαν τα παιδικά της χρόνια

Συντρόφισσα Αριστούλα, εκπλήρωσες με συνέπεια το χρέος σου απέναντι στο λαό και στο κίνημα, τιμώντας κάθε στιγμή και από όποιο μετερίζι τον τίτλο του μέλους του ΚΚΕ. Στη ζωή σου συνδύασες υποδειγματικά την κομμουνιστική δράση και την ενασχόληση με την τέχνη, κατακτώντας ένα υψηλό επίπεδο μαρξιστικής παιδείας σε ζητήματα αισθητικής. Υπηρέτησες τη στρατευμένη τέχνη μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, στην υπόθεση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, κι αυτό σε καταξίωσε ευρύτερα στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού. Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη και σεβασμό».

Εκ μέρους της Συντακτικής Επιτροπής του «Ριζοσπάστη», την αποχαιρέτισε ο Δημήτρης Καραγιάννης, λέγοντας ανάμεσα σε άλλα: «Η σ. Αριστούλα ήταν από τους πιο παλιούς συντάκτες της εφημερίδας μας. Ακάματη στη δουλειά, με ανησυχία στο αντικείμενό της, τον πολιτισμό, το θέατρο στο οποίο είχε σημαντικές γνώσεις και το υπηρέτησε, γεγονός που επιδρούσε και στη διαμόρφωση της γνώμης της και ανεξάρτητα από τους χαμηλούς τόνους που χρησιμοποιούσε, η συνεισφορά της ήταν μεγάλη».

Ανέφερε ακόμα ότι «ένας τομέας με τον οποίο ασχολήθηκε ιδιαίτερα ήταν η εκδοτική δραστηριότητα στην περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, η έρευνα για τις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά και για τα παράνομα τυπογραφεία, τομέα τον οποίο είχε μελετήσει και έχει συμβάλει στην ανάδειξή του τόσο στην εφημερίδα, όσο και στην έκδοση του Ιστορικού Λευκώματος «Ριζοσπάστης της Κατοχής» και του Δεκέμβρη 1944. Ο πρόλογος που αναφέρεται στο παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ, είναι γραμμένος από την Αριστούλα».

Εκ μέρους του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ, η Αλεξάνδρα Προυσανίδου, ανέφερε ότι τελειώνοντας τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, «ξεκίνησε να παίζει στο θέατρο, όπου γρήγορα αναγνωρίστηκε το ταλέντο και οι υποκριτικές της ικανότητές της. Όταν της ζητήθηκε να βοηθήσει στον Ριζοσπάστη, αν και αγαπούσε πολύ την τέχνη του ηθοποιού, δέχτηκε, μιας και για την Αριστούλα πρώτο στη ζυγαριά έμπαινε πάντα η ανάγκη του Κόμματος. Επειδή δεν ήθελε όμως να εγκαταλείψει το θέατρο ξεκίνησε να γράφει με το ψευδώνυμο Θυμέλη, δανειζόμενη το όνομα από το βωμό που υπήρχε στο κέντρο των αρχαίων θεάτρων. Σιγά σιγά όμως την κέρδισε η κριτική.

Οι γνώσεις της για τις τέχνες και ειδικά για το θέατρο μαζί με τη μεγάλη αγάπη που είχε για τους ανθρώπους του θεάτρου, η αναγνώριση των τεράστιων δυσκολιών και προσπαθειών που αντιμετωπίζουν, ειδικά σήμερα, για να μπορέσουν να ανεβάσουν μια παράσταση, αποτελούσαν κριτήριο για το πώς θα αντιμετωπίσει ένα έργο, παράλληλα βέβαια με τις βαθιές γνώσεις της για το συγγραφέα, την εποχή που έζησε και δημιούργησε, τα καλλιτεχνικά ρεύματα. Αναγνώριζε τις καλές προθέσεις, μακριά όμως από εξιδανικεύσεις και λόγια που χαϊδεύουν στα αυτιά.

Επικροτούσε το γνήσιο, δεν άντεχε τις ψευτιές και τα δήθεν. Για να μπορέσει μάλιστα να είναι δίκαιη και αντικειμενική στην κριτική της απέφευγε τις φιλίες με τους ανθρώπους του χώρου. Η σαφής και δίκαια κριτική της, η ευαισθησία της, το ήθος και η συνέπειά της είναι στοιχεία που αναγνωρίζονται πλατιά από τους ανθρώπους της Τέχνης και του Πολιτισμού. (…) Είχε μεγάλη έγνοια στο να γνωρίσει, ειδικά η νέα γενιά, το έργο μεγάλων κομμουνιστών δημιουργών που είτε σήμερα προσπαθούν να τους αποχρωματίσουν, είτε τους έχουν στο περιθώριο. Γνώριζε ότι και μέσα από αυτή την επαφή μπορεί να βαθαίνει και να πλαταίνει η σκέψη μας, να οξύνεται η ευαισθησία μας, να διαμορφώνεται το αισθητικό μας κριτήριο».

-Διαβάστε ακόμα:

  • Το τραγούδι που ακολουθεί ακούστηκε στο ξόδι της. Μια ακόμα σπουδαία επιλογή, του γιου της, Γιάννου Περλέγκα, που ήξερε πως ήταν το αγαπημένο της.
eirini aivaliwtouTo «αντίο» του Γιάννου στην Αριστούλα
Περισσότερα

Παναγής Καββαδίας: Ο δαιμόνιος Κεφαλονίτης που έφερε στο φως την Επίδαυρο κι έκανε την πρώτη ανασκαφή στην Ακρόπολη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γεννημένος στον Κοθρεά της Κεφαλονιάς, ο Παναγής Καββαδίας έμελλε να είναι ο αρχαιολόγος που συνέδεσε το όνομά του με την αποκάλυψη ενός από τα σημαντικότερα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Το θέατρο της Επιδαύρου το 1898

Ο Καββαδίας γεννήθηκε το 1850 και σπούδασε φιλολογία το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και αρχαιολογία, με υποτροφία, στο πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Δούλεψε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από το 1879 στην οποία προσέφερε σημαντικό αρχαιολογικό αλλά και διοικητικό έργο.

Το 1881 θα καταφέρει να πάρει από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία 800 μόνο δραχμές για να ξεκινήσει τις ανασκαφές για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Είχε ήδη προηγηθεί μία αποτυχημένη ανασκαφή Γάλλων αρχαιολόγων και συγκεκριμένα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Επιστημονικής Επιτροπής του Μορέως, όμως ο επίμονος αλλά και δύστροπος Κεφαλονίτης αρχαιολόγος ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει την έρευνά του για την «αρχαιολογική ανακάλυψη του αιώνα», με ευρήματα ανεκτίμητης αξίας.

Ο Καββαδίας ήταν αυτός που, ερευνώντας συστηματικά το ιερό του Ασκληπιού, θα αποκαλύψει στο Κυνάρτειο Όρος, κάτω από ένα πυκνό δάσος, το διάσημο θέατρο που ήταν έργο του Πολυκλείτου. Ένα θέατρο που δημιουργήθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ., επεκτάθηκε τον 2ο, είχε χωρητικότητα 14.000 θεατών και σήμερα προστατεύεται από την Unesco αφού θεωρείται ένα πραγματικό ορόσημο αρχιτεκτονικής με τεράστια πολιτιστική και αρχαιολογική σημασία. Η συγκλονιστική ακουστική του θεάτρου, ειδικά για ένα χώρο αυτού του μεγέθους, εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα.

Πηγή φωτογραφίας: Wikimedia

Το θέατρο πριν από την ανασκαφή είχε υποστεί μεγάλες και σημαντικές φθορές από σεισμούς, επιχωματώσεις αλλά και την πυκνή βλάστηση που υπήρχε από πάνω του

Ο δαιμόνιος αρχαιολόγος, έχοντας διαβάσει συστηματικά όλες τις αναφορές από τους αρχαίους συγγραφείς, και κυρίως από τον Παυσανία, κατάλαβε ότι η πλαγιά που δημιουργούσε μία ήπια κοιλότητα θα έκρυβε από κάτω το αρχαίο θέατρο.

Αποκάλυψε όλα τα σημαντικά μνημεία του περιβάλλοντα χώρου, όμως παράλληλα, πολύ αργότερα, κατηγορήθηκε ότι δεν τα πρόσεξε, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές φθορές. Το θέατρο όμως ήταν αυτός που το αποκάλυψε και φρόντισε για τις πρώτες αναστηλωτικές επεμβάσεις.

Λίγο καιρό αργότερα, το 1885 θα ξεκινήσει τις ανασκαφές στην Ακρόπολη, την οποία θα σκάψει απ’ άκρη σ’ άκρη, και θα ιδρύσει το πρώτο Μουσείο της Ακροπόλεως ενώ πολλές από τις ανακαλύψεις του κοσμούν και το σημερινό Νέο Μουσείο.

Μερίμνησε για τη δημιουργία πολλών μουσείων σε ολόκληρη την Ελλάδα, για την οργάνωση του Αρχαιολογικού Μουσείου και την ίδρυση του «Αρχαιολογικού δελτίου».

Πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Καββαδίας είχε μια πολύ δύσκολη προσωπικότητα και κατηγορήθηκε πολλές φορές για αλαζονεία για την οποία και εκδιώχθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1909. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Βασίλης Καββαθάς στο βιβλίο του «H ανασκαφή στο ιερό. Στην αυλή των ονείρων και των θαυμάτων», «το πόσο αμφιλεγόμενος ήταν, προκύπτει και από τη διαμετρικά αντίθετη γνώμη που είχαν γι’ αυτόν δύο καθηγητές στους οποίους κάποια στιγμή ο βασιλιάς ζήτησε να εκφραστούν για τον Καββαδία. Ο ένας είπε «πρόκειται για τον σημαντικότερο καθηγητή του κόσμου», και ο άλλος του απάντησε πως «είναι ο μεγαλύτερος ξυλοσχίστης της Ελλάδας».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχαιολογική υπηρεσία τον αποκαλούσαν τυρρανίσκο ενώ στα χρόνια που έμεινε στην Ελλάδα φρόντισε να αποκτήσει πολλούς φανατικούς εχθρούς. Έτσι αναγκάστηκε για ένα διάστημα να φύγει πάλι στο εξωτερικό, όμως αργότερα επέστρεψε, συνεχίζοντας, τόσο το έργο του, όσο και το να προκαλεί.

Όμως αυτός ακριβώς ο… «τύραννος» εμπνεύστηκε και καθιέρωσε τον πρώτο νόμο «περί αρχαιοτήτων», που εξασφάλιζε το αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας του κράτους σε όλα τα αρχαία που βρίσκονται στην Ελλάδα. Επίσης για πρώτη φορά θεσμοθέτησε υποτροφίες για σπουδές Αρχαιολογίας στο εξωτερικό. Είχε επίσης μεγάλο συγγραφικό έργο.

Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονούμε τις σημαντικές ανακαλύψεις του και στην Κεφαλονιά (Τάφοι στα Μαζαρακάτα κ.α.) αλλά και το γεγονός ότι πολλά από τα αντικείμενα που βρήκε στο νησί που γεννήθηκε, εκτέθηκαν στο πρώτο αρχαιολογικό μουσείο του Αργοστολίου, που είχε ιδρύσει ο Γερμανός Καλλιγάς και συστεγαζόταν με τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας.

Ήταν καθηγητής Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας από το 1904 έως το 1922 και αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιγραφών και της Φιλολογίας, ενώ ανήκε στα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών το 1926. Ήταν επίσης μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου και επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Κανταβριγίας και της Λειψίας.

Απεβίωσε στις 20 Ιουλίου 1928.

  • Αρχική φωτογραφία: Ο Παναγής Καββαδίας στο Ιερό του Ασκληπιού το 1900.
eirini aivaliwtouΠαναγής Καββαδίας: Ο δαιμόνιος Κεφαλονίτης που έφερε στο φως την Επίδαυρο κι έκανε την πρώτη ανασκαφή στην Ακρόπολη
Περισσότερα

Τελευταίο χειρόγραφο για τη «Θυμέλη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μας έμαθε να αγαπάμε το Θέατρο και τους ηθοποιούς. Μας δίδαξε, με το ήθος της, την αντικειμενικότητά της και την πραότητά της. Αγωνίστρια μια ολόκληρη ζωή, σε όλα τα μέτωπα, μέχρι τέλους. Μέχρι το τελευταίο της χειρόγραφο. Πάντα στον «Ριζοσπάστη». Πηγαίνει τώρα να συναντήσει τον αγαπημένο της Τίμο Περλέγκα. Αφήνει το αστέρι της, τον Γιάννο. Έτοιμη για το μεγάλο ταξίδι η κυρία Αριστούλα Ελληνούδη. Δεν θα την ξεχάσουμε…

Θα την αποχαιρετήσουμε, σε πολιτική τελετή, την Πέμπτη 17 Αυγούστου στη 1 το μεσημέρι, στο νεκροταφείο Καισαριανής.

***

Το catisart.gr χρόνια τώρα τη συναντούσε στις παραστάσεις. Ανταλλάσσαμε μαζί της γνώμες, ακούγαμε τις εμπεριστατωμένες απόψεις της, παίρναμε από την εμπειρία και τη σοφία της. Πάντα χαιρόταν και καμάρωνε όταν μιλούσε για το βλαστάρι της, τον Γιάννο.

***

«Και πήγες εκεί – στη σκοτωμένη γενιά σου
Τώρα όμως έμαθα το μυστικό
και το χαμόγελό σου»

Αυτά έγραψε γι’ αυτήν ο γιος της, Γιάννος Περλέγκας, στο χρονολόγιό του στο F/B χρησιμοποιώντας και την παραπάνω φωτογραφία. Του ευχόμαστε καλή δύναμη, θερμά συλλυπητήρια και να είναι υγιής και δημιουργικός, όπως τον ήθελε, για να τη θυμάται.

Δεν λησμονώ πως πέρυσι, ως περήφανη μητέρα και ως ακριβοδίκαιη κριτικός, είχε παρακολουθήσει τουλάχιστον τρεις φορές την παράσταση «Ο Αδαής και ο Παράφρων» του Τόμας Μπέρνχαρντ σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, που παίχτηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Aπό τους «Μικροαστούς» του Γκόρκι

Η Αριστούλα Ελληνούδη ήταν κριτικός θεάτρου, συγγραφέας και ηθοποιός. «Τελευταίο χειρόγραφο» σε ηλικία 72 χρονών, ύστερα από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Είχε παίξει:

-Θεατρική παράσταση
Η κυρία δε με μέλλει (1970)
-Τηλεοπτική σειρά (1973)
Μαρίνα Αυγέρη
-Κινηματογραφική ταινία
Κλειστό παράθυρο (1977)
-Τηλεοπτική θεατρική παράσταση
Οι μικροαστοί (1982)

***

 

Εδώ, ένα κείμενο της Αριστούλας Ελληνούδη. Κριτική για την παράσταση «Τραχίνιες» που είχε ανεβάσει το Εθνικό Θέατρο στο Φεστιβαλ της Επιδάυρου το 2013.

«Τραχίνιες»

Εκτός του «Κύκλωπα», το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε στα Επιδαύρια και την ελάχιστα παιζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή «Τραχίνιες», για το διπλό, ερωτικής αιτιολογίας, φοβερό χαμό του Ηρακλή και της γυναίκας του Διηάνειρας. Ο Σοφοκλής, ποιτητικά, αλλά με σκληρή ρεαλιστική αλήθεια και περισσή θλίψη για τα υπαρξιακά πάθη και τους θανάσιμους έρωτες των ανθρώπων, χειρίζεται το μύθο για το φρικτό τέλος του Ηρακλή. Ο «ημίθεος» γιος του Δία και της Αλκμήνης, που διεκδίκησε τη Διηάνειρα από τον αντίζηλό του ποταμό – τέρας Αχελώο, εξοντώνοντας με τα βέλη του τον φιδίσιο Νέσο, την παντρεύτηκε και έκανε πολλά παιδιά μ’ αυτήν, έμελλε να χαθεί από το «ερωτικό φίλτρο», που ξεψυχώντας έδωσε ο Νέσος στη Διηάνειρα, αν ποτέ το χρειαστεί. Η Διηάνειρα, ανήσυχη με την πολύμηνη απουσία του Ηρακλή από το σπίτι του στην Τραχίνα και φοβούμενη παλιούς χρησμούς, στέλνει το γιο της Υλλο, να αναζητήσει τον πατέρα του. Με δύο αγγελιαφόρους διασταυρώνεται το κακό μαντάτο. Ο Ηρακλής έχει αλώσει την πόλη του Ευρίτου, από έρωτα για την όμορφη κόρη του, Ιόλη και επιστρέφει με αυτήν. Η Διηάνειρα, για να ξανακερδίσει τον έρωτα του Ηρακλή, του στέλνει με αγγελιαφόρο ένα νέο μανδύα, εμποτισμένο με το «φίλτρο» που της έδωσε ο Νέσος, ανυποψίαστη ότι πρόκειται για δηλητήριο.

Η Αριστούλα Ελληνούδη, τον Απρίλιο του 2013, στην ομιλία της με θέμα: «Θέατρο, αισθητικά κινήματα και η επαναστατική τομή του Μπέρτολτ Μπρεχτ».

Ο Υλλος συναντά τον πατέρα του κατά την επιστροφή του και βλέπει τον Ηρακλή να φορά το μανδύα και να ξεσκίζονται οι σάρκες του. Τρέχει στη μάνα του. Με μένος και πόνο κατηγορεί τη συζυγοκτονία της. Η Διηάνειρα απελπισμένη αυτοκτονεί. Σπαραγμένος από πόνους ο Ηρακλής φθάνει στο σπίτι, όπου ξεψυχώντας ζητά να κάψουν το κορμί του και ορκίζει το γιο του να παντρευτεί την Ιόλη. Έχοντας ασχοληθεί με την όπερα, ο Θωμάς Μοσχόπουλος, με την απόδοση και τη σκηνοθεσία του, θέλοντας να αποφύγει και τον παραμικρό μελοδραματισμό, αντιμετώπισε το έργο σαν «παραμυθολογικό» αφήγημα, σαν επικού τύπου μελόδραμα, αρμόζον περισσότερο στο οπερατικό είδος παρά στο ρεαλιστικό θέατρο πρόζας. Ζήτησε από τους ταλαντούχους ηθοποιούς να αποφύγουν κάθε δραματικότητα και να προσδώσουν στο λόγο τους οπερατικά «μουσικές» πινελιές. Πειθαρχώντας στη σκηνοθετική αντίληψη, η Αννα Μάσχα, με μακρόσυρτα και μονότονα «τραγουστό» λόγο, με ωραιοπαθείς στάσεις του σώματος και επαναλαμβανόμενα όμοιες, καλλιεπείς κινήσεις των χεριών, αφηγήθηκε χωρίς συναισθηματική βάσανο τις αγωνίες, την ερωτική πληγή και την απεγνωσμένη πράξη της Διηάνειρας. Ο, δυνατών εκφραστικών μέσων, Αργύρης Ξάφης, με οπερατική πόζα, ακόμη και με μια σύντομη άρια, υποδύθηκε τον Ηρακλή. Η πολύπειρη Φιλαρέτη Κομνηνού (Τροφός) κατάφερε να εξισορροπήσει το σκηνοθετικό ζητούμενο με τη ρεαλιστική απλότητα. Ιχνη αλήθειας είχαν οι ερμηνείες των Κώστα Μπερικόπουλου, Θάνου Τοκάκη και Γιώργου Χρυσοστόμου. Μια χωρίς ίχνος συγκίνησης παράσταση, που όμως έχει τρεις σημαντικές αρετές. Την πολύ ενδιαφέρουσα, με ροκ στοιχεία «οπερατική» σύνθεση του Κορνήλιου Σελαμσή, ζωντανά εκτελεσμένη από τρεις μουσικούς και εξαιρετικά διδαγμένη στο Χορό, από την Μελίνα Παιονίδου. Τη μοντερνιστική κινησιολογία – χορογραφία του Χρήστου Παπαδόπουλου και το λιτό με απλά μέσα μεταμορφώσιμο σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργίου.
ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

 

Στη φωτογραφία (κάτω) ο γάμος της με τον Τίμο Περλέγκα. Κουμπάροι η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος.

 

Για την Αριστούλα Ελληνούδη σε ανακοίνωσή της η ΚΕ του ΚΚΕ αναφέρει:

«Η σ. Αριστούλα Ελληνούδη γεννήθηκε το 1945 σε συνθήκες παρανομίας. Μεγάλωσε και γνώρισε τον κόσμο μέσα στις αντίξοες συνθήκες της ήττας του λαϊκού κινήματος. Ήταν κόρη του Γιώργη Ελληνούδη, στελέχους του ΚΚΕ από τη δεκαετία του 1920, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε την ευθύνη του Τυπογραφείου του ΕΑΜ.

Οι γονείς της, αμέσως μετά τη γέννησή της, πήγαν στη Μακεδονία για παράνομη δουλειά στο μηχανισμό του Κόμματος. Ο πατέρας της το 1947 πέρασε στις γραμμές του ΔΣΕ και στη συνέχεια, μετά την ήττα, στην πολιτική προσφυγιά. Η σ. Αριστούλα περνά τα πρώτα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα, μεταφερόμενη από γιάφκα σε γιάφκα, μαθαίνοντας πάντα να είναι σιωπηλή και λιγομίλητη.

Το 1952 η μητέρα της αναγκάζεται να αποκαλυφθεί. Για ένα διάστημα ζουν κάτω από άθλιες οικονομικές συνθήκες. Με χίλια βάσανα χτίζουν ένα δωματιάκι στην Καισαριανή. Εκεί πέρασε η Αριστούλα τα μαθητικά της χρόνια. Στο Δημοτικό πήγαινε με ψεύτικο όνομα. Για να μπορέσει να πάει στο Γυμνάσιο, η μητέρα της, ύστερα από δίκη, της δίνει το πατρικό της όνομα.

Από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου αναγκάζεται να δουλέψει. Γράφεται στο νυχτερινό και κάνει συγχρόνως τον πλασιέ βιβλίων. Παθαίνει σκολίωση και συνολική πτώση σπλάχνων γι’ αυτό αναγκάζεται να αλλάξει δουλειά, και να πάει σε ένα τυπογραφείο όπου έμεινε όλα τα χρόνια του γυμνασίου.

Από τα 14 της χρόνια αρχίζει επαφές με τη Λέσχη των Λαμπράκηδων. Μετά το Γυμνάσιο μπαίνει στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με υποτροφία και όταν την τελειώνει μπαίνει στο θέατρο. Λίγο πριν από τη δικτατορία συναντάει για πρώτη φορά τον πατέρα της στη Μόσχα.

Πριν από 40 χρόνια. Σάββατο 6 Αυγούστου 1977. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης». Σελίδα 4. Κριτική – παρουσίαση, από την Αριστούλα Ελληνούδη, για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο»Ιππής» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Το κείμενο στη βάση της σελίδας με την υπογραφή «Θυμέλη».

Με τη μεταπολίτευση έρχεται αμέσως σε επαφή με το Κόμμα και γίνεται μέλος του, το 1974. Παίρνει δραστήριο μέρος στο στήσιμο των πρώτων Οργανώσεων επιστημόνων – καλλιτεχνών και από το 1975 αρχίζει τη συνεργασία της με το «Ριζοσπάστη», στο δυναμικό του οποίου εντάσσεται κανονικά το 1976.

Η σ. Αριστούλα αναπτύσσει πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα ως ηθοποιός και ως κριτικός θεάτρου. Γνωρίζει και παντρεύεται τον κομμουνιστή ηθοποιό Τίμο Περλέγκα με τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον Γιάννο.

Την περίοδο της κρίσης στο Κόμμα και της αντεπανάστασης, η σ. Αριστούλα κράτησε στάση υπεράσπισης του ΚΚΕ, των αρχών του, του «Ριζοσπάστη» ως όργανο της ΚΕ του Κόμματος. Ήταν από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες στο «Ριζοσπάστη» που έδωσαν μάχη για να ανασυγκροτηθεί η δουλειά στην εφημερίδα.

Αμέσως μετά την κρίση το 1992 εντάχθηκε στη Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας όπου παρέμεινε μέλος της μέχρι το 1998. Είχε σημαντική συμβολή στο Πολιτιστικό Τμήμα της εφημερίδας παραμένοντας επικεφαλής του ως το 2013 και έχοντας την ευθύνη της στήλης της κριτικής θεάτρου με το ψευδώνυμο «Θυμέλη». Και στη συνέχεια, συνέχισε να εργάζεται στην εφημερίδα, μέχρι πριν από περίπου ένα χρόνο, που λόγοι υγείας την ανάγκασαν να σταματήσει. Για πάρα πολλά χρόνια ήταν υπεύθυνη του περιοδικού της Εθνικής Αντίστασης.

Σημαντική ήταν η συμβολή της συντρόφισσας Αριστούλας και στα Επιστημονικά Συνέδρια που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ για τον Γιάννη Ρίτσο το 2009, τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, το 2013 και τον Ναζιμ Χικμέτ το 2015, αλλά και στο αφιέρωμα στη Γαλάτεια Καζαντζάκη και στη Μέλπω Αξιώτη, το 2016. Οι γνώσεις της για το θέατρο και τον Πολιτισμό, το ήθος της, η συνέπειά της, αναγνωρίζονται πλατιά από τους ανθρώπους της Τέχνης και του Πολιτισμού.

Η σ. Αριστούλα γνώρισε από μικρή τι θα πει φασιστική βία και θηριωδία, τι θα πει καπιταλιστική εκμετάλλευση, τι θα πει αγώνας για το ψωμί. Βρέθηκε στο κέντρο των αντικομουνιστικών διώξεων, αλλά δε διάλεξε τη φυγή και τη συνθηκολόγηση. Παρ’ όλες τις δύσκολες εμπειρίες της από τις συνέπειες της ήττας και της υποχώρησης του εργατικού λαϊκού κινήματος, ακολούθησε το δρόμο των γονιών της, της οργανωμένης πάλης μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Η ΚΕ του ΚΚΕ εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά της. Η κηδεία της θα γίνει την Πέμπτη 17 Αυγούστου στη 1.00 μ.μ. στο νεκροταφείο Καισαριανής και θα είναι πολιτική».

  • Σχετικό θέμα:

Κριτική παρουσίαση της παράστασης «Ο αδαής και ο παράφρων»

 

 

 

eirini aivaliwtouΤελευταίο χειρόγραφο για τη «Θυμέλη»
Περισσότερα

Συλλυπητήρια ανακοίνωση της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεπιστημών και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων για τον Πέτρο Αλατζά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Συλλυπητήρια ανακοίνωση εξέδωσαν η Ελληνική Εταιρεία Νευροεπιστημών και η Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων για τον Πέτρο Αλατζά.

«Εκ μέρους της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεπιστημών και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια για τον αναπάντεχο χαμό του Πέτρου Αλατζά, ενός Επιστήμονα και Καλλιτέχνη με κοινωνικές-εκπαιδευτικές ευαισθησίες.

Επρόκειτο για έναν άνθρωπο πολυπράγμονα και δραστήριο, που εργαζόταν ως ηθοποιός και υπάλληλος σε φαρμακευτική εταιρεία ενώ παράλληλα εκπονούσε Διδακτορική Διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε πολύ δραστήριος στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού στις Νευροεπιστήμες και συμμετείχε σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία για Νευροεπιστήμες σε πολλές αντίστοιχες εκδηλώσεις.

Συμμετείχε στη συγγραφή και σκηνοθεσία του θεατρικού έργου «Τι θα γίνει, θα κοιμηθούμε απόψε;», στο οποίο έπαιξε και ως ηθοποιός. Το έργο αυτό περιέγραφε με πολύ παραστατικό τρόπο τους βιολογικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στη λειτουργία του ύπνου αλλά και τα οφέλη του ύπνου για την υγεία, τη μνήμη και τη μάθηση. Το έργο μεταγλωττίστηκε και στα Αγγλικά και προβλήθηκε από την Ιστοσελίδα της European Danna Alliance for Brain.

Μαζί με τον Νευρολόγο και καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αναστάσιο Μπονάκη ίδρυσαν την Εταιρεία «Science Art Society» με στόχο την προώθηση των τεχνών και των επιστημών στην καθημερινότητα των ατόμων, των οικογενειών, των σχολείων και γενικότερα της κοινωνίας ώστε να υπηρετήσει την ψυχαγωγία, την ενημέρωση και την εκπαίδευση.

Σε συνεργασία και με την Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων συμμετείχε στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη ενός προγράμματος που στόχευε στην ανάδειξη εναλλακτικών τρόπων διδασκαλίας της Βιολογίας χρησιμοποιώντας την τέχνη: ζωγραφική και θέατρο.

Στην ευρύτερη προσπάθειά του προς τις παραπάνω κατευθύνσεις συνεργάστηκε με πολλά σχολεία τα οποία επισκεπτόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Ο Πέτρος Αλατζάς ήταν ένας σπουδαίος Επιστήμονας, Καλλιτέχνης και Άνθρωπος που διέθεσε πολύ από το χρόνο του και την ενέργειά του σε όλες αυτές τις ιδιότητες. Κέρδιζε το σεβασμό, την εκτίμηση και την συνεργασία όσων τον γνώριζαν».

Χειρόγραφο από ποίημα του Πέτρου Αλατζά. Πηγή: Χρονολόγιο του Κωστή Καλλιβρετάκη στο F/B

Εν τω μεταξύ, ο φίλος του και συνάδελφός του Κωστής Καλλιβρετάκης -ηθοποιός και χημικός επίσης- στο χρονολόγιό του στο F/b, γράφει με δίκαιο παράπονο και αγανάκτηση:

«Ποιο «νησί» ρε πουθενάδες. Μας έχετε διαλύσει τον εγκέφαλο με τη μαλακία δυο μέρες, επειδή εσείς δεν έχετε κάτι καλύτερο να επιδείξετε.
Έκανε την αγάπη του για το αληθινό θέατρο πράξη, έπαιξε, σκηνοθέτησε, έγραψε κείμενα. Πάλεψε, πιέστηκε, έκανε υπομονή, ήλπιζε.
Αλλά ο Πέτρος ήταν τόσο καθαρός που το σύστημα του γύρισε την πλάτη «μετά την επιτυχία στο Νησί». Βλέπεις δεν ανήκε σε κλίκες και δεν έγλειψε κανέναν. Δε μάσησε, συνέχισε το αγαπημένο του θέατρο, συνέχισε τη Χημεία, έκανε και μάστερ στα 46 του, τώρα είχε ξεκινήσει και το διδακτορικό του, ποιος από σας ρε λαμόγια έχει τ’ άντερα για κάτι τέτοιο;
Μπείτε και βρείτε τις φωτογραφίες που τραβούσε από παραστάσεις. Δείτε, ρωτήστε. Ανακαλύψτε ένα πραγματικά ανήσυχο πνεύμα, έστω και τώρα. Κι αφήστε τα κωλοσάιτς και τους δήθεν να κάνουν κόπυ πέιστ και δηλώσεις».

H φωτογραφία είναι του Αντώνη Ψαρρά από συνέντευξη του Πέτρου στο catisart.gr και την Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Βίντεο από την παράσταση «Τι θα γίνει, θα κοιμηθούμε απόψε;»:

 

eirini aivaliwtouΣυλλυπητήρια ανακοίνωση της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεπιστημών και της Πανελλήνιας Ένωσης Βιοεπιστημόνων για τον Πέτρο Αλατζά
Περισσότερα

Σήμερα 11 Αυγούστου, στις 11, ο αποχαιρετισμός του Πέτρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πέτρος Αλατζάς
Φωτογραφία: Αντώνης Ψαρράς / catisart.gr

«Καπνός αι ημέραι μου»
Μα τι θαρρούν οι άκαπνοι.
Πώς έτσι απλά κόβεται το ρημάδι
τάχα υπόθεση δαχτύλων και συνήθειας;
Πώς σημαδεύεις με την κόκκινη γραμμή
ένα τσιγάρο
το κυκλώνεις
και καθαρίζεις
απαγορεύεις αποκλείεις οστρακίζεις;
Χορτάρι λένε πώς καπνίζουμε
ή χαρτί;
Λέξεις καπνίζουμε.
Και ιστορίες.
Όσες μας δόθηκαν ακέραιες να πανηγυρίζουν
κι όσες απόμειναν χλομές.
Φιλιά και λέξεις.
Παρέες γέλια ανέκδοτα
τραγούδια μοιρολόγια
κρασί και τσίπουρο
φαρμάκια
γονατισμένες μνήμες
κομμένους δρόμους
όνειρα διψαλέα
ηττημένα όνειρα
πρόσωπα ανεπίστροφα
το τρέμουλο του πρώτου αγγίγματος
τον τρόμο του στερνού.
Αυτά ο καπνός μας
αυτά το σήμα του το ευανάγνωστο.
Καν σπίρτο δεν χρειάζεται
καν αναπτήρας.
Αρκεί μια σπίθα τόση δα
απ’ την τριβή του νου
στης μνήμης μας την πέτρα πάνω.
Γερνάει ωστόσο ο καιρός
αγκομαχάει το αίμα
μαχαίρι λένε οι γιατροί
ρουφώντας τον καπνό τους απολαυστικά.
Μαχαίρι. Πού το πρόβλημα.
Θα υπάρχουν πάντοτε ιστορίες να καπνίζουμε
από μέσα μας –
ή, σε άλλα ελληνικά, ωμότερα
θα υπάρχει πάντα βίος για να ζήσουμε από μέσα μας.
Πλην κάποτε καπνίζουμε τον εαυτό μας να καπνίζει
ποζάροντας σε άφαντο καθρέφτη
ντυμένοι ύφος μελαγχολικό, περίσκεπτο.
Αλλά και τότε την αλήθεια μας καπνίζουμε,
μόνο δεν έχει αίμα ο καπνός.
*
(Του Παντελή Μπουκάλα – Από τη συλλογή «Ρήματα», εκδόσεις. Άγρα, 2009)

Αποχαιρετούμε τον αγαπημένο μας Πέτρο Αλατζά σήμερα Παρασκευή 11 Αυγούστου, στις 11 το πρωί, από τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Άλιμο. Νίκης 51, Άλιμος, τηλέφωνο 210-981.05.68
*
O Πέτρος Αλατζάς έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 8 – ογδόου – 17 (1+7=8) . Όπως έγινε γνωστό, η καρδιά του τον πρόδωσε και ο Πέτρος Αλατζάς υπέστη έμφραγμα.

Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε μέσω Facebook o φίλος του και επίσης ηθοποιός Νίκος Ορφανός.

Εκτός από ηθοποιός ήταν σκηνοθέτης και φωτογράφος.

Ο εκλιπών είχε παίξει και στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά το «Νησί», όπου είχε ξεχωρίσει στον ρόλο του εκδότη της εφημερίδας στη Σπιναλόγκα.

Ο συνάδελφός του Νίκος Ορφανός έγραψε:

«Αντίο Πέτρο μου…
Όλοι εμείς που δουλέψαμε στο Νησί, τη σειρά του Μέγκα, που γυρίστηκε στην Κρήτη πριν από εφτά χρόνια, είχαμε γίνει μια μεγάλη οικογένεια. Από ένα σημείο και μετά, ήταν τέτοια η συναισθηματική φόρτιση και το δέσιμό μας, που αυτό που βλέπατε λίγο απείχε από την πραγματικότητα.
Με μεγάλη θλίψη και αφάνταστη στενοχώρια, πληροφορήθηκα την απώλεια του αγαπητού μου Πέτρου Αλατζά, εχθές το βράδυ.
Ήταν ο εκδότης της εφημερίδας στη Σπιναλόγκα, είχα την τύχη να τον σκηνοθετήσω στη «Βέρα» στο Αλεξάνδρεια, προ τριών ετών, υπέροχο παιδί, συνάδελφος αγαπητός, καλός άνθρωπος, εξαιρετικός ηθοποιός με ήθος και γνώση, αχ βρε Πέτρο…καλό σου ταξίδι φίλε μου αγαπητέ…».

*
Ήταν ηθοποιός από το 1995.

ΣΠΟΥΔΕΣ
Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεατρικού Οργανισμού «Μορφές» (Θέατρο «ΕΜΠΡΟΣ» 1992-1996). Απόφοιτος του Χημικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια των: Μιχαήλ Μαρμαρινού, Αμαλίας Μουτούση, Αγγελικής Στελάτου, Μαίρης Τσούτη, Ανρί Κεργκομάρ, Άρη Βαφιά, Τapa Sudana, Lilo Baur και Κώστα Φιλίππογλου. Δίδαξε, μαζί με τον Κώστα Φιλίππογλου, σε σεμινάρια για εκπαιδευτικούς και ερασιτέχνες ηθοποιούς.

ΘΕΑΤΡΟ
Απαλλαγή της Linda McLean, σκηνοθεσία: Πέπη Μοσχοβάκου (Altera Pars 2011), Hughie του Ευγένιου Ο’ Νηλ σκηνοθεσία: Α.Τομπούλη (Altera Pars 2009-2010), Κάποιος θα ρθει του Jon Fosse, σκηνοθεσία: Λ. Γιοβανίδης (Θέατρο ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ), Πεθαίνω σα χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη, σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός Φεστιβάλ Αθηνών (2007 και 2008) Βιέννης, Βρυξελών, Βαρσοβίας, Μπορείτε να είστε ευτυχισμένοι της Α. Δαρλάση, σκηνοθεσία: Θ. Πρωτονοταρίου (delivery theatre – θέατρο στα σπίτια ), Δε barιέσαι, σκηνοθεσία: Ν. Νικολάου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης), Viva la compagnia, σκηνοθεσία: Α. Τσίχλη Πόλη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, της Α. Δαρλάση, Σκηνοθεσία: Μ. Μάσχα (θέατρο ΑΜΟΡΕ), Death Valley Junction του Α.Οστερμάιερ, σκηνοθεσία: Χ.Λίγκας (studio Πρώτες Ύλες), Χειμωνιάτικο παραμύθι, του Σαίξπηρ, σκηνοθεσία: Lilo Baur (θέατρο ΑΜΟΡΕ), Ξένοι Τόποι του P. Goulding, σκηνοθεσία: Γ. Γκικαππέπας (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ), Eνός πουλιού, μόνο, η φωνή… του Γ. Παπαδόπουλου, σκηνοθεσία: Μ. Μάσχα (Πειραματική σκηνή Εθνικού Θεάτρου), Άλλοι άνθρωποι του C.Shinn, σκηνοθεσία: Α. Καβίδας (studio Ιλίσια), Κβέτς του S. Berkoff, σκηνοθεσία: Όλγα Ποζέλη (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ), Όχι μόνο για παιχνίδι, σκηνοθεσία Π. Σεβαστίκογλου (θέατρο ‘Τεχνοχώρος’), Δεν θέλω να ξέρω τίποτα, κείμενα των B. Brecht και H. Pinter, σκηνοθεσία: Φ. Μακρής (θέατρο «Φούρνος»), Μικρός Ήρως, σκηνοθεσία: Δ. Πιατάς-Χ. Μανταφούνης, Ο καλύτερος φίλος του άνδρα, του Ε. Βουτσίνου, σκηνοθεσία: Δ. Πιατάς (θέατρο «Πολύτεχνο»). Η Αντιγόνη στην Ν. Υόρκη του J. Glowacki, σκηνοθεσία: Φ. Μουρατίδης («Τεχνόπολις» Γκάζι), 3-0-1 Μεταφορές της Ε. Πέγκα, σκηνοθεσία: Ε. Πέγκα (Πειραματική σκηνή Εθνικού Θεάτρου), Αγγέλα του Γ. Σεβαστίκογλου, σκηνοθεσία: Τάσος Μπαντής (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ), Εγώ ο Φόιερμπαχ του T. Dorst, σκηνοθεσία : Π. Παπαδόπουλος (θέατρο ΕΜΠΡΟΣ).

ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Οδυσσεβάχ της Ξ. Καλογεροπούλου, σκηνοθεσία: Κ. Φιλίππογλου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης), Το μεγάλο ταξίδι του μικρού γίγαντα, της Μ. Κάλμπαρη, Σκηνοθεσία: Δ. Σιδηροπούλου (θέατρο ‘Αργώ’), Η πριγκίπισσα κι ο βάτραχος της Μ. Κάλμπαρη, Σκηνοθεσία: Δ. Σιδηροπούλου (θέατρο ‘Αργώ’). Eπίσης, έπαιξε στην παράσταση για παιδιά «Αν εσύ… ήμουν εγώ!» του Δημήτρη Σεϊτάνη από το Θέατρο Νέων τις σεζόν 2011-2012 & 2012 – 2013 (τη δεύτερη χρονιά παίχτηκε μόνο για σχολεία, ενώ στο ενδιάμεσο των δύο πραγματοποιήθηκε και περιοδεία εντός Αττικής).

ΧΟΡΟΘΕΑΤΡΟ
Βοηθός Χορογράφου στην Τελετή Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας, χοροθεατρική ομάδα «Σπείραμα» (θέατρο «Κάτω από την γέφυρα»), Λαβύρινθος σκηνοθεσία – χορογραφία: Μ. Τσούτη (Χοροθέατρο «Ανάλια»),.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Μεγάλου μήκους ταινίες
Σκόνη του χρόνου Σκηνοθεσία: Θ. Αγγελόπουλος, Ένα τραγούδι δεν φτάνει, σκηνοθεσία: Ε. Χρονοπούλου. Παρά λίγο, παρά πόντο, παρά τρίχα, σκηνοθεσία: Σ. Θεοδωράκη, Φοβού τους ΄Ελληνες, σκηνοθεσία: J. Tatoulis. Παίζει ο Θεός με τ’ αλατοπίπερο, σκηνοθεσία: Α. Αριστόπουλος.
Μικρού μήκους ταινίες
Καλοκαιρινή βροχή, σκηνοθεσία: Α. Ηλιόπουλος. Το Ψυχοσάββατο, σκηνοθεσία: Γ. Σκεύας Έχει, επίσης, λάβει μέρος στα Δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ: Αιγαίο, σκηνοθεσία: Τ. Κομνηνέας. Χαρίλαος Τρικούπης, σκηνοθεσία: Δ. Βερνίκος και Σκουριασμένες εικόνες σκηνοθεσία: Γ. Κατσάμπουλας

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Το νησί, σκηνοθεσία: Θοδωρής Παπαδουλάκης, Καρυωτάκης, σκηνοθεσία: Τάσος Ψαρράς, Iστορίες μυστηρίου, «Η απέναντι όχθη» (σκηνοθεσία: Α. Μπαφαλούκας). Μόνη εξ αμελείας σκηνοθεσία: Χ. Δήμας, Ν. Περάκης, κι Ε. Χρονοπούλου. Σαββατογεννημένες, σκηνοθεσία: Π. Κροντηροπούλου. Απαγορευμένη αγάπη, σκηνοθεσία: Θ. Κωνσταντόπουλος, Θ. Τσαουσόπουλος, Camera Cafe σκηνοθεσία: Φ. Κοτρώτση. Εν Ιορδάνη σκηνοθεσία: Π. Δημητρακοπούλου. Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή, σκηνοθεσία: A. Ρήγας. Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα, σκηνοθεσία: Γ. Διαμαντόπουλος. Γεώργιος Βυζυηνός-Η σιωπή των αγγέλων σκηνοθεσία: Χ. Χριστοφής. Χωρικά ύδατα, σκηνοθεσία: Γ. Διαμαντόπουλος.
Είχε, επίσης, εμφανιστεί σε διαφημίσεις και Videoclips.

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ
Ονειρικά τοπία, Σύνθετη καλλιτεχνική δράση με Θέατρο, Εικαστικά installations και Video art με κεντρικό άξονα την παράσταση του θεατρικού έργου «Λαθρεπισκέπτες» του Γ. Κοντραφούρη. Ελληνοαμερικανική Ένωση (πρώτη παρουσίαση Νοέμβριος 2010). Οι νύχτες μακριά σου της Μ. Αλεξοπούλου Θέατρο Εξαρχείων (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2009)
*
Ως βοηθός σκηνοθέτη είχε συνεργαστεί με την Esther Andre Gonzalez στις παραστάσεις των έργων: Frida/Frida και Χιόνια πολλά κι ευτυχισμένος καινούργιος κόσμος (2007-2008) και με την Άσπα Τομπούλη στην παράσταση Σύλβια & Τεντ (2011). Είχε παρακολουθήσει το διετές σεμινάριο «Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας και τεχνικών σκοτεινού θαλάμου» των Ν. Δημολίτσα και Ν. Ανδρικόπουλου
*
Είχε φωτογραφήσει πολλές παραστάσεις Χορού και Θεάτρου. Φωτογραφίες του, επίσης, έχουν συνοδεύσει ποιητικές συλλογές.

  • Μάθετε περισσότερα για τον Πέτρο:

Συνέντευξη του Πέτρου Αλατζά στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου

eirini aivaliwtouΣήμερα 11 Αυγούστου, στις 11, ο αποχαιρετισμός του Πέτρου
Περισσότερα

Υπάρχουν λέξεις… για τα μπλε του Μιρό;

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Υπάρχουν λέξεις που δεν μπορούν να ειπωθούν δύο φορές,
εκείνος που τις είπε κάποτε ξόδεψε όλες σου τις αισθήσεις.
Μόνο δύο πράγματα δεν έχουν ποτέ το τέλος τους:
το γαλάζιο του ουρανού και του Δημιουργού το έλεος.

(Anna Akhmatova: Η πασών των Ρωσιών)

  • Ο ισπανικής καταγωγής ζωγράφος και γλύπτης Χουάν Μιρό υπήρξε ένας από τους πρώτους υπερρεαλιστές καλλιτέχνες που τόνισε τις φανταστικές εικόνες και αποτέλεσε εκπρόσωπο του κινήματος του σουρεαλισμού που ξεκίνησε στις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Μιρό ανέπτυξε μια δική του ιδιαίτερη εξατομικευμένη εικαστική γλώσσα που προέρχεται από τους προϊστορικούς χρόνους και τις πηγές της φύσης.

O Joan Miro είναι γνωστός για τις γεμάτες παιχνιδίσματα εικόνες του. Οι συμβολικές του εικόνες δίνουν την αίσθηση της αφέλειας και της παιδικότητας κοιτάζοντάς της κάποιος για πρώτη φορά. Σε αντίθεση με την καλλιτεχνική του εικόνα, ο Μιρό ήταν ένα συγκεντρωμένος, εργατικός άνθρωπος που προτιμούσε να πηγαίνει στις εκθέσεις των γκαλερί ντυμένος με κλασικά σκούρα κοστούμια εργασίας.

Ο Μιρό γεννήθηκε το 1893 ως γιος ενός χρυσοχόου και κατασκευαστή κοσμημάτων στη Βαρκελώνη στη Βόρειο Ισπανία και έφυγε από τη ζωή το 1983. Σπούδασε εικαστικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης και στην Academia Gali. Οι γονείς του βέβαια είχαν τις αντιρρήσεις τους και προτιμούσαν να δουν τον γιο τους να ακολουθήσει μια πιο σίγουρη δουλειά ως επιχειρηματίας. Μάλιστα, ακολούθησε και σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων το 1907, παράλληλα με τα μαθήματα των καλλιτεχνικών σπουδών του και εργάστηκε ως λογιστής για σχεδόν δύο χρόνια. Τότε ήταν που υπέστη κάποιο είδος νευρικού κλονισμού και εγκατέλειψε τις όποιες βλέψεις των γονιών του να επιλέξει ένα πιο σταθερό επάγγελμα. Οι γονείς του αποδέχτηκαν τελικά να ακολουθήσει την καριέρα του καλλιτέχνη χωρίς ωστόσο να του παρέχουν υπερβολική υποστήριξη για αυτή του την επιλογή.

Στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του πειραματίστηκε σε διαφορετικά στυλ ζωγραφικής που είχαν κάνει δυναμικά την παρουσία τους εκείνη την περίοδο με την αλλαγή του αιώνα, όπως ο Φωβισμός και ο Κυβισμός.

Το 1920 ο Μιρό έκανε την πρώτη από μια σειρά ταξίδια στο Παρίσι και το 1921 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου συναντήθηκε με τον Πάμπλο Πικάσο και πολλούς άλλους από τους μεγάλους ζωγράφους και καλλιτέχνες που ζούσαν στο Παρίσι – το οποίο αποτελούσε το κέντρο των τεχνών στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και το πρώτο μισό του εικοστού.

Από το 1924 και έπειτα, ο Miro εντάχθηκε στον κύκλο των Θεωρητικών Σουρεαλιστών του Andre Breton και το ζωγραφικό του ύφος πήρε στροφή προς το κίνημα του Σουρεαλισμού. Σύντροφοί του και συνοδοιπόροι σε αυτό το μοναδικό καλλιτεχνικό ταξίδι υπήρξαν ο Andre Masson και ο Max Ernst. Παρά το γεγονός βέβαια ότι ο Μιρό είχε προσχωρήσει στο κίνημα των σουρεαλιστών, ποτέ δεν ενέταξε εαυτό του εξ ολοκλήρου και απόλυτα σε αυτήν την ομάδα που κυριαρχείτο από τον Andre Breton, παραμένοντας πάντα ένα αουτσάιντερ του κινήματος.
Μέχρι το 1930 ο καλλιτέχνης είχε αναπτύξει το δικό του προσωπικό στυλ. Το στυλ της τέχνης που ακολούθησε ο Μιρό είναι δύσκολο να περιγραφεί. Χαρακτηρίζεται από λαμπερά χρώματα σε συνδυασμό με απλοποιημένες φόρμες που θυμίζουν τα σχέδια που δημιουργήθηκαν από παιδιά στην ηλικία των πέντε ετών, ενώ στην τέχνη του ενσωματώνει στοιχεία και από την καταλανική λαϊκή τέχνη. Ο ίδιος αγαπούσε ιδιαίτερα να συγκρίνει τις εικαστικές τέχνες με την ποίηση.

Στη δεκαετία του 1930 η φήμη και η αναγνώρισή του έγινε σε διεθνές επίπεδο. Από το 1940 έως το 1948 επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην Ισπανία. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου πειραματίστηκε σε διάφορα εικαστικά μέσα όπως τη γλυπτική, τα κεραμικά και τις τοιχογραφίες.

Το 1947, ο Μιρό επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες για πρώτη φορά όπου είχε διάφορες προσωπικές εκθέσεις. Η πιο σημαντική υπήρξε η αναδρομική έκθεση στο MoMA – Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη το 1951 και το 1959. Το 1954 μάλιστα, κέρδισε ένα βραβείο στην Μπιενάλε της Βενετίας, ενώ το 1968 ο καλλιτέχνης αποπεράτωσε τελικά δύο μεγάλες κεραμικές τοιχογραφίες σε κτήρια της UNESCO στο Παρίσι, τα οποία του είχαν ανατεθεί.

Ο Μιρό υπήρξε ένας ιδιαίτερα πειθαρχημένος άνθρωπος που εργαζόταν με προσήλωση πάνω σε κάθε έργο του. Ήταν λιγομίλητος και έμοιαζε ένας τέλειος μετρημένος άνθρωπος. Ήταν συστηματικός, αξιόπιστος και ιδιαίτερα σχολαστικός. Τίποτα από όσα τον χαρακτήριζαν δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ανήκαν σε μια μποέμ προσωπικότητα την οποία είχαν συνήθως οι καλλιτέχνες.

Επιπλέον, ο Μιρό ήταν μετριοπαθής. Παρά τη διεθνή αναγνώριση, η οικονομική του κατάσταση δεν υπήρξε εξαιρετική. Ονειρευόταν ένα μεγάλο στούντιο, όπου θα μπορούσε να δημιουργήσει τα πολυάριθμα έργα τέχνης και τις ιδέες που είχε συγκεντρώσει σε ένα μικρό σημειωματάριο. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά για εκείνον. Το πρώτο ταξίδι του στις ΗΠΑ, έδωσε μεγάλη ώθηση στη δημοτικότητά του και στην αγοραία αξία των έργων τέχνης του. Το αποτέλεσμα ήταν ο μετριοπαθής Μιρό να πιέσει τις γκαλερί να κάνουν μια πιο δίκαιη κατανομή των εσόδων από τις πωλήσεις των έργων του. Σε μια επιστολή του προς τους ιδιοκτήτες γκαλερί κάποτε έγραψε τα εξής:

«Αυτό που δεν θα δεχτώ πλέον είναι μια μέτρια ζωή, ενός μετριοπαθούς τζέντλεμαν».

Το 1956 τελικά ο Μιρό κατάφερε να μετακομίσει στη βίλα των ονείρων του, στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα, η οποία σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Josep Lluis Sert. Το νέο του σπίτι κατασκευάστηκε σε υπερσύγχρονο στυλ χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονική avant-garde της δεκαετίας του 1950. Το 1992 η κατοικία του μετετράπη στο μουσείο Miro ανοικτό για το κοινό.

Ο Μιρό ήταν ένας ιδιαίτερα γόνιμος καλλιτέχνης. Εργάστηκε πάνω στην κατασκευή γκραβούρων και λιθογραφιών, και βρίσκεται μεταξύ εκείνων των σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως ο Πικάσο ή ο Σαγκάλ τα έργα των οποίων δημοσιεύθηκαν επίσης εκτυπωμένα σε μεγάλες εκδόσεις απευθυνόμενα στο ευρύτερο κοινό. Σήμερα, αυθεντικά έργα τέχνης του Μιρό είναι διαθέσιμα ακόμη και για τους λάτρεις της τέχνης, οι οποίοι έχουν ωστόσο περιορισμένα χρήματα στη διάθεσή τους.

eirini aivaliwtouΥπάρχουν λέξεις… για τα μπλε του Μιρό;
Περισσότερα

Ο Γιώργος Καραμίχος, ο Γουργούρης, η Νίσυρος και οι «Durrells»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Μετά την Κέρκυρα, το Λονδίνο και το Λος Άντζελες, ο Γιώργος Καραμίχος επιστρέφει -όπως κάθε καλοκαίρι- στην αγαπημένη του Νίσυρο, στους νησιώτες φίλους του και στον γάτο του τον Γουργούρη.

Πριν από περίπου δέκα μέρες πάτησε το πόδι του συγκινημένος ξανά στο σαγηνευτικό ηφαιστειακό νησί ο δημοφιλής ηθοποιός. Αυτή τη φορά έφερε μαζί του και έναν φιλοξενούμενο, το γιο του φίλου του και σπουδαίου Άγγλου ηθοποιού Τζέιμς Κόσμο.

Εν τω μεταξύ με τις υψηλές θερμοκρασίες στο νησί, ο Γουργούρης, μακρύτριχος όπως είναι, του παραπονέθηκε ότι ζεσταινόταν και πως φέτος άργησε να τον κουρέψει. Καθώς το μικρό νησί της Νισύρου δεν διαθέτει κατάστημα καλλωπισμού κατοικιδίων, οι δυο τους ταξίδεψαν στην Κω, όπου προσφέρθηκε η απαραίτητη περιποίηση στον γλυκύτατο γατούλη. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Γουργούρης και ο Γιώργος είναι μαζί εδώ και περίπου επτά χρόνια.

Στη φωτογραφία βλέπετε και τους δύο να ποζάρουν αγκαλιά και τρισευτυχισμένοι στο φακό του φίλου του catisart.gr, Κώστα Ιωαννίδη, που είναι δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος Βριλησσίων και λάτρης της Νισύρου.

Ο Εμπορειός

Το σπίτι του Γιώργου στη Νίσυρο βρίσκεται στον Εμπορειό, που κατά πολλούς θεωρείται μακράν το πιο όμορφο χωριό στη Nίσυρο. Είναι χτισμένο πάνω σε έναν λόφο. Αν κοιτάξεις από τη μία βλέπεις θάλασσα και από την άλλη το ηφαίστειο βρίσκεται μπροστά στα πόδια σου.

Πριν από αρκετές δεκαετίες το χωριό αυτό αριθμούσε περίπου 3.000 κατοίκους. Το όνομά του το πήρε, από τη λέξη εμπόριο. Παλιά αυτό το μικρό χωριό είχε γύρω στα 8 καφενεία, 5 παντοπωλεία, τσαγκαράδικα, μπαρμπέρηδες και γενικά όποιος ήθελε να αγοράσει ή ακόμα και να πουλήσει την πραμάτεια του πήγαινε στον Εμπορειό. Όμως μετά την άνοδο έρχεται η κάθοδος. Το χωριό άρχισε σταδιακά να αραιώνει. Τώρα κατοικείται το χειμώνα από περίπου δέκα κατοίκους.

Στο μεγάλο σεισμό του 1880 όλα σχεδόν καταστράφηκαν. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει από το χωριό αλλά και από το νησί. Αυτοί που έμειναν κατέβηκαν παραθαλάσσια, στο χωριό Πάλους. Μετά άρχισαν και τα μεταναστευτικά κύματα και ερήμωσε σχεδόν τελείως. Σήμερα κρατάει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα.

Υπάρχουν ακόμα σπίτια που μέσα από τους τοίχους τους αναβλύζει ζεστός καπνός, οι λεγόμενες «Απυρίες». Υπάρχει ακόμα και η φυσική σάουνα. Στο καλαίσθητο σπίτι του Γιώργου αλλά και όπου και να βρεθείς στον Εμπορειό σε σαγηνεύει η μοναδική θέα, η ηρεμία και το τοπίο…

Το Λος Άντζελες

Θυμίζουμε πως ο Γιώργος Καραμίχος τα τελευταία χρόνια ζει σχεδόν μόνιμα στο Λος Άντζελες, όπου διδάσκει στο υποκριτική στο Stella Adler Academy of Acting. Τακτικά μάλιστα σκηνοθετεί ή παίζει σε κάποια παραγωγή του θεάτρου της Στέλλα Άντλερ.

Ως γνωστόν, ο αγαπημένος μας ηθοποιός ανήκει στο καστ της αγγλικής τηλεοπτικής σειράς «The Durrells», που γυρίζεται στην Κέρκυρα. Η σειρά είναι βασισμένη στην κερκυραϊκή τριλογία του Τζέραλντ Ντάρελ.

Ο Γιώργος έφυγε από την Ελλάδα για να κυνηγήσει το όνειρο μιας άλλης σταδιοδρομίας, αυτή τη φορά στο εξωτερικό, αφού κέρδισε υποτροφία στο φημισμένο Studio of Acting της Stella Adler κέρδισε -μέσω του ιδρύματος Fulbright.

Λίγα χρόνια αργότερα εμφανίζεται στο ριμέικ του «Μπεν Χουρ», ενώ τώρα έχει ένα βασικό ρόλο στη σειρά «The Durrells», που μας ταξιδεύει στην Κέρκυρα του 1935.

 

Από τη Βέροια

Ρίχνοντας μια ματιά στο βιογραφικό του, θα δούμε ότι ο Γιώργος Καραμίχος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βέροια. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και της Ανωτέρας Σχολής Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά και γερμανικά. Έχει μεγάλη πορεία στο θέατρο, με παραστάσεις στο Εθνικό, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες. Επίσης, είναι ιδιαίτερα γνωστός για τις τηλεοπτικές του συμμετοχές, για τις σκηνοθεσίες του και τα σεμινάρια υποκριτικής που έχει δώσει.

«The Durrells»

Όταν έκανε τα γυρίσματα για το «Μπεν Χουρ» στην Ιταλία, συνεργάστηκε με τον γνωστό Βρετανό ηθοποιό Τζέιμς Κόσμο, με τον οποίο διατήρησε μια πολύ καλή επαφή και μετά το τέλος των γυρισμάτων. Όταν του ζήτησαν να συμμετέχει στη σειρά «The Durrells», ο Κόσμο σκέφτηκε ότι ο Γιώργος θα ήταν ιδανικός για το ρόλο του Θεόδωρου Στεφανίδη. Τον πρότεινε στις casting directors, που με τη σειρά τους ήρθαν σε επαφή με τον μάνατζέρ του στην Αμερική και του ζήτησαν να κάνει δοκιμαστικό για το συγκεκριμένο ρόλο. Ακολούθησε μια ακρόαση και μια συνέντευξη με το σκηνοθέτη της σειράς με αποτέλεσμα την πρόσληψή του στη φιλόδοξη τηλεοπτική υπερπαραγωγή.

Ο Θεόδωρος Στεφανίδης είναι, ως μέντορας του Τζέραλντ Ντάρελ, ένας χαρακτήρας πολύ καλλιεργημένος αλλά και πολύ μοναχικός. Είναι ο άνθρωπος που στηρίζει τους Ντάρελ συναισθηματικά, καθώς τους αποδέχεται χωρίς να τους κρίνει ως ξένο στοιχείο, όπως κάνουν άλλοι συμπολίτες του στην Κέρκυρα. Και, επιπλέον, ήταν παρών σε οποιαδήποτε χαρά ή αγωνία της οικογένειας κάποιες φορές αξιοποιώντας τον επιστημονικό του ρόλο ως γιατρός και βιολόγος και άλλες ως δικηγόρος ή ποιητής.

Η Κέρκυρα

Η σειρά είναι βασισμένη στην κλασική αυτοβιογραφική τριλογία του Τζέραλντ Ντάρελ και αφηγείται την ιστορία της μητέρας του, Λουίζα Ντάρελ, που εγκαθίσταται στην Κέρκυρα από το 1935 έως το 1939, μαζί με τα τέσσερα παιδιά της, επιλέγοντας έναν τελείως αντισυμβατικό τρόπο ζωής.

Η σειρά περιλαμβάνει Έλληνες ηθοποιούς, όπως ο Αλέξης Γεωργούλης, ο Γιώργος Καραμίχος και η Άννα Σάββα, οι οποίοι επανέρχονται για δεύτερη χρονιά με τους ρόλους της πρώτης σεζόν. Η σειρά υποδέχεται και την Έρρικα Μπίγιου, στο ρόλο της νεόφερτης Βασιλείας.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε την Κίλι Χος (The Bank Job: Το Μεγάλο Κόλπο, Ένας Θάνατος Σε Μια Κηδεία), τον Μάιλο Πάρκερ (Μις Πέρεγκριν Στέγη Για Ασυνήθιστα Παιδιά, Η Εισβολή Των Ρομπότ) και τον Τζος Ο’ Κόνορ (Florence: Φάλτσο Σοπράνο, Σταχτοπούτα). Tο σενάριο υπογράφει ο Σάιμον Νάι (Wild West), ενώ την σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Στηβ Μπάρον (Χελωνονιντζάκια) και ο Έντουαρντ Χολ (Ο Πύργος Του Ντάουντον).

Το σίριαλ είναι γεμάτο από νοσταλγικές εικόνες γεμάτες ομορφιά, ειδυλλιακά ελληνικά τοπία από την Κέρκυρα μιας άλλης εποχής και στο επίκεντρο φυσικά έχει την ιστορία των Ντάρελ – μιας από τις πιο επιφανείς οικογένειες της Βρετανίας.

Οι «Durrels» αποτελούν κάτι σαν σημείο αναφοράς για την Αγγλία. Ο περίφημος συγγραφέας του «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου», Λόρενς Ντάρελ, είναι από τα διασημότερα πρόσωπα στην ιστορία των γραμμάτων παγκοσμίως, όπως και ο αδελφός Τζέραλντ Ντάρελ, αφού δεν υπάρχει παιδί στη Βρετανία που να μην έχει διαβάσει κάποιο από τα εύθυμα χρονογραφήματα και μυθιστορήματά του. Το βιβλίο «Η οικογένειά μου και άλλα ζώα» είναι απόλυτα εμβληματικό της εποχής, αφού καταγράφει με χιούμορ και ξεχωριστή ενάργεια τα έργα και τις ημέρες της οικογένειας στην Κέρκυρα. Στο βιβλίο βασίστηκε το σενάριο της ομώνυμης σειράς.

Κανείς στην Αγγλία δεν φανταζόταν πως η σειρά θα είχε μια τέτοια τεράστια ανταπόκριση από το κοινό. Ενδεχομένως αυτή να οφείλεται στον συνδυασμό της ποιοτικής δουλειάς και των πανέμορφων ελληνικών τοπίων, γεγονός που έχει ήδη αναδείξει την Κέρκυρα σε απόλυτο προορισμό για το καλοκαίρι. Σε σχετικό ρεπορτάζ ο «Guardian», που ερευνά τον τεράστιο αντίκτυπο που έχει η σειρά στο κοινό, καταγράφει, μεταξύ άλλων, την εξήγηση της διευθύντριας παραγωγής Σάλι Γούντγουορντ Τζεντλ: «Ίσως επειδή όλοι αποζητάμε τον ήλιο και την απόδραση. Δεν θέλουμε κάτι αρρωστημένα γλυκερό – ούτε εμείς ούτε το κοινό. Επομένως, οτιδήποτε μας φαινόταν «γλυκούλικο», το κόβαμε. Την ίδια στιγμή στόχος μας ήταν η σειρά να αποπνέει κάτι απόλυτα και υπέρ το δέον απολαυστικό για τους θεατές». Και απ’ ό,τι φαίνεται, τα κατάφεραν. Στη σειρά, που είναι από τις πρώτες σε θεαματικότητα στη βρετανική τηλεόραση, εκτός από τους βραβευμένους Κίλι Χόουζ και Τζέιμς Κόσμο, τους Έλληνες Γιώργο Καραμίχο και Αλέξη Γεωργούλη, παίζει και μια ακόμα Ελληνίδα, η Κερκυραία ηθοποιός Ηλέκτρα Νικολούζου.

«Η οικογένειά μου και άλλα ζώα»

Το θέμα αφορά τη μετοίκηση της οικογένειας Ντάρελ -που είχε μείνει από νωρίς χωρίς πατρική φιγούρα- στην Κέρκυρα, το 1935, μετά την παρότρυνση του μεγαλύτερου γιου και διάσημου συγγραφέα Λόρενς προς τη μητέρα του να μεταβούν στο νησί. Ο Λόρενς ανέκαθεν περιέγραφε το βρετανικό περιβάλλον ως αποπνικτικό, κάνοντας λόγο για τον «αγγλικό θάνατο» και έτρεφε μεγάλη αγάπη για τα μέρη της Μεσογείου. Σταδιακά, πάντως, το νησί αγάπησαν τόσο ο 10χρονος Τζέραλντ, ο οποίος ήταν αρχικά επιφυλακτικός, όσο και ο ατίθασος, μανιακός με τα όπλα Λέσλι, αλλά και η πιο εσωστρεφής και εμμονική με την εξωτερική της εμφάνιση Μάργκο. Ειδικά ο Τζέραλντ Ντάρελ, ο οποίος συνέγραψε και το χρονικό «Η οικογένεια μου και άλλα ζώα», δεν ξεπέρασε ποτέ την Κέρκυρα και τη ζωή στο νησί που «ήταν μια οπερέτα από τις πιο πολύχρωμες και αστραφτερές».

Εκεί άλλωστε συνειδητοποίησε τη μεγάλη του αγάπη για τα ζώα, που τον έκανε περίφημο φυσιοδίφη. Στο βιβλίο του αναφέρει επίσης ότι πρότυπό του είχε τον Γιαν Φαμπρ, πρόγονο του γνωστού καλλιτεχνικού διευθυντή που τάραξε την Αθήνα πριν από δύο χρόνια, αλλά και αφήνεται να παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό του για τον ήλιο, την αθωότητα, τον αυθορμητισμό και τη ζεστασιά των κατοίκων. Όπως συμβαίνει και στην τηλεοπτική σειρά, πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν δύο φιγούρες που ο Τζέραλντ αγάπησε βαθιά: ο ερευνητής και ουσιαστικός του μέντορας Θεόδωρος Στεφανίδης (ο Γιώργος Καραμίχος στη σειρά) και ο ταξιτζής-προστάτης-άνθρωπος για όλες τις δουλειές Σπύρος, «ένας τεράστιος, καφετής, άσκημος άγγελος που μας πρόσεχε τόσο τρυφερά που θα ’λεγε κανείς πως ήμαστε ελαφρώς καθυστερημένοι», που τον υποδύεται ο Αλέξης Γεωργούλης.

Η οικογένεια κατοίκησε στη «βερικοκιά βίλα» ή -κατ’ άλλους- «φραουλιά βίλα» επειδή ο Λόρενς – Λάρι – Ντάρελ ήθελε να μπορεί να υποδέχεται σε έναν άνετο χώρο τους επιφανείς καλεσμένους του. Σε αυτούς συγκαταλεγόταν και μια παράδοξη και κάπως ιδιόμορφη ομήγυρη από διανοούμενους -είναι πολύ αστεία τα περιστατικά με την κυρία με την περούκα με την κοκκινόχρωμη κώμη- αλλά και διάσημα ονόματα όπως ο Χένρι Μίλερ, ο οποίος συμπεριέλαβε στον «Κολοσσό του Αμαρουσίου» τις εμπειρίες του από την Ελλάδα. Είναι γνωστή άλλωστε η σχέση του Ντάρελ όχι μόνο με τον Μίλερ, αλλά και με τον Γιώργο Κατσίμπαλη και τον Γιώργο Σεφέρη. Ο Έντμουντ Κίλι, μάλιστα, είχε αναφερθεί εκτενώς στη φιλία που συνέδεε τούτα τα επιφανή πρόσωπα στο «Αναπλάθοντας τον Παράδεισο».

 

Η αγάπη για τη φύση

Γράφει χαρακτηριστικά ο Τζέραλντ: «Βλέπαμε κάτω το νησί να λαγοκοιμάται λαμπυρίζοντας σαν ακουαρέλα στην αχλή της ζέστης. Ασημοπράσινες ελιές, σκουροπράσινα κυπαρίσσια, πολύχρωμα βράχια στις ακτές, και η θάλασσα απαλή και λεία σαν οπάλι, στο μπλε της αλκυόνας, το πράσινο του σμαραγδιού. Μια-δυο πτυχές μονάχα να διπλώνουν εδώ κι εκεί, στη γυάλινη επιφάνεια, κάθε που αγκάλιαζε ένα μικρό βράχινο ακρωτήρι φορτωμένο ελιές. Ακριβώς κάτω απ’ το μέρος που καθόμασταν ήταν ένα μικρό ακρογιάλι, μισοφέγγαρο, με μια δαντέλα άμμο στην άκρη. Ένας γιαλός τόσο ρηχός, με τόσο λαμπερό αμμουδερό βυθό, που το νερό φάνταζε αχνό γαλάζιο, σχεδόν άσπρο». Και αυτή είναι μία από τις άπειρες περιγραφές του φυσιοδίφη που ενέπνευσαν αναγνώστες του βιβλίου και θεατές της σειράς να επισκεφτούν την Κέρκυρα.

Εκτός όμως από τις μυθιστορηματικές προοπτικές και την τεράστια συμβολή της οικογένειας στη μακρά ιστορία των γραμμάτων, τα ευτράπελα περιστατικά αφθονούν στο μυθιστόρημα. Η οικογένεια Ντάρελ φτάνοντας σε ένα νησί με δύσκολες και ενίοτε πρωτόγονες συνθήκες αδυνατούσε όχι μόνο να βρει σπίτι με μπανιέρα αλλά και να αντιληφθεί τα διαφορετικά ήθη της εποχής. Εντύπωση τους προκαλούσαν τα τοπικά έθιμα όπως η λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνα (που περιγράφεται γλαφυρά στο βιβλίο), η ζεστασιά των κατοίκων (ο ενθουσιασμός του Τζέραλντ για τη μεγαλοπρέπεια ενός βοσκού), η ομορφιά της φύσης.

«Η παιδική μου ηλικία στην Κέρκυρα καθόρισε τη ζωή μου. Αν είχα το χάρισμα του μάγου Μέρλιν, θα δώριζα σε κάθε παιδί την παιδική μου ηλικία», θα πει αργότερα εξηγώντας ότι εκεί μπήκαν οι βάσεις γι’ αυτό που έγινε αργότερα, ένας θερμός προστάτης και μελετητής της φύσης και του έμβιου βασιλείου. Η χελώνα του με το όνομα Αχιλλέας δεσπόζει όχι μόνο στις περιγραφές του βιβλίου, αλλά και στις φωτογραφίες που κρατά από την παιδική του ηλικία, ενώ εντύπωση κάνει η σχέση που ανέπτυξε εξαρχής με κάθε λογής στοιχεία (είναι ξεκαρδιστικά τα στιγμιότυπα με τους σκορπιούς που σκόρπισε στο σπίτι μεταφέροντας τη σκορπίνα με τα μικρά στην πλάτη σε ένα κουτί από σπίρτα). Διόλου τυχαία, λοιπόν, για τα γυρίσματα της σειράς κατέφτασαν από την Αγγλία μια σειρά από άγρια ζώα όπως πελεκάνοι, κουκουβάγιες, πίθηκοι και ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί.

Την ίδια αγάπη για τη φύση μοιράζεται και η χήρα του Τζέραλντ Ντάρελ, Λι, η οποία γνώρισε τον επιστήμονα και συγγραφέα, ενώ αυτή ήταν 28 κι εκείνος 52. Για τη Λι ο Τζέραλντ ήταν κάτι σαν είδωλο, αφού είχε ήδη διαβάσει όλα τα βιβλία του και μοιράζονταν τα ίδια ενδιαφέροντα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην παράδοξη για τους πολλούς αυτή σχέση στόχος ήταν να προστατευτεί κάθε σπάνιο είδος και γενικότερα η άγρια ζωή. Μαζί γύρισαν τον κόσμο, μαζί ίδρυσαν το Κέντρο Προστασίας Άγριας Φύσης στο Τζέρσεϊ. Και αυτός για να της δείξει την αγάπη του της έκανε δώρο για την 10η επέτειο του γάμου τους τέσσερις σπάνιες ταραντούλες.

Το 1982, η βασίλισσα τιμώντας τον Ντάρελ για το σπάνιο έργο του, αποφάσισε να τον χρίσει μέλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Μετά τον θάνατό του έμεινε η Λι Ντάρελ να συνεχίσει το πολύτιμο αυτό έργο με μεγάλο κόπο και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού χρειάζονται μεγάλοι πόροι για να συντηρηθεί το Κέντρο. Όπως όμως της έλεγε χαρακτηριστικά ό άντρας της, «ξεκίνα με τα ζώα κι όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν».

«Η οικογένειά μου και άλλα ζώα» είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο που περιγράφει με το μοναδικό χιούμορ του Τζέραλντ Ντάρελ τα τέσσερα χαρούμενα παιδικά χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα του Μεσοπολέμου. Εκτός από την έτσι κι αλλιώς ιδιόρρυθμη οικογένεια Ντάρελ, στις σελίδες του παρελαύνουν οι εκκεντρικοί φίλοι τους, τα σκυλιά τους και μια πολύχρωμη συλλογή από ζώα που κουβαλάει σπίτι του ο μικρός Τζέρι για να τα μελετήσει καλύτερα. Καρακάξες, κουκουβάγιες, νερόφιδα, σκορπιοί και σαμιαμίδια, χελώνες, περιστέρια, ακόμα κι ένας γλάρος κρύβονται σε γωνιές και σε σπιρτόκουτα, πετούν ελεύθερα από δωμάτιο σε δωμάτιο και αναστατώνουν τη ζωή της οικογένειας σ’ αυτό το γεμάτο ήλιο χρονικό που οι κριτικοί το χαρακτήρισαν «θεότρελο», «έξοχο», «μαγικό», και οι αναγνώστες το αγάπησαν φανατικά.

 

Ψάχνοντας σπίτι με μπανιέρα

Ο κ. Μπίλερ μας έδειχνε τη μια μετά την άλλη βίλες σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων, μεγέθους και τοποθεσίας, κι η Μητέρα κουνούσε το κεφάλι αρνητικά. Όταν, τέλος, επιθεωρήσαμε τη δέκατη και τελευταία βίλα στον κατάλογο του κυρίου Μπίλερ κι η Μητέρα την αποδοκίμασε και αυτήν, ο κ. Μπίλερ κάθισε στα σκαλιά και σκούπισε το πρόσωπό του με το μαντίλι του. «Κυρία Ντάρελ», είπε, «σας έδειξα όλα τα σπίτια που ξέρω και δεν σας άρεσε κανένα. Τι είδους σπίτι ζητάτε, κυρία μου; Τι πρόβλημα έχουν αυτά τα σπίτια;». Η Μητέρα τον κοίταξε με έκπληξη. «Δεν το παρατηρήσατε;» ρώτησε. «Ούτε ένα δεν είχε κανονικό μπάνιο, με μπανιέρα». Ο κ. Μπίλερ γούρλωσε τα μάτια του. «Μα, κυρία μου», θρήνησε με αγωνία, «τι τη θέλετε την μπανιέρα; Έχετε τη θάλασσα!». Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο σιωπηλοί.

O Τζέραλντ Ντάρελ

Στην Κέρκυρα όλα είναι πιθανά…

«Αυτό το καταραμένο παλιόπαιδο πάλι», γρύλισε ο Λάρι. «Θα μας σκοτώσει όλους… Το τραπέζι… πήχτρα στους σκορπιούς. Κάθε σπιρτόκουτο στο σπίτι είναι μια παγίδα θανάτου!»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Μητέρα. «Φίδια! Αυτό συμβαίνει. Αυτό το τσογλάνι γέμισε την αναθεματισμένη την μπανιέρα με βρωμόφιδα», μούγκρισε ο Λέσλι εξηγώντας το πρόβλημα με σαφήνεια. «Νομίζω ότι κάνετε πολλή φασαρία για το τίποτα», είπε η Μάργκο.

« …Και βλέπαμε την Πυροσβεστική να τρέχει δαιμονισμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη φωτιά». «Όχι, Θεόδωρε, αρνούμαι να το πιστέψω. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια».
«Μα ναι! Στην Κέρκυρα», είπε ο Θεόδωρος και τα μάτια του έλαμπαν από περηφάνια, «όλα είναι πιθανά». (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Θεόδωρος Στεφανίδης

Ο Θεόδωρος Στεφανίδης (1896 – 13 Απριλίου 1983) ήταν γιατρός, λογοτέχνης και μεταφραστής. Μετέφρασε στα αγγλικά, σε συνεργασία με τον Γιώργο Κατσίμπαλη, ποιήματα των μεγαλύτερων Νεοελλήνων ποιητών (Παλαμάς, Δροσίνης, Καβάφης, Καρυωτάκης, Σεφέρης κ.ά.). Επίσης έγραψε και ο ίδιος ποιήματα στα αγγλικά.

Ήταν άνθρωπος ευρύτατης παιδείας και με ποικίλα ενδιαφέροντα. Εκτός από την ιατρική, τη μετάφραση και τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε και με τη βιολογία και την αστρονομία, και δημοσίευσε σχετικές μελέτες. Ο Χένρυ Μίλλερ στο έργο του Ο Κολοσσός του Μαρουσιού έγραψε για τον Στεφανίδη: Μια μέρα ο Θεόδωρος έπεσε πάνω μας- ο δόκτωρ Θεόδωρος Στεφανίδης. Όσο μπορεί κανείς να ξέρει για τα φυτά, τα ορυκτά, τα δέντρα, τα λουλούδια, τα βράχια, τις κατώτερες μορφές του ζωικού κόσμου, μικρόβια, αρρώστιες, άστρα, πλανήτες, κομήτες και τα λοιπά, το ήξερε.

Ο Στεφανίδης γεννήθηκε το 1896 στην Ινδία. Ο πατέρας του ήταν βαμβακέμπορας από τη Σμύρνη και η μητέρα του ήταν το γένος Ράλλη. Το 1907 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα.

Αφού σπούδασε Ιατρική στο Παρίσι, επέστρεψε στην Κέρκυρα όπου άνοιξε ακτινολογικό εργαστήριο και παράλληλα ασχολήθηκε με τη βιολογία. Μελέτησε την υδροβιολογία των γλυκών υδάτων διαφόρων περιοχών της Ελλάδας και έγραψε τη μελέτη Επισκόπηση της υδροβιολογίας των γλυκών υδάτων της Κέρκυρας και ορισμένων άλλων περιοχών της Ελλάδας που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1948.

Στο μακεδονικό μέτωπο, όπου υπηρέτησε ως εθελοντής στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γνωρίστηκε με τον το Γιώργο Κατσίμπαλη με τον οποίο συνεργάστηκε μετά τον πόλεμο στη μετάφραση και έκδοση στην αγγλική γλώσσα πρώτα μιας σειράς ποιημάτων του Κωστή Παλαμά (Poems by Kostes Palamas) και αργότερα μιας ανθολογίας από το έργο κορυφαίων Νεοελλήνων ποιητών (Παλαμά, Δροσίνη, Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη κ.α.) με τον τίτλο Modern Greek Poems (Λονδίνο 1926). Το 1935 συναντήθηκε στην Κέρκυρα με το συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ.

Το 1939 πήγε με υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ στην Κύπρο προκειμένου να ασχοληθεί με την ελονοσία. Πήρε μέρος και στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συμμετείχε στην μάχη της Κρήτης όπου υπηρέτησε ως αξιωματικός του υγειονομικού του βρετανικού στρατού. Τις εμπειρίες του από τη Μάχη της Κρήτης τις κατέγραψε στο βιβλίο του με τίτλο Climax in Crete (1946).

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ο Στεφανίδης αποχώρησε από το βρετανικό νοσοκομείο που εργαζόταν και μαζί πάντα με τον Κατσίμπαλη συνέχισε τη μετάφραση και έκδοση στα αγγλικά του έργου του Παλαμά. Αργότερα ο Στεφανίδης μόνος του απέδωσε στα αγγλικά τον Ερωτόκριτο (που εκδόθηκε μετά το θάνατό του) και μετέφρασε και δημοσίευσε στο The Greek Gazette επεισόδια του Καραγκιόζη.

Το 1935 ο Στεφανίδης συναντήθηκε στην Κέρκυρα με τον Λόρενς Ντάρελ (είκοσι τριών ετών τότε) και υπήρξε ο μέντοράς του, όταν ο τελευταίος εγκαταστάθηκε στο νησί. Χάρις στον Στεφανίδη και στο υλικό που εκείνος του παραχώρησε, ο Ντάρελ (ο ρόλος του οποίου φαίνεται σήμερα μάλλον σκοτεινός…) έγραψε το βιβλίο που τον κατέστησε γνωστόν, δηλαδή Το νησί του Πρόσπερου. Το ίδιο, περίπου, συνέβη και με τον αδελφό τού Λόρενς, τον Τζέραλντ: εκείνος, τουλάχιστον, αφιέρωσε με γενναιοφροσύνη το έργο του Birds, Beasts and Relatives στον Στεφανίδη – τον οποίον κυρίως μνημονεύει στο (γνωστότερο) βιβλίο του Η οικογένειά μου και άλλα ζώα.

Εκτός από τους αδελφούς Ντάρελ, είναι συχνές οι εγκωμιαστικές αναφορές στον Στεφανίδη και από πολλούς άλλους συγγραφείς: τον Henry Miller, τον Antony Beevor, τον Έντμοντ Κίλι, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Μάικλ Χάαγκ, τον Άλαν Κλαρκ.

Τα γράμματα

Το βιβλίο «Γράμματα στον Λώρενς Ντάρελ [1961-1982]» είναι μια δίγλωσση έκδοση στα ελληνικά και τα γαλλικά, προφανώς γιατί οι επιστολές αυτές του Στεφανίδη απόκεινται στη «Βιβλιοθήκη Laurence Durrel», στο Πανεπιστήμιο Paris Χ. Στην έκδοση περιλαμβάνονται 35 γράμματα (από ένα σύνολο 65 επιστολών), μεταφρασμένα από τα αγγλικά σε ζωντανή και ρέουσα γλώσσα από την επιμελήτρια του τόμου.

Επειδή ο Στεφανίδης ήταν ακριβής και ουσιαστικός στις παρατηρήσεις του και εξαντλητικός στις περιγραφές του, τα γράμματά του προς τον Λόρενς Ντάρελ αποκτούν πολλαπλό ενδιαφέρον: όχι μόνο για τις καταγραφές και καταθέσεις του περί την πανίδα και τη χλωρίδα της Κέρκυρας, τις κριτικές και ερμηνευτικές του καταδύσεις σε ένδοξα και κλασικά λογοτεχνικά έργα, τις αστρονομικές του αναφορές, τις επίμονες υδροβιολογικές του έρευνες κ.ά. – αλλά γιατί τα γράμματα διατρέχονται από μια υπόγεια αφηγηματική αρετή, μια αρετή που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση κι εκείνη την κρυμμένη σαγήνη της επιστολιμαίας πεζογραφίας.

Χαρακτηριστικό της επίμονης και συνεπούς ερευνητικής του ενασχολήσεως είναι ένα απόσπασμα από επιστολή του στον Ντάρελ στις 26/8/1961. Ο Στεφανίδης βρίσκεται στην Κέρκυρα, και γράφει:

«Οι υδροβιολογικές μου μελέτες πάνε θαυμάσια. Επισκέφτηκα μέχρι τώρα 171 από τις παλιές μου λιμνούλες, στέρνες και γούρνες. Μερικές στέγνωσαν εξ αιτίας του καλοκαιριού, άλλες όμως απέδωσαν αρκετά ενδιαφέρον υλικό… Δύσκολα μπορώ να πιστέψω ότι πέρασαν ήδη περισσότερα από 21 χρόνια από τότε που τις είχα πρωτοδεί…».

Είναι αυτονόητο το πάθος του Στεφανίδη για τα μικροσκόπια, για τα οποία μιλάει στις επιστολές του με έναν ενθουσιασμό σχεδόν παιδικό:

«Την περασμένη εβδομάδα, Παρασκευή και Σάββατο, οργανώθηκε με μεγάλη επιτυχία Έκθεση Μικροσκοπίων από τον Όμιλο Quekett, για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή του, στο Σέντραλ Χολ του Γουστμίνστερ. Υπήρχαν μικροσκόπια που χρονολογούνταν από το 1640 – υποτυπώδη στην κατασκευή τους, αλλά με πλούσια διακόσμηση: Χερουβείμ να παίζουν τρομπέτα και άλλα τέτοια…».

Και σε άλλη, μεταγενέστερη επιστολή του δεν παραλείπει να εκφράσει τις ανησυχίες του:

«Τα περισσότερα καταστήματα με μικροσκόπια έχουν εξαφανιστεί από το Λονδίνο…».

Ασχολήθηκε και προσωπικά με την ποίηση. Έγραψε στα Αγγλικά: The Golden Face (1965), Cities of Mind (1969) και Words in a Crucible (1973).

Ο Στεφανίδης πέθανε στο Λονδίνο, όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1983.

Gerald Durrell

Ο Τζέραλντ Ντάρελ (Gerald Durrell, 7 Ιανουαρίου 1925 – 30 Ιανουαρίου 1995) ήταν Βρετανός φυσιοδίφης, συγγραφέας και βοτανολόγος, που ίδρυσε το ομώνυμο Ταμείο Προστασίας της Άγριας Ζωής και τον ζωολογικό κήπο του νησιού Τζέρσεϊ της Βόρειας Θάλασσας. Ήταν ο μικρότερος αδελφός του γνωστού συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ.

Ο Τζέραλντ Ντάρελ γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1925 στην Ινδία, όπου ο πατέρας του είχε θέση μηχανικού. Σε ηλικία 10 ετών μετακόμισε με τη μητέρα του και τα άλλα τρία αδέλφια του στην Κέρκυρα. Εκεί γνωρίστηκε με τον Έλληνα γιατρό και φιλόσοφο Θεόδωρο Στεφανίδη, και ανέπτυξε μεγάλο ενδιαφέρον για την κερκυραϊκή φύση, από την οποία εμπνεύστηκε πολλά μεταγενέστερα βιβλία του, με πιο γνωστό το Η οικογένειά μου και άλλα ζώα. Από την Κέρκυρα η οικογένεια έφυγε το 1939 και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου ο Ντάρελ ξεκίνησε να εργάζεται σε ζωολογικό κήπο ως επιστάτης. Συμμετείχε σε πολλές εκστρατείες παρατήρησης της άγριας ζωής στην Αφρική, μια απασχόληση που διατήρησε ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε τις 30 Ιανουαρίου 1995. Νυμφεύθηκε δύο φορές.

Από τη δεκαετία του 1950 ο Ντάρελ ξεκίνησε να γράφει βιβλία με παρότρυνση του ήδη γνωστού συγγραφέα αδελφού του Λόρενς Ντάρελ, με ιδιαίτερη επιτυχία, αφού πολλά από αυτά μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.

Το βιβλίο Η οικογένειά μου και άλλα ζώα (My family and other animals) είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο του Τζέραλντ Ντάρελ, που περιγράφει τη ζωή της οικογένειας Ντάρελ στην Κέρκυρα μεταξύ 1935 και 1939. Αποτελεί το πρώτο μέρος μιας «κερκυραϊκής τριλογίας» μαζί με το Πουλιά, κτήνη και συγγενείς και το Ο κήπος των Θεών. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1956 με μεγάλη επιτυχία. Επίσης, αποτέλεσε το υλικό για μια επιτυχημένη σειρά του BBC το 1987, μια κινηματογραφική ταινία το 2005 και ένα θεατρικό έργο το 2006, στην 50ή επέτειο κυκλοφορίας του.

Στην ελληνική γλώσσα το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε μετάφραση Μαρίνας Δημητρά και Δήμητρας Σίμου από τις εκδόσεις «Άμμος» το 1999 και από τις εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο» το 2015.

 

Αναζητώντας την Κέρκυρα του Ντάρελ

Ένα εγκωμιαστικό άρθρο για τις ομορφιές της Κέρκυρας δημοσίευσε πρόσφατα η «Telegraph» με αφορμή την προβολή της νέας βρετανικής σειράς του «The Durrells». Με ένα οδοιπορικό σε διαδρομές που ακολούθησε η οικογένεια Durrell κατά την παραμονή της στο νησί, η εφημερίδα αναζητεί σήμερα την άγρια και παρθένα ομορφιά της Κέρκυρας, όπως περιγράφεται μέσα από τα βιβλία του Τζέραλντ Ντάρελ. Μερικές από αυτές τις περιοχές, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν και τα γυρίσματα της σειράς, είναι το Καλάμι, η θέα από το Κανόνι, o Ναός του Άγιου Αρσένιου και το νησί του Βίδο.

Τα γυρίσματα μετά την Κέρκυρα, θα συνεχιστούν στο Λονδίνο.

eirini aivaliwtouΟ Γιώργος Καραμίχος, ο Γουργούρης, η Νίσυρος και οι «Durrells»
Περισσότερα

20 Ιουλίου 1969: Πρώτη φορά στο φεγγάρι. Πρώτη φορά στο Λυγουριό με τις συνταγές της κυρίας Κάκιας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

– Απίθανο. Τρία μπιζαρίσματα έκανε. Τέλειο ήταν. Μοναδική εμπειρία. Πρόσεχε τώρα που θα κατεβαίνεις.
– Πάμε αριστερά, στο σκοτεινό στενάκι. Στην ανηφορίτσα και μετά στα παρασκήνια. Θέλω να δω τον Γιώργο και τη Λένα…
– Αυτούς που έκαναν τον Βλέπυρο και την Πραξαγόρα; Μετά όμως κατευθείαν για Λυγουριό. Έχω και αυτή την αγωνία απόψε. Να δοκιμάσω τις γεύσεις που μου υποσχέθηκες από τα χέρια της κυρίας Κάκιας.
– Αλήθεια, πρόσεξες αυτή τη λέξη, την τεράστια… που αναφέρεται στη μαγειρική; Είναι η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο και αποτελείται από 172 γράμματα, 27 συνθετικά και 78 συλλαβές. Πρόκειται για μια συνταγή μαγειρικής, την οποία ο Αριστοφάνης παρουσίασε με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνοντας να την περιγράψει μέσα σε 172 γράμματα.
Η λέξη που έχει καταγραφεί και στο βιβλίο Guinness, είναι η εξής:

«Λαπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενο κιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφη                        τραγανοπτερυγών…».

– Μου φαίνεται πως θα φθάσουμε πιο γρήγορα στο Λυγουριό παρά να προσπαθήσουμε να πούμε αυτή τη λέξη – «σιδηρόδρομο» που είναι ακόμη πιο δύσκολο να διαβαστεί απνευστί. Ας κάνω μια προσπάθεια να σου τη …μεταφράσω. Άκου λοιπόν:

Παστοπεταλίδο – γαλεοσάλαχο – τουρσοπιπεράτο – μυαλοκομματαμελοπερεχύτο – μυτζηθρότυρο – τρυγονοκοτσυφοτσιχλοπίτσουνα – ψητοσουσουράδο – κοτοκεφαλααγριοπεριστέρο – λαγοκούνελα – στραγαλοπετίμέζο… φτερουγόδιπλες

Στη μοναδική αυλή του «Λεωνίδα», η κυρία Κάκια με τον Λεωνίδα της μιλούν στην εκπομπή της ΕΡΤ «Παρασκήνιο».

– Καλή η πληροφορία που μου έδωσες αλλά με την πείνα που έχω προτιμώ να γνωρίσω άμεσα την καλύτερη γεύση στον κόσμο, από τις συνταγές της κυρίας Κάκιας, εκεί στον «Λεωνίδα».
– Ακριβώς. Η καλύτερη γεύση. Όχι επειδή το λέω εγώ. Το έχουν πει πριν από μένα πολλοί διάσημοι. Ποιον να πρωτοθυμηθώ… Αρχίζω: Μαρία Κάλλας, Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασσέν, Κατίνα Παξινού, Αλέξης Μινωτής, Κάρολος Κουν, Φρανσουά Μιττεράν με την εκλεκτή συνοδεία του, Τζάκι Κέννεντι
«Όχι, δεν τους φροντίσαμε ξεχωριστά. Όλους τους αντιμετωπίζουμε το ίδιο, με σεβασμό κι αγάπη…», λένε μαζί ο κύριος Λεωνίδας και η κυρία Κάκια.
Αμέτρητοι. Εκατοντάδες. Χιλιάδες. Από το 1953 μέχρι και σήμερα. Συμπληρώνονται φέτος 60 χρόνια…

Τίποτα δεν έχει αλλάξει όμως από τότε ως προς την ποιότητα. Στο μικρό καφενεδάκι που υπήρχε, στο Λυγουριό, μπήκε για πρώτη φορά η Κατίνα Παξινού. Ο ίδιος ο κ. Λεωνίδας διηγείται:

«Η Παξινού έμπαινε στην κουζίνα και μαγείρευε. Μια γκαζιέρα, ένα τηγανάκι, μια κατσαρόλα και πολλή φαντασία. Πολλές φορές έφτιαχνε μπιφτέκια στα κάρβουνα – τα έψηνε λίγα λίγα στη σχάρα, γιατί μόνο έτσι εξασφάλιζε ότι όλοι θα φάνε το φαγητό τους ζεστό και μυρωδάτο. Αυτός ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος. Σπεσιαλιτέ της οι χορταστικές μακαρονάδες με κιμά. Στη συνέχεια να οι τηγανιτές πατάτες, να τα αβγά μάτια, να τα φρέσκα φασολάκια, οι ανεπανάληπτες χωριάτικες σαλάτες με το εξαιρετικό ελαιόλαδο, οι γευστικές ντομάτες και να τα μυρωδάτα αγγούρια, οι πράσινες ελιές. Για να μην πω και για τις τυρόπιτες και τις σπανακόπιτες. Όλα αυτά τα συνόδευαν με το μοναδικό κόκκινο και λευκό κρασί της περιοχής.

Ο Νίκος (αριστερά) και ο Γιώργος είναι εκπαιδευτικοί. Αποτελούν τη δεύτερη γενιά της οικογένειας Λιακόπουλου.

Ακολουθούσε η ώρα του φρούτου με τα ασυναγώνιστα καρπούζια. Όσοι δεν έκαναν δίαιτα, δοκίμαζαν γλυκό του κουταλιού, κεράσι, σταφύλι, πορτοκάλι, βερίκοκο…».
Όλo αυτό το γευστικό πανηγύρι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Χωρίς ψυγείο. Λίγο αργότερα κάποιες κολόνες πάγου δρόσιζαν τα φρούτα και το νερό. Μέχρι το 1962. Τότε ήρθε το ρεύμα. Και στο χώρο του Αρχαίου Θεάτρου τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Υπάρχουν κινηματογραφημένα στιγμιότυπα από την πρώτη παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, το 1954, με τον «Ιππόλυτο» και τον Αλέκο Αλεξανδράκη στο βασικό ρόλο και τον ήλιο να βρίσκεται καταμεσής στον ουρανό. Είναι γνωστή η φωτογραφία του Αλεξανδράκη με τον Θάνο Κωτσόπουλο από την παράσταση. (Στου «Λεωνίδα» αριστερά όπως μπαίνουμε στο μαγαζί).

Αργότερα είχαν μια γεννήτρια από τον Σκαραμαγκά και δύο ναύτες φρόντιζαν για να δίνουν ρεύμα σε όλη την περιοχή. Αυτό άλλαξε όταν προγραμματίστηκε να τραγουδήσει η Κάλλας αλλά αρνήθηκε να το κάνει υπό αυτές τις συνθήκες. Τότε, το 1961, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής καλεί όλους τους προϊσταμένους της ΔΕΗ Πελοποννήσου στο θέατρο, έξω από το ξενοδοχείο «Ξενία». Τους χαιρετάει από δεξιά προς αριστερά, όλους, και τους λέει:

«Kύριοι θέλω μέχρι το τέλος Μαΐου να έχει έρθει το ρεύμα εδώ».

Μέσα σε είκοσι πέντε μέρες ήρθε το ρεύμα από τον Πόρο, ήρθε και η Κάλλας. Γέμισε κάθε γωνιά από κόσμο. Το θέατρο χωράει περίπου 13.350 και μαζεύτηκαν από τα γύρω χωριά 25.000 άτομα!
– Από τότε το να φας στου «Λεωνίδα» μετά την παράσταση ήταν σχεδόν έθιμο.
– Όμως να σου πω κάτι σημαντικό, τον «Λεωνίδα» μπορείς να τον απολαύσεις το μεσημέρι και το απόγευμα, στα μέσα της εβδομάδας. Στο δροσερό κήπο, κάτω από την κληματαριά συντροφιά με έναν βαρύ γλυκό και ίσως με κάποιους ηθοποιούς που ξεκουράζονται πριν πάνε στη βραδινή πρόβα.
– Θα το έχω στα υπόψη. Τώρα τι κάνουμε που με έχει θερίσει η πείνα κι εσύ μου λες ιστορίες…
– Χαλάρωσε. Φθάσαμε. Από όλη την παρέα μόνο εσύ γκρινιάζεις. Εδώ είμαστε. Τον βλέπεις τον κύριο εκεί που υποδέχεται τον κόσμο; Αυτός είναι ο κύριος Λεωνίδας!
– Επιτέλους! Μα με ποιον μιλάει; Τι λένε; Πάμε πιο κοντά…

***
– Ήρθες, αγαπητέ Ηρακλή; Πέρασε μέσα. Η Περσεφόνη μόλις έμαθε ότι έφτασες, αμέσως βάλθηκε να ζυμώνει καρβέλια, έβαλε δυο τρεις χύτρες στη φωτιά με όσπρια τριμμένα και φάβα, και στη θράκα ένα ολάκερο βόδι, ψήνει ακόμη γλυκά και πίτες. Μα πέρασε μέσα.
– Γυναίκα, βράσε μπόλικα ρεβίθια, ρίξε και στάρι, φέρε μας λίγα σύκα (…) Ας φέρει κάποιος απ’ το σπιτικό μου την τσίχλα και δυο σπίνους. Και το ανθόγαλο και τέσσερα κομμάτια λαγού.
– Η κότα ψήθηκε, το παστέλι του σουσαμιού ζυμώθηκε. Φέρε τις τσαπέλες με τα σύκα και τις θρούμπες τις ελιές.
– Ω! Πολυπόθητε και πολυαγαπημένε λαχταριστέ μεζέ της κωμωδίας, μας ήρθες πια, μεράκι των φαγάδων. Το φυσερό, τη σκάρα φέρτε, δούλοι…

Θησαυρός οι αναμνήσεις του κυρίου Λεωνίδα. Κάθε λέξη του ήταν ιστορία. Κάθε σκέψη του ήταν μάθημα.

– Φίλε μου, ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται κι εσύ βλέπεις και ακούς ιστορίες. Όμως πριν έρθει και η υπόλοιπη παρέα και μέχρι να μιλήσει η Ειρήνη με τους φίλους της ηθοποιούς έχω χρόνο για ένα γευστικό μονότερμα.
Να σου θυμίσω λοιπόν ότι το ελαιόλαδο, το λαχανικό, τα φρούτα, τα καρυκεύματα, τα όσπρια και τα δημητριακά, τα κρέατα και βέβαια το κρασί, όπως σήμερα, έτσι και τότε αποτελούσαν τα κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας. Τα όσπρια και τα δημητριακά αποτελούσαν διατροφική βάση για την πλειονότητα των Ελλήνων από την αρχαιότητα. Τα κουκιά, τα λούπινα, τα μπιζέλια και τα ρεβίθια είναι μερικά από τα όσπρια που προτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Τα δημητριακά χρησίμευαν κυρίως στην παρασκευή διαφόρων τύπων ψωμιού, έτσι παρασκεύαζαν ψωμί από κριθάρι, σιτάρι, κεχρί κ.ά. Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν ανέκαθεν πρώτα στις επιλογές των Ελλήνων. Άλλωστε, και στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν μερικοί όπως οι οπαδοί του Πυθαγόρα που ήταν φυτοφάγοι.
Φυσικά τα λαχανικό και τα φρούτα εκείνης της εποχής δεν ήταν ίδια με τα σημερινά, αφού δεν υπήρχαν ντομάτες, πατάτες, πιπεριές, καλαμπόκι, πορτοκάλια, μανταρίνια, μπανάνες κ.α. Από τα λαχανικά υπήρχαν το αγγούρι, η αγκινάρα, ο αρακάς, οι κολοκύθες, τα κρεμμύδια, το λάχανο, το σπαράγγια, τα μανιτάρια, τα παντζάρια κ.α.
Από τα καρυκεύματα και τα μπαχαρικά χρησιμοποιούσαν άνηθο, βασιλικό, δυόσμο, θυμάρι, κάρδαμο, κόλιανδρο, κάππαρη, κουκουνάρι, αλλά και τα εισαγόμενα, όπως πιπέρι κ.α.

Στα φρούτα κυριαρχούσαν το αχλάδι, το δαμάσκηνο, το κεράσι, το κούμαρο, το κυδώνι, και βέβαια το σταφύλι και το σύκο. Εδώ να σου πω πάλι κάτι αριστοφανικό που έχει σχέση και με τις μέρες μας.

Στους «Ιππής» λοιπόν ο αλλαντοπώλης Αγοράκριτος, εκφράζοντας έτσι και την αγωνία του λαού για την ακρίβεια, λέει: «Και συμβούλεψα να υποσχεθούμε στην Αρτέμιδα την Αγρότιδα χίλια κατσίκια, αν οι σαρδέλες έκαναν, την επομένη, εκατό στον οβολό». Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται και κάποια φαγητά που μας ξενίζουν. Στους «Ιππής» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρει επίσης τον «κάνδυλο», ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, τον «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.

Ο Αισχύλος στον «Προμηθέα Λυόμενο», μια τραγωδία που δεν σώθηκαν παρά λίγοι στίχοι της, ξαφνιάζει τους Αθηναίους:
«Μα οι Σκύθες οι φιλόνομοι που τρώνε τυρί αλογίσιο ανάκατο με γάλα…».

Παρακάτω μια πολύ ξεχωριστή συνταγή σάλτσας, με την οποία γαρνίρανε τα φαγητά τους, μας δίνει ο Αθήναιος:
«Χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξύδι, χύσε ακόμη λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές». Τα «θυλήματα» που αναφέρονται απ’ τον Αριστοφάνη στην «Ειρήνη», ήταν χοντροαλεσμένο αλεύρι από στάρι ή κριθάρι, βρεγμένο με κρασί και λάδι. Μ’ αυτό ραντίζανε το σφαχτάρι ενώ ψηνόταν. Ο κάθε χυλός ήταν από τα προσφιλή φαγητά για τους πιο φτωχούς, που διαφημίζονταν κατάλληλα, ακόμη και από ένα στωικό φιλόσοφο, όπως ο Χρύσιππος, στην «Περί καλού» πραγματεία του: Χυλός από βολβούς – φακές είναι σαν αμβροσία στης παγωνιάς το κρύο.

Σχετικά με την ετοιμασία ενός δείπνου, να τι μας άφησε ο Φερεπράτης (Αθηναίος ηθοποιός και ποιητής, του 4ου π.Χ. αιώνα), στο «Δουλοδιδάσκαλο»:
-Πώς ετοιμάζεται το δείπνο; πέστε μας; Λοιπόν σας λέω, έχετε ένα κομμάτι χέλι, καλαμαράκια και αρνί, ολίγο λουκάνικο, βραστά πόδια και συκώτι, παϊδάκια και πουλιά, κοτόπουλα και τυρί που ‘ναι μέσα στο μέλι, κι από κρέατα ένα μέρος. (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Γ 49).
Ένα καλό τραπέζωμα μας παρουσιάζει και ο Αριστοφάνης («Εκκλησιάζουσαι» 838-845). Τα τραπέζια είναι έτοιμα και γεμάτα με όλα τ’ αγαθά και τα κρεβάτια στρωμένα με χαλιά και προβιές. Μες στις κανάτες ανακατεύουν το κρασί, οι μυροπώλισσες περιμένουν στην αράδα, τα ψάρια κομμένα φέτες ψήνονται, οι λαγοί στις σούβλες, ξεφουρνίζουν τις πίτες, πλέκονται στεφάνια, καβουρντίζουν ξερούς καρπούς κι οι πιο νέες βράζουν στις χύτρες τη φάβα. «Το πρώτο πιάτο», λέει ο γιος του Αριστοφάνη, Νικόστρατος (ποιητής κι αυτός), «από τα μεγάλα, θα προηγηθεί με σκαντζόχοιρο (εχίνον), λακέρδα ως και κάππαριν, μια θρυμματίδα, φέτα, παστό ψάρι ως κι ένα βολβό μέσα σε μια σάλτσα πολύ πικάντικη» (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Δ 10).

Στου «Λεωνίδα» δεν υπάρχει ούτε ένα τετραγωνικό χιλιοστό που να μην έχει φωτογραφίες από τις παραστάσεις που ανέβηκαν στο αργολικό θέατρο από το 1954 μέχρι σήμερα.

– Λοιπόν αρκετά με ζάλισες. Ας καθίσουμε. Να παραγγείλουμε μιας και φθάσαμε από τους πρώτους.
– Μην ανησυχείς. Όλα με τη σειρά τους. Χωρίς άγχος. Πάμε πρώτα να δούμε τι καλά έχει ετοιμάσει η κυρία Κάκια. Έλα εδώ, στη βιτρίνα. Διάλεξε…
Γιουβετσάκι μοσχάρι, κοτόπουλο με πατάτες τηγανιτές, παστίτσιο, μουσακάς, τα ονομαστά κεφτεδάκια, παπουτσάκια, της ώρας ό,τι ζητήσεις, σαλάτες, χόρτα, κολοκυθάκια, τυρί φέτα, γραβιέρα, τυροκαυτερή, τζατζίκι…
– Σταμάτα! Τρέχουν τα σάλια μου…
– Έτσι έτρεχαν και το 1954 όταν ξαφνικά εμφανίστηκε η περίφημη… «Μαρμάρω», το λεωφορείο του Εθνικού Θεάτρου. Οι ηθοποιοί βρήκαν κατάλυμα στο καφενείο του Λεωνίδα αλλά και στα σπίτια του χωριού…

Η Κατίνα Παξινού έριξε τότε την ιδέα να μπει και κανένα φαγητό στο τσουκάλι, για να μη μείνει ο θίασος νηστικός και είναι η ίδια που μαθαίνει τη μικρούλα Κάκια, να μαγειρεύει… Της έδειξε τα μυστικά της μαγειρικής. Έμπαινε πίσω απ’ τον πάγκο και της έδειχνε τις δόσεις, το πόσο πρέπει να βραστεί ή ψηθεί ένα φαγητό για να ‘ναι πιο νόστιμο…

Εξήντα χρόνια μετά ο Λεωνίδας με την Κάκια διατηρούν τη ζεστή, φιλόξενη ταβέρνα τους που είναι γεμάτη από μνήμες. Είναι σαν να τους βλέπεις τώρα μπροστά σου ολοζώντανους: Τη Μελίνα Μερκούρη να… τσιμπολογάει πατάτες με τα χέρια, τον Αλέξη Μινωτή να μιλά δυνατά για το πού πάει το θέατρο, τον Μίμη Κουγιουμτζή να παίζει τάβλι, την Τζένη Καρέζη στο ξεκίνημά της αγκαλιά με τον Χριστόφορο Νέζερ. Την Ελένη Χατζηαργύρη, τον Θόδωρο Μορίδη να καμαρώνει επειδή ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας ηθοποιός… εν ζωή! Αργότερα την ομάδα του Θεάτρου Τέχνης, τη Λυδία Κονιόρδου, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τα παιδιά του ΚΘΒΕ και τα παιδιά του Θ.Ο. Κύπρου. Πιο εύκολο είναι να ξεχάσουμε κάποιους, παρά να τους θυμηθούμε όλους. Στη συνέχεια πηγαδάκια και… κοινωνική-θεατρική κριτική, γλυκά και καφέδες, ψωμί με φρέσκο μέλι. Πρωινά, βράδια και ατέλειωτα ξενύχτια. Μέχρι πρωίας! Ακριβές μνήμες προσφέρουν και όλες οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες απ’ τα περασμένα. Έτσι και αρχίσει να τις περιγράφει ο κύριος Λεωνίδας θα ξεχάσουμε πως εδώ ήρθαμε για φαγητό. Εκείνος θυμάται τα πάντα με λεπτομέρειες σαν να έγιναν χτες…
– Παράγγειλες;
– Ναι. Κοκκινιστό με χοντρό μακαρόνι και μια κεφτεδάκια. Εσύ;
– Εγώ, πήρα σήμερα μπριάμ
– Έλα τώρα. Μέχρι να έρθουν όλοι. Άκου τον κύριο Λεωνίδα. Εδώ στην παρέα με τις νεαρές σπουδάστριες της σχολής του Εθνικού Θεάτρου…

Η Κατίνα Παξινού – εδώ σε ένα διάλειμμα της πρόβας – υπήρξε η βασική δασκάλα της κυρίας Κάκιας.

– Λοιπόν κορίτσια μου. Παξινού δεν ξαναγεννιέται! Μοναδική ηθοποιός, μοναδικό πλάσμα! Και τι φωνή! Ακουγόταν μέχρι κι έξω, το πάρκινγκ… Βρες μου σήμερα τέτοια ηθοποιό… Τη λατρέψαμε απ’ τον πρώτο καιρό που ήρθε. Έξω καρδιά! Με χιούμορ τρομερό. Εκτός των άλλων της άρεσε πολύ να παίζει και χαρτιά! Έχω ακόμα μια τράπουλά της που την ξέχασε εδώ. Ενθύμιο μεγάλο!

Έμπαινε εδώ στο μαγαζί μετά την παράσταση και ρωτούσε με το γνωστό τρόπο της:
«Τι είπανε ρε οι χωρικοί; Αυτοί ξέρουν να κρίνουν καλά, όχι οι άλλοι».
Της φώναζε ο Μινωτής: «Φτάνει πια!». Εκείνη κουνούσε το κεφάλι κοροϊδευτικά και δεν σταματούσε το παιχνίδι… Ας τον να λέει, μου ‘γνεφε… Και έπειτα τάιζε όλους τους ηθοποιούς. Έλα να τους σερβίρουμε, έλεγε στην Κάκια κι έβαζε χορταστικές μερίδες στα πιάτα τους. «Να καρδαμώσουν για να παίζουν καλύτερα», έλεγε γελώντας.
«Ήταν 20 χρονών κορίτσι όταν παντρεύτηκα την Κάκια» μας λέει ο κύριος Λεωνίδας. «Δεν ήξερε να φτιάχνει τίποτα γιατί στο σπίτι τα έκαναν όλα η μητέρα της και η γιαγιά της. Η Παξινού τής έδειξε πώς να φτιάχνει καμιά πιάτα. Η σύζυγος ενός τεχνικού της έδειξε πώς να φτιάχνει το μοσχάρι νουά και άρχισε να μαθαίνει συνταγές τις οποίες δεν έχει αλλάξει καθόλου μέχρι και σήμερα. Τα γεμιστά είναι τα ίδια όπως το ’70, το ίδιο και η σάλτσα για το νουά.

Την ίδια ώρα ο Μινωτής έκανε τις γνωστές τσιγκουνιές του. Ήταν σφιχτοχέρης. Μια φορά διαμαρτυρήθηκε έντονα όταν του είπα πόσο πήγε η οκά το ελαιόλαδο. Όταν του έφερα λοιπόν μια χωριάτικη σαλάτα που ζήτησε είδε πως δεν είχα βάλει ελαιόλαδο και άρχισε να φωνάζει:

-Βρε Λεωνίδα, γιατί ξέχασες το ελαιόλαδο;

-Δεν το ξέχασα, κύριε Μινωτή. Δεν έβαλα επειδή θα ανέβει ο λογαριασμός…

-Πόσο χρωστάω, με ρώτησε.

-Χίλιες τριακόσιες, του απαντούσα.

-Με… γδέρνεις, μου έλεγε κοιτώντας με στα μάτια. Και μου έδινε ένα χιλιάρικο!

Η Μελίνα Μερκούρη, ως «Μήδεια» το 1976, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Όπως μου έλεγε όμως ο κ. Λεωνίδας, ο Αλέξης Μινωτής ήταν μεγάλος ηθοποιός. «Τύραννος και Κολωνός δεν ξαναγίνονται σαν αυτόν! Να δες αυτή τη φωτογραφία εδώ, στο βάθος δεξιά όπως μπαίνουμε στο μαγαζί. Επειδή αργούσα να κρεμάσω τη φωτογραφία του μου έφερε εκείνος το… καρφί!».
«Τα πρώτα χρόνια ξεχώρισα και τον Θάνο Κωτσόπουλο. Ήταν μεγάλος ηθοποιός! Αυτός και μας πάντρεψε με την Κάκια και αργότερα βάφτισε και τον Νίκο μας… Με τους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες γίναμε φίλοι, έγιναν μέλη της οικογένειάς μας, τους πιο πολλούς τους αισθανόμασταν δικούς μας ανθρώπους. Έγιναν πολλές κουμπαριές στο χωριό. Δεν υπήρχαν ξενοδοχεία και τους κοιμίζαμε τους ηθοποιούς στα σπίτια μας. Γίναμε μια οικογένεια κι έτσι ήρθαν και οι κουμπαριές… Θυμάμαι και τον Χριστόφορο Νέζερ. Δεν ήξερε να διαβάζει. Του μάθαινε το ρόλο λέξη λέξη η γυναίκα του η Μερόπη με τις ώρες. Κι εκείνος για να την ευχαριστήσει την τάιζε στο στόμα.
Ο Μάνος Χατζιδάκις; Σπουδαίος συνθέτης. Έτρωγε κι έπειτα πήγαινε να κοιμηθεί πάνω. Ροχάλιζε!
Ο Μίκης Θεοδωράκης, μεγάλος συνθέτης κι αυτός. Του αρέσει πολύ το φαγητό, οι νοστιμιές της Κάκιας!».
«Ξέρεις όμως ποιο είναι το… μυστικό μας;», λέει η κυρία Κάκια. «Η πρώτη ύλη μας, το ελαιόλαδο του παππού Λεωνίδα που κάνει τα φαγητά μας λουκούμια»! «Εμείς δεν έχουμε ούτε… σολομούς, ούτε… αστακούς», λένε με μια φωνή η κυρία Κάκια με τον κύριο Λεωνίδα. «Ό,τι τρώει ο τελευταίος… θνητός απ’ τα χέρια της κυρίας Κάκιας, αυτό θα φάει κι ο… πρωθυπουργός»! Και αυτή είναι η αλήθεια.
Η Μελίνα Μερκούρη έμπαινε μέσα, πάντα πληθωρική και έλεγε στη γυναίκα μου: «Βάλε μου».

Τρελαινόταν για το γιουβέτσι της και δεν χρειαζόταν να της πει τι φαγητό ήθελε… «Βάλε μου»! Κι όταν της πήγαινα το πιάτο και ήθελε να αστειευτεί μου ‘λεγε: «Ρε, την πιο άσχημη μερίδα μου έβαλες» και ξέσπασε σ’ αυτά τα γέλια τα δυνατά που δεν θα ξεχάσω ποτέ…
Γιάννης Τσαρούχης; Ψυχούλα. Είχε σάκχαρο, αλλά ήθελε να κάθεται πλάι στη βιτρίνα με τα γλυκά μας για να… γλυκαίνεται «νοερά».
-Ήρθε κι η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ήταν το 1990 με την «Αντιγόνη». Προσιτός άνθρωπος, γλυκός κι οικείος. Και πόσο έξυπνη! Τσιμπολογούσε απ’ τα πιάτα και ενώ μιλούσε με την Κάκια γυρνάει και μου λέει: Το βλέπεις εκείνο το τραπέζι των δημοσιογράφων; Τώρα με… θάβουν! Μετά θα έρθουν να μου δώσουν συγχαρητήρια!

Κυριακή 20 Ιουλίου 1969. «Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Μπροστά: Νίκος Καζής (Ορέστης), Ελένη Χατζηαργύρη (Ηλέκτρα), Κώστας Αθανασόπουλος (Πυλάδης). Πίσω, από αριστερά: Ράνια Οικονομίδου (Χορός), Ελίζα Σένκε (Χορός), Λευκή Βεντουράτου (Κορυφαία), Έλλη Κωνσταντίνου (Χορός).

Η πρώτη μας συνάντηση το 1969

– Αλήθεια, για πες μου τώρα τελευταία έγιναν τα πράγματα εδώ στον «Λεωνίδα» τόσο ιδανικά όπως τα περιγράφεις ή ήταν πάντοτε έτσι;
– Κοίτα, για να είμαι ειλικρινής δεν θα μπορούσα να είμαι παρών από την πρώτη μέρα. Τον κύριο Λεωνίδα τον γνώρισα το 1969. Πριν από 44 χρόνια δηλαδή. Ήταν 20 Ιουλίου του ’69. Πάνω στην καρότσα ενός αγροτικού ήμασταν φοιτητές που κάναμε το πρώτο μας ταξίδι στην Επίδαυρο. Ένας συμφοιτητής μας από το Αδάμι Αργολίδας μας μύησε στα μυστικά της περιοχής.

Το Εθνικό Θέατρο παρουσίαζε σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, σε μετάφραση Τάσου Ρούσσου, μουσική Αντίοχου Ευαγγελάτου και στον κεντρικό ρόλο την Ελένη Χατζηαργύρη. Ήταν η ημέρα που ο άνθρωπος πάτησε για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Ακούγαμε από το ραδιόφωνο του ΕΙΡ την περιγραφή της προσελήνωσης και τα πρώτα βήματα του Νιλ Αρμστρονγκ. Λίγη ώρα αργότερα απογειωθήκαμε και μεις παρακολουθώντας την παράσταση και στη συνέχεια βρεθήκαμε για πρώτη φορά στον αστερισμό του κυρίου Λεωνίδα και στις νοστιμιές της κυρίας Κάκιας.
-Τότε γνωριστήκαμε για πρώτη φορά. Μια τυπική χειραψία. Τίποτα άλλο. Τα χρόνια πέρασαν. Όμως όπως ξέρω τα πάντα γίνονται και σήμερα όπως γινόντουσαν και τότε. Με φροντίδα. Με την αγάπη που δίδαξε ο κύριος Λεωνίδας και η κυρία Κάκια στα παιδιά τους. Στον Νίκο και στον Γιώργο τα δύο παλικάρια τους, που δουλεύουν κι οι δύο ως εκπαιδευτικοί, αλλά τα καλοκαίρια δουλεύουν πλάι στους γονείς τους… Το ίδιο και οι δύο πανέμορφες νύφες: Η Σοφούλα και η Αγγελική. Την ομάδα συμπληρώνουν οι δικοί τους Λεωνίδες, ο φοβερός Γιωργάκης και ο σούπερ Νίκος. Όλοι με βασικό όπλο το χαμόγελο και την ταχύτητα στην εξυπηρέτηση.

Την ίδια ώρα η ξενάγηση στις δεκάδες, κυριολεκτικά, φωτογραφίες είναι απόλαυση για όλους. Ο καθένας τους έχει να θυμηθεί και μια στιγμή. Και δεν είναι τυχαίο που όλοι διεκδικούν να αναρτηθεί η φωτογραφία τους στους τοίχους του μαγαζιού. Θεωρείται κάτι σαν τίτλος τιμής.

Κάποιοι -όπως ο Γιάννης Τσαρούχης- έχουν υπογράψει αυτές τις φωτογραφίες και τις έχουν αφιερώσει στον Λεωνίδα και στην Κάκια.

Το αδιαχώρητο για να δουν την Άννα Συνοδινού ως «Αντιγόνη» το καλοκαίρι του 1956.

Εδώ θα δείτε ακόμη τις φωτογραφίες και το πραγματικό sold out που έγινε για την «Αντιγόνη» της Άννας Συνοδινού το καλοκαίρι του 1956. Είχαν έρθει 20.000 άτομα για να τη δουν, δεν έχει ξαναγίνει αυτό από τότε. Φανταστείτε ότι ήταν μια εποχή που δεν υπήρχαν δρόμοι και αυτοκίνητα, πολλοί περπάτησαν μέχρι εκεί. Και το θέατρο ήταν τόσο γεμάτο, ακόμα και μέσα στην ορχήστρα, ώστε αναγκάστηκαν να ζητήσουν από μερικές χιλιάδες ανθρώπους να αποχωρήσουν για να μπορέσουν να παίξουν οι ηθοποιοί. Λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, ήρθε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και επειδή δεν υπήρχαν θέσεις, τον έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα μέσα στη σκηνή».
Αληθινό ρεκόρ εισιτηρίων, όχι εικονικό σαν του Κέβιν Σπέισι με τους 9.000 (;) θεατές.

Στο μαγαζί σε περίοπτη θέση υπάρχει η φωτογραφία της Ελένης Παπαδάκη, η οποία δεν πρόλαβε να παίξει στο αρχαίο θέατρο μιας και αλλιώς είχαν αποφασίσει κάποιοι συνάδελφοί της που πιθανόν «φρόντισαν» και για το τέλος της…

Θα δείτε εδώ και τη μοναδική Μελίνα ως «Μήδεια» αλλά και τον Μάνο Κατράκη να παίζει «Προμηθέα Δεσμώτη» (6 και 7 Ιουλίου 1974), τότε που επί δικτατορίας φώναζε εκτός κειμένου -πως κάποτε θα τιμωρηθούν αυτοί που μας τιμωρούν- με αποτέλεσμα την επομένη να τον βάλουν μέσα. Η παράσταση αυτή ήταν σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη. Μαζί με τον Κατράκη έπαιζε και η Άννα Συνοδινού στο ρόλο της Ιούς.
***
Με τούτα και με ‘κείνα και με την ακατάσχετη φλυαρία μου, η ώρα πέρασε και τώρα το μόνο και βασικό που έχω να προσθέσω κλείνοντας είναι πως αξίζει να κάνετε αυτό το γευστικό και -γιατί όχι- πολιτιστικό ταξίδι στον ιστορικό «Λεωνίδα» του Λυγουριού και έτσι θα αγαπήσετε διπλά την εμπειρία αυτή. Μάλιστα, και μη σας φανεί παράξενο, αξίζει ακόμη και να ζήσετε μέρες του 1954, τότε δηλαδή που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Είχα την τύχη να το ζήσω αυτό πέρυσι, το 2012, όταν έπεσε το απόλυτο σκοτάδι στο Λυγουριό και η βραδιά στον «Λεωνίδα» συνεχίστηκε μετά φανών και λαμπάδων, αφού μάλιστα η καταρρακτώδης βροχή που είχε προηγηθεί είχε ματαιώσει και την παράσταση «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα.


Κλείνω με μια συνταγή της κυρίας Κάκιας
Γεμιστά με σταφίδες και κουκουνάρι
(Για 6 άτομα περίπου)
Υλικά
Δώδεκα ντομάτες μεγάλες κόκκινες και ώριμες (εναλλακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιπεριές ή μελιτζάνες), δύο ποτήρια του νερού λάδι, μισό κιλό ρύζι για πιλάφι, ένα φλιτζάνι του τσαγιού μαϊντανός, ένα φλιτζάνι του τσαγιού κρεμμύδι, δύο σκελίδες σκόρδο, μισό φλιτζάνι του τσαγιού σταφίδες μαύρες, μισό φλιτζάνι του τσαγιού κουκουνάρι, μία κουταλιά της σούπας αλάτι, πιπέρι όσο θέλετε (γενικά λίγο).
Εκτέλεση
Σε ένα σουρωτήρι αδειάζουμε το περιεχόμενο κάθε ντομάτας για να φύγει το ζουμί. Λιώνουμε αυτό στο multi και βάζουμε σε ένα μπολ το χυμό από τις ντομάτες με όλα τα υλικά που προαναφέραμε. Γεμίζουμε τις ντομάτες με το μείγμα, προσέχοντας να μην ξεχειλίσει. Ψήνουμε στο φούρνο για μία ώρα περίπου στους 200 βαθμούς Κελσίου. Όμως προσοχή, υπάρχει μυστικό: Για να έχετε 100% επιτυχία φροντίστε να χρησιμοποιήσετε το περίφημο παρθένο ελαιόλαδο της Επιδαύρου, από τη σπάνια ποικιλία ελιάς «μανάκι». Καλή επιτυχία! Και καλή όρεξη…
***
ΥΓ. Στο παραπάνω κείμενο υπάρχουν αποσπάσματα από τα έργα του Αριστοφάνη: «Βάτραχοι», 503-507 και «Ειρήνη», 1144-1145, 1149-1150. Επίσης στοιχεία από την έρευνα του John Wilkins, basic recipes, Oxford Symposium on food and cookery 1993, από το βιβλίο «Τι έτρωγαν οι Αρχαίοι» του Χρήστου Μότσια και από τη μελέτη της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη με τον τίτλο «Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων».

*Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο catisart.gr την Τρίτη 9 Ιουλίου 2013. Το θυμήθηκα σήμερα 20 Ιουλίου 2017 επειδή μιλάει για την πρώτη μου γνωριμία με τον Λεωνίδα Λιακόπουλο, την Κυριακή 20 Ιουλίου 1969, γνωριμία στην οποία αναφέρθηκα την Τρίτη 18 Ιουλίου 2017, στον αποχαιρετισμό του καλού μας φίλου που έφυγε για την απέναντι όχθη…

eirini aivaliwtou20 Ιουλίου 1969: Πρώτη φορά στο φεγγάρι. Πρώτη φορά στο Λυγουριό με τις συνταγές της κυρίας Κάκιας
Περισσότερα

Συλλυπητήρια ανακοίνωση για τον θάνατο του Λεωνίδα Λιακόπουλου από το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Συλλυπητήρια ανακοίνωση για τον θάνατο του Λεωνίδα Λιακόπουλου εξέδωσε το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Στην κηδεία του, που τελέστηκε την Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017, στις 16:00, στο Λυγουριό, παρέστη ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Τη σεμνή τελετή τίμησε με την παρουσία της η υπουργός Πολιτισμού, Λυδία Κονιόρδου. Ανάμεσα στους παρισταμένους, διακρίναμε τον πρόεδρο του Εθνικού Θεάτρου Στάθη Λιβαθινό, τον σκηνογράφο Διονύση Φωτόπουλο, τους ηθοποιούς Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Γιώργο Κιμούλη, Νίκη Παλληκαράκη, τον χορογράφο Φωκά Ευαγγελινό, τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή, τον βουλευτή Αργολίδας της ΝΔ Γιάννη Ανδριανό. Επίσης παρευρέθησαν πολλοί θεατρόφιλοι, κάτοικοι της Επιδαύρου και του Λυγουριού, καθώς και ο δήμαρχος Επιδαύρου Κωνσταντίνος Γκάτζιος.
Σύντομους και συγκινητικούς επικήδειους εκφώνησαν ο ηθοποιός και πρόεδρος του Ταμείου Αλληλοβοηθείας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών Σπύρος Μπιμπίλας και ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Μήλας (catisart.gr).

Η ανακοίνωση του Φεστιβάλ

«To Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου αποχαιρετά με βαθιά θλίψη τον Λεωνίδα Λιακόπουλο, το αγαπημένο Λεωνίδα του Λυγουριού, που η ζωή του ταυτίστηκε με την ιστορία του αρχαίου θεάτρου. Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένειά του.
Στην κηδεία του θα παραστεί ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, τιμώντας τη μνήμη του αλλά και την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο και το φεστιβάλ της Επιδαύρου ιδιαιτέρως».

  • Μετά την εξόδιο ακολουθία, που έλαβε χώρα στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Λυγουριό, προσφέρθηκαν -σύμφωνα με το έθιμο- λευκός άρτος, ντόπιο τυρί γραβιέρα και βρασμένο στάρι.
  • Ο Λεωνίδας Λιακόπουλος ετάφη στο Νεκροταφείο Λυγουριού. Η ταφή έγινε σύμφωνα με τα παραδοσιακά έθιμα και τις ελληνικές παραδόσεις μετά χοών οίνου, ύδατος και λαδιού. Ακολούθησε πρόσκληση της οικογένειας στο εστιατόριο «Λεωνίδας» για καφέ και κεράσματα. Κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης ειπώθηκαν αναμνήσεις και ενδιαφέροντα στιγμιότυπα από τη ζωή του. Ας είναι ελαφρύ και απαλό το χώμα που τον σκεπάζει, όπως απαλή και καλοσυνάτη ήταν και η ψυχή του.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Διαβάστε ακόμα:

eirini aivaliwtouΣυλλυπητήρια ανακοίνωση για τον θάνατο του Λεωνίδα Λιακόπουλου από το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου
Περισσότερα