Θέατρο

«Ορκισμένη παρθένα» – ένα έργο για την ελευθερία, την ανάγκη και τη θυσία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Tης Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πριν από περίπου 4 χρόνια η βρετανική εφημερίδα «Daily Mail» είχε φιλοξενήσει στις σελίδες της μια έρευνα για τις «Ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας» ή αλλιώς «μπουρνέσας». Είναι εκείνες οι γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν ως άνδρες, για να αποφύγουν και να ξεφύγουν από τους παλιούς κώδικες ζωής των αλβανικών φατριών, οι οποίες ανέφεραν ρητά ότι οι γυναίκες αποτελούσαν απλώς και μόνο περιουσία των συζύγων τους.

Για να κερδίσουν το δικαίωμα ψήφου, να μπορούν να παίρνουν αποφάσεις, να πίνουν αλκοόλ ή να καπνίζουν, αλλά και να έχουν όπλο και να συναναστρέφονται με άντρες, για να αποφύγουν ανεπιθύμητους γάμους, οι «μπουρνέσας» έπρεπε να δώσουν αιώνιο όρκο ότι θα μείνουν παρθένες, αλλιώς θα εξαναγκάζονταν σε γάμους, συχνά με πολύ μεγαλύτερούς τους άντρες, που είχαν ακόμα και τρεις φορές τα δικά τους χρόνια. Πολύ μακριά από τους δικούς τους, κόβοντας τα δεσμά με τις οικογένειές τους.

Οι «Ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας» υπήρχαν σε απομονωμένες περιοχές της υπαίθρου της βόρειας χώρας. Ζούσαν και συμπεριφέρονταν όπως και οι άνδρες. Μάλιστα, τα μαλλιά τους ήταν πάντα πολύ κοντά κομμένα και το ντύσιμό τους εντελώς ανδρικό, ενώ αφού έπαιρναν τον όρκο αναλάμβαναν όλες τις ευθύνες του άνδρα, που ήταν η αναμφισβήτητη κεφαλή της οικογένειας, ένας άνδρας – αφέντης.

Η παράξενη παράδοση προερχόταν από έναν φυλετικό κώδικα του 15ου αιώνα, το Κανούν, σύμφωνα με τον οποίο οι οικογένειες που έχασαν στη μάχη όλους τους άνδρες του σπιτιού, θα μπορούσαν να αναθέσουν το ρόλο του «προστάτη» στη μεγαλύτερη σε ηλικία κόρη τους.

Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Daily Mail» συνάντησε, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, μια γυναίκα που ζούσε ως «μπουρνέσα» ήδη 72 χρόνια. Ο όρκος της ήταν ο μόνος τρόπος να κληρονομήσει την οικογενειακή γη και να προστατεύσει τις εννέα μικρότερες αδερφές της, μετά τον θάνατο του πατέρα της.

Είχε ζήσει μόνη της το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της και πιθανότατα ήταν και η τελευταία «burnesha» στο μικρό ορεινό χωριό Μπαραγκανές. Όταν ρωτήθηκε πώς προσδιορίζει τον εαυτό της πραγματικά, είπε: «Υποθέτω ότι πάντα ήμουν τόσο άντρας όσο και γυναίκα».

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να ακούγεται απίστευτη, αλλά σε αυτές τις συντηρητικές περιοχές της βόρειας Αλβανίας οι γυναίκες μέχρι πρόσφατα δεν μπορούσαν να οδηγήσουν ή να εργαστούν και ο όρκος αγαμίας ήταν ο μόνος τρόπος για να ζήσουν μια ζωή σχετικής ελευθερίας.

Η πρακτική των «ορκισμένων παρθένων» αναφέρθηκε για πρώτη φορά από ταξιδιώτες, ιεραπόστολους, γεωγράφους και ανθρωπολόγους που επισκέφτηκαν τα βουνά της βόρειας Αλβανίας κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον φυλετικό κώδικα, μια γυναίκα περιγράφεται ως «ένα βάρος που ο άνδρας πρέπει να υπομείνει για όσο διάστημα ζει στο σπίτι του». Μερικές νεαρές γυναίκες, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα επέλεξαν να ζήσουν με αυτόν τον τρόπο, προκειμένου να ξεφύγουν από τη φρικτή μοίρα τους σε μια κοινωνία που οι γυναίκες ήταν απόλυτα υποτιμημένες και μόνο οι άνδρες θεωρούνταν ισχυροί.

Όπως και να έχει πάντως, στο τέλος της ημέρας -παρά τα προνόμια που αποκτούσαν λαμβάνοντας αυτόν τον όρκο- η ζωή των «μπουρνέσας» ήταν πολύ μοναχική, ενώ η παράδοση σιγά σιγά πέθανε. Ή τουλάχιστον το ελπίζουμε.

Μόνο μερικές δεκάδες «Ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας» έχουν απομείνει στον κόσμο, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις. Έτσι, δεν είναι λίγοι εκείνοι που, ενώ ζουν στην Αλβανία, πιστεύουν πως πρόκειται απλώς για μύθους. Ίσως μια μέρα, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, να γίνει και αυτό…

Μια «μπουρνέσα» στην Αθήνα

Πριν φτάσει όμως αυτή η μέρα, που θα εξαλειφτούν οι θλιβεροί μύθοι, ας μιλήσουμε για μια «μπουρνέσα» που γνωρίσαμε πρόσφατα. Πού; θα ρωτήσετε. Στο Φεστιβάλ Αθηνών, Κτήριο Η, Πειραιώς 260.

Επρόκειτο για την Παρθενόπη Μπουζούρη η οποία σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι, με απερίγραπτη δύναμη και υπερηφάνεια, υποδύθηκε τη Χάνα Ντόντα στο έργο «Ορκισμένη παρθένα» της Ελβίρα Ντόνες.

Μια γυναίκα ωραία, έξυπνη και ποθητή η οποία έθαψε το φύλο της βαθιά μες στην κοινωνική ανάγκη για δραστηριότητα και κάποια ψήγματα ελευθερίας.

Η Χάνα Ντόντα γεννιέται και μεγαλώνει σε ένα ορεινό χωριό της βόρειας Αλβανίας. Σε έναν τόπο σκληρό και άκαμπτο σαν τους ανθρώπους που τον κατοικούν, όπου η μοίρα της γυναίκας είναι προδιαγεγραμμένη από τη στιγμή που θα γεννηθεί. Μεγαλώνοντας έμαθε να ζει και να ονειρεύεται μέσα στην απόλυτη σιωπή. Θα αποφασίσει να αποτινάξει από πάνω της το πεπρωμένο κάθε γυναίκας, που είναι να γίνει σύζυγος και ισόβιο κτήμα κάποιου άνδρα, επικαλούμενη τον άγραφο νόμο του Κανούν. Τον εθιμικό νόμο που της επιτρέπει να ορκιστεί ισόβια παρθενία και να ζήσει, απαλλαγμένη από τη γυναικεία μοίρα, ως άντρας. Η Χάνα θα κρατήσει όπλο, θα φορέσει αντρικά ρούχα και θα πάρει το όνομα Μαρκ. Δεκαπέντε χρόνια μετά όταν τα βουνά, που μέχρι πρότινος έμοιαζαν η μοναδική λύτρωσή της, αρχίσουν να γίνονται η φυλακή της θα πάρει μια ακόμη μεγαλύτερη απόφαση. Να ταξιδέψει εκτός των συνόρων της χώρας της για να συναντήσει τη μετανάστρια αδερφή της. Ένα ταξίδι από την απομονωμένη Αλβανία στην «πολιτισμένη» Δύση, ένα πολιτισμικό σοκ και μια εσωτερική μετάβαση από τον Μαρκ στη χαμένη πλέον «Χάνα».

Κορίτσι ακόμα, αν και φοιτήτρια στα Τίρανα επί καθεστώτος Enver Hoxha, η ανήσυχη Χάνα αντιλαμβάνεται ότι το πεπρωμένο της είναι μονόδρομος: να γίνει σύζυγος και σκλάβα – ένα μέλλον που επιβάλλεται σε όλες τις γυναίκες στα απομακρυσμένα χωριά της Αλβανίας. Με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του θείου της ο οποίος τη συμπονά (μια φωτεινή εξαίρεση για τον τόπο και την εποχή), όταν αυτός πεθαίνει, η Χάνα επικαλείται τον παλιό εθιμικό νόμο Κανούν και δίνει όρκο αιώνιας παρθενίας για να μπορέσει να κρατήσει όπλο και να ζήσει ελεύθερα όπως οι άνδρες. Για τους χωρικούς, η Χάνα γίνεται «ορκισμένη παρθένα» και η ζωή της αλλάζει.

Εκείνη την εποχή, η ελευθερία των γυναικών ήταν ταμπού. Και για το παραμικρό «παράπτωμα» η τιμωρία ήταν ο ανηλεής ξυλοδαρμός, ακόμα και ο θάνατος. Η Χάνα επέλεξε να συμμετάσχει στη ζωή, χωρίς να υπολογίσει το τίμημα, ώστε «να μη σερβίρει το φαγητό στους άνδρες με κατεβασμένο το κεφάλι, πριν αποσυρθεί χωρίς να κοιτάξει τους προσκεκλημένους».

Με την επιλογή της, μια επιλογή ανάγκης και θυσίας, αποδεσμεύεται από έναν γάμο που είχε προαποφασιστεί από άλλους, χωρίς να διακινδυνεύσει μια βεντέτα λόγω ατίμωσης της οικογένειας του γαμπρού.

Σύμφωνα με τη Βρετανή ανθρωπολόγο Αντόνια Γιουνγκ, συγγραφέα του «Albania sworn Virgins» (Οι ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας, Ed. Berg Publishers), το θέμα του σεξουαλικού προσανατολισμού είναι ανύπαρκτο.

Οι virgjinesha ζουν εντός του κόσμου των ανδρών, «βγαίνουν με τους άνδρες, πίνουν με τους άνδρες, ιδίως στα καφενεία», ακόμη και αν οι «ορκισμένες παρθένες» δεν έχουν ποτέ αναγνωρισθεί ως άνδρες στο ληξιαρχείο.

Αν νεαρές γυναίκες συνεχίσουν να δίνουν ίσως ακόμη τον όρκο, η σημασία θα είναι διαφορετική, προβλέπει η Αντόνια Γιουνγκ: θα πρόκειται μάλλον για γυναίκες που επιδιώκουν μία πιο ελεύθερη ζωή, αλλά θα είναι μία προσωπική απόφαση και όχι μία απόφαση για το συμφέρον της κοινότητας ή της οικογένειας.

Η ηρωίδα μας νιώθει πάντα μια ανησυχία κάτω από την ανδρική της περιβολή. Κάτι μέσα της αντιδρά σ’ αυτήν την αναγκαστική επιλογή. Θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να σπάσει κάθε είδους δεσμά. Αποφασίζει να διασχίσει τα σύνορα από το παρελθόν στο παρόν, από το αρσενικό στο θηλυκό.

Ο Μαρκ θα ξεκινήσει σταδιακά να νιώθει τον ίλιγγο τού να ανακαλύπτεις το σώμα σου, του να αγγίζεις άλλα σώματα. Η Χάνα συναντά στην πορεία της για αποδέσμευση, ανθρώπους σκληρούς κι ανάλγητους που θέλουν να την εκμεταλλευτούν. Βρίσκει όμως και στοργικούς, τρυφερούς ανθρώπους που η ζωή τής είχε στερήσει, και αφήνεται στην απρόσμενη προοπτική ενός έρωτα που το Κανούν της είχε απαγορεύσει. Συναρμολογεί και πάλι τις δύο ψυχές που έχουν ζήσει τόσα χρόνια μέσα στο σώμα της. Ξαναγεννιέται ως ένας νέος, ελεύθερος, σύγχρονος και ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Η ορκισμένη παρθένα Χάνα/Μαρκ, που θα μπορούσε να οριστεί ως μια ιδιάζουσα βαλκάνια Αντιγόνη, διαμαρτυρόμενη ενάντια στον ανορθολογισμό της εξουσίας αιώνες ύστερα από εκείνη την Ελληνίδα κόρη-σύμβολο, αποφασίζει να θάψει όχι το σώμα ενός νεκρού αδελφού, αλλά το δικό της ανδρικό σώμα, στο σκληροτράχηλο τοπίο της Σκόδρας, στην πρωτόγονη, αλπική, βουτηγμένη στην ένδεια, αγροτική Βόρεια Αλβανία. Αποφασίζει να διεκδικήσει ξανά τη θηλυκή της ταυτότητα. Το γυναικείο σώμα διωκόμενο, θαμμένο ζωντανό στον «πέτρινο τάφο» του, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του σύγχρονου μύθου. Το σώμα και η ψυχή που δεν μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σ’ αυτό το θλιβερό, φτωχό κλίμα, το στερημένο συναισθημάτων, αυτό το στείρο περιβάλλον προκαθορισμένων και φοβισμένων σχέσεων.

Η Χάνα δέχεται να αποποιηθεί τη γυναικεία της φύση, να ουδετεροποιηθεί πίσω από το ανδρικό της όνομα Μαρκ, για να εξασφαλίσει το ελάχιστο που οφείλεται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και στην ελευθερία. Υιοθετώντας αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο για να παρακάμψει τη βία ενός πατριαρχικού, ολοκληρωτικού καθεστώτος όπως της Αλβανίας του Χότζα, δομεί τελικά μια καθ’ όλα διακριτή και σεβαστή ταυτότητα. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η «προοδευτική» Δύση «απελευθερώνει» αυτά τα σώματα; Ταξιδεύοντας στην Αμερική για να ξαναβρεί τους αγαπημένους της, η ηρωίδα θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπη με τη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση της και την αρσενική φυλακή στην οποία κλείστηκε. Σιγά σιγά ξαναβρίσκει τη θέληση να συνεχίσει να στοιχηματίζει για τον εαυτό της, να διεκδικεί και να απαιτεί το μερίδιό της στην ευτυχία.

Στο σκηνικό με τους ασοβάτιστους τσιμεντόλιθους η θεατρική φλέβα χτυπάει άγρια. Από τις γεμάτες εκδορές και μπαλώματα επιφάνειες θαρρείς πως εκπέμπεται ένας ήχος δυσάρεστος μαζί και καθηλωτικός.

Τα «άξεστα» κοστούμια και τα επιμελώς στερημένα από τη φροντίδα υλικά στη σκηνή φέρνουν στο μυαλό μια δριμύτητα ξεχασμένη που παραπέμπει στα γρέζια, στις ρωγμές και στα μπαλώματα της δικής μας ύπαρξης. Εξαιρετική δουλειά από τις Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα.

Η μουσική επιμέλεια του σκηνοθέτη, η διασκευή και θεατρική απόδοση της Μαρίας Σκαφτούρα (σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη), η δραματουργική επεξεργασία της Ναταλί Μηνιώτη, οι προσεγμένοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου, η εξαίρετη μετάφραση της Ελεάνας Ζιάκου υπενθύμιζαν τον υπόγειο αναβρασμό που συνέχει όλες τις πράξεις και όλες τις υπάρξεις του έργου. Μια υπόμνηση που ταράζει και εξάπτει.

Σημαντική η συμβολή της κίνησης στην παράσταση (Νατάσα Ζούκα σε σύμπραξη με τον σκηνοθέτη).

 

Οι ηθοποιοί

Επτά ξεχωριστούς ηθοποιούς θαυμάσαμε στην παράσταση, ηθοποιούς από τους καλύτερους του θεάτρου μας.

Η Άντζελα Μπρούσκου μοναδική σε όλους τους ρόλους που επωμίστηκε. Δυναμική, συνεπής, τραχιά, αδυσώπητη, μοιραία, περνάει από την ελπίδα στην εγκαρτέρηση, στη σκληρότητα και τελικά σε μια ζηλευτή αποστασιοποίηση.

Η Γεωργιάννα Νταλάρα, με τη στέρεη παιδεία της και το πλούσιο ταλέντο της, δίνει μια ερμηνεία που έχει τη γεύση του καινούργιου, της ανακάλυψης, της ευρηματικότητας, της ανανέωσης, του απρόβλεπτου.

Η Μαρία Σκαφτούρα, μια σπάνια ηθοποιός που ταυτίζεται απίστευτα με τη σκηνοθετική ματιά του Φεζολλάρι, παραδίδει μια υποκριτικά μεστή, διαυγή και ουσιαστική αδελφή.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος σκιαγραφεί ανάγλυφα και πολυδιάστατα και τους δύο χαρακτήρες που υποδύθηκε, με εκφραστική ικανότητα και σκηνική άνεση, με πίστη στους χαρακτήρες, πειστικότητα και αληθοφάνεια.

Ο Αντώνης Φραγκάκης αποδίδει με απλότητα και ακρίβεια, λιτά και αφαιρετικά το ρόλο του.

Ο Γιώργος Παπαπαύλου δίνει πολύ επιτυχημένα τους συγκινησιακούς κραδασμούς του ερωτευμένου και εξόριστου γιατρού, με σωστές αναλογίες και συμβολικές νότες.

Θετική και η σκηνική παρουσία και των ηθοποιών με τους μικρότερους ρόλους (Ορνέλα Λούτη, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Νεφέλη Δούκα).

Αφήνω τελευταία την Παρθενόπη Μπουζούρη, γιατί μάλλον εδώ θα αναγκαστώ να σας κουράσω. Αρχίζοντας, θα πρέπει να πω πως η τέχνη του θεάτρου είναι αποτέλεσμα προσεκτικής μελέτης και προετοιμασίας, όχι αυθορμητισμού. Ο ηθοποιός μπορεί να μεγαλουργήσει μόνον αν έχει απόλυτο αυτοέλεγχο και την ικανότητα να εκφράζει συναισθήματα που δεν βιώνει, που μπορεί ποτέ να μην τα βιώσει και τα οποία, από τη φύση των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν ποτέ να βιωθούν.

Η Μπουζούρη είναι ακριβώς αυτό, μια ηθοποιός με αυτοπειθαρχία και αντοχές. Υποδειγματική η άρθρωσή της, η αξιοσύνη της επί σκηνής, η καλλιέπεια της φωνής και της στάσης της. Εκπληκτική και αξιοπρεπής στη σκηνή από την αρχή ως το τέλος, περνούσε από τον Μαρκ στη Χάνα και το αντίθετο έχοντας απόλυτα τη συνείδηση ότι επρόκειτο ουσιαστικά για την ίδια προσωπικότητα, μια προσωπικότητα με δύο όψεις. Έπαιξε με πάθος αλλά αποφεύγοντας τις εξάρσεις, τις κορόνες, τις υπερβολές.

Έδωσε μια μεγάλη ερμηνεία, επιβεβαιώνοντας την άποψή μας ότι είναι ιδανική ανάμεσα στις ηθοποιούς της γενιάς της να ερμηνεύσει αρχετυπικούς ρόλους του αρχαιοελληνικού δράματος.

Η παράσταση

Από την άλλη ο σκηνοθέτης δεν έμεινε στην ασφάλεια των δυνατών του χαρτιών, δεν έμεινε στα κεκτημένα του, μελέτησε, ερεύνησε και αναμόχλευσε δυνατά το υλικό του ώστε να μη χρειαστεί να πατήσει ποτέ το κουμπί κινδύνου.

Η «Ορκισμένη παρθένα» της Ελβίρα Ντόνες δεν είναι μια απλή αναπαράσταση της ιστορίας, δεν είναι μια ξερή αφήγηση με λίγο εύρημα, δεν είναι μια τραγωδία στερημένη από κάθε υπαρξιακό μυστήριο. Είναι ένα χρονικό – μάρτυρας του τέλους μιας εποχής κι ενός ολόκληρου πολιτικοκοινωνικού μοντέλου. Ξεπερνά τη μιζέρια και την οπισθοδρομικότητα της κοινωνίας όπου μεγάλωσε η Χάνα, με τις βάρβαρες συνθήκες ζωής του και τον τυραννικό περίγυρο. Η «Ορκισμένη παρθένα» συνδέει το παρόν με το παρελθόν απλά αλλά τόσο ευρηματικά, που προκαλεί αίσθηση.

Το θέατρο δεν είναι ένας κόσμος φτιαγμένος μόνο από λέξεις, αλλά και από ήχους, από κινήσεις, από αισθήσεις που ο θεατής βλέπει, βιώνει. Στην «Ορκισμένη Παρθένα» δεν έχουμε να κάνουμε με μια αναπαραγωγή της πραγματικότητας, αλλά με έναν παράλληλο κόσμο. Η παράσταση που είδαμε είναι μια πρωτοφανής σύνθεση ενός λαϊκού θεάτρου με το στυλιζάρισμα μιας θεατρικής ποίησης. Ένα έργο ενηλικίωσης, τόσο ελεύθερο από συμβάσεις που σε ορισμένες σκηνές του μοιάζει με ντοκιμαντέρ, το οποίο εξελίσσεται σε μια αφοπλιστική ματιά πάνω στην αγριότητα της ανθρώπινης κατάστασης.

Ένα μανιφέστο για την ατομική αυτοδιάθεση που κερδίζεται μόνον όταν απαρνηθείς το ρόλο που κάποιοι άλλοι επέλεξαν για σένα ή επέλεξες εσύ για τους άλλους.

Ο Ένκε Φεζολλάρι σκηνοθετώντας το έργο τέντωσε και συμπύκνωσε τον χρόνο, τον έπλασε με έναν τρόπο θα έλεγα γλυπτικό. Έφτιαξε μια παράσταση που εικονογραφεί τη ζωή, ένα θέατρο που απευθύνεται στην καρδιά του θεατή. Μια παράσταση που υπενθυμίζει την αποδοχή της δικής μας εύθρυπτης συνθήκης, τη βραχνάδα της ύπαρξής μας, δίνοντας εκείνη την ορμή που προσπερνάει τη νόηση και φτάνει κατευθείαν στα σπλάχνα.

Το catisart.gr έχει παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις προηγούμενες δουλειές του και η αλήθεια είναι μία: ο Φεζολλάρι γνωρίζει καλά τους νόμους της σκηνής και τον ρυθμό της.

Θα συνιστούσα να μη χάσετε αυτή του την παράσταση, όταν θα ξαναπαιχτεί. Γιατί θα ξαναπαιχτεί.

  • Καταθέτω αυτές τις απόψεις, παρά το γεγονός ότι οι δημόσιες σχέσεις του Φεστιβάλ, χορηγώντας μου μία πρόσκληση (ενός ατόμου) και κρίνοντας -ως φαίνεται- ότι εκπλήρωσαν το καθήκον τους, με «έριξαν» σε μία θέση από την οποία δεν έβλεπα παρά μόνο το ένα τέταρτο της σκηνής. Τα δε υπόλοιπα τρία τέταρτα τα είδα μετά κόπων και βασάνων, μετακινούμενη συνεχώς πάνω στο κάθισμά μου. Κι αυτό ενώ υπήρχαν κάποιες άδειες θέσεις στις κερκίδες κι ενώ οι συνήθεις απαραίτητοι κοσμικοί στρογγυλοκάθονταν στις πρώτες σειρές τσεκάροντας μάλιστα τα κινητά τους σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Ταυτότητα παράστασης

Ένκε Φεζολλάρι

Ορκισμένη παρθένα / Ελβίρα Ντόνες

Συντελεστές

Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου

Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Ένκε Φεζολλάρι

Διασκευή – Θεατρική απόδοση: Μαρία Σκαφτούρα, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη

Δραματουργική επεξεργασία: Ναταλί Μηνιώτη

Παίζουν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Άντζελα Μπρούσκου, Γεωργιάννα Νταλάρα, Μαρία Σκαφτούρα, Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Φραγκάκης, Γιώργος Παπαπαύλου

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος

Σκηνικά – Κοστούμια: Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πιταούλη

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Αποστόλης Κόκκαλης

Συντονισμός Παραγωγής: Μαρία Βασαριώτου

Σχεδιασμός Παραγωγής: Κωνσταντίνος Σακκάς

Οργάνωση – Σχεδιασμός Παραγωγής: Delta Pi

Φωτογραφίες: Χριστίνα Γεωργιάδου

Επικοινωνία: Μαρία Κωνσταντοπούλου

Σημείωμα σκηνοθέτη:

Σύμφωνα με μία αλβανική παράδοση, οι γυναίκες γίνονται ισότιμες με τους άντρες μόνον αν αρνηθούν τη γυναικεία τους φύση και ζήσουν με τον τρόπο ενός άντρα, αφού ορκιστούν να μην έχουν ποτέ σεξουαλικές σχέσεις. Έτσι και η Χάνα, μία γυναίκα από το Βορρά της Αλβανίας, αποφασίζει να ξεφύγει από το πεπρωμένο της, επικαλείται τον άγραφο νόμο Κανούν και ζει ως «ορκισμένη παρθένα» με το όνομα Μαρκ. Γράφοντας ποίηση κι έχοντας ως πυξίδα τα έργα της Έμιλι Ντίκινσον, προσπαθεί να αποδράσει από την αποπνικτική πραγματικότητα. Ένα ταξίδι στην Αμερική θα τη φέρει αντιμέτωπη με αυτή της την απόφαση: στη Γη της Επαγγελίας θα συναντήσει την οικογένειά της και θα πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο την αμηχανία και τις αντιδράσεις των αγαπημένων της προσώπων αλλά και τη δική της γυναικεία πλευρά. Ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες του θηλυκού της σώματος; Ποια είναι η αρσενική φυλακή στην οποία αποκλείστηκε; Πώς η οικογένειά της θα την κάνει να νιώσει εξόριστη για άλλη μία φορά; Η Χάνα είναι μία Ορκισμένη Παρθένα. Και μας μοιράζεται την ιστορία της: μία ιστορία ενός Εθιμοτυπικού Κανόνα μιας κοινωνίας όπου η αξία των γυναικών ισούται με ένα σακί πατάτες. Η ιστορία μιας γυναίκας που δεν κατοικεί στο ίδιο της το σώμα και βλέπει τους κόσμους της να καταρρέουν. (Ένκε Φεζολλάρι).

– Φωτογραφίες: Σπύρος Χαμπάκης

  • Το συγκεκριμένο έργο έχει γυριστεί και ταινία:

Ορκισμένη Παρθένα 
Vergine Giurata / Sworn Virgin

Δραματική 2015 | Έγχρωμη | Διάρκεια: 84′

Ιταλοαλβανική ταινία, σκηνοθεσία Λάουρα Μπισπούρι με τους: Άλμπα Ρορβάκερ, Έμιλι Φερατέλο, Λαρς Έλντινγκερ

 

 

 

 

eirini aivaliwtou«Ορκισμένη παρθένα» – ένα έργο για την ελευθερία, την ανάγκη και τη θυσία
Περισσότερα

Η «Μήδεια» της Μαρίας Ναυπλιώτου και της Μαριάννας Κάλμπαρη που σάρωσε στο πέρασμά της…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

[…] ο ανάξιος κι εγκληματικός κριτικός έρχεται βιαστικά απ’ το δημοσιογραφικό του γραφείο, απ’ το δημοτικό σχολείο, απ’ το κοσμικό του κοκταίηλ και μέσα σε […] μισή ώρα σκαρώνει ένα ποδοσφαιρικό ρεπορτάζ που το ονομάζει «κριτική θεάτρου». […].

Αυτό έγραφε ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός -ανάμεσα σε άλλα- σε άρθρο του με τον τίτλο «Ο καλός κριτικός» το πάλαι ποτέ, δηλαδή την Κυριακή 2 Απριλίου 1961 στην «Καθημερινή».

Σκεπτόμουν λοιπόν, στα πρώτα λεπτά της παράστασης της «Μήδειας» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, την Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017, να κάνω κι εγώ ένα «ποδοσφαιρικό» ρεπορτάζ αντί… κριτικής. Μιας κι αυτό συνηθίζεται τη σημερινή εποχή του Διαδικτύου, που όλα τα λειαίνει και τα ισοπεδώνει η ευκολία της πληροφορίας. Μιας και η θεατρική κριτική συγχέεται πια με το κάθε είδους ρεπορτάζ -καλλιτεχνικό, κοσμικό, αθλητικό, τηλεοπτικό, ενίοτε δε και αστυνομικό.

Όλα άρχισαν «με γκολ από τα αποδυτήρια», όπως θα έγραφαν και οι αξιοσέβαστοι αθλητικοί συνάδελφοι. Η Θεοδώρα Τζήμου μπήκε δυναμικά κερδίζοντας το κοινό με άνεση. Αρχικά τα φαινόμενα έδειχναν ότι οι παίκτες της Μαριάννας Κάλμπαρη θα έδιναν ένα αμφίρροπο παιχνίδι. Επρόκειτο φυσικά για την πολυαναμενόμενη επιστροφή του Θεάτρου Τέχνης ύστερα από 7 χρόνια απουσίας, στο αργολικό θέατρο, αυτή τη φορά σε συνεργασία με το ΔηΠεΘε Ιωαννίνων. Στη σύνθεση της ομάδας κορυφαία ονόματα: Θεοδώρα Τζήμου, Χάρης Φραγκούλης, Μαριάννα Κάλμπαρη, Αλεξάνδρα Καζάζου, Σύρμω Κεκέ, Ιωάννα Μαυρέα, Μαρία Ναυπλιώτου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Γεράσιμος Γεννατάς, Κωνσταντίνα Τάκαλου. Όλοι οι παίχτες έμπειροι και με διακρίσεις σε παρόμοιες αναμετρήσεις. Φυσικά κάτω υπό τη σκέπη του Ευριπίδη και με την εμπνευσμένη συμμετοχή του σπουδαίου Γιώργου Χειμωνά στη μετάφραση.
Μέχρις εδώ όλα καλά. Στο ίδιο «γήπεδο» με τον ίδιο αντίπαλο αγωνίστηκαν κι άλλα μεγάλα ονόματα ξεκινώντας το 1942: Έλσα Βεργή και Τάκης Μουζενίδης, Κατίνα Παξινού και Αλέξης Μινωτής, Αλέκα Κατσέλη και Λάμπρος Κωστόπουλος, Αντιγόνη Βαλάκου και Νίκος Χαραλάμπους, Ελένη Χατζηαργύρη και Αλέξης Σολομός, Μελίνα Μερκούρη και Μίνως Βολανάκης,  Λυδία Φωτοπούλου και Ανδρέας Βουτσινάς, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Νικαίτη Κοντούρη, Ταμίλα Κουλιέβα και Στάθης Λιβαθινός, Τζένη Καρέζη και Μίνως Βολανάκης. Ασφαλώς: η Μαρία Κάλλας και ο Αλέξης Μινωτής. Αγώνες καθαροί, τολμηροί, ριψοκίνδυνοι, νικηφόροι. Όπως το ίδιο επιτυχής ήταν ο αγώνας που έδωσε ως Μήδεια, το 2013, και ο Γιώργος Κιμούλης με τον Σπύρο Α. Ευαγγελάτο.
Τώρα όμως στην ομάδα προστέθηκαν και δύο ακόμη ονόματα, τα οποία έδωσαν βροντερό «παρών». Ήταν η Γλαύκη και η Βάρβαρη. Επίσης και άλλα πρόσωπα: Πλάτωνας, Θεόκριτος, Σαπφώ, Αρτεμίδωρος, Μνησίλοχος, Πλούταρχος, Μακηδόνιος Ύπατος. Όλοι αυτοί «για τις ανάγκες μιας διαφορετικής ανάγνωσης» από την πλευρά της Μαριάννας Κάλμπαρη η οποία είχε την εμπειρία αυτής της μονομαχίας, το 1995, πάλι με το Θέατρο Τέχνης, τη Ρένη Πιττακή και τον Γιώργο Λαζάνη, ως προπονητή. Εκτός όμως από τα νέα ονόματα στη σύνθεση, διαφοροποίηση δια προσθήκης, υπάρχει και στον τίτλο του έργου, όπου κάτω από τη «Μήδεια» υπάρχει και ο πλαγιότιτλος: «Η βαρβαρότητα του έρωτα».

Όλα δείχνουν λοιπόν ότι οι αλλαγές – προσθήκες είναι σημαντικές. Στον αγωνιστικό χώρο υπάρχουν εξαιρετικές μονάδες και στη βασική ομάδα και στους απαραίτητους και χρήσιμους παίχτες – στήριγμα των κορυφαίων. Ισχυρό τιμ και στο χώρο της μουσικής.
Με τέτοιο λαμπρό επιτελείο δεν υπάρχει αμφιβολία για το τελικό αποτέλεσμα. Στο κέντρο, στη σέντρα, πάνω από τη «θυμέλη», κυκλική κατασκευή με τέσσερα σκαλοπάτια και ένα μεγάλο κρεβάτι, πάνω από μια ανοιχτή καταπακτή. Στην άκρη της ορχήστρας περιμετρικά ξύλινες καρέκλες. Μία για κάθε πρωταγωνιστή. Όλοι κάθονται με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό. Δεξιά στο πλάι οι τέσσερις μουσικοί.
Εδώ είναι που σβήνουν τα φώτα και αρχίζει ο αγώνας – όπως προείπα – με τη Θεοδώρα Τζήμου να βάζει γκολ από τα αποδυτήρια. Εξαιρετική εμφάνιση – απόδοση – ερμηνεία. Από εδώ και πέρα όλοι, όταν έρχεται η στιγμή της δικής τους παρουσίας, χαρίζουν μοναδικές και ανεπανάληπτες στιγμές ερμηνευτικής πανδαισίας. Ως μονάδες, δεν υπάρχει ούτε ένας που να υστερεί. Ως ομάδα όμως; Υπάρχουν στιγμές που θυμίζουν το ποδοσφαιρικό «γιουρούσι». Όλοι πάνω, όλοι κάτω μέχρι με κάποια στραβοκλωτσιά να μπει το γκολ. Όμως αυτό τι άλλο δείχνει παρά μόνο σπατάλη δυνάμεων. Όταν έχεις τέτοια ονόματα δεν έχεις παρά να τα βάλεις να συνεργαστούν αρμονικά ώστε να επιτευχθεί ο αντικειμενικός σου στόχος: Η νίκη. Εδώ όμως γίνονταν τόσα πολλά μαζί και περιπλέκονταν άλλο τόσο που σε τελική ανάλυση έχανες την ουσία. Ο λόγος του Ευριπίδη και η μετάφραση του Χειμωνά χάθηκαν σε ένα «πέλαγος» καινοτομιών.

Ασφαλώς όσα γράφω δεν είναι κριτική.
Ασφαλώς θυμίζουν όλους εκείνους που είναι στην εξέδρα και χωρίς να έχουν κλωτσήσει ποτέ μπάλα, θέλουν να γίνουν προπονητές στη θέση του προπονητή και να υποδείξουν αυτοί το – κατά τη γνώμη τους – σωστό σύστημα.
Έτσι κι εγώ, επισημαίνω κάποια – κατά τη γνώμη μου – λάθος σημεία στην ανάγνωση της Μήδειας. Οπωσδήποτε θα υπάρχουν εξηγήσεις από πλέον ειδικούς, όμως ως ένας απλός θεατής – με πολύ καλή διάθεση πάντα – διαπιστώνω ότι άδικα έκανε τέσσερις φόνους η Μήδεια. Όταν έχεις απέναντί σου μια καρικατούρα ανδρός, δεν τον αφήνεις να πάρει ανάσα. Τον βάζεις κάτω και τον πατάς. Τον διατάσσεις να κάνει αυτό που θέλεις εσύ. Δεν σκοτώνεις, με φαρμακερά δώρα, ούτε τον Κρέοντα, ούτε τη Γλαύκη. Πολύ περισσότερο δεν σκοτώνεις τα ίδια σου τα παιδιά, για να τιμωρήσεις αυτόν τον συγκεκριμένο Ιάσονα. Γιατί αυτός ο Ιάσονας – σε ποδοσφαιρική διάλεκτο – δεν κάνει ούτε για «εξωφυλαρούχας». (Όρος που χρονολογείται από τότε που τα παιδιά έπαιζαν μπάλα στις αλάνες με πέτρες για δοκάρια. Εξωφυλαρούχας ήταν τότε ο καημένος που δεν το κατείχε το τόπι και καμιά ομάδα δεν τον ήθελε, με αποτέλεσμα να κάθεται απ’ έξω και να προσέχει τα ρούχα των υπολοίπων).

Ας επανέλθουμε όμως στην ουσία, κι ας θυμίσουμε πως στον αγώνα λόγων η σύγκρουση Μήδειας και Ιάσονα εκφράζει ουσιαστικά την αρχετυπική αντίθεση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Ίσως, όμως, η αντίθεση να πηγαίνει βαθύτερα, στη σύγκρουση ανάμεσα στην πανάρχαια μαγεία της δέσμευσης μέσω του όρκου, που αντιπροσωπεύει η Μήδεια και τον στεγνό ορθολογισμό του Ιάσονα, ενδεικτικό μιας κοινωνίας με συγκεκριμένο υλιστικό προσανατολισμό.

Ο Ιάσονας, πρέπει να είναι: Σκληρός, απάνθρωπος, δυνάστης, άκαμπτος, αλαζόνας.
Ο Ιάσονας, πρέπει να είναι: Ο τύπος που πάει γυρεύοντας. Ο παίχτης που επιδιώκει την «κόκκινη κάρτα». Ο αρχηγός που κάνει πέναλτι σε κάθε φάση θεωρώντας πως αυτό είναι το σωστό.
Όμως ο συγκεκριμένος Ιάσονας, δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Οπότε; Προς τι το μίσος της Μήδειας; Δεν του αξίζει να γίνει ήρωας. Δεν αξίζει – ο προκείμενος Ιάσονας – να γίνει ήρωας στα μάτια μας.

-Πιστεύω ότι αυτός ο Ιάσονας έδωσε την ευκαιρία στον αξιόλογο Χάρη Φραγκούλη να ζωγραφίσει με εξαιρετική ακρίβεια και λεπτομέρεια τον ήρωα του Ευριπίδη κατά την ανάγνωση της Μαριάννας Κάλμπαρη.
-Με την ίδια απόλυτη πειθαρχία και επιτυχία η Μαρία Ναυπλιώτου δίδαξε τη δική της Μήδεια. Οπωσδήποτε η ερμηνεία της καταγράφεται στα μεγάλα «συν» της παράστασης. Σάρωσε τους πάντες στο πέρασμά της.
-Για τη Γλαύκη (Θεοδώρα Τζήμου), τα είπα στην αρχή. Εδώ προσθέτω πως της ταιριάζει το αργολικό θέατρο και θέλουμε να την ξαναδούμε σ’ αυτό.

Η Μαριάννα Κάλμπαρη (δεξιά) στον Χορό, με Μήδεια τη Ρένη Πιττακή, το 1995, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.

-Η Μαριάννα Κάλμπαρη, επέστρεψε στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά όχι στο Χορό – όπως το 1995, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη με Μήδεια τη Ρένη Πιττακή – αλλά και ως Τροφός, με εξαιρετική κίνηση, εκφραστικότητα και φωνητική απόδοση. Οπωσδήποτε χωρίς μικρόφωνο, στο τραγούδι, θα ήταν ακόμη καλύτερη.
-Στη Βάρβαρη (Αλεξάνδρα Καζάζου), ευτυχώς – έστω και με κάποια αργοπορία – δόθηκε η ευκαιρία να επιδείξει και στην Ελλάδα το ερμηνευτικό της ταλέντο.
-Οι δύο γυναίκες της Κορίνθου, η Σύρμω Κεκέ και η Ιωάννα Μαυρέα, σε κάνουν να λες πως αξίζει το ταξίδι από την Αθήνα ως την Επίδαυρο μόνο και μόνο για να τις απολαύσεις.
-Το ίδιο ισχύει και για τους δύο άντρες. Τον Κρέοντα (Αλέξανδρος Μυλωνάς) και τον Αιγέα (Γεράσιμος Γεννατάς). Η εμπειρία, η υποκριτική οξυδέρκεια, η επιτομή της λιτότητας. Αυτό και μόνον αρκεί.

-Τέλος ένας διαφορετικός άγγελος, η Κωνσταντίνα Τάκαλου. Και μόνο που υπάρχει στην… ομάδα δίνει τη σιγουριά ότι το αποτέλεσμα θα είναι νικηφόρο.
-Τυχεροί οι ηθοποιοί (Λήδα Κουτσοδασκάλου, Βασιλίνα Κατερίνη, Μάριος Κρητικόπουλος, Ευθύμης Χαλκίδης, Αλέξανδρος Σκουρλέτης), που πήραν μέρος στον Χορό αυτής της Μήδειας. Είχαν δυναμισμό παράλληλα με άριστη ερμηνευτική, σωματική και φωνητική παρουσία.
-Απόλαυση η μουσική σύνθεση του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου ο οποίος – με την κιθάρα του επί σκηνής – ήταν ένα ξεχωριστό δώρο για το κοινό. Συμμετείχαν: Κλέων Αντωνίου (ηλεκτρική κιθάρα), Βάιος Πράπας (μπάσο – κρουστά), Κωνσταντίνος Ευστρατίου (μεταλλόφωνο – ακορντεόν), Χάρης Φραγκούλης (τρομπέτα), Γεράσιμος Γεννατάς (κλαρινέτο).
-Και οι υπόλοιποι συντελεστές συνέτειναν σε αυτή την ιδιαίτερη ανάγνωση της Μήδειας: Ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, σκηνικό – κοστούμια (από τα πιο πετυχημένα του φετινού Φεστιβάλ). Η Μαρίζα Τσίγκα, κίνηση (βασικός μοχλός της παράστασης). Η διεθνής Στέλλα Κάλτσου κάλυψε υποβλητικά και εντυπωσιακά το κομμάτι των φωτισμών.
Θα ήθελα εδώ να αναφέρω πως η προβολή των υποτίτλων (μετάφραση) ήταν η πιο επιτυχής όλων των παραστάσεων. Ευκρινή καθαρά γράμματα, χωρίς άλλα φώτα γύρω να αποσπούν την προσοχή. Εύγε σε όσους δούλεψαν σε αυτόν τον τομέα.
Σε γενικές γραμμές και για να ξαναθυμίσω το… ποδοσφαιρικό στυλ που επέλεξα σήμερα εμπνεόμενος από το κείμενο του Αλέξη Σολομού, έχω να πω ότι η Μαριάννα Κάλμπαρη νίκησε μεν με 1-0 αλλά θα μπορούσε να κάνει περίπατο με 4 και πέντε γκολ διαφορά…

  • Υπόθεση: Ο Ιάσων προδίδοντας τη γυναίκα του Μήδεια και τα παιδιά του λαμβάνει σε γάμο τη Γλαύκη την κόρη του Βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα. Η δε Μήδεια προκειμένου να εκδικηθεί στέλνει δηλητηριώδη δώρα με τα οποία φονεύει τόσο τη νύφη όσο και τον πεθερό, στη συνέχεια, αφού σφάζει τα ίδια της τα παιδιά, Φέρητα και Μέρμερο, προς απέραντη λύπη του προδότη συζύγου της, με τη βοήθεια άρματος που το σέρνουν πτερωτοί δράκοντες, απέρχεται στην Αθήνα.

***
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Παρασκευή 4 και Σάββατο 5 Αυγούστου
Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου 2017.
«Δύο φορές βάρβαρη η Μήδεια, από καταγωγή και από έρωτα», γράφει στον πρόλογο της μετάφρασής του ο Γιώργος Χειμωνάς. Δύο όψεις έχει ο έρωτας: τη «βάρβαρη» και την ονειρική. Την ιδανική.
Μέσα από το μύθο της Μήδειας, όπως αυτός παρουσιάζεται στην τραγωδία του Ευριπίδη, αλλά και μέσα από ένθετα στα στάσιμα του έργου κείμενα και ποιήματα της αρχαιοελληνικής γραμματείας (Πλάτωνας, Σαπφώ, Θεόκριτος, Αρτεμίδωρος κ.ά.), η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης επιθυμεί να μιλήσει για το ανεξήγητο του έρωτα. Γι’ αυτό το «μέγα κακό που σπαράζει τους ανθρώπους». Για τον πόθο που είναι δεμένος με τον πόνο, για τους όρκους αιώνιας αγάπης και πίστης που δίνονται για να καταπατηθούν, για την προδοσία, την εκδίκηση, την καταστροφή.
Δεκαπέντε ηθοποιοί και τέσσερις μουσικοί, ζωντανεύουν επί σκηνής το μεγαλύτερο και αγριότερο παραμύθι που επινοήθηκε ποτέ για τον έρωτα. Μέσα από τα υλικά του ονείρου μιλούν για τη βαθιά λαχτάρα του ανθρώπου να ενωθεί με το άλλο του μισό. Για «τη βαριά και αθεράπευτη οργή που γεννιέται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν αγαπηθεί». Για τον έρωτα που μένει πληγή ανοιχτή.

Μήδεια
Του Ευριπίδη
«Η βαρβαρότητα του έρωτα»
Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Δραματουργική επεξεργασία: Μαριάννα Κάλμπαρη, Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικό – κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική σύνθεση: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος
Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου
Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Γεωργουδάκη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου
Βοηθός συνθέτη: Βάϊος Πράπας
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Παπαδοπούλου
Βοηθός σχεδιαστή φωτισμών: Στέβη Κουτσοθανάση
Πρωταγωνιστούν
Γλαύκη: Θεοδώρα Τζήμου
Ιάσονας: Χάρης Φραγκούλης
Τροφός: Μαριάννα Κάλμπαρη
Βάρβαρη: Αλεξάνδρα Καζάζου
Γυναίκα της Κορίνθου Α΄: Σύρμω Κεκέ
Γυναίκα της Κορίνθου Β΄: Ιωάννα Μαυρέα
Μήδεια: Μαρία Ναυπλιώτου
Κρέοντας: Αλέξανδρος Μυλωνάς
Αιγέας: Γεράσιμος Γεννατάς
Άγγελος: Κωνσταντίνα Τάκαλου
Χορός
Λήδα Κουτσοδασκάλου, Βασιλίνα Κατερίνη, Μάριος Κρητικόπουλος, Ευθύμης Χαλκίδης, Αλέξανδρος Σκουρλέτης.
Μουσικοί επί σκηνής
Παναγιώτης Καλαντζόπουλος (κιθάρα), Κλέων Αντωνίου (ηλεκτρική κιθάρα), Βάϊος Πράπας (μπάσο – κρουστά), Κωνσταντίνος Ευστρατίου (μεταλλόφωνο – ακορντεόν), Χάρης Φραγκούλης (τρομπέτα), Γεράσιμος Γεννατάς (κλαρινέτο).
* Στην παράσταση παρουσιάζονται κείμενα από τους εξής συγγραφείς της αρχαιοελληνικής γραμματείας: Πλάτωνας (Ο λόγος του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο), Θεόκριτος (μτφ. Ιωάννης Πολέμης), Σαπφώ, Αρτεμίδωρος, Μνησίλοχος, Πλούταρχος, Μακηδόνιος Ύπατος σε μετάφραση – απόδοση Μαριάννας Κάλμπαρη και Έλενας Τριανταφυλλοπούλου.

Πού μπορούμε να το δούμε

Σάββατο 19 Αυγούστου: Φεστιβάλ Άνδρου
Δευτέρα 4 και Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου: Κηποθέατρο Παπάγου
Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου: Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο
Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου: Ηλιούπολη, Θέατρο «Δημήτρης Κιντής»
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου: Νέα Σμύρνη – Άλσος
Τρίτη 3 Οκτωβρίου: Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

eirini aivaliwtouΗ «Μήδεια» της Μαρίας Ναυπλιώτου και της Μαριάννας Κάλμπαρη που σάρωσε στο πέρασμά της…
Περισσότερα

Ολιβιέ Πυ με «Προμηθέα Δεσμώτη» και «Ικέτιδες» στη Μικρή Επίδαυρο. Εμπιστοσύνη στον Λόγο και επιστροφή στο Νόημα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Βρισκόμαστε σ’ ένα πολύ αγαπημένο θέατρο, αρχαίο και μικρό σαν στοργική αγκαλιά. Ζέστη, στην ατμόσφαιρα μια γεύση αλμυρής υγρασίας που έρχεται από τη θάλασσα, μια πανσέληνος που ανατέλλει μεγαλοπρεπής, απόηχοι χαρούμενων παιδικών φωνών από την προκυμαία, γαβγίσματα σκύλων από τον κάμπο.

Κι εκεί που καθόμαστε στις κερκίδες και περιμένουμε τον Προμηθέα Δεσμώτη και τις Ικέτιδες, τις απογόνους της Ιούς, αίφνης τρεις άνθρωποι με μαύρα ξεπροβάλλουν. Τρεις άνθρωποι που μοιάζουν να έρχονται από μακριά και σαν να αποβιβάστηκαν μόλις σ’ αυτή την ακτή. Σαν να δραπέτευσαν από μια μεγαλύτερη ομάδα και έρχονται για να πουν σε μας τις περιπέτειές τους. Σαν περιοδεύων θίασος που φτάνει σε ένα απόμακρο χωριό και απευθύνεται στους κατοίκους, οι οποίοι είναι μαζεμένοι στην πλατεία.

Είναι οι τρεις ηθοποιοί που θα μας διηγηθούν τους μύθους, αφενός του Προμηθέα κι αφετέρου των Ικέτιδων.

Θα προσπαθήσω να το συγκρατήσω, σκέπτομαι, ώστε να σας το μεταφέρω. Όμως όχι… Είναι σαν να αποχωρίζομαι ένα μέρος μιας ολότελα δικής μου μνήμης, ένα μέρος μιας προσωπικής εμπειρίας αλλά να διατηρώ ταυτόχρονα κι αυτό το κάτι το ανείπωτο.

Για ακόμα μια φορά, ο αιρετικός ηθοποιός, ποιητής και σκηνοθέτης Olivier Py (Ολιβιέ Πυ) επιχειρεί να νοηματοδοτήσει το παρόν μέσα από την επανανάγνωση εμβληματικών έργων του παρελθόντος, συγκεκριμένα του «Προμηθέα Δεσμώτη» και των «Ικέτιδων» του Αισχύλου.

Ο Ολιβιέ Πυ είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα: θεατρικός συγγραφέας, αλλά και μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, παίζει, τραγουδάει και σκηνοθετεί στο θέατρο και στην όπερα. Ένθερμος θιασώτης του «θεάτρου του λόγου», θεώρησε υποχρέωσή του, ως διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου του Οντεόν, προτού αναλάβει τη διεύθυνση στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, να επαναφέρει το θεατρικό κείμενο στο επίκεντρο του θεάτρου.

Ο Τιτάνας, η Ιώ και οι Δαναΐδες

Ο Τιτάνας Προμηθέας δένεται στον Καύκασο τιμωρημένος απ’ το Δία. Ο Ήφαιστος τον συμπονάει, καθώς το Κράτος και η Βία τον καρφώνουν αλύπητα. Στη συνέχεια τον επισκέπτονται οι Ωκεανίδες που τον συμπονούν κι αυτές. Έρχεται κατόπιν ο Ωκεανός συμβουλεύοντας υποχώρηση και κάμψη της αδιαλλαξίας. Ο Προμηθέας αρνείται. Τρίτος επισκέπτης η Ιώ (κόρη του Ίναχου – ερωμένη του Δία) κυνηγημένη απ’ την οργή της Ήρας. Στη συζήτηση ο Προμηθέας προμαντεύει απαλλαγή του ίδιου και της Ιώς απ’ τα δεινά στο μέλλον. Αφήνει και κάποιο υπονοούμενο στο Χορό ότι γνωρίζει μυστικό για την καταστροφή του Δία. Τα λόγια του ακούγονται. Σε λίγο φτάνει ο Ερμής και τον απειλεί για να του αποσπάσει το μυστικό. Μάταια επιμένει. Ο Προμηθέας αντιστέκεται ακόμη και στον κεραυνό του Δία. Στο τέλος του έργου βουλιάζει στα βάθη μαζί με το χορό, που του μένει πιστός.

Η Ιώ, από την πλευρά της, περιπλανήθηκε ως αγελάδα στην περιοχή γύρω από τις Μυκήνες και κατόπιν πέρασε στην Εύβοια. Η Ήρα όμως δεν παραιτήθηκε από την εκδίκησή της και έστειλε έναν οίστρο (μύγα των βοδιών) για να τη βασανίζει.

Τότε η Ιώ καταδιωκόμενη από τον οίστρο άρχισε να περιπλανάται σε όλη την Ελλάδα. Διέτρεξε την ακτή του Ιονίου πελάγους (που εξαιτίας της πήρε το όνομά του), έφθασε στην Ιλλυρία, διέσχισε όλη τη Σκυθία, έφθασε στον Προμηθέα που ήταν δεμένος στον Καύκασο, όπου διαδραματίστηκαν όσα σας αναφέρω παραπάνω.

Η Ιώ συνεχίζοντας διέτρεξε την ακτή του Ευξείνου Πόντου (που για χάρη της μετέβαλε την ονομασία της, από Άξενος Πόντος σε Εύξεινος), διήλθε από τον Βόσπορο (που εξαιτίας της πήρε το όνομά του (βους+πόρος), και τελικά κατέληξε στη Μέμφιδα της Αιγύπτου όπου γέννησε τον Έπαφο, τον γιο της από τον Δία, ο οποίος στο μέλλον θα γινόταν γενάρχης της φυλής των Δαναών.

Οι πενήντα κόρες του Δαναού, με αρχηγό τον πατέρα τους, καταφεύγουν ικέτιδες στο Άργος και αγκαλιάζουν τους βωμούς. Προσπαθούν να αποφύγουν το γάμο με τα ξαδέρφια τους, παιδιά του Αιγύπτου. Ζητούν προστασία, αλλά ο βασιλιάς του Άργους μένει αναποφάσιστος. Η απόφαση είναι δύσκολη. Αν τις βοηθήσει, οι Αιγύπτιοι θα του κηρύξουν πόλεμο. Αν τις διώξει, θα ασεβήσει στον Ξένιο Δία. Οι κοπέλες απειλούν ότι θα κρεμαστούν από τα αγάλματα, πράγμα που θα επιφέρει αξερίζωτη κατάρα στο Άργος. Είναι έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει θετικά το ζήτημά τους, αλλά το θέτει στη λαϊκή συνέλευση, η απόφαση της οποίας έχει γι’ αυτόν δεσμευτικό χαρακτήρα. Τη θετική απόφαση της συνέλευσης μεταφέρει ο Δαναός. Ακολουθούν οι ευχαριστίες του Χορού και οι ευλογίες του για το Άργος.

Όμως τα πλοία των Αιγυπτίων κάνουν την εμφάνισή τους. Ακολουθεί σκηνή με τον κήρυκα των Αιγυπτίων που προσπαθεί ν’ αποσπάσει τις κοπέλες και το βασιλιά που τον διώχνει στα πλοία. Οι Δαναΐδες σε πομπή κατευθύνονται επιτέλους στην πόλη, εγκαταλείποντας τη σκηνή με χαρούμενο τραγούδι.

Τρεις υποκριτές

Η παράσταση, που παρακολούθησα στη Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, το Σάββατο 5 Αυγούστου 2017, μια παράσταση σε απόλυτα μινιμαλιστική φόρμα, με μια διανομή τριών ηθοποιών, σε μετάφραση και σπονδυλωτή σκηνοθεσία του Olivier Py, έκανε πρεμιέρα πέρυσι το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ της Αβινιόν.

Στον Προμηθέα Δεσμώτη, έργο συγχρόνως μεταφυσικό και βαθιά πολιτικό, ένας τιτάνας βασανίζεται από τους θεούς εξαιτίας της αγάπης που τρέφει για την ανθρωπότητα. Μετατρέπεται έτσι σε αιώνιο σύμβολο ανυπακοής, ένας κατεξοχήν πολιτικός κρατούμενος. Ο Προμηθέας, κατά τον Πυ, μας «διδάσκει την έννοια της εξέγερσης». Αλλά και οι Ικέτιδες που αποτελούν -κατά κάποιον τρόπο- τη συνέχειά του και σχετίζονται με την Ιώ, θίγουν διαχρονικά πολιτικά ζητήματα, μεταξύ αυτών τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τον νόμο, τον σεβασμό για τον ξένο και για τη γυναίκα.

Το έργο απηχεί την άποψη του Αισχύλου ότι ο νόμος δεν μπορεί να είναι η απάντηση για τα πάντα. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, το θέατρο καθίσταται απαραίτητο ως χώρος που προσφέρεται για δημόσια συζήτηση και στοχασμό. Η παραδοσιακή έννοια της κάθαρσης, ως πράξη θεαματικής εκκαθάρισης, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί: ο θυμός δεν πρέπει να επικρατήσει.

Στην αρχαιότητα όλα τα πρόσωπα του δράματος μοιράζονταν στους τρεις υποκριτές (άνδρες πάντα), που έπρεπε σε λίγο χρόνο να αλλάζουν ενδυμασία. Στην παράσταση του Ολιβιέ Πυ έγινε το ίδιο, με τη διαφορά ότι επρόκειτο για δύο άνδρες και μία γυναίκα ηθοποιούς. Επίσης οι αλλαγές ήταν μικρές, μικρότατες, καθοριστικές όμως. Δηλαδή ένα σκουφάκι με κέρατα ή μαύρα γυαλιά.

Το σκηνικό ήταν μια μαύρη υψωμένη μακρόστενη επιφάνεια με τρία σκαλοπάτια, πάνω στην οποία οι ηθοποιοί περπατούσαν μπροστά από το κοινό, αφήνοντας τα σκονισμένα αποτυπώματα των βημάτων τους. Ένα καλά σχεδιασμένο αντικείμενο, πολύ λιτό, άνετο, εύχρηστο, οικονομικό που η αισθητική του εναρμονιζόταν με τη χρήση του.

Τα κοστούμια από τον Pierre André Weitz μαύρα, αφαιρετικά και σύγχρονα, στο πνεύμα της παράστασης.

Η μεγάλη απλότητα της παράστασης, στα όρια της αφέλειας και της απλοϊκότητας, αρχικά ξενίζει τον Έλληνα θεατή. Επρόκειτο όμως για μια απλότητα που είχε δυναμισμό, βάθος, ανθρωπιά, συγκίνηση, καθαρότητα και διαύγεια.

Η ισχυρή καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Ολιβιέ Πυ έδειξε ότι ξέρει να σέβεται τα κείμενα του Αισχύλου, που τα παρουσίασε χωρίς να χάσουν στο ελάχιστο την ικμάδα από το δικό τους χαρακτήρα. Τα κείμενα αυτά είναι στιβαρά, σκληρά και αντιστέκονται στις ευκολίες της ευκαιριακής έμπνευσης. Ο Γάλλος σκηνοθέτης τους έδωσε την τρυφερή δροσιά τους, μια γήινη πνοή μαζί με ζωτική δύναμη και ενεργητικότητα.

Το θέατρο είναι λογοτεχνία και ξανασμίγει μ’ αυτήν, μοιάζει να θέλει να μας πει ο Ολιβιέ Πυ. Κάτι που είναι σημαντικό για την αναζωογόνηση της λογοτεχνίας αλλά και του θεάτρου.

Εντυπωσιακά απέριττες ήταν και οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών. Με μια αφαίρεση αφηγηματική, θα μπορούσαμε να πούμε, με μαγική τις περισσότερες φορές παρενέργεια, πλούσια σε εικόνες, λες και τη διαπερνούσαν αρχαίοι μύθοι και διαχρονικές αλήθειες. Η όλη διαδικασία έρεε σαν ένα πλατύ ποτάμι με μια υπέροχη ηρεμία.

Αρχή της κίνησής τους ήταν η μέγιστη δυνατή οικονομία. Μας εισήγαγαν σε μια συνθήκη δεκτικότητας και ελεύθερης αναζήτησης, που μας προτρέπει να κοιτάξουμε, να ακούσουμε, να νιώσουμε, να αγγίξουμε τον κόσμο του θεάτρου σαν για πρώτη φορά.

Οι Philippe Girard, Frédéric Le Sacripan, Mireille Herbstmeyer ήταν εξαίρετοι, υπέροχες παρουσίες, ταλαντούχοι, άξιοι να τους χαζεύεις και να τους θαυμάζεις. Δεν μπορώ να πω αν ήταν καλύτεροι από τους Έλληνες ή όχι. Στην Ελλάδα ασφαλώς έχουμε αξιόλογους καλλιτέχνες, ίσως και πολύ καλύτερους, ηθοποιούς που δεν φοβούνται να εκτεθούν, πολύπλευρους, πολύ καλά καταρτισμένους και με γερή παιδεία, οι οποίοι μπορούν να σταθούν σε οποιαδήποτε σκηνή του κόσμου. Αν έπρεπε οπωσδήποτε να βρω μια διαφορά είναι αυτή η αίσθηση ασφάλειας και ήσυχης αυτοπεποίθησης που απέπνεαν οι Γάλλοι.

Ο Philippe Girard, ικανότατος ηθοποιός, άλλαζε ρόλους και ενέργεια με μεγάλη ταχύτητα. Συναρπαστικός ως Ιώ.

Ο Frédéric Le Sacripan έδωσε γερές, ρωμαλέες ερμηνείες ως Προμηθέας και ως Πελαργός.

Η Mireille Herbstmeyer (Χορός Ωκεανίδων, Δαναΐς) ήταν γεμάτη ευαισθησία, φωτεινότητα και έξοχη αισθαντικότητα.

Μια παράσταση εμπιστοσύνης στον Λόγο και την επιστροφή του Νοήματος, φόρος τιμής και στο χώρο και την ιστορία του χώρου.

* Επειδή ο λύκος είναι ένα από το πιο παρεξηγημένα άγρια ζώα, ακόμα και σήμερα για πολλούς είναι ο «κακός λύκος» και κινδυνεύει από τους ανθρώπους, ο κύριος Πυ ίσως θα έπρεπε να επιλέξει μια άλλη μάσκα για τον «ιερόσυλο». Μια απλή μαύρη μάσκα ίσως ή μια μαύρη κουκούλα. Το όνομα του λύκου, μάλιστα, λέγεται πως προέρχεται από τη λέξη «λύκη», που σημαίνει φως. Γι’ αυτό ήταν και το σύμβολο του θεού του φωτός Απόλλωνα. Στην είσοδο του μαντείου των Δελφών, που ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα, υπήρχε ένα άγαλμα λύκου. Καλό λοιπόν είναι να αποφεύγουμε τα στερεότυπα.

Ο Ολιβιέ Πυ

Ο Ολιβιέ Πυ γεννήθηκε στις 24 Ιουλίου 1965 στη γαλλική πόλη Γκρας. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους της σύγχρονης γαλλικής δραματουργίας, ενώ είναι παράλληλα ηθοποιός και σκηνοθέτης. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία, αλλά αφοσιώθηκε στο θέατρο. Μαθήτευσε σε δύο από τις εγκυρότερες γαλλικές δραματικές σχολές (ENSATT και Conservatoire National Superieur d’Art Dramatique). Τριάντα δύο χρονών (1998) ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Κέντρου της Ορλεάνης, ενώ, μετά τη λήξη της θητείας του, στα τέλη του 2006, διορίστηκε καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου του Οντεόν στο Παρίσι.

Το 1988, το πρώτο του έργο με τίτλο Des oranges et des ongles, σκηνοθετεί ο Didier Lafaye. Την ίδια χρονιά, ο Olivier Py ιδρύει τη δική του εταιρεία. Από το 1988 που εμφανίστηκε στο θέατρο ως συγγραφέας, εδραιώθηκε στη γαλλική σκηνή με έργα στα οποία παίζει και σκηνοθετεί. Από την πληθωρική δραματουργική παραγωγή του ξεχωρίζουν τα αμετάφραστα ακόμα στα ελληνικά θεατρικά έργα: «Les Vainqueurs» (Οι νικητές), 2004, L’Exaltation du labyrinthe» (Το εγκώμιο του λαβυρίνθου), 2001, «L’Apocalypse joyeuse» (Η χαρούμενη Αποκάλυψη), 2000, «Le Visage d’ Orphee» (Το πρόσωπο του Ορφέα), 1997, «La Servante» (Η υπηρέτρια), 1995.

Μη διστάζοντας να διακηρύξει τόσο τη ρωμαιοκαθολική πίστη του όσο και την ομοφυλοφιλία του, ο Πυ δημιουργεί στα έργα του ένα γιορτινό και συνάμα παρακμιακό σύμπαν, που συνδυάζει στοιχεία γκροτέσκο και φάρσας, με οδηγό έναν κυρίαρχο, παραληρηματικό λόγο. Η μεταμφίεση ανάγεται σε όχημα έκστασης και το θέατρο σε θρησκεία που ευαγγελίζεται τη ριζική επανανοηματοδότηση του σύγχρονου κόσμου.

Αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Odéon – Théâtre de l’Europe από το 2001 έως το 2007. Τον Μάρτιο του 2012 -και ύστερα από πέντε πολύ επιτυχημένες σεζόν- εκδιώκεται (σ.σ. από τον τότε υπουργό Πολιτισμού Φρεντερίκ Μιτεράν) από το Théâtre de l’Odéon. Μετά το θόρυβο που προκλήθηκε, του ανατίθεται η καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ της Αβινιόν, το 2013.

Στο Φεστιβάλ της Αβινιόν είχε εμφανιστεί πολλές φορές, κυρίως το 2006, για να σκηνοθετήσει στην Cour d’honneur du Palais des papes ένα αφιέρωμα στον Jean Vilar, με τίτλο L’Énigme Vilar.

Τα κείμενά του είναι σημαντικά: αναφέρουμε από τις εκδόσεις Actes Sud, τα Paradis de tristesse (2002), Les Mille et Une Définitions du théâtre (2013), Siegfried, Nocturne (2013) και τα σημαντικά θεατρικά έργα μεταξύ άλλων τα Epitre aux jeunes acteurs, Les enfants de Saturne, Les ballad s de Miss Knife και Orlando ou l’Impatience.

Ηθοποιός, σκηνοθέτης και δραματουργός, ο 52χρονος Olivier Py θεωρείται από τους πιο φλογερούς εκπροσώπους ενός θεάτρου λυρικής πνοής. Από την πληθωρική παραγωγή του αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η παράστασή του «La Servante» («Η Υπηρέτρια) παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Αβινιόν σε μια παράσταση είκοσι τεσσάρων ωρών. Από τις σκηνοθεσίες σημειώνουμε τη δωδεκάωρη παράσταση «Το Ατλαζένιο γοβάκι» του Paul Claudel που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.

Για να επιζήσει η θεατρική τέχνη, πρέπει, υποστηρίζει ο Πυ, να πολεμήσει τόσο τον συντηρητισμό εκείνων που παραδοσιακά τη στηρίζουν (παραγόντων της κρατικής εξουσίας, «εθνικών» ονομάτων, αντιδραστικών διανοούμενων, κριτικών) όσο και τα τηλεοπτικά κριτήρια της αγοράς.

Από το βιβλίο του Ολιβιέ Πυ: Επιστολή στους νέους ηθοποιούς διά να αποδοθεί ο λόγος τω λόγω

Ένας κόσμος όπου οι λέξεις δεν αξίζουν πια τίποτα, δεν αξίζουν πια ούτε το ελάχιστο ανθρώπινο σάλιο που τις κουβαλάει, ένας κόσμος όπου δεν μπορούμε να αποκτήσουμε τίποτα λέγοντας «Σας δίνω τον λόγο μου», ένας κόσμος όπου κυριαρχεί η εμμονή του ψεύδους είναι ένας κόσμος τρελών.

Οι λέξεις έχουν αξία μόνο σε σιωπηρή σύμπνοια, αδιατύπωτη, παράλογη, ας την ονομάσουμε αγάπη, όλες οι λέξεις είναι λέξεις αγάπης, από την αγάπη οι λέξεις βρίσκουν τη θαυματουργική δύναμή τους. Αλλά ένας κόσμος στον οποίο οι λέξεις δεν έχουν πια αξία, έχει όνομα, ναι, ονομάζεται κόλαση.

Olivier Py

Αβινιόν

Το Φεστιβάλ της Αβινιόν είναι ένα από τα σημαντικότερα διεθνή φεστιβάλ του σύγχρονου ζωντανού θεάματος. Κάθε χρόνο, τον Ιούλιο, η Αβινιόν γίνεται μία πόλη-θέατρο, μεταμορφώνοντας την αρχιτεκτονική της κληρονομιά σε χώρους παραστάσεων, και υποδέχεται δεκάδες χιλιάδες φίλους του θεάτρου.

  • Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, σε συνεργασία με το Δήμο Επιδαύρου, καλό θα είναι να σκεφτεί την απαγόρευση της κυκλοφορίας των τροχοφόρων στο λιμάνι κατά τη διάρκεια της παράστασης. Πολλές φορές η ηχορύπανση είναι έντονη και δυσχεραίνει την απρόσκοπτη παρακολούθηση της παράστασης στο αρχαίο θέατρο. Άλλωστε, πρόκειται μόνο για παύση κυκλοφορίας δύο ωρών κατά τη διάρκεια οκτώ ημερών του Ιουλίου και οι κάτοικοι οφείλουν να δείξουν κατανόηση εφόσον πρόκειται για την ομαλή διεξαγωγή του Φεστιβάλ. Απορώ δε πώς οι ιθύνοντες δεν το έχουν σκεφτεί ακόμα.

Tαυτότητα παράστασης

Γαλλικό κείμενο – Σκηνοθεσία: Olivier Py

Καλλιτεχνική συνεργασία – Κοστούμια: Pierre André Weitz

Ελληνικοί υπέρτιτλοι: Λουίζα Μητσάκου

Παίζουν: Philippe Girard, Frédéric Le Sacripan, Mireille Herbstmeyer

Παραγωγή του Φεστιβάλ της Αβινιόν. Résidence FabricA Φεστιβάλ της Αβινιόν

Περιοδεύουσα παράσταση. Πρώτη παρουσίαση: 6.07. 2016 στο πλαίσιο του 70ού Φεστιβάλ της Αβινιόν

Υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

4-5 Αυγούστου 2017

Στα γαλλικά, με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους

eirini aivaliwtouΟλιβιέ Πυ με «Προμηθέα Δεσμώτη» και «Ικέτιδες» στη Μικρή Επίδαυρο. Εμπιστοσύνη στον Λόγο και επιστροφή στο Νόημα
Περισσότερα

Επιχορηγήσεις σε 80 θεατρικά σχήματα και 30 ομάδες χορού για το 2017-2018 από το Υπουργείο Πολιτισμού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Την επανενεργοποίηση και αναβάθμιση του θεσμού των επιχορηγήσεων που είχε διακοπεί εδώ και επτά χρόνια, αποφάσισε η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου.
Συνολικά 80 θεατρικά σχήματα και 30 ομάδες χορού θα λάβουν επιχορηγήσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού για την περίοδο 2017-2018, το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται στα 1.534.000 ευρώ
Με το ποσό του 1.005.000 ευρώ, το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ) επέλεξε να επιχορηγήσει 80 επαγγελματικά θεατρικά σχήματα του ελεύθερου θεάτρου με το σκεπτικό ότι σε καιρούς οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών όπως οι σημερινοί, η σχετική διάχυση αυτού του ποσού θα συμβάλει στην ενίσχυση της θεατρικής δημιουργίας και στη στήριξη του καλλιτεχνικού δυναμικού.
Παράλληλα, το ΥΠΠΟΑ επιχορηγεί 30 ομάδες χορού από Αθήνα, Θεσσαλονίκη και περιφερειακές πόλεις με το ποσό των 529.000 ευρώ για την περίοδο 2017-18, με στόχο την ενίσχυση της ελληνικής χορογραφικής δημιουργίας και της ελληνικής χορευτικής κοινότητας.

Όπως επισημαίνει σε ανακοίνωσή του το ΥΠΠΟΑ, η επιλογή των σχημάτων έγινε από την Επιτροπή Επιχορηγήσεων Χορού που συστάθηκε για τον σκοπό αυτόν από την υπουργό, Λυδία Κονιόρδου, στο πλαίσιο της επανενεργοποίησης και αναβάθμισης του θεσμού των επιχορηγήσεων που είχε διακοπεί εδώ και επτά χρόνια.

Οι επιχορηγήσεις στο θέατρο

Η επιλογή έγινε μεταξύ 166 προτάσεων για μία μόνο παραγωγή της χειμερινής θεατρικής περιόδου 2017-18, ύστερα από γνωμοδότηση της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Ελεύθερου Θεάτρου την οποία σύστησε για τον σκοπό αυτόν η υπουργός Λυδία Κονιόρδου στο πλαίσιο της επανενεργοποίησης και αναβάθμισης του θεσμού των επιχορηγήσεων που είχε ανασταλεί από το 2011.
Η επιτροπή αποτελείται από τη θεατρολόγο, υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων Εθνικού Θεάτρου και δημιουργό του Greek Play Project, Ειρήνη Μουντράκη (πρόεδρος) και μέλη: τον εικαστικό, επισκέπτη καθηγητή της TISCH School of the Arts/New York University, Αντώνη Βολανάκη, τον κριτικό θεάτρου και επίκουρο καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών Γρηγόρη Ιωαννίδη, τον δημοσιογράφο Γιώργο Μητρόπουλο, τον καθηγητή Θεατρολογίας ΑΠΘ και κριτικό θεάτρου Σάββα Πατσαλίδη, τη θεατρολόγο και creative producer, ιδρύτρια του μεσογειακού φεστιβάλ «Between the Seas» και ειδική σύμβουλο της υπουργού Πολιτισμού, Ακτίνα Σταθάκη και τον σκηνοθέτη και ΕΕΠ Πανεπιστημίου Αθηνών, Τάκη Τζαμαργιά.
Σύμφωνα με την επιτροπή, τα βασικά κριτήρια που έπαιξαν ρόλο στις τελικές αποφάσεις της ήταν, μεταξύ άλλων, η ολοκληρωμένη και σαφής παρουσίαση του καλλιτεχνικού σκεπτικού των προτάσεων, συμπεριλαμβανομένου και του προϋπολογισμού, η στήριξη της ελληνικής δραματουργίας, η κοινωνική δράση των σχημάτων απέναντι σε ευαίσθητα κοινωνικά σύνολα που αποδεικνύεται είτε από την κύρια πρόταση είτε από τις προβλεπόμενες παράλληλες δράσεις, καθώς και η δραστηριοποίηση των σχημάτων και η ενεργός παρουσία τους κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Ακολουθεί η λίστα των επιχορηγούμενων θεατρικών σχημάτων

1. Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν – Μαριάννα Κάλμπαρη «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Έντεν Φον Χόρβατ 35.000 ευρώ
2. Ανοιχτή Πόρτα – Ξένια Καλογεροπούλου – συμπαραγωγή με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης «Καντίντ ή Η αισιοδοξία του Βολταίρου» σε διασκευή Μοσχόπουλου 35.000 ευρώ
3. όλιχος – Δημήτρης Τάρλοου «Η αγριόπαπια του Ίψεν» 30.000 ευρώ
4. Μνήμη – Μιχ. Βιρβιδάκης ( Χανιά) «Το κατεστραμμένο δωμάτιο» κείμενο του Μάθιου Λέντον 25.000 ευρώ
5. Εταιρεία θεάτρου Sforaris – Γιάννης Καλαβριανός «Ιωάννα η τρελή ή ισπανικά νεκροταφεία» του Καλαβριανού 25.000 ευρώ
6. Ιδέα – Κωνσταντίνος Μπιμπής «Υπηρέτης 2 αφεντάδων» του Γκολντόνι 25.000 ευρώ
7. Δραματικό Θέατρο – Ρούλας Πατεράκη «Η επίκληση της γοητείας» του Γιάννη Μαυριτσάκη 25.000 ευρώ
8. Θέατρο Δωματίου – Άντζελα Μπρούσκου «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν 20.000 ευρώ
9. Θεατρικό σχήμα ΠΥΡ – Αργύρης Ξάφης «Molly Sweeney’ Μπράιαν Φρίελ 20.000 ευρώ
10. ΟΠΕΡΑ – Δανάη Σαριδάκη «Εδώ εμείς οι νεκροί» βασισμένο στη νουβέλα «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο 20.000 ευρώ
11. Hands Up σε συνεργασία με την ομάδα Χρώμα – Ιωάν. Κουκουράκη (Χανιά) «Ο γλάρος» του Τσέχωφ 20.000 ευρώ
12. 4Frontal – Αθανάσιος Ζερίτης «Ο μισ@νθρωπος» – Μια διασκευή στο έργο του Μολιέρου 20.000 ευρώ
13. Στοά – Θανάσης Παπαγεωργίου «Εμείς οι δυο» των Θ. Παπαγεωργίου – Κ. Καμπούρη 20.000 ευρώ
14. Πράξη – Βασίλης Πουλαντζάς «Φθινοπωρινή Σονάτα» του Μπέργκμαν 20.000 ευρώ
15. Θέατρο του Νέου Κόσμου – Μίλτος Σωτηριάδης «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Κεχαΐδη – Χαβιαρά 20.000 ευρώ
16. Anagnorisis – ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας – Δήμος Αβδελιώδης «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι’ του Σολωμού 20.000 ευρώ
17. Νέα Σκηνή – Ειρήνη Λεβίδη «Μετά την πρόβα» του Μπέργκμαν 15.000 ευρώ
18. Κανιγκούντα – Μαρία Μαγκανάρη «Τριστάνος» του Τόμας Μαν 15.000 ευρώ
19. Odc Ensemble – Έλλη Παπακωνσταντίνου «Το σπήλαιο» 15.000 ευρώ
20. Σημείο ΜΗΔΕΝ – Σάββας Στρούμπος «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ 15.000 ευρώ
21. Fratres collectiva – Αριστείδης Σερβετάλης «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες 15.000 ευρώ
22. The Helter Skelter Company – Θάνος Παπακωνσταντίνου «Wannsee» του Θ. Παπακωνσταντίνου 15.000 ευρώ
23. Nova Melancholia- Βασίλης Νούλας «Spleen» του Σαρλ Μπωντλαίρ 15.000 ευρώ
24. Νάμα – Γ. Χατζηνικολάου «Night alive» Conor McPherson’s 15.000 ευρώ
25. Vasistas – Αργυρώ Χιώτη «Ο αληθινός» παραδοσιακό παραμύθι 15.000 ευρώ
26. Νέο ελληνικό θέατρο Γ. Αρμένης «Ο πατέρας» του Στρίντμπεργκ 15.000 ευρώ
27. Τόπος Αλλού – Νίκος Καμτσής «Οι δρόμοι του χιονιού» των Αλφρέντο Σαλαντίνι, Νίκου Καμτσή και Marek Kosciolek 15.000 ευρώ
28. Πειραματική Σκηνή Τέχνης – Νικηφόρος Παπανδρέου (Θεσσαλονίκη) «Η επανένωση της Κορέας» του Ζοέλ Πομερά 12.000 ευρώ
29. Elephas Tiliensis- Δημ. Αγαρτζίδης «Η κυρία από τη θάλασσα/Είναι η θάλασσα ανοιχτή» του Ίψεν 12.000 ευρώ
30. Ομάδα Cartel – Βασίλης Μπισμπίκης «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου 12.000 ευρώ
31. Anima, ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη «Κάσσυ» του Ανδρέα Φλουράκη 12.000 ευρώ
32. Θέατρο Σημείο – Ιωάννα Μακρή «Φαίδρα ένα βλέμμα πάνω στον παραβατικό έρωτα» της Τσβετάγιεβα 12.000 ευρώ
33. ΘΕ.ΑΜ.Α. (θέατρο ατόμων με αναπηρία) Βασίλης Οικονόμου «Νεκράσοφ» του Σαρτρ 12.000
34. Θέση – Νικόλαος Αδαμαντίδης «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες 10.000 ευρώ

35. Εν δράσει – Δημ. Μυλωνάς «Ράφτης κυριών» του Φεϋντώ 10.000 ευρώ
36.Θεατρική Ομάδα Κωφών Τρελά Χρώματα – Έλλη Μερκούρη «Τρωάδες» του Ευριπίδη 10.000
37. Ομάδα de novo – Γιάννης Στεφόπουλος «Επτά κόρες της Εύας – Η περιπέτεια του ανθρώπου» (επηρεασμένο από το ομότιτλο έργο του Μπράιαν Σάικς) 10.000 ευρώ
38. Me We – Κ. Μπερδέκα «Υστερόγραφο» της Κ. Μπερδέκα 10.000 ευρώ
39. Χώρος – Σίμος Κακάλας «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ 10.000 ευρώ
40. Λυκόφως – Γ. Λυκιαρδόπουλος «Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν» του Φασμπίντερ 10.000 ευρώ
41. Σφενδόνη – Άννα Κοκκίνου «Ο κήπος των Γιέιτς», Έλιοτ, Βιζυηνού, Έντγκαρ Λη Μάστερς, Προυστ, Χατζή 10.000 ευρώ
42. Θέατρο της Γης – Νικόλαος Μάκας «8 ώρες και 35 λεπτά» – Φωτεινή Τσαλίκογλου 10.000
43. Ιανός – Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης «Together we stand/divided we fall» των Μάξιμου Μουμούρη και Γ. Τζαβαρά 10.000 ευρώ
44. Angelus Novus – Δαμιανός Κωνσταντινίδης (Θεσσαλονίκη) «Η θυσία του Αβραάμ» του Κορνάρου 10.000 ευρώ
45. The Kompany – Χρήστος Πασσαλής «Το βιβλίο του εαυτού μου», κεφ. 1 Παράδεισος 10.000
46. Ηθικόν Ακμαιότατον – Θανάσης Σαράντος «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» του Σαίξπηρ 10.000 ευρώ
47. Kart Productions – Μαρία Ξανθοπουλίδου «Ο αμπιγιέρ» του Χάουαρντ 10.000 ευρώ
48. Αργώ – Αιμιλία Υψηλάντη «Η αγάπη άργησε μια μέρα» της Λιλής Ζωγράφου 10.000 ευρώ
49. Blind Spot – Μιχάλης Κωνσταντάτος «Βρυκόλακες» του Ίψεν 10.000 ευρώ
50. Μυθωδία – Νίκος Χανιωτάκης «Λυσσασμένη γάτα» του Ουίλιαμς 10.000 ευρώ
51. Αξάνα – Τατιάνα Λύγαρη «Στανμπούλ τρέιν» του Γκράχαμ Γκρην 10.000 ευρώ
52. Inkal – Βασίλης Μαυρογεωργίου «Τα μάτια του έρωτα» βασισμένο στο Όνειρο του Σαίξπηρ 10.000 ευρώ
53. Τ3χνη – Σοφία Φιλιππίδου «Η ιστορία του πρίγκιπα της κούμπα Ντάμπι» του Lenz 10.000 ευρώ
54. Playroom ΑΜΚΕ – Αρ. Σομπότης «Δεσποινίς Δυστυχία» του Τσιμάρα Τζανάτου 10.000 ευρώ
55. Διασπορά – Γιούλα Μπούνταλη «Καπνοτόπια» του Έρνεστ Κάλντγουελ 10.000 ευρώ
56. Νέος Λόγος – Φώτης Μακρής «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» του Χάινριχ Μπελ 10.000
57. Κάτω από τη Γέφυρα – Νίκος Δαφνής «Η γραμμή» του Ίσραελ Χόροβιτς 10.000 ευρώ
58. Passatempo και Θέατρο Τ – Γλυκερία Καλαϊτζή (Θεσσαλονίκη) «Ο γυάλινος κόσμος» του Ουίλιαμς 10.000 ευρώ
59. Ars Moriendi – Αθανάσιος Νίκας (Θεσσαλονίκη) «Μου είναι μικρός αυτός ο τάφος» της Μπίλιανα Σερμπλιάνοβιτς 10.000 ευρώ
60. Ομάδα Κρίσης – Γεράσιμος Αρβανιτάκης «Αμαρτωλό» των Γ. Αρβανιτάκη – Ιωάννας Μαστοράκη 8.000 ευρώ
61. Helix – Νίκος Χατζηπαπάς «Illusion comic» – θέαμα για δημόσιο χώρο βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Κορνέιγ 8.000 ευρώ
62. Εντροπία – Μαρίλλη Μαστραντώνη «Camp Europe» – Μαρίλλη Μαστραντώνη 8.000 ευρώ
63. Όχι παίζουμε – Γιώργος Σαχίνης «Ανοιχτή πόρτα με υπότιτλο ποιος σκότωσε τη Γαβριέλα» της Π. Πανταζή 8.000 ευρώ
64. Νοητή Γραμμή – Όλγα Ποζέλη «Karaoke night» των Όλγα Ποζέλη και Γιώργου Τζεδόπουλου 7.000 ευρώ
65. Hippo theater group – Φώτης Δούσος «Μellonia» του Φ. Δούσου και Αλ. Ράπτη 7.000 ευρώ
66. Plays2place – Βασίλης Χρυσανθόπουλος «Ντελίβερι» – Θέατρο Ντοκουμέντο 7.000 ευρώ
67. Μηχανή Τέχνης – Χρήστος Στρέπκος (Πάτρα) «Woyzeck – Η πτώση του ανθρώπου» Georg Buchner 7.000 ευρώ
68. Per Theater Formance – Δημ. Τσιάμης «In-A-Gadda-Da-Vida» (της ομάδας Per Theater Formance) 6.000 ευρώ
69. Η άλλη πλευρά – Μίνα Χειμώνα «Το αίμα» του Σ. Μπελμπέλ 6.000 ευρώ
70. Μορφές Έκφρασης – Θωμάς Κινδύνης «EUGENIA» της Άννας Σεβαστής Τζίμα 6.000 ευρώ
71. ΟΜΜΑ – Αντώνης Διαμαντής (Ηράκλειο Κρήτης ) «Διαχωριστική γραμμή» των Κρίστοφ Φάλκε και Α. Διαμαντή 5.000 ευρώ
72. Fly Theatre – Κατερίνα Δαμβόγλου «Φρίντα Κάλο η δική μου πραγματικότητα» της Δαμβόγλου 5.000 ευρώ
73. Ομάδα UBUNTU – Άρης Λάσκος «Το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε 5.000 ευρώ
74. Ανέμη – Μαρία Λουίζα Παπαδοπούλου (Ζάκυνθος) «Προς Ελευσίνα» – Συμμετοχική παράσταση Divised 5.000 ευρώ
75. Πρώτες Ύλες – Χρήστος Πέγιογλου Σπλέντουρ – «Το μεγαλείο» της Άμπυ Μόργκαν 5.000
76. Προσεχώς subway – Παύλος Παναγιωτίδης (Θεσσαλονίκη) «Μηχανή Άμλετ» του Μύλλερ 5.000
77. Gaff – Σοφία Καραγιάννη «Διγενής Ακρίτας στα όρια» 5.000 ευρώ
78. Ένα συν ένα – Δέσποινα Σαραφίδου «Μικρή χορεύτρια υπέρ αδυνάτου» 5.000 ευρώ
79.T his famous tiny Circus Theater Group – Κωνσταντίνος Μάρκελλος «Καλό αίμα, κακό αίμα» της Ελεωνόρας Σταθακοπούλου 5.000 ευρώ
80. Θέατρο της ημέρας – Ανδρομάχη Μοντζολή «Μικρά τίποτα – μεγάλα κάτι» του Κουρεντζή 5.000

Οι επιχορηγήσεις στον χορό

Η Επιτροπή Επιχορηγήσεων Χορού με πρόεδρο τη Βίκυ Μαραγκοπούλου, καθηγήτρια και πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, και μέλη τις Πηνελόπη Ηλιάσκου, υπεύθυνη καλλιτεχνικού προγράμματος του Κέντρου Μελέτης Χορού «Ισιδώρα Ντάνκαν», Χριστιάνα Γαλανοπούλου, ιστορικό τέχνης και καλλιτεχνική διευθύντρια του MIR Festival, Μαριέλα Νέστορα, χορογράφο και Φρόσω Τρούσα, καλλιτεχνική διευθύντρια του Arc for Dance Festival και Dance Cultural Centre, κινήθηκε με βάση την από 21ης Απριλίου 2017 προκήρυξη του υπουργείου Πολιτισμού που έθετε σαφή κριτήρια στις ενδιαφερόμενες ομάδες, αποτιμώντας ταυτόχρονα την κατάσταση του τοπίου του σύγχρονου χορού αλλά και το υλικό των προτάσεων που κατατέθηκαν.
Όπως αναφέρει στο σκεπτικό της η επιτροπή, προσπάθησε «να αξιοποιήσει το ποσόν που διαθέτει το Υπουργείο Πολιτισμού με τρόπο που να αγκαλιάζει ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος αισθητικών τάσεων, ηλικιών και εμπειρίας ανάμεσα στις προτάσεις που πληρούσαν τα κριτήρια. Επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του τοπίου του χορού στην Ελλάδα σήμερα και ενθαρρύνοντας τη συνέχιση και την ανάπτυξή του, η επιτροπή προσπάθησε να υποστηρίξει τις διαφορετικές του εκφάνσεις επιχειρώντας μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκπροσώπηση των κοινοτήτων του χορού που δραστηριοποιούνται εντός και εκτός της Αττικής. Προτεραιότητα δόθηκε σε αιτήσεις που αφορούσαν νέες παραγωγές και όχι σε παραγωγές που οι ίδιες ή προσχέδιό τους είχε παρουσιαστεί στο παρελθόν».

Έτσι, η Επιτροπή κατέληξε στη λίστα των επιχορηγούμενων ομάδων που ακολουθεί:

1. Ομάδα Ζήτα/ ΑΜΚΕ/ Ίρις Κάραγιαν «The Loop Piece», 30.000 ευρώ
2. Ομάδα συγχρόνου χορού Αερίτες / ΑΜΚΕ / Πατρίτσια Απέργη «Resis Dance», 30.000 ευρώ
3. Griffon AMKE/ Ιωάννα Πορτόλου «Risk», 25.000 ευρώ
4. Fingersix / ΑΜΚΕ / Σοφία Μαυραγάνη «Speechless», 25.000 ευρώ
5. Oμάδα χορού Pρόσχημα/ ΑΜΚΕ / Μαρία Kολιοπούλου «Αυτό που πρόκειται να είναι», 25.000
6. Rootlesroot / ΑΜΚΕ / Eυαγγέλια Kαπετανέα «Τοτέμ», 25.000 ευρώ
7. Χοροθέατρο ΟΚΤΑΝΑ/ ΑΜΚΕ / Κωνσταντίνος Ρήγος «Η πτώση του πύργου της Βαβέλ/ η πτώση του πύργου των διασταυρωμένων πεπρωμένων», 25.000 ευρώ
8. Quasi Stellar Dance Theater / Αποστολία Παπαδαμάκη «Απ΄το σκοτάδι στο φως/ From Darkness το Light (μέρος του «The Dream Series»), 25.000 ευρώ
9. Synthesis 748 ΑΜΚΕ / Σπύρος Κουβαράς «Έρημη χώρα – Μετά», 20.000 ευρώ
10. Αμάγαλμα / Σωματείο / Μαρία Γοργία «Λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου» (από ποίημα του Ν. Καρούζου), 20.000 ευρώ
11. Ομάδα Και όμως κινείται / Σωματείο / Χριστίνα – Αικατερίνη Σουγιουλτζή «Ο μετρ και η Μαργαρίτα», 20.000 ευρώ
12. Ομάδα συγχρόνου χορού Πέρσας Σταματόπουλου / ΑΜΚΕ / Πέρσα Σταματόπουλου «Συγγένειες ? Relatives», 20.000 ευρώ
13. Oμάδα χορού Klokworks / ΑΜΚΕ / Μαριάννα Καβαλλιεράτου «Belle Epoque», 20.000 ευρώ
14. Λάθος Kίνηση / ΑΜΚΕ / Κωνσταντίνος Μίχος «Ψίχα», 15.000 ευρώ
15. Άμορφη / ΑΜΚΕ / Πολυξένη Αργυρίου, Βασίλης Γεροδήμος «Live Performing Εxhibition», 15.000
16. Χοροθέατρο Νατάσας Ζούκα «Διαδρομές Πολιτισμού» / Νατάσσα Ζούκα και Κωνσταντίνος Σακκάς «Haiku / Στη μάχη με τη σκιά μου η λέξη εποχής», 15.000 ευρώ

17. Κινητήρας Χοροθέαμα (Ομάδα Γαβ)/ ΑΜΚΕ / Αντιγόνη Γύρα «Βαθύς αναστεναγμός», 15.000 ευρώ
18. Κιναίσθηση/ ΑΜΚΕ Θεσσαλονίκη / Αικατερίνη Αντωνιάδου «Hubris – Ύβρις», 15.000 ευρώ
19. Ακροποδητί/ ΑΜΚΕ Σύρος / Αγγελική Σίγουρου «Γλώσσα», 12.000 20. Διττό / ΑΜΚΕ / Ιωάννα Βασιλακοπούλου, χορογράφοι: Αποστολέλλη – Ρωσσέτου «Δωμάτια», 12.000 ευρώ
21. Ομάδα MAN/ ΑΜΚΕ / Άρτεμις Λαμπίρη, Any One, 12.000 ευρώ
22. Ινστιτούτο Κοινός Τόπος / Ανδρονίκη Μαραθάκη/ ΑΜΚΕ / Αλέξιος Κατσαρός «Έρωτας & Επανάσταση, Μέρος ΙΙ», «Ένα Masturdating», 12.000
23. Ομάδα ΡΕΟ / ΑΜΚΕ (Creo Dance Company) / Ορέστης Τάτσης, Πωλίνα Κρεμαστά «Βορεάδες», 12.000 ευρώ
24. ANIMA SOTA / Ταϊτή Νικολοπούλου «Meet με there ii», 12.000 ευρώ
25. Ομάδα συγχρόνου χορού «Στέρεο Νερό» / Παρασκευή Σούλη «Dalga», 12.000 ευρώ
26. Oμάδα συγχρόνου χορού Ιωάννας Αγγελόπουλου / AMKE / Ιωάννα Αγγελόπουλου, Mέγαρο Aθηνογένους «Movement within the city», 12.000 ευρώ
27. Ομάδα χορού Justapoz / Χριστίνα Γουζέλη «The art of dying», 12.000 ευρώ
28. A priori dance/ ΑΜΚΕ / Ιωάννινα / Ελεονώρα Ηλία «Format», 12.000
29. Bήτα συν 6 / Βερονίκη Τσουγκράνη «Δελτίο Ειδήσεων», 12.000

30. Artius Dance Theatre /ΑΜΚΕΡΟΔΟΣ / Μίριαμ Πεκμεστζή «Σωματ(ι)διο», 12.000 ευρώ

eirini aivaliwtouΕπιχορηγήσεις σε 80 θεατρικά σχήματα και 30 ομάδες χορού για το 2017-2018 από το Υπουργείο Πολιτισμού
Περισσότερα

Το λυτρωτικό «μουρμουρητό» της Volksbühne

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Murmel Murmel Murmel Murmel Murmel Murmel Murmel Murmel Murmel Murmel».
Μουρμουρητό: η χαμηλόφωνη και όχι απόλυτα κατανοητή ομιλία, άλλοι παρόμοιοι ήχοι και επιφωνήματα.
Μια ξεκαρδιστική παράσταση παρακολουθήσαμε οι θεατρόφιλοι Αθηναίοι στο θέατρο «Ολύμπια», τον Ιούνιο. Επρόκειτο για ένα ψυχεδελικό «ακουστικό» θέαμα με τον τίτλο «Murmel», που μας έφερε η Volksbühne από το Βερολίνο στην Αθήνα, στο πλαίσιο του αφιερώματος που έκανε γι’ αυτήν το Φεστιβάλ Αθηνών.
Έντεκα απίστευτοι ηθοποιοί και ένας υπερ-επινοητικός μουσικός μουρμουρίζουν, ψιθυρίζουν, τραγουδούν ή κραυγάζουν επί 80 λεπτά μία και μόνο λέξη: «murmel» («μουρμουρητό»).
Το ευφάνταστο σχέδιο κυοφορείτο πολύ καιρό στο μυαλό του Γερμανού σκηνοθέτη Herbert Fritsch (Χέρμπερτ Φριτς) μέχρι να πάρει ζωή. Πρόκειται για τη νουβέλα του Ελβετού συγγραφέα Dieter Roth (Ντίτερ Ροτ, Dieter Rot και Diter Rot ) «Μουρμουρητό», που κυκλοφόρησε το 1974 με αυτοέκδοση. Στις 178 σελίδες του βιβλίου, ενός λεπτού τόμου σχήματος octavo, επαναλαμβάνεται μία μόνο λέξη: «Murmel». Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Ροτ έδωσε την άδεια στον Φριτς να διασκευάσει το έργο του για το θέατρο. Το 2012 ο Φριτς εκπλήρωσε την υπόσχεσή του για πρώτη φορά.

Από τους σημαντικότερους ηθοποιούς που συνδέθηκε με τη Φόλκσμπύνε, τα τελευταία χρόνια ο Herbert Fritsch έχει καθιερωθεί ως σκηνοθέτης με τις βραβευμένες μαύρες κωμωδίες του. Στη διασκεδαστική, θεοπάλαβη παράστασή του, οι ηθοποιοί μουρμουρίζουν αδιαλείπτως τη μοναδική λέξη του βιβλίου και μεταμορφώνουν το κείμενο σε μια υπνωτιστική, λυτρωτική, ψυχεδελική και ανατρεπτική εμπειρία που δικαιώνει τον εκλιπόντα πλέον Ροτ, πληθωρικό, πειραματικό καλλιτέχνη του οποίου το έργο διακρίνεται για τη δεξιοτεχνία, την άγρια ενέργεια και τη σκοτεινή του αίσθηση.
Μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρμουρμουρμουρμουρ
μουρμουρμουρ…

Το έργο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένας σύγχρονος σχολιασμός πάνω στο σαιξπηρικό «words, words, words» από τον υπαρξιακώς πάσχοντα αλλά πάντα κλασικό «πρίγκιπα της ματαίωσης», Άμλετ.
(Πολώνιος: …Τί διαβάζεις Κύριε μου;
Άμλετ: Λέξεις. Λέξεις. Λέξεις).

«Δεν υπάρχει επανάληψη παρά μόνο επιμονή», υποστήριζε η Γερτρούδη Στάιν, μία από τις πένες που ανανέωσαν τη λογοτεχνία, ανατρέποντας τις παραδεδομένες νόρμες της γραμμικής αφήγησης.
«Επανάληψις, μήτηρ πάσης μαθήσεως», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες.

Η μία και μόνη λέξη του κειμένου -μολονότι επαναλαμβάνεται- παίζεται κάθε φορά διαφορετικά, με το βλέμμα, την κίνηση, την έκφραση, το χαμόγελο, τη φαντασία και την επιθυμία για το νέο και το αντισυμβατικό …
Η λέξη μπορεί να λειτουργήσει και ως σημείο, δηλαδή ως συμφωνημένο υπονοούμενο του οποίου η επίκληση ανακαλεί ένα πολύ ευρύτερο και ευρέως αναγνωρίσιμο σημαντικό πεδίο, ακόμα κι όταν το νόημά της έχει από κοινού καθομολογηθεί.
Προκαλεί καταστάσεις, αλλαγές, συμβάσεις, γεγονότα. Εν τω μεταξύ διατηρεί και, σε στιγμές μεστές εντάσεων και αισθημάτων, πολλαπλασιάζει το νοηματικό της δυναμικό.

Ο εικαστικός Dieter Roth (21 Απριλίου 1930 – 5 Ιουνίου 1998) ήταν ένας από τους πιο ευέλικτους και πιο ανήσυχους καλλιτέχνες της μεταπολεμικής περιόδου. Εκτός από τα εικαστικά έργα που δημιούργησε, έγραψε επίσης και μια συγκεκριμένη ποίηση. Τα έργα ξεχώρισαν με όλους τους τρόπους. Για παράδειγμα, έφτιαξε κάποτε ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα με μια έντονη μπλε θάλασσα και έναν ήλιο από μια στρογγυλή φέτα σαλάμι που βυθιζόταν μέσα σε αυτήν. Σε γκαλερί του Λος Άντζελες εξέθεσε μια σειρά από 37 βαλίτσες ακουμπισμένες στο πάτωμα και γεμισμένες με τυρί, κάτω από εικόνες με τυρί στον τοίχο. Χρησιμοποίησε επίσης μοτοσικλέτες, καφέ ζάχαρη, μπανάνες, παζλ και μπαχαρικά.

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν μια παράσταση ψαγμένη και ευρηματική, παράσταση μίας μόνο λέξης αλλά με πλούσια δομή, διεισδυτικότητα και ρυθμό. Επί σκηνής θαυμάσαμε έντεκα ηθοποιούς και ένα μουσικό που τα είπαν όλα.
Κύριοι ντυμένοι στο σοβαρό γκρίζο κοστούμι τους παίζουν με τα νεύρα τους, υστερικές κυρίες με λαμπερά φορέματα τρέχουν πίσω από το φως του προβολέα και πέφτουν στο «λάκκο» ή στον ηφαιστειακό κρατήρα της ορχήστρας.

Ένα τρελό ταξίδι, κάπου ανάμεσα σε παραίσθηση, κωμωδία και όνειρο με μια ακρίβεια ελβετικού ρολογιού.
Αυτή η ευχάριστη βραδιά της εντυπωσιακά ριζοσπαστικής και ανελέητα γοητευτικής παράστασης «Murmel» ήταν επίσης κι ένα σεμινάριο στην ιστορία της τέχνης. Με τους πανέξυπνους και παμπόνηρους αυτούς, πολυτάλαντους και τολμηρούς καλλιτέχνες (Florian Anderer, Matthias Buss, Werner Eng, Ingo Günther, Jonas Hien, Simon Jensen, Wolfram Koch, Annika Meier, Anne Ratte-Polle, Bastian Reiber, Stefan Staudinger, Axel Wandtke), που σάρκαζαν, σατίριζαν και αυτοσαρκάζονταν μπλέκοντας την όπερα με το μπαλέτο, τα ακροβατικά με το μπουφόνικο θέατρο, τον Τσάρλι Τσάπλιν με τον Marcel Marceau, τον Μπένι Χιλ με τον Ταραντίνο, το θέατρο του παραλόγου με την καλή επιθεώρηση. Όλα αυτά με διάθεση πειραματισμού και ακραιφνώς μινιμαλιστική χροιά αλλά και με τη ρηξικέλευθη συμμετοχή του απίθανου μουσικού και συνθέτη Ingo Günther να παίζει ταυτόχρονα επί μιάμιση ώρα με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή και τα ντραμς.
Παιχνιδιάρικο εναλλακτικό θέαμα με αιχμηρούς διασκεδαστές, λαμπρή ζωντανή μουσική, χρώματα που εναλλάσσονταν στο σκηνικό (σκηνικά του σκηνοθέτη Herbert Fritsch), εκπληκτικά κοστούμια του ’60 (Victoria Behr), απαράμιλλη συμπύκνωση χρόνου, ευφυείς γρήγορες εναλλαγές φωτισμών (Torsten König) και αφαιρετικό πέρασμα από τη μία σκηνή στην άλλη.
Απλώς, κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο μέρος χρειαζόταν λίγες -ελάχιστες- περικοπές για να κρατά αμείωτο το κέφι και το ενδιαφέρον του θεατή.
Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το «Murmel» ένα σατιρικό σχόλιο για τη σημερινή υστερική, αγχωτική, υπερβολική και υπερβολικά τούρμπο κοινωνία μας ή απλώς να θυμόμαστε γλυκά την απολαυστική χορογραφημένη παραφροσύνη του.
Το καλό χιούμορ αποτελεί ένα θαύμα για το θέατρο. Ανανεώνει το κουράγιο του θεατή, φωτίζει το μυαλό, κάνει την καρδιά να σκιρτά ευτυχισμένη.

Ο Herbert Fritsch πρωτοανέβασε το έργο στη Volksbühne («People’s Theatre»), στο Βερολίνο. Η πρεμιέρα δόθηκε στις 28 Μαρτίου 2012. Από τότε η παράσταση έχει κάνει μια μεγάλη περιοδεία σε πολλές χώρες και συνεχίζει. Οπότε όσοι ταξιδεύετε μπορεί να είστε τυχεροί και να την πετύχετε κάκου στον κόσμο.

  • Μία από τις ηθοποιούς είχε ένα ατύχημα στην παράσταση. Οι θεατές δεν το αντιληφθήκαμε, διαπιστώσαμε όμως την απουσία της και αναρωτηθήκαμε. Με το πέρας της παράστασης, ένα ασθενοφόρο βρισκόταν στην είσοδο του θεάτρου. Ύστερα από λίγο είδαμε να τη μεταφέρουν με αναπηρικό αμαξίδιο και κολάρο στο λαιμό. Ευχόμαστε να είχε μια γρήγορη και καλή ανάρρωση, ώστε να θυμάται το ελληνικό κοινό με θετικά συναισθήματα!
  • Σκηνοθεσία – Σκηνικά: Herbert Fritsch • Παίζουν: Florian Anderer, Matthias Buss, Werner Eng, Ingo Günther, Jonas Hien, Simon Jensen, Wolfram Koch, Annika Meier, Anne Ratte-Polle, Bastian Reiber, Stefan Staudinger, Axel Wandtke • Κοστούμια: Victoria Behr • Μουσική: Ingo Günther • Φωτισμοί: Torsten König • Δραματουργία: Sabrina Zwach

Θέατρο Ολύμπια
23-24 Ιουνίου 2017

Το βερολινέζικο θέατρο

Η Volksbühne (Θέατρο του Λαού) έχει καθορίσει το καλλιτεχνικό προφίλ του Βερολίνου, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο θεσμό.

To διάσημο βερολινέζικο θέατρο ήρθε στο Φεστιβάλ Αθηνών φέρνοντας τρεις μεγάλες θεατρικές παραγωγές και, μαζί, όλα όσα χρειάζονται για να ζήσει κανείς μια πλήρη «φολκσμπυνική» εμπειρία: ταινίες, εγκαταστάσεις, γερμανική μπίρα, συζητήσεις, πάρτι, συναυλίες, περφόρμανς.

Ο μύθος του

Ο μύθος έχει ως εξής: Το 1992 η πολιτική ηγεσία του Βερολίνου ανέθεσε στον αβανγκάρντ, αλλά ήδη καταξιωμένο σκηνοθέτη Φρανκ Κάστορφ την καλλιτεχνική διεύθυνση της Φόλκσμπύνε, με τον όρο να την κάνει διάσημη μέσα στα επόμενα δύο χρόνια – αλλιώς, το θέατρο θα έκλεινε. Ο Κάστορφ πέτυχε, θα λέγαμε, τον στόχο του˙ για την ακρίβεια, η Φόλκσμπύνε είναι σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά και αναγνωρισμένα θέατρα στον κόσμο. Την επαύριο της γερμανικής επανένωσης, εδραιώθηκε ως ένας ξεχωριστός βερολινέζικος θεσμός, με επιρροή στον θεατρικό κόσμο της χώρας, αλλά και διεθνώς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η έκφραση «κάν’ το όπως η Φόλκσμπύνε» ήταν διαδεδομένη στους κύκλους των ανερχόμενων Γερμανών σκηνοθετών, ενώ, όταν σήμερα το ελληνικό κοινό χαρακτηρίζει μια παράσταση «γερμανικού ύφους», συνήθως αναφέρεται σε στοιχεία που έχουν ταυτιστεί μαζί της. Όλα αυτά τα χρόνια, βετεράνοι αλλά και νέοι σκηνοθέτες δημιούργησαν παραστάσεις-ορόσημα για το διεθνές κοινό, που ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο. Εκτός από τον Κάστορφ, σκηνοθέτες όπως ο Christoph Marthaler (Κριστόφ Μαρτάλερ), ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Ρενέ Πόλλες και ο κινηματογραφιστής Christoph Schlingensief (Κριστόφ Σλίνγκενζιφ) βρήκαν φιλόξενη στέγη στη Φόλκσμπύνε και διαμόρφωσαν τη σκηνοθετική ματιά τους μέσα από τη συνεχή και πολυετή δουλειά τους στο βερολινέζικο θέατρο. Παράλληλα, ταλαντούχοι ηθοποιοί όπως οι Kathrin Angerer, Martin Wuttke και Χέρμπερτ Φριτς αποτέλεσαν μια ακόμα ισχυρή κινητήρια δύναμη, καθώς παρά την ιδιαιτερότητα του καθενός και τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός δυναμικού και αναρχικού τρόπου παιξίματος που αποτελεί διακριτικό χαρακτηριστικό της Φόκλσμπύνε. Οι ηθοποιοί αυτοί, που παραμένουν σταθεροί συνεργάτες του θεάτρου, συμμετείχαν και στις παραγωγές που παρουσιάστηκαν στην Αθήνα.

 

Νέα οπτική

Η Φόλκσμπύνε δεν εισήγαγε απλώς πρωτοποριακές ερμηνευτικές τεχνικές και δραματουργικές προσεγγίσεις, αλλά διεύρυνε και την αντίληψή μας ως προς το τι συνιστά μια θεατρική παραγωγή, πέρα από τα περιορισμένα όρια ενός «καθαρού» θεάτρου. Προώθησε μια νέα οπτική για το τι θα μπορούσε να σημαίνει ένα θέατρο ως θεσμός μέσα στην πόλη. Εικαστικοί καλλιτέχνες και κινηματογραφιστές όπως ο Κριστόφ Σλίνγκενζιφ και ο Ragnar Kjartansson (Ράγκνα Κιάρτανσον) απέκτησαν πρόσβαση στη θεατρική σκηνή. Οι αίθουσές της έχουν κατά καιρούς μεταμορφωθεί ριζικά για να φιλοξενήσουν μοναδικές περφόρμανς από διαφορετικά καλλιτεχνικά πεδία. Από τη δεκαετία του 1990 άρχισε η διοργάνωση συζητήσεων με επιστήμονες και καλλιτέχνες, κάτι που έχει ενταχθεί στα προγράμματα και άλλων θεσμών. Για αρκετά χρόνια, το θέατρο περιόδευε σε διαφορετικές γειτονιές του Βερολίνου με τα βαγόνια του Rollende Road Show. Ακόμα και σήμερα προτείνονται παραγωγές που αιφνιδιάζουν, ενταγμένες σε κατηγορίες με τίτλους όπως «άκου», «διάβασε», «μίλα» ή «δες». Στις συναυλίες, τις αναγνώσεις, τις συζητήσεις και τις ταινίες δίνεται αντίστοιχο βάρος με εκείνο των θεατρικών παραγωγών.

Στην Αθήνα

Απόλυτα εναρμονισμένο με το πνεύμα και τη φιλοσοφία της, το πρόγραμμα που παρουσίασε η Φόλκσμπύνε στην Αθήνα δεν περιλάμβανε μόνο παραστάσεις θεάτρου με τη στενή έννοια του όρου. Παράλληλα με τη διασκευή του «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι από τον Φρανκ Κάστορφ και το «Μουρμουρητό» του Χέρμπερτ Φριτς, η ομάδα παρουσίασε την παράσταση «Σ’ αγαπώ, αλλά επέλεξα την αποδραματοποίηση» του Ρενέ Πόλλες στα βαγόνια του Rollende Road Show, που στήθηκαν στο προαύλιο της Πειραιώς 260, όπου φιλοξενήθηκαν επίσης συναυλίες, ταινίες, εγκαταστάσεις, συζητήσεις – τι καλύτερη δικαιολογία για τους Αθηναίους για ξενύχτι με γερμανική μπίρα; Συζητήσεις και DJ sets από τους γνωστούς Βερολινέζους DJ Duo Portobello, επίσης μέλη της Φόλκσμπύνε, συμπλήρωσαν το μουσικό και παραστασιακό πρόγραμμα.

eirini aivaliwtouΤο λυτρωτικό «μουρμουρητό» της Volksbühne
Περισσότερα

«Άλκηστη». Μια ξεχωριστή διδασκαλία από την Κατερίνα Ευαγγελάτου στην επιδαύρια πρεμιέρα της…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

– Μπράβοοοο. Μπράβοοοοοο. Μπράβοοοοοοοο…
(Διάσπαρτες φωνές από το κοίλον του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου την Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017, με το που έσβησαν τα φώτα της παράστασης «Άλκηστη». Φωνές που πυκνώνουν με ταχύτητα στη συνέχεια).
– Σιγά! Μη φωνάζετε έτσι! Συγγνώμη, σας άρεσε αυτό το πράγμα; Έλεος! Τραγωδία ήταν; Τραγωδία ήρθαμε να δούμε κι όχι αυτό το κατασκεύασμα…

Φαίνεται πως κάποιοι (λίγοι βεβαίως αλλά κοντόφθαλμοι και με στερεοτυπικές αντιλήψεις) ενοχλήθηκαν!

Ο Γιάννης Φέρτης (Φέρης) και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος) στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης.

***
«Πρέπει να παραδεχτούμε εξαρχής ότι η Άλκηστη προκαλεί αμηχανία: μπροστά της στεκόμαστε απορημένοι, περίπου όπως ο Άδμητος μπροστά στη νεκραναστημένη γυναίκα του. Είναι άραγε η Άλκηστη τραγωδία, όπως δείχνει η μορφολογική σύστασή της; Ή μήπως είναι σύνθεμα που δρασκελίζει τα όρια των δραματικών ειδών, κλείνοντας το μάτι προς την κατεύθυνση του σατυρικού δράματος ή ακόμη και της κωμωδίας»;

Αυτές τις 60 λέξεις (*) αν διάβαζε κανείς πριν αρχίζει η παράσταση θα μπορούσε και να την καταλάβει και να την απολαύσει…
***
Ο χαιρετισμός των ηθοποιών έχει ολοκληρωθεί. Ο κόσμος κατεβαίνει προσεκτικά και κατευθύνεται προς την έξοδο. Εκεί βγαίνοντας, συνάντησα έναν καλό μου φίλο και του ζήτησα να μου πει τη γνώμη του για την παράσταση.
– Ξέρεις ότι θα σου απαντήσω δια ερωτήσεως. Λοιπόν: Τι δουλειά έχουν οι στρατιωτικοί στην παράσταση; Πώς και γιατί βρέθηκαν εκεί οι στρατιωτικοί;
– Μα, αν διαβάσεις το κείμενο για τη σκηνοθετική προσέγγιση της Άλκηστης, θα δεις ότι «η παράσταση τοποθετεί το έργο σε μία ανδροκρατούμενη στρατιωτική κοινωνία της νεότερης Ελλάδας, όπου η ζωή της Γυναίκας είναι σαφώς μικρότερης αξίας από εκείνη του Άνδρα και οι πολίτες δεν τολμούν να αντιταχθούν στις εντολές του αρχηγού τους. Ήδη την εποχή που γράφτηκε (438 π.Χ.) η Άλκηστη ήταν ένα τολμηρό σχόλιο στους ηγέτες αλλά και στο θεσμό του γάμου».

– Ας πούμε ότι το δέχομαι, όμως ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις: Το ταλέντο δεν κληρονομείται…

– «Συμφωνώ απόλυτα καλέ μου φίλε», του είπα. «Ασφαλώς και δεν κληρονομείται το ταλέντο. Μάλιστα ταλέντο κληρονομούμενο δεν το χρειάζεται ποτέ κάποιος που ήδη έχει ταλέντο. Επίσης αν υπήρχε η περίπτωση να κληρονομήσει κάποιος το ταλέντο ενός που έφυγε, τότε δεν θα ήταν τίποτα άλλα παρά πιστό αντίγραφο εκείνου ο οποίος του το κληροδότησε».

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον χαιρετισμό της παράστασης στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης.

Ακούγοντας τα παραπάνω, ο φίλος μου χάθηκε μέσα στο πανέμορφο μονοπάτι, στο δρόμο προς τα καμαρίνια.

Ακολούθησα κι εγώ με βήμα αργό – προσεκτικά – σκεπτόμενος όσα είπαμε.
Πράγματι, η Κατερίνα Ευαγγελάτου κληρονόμησε μόνο το επώνυμο του πατέρα της.
Τίποτα άλλο.
Ούτε το ταλέντο.
Έχει δικό της πλούσιο.

Είναι αυθύπαρκτη, αυθυπόστατη, ανεξάρτητη και αυτοτελής.
Υπάρχει από μόνη της, η ύπαρξή της δεν οφείλεται στην ύπαρξη ή τη συνδρομή άλλου.

Εκτός από το όνομα όμως κληρονόμησε και κάτι άλλο. Το είδα και το χάρηκα. Κληρονόμησε τη συνήθεια του πατέρα της να μπαίνει στο Θέατρο την τελευταία στιγμή και να κάθεται στο πρώτο ακριανό κάθισμα. Αυτό έκανε την Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017 η Κατερίνα μπαίνοντας στην Επίδαυρο για την πρώτη της παράσταση στο Θέατρο του Πολυκλείτου.
Και μόνο αυτή η κίνησή της – σημειολογικά – με έκανε να πιστέψω πως αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν σημαντικό. Και όντως! Η Κατερίνα Ευαγγελάτου επιβεβαίωσε πως η χρήση του ρήματος «διδάσκω» είναι η κατάλληλη για σκηνοθεσίες όπως αυτή που παρακολουθήσαμε.

***

Να σημειώσω εδώ ότι το Σάββατο 13 Ιουλίου 1974 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου είχε παρουσιαστεί η «Άλκηστις» σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. Στο ρόλο της Άλκηστις ήταν η Μιράντα Ζαφειροπούλου, Άδμητος ο Νικήτας Τσακίρογλου, Ηρακλής ο Γιάννης Αργύρης, Φέρης ο Λυκούργος Καλλέργης. Μεταξύ των 25 μελών του χορού ήταν και η Λήδα Τασσοπούλου.
Επανερχόμενος στο 2017 να υπογραμμίσω ότι η Κατερίνα Ευαγγελάτου δίδαξε την «Άλκηστη» με έναν πολύ δυνατό, σαφή και σημερινό τρόπο. Ασφαλώς όποιος δει αυτή τη δουλειά θα αναγνωρίσει τον πόνο, τον κόπο, τις θυσίες και τα χίλια όσα έκανε αυτή η ομάδα για να φέρει αυτό το αποτέλεσμα.

***

Ο Κώστας Βασαρδάνης (Απόλλων) και ο Σωτήρης Τσακομίδης (Θάνατος), στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης.

Θυμάμαι, κάποτε στα δημοσιογραφικά γραφεία, την εποχή των χειρογράφων, πολλοί αρχισυντάκτες και διευθυντές πριν καν διαβάσουν το κείμενο που τους έδινε ο νέος δημοσιογράφος, το τσαλάκωναν και το έσκιζαν. Το ίδιο έκαναν και για δεύτερη φορά και σπάνια για τρίτη φορά. Εν τω μεταξύ, ο νεαρός ρεπόρτερ, πριν το ξαναγράψει έψαχνε να βρει τα λάθη του, προσπαθούσε να το συντάξει καλύτερα, αγωνιζόταν για να κάνει το κείμενό του περισσότερο ελκυστικό. Την τρίτη φορά που έδινε το χειρόγραφο συζητούσε με τον διευθυντή του και καταλάβαινε τι δεν έπρεπε να γράψει και πώς να γράψει έτσι ώστε ο αναγνώστης να χαρεί το λόγο αλλά και να ενημερωθεί διαβάζοντας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν, αυτοί οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι, που πέρναγαν από αυτήν την πολλές φορές -και σε προσωπικό επίπεδο- σκληρή δοκιμασία, να γίνουν πολύ καλύτεροι στη συνέχεια της επαγγελματικής τους πορείας.

***

Θα με ρωτήσετε τι σχέση έχει αυτό με την «Άλκηστη». Μα, το έγραψα λίγο πιο πάνω. Πως αυτό που είδαμε στην Επίδαυρο είναι αποτέλεσμα δουλειάς με διαστημική ακρίβεια. Όπως σε ένα δορυφόρο το τρισχιλιοστό του λάθους μπορεί να στοιχίσει ακόμη και ανθρώπινες ζωές, έτσι και εδώ, στην «Άλκηστη», όλα έγιναν με σχολαστική ακρίβεια, μεθοδικότητα, πίστη και αφοσίωση. Γι’ αυτό και στο φινάλε καταχειροκροτήθηκαν όλοι οι συντελεστές.

***

Η καλή μέρα φάνηκε από την αρχή. Από τη στιγμή που οι θεατές άρχισαν να μπαίνουν στο θέατρο για να πάνε στις θέσεις τους. Στο μέσον της ορχήστρας του θεάτρου προετοιμάζουν τον τάφο, ίσως για την Άλκηστη. Η κίνηση των δύο ηθοποιών είναι τόσο μελετημένη που δεν σου αφήνει το παραμικρό περιθώριο να σκεφτείς ότι κάτι μπορεί και να αφήνεται στην τύχη. Όλα γραμμένα με ακρίβεια και εκτελεσμένα στην εντέλεια.
– Έτσι ακριβώς όπως έγινε και με τη μουσική (Γιώργος Πούλιος) και τους μουσικούς επί σκηνής (Κωνσταντίνος Τσιώλης, Κωνσταντίνος Κωστίδης, Θοδωρής Σοφόπουλος, Πέτρος Κασσιμάτης). Μουσική – έκπληξη που σε αναστατώνει, σου μιλάει, σε μεταφέρει και σένα μέσα στη δράση, σε απογειώνει… Τέτοια συγκίνηση και ευφορία είχα να νιώσω από το 1989 με τη μουσική του Γεωργιανού συνθέτη Γκίγια Καντσέλι στην παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Στούρουα με τον Κώστα Καζάκο και την Τζένη Καρέζη.

Η Κίττυ Παϊταζόγλου, o Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και τα δύο παιδιά (Σπύρος Γουλιέλμος και Νικόλ Φαλτσέτα) στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης.

– Στην ίδια …γειτονιά συναντούμε τη μουσική διδασκαλία από τη Μελίνα Παιονίδου. Σημαντικό στοιχείο της παράστασης με ιδανικό αποτέλεσμα αφού βοηθούσαν οι εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες των εκτελεστών.
– Τους φωτισμούς σχεδίασε ο Σίμος Σαρκετζής δημιουργώντας το κατάλληλο περιβάλλον με παραμυθένιο τρόπο.
– Πιο δύσκολο ρόλο είχε η Πατρίσια Απέργη που ανέλαβε το απαιτητικό και οπωσδήποτε δύσκολο κομμάτι της κίνησης, το οποίο από μόνο του ήταν ένα ακόμη ολοκληρωμένος ρόλος.
– Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα έχουν ένα καλό και ένα κακό. Το θετικό, είναι ότι μπορείς, αξίζει και πρέπει να τα απολαμβάνεις ως ξεχωριστά έργα τέχνης. Το αρνητικό, ότι στη διάρκεια της παράστασης μπορούν και να σου αποσπάσουν την προσοχή από τα δρώμενα με τη σχεδιαστική τους πληρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση κάθε ένας ρόλος ήταν αντικείμενο συζήτησης και αφ’ ότου έσβησαν τα φώτα. Ο κλόουν – Ηρακλής; Ο λαμπερός Απόλλων; Ο Φέρης του Φέρτη, ως Φλωρινιώτης; Αμ, ο Θάνατος; Ο Άδμητος και ο Χορός με έντονο το χρώμα και το ύφος της θλιβερής επταετίας ’67- ’74; Τέλος η αέρινη Άλκηστη; Σε όλα «άριστα 10», έστω κι αν κάποιοι θεωρούν την αριστεία ρετσινιά…

-Ασφαλώς, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρηρη η δουλειά που έκαναν ο Χρόνης Τζήμος, στο σχεδιασμό των κομμώσεων και η Άννα Μπαλτζή, στο σχεδιασμό του μακιγιάζ.

Ο Δημήτρης Παπανικολάου, ως Ηρακλής, στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης.

– Πάμε τώρα στα σκηνικά: Από την Εύα Μανιδάκη, ένας πίνακας ζωγραφικής που αγκάλιασε και φιλοξένησε το ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα της σκηνοθέτριας.
– Η μετάφραση του Κώστα Τοπούζη (1927 – 2011) με γλώσσα ελεύθερη δεν πρόδωσε το γράμμα του Ευριπίδη. Ο Τοπούζης, φιλόλογος, δάσκαλος, ποιητής και μεταφραστής, άφησε κληρονομιά το εξαίσιο έργο του.
– Συνεχίζω με τα δύο αστεράκια, τη Νικόλ Φαλτσέτα και τον Σπύρο Γουλιέλμο, τα παιδιά ανταποκρίθηκαν άψογα στις ανάγκες των ρόλων τους.
– Ο Χορός τώρα: Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Γιώργος Ζυγούρης, Στάθης Κόικας, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Αντώνης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Νούσης, Χρήστος Ξυραφάκης, Στέλιος Παυλόπουλος, Δημόκριτος Σηφάκης, Περικλής Σκορδίλης, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης, Βαλάντης Φράγκος. Η ατμομηχανή της παράστασης. Σωματική, φωνητική και ερμηνευτική δεινότητα σε βαθμό υπερθετικό. Ένα σύνολο που λειτούργησε με τρόπο υποδειγματικό.
Ερρίκος Μηλιάρης (Υπηρέτης). Κάθε φορά και καλύτερος. Συνεχής βελτίωση. Δυναμική παρουσίαση και στην Επίδαυρο. Με άριστη ερμηνευτική δεινότητα.
Δημήτρης Παπανικολάου (Ηρακλής). Είχε αυτοπεποίθηση σε κάθε του βήμα, σε κάθε του λέξη. Δεν τον «κατάπιε» το Θέατρο του Πολυκλείτου. Πατούσε γερά στα πόδια του. Ως Ηρακλής πέτυχε άλλον έναν άθλο.
Σωτήρης Τσακομίδης. Θάνατος, όνομα και πράγμα. «Μας πέθανε» με την ερμηνευτική του δεξιοτεχνία. Είναι από τους ηθοποιούς που μπορείς να πας να δεις μια παράσταση μόνο γι’ αυτόν. Τυχεροί οι σκηνοθέτες που έχουν αυτό το εργαλείο. Τυχεροί και εμείς που τον απολαύσαμε φέτος και στην «Άλκηστη».
Κώστας Βασαρδάνης (Απόλλων). Ηθοποιός – πλαστελίνη. Τον πλάθεις όπως θέλεις και πλάθεται όπως θέλει. Πλάθει τον εαυτό του όπως του ζητούν, όπως ο ίδιος επινοεί, όπως αρμόζει σε κάθε περίσταση. Άμα τη εμφανίσει έδωσε το στίγμα της σκηνοθετικής προσέγγισης.
Γιάννης Φέρτης (Φέρης). Θα μπορούσε να πει κανείς πως και μόνη η παρουσία του ήταν αρκετή για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Όμως κάτι τέτοιο θα ήταν άκρως επικίνδυνο. Ο άνθρωπος αυτός έπαιζε στην «Άλκηστη» με το πάθος του πρωτόβγαλτου αν και έχει συμπληρώσει 60 χρόνια στο θεατρικό σανίδι. Τι άλλος να πεις; Κέρδος ζωής να τον παρακολουθήσεις.

Η Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη) και ο Γιάννης Φέρτης (Φέρης), στο Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Φωτογραφία: Θωμάς Δασκαλάκης.

Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη). «Το ρίσκο στη ζωή είναι που θα φέρει το ρίσκο και στην τέχνη», αυτό έλεγε τον Μάιο του 2016 στο catisart.gr σε συνέντευξή της στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου. Ένα χρόνο αργότερα αυτό το ρίσκο την οδήγησε στο δρομάκι από τα παρασκήνια μέχρι την ορχήστρα του Θεάτρου της Επιδαύρου. Εκεί και ερμήνευσε κατά τρόπο ιδιαίτερο αλλά και έγινε «σάκος του μποξ» που ούτε ο σάκος του μποξ θα μπορούσε να το φανταστεί. Καμαρώσαμε διπλά για την επιτυχία της Κίττυς. Επειδή τόλμησε και νίκησε.

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος). Σίγουρα ένας ρόλος απαιτήσεων. Ένας ρόλος δίκοπο μαχαίρι. Αν κάτι πήγαινε στραβά στον Άδμητο θα γκρεμιζόταν όλο το οικοδόμημα. Ο Παπασπηλιόπουλος έκανε τολμηρές, παράλογες και εξωπραγματικές κινήσεις στη δοκό ισορροπίας και κατάφερε να μην παραπατήσει. Ο δικός του Άδμητος δεν πέρασε την κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην τραγωδία και στην κωμωδία. Έτσι οι επιλογές της Κατερίνας Ευαγγελάτου βρήκαν στο πρόσωπό του Παπασπηλιόπουλου τον φύλακα άγγελο και τον θεματοφύλακα των σχεδιασμών της.

– Σκηνοθεσία – Επεξεργασία μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου. Τα είπα όλα παραπάνω για την Κατερίνα. Λέω και πάλι εδώ ότι ευτυχώς δεν κληρονόμησε το ταλέντο του πατέρα της. Ευτυχώς μας χαρίζει τις αυθεντικά δικές της ιδέες και επιλογές. Είναι άξια και έχει τον τρόπο και τις γνώσεις για να ανέβει ακόμη πιο ψηλά.
***
(*) Ο πρόλογος αυτός, αλλά και η πλήρης ανάλυση του έργου, υπάρχει στο πρόγραμμα και έχει την υπογραφή του Βάιου Λιάπη, καθηγητή του Αρχαίου Θεάτρου και της Πρόσληψής του, στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Θεατρικών Σπουδών, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
***

Πληροφορίες για την παράσταση

«Άλκηστη»
Του Ευριπίδη
Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης
Σκηνοθεσία – Επεξεργασία μετάφρασης: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Κίνηση: Πατρίσια Απέργη
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Φωτισμοί: Σίμος Σαρκετζής
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Δερμιτζάκη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Οικονομίδης
Γ΄ Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Κουτρουλάκη
Βοηθός χορογράφου: Ειρήνη Καλαϊτζίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακήλα
Βοηθός σκηνογράφου: Μυρτώ Μεγαρίτου
Βοηθός σκηνογράφου: Θάλεια Μέλισσα
Βοηθός συνθέτη: Κωνσταντίνος Τσιώλης
Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Άννα Μπαλτζή
Ειδικά εφέ: Προκόπης Βλασερός
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Δραματολόγος παράστασης: Βιβή Σπαθούλα
Παίζουν
Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Άδμητος)
Κίττυ Παϊταζόγλου (Άλκηστη)
Γιάννης Φέρτης (Φέρης)
Δημήτρης Παπανικολάου (Ηρακλής)
Κώστας Βασαρδάνης (Απόλλων)
Σωτήρης Τσακομίδης (Θάνατος)
Ερρίκος Μηλιάρης (Υπηρέτης)
Παιδιά
Σπύρος Γουλιέλμος
Νικόλ Φαλτσέτα
Χορός
Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Γιώργος Ζυγούρης, Στάθης Κόικας, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Αντώνης Μιχαλόπουλος, Γιώργος Νούσης, Χρήστος Ξυραφάκης, Στέλιος Παυλόπουλος, Δημόκριτος Σηφάκης, Περικλής Σκορδίλης, Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης, Βαλάντης Φράγκος.
Μουσικοί επί σκηνής
Κωνσταντίνος Τσιώλης (ακορντεόν, συνθεσάιζερ), Κωνσταντίνος Κωστίδης (συνθεσάιζερ, synth bass, ακορντεόν), Θοδωρής Σοφόπουλος (κρουστά, ντραμς), Πέτρος Κασσιμάτης (τρομπέτα).

***
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Παρασκευή 28 και Σάββατο 29 Ιουλίου 2017
21:00

***
Με αγγλικούς υπέρτιτλους
***

Το πρόγραμμα της καλοκαιρινής περιοδείας

Δευτέρα 21 Αυγούστου: Ηράκλειο, Δημοτικό Κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης»
Τετάρτη 23 Αυγούστου: Ρέθυμνο, Θέατρο Ερωφίλη
Σάββατο 26 Αυγούστου: Χανιά, Θέατρο Ανατολικής Τάφρου
Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου: Θεσσαλονίκη, Θέατρο Δάσους
Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου: Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο
Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου: Βύρωνας, Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
***
Να θυμίσω ότι το Εθνικό Θέατρο αφιέρωσε αυτή την παράσταση στη μνήμη του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου (20.10.1940 – 24.1.2017), ο οποίος υπήρξε «πρωτοπόρος σκηνοθέτης, ακαταπόνητος μελετητής, ακαδημαϊκός, δάσκαλος ηθοποιών, φοιτητών και μιας ολόκληρης γενιάς θεατών, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα του στην ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου».

eirini aivaliwtou«Άλκηστη». Μια ξεχωριστή διδασκαλία από την Κατερίνα Ευαγγελάτου στην επιδαύρια πρεμιέρα της…
Περισσότερα

«Βάκχες» μετρημένες με «χάρακα και αλφάδι»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Του Κάδμου η κόρη, η Σεμέλη, στο Δία γέννησε γιο λαμπρό,
σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του, τον πολύτερπνο Διόνυσο,
έναν αθάνατο η θνητή. Μα τώρα και οι δυο είναι θεοί.
(Ησ., Θεογ. 943-945)

Διά της αφήγησης ο άνθρωπος στις απαρχές του πολιτισμού κατανόησε το παρόν και τη θέση του στον κόσμο, ενώ διασφάλισε σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του, με τη μεταφορά της κεκτημένης γνώσης στις επόμενες γενεές.
Μελετώντας τη μορφή του Διόνυσου, βλέπουμε ότι ενώ ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί, εν τούτοις ο γιος του Δία και της Σεμέλης, της κόρης του Κάδμου, είναι το θείο βρέφος το οποίο διασώζεται από τις φλόγες. Τότε που οι φλόγες αυτές έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να το διασώσει. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της ζηλότυπης Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και λόγω του ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος.
Όταν μεγαλώνει, ο θεός περιπλανάται στην Αίγυπτο και τη Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, είναι εκείνη που τον διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του θεού και των Μαινάδων ακολούθων του. Η ακολουθία του θεού συμπληρώνεται με τους Σατύρους και τους Σειληνούς. Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.

Μια νέα θρησκεία

Ο θεός Διόνυσος φτάνει κάποτε στην πόλη της Θήβας με ανθρώπινη μορφή και ο βασιλιάς Πενθέας παλεύει να οχυρώσει εαυτόν και το άστυ απέναντι στην έλευση μιας θρησκείας που εξισώνει τους πάντες –νυν και πρώην βασιλιάδες, θεούς και δούλους, μάντεις και αγγελιοφόρους, γυναίκες και άνδρες– σε έναν κόσμο συμφιλίωσης του ανθρώπου με τα πιο ζωώδη, αλλά και αγνά του ένστικτα.
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη αποτελούν τη μοναδική σωζόμενη τραγωδία όπου ο Διόνυσος συμμετέχει ως πρόσωπο του δράματος, αλλά και ως παντεπόπτης σκηνοθέτης – συγγραφέας.
Η παράσταση που παρακολούθησα στην Επίδαυρο, την Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017, σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, εξερευνά τη σύγκρουση ανάμεσα στην ατομικότητα του ήρωα και την πολυφωνικότητα του Χορού. Οι οκτώ αφηγητές, που εισέρχονται στην ορχήστρα βαδίζοντας μεγαλοπρεπώς στο πέτρινο μονοπάτι, όσο η ημέρα διατηρεί ακόμη το απαλό και γλυκό φως της, βαστώντας τόπια με μοβ υφάσματα, εντάσσουν τα χορικά στη βασική πλοκή. Αφού στρώνουν πανηγυρικά το ύφασμα υπό το ιεροτελεστικό φως των προβολέων, ακολουθούν τη διαδικασία της σταδιακής σύνθεσης και αποσύνθεσης ενός μικτού συνόλου, την αντίσταση των μελών του, αλλά και τη λαχτάρα τους να ανέβουν φαντασιακά στο ιερό βουνό ως μαινάδες και να μετατραπούν σε βάκχες. Μια τελετή μύησης στη λατρεία του «άλλου», ξεδιπλώνεται μπροστά στο κοίλον του αρχαίου θεάτρου, της οποίας πρώτο στάδιο είναι να σταθούν δύο άτομα αντιμέτωπα υπό το βλέμμα ενός θεατή-μάρτυρα.

 

«Ιερή μανία»

Ο Κάδμος, ο βασιλιάς της Θήβας, όταν έφτασε σε προχωρημένη ηλικία, παραιτήθηκε υπέρ του εγγονού Πενθέα. Μια από τις πρώτες αποφάσεις που έλαβε ο νέος βασιλιάς ήταν κι αυτή που απαγόρευε τη λατρεία του νέου θεού Διονύσου, η οποία είχε αρχίσει να διαδίδεται σε πλήθος ελληνικών πόλεων. Ο Διόνυσος ήταν μάλιστα γιος της θείας του Σεμέλης από την ένωσή της με τον Δία. Μία διαταγή του, ωστόσο, με την οποία δεν επέτρεπε στις γυναίκες της Καδμείας να συμμετάσχουν σε τελετές του νέου θεού, έφερε την οργή του Βάκχου. Έτσι ο Διόνυσος ενεφύσησε «ιερή μανία» στη μητέρα του βασιλιά, την Αγαύη, στις θείες του Ινώ και Αυτονόη, αλλά και σε πολλές άλλες γυναίκες της Θήβας, οδηγώντας τις στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, εν τω μεταξύ, έδωσε εντολή να συλληφθούν οι οπαδοί του θεού, αλλά χωρίς να το γνωρίζει, συνέλαβε και φυλάκισε τον ίδιο το θεό! Όμως ο Διόνυσος έσπασε τις αλυσίδες και την πόρτα της φυλακής και παρουσιάστηκε στον Πενθέα. Ο Διόνυσος καταφέρνει να δελεάσει τον Πενθέα και να τον πείσει τελικά να κατασκοπεύσει ο ίδιος τις βακχικές τελετές μεταμφιεζόμενος μάλιστα σε γυναίκα. Ο Πενθέας κατευθύνεται στο βουνό και αφού κρύβεται ανάμεσα στα δέντρα, περιμένει να δει τις οργιαστικές τελετές των γυναικών της πόλης του. Οι κόρες του Κάδμου, δηλαδή η μητέρα του και οι θείες του, τον βλέπουν πάνω σε ένα δέντρο και φαντάζονται (μάλλον ο Διόνυσος τους υπέβαλε αυτή τη σκέψη) πως είναι ένα αγρίμι. Τραβούν τον Πενθέα κάτω και τον ξεσκίζουν, με έναν τελετουργικό τρόπο που είναι γνωστός ως σπαραγμός. Όταν η αληθινή του ταυτότητα ανακαλύπτεται αργότερα, οι αξιωματούχοι της Θήβας εξορίζουν τις γυναίκες-μαινάδες από τη Θήβα. Κάποιες πηγές βεβαιώνουν ότι η μητέρα του ήταν η πρώτη που έφερε το θανατηφόρο κτύπημα σκίζοντάς τον στο κεφάλι. Έβαλε έπειτα το κεφάλι σε ένα ραβδί και το πήρε πίσω στη Θήβα, σαν μακάβριο θύρσο, μέχρι που συνάντησε το γέρο-Κάδμο, ο οποίος και την έβγαλε από το φρικτό κόσμο των «ιερών» ψευδαισθήσεών της.
Τον Διόνυσο τον ανάθρεψαν οι σάτυροι (οι οποίοι συχνά συνδέονται μαζί του στους διθύραμβους, στο δράμα και την τέχνη). Φονεύεται, διαμελίζεται και ανασταίνεται. Είναι θεός της ευφορίας, του οίνου και της διασκέδασης. Τα γεγονότα της ζωής του τον συνδέουν με το πνεύμα του έτους (δαίμων ενιαυτός), που το συναντάμε συχνά και σε άλλες πρώιμες θρησκείες – δηλαδή τον κύκλο των εποχών και τον κύκλο της γέννησης, της ωρίμανσης, του θανάτου και της αναγέννησης. Μέσα από τις τελετές, οι πιστοί προσπαθούσαν να βρουν μια μυστική ένωση με την ουσία της Δημιουργίας. Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, έψαχναν να βρουν τρόπους για να βελτιώσουν τη γονιμότητα. Δηλαδή να εξασφαλίσουν την επάνοδο της άνοιξης και την παραγωγικότητα, τόσο των ανθρώπων, όσο και της γης και την καλή συγκομιδή.

«Αν ήμουν»…

Οι ηθοποιοί ξεκινούν την αφήγηση με το «αν». «Αν ήμουν»… Με γρήγορες επαναλήψεις φθόγγων, λαρυγγισμούς και αναφωνήσεις ήχων χωρίς λεξιλόγιο, μια τεχνική πανάρχαια που φτάνει στους προϊστορικούς χρόνους. Ένας ένας μπαίνουν στην εξιστόρηση και σταδιακά δημιουργείται μια ομάδα που διαμορφώνεται σε Χορό. Από τη μία ο Πενθέας και η πόλη και από την άλλη ο Διόνυσος γύρω από τον οποίο δημιουργείται ένας χορός που ασκεί μια πολλαπλή λειτουργία. Ο Χορός θα τους αφομοιώσει. Οι ηθοποιούς μπαίνουν από τον έναν ρόλο στον άλλον, σαν να είναι οι ρόλοι πόρτες που τους επιτρέπουν να εισχωρήσουν στο έργο. Αυτός που ξεκινά ως Τειρεσίας, κατόπιν εξελίσσεται σε κάποιον άλλον. Ένα πρόσωπο, ένας θεσμός, μια ιδέα παρουσιάζονται δυναμικά, καθώς ενεργούν, κινούνται ή μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο.

Ο «νους» του κόσμου

Η αφήγηση σχετίζεται με την εξέλιξη των γεγονότων και αναφέρεται στις αιτίες και τα αποτελέσματά τους. Παρακολουθούμε το πώς ο Πενθέας, μια προσωπικότητα εγκλωβισμένη στη συντήρηση, που συμβολίζει την αντίσταση στους εισβολείς και στο ξένο, επηρεάζεται από την άφιξη του Διονύσου. Αυτή η στάση δεν είναι μόνο θεατρική, αλλά έχει και την κοινωνική της αναγωγή. Ο Πενθέας είναι ένας εξαρτημένος από τα «πρέπει» άνθρωπος, πιστός σε εμμονές και κανόνες, και υποφέρει από αυτό.
Ο Διόνυσος ήταν η τελευταία μεγάλη παγανιστική θεότητα στην Ύστερη Αρχαιότητα, μια θεότητα με παγκόσμια εμβέλεια. Σύμφωνα με μια ορφική παράδοση, ο ίδιος ο Δίας όρισε τον γιο του βασιλέα όλων των θεών του κόσμου, ενώ είναι γνωστό ότι ο Διόνυσος συχνά ενσάρκωνε και άλλους θεούς, όπως τον Ήλιο και τον Απόλλωνα. «Ο κόσμος είναι ο Δίας και ο Διόνυσος ο νους του κόσμου (Διός νους)». Η κυρίαρχη παρουσία του μάς οδηγεί να συζητάμε για έναν ειδωλολατρικό μονοθεϊσμό. Χαρακτηριστικά της λατρείας του η έκσταση και η θεοληψία, ο ενθουσιασμός, η μίμηση, η μεταμφίεση.
Ο Διόνυσος ήταν τιμωρητικός. Η εκδίκησή του προς όποιους ασεβούσαν απέναντί του ήταν… να τους τρελαίνει. Όμως ο αφανισμός που προκαλεί δεν είναι το τέλος του κόσμου αλλά η αρχή ενός καινούργιου.

Παράσταση αφήγησης

Η παράσταση δεν βασίστηκε στην αναπαράσταση αλλά στην αφήγηση μέσω μιας ομάδας οκτώ ανθρώπων. Οι Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου, ο καθένας τους κι ένα όνομα μοναδικό, προπορεύονται και μας οδηγούν παραπέµποντας και µεταφορικά στην εξιστόρηση σαν να πρόκειται για µια διαδρομή, στην οποία αναλαμβάνουν ρόλο καθοδηγητή.
Η πλοκή του έργου ακολουθήθηκε πιστά, με τη μόνη διαφορά -όπως προαναφέραμε- ότι κάθε πρόσωπο δεν έμεινε πιστό σε ένα χαρακτήρα αλλά εξελίχθηκε στη διάρκεια της παράστασης, μπήκε σε κάποιον άλλο ρόλο ή στο Χορό που παρακολουθεί την ιστορία.
Η παράσταση, κατά τη γνώμη μου, προκαλεί μια συνομιλία με το κοινό. Είναι το πέρασμα από την άγνοια στη γνώση. Η φόρμα είναι η ιδεολογία της. Αυτό που οι συντελεστές θέλησαν να μεταδώσουν είναι πως η ειλικρινής προσπάθεια να λύσεις ένα μυστήριο και όχι η ίδια η λύση, αποτελεί τη δημιουργικότητα.
Οι «Βάκχες» του Λυγίζου θέλησαν να είναι κυρίως μια μελέτη του αρχαίου θεάτρου. Να αναδειχθεί η διαχρονικότητα και η επικαιρότητα του τραγικού λόγου. Η οικουμενικότητα της αρχαίας τραγωδίας. Πώς από ένα δρώμενο γύρω από μια πανάρχαιη φωτιά και έναν ιερουργό μετεξελίχτηκε σε τελετή θριάμβου και πώς προέκυψε το πέρασμα από τη θεατρική κυκλική σκηνή στο ημικύκλιο της Επιδαύρου. Οι θεατές πείθονται μέσω του ποιητικού λόγου για το φύλο των ηρώων όπως πείθονται και για την ταυτότητά τους, γι’ αυτό ο κάθε ηθοποιός με την απεύθυνσή του υποδύεται περισσότερους από έναν ρόλους.
Ας θυμηθούμε πως το δράμα προήλθε από τις θρησκευτικές τελετές, τα δρώμενα (ιερές συμβολικές πράξεις) και συνδέθηκε από την αρχή με τις τελετουργικές γιορτές που γίνονταν στην αρχαιότητα προς τιμήν του θεού Διονύσου. O Διόνυσος κατείχε κεντρική θέση στο αθηναϊκό εορτολόγιο. H λατρεία του ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, ιδιαίτερα στις λαϊκές τάξεις και τους αγρότες. Η κληρονομιά του ήταν η ιδέα του θεάτρου, μία πρωτότυπη επινόηση ειδικά της Αθήνας, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα ζωτικό και ενεργό τμήμα της ελληνικής παράδοσης γενικότερα. Η τραγωδία δεν εμφανίζεται ξαφνικά αλλά ως εξέλιξη τελετουργικών δρώμενων, που ήδη υπήρχαν από παλιά, ίσως και προ τεσσάρων χιλιετών, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Από την τραγωδία προέκυψαν κείμενα διαχρονικά, με λόγο συμβολικό και κορυφώσεις που αγγίζουν το αρχετυπικό.

Το άσμα του τράγου

Η τραγωδία που το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις τράγος και ωδή, το άσμα του τράγου, δηλαδή του Πανός, πηγάζει με άμεσο τρόπο από αφηγήσεις που σχετίζονται με τον Διόνυσο-Βάκχο. Το τραγικό έργο λοιπόν είναι βαθύτατα θρησκευτικό. Άλλωστε ο λόγος μέσα στη σκηνική δράση δεν είναι μεστός, διαυγής και πλήρης όγκου, όταν στερείται κι απογυμνώνεται απ’ ό,τι σπουδαίο, μεγαλειώδες και ηρωικό, και τότε η έννοια της τραγωδίας παύει να υφίσταται.

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο, με προεξάρχουσα την τραγωδία, αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξής μας και έχει όχι μόνο φόρμα τελετουργική, ύφος και δομή μυσταγωγικό αλλά τόσο αφετηρία όσο και σκοπό μυστηριακό και εσωτερικό. Αποτελεί μια δίοδο για να εξετάσουμε τον κόσμο γύρω μας χρησιμοποιώντας μια άλλη ματιά, μια διαφορετική οπτική γωνία. Πραγματεύεται καταστάσεις όπου κάποιος είναι φυλακισμένος στο παρελθόν και προσπαθεί να δραπετεύσει. Η ιδέα σήμερα δεν είναι πρωτότυπη, ωστόσο είναι βαθιά ψυχολογική.

Ένας στοχασμός

Η αφήγηση είναι η προφορική παρουσίαση μιας ιστορίας, ενός παραμυθιού, ενός μύθου, και βασίζεται στη δύναμη του λόγου. Ο Έκτορας Λυγίζος με τη θεατρική αυτή πειραματική δουλειά του ακολούθησε βασικά μια εγκεφαλική διεργασία που εν των πραγμάτων δεν μπορεί να απευθύνεται σε όλους τους θεατές. Από την άλλη δεν νομίζω ότι ο ίδιος έχει συγκεκριμένες προσδοκίες από το κοινό, όταν ετοιμάζει μια παράσταση. Ανήκει όμως στις δημιουργικές δυνάμεις εκείνες που μπορούν ακόμη να επινοήσουν ένα νέο αύριο. Στο θέατρό του η μόνη πραγματικότητα είναι το φαντασιακό, υλικό εξίσου εύφλεκτο με το εξωτερικά πραγματικό.
Η ιδιότυπη διαδικασία της παράστασης αλλά και η ιδιαίτερη ειδολογική της ταυτότητα εντείνουν τη σύγχυση στην ανάγνωση και την ερμηνεία της και γι’ αυτό θα πρέπει, πριν κρίνουμε βιαστικά, να προσεγγίσουμε αυτές τις «Βάκχες» σαν μια ιεροτελεστία και ένα ένα στοχασμό πάνω στην έννοια της αφήγησης και του θεάτρου.
Ο Έκτορας Λυγίζος είχε ξαναδουλέψει τις «Βάκχες» πριν από περίπου τέσσερα χρόνια (2013) με τρεις άνδρες ηθοποιούς, τον Δημήτρη Μοθωναίο, τον Άρη Μπαλή ο οποίος έπαιζε και σε αυτή την παράσταση και τον ίδιο, εκείνη τη φορά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μας είχε εκπλήξει και τότε ευχάριστα με μια παράσταση που ήταν συγκερασμός της βαθιάς ερμηνείας του κλασικού κειμένου με την τελετουργική του διάσταση. Το όλο εγχείρημα είχε την ελαφράδα του παιχνιδιού μιας ομάδας νέων, που φτιάχνουν θέατρο από το τίποτα και το πουθενά.

Στη φετινή παράσταση εργάστηκε με τρόπο καθαρά φαντασιακό και μυθολογικό αρχικά, που έγινε στη συνέχεια πιο αντικειμενικός και ιστορικός, πέρασε από τον μύθο στο θρύλο και στην παράδοση και από εκεί στην ιστορία, την πολιτική και την επιστήμη.

Η Αγαύη βρίσκεται στην κορύφωση της παράστασης. Όλος ο θίασος συμμετέχει στον σπαραγμό του ήρωα από τις Μαινάδες. Η Αγαύη είναι η εξέλιξη του ίδιου του Πενθέα. Είναι εκείνη που του προσφέρει τη λύτρωση.

Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστά τα παντελόνια. Με τον όρο «αναξυρίδες» περιέγραφαν οι Αρχαίοι Έλληνες τα εφαρμοστά παντελόνια, ενώ με τον όρο «σαράβαρα» τα χαλαρά. Δεν τα φορούσαν όμως οι ίδιοι, καθώς θεωρούσαν βαρβαρική συνήθεια την ένδυση με παντελόνια. Επίσης μια ακόμη λέξη που χρησιμοποιούσαν για το ρούχο αυτό, και ειδικότερα για το φαρδύ παντελόνι των Περσών, ήταν «θύλακος» που σημαίνει «σάκος». Επίσης με πόρπες και περόνες καρφίτσωναν τα ρούχα τους οι αρχαίοι.
Στην παράσταση οι ηθοποιοί ήταν συμβολικά ντυμένοι με υπέροχους υφαντούς θώρακες, από τους οποίους απαλλάσσονται αφαιρώντας τις περόνες που τους συγκρατούν.
Γεμάτη εικόνες ιδιαίτερης ομορφιάς, όλη η παράσταση είχε μια μινιμαλιστική φόρμα, όπως και ο «Προμηθέας Δεσμώτης», η τραγωδία του Αισχύλου, από τον ίδιο σκηνοθέτη, που είχαμε παρακολουθήσει το 2014, επίσης στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Όταν ο Λυγίζος, ο οποίος ήδη είχε ξεκινήσει να διερευνά με ξεχωριστή αφοσίωση τους όρους αφήγησης και αναπαράστασης του αρχαίου δράματος σε κλειστό χώρο και σε μικρή κλίμακα, δοκίμασε με επιτυχία τη δυναμική των ανοιχτών μεγάλων χώρων και δη των αρχαίων.

Ο Πενθέας

Το όνομα «Πενθέας» σημαίνει «άνθρωπος των θλίψεων» και προέρχεται από τη λέξη πένθος, δηλαδή λύπη ή θλίψη. Στην εποχή μας σημαίνει ιδιαίτερα την οδύνη που προκαλείται από το θάνατο και την απώλεια. Με σύνθημα «είμαστε όλοι Πενθείς», ειδικά σήμερα, διαμορφώθηκε η οπτική της παράστασης. Μιας παράστασης με αδιάσπαστη ενότητα, µε σταθερή και ακατάπαυστη δραµατική ορµή, µε επίκεντρο την «άρνηση» του Πενθέα και τη σταδιακή πορεία του προς την καταστροφή, µέσα από την παράβλεψη των διαδοχικών «σηµείων» του θείου.
Ο διάλογος, οι διφωνικές αφηγήσεις, οι χειρονομίες, η μιμική και η παντομίμα της, δραστικότατα. Με δυνάµει κωµικότητα και µεταθεατρικότητα ένας θίασος πολυτάλαντος, ομοιογενής, εξαιρετικά δεμένος, αποτελούμενος από άνδρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών, με σωματικότητα έκδηλη, απέδωσε καίρια τη μαιναδική τελετή, τονίζοντας ιδιαίτερα και το στοιχείο του ερωτισμού.

Η παράσταση (συμπαραγωγή Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας) σου δίνει την αίσθηση του παιχνιδιού ενός περιφερόμενου θιάσου που αποφασίζει να αφηγηθεί τις «Βάκχες» και εμπλέκεται σε μια διαδικασία μύησης.
Είναι θετικό πως ο Έκτορας Λυγίζος, προσηλωμένος, προσεκτικός αλλά και πνευματικά ανήσυχος, ψάχνει τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κάνει κάποιος θέατρο σήμερα. Άλλωστε, το θέατρο καθίσταται απαραίτητο ως χώρος που προσφέρεται για δημόσια συζήτηση και εν γένει προβληματισμό.

Αυτή τη φορά οκτώ ηθοποιοί, τρία μεγάλα πανιά σε ευλαβικό μενεξεδί χρώμα, οι καίριοι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη, η πολυτιμότατη φωνητική διδασκαλία της άξιας Ρηνιώς Κυριαζή, τα αλληγορικά σκηνικά – κοστούμια της Κλειώς Μπομπότη, η θεατρικότατη σωματική προετοιμασία της Βίκυς Παναγιωτάκη, το ισορροπημένα θεατρικό μακιγιάζ της Ιωάννας Λυγίζου, η σημαντική συμβολή της θεατρολόγου Κατερίνας Κωνσταντινάκου και ο μέγιστος λόγος του Ευριπίδη, στην εξαίσια μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, στάθηκαν τα υλικά με τα οποία οικοδομήθηκε το εγχείρημα.

Όσο για τους ηθοποιούς, ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Οι Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου ήταν μια ομάδα με κύρος και πλούτο θεατρικής παρουσίας. Ως θεατές ήμασταν τυχεροί που τους παρακολουθήσαμε. Εκπροσωπούν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές γενιές ηθοποιών και όλοι τους έχουν δώσει ουσιαστικό δείγμα γραφής. Σε αυτή τη δημιουργική και πρωτότυπη παράσταση των «Βακχών», διέπρεψαν και οι οκτώ.

Μεταμφίεση, όρχηση, έκσταση, επιθυμία, αγριότητα ολοζώντανα μας έκαναν να βουτήξουμε στο σκοτάδι εντός μας με τον Κιθαιρώνα να γίνεται το πεδίο σπαραγμού του Πενθέα αλλά και του δικού μας, όσων δηλαδή ζητάμε προστατευμένοι και αλώβητοι να παρακολουθήσουμε μια τραγωδία ή τραγωδίες. Τις τραγωδίες των άλλων εκ του ασφαλούς, ως θεωροί, ενώ σκοπός μας θα έπρεπε να είναι η αναζήτηση της αλήθειας πίσω από το μύθο και πέρα από το φράγμα του χρόνου. Και να τη μεταφέρουμε με ακρίβεια, πιο ακριβείς ακόμα κι «από το χάρακα και το αλφάδι», όπως τα εργαλεία για τη χάραξη ευθειών και τη μέτρηση ευθυγράμμων τμημάτων που χρησιμοποίησε με πάθος και γνώση καλλιτεχνική ο σκηνοθέτης.

  • Ο Έκτορας Λυγίζος (γενν. 1976, Αθήνα) σπούδασε γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε ως βοηθός του Λευτέρη Βογιατζή και του Αντώνη Καλογρίδη (1999-2003) και σκηνοθέτησε τα βίντεο της παράστασης του Μιχαήλ Μαρμαρινού 2004, ένα χρόνο μετά.

Έχει σκηνοθετήσει τις παραστάσεις: Ο κόσμος στο βυθό του Γκάρι Όουεν (θέατρο Αμόρε, 2005), Άγριοι – ο άνδρας με τα θλιμμένα μάτια του Χεντλ Κλάους (θέατρο Αμόρε, 2007), Ο Υμπύ στο Σχολείο, διασκευή του Υμπύ Τύραννου του Αλφρέ Ζαρρύ (Θεατρικό Εργαστήριο Κ.Θ.Β.Ε., 2008) και το Τροβατόρε του Βέρντι, με την εταιρεία θεάτρου «Οι Όπερες των Ζητιάνων» (Bios, 2008).
Στον κινηματογράφο έχει υπογράψει το σενάριο και τη σκηνοθεσία για τις ταινίες μικρού μήκους: Αγνά Νιάτα (2004), η οποία συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας, Εσωτερικό σπιτιού με γυναίκα που καθαρίζει μήλα (2002), που απέσπασε, μεταξύ άλλων, το Κρατικό Βραβείο Ποιότητας στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» (2012), βραβεύθηκε και διακρίθηκε εντός και εκτός Ελλάδας.

•  Η παράσταση είχε και αγγλικούς υπέρτιτλους

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Σκηνικό – Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου
Αγγλικοί υπέρτιτλοι: Λύο Καλοβυρνάς
Βοηθός σκηνοθέτις: Εύα Βλασσοπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Στεφανία-Ηλέκτρα Πανταβού
Δραματολογική συνεργασία: Κατερίνα Κωνσταντινάκου
Σωματική προετοιμασία-Τεχνική Alexander: Βίκυ Παναγιωτάκη
Φωνητική προετοιμασία: Ρηνιώ Κυριαζή
Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου

Πληροφορίες

Έκτορας Λυγίζος – ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας
Βάκχες / Ευριπίδη
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
14-15 Ιουλίου 2017
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας
Διάρκεια: 90’
• Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου – Γκέλυ Καλαμπάκα

  • Σημείωση: Για άλλη μια φορά θα επανέλθω και θα απευθύνω το ίδιο ερώτημα στους ιθύνοντες του Φεστιβάλ, έστω κι αν γνωρίζω προκαταβολικά πως δεν θα πάρω απάντηση. Γιατί; Διότι απλούστατα δεν υπάρχει απάντηση. Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και το catisart.gr πέφτει συστηματικά θύμα διακρίσεων από υπάλληλο που βρίσκεται τοποθετημένος στο γκισέ των προσκλήσεων του αρχαίου θεάτρου Επιδαύρου και καθήκον του, εκτός των άλλων, ως υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, είναι να εξυπηρετεί τους ανθρώπους του Τύπου;
    Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε προηγούμενο σημείωμά μου:
  • Τι σημαίνει πρόσκληση στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου;

 

eirini aivaliwtou«Βάκχες» μετρημένες με «χάρακα και αλφάδι»
Περισσότερα

Η Ιωάννα Παππά – ως ραφτόπουλο – «κέντησε» με τον Δήμο Αβδελιώδη «το ταξείδιον» του Βιζυηνού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Ερώτηση: Στην παράσταση εμφανίζεται μόνο ένα πρόσωπο;

* Όχι. Είναι παρόντα όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στο διήγημα. Ο παππούς, η γιαγιά, ο ράφτης που του έμαθε την τέχνη, είναι ο ίδιος, και ως αφηγητής και ως μικρός Γιωργής, είναι ο υπηρέτης του παππού και τέλος είναι και ο άγγελος-θάνατος.

Την παραπάνω ερώτηση έκανα στην Ιωάννα Παππά στη συνέντευξη (*) που δημοσιεύθηκε στο catisart.gr στις 13 Ιουλίου 2017.

Βέβαια, στην απάντησή της αναφέρεται καθαρά και στο ρόλο του ραφτόπουλου, του 10χρονου Γιωργή, που υποδύεται στην παράσταση «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Γεωργίου Βιζυηνού, σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη. Όμως αυτό που δεν κατάλαβα εγώ είναι πως η Ιωάννα Παππά «δεν είναι» ένα απλό ραφτόπουλο, αλλά μια δεξιοτέχνις κεντήστρα.

Μια κεντήστρα που επί 80 λεπτά κάνει ψιλοβελονιά μπροστά στο κοινό. Η Ιωάννα Παππά δεν ερμηνεύει, η Ιωάννα Παππά παρουσιάζει στους θεατές ένα μοναδικό ερμηνευτικό κέντημα – μονόλογο που όμοιό του δύσκολα μπορούμε να ξαναδούμε.

Ήδη οι πρώτοι τυχεροί θεατές ήταν στα Χανιά, στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο, στο Αίγιο, στην Πρέβεζα και στην Καρδίτσα. Η παράσταση δόθηκε επίσης στις πόλεις: Τρίκαλα, Βόλος, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Καβάλα, Πτολεμαΐδα και Βύρωνας.

Στο (κατάμεστο) Θέατρο των Βράχων «Άννα Συνοδινού», στον Βύρωνα, παρακολούθησα «Το ταξείδιον» που σκηνοθέτησε ο Δήμος Αβδελιώδης. Ενώ σήμερα Τετάρτη 2 Αυγούστου, σειρά έχουν οι Κερκυραίοι για να χαρούν αυτή τη μοναδική παράσταση.

Ένα χαμηλό ξύλινο σκαμνί, 5-6 προβολείς και ένα πιάνο βρίσκονται στη σκηνή του θεάτρου.

Η πρωτοποριακή κινηματογραφική μουσική σύνθεση του Βαγγέλη Γιαννάκη και η εξαιρετικά αισθαντική live εκτέλεση στο πιάνο από τον Αλέξανδρο Αβδελιώδη δημιουργούν τον πίνακα ζωγραφικής μέσα στον οποίο κινείται η Ιωάννα Παππά.

  • Όπως λέει η ίδια: «Βρίσκομαι πάνω στη σκηνή με ένα δυνατό κείμενο. Είναι η δεύτερη φορά που παρουσιάζω έναν μονόλογο. Επειδή αυτό το έργο έχει ένα βαθμό δυσκολίας σε σχέση με τη γλώσσα, θεώρησα ότι πρέπει να ξεπεράσω τον ενδοιασμό μου για να εμπλακώ και πάλι σε μια παρόμοια συνθήκη μονολόγου».

Κατάμεστο το Θέατρο «Άννα Συνοδινού», στον Βύρωνα, για τον μονόλογο του Γεωργίου Βιζυηνού, «Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον».

Πράγματι ο λόγος του Βιζυηνού δίνει την ευκαιρία σε όλους τους θεατές να απολαύσουν τη μελωδία της ελληνικής γλώσσας.

  • Για το θέμα αυτό η Ιωάννα Παππά λέει: «Διαπιστώσαμε ότι παρακολουθούν με προσοχή οι θεατές και το δείχνουν γελώντας αρκετά. Νομίζω πως ούτε το κοινό περίμενε να γελάσει τόσο πολύ με ένα έργο του Βιζυηνού, στην καθαρεύουσα, που αναφέρεται στον θάνατο. Οπότε θεωρώ ότι έχουμε πετύχει κάτι που είναι σημαντικό εφόσον συμβαίνει. Γιατί στο θέατρο είναι σπουδαίο να μπορείς να περνάς από όλο το φάσμα των συναισθημάτων που εμπεριέχονται σε ένα έργο. Όλα αυτά προκύπτουν μέσα από τον λόγο αφού εμείς ακολουθούμε πιστά το κείμενο».

Όπως έγραψα παραπάνω, η παράσταση διαρκεί μία ώρα και 20 λεπτά, όμως ο χρόνος τρέχει όπως τρέχει και ο λόγος του συγγραφέα. Ασφαλώς είναι μεγάλο κέρδος για τους θεατές να παρακολουθήσουν μια παράσταση σαν αυτή.

  • Μάλιστα όπως είπε στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου και στο catisart.gr, ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης (*): «Έχω βρει τον τρόπο με τη μέθοδο την οποία χρησιμοποιώ από το 1985 και που την ονομάζω «λογική – μουσική μέθοδο» να ξεδιαλύνω τον τρόπο με τον οποίο είναι χτισμένη μια πρόταση ούτως ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιες είναι οι σημασίες που κρύβονται και ποια από αυτές είναι η προεξάρχουσα για να μπορέσουμε να στηρίξουμε τον λόγο μετά με μουσικές παραμέτρους ώστε αυτό να περνάει στο κοινό».

Ίσως –δικαιολογημένα– κάποιοι να αναρωτηθούν πόσο μπορεί να μας ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία που γράφτηκε πριν από 133 χρόνια.

  • Στο ερώτημα αυτό η Ιωάννα Παππά απαντά λέγοντας: «Οι εποχές ήταν διαφορετικές αλλά η διαφορά σε σχέση με τη νοοτροπία και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε ως λαός, δεν απέχουν πολύ από εκείνη την εποχή».
  • Για το ίδιο θέμα ο Δήμος Αβδελιώδης δηλώνει: «Όλων των μεγάλων συγγραφέων τα έργα είναι διαρκώς επίκαιρα. Δεν μπορούν να μείνουν ποτέ εκτός χρόνου».

***

Πράγματι, τόσο επίκαιρα όσο ποτέ. Όπως τα έργα που έγραψαν ο Αριστοφάνης, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, αλλά και εκείνα που μας χάρισε ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Χορτάτζης, ο Περεσιάδης, ο Καζαντζάκης, ο Ρίτσος. Ευτυχώς που υπάρχουν σκηνοθέτες, όπως ο Δήμος Αβδελιώδης, που τολμούν να πάνε κόντρα στο ρεύμα, αφήνουν στην άκρη τα εύκολα και καταπιάνονται με τα δύσκολα. Ευτυχώς που υπάρχουν ηθοποιοί, όπως η Ιωάννα Παππά, που δεν διστάζουν να κάνουν άλμα στο κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Ευτυχώς που ακόμη και σήμερα, υπάρχουν θεατές που επιλέγουν να ψυχαγωγηθούν με ποιοτικά θεάματα, όπως «Το ταξείδιον». Μακάρι έργα σαν αυτό να ταξίδευαν και μέχρι την Επίδαυρο αλλά και πιο μακριά. Να ταξίδευαν στου κόσμου τις άκρες προσφέροντας κρυμμένα δείγματα του ελληνικού πολιτισμού.

Αυτά που γράφω είναι τα πιο λίγα που θα μπορούσα, αλλά και τα πιο λίγα από όσα αξίζουν για όλους τους συντελεστές της παράστασης. Ύστερα από ένα μήνα θα μπορέσετε να αναζητήσετε τη θαυμαστή αυτή παράσταση στην Ηλιούπολη, στο Χαλάνδρι, στου Παπάγου, στην Πετρούπολη και τέλος στη Νέα Σμύρνη.

Λίγα λόγια για το έργο – «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»

Πρόκειται για τη βιωματική ιστορία του ίδιου του Βιζυηνού, όταν πριν κλείσει ακόμα τα δέκα του χρόνια και μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα, η μητέρα του τον στέλνει στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει την τέχνη του ράπτη, στο εργαστήριο ραπτικής ενός γέροντος συγγενούς τους, ο οποίος του συμπεριφέρθηκε με μεγάλη σκληρότητα, ενώπιον όλων των κατά πολύ μεγαλύτερών του μαθητευομένων ραπτών, κάνοντας το μικρό ραφτόπουλο να ζήσει απροετοίμαστο και ανυπεράσπιστο μια βάναυση φυλακή.

Ο δραματικός αυτός εγκλεισμός του, γίνεται η αιτία να γράψει ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όχι μόνο γιατί είναι ένα δραματουργικό επίτευγμα πιστό στο πανανθρώπινο πνεύμα και τον παιγνιώδη χαρακτήρα του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και γιατί είναι το πιο ευφυές και γοητευτικό έργο που γράφτηκε ποτέ για να κατανοήσουμε την αιτία, τον σκοπό και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε Τέχνης, όσο και για τον χαρακτήρα αυτών που φιλοδοξούν να την υπηρετούν.

***

Ταυτότητα παράστασης

Γεωργίου Βιζυηνού

«Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον»

Διδασκαλία ερμηνείας, σκηνική όψη, κίνηση, σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης

Ερμηνεία: Ιωάννα Παππά

Κοστούμι: Αριστείδης Πατσόγλου

Μουσική: Βαγγέλης Γιαννάκης

Live Πιάνο: Αλέξανδρος Αβδελιώδης

Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Βοσκοπούλου

Διεύθυνση Παραγωγής: Αθηνά Ζώτου

Επικοινωνία: BrainCo

Παραγωγή: Anagnorisis Εταιρεία Θεάτρου Κινηματογράφου

Εκτέλεση καλοκαιρινής περιοδείας:

Τηλέφωνα: 2310-257.218 και 2310-257.219

politismos33@gmail.com

***

Η Ιωάννα Παππά με τον πιανίστα Αλέξανδρο Αβδελιώδη, στον χαιρετισμό, μετά τη λήξη της παράστασης, στο Θέατρο Βράχων «Άννα Συνοδινού», στον Βύρωνα.

Το υπόλοιπο Πρόγραμμα της Περιοδείας

Σήμερα 2 Αυγούστου, Τετάρτη, Κέρκυρα

Και ύστερα από ένα μήνα: 6 Σεπτεμβρίου, Τετάρτη, Ηλιούπολη, Αμφιθέατρο

10 Σεπτεμβρίου, Κυριακή, Χαλάνδρι, Ευριπίδειο Φεστιβάλ Ρεματιάς

11 Σεπτεμβρίου, Δευτέρα, Παπάγου, Κηποθέατρο

13 Σεπτεμβρίου, Τετάρτη, Πετρούπολη, Θέατρο Πέτρας

17 Σεπτεμβρίου, Κυριακή, Νέα Σμύρνη, Άλσος Νέας Σμύρνης – Ιωνικές Γιορτές

19 Σεπτεμβρίου, Τρίτη, Αχάρνες, Δημοτικό Αμφιθέατρο Μίκης Θεοδωράκης

Διάρκεια παράστασης: 80’

Τιμές Εισιτηρίων: 15 ευρώ γενική είσοδος / 12 ευρώ προπώληση και μειωμένο (άνεργοι, φοιτητές, άτομα άνω των 65 και ΑΜΕΑ).

 

eirini aivaliwtouΗ Ιωάννα Παππά – ως ραφτόπουλο – «κέντησε» με τον Δήμο Αβδελιώδη «το ταξείδιον» του Βιζυηνού
Περισσότερα

Μια κριτική παρουσίαση της ξεχωριστής «Ιφιγένειας εν Αυλίδι» των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Τι σημαίνει ντροπή σ’ έναν κόσμο που λέει δύναμη την προστυχιά; Η αρετή κατάντησε μια λέξη, που δεν θυμάται πια κανείς τι άκουγε στο άκουσμά της. Ο άνθρωπος κουφάθηκε βαθιά απ’ τις ιαχές της ανομίας»

Είδα την παράσταση μιαν όμορφη βραδιά στο θέατρο Παπάγου, ανάμεσα σε αναρριχώμενα φυτά, κισσούς και μπουκαμβίλιες, με σκηνικό ψηλά τροχήλατα βάθρα που στο εσωτερικό τους έκρυβαν μυστικά. Με γοήτευσε, τ’ ομολογώ! Αν και το ιδανικό γι’ αυτήν την υπέροχη παράσταση θα ήταν να την παρακολουθήσω σε ένα θέατρο αρχαίο. Ας είναι… Γιατί και πάλι έφυγα καταχαρούμενη αλλά και γεμάτη δέος από την ιστορία της κόρης η οποία προτίθεται «να πεθάνει, αφού πρέπει να σώσει την τιμή της Ελλάδας».

Όλες αυτές τις μέρες η Ιφιγένεια ήταν μέσα μου ζωντανή, έντονη, ανεξάλειπτη. Ανεξίληπτη, άψογη και αξεγάδιαστη. Έλαμπε διαυγής. Γιατί η ανάγνωση που έκαναν οι σκηνοθέτες επισήμαινε τον αλόγιστο, τον κοντόφθαλμο υπερπατριωτισμό, την περιφρόνηση για τους άλλους, την έξαλλη υπερηφάνεια. Η μεν φιλοπατρία είναι φυσιολογικό σύμπτωμα, συνοδεύει το ανθρώπινο φαινόμενο όπου γης, διαχρονικά. Eίναι στη «φύση» του ανθρώπου, είναι στα γνωρίσματα του είδους να συνδέεται με τη γη που την κατοικεί, την καλλιεργεί, της καταθέτει μόχθο και ιδρώτα. Eίναι και «ζώον κοινωνικόν φύσει» (από τη φύση του) ο άνθρωπος, δένεται τόσο με την πάτρια γη όσο και με τους συν-πατριώτες. Κοινωνεί μαζί τους τις ανάγκες του, μοιράζεται την ικανοποίηση των αναγκών του, διανέμεται τη ζωή και την ύπαρξη – συζεί, συνυπάρχει. Η πατριδοκαπηλία όμως, η χρησιμοποίηση της πατρίδας για ιδιοτελείς σκοπούς, όπως οι επεκτατικές βλέψεις, είναι αρρώστια, είναι διαστροφή, είναι η αλλοτρίωση του πατριωτισμού σε ιδεολογία.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η τραγωδία, μία από τις ωραιότερες δημιουργίες του Ευριπίδη, η τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», περιοδεύει στην Αθήνα και σε ολόκληρη την Ελλάδα αυτό το καλοκαίρι (περίπου σε 50 πόλεις), σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια. Με συνοδοιπόρους την -ειδικά γραμμένη για την παράσταση- πρωτότυπη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, την ολοκαινούργια μετάφραση του διακεκριμένου ποιητή Γιώργου Μπλάνα και υιοθετώντας το πρότυπο των τριών υποκριτών, ο Αιμίλιος Χειλάκης γίνεται Αγαμέμνονας και Αχιλλέας, η Αθηνά Μαξίμου γίνεται Κλυταιμνήστρα και Μενέλαος και η Λένα Παπαληγούρα Ιφιγένεια και Πρεσβύτης. Μαζί τους ένας 9μελής γυναικείος χορός που με ζωντανή μουσική μας αφηγούνται την τραγική ιστορία της Ιφιγένειας και κυρίως τις συνθήκες που οδήγησαν στη θυσία της. Μια θεατρική πρόκληση και πρόταση.

 

Η εξουσία

Το νόημα της τραγωδίας, όπως μας δόθηκε από τον Αιμίλιο Χειλάκη και τον Μανώλη Δούνια, είναι κάτι βαθύτερο από την άδικη σφαγή ενός αθώου κοριτσιού για το καλό της πατρίδας. Το ουσιαστικό θέμα του έργου είναι η εξουσία. Εξουσία σημαίνει ισχύ ή δύναμη, ικανότητα αυτού που την έχει και την ασκεί να απαιτεί και να πετυχαίνει υπακοή, πειθαρχία, συμμόρφωση στα προστάγματά του και στην εκπλήρωση στόχων που αυτός θέτει. Στην πλατωνική «Πολιτεία» ο Θρασύμαχος διατείνεται κατηγορηματικά ότι «…το δίκαιο είναι ταυτόσημο με το συμφέρον του ισχυρού…».

Το γεγονός το συνειδητοποιεί και η ίδια η έφηβη ηρωίδα, η οποία αποτροπιασμένη από την αχρειότητα των ανθρώπων γύρω της, επιλέγει μόνη της το θάνατο από τη ζωή σε ένα σάπιο, δολερό και νοσηρό σύστημα.

«Τι περιμένετε, λοιπόν; Ορίστε, θυσιάστε με για την Ελλάδα. Για τα λάφυρα της Τροίας ανοίξτε δρόμο – ας είναι αυτά μνημείο ένδοξο και σπίτι και παιδιά μου».

 

Ο ιωνικός διαφωτισμός

Ο Ευριπίδης υπήρξε χαρακτήρας αντικοινωνικός (είχε ελάχιστους φίλους), εσωστρεφής, μελαγχολικός και δυσπρόσιτος. Ένα ανήσυχο, αδέσμευτο πνεύμα που βρισκόταν σε μια διαρκή αναζήτηση για νέες μορφές έκφρασης, νέες μουσικές γραμμές, νέους τρόπους πραγμάτωσης της τραγωδίας και ανέπτυξε μια βαθιά πίστη για την ενότητα της γνώσης. Για αυτούς τους νεωτερισμούς του, που ήταν δυσκολοχώνευτοι στους πιο συντηρητικούς Αθηναίους, δεν βραβεύτηκε παρά μόνο 4 φορές από τις 22 που πήρε μέρος σε δραματικούς αγώνες. Φίλοι του οι φιλόσοφοι Αναξαγόρας και Πρωταγόρας που εισάγουν πρώτη φορά στην Αθήνα το πνεύμα του ιωνικού διαφωτισμού και το φυσιοκρατικό διαλογισμό. Οι τολμηρές σκέψεις τους, ο σκεπτικισμός τους απέναντι στη λαϊκή θρησκεία, ανησυχούσαν βαθιά το γηραιότερο κοινό, που το εξέφραζε με κάθε τρόπο.

 

Ο μοναχικός ποιητής

Η παράδοση μάς λέει για τον ποιητή, πως ζούσε αποτραβηγμένος από τον κόσμο στη Σαλαμίνα, σ’ ένα απόμερο παραθαλάσσιο σπήλαιο, που το είχε διασκευάσει σε κατοικία και σπουδαστήριο, όπου μελετούσε κι έγραφε τις τραγωδίες του έχοντας μπροστά του τα αμέτρητα χαμόγελα των κυμάτων. Αυτό το σπήλαιο ήταν γνωστό ή υπήρχε ως τα χρόνια του Πλινίου (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.) και οι περιηγητές εκείνης της εποχής που έφταναν ως τη Σαλαμίνα δεν παρέλειπαν να το επισκεφτούν. Μα αυτή η απομάκρυνσή του από τον κόσμο του έφερε, μαζί με άλλα αίτια, για κέρδος την αντιδημοτικότητα. Την τάση του να απομονώνεται οι σύγχρονοί του την πέρασαν για αλαζονεία και περιφρόνηση, αφού μάλιστα «και αυστηρός εφαίνετο και μισόγελως».

Την τραγωδία αυτήν την έγραψε ο Ευριπίδης στη Μακεδονία, όπου γέροντας πια, στους τελευταίους 18 μήνες της ζωής του, φιλοξενήθηκε στη βασιλική αυλή της Πέλλας από τον φιλότεχνο βασιλιά Αρχέλαο, που είχε τη φιλοδοξία να φιλοξενεί τους πιο ξεχωριστούς Έλληνες. Αλλά η τραγωδία βρέθηκε στα κατάλοιπά του ατελείωτη. Ίσως να την τέλειωσε ο ομώνυμος γιος του Ευριπίδης, τραγικός ποιητής κι αυτός, που την ανέβασε στο θέατρο το 405 π.Χ.

 

Στη Μακεδονία το τέλος

Στη Μακεδονία ο ποιητής έγινε δέκτης μεγάλων τιμών από τον ίδιο τον Βασιλιά. Έγραψε το δράμα με τον τίτλο «Αρχέλαος» στο οποίο εγκωμίαζε τον Βασιλιά καθώς και το έργο «Βάκχαι» που όμως δεν αξιώθηκε να το παρουσιάσει λόγω του πρόωρου θανάτου του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, υπέκυψε στα τραύματα που του προκάλεσαν άγρια σκυλιά στην Αρέθουσα όπου και τελικά ετάφη με βασιλικές τιμές. Ο Αρχέλαος πένθησε και του ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του. Διασώθηκε το επίγραμμα που χαράχθηκε στον τάφο του Ευριπίδη (Ανθολογία, Ελληνικά 7,51) και αναγράφει τα εξής: Ου σε κυνών γένος είλ ‘Ευριπίδη, ουδέ γυναικός οίστρος, τον σκοτίης Κύπριδος αλλότριον, Αλλ Αίδης και γήρας υπαί Μακέτη δ’ Αρεθούση Κείσαι, εταιρεί η τίμιος Αρχέλεω Σον δ’ου τούτον εγώ τίθεμαι τάφον αλλά του Βάκχου βήματα και σκηνάς ενβάδι πειθόμενας’. Επίσης αναγέρθηκε κενοτάφιο στη μνήμη Ευριπίδη στην Πέλλα.

Αλλά και οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν το θάνατό του, πένθησαν. Ο δε Σοφοκλής παρουσιάσθηκε με μαύρο χιτώνα και εισήγαγε αστεφάνωτους (λόγω του θανάτου του Ευριπίδη) τους υποκριτές και τον χορό κατά την είσοδό τους στο Θέατρο. Μετά την άρνηση του Μακεδόνα Βασιλιά να τους παραδώσει τα οστά του Ευριπίδη, εκείνοι ανήγειραν μέγα κενοτάφιο στην άγουσα προς Πειραιά οδό με το υπό Θουκυδίδη επίγραμμα:

Μνήμα μεν Ελλάς άπασ΄ Ευριπίδου. οστέα δ΄ ίσχει γή Μακεδών. η γαρ δέξατο τέρμα βίοο. πατρίς δ΄ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι. Πλείστα δε Μούσα: τέρψας εκ πολλών και τον έπαινον έχει (Μνήμα όλη η Ελλάδα για τον Ευριπίδη, κι ας είναι τα κόκαλά του στη Μακεδονία, αφού αυτή δέχτηκε το τέλος της ζωής του, πατρίδα του είναι η Αθήνα, η Ελλάς της Ελλάδος).

Κατόπιν οι Αθηναίοι με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου έστησαν χάλκινο ανδριάντα του ποιητή στο θέατρο του Διονύσου. Κατά τον βιογράφο ο τραγικός ποιητής φαίνονταν σκυθρωπός, αυστηρός και αγέλαστος, εικόνα θεόπνευστου ποιητή. Ωστόσο, η απελπισία του κι η πίκρα του, η μνησικακία του ακόμα, ο θυμός του, ξεχύνονται σε αυτή την τραγωδία του, χωρίς ελπίδα καμιά για κανέναν, παρηγοριά, λύτρωση. Όλα ξεφτίζουν, μικραίνουν με τον καιρό. Η πίκρα μονάχα – μονάχα αυτή μεγαλώνει.

 

Η οργή της θεάς

Όταν ο Αγαμέμνονας σκοτώνει το ιερό ελάφι της θεάς Άρτεμις, εκείνη για να τον εκδικηθεί, προκαλεί μια πρωτοφανή άπνοια καθηλώνοντας έτσι τον ελληνικό στόλο στην Αυλίδα. Ο ελληνικός στόλος, έτοιμος για την εκστρατεία της Τροίας, αδημονεί. Ο Αγαμέμνων με τον Μενέλαο καταφεύγουν στον μάντη Κάλχα ρωτώντας τον τι πρέπει να κάμουν για να φυσήξει ευνοϊκός άνεμος. Ο Κάλχας αποφαίνεται πως είναι οργισμένη η Άρτεμη. Ο μόνος τρόπος για να εξευμενίσει ο Αγαμέμνονας τη θεά και να ξεκινήσει ο ελληνικός στρατός για τον Τρωικό Πόλεμο είναι να θυσιάσει την κόρη του, Ιφιγένεια.

Ο Αγαμέμνων στην αρχή αρνείται, αλλά μεταπείθεται από τον αδελφό του Μενέλαο και στέλνει γράμμα στην Κλυταιμήστρα (σ.σ. προτιμήθηκε το όνομα Κλυταιμήστρα -αυτή που είναι περιβόητη νύφη- και όχι Κλυταιμνήστρα, επειδή ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές) να έρθει με την κόρη της, για να την παντρέψει τάχα με τον Αχιλλέα. Σε λίγο στέλνει δεύτερο γράμμα και τους ειδοποιεί να μην έρθουν, και το δεύτερο αυτόν απεσταλμένο τον βρίσκει ο Μενέλαος και του παίρνει το γράμμα.

Όταν η Ιφιγένεια καταφτάνει στο στρατόπεδο μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμήστρα, ο Αγαμέμνων προσπαθεί να μη δείξει την αγωνία του, ενώ η κόρη του, αθώα και ανύποπτη γι’ αυτό που θα της συμβεί, τον συντρίβει ψυχικά με τα λόγια της. Προσπαθεί να στείλει πίσω την Κλυταιμήστρα, μα εκείνη δε θέλει να φύγει. Ξαφνικά μπαίνει στη σκηνή ο Αχιλλέας, ανυποψίαστος και αυτός, για να πει στον Αγαμέμνονα πως ή πρέπει να ξεκινήσουν ή να διαλυθούν. Τότε το σχέδιο του Αγαμέμνονα αποκαλύπτεται και η Κλυταιμήστρα παρακαλεί τον Αχιλλέα να τη βοηθήσει για να σωθεί η Ιφιγένεια. Ο Αχιλλέας υπόσχεται ότι θα εμποδίσει τη θυσία με κάθε τρόπο. Οι δύο γυναίκες ικετεύουν τον Αγαμέμνονα να ματαιώσει το φονικό σχέδιό του, μα εκείνος μένει αλύγιστος, γιατί με τη θυσία αυτή θα σωθεί η Ελλάδα. Η ψυχή του άραγε είναι πληγωμένη για την τρομερή δοκιμασία που του επιφύλαξαν οι θεοί; Το στρατόπεδο των Ελλήνων στην Αυλίδα είναι ένα τεράστιο «ναρκοπέδιο». Κάθε γωνιά και παγίδα, κάθε βήμα και κίνδυνος. Κρυμμένες σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις, ψεύδη, αλληλοκατηγορίες και υποκρισία.

Η Ιφιγένεια συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να σταματήσει τους Έλληνες από το να εκδικηθούν για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης και να λεηλατήσουν την Τροία – ούτε καν ο άσκοπος θάνατος ενός παιδιού που δεν έφταιξε σε κάτι. Το παίρνει απόφαση, λοιπόν και περήφανη βαδίζει προς τη θυσία. Αποχαιρετά τη μητέρα της, λέει λόγια πονεμένα που αφήνει τη φύση και τη ζωή, μα προχωρεί καρτερικά.

Η πομπή της θυσίας έχει απομακρυνθεί αρκετή ώρα, όταν ένας αγγελιοφόρος έρχεται τρέχοντας. Αφηγείται πως την ώρα που ο ιερέας ετοιμαζόταν να κατεβάσει το μαχαίρι στο σώμα της κόρης, η Άρτεμις έστειλε μια ελαφίνα που το αίμα της ράντισε το βωμό, ενώ η Ιφιγένεια πέταξε στους ουρανούς. Ο Αγαμέμνονας, που γυρίζει σε λίγο, βεβαιώνει την πληροφορία του αγγελιοφόρου και στέλνει την Κλυταιμήστρα στο Άργος, ενώ ο Χορός εύχεται στο βασιλιά να γυρίσει νικητής από την Τροία.

 

Η αλυσίδα των γεγονότων

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» είναι ένα ασύγκριτο αριστούργημα. Βλέπουμε σ’ αυτήν το άγχος και τη φιλοδοξία του στρατηλάτη που κυβερνάει ένα στρατό και που γι’ αυτόν αναγκάζεται να σφάξει τη παιδί του, τον πόνο και την οργή της μητέρας που της αρπάζουν το παιδί για να το θανατώσουν. Η δε επιλογή του Αγαμέμνονα θα προσδιορίσει ολόκληρη αλυσίδα των γεγονότων: εάν η αποστολή θα ξεκινήσει, εάν ο πόλεμος θα πραγματοποιηθεί και τελικά εάν ο Αγαμέμνων θα γυρίσει στην πατρίδα του μετά τον πόλεμο και εάν θα ζήσει. Συγκινούμεθα επίσης από την πορεία του ψυχισμού του θύματος, που από τη μαύρη απελπισία φτάνει ως την απόφαση της εθελοντικής θυσίας. Αντικρίζουμε το θάμβος του αδύναμου Αχιλλέα μπρος σ’ αυτό το ψυχικό μεγαλείο της νεαρής μελλοθάνατης. Όλα αυτά άριστα απεικονίζονται σ’ αυτήν την τραγωδία, που έδωσε έμπνευση στον Ρίτσο, που ο Schiller τη θαύμαζε και τη μετέφρασε στη γερμανική γλώσσα, που ο Racine και ο Jean Moréas τη μιμήθηκαν.

 

Αδελφικά αιματοκυλίσματα

Απογοητευμένος ο Ευριπίδης από τους ατέρμονους εμφύλιους πολέμους των Ελλήνων, που χρόνια πολλά τους είχε κυριέψει μια αθεράπευτη μανία αυτοκαταστροφής, τους καλεί με τούτο το κύκνειο άσμα του να γυρίσουν στα χνάρια των προγόνων, που την ιστορική τους πορεία ρυθμίζανε σύμφωνα με το «Βαρβάρων δε Έλληνας άρχειν εικός».

Όλα προσφορά στην Ελλάδα είναι το σύνθημα που προβάλλει ο γέροντας ποιητής στους Έλληνες της εποχής του, που στα ύστατα χρόνια του τους είδε να κατρακυλούν στην επαιτεία της βοήθειας των ξένων, αντίθετα με τις προηγούμενες γενιές που τους είχαν διώξει από τους τόπους όπου μεγαλουργούσε ο ελληνισμός. Έτσι με την τραγωδία αυτήν τοποθετείται ο ποιητής στη χορεία των αντρών εκείνων που θεωρούσαν ότι μπορούσε ο ελληνισμός να κάνει κάτι σπουδαιότερο από τα ατελείωτα αδελφικά αιματοκυλίσματα. Ρίχνεται εδώ ο σπόρος της πανελλήνιας ιδέας που ο Ισοκράτης την έκανε σκοπό και κήρυγμα της ζωής του μέχρι τα βαθιά γεράματά του, και ο Φίλιππος και μετά ο γιος του ο Μέγας Αλέξανδρος προσπάθησαν να κάνουν ζωντανή πραγματικότητα.

Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, της τραγωδίας δεν είναι η άδικη σφαγή της γλυκιάς Ιφιγένειας, αλλά η διαφθορά αυτών που κατέχουν την εξουσία. Προσπαθώντας να κατακτήσουν ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή, θυσιάζουν τα πάντα, χωρίς όμως ποτέ να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Για τους Έλληνες η αρπαγή της Ωραίας Ελένης ήταν απλά ένα πρόσχημα για να εκστρατεύσουν κατά της Τροίας και να επιστρέψουν με τα λάφυρα των νικητών.

 

Θέατρο αφήγησης

Σήμερα που διανύουμε τον 21ο αιώνα για τον οποίο δεν γνωρίζουμε ακόμα πόσα μας επιφυλάσσει, μια εποχή γεμάτη δυσχέρειες -μια «εποχή χελώνας» θα λέγαμε- το θέατρο έχει πιο πολύ από ποτέ την ανάγκη της αφήγησης. Το κύριο στο θέατρο αυτή τη στιγμή είναι να ειπωθεί και να κατανοηθεί η ιστορία. Η ιστορία που κρύβεται πίσω από τις γραμμές. Ως εκ τούτου η σύγχρονη αφήγηση διευρύνει τα όριά της. Δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη να παίζεις το ρόλο σου ως ηθοποιός δραματικά ή κωμικά, όσο να μεταδώσεις την ιστορία. Ο ηθοποιός οφείλει να μάθει, να ξαναμάθει, να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο ερμηνείας, ώστε να διηγηθεί το έργο. Δεν υπάρχει προσφορότερο έδαφος γι’ αυτό, από το αρχαίο αττικό δράμα. Γιατί στο αρχαίο αττικό δράμα, οι ρόλοι αντιμετωπίζονται ψυχολογικά. Οι καλλιτέχνες μεταχειρίζονται βασικά δομικά στοιχεία της τραγικής φόρμας για να στοχαστούν πάνω σε κρίσιμα ερωτήματα της κοινωνίας όπως οι έννοιες του δικαίου, της συνύπαρξης, της εξουσίας. Οι ρόλοι του είναι αρχετυπικοί, είναι σηματωροί, είναι φάροι.

Ευτυχώς υπάρχουν σπουδαίοι καλλιτέχνες, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Σπουδαίες παραστάσεις εξακολουθούν να γεννιούνται, να παίζονται, έστω κι αν είναι σε απόσταση από κανάλια επιρροής, και το ευτύχημα είναι πως το κοινό τις εκτιμά και τις ενισχύει.

 

Οι τρεις υποκριτές

Πριν από το Σοφοκλή, ο ποιητής ήταν ταυτόχρονα και υποκριτής, επειδή επικρατούσε η άποψη ότι ήταν ο πλέον κατάλληλος να υποκριθεί όσα περιέχονταν στην τραγωδία. Ο Σοφοκλής κατάργησε τη συνήθεια αυτή και πρόσθεσε τον τρίτο υποκριτή (το δεύτερο τον εισήγαγε ο Αισχύλος, ενώ τον πρώτο ο Θέσπις). Όλα τα πρόσωπα του δράματος μοιράζονταν στους τρεις υποκριτές, που έπρεπε σε λίγο χρόνο να αλλάζουν ενδυμασία· ήταν επαγγελματίες, έπαιρναν μισθό και ήταν κυρίως Αθηναίοι πολίτες. Tα γυναικεία πρόσωπα υποδύονταν άνδρες, οι οποίοι φορούσαν προσωπεία (μάσκες). Για τον εξωραϊσμό του προσώπου (μακιγιάζ) χρησιμοποιούσαν μια λευκή σκόνη από ανθρακικό μόλυβδο, το ψιμύθιον. Oι υποκριτές εμφανίζονταν στη σκηνή με επιβλητικότητα και μεγαλοπρέπεια· ήταν ντυμένοι με πολυτέλεια, με ενδυμασία ανάλογη προς το πρόσωπο που υποδύονταν και με παράδοξη μεταμφίεση που παρέπεμπε στο μυθικό κόσμο της τραγωδίας.

Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια υπάρχει η Κλυταιμήστρα, υπάρχει και ο Μενέλαος αλλά παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό. Υπάρχει ο Αγαμέμνονας, υπάρχει και ο Αχιλλέας αλλά παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό. Υπάρχει η Ιφιγένεια, υπάρχει και ο Πρεσβύτης αλλά παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό. Αυτό βοηθάει τον ηθοποιό να αφηγηθεί την ιστορία, και όχι να ασχολείται μόνο με το ρόλο του. Γιατί τα λόγια του είναι μεν σπουδαία, περισσότερα σπουδαία όμως είναι όταν συνταιριάζονται με τα λόγια των άλλων ηρώων.

Ο Χορός της Ιφιγένειας, αναπόσπαστο στοιχείο της τραγωδίας, αποτελείται από εννέα περίλαμπρα κορίτσια, οκτώ αστραπές κι ένα ταλαντούχο ακορντεόν. Τραγουδάνε τη μαγική μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, παλεύουν με την ποιητική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και είναι σαν μας λένε: Εμείς επισκεπτόμαστε αυτόν τον μαγευτικό μύθο, όπως κι εσείς οι θεατές· εμείς απλώς θα σας κρατήσουμε το χέρι, θα γίνουμε οι οδηγοί σας μέσα σ’ αυτό το περίπλοκο σχέδιο μάχης που υπάρχει, για να μην πεθάνει ένα κορίτσι. Ο Χορός ήταν ντυμένος απλούστερα από τους υποκριτές και εκτελούσε έξοχα, υπό τον ήχο του ακορντεόν, την κίνηση και την όρχηση εκφράζοντας τα συναισθήματά του.

Δεν είναι τυχαίο που, όπως μαθαίνω, αυτή η θεατρική πρόταση απέκτησε γρήγορα θαυμαστές, που σπεύδουν να τη δουν. Οι τρεις ηθοποιοί είναι συνταρακτικοί, ενσωματώνονται πλήρως στην παράσταση, τη μεταφέρουν με τη φωνή και το σώμα τους και το «είναι» τους, θα πρόσθετα, να ακουμπούν πάνω της.

Η όλη σύνθεση δημιουργεί την αίσθηση του ανάλαφρα ρευστού που δεν διστάζει να ενσωματώσει και κωμικά στοιχεία και που καταφέρνει να συν-κινήσει, να συνεπάρει το κοινό. Μια παράσταση που αποδεικνύει ότι η αφήγηση δραματικών καταστάσεων δεν έχει ανάγκη από πρόσθετες δραματοποιήσεις ή μεγαλόστομες χειρονομίες που επιδιώκουν δήθεν ταυτίσεις με το δραματικό πρόσωπο. Είναι αρκετή η εσωτερική ένταση του ηθοποιού που πηγάζει από την άρτια τεχνική και τη μελέτη του και τον αγώνα του για να μεταδοθεί το μήνυμα.

Είτε επρόκειτο για κείμενο είτε για σώμα, για κίνηση, για λόγο, και οι τρεις ως υποκριτές με την αρχαία έννοια του όρου αξιοποίησαν το πλήρες φάσμα των θαυμαστών θεατρικών εργαλείων τους πάντα με γνώμονα τη δουλειά συνόλου και την αρμονική αναπαράσταση της σκηνοθετικής ιδέας.

Η ικανότατη Αθηνά Μαξίμου μας γοήτευσε στους ρόλους της με την αλλαγή στην εκφορά του λόγου και το χρωματισμό της φωνής, την ένταση και τον επιτονισμό των λέξεων, την άρθρωση και τη ρητορικότητα. Κατόρθωσε όχι μόνο να αποδώσει με σαφήνεια την αφηγούμενη ιστορία, αλλά να προσδώσει χρωματισμό και βαρύτητα σε σημαίνοντα σημεία της δράσης. Οι λέξεις της αφήγησής της αποκτούσαν ιδιαίτερη αξία και καθήλωναν τη συνείδηση όσων την παρακολουθούν.

Η Λένα Παπαληγούρα, που το κοινό αγαπά όλο και περισσότερο, επιβάλλεται άξια ως Ιφιγένεια με τον αυτοσεβασμό της και την υπερηφάνεια της, με τη σεμνότητα και τον ηρωισμό της. Εκεί όμως που διαπρέπει ασυζητητί και μας κατακτά είναι στο ρόλο του Πρεσβύτη όταν με μικρές κινήσεις των μελών του σώματος, σκόπιμες στρεβλώσεις και αλλαγές στη σωματική της στάση, έρχεται να δημιουργήσει το κατάλληλο επικοινωνιακό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εντάσσει εκπληκτικά την αφηγούμενη ιστορία.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης μας αιχμαλώτισε αριστοτεχνικά και στους δύο ρόλους του, αφού δημιούργησε μια εξαίσια υποβολή, μια «ατμοσφαιρικότητα» στην επικοινωνία, μια αμφίδρομη και διαδραστική λειτουργία, που προκαλεί την αβίαστη συναισθηματική μέθεξη και ταύτιση του κοινού και την ανάπτυξη μιας σχέσης διάδρασης η οποία είναι πολύ πέρα από τη μονόδρομη μορφή της συμβατικής δράσης.

Ο εξαίρετος Χορός με τις πολυτάλαντες κοπέλες (Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου, Άννα Κλάδη, Άννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση, Μαρία Τζάνη) μετείχε σαν ένας ακόμη πρωταγωνιστής και μας θύμισε με την τέχνη του το ρόλο του παραμυθά στις παραδοσιακές κοινωνίες του παρελθόντος, όταν η προφορικότητα αποτελούσε τη μοναδική, ή τουλάχιστον την αναντικατάστατη ακόμα αξία του λόγου.

 

Οι συντελεστές

Απλά και εντυπωσιακά, λειτουργικά και πρωτοποριακά τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη. Πανέμορφα τα κοστούμια (του ιδίου) των τριών υποκριτών, διατηρώ ωστόσο μια επιφύλαξη για ορισμένα από τα κοστούμια του Χορού, καθώς τα βρήκα κάπως άνισα.

Απόλυτα επιτυχημένη η φροντίδα της κίνησης από την Αγγελική Τρομπούκη, με ζωντάνια, νεανικότητα και ανθρωπιά. Δημιουργικοί οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και υπέροχα λογοτεχνική η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Τη δε έξαρση και το πάθος του λόγου στήριξε εμπνευσμένα η μουσική του ιδιοφυούς Σταμάτη Κραουνάκη. Δεν πρέπει να παραλείψουμε βεβαίως και τη συμβολή του αξιόλογου ηθοποιού Αλέξανδρου Βάρθη (βοηθός σκηνοθέτη), της Άννας Λάκη στη μουσική διδασκαλία καθώς και των άλλων συντελεστών που βοήθησαν τοποθετώντας ένα μικρό ή μεγαλύτερο λιθαράκι.

Μια παράσταση δωρική, σεμνή, αλληγορική, αυτογνωσιακή και καλοχτισμένη. Αποχωρώντας αυτό που μας μένει είναι η αδικία της εξουσίας. Ο πόνος για μια Ιφιγένεια αθώα κι ανυποψίαστη, μικρή κι ασήμαντη, ένα χνούδι, ένα βελούδινο πλάσμα, ένα απαλό θύμα, που ξεκινάει αυτή με την εθελούσια θυσία της τη νικηφόρα εκστρατεία των άλλων εναντίον της Τροίας. …«τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως θα ‘λεγε και ο ποιητής.

 

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Κίνηση: Αγγελική Τρομπούκη

Βοηθός Σκηνοθετών: Αλέξανδρος Βάρθης

Μουσική Διδασκαλία: Άννα Λάκη

Βοηθός Σκηνογράφου: Βάσια Χριστοπούλος

B Bοηθός Σκηνοθετών: Μαρία Χανδρά

Ειδικός Σύμβουλος Λογοθεραπευτής: Hλίας Παπαθανασίου

  • Πρωταγωνιστούν

Αιμίλιος Χειλάκης

Αθηνά Μαξίμου

Λένα Παπαληγούρα

και οι Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου, Άννα Κλάδη, Άννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση, Μαρία Τζάνη.

  • Oι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Σταύρου Χαμπάκη
eirini aivaliwtouΜια κριτική παρουσίαση της ξεχωριστής «Ιφιγένειας εν Αυλίδι» των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια
Περισσότερα

«Μήδεια»: Πριν από 61 χρόνια η Κατίνα Παξινού και φέτος η Μαρία Ναυπλιώτου μέσα από 42 φωτογραφίες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

Στην εφημερίδα «Απογευματινή» την Τρίτη 26 Ιουνίου 1956 η δημοσιογράφος Ειρήνη Καλκάνη, στην κριτική της έγραφε για τη «Μηδεία» που είχε παρουσιαστεί το Σάββατο 23 και την Κυριακή 24 Ιουνίου: «Παρ’ όλα τα προσόντα της κυρίας Παξινού, είναι δύσκολο να μην αντιληφθεί κανείς ότι ο ρόλος της βάρβαρης βασίλισσας που κατέχεται από το ερωτικό πάθος, δεν της ταιριάζει.

Η κυρία Παξινού ήταν σκληρή και άκαμπτη από την αρχή, Είχε ομολογουμένως μέτρο και δεν υπερέβαλε. Μα αυτό δεν ήταν αρκετό. Δεν αρκεί για να ζωντανέψει η πιο έντονα θηλυκιά μορφή του αρχαίου δράματος».

Αναφερόμενος στην προετοιμασία για τη Μήδεια, ο ηθοποιός Βασίλης Κανάκης έγραφε στο βιβλίο του «Εθνικό Θέατρο. Εξήντα χρόνια σκηνή και παρασκήνιο» το παρακάτω σχόλιο:

«Πρέπει να ομολογηθεί ότι η Παξινού υποκριτικά υπερκάλυπτε τον ρόλο, αλλά εμφανισιακά και ιδίως ηλικιακά δεν έμοιαζε και τόσο στην ηρωίδα. Η διαφορά μεταξύ τους ήταν καταλυτική. Γιατί η Μήδεια είναι μια νέα γυναίκα, ελκυστική, γεμάτη θηλυκό πάθος, και η ηθοποιός δεν διέθετε τώρα πια αυτά τα προσόντα… Πάντως η Παξινού, με το εκπληκτικό θεατρικό της αισθητήριο, είχε «πιάσει» αυτό το τρωτό σημείο και προσπάθησε να το ξεπεράσει με κάθε τρόπο, χρησιμοποιώντας όλα τα εξωτερικά βοηθήματα: διάλεξε μια περούκα σε χρώμα «ακαζού» (που μάλλον της πρόσθετε παρά της αφαιρούσε χρόνια) και έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο κοστούμι της.

Ζήτησε από τον Αντωνάκη τον Φωκά (τον ενδυματολόγο του έργου) να χρησιμοποιήσει νεανικά χρώματα που να τονίζουν τις θηλυκές της αναλογίες. Το τι τράβηξε ο δυστυχής δεν περιγράφεται. Οι δοκιμές του κοστουμιού ήταν εξαντλητικά λεπτομερειακές και ατέλειωτες.

Και οι παρατηρήσεις και παρεμβάσεις της Παξινού συνεχείς: «Αντωνάκη μου, εδώ σ’ αυτό το σημείο το ύφασμα μου κάνει στομάχι. Δεν σχηματίζεται καθόλου η μέση μου».

Προσπαθούσε ο Αντωνάκης να διορθώσει όσο μπορούσε την κατάσταση, όμως δεν γινόταν τίποτα. «Αντωνάκη, πάλι μου κάνει στομάχι»! Τι να κάνει ο φουκαράς, ενδυματολόγος ήτανε, δεν ήτανε διαιτολόγος για να αφαιρέσει τα περιττά κιλά της Μήδειας.

Οπότε μια μέρα μπαφιασμένος ξέσπασε: «Μα, Κατίνα μου, σταμάτα για λίγο τις μακαρονάδες, και το στομάχι θα σου εξαφανίσω και τη μέση θα σου φτιάξω».

Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Αλέξη Μινωτή ο οποίος – όπως γράφει ο Βασίλης Κανάκης – «εννοούσε, σώνει και καλά, να φορέσει κοντό χιτώνα, εκθέτοντας στην κοινή θέα γυμνά τα πόδια του, ενθυμούμενος προφανώς τα νιάτα του, όταν ενσάρκωνε τους ανεπανάληπτους εκείνους Αγγελιαφόρους.

Δυστυχώς, όμως, ο πανδαμάτωρ χρόνος είχε επιδράσει καταλυτικά στη σωματική του διάπλαση. Τα άλλοτε καλλίγραμμα πόδια του, αδυνατισμένα και ρικνά, παρουσίαζαν ένα όχι και τόσο αισθητικό θέαμα.

Τα χιτωνάκια μπορεί να φοριούνται μόνο από νέους σε ηλικία ηθοποιούς. Τελικά, η γνώμη του Μινωτή επικράτησε, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του Φωκά.

Όταν, όμως, φόρεσε στη γενική δοκιμή το κοντό κοστούμι και είδε τη φιγούρα του στον ολόσωμο καθρέπτη του καμαρινιού, μονολόγησε με απογοήτευση: «Δυστυχώς, ο καιρός του «κοντού» παρήλθεν ανεπιστρεπτί».

Και από τότε όχι μόνο δεν ξαναφόρεσε κοντό χιτώνα, αλλά ύστερα από μερικές παραστάσεις… σταμάτησε να παίζει και τον ρόλο».

Το ταξίδι στο 1956 κλείνει με την υπενθύμιση των συντελεστών της παράστασης

«Μήδεια»
Συγγραφέας: Ευριπίδης
Μετάφραση: Παντελής Πρεβελάκης

Σκηνοθεσία: Αλέξης Μινωτής
Σκηνογραφία: Κλεόβουλος Κλώνης

Ενδυματολόγος: Αντώνης Φωκάς
Συνθέτης: Μάνος Χατζιδάκις

Μουσική διεύθυνση: Μάνος Χατζιδάκις
Χορογράφος: Αλέξης Μινωτής, Μαρία Καζάζη

Διανομή
Παραμάννα Ελένη Ζαφειρίου

Παιδαγωγός Νίκος Παρασκευάς
Μήδεια Κατίνα Παξινού

Κρέων Γιάννης Αποστολίδης
Ιάσων Θάνος Κωτσόπουλος

Αιγεύς Βασίλης Κανάκης
Άγγελος Αλέξης Μινωτής

Άγγελος Γρηγόρης Βαφιάς
Α΄ Κορυφαία Κάκια Παναγιώτου

Κορυφαία Δέσπω Διαμαντίδου, Ελένη Νενεδάκη, Πίτσα Καπιτσινέα, Μαρία Βούλγαρη.
Χορός Βέρα Δεληγιάννη, Βενετία Κασσαβού, Βιβέτα Τσιούνη, Β. Δημοπούλου, Μάρμω Γεωργαλά, Ρέα Μιχαλοπούλου, Ριρή Γρηγορέα, Ηρώ Μπιφέρνου, Φλώρα Στυλιανέα, Μαίρη Χρονοπούλου, Ανδρομάχη Συρράκου, Μάρω Κοντού, Φλώρα Λουκά.

Πρώτη παραγωγή
Θεατρική περίοδος: Θερινή 1956

23/06/1956 – 24/06/1956 στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
15/08/1956 – 19/08/1956 στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού

Περιοδεία
07/11/1956 – 11/11/1956 στο Βασιλικό Θέατρο, Πλατεία Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη.

***

Και μετά τη σύντομη ιστορική αναδρομή επιστρέφουμε στο 2017 και στη φετινή «Μήδεια» για να δούμε 42 φωτογραφίες του Σταύρου Χαμπάκη από την προετοιμασία της παράστασης.

***
Ευριπίδη
«Μήδεια. Η βαρβαρότητα του έρωτα»
Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Παρασκευή 4 και Σάββατο 5 Αυγούστου
Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου 2017.
Το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν επιστρέφει στο αργολικό θέατρο ύστερα από 7 χρόνια. Αυτή τη φορά σε συνεργασία με το ΔηΠεΘε Ιωαννίνων.

Η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Μαριάννα Κάλμπαρη, με ένα σύνολο εξαιρετικών ηθοποιών και συνεργατών, παρουσιάζει τη «Μήδεια» του Ευριπίδη στην αξεπέραστη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά.
Στον ρόλο της Μήδειας, η Μαρία Ναυπλιώτου.
Ιάσων, ο Χάρης Φραγκούλης.

***
«Δύο φορές βάρβαρη η Μήδεια, από καταγωγή και από έρωτα» γράφει στον πρόλογο της μετάφρασής του ο Γιώργος Χειμωνάς. Δύο όψεις έχει ο έρωτας: τη «βάρβαρη» και την ονειρική. Την ιδανική.

Μέσα από το μύθο της Μήδειας, όπως αυτός παρουσιάζεται στην τραγωδία του Ευριπίδη, αλλά και μέσα από ένθετα στα στάσιμα του έργου κείμενα και ποιήματα της αρχαιοελληνικής γραμματείας (Πλάτωνας, Σαπφώ, Θεόκριτος, Αρτεμίδωρος κ.ά.), η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης επιθυμεί να μιλήσει για το ανεξήγητο του έρωτα. Γι’ αυτό το «μέγα κακό που σπαράζει τους ανθρώπους». Για τον πόθο που είναι δεμένος με τον πόνο, για τους όρκους αιώνιας αγάπης και πίστης που δίνονται για να καταπατηθούν, για την προδοσία, την εκδίκηση, την καταστροφή.

Δεκαπέντε ηθοποιοί και τέσσερις μουσικοί, ζωντανεύουν επί σκηνής το μεγαλύτερο και αγριότερο παραμύθι που επινοήθηκε ποτέ για τον έρωτα. Μέσα από τα υλικά του ονείρου μιλούν για τη βαθιά λαχτάρα του ανθρώπου να ενωθεί με το άλλο του μισό. Για «τη βαριά και αθεράπευτη οργή που γεννιέται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν αγαπηθεί». Για τον έρωτα που μένει πληγή ανοιχτή.

***

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Δραματουργική επεξεργασία: Μαριάννα Κάλμπαρη, Έλενα Τριανταφυλλοπούλου

Σκηνικό –κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική σύνθεση: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος
Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου
Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Γεωργουδάκη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου
Βοηθός συνθέτη: Βάϊος Πράπας
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Παπαδοπούλου
Βοηθός σχεδιαστή φωτισμών: Στέβη Κουτσοθανάση

Πρωταγωνιστούν

Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης
και αλφαβητικά οι
Γεράσιμος Γεννατάς, Μαριάννα Κάλμπαρη, Αλεξάνδρα Καζάζου, Σύρμω Κεκέ, Ιωάννα Μαυρέα, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Θεοδώρα Τζήμου.

Χορός
Λήδα Κουτσοδασκάλου, Βασιλίνα Κατερίνη, Μάριος Κρητικόπουλος, Ευθύμης Χαλκίδης, Αλέξανδρος Σκουρλέτης.

Μουσικοί επί σκηνής
Παναγιώτης Καλαντζόπουλος (κιθάρα), Κλέων Αντωνίου (ηλεκτρική κιθάρα), Βάϊος Πράπας (μπάσο – κρουστά), Κωνσταντίνος Ευστρατίου (μεταλλόφωνο).

* Στην παράσταση παρουσιάζονται κείμενα από τους εξής συγγραφείς της αρχαιοελληνικής γραμματείας:
Πλάτωνας (Ο λόγος του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο),
Θεόκριτος (μτφ. Ιωάννης Πολέμης),

Σαπφώ, Αρτεμίδωρος, Μνησίλοχος, Πλούταρχος, Μακηδόνιος Ύπατος σε μετάφραση – απόδοση Μαριάννας Κάλμπαρη και Έλενας Τριανταφυλλοπούλου.

Video trailer:

Για εισιτήρια:

https://www.viva.gr/tickets/theater/greekfestival/mideia-euripidi/

eirini aivaliwtou«Μήδεια»: Πριν από 61 χρόνια η Κατίνα Παξινού και φέτος η Μαρία Ναυπλιώτου μέσα από 42 φωτογραφίες
Περισσότερα