Βιβλιοστάτης

Μιχαήλ Μητσάκης, «Αρκούδα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

— Άιντε ωρέ τώρα να κάνει πώς φυλάει ου τζομπάνος τα πρόβατα…
Και η αρκούδα, κατάμαυρη αρκούδα, νέα ακόμη, λίγο μεγαλυτέρ’ από μανδρόσκυλον, αλλά κακουχημένη, ρυπαρά, ως κουρασμένη από αθλίαν ζωήν, με μαδημένον εις πολλά μέρη το δέρμα της, με τσιμπλιασμένους οφθαλμούς, και ψωριασμένη, ορθία επί των πισινών ποδών της, παίρνει πειθήνιος το ξύλον από των χειρών του βλάχου, το περνά, μακρόν, φθάνον ως κάτω, εις την γην, αναμέσον εις τους δύο της ώμους, το κρατεί κατά τον τρόπον τούτον, και στηρίζετ’ επ’ αυτού, ανακλίνουσα και κάπως πλαγιάζουσα το σώμα, ως ν’ αποβλέπη δήθεν προς το βόσκον, πέραν, ποίμνιον· μεθ’ ο, το κατεβάζει, και φέρουσ’ αυτό κάθετον, ως κλίτσαν, κάμνει βήματα τινά, κινείται, ωσάν να είχεν εμπροστά της στάνην, την οποίαν σαλαγά…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς ντρέπουντι τα κουρίτσια…
Και η αρκούδα, βάλλουσα λαρυγγώδη γρυλλισμόν, δίδει το ξύλον και υψώνει το εμπροστινόν δεξί της πόδι, εκ των δύο που επέχουν παρ’ αυτή τόπον χειρών, σκεπάζει δι’ αυτού τα όμματα, ημικρύπτουσα το πρόσωπον, ως ντροπαλή παρθένος, νεάνις που συστέλλεται τον κόσμον, χαμηλώνει το κεφάλι, φεύγει τ’ αυθάδη βλέμματα…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς γυαλίζεται του κουρίτσι για να πάει στου πανηγύρι…
Και η αρκούδα προσεγγίζει το ζερβί της πόδι, γουβωμένον, ως καθρέφτην τάχα, εις το ρύγχος της, και προσποιείται πως γυαλίζετ’ εις αυτό, ενώ με τ’ άλλο τακτοποιεί τας τρίχας του μετώπου της, χαϊδεύει ελαφρούς αυτάς, φιλάρεσκος…
— Μπράβο!… Έλα χάιντε τώρα να φιλήσει και του χέρι…
Πλησιάζον δε, συμφώνως με το πρόσταγμα, το τιθασσόν αγρίμιον, δουλοπρεπώς, τρίβει την μούρην του επάνω εις την μαλλιαρήν τραχείαν χέραν του αλήτου…
— Μπράβο, μπράβο!… Χόρεψε τώρα και λιουγάκι, για να ιδούνε οι κυράδες…
Και η αρκούδα, σείουσα τον χαλκάν, όστις περιβάλλει τα σαγόνια της, κλαγγάζουσα τον κρίκον, όστις διατρυπών συνέχει το επάνω προς το κάτω χείλος της, κροταλίζουσα την μακράν άλυσον, δι’ ης κρατεί αυτήν δεμένην ο αφέντης της, αρχίζει να περιγυρνά τον κύκλον των παιδίων. Ο βλάχος, μακεδών βλάχος, με μικρόν καλπάκι, μόλις στηριζόμενον επί της κορυφής της κεφαλής του, παμμέλαιναν πυκνήν κόμην, ανήμερον, ακανθώδη γένεια πλαισιώνοντα την ηλιοκαμμένην όψιν του, ψηλός, φουστανελλάς, στεκόμενος εν μέσω, εις το κέντρον, κρούει δια των δακτύλων του το ντέφι που βαστά εις την παλάμην του, και τραγουδεί ανώμαλον και άξεστον και δύσηχον* τραγούδι, με ξενίζοντα σκοπόν, αγνώστους λέξεις, ακατάληπτον την έννοιαν. Κι εκείνη, προς τον δούπον του, προσπαθεί να αρμόση τα βήματα αυτής, να κινηθή ερρύθμως, με τα σκέλη απλωτά, εις όρχησιν, διαγράφουσα πέριξ του βλάχου τροχιάν κανονικήν, χονδροειδώς λυγίζουσα το άκομψον κορμί της, και ακκιζομένη κωμικώς, πηδώσα κάπου κάπου, και μουγκρίζουσα συχνά…
* * *

Εις την μικρήν πλατείαν, εκεί πέρα, κατά το Βαθρακονήσι, δεν είναι οι θεαταί πολλοί. Τον κύκλον απαρτίζ’ εικοσαριά παιδιών, δεκάς περίπου γυναικών προβάλλει εκ των γύρωθεν σπιτιών, και από το μπακάλικον που είν’ εις την γωνιάν τρεις-τέσσερες προσβλέπουν, καθισμένοι έξωθεν επάνω εις σκαμνιά. Αλλ’ ο αλήτης, προ μικρού εμφανισθείς, από στενού τινός, κατεβαίνοντος το πλευρόν ενός εκ των παρακειμένων λόφων, ερχόμενος μακρόθεν, βαρυνθείς να προχωρήση, αρκεσθείς πιθανώς εις τούτους, ή ελπίζων ίσως να ελκύση κι άλλους βαθμηδόν, το έστησεν εκεί, καταμεσής, προ μερικών στιγμών, και άρχισε να προσκαλή την ηθοποιόν του την τετράποδα εις πρόχειρον παράστασιν χορού και μιμικής. Εκείνη, επομένη πριν κατόπιν του, βραδυπατούσα εις τα τέσσερα, κοιτάζοντας χαμαί, ωσάν ν’ αναζητούσε τίποτ’ εις το έδαφος, ωρθώθη αίφνης, εσηκώθηκ’ εις τα δύο, ισοσταθμήθη αντιμέτωπος αυτού. Έτρεξαν τα παιδιά, παίζοντα τέως* άτακτα εδώ κι εκεί, ανέβλεψαν αι διαλεγόμεναι γειτόνισσαι, οι πίνοντες εις το τραπέζι του μπακάλικου έστρεψαν το κεφάλι. Και υπό την σκιάν του Υμηττού, ον βάφ’ η δείλη με τα ροδινότερά της χρώματα, παρά την όχθην του ξηρού πλησίον ρεύματος, εις την εσχατιάν αυτήν της πόλεως, ο αυτοσχέδιος θεατρώνης εξεγείρει τους ηχούς της συνοικίας με τ’ αήθη του προστάγματα, χάριν του πρωτοτύπου του θεάματος. Και τα προστάγματα αυτά, θέλον — μη θέλον, φιλοτιμείται το αγρίμιον να εκτελή, συμμορφούμενον με της γνωρίμου του φωνής τους τόνους και ταυτίζον τας κινήσεις και τας στάσεις και τα άλλα του διαβήματα, προς την μαντευομένην έννοιάν των.
— Χάιντε ωρέ τώρα να κάνει πώς καμαρώνει του νύφη κι ου γαμπρός…
Και η αρκούδα, ρίχνει κάτω παρευθύς τα μούτρα της, σταυροθετεί τα χέρια, προσλαμβάν’ ήθος ευπρεπές και σοβαρόν, γέρνοντας τον λαιμόν και μισοκλείνοντας τα μάτια…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς ζυμώνει του νοικοκυρά να φκιάσει ψωμί να φάνε στου σπίτι…
Και η αρκούδ’ αρχίζει ν’ ανεβοκατεβάζη τις χερούκλες της, μ’ ορμήν, ως να τις χών’ εις σκάφην μέσα, και ν’ ανακινή την πλέουσαν εις το νερό λευκήν πλαδαράν ζύμην…
— Άιντε τώρα να χορέψει πάλε καμπόσο…
Και η αρκούδα, επαναλαμβάνει τον ορχηστρικόν της γύρον, αρχίζουσα να συστρέφεται, και να κτυπά τα πόδια εις την γην, και να σαλτάρη, και να κορδακίζη, και να χαριεντίζεται…
— Χάι γλήγουρα λιγάκι!…
Και τριγκινίζει, συρομέν’ η άλυσος, απότομα, ελκύουσα σκληρώς τον κρίκον των χειλέων της. Η δε αρκούδα, πρόθυμος, υπακούουσα, επιταχύνει τον χορόν της, ενώ ο άνθρωπος βροντά με δύναμιν το ντέφι του…

Θα την συνέλαβεν, αναμφιβόλως, αρκουδόπουλον μικρόν, αρτίτοκον, εις καμμίαν φάραγγα του Πίνδου, της Ροδόπης, νεβρόν πλήρη αγριότητος και ρώμης, γεμάτον από τον ακάθεκτον χυμόν ζωής θηριώδους γεννημένον αποκάτω από το φύλλωμα καμμιάς γηραιάς οξιάς ή κανενός γιγαντίου γράβου, μέσα εις των δασών τα μαύρα βάθη, δίπλα εις την φοβεράν βοήν του παραρρέοντος χειμάρρου, νύκτα τινά τρικυμιώδη, υπό την χιονώδη του βορρά πνοήν, και υπό την αμυδράν λάμψιν των αστέρων, μαστιζομένων υπό της καταιγίδος. Θα εκαιροφυλάκτησε βεβαίως, κάποιαν στιγμήν, καθ’ ην θα έλειπεν η μάνα, ο πατήρ του, προς αναζήτησιν βοράς, ανύποπτοι, θα το είχαν αφήσει μόνον, έρημον, εμπιστευμένον εις την αγκαλιάν της μητρός φύσεως, χωμένον εις τον ίσκιον της φωλιάς του, και περιμένον να γυρίσουν. Και από ημερών κατασκοπεύων, ενεδρεύων μετά προσοχής, άμα το ηύρεν έτσι, εκατάλαβε πως ήτον εγκαταλειμμένον και ανυπεράσπιστον· θενά έτρεξεν αμέσως, θα εχώθ’ εις την μονιάν του, θα το ετύλιξε διαμιάς εις το καπότον του, θα το εζάλισε, θα το ετύφλωσε, και θα το άρπαξεν αιφνίδια, σπαράζον, σαστισμένον, ανίκανον ν’ αντισταθεί κατά της βδελυράς δυνάμεως του δόλου, προς της απάτης την τεχνικήν έφοδον. Ή, αφού άφησε κι επέρασαν μήνες τινές από την γέννησίν του, μόλις άρχισε να μεγαλώνει, θα του έστησε παγίδα ίσως, εκεί κάπου, εις την κρύπτην του κοντά, δοκάναν με προβάτου κρέας, κι εξελθόν δια να σκιρτήση εις τα χόρτα, να δοκιμάση την ισχύν των νέων νεύρων του, ελκυσθέν εκ της οσμής, θενά το έπιασε το άμαθον, μάτην εγείρον την ηχώ της λαγκαδιάς με τας εκπλήκτους ωρυγάς του. Και αφού άπαξ έγινε τοιουτοτρόπως κύριός του, θα το μετέφερεν εις την οικτράν του κατοικίαν, εις την αχυρόπλεκτον καλύβαν του, και θα του έκοψε τα νύχια τ’ ανυπόμονα να εμπηχθούν εις σάρκα, θα ξερίζωσε τα δόντια του, άτινα κνίζει από τώρα αίματος η όρεξις, θα του ετρύπησε τα χείλη, δια να περάση μεταξύ τον κρίκον, θα εδέσμευσε με τον χαλινόν το ρύγχος του, θα ήρμοσε την άλυσον, όπλα φυλακτικά της ανανδρίας του, δειλής προς ασφάλειάν του πονηρίας μηχανεύματα. Και αφού έτσι εσιγούρεψε το άθλιον πετσί του, θεν’ απέμεινε ζων έκτοτε μαζί του, θα το εκράτησε καιρόν συγκυλιόμενον όπως αυτός εντός της βρώμας της δυσώδους τρώγλης του, θα του εκόλλησε την λέραν του κορμιού του, θενά του μετέδωκε τις ψείρες του, και θενά ήρχισε δια της πείνας, δια της δίψας, δια του ξύλου, δια του φόβου, δια της βίας, δια της πειθούς και της ανάγκης, τυράννων αυτό, παιδαγωγών αχρείως εις τοιαύτα παίγνια, προς τέρψιν μέλλουσαν των όχλων. Αφού δε το εγύμνασε καλά καλά, αφού κατέπνιξε βραδέως βαθμηδόν εντός του παν γενναίον ένστικτον, αφού το έκαμε λημών, απόζον, οκνηρόν τετράποδον, εκνευρισμένον κατοικίδιον, αφού το εκατάντησε των φαύλων επιθυμιών του όργανον τυφλόν, μέσον ασυνείδητον, χωρίς υπερηφάνειαν, χωρίς θέλησιν, θα το επήρ’ από το χαλινάρι, και το σέρνει τώρα δούλον, στην σκλαβιάν ανατραφέν, το γεννημένον να πλανάτ’ αδέσμευτον, ελεύθερον ανά των ράχεων τα ύψη, εις ρεμματιές και εις χαράδρας κι εις δρυμούς, ακολουθούν αυτόν ανά τ’ ακάθαρτα σοκάκια των πόλεων, ανά τας συνοικίας των χωρίων, ως χειρόηθος μαϊμού, δια να επίδειξη την θαυματουργόν του ικανότητα. Κι ελεεινόν, ταπεινωμένον, δειμαλέον, άτονον υπείκον εις τους ραβδισμούς, εις τας στερήσεις και εις την συνήθειαν, αυτό, γυρίζει μετ’ αυτού, χορεύει, υποκρίνεται, χειροφιλεί, δέρεται, γρυλλίζει…
* * *

— Χάιντε τώρα να κάνει πώς φυλάει ου δραγάτης τα σταφύλια που πάνε να κλέψ’νε…
Και η αρκούδα, κάθεται του κ… βάζει πάλιν στη ράχη της το ξύλον, διαμπερές, πλάγιον, ως τουφέκι, ακουμπά τη μια του άκραν χάμω, το χουφτιάζει απ’ το άνω, κι απ’ το κάτω μέρος, κι αγναντεύει, ως από τσαρδάκαν υψηλήν, μακράν…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς σημαδεύει τους κλέφτες…
Και η αρκούδα, φέρνει το τουφέκι της το ξύλινον εμπρός, και το ευθύνει οριζόντιον, το στηρίζει επί των δακτυλίων των ποδών αυτής, επί του γόνατος, παρά την ρίζαν της μασχάλης, κρατούσ’ αυτό δια των χειρών, εν στάσει σκοπευτού, ετοίμου να πυροβολήση…
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς αγαπιέτι του αντρόγυνου…
Και η αρκούδα, ωρθωμένη, εξαπλώνει τον βραχίονα, ωσάν να θέλη ν’ αγκαλίση, να ζητή να περιβάλη μέσην υποτιθεμένην προ αυτής, ερωτικώς…
— Χόρεψε καλά, μωρή…
Κι επισειόμενον το ρόπαλον, εξαίφνης, απειλεί αυτήν, ανόρεξον ολίγον δειχνομένην.
* * *

Χόρεψε καλά, ταλαίπωρη αρκούδα, χόρεψε καλά, δια να μη φάγη λακτισμούς ο πισινός σου! Χόρεψε γρήγορα και χόρεψε θερμά, δια να μη σου αργάσουν το τομάρι οι ξυλιές! Χόρεψε τεχνικά και χόρεψ’ εύθυμα, διότι το βράδυ, μέσα εις την πνιγηράν σας τρύπαν, όπου άγχεται το στήθος σου, δεν θα βρεθή ούτε καν ένα κόκαλον να γλείψης! Χόρεψε ποικιλότροπα, διότι θα δεθής σκληρότερα, και ισχυρότερα θα σφίξη ο κημός την μύτην σου! Χόρεψ’ αρκούδα, χόρεψε δια να γελάσουν οι διαβάται που περνούν! Χόρεψ’ αρκούδα, χόρεψε δια να σε ίδουν οι κυράδες του μεμακρυσμένου μαχαλά, που σε κοιτάζουν απ’ τας θύρας, από τα παράθυρα, και μειδιούν με τα παράξενά σου τα καμώματα! Χόρεψ’ αρκούδα, χόρεψε δια να διασκεδάσουν τα παιδόπουλα, όπου πολιορκούν τον βλάχον και την ορχηστρίδα του, φαιδρά δια το σπάνιον φαινόμενον, κι οπού σε βλέπουν έκπληκτα, και σε περιεργάζονται και σε θαυμάζουν και σ’ εμπαίζουν και χοροπηδούν τριγύρω σου κι αυτά, και προσεγγίζουν όσον δύνανται, και πού και πού επιχειρούν ν’ αδράξουν τρίχες αιφνιδίως και βιαίως από την μαύρην σου προβιάν, καθώς διαβαίνεις έμπροσθέν των! Και αν από τα μάτια τα μικρά σου, κάποτε, τα θαμβωμένα, στιγμιαίον όνειρον αποστασίας διελαύνει, συλλογίσου, ότι υπάρχουν εις τον κόσμον και άλλαι αλυσίδες, και χονδρότεραι! Και αν, ενίοτε, το βλέμμα το καμμύον σου, μ’ έρωτα προσηλούται εις του αντικρύ βουνού τα πλάτη, σκέψου πως πριν να κάμης κι έν’ ακόμη βήμα δι’ εκεί, περισσότερ’ από μίαν θενά είν’ αι ράβδοι που θα σου συντρίψουν τα πλευρά! Και αν από τον σκοτισμένον νουν σου, και τ’ ασφυκτιώντα στέρνα σου, και την ψυχήν σου την βασανισμένην, πόθος περνά, ανάμνησις, επιθυμία, μάταιον ορμέμφυτον, ω, ενθυμήσου πως δεν έχεις πλέον ούτε νύχια κοπτερά, ούτε οξείς οδόντας, ούτε μυς αδρούς, ούτε αλκήν πνευμόνων, ούτε σφρίγος αίματος!
* * *

— Χάιντε, τώρα να χαιρετίσει τους αφεντάδες…
Και η αρκούδα, υψώνει προς το κούτελον το χέρι, κάμνει το σχήμα, ευσεβάστως, ως στρατιώτης…
— Χάιντε, τώρα να κάνει πώς φυλάγουντι οι γυναίκις για να μην τις μαυρίσ’ ου ήλιος…
Και η αρκούδα, συγκάμπτει τον αγκώνα παρευθύς, καλύπτει δι’ αυτού την μούρην της, προσπαθεί ν’ αντικρούση ούτω πως το φως, να γλιτώση τας ακτίνας του καυστικού άστρου, ων η φλόγα την φοβίζει…
— Χάιντε, τώρα να κάνει πώς κοιμάται ου γέρος με τη γριά…
Και η αρκούδα εξαπλώνετ’ εις το χώμα, και κυλίετ’ επ’ αυτού, τείνουσα τους πόδας της, ανάσκελα, με την ράχην καταγής, κινούσα τους οπισινούς μηρούς της εις ασελγή σχήματα. Όταν δ’ εγείρεται ορθή, εκ νέου, επί της δοράς της μελανής της, άσπρη κηλίς πλατεία σκόνης εκτυπούται. Κι έτσι, ο αλήτης, δίδει το ντέφι προς αυτήν, δια να γυρίση επί άγραν πενταρών. Αλλ’ οι κυράδες δεν δεικνύουν και μεγάλην προθυμίαν, κάνουν ότι δεν προσέχουν διόλου τον αλλόκοτον επαίτην, αποφεύγουν να του ρίψουν αμοιβήν. Μόνον δε τρεις ή τέσσερες επιτυγχάνει να μαζεύση, τις οποίες παρουσιάζ’ εις τον αφέντην της, κι εκείνος εν στιγμή τις χών’ εις το ταγάρι του, μεμψίμοιρος.
* * *

— Μα δεν την χόρεψες καλά…, λέγει δικαιολογουμένη προς αυτόν μία χονδρή.
— Δε χόρεψ’ καλά, δε λες που δε θες να δώσ’ς!…, αποκρίνετ’ ο βλάχος θυμωδώς.
Και δυσαρεστημένος, ο αλήτης, έλκει εκ του χαλινού το ζώον του, κινείτ’ εις αναχώρησιν. Και μελαγχολικόν, βαρύθυμον, με ύφος ανιών, τετραποδίζον πάλιν, ακριβώς όπως ένας μολοσσός, λειψόθριξ, κολοβός, βαίνει το αρκούδιόν του εξωπίσω του, σκύβον την κεφαλήν, αργά βαδίζον, με την πλατείαν άσπρην του κηλίδα εις τα νώτα, στρογγυλήν, διαγραφομένην στο τομάρι του. Και καθώς βαίνει έτσι, λέγεις πως πράγματ’ ίσως συλλογίζεται, ότι εάν δεν ήτον η κατηραμένη αυτή άλυσος και ο κλοιός ο απεχθής και ο φρικτός ο κρίκος, θεν’ απετίνασσε με ένα μόνον της σιαγόνος κτύπημα τον μισητόν αλήτην, θα εσκόρπιζε τον συρφετόν των παρεστώτων, και θεν’ έφευγ’ έκφρον, ωρυόμενον, προς των αγρών την έκτασιν. Αλλ’ ο χαλκάς τού σφίγγει πάντα στερεώς τας σιαγόνας, ο κρίκος δυνατά συνέχει το οξύ του ρύγχος κλειδωμένον, και η σιδηρά του άλυσος, τραχεία, το τραβά, και άτολμον, ουτιδανόν, νυστάζον, προστρίβετ’ εις τας κνήμας του ανθρώπου, προχωρούν, ενώ των παιδαρίων ο σωρός ηγείται κι έπεται, εξαγγέλλων ανά την συνοικίαν του εξευτελισμένου θηρίου την διαπόμπευσιν…

  • Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1893. Ο Μητσάκης είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ζώα που βασανίζονται και συχνά αναφέρεται σε διηγήματά του σ’ αυτό το θέμα. Στο διήγημα αυτό θα πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα η παρατηρητικότητα, η δύναμη της περιγραφής και η διεισδυτικότητα της σκέψης του συγγραφέα σε συνδυασμό με την εκφραστική άνεση και το γλωσσικό πλούτο του, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πεζογραφία του Μητσάκη.

* Αρχική εικόνα: A Dancing Bear Painting by August Jernberg

 

eirini aivaliwtouΜιχαήλ Μητσάκης, «Αρκούδα»
Περισσότερα

Κυκλοφορεί το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, «Μοτέλ Μορένα» με τη σύγκουση Τέχνης και μυστηρίου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ένα παράξενο νησί.

Ένας περιοδεύων θίασος

Μια ατμοσφαιρική ιστορία,

που παίζει με τα όρια της λογικής.

Το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, «Μοτέλ Μορένα», κυκλοφορεί ήδη από τη Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Ένας πενταμελής θίασος με επικεφαλής τους πρωταγωνιστές Ρομάν, σκηνοθέτη-συγγραφέα, και τη σύντροφό του Θίντα, πρώην σταρ του σινεμά, φτάνει στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας του, σ’ ένα παράξενο νησί με ψηλούς βράχους αλλά και οργιώδη βλάστηση. Όσα ακολουθούν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο αλλόκοτα από το απόκοσμο έργο που ο θίασος θα ανεβάσει μπροστά σε ένα εντελώς ιδιόρρυθμο κοινό. Δυνάμεις υπόγειες, αρχέγονες αλλά και διαχρονικές αρχίζουν να εμφανίζονται για να αμφισβητήσουν κάθε ορθολογισμό.

Το «Μοτέλ Μορένα» αφηγείται την άλλη πλευρά του πολιτισμού, που πολλοί νομίζουν ότι χάθηκε, αλλά τα ίχνη του είναι ορατά σε κάθε συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιστορία όπου η Τέχνη συγκρούεται με το μυστήριο που τη γέννησε.

Ο Αλέξης Σταμάτης στο νέο του βιβλίο παίζει με τα όρια της λογικής και δημιουργεί μια ατμοσφαιρική ιστορία, ανοιχτή σε ερμηνείες, με ισχυρό σασπένς και πλοκή που καθηλώνει, θυμίζοντας συχνά τον ονειρικό κόσμο του Ντέιβιντ Λιντς.

Δείτε εδώ το βίντεο του βιβλίου:

Αλέξης Σταμάτης

«Μοτέλ Μορένα»

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

eirini aivaliwtouΚυκλοφορεί το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη, «Μοτέλ Μορένα» με τη σύγκουση Τέχνης και μυστηρίου
Περισσότερα

«Φόνος – 5 Θεατρικά». Το βιβλίο του Στάθη Σκλαβουνάκου στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η Εκδοτική Ερμής και ο Στάθης Σκλαβουνάκος προσκαλούν το κοινό στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του «Φόνος 5 Θεατρικά», την Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017, στις 19:30, στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός.

Ομιλητές
Πέτρος Μάρκαρης, συγγραφέας
Γιάννης Σκοπετέας, καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Η Έρη Συμεωνίδη και ο Χρήστος Ιγγλέσης θα ερμηνεύσουν το μονόπρακτο «Προθέρμανση»

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ: Πλ. Καρύτση 8 – Τ 210 3221917
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ: Τηλ. 210 3845625 – F 210 3807747 – Ε hermes69@otenet.gr

Ο φόνος είναι πάντα ανάμεσά μας. Περνάει δίπλα, μας αγγίζει χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μας απειλεί και μας γοητεύει, μας τρομάζει και μας συντροφεύει. Ο φόνος με τη στενή έννοια, με μαχαίρι ή με δηλητήριο, αλλά και ο άλλος, με όπλο την αδιαφορία ή την εξοντωτική καθημερινότητα. Όλοι μπορούμε να γίνουμε δολοφόνοι όταν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες. Και ίσως να είμαστε δολοφόνοι χωρίς να το έχουμε καταλάβει. Τα θύματα των εγκλημάτων όμως μένουν και μας θυμίζουν τις ενοχές μας.
Στα πέντε θεατρικά έργα του βιβλίου, ο Στάθης Σκλαβουνάκος μπαίνει στην ψυχή των αναγνωρισμένων δολοφόνων, αλλά και των άλλων που κυκλοφορούν ασύλληπτοι ανάμεσά μας, ασφαλείς κάτω από την προστατευτική ασπίδα της αστικής τους τακτοποίησης.
Ο αναγνώστης θα ξεχωρίσει τους κρυφούς από τους φανερούς, τους ασυνείδητους από εκείνους που ζουν γεμάτοι τύψεις, τους επαγγελματίες από τους ερασιτέχνες.

Το έργο «Πάλι μαζί», που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, πήρε το Α΄ Βραβείο 2014 στο Θεατρικό Διαγωνισμό του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

* Ο Στάθης Σκλαβουνάκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο δημόσιο τομέα απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη Δημοσιογραφία. Άρθρα του για τον κινηματογράφο και το θέατρο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα.
Τα βιβλία του Ιχνεύμων, Vamps και Ανοιξιάτικο Απομεσήμερο κυκλοφορούν στις εκδόσεις Ερμής.

Στάθης Σκλαβουνάκος, Φόνος 5 Θεατρικά
ΣΕΛΙΔΕΣ: 176 – ΣΧΗΜΑ: 14 x 21 – ΤΙΜΗ: 8,48 ευρώ
ISBN: 978-960-320-236-3

eirini aivaliwtou«Φόνος – 5 Θεατρικά». Το βιβλίο του Στάθη Σκλαβουνάκου στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός»
Περισσότερα

«Η άλλη θάλασσα», το βιβλίο της Μυρτώς Παπαχριστοφόρου στην Οικία Κατακουζηνού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Σπίτι της Κύπρου, οι Εκδόσεις Περισπωμένη και το Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού διοργανώνουν την παρουσίαση του βιβλίου «Η άλλη θάλασσα» της Μυρτώς Παπαχριστοφόρου με υδατογραφίες της Κατερίνας Ατταλίδου.

H παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 24 Οκτωβρίου και ώρα 6.30 μ.μ. στην Οικία Κατακουζηνού, Λεωφ. Β. Αμαλίας, 4, Πλατεία Συντάγματος (5ος όροφος).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Κώστας Γεωργουσόπουλος, κριτικός, φιλόλογος, συγγραφέας, μεταφραστής

Άννα Μαραγκού, αρχαιολόγος, ιστορικός τέχνης

Κατερίνα Ατταλίδου, εικαστικός

καθώς και η συγγραφέας, η οποία και θα διαβάσει αποσπάσματα του βιβλίου.

Η παρουσίαση θα πλαισιωθεί από έκθεση των υδατογραφιών που κοσμούν το βιβλίο, οι οποίες θα εκτίθενται στον χώρο της Οικίας τις ακόλουθες μέρες και ώρες:

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 5.00 μ.μ. – 7.00 μ.μ.

Σάββατο 28 Οκτωβρίου και Κυριακή 29 Οκτωβρίου
6.30 μ.μ. – 7.30 μ.μ.

  • Η είσοδος είναι ελεύθερη
  • Περιορισμένες θέσεις

Κρατήσεις θέσεων: selavis@gmail.com
katerina.attalidou@gmail.com
myrtopapa@gmail.com

  • Εικόνα: Υδατογραφία της Κατερίνας Ατταλίδου
eirini aivaliwtou«Η άλλη θάλασσα», το βιβλίο της Μυρτώς Παπαχριστοφόρου στην Οικία Κατακουζηνού
Περισσότερα

Ο Γιώργος Δουατζής για τον ΕΔΟΕΑΠ, τον θάνατο της δεοντολογίας και την απούσα κοινωνική συνείδηση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Γιώργου Δουατζή

Όταν οι εντεταλμένοι για την ενημέρωση των πολιτών δημοσιογράφοι αδιαφορούν για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ίδιων και των οικογενειών τους. Όταν δημοσιογράφοι μένουν απαθείς σε απεργία πείνας συναδέλφου τους για τη διάσωση του δικού τους Ασφαλιστικού Ταμείου. Όταν τρέμουν τους εργοδότες τους και δεν τολμούν να γράψουν λέξη για την κατάρρευση του Ταμείου που καλύπτει τις ανάγκες των παιδιών τους. Όταν ως απεργοσπάστες αδιαφορούν για την αγωνία του κύριου σώματος των δημοσιογράφων που απεργεί. Τότε, για ποια ενημέρωση να μιλήσουμε, για ποια δεοντολογία, για ποια υπευθυνότητα, πώς και γιατί ο Έλληνας να εμπιστεύεται την ενημέρωση που του κάνουν οι δημοσιογράφοι;

 

 

Αυτό το σηπτικό φαινόμενο δεν αφορά μόνον τους δημοσιογράφους, αλλά όλους τους συμπολίτες μας. Είναι σημάδι κοινωνικής σήψης, χαρακτηρίζει την εποχή, προκαλεί μεγάλη ανησυχία για το πού πάει ο τόπος. Όποια κι αν είναι η αιτία της απόκρυψης των όσων ταλανίζουν τους χιλιάδες εργαζομένους στον Τύπο από τους ίδιους τους δημοσιογράφους, δικαιολογία δεν υπάρχει. Υποταγή στους εργοδότες; Φόβος; Αδιαφορία; Κάτι από αυτά πρέπει να υπάρχει. Αλλά ότι και να είναι αυτό, σημαίνει πως η εμπιστοσύνη προς αυτούς που μας ενημερώνουν έχει βαθύτατα κλονιστεί. Και όταν πλήττεται η ενημέρωση, το χτύπημα είναι βαρύ στις πλάτες της δημοκρατίας και ο δρόμος ανοιχτός για κάθε είδος αυταρχισμού από τους κυβερνώντες.

Παραθέτω τα στοιχεία:

Ο ΕΔΟΕΑΠ είναι το ταμείο που παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και επικουρική σύνταξη στους δημοσιογράφους και στους εργαζομένους στον Τύπο, με 18.500 ασφαλισμένους. Ένα υγιέστατο, μέχρι πρότινος, Ασφαλιστικό Ταμείο, το οποίο άρχισε να καταρρέει από τότε που οι κυβερνώντες του αφαίρεσαν τον βασικό του πόρο, το Αγγελιόσημο.

1. Ο κλάδος του Τύπου χτυπήθηκε από την ανεργία σε ποσοστό άνω του 45%. Κανείς δημοσιογράφος ή Μέσο Ενημέρωσης δεν το ανέφερε.

2. Οι καναλάρχες, εκδότες, είναι οι μοναδικοί εργοδότες που δεν πληρώνουν εργοδοτική ασφαλιστική εισφορά! Κανείς δημοσιογράφος ή Μέσο Ενημέρωσης δεν το ανέφερε.

3. Το νομοσχέδιο Κατρούγκαλου από τον Μάιο του 2016 δεν έκανε καμία πρόβλεψη για τον ΕΔΟΕΑΠ και τους 18.500 ασφαλισμένους του, πετώντας τους ουσιαστικά στον δρόμο. Κανείς δημοσιογράφος ή Μέσο Ενημέρωσης δεν το ανέφερε.

4. Τον Σεπτέμβριο του 2017 διακόπηκε η παροχή Επικουρικής Σύνταξης λόγω των άδειων ταμείων του ΕΔΟΕΑΠ. Κανείς δημοσιογράφος ή Μέσο Ενημέρωσης δεν το ανέφερε.

5. Στις 5 Οκτωβρίου ο δημοσιογράφος Θοδωρής Βαρίκος άρχισε απεργία πείνας διαμαρτυρόμενος για την κατάρρευση του Ταμείου. Ελάχιστοι δημοσιογράφοι έσπευσαν για συμπαράστασή του. Κανείς δημοσιογράφος ή Μέσο Ενημέρωσης δεν το ανέφερε.

6. Οι Γενικές Συνελεύσεις των φορέων του Δημοσιογραφικού Σώματος και των ασφαλισμένων στον ΕΔΟΕΑΠ, μετά βίας συγκέντρωσαν τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό απαρτίας και σε αυτές επικράτησαν σύγχυση, αντεγκλήσεις, πλήρης ασυνεννοησία. Παρά ταύτα, εκδόθηκαν αποφάσεις και ψηφίσματα. Κανείς δημοσιογράφος ή Μέσο Ενημέρωσης δεν τα ανέφερε.

7. Δύο σελίδες στο Facebook υπό τον τίτλο Πρωτοβουλία για τον ΕΔΟΕΑΠ και ΕΔΟΕΑΠ ανοιχτός, συγκέντρωσαν μόλις 5.141 μέλη, από το σύνολο των 18.500 ασφαλισμένων στο Ταμείο.

8. Στις συγκεντρώσεις των κινήσεων αυτών μετείχαν ελάχιστες δεκάδες δημοσιογράφων, κυρίως συνταξιούχοι.

Από την άλλη, όσοι εργάζονται, δεν γράφουν λέξη για αυτό το κοινωνικό ζήτημα το οποίο αφορά και τους ίδιους. Τους ακούω στις ενημερωτικές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, τους διαβάζω στις εφημερίδες και απορώ με την αδιαφορία για τον εαυτό τους, για την περίθαλψη των οικογενειών τους, για τους συναδέλφους τους, για την καταπάτηση κάθε έννοιας δεοντολογίας. Τους λυπάμαι και ντρέπομαι για την κατάντια τους.

Αναρωτιέμαι, αυτοί δεν ντρέπονται, δεν έχουν ίχνος ενοχής για τη σιωπηρή συναίνεση στο έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος χιλιάδων συναδέλφων τους, σε βάρος των ίδιων των οικογενειών τους; Πού κρύφτηκαν όλοι οι δημοσιογράφοι του εργατικού-ασφαλιστικού ρεπορτάζ; Πού οι αρχισυντάκτες και οι διευθυντές τους; Αυτοί που όταν αρρωστήσουν θα σπεύσουν για περίθαλψη στον ΕΔΟΕΑΠ, αλλά, ενδεχομένως, να βρουν τις πόρτες του κλειστές; Αυτή η έκφανση αυτοχειρίας με τρομάζει ως πολίτη, ως μέλος αυτού του κοινωνικού συνόλου. Αυτούς;
***
Το παραπάνω κείμενο, με την υπογραφή του δημοσιογράφου Γιώργου Δουατζή, αναρτήθηκε στο facebook και με την άδειά του κοινοποιείται εδώ στο catisart.gr
***
«Ο ποιητής μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι»

Γνωρίσαμε τον Γιώργο Δουατζή στη μικρή οθόνη και εκτιμήσαμε το έργο του. Τον συναντήσαμε ως ποιητή και συγγραφέα. Πριν από λίγες ημέρες με το κείμενο που ήδη διαβάσατε απέδειξε πόσο χρήσιμος είναι ένας ποιητής σε δύσκολους καιρούς.

Ο ίδιος απαντώντας στην ερώτηση αν «έχει λόγο ύπαρξης σήμερα ο ποιητής», είχε πει:

-Σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή ο ποιητής είναι παραπάνω από αναγκαίος. Είναι το άλλοθι των βαρβάρων. Μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι. Μας θυμίζει την αβάσταχτη πληγή της αξιοπρέπειας του πολίτη.

Αυτό ακριβώς έκανε ο Γιώργος Δουατζής με την επιστολή του. Μας θύμισε ότι είμαστε άνθρωποι. Μίλησε με σύνεση και χωρίς οργή. Μάλιστα σε συνέντευξή του τον Ιούλιο του 2017 στη δημοσιογράφο Τίνα Πανώριου, όταν ρωτήθηκε «τι τον οργίζει», εκείνος απάντησε:

«Η υποτίμηση της νοημοσύνης μας από όσους μας κυβερνούν. Οργίζομαι με την παράνοια που έχει κατακλύσει τη δημόσια ζωή και πληγώνει την αξιοπρέπεια των συνανθρώπων μας. Δεν αντέχεται πια η εικόνα των αστέγων, των αδύναμων γερόντων, των νέων με την απόγνωση στα μάτια, των τόσων απόβλητων της ζωής».

***

Ο Γιώργος Δουατζής γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 1948. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και Κοινωνιολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Δημοσιογράφος από το 1974 εργάστηκε σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, ως ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής. Διδάσκει παράλληλα σε Σχολές Δημοσιογραφίας. Γράφει συστηματικά από την εφηβεία του. Πρώτη του εμφάνιση το 1971 στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων «Άγκυρα». Δεύτερη εμφάνιση, η παράσταση χοροδράματος, βασισμένη στο ποίημά του «Αντικρουόμενα σύμβολα και πορεία στο φως» τον Μάιο 1973 σε μουσική Γ. Τσαγκάρη και χορογραφία Έλλης Παρασκευά.
Έχει εκδώσει 25 βιβλία, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί σε έξι γλώσσες.
Ως ερασιτέχνης φωτογράφος έχει εκθέσει φωτογραφίες του στις γκαλερί της Αθήνας «Εικαστικός Κύκλος» (συλλογική) το 2007 και «Αγκάθι» (ατομική) το 2008.

Τα βιβλία είναι τα εξής: Γραφτά, 1976, Ποίηση – Τοπική Αυτοδιοίκηση, 1986, δοκίμιο, Εξάντας – Τα Μικρά, 1996, Ποίηση, Κάκτος – Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη, 1997, ανθολόγηση, Κέδρος – Προς Δέκα Επιστολή, 2001, Ποίηση, Μίλητος – Προς Δέκα Επιστολή – Τα Ανεπίδοτα, 2003, Ποίηση, Εξάντας – Σπονδές, 2004, Ποίηση, Εξάντας – Τα Μικρά β’, 2004, Ποίηση, Εξάντας – Τα κόκκινα παπούτσια, 2004, Ποίηση, Εξάντας – Το Κουμπί, 2004, μονόπρακτο, Εξάντας – Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη, 2008, μυθιστόρημα, Λιβάνης – Περί Δημοσιογραφίας, 2010, δοκίμιο, Πεδίο – Φωτοποιήματα, 2010, Ποίηση, φωτογραφία, Καπόν – Πατρίδα των καιρών, 2010, Ποίηση, Καπόν – Το Κουμπί, έκδοση αναθεωρημένη, 2011, Ιωνικό Κέντρο – Το σπασμένο παιχνίδι, Κώστας Αξελός, 2011, Καπόν – Σχεδίες, 2012, Ποίηση, Καπόν – Να βγω από μένα, Γιάννης Δάλλας, 2013, Καπόν – Τα 99 Μικρά, 2013, Vakxikon – Η Άλλη λέξη, 2014, Γαβριηλίδης – Ωδή στα κόκκινα παπούτσια,(ελληνικά-ισπανικά), 2014, Γαβριηλίδης – Κράτα την Άνοιξη, 2014, Γαβριηλίδης, (ελλην.-γαλλικά) με CD – Ανάσα από πηλό, 2015, Μυθιστόρημα, Πάπυρος – Το κόκκινο κασκόλ, 2016, Ποίηση, Μανδραγόρας – Μουσουργός 2017, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Στίξις – Τα κάτοπτρα, 2017, Ποίηση Εκδόσεις Στίξις.
***
Τα «Κάτοπτρα» του Γιώργου Δουατζή, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Στίξις, αντανακλούν τη στοχαστική ματιά του συγγραφέα σε πολλές εκφάνσεις της ζωής. Μας ταξιδεύουν από το σκοτάδι στο φως, ανάμεσα σε μάσκες, πρόσωπα, προσωπεία, σκιές, προκαταλήψεις και στερεότυπα, για να συνθέσουν τελικά έναν ύμνο στη ζωή. Μας μιλούν, μεταξύ άλλων, για την απώλεια, την προσφορά, την τέχνη, την ποίηση, τον έρωτα, τη φθορά, το θάνατο, το χρόνο, τη ματαιοδοξία, την ευτυχία. Για όλα όσα συνθέτουν τον παράλογο κόσμο μας και τροφοδοτούν τον πολυκύμαντο ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου.
***
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος για το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή «Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη» (εκδόσεις Λιβάνη) είπε μεταξύ άλλων:
«Το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή αποτελεί ένα ιδιότυπο είδος λογοτεχνίας. Πραγματικά ιδιότυπο και μάλιστα πρωτότυπο στη δική μας ιστορία της λογοτεχνίας. Δεν θα διστάσω να πω ότι καταγωγικά το είδος αυτό ξεκινάει από την Πλατωνική φιλοσοφία και πιθανόν από τον Επίχαρμο που μιμήθηκε ο Πλάτωνας. Δηλαδή είναι μια πεζογραφία στοχαστική, διαλογικής μορφής. Διαθέτει αποσπάσματα ποιητικά, λυρικά, τα οποία αποτελούν ένα είδος χορικών σε αυτό το δράμα των συγκρούσεων δύο προσωπικοτήτων.

 

Το «Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη» έχει θεατρικότητα, με την έννοια ότι θεατρικότητα έχουν και οι διάλογοι του Πλάτωνα. Δηλαδή υπάρχει μια σύγκρουση ιδεών, δεν υπάρχει σύγκρουση χαρακτήρων. Μέσα όμως από αυτά, πηγάζουν και οι χαρακτήρες και η στάση ζωής και οι εμμονές και οι ψευδαισθήσεις.
Αυτό το βιβλίο εύχομαι να έχει συνέχεια, παρόλο που νομίζω ότι είναι το καταστάλαγμα μιας πορείας ποιητικής, ενός ανθρώπου ο οποίος τελικά κατέγραψε, όπως τελικά καταγράφουν οι καλλιτέχνες, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί την εμπειρία τους από τη δημιουργική πράξη, που είναι η ίδια καθαυτή η ποίηση».
***
Ο τ. Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Απόστολος Μπενάτσης  για το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή «Ο Μουσουργός» (Εκδόσεις Στίξις) είπε, μεταξύ άλλων:

«Πιστεύουμε πως «Ο Μουσουργός» αποτελεί μια θαυμαστή κορύφωση στη συγγραφική πορεία του Γιώργου Δουατζή. Αποδεικνύεται μάστορας στο λόγο και ανατόμος των ψυχικών καταστάσεων. Η χρήση των διαφορετικών φωνών, αλλά και των διαφορετικών οπτικών είναι τα στοιχεία εκείνα που καταξιώνουν το έργο στη συνείδηση του αναγνώστη. Το έργο προσφέρει εναλλαγές, αλλά πάντα διατηρεί μια αξιοζήλευτη ενότητα. Το μήνυμά του μάλιστα ότι το έργο τέχνης αποτελεί μια απόλυτη αξία και πως η κάθαρση ακολουθεί την παραβίαση ολοκληρώνει θαυμαστά το έργο που ονομάζεται «Ο Μουσουργός. Ταυτόχρονα το αφήγημα μιλάει σε επίπεδο βάθους για την ευτυχία, αλλά και τη δοκιμασία τού να ασχολείσαι με την τέχνη. Η ιδέα υπερβαίνει το παράδειγμα και αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά γνωρίσματα του έργου του Γιώργου Δουατζή, ο οποίος μας αφήνει να χαιρόμαστε ως αναγνώστες τα δημιουργήματά του, αλλά ταυτόχρονα να συνδιαλεγόμαστε νοερά με το μυθικό και ιδεολογικό του σύμπαν».

 

 

 

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Γιώργος Δουατζής για τον ΕΔΟΕΑΠ, τον θάνατο της δεοντολογίας και την απούσα κοινωνική συνείδηση
Περισσότερα

Γιώργος Χειμωνάς, «Ο Εχθρός του Ποιητή»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Από καιρό, από χρόνια πολλά ακολουθεί τον ποιητή ένας μυστηριώδης πρίγκιπας του πολέμου.

Κανένας δεν γνωρίζει ποιος είναι. Τη γενιά του το όνομά του το σκοπό του. Είναι πάντα μονάχος με σιωπή και σαν από ένα καθήκον ακολουθεί τον ποιητή. Στο τέλος τον υποτάσσει. Την ανύπαρκτη σχέση του μ’ αυτόν τώρα την κάνει σχέση. Αλλά μια σχέση τρομερή άδικη. Ανεξήγητη ως το τέλος. Με μιαν ανεξιχνίαστη κακία βασανίζει ταπεινώνει αναίτια τον ποιητή του βγάζει τα μάτια. Τον κλείνει στην φυλακή κι ο ποιητής πεθαίνει όμως αυτό δεν έχει σημασία.
Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος.
Ο ποιητής δεν φοβάται το θάνατο το λέει. Ο θάνατος είναι φυσικός η ποίηση είναι υπερφυσική. Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο άγνωστος εχθρός του ποιητή. Ο προαιώνιος κακούργος των ποιητών.
Τότε άκουσα τον οιωνό με το κλειστό το στόμα. Μοίρα του ποιητή είναι η τιμωρία. Χωρίς κανένα έλεος χωρίς αιτία χωρίς να υπάρχει έγκλημα. Ο βασιλιάς είναι ένα άγνωστο αδυσώπητο πλάσμα κακό. Έχει αποστολή κι υπόσταση να ταπεινώνει να τρομάζει. Να βασανίσει ν’ αφανίσει τον ποιητή.
Γιατί ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό.
Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν.
Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό εχθρό. Έτσι ζει πάντα ο ποιητής. Απειλημένος καταπατημένος δικασμένος. Μέσα στο σκοτάδι γιατί άγρια τον τύφλωσαν. Με θανάσιμη αγωνία με μεγάλες κινήσεις στον αέρα. Φυλάγεται αλλά έρχεται πάντα η ώρα που θα τρομάξει και θα νικηθεί.
Τον ήξερα από πάντα αυτόν το πρώτο νόμο της ποίησης…

Ότι η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία. Τέτοιο είναι πάντα το τέλος των ποιητών να καταστρέφονται χωρίς αιτία.»

Γιώργος Χειμωνάς
«Ο Εχθρός του Ποιητή»

Ο Γιώργος Χειμωνάς (1938-2000) γεννήθηκε στην Καβάλα. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1962 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του μόνιμα στην Αθήνα. Σπούδασε Ιατρική στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Αθήνας, Παρισιού.
Πρωτοπαρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1960 με το αφήγημά του «Ο Πεισίστρατος» που δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη και κέρδισε το Λογοτεχνικό Βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης. Εξέδωσε ακόμα τα πεζογραφήματα: «Η εκδρομή» 1964, «Μυθιστόρημα» 1966, «Ο Γιατρός Ινεότης» 1971, «Ο γάμος» 1974, «Ο αδελφός» 1975, «Οι χτίστες» 1979, «Τα ταξίδια μου» 1984, «Ο εχθρός του ποιητή» 1990. Ακόμα έχουν εκδοθεί τα δοκίμιά του: «6 μαθήματα για τον Λόγο» 1984, «Έβδομο μάθημα για τον Λόγο: Λόγος, ο Χρόνος και το Σύμβολο» 1984, «Η δύσθυμη Αναγέννηση: Όγδοο μάθημα για τον Λόγο» 1987, «Τα όνειρα της αϋπνίας» 1994, «Ένατο μάθημα για τον Λόγο» 2001. Επίσης μετέφρασε την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, τις «Βάκχες», τη «Μήδεια» και τον «Ορέστη» του Ευριπίδη, τον «Άμλετ» και τον «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ.
Έγραψε το λιμπρέτο της όπερας «Πυλάδης» που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής σε σκηνοθεσία και σκηνογραφία Διονύση Φωτόπουλου και μουσική Γιώργου Κουρουπού.
Πέθανε στο Παρίσι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, στις 27 Φεβρουαρίου 2000.

  • Ήταν παντρεμένος με τη συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη. Γιος τους είναι ο συγγραφέας Θανάσης Χειμωνάς.
  • Πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Η άλλη πλευρά της επιστημονικής του παρουσίας, η ψυχιατρική. Ρεαλιστής, θεωρούσε πως η ζωή με τον περίγυρο της είναι πηγή έμπνευσης.
eirini aivaliwtouΓιώργος Χειμωνάς, «Ο Εχθρός του Ποιητή»
Περισσότερα

«Το βιβλίο του Νερού» στην Οικία Κατακουζηνού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Tο βιβλίο του Ανδρέα Φιλιππόπουλου – Μιχαλόπουλου «Το βιβλίο του Νερού» παρουσιάζεται την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017, στις 8 μ.μ., στην Οικία Κατακουζηνού, Λεωφ. Β. Αμαλίας 4, Πλατεία Συντάγματος (5ος όροφος). Με τον συγγραφέα θα συνομιλήσουν η Χρύσα Φάντη, συγγραφέας και ο Γρηγόρης Γρηγορακάκης, αρχαιολόγος.

Είσοδος Ελεύθερη

Υπάρχουν περιορισμένες θέσεις για λόγους ασφαλείας.

Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

  • Διαβάστε ακόμα:

Μια αθηναϊκή περιήγηση

«Σοφία» – παράσταση

«Σοφία» – κριτική παρουσίαση

eirini aivaliwtou«Το βιβλίο του Νερού» στην Οικία Κατακουζηνού
Περισσότερα

Η Λούλα Αναγνωστάκη δεν είναι πια εδώ…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Έφυγε» το πρωί της Κυριακής 8 Οκτωβρίου 2017 από τη ζωή στον ύπνο της η συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1934 και ήταν μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Σπούδασε και πήρε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Με τον αδελφό της, Μανώλη Αναγνωστάκη

Εμφανίστηκε στο θέατρο το 1965 με την τριλογία της Πόλης («Η διανυκτέρευση», «Η πόλη», «Η παρέλαση»), που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν.

 

Η Λούλα Αναγνωστάκη με τον Κάρολο Κουν ο οποίος την παρουσίασε για πρώτη φορά στο θέατρο.

Το Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το τρίπρακτο έργο της «Η συναναστροφή», σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Ακολούθησαν: «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982), «Ο ήχος του όπλου» (1987), όλα από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε Το «Ταξίδι μακριά» από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.

Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη έχουν επίσης παρουσιαστεί από αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).
Δημιουργός μιας ιδιαίτερης γραφής, η Λούλα Αναγνωστάκη αποτύπωσε στα έργα της το εσωτερικό τοπίο του σύγχρονου Έλληνα και τις μεταβολές του υπό την επίδραση της Ιστορίας. Πραγματεύτηκε τα σημαντικότερα θέματα της μεταπολεμικής περιόδου στη χώρα μας, όπως το τραύμα, η ενοχή, η μοναξιά, η ήττα. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας και μετά τη μεταπολίτευση, πραγματεύεται τον εγκλωβισμό των ανθρώπων και των κοινωνιών, τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας και το αίσθημα ασφυξίας του ατόμου. Βαδίζει το δικό της δημιουργικό, μοναχικό δρόμο, επενδύοντας ιδιαιτέρως στη μουσική διάσταση του λόγου της, που ενισχύει τη δραματικότητα και την εμβέλειά του.

Παντρεύτηκε το συγγραφέα και καθηγητή Ψυχιατρικής Γιώργο Χειμωνά και είναι μητέρα του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά.

Η Λούλα Αναγνωστάκη με τον Γιώργο Χειμωνά.

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 10 Οκτωβρίου από το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας, το απόγευμα στις 4.

***
Διαβάστε το κείμενό της με τον τίτλο «Η γάτα Αγαύη» που αναρτήθηκε εδώ στο catisart.g στις 15 Οκτωβρίου 2015.

 

Η ΠΟΛΗ

Απόσπασμα από το έργο της Αναγνωστάκη «Η Πόλη»:

Ελισάβετ: Έχω την εντύπωση πως ούτε καν μ’ ακούς. Όταν σκοτείνιαζε εντελώς ανεβαίναμε στην ταράτσα. Μου ’δειχνε μακριά τις παλιές συνοικίες και τα κάστρα που τις περιβάλλουν… Τα’ χεις δει ποτέ αυτά τα κάστρα;

Κίμων: Δε φαίνονται από το παράθυρο.

Ελισάβετ: Όχι, δε φαίνονται από το παράθυρο. Μόνο από ψηλά – πολύ ψηλά. Αυτά τα κάστρα που άλλοτε ήταν το φρούριο της πόλης και τώρα έχουν γίνει φυλακές.

Κίμων: Φυλακές;

Ελισάβετ: Ναι, υγρές, σκοτεινές φυλακές.

Κίμων: Τι κάνατε στην ταράτσα;

Ελισάβετ: Κοιτάζαμε. Εκείνος τέντωνε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. «Εκεί», μου έλεγε, «εκεί πέρα, τα χαράματα ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Δεν καταλάβαινα γιατί επέμενε να μου το λέει αυτό κάθε βράδυ και να μου δείχνει τεντώνοντας το δάχτυλό του προς το βορρά. Έπειτα χαθήκαμε κι έπειτα μια μέρα διάβασα το όνομά του στην εφημερίδα. Ήταν κι αυτός ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο και είχε εκτελεστεί την αυγή. Δεν είναι παράξενο;

Κίμων: Τι είναι παράξενο;

Ελισάβετ: Δε με προσέχεις. Τόση ώρα σου μιλάω και δε με προσέχεις. Κανείς ποτέ δε με πρόσεξε πραγματικά. (…) Θες να σου πώ τι συνέβαινε όταν ήμουν μικρή; Οχτώ χρονών;

Κίμων: Σε παρακαλώ, ηρέμησε. Δε χρειάζεται να μου πεις τίποτα. Άλλωστε, είναι ώρα φαγητού.

Ελισάβετ: Γυρνούσα από το σχολείο και το δωμάτιό μου ήταν άνω-κάτω. Το κρεβάτι ξέστρωτο, όπως το είχα αφήσει το πρωί, φεύγοντας. Κανείς, μα κανείς δε φρόντιζε να μου το στρώσει. (…) Κι όταν ήμουν δέκα χρονών, φεύγαν όλοι τα βράδια, μ’ άφηναν μόνη και στο απέναντι σπίτι μέναν κάτι γριές. Δεν ήξερα πώς να περάσω την ώρα μου, τις χάζευα. Χάζευα τις γριές, αυτή ήταν η διασκέδασή μου…

Κίμων: Τι έχεις μέσα στα πακέτα;

Ελισάβετ: Ήταν μια με κίτρινο δέρμα κι άσπρα μακριά μαλλιά, ίδια μάγισσα, δεν ξεκολλούσε ποτέ από το παράθυρο, τόσο που νόμιζα ότι ήταν ζωγραφισμένη στο τζάμι κι έπειτα ερχόταν μια άλλη και άναβε το καντήλι…

Κίμων: Πάψε…

Ελισάβετ: Κι είχαν κι έναν μπουφέ με καθρέφτη κι αυτό το καντήλι έκανε να φαίνονται σκιές στον καθρέφτη, έκανε να φαίνονται σκιές παντού, πελώριες σκιές και φοβόμουν…

Κίμων: Πάψε, πάψε λοιπόν!

***

Η ΝΙΚΗ

Ακολουθεί απόσπασμα από το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, με τίτλο «Η Νίκη»:

Βάσω: Έχω ένα προαίσθημα.

Γριά: Όπως και τότε.

Βάσω: Έχω ένα προαίσθημα.

Γριά: Καλό ή κακό;

Βάσω: Δεν ξέρω. Σαν να ‘χει τελειώσει κάτι και ν’ αρχίζει κάτι άλλο.

Γριά: Καλό ή κακό;

Βάσω: Καλό. Γιατί αυτό θα είναι το τελευταίο. Ό,τι είναι το τελευταίο σ’ ανακουφίζει έτσι κι αλλιώς, ε;

Γριά: Ρίξε κανά κάρβουνο.

Βάσω: Χαίρεσαι που αρραβωνιάζεται ο Νίκος;

Γριά: Δεν έπρεπε να γίνει αυτό.

Βάσω: Γιατί; Όταν παντρεύτηκα εγώ, δεν κρατιόσουνα από τη χαρά σου.

Γριά: Με είδες ποτέ να χαρώ για τίποτα;

Βάσω: Ναι, ναι, χάρηκες, γιατί νόμισες πως θα με ξεφορτωνόσουνα, πως θα ’φευγα από την Ελλάδα και δε θα με ξανάβλεπες. Όμως εγώ θα σ’ άφηνα ποτέ μόνη σου; Θα ’φευγα εγώ χωρίς εσένα;

Γριά: Δεν καταλαβαίνω τι λες. Πάντως να χαρώ δε θα με δεις ποτέ. Ποτέ!

Βάσω: Μη σώσεις! Τ’ ακούς; Μη σώσεις!

Μικρή: Εγώ χαίρομαι που αρραβωνιάστηκε ο Νίκος μας. Χαίρομαι-χαίρομαι-χαίρομαι.

Γριά: Ο Νίκος μας… Δικός σου είναι;

Μικρή: Έτσι τον λέμε.

Γριά: Μπας και φαντάζεσαι πως είναι και αληθινός σου αδελφός;

Μικρή: Είναι. Ο ίδιος μου το ‘πε. Αφού ο μπαμπάς μου παντρεύτηκε την αδερφή του, γίναμε συγγενείς.

Γριά: Προγόνι είσαι και θα’ σαι σ’ όλη σου τη ζωή.

Μικρή: Καλέ γιαγιά…

Γριά: Μη με λες γιαγιά!

Μικρή: Α! Τα προικιά! Τα προικιά της νύφης! Το πέπλο, το πέπλο! Είν’ αυτό που φορούσε η αληθινή μου μάνα! Το γνώρισα! Το είχαμε φυλαγμένο!

Βάσω: Σιγά, μην τραβάς.

Μικρή: Βγάλ’τα, βγάλ’τα να ξετσαλακώσουν.

Γριά: Άστε το κει. Μην το βγάζετε!

Βάσω: Δώρα για το Νίκο είναι. Σαν να μην το πολυαγαπάς το μικρό, ε;

Γριά: Το παιδί μου δεν αγαπώ;

Βάσω: Λυπάσαι που παντρεύεται. Πειράζεσαι που παίρνει ξένη.

Γριά: Ξένη, δικιά μας, όλες ίδιες είναι.

Βάσω: Θαρρώ πως σε καίει και σε παρακαίει.

Γριά: Είπα. Είναι μικρός ακόμα. Δεν κάνει για γάμους.

Βάσω: Ενώ εγώ ήμουνα μεγάλη κι έπρεπε να πάρω όποιον κι όποιον. (…) Γι’ αυτό το κανα. Για να ξενιτευτώ. Είναι ωραία εδώ. Γιατί δε βγαίνεις ποτέ να δεις πόσο ωραία είναι; (…) Τι βλέπεις από δω; Τα τρακτέρ που πάνε να λιώσουν τα σκουπίδια; Εδώ είναι σκουπιδαριό γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς.

Γριά: Και στην Ελλάδα σε σκουπιδαριό μέναμε.

Βάσω: Βλέπεις;

Γριά: Αυτό ήξερα, αυτό μου άρεσε.

Βάσω: Έλα να σε πάω μια βόλτα αύριο. Θα περπατάμε σιγά σιγά, δε θα κουραστείς. Δέκα λεφτά θέλει το λεωφορείο. Βγαίνεις από δω και τότε αρχίζουν τα ωραία. Να δεις κήπους και να χάσεις το νου σου. (…) Σαν έπαιρνες τον ηλεκτρικό στην Αθήνα τράβαγες κατά τις φυλακές.

Μικρή: Εμένα, ο Βασιλικός Κήπος μ’ άρεσε πιο καλά απ’ όλα.

Γριά: Ε, ναι, λοιπόν. Στις φυλακές. Εγώ ένα δρόμο ήξερα – όλη μου τη ζωή. Κι αυτόν δεν τον έχω πια. Κόψε την κουβέντα.

Βάσω: Κι ένα γιο είχες, το μεγάλο, και στον έκοψα κι αυτόν, ε; Μάνα, δε μ’ αγαπάς. ούτε και το Νίκο – Θαρρώ θα προτιμούσες να’ χαμε πεθάνει.

Γριά: Δεκάξι χρόνια τα ίδια πράγματα λες.

Βάσω: Πες το επιτέλους, παραδέξου το! Θα σου κάνει καλό – πεθαμένοι μάνα, νεκροί, ο Νίκος κι εγώ!

Μικρή: Πες της το, πες της το αφού το θέλει.

Βάσω: Σκάσε συ.

Μικρή: Μα καλέ μαμά, σε βασανίζει. Αφού θα στο πει στο τέλος, έτσι δεν κάνει πάντα; Σε πεισμώνει πρώτα καλά καλά. (…) Πες της το, πες της το αλλιώς δε θα ανοίξει το μπαούλο.

Βάσω: Σκασμό εσύ – ποτέ δεν τόλμησε να μου το πει. Σήμερα όμως θα το πει. Θέλω να το ακούσω. Θα σου κάνει καλό.

***

Σ’ ΕΣΑΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ

Εδώ παρατίθεται ένα απόσπασμα από το έργο της Λ. Αναγνωστάκη «Σ’ εσάς που με ακούτε».

Άγης: Τι κάνεις εσύ εδώ;

Σοφία: Ετοιμάζομαι για αύριο – είπαμε θα έρθω μαζί σου – δεν είπαμε; Είμαι ντυμένη όπως τη θες;

Άγης: Ναι – μ’ αρέσουν οι γόβες παρ’ όλο που εκείνη…

Σοφία: Ναι, ξέρω. Φορούσε μποτάκια. Το ένα τακούνι πιο ψηλό – γιατί κούτσαινε λίγο.

Άγης: Έχεις μια καπαρντίνα;

Σοφία: Αυτή;

Άγης: Έτσι. Βάλε τα χέρια σου στις τσέπες – τι έχουν μέσα;

Σοφία: Δύο πφένιχ – ένα κραγιόν που νόμιζα ότι είχα χάσει.

Άγης: Μ’ αρέσει αυτό. (…)

Σοφία: Πες μου το όνομά της – γιατί δεν μου το λες;

Άγης: Δε θέλω. (…)

Σοφία: Γιατί δε θες να μου το πεις εμένα;

Άγης: Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν την έχεις ακουστά.

Σοφία: Σίγουρα όχι. Πες μου τουλάχιστον πως θα τη λένε στο βιβλίο σου. (…)

Άγης: Δε θα το πιστέψεις, αλλά πριν από λίγο μου ήρθε ξαφνικά και θα τη λένε Τρούντελ.

Σοφία: Τρούντελ.

Άγης: Τρούντελ, ναι, το πιο συνηθισμένο, το πιο ασήμαντο γερμανικό όνομα.

Σοφία: Και μένα τώρα ξαφνικά μου ήρθε και λέω αύριο ν’ αρχίσω έτσι: «Είμαι νεκρή. Με δολοφόνησαν μια νύχτα και έπειτα μ’ έριξαν στο ποτάμι».

Άγης: Τι άλλο θα πεις;

Σοφία: Θα πω: «Εμένα όμως μ’ αρέσουν τα ποτάμια. Μου αρέσει να βλέπω τα νερά τους.»

Άγης: Τι άλλο σου αρέσει; (…)

Σοφία: Πριν νυχτώσει, να κάνω μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού. Μαζί με τον Χανς.

Άγης: Τι άλλο;

Σοφία: Τίποτα άλλο. Αλήθεια τίποτα. Δεν ξέρω τίποτα που να μου αρέσει.

Άγης: Είναι γιατί έχεις αυτή την κατάθλιψη.

Σοφία: Ναι;

Άγης: Και ‘κείνη, παρ’ όλο που ήταν τόσο ζωντανή, πρέπει να είχε περιόδους κατάθλιψης.

Σοφία: Άγη, δε μ’ αγαπάς πια.

Παναγιώτης ΜήλαςΗ Λούλα Αναγνωστάκη δεν είναι πια εδώ…
Περισσότερα

Σεμινάριο δημιουργικής γραφής από τον Βασίλη Αλεξάκη στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Βασίλης Αλεξάκης επιστρέφει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων για ένα νέο κύκλο σεμιναρίων δημιουργικής γραφής, από τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017 μέχρι τη Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου.

Στόχος της δημιουργικής γραφής είναι η απελευθέρωση της φαντασίας του συντάκτη. Γι’ αυτό το σκοπό, ο συγγραφέας βασίζεται στις ασκήσεις που επινοήθηκαν από την ομάδα OULIPO (Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας, Παρίσι) και χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια στο πλαίσιο της σχετικής εκπομπής του Τρίτου Προγράμματος της γαλλικής ραδιοφωνίας στην οποία συμμετείχε ο ίδιος επί δεκαπέντε χρόνια. Το σύστημα αυτό επιβάλλει κανόνες στους γράφοντες (όπως η υποχρεωτική αναφορά σε κάποιες λέξεις, διαλεγμένες στην τύχη), κανόνες που, αν και φαινομενικά καθιστούν πιο δύσκολο το παιχνίδι της γραφής, στην πραγματικότητα το διευρύνουν, του δίνουν αναπάντεχες κατευθύνσεις και λειτουργούν σαν ερεθίσματα.

Διάρκεια του σεμιναρίου: Δευτέρα 11 έως Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017, 7 τρίωρα μαθήματα, ώρες: 20:00-23:00, κάθε μέρα, εκτός Πέμπτης 14 Δεκεμβρίου.

Αιτήσεις στο info@polychorosket.gr, στο 213.00.40.496 και στο 69.45.34.84.45

Κόστος συμμετοχής: 200 € (περιορισμένος αριθμός συμμετοχών)

Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α
11361 Κυψέλη, Αθήνα 

213.00.40.496& 69.45.34.84.45

ΠΡΟΣΒΑΣΗ με αυτοκίνητο: εύκολο παρκάρισμα | με λεωφορείο (στάση Καλλιφρονά): 054, 608, 622, Α8, Β8 | με τρόλεϊ (στάση Καλλιφρονά): 3, 5, 11, 13, 14 | (στάση Πλατεία Κυψέλης): 2, 4 | με ΗΣΑΠ: Άγιος Νικόλαος (15 λεπτά με τα πόδια)

https://polychorosket.gr

https://www.facebook.com/tvcontrolcenter/

https://twitter.com/TVControlCenter

https://www.instagram.com/TVControlCenter/

https://www.flickr.com/photos/polychorosket/albums

eirini aivaliwtouΣεμινάριο δημιουργικής γραφής από τον Βασίλη Αλεξάκη στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων
Περισσότερα

Οικία Κατακουζηνού: «Ηλύσιον. Μια αθηναϊκή περιήγηση με αφορμή ένα κτήριο της Καλλιθέας»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

 

Ο Γ. Φιλάρετος στο Αριστοτέλειον
του α’ ορόφου του Ηλυσίου (1926)
Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α

Το Δ.Σ. του Ιδρύματος Κατακουζηνού παρουσιάζει διάλεξη των Σταύρου Ι. Αρβανιτόπουλου, Δρος Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Νίκου Βατόπουλου, δημοσιογράφου της εφημερίδας «Η Καθημερινή» με θέμα:

«Ηλύσιον: Μια αθηναϊκή περιήγηση με αφορμή ένα κτήριο της Καλλιθέας»

Η εκδήλωση διοργανώνεται με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Σταύρου Ι. Αρβανιτόπουλου: «Μελετητήριον Ηλύσιον εν Καλλιθέα Αθηνών. Το κτήριο της βιβλιοθήκης του Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου στο αθηναϊκό προάστιο Καλλιθέα«.

Πρωτοποριακής έμπνευσης, σχεδιασμένο εξ αρχής για ειδική χρήση –τη στέγαση και ανάδειξη της Βιβλιοθήκης του ιδιοκτήτη του–, το Ηλύσιον συνιστά ένα κτήριο εμβληματικό για την ιστορία της Καλλιθέας, της όλως εξέχουσας προσωπικότητας του Γ. Φιλαρέτου και συγχρόνως του συνυφασμένου με την ανάπτυξη του εν λόγω προαστίου ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου Θετική Αγωγή Αποστολοπούλου (έτος ίδρυσης: 1934)

Θα παρουσιαστεί η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής και τα σημαντικότερα κτήρια των Αθηνών κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, σημαντικές προσωπικότητες, η αθηναϊκή κοινωνία,
οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το Ηλύσιον και τα σύγχρονά του κτίσματα, τα οποία αποτυπώνουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ουσιαστική μετάβαση από τον 19ο αι. και την belle époque στη νέα πραγματικότητα του Mεσοπολέμου.

Η πρόσοψη του Ηλυσίου με την πινακίδα της Θετικής Αγωγής Αποστολοπούλου
(περ. 1955-1959). Αρχείο Θετικής Αγωγής

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Στις 20.00

Οικία Κατακουζηνού
Λεωφ. Βασ. Αμαλίας 4, 5ος όροφος
Πλατεία Συντάγματος

Περιορισμένες θέσεις

Για κρατήσεις θέσεων: info@katakouzenos.gr
& rvmanos@hol.gr

  • Αρχική φωτογραφία: Ηλύσιον. Αναμνηστική φωτογραφία μαθητών και διδασκόντων
    μπροστά στην κεντρική είσοδο (1939-1940)
    Αρχείο Θετικής Αγωγής
eirini aivaliwtouΟικία Κατακουζηνού: «Ηλύσιον. Μια αθηναϊκή περιήγηση με αφορμή ένα κτήριο της Καλλιθέας»
Περισσότερα