Animal stories

Αντώνης Σουρούνης, «Άνθρωποι και δελφίνια»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αυτό που παθαίνω με τα δελφίνια δεν το παθαίνω ούτε με τους ανθρώπους. Όσα και να ‘χω δει στη ζωή μου χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Άσχετα αν τα είδα στην πραγματικότητα, στη μικρή ή μεγάλη οθόνη ή φωτογραφημένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Η αλήθεια είναι ότι τ’ αγαπάω. Κι άλλα ζώα όμως αγαπάω και τα ‘χω ξεχάσει. Υπάρχουν μάλιστα και ορισμένα που ζήσαμε μαζί και τα ξέχασα. Όλ’ αυτά τα δελφίνια που προανέφερα, ζωντανά, φωτογραφημένα, κινηματογραφημένα, εκτοπίστηκαν εδώ και κάμποσο καιρό από ένα νεκρό δελφίνι, που το είδα σε φωτογραφία της εφημερίδας Μακεδονία. Κείτονταν νεκρό στην παραλία της Αρετσούς, της Νέας Κρήνης, πυροβολημένο από την καραμπίνα κάποιου ψαρά. Δε θυμάμαι τι έλεγε το ρεπορτάζ. Αν δηλαδή είχε εξοκείλει μόνο του για να πεθάνει εκεί, αν το είχε ξεβράσει η θάλασσα σαν άχρηστο πια ή αν το είχε σύρει ο φονιάς του για να το επιδείξει. Έχω ξεχάσει τα λόγια, μόνο τη φωτογραφία θυμάμαι. Κείτονταν νεκρό, όπως είπα, στη βρόμικη άμμο, με μια αιώνια θα ‘λεγα μεγαλοπρέπεια, τέτοια που λίγα ζώα διαθέτουν κι ακόμα πιο λίγοι άνθρωποι. Πάνω από μια βδομάδα ήταν σ’ εκείνη τη θέση, κατάχαμα, σαν πίνακας νεκρής, κατάνεκρης φύσης, έργο κι αυτό του ανθρώπου, μέχρι που δημοσιεύτηκε η φωτογραφία του κουφαριού του κι ήρθαν και το περιμάζεψαν, όχι από ντροπή αλλά από δημαρχιακή πολιτική. Αναδύθηκε στη μνήμη μου πάλι προχτές, που διάβασα στις εφημερίδες πως δυο γερμανοί βιοψυχολόγοι, πειραματιζόμενοι με διατηρημένους εγκεφάλους δελφινιών, έφταναν να αναρωτιούνται «μήπως τα δελφίνια δεν είναι τόσο έξυπνα όσο φαίνονται». Κάποτε θα έφταναν. Μπορεί να είδαν κι αυτοί τη φωτογραφία που είδα εγώ στη Μακεδονία και που φάνταζε σαν το τέλος όλων των δελφινιών του κόσμου. Κι όταν έχει επέλθει το τέλος κάποιου που υπήρξε ιδιαίτερα ευφυής, ιδιαίτερα αγαπητός, ιδιαίτερα γενναίος, έρχονται κάποιοι κάποτε και τον αποκαθηλώνουν, φέρνοντάς τον στα μέτρα του δικού τους μυαλού, της δικής τους καρδιάς και της δικής τους ανδρείας.
Πριν από χρόνια που ταξίδευα με ελικόπτερο πάνω από τη θάλασσα του Αγίου Όρους, είχα την τύχη να δω μια οικογένεια δελφινιών, που ταξίδευε κι αυτή παίζοντας. Ελεύθερα μέσα στο πέλαγο, φωνάζανε, μας χαιρετούσαν, έκαναν άλματα για να μας φτάσουν. Κι είχα την ατυχία να παρακολουθήσω σ’ ένα θαλάσσιο τσίρκο την κατάντια τους. Μπορεί να ήταν και η ίδια οικογένεια, δεν ξέρω, όμως ό,τι έκαναν το έκαναν για ένα ψάρι. Εκτελούσαν κάθε νούμερο που τους πρόσταζε ο δεσμοφύλακάς τους μόνο για την τροφή τους. Βουτιές, πηδήματα, τούμπες και κωλοτούμπες. Τα παιδάκια χειροκροτούσαν και οι γονείς χαίρονταν με τη χαρά τους. Κανείς δεν τους λέει ότι τα δελφίνια αυτά είναι φυλακισμένα και καταδικασμένα σε θάνατο. Ότι έχουν ψαρευτεί απ’ τους επιτήδειους, όπως οι γυναίκες που καταφθάνουν από τις γύρω χώρες στη χώρα μας, κι ότι έχουν πουληθεί με το κεφάλι, όπως εκείνες. Πενήντα χιλιάδες δολάρια, τόσα κοστίζει ένα δελφίνι στο τσίρκο, και πρέπει να βγάλει γρήγορα τα λεφτά του γιατί πεθαίνει και γρήγορα.
Στη θάλασσα ζει μέχρι και πενήντα χρόνια, στις πισίνες όμως με το χλώριο, τις κρέμες που τα αλείφουν και τ’ άλλα δηλητήρια δεν αντέχει για πολύ. Είναι και η αντιπαλότητα που υπάρχει με τ’ άλλα δελφίνια για κείνο το ψάρι και πρέπει συνεχώς να μάχεται όπως οι μονομάχοι στις αρένες. Το πλήθος ενθουσιάζεται με κάτι τέτοια και επευφημεί. Τον πρώτο καιρό εξάλλου τα ταΐζουν με νεκρά ψάρια για να τα καταστήσουν τελείως υπάκουα. Πολλά κερδίζουν το ψάρι τους τρελαμένα, επειδή μπερδεύονται με τα κύματα που αναπαράγονται στις τετράγωνες αυτές δεξαμενές και παθαίνουν ό,τι θα πάθαινε κι ο άνθρωπος αν ζούσε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες. Έτσι λένε κάτι άλλοι επιστήμονες.
Η είδηση δε λέει αν οι δύο επιστήμονες για τα πειράματά τους χρησιμοποίησαν εγκεφάλους φυλακισμένων ή αλανιάρικων δελφινιών. Γιατί όσο έξυπνος και να ‘σαι, έπειτα από τόσο μακρόχρονη φυλάκιση και τέτοια ζωή, το λιγότερο που μπορείς να χάσεις είναι το μυαλό σου. Μπορεί όμως να συμβαίνει και τ’ άλλο. Να επρόκειτο δηλαδή για δελφίνια αλανιάρικα και όπως ένας κουτός άνθρωπος θεωρεί βλακείες ό,τι αδυνατεί να καταλάβει, έτσι κι εμείς να φτάσαμε στο συμπέρασμα πως τα δελφίνια «δεν είναι τόσο έξυπνα όσο φαίνονται».

Α. Σουρούνης, Κυριακάτικες ιστορίες,
Καστανιώτης

  • Το αφήγημα προέρχεται από το βιβλίο Κυριακάτικες Ιστορίες (2002) του Αντώνη Σουρούνη. O συγγραφέας εκκινεί από τη θλιβερή φωτογραφία που είδε στην εφημερίδα και απεικόνιζε δύο πεθαμένα και παραπεταμένα δελφίνια σε παραλία της Χαλκιδικής. Το δυσάρεστο αυτό συμβάν προβληματίζει γενικότερα το συγγραφέα για την ανθρώπινη αδιαφορία και την κακομεταχείριση των έξυπνων και φιλικών δελφινιών.
eirini aivaliwtouΑντώνης Σουρούνης, «Άνθρωποι και δελφίνια»
Περισσότερα

Ένα φιλί από τον Βλαντιμίρ Πούτιν στον νεαρό καλοθρεμμένο και «πιστό» του φίλο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στο Τουρκμενιστάν η τοπική φυλή των τσοπανόσκυλων έχει το όνομα Alabai. Ένα κουτάβι αυτής της ράτσας έκανε δώρο ο πρόεδρος του Τουρκμενιστάν, Γκουρμπανγκουλί Μπερντιμουχαμέντοφ, στον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι δύο άντρες είχαν συνάντηση την Τετάρτη 11 Οκτωβρίου στο Σότσι της Ρωσίας. Πριν από τέσσερις ημέρες, στις 7 Οκτωβρίου, ο Ρώσος πρόεδρος είχε τα γενέθλιά του (7 Οκτωβρίου 1952, Λένινγκραντ).

Επόμενο λοιπόν ήταν ο επίσημος προσκεκλημένος του να του κάνει ένα δώρο, κι αυτό ήταν το καλοθρεμμένο και παχουλό κουτάβι που βλέπετε στη φωτογραφία.
Ο Πούτιν υποδέχθηκε τον νέο του φίλο με ένα φιλί. Στον ποιμενικό Κεντρικής Ασίας έδωσαν το όνομα «Πιστός». Τα σκυλιά αυτής της ράτσας είναι στρουμπουλά, χαδιάρικα και χαριτωμένα όταν είναι μικρά, ενώ όταν μεγαλώνουν γίνονται ατρόμητα τσοπανόσκυλα, ικανά να διώχνουν λύκους αλλά και κλέφτες.
Η ράτσα «αλαμπάι» μαζί με τα χειροποίητα χαλιά και την αρχαία ράτσα αλόγων κούρσας «Αχάλ Τεκέ», περιλαμβάνονται επισήμως στην εθνική κληρονομία του Τουρκμενιστάν.
Ο Ποιμενικός Κεντρικής Ασίας (Central Asian Shepherd dog) είναι μια αρχαία φυλή σκύλου από τις περιοχές της Κεντρικής Ασίας.
Οι ποιμενικοί Κεντρικής Ασίας είναι χωρίς αμφιβολία μια από τις αρχαιότερες φυλές σκύλων στον κόσμο, με ιστορία που ξεπερνά τα 5.000 χρόνια. Δεν είναι μια φυλή που δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο, άλλα μια φυλή που γεννήθηκε ως αποτέλεσμα του κλίματος και της περίστασης. Πιστεύεται ότι οι πρώτοι ποιμενικοί Κεντρικής Ασίας προέρχονται από τις περιοχές Ουράλ, γύρω από την Κασπία Θάλασσα, τη Μικρά Ασία και από τα βορειοδυτικά σύνορα της Κίνας. Η πρώην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών δημιούργησε για πρώτη φορά το πρότυπο για αυτή τη φυλή. Ωστόσο με το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, στη Ρωσία δημιουργήθηκε ένα νέο σύγχρονο πρότυπο της φυλής, το οποίο οδήγησε σε μια σύγχρονη εκδοχή της ράτσας που ονομάζεται «Central Asian Ovcharka».
Αυτά τα σκυλιά έχουν εξαιρετική αυτοπεποίθηση, είναι ευφυή και εξαιρετικά γενναία. Αν και δεν είναι υπερβολικά επιθετικά, δεν θα διστάσουν να επιτεθούν εάν νιώσουν ότι ο ιδιοκτήτης τους βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Είναι επίσης φυσικά καχύποπτα με τους ξένους και θα ειδοποιήσουν αμέσως τους κυρίους τους για τυχόν παράξενες εισβολές. Έχουν επίσης ένα δυνατό γάβγισμα και μπορούν να γίνουν εξαιρετικοί φύλακες.
Οι Ποιμενικοί Κεντρικής Ασίας είναι προστατευτικοί και αφοσιωμένοι στις οικογένειές τους. Είναι επίσης πολύ στοργικοί προς τα παιδιά. Καθημερινά καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες τροφής.
Ένας καλά φροντισμένος σκύλος μπορεί συχνά να ζήσει για 14 ή περισσότερα χρόνια.

Το κουτάβι είναι το δεύτερο που λαμβάνει ως δώρο ο Πούτιν. Είχε προηγηθεί ένα ακόμη τσοπανόσκυλο από τη Βουλγαρία, ένα μαλλιαρό Karakachanka, δώρο του πρωθυπουργού της χώρας Boiko Borisov, το 2010, τότε που ο Πούτιν ήταν πρωθυπουργός της Ρωσίας.

eirini aivaliwtouΈνα φιλί από τον Βλαντιμίρ Πούτιν στον νεαρό καλοθρεμμένο και «πιστό» του φίλο
Περισσότερα

H Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων (1978)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η 4η Οκτωβρίου είναι καθιερωμένη ως η Παγκόσμια Ημέρα Ζώων, επειδή συμπίπτει με
τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, που έχει αναγορευτεί
από την Καθολική Εκκλησία ως προστάτης των ζώων και του περιβάλλοντος.
Η Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 1931 σ’ ένα
συνέδριο περιβαλλοντιστών στη Φλωρεντία, ως ένας τρόπος ευαισθητοποίησης του
κοινού και των αρμoδίων για τα υπό εξαφάνιση ζώα. Από τότε, η γιορτή
διευρύνθηκε και περιλαμβάνει όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου.
To κείμενο της Διεθνούς Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των Ζώων υιοθετήθηκε από
τη Διεθνή Ένωση Δικαιωμάτων των Ζώων και άλλες οργανώσεις στο πλαίσιο
διεθνούς συνάντησης, με θέμα τα δικαιώματα των ζώων, η οποία έλαβε χώρα στο
Λονδίνο το Σεπτέμβριο του 1977. Η Διακήρυξη υπογράφηκε στο Παρίσι τον
Οκτώβριο του 1978.
Η Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων περιλαμβάνει 14 άρθρα τα
οποία κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των ζώων ως προς το σεβασμό του ανθρώπου
στη ζωή και το θάνατό τους, τη φυσική αναπαραγωγή τους, τη φροντίδα τους, τις
σωστές συνθήκες διαβίωσής τους, την προστασία τους, τη μη κακοποίηση ή
θανάτωσή τους και τη μη εκμετάλλευσή τους για κερδοσκοπικούς ή πειραματικούς
λόγους.
Πολλές είναι οι φορές που τα άρθρα αυτά καταπατούνται όπως στις περιπτώσεις
εκμετάλλευσης και κακοποίησης των ζώων για σκοπούς ψυχαγωγίας (π.χ. σε
τσίρκα, ζωολογικούς κήπους κ.τ.λ.), εξόντωσής τους για εμπορικούς σκοπούς (π.χ.
γούνες, κρέας, αξεσουάρ κτλ.), καταπάτησης της ελευθερίας τους αναγκάζοντάς τα
να διαμένουν σε κλουβιά ή σε μικρούς χώρους. Επίσης πολλά είναι τα ζώα που
αφήνονται αδέσποτα στους δρόμους από τους ιδιοκτήτες τους, κινδυνεύοντας έτσι
να πεθάνουν από την πείνα, από φόλες ή να τα κτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο.
Ακόμα μεγάλος αριθμός ζώων σκοτώνονται κάθε χρόνο από κυνηγούς, από τη
χρήση τους για πειραματισμούς καθώς επίσης και από την ανεξέλεγκτη ρύπανση
του πλανήτη που προκαλείται από τον άνθρωπο.
Τα ζώα κατέχουν ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, της
καρδιάς μας αλλά και του οικοσυστήματος στο οποίο ζούμε, οπότε είναι
υποχρέωση όλων μας να ευαισθητοποιηθούμε και να φροντίζουμε για την
καλύτερη μεταχείριση, επιβίωση και προστασία τους.
Η χλωρίδα και η πανίδα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης και της προκοπής
του ανθρώπου. Είναι υποχρέωση αλλά και συμφέρον μας να τα διατηρήσουμε.

H Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων (1978)

Άρθρο 1
Όλα τα ζώα γεννιούνται με ίσα δικαιώματα στη ζωή και στη δυνατότητα
ύπαρξης.
Άρθρο 2
1. Ο άνθρωπος οφείλει να σέβεται τη ζωή κάθε ζώου.
2. Ο άνθρωπος ανήκει στο ζωικό βασίλειο και δεν μπορεί να εξοντώνει ή να
εκμεταλλεύεται τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου. Αντίθετα, οφείλει να
χρησιμοποιεί τις γνώσεις για το καλό των ζώων.
3. Κάθε ζώο δικαιούται φροντίδας, προσοχής και προστασίας από τον
άνθρωπο.
Άρθρο 3
1. Κανένα ζώο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε κακομεταχείριση ή απάνθρωπη
συμπεριφορά.
2. Αν η θανάτωση ενός ζώου θεωρηθεί υποχρεωτική πρέπει να γίνει στιγμιαία,
ανώδυνα και χωρίς καμιά πρόκληση αγωνίας του ζώου.
Άρθρο 4
1. Κάθε ζώο δικαιούται να ζήσει στο φυσικό του χώρο (γη, θάλασσα, αέρας)
και να αναπαράγεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους.
2. Η στέρηση ελευθερίας του ζώου ακόμη κι αν γίνεται για μορφωτικούς
σκοπούς είναι αντίθετη προς τη διακήρυξη δικαιωμάτων αυτού.
Άρθρο 5
1. Κάθε ζώο που από παράδοση θεωρείται κατοικίδιο δικαιούται να ζήσει με
το ρυθμό και τις συνθήκες ζωής και ελευθερίας που αντιστοιχούν στο είδος
του.
2. Η διαφοροποίηση αυτών των συνθηκών από τον άνθρωπο έχει σκοπούς
κερδοσκοπικούς και είναι αντίθετη προς τη διακήρυξη.
Άρθρο 6
1. Κάθε ζώο που αποτελεί σύντροφο του ανθρώπου έχει δικαίωμα διάρκειας
ζωής ανάλογης με τη φυσική του μακροβιότητα.
2. Η εγκατάλειψη ενός ζώου θεωρείται πράξη απάνθρωπη και εξευτελιστική.
Άρθρο 7
Αναφορικά με τα ζώα που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον άνθρωπο, η
διάρκεια και η ένταση δουλειάς πρέπει να είναι σε λογικά πλαίσια, η διατροφή
τους ικανοποιητική και η ανάπαυσή τους υποχρεωτική.
Άρθρο 8
1. Οποιοσδήποτε πειραματισμός πάνω στα ζώα, ιατρικός, επιστημονικός κλπ.
αντιτίθεται προς τα δικαιώματα των ζώων, εφόσον προκαλεί πόνο
σωματικό ή ψυχικό.
2. Πρέπει να επιδιώκεται η αντικατάσταση του πειραματισμού πάνω στα ζώα
από άλλες υπάρχουσες τεχνικές.
Άρθρο 9
Τα ζώα που εκτρέφονται για τη διατροφή του ανθρώπου πρέπει να
στεγάζονται, να τρέφονται, να μετακινούνται και να θανατώνονται χωρίς
πρόκληση πόνου και αγωνίας.
Άρθρο 10
1. Απαγορεύεται η εκμετάλλευση των ζώων για τη διασκέδαση των
ανθρώπων.
2. Η έκθεση ζώου και τα θεάματα που χρησιμοποιούν ζώα αποτελούν
καταστρατήγηση της αξιοπρέπειας και του σεβασμού προς τη ζωή του
ζώου.
Άρθρο 11
Κάθε πράξη που χωρίς λόγο προκαλεί θάνατο ζώου είναι βιοκτονία, είναι
έγκλημα απέναντι στη ζωή.
Άρθρο 12
1. Κάθε πράξη που προκαλεί θάνατο μεγάλου αριθμού άγριων ζώων αποτελεί
«γενοκτονία», έγκλημα απέναντι στο είδος.
2. Η μόλυνση και οποιαδήποτε καταστροφή του φυσικού μας περιβάλλοντος
οδηγούν στη γενοκτονία.
Άρθρο 13
1. Σεβασμός επιβάλλεται ακόμη και στο νεκρό ζώο.
2. Κάθε σκηνή βίας στην τηλεόραση και το σινεμά, με θύματα ζώα πρέπει να
απαγορευτεί και μόνο οι σκηνές που έχουν σκοπό να ενημερώσουν για τα
δικαιώματα των ζώων οφείλουν να προβάλλονται.
Άρθρο 14
1. Οι οργανισμοί προστασίας και προάσπισης των ζώων πρέπει να
αντιπροσωπεύονται από κάθε κυβέρνηση.
2. Τα δικαιώματα του ζώου πρέπει να κατοχυρωθούν απ’ τους νόμους, όπως
ακριβώς και τα δικαιώματα του ανθρώπου.

eirini aivaliwtouH Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων (1978)
Περισσότερα

Στράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.

Ήταν ένας σκύλαρος ώς εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιαν άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ’ ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα με άσωστη καλοσύνη.

Τ’ αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.

Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που ‘βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς το Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ’ έπιανε μια συγκίνηση… Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ’ έγλειφε πίσω από τ’ αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το ‘ξερα πως χωρίς αυτόνε θα ‘μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το ‘ξερα.

Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ώς τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης —ακουγότανε ώς το σπίτι αυτό το καμπανάκι—, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.

Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ’ ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, τον αρπούσε από το πόδι ή του ‘σκιζε το βρακί.

Ο χασάπης του ‘ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ’ ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να ‘ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το ‘χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.

Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το ‘γλειφε κι έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει το χασάπη. Τον γονατίζει με το να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του ‘καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.

Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγεμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία… Ένα κακό… Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.

Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του ‘χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ’ το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτός πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ’ αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβάρα στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.

Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ’ αφτιά πετσοκομμένα, με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.

Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε τι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του ‘κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακούμπησε, όπως το συνηθούσε, τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάξει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.

Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου ‘πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ’ άναψε μ’ ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του και κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό… δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ώς την κορφή και μου ‘γνεψε:

— Έλα μαζί μου…

Ξεκούμπωσε από τα χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα, καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε σε μένα, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουτσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσά μας. Ο πατέρας σκυφτός κι αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και ‘γώ από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιοχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά.

Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφοριά, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ’ αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ’ έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.

Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ’ ένα σκοίνο κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και ‘γώ παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.

Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ’ ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τόσο καλά τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοίνο να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.

— Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ώς πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…

Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου ‘πε:

—Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.

Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν’ απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Τον ήξερα, καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι’ αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους.

Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ώς τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το ‘βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Αα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.

Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ’ αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου. Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.

Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το ‘βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπετρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοίνο και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:

— Έλα!

Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και ‘γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ’ όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο μια δυο… Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», όπως σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ’ αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που ‘κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να ‘ταν αυτός ο κούφος κρότος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από τον τόπο.

Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να ‘γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ’ έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:

— Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…

Η φωνή του ήταν αδύνατη. Ήθελε να μείνει μόνος.

Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ’ αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.

Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να ‘ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.

[πηγή: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ’ Γυμνασίου, Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας, Γ. Παγανός, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 2000, σ. 247-253]

Boys with mastiffs (1786-87) Francisco de Goya, Prado Museum, Madrid

eirini aivaliwtouΣτράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»
Περισσότερα

Ο τρυφερός Σελίν

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μέγας γατόφιλος υπήρξε ο συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν, σκανδαλώδης λόγω κάποιων αντισημιτικών κειμένων του που του κόστισαν (δικαίως) μια άγρια κοινωνική απομόνωση και παραλίγο να του κοστίσουν την ίδια του τη ζωή. Ο επίσης συγγραφέας, και καλός μάλιστα, Ροζέ Βαγιάν είχε εντολή από το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας να εκτελέσει τον Σελίν, αλλά την τελευταία στιγμή, αναλογιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγαλοφυή καλλιτέχνη αλλά και σπουδαίο άνθρωπο, δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο Σελίν συνοδεύτηκε (αδίκως) από την κακή φήμη του μισάνθρωπου αλλά η αλήθεια είναι ότι λάτρευε τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, αρνιόταν να πληρωθεί για τις πάμπολλες υπηρεσίες που πρόσφερε ως γιατρός, ενώ υπήρξε εξόχως τρυφερός προς τις αγαπημένες του γάτες. Μάλιστα, όταν πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της φυγής και της εξορίας στην ερημωμένη Γερμανία, τη Δανία και τη Βαλτική, μόνιμοι και πιστοί συνοδοί του ήταν η σύζυγός του και χορεύτρια Λουσέτ Αλμανζόρ και ο λατρεμένος του γάτος, ο Μπεμπέρ.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Λάτρης του Σελίν και εξίσου κακόφημος, για άλλους λόγους, ήταν ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και αυτός χαρακτηρίστηκε βάναυσος, αποτρόπαιος, μονήρης, καίτοι η πραγματικότητα τον θέλει άνθρωπο τρυφερό, γενναιόψυχο, κυριευμένο από μερικές μεγάλες αγάπες όπως η αγάπη για την κλασική μουσική, και κυρίως τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, η αγάπη για τα τρία Γ: Γράψιμο, Γυναίκες, Γάτες. Στο ποίημά του «Για Μια Νύχτα Που Δεν Άγγιξα Τη Γραφομηχανή» είναι με το παραπάνω εύγλωττος παρά τη λιτότητα της φόρμας. Ιδού: «Παίρνει τηλέφωνο: ‘Τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’, λέω./ ‘Τι κάνεις;’/ ‘Τίποτα’./ ‘Έχεις κόσμο;’/ ‘Μόνο τη γάτα’/ ‘Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’./ ‘Είσαι καλά;’/ ‘’Ντάξει είμαι’./ ‘Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;’/ ‘Πήρα’./ ‘Ήταν νωρίς’ (Παύση)./ ‘Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’.// Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας./ Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές της πλάκας./ Αν το γράψιμο αρχίσει να σκαρτεύει, / θα έψαχνα γι’ άλλη δουλειά./ Το ξέρω: θέλει το καλό μου.// Το ίδιο κι εγώ». («Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα).

 

 

 

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης:

Οι δεινόσαυροι, εμείς

Για μια νύχτα που δεν άγγιξα τη γραφομηχανή

eirini aivaliwtouΟ τρυφερός Σελίν
Περισσότερα

«Έχων σώας τας φρένας» (Αργύρης Χιόνης)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αργύρης Χιόνης (22 Απριλίου 1943 – 25 Δεκεμβρίου 2011)

Το διήγημα «Έχων σώας τας φρένας» προέρχεται από την ομότιτλη συλλογή «Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» (Εκδόσεις Κίχλη).

Ἔχων σώας τὰς φρένας

«Ἡ λ. τράπεζα (<τρα-πεδ-jα) εἶναι σύνθ.τ., τοῦ ὁποίου τὸ α´ συνθετικὸ τρα- προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀριθμητικὸ τέσσαρες, ἐνῶ τὸ β΄ συνθετικὸ ἀνάγεται στὴν ἀπαθὴ βαθμίδα τῆς ρίζας πεδ- τῆς λ. πούς.» Ἐτυμολογικὸ λεξικό, ΠΑΠΥΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ γιὰ τὰ τετράποδα πρέπει νὰ τὴν κληρονόμησα ἀπ’ τὸν πατέρα μου πού, καθότι νησιώτης, δηλαδὴ Νιώτης, ἔτρεφε σχεδὸν ἱερὴ λατρεία γιὰ τὶς γάτες. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλάσματα ξεκίνησε καὶ ἡ δική μου ἀγάπη, γιὰ νὰ ἐπεκταθεῖ, σιγὰ σιγά, καὶ σὲ ὅλα τ’ ἄλλα τετράποδα. Σήμερα, μαγκούφης πάντα καὶ συνταξιοῦχος πλέον, συζῶ, κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη, μὲ μία γάτα, τρία σκυλιά, δώδεκα καρέκλες, ἕνα κρεβάτι καὶ ἕνα τραπέζι. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὄντα χαίρουν, γιὰ διαφορετικοὺς λόγους τὸ καθένα, τῆς ἀπεριόριστης ἐκτιμήσεώς μου καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς θαυμασμοῦ μου: ἡ γάτα, γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ πνεύματός της, τὴν διακριτική, ἀθόρυβη παρουσία της, τὴ διατροφική της ἐγκράτεια καὶ τὴν ἁρμονικὴ κίνησή της μέσα στὸ χῶρο· τὰ σκυλιά, γιὰ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση ποὺ τρέφουν γιὰ μένα καὶ τὴ μοναδικὴ ἱκανότητά τους νὰ ἐκφράζουν αὐτὰ τὰ συναισθήματα, καθὼς καὶ τὴ χαρὰ ἢ τὴ θλίψη τους, μὲ τὰ ἰδιαίτερα ὁμιλητικὰ μάτια τους· οἱ καρέκλες γιὰ τὴν ἀνεκτικότητά τους, τὴν ἀντοχή τους στὸ βάρος μου καὶ τὸ ὑποκριτικὸ ταλέντο τους στὸ νὰ προσποιοῦνται ὅτι προσαρμόζονται στὴ φόρμα τοῦ κορμιοῦ μου, ἐνῶ εἶναι, στὴν οὐσία, αὐτὲς ποὺ διαμορφώνουν αὐτὴ τὴ φόρμα· τὸ κρεβάτι, γιὰ τὸ νανουριστικὸ καὶ ὀνειροποιὸ χάρισμά του καί, τέλος, τὸ τραπέζι, τὸ πιστότερο καὶ λιγότερο ἀπαιτητικὸ ἀπ’ τὰ τετράποδά μου γιὰ τὴν ὑπομονή του, τὴν προθυμία του νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς πιὸ παράταιρες ἐπιθυμίες ἢ ἀνάγκες μου καὶ τὴν ἀνθεκτικότητά του στὶς κακουχίες ποὺ ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς χρῆστες του ἢ τὸν χρόνο. Ὑπομονετικό, ἴσως ἀκόμη περισσότερο κι ἀπ’ τὸ τραπέζι, ἤτανε, κάποτε, στὰ νιάτα ἢ στὰ δικά μου, καὶ τὸ κρεβάτι. Καὶ τί δὲν εἶχε, τότε, ὑπομείνει ἀπὸ τὶς θυελλώδεις ἐρωτικὲς συνευρέσεις μου πάνω στὸ καταπονημένο στρῶμα του, ἀπ’ τοὺς ἀτέρμονους ὕπνους μου, μετὰ ἀπό, μέχρις ἀναισθησίας ὁλοήμερες ἢ ὁλονύχτιες κραιπάλες… Κάποια στιγμή, ὡστόσο, ἄρχισε νὰ ἐπαναστατεῖ. Τώρα ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ ἀγριεύει κι ἀρχίζει νὰ καλπάζει γύρω γύρω στὸ δωμάτιο, νὰ μὲ τινάζει ἀπὸ πάνω του· κάποτε, μάλιστα, μὲ ποδοπατᾶ κιόλας. Ὅσο γιὰ τὸ ὀνειροποιὸ χάρισμά του, ἔχει πλέον μεταμορφωθεῖ σὲ ἐφιαλτοποιό. Ἀκόμη κι ὅταν δὲν μὲ ἀδειάζει ἀπὸ τὴ ράχη του, μάτι δὲν κλείνω ὅλη τὴ νύχτα καὶ ἀνυπομονῶ νὰ ξημερώσει γιὰ νὰ βγῶ ἀπὸ τὴν ἀφιλόξενη ἀγκαλιά του, νὰ γλιτώσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ φρικτὴ αἴσθηση ὅτι οἱ κουβέρτες δὲν εἶναι κουβέρτες ἀλλὰ χώματα ποὺ κάποιοι φτυάρισαν ἐπάνω μου. Ὡστόσο, ἐγώ, ἀναγνωρίζοντας τὶς ὑπηρεσίες πού, κάποτε, ἀφειδῶς μοῦ πρόσφερε, καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὴ σημερινὴ συμπεριφορά του εἶμαι ὁπωσδήποτε συνυπεύθυνος, δὲν ἔπαψα καὶ οὔτε ποτὲ θὰ πάψω νὰ τὸ καλύπτω γιὰ νὰ μὴ φαίνεται τὸ γῆρας του, μὲ τὰ πιὸ ὡραῖα, τὰ πιὸ φανταχτερὰ κλινοσκεπάσματα. Τὴν ἴδια στοργὴ καὶ ἀφοσίωση ἀπολαμβάνουν καὶ τὰ ἄλλα τετράποδά μου. Μὲ τὴ γάτα καὶ τὰ σκυλιά μου τρῶμε σχεδὸν ἀπὸ τὸ ἴδιο πιάτο καὶ πάντα φροντίζω νά ’χουν καθαρὸ νερό, δροσιὰ τὸ καλοκαίρι, θαλπωρὴ τὸ χειμώνα καὶ πλουσιοπάροχα χάδια πάνω στὸ ὑγιὲς καὶ ἁπαλὸ τρίχωμά τους. Ὅσο γιὰ τὶς καρέκλες μου, αὐτὲς χρήζουν εἰδικῆς μεταχειρίσεως, καθότι, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια τόσο καὶ λιγοστεύουν τῆς μοναξιᾶς μου οἱ ἐπισκέπτες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νιώθουν, οἱ καημένες, σὰν ἀπόμαχες ἀρσιβαρίστριες. Γιὰ νὰ διασκεδάσω, λοιπόν, αὐτὴ τὴ θλιβερὴ διάθεσή τους, τὶς χρησιμοποιῶ ὅλες ἐναλλάξ, κάνοντας, ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ, τὸν γύρο τοῦ τραπεζιοῦ, ὥστε καμιά τους νὰ μὴ μείνει παραπονεμένη. Εἶναι σαφὲς πὼς σ’ ὅλα τα τετράποδά μου φέρομαι σὰν στοργικὸς πατέρας ποὺ παραμελεῖ, ἐντούτοις, τὸ πιὸ καλὸ παιδί του, τὸ πιὸ πιστὸ καὶ τὸ λιγότερο διεκδικητικό, γιατὶ θεωρεῖ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωσή του δεδομένη, αὐτονόητη. Ἐνῶ, φυσικά, τὸ τραπέζι μου, τὸ πιὸ σταθερό, τὸ πιὸ ἰσορροπημένο, τὸ πιὸ συνετὸ καί, παρὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ κάπως ἀφελὴ χαρακτήρα του, τὸ πιὸ σοφὸ ἀπ’ τὰ τετράποδά μου. Στέκεται ἀκλόνητο στὰ τέσσερα χοντρά του πόδια, ἐδῶ, στὸ κέντρο τῆς κουζίνας, προσφέροντας τὴ ράχη του ὄχι γιὰ χάδια ἀλλὰ γιὰ χρήσεις, κάθε εἴδους χρήσεις. Πάνω σ’ αὐτὴ τὴν ἀργασμένη ράχη, τὴ γεμάτη ρόζους καὶ καψίματα ἀπὸ τσιγάρα, ἀμέτρητες φορὲς ζυμώθηκαν ψωμιὰ καὶ φύλλα ἀνοίχτηκαν, γιὰ πίτες καὶ σκαλτσούνια, κρέατα τεμαχίστηκαν, ποτίζοντας μὲ τὸ αἷμα τους τὶς ἴνες της, σάλτσες καυτές, κρασιὰ χαρᾶς, δάκρυα πένθους καὶ καφέδες τῆς παρηγοριᾶς χυθήκανε, σκεύη μόλις κατεβασμένα ἀπὸ τὴ φωτιά, νύχια ἀνυπόμονα ἢ νευρικά, γροθιὲς ὀργῆς, ἀγκῶνες, ποὺ στηρίξανε τὴ σκέψη, τὴν ἀπόγνωση ἢ τὴν ὀνειροπόληση, ἀφῆσαν, ἀνεξίτηλα, τὰ ἴχνη τους, ποιήματα θνησιγενῆ καὶ ἄλλα, θνητὰ κι αὐτὰ ἀλλὰ μακροβιότερα, χαράχτηκαν… Ἐτοῦτο τὸ τραπέζι εἶν᾽ ὁλόκληρη ἡ ζωή μου καί, τώρα, μὲ τὴ γριά μου Remington ἀκουμπισμένη πάνω του, γέρος πλέον κι ἐγώ, βλέπω ξανὰ ὅσους κατὰ καιροὺς καθίσαν γύρω του ἢ καὶ χορέψαν πάνω του (γιατὶ κι αὐτὸ συνέβη), φίλους, ἐχθροὺς ἀλλὰ καὶ ἀδιάφορους γνωστοὺς (δεχόταν, βλέπετε, ἀδιαμαρτύρητα τοὺς πάντες), ὅσους χαθήκανε γιὰ πάντα, ἀφοῦ ἄλλους τοὺς ρούφηξε ἀνεπιστρεπτὶ ἡ λαίμαργη αἰωνιότητα κι ἄλλοι ἀμαχητὶ παραδοθήκανε στῆς καθημερινότητας τὴν Κίρκη. Μὲ τὴ γριά μου Remington ἀκουμπισμένη πάνω του, κοιτάζω τὸ τραπέζι μου καὶ τύψεις μὲ καταλαμβάνουνε φρικτές. Μετὰ ἀπὸ τόσα ποὺ ἐπὶ χρόνια ἔκανε γιὰ μένα, τίποτε ἐγὼ γι’ αὐτὸ δὲν ἔχω κάνει. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸ ἀποζημιώσω, σκέφτομαι, μὲ ἁπαλὸ γυαλόχαρτο νὰ τὸ λειάνω, μὲ ἐκλεκτὸ βερνίκι νὰ καλύψω τὶς ρυτίδες του, μὲ πλουμιστὸ τραπεζομάντιλο νὰ τὸ σκεπάσω. Μὲ ὅλ’ αὐτὰ τὰ καλλωπίσματα ὅμως θὰ ἔφραζαν οἱ πόροι του, καὶ τότε πῶς θά ’ταν δυνατὸν νὰ συνεχίσει νὰ ὀσμίζεται στὸ μέλλον καὶ τὶς ὀσμὲς τοῦ παρελθόντος νὰ ἀναδίδει; Ὄχι, ὄχι! Ἔτσι φτιασιδωμένο θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι ὂν καὶ θὰ γινόταν ἔπιπλο, δίχως ψυχὴ ἀντικείμενο. Πῶς θά ’ταν δυνατὸν μιὰ τέτοια προσβολὴ ἐγὼ νὰ κάνω σ’ αὐτὸ τὸ πλάσμα πού, μὲ ὅσα ἔχει ζήσει κι ἔχει δεῖ, εἶναι πλέον σοφότερο ἀπ’ ὅσους κάθισαν ποτὲ τριγύρω του; Ὄχι καὶ πάλι ὄχι! Ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή του, ναί, κι ἀφοῦ τὸ συνετότερο, τὸ πιὸ ἰσορροπημένο, τὸ πιὸ δίκαιο ἀνάμεσα στ’ ἄλλα τετράποδά μου εἶναι, κι ἀφοῦ εἶναι σίγουρο πὼς ἡ ζωή του πιὸ μακρὰ ἀπ’ τὴ δική μου θά ’ναι, μοναδικό μου κληρονόμο θὰ τὸ καταστήσω καὶ ὅ, τι ἔχω καὶ δὲν ἔχω σ’ αὐτὸ θὰ τὸ ἀφήσω. Ναί, αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή του! Καί, γιὰ νὰ μὴ λέμε καὶ ξελέμε, καθισμένος τώρα, ἐδῶ, πλάι του, μὲ τὴ γριά μου Remington ἀκουμπισμένη πάνω του, ἀρχίζω νὰ συντάσσω τὴ διαθήκη μου ποὺ ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ κάτωθι ὑπογεγραμμένος Ἀργύριος Χιόνης τοῦ Στεφάνου καὶ τῆς Μαρίας, τὸ γένος Στυλιανουδάκη, γεννηθεὶς ἐν Ἀθήναις τὴν 22αν Ἀπριλίου τοῦ 1943, μόνιμος κάτοικος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1992 καὶ ἐντεῦθεν τοῦ χωρίου Θροφάριον τῆς ὀρεινῆς Κορινθίας, ἐπαγγελλόμενος τὴν ποίησιν (ἐὰν ἡ ποίησις δύναται νὰ θεωρηθῆ ἐπάγγελμα) καὶ ἔχων σώας τὰς φρένας καὶ ὑγείαν φθίνουσαν μὲν ἀλλὰ οὐδόλως ἐπηρεάζουσαν τὴν πνευματικὴν διαύγειάν μου, καθιστῶ, διὰ τῆς παρούσης διαθήκης, γενικὴν κληρονόμον ὅλης τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας μου ἀποτελουμένης ἀπὸ ἀγροτεμάχιον ἐκτάσεως ἕξι καὶ ἡμίσεος στρεμμάτων, διώροφον κατοικίαν ἑκατὸν καὶ τριάκοντα τετραγωνικῶν μέτρων, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τῶν (μηδαμινῆς ἢ ἀμυθήτου ἀξίας — ποῖος δύναται σήμερον νὰ γνωρίζη;) πνευματικῶν δικαιωμάτων μου, τὸ προσφιλέστερον τῶν τετραπόδων μου, τὴν τράπεζάν μου, ὑπὸ τὸν μοναδικὸν ὅρον ὅτι αὕτη θὰ ἔχη ὑπὸ τὴν σκέπην της τὰ ὑπόλοιπα τετράποδά μου, προσφιλῆ ἐπίσης, ἀνίκανα, ἐντούτοις, ὅπως μεριμνῶσιν διὰ τὴν διαβίωσίν των. Ἡ παροῦσα συνετάχθη ἐν Θροφαρίῳ τὴν 16ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 2009. Ὁ κληροδοτῶν Ἀργύρης Χιόνης ΥΓ. Καὶ ἐπειδὴ ὑποπτεύομαι ὅτι πλεῖστοι ὅσοι θὰ ἀποπειραθοῦν νὰ προσβάλουν τὴν παροῦσαν διαθήκην, δηλῶ, διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν κατηγορηματικῶς, ὅτι συνέταξα ταύτην ΕΧΩΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ!

  • Εικόνα: Junichiro Sekino, 1914-1988
eirini aivaliwtou«Έχων σώας τας φρένας» (Αργύρης Χιόνης)
Περισσότερα

«Η κατάρα» (Τενεσσή Ουίλλιαμς)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση
  • Στη φωτογραφία ο Tennessee Williams με τον μαύρο γάτο του, Sabbath

«Η κατάρα»*
Διήγημα του Τενεσσή Ουίλλιαμς (1911 – 1983

(Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές)

Από τη «Νύχτα της Ιγκουάνα και άλλα διηγήματα»

(Από τα «Μικρά Κλασικά», εκδ. Πατάκη, 1996)

Όταν ένας πανικόβλητος άνθρωπος ψάχνει ένα μέρος για να μείνει σε πόλη άγνωστη, η μάθηση τον εγκαταλείπει. Τα δαιμονικά πνεύματα που στοίχειωναν κόσμους πρωτόγονους επανέρχονται από την εξορία. Τότε, ύπουλα, θριαμβευτικά, σέρνονται και πάλι στους μυστικούς πόρους της πέτρας και στις φλέβες του ξύλου, απ’ όπου τα είχε αποβάλει δια της βίας η γνώση. Ο μοναχικός ξένος που φοβάται τη σκιά του και τρέμει τον ήχο των βημάτων του προχωρεί μέσα σ’ άγρυπνες σειρές κατώτερων θεοτήτων με προθέσεις σκοτεινές. Δεν κοιτάζει τα σπίτια τόσο όσο τον παρατηρούν εκείνα. Οι δρόμοι τού κρατάνε πόζα. Οι πινακίδες, οι βιτρίνες, οι εξώπορτες, όλα έχουν μάτια και στόματα που τον παρακολουθούν και τον σχολιάζουνε ψιθυριστά. Η ένταση συστρέφεται όλο και πιο σφιχτά. Εάν κάποιος χαμογελάσει άξαφνα και τον καλωσορίσει, αυτή η απλή πράξη μπορεί να τον διαλύσει. Το δέρμα του, τεντωμένο σαν παιδικό γάντι σε χέρι μεγαλύτερο, μοιάζει έτοιμο να σκάσει στις ραφές, ν’ αφήσει ελεύθερο το πνεύμα του να φιλήσει τους πέτρινους τοίχους και να χορέψει σε μακρινές ταράτσες. Τότε οι δαίμονες σκορπίζουνε γι’ άλλη μια φορά, πετιούνται πάλι στο καλάθι των αχρήστων· η γη είναι και πάλι ήσυχη και υπάκουη και αδιάφορη, μια κουτή αγελάδα που περπατάει στο ίδιο αυλάκι για να οργώσει χρονικές στιγμές που διευκολύνουνε τον άνθρωπο.

Έτσι ακριβώς αισθάνθηκε κι ο Λούτσιο όταν πρωτοσυνάντησε τη μελλοντική του συντρόφισσα, τη γάτα. Αυτό ήταν το πρώτο ζωντανό πλάσμα στην ξένη βορινή πόλη που απάντησε στην επίκληση του ματιού του. Ανταπόδωσε το βλέμμα με μεγάλη οικειότητα. Σχεδόν άκουσε τη γάτα να προφέρει τ’ όνομά του: «Α, εσύ είσαι, Λούτσιο!» έμοιαζε σα να λέει. «Σε περίμενα καιρό, πολύ καιρό!».

Της ανταπόδωσε και ο Λούτσιο το χαμόγελο κι ανέβηκε τα σκαλοπάτια όπου ήταν καθισμένη. Η γάτα δεν κουνήθηκε. Αντίθετα, γουργούρισε αχνά. Ήχος που ήταν και δεν ήταν ήχος. Ένας ελάχιστα αναγνωρίσιμος παλμός στην ατμόσφαιρα του ωχρού απογεύματος. Τα κεχριμπαρένια μάτια της δεν ανοιγόκλεισαν, μονάχα στενέψανε λίγο, προεξοφλώντας το άγγιγμά του που ακολούθησε αμέσως. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το μαλακό κεφάλι της και κατέβηκαν στην οστεώδη ραχοκοκαλιά της: στα δάχτυλά του αισθάνθηκε το απειροελάχιστο τρέμουλο του σώματός της καθώς γουργούριζε. Σήκωσε λίγο το κεφάλι να τον κοιτάξει. Εντελώς θηλυκή η κίνησή της, σαν γυναίκα που σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει στο πρόσωπο τον εραστή της καθώς εκείνος την αγκαλιάζει, εκστατικό, τυφλό βλέμμα, απρόβλεπτο όπως η λειτουργία της αναπνοής.

– Σ’ αρέσουν οι γάτες;

Η φωνή του ήταν ακριβώς από πάνω του. Ανήκε σε μια μεγαλόσωμη γυναίκα με ριγέ βαμβακερό ύφασμα.

Ο Λούτσιο κοκκίνησε ένοχα και η γυναίκα γέλασε.

– Τ’ όνομά της είναι Νιτσέβο, είπε. Ένας από τους ενοίκους την ονόμασε έτσι. Ήταν Ρώσος ή κάτι τέτοιο. Έμενε εδώ πριν αρρωστήσει. Βρήκε τη γάτα σε μια αυλή, την έφερε στο σπίτι, την τάιζε, την περιποιότανε, την άφηνε να κοιμάται στο κρεβάτι του και τώρα δεν μπορούμε να την ξεφορτωθούμε με τίποτα. Δύο φορές σήμερα την κατάβρεξα, κι αυτή εδώ, δεν το κουνάει. Μάλλον τον περιμένει να γυρίσει. Αλλά εκείνος δεν θα γυρίσει. Μιλούσα τις προάλλες με κάτι παιδιά που δουλεύανε μαζί του στο εργοστάσιο. Είναι άσχημα τώρα. Μου λέγανε πως ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να τραβήξει δυτικά για τα πνευμόνια του, όταν άρχισε να φτύνει αίμα. Ατυχία! Και δεν ήταν κακός άνθρωπος!

Η φωνή της ήτανε συρτή, μετά στράφηκε χαμογελώντας αόριστα, σαν να ήθελε να ξαναπάει μέσα.

– Έχετε δωμάτια με οικοτρόφους; ρώτησε ο άντρας.

– Όχι. Όλοι έχουν εδώ γύρω εκτός από μας. Ο άντρας μου δεν είναι πολύ καλά πια. Είχε ένα ατύχημα κάτω στο εργοστάσιο και τώρα είναι άχρηστος, πρέπει κάποιος να τον περιποιείται. Κι εγώ, αναστέναξε, αναγκάζομαι να δουλεύω στο φούρνο, πέρα στην οδό Τζέημς.

Γέλασε και σήκωσε ανοιχτές τις παλάμες της, που οι γραμμές τους ήταν άσπρες σαν κιμωλία.

– Γι’ αυτό έχω παντού απάνω μου αλεύρια. Η γειτόνισσά μου, η δεσποινίς Τζακόμπυ, μού λέει ότι μυρίζω σαν φρέσκια φραντζόλα. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να περιποιούμαι τον κόσμο. Νοικιάζω όμως δωμάτια όπου ο καθένας τα κανονίζει όλα μόνος του. Αν θέλεις, έχω ένα να σου δείξω.

Σταμάτησε και τον κοίταξε χαμογελαστή, μετά άγγιξε τα χείλη κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στις γυμνές κορφές των δέντρων.

– Αλήθεια, τώρα που το σκέφτηκα, συνέχισε, θα μπορούσα να σου δείξω το δωμάτιο όπου έμενε ο Ρώσος. Εκτός αν είσαι προληπτικός και σε πειράζει να μένεις στο δωμάτιο όπου κάποιος άλλος αρρώστησε βαριά. Λένε πως η αρρώστια του δεν είναι μεταδοτική, αλλά πάλι δεν ξέρω…

Στράφηκε και μπήκε στο σπίτι, κι ο Λούτσιο την ακολούθησε.

Του έδειξε το δωμάτιο που πρόσφατα είχε εγκαταλείψει ο Ρώσος. Με δύο παράθυρα, που το ένα έβλεπε πίσω, σε μια στενή αυλή όπου πρασινογάλαζα λάχανα ξεφύτρωναν εδώ κι εκεί σαν στατικά σιντριβάνια ανάμεσα σε χορτάρια και ζιζάνια.

Καθώς ο άντρας κοίταζε από το δεύτερο παράθυρο και η γυναίκα στεκότανε πίσω του, ζεσταίνοντάς του με την ανάσα της στο σβέρκο και μυρίζοντας αλεύρι, είδε τη Νιτσέβο, τη γάτα, να περπατάει αργά και χαριτωμένα ανάμεσα στα τεράστια λάχανα.

– Η Νιτσέβο, είπε η γυναίκα.

– Τι σημαίνει τ’ όνομά της; τη ρώτησε.

– Α, δεν ξέρω. Προφανώς κάτι τρελό στα ρωσικά. Μου το ‘χε πει, αλλά το ξέχασα.

– Θα νοικιάσω το δωμάτιο μόνον αν μπορώ, σαν το Ρώσο, να κρατήσω τη γάτα μαζί μου.

– Ω! γέλασε η γυναίκα, κι εσύ σαν το Ρώσο!

– Ναι, απάντησε ο Λούτσιο.

– Εκείνος κι εγώ γίναμε πολύ καλοί φίλοι, του είπε. Με βοήθησε στις δουλειές που δεν μπορεί να κάνει ο άντρας μου τώρα πια, μετά το ατύχημα στο εργοστάσιο.

– Ναι; Λοιπόν; Τι λες;

– Λοιπόν…, και η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι. Εγώ δε δέχομαι κανέναν στο σπίτι μου αν δεν συζητήσουμε πρώτα. Υπάρχουνε μερικά πράγματα που πρέπει να ξεκαθαριστούνε προτού συμφωνήσουμε. Το καταλαβαίνεις, ελπίζω, αυτό.

– Α, ναι.

– Για παράδειγμα, δε μ’ αρέσουν οι αδερφές.

– Τι;

-Οι αδερφές! Είχα έναν κάποτε που έβγαινε στο δρόμο με κόκκινα φουλάρια και μου κουβάλαγε εδώ μέσα άντρες. Αυτό δε μ’ αρέσει.

– Ω, δε θα κάνω ποτέ κάτι τέτοιο.

– Ωραία, απλώς ήθελα να ξέρω. Μου φάνηκες λίγο παράξενος, γι’ αυτό.

– Είμαι ξένος.

– Τι είδους ξένος;

– Σικελικής καταγωγής.

– Τι ειν’ αυτό;

– Η Σικελία είναι ένα νησί της Ιταλίας.

– Α, καλά αυτό δε με πειράζει.

Τον κοίταξε, πετάρισε τα βλέφαρά της και του χαμογέλασε.

– Μούσσο! είπε. Θα σε φωνάζω Μούσσο! Σαν το Μουσσολίνι.

Παρά το βάρος της, σηκώθηκε κοκέτικα απ’ το κρεβάτι και του έδωσε ένα φιλικό χτυπηματάκι στο στομάχι με τον αντίχειρά της.

– Λοιπόν, τι λες; τη ρώτησε.

– Εντάξει. Δουλειά έχεις βρει;

– Όχι, ακόμα.

-Να πας στο εργοστάσιο και να ζητήσεις τον Όλιβερ Γούντσον. Να του πεις ότι σ’ έστειλε η κυρία Χάτσεσον. Θα σου δώσει αμέσως δουλειά όταν μάθει ότι σε στέλνω εγώ.

– Σ’ ευχαριστώ,  σ’ ευχαριστώ πολύ!

Αυτή μόρφασε, χαμογέλασε, αναστέναξε και γύρισε αργά να φύγει.

– Ο άντρας μου ακούει συνέχεια δελτία ειδήσεων για να μαθαίνει τα νέα για τον πόλεμο. Εμένα βέβαια μου σπάνε τα νεύρα. Αλλά πρέπει να έχουμε υπομονή με τους αρρώστους. Έτσι είναι.

Όμως ο Λούτσιο δεν άκουγε. Είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε τη γάτα. Ήταν ακόμα κάτω στην αυλή περιμένοντας υπομονετικά ανάμεσα σε δύο λάχανα την ετυμηγορία που θα ρύθμιζε το μέλλον της. Ω, πόση λαχτάρα είχε στο βλέμμα της! Αλλά και αξιοπρέπεια.

Γρήγορα ο Λούτσιο πέρασε μπροστά απ’ τη γυναίκα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα.

– Πού πηγαίνεις; του φώναξε.

-Έ ξω! Στην αυλή! Στη γάτα!

Ο Λούτσιο βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο μέσω του Γούντσον. Τον βάλανε να κάνει αυτό που έκανε πάντα, μια χειρωνακτική δουλειά που δεν ήθελε πολλή σκέψη. Μια σειρά από μεταλλικές λουρίδες κροτούσε μπροστά σου, έκανες τη ρύθμιση που έπρεπε, η σειρά προχωρούσε. Αλλά κάθε φορά που προχωρούσε, έπαιρνε μαζί της κι ένα δικό σου κομμάτι. Η ενέργεια έφευγε από τα δάχτυλά σου, σαν να γινόταν αφαίμαξη. Την αντικαθιστούσε άλλη ενέργεια μέσα στο σώμα σου. Αλλά κι αυτή έφευγε. Κι όταν τελείωνε η μέρα, αισθανόσουν άδειος. Τι είχε φύγει από μέσα σου; Και γιατί; Αγόραζες τις απογευματινές εφημερίδες από παιδιά που φωνάζανε και σου τις πασάριζαν επίμονα. Ίσως εδώ βρισκότανε κάποια απάντηση σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα. Ίσως η εφημερίδα σού έλεγε γιατί ζούσες και γιατί μοχθούσες. Αλλά όχι! Οι εφημερίδες απέφευγαν αυτά τα θέματα. Αντίθετα, ανακοίνωναν τη συνολική χωρητικότητα των πλοίων που βυθίστηκαν. Τον αριθμό των αεροπλάνων που κατέπεσαν στις αερομαχίες. Τις πόλεις που καταλήφθηκαν, τα χωριά που βομβαρδίστηκαν. Τα στοιχεία ήταν συγκεχυμένα, η εφημερίδα σού έφευγε από τα χέρια, σ’ έπιανε πονοκέφαλος…

Ω Θεέ μου, κι όταν σηκωνόσουν το πρωί, ο ήλιος ήτανε στην ίδια θέση που τον είδες και την προηγούμενη μέρα, στο δρόμο πίσω από το νεκροταφείο, λες κι όλο το βράδυ τον φύλαγαν οι άυλοι νεκροί. Τον έβλεπες να υψώνεται μέσα στην ίδια αχλύ σαν κοκκινωπό μπισκότο, στρογγυλός και κόκκινος, ενώ θα μπορούσε να είναι τετράγωνος ή σπειροειδής, θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε σχήμα και να σημαίνει το ίδιο…

Ο επιστάτης του εργοστασίου έδειχνε ν’ αντιπαθεί το Λούτσιο, ή τουλάχιστον να τον υποπτεύεται για κάτι. Συχνά σταματούσε πίσω από την πλάτη του και τον παρακολουθούσε που δούλευε, στεκότανε πίσω του πολλή ώρα, χωρίς λόγο, κι όταν έφευγε, μουρμούριζε λίγο σαν να υπονοούσε κάτι.

Ο Λούτσιο σκεφτόταν ότι δεν θα τα κατάφερνε να μείνει για πολύ σ’ αυτή τη δουλειά.

Έγραψε στον αδερφό του. Ο αδερφός του λεγόταν Σίλβα και εξέτιε ποινή δέκα χρόνων σε μια φυλακή του Τέξας. Ήτανε δίδυμος με τον Λούτσιο, αλλά δε μοιάζανε στο χαρακτήρα. Ήταν όμως πολύ δεμένα αδέρφια. Ο Σίλβα υπήρξε αντάρτης, ένα αγόρι που αγαπούσε τη μουσική και το ουίσκι, που ζούσε τη νύχτα σαν τις γάτες, που ήταν σαν λιμοκοντόρος και πάντα μύριζε ωραίο άρωμα γυναίκας. Τα ρούχα του ήτανε πεταμένα παντού στο διαμέρισμα που ‘χανε νοικιάσει μαζί σε κάποια πόλη του Νότου και μύριζαν όλα γυναικεία πούδρα. Ψεύτικα μπιχλιμπίδια και μπρελόκ έπεφταν από τις τσέπες του, αποδείξεις αγάπης από κάποια Γκλάντυς ή Μέημπελ ή Ρουθ. Όταν ξύπναγε, άνοιγε το ραδιόφωνο και το ‘κλεινε όταν ήθελε να κοιμηθεί. Ο Λούτσιο τον έβλεπε σπάνια, είτε κοιμισμένο είτε ξύπνιο. Και σπανιότερα συζητούσανε τα προσωπικά τους, αλλά κάποτε ο Λούτσιο βρήκε ένα περίστροφο στο σακάκι του αδερφού του. Άφησε το περίστροφο στο κρεβάτι, που το χρησιμοποιούσαν αντίθετες ώρες, κι ένα σημείωμα. «Αυτό είναι ο θάνατός σου» έγραφε το σημείωμα. Όταν γύρισε στο σπίτι, το περίστροφο είχε εξαφανιστεί. Στη θέση του ήταν ένα ζευγάρι  γάντια που φορούσε ο Λούτσιο στο χυτήριο όπου δούλευε. Κι ένα σημείωμα, με τον άστατο γραφικό χαρακτήρα του Σίλβα, που έλεγε: «Κι αυτός είναι ο δικός σου θάνατος!». Μετά από λίγο καιρό ο Σίλβα πήγε στο Τέξας, όπου τον συλλάβανε για ληστεία κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Ο Λούτσιο άρχισε να του γράφει, κάτι που συνέχιζε εδώ κι οχτώ χρόνια. Κάθε φορά έγραφε στον αδερφό του για κάποια εντελώς φανταστική πρόοδο στη σταδιοδρομία του. Του έλεγε ότι είχε γίνει επιστάτης και μέτοχος της επιχείρησης. Ότι ήταν μέλος στην τοπική λέσχη. Ότι οδηγούσε Κάντιλλακ. Ότι πρόσφατα πήγε σ’ άλλη πόλη, πιο βόρεια, σε καλύτερη θέση και με πολύ καλύτερο μισθό. Αυτά τα ψέματα γινόντουσαν όλο και πιο περίπλοκα: άρχισαν ν’ αποτελούν κι ένα είδος ονειρικής κατάστασης για το Λούτσιο. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε όταν έγραφε και τα χέρια του τρέμανε τόσο, που, όταν έγραφε και τα χέρια του τρέμανε τόσο, που, όταν τελείωνε το γράμμα, ο γραφικός του χαρακτήρας ήτανε σχεδόν δυσανάγνωστος. Δεν είχε σκοπό να προκαλέσει το φθόνο του αδερφού του, κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά αγαπούσε τον αδερφό του πάρα πολύ, κι ο Σίλβα πάντα του μιλούσε σχεδόν περιφρονητικά. Πάντως, ο Σίλβα πίστευε κάθε νέο που του έγραφε ο Λούτσιο. «Μπράβο σου, τα καταφέρνεις μια χαρά!» του έγραφε. Κι έβλεπες πόσο κατάπληκτος αλλά και περήφανος ήτανε. Γι’ αυτό ο Λούτσιο έτρεμε τη στιγμή που θα μαθευόταν η αλήθεια, όταν δηλαδή ο αδερφός του θα έβγαινε από τη φυλακή…

Η προαίσθηση του Λούτσιο ότι δεν θα τον κρατούσαν πολύ σ’ εκείνη τη δουλειά τού έγινε σχεδόν έμμονη ιδέα: κάτι που στριφογυρνούσε συνέχεια στο μυαλό του. Τα βράδια ξεχνιότανε λίγο με τη Νιτσέβο τη γάτα. Η παρουσία της Νιτσέβο ήτανε η διάψευση όλων των απειλητικών στοιχείων της τύχης. Έβλεπες πως η Νιτσέβο δεν εμπιστευόταν καθόλου την τύχη. Πίστευε ότι τα πάντα προχωρούσανε σύμφωνα με μια φυσική, προκαθορισμένη σειρά και ότι δε χρειαζότανε να φοβάται για τίποτα. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές και χωρίς συγκίνηση ή ένταση. Όλα τα έκανε με τέλεια χάρη. Τα κεχριμπαρένια μάτια της παρατηρούσαν κάθε αντικείμενο με γαλήνη. Ως και για το φαγητό της δεν βιαζότανε. Κάθε βράδυ ο Λούτσιο έφερνε στο σπίτι μισό κιλό γάλα για το γεύμα και το πρωινό της. Η Νιτσέβο καθόταν ήσυχη στα πισινά της πόδια περιμένοντας, όσην ώρα αυτός άδειαζε το γάλα στη ραγισμένη κούπα που του δάνεισε η σπιτονοικοκυρά. Μετά ο Λούτσιο ακουμπούσε την κούπα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι, και ξάπλωνε περιμένοντας, ενώ η Νιτσέβο ερχόταν αργά προς τη γαλάζια κούπα. Τον κοιτούσε μια φορά, αργά, με τ’ ακίνητα μάτια της, προτού αρχίσει να τρώει και μετά χαμήλωνε χαριτωμένα το πιγούνι της στην άκρη της κούπας, η κόκκινη άκρη της μεταξωτής γλώσσας της πρόβαλλε και το δωμάτιο γέμιζε από γλυκιά, αχνή μουσική: έπινε τόσο ευγενικά το γάλα της. Ο Λούτσιο την κοίταζε, κι όσο την κοίταζε, χαλάρωνε. Οι σφιχτοί κόμποι της ανησυχίας λασκάριζαν και χανόντουσαν. Τα πιεσμένα μέσα του συναισθήματα εξαφανίζονταν και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο ήσυχα. Άρχιζε να αισθάνεται νύστα καθώς παρακολουθούσε τη γάτα, νύστα και μέθη. Το σώμα της μεγάλωνε και το δωμάτιο έφθινε και υποχωρούσε. Κάποια στιγμή τού φαινόταν ότι η γάτα είχε γίνει ίδια σε διαστάσεις μ’ αυτόν. Ήταν κι αυτός γάτα, σαν τη Νιτσέβο, και βρισκόντουσαν κι οι δύο στο πάτωμα πίνοντας γάλα στην άνετη, σίγουρη ζεστασιά ενός κλειδωμένου δωματίου, όπου δεν υπήρχαν ούτε εργοστάσια, ούτε επιστάτες, ούτε μεγαλόσωμες ξανθές σπιτονοικοκυρές με σαρκώδη στήθη.

Η Νιτσέβο έκανε πολλή ώρα να πιει το γάλα της. Συχνά ο Λούτσιο αποκοιμιόταν προτού το τελειώσει. Ξυπνούσε αργότερα και την έβρισκε ζεστή δίπλα του, σήκωνε νυσταγμένος το χέρι και τη χάιδευε, κι ένιωθε τον ανεπαίσθητο παλμό της ραχοκοκαλιάς της καθώς γουργούριζε. Είχε αρχίσει να παχαίνει. Τα καπούλια της είχαν δέσει. Φυσικά, δεν είχε γίνει καμία δήλωση αγάπης εκ μέρους και των δύο, αλλά ο καθένας τους αισθανόταν ότι η επαφή που είχε τον άλλον θα διαρκούσε για όλη τη ζωή του. Ο Λούτσιο μιλούσε στη γάτα με νυσταγμένα μισόλογα. Ποτέ δεν είχε κατασκευάσει ιστορίες σαν αυτές που έγραφε στον αδερφό του, απλώς της διέψευδε όλες τις ανησυχίες που διακατείχαν τον ίδιο. Της έλεγε ότι δεν επρόκειτο να χάσει τη δουλειά του, ότι πάντα θα ‘τανε σε θέση να της προσφέρει γάλα το βράδυ και το πρωί να την αφήνει να κοιμάται στο κρεβάτι του. Της έλεγε ότι τίποτα ολέθριο δεν επρόκειτο να τους συμβεί και ότι δεν έπρεπε κι οι δύο να φοβούνται το παραμικρό. Ούτε ο ήλιος που ανέτελλε ολόλαμπρος κάθε πρωί απ’ την καρδιά του νεκροταφείου θα μπορούσε να διαλύσει τη μαγεία που είχανε μεταξύ τους.

Ένα βράδυ ο Λούτσιο αποκοιμήθηκε με το φως ανοιχτό. Η σπιτονοικοκυρά του, που έτυχε να έχει αϋπνία εκείνο το βράδυ, είδε το φως από τη χαραμάδα, ήρθε, χτύπησε την πόρτα του και μην παίρνοντας απάντηση, την άνοιξε. Βρήκε τον ξένο μικρόσωμο άντρα να κοιμάται στο κρεβάτι και τη γάτα κουλουριασμένη στο στήθος του. Το πρόσωπό του ήταν έντιμο και γερασμένο πριν την ώρα του, και τα μάτια του, όταν τα είχε ανοιχτά, τον έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο γερασμένος, όμως τώρα ήτανε κλειστά και το σώμα του ήταν ισχνό και άσπρο και λυμφατικό σαν μικρού παιδιού. «Δε μοιάζει και πολύ με άντρα» σκέφτηκε η σπιτονοικοκυρά. Αλλά ήθελε να διαπιστώσει τον ανδρισμό του. Κι ο Ρώσος αδύνατος ήτανε, χλωμός σαν πτώμα, και πάντα έβηχε λες κι ένα στράτευμα βαρβάρων τού ξέσκιζε τα σωθικά. Παρ’ όλα αυτά, ήτανε φλογερός και πολύ καλός εραστής, πράγμα που τον έκανε ν’ αποκτά και άλλη υπόσταση ως άνθρωπος. Θυμήθηκε λοιπόν το Ρώσο που έμενε πριν στο δωμάτιο, πλησίασε στο κρεβάτι, κατέβασε τη γάτα στο πάτωμα κι ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του κοιμισμένου. Ο Λούτσιο ξύπνησε και τη βρήκε να κάθεται δίπλα του, χαμογελώντας κι έχοντας επάνω της την έντονη μυρωδιά του κρεβατιού κι ανεπαίσθητα τη μυρωδιά του αλευριού. Το πρόσωπό της φάνηκε διπλό στα θολωμένα του μάτια. Δύο τεράστια λαμπερά φεγγάρια έπλεαν στην κεχριμπαρένια ατμόσφαιρα του δωματίου. Το χέρι της στον ώμο του τον έκαιγε, τον τρυπούσε, όπως κάποτε, όταν ήτανε παιδί, το δέρμα ενός ιδρωμένου αλόγου τού είχε τρυπήσει τα δάχτυλα όταν τ’ άγγιξε. Το στόμα της ήταν υγρό, η ζέστα του κόρφου της τον αγκάλιασε. Τα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία του τοίχου – πόσο μεγάλα ήτανε! Και μετά ο Λούτσιο βυθίστηκε πάλι στο σκοτάδι.

Όταν έφυγε η σπιτονοικοκυρά, ο Λούτσιο ξανακοιμήθηκε χωρίς να έχει πολυκαταλάβει αυτό που συνέβη μεταξύ τους. Αλλά τώρα αισθανότανε πιο άνετος και ξεκούραστος, και το κρεβάτι λες και είχε ανέβει πολύ ψηλά, πάνω από το σκοτάδι, πάνω από τις αλλεπάλληλες στέγες και τις τεράστιες καμινάδες της εργατούπολης, και τώρα ταξίδευε ελεύθερο στ’ αστέρια, που δεν ήτανε τόσο ψυχρά όσο δείχνανε, αλλά ζεστά, με μια ζεστασιά ανθρώπινη, αρωματισμένη μ’ αλεύρι…

Η ζωή στο σπίτι έγινε γλυκιά και φιλική για τον Λούτσιο.

Μερικές φορές όταν έμπαινε στο χολ του ισογείου, στις πέντε και τέταρτο κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ, φώναζε δυνατά «Χάι-χο, γεια σ’ όλους σας, χάι-χο!». Η σπιτονοικοκυρά έβγαινε σαν μαστουρωμένη από το θόρυβο του ραδιοφώνου στο δωμάτιό της, με το σώμα της γεμάτο γλυκανάλατα τραγούδια: φεγγάρια, ρόδα, ουρανούς γαλανούς, απόβροχα με ουράνια τόξα, ηλιοβασιλέματα, κήπους, αιώνιες αγάπες! Χαμογελούσε ολόκληρη, άγγιζε το πλατύ μέτωπό της, και τ’ αριστερό της χέρι γλιστρούσε στο σώμα της, πιέζοντάς το εδώ κι εκεί και απολαμβάνοντας την τρυφερή της σάρκα, που ήθελε να τη μοιραστεί… Ναι, ναι φεγγάρια, εραστές, τραιντάφυλλα ακολουθούσανε τον Λούτσιο στη σκάλα, στην κρεβατοκάμαρά του και σκορπιζόντουσαν στο κρεβάτι, ένας τεράστιος σωρός από «Σ’ αγαπώ!» και «Να με θυμάσαι!» και «Θα συναντηθούμε στο φεγγαρόφωτο!». Το ραδιόφωνο γέμιζε τη σπιτονοικοκυρά σαν δεκαγάλονη νταμιτζάνα, που ο μικρόσωμος μελαχρινός άντρας απολάμβανε στον επάνω όροφο πριν από το βραδινό του.

Αλλά τα πρωινά στη δουλειά η ζωή του ήταν όλο και πιο κουραστική. Ο Λούτσιο πήγαινε στη δουλειά με πυρετώδη βιασύνη και η ανησυχία του όλο και μεγάλωνε όποτε ο επιστάτης σταματούσε πίσω από την πλάτη του. Το μουρμουρητό του, δυνατότερο κάθε φορά, ήτανε σαν μαχαιριά στην πλάτη του Λούτσιο: όλο το αίμα έφευγε από την πληγή και δύσκολα μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια του. Τα χέρια του πήγαιναν όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που χάνανε το ρυθμό τους, και οι μεταλλικές λουρίδες σφηνώνανε και το μηχάνημα ούρλιαζε θυμωμένο, διαψεύδοντας την αυταπάτη του ανθρώπου ότι αυτός είναι το αφεντικό.

– Να σε πάρει ο διάολος! φώναζε ο επιστάτης. Γιατί δεν προσέχεις ποτέ σου; Βαρέθηκα πια να σου φωνάζω, ό, τι πιάνεις με το χέρι σου το χαλάς!

Εκείνη τη νύχτα έγραψε στον αδερφό του ότι πήρε κι άλλη, πολύ γερή αύξηση. Μάλιστα του εσώκλεισε τρία δολάρια για γλυκά και τσιγάρα και του ανακοίνωσε ότι σκόπευε να προσλάβει κάποιο μεγάλο δικηγόρο για να ξανανοίξει την υπόθεση του Σίλβα και να την πάει, αν παραστεί ανάγκη, μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Στο μεταξύ» κατέληγε το γράμμα «εσύ να είσαι ήσυχος. Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς για τίποτα, σου δίνω το λόγο μου!».

Αυτό ήτανε και το λογύδριο που έβγαζε κάθε βράδυ στη γάτα.

Αλλά μερικές μέρες αργότερα ήρθε ένα γράμμα από τον επίτροπο των φυλακών του Τέξας, κάποιον με τ’ ασυνήθιστο όνομα Μόρτιμερ Τζ. Στώλκαπ, που του επέστρεφε τα χρήματα και λακωνικά του ανέφερε ότι ο κατάδικος αδερφός του, ο Σίλβα, σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε ν’ αποδράσει.

Ο Λούτσιο έδειξε το γράμμα στη φίλη του τη γάτα. Στην αρχή αυτή φάνηκε να το κοιτάζει αδιάφορη. Όμως μετά έδειξε ενδιαφέρον, έπαιξε το χαρτί με τη λευκή πατούσα της, νιαούρισε και δάγκωσε την άκρη του. Ο Λούτσιο άφησε το γράμμα να πέσει στο πάτωμα, κι η γάτα το έσπρωξε διακριτικά με τη μύτη και τις πατούσες της μακριά απ’ το χαλάκι.

Μετά από λίγο σηκώθηκε και της έδωσε το γάλα της, που είχε μάλλον ζεσταθεί αφού το δωμάτιο είχε τόσο καλή θέρμανση. Τα σώματα του καλοριφέρ έβραζαν. Η γλώσσα της άρχισε να γλείφει διακριτικά. Τα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία του τρεμόφεγγαν ανάμεσα στα δάκρυα που στέγνωνε η υπερένταση του μικρόσωμου άντρα.

Γυρίζοντας από το εργοστάσιο ένα βράδυ εκείνου του χειμώνα, του συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Υπάρχει ένα μέρος λίγα τετράγωνα πιο πέρα από το εργοστάσιο, μια καφετέρια που λέγεται «Η συνάντηση». Έξω απ’ αυτήν, το συγκεκριμένο βράδυ παραπατούσε ένας άντρας που έμοιαζε με ζητιάνο. Άρπαξε τον Λούτσιο απ’ το μανίκι και μετά από ένα παρατεταμένο και σταθερό βλέμμα, με μάτια που φλεγόντουσαν όπως ο ορίζοντας του νεκροταφείου, του είπε σοβαρά:

– Μη φοβάσαι όλους αυτούς τους μπάσταρδους. Φυτρώνουνε σαν τ’ αγριόχορτα και σαν τα ζιζάνια ξεριζώνονται. Αποφεύγουνε τη συνείδησή τους και δεν μπορούνε να μείνουνε ήσυχοι ούτε λεπτό. Πρόσεξε τον ήλιο! Ξεπροβάλλει κάθε πρωί απ’ το νεκροταφείο τους!

Τα λόγια του ξένου συνεχίσανε προφητικά γι’ αρκετή ώρα, κι όταν άφησε τελικά το μπράτσο του Λούτσιο, όπου είχε ακουμπήσει για να στηριχτεί, έφυγε και πήγε στην περιστρεφόμενη πόρτα απ’ όπου είχε βγει. Αλλά, προτού φύγει, του είπε κάτι που τον τάραξε.

– Ξέρεις ποιος είμαι; του φώναξε. Είμαι ο Παντοδύναμος Θεός!

– Τι; είπε ο Λούτσιο.

Ο γέρος κούνησε το κεφάλι και μόρφασε. Μετά τον αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι του και μπήκε στη φωτισμένη καφετέρια.

Ο Λούτσιο ήξερε πως ο γέρος ήτανε και πιωμένος και ψεύτης, όμως όπως όλοι οι άνθρωποι, μερικές φορές είχε την ικανότητα να πιστεύει ό, τι ήθελε να πιστέψει, πέρα από κάθε λογική. Έτσι, περάσανε πολλές νύχτες εκείνο τον άγριο χειμώνα κατά τις οποίες παρηγορούσε τον εαυτό του και τη γάτα με τα λόγια του γέρου. Μπορεί ο Θεός να ήταν ένοικος αυτής της πόλης που είχε παρεκκλίνει, αυτής της πόλης που τα σπίτια της έμοιαζαν μ’ αποξηραμένα περιβλήματα ακρίδας. Ο Θεός ήταν, όπως και ο Λούτσιο, μοναχικός και κατάπληκτος και μέσα Του αισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, όμως δεν μπορούσε να το διορθώσει, αισθανόταν κι Αυτός την απερίσκεπτη υπνοβασία του χρόνου και την εχθρότητα της τύχης, γι’ αυτό ήθελε να κρύψει τον εαυτό του σε χώρους γεμάτους φως και ζεστασιά.

Η Νιτσέβο η γάτα δεν είχε καμιά ανάγκη να της ανακοινώσει ο Λούτσιο πως ο Θεός είχε εγκατασταθεί σ’ αυτή τη βιομηχανική πόλη. Μόνη της είχε ανακαλύψει την παρουσία του δύο φορές: την πρώτη στο Ρώσο και μετά στον Λούτσιο. Αμφίβολο αν τους ξεχώριζε. Και οι δύο εκπροσωπούσανε την ίδια τεράστια ευσπλαχνία. Είχανε κάνει της ζωή της σίγουρη κι ευχάριστη. Την είχανε μαζέψει στο σπίτι τους από το δρόμο. Το σπίτι ήτανε ζεστό, με τα χαλιά και τα μαξιλάρια μαλακά. Αναπαυότανε πλήρως ικανοποιημένη, η δε ικανοποίησή της δεν ήταν μόνο τις νύχτες όπως του Λούτσιο, αλλά και τις ημέρες, μια ικανοποίηση διαρκής. (Ο Δημιουργός πρόσφερε ένα ανεκτίμητο προνόμιο στο ζωικό βασίλειο όταν χάρισε μόνο στον άνθρωπο την ικανότητα να σκέφτεται το μέλλον.) Η Νιτσέβο ως γάτα εξαρτούσε την ύπαρξή της από μια ρευστή στιγμή του χρόνου: κι εκείνη η στιγμή ήταν ωραία. Δεν πέρασε απ’ το μυαλό της γάτας ότι οι φυλακισμένοι επιχειρούν απόδραση από τις φυλακές του Τέξας και σκοτώνονται (και με το θάνατο τελειώνει η απόδραση μέσα στο όνειρο), ότι οι επίτροποι γράφουν ξερές επιστολές όπου ανακοινώνουν τέτοια γεγονότα, ότι οι επιστάτες μουρμουρίζουνε περιφρονητικά όταν στέκονται πίσω από εργάτες των οποίων τα δάχτυλα τρέμουν από το φόβο ότι θα κάνουν λάθος. Ότι τα μεταλλικά ελάσματα φωνάζουνε και κρατάνε μαστίγιο σαν αφέντες. Ότι οι άνθρωποι είναι τυφλοί, αν και νομίζουνε ότι βλέπουν καθαρά τα πράγματα, ότι ο Θεός κατέληξε να γίνει μέθυσος. Ναι, η Νιτσέβο δεν ήξερε ότι αυτό το περίεργο φαινόμενο, η γη, περιστρεφόταν αρκετά γρήγορα και ότι κάποια μέρα, χωρίς να το περιμένει κανένας, θα καταστρεφόταν.

Η Νιτσέβο γουργούριζε όταν τη χάιδευαν τα δάχτυλα του Λούτσιο, σε απόλυτη αντίθεση με τα γεγονότα που απειλούσαν τη συνύπαρξή τους: γι’ αυτό, ίσως, ο Λούτσιο την αγαπούσε τόσο πολύ.

Ήτανε τώρα μέσα Ιανουαρίου και κάθε πρωί ο αέρας άρπαζε με ακατάβλητη ανυπομονησία τους καπνούς του εργοστασίου και τους έφερνε νοτιοανατολικά της πόλης, πάνω ακριβώς απ’ το νεκροταφείο. Ο ήλιος ανέτελλε μέσα απ’ αυτούς τους καπνούς στις εφτά το πρωί, κόκκινος σαν το μάτι μεθυσμένου επαίτη, και κοίταζε ενοχοποιητικά, μέχρι να δύσει στην αντίθετη πλευρά, στο φουσκωμένο ποτάμι. Το ποτάμι που συνέχιζε την πορεία του, μολυσμένο, ντροπιασμένο, αποφεύγοντας να κοιτάξει αριστερά ή δεξιά, κυλώντας, κυλώντας σταθερά. Την τελευταία εβδομάδα του μήνα κατέφθασαν στην πόλη οι μέτοχοι για μια πολύ σοβαρή σύσκεψη. Γυαλιστερές, μαύρες, σαν σκαθάρια σε απεγνωσμένες περιπλανήσεις, κατέφθαναν με ταχύτητα οι λιμουζίνες στο εργοστάσιο. Ξερνούσαν τους παχύσαρκους επιβάτες τους σε εξώπορτες και περίμεναν ανήσυχες, σαν φωλιά κατσαρίδων, σε πάρκιν καλυμμένα με καρβουνόσκονη, στο πίσω μέρος του εργοστασίου.

Κανένας από τους εργαζομένους στο εργοστάσιο δεν ήξερε τι εκκολαπτόταν μέσα στην αίθουσα συσκέψεων. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να επωασθούν τ’ αυγά: μυστικά και γεννημένα κατά ομάδες, επωάζονταν αργά.

Να ποιο ήταν το πρόβλημα: παρατηρήθηκε μείωση των κερδών στο εργοστάσιο. Οι μέτοχοι έπρεπε ν’ αποφασίσουνε κάτι απ’ τα δύο: ή να ρίξουνε την τιμή του προϊόντος για να γίνει προσιτό σε μεγαλύτερη αγορά, ή να μειώσουνε την παραγωγή. Η απάντηση ήταν φανερή: θα μειώνανε την παραγωγή διατηρώντας τα ίδια περιθώρια κέρδους και θα περιμένανε να αυξηθεί η ζήτηση του προϊόντος. Αυτό συμφωνήθηκε. Τα κυλιόμενα μεταλλικά ελάσματα έλαβαν την εντολή να σταματήσουνε: σταματήσανε και οι εργάτες που στεκόντουσαν μπροστά τους. Το ένα τρίτο του εργοστασίου έκλεισε και οι άνθρωποι απολύθηκαν. Και μετά η φωλιά των κατσαρίδων εξαφανίστηκε απ’ το πάρκιν: το πρόβλημα είχε λυθεί.

Και ο Λούτσιο ήταν ένας απ’ αυτούς που απολύθηκαν.

Εκείνο το πρωί δόθηκαν απολύσεις σε εξήντα οχτώ άτομα. Δεν υπήρξε καμία διαμαρτυρία, καμία διαδήλωση, καμία θυμωμένη φωνή. Λες και οι εξήντα οχτώ εργάτες το περίμεναν ότι κάποτε θα συμβεί αυτό. Μπορεί στην κοιλιά της μητέρας τους οι φλέβες που τους έτρεφαν να τους τραγουδούσανε στ’ αυτιά το ίδιο μονότονο τραγούδι: «Θα χάσεις τη δουλειά σου, θα σε διώξουνε, θα σου στερήσουνε το ψωμί σου!».

Εκείνο το πρωί η πόλη έμοιαζε με λαμπερή έρημη χώρα. Όλη την εβδομάδα έριχνε χιόνι, ελαφρύ πυκνό χιόνι. Αλλά τώρα ο ήλιος έλαμπε. Κάθε κρύσταλλο ακτινοβολούσε γεμάτο ζωή. Οι στέγες άστραφταν. Οι ολισθηροί στενοί δρόμοι ήτανε λαμπεροί σαν βέλη.

Στην ψυχή του Λούτσιο δύο πράγματα αντιπαλεύανε: Το ένα να βρει τη σύντροφό του τη γάτα. Το δεύτερο να χαλαρώσει το σώμα του απ’ αυτή τη φοβερή ένταση, να πέσει, να παρασυρθεί και να κυλήσει στο ποτάμι.

Κατάφερε να περπατήσει μέχρι την καφετέρια «Η συνάντηση».

Εκεί τον βρήκε ο άνθρωπος που είχε ξαναδεί, ο ξένος που έμοιαζε με ζητιάνο, εκείνος που είχε δηλώσει Θεός.

Έξω από τη γυάλινη περιστρεφόμενη πόρτα του καταστήματος στεκόταν ο άγνωστος με μια σακούλα γεμάτη άδεια μπουκάλια μπίρας, που δεν του τα ‘παιρναν πίσω διότι δεν είχαν αγοραστεί από εκεί.

– Σαν τα ζιζάνια, επαναλάμβανε σκυθρωπός, σαν επιβλαβή ζιζάνια!

Με το άλλο χέρι, που δεν ήτανε φορτωμένο, έδειχνε νοτιοανατολικά.

– Κοίταξε τον ήλιο. Ανατέλλει απ’ το νεκροταφείο.

Τα σάλια του έλαμπαν στη φοβερή λιακάδα του πρωινού.

– Σφίγγω τη γροθιά μου, κι αυτή είναι η γροθιά του Θεού.

Τότε είδε τον απολυμένο εργάτη μπροστά του.

– Από πού έρχεσαι; τον ρώτησε.

– Από το εργοστάσιο, απάντησε αδύναμα ο Λούτσιο.

Το θυμωμένο βλέμμα στα κατακόκκινα μάτια του ξένου έγινε πιο έντονο.

– Το εργοστάσιο, το εργοστάσιο! μούγκρισε.

Τα μικρά μαύρα παπούτσια του, στερεωμένα με κολλητική ταινία και χαρτιά, πλατσούριζαν στις λάσπες καθώς προχωρούσε.

– Απληστία και βλακεία! φώναξε. Αυτά είναι τα δύο σκέλη του σταυρού που με καρφώσανε!

Ένα φορτηγό γεμάτο σίδερα πέρασε με θόρυβο, πετώντας χιόνια στα πλάγια.

Το πρόσωπο του γέρου συσπάστηκε από οργή.

– Ψέματα, ψέματα, ψέματα, ψέματα! φώναξε. Καλύψανε τα σώματά τους με ψέματα και δεν ανέχονται να τους πλύνει κανένας! Θα έπρεπε να τους τρίψουμε άγρια, θα έπρεπε να μην τους αφήσουμε δέρμα πάνω τους, μόνο την πέτσα της απληστίας τους! Καλά, καλά, άσ’ τους! Άσ’ τους να ‘χουνε πιο πολλά,  ακόμα πιο πολλά! Κάμπιες είναι και ψείρες. Να σκάψουμε το νεκροταφείο και να τους θάψουμε βαθιά για να μη μας βρωμάνε πια!

Τα λόγια αυτής της κατάρας καλύφτηκαν απ’ το θόρυβο άλλου φορτηγού, αλλά ο Λούτσιο τ’ άκουσε όλα. Σταμάτησε δίπλα του. Το πάθος του ξένου ήτανε τόσο μεγάλο, που του φύγανε τα μπουκάλια απ’ το χέρι. Μαζί σκύψανε στο πεζοδρόμιο και τα μαζέψανε, σοβαροί κι αμίλητοι σαν παιδιά που μαζεύουνε λουλούδια. Όταν τελειώσανε, ο ξένος έφτυσε το φλέμα που τον έπνιγε, άρπαξε τον Λούτσιο απ’ το μπράτσο και τον κοίταξε άγρια.

– Πού πάς; τον ρώτησε.

– Σπίτι, απάντησε ο μικρόσωμος άντρας. Πηγαίνω στο σπίτι μου.

– Ναι, να πας στο σπίτι σου, είπε ο ξένος. Πίσω στα σπλάχνα της γης. Αλλά όχι για πάντα. Οι ταπεινοί δεν καταστρέφονται εύκολα, οι ταπεινοί συνεχίζουν!

– Συνεχίζουν; απόρησε ο Λούτσιο. Πού;

– Πού; είπε ο προφήτης. Πού; Α, δεν ξέρω,  πού! Άρχισε να κλαίει με λυγμούς τόσο δυνατά, που του ξανάπεσαν τα μπουκάλια. Κι αυτή τη φορά, όταν ο Λούτσιο έσκυψε να τον βοηθήσει, η δύναμη έφυγε ξαφνικά από μέσα του και τον άφησε μόνο, σχεδόν άψυχο στο πεζοδρόμιο έξω από την καφετέρια, όπου το χιόνι όσο πήγαινε και βρωμιζόταν.

– Μεθυσμένος, είπε ο γεροδεμένος αστυνομικός.

Ο άνθρωπος που αυτοαποκαλείται Θεός διαμαρτυρήθηκε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Ειδοποιήθηκε το κάρο και τον έριξαν μέσα.

«Νιτσέβο, Νιτσέβο» ήτανε το μόνο που μπορούσε να πει όταν τον ρωτούσανε πού βρίσκεται το σπίτι του. Έτσι τον πήρανε.

Για μια σχεδόν ώρα ο άνθρωπος που αυτοαποκαλείται Θεός έμεινε στη γωνία έξω από την καφετέρια. Κάτι φαινότανε να τον βασανίζει. Τέλος, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα και πήγε στην πιο κάτω μπιραρία.

Πώς λέγεσαι; Από τι πέθανε η μητέρα σου; Βλέπεις όνειρα το βράδυ;

Όχι, όχι, όχι! Ούτε όνομα ούτε μητέρα ούτε όνειρα. Αφήστε με ήσυχο, σας παρακαλώ.

Ήτανε πολύ κακός ασθενής. «Αρνείται να συνεργαστεί», αποφάνθηκαν οι γιατροί.

Τελικά μετά από μια βδομάδα τον έδιωξαν. Ο Λούτσιο γύρισε κατευθείαν στο σπίτι που είχε νοικιάσει. Η πόρτα ήτανε ξεκλείδωτη. Το χολ ήταν παγωμένο και σιωπηλό.

Πού ήταν η γάτα; Όχι εδώ, γι’ αυτό ήτανε σίγουρος. Αν ήταν εδώ θα ένιωθε την ανάσα της μέσα στην ησυχία. Θα υπήρχε κάτι υγρό και ζεστό στην ατμόσφαιρα, σαν τη μήτρα της μητέρας.

Η κυρία Χάτσεσον τον άκουσε και ήρθε από το πίσω μέρος του σπιτιού όπου το ράδιο έλεγε ένα γνωστό τραγούδι.

– Έμαθα ότι σ’ απολύσανε, είπε μόνο.

Ήταν εύκολο στον Λούτσιο να διαπιστώσει πως τα τριαντάφυλλα και τα φεγγαρόφωτα είχαν τελειώσει και τώρα επικρατούσε άλλη αυστηρότητα. Τώρα το ύφος της σπιτονοικοκυράς είχε γίνει εχθρικό.

Ο Λούτσιο έκανε να πάει προς τη σκάλα, όμως αυτή του έφραξε το δρόμο.

– Το δωμάτιο νοικιάστηκε, του είπε.

– Ω!

– Δεν με παίρνει να έχω άδεια δωμάτια.

– Καταλαβαίνω.

– Πρέπει να ‘μαστε ρεαλιστές, έτσι δεν είναι;

– Ναι.

– Όλοι πρέπει να ‘μαστε ρεαλιστές. Έτσι είναι.

– Μάλιστα… Και πού είναι η γάτα;

– Η γάτα; Την έδιωξα την Τετάρτη.

Για πρώτη φορά ο Λούτσιο ένιωσε να φουντώνει μέσα του θυμός, διάθεση για διαμαρτυρία.

– Όχι, όχι, όχι, φώναξε.

– Ησύχασε! του είπε η γυναίκα. Τι νομίζεις ότι είμαι; Λες να έχω τη διάθεση να κάνω και τη νοσοκόμα σ’ ένα άρρωστο κοπρόγατο;

– Άρρωστο; ψέλλισε ο Λούτσιο.

– Ναι, του απάντησε η γυναίκα.

– Τι έπαθε;

– Πού να ξέρω; Φώναζε όλη τη νύχτα κι αναστάτωνε τον κόσμο. Γι’ αυτό την έδιωξα.

– Πού πήγε;

Η γυναίκα γέλασε βραχνά.

– Πού πήγε! Πώς στα κομμάτια να ξέρω εγώ πού πήγε η βρωμόγατα. Μπορεί να πήγε στο διάολο!

Γύρισε το παχύσαρκο σώμα της κι ανέβηκε τη σκάλα. Η πόρτα του πρώην δωματίου του Λούτσιο ήταν ανοιχτή. Η γυναίκα μπήκε. Μια αντρική φωνή πρόφερε τ’ όνομά της και η πόρτα έκλεισε.

Ο Λούτσιο βγήκε απ’ το σπίτι του εχθρού.

Ήξερε ότι το παιχνίδι ουσιαστικά είχε τελειώσει. Ναι, μπορούσε να δει τώρα όλη τη ζωή του.

Τώρα δεν αισθανόταν ούτε φόβο ούτε οίκτο για τον εαυτό του, ούτε καν λύπη για τίποτα.

Πήγε στη γωνία κι έστριψε από ένστικτο προς τα κάτω.

Και τότε συνέβη για μία ακόμα και τελευταία φορά στη ζωή του ένα μεγάλο γεγονός: μια πράξη Θεού.

Στην είσοδο μιας αυλής, κοντά στο μέρος όπου στεκόταν, είδε να κουτσαίνει κακοπαθημένη η χαμένη σύντροφός του. Η γάτα! Ναι. Η Νιτσέβο!

Στάθηκε ακίνητος κι άφησε τη φίλη του να τον πλησιάσει. Το έκανε αλλά με μεγάλη δυσκολία. Τα μάτια των δυο τους είχανε γίνει σκοινιά που τους τραβούσανε κοντά παρά την αντίσταση του σώματος. Διότι η γάτα ήταν πληγωμένη και μετά βίας προχωρούσε.

Η προσέγγιση γινόταν βαθμιαία, όμως συνεχιζόταν. Κι όλην αυτή την ώρα τα μάτια της γάτας έμεναν καρφωμένα πάνω του.

Τα κεχριμπαρένια μάτια της τον κοιτούσανε με την ίδια αξιοπρεπή τυφλή αφοσίωση, λες κι ο Λούτσιο είχε γυρίσει μετά από λίγα λεπτά απουσίας κι όχι μετά από μέρες γεμάτες πείνα, συμφορές, παγωνιά.

Ο Λούτσιο έσκυψε και τη μάζεψε στην αγκαλιά του. Τώρα είδε γιατί κούτσαινε: το ένα της πόδι ήτανε λιωμένο. Θα πρέπει να ήταν αρκετές μέρες σ’ αυτή την κατάσταση. Το πόδι είχε κακοφορμίσει, είχε μελανιάσει και μύριζε απαίσια. Το σώμα της στην αγκαλιά του ήτανε σαν ένα ματσάκι κόκαλα, κι ο ήχος που έκανε για να τον καλωσορίσει ήτανε λιγότερος από ήχο. Πώς είχε συμβεί αυτή τραγωδία; Η Νιτσέβο δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ούτε κι αυτός μπορούσε να της εξηγήσει τι είχε συμβεί. Δεν μπορούσε να περιγράψει τον επιστάτη που τον παρακολουθούσε και του μουρμούριζε, την ήρεμη ανωτερότητα των γιατρών, τη σπιτονοικοκυρά του, εκείνη την ξανθιά βρωμιάρα που η επιθυμία της ήτανε πανεύκολο να κορεσθεί απ’ οποιονδήποτε άντρα.

Ο Λούτσιο ήξερε πως η γάτα δε θα ζούσε. Κι αυτή το ήξερε. Τα μάτια της ήταν κουρασμένα και σκοτεινά: είχε σβήσει μέσα τους εκείνη η ρωμαλέα φλόγα που σημαίνει πόθο για ζωή και που είναι το μυστικό για την επιβίωση. Ναι, τα μάτια της ήταν σβησμένα. Το κεχριμπάρι τους ήτανε γεμάτο μ’ όλα τα μυστικά και τις θλίψεις με τις οποίες ο κόσμος απαντάει στα συνεχή ερωτήματά μας. Μοναξιά, ναι. Και πείνα, έκπληξη, πόνος. Όλα μέσα στα μάτια της, που θέλανε τώρα πια να κλείσουνε με όσα είχαν μαζέψει μέσα τους.

Ο Λούτσιο κατηφόρισε το καλντερίμι με τη γάτα στην αγκαλιά του. Εύκολη κατεύθυνση. Όλη η πόλη έγερνε προς τα εκεί.

Ο αέρας είχε γίνει μαύρος, είχε χαθεί η αντανάκλαση του ήλιου στο χιόνι. Ο αέρας έπαιρνε την καπνιά και την έστελνε μαλακά στις στέγες των σπιτιών. Έκανε κρύο και η καπνιά σκοτείνιαζε τα πάντα. Ο αέρας κλαψούριζε σαν λεπτό σύρμα που τεντώνεται.

Ψηλά στο ανάχωμα του ποταμού πέρασε ένα φορτηγό. Ήτανε φορτωμένο με ράβδους μετάλλου. Το προϊόν απ’ το σιδηρουργείο του εργοστασίου που μεταφερόταν αλλού, μακριά, καθώς η γη απέστρεφε το ένα μάγουλό της μετά το δυνατό χαστούκι του ήλιου και πρόσφερε το άλλο.

Ο Λούτσιο μίλησε στη γάτα καθώς τα νερά τους σκεπάζανε.

– Σύντομο θα είναι, της ψιθύρισε. Πολύ σύντομο, πολύ, πολύ σύντομο!

Για μία και μοναδική στιγμή η γάτα πήγε ν’ αντιδράσει: έμπηξε τα νύχια της στον ώμο και στο μπράτσο του. Μία μοναδική στιγμή αμφιβολίας: Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες; Μετά πέρασε η στιγμή της έντασης και η πίστη ξαναγύρισε στη γάτα.

Και παρασύρθηκαν απ’ τα νερά του ποταμού κι οι δυο τους μακριά. Μακριά από την πόλη, πολύ μακριά από την πόλη, όπως η καπνιά που παρέσυρε ο άνεμος από τις καμινάδες.

Εντελώς μακριά.

-ΤΕΛΟΣ-

* Σημείωση: «Η κατάρα» [«The Malrdiction»] άρχισε να γράφεται το 1941, δημοσιεύθηκε το 1945 και συμπεριελήφθη στη συλλογή «One Arm» το 1948.

eirini aivaliwtou«Η κατάρα» (Τενεσσή Ουίλλιαμς)
Περισσότερα

Πριν από τις γάτες του Διαδικτύου: Ευρήματα για Αιλουροειδή από τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένα κατοικίδιο εξαιρετικά δημοφιλές στο Διαδίκτυο η γάτα, και μια έμπνευση για κουράγιο -ειδικά όταν είσαι ταγμένος στην κάστα των cat persons. Σήμερα τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης του Ινστιτούτου Smithsonian υπενθυμίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο που η γάτα είχε στην τέχνη από πάντα.

Τους αμέτρητους τρόπους, με τους οποίους οι γάτες απεικονίζονται σε σπάνια έγγραφα όπως σκίτσα και σχέδια, επιστολές και φωτογραφίες από τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 διερευνά η έκθεση «Before Internet Cats: Feline Finds from the Archives of American Art» (Πριν από τις γάτες του Διαδικτύου: Ευρήματα για Αιλουροειδή από τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης) στην γκαλερί Lawrence A. Fleischman, στην Ουάσινγκτον.

Είτε εκφραστικές είτε απόμακρες, οι αντιφατικές διαθέσεις τους τις καθιστούν συναρπαστικές μούσες των καλλιτεχνών. Οι γάτες είναι συχνά τα παιχνιδιάρικα θέματα έργων τέχνης, τα χιουμοριστικά θέματα συνομιλίας, οι ανεξάρτητοι σύντροφοι στα ατελιέ και τα αγαπημένα μέλη της οικογένειας. Τα αρχεία που παρουσιάζονται στην έκθεση αντανακλούν τη διαρκή γοητεία που ασκούν οι γάτες, αναφέρουν οι διοργανωτές της.

Σε σκίτσα, σχέδια, επιστολές, καρτ-ποστάλ, περιοδικά και φωτογραφίες πολύ πριν τα βίντεο με γάτες αρχίσουν να κυριαρχούν στο Διαδίκτυο, καλλιτέχνες εκφράζουν την αγάπη τους για τα αιλουροειδή.

Οι γάτες είναι αυτόνομα πλάσματα, αλλά δεν είναι τυχαίο που πολλοί καλλιτέχνες δημιουργούν με μία γάτα στο πλευρό τους. Είναι εξαιρετική παρέα σε ένα ατελιέ, μερικές φορές γίνονται αβρές μούσες, κάποιες φορές αποδιοργανώνουν, αλλά ποτέ δεν ασκούν κριτική στο έργο του καλλιτέχνη, ανέφερε η επιμελήτρια της έκθεσης Μέρι Σάβιγκ.

Μία από τις αγαπημένες της ανακαλύψεις στα Αρχεία Τέχνης, όπως τόνισε, είναι το ανέκδοτο χειρόγραφο της ιστορικού τέχνης Ελίζαμπεθ Μακόουσλαντ με μία φανταστική συνομιλία της με την αγαπημένη της γάτα, Μαρτς Λάιον. Η γάτα είχε το πρώτο πάρτι γενεθλίων της το 1950 και επίσης κάρτα γενεθλίων από ακουαρέλες, έργο του επιμελητή μουσείων Τσαρλς Μπέκλεϊ.

Στην έκθεση παρουσιάζονται μεταξύ άλλων έργα των Ζερτρούντ Άμπερκρομπι, Τζέι Ντέφο, Τζάσπερ Τζονς, Μαρκ Γκριν, Χέντα Στέρνε, Λουίζ Νίβελσον, Μπεατρίς Γουντ.

Με περισσότερα από είκοσι εκατομμύρια τεκμήρια, το Αρχείο Αμερικανικής Τέχνης είναι το μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο παγκοσμίως αφιερωμένο στην καταγραφή τής ιστορίας των εικαστικών τεχνών στις ΗΠΑ.

Η έκθεση στην γκαλερί Lawrence A. Fleischman θα διαρκέσει έως τις 29 Οκτωβρίου 2017.

  • Πηγή: CNN
eirini aivaliwtouΠριν από τις γάτες του Διαδικτύου: Ευρήματα για Αιλουροειδή από τα Αρχεία Αμερικανικής Τέχνης
Περισσότερα

Πέτρος Φούρναρης – Ὁ Κα­λι­γού­λας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μεσημέρι: καυ­τὸς ὁ ἥ­λιος. Μα­ζεύ­ω τὰ μα­γιό μας γιὰ νὰ φύ­γου­με, ὅ­ταν βλέ­πω τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ποι­ή­τρια, μὲ μιὰ ρόμ­πα πά­νω της, νὰ γέρ­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἀ­πὸ σα­νί­δες καὶ νὰ φω­νά­ζει μὲ κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νὴ ἕ­να ὄ­νο­μα. Ἀ­νε­βαί­νω τὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἀμ­μου­διὰ ἀ­πὸ τὸ δρο­μά­κι καὶ τὴν ρω­τῶ τί ψά­χνει.
«Ἕνα γά­το» μοῦ λέ­ει, «Λεί­πει τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα. Ἦρ­θε, τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου, μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα κι ἔ­φυ­γε, δὲν ξα­να­φά­νη­κε.»
«Τί χρῶ­μα ἔ­χει;»
«Σκοῦρο κα­φε­τί, μὲ λί­γο χρυ­σα­φὶ καὶ λί­γο ἄ­σπρο. Μὲ χρυ­σα­φέ­νια μά­τια.»
Γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σω ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ σκαρ­φα­λώ­σω τὸ φρά­χτη, νὰ μπῶ στὸ ψη­λὸ σπί­τι νὰ ψά­ξω τὸ γά­το, δὲν τὸ ἄν­τε­χα νὰ τὴ βλέ­πω τό­σο δυ­στυ­χι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε μ’ ἕ­να βλέμ­μα λί­γο χα­μέ­νο.
«Τί ὡ­ραῖα», μοῦ λέ­ει, «οἱ ξέ­νοι φέ­τος στὸ νη­σί μας, καὶ τί εὐ­γε­νι­κοί. Χτὲς τὸ βρά­δυ φο­ροῦ­σα ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα, πέ­ρα­σε ἕ­νας Βρε­τα­νὸς καὶ μοῦ λέ­ει: τί ὡ­ραί­α ποὺ εἶ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸ λευ­κὸ φό­ρε­μα! Χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα πά­λι, με­τὰ τὰ ψώ­νια, ἔ­κα­να ὠ­το­στὸπ γιὰ νὰ γλι­τώ­σω τὰ ἕ­ξι εὐ­ρὼ γιὰ τὴν κούρ­σα καὶ μὲ πῆ­ραν ἕ­να ζευ­γά­ρι Γάλ­λων. Τί εὐ­γε­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι! Πι­ά­σα­με κου­βέν­τα γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, μι­λή­σα­με γιὰ τὸν Κα­λι­γού­λα, τὴ με­τά­φρα­ση. Θυ­μό­μουν ἀ­κρι­βῶς ἕ­να στί­χο κά­που στὴν ἀρ­χή. Ce soir la nuit est lourde comme le chagrin humain: αὐ­τὴ ἡ νύ­χτα εἶ­ναι βα­ριὰ σὰν τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Καὶ στὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες ἐ­ξαί­σιος στί­χος, ἀλ­λὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι πιὸ ὡ­ραῖ­ος για­τί ἔ­χει πιὸ πολ­λὰ φω­νή­εν­τα.» Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ με­τρᾶ τὶς συλ­λα­βές του: «Ἀ-πό-ψε-ἡ-νύ-χτα-εἶ-ναι-βα-ριά-σὰν-τὸν-ἀν-θρώ-πι-νο-πό-νο. Φύ­γε­τε, φύ­γε­τε, μὴν σᾶς κρα­τῶ ἄλ­λο.» Καὶ κοι­τοῦ­σε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.
Γυρ­νά­ει πά­λι καὶ μᾶς λέ­ει: «Ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­στο­λὴ στὴν Μέρ­κελ, καὶ μιὰ στὸ γερ­μα­νι­κὸ κοι­νο­βού­λιο. Πῶς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ Εὐ­ρώ­πη: ὁ πο­λι­τι­σμός! Ὄ­χι μό­νο τα λε­φτά.»
«Μὰ τὸ ξέρου­νε» τῆς λέ­ω, «Τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦν σκό­πι­μα.»
«Ὄχι, δὲν τὸ ξέ­ρου­νε… Καὶ εἶ­μαι λί­γο θυ­μω­μέ­νη μὲ τοὺς ἐ­δῶ Ἰ­τα­λούς. Ὅ­λο γιὰ τὸν πό­λε­μο συ­ζη­τᾶ­νε. Μὰ τί θέ­λουν ἐ­πι­τέ­λους; Δὲν τὸν κά­να­με ἐ­μεῖς τὸν πό­λε­μο, αὐ­τοὶ τὸν κά­να­νε, καὶ ἀν­τὶ νὰ μὴ μι­λᾶ­νε, ποὺ χά­σα­νε κι­ό­λας, ἔ­χουν φω­νά­ξει πά­λι τοὺς κα­θη­γη­τές τους ἀ­πὸ τὰ πα­νε­πι­στή­μια, καὶ ξα­νὰ συ­νέ­δρια ἐ­πὶ συ­νε­δρί­ων.»
Τὰ γα­λα­νά της μά­τια πε­τοῦ­σαν σπί­θες κα­τα­με­σή­με­ρα. Τὴν κα­λέ­σα­με στὴν ἔκ­θε­ση, θὰ ‘ρθεῖ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὶς ὀ­χτώ. Κα­θὼς φεύ­γα­με τὴν ἄ­κου­γα νὰ φω­νά­ζει μὲ τὴν κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νή της: «Κα­λι­γού­λα, Κα­λι­γού­λα. Ποῦ εἶ­σαι Κα­λι­γού­λα…».
11-8-2016

Πηγή: Πλανόδιον.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

  • Πίνακας: Théophile Alexandre Steinlen (1859 – 1923)
eirini aivaliwtouΠέτρος Φούρναρης – Ὁ Κα­λι­γού­λας
Περισσότερα

Μια γάτα για τον Λέλο Λίβα. Διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια γάτα για τον Λέλο Λίβα

Του Ανδρέα Αποστολίδη

C.F. Tunnicliffe (1901-1979)

Είμαστε στα 1979, λίγες μέρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Ζαππείου. Ο Λέλος Λίβας δεν είχε έξι μήνες που άφησε το Σώμα της Αστυνομίας, στο οποίο υπηρετούσε δεκαπέντε συνεχόμενα έτη.

Παραιτήθηκε μόλις είδε πως στις τελευταίες κρίσεις το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στις προαγωγές. Θα άνοιγε το δικό του γραφείο ερευνών. Είχε βάλει μερικά λεφτά στην άκρη, καθώς δεν ήταν παντρεμένος και εκτός από την ηλικιωμένη μητέρα του δεν είχε άλλο στόμα να θρέψει.

Έτσι κι έγινε. Το άνοιξε το γραφείο. Και τώρα αισθανόταν μεγάλη ανακούφιση. Βέβαια σε αυτούς τους έξι μήνες δεν είχε πετύχει ακόμα την καλή υπόθεση που θα τον έκανε γνωστό.

Το γραφείο του το είχε στην οδό Αβέρωφ, η οποία θύμιζε τον στιβαρό πολιτικό τού υπουργείου Εθνικής Αμύνης, που ήταν και πονηρούτσικο άτομο συνδυασμός ευνοϊκός, πίστευε, για τους υποψήφιους πελάτες Γραφείου Ερευνών!

Ήταν βέβαιος ότι είχε κάνει τη σωστή κίνηση.

Εκείνη την ημέρα είχε φθάσει μεσημέρι, όταν το τηλέφωνο χτύπησε για πρώτη φορά. Ο Λέλος το σήκωσε. «Γραφείο Ερευνών – Λέλος Λίβας και συνεργάτες – Αβέρωφ 12 – ακούω».

«Κοιτάξτε κύριε Λίβα, σας θέλω για ένα λεπτό θέμα και λίγο περίεργο».

Ήταν μια γυναικεία φωνή βραχνή από τσιγάρο ή φαρυγγίτιδα. Ο Λέλος σκέφτηκε ότι διέθετε υπολείμματα αισθησιακότητας που παρέπεμπαν στον μεσοπόλεμο.

«Γύρω στα εβδομήντα την κάνω», κατέληξε μέσα του.

«Ε, με ποιαν έχω την τιμή να συνομιλώ;».

«Ζαζί, λέγομαι Ζαζί Μορώνη».

«Χάρηκα πολύ, σας ακούω… είμαι όλος αυτιά».

«Πρόκειται, όπως σας είπα, για λεπτό θέμα».

«Για τα λεπτά και περίεργα θέματα δουλεύουμε κυρία μου».

«Ωραία. Λοιπόν, πρόκειται για τη μοναδική αγαπημένη μου… χάθηκε ή μάλλον υποψιάζομαι δολοφονία από ένα κτήνος».

Ο Λέλος έμεινε κόκαλο. Παύση. Εντατική σκέψη. «Πρέπει να το παίξω καθαρός από την αρχή»…

«Είστε στη γραμμή κύριε Λίβα;».

«Μάλιστα… Μήπως για ένα φονικό θα ήταν δέον να απευθυνθείτε πρώτα στο οικείο αστυνομικό τμήμα;».

«Ξέρετε να είναι αποτελεσματικό κάτι τέτοιο, ξέρετε από την πείρα σας το οικείο μου αστυνομικό τμήμα να διαθέτει άτομα με την απαιτούμενη καλλιέργεια και ευαισθησία για μια τέτοια έρευνα; Όχι, πείτε μου;». Η κυρία Μορώνη φαινόταν εκνευρισμένη.

«Νομίζω ότι υπάρχουν αστυνομικοί με κάποιο επίπεδο. Και εγώ από την οικογένεια της αστυνομίας προέρχομαι, δεν σας το κρύβω».

«Δηλαδή, δεν θα αναλάβετε τις έρευνες για τη Μιμή;».

«Είναι το όνομα της ψυχοκόρης σας;».

«Εύστοχα το θέσατε, γιατί η Μιμή για μένα είναι ή ήταν σαν ψυχοκόρη». Η διάθεση της κυρίας Ζαζί Μορώνη είχε φτιάξει.

«Για εξηγήστε μου αυτό το σαν να μπω καλύτερα στο νόημα».

«Ήταν σαν άνθρωπος, τέτοια ευαισθησία, τέτοια κατανόηση, τέτοια υπακοή, τέτοια τρυφερότητα, τέτοια αγάπη και τόση ομορφιά…».

«Καλλονή;».

«Του Σιάμ. Τέλειο τρίχωμα, σταχτί μάτια, φουντωτή ουρά και καθαρή, σαν πριγκίπισσα».

Ο Λέλος σκέφθηκε γρήγορα: «Θα τρελαθώ, αλλά νομίζω ότι μου μιλάει για γάτα».

«Ετών;».

«Μόνον οκτώ».

«Να σας ρωτήσω κάτι, κυρία Μορώνη μου; Πώς με βρήκατε;».

«Μα από τον κατάλογο, φυσικά».

«Και γιατί εμένα; Οι συνάδελφοι είναι πολλοί».

«Α… να σας απαντήσω με κάθε ειλικρίνεια. Το κατάστημά σας είναι στην οδό Αβέρωφ και στον Χρυσό Οδηγό την έχετε με κεφαλαία. Με την οικογένεια ήμασταν φίλοι, από την πλευρά του πατρός μου, πτεράρχου Αριστοβούλου Σερέτη».

«Κοιτάξτε, τα κατοικίδια ζώα δεν θα έλεγα πως είναι ο τομέας του Γραφείου. Τα νυχτερινά κέντρα ή ένας χαμένος σύζυγος είναι πιο κοντά στο ρεπερτόριό μας».

«Οπότε;».

«Οπότε…». Ο Λέλος σκέφθηκε να θέσει μια τελευταία ερώτηση. «Οπότε… πού μένετε;».

«Στην οδό Κιουρύ, στην Κηφισιά».

Η Κηφισιά ήταν κάτι που έβαλε σε σκέψεις τον Λίβα. Εκτός από μια υπόθεση διαζυγίου στη Θήβα δεν είχε τίποτα άλλο εδώ και δύο εβδομάδες. «Λες Λέλο να βάλεις νερό στο κρασί σου», σκέφθηκε.

«Νομίζω ότι πρέπει να τα πούμε από κοντά», επενέβη η Ζαζί Μορώνη.

«Κι εγώ», έκανε με σβησμένη φωνή ο Λέλος Λίβας.

Παράγγειλε διπλό φραπέ στο καφενείο τού απέναντι ισογείου, λέγοντας ότι τον θέλει σκέτο. «Ναι, μαυροζούμι και γρήγορα».

Η Βίλα Ακακία είχε μια μάντρα ψηλή. Ο Λέλος κοίταξε μέσα από την εξωτερική καγκελόπορτα. Όλα τα παράθυρα ήταν σφαλισμένα εκτός από ένα στο ισόγειο και ένα στον δεύτερο όροφο πίσω από μια βεράντα. Η βλάστηση του κτήματος ήταν πλούσια ­ όλο αγριομολόχες, χαμομήλια, τσουκνίδες και χόρτα του βουνού.

Δεξιά της Βίλας Ακακίας υπήρχε ένα μισοφτιαγμένο πιο μοντέρνο χτίσμα, ίσιο με δύο ημιτελείς προσθήκες δεξιά αριστερά. Πανωσήκωμα δεν προβλεπόταν. Έμοιαζε και αυτή η κατοικία να υπολειτουργεί. Ένα λυκόσκυλο περιφερόταν σαν να ήταν ο άρχοντας του σπιτιού.

Αριστερά της Ακακίας υπήρχε ένα άδειο οικόπεδο, που κύκλωνε από την πίσω μεριά και το γειτονικό σπίτι. Η εξωτερική μάντρα ήταν μισογκρεμισμένη και στην πίσω ξερολιθιά, στο βάθος, είχε σχηματιστεί με κιμωλία ένα τέρμα για ποδόσφαιρο. Λίγο πιο πέρα ξεκινούσε μια πυκνή συστάδα πεύκων και στην πλευρά προς το σπίτι με τον σκύλο υπήρχε μια σειρά από σκονισμένες πικροδάφνες.

Ο Λίβας, μετά την πρώτη αυτή αυτοψία, επέστρεψε στην καγκελόπορτα της Ακακίας. Είχε ένα κουδούνι φιλντισένιο, όπως κατάλαβε, όταν έξυσε με το νύχι τη λίγδα του. Το πάτησε.

Στον χορταριασμένο κήπο φάνηκε μια υπηρέτρια. «Έρχομαι, έρχομαι» φώναζε από μακριά.

Πριν ανοίξει τη σιδερένια εξώπορτα, η υπηρέτρια ρώτησε:

«Είστε της Ασφάλειας;».

«Όχι, είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ», αποκρίθηκε ο Λίβας.

«Ωραία, πέρασε».

Ο ενικός του χάλασε κάτι από τη σκαμπρόζικη διάθεσή του, όπως και η υποψία του ότι η Μορώνη είχε επικοινωνήσει τελικά με το τμήμα. «Να δεις που θα με μπλέξει με τους μπάτσους και θα γίνω ρεζίλι», μονολόγησε.

Βαδίζοντας στον μικρό χωματόδρομο, αισθάνθηκε ανησυχία. Διέκρινε μια μισόξερη λιμνούλα στ’ αριστερά του σπιτιού γεμάτη διψασμένα βατράχια. Κουάξ-κουάξ, έκαναν, λες και αποκρίνονταν στους συλλογισμούς του.

Ύστερα από τον προθάλαμο και το μεγάλο χολ, μπήκε σ’ ένα σαλόνι γεμάτο βαλσαμωμένα πουλιά, βελούδο και κλειστές κουρτίνες. Από μια σκοτεινή κόχη, κοντά στη μεγάλη δρύινη σκάλα, που οδηγούσε πάνω, πετάχτηκε η οικοδέσποινα με μια πίπα στο στόμα της, λέγοντας τσαχπίνικα: «Αλό, αλό… από εδώ».

Υπήρχε κάτι σαν σαλονάκι στο βάθος της μεγάλης αίθουσας.

«Μορώνη».

«Λίβας» ­ συστήθηκαν με εξεταστικές ματιές.

Η εβδομηντάχρονη γυναίκα είχε κάτι από αρπακτικό στην κατατομή του προσώπου της και θα περίμενε κανείς η φωνή της να ήταν πιο τσιριχτή, αλλά αυτή η πίπα, καρφωμένη στο στόμα της επιβεβαίωνε την αρχική τηλεφωνική εντύπωση που έδινε η βραχνή φωνή της. Ήταν αρειμάνια καπνίστρια.

«Πεταχτούλα στα νιάτα της», σκέφτηκε ο Λέλος Λίβας.

«Εγώ να πηγαίνω», είπε τσαχπίνικα η υπηρέτρια.

«Στο καλό, πουλάκι μου», έκανε ο Λίβας.

«Κωλοπετσωμένος», μονολόγησε η Μορώνη, επιδοκιμαστικά. «Μου κάνει, έτσι κι έχει τακτ».

«Κυρία μου, η τιμή μου είναι δύο χιλιάρικα τη μέρα συν τα έξοδα, συν πενήντα χιλιάδες για τη λύση…».

«Κύριε Λέλο μου», έκανε, αφήνοντας ένα συννεφάκι καπνού, «η ψιψίνα μου είναι υπεράνω τιμής. Δεν την παζαρεύω…».

«Κυρία Μορώνη μου, μία μόνο ερώτηση. Τελικά ειδοποιήσατε την αστυνομία;

Ρωτάω γιατί η υπηρέτρια μού φάνηκε πως περίμενε και την Ασφάλεια να έρθει».

Η Μορώνη χαμογέλασε. «Α, κατάλαβα. Όχι, φυσικά και δεν την ειδοποίησα. Είναι μάταιο. Η Ασφάλεια πέρασε από εδώ, γιατί ερευνά κάτι το εντελώς άσχετο. Μην ανησυχείτε καθόλου».

Ο Λίβας ανακουφίστηκε. «Ωραία, ας περάσουμε αμέσως στο ψητό. Αισθάνομαι όπως ένα ασυγκράτητο λαγωνικό».

Ακούστηκαν φοβερά γαβγίσματα!

Η Ζαζί ανατρίχιασε και αναφώνησε ­ δείχνοντας με την πίπα της μέσα από το κλειστό παράθυρο προς το πλαϊνό χαμηλό μοντέρνο μισόκτιστο οίκημα:

«Πρόκειται για τον απαίσιο γείτονά μου. Αυτός την έφαγε, ο απαίσιος σκύλος, αποκαλύψτε τον! Είναι τέρας!».

Ο Λέλος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο βρυχηθμός του ζωντανού ήταν πράγματι τρομακτικός. Ταράχτηκε. Είχε πέσει και σούρουπο.

«Φεύγω αμέσως για αυτοψία», έκανε με την αρμόζουσα αποφασιστικότητα. «Ο χρόνος μετράει».

«Μετράει! Τρεχάτε!».

Ο Λέλος ξεδίπλωσε πρώτα ένα πολυγραφημένο χαρτί.

«Έχω εδώ και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό», πρόσθεσε δειλά.

Η ηλικιωμένη άφησε ένα διπλό συννεφάκι καπνού μέσα από τα ρουθούνια της. «Φέρτε το μου», αποκρίθηκε αναστενάζοντας, «να σας το υπογράψω».

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Ο Λίβας πήρε θέση μέσα στις σκονισμένες πικροδάφνες στο άδειο οικόπεδο με θέα το σπίτι του γείτονα με τον θηριώδη σκύλο.

Δεν είχε περάσει μισή ώρα, όταν άκουσε ένα σούρσιμο μέσα στην πλαϊνή συστάδα από χαμόδεντρα. Το σημείο δεν φωτιζόταν από πουθενά, έτσι το μόνο που πρόλαβε να διακρίνει είναι τρεις σκιές να πλησιάζουν απειλητικά καταπάνω του και καθώς οπισθοχώρησε ασυναίσθητα κι έκανε να γυρίσει για να το βάλει καλού – κακού στα πόδια, μια που δεν φημιζόταν για την τρομερή του ανδρεία, δέχτηκε μια σιδερογροθιά πάνω από το αριστερό φρύδι και ξεράθηκε στο χώμα.

Συνήλθε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής με πέντε αστυνομικούς της Ασφάλειας από πάνω του να τον βρίζουν.

Τι είχε συμβεί;

Το τμήμα της περιοχής, σε συνεργασία με την Ασφάλεια, ερευνούσαν την εξαφάνιση από γειτονικό σπίτι, ένα τετράγωνο πιο κάτω, μιας όμορφης γυναίκας, ιδιαιτέρας του Πρέσβη επί τιμή Γκαρέτσου, που θα λάβαινε μέρος στην υπογραφή το επόμενο απόγευμα της συμφωνίας ένταξης στην ΕΟΚ.

Η Ασφάλεια φοβόταν, κυρίως για προληπτικούς λόγους, μήπως η εξαφάνιση της ιδιαιτέρας είχε σχέση με κάποια τρομοκρατική επιχείρηση σε εξέλιξη και επειδή ο ιδιοκτήτης του σπιτιού με τον σκύλο είχε φύγει ξαφνικά στο εξωτερικό, την ίδια μέρα που εξαφανίστηκε η ιδιαιτέρα και υπήρχαν μαρτυρίες από γείτονες ότι η όμορφη Κορίνα Καλτσά τον επισκεπτόταν, έθεσαν κι αυτοί υπό παρακολούθηση το ύποπτο σπίτι.

Όταν ο Λίβας συνήλθε από τον ξυλοδαρμό του και κατάλαβε τι είχε γίνει, μπόρεσε να λύσει την παρεξήγηση για να εισπράξει όμως καταιγισμό από ειρωνικά σχόλια.

Αφού τα λούστηκε υπομονετικά, πέταξε στους υπομειδιόντες άνδρες της Ασφάλειας, τη στιγμή που τον άφηναν να φύγει: «Ρε παιδιά, η ιστορία με την ιδιαιτέρα μού φαίνεται για γκομενοδουλειά… Αφού δεν έχουμε τρομοκρατία. Εδώ οι αναρχοκομμουνιστές σκοτώνουν μόνο αστυνομικούς που είχαν προσωπικά μαζί τους κατά την επταετία. Είμαι βέβαιος… γκομενοδουλειά είναι. Το μυρίζομαι».

«Κι εγώ μυρίζομαι πως θα στην ανάψω ξανά, αν δεν χαθείς αμέσως από μπροστά μου», του αποκρίθηκε ο επικεφαλής της Προστασίας Υψηλών Προσώπων που τα πήρε στο κρανίο και ο Λέλος κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες του τμήματος χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Γύρισε στο γραφείο του ξημερώματα. Έβαλε οινόπνευμα στο σκισμένο του φρύδι, βόγκηξε, γέμισε ουίσκι το πλαστικό ποτηράκι του και διάβασε τις εφημερίδες που του άφηνε κάθε μέρα ο καφετζής. Η εξαφάνιση της ιδιαιτέρας είχε κρατηθεί μυστική. Προς στιγμή η καινούργια υπόθεση τράβηξε το ενδιαφέρον του, αλλά σε λίγο που χαλάρωσε μονολόγησε:

«Λέλο, άσε τις μαλακίες και πήγαινε πρωί – πρωί να καθαρίσεις την ιστορία με τη γάτα. Το γραφείο έχει έξοδα και η μαμά θέλει βουνό το καλοκαίρι».

Στο πλαϊνό σπίτι το λυκόσκυλο ήταν δεμένο. Ένας τριαντάρης κηπουρός με αγροτικό παράστημα φρόντιζε τον κήπο.

«Γειά σου, τι κάνεις εδώ;»

«Εσύ τι κάνεις εδώ;»

«Αστυνομία», αποκρίθηκε κοφτά, για να συμπληρώσει σε πιο εμπιστευτικό τόνο: «ιδιωτική».

Μια σκιά ανησυχίας φάνηκε στο πρόσωπο του κηπουρού.

«Τι πάει να πει ιδιωτική;»

Ο Λέλος σκέφθηκε γρήγορα: «Για δες που ξεψάρωσαν και οι κηπουροί».

«Πάει να πει ότι κάποιος ιδιώτης προσλαμβάνει εντεταλμένο άτομο για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό της πολιτείας. Να η άδειά μου».

«Λοιπόν;»

«Είμαι συμβεβλημένος με τη Φιλοζωική. Πολύ μοχθηρός μου φαίνεται ο λύκος».

«Είναι ζόρικος. Θες να τον ξαμολήσω;»

«Για να σοβαρευτούμε».

«Ακριβώς».

«Κοίτα, με τις γατούλες που βγαίνουν βολτούλα, ξέρεις, για να ζευγαρώσουν με κεραμιδόγατους ­ πώς τα πάει ο…».

«Ο Βάλτερ;»

«Ναι, ο Βάλτερ».

«Δεν φέρνεις μια γατούλα να σου κάνω επίδειξη;»

«Περίμενε να πιάσω μια, είδα δύο τρεις αδέσποτες στον δρόμο. Έρχομαι αμέσως».

«Περίμενε, αστειευόμουνα. Τι θες να κάνει; Σκύλος είναι, θα τις κυνηγήσει. Πού το πας;»

«Πού το πάω ε;» Ο Λίβας αναστέναξε. «Κοίτα, θα σου μιλήσω ανοιχτά. Η διπλανή έχασε τη γάτα της. Μπορεί να την κατασπάραξε ο Βάλτερ;»

«Και σένα τι σε νοιάζει;»

«Ερευνώ την τύχη μιας Σιαμέζας γκρι της γειτόνισσας».

«Με δουλεύεις;»

«Μακάρι».

«Κοίτα, ο Βάλτερ είναι άκακος. Άγριος, αλλά… σκυλί που γαβγίζει, δεν δαγκώνει».

«Δεν είμαι και τόσο βέβαιος, άλλα μού έλεγες προ ολίγου. Ξέρεις, φιλαράκο, τα πράγματα με τα κατοικίδια δεν είναι τόσο απλά πλέον. Μπαίνουμε στην ΕΟΚ.

Αύριο πέφτουν οι τζίφρες. Η νομοθεσία αλλάζει, δεν ξέρω αν το έχεις πάρει πρέφα. Εκεί, ο φόνος κατοικίδιου είναι κάτι σαν ανθρωποκτονία».

Ο κηπουρός πήγε να σκάσει στα γέλια.

Ο Λέλος τον πρόλαβε: «Τι λες για τρία χιλιαρικάκια;»

«Δεν λέω ποτέ όχι, ειδικά αν γίνουν πέντε».

«Λοιπόν, θα βγάλεις τον σκύλο βόλτα, αλλά θα τον αφήσεις να σε οδηγήσει αυτός. Αν έχει κατασπαράξει τη γάτα, θα επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος. Είναι νόμος. Ίσως όχι για τους ανθρώπους, αλλά για τους σκύλους είναι σίγουρα. Σε χωριό μεγάλωσα κι εγώ».

Ο Βάλτερ ξεκίνησε με το πάσο του τη βόλτα. Κατούρησε, τα έκανε στο οικόπεδο και μετά τράβηξε πέρα από τις χθεσινές πικροδάφνες σε μια συστάδα με πεύκα. Εκεί, άρχισε να μυρίζει το χώμα. Πλησίασε μια απόμερη γωνιά. Άρχισε να σκάβει με το πόδι του. Ο Λέλος, βλέποντας την τύχη να του χαμογελάει, ζήτησε από τον κηπουρό φτυάρι. Ο κηπουρός γύρισε στο σπίτι, έδεσε τον σκύλο και επέστρεψε με το φτυάρι. Ο Λέλος του μέτρησε πέντε τσαλακωμένα χιλιάρικα, σήκωσε τα μανίκια του και άρχισε το σκάψιμο.

Στο μισό μέτρο δεν βρήκε τίποτα. Αλλά το μέρος σίγουρα είχε σκαφτεί και σκεπαστεί ξανά πρόσφατα. Στο ενάμιση μέτρο το φτυάρι κάπου βρήκε.

«Εδώ είμαστε», έκανε ο Λέλος κι ο κηπουρός έσκυψε με πολύ περιέργεια, αλλά αντί για το κουφάρι της κατασπαραγμένης γάτας, σε λίγο φάνηκε ένα ανθρώπινο γυναικείο χέρι!

Ο Λέλος πέταξε έντρομος το φτυάρι. Ταυτόχρονα, μια γατούλα του Σιάμ με ροζ κορδέλα πήδηξε από την πλαϊνή ξερολιθιά γεμάτη κεραμιδόγατους κι έτρεξε έντρομη στην αγκαλιά του Λίβα, για να προστατευθεί από τις αγριοφωνάρες του Βάλτερ, που έφθαναν από μακριά.

Ο ιδιωτικός αστυνομικός ειδοποίησε την Ασφάλεια, από τον πρώτο θάλαμο που βρήκε, με τη γατούλα γαντζωμένη στον ώμο του…

Ο Λίβας την επομένη άλλαξε το διαφημιστικό του: «Χάσατε τη γάτα σας, την ιδιαιτέρα ή τη σύζυγό σας; Λέλος Λίβας – Έρευνες».

Οι εφημερίδες έγραφαν για τον ρόλο ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ στην ανακάλυψη του πτώματος της ιδιαιτέρας του Πρέσβη επί τιμή Γκαρέτσου, που θα ήταν παρών το απόγευμα στο Ζάππειο, στην πανηγυρική υπογραφή της ένταξης του ελληνικού Κράτους στην ΕΟΚ.

Η ιδιαιτέρα του, Κορίνα Καλτσά, είχε ερωτικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του Βάλτερ, έναν εμπορικό αντιπρόσωπο με έδρα τη Βόννη, ονόματι Ιωακείμ Ιωσηφόγλου. Φαίνεται, σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις της νεκροψίας, ότι η Καλτσά τού έμεινε στα χέρια στη διάρκεια κάποιου είδους ερωτικής πράξης. Στη συνέχεια ο Ιωσηφόγλου την έθαψε πρόχειρα κι έφυγε στο εξωτερικό πριν ξεσπάσει σκάνδαλο.

Μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα, η «Ροζ Τρυπούλα», άφησε μάλιστα και ορισμένα πικάντικα υπονοούμενα ­για παθιασμένο στοματικό σεξ και συμμετοχή στα παιχνίδια των άτυχων εραστών και του περιβόητου σκύλου!

«Κι οι μαλάκες έψαχναν για τρομοκράτες, αφού δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στην Ελλάδα», μονολογούσε ο Λέλος Λίβας, φέσι με το ουισκάκι στο γραφείο του να απολαμβάνει την ουρανοκατέβατη επιτυχία, μετρώντας ξανά και ξανά τα κολλαριστά χιλιάρικα της Ζαζί Μορώνη, ενώ η τηλεόραση του διπλανού δικηγόρου έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο και ο φτωχός ιδιωτικός ντετέκτιβ, γεμίζοντας ξανά το πλαστικό ποτηράκι του, ένιωθε εκείνη τη στιγμή σαν να ήταν αυτός το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς.

  • Αρχική εικόνα: Woman and siamese cat, Eileen Mayo, 1952
eirini aivaliwtouΜια γάτα για τον Λέλο Λίβα. Διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη
Περισσότερα