Ουρές

Το ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη στον Γιώργο Χειμωνά μιλάει για την Αγαύη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κάθε βράδυ βγαίνει βόλτα με ένα καρότσι.
Μέσα του δεν υπάρχει μωρό, αλλά γάτα.
Τη φωνάζει Αγαύη και είναι τριών μηνών.
Κάθεται πάντοτε στο ίδιο παγκάκι. Στον
Βοτανικό κήπο. Την παίρνει αγκαλιά
και απαγγέλει στίχους από τον Άμλετ. Γύρω του
μαζεύονται διάφοροι: πόρνες, φονιάδες,
τραβεστί, νταβατζήδες, νάνοι από το
διπλανό τσίρκο, άρρωστοι με Έητζ που
το ‘σκασαν από το Λοιμωδών. Τους αφήνει
να τη χαϊδέψουν κι αν έχει κέφια, τους
δίνει να την κρατήσουν για λίγο στην
αγκαλιά τους. Μόλις αρχίσει να φέγγει
σηκώνεται βάζει την Αγαύη στο καρότσι
και φεύγει βιαστικά για να ανοίξει
το ιατρείο του. Όπως πάντα.
(στον Γιώργο Χειμωνά)

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ Ν’ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΙΚΡΕΣ (Πλέθρον,1989)

H Γλυκερία Μπασδέκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1969. Σπούδασε Ιστορία, ελληνική φιλολογία και δημιουργική γραφή. Zει στην Ξάνθη και εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές» (Πλέθρον, 1989), «Σύρε καλέ την άλυσον» (Ενδυμίων, 2012, β’ έκδ. Bibliotheque, 2014), «Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» (Bibliotheque, 2016). Διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις. Διατηρεί το blog «Crying Game» (lifo.gr) και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Στο θέατρο έχουν παρουσιαστεί τα έργα της «Στέλλα travel/η γη της απαγγελίας» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2013), «Ραμόνα travel/η γη της καλοσύνης» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης , Φεστιβάλ Αθηνών, 2014), «Donna abbandonata ή Πολύ με στεναχωρήσατε κύριε Γιώργο μου» (σκην. Θ. Γκόνης, Φεστιβάλ Φιλίππων, 2014), «Αχ!/(ξανα)διαβάζοντας την κερένια κούκλα του Χρηστομάνου» (σκην. Bijoux de kant/Γ. Σκουρλέτης, Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, 2014), που εκδόθηκαν σ’ έναν τόμο («Τέσσερα θεατρικά», εκδ. Bibliotheque, 2015).

eirini aivaliwtouΤο ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη στον Γιώργο Χειμωνά μιλάει για την Αγαύη
Περισσότερα

Αντώνης Σουρούνης, «Άνθρωποι και δελφίνια»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Αυτό που παθαίνω με τα δελφίνια δεν το παθαίνω ούτε με τους ανθρώπους. Όσα και να ‘χω δει στη ζωή μου χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Άσχετα αν τα είδα στην πραγματικότητα, στη μικρή ή μεγάλη οθόνη ή φωτογραφημένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Η αλήθεια είναι ότι τ’ αγαπάω. Κι άλλα ζώα όμως αγαπάω και τα ‘χω ξεχάσει. Υπάρχουν μάλιστα και ορισμένα που ζήσαμε μαζί και τα ξέχασα. Όλ’ αυτά τα δελφίνια που προανέφερα, ζωντανά, φωτογραφημένα, κινηματογραφημένα, εκτοπίστηκαν εδώ και κάμποσο καιρό από ένα νεκρό δελφίνι, που το είδα σε φωτογραφία της εφημερίδας Μακεδονία. Κείτονταν νεκρό στην παραλία της Αρετσούς, της Νέας Κρήνης, πυροβολημένο από την καραμπίνα κάποιου ψαρά. Δε θυμάμαι τι έλεγε το ρεπορτάζ. Αν δηλαδή είχε εξοκείλει μόνο του για να πεθάνει εκεί, αν το είχε ξεβράσει η θάλασσα σαν άχρηστο πια ή αν το είχε σύρει ο φονιάς του για να το επιδείξει. Έχω ξεχάσει τα λόγια, μόνο τη φωτογραφία θυμάμαι. Κείτονταν νεκρό, όπως είπα, στη βρόμικη άμμο, με μια αιώνια θα ‘λεγα μεγαλοπρέπεια, τέτοια που λίγα ζώα διαθέτουν κι ακόμα πιο λίγοι άνθρωποι. Πάνω από μια βδομάδα ήταν σ’ εκείνη τη θέση, κατάχαμα, σαν πίνακας νεκρής, κατάνεκρης φύσης, έργο κι αυτό του ανθρώπου, μέχρι που δημοσιεύτηκε η φωτογραφία του κουφαριού του κι ήρθαν και το περιμάζεψαν, όχι από ντροπή αλλά από δημαρχιακή πολιτική. Αναδύθηκε στη μνήμη μου πάλι προχτές, που διάβασα στις εφημερίδες πως δυο γερμανοί βιοψυχολόγοι, πειραματιζόμενοι με διατηρημένους εγκεφάλους δελφινιών, έφταναν να αναρωτιούνται «μήπως τα δελφίνια δεν είναι τόσο έξυπνα όσο φαίνονται». Κάποτε θα έφταναν. Μπορεί να είδαν κι αυτοί τη φωτογραφία που είδα εγώ στη Μακεδονία και που φάνταζε σαν το τέλος όλων των δελφινιών του κόσμου. Κι όταν έχει επέλθει το τέλος κάποιου που υπήρξε ιδιαίτερα ευφυής, ιδιαίτερα αγαπητός, ιδιαίτερα γενναίος, έρχονται κάποιοι κάποτε και τον αποκαθηλώνουν, φέρνοντάς τον στα μέτρα του δικού τους μυαλού, της δικής τους καρδιάς και της δικής τους ανδρείας.
Πριν από χρόνια που ταξίδευα με ελικόπτερο πάνω από τη θάλασσα του Αγίου Όρους, είχα την τύχη να δω μια οικογένεια δελφινιών, που ταξίδευε κι αυτή παίζοντας. Ελεύθερα μέσα στο πέλαγο, φωνάζανε, μας χαιρετούσαν, έκαναν άλματα για να μας φτάσουν. Κι είχα την ατυχία να παρακολουθήσω σ’ ένα θαλάσσιο τσίρκο την κατάντια τους. Μπορεί να ήταν και η ίδια οικογένεια, δεν ξέρω, όμως ό,τι έκαναν το έκαναν για ένα ψάρι. Εκτελούσαν κάθε νούμερο που τους πρόσταζε ο δεσμοφύλακάς τους μόνο για την τροφή τους. Βουτιές, πηδήματα, τούμπες και κωλοτούμπες. Τα παιδάκια χειροκροτούσαν και οι γονείς χαίρονταν με τη χαρά τους. Κανείς δεν τους λέει ότι τα δελφίνια αυτά είναι φυλακισμένα και καταδικασμένα σε θάνατο. Ότι έχουν ψαρευτεί απ’ τους επιτήδειους, όπως οι γυναίκες που καταφθάνουν από τις γύρω χώρες στη χώρα μας, κι ότι έχουν πουληθεί με το κεφάλι, όπως εκείνες. Πενήντα χιλιάδες δολάρια, τόσα κοστίζει ένα δελφίνι στο τσίρκο, και πρέπει να βγάλει γρήγορα τα λεφτά του γιατί πεθαίνει και γρήγορα.
Στη θάλασσα ζει μέχρι και πενήντα χρόνια, στις πισίνες όμως με το χλώριο, τις κρέμες που τα αλείφουν και τ’ άλλα δηλητήρια δεν αντέχει για πολύ. Είναι και η αντιπαλότητα που υπάρχει με τ’ άλλα δελφίνια για κείνο το ψάρι και πρέπει συνεχώς να μάχεται όπως οι μονομάχοι στις αρένες. Το πλήθος ενθουσιάζεται με κάτι τέτοια και επευφημεί. Τον πρώτο καιρό εξάλλου τα ταΐζουν με νεκρά ψάρια για να τα καταστήσουν τελείως υπάκουα. Πολλά κερδίζουν το ψάρι τους τρελαμένα, επειδή μπερδεύονται με τα κύματα που αναπαράγονται στις τετράγωνες αυτές δεξαμενές και παθαίνουν ό,τι θα πάθαινε κι ο άνθρωπος αν ζούσε σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες. Έτσι λένε κάτι άλλοι επιστήμονες.
Η είδηση δε λέει αν οι δύο επιστήμονες για τα πειράματά τους χρησιμοποίησαν εγκεφάλους φυλακισμένων ή αλανιάρικων δελφινιών. Γιατί όσο έξυπνος και να ‘σαι, έπειτα από τόσο μακρόχρονη φυλάκιση και τέτοια ζωή, το λιγότερο που μπορείς να χάσεις είναι το μυαλό σου. Μπορεί όμως να συμβαίνει και τ’ άλλο. Να επρόκειτο δηλαδή για δελφίνια αλανιάρικα και όπως ένας κουτός άνθρωπος θεωρεί βλακείες ό,τι αδυνατεί να καταλάβει, έτσι κι εμείς να φτάσαμε στο συμπέρασμα πως τα δελφίνια «δεν είναι τόσο έξυπνα όσο φαίνονται».

Α. Σουρούνης, Κυριακάτικες ιστορίες,
Καστανιώτης

  • Το αφήγημα προέρχεται από το βιβλίο Κυριακάτικες Ιστορίες (2002) του Αντώνη Σουρούνη. O συγγραφέας εκκινεί από τη θλιβερή φωτογραφία που είδε στην εφημερίδα και απεικόνιζε δύο πεθαμένα και παραπεταμένα δελφίνια σε παραλία της Χαλκιδικής. Το δυσάρεστο αυτό συμβάν προβληματίζει γενικότερα το συγγραφέα για την ανθρώπινη αδιαφορία και την κακομεταχείριση των έξυπνων και φιλικών δελφινιών.
eirini aivaliwtouΑντώνης Σουρούνης, «Άνθρωποι και δελφίνια»
Περισσότερα

Ένα φιλί από τον Βλαντιμίρ Πούτιν στον νεαρό καλοθρεμμένο και «πιστό» του φίλο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στο Τουρκμενιστάν η τοπική φυλή των τσοπανόσκυλων έχει το όνομα Alabai. Ένα κουτάβι αυτής της ράτσας έκανε δώρο ο πρόεδρος του Τουρκμενιστάν, Γκουρμπανγκουλί Μπερντιμουχαμέντοφ, στον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι δύο άντρες είχαν συνάντηση την Τετάρτη 11 Οκτωβρίου στο Σότσι της Ρωσίας. Πριν από τέσσερις ημέρες, στις 7 Οκτωβρίου, ο Ρώσος πρόεδρος είχε τα γενέθλιά του (7 Οκτωβρίου 1952, Λένινγκραντ).

Επόμενο λοιπόν ήταν ο επίσημος προσκεκλημένος του να του κάνει ένα δώρο, κι αυτό ήταν το καλοθρεμμένο και παχουλό κουτάβι που βλέπετε στη φωτογραφία.
Ο Πούτιν υποδέχθηκε τον νέο του φίλο με ένα φιλί. Στον ποιμενικό Κεντρικής Ασίας έδωσαν το όνομα «Πιστός». Τα σκυλιά αυτής της ράτσας είναι στρουμπουλά, χαδιάρικα και χαριτωμένα όταν είναι μικρά, ενώ όταν μεγαλώνουν γίνονται ατρόμητα τσοπανόσκυλα, ικανά να διώχνουν λύκους αλλά και κλέφτες.
Η ράτσα «αλαμπάι» μαζί με τα χειροποίητα χαλιά και την αρχαία ράτσα αλόγων κούρσας «Αχάλ Τεκέ», περιλαμβάνονται επισήμως στην εθνική κληρονομία του Τουρκμενιστάν.
Ο Ποιμενικός Κεντρικής Ασίας (Central Asian Shepherd dog) είναι μια αρχαία φυλή σκύλου από τις περιοχές της Κεντρικής Ασίας.
Οι ποιμενικοί Κεντρικής Ασίας είναι χωρίς αμφιβολία μια από τις αρχαιότερες φυλές σκύλων στον κόσμο, με ιστορία που ξεπερνά τα 5.000 χρόνια. Δεν είναι μια φυλή που δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο, άλλα μια φυλή που γεννήθηκε ως αποτέλεσμα του κλίματος και της περίστασης. Πιστεύεται ότι οι πρώτοι ποιμενικοί Κεντρικής Ασίας προέρχονται από τις περιοχές Ουράλ, γύρω από την Κασπία Θάλασσα, τη Μικρά Ασία και από τα βορειοδυτικά σύνορα της Κίνας. Η πρώην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών δημιούργησε για πρώτη φορά το πρότυπο για αυτή τη φυλή. Ωστόσο με το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, στη Ρωσία δημιουργήθηκε ένα νέο σύγχρονο πρότυπο της φυλής, το οποίο οδήγησε σε μια σύγχρονη εκδοχή της ράτσας που ονομάζεται «Central Asian Ovcharka».
Αυτά τα σκυλιά έχουν εξαιρετική αυτοπεποίθηση, είναι ευφυή και εξαιρετικά γενναία. Αν και δεν είναι υπερβολικά επιθετικά, δεν θα διστάσουν να επιτεθούν εάν νιώσουν ότι ο ιδιοκτήτης τους βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Είναι επίσης φυσικά καχύποπτα με τους ξένους και θα ειδοποιήσουν αμέσως τους κυρίους τους για τυχόν παράξενες εισβολές. Έχουν επίσης ένα δυνατό γάβγισμα και μπορούν να γίνουν εξαιρετικοί φύλακες.
Οι Ποιμενικοί Κεντρικής Ασίας είναι προστατευτικοί και αφοσιωμένοι στις οικογένειές τους. Είναι επίσης πολύ στοργικοί προς τα παιδιά. Καθημερινά καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες τροφής.
Ένας καλά φροντισμένος σκύλος μπορεί συχνά να ζήσει για 14 ή περισσότερα χρόνια.

Το κουτάβι είναι το δεύτερο που λαμβάνει ως δώρο ο Πούτιν. Είχε προηγηθεί ένα ακόμη τσοπανόσκυλο από τη Βουλγαρία, ένα μαλλιαρό Karakachanka, δώρο του πρωθυπουργού της χώρας Boiko Borisov, το 2010, τότε που ο Πούτιν ήταν πρωθυπουργός της Ρωσίας.

eirini aivaliwtouΈνα φιλί από τον Βλαντιμίρ Πούτιν στον νεαρό καλοθρεμμένο και «πιστό» του φίλο
Περισσότερα

Ο Λένιν με μια Γάτα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Στην αγκαλιά του ξεκουράζεται,

με τα μπροστινά της πόδια στον αγκώνα.

Τα μάτια μισοκλείνει, καθώς το χέρι

τη ράχη της χαϊδεύει,

και μοιάζει ευτυχισμένη: Εκείνος πού

πρωί της έδωσε το γάλα, τώρα συλλογιέται

πώς να σώσει από την πείνα τους ανθρώπους.

 

Günter Kunert (Βερολίνο, 1929). Πολυγρα­φό­τα­τος Γερμανός συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ογρά­φος και ζωγράφος. Η ε­βρα­ϊ­κή κα­τα­γω­γή του και ο πό­λε­μος δεν του επέ­τρε­ψαν να ο­λοκλη­ρώ­σει τις σπου­δές του στις Γραφικές Τέ­χνες. T­ο 1948 προ­σχώ­ρη­σε στο Κομ­μου­νι­στι­κὸ Kόμ­μα (S­ED), όπου γνω­ρί­στη­κε με τον B­r­e­c­ht, απ’ τον ο­ποίο ε­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Το 1979 κα­τέ­φυ­γε με τη σύ­ζυ­γό του στην Ομο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α της Γερ­μα­νί­ας. Εκδίδει βι­βλί­α αδι­α­λεί­πτως και με τα­χύ­τα­τους ρυθμούς από το 1950 (οι τίτλοι υπερβαίνουν τους εκατό).

Aπό το βιβλίο του Αντ. Στεμνή «Επιλογή από τη γερμανική ποίηση» (1978), ποιήματα εμπνευσμένα από την Οχτωβριανή Επανάσταση.

eirini aivaliwtouΟ Λένιν με μια Γάτα
Περισσότερα

H Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων (1978)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η 4η Οκτωβρίου είναι καθιερωμένη ως η Παγκόσμια Ημέρα Ζώων, επειδή συμπίπτει με
τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, που έχει αναγορευτεί
από την Καθολική Εκκλησία ως προστάτης των ζώων και του περιβάλλοντος.
Η Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 1931 σ’ ένα
συνέδριο περιβαλλοντιστών στη Φλωρεντία, ως ένας τρόπος ευαισθητοποίησης του
κοινού και των αρμoδίων για τα υπό εξαφάνιση ζώα. Από τότε, η γιορτή
διευρύνθηκε και περιλαμβάνει όλα τα είδη του ζωικού βασιλείου.
To κείμενο της Διεθνούς Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των Ζώων υιοθετήθηκε από
τη Διεθνή Ένωση Δικαιωμάτων των Ζώων και άλλες οργανώσεις στο πλαίσιο
διεθνούς συνάντησης, με θέμα τα δικαιώματα των ζώων, η οποία έλαβε χώρα στο
Λονδίνο το Σεπτέμβριο του 1977. Η Διακήρυξη υπογράφηκε στο Παρίσι τον
Οκτώβριο του 1978.
Η Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων περιλαμβάνει 14 άρθρα τα
οποία κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των ζώων ως προς το σεβασμό του ανθρώπου
στη ζωή και το θάνατό τους, τη φυσική αναπαραγωγή τους, τη φροντίδα τους, τις
σωστές συνθήκες διαβίωσής τους, την προστασία τους, τη μη κακοποίηση ή
θανάτωσή τους και τη μη εκμετάλλευσή τους για κερδοσκοπικούς ή πειραματικούς
λόγους.
Πολλές είναι οι φορές που τα άρθρα αυτά καταπατούνται όπως στις περιπτώσεις
εκμετάλλευσης και κακοποίησης των ζώων για σκοπούς ψυχαγωγίας (π.χ. σε
τσίρκα, ζωολογικούς κήπους κ.τ.λ.), εξόντωσής τους για εμπορικούς σκοπούς (π.χ.
γούνες, κρέας, αξεσουάρ κτλ.), καταπάτησης της ελευθερίας τους αναγκάζοντάς τα
να διαμένουν σε κλουβιά ή σε μικρούς χώρους. Επίσης πολλά είναι τα ζώα που
αφήνονται αδέσποτα στους δρόμους από τους ιδιοκτήτες τους, κινδυνεύοντας έτσι
να πεθάνουν από την πείνα, από φόλες ή να τα κτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο.
Ακόμα μεγάλος αριθμός ζώων σκοτώνονται κάθε χρόνο από κυνηγούς, από τη
χρήση τους για πειραματισμούς καθώς επίσης και από την ανεξέλεγκτη ρύπανση
του πλανήτη που προκαλείται από τον άνθρωπο.
Τα ζώα κατέχουν ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, της
καρδιάς μας αλλά και του οικοσυστήματος στο οποίο ζούμε, οπότε είναι
υποχρέωση όλων μας να ευαισθητοποιηθούμε και να φροντίζουμε για την
καλύτερη μεταχείριση, επιβίωση και προστασία τους.
Η χλωρίδα και η πανίδα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης και της προκοπής
του ανθρώπου. Είναι υποχρέωση αλλά και συμφέρον μας να τα διατηρήσουμε.

H Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων (1978)

Άρθρο 1
Όλα τα ζώα γεννιούνται με ίσα δικαιώματα στη ζωή και στη δυνατότητα
ύπαρξης.
Άρθρο 2
1. Ο άνθρωπος οφείλει να σέβεται τη ζωή κάθε ζώου.
2. Ο άνθρωπος ανήκει στο ζωικό βασίλειο και δεν μπορεί να εξοντώνει ή να
εκμεταλλεύεται τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου. Αντίθετα, οφείλει να
χρησιμοποιεί τις γνώσεις για το καλό των ζώων.
3. Κάθε ζώο δικαιούται φροντίδας, προσοχής και προστασίας από τον
άνθρωπο.
Άρθρο 3
1. Κανένα ζώο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε κακομεταχείριση ή απάνθρωπη
συμπεριφορά.
2. Αν η θανάτωση ενός ζώου θεωρηθεί υποχρεωτική πρέπει να γίνει στιγμιαία,
ανώδυνα και χωρίς καμιά πρόκληση αγωνίας του ζώου.
Άρθρο 4
1. Κάθε ζώο δικαιούται να ζήσει στο φυσικό του χώρο (γη, θάλασσα, αέρας)
και να αναπαράγεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους.
2. Η στέρηση ελευθερίας του ζώου ακόμη κι αν γίνεται για μορφωτικούς
σκοπούς είναι αντίθετη προς τη διακήρυξη δικαιωμάτων αυτού.
Άρθρο 5
1. Κάθε ζώο που από παράδοση θεωρείται κατοικίδιο δικαιούται να ζήσει με
το ρυθμό και τις συνθήκες ζωής και ελευθερίας που αντιστοιχούν στο είδος
του.
2. Η διαφοροποίηση αυτών των συνθηκών από τον άνθρωπο έχει σκοπούς
κερδοσκοπικούς και είναι αντίθετη προς τη διακήρυξη.
Άρθρο 6
1. Κάθε ζώο που αποτελεί σύντροφο του ανθρώπου έχει δικαίωμα διάρκειας
ζωής ανάλογης με τη φυσική του μακροβιότητα.
2. Η εγκατάλειψη ενός ζώου θεωρείται πράξη απάνθρωπη και εξευτελιστική.
Άρθρο 7
Αναφορικά με τα ζώα που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον άνθρωπο, η
διάρκεια και η ένταση δουλειάς πρέπει να είναι σε λογικά πλαίσια, η διατροφή
τους ικανοποιητική και η ανάπαυσή τους υποχρεωτική.
Άρθρο 8
1. Οποιοσδήποτε πειραματισμός πάνω στα ζώα, ιατρικός, επιστημονικός κλπ.
αντιτίθεται προς τα δικαιώματα των ζώων, εφόσον προκαλεί πόνο
σωματικό ή ψυχικό.
2. Πρέπει να επιδιώκεται η αντικατάσταση του πειραματισμού πάνω στα ζώα
από άλλες υπάρχουσες τεχνικές.
Άρθρο 9
Τα ζώα που εκτρέφονται για τη διατροφή του ανθρώπου πρέπει να
στεγάζονται, να τρέφονται, να μετακινούνται και να θανατώνονται χωρίς
πρόκληση πόνου και αγωνίας.
Άρθρο 10
1. Απαγορεύεται η εκμετάλλευση των ζώων για τη διασκέδαση των
ανθρώπων.
2. Η έκθεση ζώου και τα θεάματα που χρησιμοποιούν ζώα αποτελούν
καταστρατήγηση της αξιοπρέπειας και του σεβασμού προς τη ζωή του
ζώου.
Άρθρο 11
Κάθε πράξη που χωρίς λόγο προκαλεί θάνατο ζώου είναι βιοκτονία, είναι
έγκλημα απέναντι στη ζωή.
Άρθρο 12
1. Κάθε πράξη που προκαλεί θάνατο μεγάλου αριθμού άγριων ζώων αποτελεί
«γενοκτονία», έγκλημα απέναντι στο είδος.
2. Η μόλυνση και οποιαδήποτε καταστροφή του φυσικού μας περιβάλλοντος
οδηγούν στη γενοκτονία.
Άρθρο 13
1. Σεβασμός επιβάλλεται ακόμη και στο νεκρό ζώο.
2. Κάθε σκηνή βίας στην τηλεόραση και το σινεμά, με θύματα ζώα πρέπει να
απαγορευτεί και μόνο οι σκηνές που έχουν σκοπό να ενημερώσουν για τα
δικαιώματα των ζώων οφείλουν να προβάλλονται.
Άρθρο 14
1. Οι οργανισμοί προστασίας και προάσπισης των ζώων πρέπει να
αντιπροσωπεύονται από κάθε κυβέρνηση.
2. Τα δικαιώματα του ζώου πρέπει να κατοχυρωθούν απ’ τους νόμους, όπως
ακριβώς και τα δικαιώματα του ανθρώπου.

eirini aivaliwtouH Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων (1978)
Περισσότερα

Απαρηγόρητοι οι κάτοικοι του Εμπορειού Νισύρου. Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Mαζικές δολοφονίες γατών στον Εμπορειό Νισύρου με φόλες. Σε ένα πανέμορφο χωριό με λιγοστούς, φιλειρηνικούς και φιλόξενους κατοίκους, οι οποίοι έχουν όλοι γάτες στα σπίτια τους, δυστυχώς τον Απρίλιο δολοφονήθηκαν με φόλα περίπου 23 γάτες.

Οι κάτοικοι άρχισαν να φέρνουν γάτες από τα γύρω χωριά γιατί είχαν απομείνει μόνο 5 γάτες στο χωριό. Πρόσφατα, 27 Σεπτεμβρίου 2017, όπως πληροφορούμαστε, δυστυχώς ξεκίνησαν πάλι οι δολοφονίες. Προφανώς κάποιο τέρας, κάποιος υπάνθρωπος, κυκλοφορεί ανάμεσά τους ατιμώρητος και συνεχίζει απτόητος το αποτρόπαιο έργο του.

Μέσα σε λίγες ώρες ξεψύχησαν με πολύ δυσάρεστο τρόπο οι περισσότερες γάτες του χωριού…

Να σημειωθεί πως ο κοντινότερος κτηνίατρος βρίσκεται στο νησί της Κω. Επομένως τα ζώα δεν γίνεται να μεταφερθούν άμεσα για τις πρώτες βοήθειες.

Τι γίνεται τελικά στον Εμπορειό Νισύρου, τι κάνουν οι κάτοικοι και δεν καταγγέλλουν αυτά τα ειδεχθή περιστατικά; Οι αρχές του νησιού έχουν ενημερωθεί; Η Αστυνομία λαμβάνει μέτρα, όπως απαιτεί ο νόμος; Ποιοι συγκαλύπτουν ποιους και γιατί;

Οι νοικοκυραίοι του νησιού ζητούν να γίνουν ενέργειες από και προς κάθε κατεύθυνση και μάλιστα επειγόντως. Δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα γατάκια που ζούσαν στο νησί και αυτά που βλέπετε στις φωτογραφίες, δεν υπάρχουν πια. Φοβούνται δε και για τη ζωή των υπολοίπων.

Τα γατάκια αυτά υπήρξαν το καύχημα των κατοίκων και οι μορφές τους είχαν ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου μέσω των τουριστών. Ζώα χαριτωμένα, άκακα, τρυφερά, κοινωνικά, που μόνο θαυμασμό, συγκίνηση και στοργή προκαλούσαν στους επισκέπτες. Όσοι παραθέριζαν -ειδικά αυτό το καλοκαίρι- στη Νίσυρο ασφαλώς θα τα θυμούνται και πιθανόν να τα είχαν χαϊδέψει ή να τους είχαν προσφέρει φαγητό.

Τέτοιες παράνομες και σαδιστικές πράξεις συνεχίζουν δυστυχώς, ακόμη και στις μέρες μας, να αντιμετωπίζονται με πολύ περισσότερη επιδοκιμασία και αδιαφορία από όσο τους πρέπει. Αλλά οφείλουμε να σημειώσουμε πως αυξάνει πλέον και η φιλοζωική ευαισθησία των ανθρώπων. Η δηλητηρίαση των γατών ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις και πολλοί από τους κατοίκους είναι αποφασισμένοι πια να δράσουν νόμιμα ώστε να συλληφθεί ο υπαίτιος αυτών των φαινομένων.

Υπήρξαν μάλιστα κάτοικοι που νοσηλεύονταν ή απουσίαζαν σε ταξίδι και όταν επέστρεψαν στα σπίτια τους αντίκρισαν σοκαρισμένοι τις αυλές τους γεμάτες πτώματα.

Κακά τα ψέματα, όσο περισσότερη είναι η έγνοια για τα ζώα, τόσο πιο ανεπτυγμένη είναι η κοινωνική πρόνοια, τόσο περισσότερο προστατεύονται οι αδύναμοι. Όσο ευκολότερα γίνεται αποδεκτή η κακοποίηση των ζώων, τόσο πιο εγωπαθής είναι μια κοινωνία, τόσο περισσότερο περιθωριοποιεί γυναίκες και παιδιά, ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες, διαφορετικότητες και μειονότητες. Όσο περισσότερη βία ασκείται στα ζώα, τόσο πιο βίαιες είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις. Το πώς συμπεριφερόμαστε στα ζώα σχετίζεται με το πώς συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους.

Υπάρχει μια ισχυρή λαϊκίστικη αντίληψη που θεωρεί τη φιλοζωία πολυτέλεια, ένα συναίσθημα που αφορά τους κοσμικούς, τους απομονωμένους και τους σνομπ. Πολύ συχνά η φιλοζωία μάλιστα απεικονίζεται ως μια υποκριτική στάση που υποκρύπτει μισανθρωπία. Υποτίθεται πως σε τελική ανάλυση η φιλοζωία αναπληρώνει κάποιο έλλειμμα στις φυσιολογικές ανθρώπινες σχέσεις.

Αντιθέτως όμως, η φιλοζωία αποτελεί βασική πτυχή της αλλαγής που χρειαζόμαστε. Δεν αποτελεί πολυτέλεια. Είναι ζωτική πολιτική υπόθεση και αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής ηθικής.

Γι’ αυτό ας συμπεριφερθούμε στα ζώα με αγάπη, ας ενημερωθούμε για το τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτά, ας τα σεβαστούμε. Ο χώρος μας είναι και χώρος τους. Μην ξεχνάμε ότι όλα τα ζώα είναι συναισθανόμενα πλάσματα και έχουν δικαιώματα. Δικαιώματα που τους αξίζουν απόλυτα. Είναι υποχρέωσή μας αλλά και συμφέρον μας να τους παρέχουμε φροντίδα, προστασία και ποιότητα ζωής.

 

Έφυγε και ο Γκριζούλης

  • Διαβάστε ακόμα:

Διεθνής Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ζώων

eirini aivaliwtouΑπαρηγόρητοι οι κάτοικοι του Εμπορειού Νισύρου. Ένας δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους
Περισσότερα

«Εκδοχές του τέλους» – Αργύρης Χιόνης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

  • Εικόνα: Edward Weston Johnny, 1944, Gelatin silver print
eirini aivaliwtou«Εκδοχές του τέλους» – Αργύρης Χιόνης
Περισσότερα

Άνθρωποι και Γάτες…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«…Υπάρχει κάτι στην αλτρουιστική και γεμάτη αυτοθυσία αγάπη του άλογου πλάσματος που αγγίζει την καρδιά κάποιου που είχε συχνά την ευκαιρία να δοκιμάσει την αχρεία φιλία και την επιφανειακή πίστη του ανθρώπου…»
Ο Μαύρος Γάτος – Έντγκαρ Άλαν Πόε

«…Κι όμως, μέσα σ’ όλην αυτή την καλοπέραση, μόνο μιαν ευχή, έναν πόθο είχα μες στην καρδιά μου: να δραπετεύσω απ’ το ανοιχτό παράθυρο, πάνω στις στέγες…»
Ο Παράδεισος των Γάτων – Εμίλ Ζολά

«Ο κύριός μου μ’ έπαιρνε πολύ τακτικά μαζί του στη βιβλιοθήκη του δούκα, όπου απέτρεψα με προσωπική μου παρέμβαση τη βρώση πολλών κακών και περιττών βιβλίων από βουλιμικούς βιβλιοπόντικες. Πρόσεξα δε ότι αυτά τα ενδιαφέροντα για τη λογοτεχνία ζώα έλκονταν ιδιαιτέρως απ’ την παραλογοτεχνία, επιδεικνύοντας το ίδιο κακό γούστο με πολλούς αναγνώστες. Σ’ αυτούς τους τελευταίους παρείχα – άθελά μου – πολύτιμες υπηρεσίες με τη δραστηριότητά μου στη βιβλιοθήκη…»
Η Γάτα του Γκαίτε – Σβεντ Λέοπολντ

«Οι Κινέζοι διαβάζουν την ώρα μέσα στα μάτια των γάτων.
Μια μέρα, ένας μισθοφόρος που έκανε τη βόλτα του στα περίχωρα του Νάνκινγκ, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει το ρολόι του και ρώτησε ένα αγόρι τι ώρα ήταν. Ο αλητάκος της Ουράνιας Αυτοκρατορίας δίστασε αρχικά, κατόπιν, όμως, θυμήθηκε κάτι, και απάντησε στον μισθοφόρο: «Θα σας πω αμέσως».
Λίγες στιγμές αργότερα, εμφανίστηκε κρατώντας στα χέρια του μια μεγάλη, χοντρή γάτα και, κοιτώντας το ασπράδι των ματιών της, διαβεβαίωσε τον άνθρωπο χωρίς δισταγμό: «Είναι λίγο πριν από το μεσημέρι, κύριε». Πράγμα απολύτως σωστό.
Αλλά κι εγώ, όταν γέρνω πάνω στην ωραία Φελίν, που τόσο εύστοχα της δώσαν αυτό το όνομα, στη Φελίν που τιμά το φύλο της και που είναι για μένα η περηφάνια της καρδιάς μου κι η ευωδία της ψυχής μου, τότε βλέπω, είτε είναι νύχτα, είτε μέρα, στο πιο λαμπρό φως ή στην πυκνότερη σκιά, βλέπω πεντακάθαρα στο βάθος των αξιολατρευτων ματιών της τον χρόνο, τον ίδιο πάντα: έναν χρόνο μακρινό, γιορταστικό, μεγάλο σαν το κενό, χωρίς διαίρεση σε λεπτά και δευτερόλεπτα – έναν ακίνητο χρόνο, που δεν έχει ώρα κι όμως είναι ανάλαφρος σαν στεναγμός και φευγαλέος σαν ένα βλέμμα.
Και αν κάποιος ενοχλητικός άνθρωπος ερχόταν να με ταράξει την ώρα που το βλέμμα μου είναι προσηλωμένο στο χαριτωμένο αυτό ρολόι, αν κάποια ανυπόμονη ψυχή με ρωτούσε: «Μα, τι ψάχνεις μες στα μάτια αυτού του πλάσματος; Μήπως τον χρόνο, σπάταλε και αργόσχολε θνητέ;», θα του απαντούσα χωρίς δισταγμό: «Ναι, τον χρόνο! Την αιωνιότητα!»…»
Η ώρα – Σαρλ Μπωντλαίρ

House Prince by Gedda Runyon Starlin

 

Ανθολογία – Άνθρωποι και Γάτες – Ρ. Κίπλινγκ / Ε. Σκάζα-Βάις / Γκυ ντε Μωπασάν / Ε.Α. Πόε / Ε. Ζολά / Σ. Λέοπολντ / Κολέτ / Ε. Χέμινγουεϊ / Τ. Τζόυς / Σ. Μπωντλαίρ

Μετάφραση: Γιούλη Τσίρου
Εκδόσεις: Το Ποντίκι, 2006

Ophelia Redpath. *** Cats & …

Στην ανθολογία αυτή παρουσιάζονται ενδεικτικά δέκα κορυφαίοι εκπρόσωποι της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο καθένας απ’ τους οποίους, με τον μοναδικό τρόπο του, αναδεικνύει τη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γάτα. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των ιστοριών είναι η ενστικτώδης διάθεση ανεξαρτησίας του ζώου, που το κάνει να φαίνεται σαν να διεκδικεί από τον άνθρωπο μια σχέση αμοιβαιότητας. Έτσι, περιγράφονται σχέσεις εξανθρωπισμένες, που αναφέρονται στην τάση για ελευθερία, στον έρωτα, στη ζηλοτυπία, στη σεξουαλικότητα, στην εξυπνάδα. Η γάτα, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ζώο, διατηρεί τον δικό της τρόπο ζωής (διαφέροντας ριζικά από τον σκύλο), προσαρμοσμένη εν τούτοις σ’ ένα περιβάλλον πέρα για πέρα ανθρώπινο.

 

Tea time with baby. by Michael Leu

 

  • Αρχική εικόνα: Park Hang-Ryul
eirini aivaliwtouΆνθρωποι και Γάτες…
Περισσότερα

Στράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.

Ήταν ένας σκύλαρος ώς εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιαν άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ’ ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα με άσωστη καλοσύνη.

Τ’ αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.

Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που ‘βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς το Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ’ έπιανε μια συγκίνηση… Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ’ έγλειφε πίσω από τ’ αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το ‘ξερα πως χωρίς αυτόνε θα ‘μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το ‘ξερα.

Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ώς τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης —ακουγότανε ώς το σπίτι αυτό το καμπανάκι—, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.

Όλος ο κόσμος τον αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ’ ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, τον αρπούσε από το πόδι ή του ‘σκιζε το βρακί.

Ο χασάπης του ‘ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ’ ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να ‘ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το ‘χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.

Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το ‘γλειφε κι έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει το χασάπη. Τον γονατίζει με το να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του ‘καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.

Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγεμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία… Ένα κακό… Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.

Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του ‘χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ’ το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτός πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ’ αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβάρα στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.

Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ’ αφτιά πετσοκομμένα, με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.

Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε τι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του ‘κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακούμπησε, όπως το συνηθούσε, τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάξει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.

Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου ‘πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ’ άναψε μ’ ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του και κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό… δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ώς την κορφή και μου ‘γνεψε:

— Έλα μαζί μου…

Ξεκούμπωσε από τα χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα, καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε σε μένα, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουτσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσά μας. Ο πατέρας σκυφτός κι αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και ‘γώ από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιοχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρόν, μπουνάτσα ή χειμωνιά.

Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφοριά, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ’ αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ’ έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.

Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ’ ένα σκοίνο κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και ‘γώ παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.

Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ’ ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τόσο καλά τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοίνο να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.

— Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ώς πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…

Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου ‘πε:

—Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.

Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν’ απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Τον ήξερα, καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι’ αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους.

Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ώς τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το ‘βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Αα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.

Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ’ αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου. Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.

Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το ‘βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπετρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοίνο και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:

— Έλα!

Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και ‘γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ’ όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο μια δυο… Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», όπως σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ’ αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που ‘κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να ‘ταν αυτός ο κούφος κρότος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από τον τόπο.

Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να ‘γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ’ έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:

— Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…

Η φωνή του ήταν αδύνατη. Ήθελε να μείνει μόνος.

Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ’ αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.

Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να ‘ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.

[πηγή: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ’ Γυμνασίου, Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας, Γ. Παγανός, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 2000, σ. 247-253]

Boys with mastiffs (1786-87) Francisco de Goya, Prado Museum, Madrid

eirini aivaliwtouΣτράτη Μυριβήλη, «Ο Καπιτάνιος»
Περισσότερα