Ουρές

«Η γάτα» από τον Jean Cocteau

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Πλάι στη φωτιά, σαν κόκκινο χρυσόψαρο που παρασύρει το νερό, βούλιαξε η γάτα στον εαυτό της. Αν, κατά λάθος, κουνηθώ, η γάτα μπορεί να μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Ο περιστρεφόμενος τροχός της παλιάς μαγείας δεν πρέπει να σταματήσει: να μεταμορφωθεί σε πριγκίπισσα είναι γι’ αυτήν το απλούστερο πράγμα».

eirini aivaliwtou«Η γάτα» από τον Jean Cocteau
Περισσότερα

Τι θα φέρει η τροποποίηση του νόμου για τα ζώα συντροφιάς. Ο αν. υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης μιλάει στο νέο περιοδικό «go.Pet»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το δεύτερο τεύχος του περιοδικού go.Pet είναι γεγονός. Το νέο περιοδικό είναι εύχρηστο, ενημερωτικό, ευχάριστο, πλούσιο και απαραίτητο για κάθε φιλόζωο.

Ανάμεσα στα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα άρθρα του, ανακαλύψαμε τα εξής:

  • Ο Γιάννης Τσιρώνης, αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, εξηγεί τι θα φέρει ο νέος νόμος για τα δεσποζόμενα και τα αδέσποτα.
  • Ο Κυριάκος Αγαθαγγελίδης, κτηνίατρος, γράφει και τον εφιάλτη της δυσπλασίας.
  • Η Αντριάνα Παρασκευοπούλου, δημοσιογράφος, μας μιλά για την αγάπη που μπορείς να λάβεις από ένα αδέσποτο.
  • Η Ιωάννα Γιαννακοπούλου, κτηνίατρος, εξηγεί όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα κουνέλια.
  • Ο Χρήστος Κούτσης, εκπαιδευτής, αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης των σκύλων.
  • Ο Alexandro Caiafa, groomer, γράφει για τα μυστικά της περιποίησης.
  • H Μυρτώ Περράκη, κτηνίατρος, εφιστά την προσοχή μας όταν η συμπεριφορά του τετράποδου φίλου μας αλλάζει.
  • Ο Ignacio Vidorreta Sumava, εκτροφέας, μιλά για τις περσικές γάτες.

Kαι πολλά ακόμα θέματα που πρέπει να διαβάσετε!

  • Το ΔΣ του Σύλλογος Ερασιτεχνών Εκτροφέων Σκύλων Ελλάδας μιλά για τη σημασία της ερασιτεχνικής εκτροφής και τη συμβολή της στη διατήρηση των φυλών, ειδικά των γηγενών!
    Δείτε το περιοδικό online ή κατεβάστε το στον υπολογιστή σας πρώτοι. Τις επόμενες μέρας θα αναρτηθούν και τα σημεία διάθεσης!
    Αν το θέλετε σπίτι σας, επικοινωνήστε με τη συντακτική ομάδα.

 

eirini aivaliwtouΤι θα φέρει η τροποποίηση του νόμου για τα ζώα συντροφιάς. Ο αν. υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης μιλάει στο νέο περιοδικό «go.Pet»
Περισσότερα

Γιώργος Σεφέρης: «Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Σαν σήμερα 10 Δεκεμβρίου 1963, στη Στοκχόλμη, έγινε η απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη.

Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα -μέρα που είναι-
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Γιώργος Σεφέρης. Αθήνα, 1970.

(Το παραπάνω θέμα, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο catisart.gr στις 27 Σεπτεμβρίου 2011).

vas_catisΓιώργος Σεφέρης: «Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα»
Περισσότερα

Η Χιονάτη της Πάρνηθας (Ηλίας Βενέζης)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το διήγημα του Ηλία Βενέζη που ακολουθεί δείχνει τη στενή σχέση ανθρώπου και φύσης, αποκαλύπτει την ανάγκη της συμφιλίωσής μας σήμερα με το φυσικό περιβάλλον, με τα φυσικά φαινόμενα, με τους ζωντανούς οργανισμούς που ζούνε μέσα σ’ αυτό.

Η μικρή Άννα είναι πια τώρα σε θέση να καταλαβαίνει τη μεγαλοπρέπεια του κόσμου. Δεν κάθεται να κοιτάζει με απορία όταν περνούν τα σύννεφα, όταν αστράφτει σαν πέφτει βροχή. Έγινε φίλη και με τα δέντρα. Τα δέχτηκε σαν πλάσματα που ήρθαν στη γη μονάχα για να την ευχαριστούνε: να της κάνουν σκιά άμα έχει ήλιο, ή να σαλεύουν τα φύλλα τους όταν φυσά τ’ αγέρι, για να παίζει. Μονάχα σαν ήρθε το χιόνι, αυτό ήταν πολύ νέο και η Άννα γοητεύτηκε. Κόλλησε το πρόσωπο της στο τζάμι του παραθύρου κι έμεινε ώρα κοιτάζοντας την άσπρη μαγεία που έπλεε στην ατμόσφαιρα. Το φως, στα γαλάζια μάτια της ανακατεύτηκε τότε παράξενα με το άσπρο φως του χιονιού. Ήταν σα να ήρθε αφρός και κύματα, σα να ήρθε Αιγαίο μες στον χειμωνιάτικο κλειστό χώρο του δωματίου.

Η Άννα είδε το χιόνι, πλημμύρισε τα μάτια της από χιόνι, κι έπειτα:

— Τι είναι αυτό; ρώτησε τη μητέρα της.

— Χιόνι είναι, Άννα. Το λένε χιόνι.

— Γιατί το λένε χιόνι;

— Έτσι το λένε. Γιατί είναι πολύ άσπρο κι έρχεται ίσια απ’ τον ουρανό.

Η Άννα θυμάται το κάτασπρο φόρεμα που της βάζουν τις μέρες που έχει ήλιο. Έχει μια σπάνια ικανότητα να συνδέει αμέσως τις όμοιες εικόνες, τα όμοια σχήματα και τα χρώματα.

— Όταν θα βάλω τα άσπρα μου, λέει, θα είμαι κι εγώ χιόνι.

— Ναι, Άννα, θα είσαι σαν το χιόνι. Θα σε λέμε τότε Χιονάτη. Έτσι ήταν η Χιονάτη.

— Έτσι ήταν η Χιονάτη; Τι είναι Χιονάτη;…

— Α, ναι. Δεν ξέρεις τίποτα για τη Χιονάτη. Θα σου πω.

Κι ενώ το χιόνι έπεφτε ολοένα, η Άννα έμαθε ό,τι έπρεπε να μάθει για τη Χιονάτη. Δεν ήταν η Χιονάτη του ξενικού παραμυθιού, αυτή με την κακιά βασίλισσα και με τους νάνους. Ήταν μια άλλη Χιονάτη, ένα κοριτσάκι βοσκών που ζούσε στην Ελλάδα. Εκεί στα μέρη της Πάρνηθας. Κανένα κακό πνεύμα δεν την έστειλε στο δάσος να χαθεί. Τέτοια κακά πνεύματα δεν ζουν στα βουνά της Ελλάδας. Έτυχε όμως να περάσει μια μέρα απ’ το καλύβι τους ένα ελαφάκι, το μοναδικό ελαφάκι που ζούσε στα βουνά της Πάρνηθας. Η Χιονάτη καθόταν στην πόρτα του καλυβιού και ταξίδευε όνειρα πάνω στα σύννεφα, όταν είδε το ελάφι. Τρόμαξε πολύ, γιατί δεν είχε δει καμιάν άλλη φορά ελάφι.

Μα σαν μπόρεσε και το κοίταξε μες στα μάτια, στη στιγμή ξεφοβήθηκε, γιατί είδε τούτο το παράξενο: τα μάτια του ελαφιού ήταν δακρυσμένα, όπως ποτέ δεν γίνεται με τα άλλα πλάσματα του βουνού εξόν απ’ τους ανθρώπους.

«Πώς σε λένε;», του λέει η Χιονάτη παίρνοντας θάρρος.

«Με λένε ελάφι».

«Και πού μένεις; Δεν σε είδα καμιά φορά εδώ στα μέρη μας»

«Πού να με δεις, κοριτσάκι; Εγώ ζω βαθιά μες στο δάσος που είναι πέρα απ’ το «Άρμα», πέρα απ’ τη μεγάλη χαράδρα»

«Και είσαι εκεί έρημο και μονάχο;».

«Είμαι μονάχο, κοριτσάκι, όμως δεν είμαι έρημο. Έχω πολλούς συντρόφους».

«Έχεις πολλούς συντρόφους;».

«Ου! Έχω πολλούς! Έχω τα φύλλα που βουίζουν στα δέντρα και που μηνούν τον καιρό που θα ‘ρθει, έχω τα σκουλήκια που σαλεύουν στη γη, έχω το χορτάρι που φυτρώνει ύστερα από τη βροχή. Δεν είμαι μονάχο».

«Και τα μάτια σου γιατί είναι έτσι; Γιατί κλαιν τα μάτια σου;».

Το ελάφι δεν ξέρει τι να πει γι’ αυτό, δεν ξέρει τίποτα σίγουρο. Σαν ήταν μικρό, είχε μια φορά ακούσει ένα παλιό παραμύθι που του λέγανε, μια ιστορία των προγόνων του, των πρώτων ελαφιών που ήρθαν στη γη. Ζούσανε, λέει, τα ελάφια σε μεγάλα παρθένα δάση και ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσαν ξένοιαστα με τ’ άλλα θεριά και τα πουλιά, όταν κάποτε ξεστράτισαν*. Βγήκαν απ’ τα λημέρια τους, περιπλανήθηκαν πολλές μέρες και πολλές νύχτες, κι άξαφνα βρέθηκαν μες στη χώρα των ανθρώπων. Ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που αντίκριζαν τα πρώτα ελάφια του κόσμου. Κάθισαν τα ελάφια και τους παραφύλαξαν. Και είδαν: Τα παράξενα πλάσματα με τα δυο πόδια όλη τη μέρα σκύβαν στη γη και τη σκάβανε, την ξεκολνούσαν* και πάλι την άφηναν στον τόπο της. Όλη τη μέρα βογκούσαν, ώσπου ερχόταν η νύχτα και βγαίναν τα άστρα. Τότε μόνο, σαν πέφτανε να κοιμηθούν, ησύχαζαν. Και πάλι, όταν τα άστρα φεύγανε, πάλι άρχιζαν να χτυπούν τη γη, σα μια δύναμη σκοτεινή να τους πρόσταζε όλο να σκάβουν κι όλο να βασανίζονται βγάζοντας το χώμα απ’ τη γη. Όμως το χώμα πάλι έπεφτε πίσω, η γη ήταν ατέλειωτη, ατέλειωτο ήταν και το μαρτύριο των ανθρώπων.

Περίεργα τα ελάφια πήγαν πιο κοντά και τους κοίταξαν μες στα μάτια. Για πρώτη φορά είδαν δάκρυα μες στα μάτια των ανθρώπων. Τότε κι εκείνα δάκρυσαν. Κι από κείνη τη μέρα όλα τα ελάφια του κόσμου κλαίνε — για τη μνήμη των ανθρώπων της γης που βασανίζονται.

 

 

 

 

 

eirini aivaliwtouΗ Χιονάτη της Πάρνηθας (Ηλίας Βενέζης)
Περισσότερα

Ο Ντοστογιέφσκι για τον άνθρωπο και τα κτήνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Οι άνθρωποι μερικές φορές μιλούν για την «κτηνώδη» σκληρότητα του ανθρώπου, αλλά αυτό είναι τρομερά άδικο και προσβλητικό για τα κτήνη, κανένα ζώο δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι τόσο σκληρό όσο ο άνθρωπος, τόσο έντεχνα, τόσο καλλιτεχνικά».
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

  • Εικόνες: Kevin Peterson
eirini aivaliwtouΟ Ντοστογιέφσκι για τον άνθρωπο και τα κτήνη
Περισσότερα

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο. Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Ένα λιοντάρι με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του. Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων, ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.
(Γιάννης Κοντός, Τα οστά, Κέδρος, 1982)

  • Πίνακας: René Magritte (1898-1967) – Το βραδινό γεύμα, 1940
eirini aivaliwtouΦούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο
Περισσότερα

14ο Χριστουγεννιάτικο Bazaar του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων «Stray.Gr»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το νιαουρίζειν εστί σκυλοσοφείν και το bazaarεύειν μονόδρομος για 14η συνεχόμενη χρονιά! Σας προσκαλούμε λοιπόν και φέτος, εμείς, κυρίες και κύριοι εμείς, οι εθελοντές του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων «Stray.Gr» στο 14ο Χριστουγεννιάτικο Bazaar για τα αδέσποτα ζώα που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 9 και την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017, 10:00 – 20:00, στο Thission Lofts, Πειραιώς 123, Αθήνα, απέναντι από την Τεχνόπολη στο Γκάζι (στάση Μετρό Κεραμεικός).

Αν είστε «γάτες» δεν θα το χάσετε, καθώς στο Χριστουγεννιάτικο Βazaar μας θα βρείτε:

• Χειροποίητα γούρια για τη νέα χρονιά, που αποδεδειγμένα 14 χρόνια τώρα προστατεύουν με 100% επιτυχία από το μάτι (και από το πόδι και από το αυτί)
• Το ημερολόγιο του 2018 που τυπώσαμε ειδικά για σας τους ξεχασιάρηδες με πολλή αγάπη (και πολύ χώρο για να σημειώνετε όλα αυτά που ξεχνούσατε το 2017)
• Κοσμήματα με γάτες-σκύλους-κόκαλα-ψαροκόκαλα-πατούσες και ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή του φιλόζωου κοινού μας- φυσικά δεν λείπουν και τα πιο κλασικά κοσμήματα για να κάνετε δώρο στους λιγότερο σκυλογατοκεντρικούς φίλους σας
• Είδη για τον σκύλο σας και τη γάτα σας – ελάτε, μην ντρέπεστε, βάζετε κι εσείς κάτω από το δέντρο δώρο για τον τριχωτό σας φίλο…!
• Δώρα και διακοσμητικά αντικείμενα, χειροποίητα και μη
• Βιβλία καινούρια και μεταχειρισμένα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, διότι το πνεύμα είναι το ήμισυ του παντός
• Ρούχα & αξεσουάρ σαν καινούργια -καθότι η ανακύκλωση είναι η μισή αρχοντιά και τέλος πάντων μόδα είναι και γυρίζει
• Όλα τα υπέροχα προϊόντα του Stray.Gr, t-shirts για μικρούς και μεγάλους, κούπες, ποδιές μαγειρικής, ομπρέλες και τσάντες
• και φυσικά, τον πλούσιο μπουφέ μας με καφέ, αναψυκτικά και υπέροχα σπιτικά φαγητά και γλυκά απ’ τα χεράκια των εθελοντών μας (και των μαμάδων τους!), τα οποία θα μπορέσετε να απολαύσετε στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του μπιστροκαφενείου μας.

Σκοπός του Bazaar είναι η οικονομική ενίσχυση του Σωματείου ώστε να συνεχίσει να βοηθά αποτελεσματικά τα αδέσποτα ζώα και τη συμβίωση των ανθρώπων και των ζώων της πόλης.

Το Stray.Gr είναι αναγνωρισμένο και εγκεκριμένο μη κερδοσκοπικό σωματείο με έδρα την Αθήνα. Αποτελείται αποκλειστικά από εθελοντές, δεν λαμβάνει κανενός είδους οικονομική στήριξη από την πολιτεία ή άλλους φορείς και συντηρείται αποκλειστικά από τις συνεισφορές των μελών και τις δωρεές φίλων του Σωματείου και των αδέσποτων ζώων. Σκοπός των εθελοντών του Stray.gr είναι η διάσωση των αδέσποτων ζώων της Αττικής. Δίνοντας προτεραιότητα στα πιο δύσκολα περιστατικά, στα πιο ευάλωτα ζώα που δεν μπορούν να επιβιώσουν στο δρόμο – κουτάβια, άρρωστα, χτυπημένα, εγκαταλελειμμένα – έχουμε καταφέρει να σώσουμε περισσότερα από 3.000 ζώα από την ίδρυσή μας το 2003.

Πέραν της δράσης στο πεδίο, και ως ιδρυτικό και ενεργό μέλος της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Ομοσπονδίας, το Stray.gr αγωνίζεται για να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα μας σε θέματα προστασίας των αδέσποτων ζώων και ενεργοποιείται στους τομείς της εκπαίδευσης, της ενημέρωσης, και της συνεχούς διαβούλευσης και συνεργασίας με φορείς και διεθνείς οργανώσεις.

 

eirini aivaliwtou14ο Χριστουγεννιάτικο Bazaar του Σωματείου Περίθαλψης και Προστασίας Αδέσποτων Ζώων «Stray.Gr»
Περισσότερα

«Η Χώρα Χωρίς Γάτες» του Ευγένιου Τριβιζά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ζούσε κάποτε ένα ποντίκι, που ένιωθε φρίκη κάθε φορά που μια γάτα, όταν έπαιζε βιολί, του φώναζε: Σταμάτα! Δε μ’ αρέσει η μουσική! Ή όταν έτρωγε λίγο τυρί (μια σταλιά, όχι πολύ), του φώναζε η γάτα: Κλέφτη, το τυρί παράτα!

Κι ένιωθε φρίκη ακόμα όταν χιμούσε η γάτα μ’ ανοιχτό το στόμα κι άλλαζε χρώμα κι έπαιρνε δρόμο κι έτρεμαν τ’ αυτιά του κι η μακριά ουρά του από τον τρόμο!

Πάει μια μέρα στο γιατρό και με δάκρυα του λέει: Γιατρέ μου, δεν μπορώ! Έχω μια φοβία! Νιώθω φρίκη κι αγωνία όταν η γάτα αγριεμένη με στριμώχνει στη γωνία, ή όταν κάνω από το ράφι με το γιαούρτι να πηδήξω: «Θα σου κάνω!», μου φωνάζει, «Θα σου δείξω!», ή όταν του καλού καιρού κοιμάμαι, με ξυπνάει και μου λέει: «Πάμε, φίλε! Τελειώσανε τ’ αστεία, δε μ’ αρέσει η νηστεία!». Και να ‘ταν μόνο αυτό το μαρτύριό μου το φριχτό; Νιώθω μια φρίκη ακόμα και μου ‘ρχεται η ψυχή στο στόμα, άμα τύχει να δω της γάτας το νύχι το μεγάλο και γαμψό! Γι’ αυτό, γιατρέ μου, σε παρακαλώ, δως μου ένα γιατρικό!

Και είπε ο γιατρός που ήτανε σοφός και από τους ειδικούς ο παρα-ειδικός. Είπε: Δυστυχώς δεν υπάρχει γιατρικό για τα συμπτώματά σου και την τρεμούλα της ουράς σου! Η ασπιρίνη δεν το λύνει το πρόβλημά σου, και κλύσμα δε γλιτώνεις από της γάτας το πείσμα και η ποντικοβιταμίνη πι που κάνει τα ποντίκια σαν αστραπή γοργά και τόσο αγριωπά που οι γάτες κάνουν πιπί δεν έχει ακόμα ανακαλυφτεί! Είναι φυσικό, βλέπεις, για ένα ποντίκι να νιώθει αγωνία όταν η γάτα το στριμώχνει στης κουζίνας τη γωνία κι όταν η γάτα ανοίγει το στόμα δέκα πήχες ν’ αλλάζει χρώμα και να του σηκώνονται οι τρίχες! Αλλά… υπάρχει λύση! Για να μην τρέχουν δάκρυα σαν βρύση, σου συνιστώ, να πας στη Χώρα Χωρίς Γάτες που οι γάτες είναι φευγάτες, δηλαδή δεν υπάρχουν γάτες, για να κάνουνε απάτες κι οι τυρόπιτες είναι αφράτες! Νόστιμο τυρί γεμάτες!

Ευχαριστώ, γιατρέ μου!, είπε το ποντίκι. Να ‘σαι καλά! Σ’ αποχαιρετώ! Πάω στη Χώρα Χωρίς Γάτες να εγκατασταθώ!

Έτσι, λοιπόν, μια και δυο έβγαλε διαβα-τύριο, αγόρασε εισι-τύριο, και μια πυξίδα και κίνησε για το μακρινό ταξίδι με χαρά κι ελπίδα! Ταξίδεψε με αερόστατο, με φορτηγό, κάρο, μαούνα και θαλαμηγό, πέρασε από τη Φομφάη, το Πιπερού και τη Βαραγουάη, τις θάλασσες τις φουρτουνιασμένες τις εννέα και τα βουνά τα Πιρουνέα και του Πυρός την παγωμένη γη κι έφτασε στη Χώρα Χωρίς Γάτες μια ροδόλουστη αυγή!

Αλλά, δυστυχώς, ναι δυστυχώς, η Χώρα Χωρίς Γάτες ήτανε γεμάτη φάκες! Κι ο ποντικός μας ο φτωχός ένιωθε φρίκη και σκοτοδίνη κάθε φορά που άκουγε μια φάκα -χραπ- να κλείνει! Κι όποτε έβλεπε λίγο τυρί, φοβόταν ότι δε μπορεί, θα ‘ναι και μια φάκα κάπου εκεί!

Πάει ξανά σ’ ένα γιατρό, πιο σοφό, πιο ειδικό και του λέει: Γιατρέ μου, έχω μια φοβία! Πάντα η ίδια ιστορία κάθε φορά που ακούω μια φάκα -χραπ- να κλείνει! Κι όποτε από το κελάρι φεύγω με βιάση, φοβάμαι ότι κάποια φάκα θα με πιάσει! Αχ, γιατρέ μου, δεν μπορώ! Φάκες το δρόμο μου κλείνουν, δε μ’ αφήνουν να διαβώ! Φάκες από κει! Φάκες από δω! Άσε που η φοβία μου αυτή έχει τόσο πολύ γενικευτεί που φοβάμαι άμα βλέπω φάκες ή φακιόλια ή φακούς ή φύκια ή ακόμα και φακή! Γι’ αυτό, γιατρέ μου, σε παρακαλώ, σε ικετεύω, δως μου ένα γιατρικό για να μπορώ, ανάμεσα στις φάκες συρτάκι να χορεύω!

Και είπε ο γιατρός που ήτανε σοφός κι από τους ειδικούς ο παρα-παπα-ειδικός. Είπε: Δυστυχώς δεν υπάρχει γιατρικό για τα συμπτώματά σου, την τρεμούλα της ουράς σου, τη φοβία και τη σκοτοδίνη! Η ασπιρίνη το πρόβλημά σου δε το λύνει, αν σου κάνω ενέσεις, θα πονέσεις! Και η ποντικοβιταμίνη πι που κάνει τα ποντίκια τολμηρά και τα δόντια τους τόσο γερά που τις φάκες τις λυγίζουν, τα σίδερά τους τραγανίζουν και τα καταπίνουν στη στιγμή, ακόμα να ανακαλυφτεί! Είναι φυσικό, βλέπεις, για ένα ποντίκι να φοβάται ότι κάποια φάκα θα το πιάσει και τη ζωούλα του θα χάσει κι όταν ακούσει φάκα που κλείνει στην αυλή, να του κόβεται η χολή! Άλλα, αλλά λέω, υπάρχει μια λύση! Για να μην τρέχουν τα δάκρυά σου βρύση, σου συνιστώ να πας στη χώρα της ευτυχίας και της χαράς, δηλαδή στη Χώρα Χωρίς Γάτες και Χωρίς Φάκες! Που οι γάτες είναι φευγάτες και δεν υπάρχει ούτε μία φάκα έτσι για πλάκα, δηλαδή υπάρχει μια φάκα, αλλά έχει σκουριάσει και ποτέ της ποντίκι δεν έχει πιάσει! Και, που ’σαι, περιττό να σου πω ότι σ΄ αυτά τα μέρη φυτρώνει στα δέντρα το κασέρι!

Ευχαριστώ, γιατρέ μου, αυτό θα κάνω! Δε θα χαραμίσω τη ζωή μου εδώ σαν τους άλλους ποντικούς τους βλάκες, θα πάω με το πρώτο αεροπλάνο στη Χώρα που δεν έχει ούτε φάκες!

Κι αμέσως το ποντίκι βιαστικό αποχαιρέτησε τους φίλους του μ’ ένα μαντήλι, μ’ ένα λυγμό, πήγε τρεχάλα στο σταθμό, πήρε το τρένο με τα χρυσά βαγόνια, ταξίδεψε δυο μήνες και δυο χρόνια και κάτι στιγμούλες παραπάνω, μετά πήρε το αεροπλάνο, το καΐκι της γραμμής, ένα κρις κραφτ, ένα οτομοτρίς κι επιτέλους ένα βράδυ έφτασε κατά τις τρεις στη χώρα με τα δυο υπέροχα χωρίς! Τι όνειρο ήταν αυτό! Τι ευτυχία! Τι φούρνοι! Τι παντοπωλεία! Φιστίκια, κουλούρια και καρβέλια, αμυγδαλωτά στα ζαχαροπλαστεία, λίμνες από σιρόπι και παστέλια, βουνά από τυρί και φρυγανιές, μπισκότα, μακαρόνια και φιδές, και κουραμπιέδες και τσουρέκια αφράτα, κι ούτε μια φάκα τόση δα, ούτε μουστάκι από γάτα πουθενά!

Το ποντίκι ζούσε εκεί ζωή άνετη και τρυφηλή, με το χαμόγελο στα χείλη σαν να είχε επιτέλους βρει το τετράφυλλο τριφύλλι! Δοκίμαζε απ’ όλα, τραγάνιζε και μασουλούσε και πολύ καλοπερνούσε! Πρωί, βράδυ, μεσημέρι έτρωγε τυρί κασέρι! Έτρωγε παρμεζάνα τη μια μέρα και την άλλη έτρωγε γραβιέρα! Την Κυριακή έκανε τσουλήθρα σε βουνά από μυζήθρα και τα περνούσε φίνα αλλά μετά από ένα μήνα άρχισε να το κουράζει η μονοτονία! Ούτε κυνηγητό ούτε κρυφτό! Τι ανείπωτη ανία! Δεν ένιωθε καμιά συγκίνηση. Όλη μέρα βαρεμάρα και χασμουρητό. Άσε που πάχυνε υπερβολικά επειδή του έλειπε η κίνηση! Και μια πλήξη! Επειδή δε βρισκόταν γάτα αγριεμένη τα νύχια να του δείξει, ούτε φάκες γύρω του απειλητικά ν’ ανοιγοκλείνουν, ούτε ψιψίνες να το ανακρίνουν! Κι έλεγε το ποντίκι: Βαριέμαι! Βαριέμαι! Βαρέθηκα να χασμουριέμαι! Αχ, να ‘βρισκα μια ψιψίνα να ψαχουλεύει στην κουζίνα! Όλα γύρω άνετα και πλούσια, αλλά τι τα θες; Κι η τυρόπιτα η πιο αφράτη μου φαίνεται ανούσια! Ανούσιος κι ο φιδές κι ο πιο νόστιμος μεζές! Δε χρειάζεται όμως να πάω σε γιατρό ειδικό ή παρα-ειδικό. Τα ‘μαθα τώρα. Είναι φυσικό για ένα ποντίκι να αισθάνεται μανία, να μη νιώθει καμία συγκίνηση και να παχύνει υπερβολικά επειδή του λείπει η κίνηση! Ξέρω τι πρέπει να κάνω! Το ξέρω και με το παραπάνω! Τη χώρα θα βρω που έχει τις πιο άφθονες φάκες και τις πιο επικίνδυνες γάτες! Εκεί θα πάω να εγκατασταθώ!

Τρέχει το ποντίκι στης βιβλιοθήκης το υπόγειο, σκαρφαλώνει στην παλιά υδρόγειο, ψάχνει μια μέρα και μια ώρα ώσπου επιτέλους βρίσκει τη Γατοφάκο-Φακογατοχώρα, που οι φάκες είναι πληθώρα κι η μια γάτα από την άλλα πιο άγρια και αιμοβόρα και λέει στον εαυτό του: Εμπρός! Προχώρα! Πήγαινε αμέσως στη Γατοφάκο-Φακογατοχώρα!

Έτσι, λοιπόν, να μην τα πολυλογώ, το ποντίκι μια και δυο χωρίς να χάνει ώρα, πήγε στη Γατοφάκο-Φακογατοχώρα κι έζησε εκεί καλά με χαρές, συγκινήσεις και κυνηγητά και λαδωμένη τη μακριά του την ουρά!

  • Εκδόσεις Κέδρος

Εικόνα: John Henry Dolph (1835–1903). Playing Cat and Mouse

eirini aivaliwtou«Η Χώρα Χωρίς Γάτες» του Ευγένιου Τριβιζά
Περισσότερα

Οι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») έφτασαν και στην Ελλάδα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Κάποτε, once upon a time, που λένε και οι Αμερικάνοι, στην ξακουστή Κωνσταντινούπολη, ζούσε ένας ναυτικός που βρισκόταν σε σοβαρό οικονομικό αδιέξοδο. Ο άνθρωπος χρειαζόταν 120 λίρες για να ξεπληρώσει ένα χρέος σχετικό με το σκάφος του και αν δεν έβρισκε τα χρήματα και μάλιστα άμεσα, πολύ απλά θα έχανε όλο του το βιος. Ο ναυτικός δεν μπορούσε να δανειστεί από κανέναν, το ποσό ήταν πολύ μεγάλο για τα μέτρα της εποχής.

Ώσπου μια μέρα μια αδέσποτη γάτα, την οποία ο ναυτικός ενίοτε χάιδευε και τάιζε στο λιμάνι, τον πλησίασε και τον παρακίνησε να προσέξει κάτι κουρέλια. Ανάμεσά τους υπήρχε και ένα παλιό, φθαρμένο πορτοφόλι. Ο ναυτικός αγνόησε τα «λάφυρα» του τετράποδου, θεωρώντας πως επρόκειτο για ασήμαντης αξίας εύρημα, εκείνο όμως δεν το έβαλε κάτω. Επέμεινε. Λίγα λεπτά αργότερα η γάτα τον πλησίασε με το πορτοφόλι στο στόμα της. Με τα πολλά, ο ναυτικός άνοιξε το πορτοφόλι και βρήκε μέσα ακριβώς 120 λίρες.
«Αν αυτό δεν είναι θείο δώρο, τότε τι είναι;», είπε χρόνια αργότερα ο ίδιος ναυτικός, ένας από τους ανθρώπους που αφηγούνται τη δική τους γατοϊστορία, τη δική τους γατοεμπειρία, μπροστά στον φακό της Τουρκάλας σκηνοθέτιδας Κέιντα Τορούν και για λογαριασμό του ντοκιμαντέρ της «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») που από τις 9 Νοεμβρίου 2017 θα προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες.

Όποιοι έχουν επισκεφτεί την Πόλη θα έχουν σίγουρα προσέξει τον απίθανο αριθμό από γάτες που τριγυρίζουν στις γειτονιές και στα σοκάκια, που σουλατσάρουν πάνω-κάτω στο Μπέγιογλου και που αυξάνονται και πληθύνονται διαρκώς. Είναι αλήθεια, οι Τούρκοι αγαπούν τις γάτες περισσότερο από τους σκύλους. Σχεδόν κάθε δεύτερη πολυκατοικία έχει κάποιον ένοικο που θα βγάζει γατοτροφή στον δρόμο καθώς και φρέσκο νερό για τα ζωντανά. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν θα δεις ποτέ στους δρόμους υποσιτισμένες γάτες. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι πάρα μα πάρα πολλά μαγαζιά έχουν υιοθετήσει γάτες, οι οποίες θρονιάζονται σε καφετέριες, σε κουρεία, σε κλειστούς χώρους γενικώς, και γίνονται, με την αρχοντιά τους, ένα με το περιβάλλον.

Έχουν ειπωθεί πολλές ιστορίες για το πώς βρέθηκε η Πόλη να έχει τόσο πολλές γάτες. Κάποιοι το αποδίδουν στο ότι οι μουσουλμάνοι κατά βάση είναι ανεκτικοί προς αυτές, άλλοι ότι άρεσαν στους Οθωμανούς αυτοκράτορες, άλλοι ότι τις έφεραν μαζί τους όσοι —πάρα πολλοί— ήρθαν από τα χωριά τους. Όπως είπε ένας Τούρκος γιατρός, αστός από τους λίγους, που τις ελεύθερες ώρες του παίζει βιολί σε ένα ερασιτεχνικό κουαρτέτο, οι γάτες ανέρχονται σε τέτοιους αριθμούς ως αντίδοτο στα ποντίκια που στις αρχές του 20ού αιώνα έτρεχαν ανεξέλεγκτα στα στενοσόκακα του Πέραν και μετέφεραν αρρώστιες. Λογικό, ίσως όχι τόσο ρομαντικό ή ανατολίτικο, αλλά λογικό και πιθανό.

 

Η σκηνοθέτις

Η σκηνοθέτις Κέιντα Τορούν βρίσκεται σήμερα στο Λος Άντζελες όπου πλέον κατοικεί έχοντας φύγει από την Τουρκία. Αυτή την εποχή βιώνει τον πυρετό και τη φρενίτιδα της «προ-οσκαρικής περιόδου». Δουλεύει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς για την προώθηση της ταινίας της, η οποία διόλου απίθανο να κερδίσει τελικά μια θέση στην πεντάδα για το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ 2017.

Οι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» έχουν κάνει παντού θραύση. Στην Αμερική έχουν ξεπεράσει τα 2.800.000 δολάρια σε έσοδα, ποσό αστρονομικό για την αμερικανική αγορά, αφού ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα τουρκικό ντοκιμαντέρ σχετικό με… γάτες. Όμως αυτή ακριβώς η απήχηση που είχε η ταινία στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου προβάλλεται από τον περασμένο Φεβρουάριο, μπορεί τελικά να τη βοηθήσει στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Η Κέιντα Τορούν λέει χαρακτηριστικά: «Συνειδητοποίησα ότι η δική μου ιστορία στο παρελθόν με τις γάτες στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν αποκλειστικά δική μου, αλλά όποιος είχε αφεθεί να αναπτύξει μια ουσιαστική σχέση με αυτά τα πλάσματα είχε καταλήξει να βιώνει τη ζωή διαφορετικά. Αυτή η αλλαγή στην οπτική της ζωής διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά ο παράγοντας που είναι κοινός σε όλους είναι ότι αυτή η διαφορά προκύπτει από τη συνύπαρξη με ένα ζώο που έχει χάρη, πνεύμα και αυτάρκεια».

Παιδιόθεν οι γάτες ήταν οι καλύτεροι φίλοι της Κέιντα Τορούν. Η σκηνοθέτις γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου «παντού βρίσκεις γάτες!», όπως εξάλλου φαίνεται και στην ταινία της. «Νομίζω ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, επομένως μπορείτε ν’ αντιληφτείτε την εικόνα, μια εικόνα που σε άλλες, βόρειες ευρωπαϊκές πόλεις, πόσω μάλλον στην Αμερική, δεν μπορούν εύκολα να συλλάβουν γιατί δεν τη γνωρίζουν. Ήταν ένας υπέροχος τρόπος για να μεγαλώσεις, ιδιαίτερα για έναν χαρακτήρα σαν τον δικό μου. Δεν αγαπούσα ιδιαίτερα τα άλλα παιδιά…. Με τις γάτες είχα καλύτερες φιλίες. Με τον τρόπο τους ήταν οι μικροί δάσκαλοί μου».

Σήμερα η Κέιντα Τορούν, ενώ έχει κάνει οικογένεια, οι γάτες εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στη ζωή της, αν και δεν κατοικούν μονίμως στο σπίτι. Ούτως ή άλλως δεν είναι ιδιαίτερη υποστηρίκτρια της ιδέας της ιδιοκτησίας γάτας ως κατοικιδίου. Πέρα από αυτό, βρίσκεται διαρκώς εκτός σπιτιού γιατί κάνει ταινίες. Όταν της λένε ότι οι γάτες δεν είναι ιδιοκτησία των ανθρώπων που τις έχουν, αλλά το αντίθετο, οι άνθρωποι είναι ιδιοκτησία των γατών, απαντά: «Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει ακριβώς, το βέβαιο όμως είναι ότι η σχέση ανθρώπου – γάτας δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σχέση του ανθρώπου με κανένα άλλο, εξημερωμένο – όπως τα αποκαλούμε – ζώο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στο ότι οι γάτες δεν εξημερώθηκαν με τη βοήθεια των ανθρώπων, αλλά από μόνες τους· κάτι που τις κάνει σχεδόν ανθρώπινες. Εγώ τις αντιμετωπίζω περισσότερο σαν γείτονες ή καλύτερα σαν συγκατοίκους. Οι γάτες δεν βρίσκονται εκεί για να μας ευχαριστήσουν, οι δυναμικές τους είναι πολύ διαφορετικές από των υπόλοιπων εξημερωμένων ζώων. Οι γάτες θέλουν να τις προμηθεύεις με τα πράγματα που ζητούν, αλλά είναι πολύ ανεξάρτητες και πολύ υπερήφανες για να σε χρειάζονται στ’ αλήθεια. Και αυτό ακριβώς τις κάνει τόσο ιδιαίτερες».

 

Γατογειτονιές

Η εμπειρία της κινηματογράφησης γατών στην Κωνσταντινούπολη ήταν – όπως ο καθένας, γατόφιλος ή μη, μπορεί πολύ καλά να φανταστεί – μοναδική. Καθόλου εύκολη, αλλά σίγουρα ιδιαίτερη. Το σύστημα που η Κέιντα Τορούν, ο διευθυντής φωτογραφίας της Τσάρλι Γούπερμαν και οι λοιποί συνεργάτες της ακολούθησαν, όταν άρχισαν την έρευνά τους το καλοκαίρι του 2013, ήταν «το κατά δύναμη δημοκρατικό». H ομάδα επισκέφθηκε, αν όχι όλες, πάντως πολλές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, γιατί η Τορούν δεν ήθελε να αγνοήσει καμία γειτονιά της Πόλης στην έρευνά της. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε «πραγματικά πολύ, πάρα πολύ περπάτημα».
Υπήρξαν ασφαλώς περιοχές στις οποίες οι αδέσποτες γάτες δεν είχαν τόσο μεγάλη παρουσία όσο σε άλλες γνήσιες γατογειτονιές. Αλλά αυτό που η σκηνοθέτις τελικά κατάλαβε ήταν ότι ο μόνος τρόπος για ν’ αντλήσει πληροφορίες για την κάθε γάτα που αποφάσισε να φιλμάρει ήταν με το να μιλήσει με τον άνθρωπο που κατά κάποιον τρόπο είχε σχέση με αυτή τη γάτα, είτε επειδή τη φρόντιζε είτε επειδή τουλάχιστον την είχε υπόψη του. «Δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος που ν’ αρνήθηκε να μου μιλήσει», είπε η Τοκούρ, «και αυτό δείχνει πόσο αγαπητό είναι αυτό το ζώο στην Τουρκία».

Αφηγήσεις

Όντως, υπάρχουν αφηγήσεις στην ταινία που έχουν μια φιλοσοφική ή και θρησκευτική ακόμα διάσταση. Οι άνθρωποι – όπως ο προφανώς θεοσεβούμενος ναυτικός στην αρχή του κειμένου – αναφέρονται στην ουσιαστική σημασία της γάτας στην Τουρκία, στο τι σημαίνει γάτα γι’ αυτούς, στο τι συμβολίζει. «Στην Τουρκία πολύ συχνά αναφέρουν τις διδασκαλίες του προφήτη Μωάμεθ ως λόγο που δικαιολογεί τη συμπάθεια των ανθρώπων απέναντι στις γάτες», είπε η Κέιντα Τορούν. Πράγματι, υπάρχουν πάρα πολλές ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Μωάμεθ αποκρυσταλλώνει τον σεβασμό και την αγάπη του για τους άλλους μέσω της σχέσης του με τη γάτα. «Λέγεται ότι μια γάτα τού έσωσε τη ζωή από ένα δηλητηριώδες φίδι», αναφέρει η δημιουργός της ταινίας. «Και χαϊδεύοντας τη γάτα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Μωάμεθ άφησε πάνω της τα σημάδια των δαχτύλων του που είναι οι ραβδώσεις που βλέπουμε στο τρίχωμα της γάτας. Λέγεται επίσης ότι το στόμα της γάτας είναι τόσο καθαρό, που αν η γάτα δεν είναι άρρωστη από μια προφανή ασθένεια, μπορείς κάλλιστα να πιεις νερό από το κύπελλό της».

 

Η ψυχή της Πόλης

«Χωρίς τις γάτες η Κωνσταντινούπολη θα έχανε ένα κομμάτι από την ψυχή της», λέγεται στην αρχή της ταινίας και σε αυτή τη φράση δεν εμπεριέχεται καμία δόση υπερβολής. «Είναι σαν να προσπαθείς να φανταστείς τη Νέα Υόρκη και τη Βενετία χωρίς τα περιστέρια», δηλώνει αποστομωτικά η Τορούν. Ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλες πόλεις στις οποίες οι γάτες αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο, πόλεις στη Βόρεια Αφρική ή στη Μεσόγειο, όμως τελικά όχι και τόσο πολλές.

Η Ελλάδα είναι σίγουρα μια γατοχώρα και μάλιστα η σκηνοθέτις θεωρεί ότι η γάτα κατά κάποιον τρόπο είναι ένας από τους κρίκους που συνδέουν την Ελλάδα με την Τουρκία. «Μια από τις ομοιότητες της Τουρκίας με την Ελλάδα», λέει, «είναι το επίπεδο χάους μέσα στην αρμονία και την τάξη της ζωής και αυτό το παρατηρείς όταν συγκρίνεις αυτές τις χώρες με άλλες ευρωπαϊκές όπου επικρατούν η κατηγοριοποίηση, ο διαχωρισμός, η στειρότητα, χώρες στις οποίες δεν βλέπεις γάτες στους δρόμους. Εκεί δεν υπάρχουν αδέσποτα, διότι μια γάτα ή ένας σκύλος θεωρούνται μόνον οικόσιτα ζώα, τίποτε άλλο. Αυτό τον οργανικό τρόπο ζωής στην Τουρκία και στην Ελλάδα, αυτό το χάος της ζωής, για μένα το συμβολίζουν οι γάτες».

Γάτα – θρύλος

Αντλώντας από το πρόσφατο δημοσιογραφικό υλικό, αξίζει να θυμίσουμε πως στην Πόλη υπήρξε μια γάτα – θρύλος, η Τόμπιλι, κάτοικος Χαλκηδόνας Κωνσταντινουπόλεως (Καντίκιοϊ). Συχνά καθόταν σε ένα παγκάκι χαλαρή, σαν να ποζάρει. Ήταν αναγνωρίσιμη απ’ όλους και αγαπητή. Και γι’ αυτό, όταν πέθανε τον Αύγουστο του 2016, τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά από το αίτημα για την ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν της… τροφαντής γάτας. Έτσι η Τόμπιλι, όνομα σύνηθες στην Τουρκία για τις γάτες με καμπύλες, κάτι σαν το… Μπουμπού, έγινε άγαλμα. Το φιλοτέχνησε η γλύπτρια Σεβάλ Σαχίν και εγκαινιάστηκε ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας των Ζώων ακριβώς στο σημείο όπου η Τόμπιλι πόζαρε αρχοντικά πριν αρρωστήσει, τον Ιούλιο, και καταλήξει. Όταν πέθανε, οι φίλοι της στην οδό Τσίκμαζι κρέμασαν αφίσες ανακοινώνοντας το θάνατό της με τη φράση: «Θα ζεις πάντα στις καρδιές μας».

Υπομονή

Από την έρευνα της κινηματογραφικής ομάδας της Τορούν προέκυψαν 35 γατοϊστορίες που μπορούσαν να αξιοποιηθούν. Από αυτές – και μετά το τελικό μοντάζ – αναδύθηκαν οι επτά στις οποίες η ταινία εστιάζει. Η ίδια η κινηματογράφηση απαιτούσε τρομερή υπομονή, αφού «ποιος ξέρει πώς θα κινηθεί μια γάτα; Ερχόταν τη μια μέρα και ήταν άφαντη την επομένη. Και τη μεθεπομένη. Επομένως, αναγκαστικά έβγαινε από τη λίστα».
Για την Τοκούρ, ακόμα και να εγκαταλείψεις την ιστορία μιας γάτας ήταν δύσκολη απόφαση. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Πάντως, στο DVD της ταινίας θα υπάρχουν δύο ακόμη ολοκληρωμένες ιστορίες που δεν κατόρθωσαν να μπουν στην ταινία. Τα γυρίσματα κράτησαν τρεις μήνες και γίνονταν σε καθημερινή βάση: «Όποτε ήμασταν ξύπνιοι, φιλμάραμε». Στο σύνολό του το κινηματογραφημένο υλικό υπερβαίνει τις 180 ώρες!

«Η γενική μας γνώση για τις γάτες αυξάνεται ούτως ή άλλως καθημερινά και ασφαλώς με το να περάσω τόσο χρόνο κοντά τους, να τις βλέπω για παράδειγμα να συμπεριφέρονται μητρικά, ήταν κάτι καινούργιο για μένα. Τα περισσότερα πράγματα όμως τα ήξερα σε μια γενική βάση. Αυτό που ανακάλυψα είναι πόσο διαφορετικές είναι οι γάτες μεταξύ τους, καμία δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με την άλλη. Κάθε γάτα που ακολουθήσαμε μας αποκάλυψε κάτι μοναδικό για αυτήν. Και αυτό ήταν θαυμάσιο, διότι ο κόσμος, οι άνθρωποι, θέλουν να κατηγοριοποιούν τα πάντα. Όμως τις γάτες δεν μπορείς με τίποτα να τις κατηγοριοποιήσεις. Και αυτό το κατάλαβα περνώντας χρόνο μαζί τους», επισημαίνει η δημιουργός της ταινίας αντλώντας γνώση από τη συγκεκριμένη εμπειρία.

Η θετική επιρροή

Από την ταινία λείπει εντελώς το στοιχείο της βαρβαρότητας απέναντι στα αδέσποτα γατιά, στοιχείο που δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι περισσεύει στην Ελλάδα. Λείπουν αναφορές σε ασθένειες ή θανάτους, με την εξαίρεση μιας περίπτωσης όπου βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να σώσει ένα γατάκι πηγαίνοντάς το στον κτηνίατρο. «Δεν ήθελα να τα δείξω αυτά διότι συχνά νιώθω ότι η οπτική καταγραφή του βασάνου γίνεται για τη χειραγώγηση του κοινού και εγώ δεν θέλω να χειραγωγήσω κανέναν. Δεν ήθελα να κάνω να νιώσει άσχημα το κοινό απλώς για να νιώσει άσχημα. Χωρίς να θέλω να αποφύγω το θέμα, δεν ήθελα να κάνω μια διδακτική ταινία, όλοι υποφέρουμε εξάλλου, όχι μόνο οι γάτες. Δεν ήθελα λοιπόν να δείξω τι γίνεται λάθος και ότι πρέπει να το διορθώσουμε. Με τις «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» ήθελα να εστιάσω στη θετική επιρροή της ζωής μας με ένα μη ανθρώπινο πλάσμα και το πόσο σημαντικό είναι αυτό για την καλυτέρευσή της».

Σήμα κατατεθέν

Τελικά, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε «ξεχάστε Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί και Τοπ Καπί». Το πραγματικό αξιοθέατο της Κωνσταντινούπολης είναι οι γάτες της, σήμα κατατεθέν της ανατολίτικης βραδύτητας, τεμπέλες και ναζιάρες γάτες που δεν σε αφήνουν να τις προσπεράσεις χωρίς να τους δώσεις σημασία. Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης έχουν κυριαρχικά δικαιώματα στην πόλη, αλλά και απαιτήσεις από το κοινό τους. Πλησιάζουν στο τραπέζι σου γουργουρίζοντας και αν προσπαθήσεις να τις παραμελήσεις θα βγάλουν νύχια και θα σε ξύσουν τρυφερά (στην αρχή) για να σου υπενθυμίσουν ποιος είναι ο πραγματικός κάτοικος της πόλης και ποιος ο τουρίστας.

35 γάτες – 7 ιστορίες

Στη συνέντευξή της η σκηνοθέτις εξηγεί τη δυνατή σχέση των κατοίκων της Πόλης και των αδέσποτων γάτων της: «Πίσω από αυτή τη σχέση υπάρχει ο θρησκευτικός παράγοντας. Πολλοί κάτοικοι μου είπαν ότι ο πραγματικός μουσουλμάνος αγαπάει τις γάτες. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Προφήτης Μωάμεθ είχε μια αγαπημένη γάτα, με το όνομα Μουέζα. Λέγεται ότι η αγάπη του για τα ζώα αυτά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα προτιμούσε να έμενε χωρίς το μανδύα του παρά να ενοχλούσε μια γάτα που θα κοιμόταν επάνω σε αυτόν. Και το Ισλάμ έχει τόσες ιστορίες με γάτες. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η σχέση. Οι άνθρωποι μέσω της γάτας εκφράζουν την πνευματική, τη συναισθηματική και τη φιλοσοφική πλευρά τους. Σαν τον άντρα που λέει στην ταινία ότι οι γάτες είναι η σύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό. Το ενδιάμεσο. Στην Τουρκία δεν πρέπει να εκφράζεις τα συναισθήματά σου. Πρέπει να είσαι σκληρός. Ειδικά αν είσαι άντρας. Έτσι έχουν μάθει. Το να δείχνεις συμπόνια και στοργή σε κάτι, όπως οι γάτες, ή το να μιλάς για τις γάτες είναι ένας τρόπος να σπάσει ο πάγος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Για την ταινία συναντήσαμε 35 γάτες, σε διαφορετικές γειτονιές. Προσπαθήσαμε να βρούμε γάτες που είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με κάποιους ανθρώπους γύρω. Τελικά παρουσιάζουμε 7 γάτες με τις ιστορίες τους. Ξέρεις τι λέμε; Αν θέλεις να μάθεις για τη ζωή κάποιου, ρώτα τη γάτα που φροντίζει. Το άσχημο σε όλο αυτό είναι ότι από τη δεκαετία του ’70 που εγώ μεγάλωσα, έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη ελάχιστοι πράσινοι χώροι για να ζουν οι γάτες. Αυτό δείχνει και το πόσο άλλαξε και η δική μας ζωή. Χαίρομαι όμως που η Πόλη έχει ακόμα τις γάτες της. Και που υπάρχουν άνθρωποι που τις φροντίζουν. Ένα μάλιστα μέρος των χρημάτων της ταινίας θα πάει σε οργανώσεις που φροντίζουν τις γάτες».

Οι περισσότεροι κάτοικοι της Πόλης λατρεύουν τις γάτες και τις θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και της ιστορίας τους. Από τα καταστήματα συγκεντρώνουν χρήματα για το φαγητό τους και γειτονιές ολόκληρες έχουν άτυπα υιοθετήσει τις δικές τους γάτες, που τις φροντίζουν με μοναδική ευλάβεια, ενώ κανείς δεν λέει «αυτή είναι η γάτα μου», αλλά «αυτή είναι η γάτα που φροντίζω». Παράλληλα, ο Δήμος επιδοτεί κάποιους κατοίκους, που φροντίζουν ώστε οι γάτες της Κωνσταντινούπολης να παραμένουν συνεχώς χορτάτες, υγιείς και χαρούμενες. Απίστευτο;

Αλλά μη νομίζετε ότι δεν υπάρχουν και αδέσποτα σκυλιά στην Τουρκία. Αντιθέτως, είναι πολλά και βρίσκονται παντού, και έχουν άριστες σχέσεις με τις γάτες, στις οποίες συνήθως υπακούν, όπως όλοι μας εξάλλου!

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Πρωτότυπος τίτλος
Kedi

Είδος
Nτοκιμαντέρ

Σκηνοθεσία
Ceyda Torun

Παραγωγή
Ceyda Torun – Charlie Wuppermann

Έτος
2017

Γλώσσα
Τουρκικά

Διάρκεια
79′

Η ταινία που εντυπωσιάζει όπου κι αν προβάλλεται, ακολουθεί 7 διαφορετικούς γατο-χαρακτήρες στις περιπλανήσεις τους στα σοκάκια, τις αγορές, το λιμάνι, τις ταράτσες, στην Κωνσταντινούπολη και τον Βόσπορο. Μέσα από τις ιστορίες αυτών των εντελώς διαφορετικών 7 γατο-προσωπικοτήτων, αλλά και των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή μαζί τους, «Οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης» σκιαγραφούν ένα κοντινό, γεμάτο ζεστασιά πορτρέτο της Πόλης.

• CRITICS’ CHOICE DOCUMENTARY AWARDS 2017
• Best Family Film 2016 (Jury Award at Sidewalk Film Festival)

Πρωταγωνιστούν… οι γάτες:
1. Bengu – Η ερωμένη
2. Aslan Parcasi – Ο κυνηγός
3. Psikopat – Η ψυχοπαθής
4. Duman – Ο τζέντλεμαν
5. Deniz – Ο υπέρ-κοινωνικός
6. Sari – Η καταφερτζού
7. Gamsiz – Ο «παίχτης»

Το ντοκιμαντέρ της Τσεϊντά Τορούν με τίτλο «Kedi» (Γάτα) εστιάζει στις γάτες του Βοσπόρου.

 

  • Το ντοκιμαντέρ «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» θα προβάλλεται στην Ελλάδα από την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 σε διανομή Filmtrade.

Ο Ασλάν Παρκάσι είναι γάτα με ονοματεπώνυμο. Είναι γνωστός στη γειτονιά του ως «κυνηγός» γιατί δεν αφήνει κανέναν ξένο εισβολέα να πλησιάσει. Είναι ο φόβος και ο τρόμος των ποντικιών. Είναι τυχερός, έχει πάντα φαγητό από τους ανθρώπους της Κωνσταντινούπολης και όση αγάπη χρειάζεται.

Η Κέιντα Τορούν και ο κάμεραμαν της Τσάρλι Βούπερμαν πέρασαν τρεις μήνες στην Κωνσταντινούπολη για τα γυρίσματα αυτού του διαφορετικού ντοκιμαντέρ. Δεν ήταν δύσκολο να εντοπίσουν όμως τους τετράποδους πρωταγωνιστές. Οι γάτες στη μεγαλούπολη του Βοσπόρου βρίσκονται παντού. Το ντοκιμαντέρ ήταν από σκηνοθετική άποψη πολύ απαιτητικό.


Τα πλάνα του ντοκιμαντέρ είναι πράγματι συναρπαστικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σκηνές με μάχες μεταξύ γατών στις άκρες των δρόμων με «μήλον της έριδος» λίγο φαγητό. Ειδικά οι γάτες που μόλις έγιναν μητέρες είναι πολύ επιθετικές, ιδίως όταν πρόκειται να διασφαλίσουν το φαγητό των μωρών τους.


Με το που γεννιούνται οι γάτες του δρόμου ξεκινούν έναν πραγματικό αγώνα επιβίωσης. Δεν είναι για όλες το ίδιο εύκολη υπόθεση. Κάποιες θα είναι τυχερές και θα επιβιώσουν, πολλές δεν τα καταφέρνουν. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει και αυτή την πτυχή από τη ζωή στους δρόμους.


Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ κατάφεραν να τραβήξουν κάποιες υπέροχες σκηνές με γάτες την ώρα της ανατολής και της δύσης του ήλιου. Με φόντο πάντα τον ειδυλλιακό Βόσπορο. Υπό μια έννοια πρόκειται για μια πρωτότυπη σκηνοθετική αποτύπωση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα μάτια μιας γάτας.

Κωνσταντινούπολη, Istanbul ή… Catstanbul, όπως θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς μετά το ντοκιμαντέρ της Τορούν, το οποίο αναμένεται στις κινηματογραφικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο τέλος Αυγούστου. Μια ποιητική, εκθαμβωτική, ρεαλιστική αλλά και σουρεαλιστική παρουσίαση της μαγευτικής αυτής πόλης.

Η σκηνοθέτις Κέιντα Τορούν (Ceyda Torun) και ο διευθυντής φωτογραφίας Τσάρλι Βούπερμαν (Charlie Wuppermann) ταξίδεψαν στην Κωνσταντινούπολη για να κινηματογραφήσουν τις γάτες οι ίδιοι, χωρίς να γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να απαθανατίσουν την αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι γάτα στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με συνεργάτες που έκαναν έρευνα τοπικά, μάζεψαν ιστορίες και αναζήτησαν ανθρώπους που έμοιαζε να έχουν εκτεταμένη επαφή με τις γάτες της γειτονιάς τους και γνώριζαν ποιες είναι οι κυρίαρχες προσωπικότητες, ποιο είναι παιδί ποιας, ποια γάτα κλέβει τον ψαρά και ποια μπαίνει στο σπίτι της γειτόνισσας κρυφά. Οι ιστορίες που άκουσαν τους κίνησαν περαιτέρω το ενδιαφέρον να κινηματογραφήσουν αυτά τα μοναδικά ζώα σε δράση.

Στην προσπάθειά τους να έρθουν όσο πιο κοντά γίνεται στις γάτες, οι δημιουργοί της ταινίας πειραματίστηκαν και σχεδίασαν διάφορες «γατο-κάμερες» και με αυτές ακολούθησαν τις γάτες σε σκοτεινά σοκάκια κι έρημα υπόγεια, πέταξαν drones πάνω από τις στέγες της πόλης και πήραν τις γάτες στο κατόπι για να αποκτήσουν την οπτική τους όταν περιδιαβαίνουν την πόλη.
Χρειάστηκε μεγάλη αφοσίωση. Έπρεπε να επιστρέφουν κάθε μέρα και να κινηματογραφούν τις ίδιες γάτες και τους μοναδικούς τους χαρακτήρες, καθώς και την αλληλεπίδρασή τους με τις κοινότητες στις οποίες κατοικούν.

Ύστερα από περίπου δύο μήνες γυρισμάτων η Τορούν και ο μοντέρ Μο Στόμπε άρχισαν να δίνουν μορφή στην ιστορία της κάθε γάτας ξεχωριστά, προσπαθώντας να εντοπίσουν την διαφορετικότητά τους και να τις αφήσουν να «διηγηθούν» τις ιστορίες τους. Ο σκοπός ήταν μέσα από επιλεγμένες γατο–ιστορίες, να δημιουργήσουν μια στοχαστική ταινία με θέμα την αγάπη, την απώλεια, τη χαρά, τη μοναξιά και τη συντροφικότητα.

Στη συνείδηση των τουριστών ανά τον κόσμο, η Κωνσταντινούπολη έχει αποκτήσει εσχάτως μια εντελώς νέα διάσταση: έχει αναχθεί σε «Πόλη των Γατιών», και δικαίως. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ανέκαθεν μια πόλη παραδεισένια για τις γάτες. Τώρα όμως, χάρη στη δύναμη των social media, θεωρείται και η πρωτεύουσα όλων των γατόφιλων του κόσμου.

Οι αδέσποτες γάτες της Κωνσταντινούπολης (όπως και των άλλων μεγάλων πόλεων της Τουρκίας, δηλαδή) απολαμβάνουν ένα ιδιαίτερο καθεστώς συλλογικής αγάπης, φροντίδας και σεβασμού από τους κατοίκους. Βρίσκονται παντού και αρχίζουν να συναγωνίζονται πλέον με αξιώσεις τα μεγάλα αξιοθέατα της πόλης στην προτίμηση (και στις φωτογραφίσεις) των τουριστών, που εκπλήσσονται από την αντιμετώπιση των ίδιων των κατοίκων: στους δρόμους βρίσκει κανείς παντού μικρές φωλιές για τα αδέσποτα γατιά και αυτοσχέδιες ταΐστρες τοποθετημένες από τους κατοίκους. Η είσοδος δεν τους απαγορεύεται, στην ουσία, πουθενά. Κανείς δεν τις διώχνει, κανείς δεν τις πειράζει. Κι εκείνες ανταποδίδουν μ’ αυτόν τον ακαταμάχητο τρόπο τους, ποζάροντας, πλησιάζοντας χωρίς φόβο και γουργουρίζοντας, επιδεικνύοντας τον πιο γοητευτικό τους εαυτό (που δεν τους είναι, εξάλλου, και τόσο δύσκολο). Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης είναι κάτι αντίστοιχο με τις ιερές αγελάδες της Ινδίας: σχεδόν ιερά ζώα.

Χαρακτηριστική είναι η παλιότερη περίπτωση του περίφημου Γκλι, ενός από τα γατιά που μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στο μουσείο της Αγίας Σοφίας, προσελκύοντας τα φλας των τουριστών, ιδίως από τότε που συναντήθηκε με τον Μπαράκ Ομπάμα κατά τη επίσημη επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη το 2009. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες του Γκλι, έχει κανείς την αλλόκοτη αίσθηση ότι ο αρχοντικός, αν και ελαφρώς αλλήθωρος, γάτος ήταν εκεί από πάντα.

Αλλά ακόμα και τα τζαμιά μοιάζουν να ανοίγουν τις πόρτες τους στις γάτες, όπως το Aziz Mahmud Hüdayi, όπου ο ιμάμης του, ο Μουσταφά Εφέ, επέτρεψε σε μια οικογένεια γατιών να βρει εκεί προστασία. Ίσως και τον Αλλάχ!

Άλλωστε, τον τόνο τον είχε δώσει από παλιά κι ο ίδιος ο Μωάμεθ, σύμφωνα με το Κοράνι: παραδίδεται ότι ο γατόφιλος Προφήτης, βλέποντας τη γάτα του να κοιμάται μακαρίως πάνω στην εσάρπα του, προτίμησε να κόψει το ύφασμα παρά να ξυπνήσει το ζώο. Εξάλλου, πάλι σύμφωνα με την παράδοση, μια γάτα τού είχε σώσει τη ζωή, όταν έδιωξε ένα δηλητηριώδες φίδι που ετοιμαζόταν να τον δαγκώσει. Ναι, οι γάτες είναι περίπου ιερές. «Αν σκοτώσεις γάτα, πρέπει να χτίσεις τζαμί για να σε συγχωρέσει ο Θεός», λένε οι Τούρκοι.

Φυσικά, υπάρχει και η εντελώς πρακτική πλευρά: οι γάτες έχουν αποτρέψει μια ακόμα άλωση της πόλης, αυτή τη φορά από τα ποντίκια.

Κάπως έτσι, και χάρη στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης προσφέρουν πλέον στην πόλη μια επιπλέον τουριστική ατραξιόν. Η καλοσύνη πάντα ανταμείβεται, όπως θα έλεγε και ο Μωάμεθ.

 

Οι πρωταγωνιστές

Bengu – Η ερωμένη

Εμφάνιση: Γκριζοκαφέ τρίχωμα με μπούκλες, τσαχπίνα, με σμαραγδένια μάτια
Φύλο: Θηλυκή
Περιοχή: Καρακόι
Απασχόληση: Σύζυγος, μητέρα, ερωμένη

Η Bengü, μια γκρίζα τάμπι που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και αγάπης πολλών αρσενικών. (Σημείωση: Στην κατηγορία Τάμπι ανήκει μια γάτα που το χρώμα της γούνας της σχηματίζει γραμμές, ρίγες, πιτσιλιές ή στριφογυριστά σχέδια και ένα Μ στο μέτωπο). Η Bengü ζει σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη εργαστήρια και τεχνίτες, που περιβάλλεται από μέταλλα, αλυσίδες και σχοινιά. Κι όσο κρύο και σκληρό είναι το περιβάλλον που ζει, τόσο απαλή και γλυκιά είναι εκείνη. Έχει κερδίσει τις καρδιές όλων των εργαζομένων στη γειτονιά, τρελαίνεται για χάδια και χουρχουρίζει μεγαλόφωνα όπου κι αν βρεθεί. Όπως πολύ σωστά δήλωσε ένας απ’ τους ανθρώπους που τη γνωρίζουν καλά, είναι πια τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, που τη θεωρούν μέλος της οικογένειάς τους.

Aslan Parcasi – Ο κυνηγός

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρος, μακρύτριχος, με κιτρινοπράσινα μάτια, ενίοτε λεκιασμένος όταν βγαίνει από την αποχέτευση
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Κυνηγός, ειδήμων στα ψάρια.
Περιοχή: Καντήλι
Χαρακτηριστικά: Κυνηγάει ποντίκια, τρώει ψάρια, αγαπά τα σημεία της πόλης που έχουν ωραία θέα, κοιμάται όλη μέρα και κυνηγάει το βράδυ.

Κατά μήκος της ακτής του Βοσπόρου υπάρχει ένα φημισμένο εστιατόριο ψαρικών που έχει έναν φύλακα, τον Aslan Parcasi που τον φωνάζουν Μικρό Λιοντάρι. Είναι ένας ασπρόμαυρος μακρύτριχος γάτος που έχει ως αποστολή να κυνηγά τα ποντίκια και τους αρουραίους, κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη εκείνων που θαυμάζουν τα κατορθώματά του. Μπορεί να μην καταφέρνει κάθε φορά να πιάσει το θήραμά του, αλλά η παρουσία του και μόνο κρατά τους αρουραίους μακριά.

Psikopat – Η ψυχοπαθής

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρη, κοντότριχη, με πράσινα μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, περπατάει με ύφος και είναι αντιδραστική
Φύλο: Θηλυκή
Απασχόληση: Ζηλιάρα νοικοκυρά, η ψυχοπαθής της γειτονιάς
Περιοχή: Σαματύα
Χαρακτηριστικά: Δεν διστάζει όταν πρόκειται για καβγά, επιθετική γενικώς, δεν «μασάει» και δεν «σηκώνει» πολλά πολλά.

Eίναι «σκληρό καρύδι». Zει σε ένα από τα παλαιότερα μέρη της πόλης και συχνά εμφανίζεται σε μια τσαγερί πίσω από μια παλιά εκκλησία. Έχει κερδίσει το σεβασμό των πωλητών της γειτονιάς, των ψαράδων, ακόμη και των αδέσποτων σκύλων. Δεν φοβάται κανέναν, έχει το πάνω χέρι στη σχέση της, κρατά τους αντιπάλους έξω από την περιοχή της και κάνει κάθε μάγκα να τη σέβεται. Είναι η «ψυχάκιας» της γειτονιάς.

Duman – Ο τζέντλεμαν

Εμφάνιση: Γκριζόασπρος με πράσινα μάτια, έχει προεξέχον στομαχάκι αλλά και αριστοκρατική κοψιά
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Τζέντλεμαν και γνώστης
Περιοχή: Νισάντασι
Χαρακτηριστικά: Χτυπά διακριτικά το τζάμι όταν πεινάει, όμως ποτέ δεν παρακαλάει ούτε μπαίνει μέσα, απαιτεί γκουρμέ γεύσεις όμως ενίοτε βουτάει και σε σκουπιδοτενεκέδες.

Ο Ντουμάν ζει σε μια από τις πιο καλαίσθητες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης και κατά κάποιον τρόπο έχει κάνει μια δική του συμφωνία με τους ιδιοκτήτες ενός πολύ φανταχτερού delicatessen. Ποτέ δεν εισβάλλει στο κατάστημα, αλλά περιμένει υπομονετικά έξω, παρακολουθώντας πότε οι σερβιτόροι θα πάρουν παραγγελία για κάποιο πιάτο, το οποίο συχνά περιλαμβάνει καπνιστά κρέατα και γκουρμέ τυριά. Χαρακτηριστικά ακουμπάει το πατουσάκι του στο παράθυρο κι αυτό είναι κάτι που κι οι πιο σοβαροί πελάτες πλέον έχουν συνηθίσει. Παρόλο που οι ιδιοκτήτες του εστιατορίου τον υπέβαλαν σε διατροφή και απέκτησε πιο κομψό σουλούπι, εκείνος δεν διστάζει να βουτάει ακόμη μέσα στους κάδους, αποδεικνύοντας πως όσο κομψή κι αν γίνει μια γάτα, παραμένει μια γάτα της γειτονιάς.

Deniz – Ο υπερ-κοινωνικός

Εμφάνιση: Γκριζόασπρος τιγρέ-τάμπι, με πράσινα μάτια, γεμάτος ενέργεια, μπρίο και νιάτα.
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Μασκότ, μπελάς
Περιοχή: Βιολογική αγορά Φερικόϊ
Χαρακτηριστικά: Νέος και νεανίζων, κοιμάται στους πάγκους της αγοράς, όπου ταλαιπωρεί εξίσου γάτες και πελάτες.

Ο Ντενίζ από μικρό γατάκι ξεχώριζε. Ήταν στην αρχή διστακτικός με τους ανθρώπους. Τώρα πια είναι η μασκότ της τοπικής βιολογικής αγοράς και απολαμβάνει με τις ώρες τα χάδια των πωλητών και των πελατών της. Συνήθως σκαρφαλώνει και χουζουρεύει επάνω στις τέντες, κοντράρει άλλες γάτες, παίζει πίσω από τους πάγκους ή κοιμάται ανάμεσα στα κουτιά του τσαγιού.

Sari – Η καταφερτζού

Εμφάνιση: Κιτρινόλευκη τιγρέ-τάμπι, με κίτρινα μάτια, ευέλικτη και μικρόσωμη
Φύλο: Θηλυκή
Περιοχή: Πύργος του Γαλατά
Χαρακτηριστικά: Δεν της καίγεται καρφί, κλέβει, ζητιανεύει, παρακαλάει, επιμένει.

Η Σάρι είναι μια κίτρινη τάμπι που ζει στον Πύργο του Γαλατά, σε ένα από τα παλαιότερα και πιο γνωστά αξιοθέατα της Πόλης. Έχει σαφή αποστολή: Νερό-Φαΐ-Επιβίωση.

Κλέβει, ζητιανεύει και βρίσκει έναν τρόπο να πάρει αυτό που χρειάζεται. Παρόλο που τη διώχνουν από τα καφέ και τα εστιατόρια της πλατείας, εκείνη έχει τους συμμάχους της. Όπως μια ιδιοκτήτρια ενός εμπορικού καταστήματος, που θαυμάζει τον επίμονο χαρακτήρα της Σάρι, και -μιας και η Σάρι έγινε μητέρα- της δίνει φαγητό για να πάει στα γατάκια της. Η Σάρι συχνά περνά πολύ χρόνο στο κατάστημα, παρακολουθώντας τους πελάτες που δοκιμάζουν ρούχα, όμως τώρα που έχει γατάκια, δεν ξεχνά την αποστολή της και σπεύδει να εξασφαλίσει τα αναγκαία για εκείνα και τον εαυτό της.

Gamsiz – Ο «παίχτης»

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρος, κοντότριχος, πρασινομάτης, γεματούλης και γλύκας
Φύλο: Αρσενικό.
Απασχόληση: Κλασικός άνδρας της γειτονιάς, φούρναρης, εραστής
Περιοχή: Σιχανγκίρ
Χαρακτηριστικά: Έχει κοφτερά νύχια, όταν περπατά γέρνει ελαφρώς στο πλάι, είναι αφεντικό στο δρόμου του.

Μην ξεγελιέστε από το μικρό προσωπάκι και το αθώο ύφος του. Είναι ένας τετραπέρατος γάτος που γνωρίζει όλους τους ανθρώπους της γειτονιάς καθώς και τι είδους τρόφιμα μπορεί ν’ αρπάξει απ’ τον καθένα τους. Είναι δυνατός και ικανότατος και διαπρέπει στην αναρρίχηση και τις μάχες. Μπορεί να σκαρφαλώσει κάθε δέντρο, να φτάσει κάθε μπαλκόνι, να κατατροπώσει κάθε αντίπαλο και να γοητεύσει κάθε άνθρωπο. Βέβαια βοηθά και το γεγονός ότι ζει στο Cihangir, τη αυθεντική γειτονιά των καλλιτεχνών, που είναι πλέον ένας παράδεισος για τις γάτες. Οι «δικοί του άνθρωποι» είναι πολλοί, αλλά απολαμβάνει ειδική μεταχείριση από έναν αρτοποιό και μια ηθοποιό, οι οποίοι τον αγαπούν εξίσου, αλλά για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.

eirini aivaliwtouΟι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») έφτασαν και στην Ελλάδα…
Περισσότερα

Ιστορία ενός σκύλου – Εμμανουήλ Ροΐδης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ως να ήτο χθεσινή ενθυμούμαι την ήδη τεσσαρακονταετή του σκύλου εκείνου ιστορίαν. Ήμην τότε μαθητής της πρώτης τάξεως του ελληνικού σχολείου εις το Ελληνοαμερικανικόν Λύκειον του μακαρίτου Χρήστου Ευαγγελίδου. Ερχόμενος εξ Ιταλίας δεν ευρέθην όσον εφοβούμην εις την Σύραν ξενιτευμένος. Πολλοί τω όντι απέμενον ακόμη εις την υμνηθείσαν υπό του Ορφανίδου ξηρόνησον Ιταλοί πατριώται εκ των φιλοξενηθέντων μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 1848. Οι Ιταλοί ήσαν οι πλείστοι ακονηταί ξυραφίων, καθαρισταί κηλίδων, συγκολληταί σπασμένων πινακίων, ανακαινισταί παλαιών υποδημάτων, διακοσμηταί των νεκρικών φερέτρων, ευνουχισταί πετεινών, υπαίθριοι τηγανισταί σμαρίδων και πάντες ανεξαιρέτως οι ζωγράφοι, λιθοξόοι, χοροδιδάσκαλοι και μουσικοί. Αι αξιώσεις των καλλιτεχνών τούτων περιωρίζοντο εις το να μη αποθάνωσι της πείνης, ο δε βίος δεν ήτο τότε όπως σήμερον ακριβώς. Αντί εικοσιπέντε τον μήνα δραχμών ηδύνατό τις να εύρη ολόκληρον μονόροφον οικίσκον εις τα Βαπόρια και ακόμη ευθηνότερον, αν είχεν αμβλείαν την όσφρησιν, παρά τα βυρσοδεψεία, και με έν μόνον σφάντζικον να χορτάση κεφτέδες, στουφάδον και καπαμά εις τα αυτοκαλούμενα «Ευρωπαϊκά ξενοδοχεία».
Ανάλογος της τοιαύτης του βίου ευθηνείας και της πληθώρας διδασκάλων ήτο των μουσικών μαθημάτων η τιμή, οι δε φιλόμουσοι πάσης κοινωνικής τάξεως Ερμουπολίται ωφελούντο της ευκαιρίας, όπως διδαχθώσιν έκαστος αντί μικράς θυσίας το όργανον της εκλογής του. Ουδέποτε ουδαμού αντήχησαν όσα τότε εις την Σύραν βιολία, φλάουτα, τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα και κλαρινέτα. Ο περιερχόμενος τας στενωπούς της πόλεως, και μάλιστα τας Κυριακάς, επνίγετο εις κύματα μελωδίας εξορμώντα εκ παντός παραθύρου. Ουδ’ ηδύνατο να καθήση εις την έδραν κουρείου ή την τράπεζαν καφενείου χωρίς να ευρεθή αντιμέτωπος πατριώτου του Μιχαήλ Αγγέλου και του Κορεγίου ζητούντος την άδειαν να εικονίση αντί τριδράχμου ‘την ευγενή και εκφραστικήν κεφαλήν του’ ή να ψοφήση ο σκύλος, ο γάτος ή ο ψιττακός του χωρίς να δεχθή αυθημερόν την επίσκεψιν του προτείνοντος να βαλσαμώση το λείψανον ‘του αξιεράστου ζώου’. Αν δε εκινδύνευε να μεταβή εις τας αιωνίους μονάς διακεκριμένον της Συριανής κοινωνίας μέλος, τότε όχι να κρυώση, αλλ’ ουδέ καν να ξεψυχήση επερίμεναν οι προσφερόμενοι να διαιωνίσωσι δια γυψίνου εκμάγματος την όψιν ‘του επιφανούς μεταστάντος’ ή να υμνήσωσι τα αλησμόνητα έργα του εις τα έγκριτα της Ιταλίας φύλλα. Αδύνατον είναι να ανακαλέσω εις την μνήμην μου τας τοιαύτας παρά την θύραν παντός ετοιμοθανάτου συνελεύσεις πειναλέων Ιταλών, χωρίς να ενθυμηθώ συγχρόνως το δημοτικόν δίστιχον·
Ωσάν κοράκοι κάθουνται τριγύρω του κραββάτου
και καρτερούν κι’ εγδέχονται το πότες θα ψοφήση.
Το δε κακόν ήτο, ότι δεν περιωρίζοντο μόνους τους νεκρούς ν’ ανυμνώσιν, αλλά και των ζώντων διέστρεφον τον νουν δια των ογκωδεστάτων εγκωμίων. Οι Λατίνοι ποιηταί εσατύρισαν ασπλάγχνως την χαμερπή κολακείαν των επί Αυγούστου πανταχόθεν συρρευσάντων εις την Ιταλίαν Γραικύλων. Τούτους όμως υπερέβησαν κατά πολύ οι εις Σύραν καταφυγόντες απόγονοι των σατυριστών. Δύσκολον ήτο να ευρεθή καθ’ όλην την νήσον αξιότιμός τις μεγαλέμπορος, καταστηματάρχης, λουκουμοποιός, τοκιστής, βυρσοδέψης, σαράφης, ή καραβοκύρης, του οποίου δεν υμνήθη πεζώς και εμμέτρως ‘l’acuto ingegno’ και ‘il raro talento’. Η δε προς τας ευγενείς αυτών κυρίας ιταλική λατρεία υπερέβαινε τα όρια του κωμικού και του πιστευτού. Μεταξύ των οικοδεσποινών τούτων υπήρχον βεβαίως καί τινες πράγματι ευπρόσωποι. Και αύται όμως έπρεπε να αρκεσθώσι δι’ έλλειψιν άλλων υπερβολικωτέρων εις τας αυτάς ομοιώσεις προς ‘άνθος λειμώνος, άγγελον, Ήραν, Ήβην ή Παναγίαν’, δια των οποίων υμνείτο και των ασχήμων η ευμορφία. Η τοιαύτη Ιταλών κολάκων επιδρομή συνετέλεσε, νομίζομεν, κατά πολύ εις την ανάπτυξιν του κυριωτάτου των τότε Συριανών ελαττώματος, της επάρσεως, του φουσκώματος, της επιδεικτικής απαγγελίας κοινών τόπων και των άλλων των νεοπλούτων γελοίων. Αλλά δια να μη φανώμεν άδικοι ή κακόγλωσσοι, σπεύδομεν να προσθέσωμεν, ότι κάπως γελοίοι ήσαν οι τότε προύχοντες της Σύρου, κατά δε τα λοιπά αγαθοί και τίμιοι άνθρωποι. Αδιστάκτως δε πιστεύομεν ότι, αν έπραττον τότε όσα έπειτα έπραξαν οι σύμβουλοι, σύνδικοι, διαχειρισταί και δήθεν πιστωταί της μακαρίτιδος ατμοπλοϊκής εταιρίας, εξάπαντος θα ελιθοβολούντο. Αλλ’ ας επανέλθωμεν ή μάλλον ας έλθωμεν εις του σκύλου την ιστορίαν.
Εξ όλων των Ιταλών αποίκων διασκεδαστικώτατος ήτο βεβαίως ο πρώην γαριβαλδινός λοχίας Γιαμβατίστας, ο προτιμήσας παντός άλλου το επάγγελμα σαλτιμπάγκου ή θαυματοποιού, το οποίον μετήρχετο επί της πλατείας, ακριβώς αντικρύ του Λυκείου, προς μεγάλην των υποτρόφων χαράν. Τον θίασον απετέλουν ο ρηθείς Γιαμβατίστας, ο δωδεκαετής υιός του Κάρλος και μεγαλόσωμος σγουρόσκυλος (barbet) φέρων το όνομα Πλούτων. Τα θαύματα του θιασάρχου, αι λαθροχειρίαι πεσσών, αι σφαιροβολίαι, αι πυραμίδες και αι καταπόσεις φλεγόντων ανθράκων ήσαν εκ των συνηθεστάτων, και έτι κοινότερα του υιού αυτού τα ‘θανάσιμα πηδήματα’ (salti mortali), ο χορός μεταξύ αυγών και αι εξαρθρώσεις. Πολύ μάλλον τούτων είλκυε την περιέργειαν και τα πεντάλεπτα των Συριανών ο σκύλος, ζητοκραυγάζων ή μάλλον ζητογαβγίζων υπέρ του Γαριβάλδη, ήτοι προ πασσάλου ενδυθέντος κόκκινον χιτώνα, ή ορμών να σπαράξη τον Ιησουίτην ή τον Ραδέσκην, τον αυτόν δηλ. πάσσαλον φέροντα μαύρον ράσσον ή ασπρόχρυσον στολήν και πίλον πτερωτόν Αυστριακού στρατάρχου. Ακόμη νοστιμώτερος ήτο όταν όρθιος επί της τραπέζης και έχων επί κεφαλής αρχιερατικόν διάδημα εκ χρυσοχάρτου, εμιμείτο τον πάπαν Πίον Νόννον, ευλογών δια των εμπροσθίων ποδών του τα πλήθη των πιστών, και εξ ίσου διέπρεπεν εις την λεγομένην ‘Κρίσιν του Πάριδος’, απονέμων αλανθάστως το μήλον ή μάλλον πορτοκάλιον εις την ωραιοτέραν εκ των προσαγομένων πλύστραν ή παραμάνναν.
Όπως οι λόγιοι συμπατριώται του μετέβαλλον εις τους στίχους των τας Συριανάς κυρίας εις αγγέλους και Ήβας, ούτω και εκείνος δια της απονομής του άθλου ανηγόρευε λαϊκάς Αφροδίτας. Αλλά προ πάντων αλησμόνητος ήτο όταν, βαδίζων επί των οπισθίων ποδών και κρατών μεταξύ των οδόντων μικρόν δίσκον, περιήρχετο μετά το τέλος της παραστάσεως τας τάξεις των θεατών ταπεινώς υποκλινόμενος προ εκάστου και έπειτα προσηλώνων επ’ αυτού ανεκφράστου γλυκύτητος επαιτικόν βλέμμα. Κάλλιστα δε γνωρίζων πόσον υπό των μαθητών ηγαπάτο, ευθύς μετά την περιφοράν του δίσκου εις την πλατείαν, εισώρμα εις το Λύκειον, εύθυμος και θορυβώδης αν διεσκεδάζομεν εις την αυλήν ή τους διαδρόμους, άφωνος, αιδήμων και συνεσταλμένος, αν ευρισκόμεθα εις των παραδόσεων τας αιθούσας.
Ημέραν εν τούτοις τινά ο διδάσκαλος της Κατηχήσεως, ο τότε απλούς ιερεύς και έπειτα επίσκοπος Χαλκίδος αοίδιμος Δαβίδ Μολοχάδης, μη γνωρίζων τον εισερχόμενον ήγειρε την ράβδον του να τον αποδιώξη. Αλλά πριν η ράβδος καταπέση, συνηντήθησαν του καλού ιερέως και του καλού σκύλου οι οφθαλμοί και αποτέλεσμα της συναντήσεως εκείνης ήσαν η απόθεσις της ράβδου και η προσθήκη πενταλέπτου εις τον έρανον των μαθητών[1]. Ούτοι διεσκέδαζον ενίοτε υποβάλλοντες την ακεραιότητα του Πλούτωνος εις δεινήν αληθώς δοκιμασίαν. Αντί χαλκίνου κέρματος εις τον δίσκον επρόσφερον εις αυτόν κατά γης τεμάχιον άρτου, κουλούραν ή και κατημέρι. Αλλ’ εις ποίον άρα ανήκε το ούτω προσφερόμενον, εις τον θίασον ως τα πεντάλεπτα εταιρικώς, ή τον εισπράκτορα προσωπικώς; Τούτο ήτο τουλάχιστον αμφίβολον. Το τίμιον όμως τετράποδον, αντί να λύση αυθαιρέτως το ζήτημα υπέρ εαυτού, καταβροχθίζον το προσφερόμενον, έθετε κατά γης τον δίσκον, επρόσθετεν εις τα νομίσματα την εις είδος προσφοράν, ελάμβανε και πάλιν εις το στόμα τον δίσκον, και έτρεχε να παραδώση ακέραιον το περιεχόμενον αυτού εις τους κυρίους του. Η τοιαύτη διαγωγή ήτο τόσον μάλλον αξιοθαύμαστος, καθ’ όσον ουδεμία υπήρχε βεβαιότης, ότι θα ημείβετο λαμβάνον όλα τα φαγώσιμα. Οι θαυματοποιοί υπερηγάπων βεβαίως τον σκύλον των, αλλά και δεν έτρωγαν ή τουλάχιστον δεν εχόρταιναν οι ίδιοι καθ’ ημέραν.
Υπήρχον εν τούτοις καί τινες κατ’ έτος ημέραι, κατά τας οποίας όχι μόνον έτρωγαν αλλά και έπιναν οι Ιταλοί μέχρι κόρου, πανηγυρίζοντες δια συμποσίου την επέτειον επαναστατικού τινος κατορθώματος. Αφθόνως τότε έρρεεν ο οίνος της Σαντορίνης, ο μόνος εκ των ελληνικών ενθυμίζων εις τους εξορίστους της πατρίδος των το γλυκύ ‘δάκρυον του Χριστού’ ή το βαρύ νέκταρ της Μαρσάλας. Εκ τοιαύτης επιστρέφων ημέραν τινά υπερεύθυμος ευωχίας απεδύθη εις την συνήθη επί της πλατείας παράστασιν ο Γιαμβατίστας, και κατά κακήν του τύχην δεν παρέλειψε την πυραμίδα. Αύτη αποτελείται, ως πάντες γνωρίζουσιν, εκ στιβάδος παντοίων αλλεπαλλήλων σκευών, τραπεζίων, καθισμάτων, βαρελίων, σταμνίων και φιαλών και την επί της κορυφής πάντων τούτων ανύψωσιν ως αγάλματος του θαυματοποιού. Των πυραμίδων τούτων η στερεότης δεν είναι ακριβώς όση και η των αιγυπτιακών, και πολλή απαιτείται παρά του αναβάτου ασφάλεια πατήματος και προσοχή προς διατήρησιν της ασταθούς αυτού ισορροπίας. Ταύτην καθίστανον την ημέραν εκείνην οι ατμοί του θηραϊκού οίνου έτι ασταθεστέραν. Και κατώρθωσε μεν ο Γιαμβατίστας ν’ ακινητήση επί τινας στιγμάς επί του υψηλού αυτού βάθρου, αλλ’ αίφνης, ενώ εσταύρωσεν επί του στήθους τας χείρας προς απομίμησιν του Βοναπάρτε, το όλον οικοδόμημα εσείσθη και κατέπεσε μετά φοβερού πατάγου, του οποίου υπερείχεν ο οξύτερος ήχος των συντριβομένων υαλίων. Οι θεαταί επίστευσαν κατ’ αρχάς ότι περιείχετο και ο σεισμός ούτος εις το πρόγραμμα της παραστάσεως. Η ζημία δυστυχώς ήτο πραγματική και πολύ ανωτέρα της εν αρχή υπολογισθείσης. Πλην των σταμνίων και των φιαλών είχον σπάσει κατά την πτώσιν και αμφότερα τα οστά της κνήμης του δυστυχούς σχοινοβάτου, τον οποίον θέσαντες οι προσδραμόντες κλητήρες εντός φορείου μετεκόμισαν εις το νοσοκομείον, ακολουθούμενον υπό του οδυρομένου Κάρλου και του Πλούτωνος, του οποίου δεν εφαίνετο μικροτέρα η άφωνος λύπη. Ο τότε αρχίατρος του Συριανού νοσοκομείου ήτο όχι μόνον καλός χειρουργός, αλλά και κάλλιστος άνθρωπος. Ευσπλαγχνισθείς τους αθλίους εκείνους, εφιλοξένησε πλην του παθόντος εις το κατάστημα τον υιόν του και τον σκύλον.
Το διπλούν κάταγμα του θαυματοποιού απεδείχθη ανεπίδεκτον συγκολλήσεως και επεβάλλετο αναποδράστως της κνήμης η αποκοπή. Ο αιθήρ, το χλωροφόρμιον και αυτή η δια του ψύχους τοπική αναισθησία δεν ήσαν ακόμη συνήθη εν Σύρω κατά την εποχήν εκείνην, ο δε παθών έπρεπε να υπομείνει αμείωτον της εγχειρήσεως την οδύνην. Πριν ή προβή εις ταύτην, διέταξεν ο ιατρός εκ φόβου συγκινήσεως την απομάκρυνσιν του υιού του ακρωτηριαζομένου, κατά παράκλησιν όμως αυτού έστερξε να μείνη ο σκύλος. Ο σχοινοβάτης περιβαλών δια του βραχίονος την ουλότριχα κεφαλήν του πιστού συντρόφου του, εστήριζεν αυτήν εις την ιδικήν του, και ευθύς έπειτα ήρχισε της μαχαίρας και του πρίονος η εργασία.
Οι εκ της οξύτητος του πόνου στεναγμοί του ακρωτηριαζομένου ηρέθιζον τον Πλούτωνα, μη δυνάμενον να μαντεύση δια τίνα λόγον εβασάνιζαν τον αυθέντην του τόσον σκληρώς. Ότε δε κατά το τέλος της εγχειρήσεως ελιποθύμισεν ούτος εκ της αφθόνου του αίματος ροής, απομείνας ο σκύλος ελεύθερος ώρμησε να τον εκδικήση, δαγκάνων τον γυμνόν βραχίονα του χειρουργού. Αλλ’ ούτος ήτο, ως είπομεν, αγαθώτατος άνθρωπος. Αντί να θυμώση έσπευσε να αναχαιτίση τους προς επίδειξιν ζήλου κακοποιούντας τον Πλούτωνα νοσοκόμους, διατάξας ν’ αφεθή ανενόχλητος παρά την κλίνην του κυρίου του.
Εις την αυτήν του νοσοκομείου αίθουσαν έτυχε να παραμένη προς τελείαν ανάρρωσιν και άλλος Ιταλός, πλανόδιος εκριζωτής οδόντων και πωλητής μαγικών φίλτρων, μετερχόμενος το εμπόριόν του εις τα χωρία όπου ευκολωτέρα ήτο η εύρεσις αγοραστών πανακείας και αγαποχόρτου. Ο αγύρτης ούτος, κάλλιστα γνωρίζων την δεκαροσυλλεκτικήν του Πλούτωνος ικανότητα, εσκέφθη εν τω πλήθει της ασυνειδησίας του να στερήση της μόνης του παρηγορίας τον ηκρωτηριασμένον αυτού συμπατριώτην. Ωφελούμενος εκ της απουσίας του νέου Κάρλου, τοποθετηθέντος δια συστάσεως του ιατρού εις ικανώς απέχον βαφείον, ησχολήθη δια παντοίων περιποιήσεων να ελκύση του σκύλου την εμπιστοσύνην, την δε ημέραν της εξόδου του εκ του νοσοκομείου κατώρθωσε να προπεμφθή παρ’ αυτού μέχρι της άκρας της οδού. Εκεί όμως επέμεινεν ο Πλούτων να τον αποχαιρετήση, ούτε δια θωπειών, ούτω δια της επιδείξεως ορεκτικού αλλάντος πειθόμενος να προβή περαιτέρω. Αποτυχούσης της αποπείρας διαφθοράς, ηναγκάσθη ο άρπαξ να καταφύγη εις την χρήσιν σχοινίου, δια του οποίου παρέσυρε το ταλαίπωρον ζώον, οτέ μεν θορυβωδώς διαμαρτυρόμενον, οτέ δε κινδυνεύον δια της αντιστάσεως αυτού να πνιγή. Καθ’ οδόν έτυχε να συναντήση νοσοκόμον, εις τον οποίον διηγήθη ότι αγοράσας παρά του κυρίου του τον σκύλον, είχε δικαίωμα να τον συμπαραλάβη και άκοντα εις τα Χρούσα.
Η εκ της στερήσεως του συντρόφου του λύπη και η εκ της πρώην κακής διαίτης δυσκρασία τοσούτον εδείνωσαν την κατάστασιν του δυστυχούς θαυματοποιού, ώστε ερχόμενος πρωίαν τινά ο υιός του να τον επισκεφθή εύρε την κλίνην κενήν και τον πατέρα του εντός φερέτρου έτοιμον προς μετακόμισιν εις την τελευταίαν του κατοικίαν.
Οκτώ μετά την απαγωγήν του ημέρας και δύο ώρας μετά την εκφοράν του νεκρού ο Πλούτων, όστις είχε κατορθώσει να δραπετεύση από τα Χρούσα, έξεεν επιμόνως την εξώθυραν του νοσοκομείου. Ταύτην ήνοιξε δυστυχώς εις αυτόν αντί του θυρωρού τελειόφοιτος της ιατρικής σχολής, προσληφθείς ως βοηθός του χειρουργού. Ο αποτρόπαιος εκείνος άνθρωπος ησχολείτο προς διαβόησιν του ονόματός του εις πειράματα ζωντοτομίας, της συνισταμένης, ως γνωστόν, εις την αντί πτώματος ανατομήν ζωντανού θύματος προς επισκόπησιν της λειτουργίας των εσωτερικών του οργάνων, της κινήσεως των μυώνων και των αποτελεσμάτων της τομής του νεύρου ή της εξαιρέσεως εγκεφαλικού λοβού. Αι θηριωδίαι αύται ενδέχεται μεν να ήναι χρήσιμοι εις τους σπουδαστάς, αλλ’ εξ αρχής επροκάλεσαν και εξακολουθούσι προκαλούσαι την αγανάκτησιν και τας διαμαρτυρήσεις πάντων των εχόντων σπλάγχνα.
Η θέα του καλού εκείνου ζώου, ασθμαίνοντος εκ του μακρού δρόμου, του σείοντος την ουράν και με ανθρώπινον βλέμμα ικετεύοντος να του ανοιχθή η θύρα της αιθούσης, όπου υπέθετεν ακόμη ευρισκόμενον τον αυθέντην του, δεν ίσχυσε να μαλάξη την λιθίνην του ζωοτόμου καρδίαν. Συλλαβών τον ανύποπτον Πλούτωνα και δέσας αυτόν επί της ανατομικής τραπέζης, ήρχισε να κρεουργή τας σάρκας του ανηλεώς. Ενώ εις τοιαύτην παρεδίδετο διασκέδασιν, επέστρεφεν ο Κάρλος εις το νοσοκομείον προς παραλαβήν της πενιχράς πατρικής κληρονομίας, ήτοι δέματος θεατρικών ενδυμάτων. Ο εκ της μαχαίρας πόνος και η αίσθησις της προσεγγίσεως του νεαρού κυρίου του μετέδωκαν εις τον Πλούτωνα δυνάμεις ικανάς να συντρίψη τα δεσμά του και να προβάλη κάτωθεν της θύρας τον δασύμαλλον αυτού πόδα καταιματωμένον. Σπαραξικάρδια αντήχησε τότε η δυωδία του προς της κλειστής θύρας κλαίοντος παιδίου και του όπισθεν αυτής γοερώς υλακτούντος σκύλου. Ο θόρυβος εκείνος προσείλκυσε τον ιατρόν, εις του οποίου το βροντοφώνημα ηναγκάσθη ο ζωοτόμος να υπακούση, ανοίγων την θύραν. Ο Πλούτων εχύθη εις τας αγκάλας του ορφανού, ο δε ιατρός επέδειξε και πάλιν την αγαθότητα της ψυχής του, δις πτύσας εις το πρόσωπον του βδελυρού δημίου και έπειτα περιδέσας μετά πάσης επιμελείας τας χαινούσας του θύματος πληγάς, εις το οποίον διέταξε να προσφέρωσι πινάκιον γάλακτος και να το αφήσωσιν έπειτα να ησυχάση.
Αδύνατον όμως ήτο να εύρη ο Πλούτων ησυχίαν προ της ανευρέσεως και του πρεσβυτέρου του κυρίου. Ευθύς ως έμεινε μόνος, ωρθώθη επί των κλονουμένων ποδών του και έσπευσεν εις το θεραπευτήριον και εκείθεν εις την μικράν υπόστεγον αυλήν, όπου απεθέτοντο μέχρι της εκφοράς των οι αποθανόντες. Οδηγόν έχων την αλάνθαστον ρίνα του και οτέ μεν την γην, οτέ δε τον άνεμον οσφραινόμενος κατώρθωσε ν’ ανεύρη και να ακολουθήση την οδόν προς το νεκροταφείον. Η ελεεινή εν τούτοις και αλλόκοτος όψις του τυλιγμένου εις αιμοβαφή πανία εκείνου σκύλου εκίνει την περιέργειαν των διαβατών και εξήγειρε την ασυνείδητον παιδικήν ωμότητα των αγυιοπαίδων, οίτινες έτρεχον κατόπιν αυτού κραυγάζοντες και λιθοβολούντες. Την ώραν εκείνην εξελθόντες οι μαθηταί του Λυκείου εις τον συνήθη εσπερινόν περίπατον ανήρχοντο εν στρατιωτική παρατάξει τον ανήφορον της Άνω Σύρου. Αι τάξεις διεσπάσθησαν αμέσως και πάντες ετρέξαμεν εις βοήθειαν του κινδυνεύοντος φίλου μας, ενώ επρόβαλε πνευστιών ο Κάρλος εξ άλλης οδού. Αλλ’ ήτο πλέον αργά. Ο Πλούτων, του οποίου εξήντλησαν τας τελευταίας δυνάμεις η ορμή του δρόμου, ο τρόμος και οι λιθοβολισμοί, κατέπεσε πλησίον της πύλης του νεκροταφείου, μόλις προφθάσας να γλείψη τας χείρας του παιδίου πριν ή εκπνεύση προ των γονάτων του.
Συλλέξαντες δι’ εράνου τρεις δραχμάς κατεπείσαμεν δι’ αυτών τον νεκροθάπτην ν’ αποθέση το λείψανον του Πλούτωνος εις λάκκον σκαφέντα πλησίον του νεκροταφείου, αφού αδύνατον ήτο να ταφή εντός αυτού δια τον λόγον ότι είχε τέσσαρας πόδας. Πολλάκις έκτοτε αναγινώσκων όσα γράφονται περί μελλούσης ζωής έτυχε να σκεφθώ ότι, αν αληθεύη η γνώμη των πιστευόντων ότι δεν επιζή εις το σώμα πάσα ψυχή, αλλά μόνη η πίστις, η αφοσίωσις, η αυταπάρνησις και η αγάπη βραβεύονται εις τας αιωνίους μονάς, πολύ πιθανώτερον παρά πολλών μεταστάντων γνωρίμων φίλων μου είναι να ευρίσκεται εκεί η ψυχή του καλού εκείνου σκύλου.

[1]O διευθυντής του Λυκείου επέβαλλε κατ’ αμερικανικόν σύστημα εις τους γονείς να χορηγώσι κατά μήνα ανά πέντε δραχμάς εις τους μικρούς και δέκα εις τους μεγάλους υποτρόφους, δια να συνηθίζωσιν ενωρίς εις την διαχείρισιν χρημάτων. Εις ουδένα όμως επετρέπετο η παροχή ανωτέρου ποσού προς αποφυγήν πλουτοκρατικών διακρίσεων.

Πίνακας: Johann Christoph Rincklake (1764–1813)

eirini aivaliwtouΙστορία ενός σκύλου – Εμμανουήλ Ροΐδης
Περισσότερα