Guest Friends

Μη-χειρουργική μέθοδος για την απώλεια τοπικού πάχους. Άρθρο της Δρ. Έβελυν Στεφανάκη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Vanquish – H τελευταία μη-επεμβατική, μη-χειρουργική μέθοδος για την απώλεια τοπικού πάχους

Γράφει η Δρ. Έβελυν Στεφανάκη MD., Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος, Δερματοχειρουργός, Ειδικ. Νοσ. Ανδρέας Συγγρός, Clinical Fellow Royal Free Hospital, London, UK

Οι μη-επεμβατικές μέθοδοι για τη σμίλευση του σώματος είναι μια κατηγορία αισθητικών μεθόδων που συνεχώς εξαπλώνεται. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σειρά τεχνολογιών που υπόσχονται την πήξη ή την καταστροφή των λιποκυττάρων.

Το Vanquish είναι μία βραβευμένη πολυπολική συσκευή ραδιοσυχνότητας για τη σμίλευση του ιδανικού περιγράμματος σώματος. Είναι μια πολύ ασφαλής μέθοδος για αυτούς που θέλουν να επανακτήσουν τον έλεγχο του κορμού του σώματός τους και να βελτιώσουν τις προβληματικές περιοχές που απέτυχαν να περιορίσουν η άσκηση και η δίαιτα. Βελτιώνει επίσης και το δέρμα.

Ο μηχανισμός δράσης της είναι η επιλεκτική καταστροφή του λιπώδους ιστού, χωρίς να επηρεάζει τους υπόλοιπους ιστούς όπως το δέρμα και τους μύες.

Τα αποτελέσματα των πιλοτικών ερευνών έγιναν τον Ιούλιο του 2013 στην Αμερική σε επιλεγμένα δερματολογικά κέντρα. Το πρωτόκολλο εφαρμόστηκε για 3 μήνες και τα αρχικά αποτελέσματα ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Από τότε το Vanquish τυγχάνει τεράστιας αποδοχής και ηθοποιοί όπως η Kate Hudson έχουν γίνει πρέσβυρές του.

Το Vanquish δεν έρχεται σε επαφή με το δέρμα καθώς επικάθεται πάνω από την επιφάνεια του σώματος καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλους τους φαινότυπους δέρματος.

Πολλαπλές δημοσιευμένες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι για τη σμίλευση του σώματος χρειάζεται η απόπτωση των λιποκυττάρων. Αυτό επιτυγχάνεται στους 44 βαθμούς Κελσίου. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της διαδικασίας βασίζεται στις διαφορετικές ηλεκτρικές αντιστάσεις των διαφορετικών ιστών.

Το Vanquish αυτόματα βρίσκει τη συχνότητα για να ταιριάξει και να στοχοποιήσει τη θερμική του ενέργεια στη αντίσταση του λιπώδη ιστού. Η θερμοκρασία του λίπους ανέρχεται στα επίπεδα της απόπτωσης ενώ οι περιβάλλοντες ιστοί παραμένουν προστατευμένοι.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι η επιλεκτική καταστροφή του λίπους και η ορατή μείωση σε εκατοστά γύρω από τη μέση και τους γλουτούς μέσα στις εβδομάδες που ακολουθούν μετά τη θεραπεία. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά. Η μέση απώλεια λίπους σε αυτά τα σημεία είναι 5 εκατοστά σε κάθε συνεδρία.

Η θεραπεία Vanquish είναι εύκολη, ασφαλής και καθόλου επώδυνη. Δεν χρειάζεται καμία διακοπή των φυσιολογικών δραστηριοτήτων μετά τη θεραπεία.

Συνιστώνται 5 θεραπείες για την κοιλιά και τη μέση και 6 θεραπείες για τους γλουτούς.Οι συνεδρίες είναι μία φορά την εβδομάδα και η διάρκεια της κάθε θεραπείας είναι 30-45 λεπτά.

Είναι πολύ σημαντική η σωστή πρόσληψη υγρών πριν από τη διαδικασία. Το νερό βοηθά στην πιο εύκολη ταυτοποίηση του λίπους και τη σωστή ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται.

Αντενδείξεις αποτελούν η εγκυμοσύνη, ο θηλασμός και τα μεταλλικά εμφυτεύματα στο σώμα.

Το Vanquish είναι η καταλληλότερη επιλογή γι’ αυτούς που επιθυμούν αισθητική βελτίωση χωρίς το κόστος και τον χρόνο ανάρρωσης μίας επέμβασης.

eirini aivaliwtouΜη-χειρουργική μέθοδος για την απώλεια τοπικού πάχους. Άρθρο της Δρ. Έβελυν Στεφανάκη
Περισσότερα

Ένα κείμενο του Κωστή Καλλιβρετάκη για την καύση των νεκρών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κάποτε θα πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά για τη βαθιά ασέβεια της χριστιανικής κοινωνίας απέναντι στους άθεους. Το ότι και λόγω της στάσης των πολλών που δηλώνουν «ναι μεν αλλά» άθεοι ή «έλα μωρέ τώρα» άθεοι, η ελληνορθόδοξη κοινωνία συνεχίζει και όχι μόνο στον πυρήνα της, να θεωρεί την Αθεΐα «προσωρινό παραστράτημα», «παιδικά νάζια», «ασόβαρη αντίληψη» και το χειρότερο, μια άποψη που «θα σου πω εγώ εκείνη την ώρα, την τελευταία, που θα μετανιώσεις και θα ξεχάσεις τις βλακείες που λες τώρα». (Έχω δει ανθρώπους να σβήνουν και πιστέψτε με δε δείλιασαν ούτε στιγμή). Και ναι, οι θρησκευόμενοι που για να στηρίξουν την πίστη τους παραμερίζουν την κοινή λογική, κάνουν νουθεσίες για «αφελείς παιδικές απόψεις».
(Αλλά το θέμα πίσω από την πίστη είναι και αυτή η χωρίς όρους στήριξη του αποδεδειγμένα πλουτοθηρικού και καταστροφικού σε κάθε επίπεδο κλήρου, της εκκλησίας. Γιατί ακόμα και αυτοί που λένε πως απλά πιστεύουν, είναι εκεί τελικά να στηρίζουν ακόμα και υλικά τους «εκπροσώπους»).
Επιστρέφοντας όμως στο θέμα της ασέβειας απέναντι σ’ αυτή τη «μόδα της εποχής», την Αθεΐα, είναι ξεδιάντροπο μια κοινωνία που κάνει αναλύσεις επί αναλύσεων από το σχολείο ακόμα, περί σεβασμού νεκρών – «Αντιγόνη» – και μιλά για ελευθερία και ανεξιθρησκεία, όταν έρθει η τελευταία ώρα ξαφνικά βλέπεις έναν άνθρωπο που πάλευε όλη του τη ζωή απέναντι στο παράλογο να κηδεύεται με ταφή, εικονίτσες και όλα τα στολίδια που αρμόζουν σε λατέρνα κανονικά και ο ίδιος θα ξερνούσε αν μπορούσε να ξυπνήσει, από την αισθητική του όλου. Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι που νομικά ορίζονται ως οι πιο «κοντινοί», είτε δεν γνώριζαν τίποτα -που αυτόματα αυτό αναιρεί το «κοντινοί»- ή προσπέρασαν τη σαφώς δηλωμένη του επιθυμία για αποτέφρωση, ως κάτι «μη αποδεκτό» και προτίμησαν μια κηδεία που θα τους κάνει αυτούς να νιώσουν εντάξει απέναντι στην κοινωνία που τους παρατηρεί. Η φράση «τι σημασία έχει, αυτός δεν είναι πια εδώ», είναι μια φράση κατανοητή μες τον πόνο αλλά ταυτόχρονα βαθύτατα ασεβής και μαζί απρόσμενη από χείλη θρησκευόμενων αφού σαφέστατα υποδηλώνει πως έχει επέλθει το οριστικό Τέλος. Εγώ προσωπικά ως άθεος συμφωνώ για το οριστικό Τέλος αλλά από την άλλη τιμώ το Νεκρό. Όλοι τον τιμούμε. Αλλιώς θα πετούσαμε το σώμα σε ένα χωράφι να το φάνε τα κοράκια. (Που παρεμπιπτόντως είναι ο τρόπος που τιμούν τους νεκρούς οι Πάρσοι, ινδική σέχτα).
Όταν λοιπόν αποχαιρετούμε κάποιον σεβόμαστε αυτό που ήταν. Το Είναι του. Και αυτό αποχαιρετούμε. Τη ζωή του, τα πιστεύω του. Την κηδεία την κάνουμε για να αναφερθούμε σ’ αυτόν, τόσοι πολλοί μαζί, για τελευταία φορά. Η στιγμή της ομαδικής μνήμης. Και μέσω αυτού έρχεται η λύτρωση, για μας, του πόνου.
Σεβασμός στον εκλιπόντα σημαίνει σεβασμός σ’ αυτό που υπήρξε, στην αισθητική του και τα πιστεύω του.

Και αφού το fb πλέον αποτελεί την πιο μόνιμη, γραπτή απόδειξη των επιθυμιών, γράφω εδώ για το μέλλον, προστατεύοντας την τιμή μου και την υπόληψή μου από οποιουσδήποτε που θα θελήσουν να κάνουν κάτι που δε συνάδει με τις πεποιθήσεις μου, πως:
ΑΠΑΙΤΩ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΙΦΝΙΔΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ.
Είστε ελεύθεροι να παρτάρετε μετά και να πετάξετε τις στάχτες μου σε όποιο νησί του Aιγαίου θέλετε, η δική μου προτίμηση θα ήταν από ένα μικρό βραχάκι που υπάρχει μέσα στον κόλπο του Βλυχού, στην Ύδρα.
*είναι και κοντά για να μην ξοδεύεστε.
** μη μου γράψει κανείς για την ασέβεια του Ισλάμ ή άλλων θρησκειών απέναντι στους άθεους. Βάλτε το κεφάλι σας να δουλέψει υπερωρία λίγο.

  • O Κωστής Καλλιβρετάκης είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης και χημικός.
  • Το κείμενο αναρτήθηκε στη σελίδα του στο F/B

 

  • Φωτογραφία: Παναγιώτης Πασχαλίδης. Από την παράσταση «Lebensraum» του Θανάση Τριαρίδη σε σκηνοθεσία Έλενας Σωκράτους με τους Κωστή Καλλιβρετάκη και Κωνσταντίνο Γεράκη (Θέατρο Θησείον – ένα θέατρο για τις τέχνες).
eirini aivaliwtouΈνα κείμενο του Κωστή Καλλιβρετάκη για την καύση των νεκρών
Περισσότερα

Τα γατιά μας είναι κάτι ανάμεσα στα παιδιά μας και τον έρωτά μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Σουζάνα Ντεζούκι

(Αναδημοσίευση από pillow fights)

Στο σπίτι μας έχουμε μια τριχωτή θεότητα που μας φιλοξενεί, τη γάτα μας. Αυτό το «τριχωτό παράπονο» που όλο νιαουρίζει και μπλέκεται στα πόδια μας, το μικρό μου «τέρας», όπως συχνά το αποκαλώ. Αυτός ο μαλλιαρός μπελάς ήταν έρωτας απ’ την πρώτη ματιά· πριν καλά καλά κάνει το πρώτο του «νιάου», με είχε κερδίσει με έναν τρόπο που μόνο μια γάτα μπορεί. Όσοι από εσάς έχετε βιώσει αυτό το συναίσθημα, αντιλαμβάνεστε πλήρως σε τι αναφέρομαι. Πρόκειται γι’ αυτή τη συμπυκνωμένη χαριτωμενιά σε ένα τόσο δα πλασματάκι που κάνει τις κόρες των ματιών σου να διαστέλλονται λες και μόλις «κουμπώθηκες» με καθαρή ενδορφίνη.

Cat persons όλου του κόσμου, ενωθείτε. Θα μιλήσουμε για τα δικά μας «παιδιά» που μπορεί να μη λένε «μαμά» ή «μπαμπά», αλλά σε κοιτούν κατάματα και με ένα νιαούρισμα ή γουργούρισμα σου έχουν πει τις πιο όμορφες κουβέντες. Μπορεί κάποιοι να μας κοιτούν λοξά γι’ αυτόν τον έρωτα, θεωρώντας πως οι γάτες δεν είναι αρκούντως στοργικά ή «πιστά» ζώα, αλλά δε μας νοιάζει καθόλου γιατί εμείς βιώνουμε την αγάπη αυτού του πλάσματος στο εκατό τοις εκατό και ξέρουμε καλύτερα. Άλλωστε, αν δεν ήταν τόσο αξιολάτρευτα θα αφιέρωνε ο κόσμος τόσο χρόνο στο Ίντερνετ να χαζεύει βιντεάκια κι εικόνες με γάτες; Δε νομίζω!

Διότι μια γάτα μπορεί να μη σου γλείψει τα χέρια όπως ένας σκύλος, αλλά θα κουλουριαστεί στα πόδια σου και θα σου τραγουδήσει με το γουργούρισμά της τη μελωδία της στοργής. Θα σου τριφτεί σαν να σε χαϊδεύει με όλη της την ύπαρξη και θα νιώθεις και τυχερός που σε διάλεξε. Γιατί έτσι κάνουν, ρε. Αυτές σε διαλέγουν. Τι νόμιζες; Σου κάνουν την τιμή να βρίσκονται κοντά σου και να είσαι εσύ ο άνθρωπός τους και πραγματικά, αυτή η μορφή αγάπης είναι στόχος για πολλές σχέσεις, φιλικές ή ερωτικές. Σε διαλέγει κάθε μέρα, σου επιτρέπει να χαϊδέψεις την υπέροχη γούνα της και μάλιστα το απολαμβάνει! Πόση επιβεβαίωση μπορεί να σου δώσει ένα τόσο ανεξάρτητο ζώο!

Εντάξει, έχει και τις δυσκολίες του, δε λέω. Όσο και να καμαρώνεις ότι έχεις σπίτι σου έναν «δολοφόνο εντόμων», ακόμα κι αν έχεις εκμεταλλευτεί αυτό το ταλέντο πετώντας την πάνω σε κάποια κατσαρίδα-εισβολέα γιατί εσύ φοβάσαι να τη σκοτώσεις -όχι εγώ, μια φίλη-, όταν θα σου φέρει το θήραμά της στο κρεβάτι σου η χαρά σου θα γίνει απόγνωση. Φήμες λένε, μάλιστα, πως κατά αυτόν τον τρόπο σε προειδοποιεί πως αν δεν της δώσεις κονσέρβα θα είσαι ο επόμενος ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως το κάνει γιατί στα μάτια της είσαι άχρηστος κυνηγός και στο φέρνει ως ένδειξη αγάπης, σαν δώρο. Όπως και να ‘χει, δώσε εκεί μια κονσέρβα να ‘σαι καλυμμένος!

Έπειτα είναι κι αυτό το θέμα με τον ύπνο. Μπορεί να κοιμάται 16 ώρες την ημέρα αλλά, όχι, θα θέλει χάδια όταν θα έχεις κοιμηθεί ή θα αποφασίσει πως ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις, άσχετα αν είναι αξημέρωτα και δε συνηθίζεις να σηκώνεσαι τέτοια ώρα. Εναλλακτικά, θα αποφασίσει μέσα στην άγρια νύχτα να παίξει κυνηγητό με το τίποτα και τον κανένα. Ησυχία πάντως δε θα έχει, όσο και να το προσεύχεσαι. Αυτό είναι το γνωστό και ως «γατητήρι» το οποίο δε διαθέτει snooze για να το πατήσεις και να κοιμηθείς λίγο ακόμα, αλλά επιβάλει το εγερτήριο. Τώρα, αν εσύ πρέπει μετά να πας για δουλειά κι εκείνη αράζει στο κρεβάτι σου είναι μια μικρή κι ασήμαντη λεπτομέρεια, τουλάχιστον για εκείνη.

Τελευταίο άφησα το δράμα της λεκάνης με την άμμο. Είναι μια απελπισία να το καθαρίσεις αλλά δε γίνεται κι αλλιώς. Σχεδόν καθημερινά φτυαρίζεις κι ανά τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να την αλλάξεις. Το πιο σπαστικό βέβαια είναι ότι ποτέ μα ποτέ, δε μένει η άμμος μέσα στη λεκάνη. Δευτερόλεπτα αφού την καθαρίσεις θα περάσει ο «γατο-εκσκαφέας» κι αφού πετάξει έξω τη μισή άμμο, θα την εγκαινιάσει. Κι όχι, δε χαίρεσαι και τόσο που λειτουργεί το εντεράκι της, ιδίως αν προηγήθηκε δείπνο με κονσέρβα.

Κακά τα ψέματα, τα σπίτια μας δε θα ήταν ίδια χωρίς τα χνουδωτά μας παιδιά. Βασικά, δε θα ήταν το σπίτι μας αλλά ένας χώρος να διαμένουμε. Μαζί τους, το σπίτι γίνεται πιο ζεστό κι εμείς γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι, πιο υποχωρητικοί, πιο ήρεμοι, πιο ευαίσθητοι κι ευαισθητοποιημένοι ενώ, σύμφωνα με έρευνες, οι άνθρωποι που επιλέγουν τη γάτα ως κατοικίδιο είναι πιο ευφυείς, πιο εκλεπτυσμένοι κι αντισυμβατικοί. Ας λένε αυτοί που δε γουστάρουν τις γάτες ό,τι θέλουν! Έτσι είναι ο έρωτας, τον νιώθεις εσύ και το έτερον ήμισυ, όπως ακριβώς και στη σχέση με μια γάτα.

Makoto Muramatsu

Συντάκτης: Σουζάνα Ντεζούκι
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή: www.pillowfights.gr/

http://www.pillowfights.gr/pillowfighter/susan-dezouki/

eirini aivaliwtouΤα γατιά μας είναι κάτι ανάμεσα στα παιδιά μας και τον έρωτά μας
Περισσότερα

Ελεάνα Βραχάλη: Δείγμα πολιτισμού μιας χώρας η συμπεριφορά της απέναντι στα ζώα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ελεάνας Βραχάλη (*)

«Το μεγαλείο ενός έθνους και η πρόοδος στις ηθικές αξίες κρίνεται από τον τρόπο που φέρεται στα ζώα» έλεγε ο Μαχάτμα Γκάντι.

Γι’ αυτό κι εγώ συνήθως όπου μπορώ, συμβάλω όπως μπορώ αθόρυβα. Κάποια πράγματα όμως πρέπει να τα φωνάζεις για να ακουστούν. Γιατί πρέπει να τα ξέρουμε απλά και μόνο επειδή υπάρχουν.
Λίγο πριν κυκλοφορήσει το τραγούδι που ο Γιώργος Σαμπάνης, ο Χρήστος Σούμκα κι εγώ χαρίζουμε στην Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδος (Ε.Δ.Κ.Ε.), με την ελπίδα να συμβάλουμε όσο μπορούμε να γίνει ευρέως γνωστή η ταυτότητά της, θέλω να μοιραστώ δυο λόγια.

Μέσα στον ορυμαγδό δημοσιευμάτων που διαβάζω καθημερινά, για φόλες, κακοποιήσεις ζώων και εγκατάλειψη, εδώ στο Ελλαδιστάν, ευτυχώς κάποιοι άνθρωποι, κάποιες κινήσεις, δίνουν αέρα ελπίδας, μήπως και αναπνεύσουμε κάποτε λίγη αξιοπρέπεια και σεβασμό.
Δεν θα αναφέρω πάλι τις μελέτες ψυχολόγων και επιστημόνων πια, για το πόσο ευεργετική είναι η παρουσία των ζώων για τον άνθρωπο. Των ζώων συντροφιάς κυρίως. Που δεν ονομάζονται έτσι τυχαία. Δεν θα ξαναπώ αναλυτικά πως η συμπεριφορά μιας χώρας απέναντί τους είναι δείγμα πολιτισμού, είναι παγκοσμίως γνωστό. Ούτε θα εξηγήσω γιατί δεν είναι το φυσικό περιβάλλον αυτών των ζώων ο δρόμος.
Όχι δεν είναι ελευθερία το να τριγυρνούν στους δρόμους τα αδέσποτα ζώα και να ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια, είναι καταδίκη. Τα ζώα αυτά που είναι στη φύση τους να ζουν από 12 έως 17 χρόνια, ο άνθρωπος τα καταδικάζει να ζουν 2 με 3 και αυτό αν είναι τυχερά, γιατί αυτός είναι ο μέσος όρος ζωής των αδέσποτων ζώων. Λέγοντας όποιο παραμύθι θέλει ο καθένας, για να κοιμάται πιο ήσυχα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια πραγματικότητα, η οποία φωνάζει αυτονόητα πράγματα. Όπως το ότι οι γάτες κι οι σκύλοι δεν είναι ρακοσυλλέκτες. Τριγυρνούν στα σκουπίδια για να φάνε, γιατί εμείς τα έχουμε καταδικάσει σε αυτή τη ζωή.
Κάποιοι πιστεύουν ότι «οι γάτες είναι βρωμιάρες και τους αρέσει να μπαίνουν μέσα στα σκουπίδια», και όμως οι γάτες είναι το πιο καθαρό ζώο, το σάλιο τους είναι αντισηπτικό και πλένονται πάρα πολλές φορές την ημέρα. Όχι δεν είναι αυτό το φυσικό τους περιβάλλον και δεν τους αρέσει και καθόλου. Ναι, η γάτα κατάγεται από τα αιλουροειδή, αλλά έχει εξημερωθεί εδώ και 9.000 χρόνια! Όσοι δεν μπορούν να το κατανοήσουν ακόμα, απλά μου υπενθυμίζουν το ότι κι εμείς καταγόμαστε από τους πιθήκους. Αλλά πάει καιρός…
Κι όσο εξοικειώνεται το μάτι με αυτές τις εικόνες των σκελετωμένων αδέσποτων, τόσο εξοικειώνεται και με τους ανθρώπους που κοιμούνται στους δρόμους και ψάχνουν στα σκουπίδια και με τους πρόσφυγες και με όποιον είναι πιο αδύναμος· κι εμείς θα γυρνάμε από το άλλο πλευρό.
Ευτυχώς όχι όλοι. Κάποιοι χαλούν τον ύπνο τους και ξοδεύουν τις ελεύθερες ώρες τους φροντίζοντας και μεριμνώντας και προσφέροντας.

Στην Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδος, απονεμήθηκε το Xρυσό βραβείο Εθελοντισμού, στο φεστιβάλ Εθελοντισμού που έγινε στην Τεχνόπολη το Σαββατοκύριακο 15 και 16 Ιουλίου 2017.

Ένα παράδειγμα είναι κι η Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδος, που αποτελείται από εθελοντές κτηνιάτρους. Δεν περνάει τα σύνορα της απάθειας ταξιδεύοντας μόνο στις επαρχίες, αλλά φροντίζοντας και στειρώνοντας τα ζώα συντροφιάς των αστέγων, αλλά και προσφέροντας τις υπηρεσίες της σε φορείς όπως τα Παιδικά Χωριά SOS, το ΚΕΘΕΑ κι όπου αλλού καλεστεί.
Δραστηριοποιείται τα τελευταία τρία χρόνια και δεν είναι τυχαίο το πρόσφατο Xρυσό βραβείο Εθελοντισμού, στο φεστιβάλ Εθελοντισμού που έγινε στην Τεχνόπολη παρουσία οργανώσεων όπως το PRAXIS, οι Γιατροί του Κόσμου κ.α.

Θα κλείσω με ένα πρόσφατο άρθρο που διάβασα:

«Η ωμή αλήθεια στο γιατί υπάρχει ο εθελοντισμός» από τον δημοσιογράφο Γιώργο Φραντζεσκάκη για την εφημερίδα «Καθημερινή».
««Ο εθελοντισμός είναι το τεκμήριο παραδοχής της αποτυχίας του συστήματος». Αυτή η φράση εξέφραζε για καιρό τα αισθήματά μου σχετικά με τα καλέσματα εθελοντικής προσφοράς. Ακόμα πιστεύω ότι σε μια κοινωνία που φορολογείται για να πληρώνονται δομές, πλατφόρμες και θεσμοί, ο εθελοντισμός είναι το άλλοθι που χρειάζεται το κράτος ώστε να υπαναχωρήσει στις δεσμεύσεις του με τον πολίτη. Πρόσφατα, όμως, συνέβη κάτι που κλόνισε την πεποίθησή μου.
Όταν έκατσε ο κουρνιαχτός μετά το χάος που επέβαλαν οι διεθνείς μπαχαλάκηδες στο Αμβούργο του G20, χιλιάδες εθελοντές ανταποκρίθηκαν σε ένα κάλεσμα μέσω των social media και βγήκαν στους δρόμους με σκούπες, φαράσια, σφουγγάρια για να κλείσουν τις πληγές της πόλης τους. Χιλιάδες απαραίτητες συμμετοχές για μια εξαιρετική περίσταση, όπου κανένας δήμος δεν θα μπορούσε να πληρώνει διατηρώντας έναν μηχανισμό που θα μένει αδρανής επ’ αόριστον, για να ενεργοποιηθεί τη μία και μόνη φορά. Εδώ, ο εθελοντισμός είναι η μόνη λύση. Και η εναλλακτική πρόταση είναι να περιμένεις άπραγος μέχρι τα κανονικά συνεργεία να κάνουν τη δουλειά τους.
Καλό το ευφυολόγημα του Τζιμάκου (Πανούση) για τους δεθελοντές του 2004 λοιπόν, αλλά υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες ανθρώπων που χρειάζονται για μια στιγμή, σε ένα μέρος. Εμφανίζονται, «καθαρίζουν» και επιστρέφουν στη βάση τους μέχρι την επόμενη έκτακτη ανάγκη. Αυτοί οι εθελοντές δεν μπορούν να υποκατασταθούν από κανέναν μηχανισμό, σε καμία κοινωνία.
Το Σαββατοκύριακο 15 και 16 Ιουλίου στην Τεχνόπολη στο Γκάζι έλαβε χώρα ένα φεστιβάλ με τίτλο Voluntary Action (voluntaryaction.gr). Σε ορισμένους από τους συμμετέχοντες απονεμήθηκαν βραβεία για την εξαιρετική προσφορά τους στην ιδέα του εθελοντισμού. Με μεγάλη χαρά και υπερηφάνεια έμαθα ότι το Χρυσό Βραβείο Εθελοντισμού για την προστασία των ζώων απονεμήθηκε στην ΕΔΚΕ –την Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδας– μια οργάνωση που σε επισκέψεις-αστραπή σε όλη την ελληνική επικράτεια στειρώνει, θεραπεύει αδέσποτα ζώα και επιστρέφει στη βάση της μέχρι την επόμενη αποστολή.
Χάρηκα ιδιαίτερα γιατί η Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδος (ΕΔΚΕ) είναι το αντίθετο της ελληνικής μεμψιμοιρίας. Γιατί μέλη της είναι επαγγελματίες κτηνίατροι που δεν περιφρονούν το επάγγελμά τους ως όχημα βιοπορισμού, δεν προσποιούνται ότι είναι υπεράνω όλων μας, δεν ευαγγελίζονται ουτοπίες όπου όλοι θα προσφέρουμε σε όλους χωρίς ανταλλάγματα. Και παρ’ όλα αυτά, βρίσκουν τον χρόνο, κλέβοντας μάλλον από την ξεκούρασή τους, για να κάνουν δωρεάν αυτό για το οποίο πληρώνονται, επειδή –σε ορισμένες περιπτώσεις– ακόμα δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Ακόμα, αν κατορθώσουμε να φτιάξουμε μια καλοκουρδισμένη κοινωνία, η Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδος (ΕΔΚΕ) θα καταστεί περιττή. Οι δήμοι θα αναλάβουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον νόμο, θα περιθάλπουν τα αδέσποτα ζώα ιδίοις εξόδοις, θα δίνουν δουλειά στους τοπικούς κτηνιάτρους. Μα τι λέω! Αν φτιάξουμε μια αληθινά καλοκουρδισμένη κοινωνία, δεν θα υπάρχουν αδέσποτα! Με το σύστημα της ιχνηλασιμότητας θα εντοπίζονται οι αφιλότιμοι ιδιοκτήτες τους. Σε λίγο καιρό, ακόμα και με τον φόβο της τιμωρίας, οι άνθρωποι δεν θα παρατάνε τα ζώα τους στον δρόμο. Ή δεν θα αγοράζουν ζώα αν δεν είναι σίγουροι για την υποχρέωση που αναλαμβάνουν.
Μέχρι τότε όμως, η ΕΔΚΕ θα βγαίνει στους δρόμους για να καθαρίσει τις ασχήμιες της αδιαφορίας μας. Κι εγώ θα διατηρώ την αμφίθυμη άποψή μου για τον εθελοντισμό.
Μάθετε και στηρίξτε με όποιον τρόπο μπορείτε την Εθελοντική Δράση Κτηνιάτρων Ελλάδος (ΕΔΚΕ) στο www.edke.gr».

 

(*) Η κυρία Ελεάνα Βραχάλη είναι στιχουργός.

Παρακολούθησε μαθήματα μουσικολογίας και ψυχολογίας στο Κολέγιο Deree. Εργάστηκε ως ραδιοφωνικός παραγωγός και μουσική επιμελήτρια. Απέδωσε στα ελληνικά τους στίχους των τραγουδιών του μιούζικαλ «The Rocky Horror Show», ενώ έκανε μουσική επιμέλεια στο ραδιόφωνο και στο θέατρο. Το 2009 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Αποσιωπητικά…». Το 2012 κυκλοφόρησε το CD «Όλα τα Ναι του κόσμου», στο οποίο υπογράφει όλους τους στίχους και είναι βασισμένο στα βιβλία «Δε μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς», και «Όλα τα Ναι του κόσμου» της συγγραφέως και καθηγήτριας Ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου. Συμμετέχουν 30 καλλιτέχνες. Όλα τα έσοδα του CD διατίθενται στα Παιδικά Χωριά SOS και στο ΚΕΘΕΑ.

Σ.σ. Το παραπάνω κείμενο αναρτήθηκε στη σελίδα της στο face book.

eirini aivaliwtouΕλεάνα Βραχάλη: Δείγμα πολιτισμού μιας χώρας η συμπεριφορά της απέναντι στα ζώα
Περισσότερα

ΚΑ-ΛΟ-ΚΑΙ-ΡΙ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Μαρίας Γεωργαντά

«Είναι καλοκαίρι!» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο τρόπος της τον έκανε, να νιώσει αμήχανα, λες και είχε δείξει ασέβεια σε κάτι πολύ προσωπικό της. Την ήξερε, όμως. Την ήξερε καλά. Για αυτό και αποφάσισε, να μην κουνήσει βήμα από το σημείο συνάντησής τους. Και να μην ερχόταν εκείνη, είχε κερδίσει τη θάλασσα. Βγήκε από το αυτοκίνητό του και άρχιζε να κατευθύνεται προς τη δροσιά της αλμυρής γυναίκας. Το κάθε κύμα που «σβήνει» στα πόδια του, θυμίζει τις άκρες των μαλλιών της, που ξεμπλέκονται στα δάχτυλά του. Του αρκούσε αυτή η αίσθηση, για να μην ανησυχεί για τον ερχομό ή την απουσία εκείνης. Άφησε το σακάκι του στην άμμο με την οικειότητα του γνώριμου εραστή και γέμισε τις χούφτες του με βότσαλα, έτοιμος να τα ρίξει ένα προς ένα στα νερά της θάλασσας, κοιτάζοντας τους παφλασμούς της, σαν να είναι κορμί που αναστατώνεται και ριγεί με τα χάδια του.
«Φαντάσου, να υπάρχει συγχρωτισμός βοτσάλων… υπερθέαμα!» και ένα βότσαλο έσκασε ταυτόχρονα με το δικό του, δημιουργώντας μεγαλύτερη αναταραχή. Εκείνη στεκόταν ξυπόλυτη δίπλα του, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατάματα. «Ήρθες τελικά!» της είπε, ρίχνοντας δύο βότσαλα απανωτά- πόσο ήθελε, να την εντυπωσιάζει κάθε στιγμή! «Είχα επιλογή;» του είπε σχεδόν ειρωνικά. «Πάντα έχεις! Όλοι έχουμε! Πάντα σου έδινα επιλογές!» τα χέρια του τώρα είχαν αδειάσει από βότσαλα, μην ξέροντας πώς να αντισταθούν στα δικά της. «Ναι, αλήθεια είναι! Μόνο που με σένα δεν υπήρχε επιλογή ποτέ, όλα ήταν μονόδρομος! Πάντα το ‘μαζί σου’ διάλεγα! Σε ευχαριστώ, όμως!» είπε και κάθισε ήσυχα κάτω, αφήνοντας το φόρεμά της να ντύσει την άμμο. «Μη ψάχνεις άλλα βότσαλα, άφησέ την, να ηρεμήσει! Είμαι εδώ τώρα!» κάθε λέξη της χτυπούσε μέσα του σαν σφαίρα, του έκαιγε τα σωθικά. Την κοιτούσε έτσι, που ατένιζε το πέλαγος με το αεράκι να κυματίζει τα μαλλιά της και ήταν σαν πίνακας άλλης εποχής. Αποφάσισε, να κρατήσει απόσταση, για να μπορεί, να τη χαζεύει και κάθισε λίγο μακριά της. «Πίστευες, ότι δεν θα έρθω;» τον κοίταξε και χαμογέλασε, που δεν την πλησίαζε. «Εσύ είπες ‘Είναι καλοκαίρι!’ και το έκλεισες!». «Το καλοκαίρι όλα έρχονται! Εσύ μου το έμαθες αυτό!». «Τέτοια σου έλεγα;». «Και να συλλαβίζω, μου έλεγες! Να συλλαβίζω ό,τι αγαπώ, για να έχει διάρκεια! Θυμάσαι; Ε- ΡΩ- ΤΑΣ!». Δεν γύρισε, να τον κοιτάξει, ήδη τα λόγια που αναδύονταν από τη μνήμη της ήταν αρκετά για ταχυκαρδίες ρυθμικές. «Ναι, το συλλάβισμα! Συλλάβιζα το όνομά σου, όταν δεν σε είχα. Δεν λειτουργεί, ξέρεις! Ποιητικές φανφάρες για να σε σαγηνεύσω μόνο!» είπε εκείνος με ύφος αποτυχημένου δασκάλου. «Δεν λειτουργεί; Άρα δεν με..» . «Μην το πεις! Αφέθηκα σε σένα, κυρίευσες όλες τις αισθήσεις μου! Όταν η όσφρηση, η γεύση, η αφή, η ακοή, η όραση αιχμαλωτίζονται και έχουν μια μορφή -τη δική σου- νομίζεις, ότι το συλλάβισμα χρειάζεται;». Η σιωπή, που άφηνε τη θάλασσα να ακουστεί, έκανε και τους δύο να ηρεμήσουν για λίγο. Το μόνο, που ήθελαν, ήταν τα κορμιά τους να ενωθούν χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. «Κα-λο-καί-ρι!» είπε και του πέταξε ένα βότσαλο παιχνιδιάρικα- η σιωπή πάντα συγχωρεί την παιδικότητα. «Δεν πιάνει!» είπε εκείνος, πετώντας το βότσαλο στη θάλασσα. «Τελείωσε;» τον ρώτησε, συμμαζεύοντας το φόρεμά της, σαν έτοιμη για να φύγει. «Το καλοκαίρι; Όχι, αυτό δεν τελειώνει! Μόνο όταν φεύγεις… Φεύγεις;» γύρισε και την κοίταξε κατάματα, έτσι που όλα μαγνητίζονται στα βλέμματά τους σαν ο κόσμος να φτιάχνεται από την αρχή. «Έχω επιλογή;» του είπε χαμογελώντας. «Πάντα έχεις! Μην αρχίζεις πάλι!». Εκείνη γέλασε με τη στιγμιαία ενόχλησή του. «Έχω επιλογή;» τον ρώτησε ξανά, μόνο που αυτή τη φορά το χέρι της είχε απλωθεί, προσμένοντας το δικό του. Εκείνος έσφιξε το χέρι της σαν φυλαχτό, μη λέγοντας λέξη, ευγνωμονώντας που το καλοκαίρι του άρχιζε ξανά. «Θα συλλαβίσουμε μαζί;» είπε εκείνη, γέρνοντας στον ώμο του. «Δεν χρειάζεται, αγάπη μου! Το ζούμε! Ζήστο!»…

eirini aivaliwtouΚΑ-ΛΟ-ΚΑΙ-ΡΙ
Περισσότερα

Σκάκι εποχής

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Μαρίας Γεωργαντά

Ήταν από εκείνα τα καλέσματα, που σίγουρα δεν ήθελα, να πάω. Με το που έκλεισα το τηλέφωνο, όμως, το σώμα μου πήγαινε μόνο του πρώτα στο ντους και έπειτα μπροστά στην γκαρνταρόμπα, διαλέγοντας αυτό, που θα το ντύσει. Και τώρα βρίσκομαι εδώ, σε μια αίθουσα γεμάτη αντίκες με ένα μεγάλο σκαλιστό τζάκι να δεσπόζει στο κέντρο και με ανθρώπους γύρω να απολαμβάνουν το ρόφημά τους σερβιρισμένο σε φλιτζάνια εποχής. Κάθομαι στη βελούδινη κόκκινη πολυθρόνα και νιώθω, να με «ρουφάει» μέσα της -σαν να είμαι σκόρος, που χαλάει την αισθητική της. Λίγο ακόμα να αργήσει και θα φύγω, δεν βρίσκω νόημα, να περιμένω -μακάρι να αργήσει!
«Εδώ είσαι, λοιπόν!» ο άνδρας, που στεκόταν απέναντί μου δεν είχε αλλάξει καθόλου από τη φιγούρα, που ήθελα να αποφύγω. Χωμένος στο κλασικό του μπλε κοστούμι και με τα γνωστά λακκάκια να συνοδεύουν το χαμόγελό του -δεν τα έβρισκα ποτέ γοητευτικά, μου θύμιζαν πάντα ειρωνεία εξού και τον προσφωνούσα «Τζόκερ!». Ίσως μόνο οι γκρίζοι κρόταφοί του να έκαναν τη διαφορά, αλλά δεν ήταν αρκετοί για τη μνήμη. «Τζόκερ, όταν αργείς, κάντο σωστά! Να έχει σασπένς τουλάχιστον!», ανασκουμπώνομαι στην πολυθρόνα – αφού δεν έφυγα, ας κρατηθώ στο ύψος μου. «Σασπένς θες;» με ρωτούσαν τα λακκάκια του, ενώ ακουμπούσε κάτι δίπλα του, που το τετράγωνο ξύλινο τραπέζι ανάμεσά μας εμπόδιζε, να δω. Το ερωτηματικό του θα μείνει αναπάντητο «Άσε, που είσαι τυχερός κιόλας! Κάποιος άλλος με έφερε εδώ, λες και είμαι μαριονέτα στα χέρια του!» υπάρχουν στιγμές, που η μεταφυσική σε βγάζει από τη δύσκολη θέση. «Έτσι λέμε τη βαθύτερη επιθυμία μας; ‘Μαριονέτα στα χέρια κάποιου’;» συνεχίζει να γελάει, μόνο που αυτή τη φορά έχει τον αέρα του κατακτητή -πόσο βαθιά «νυχτωμένος»! «Μπράντι με πάγο;» ο σερβιτόρος είχε ήδη βρεθεί στο τραπέζι μας, χωρίς να προλάβω καν, να τον αντιληφθώ -μοιάζει σαν να το έχει σκηνοθετήσει όλο αυτό. «Δεν πίνω μπράντι! Και δεν σκοπεύω, να κάτσω τόσο!». «Απόψε θα πιεις! Δύο μπράντι με πάγο, παρακαλώ!», καθώς ο σερβιτόρος επέστρεφε στο bar σαν καλοκουρδισμένη κούκλα, αποφάσισα, να ξεκαθαρίσω τη θέση μου «Άκου, Τζόκερ! Δεν έχω χρόνο για χάσιμο και δεν χαίρομαι την παρέα σου! Δεν ήθελα, να σε δω και δεν μου αρέσει και αυτό το μέρος, που όλα μυρίζουν ναφθαλίνη. Μπαίνεις άνθρωπος και βγαίνεις μούμια! Οπότε πες μου γιατί με κάλεσες, όσο πιο σύντομα και περιεκτικά μπορείς!». Ο σερβιτόρος ακουμπούσε τώρα τα μπράντι στο τραπέζι, λες και με είχε ακούσει και ήθελε, να δώσει χρόνο σε εκείνον. Φαινόταν απτόητος, όμως, γελούσε και έπινε το ποτό του ως άλλος Βάκχος σε Διονυσιακό γλέντι. «Μπαίνεις άνθρωπος και βγαίνεις μούμια! Καλό!! Νόμιζα, ότι σου αρέσουν τα μέρη, που έχουν άρωμα παλιάς εποχής!». «Ναι, τα φινετσάτα! Αυτό εδώ είναι σαν κακοστημένο σκηνικό ιδρωμένο από την υπέρ-προσπάθεια! Απορώ πού το βρήκες!». «Μα είναι το στέκι μου τα τελευταία χρόνια!» αυτή η ατάκα προκάλεσε μια ανεξήγητη δικαίωση μέσα μου. «Έπρεπε, να το φανταστώ. Τώρα εξηγούνται όλα!». Εκείνος χαμογελώντας ξανά, κάνει χώρο και ακουμπάει ένα σκάκι στο τραπέζι, ενώ ψάχνει τα πιόνια στην τσάντα δίπλα του. Δεν λέω κουβέντα, ελπίζοντας ότι η αδιαφορία μου θα φανεί ως απόρριψη. Με το που ξεκινάει το στήσιμο, σπάω τη σιωπή μου. «Τι κάνεις εκεί; Στήνεις σκάκι; Για ποιον;». «Εμείς θα παίξουμε!» μάλλον δεν είχα γίνει κατανοητή «Σου είπα, ότι δεν έχω χρόνο για χάσιμο!». «Για χάσιμο, όχι για παιχνίδι!», κλείνοντάς μου το μάτι, σήκωσε το ποτήρι του «εις υγείαν», προσπερνώντας την ενόχλησή μου. «Μου αρέσει το φόρεμά σου, όχι για τους προφανείς λόγους όμως, επειδή είναι maxi και εφαρμοστό στο καλλίγραμμο κορμί σου – το ξέρεις, δεν θα το φορούσες αλλιώς! Μου αρέσει, γιατί όσα χρώματα έχει, ξεπηδούν σαν φλόγες, σαν να προδίδουν τις διακυμάνσεις της ψυχής, όταν χορεύει ενδιάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο. Και τα μαλλιά σου έτσι ανάλαφρα, που πέφτουν στους ώμους σου, είναι ωραία! Έχεις την ομορφιά της γυναίκας, που μόλις έχει κάνει έρωτα με τον εραστή των κρυφών της σκέψεων…». Η παύση, που ακολούθησε, ύγρανε το στόμα του με το μπράντι και το μυαλό μου με άμυνες – ναι, είναι «υγρές» οι άμυνες, όταν έχουν ξεθωριάσει. «Τζόκερ, θα σε ευχαριστούσα, αν δεν σε ήξερα! Δυστυχώς για σένα, σε ξέρω!», είπα αποφασίζοντας να πιω την πρώτη γουλιά από το ποτό μου. Εκείνος σαν να το πήρε για ‘σημείο εκκίνησης’, ανασκουμπώθηκε περιχαρής και έκανε την πρώτη κίνηση στο σκάκι, αφήνοντας το βλέμμα του πάνω μου. Οφείλω, να ανταποκριθώ, χωρίς να ξέρω σε ποια προσταγή υπακούω τώρα – αν είναι του βλέμματός του ή της μνήμης μου. «Σου έλειψε το σκάκι, λοιπόν;» είπα, βγάζοντας το άλογό μου μπροστά. «Όχι, καθόλου! ΕΣΥ, μου έλειψες!» ο στρατιώτης του έπαιρνε μόλις τη θέση του, με εμένα να σκέφτομαι πώς θα τελειώσει γρηγορότερα η παρτίδα «Και έτσι μου το δείχνεις; Αλλά τι λέω… αφού στο σκάκι με ερωτεύτηκες!». «Λάθος! Στο σκάκι σε άφησα, να το καταλάβεις! Εξαρχής σε είχα ερωτευτεί!» το μπράντι όλο και λιγοστεύει στο ποτήρι του, άνετα παίρνω ρεβάνς αυτή τη στιγμή. «Ναι, μωρέ πώς το έλεγες, να δεις… ‘Ο έρωτας έρχεται εξαρχής! Η στιγμή, που θα διαλέξεις, αν αφεθείς ή αν αντισταθείς, είναι αυτή που έπεται πάντα! Ο έρωτας έρχεται εξαρχής!’ Περασμένα-ξεχασμένα, Τζόκερ! Περασμένα μεγαλεία!». Είναι παράξενος -σχεδόν αμήχανα αστείος- ο κυνισμός που βγαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν η εκτίμηση είναι λαβωμένη. «Ακόμα θεωρείς, ότι δεν σε εκτιμάω;» τα πιόνια μας παλεύουν στα ασπρόμαυρα χνάρια τους. Πίνοντας λίγο από το μπράντι μου ακόμα. «Όχι, κάθε άλλο, Τζόκερ! Με εκτιμάς με τον τρόπο σου! Δηλαδή όταν με φέρνεις στα μέτρα σου και λίγο πιο κάτω. Ποτέ ισότιμα!». Τα χέρια του έχουν ιδρώσει και ξαφνικά αποκτά μια νευρικότητα σαν να έχουν πεταχτεί έξω τα ελατήρια της πολυθρόνας του και δεν μπορεί, να βολευτεί. «Με αδικείς! Και ξέρεις, ότι ρίσκαρα για σένα, για εμάς!», προσπαθεί να κοντρολάρει τον εαυτό του και να επανέλθει στην αρχική του κυριαρχία. «Ξέρεις αυτό το μαγαζί είναι φτιαγμένο από θαυμαστή του Τολστόι! Το διαμόρφωσε έτσι, που ο πελάτης να νιώθει φιλοξενούμενος της Άννας Καρένινα! Απίθανο, δεν βρίσκεις;». Κοιτώντας προσεκτικότερα γύρω μου, εξακολουθούσα να το βλέπω σαν κακόγουστο σκηνικό- με κορνίζες των ηρώων του μυθιστορήματος πάνω στο τζάκι και με πανωφόρια εποχής κρεμασμένα σε έναν καλόγερο δίπλα στην είσοδο. «Σαν παρωδία της Άννας Καρένινα, θες να πεις!» γέλασα, πίνοντας άλλη μια γουλιά. «Και εμάς παρωδία, μας θεωρείς; Η ιστορία μας θα μπορούσε, να είναι μια σύγχρονη αναβίωση και…» τον διακόπτω, προφυλάσσοντάς τον από το παράλογο του ειρμού του. «Τόσο, που αν ο Τολστόι ζούσε και μας έβλεπε, θα σταματούσε, να είναι συγγραφέας και θα γινόταν μέντιουμ!». Εκείνος γέλασε και χαλάρωσε σαν να ξαναέβρισκε τον ανδρισμό του. «Προσπαθώ, να ξέρεις…» και βγάζοντας τη βασίλισσά του μπροστά, ακουμπάει πίσω και με αναμένει γλυκά. «Ρουά!» τον αιφνιδιάζω, αλλά επιμένει, να με κοιτάει με γλυκύτητα, σαν να καμαρώνει, που τον απειλώ. Υποψιάζομαι, ότι το παιχνίδι είναι στημένο, λες και θέλει να «ξαναστήσει» τις αναμνήσεις μας σε ομορφότερο φόντο με ιδανικές συνθήκες. Δεν θα κάνω το «Ματ», όχι! «Τα όμορφα συμβαίνουν, όταν παύεις, να προσπαθείς, Τζόκερ!». Κάνω το ποτήρι μου «εις υγείαν» εγώ τώρα, τον κοιτάζω κατάματα και φιλώντας τον Βασιλιά του, σηκώνομαι και βαδίζω προς την έξοδο, αφήνοντας το «Σκάκι εποχής» στη μέση. Λένε, πως ό,τι αφήνεις μετέωρο στο παρελθόν σου, έρχεται και σε βρίσκει απρόσκλητο στο παρόν σου…

  • Πίνακας: Paul Ackerman (1908-1981)
eirini aivaliwtouΣκάκι εποχής
Περισσότερα

Ημίφως

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Μαρίας Γεωργαντά

Η βόλτα καθιερωμένη εντελώς, πάντα αυτή την ώρα που ο ήλιος δίνει σκυτάλη στο φεγγάρι και ο ουρανός ακροβατεί στις αποχρώσεις και των δύο. Η διαδρομή η ίδια από το σπίτι στο γραφικό bistrot της γειτονιάς με τη μυρωδιά του γιασεμιού σε κάθε βήμα σαν να θέλει, να εξωραΐσει τη συνήθεια σε ευλάβεια -ίσως, ό,τι έχει θέση στο χρόνο, να μην είναι μια συνήθεια απλώς. Φτάνοντας, όλα είναι στη θέση τους. Τα χαμογελαστά πρόσωπα των υπαλλήλων -σχεδόν οικεία πια- το ζεστό περιβάλλον με τα χρωματιστά τραπέζια και τα κεράκια, η απαλή μουσική μιας ρετρό εποχής, και άνθρωποι απομονωμένοι γύρω σε παρέες ή χωρίς- όλα στη θέση τους.

«Τσάι μήλου με κανέλα, αγαπητή μας δεσποινίς;» ο γνωστός τύπος -κάποιοι τον λένε «ατραξιόν του μαγαζιού»- με το τριαντάφυλλο tattoo στο ξυρισμένο κεφάλι του, το βελούδινο μπορντό γιλέκο του και με όλα τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα από το γέλιο -σαν να μην καταδέχεται άλλη έκφραση, να δεσπόσει στο πρόσωπό του- στεκόταν στο τραπέζι μου. «Ακριβώς! Ευχαριστώ πολύ!» χαμογέλασα στον Κομπέρ της καθημερινότητάς μου. Βγάζοντας τα μπεζ χαρτιά από τη τσάντα μου, συνειδητοποίησα ότι ήμουν έτοιμη για το τελευταίο βήμα. Πάει καιρός, που το βασανίζω μέσα μου- αν δεν το κάνω τώρα, δεν θα το κάνω ποτέ. «Ορίστε, αγαπητή! Με έξτρα ξυλάκι κανέλας! Επιτρέψτε μου την προσθήκη! Νιώθω, ότι το έχετε ανάγκη απόψε!» διέκοψε τις σκέψεις μου ο Κομπέρ, αφήνοντας το αχνιστό τσάι μπροστά μου, με το κορμί του να λικνίζεται διακριτικά στους ρυθμούς μιας jazz μελωδίας. «Εκτός και αν θέλετε ευγενικά, να βάλετε φρένο στην προβλεψιμότητά μου!» είπα με μια διάθεση αυτοσαρκασμού – κατά βάθος, ήθελα, να ξορκίσω όλα τα «αναμενόμενα» της ζωής μου. «Κανένας άνθρωπος δεν είναι προβλέψιμος, αγαπητή! Καλή απόλαυση!» μου ψιθύρισε ο Κομπέρ και με ένα κλείσιμο του ματιού ξεμάκραινε, για να επιστρέψει στη θέση του, σαν να ήταν ώρα η αυλαία να ανοίξει. Πίνοντας την πρώτη γουλιά από το τσάι μου, με συνεπήρε η μυρωδιά της κανέλας και κατά έναν περίεργο τρόπο με γέμισε αυτοπεποίθηση μπροστά στο άψυχο χαρτί, που σε λίγο θα «κλείδωνε» τις λέξεις μου. Πρώτη φορά δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω, το στυλό τρεμόπαιζε αμήχανο ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Ξαφνικά ακούγεται το «Sous le ciel de Paris» στην ορχηστρική εκδοχή του και όλα αναβάλλονται για λίγο με ένα κλείσιμο των βλεφάρων – αποφεύγω, είναι φανερό. «Ημίφως! Εδώ έχετε εξαιρετικό ημίφως!» μια μπάσα φωνή γεμάτη ενθουσιασμό με γείωσε στην πραγματικότητα. Στο γωνιακό τραπέζι δίπλα μου ετοιμαζόταν να καθίσει ένας ψηλόλιγνος άνδρας, βγάζοντας την καμπαρντίνα του με κινήσεις ταχυδακτυλουργού. «Θα μου φέρετε και ένα ποτήρι ζεστό κόκκινο κρασί και θα είμαι ευχαριστημένος!» είπε και κάθισε, αφήνοντας το καπέλο στο κεφάλι του -σαν να μην ήθελε, να αποκαλυφθεί αμέσως. «Άλλος ένας επιτηδευμένα μυστηριώδης τύπος!» σκέφτηκα μέσα μου, προσπαθώντας να ξεχάσω το «ημίφως», που με εντυπωσίασε και να αφοσιωθώ σε αυτό, που με περίμενε. Ακόμα μια γουλιά τσάι, αλλά οι λέξεις δεν ακολουθούν – γράφω, σβήνω μανιωδώς! «Μυστικά, δεσποινίς;» η φωνή με το «ημίφως» με διαπέρασε, όμως δεν έβγαλα μιλιά – ελπίζοντας ότι η σιωπή μου θα τον επηρεάσει. «Μόνο τα μυστικά έχουν τέτοια ένταση! Ένα είναι ή πολλά;» η επιμονή του με έκανε να στρέψω το βλέμμα μου πάνω του. Ίσα που σκιαγράφονταν τα χαρακτηριστικά του κάτω από το καπέλο, με το γαλάζιο των ματιών του και μια «διακριτική» γενειάδα, να κυριαρχούν. «Δεν είναι μυστικά, εξομολογήσεις είναι! Είστε πάντα τόσο αδιάκριτος, κύριε;» η ενόχλησή μου εκτονώθηκε στο μουντζουρωμένο χαρτί, που μόλις έγινε μπάλα στα χέρια μου.

Το ηχηρό γέλιο εκείνου με αιφνιδίασε «Πλάκα έχετε, δεσποινίς!» και η ειρωνεία ξεχείλιζε από παντού – ο ειρμός μου είχε χαθεί τώρα για τα καλά! «Ξέρετε, δεσποινίς, τα μυστικά είναι «εν δυνάμει’» εξομολογήσεις! Τα κρυφά εξομολογούνται πάντα, τα φανερά φλυαρούν!» είπε, πίνοντας μια γουλιά από το ζεστό κόκκινο κρασί του σαν να μεταλάμβανε Θεία Κοινωνία. «Πλάκα έχετε, κύριε!» προσπάθησα απέλπιδα, να τον μιμηθώ, για να μην του αφεθώ- πώς γίνεται, να μου περνάει από το μυαλό, να του αφεθώ; «Μιλάτε για κρυφά, που εξομολογούνται, ενώ εσείς προτιμάτε, να είστε στο ημίφως!» είχα κερδίσει το μειδίαμά του και μαζί με αυτό και τον χαμένο -προς στιγμήν- αυτοέλεγχό μου. «Στο ημίφως στέκονται οι δειλοί!» συμπλήρωσα, παίρνοντας τη ρεβάνς – δεν θα του αφεθώ!

Εκείνος απτόητος και με την μπάσα φωνή του γεμάτη σιγουριά αποκρίθηκε «Ενώ στο σκοτάδι και στο φως;». Με ρωτούσε σαν να μου έστηνε παγίδα, οφείλω, να φανώ αγέρωχη «Μόνο φως υπάρχει! Και εκεί στέκονται οι γενναίοι! Το σκοτάδι είναι επιλογή και τώρα δεν μιλάμε για επιλογές!» – υπερβολικός ο στόμφος μου, το ξέρω, αλλά έτσι έχω τα ηνία. Τώρα μειδιάζω εγώ. Η σιωπή του με ξάφνιασε, ήχησε σαν κρότος στα αυτιά μου – πόση αίσθηση κάνουν τα ανέλπιστα! Ξαναγύρισα ανακουφισμένη στα γραπτά μου – μάλλον σε αυτά που φιλοδοξώ, να γίνουν τα άδεια μπεζ φύλλα στο τραπέζι μου. Επικεντρώνομαι εκεί, νιώθοντας όμως το βλέμμα του να ακουμπάει σε κάθε ίνα του κορμιού μου σαν ακτίνες λέιζερ, που κέντρο έχουν τα μύχια του νου και της ψυχής μου – όχι, δεν θα αφεθώ! Από αμηχανία αρχίζω, να γράφω, σαν κάποιος άλλος να μου υπαγορεύει – με εκείνον να διασκεδάζει σίγουρα αυτή την αλλόκοτη «κυριαρχία» του πάνω μου. «Εξομολογήσεις, λοιπόν, δεσποινίς;» μοιάζει σαν το παιχνίδι, να γυρνάει στην αρχή του «Και γιατί επιλέγετε, να τις γράφετε στο χαρτί, αν επιτρέπεται;». Χαμογέλασα σαν μαθήτρια, που ξέρει τη σωστή απάντηση. «Scripta manent» του λέω, τραβώντας γραμμή σε όσα είχα ήδη γράψει – θα με περνούσε ή για εξαιρετικά «ευφυή» ή για «παρανοϊκή»! Τώρα σίγουρα δεν ενδιαφέρεται και ο ίδιος, να του αφεθώ! Τον παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου, να «βυθίζει» το γαλάζιο των ματιών του στο κόκκινο κρασί – έτσι να «βαθαίνει», όταν ερωτεύεται, άραγε; Άκυρη σκέψη, σταμάτα! «Τώρα με απογοητεύετε, δεσποινίς! Αυτά τα λένε οι δειλοί! Τα γραπτά όσο και να μένουν, δεν ζωντανεύουν!» και πίνοντας και άλλο κρασί, αιφνιδιάζοντάς με προτού προλάβω, να πάρω ανάσα καν «Λογικό βέβαια! Αφού στέκεστε στο φως! Θέλετε, να έρθετε στο ημίφως;» τώρα τα γαλάζια μάτια του «καρφώνονται» επίτηδες στα δικά μου – θέλει, να κερδίσει, μοιάζει αδιαπραγμάτευτο! «Με καλείτε στο τραπέζι σας;» μαζί με την ερώτησή μου «έσκασαν» και όλες οι πιθανές δικαιολογίες στο μυαλό μου, που θα έλεγα, για να αντισταθώ – μα γιατί ανησυχώ τόσο; Εκείνος, κάνοντας ένα νεύμα, να του φέρουν ένα δεύτερο ποτήρι ζεστό κόκκινο κρασί, με «καρφώνει» ξανά «Σας βοηθάω! Στην εξομολόγησή σας! Βλέπετε, στο φως φαίνεται η επιφάνεια! Το εκτυφλωτικό αποπροσανατολίζει! Δεν ξέρω πόση γενναιότητα έχει! Εσείς τώρα είστε στο φως, σας κοιτάζω και βλέπω ό,τι σας περιβάλλει – δεν μπορώ, να εστιάσω πουθενά, πόσω μάλλον στα ενδότερα!» τον κοιτούσα έτσι, δίνοντάς του την ώθηση, να συνεχίσει «Εγώ είμαι εδώ, στο ημίφως! Κοιτάξτε με! Μπορείτε, να επικεντρωθείτε σε σημεία πάνω μου, να δείτε τις γοητείες και τις ατέλειές μου! Το φως είναι τόσο όσο δεν ενοχλείται η αλήθεια – δεν γίνεται πλάνη! Η γενναιότητα κρύβεται στην αλήθεια! Τι επιδιώκετε με τις εξομολογήσεις σας στο χαρτί;» η ερώτησή του γύρευε απάντηση, έπρεπε να απαντήσω – όσο και αν με είχε συνεπάρει «Αποσκοπώ στο να μάθει! Να γνωρίσει, να ξέρει! Να με θυμάται, να κερδίσω!» και εκείνος χτυπώντας τα δάχτυλά του στο τραπέζι ρυθμικά «Α, είναι θέμα υστεροφημίας, λοιπόν; Να σε θυμάται δοξαστικά; Καλά, κάθεσαι στο φως τότε! Ταιριάζει στην αλαζονεία!». Αφήνοντας το τσάι μου κάτω και βάζοντας τα πράγματά μου στην τσάντα, φανερά ενοχλημένη «Σας ευχαριστώ για το μάθημα, Αλαζονικέ κύριε!» και αποφασίζοντας, να τον κοιτάξω εγώ κατάματα αυτή τη φορά «Είναι θέμα έρωτα, να ξέρετε! Αν ξέρετε δηλαδή…». Εκείνος πιάνοντας μου το χέρι σε μια κίνηση ματ, με καθήλωσε «Δεν χρειάζονται γραπτά στον έρωτα! Η καρδιά είναι το χαρτί! Δίνει φως εκείνη, δεν θέλουν προβολείς τα συναισθήματα!». Το χέρι μου «γλύκανε» σε χειραψία, με εκείνον να χαμογελάει συνωμοτικά, λέγοντάς μου «Τώρα ξέρετε..». Τα δάχτυλά μας είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους σφιχτά, σαν να προσπαθούσαν, να «ξεκλειδώσουν» κρυφές σκέψεις, πόθους, μυστικά. Με το άλλο μου χέρι -ελεύθερο από τη «δυναστεία» του, καθώς είναι- βγάζω το στυλό από την τσάντα μου και χωρίς να τον κοιτάξω -τα βλέμματα είναι ανασταλτικά στις μοιραίες αποφάσεις- γράφω στη χαρτοπετσέτα του το όνομα και το τηλέφωνό μου. Το «Sous le ciel de Paris» πλημμυρίζει ξανά το χώρο, μου αρκεί, να το πάρω ως «σημάδι» για την τελευταία μου ατάκα- τώρα που μοιάζουν όλα με σεκάνς κινηματογραφικής ταινίας, τώρα είναι η ώρα! Αφήνω το χέρι μου, να «απασφαλιστεί» από το δικό του και σηκώνοντας τη χαρτοπετσέτα με τα στοιχεία μου αποφασιστικά μπροστά του, παίρνω ανάσα και «ΖΩΝΤΑΝΕΨΕ ΤΟ!» του λέω «στο ΗΜΙΦΩΣ!». Αφήνοντάς τον πίσω μου και αποχαιρετώντας τον Κομπέρ μου, που μου έδειχνε το ζωγραφισμένο τριαντάφυλλο στο κεφάλι του, στέλνοντάς μου φιλί από μακριά, νιώθω ήδη μέσα μου, πως κάτι έχει αλλάξει… Πως έπειτα από μια νύχτα στο «ημίφως» τίποτα δεν θα είναι το ίδιο…

  • Φωτογραφία: Saint-Germain-des-Prés, Paris, 1952, photo by Ed van der Elsken
eirini aivaliwtouΗμίφως
Περισσότερα

Εκείνος και εκείνη – Μαρία Νάστου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Μαρία Νάστου

 

Εκείνος την αγαπούσε παράφορα.
Εκείνη μια μέρα έφυγε, χωρίς να γυρίσει πίσω.
Εκείνος ακόμη τη θυμάται.
Εκείνη πλέον ούτε που τον αναγνωρίζει.
Εκείνος προσπάθησε με κάθε τρόπο να την κρατήσει κοντά του.
Η αγάπη του, όμως, δεν ήταν αρκετή, για τη φέρει πίσω.

Εκείνη μια μέρα θα μετανιώσει, μα η πόρτα πίσω της θα έχει κλείσει, για πάντα.
Εκείνος μια μέρα θα λυτρωθεί και θα ζήσει ελεύθερος από τις αναμνήσεις και τον πόνο.
Εκείνη θα αργοσβήνει μέσα στις τύψεις και δεν θα αγαπά κανέναν.
Εκείνος έχει ανάγκη από στοργή και αγκαλιές.
Εκείνη νιώθει το οξυγόνο της να τελειώνει και όλα γύρω της να σβήνουν.
Εκείνος την αγαπά και την περιμένει πάντα.
Αν ποτέ συναντήσεις κάποιον σαν Εκείνο, να του δώσεις όση περισσότερη αγάπη και στοργή μπορείς, ακόμη και αν σου φανεί απόμακρος και ψυχρός, θα του αξίζει.
Αν ποτέ συναντήσεις κάποια σαν Εκείνη, μην τη μαλώσεις, μην της φωνάξεις, έμαθε το λάθος της και το πληρώνει με τη μοναξιά της.
Τη μέρα που οι άνθρωποι θα μάθουν να δίνουν αγάπη ο ένας στον άλλο, τότε οι δυο τους θα ενωθούν και θα ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι για πάντα.
Ως τότε αγάπη μου, μην πάψεις να ελπίζεις…

vas_catisΕκείνος και εκείνη – Μαρία Νάστου
Περισσότερα

«Μέρες βροχής και απουσίας» της Μαρίας Νάστου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πέρασαν κιόλας έξι μήνες, από τη μέρα που έφυγες. Έξι μήνες ακριβώς! Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω!
Όλο αυτό το διάστημα, μου τηλεφωνούν γνωστοί και φίλοι, για να δουν πώς είμαι, τι μου συμβαίνει;

Τους απαντώ δειλά και τρομαγμένα: Εδώ έχουμε βροχή και απουσία…
Ακόμη και ο καιρός αρνείται να αφήσει τον ήλιο να φανεί, ώσπου πάλι να γυρίσεις.
Κι εγώ πάντα θα σε ρωτώ, σαν μικρό παιδί, γεμάτο απορίες:
Θα γυρίσεις;
Εάν πρόκειται να γυρίσεις θα βγω να περπατήσω στη βροχή από χαρά, που θα έρθεις, εάν όμως δεν φανείς ποτέ ξανά, θα ήθελα να το ξέρω, για να μάθω πια κι εγώ να ζω στη λήθη. Να μην κοιτάζω από το παράθυρο, για να σε δω να έρχεσαι ξανά, διασχίζοντας τον κήπο.
Ξέρω σου ζητώ πολλά, πιο πολλά από όσα μπορείς, γιατί οι σκιές δεν επιστρέφουν…
Έτσι εγώ θα ζω στη βροχή και θα με πνίγει η απουσία σου.

 

Μαρία Νάστου

 

Photo: Josef Sudek

vas_catis«Μέρες βροχής και απουσίας» της Μαρίας Νάστου
Περισσότερα

Ποτέ και Πάντα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Μαρισόφης Αργυροπούλου

 

Δεν μπορώ να αγαπώ κάτι που δε γίνεται να το αγκαλιάζω.
Για μένα η αγκαλιά είναι λύτρωση. Λύτρωση από τα πάθη, τα λάθη, τα μίση, τη φυγή. Κουρνιάζω ανάμεσα στα χέρια σου κι αγγίζω μια ψυχή.
Έσπρωξα τη θάλασσα, την έσπρωξα, την έσπρωξα… όσο μπορούσα την έσπρωξα. Για να βρεθώ κοντά στο ποτέ σου και στο δικό μου πάντα αψήφησα κάθε εμπόδιο, μεγάλο και μικρό, φόβους των άλλων, φόβους δικούς μου, μεγάλους φόβους.
Άρχισαν να πετούν πεταλούδες… απεγκλωβίστηκαν κι αυτές που είχαν φυλακιστεί ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει μιας κοινωνίας φτηνής και σοβαροφανής.

Παραμονή του έρωτα αντίκρισα τα μάτια σου.
Ανήμερα σε ερωτεύτηκα και επετειακά λογάριασα τα λόγια σου για λόγια.
Ας ήταν να μην έγινε ποτέ. Ας ήταν ένα όνειρο γλυκό, μια ζεστή αγκαλιά φερμένη από αγγέλους…
Τουλάχιστον θα ήμουν ευτυχής.
Και τώρα που, να, καθώς γνωρίζεις θα ήθελα να κάνω ένα ταξίδι… εκείνο το ταξίδι…
σου είχα μιλήσει, θυμάσαι;
Με είχες πάει μια φορά σ’ ένα παγκάκι καταμεσής τους δάσους και μου εξιστορούσες τα όνειρα που δεν κατάφερες να ζήσεις.
«Είσαι μικρός», σου έλεγα, «έχεις χρόνια μπροστά σου». Με κοιτούσες γλυκά και χαμογελαστά «δεν έχω γλυκιά μου Ίριδα»…
Αλήθεια για πες μου, μυρίστηκες τον θάνατο;
Γιατί μονάχα τον δικό σου;
Εγώ ακόμη και τώρα θα έβαζα πλώρη για το χυμό του έρωτά σου.
Θα υπέμενα τα πάνδεινα για το δικό σου λίγο.
Λείπεις από παντού, μα πιο πολύ απ’ τους χειμώνες μου.
Τους χειμώνες που η βροχή σαπίζει κάθε ζωντανό μου κύτταρο.
Τις προάλλες σταμάτησα στο περίπτερό μας και ζήτησα AprilScott. Δεν ήξεραν τι είναι, δεν είχαν, έχουν πάψει εδώ και χρόνια να έχουν απ’ αυτό – είπαν…
Χρόνια; Μα σαν χθες…
Άλλαξε ο ιδιοκτήτης, άλλαξαν οι παραγγελίες, τα γούστα, τα θέλω, οι άνθρωποι…
Μόνο εσύ… –ήθελα να πω μόνο εγώ παραμένω στάσιμη. Ή σταθερή. Όπως θες πες το.
Με σένα όλα ήταν αλλιώς…
Τα χάδια μου πια τα μέτρησα ένα ένα να στα δώσω. Μετρούσα κι έδινα, έδινα και ξαναμετρούσα. Και ποτέ δε σου ζήλεψα τίποτα. Και ποτέ δε μετάνιωσα για κάτι σου. Ποτέ δε μέθυσα τόσο που να μην ξέρω τι σου δίνω.

vas_catisΠοτέ και Πάντα
Περισσότερα