Cat Is Art

Δημήτρης Αλεξάκης, Φωτεινή Μπάνου. Στην Κυψέλη, στο ΚΕΤ, μετατρέπουν σε έγχρωμα τα όνειρά μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Η τηλεόραση μπήκε στη ζωή μας στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Στην αρχή, όταν κολλάγαμε τη μύτη μας στη βιτρίνα ενός καταστήματος ηλεκτρικών ειδών, για να παρακολουθήσουμε τους αγώνες του Μουντιάλ του 1966, στο Λονδίνο.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 μια τηλεόραση Urania σε ένα δωμάτιο του σπιτιού συγκέντρωνε στριμωγμένα 10-15-20 άτομα από όλη την οικογένεια και από τη γειτονιά που ήθελαν να παρακολουθήσουν τον «Παράξενο Ταξιδιώτη». Αν θέλαμε να δούμε τον «Κύριο Συνήγορο» για να αλλάξουμε κανάλι – επειδή τότε δεν υπήρχε τηλεκοντρόλ – πατούσαμε το κουμπί και από τον θόρυβο που έκανε ξυπνούσε ακόμη κι ο παππούς στο διπλανό δωμάτιο.

Το… δράμα ήταν όταν η οθόνη γέμιζε «χιόνι» ή όταν ο ήχος έσβηνε σαν το κερί. Τότε επιστρατεύονταν όσοι είχαν μάθει από στόμα σε στόμα για την ύπαρξη ενός καλού τεχνικού που θα μπορούσε να διορθώσει τα πάντα. Οι τεχνικοί αυτοί – τότε – ήταν δυσεύρετοι μιας και η τηλεόραση ήταν μια άγνωστη ακόμη οικιακή συσκευή.

-Στην Κυψέλη να πας κυρ-Θανάση, εκεί θα βρεις ένα μοναδικό τεχνίτη, τον μάστρο-Γιάννη, σε ένα ημιυπόγειο.

-Ολόκληρο ταξίδι; Ένα μεροκάματο θα μου πάρει το ταξί. Βρε άσε έτσι το χαζοκούτι. Όσο ακούμε και όσο βλέπουμε…
Ο ήχος παρέμενε κακός. Η εικόνα ήταν πάντα με «χιονάκι».

***

 

Τα χρόνια πέρασαν και το χρώμα άργησε να έρθει στη ζωή μας. Τα πράγματα ήρθαν έτσι που τελικά πήγα εγώ στο ημιυπόγειο του μαστρο-Γιάννη. Στην Κυψέλη. Κύπρου και Σικίνου γωνία: «Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων».
Στο πόδι του τώρα ήταν τα ανίψια του, η Φωτεινή και ο Δημήτρης.

Ανάμεσα σε καλώδια, κατσαβίδια, βίδες, πρέσες, ψαλίδια, μονωτικές ταινίες, ασφάλειες και τηλεκοντρόλ αυτά τα δύο εκπληκτικά παιδιά παίρνουν τα ασπρόμαυρα όνειρά μας και τα κάνουν έγχρωμα. Στήνουν τα σκηνικά. Διορθώνουν τον ήχο. Βάζουν μουσική όπου δεν υπάρχει και μας ταξιδεύουν. Δεν μας παραμυθιάζουν. Λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν πετάνε την μπάλα στην εξέδρα. Παίζουν κόντρα, ως ίσος προς ίσο, και με τους πιο ισχυρούς αντιπάλους χωρίς φόβο, αλλά με πάθος. Δεν λένε ποτέ «Μας συγχωρείτε διακοπή». Πάντοτε είναι «on air». Πάντοτε το φωτάκι είναι ON. Ποτέ δεν είναι OFF. Το κύκλωμα συνεχώς ανοικτό. Η κεραία «συλλαμβάνει» τα πάντα. Ο αναμεταδότης στέλνει το μήνυμά του σε όλους. Με ευκρίνεια…

 

Η Φωτεινή Μπάνου και ο Δημήτρης Αλεξάκης είναι εδώ στο catisart.gr για να μας παρουσιάσουν το ντοκιμαντέρ της ζωής τους που από «ασπρόμαυρο» έγινε έγχρωμο με πίστη και αμέτρητες ώρες αγώνα κόντρα σε χίλια εμπόδια. Μας αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο έφτιαξαν αυτό το ντοκιμαντέρ και μας αποκαλύπτουν το μυστικό για το πώς μπορείς να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του κοινού. Είναι ένας μονόλογος για… δύο πρόσωπα με μονολεκτικές παρεμβάσεις – ερωτήσεις. Ακόμη – αν κάνεις διαβάσει κάτω από τις λέξεις – θα δει πως η συζήτηση αυτή, χωρίς να υπάρχει αυτή η πρόθεση, θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: «Δημιουργία πολιτιστικού χώρου, άνευ διδασκάλου». Έτσι κι αλλιώς είναι μια κατάθεση ψυχής γι’ αυτό αξίζει να κάνουμε συχνά – πυκνά «αναλήψεις» από το πολιτιστικό ΑΤΜ που βρίσκεται στη γωνία Κύπρου και Σικίνου, στην Κυψέλη…

***

Play 1…
ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

*Φωτεινή Μπάνου: Θυμάμαι στα χρόνια της «ασπρόμαυρης» ζωής μου, όταν ήμουν παιδί, τον θείο μου τον Γιάννη που είχε το εργαστήρι «Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων». Ήταν καλός μάστορας σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις και μου έχει εντυπωθεί ο τρόπος με τον οποίο -όταν είμαστε στο σπίτι- χτυπώντας με την παλάμη τη συσκευή «έφτιαχνε» την τηλεόραση που για κάποια στιγμή δεν είχε εικόνα και ήχο.
Εδώ να πω ότι οι γονείς μου στο θέμα της ενασχόλησής μου με το θέατρο ήταν πολύ ανοιχτοί, νομίζω και χαρούμενοι. Γενικώς με είχαν πολύ ελεύθερη στο να αποφασίσω ποιον δρόμο να ακολουθήσω. Να πω ότι σαν παιδί είχα πολλές ιδιομορφίες. Ήμουν αγοροκόριτσο και κάποια στιγμή τους ανακοίνωσα ότι θέλω να μάθω να παίζω μπουζούκι. Και οι δύο στήριξαν την απόφασή μου, αν και ήμουν μόλις 16 ετών. Με συνόδευαν λοιπόν και οι δύο σε έναν παλιό ρεμπέτη στην Πλατεία Βάθη για να κάνω τα πρώτα μου μαθήματα. Ακόμη – ως αγοροκόριτσο – έπαιζα πολύ ποδόσφαιρο, όμως όταν ήμουν στο Δημοτικό μου είπαν «φτάνει πια με το κλωτσοσκούφι, καιρός να κάνεις και κάτι άλλο». Φυσικά εγώ δεν τους άκουσα επειδή η μπάλα ήταν μια αφορμή για να έρθεις πιο κοντά με τα αγόρια τη στιγμή που τα άλλα κορίτσια κάθονταν στις γωνιές της αυλής και συζητούσαν. Μια μέρα όμως χτύπησα με την μπάλα στο κεφάλι. Γυρίζω λοιπόν στο σπίτι, με είδαν τραυματισμένη και εγώ ως δικαιολογία είπα ότι «εκεί που καθόμουν, η μπάλα ήρθε από κάπου, με βρήκε και με χτύπησε». Παρά τις απαγορεύσεις εγώ αδιόρθωτη συνέχισα να παίζω και πολύ αργότερα και ως έφηβη, και πιο μετά… Οι γονείς μου λοιπόν μια φορά μόνο θέλησαν να με αναχαιτίσουν, δεν τα κατάφεραν και έτσι σταμάτησαν. Δεν έκαναν άλλη προσπάθεια. Απλά με ακολουθούσαν σε ό,τι έκανα…

*Δημήτρης Αλεξάκης: Ένα στοιχείο σημαδιακό για μένα. Όταν ήμουν παιδί στο Παρίσι, μεγάλωσα με τον αδελφό μου σε μια πολύ μεγάλη λαϊκή πολυκατοικία. Ήμασταν μάλλον η μόνη οικογένεια και τα μόνα παιδιά που πήγαιναν στο Δημοτικό που δεν είχαμε στο σπίτι τηλεόραση. Ήταν επιλογή των γονιών μας – τέλη του ’70 και αρχές του ’80 – και αυτό μας άφηνε απέραντο ελεύθερο χρόνο να διαβάζουμε χωρίς να επηρεαζόμαστε από τα τηλεοπτικά cartoon και τα όποια παιδικά animation. Είμαστε μια ειδική περίπτωση και τα άλλα παιδιά δεν το πίστευαν. Αποκτήσαμε έτσι μια διαφορετική κουλτούρα μην έχοντας αυτή την καθημερινή επαφή με την τηλεόραση. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θέλαμε να βλέπουμε κι εμείς cartoon και animation. Είχαμε λοιπόν μια πολύ όμορφη δικαιολογία για να επισκεπτόμαστε τους φίλους μας στην πολυκατοικία για να παρακολουθήσουμε μαζί κινούμενα σχέδια, σειρές και ταινίες. Ήταν μια πολυκατοικία με πολλές εισόδους. Κάθε είσοδος ονομαζόταν και «Σκάλα» (Escaliers) Α, Β, Γ, Δ, Ε. Από κάθε τέτοια είσοδο μπορούσες να πας στα διαμερίσματα 14 ορόφων. Όλο το συγκρότημα ήταν μια μικρή πόλη. Γύρω γύρω από αυτό ήταν αλάνες από όπου έβλεπες όλο το Παρίσι. Ήταν στο πιο ψηλό σημείο της πόλης, στο Belle Ville. Είμαστε σε μια λαϊκή γειτονιά και εκεί τότε άρχισαν, στα τέλη του ’70, να χτίζονται ακόμη μεγαλύτερες πολυκατοικίες. Έτσι κλείστηκε η θέα προς την πόλη. Εκεί είχαμε πολλούς φίλους. Παίζαμε κι εμείς ποδόσφαιρο πολύ συχνά κάτω σε μια μεγάλη αυλή. Αν δεν παίζαμε μπάλα, ανεβαίναμε επάνω στα σπίτια των φίλων για να δούμε τηλεόραση… Σε αυτή την πολυκατοικία έβρισκες ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης. Εμείς ήμασταν στο 5ο Κτήριο. Στο 6ο ήταν άλλη μία ελληνική οικογένεια. Είχαν δει το δικό μας όνομα στα κουδούνια και ήρθαν να μας γνωρίσουν. Ήταν η οικογένεια του κυρίου Γαβριηλίδη. Στην είσοδο με τα ασανσέρ υπήρχαν επίσης εκατοντάδες γραμματοκιβώτια για την αλληλογραφία των ενοίκων. Ήταν οικογένειες από την Αφρική, από το Τσαντ. Πολλοί φίλοι από την Τυνησία, από τη Σενεγάλη, από την Αλγερία. Επίσης από την Ισπανία. Στην ουσία αυτό με έχει σημαδέψει σε πολύ έντονο βαθμό. Όταν μιλάμε για την καταγωγή μιλάμε για το πώς ερμηνεύει ο καθένας την καταγωγή του. Δεν υπάρχει δεδομένη καταγωγή. Σημασία έχει ποια ερμηνεία δίνεις στα όποια χιλιάδες κομμάτια μιας καταγωγής. Οπότε εσύ φτιάχνεις την εικόνα και την ταυτότητα του εαυτού σου. Ποια κομμάτια επιλέγεις από τη διαδρομή, από τα σημεία του ορίζοντα που έρχονται και οι γονείς και οι παππούδες. Εγώ από πολύ μικρός επέλεξα αυτό που ήταν πιο σημαντικό για μένα. Τις δύο χώρες, τη Γαλλία και την Ελλάδα. Επέλεξα όμως και την «πολυκατοικία» που δεν ήταν μόνο οι δύο χώρες αλλά σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου και μια εντελώς μωσαϊκή εικόνα της Γαλλίας. Αυτή την εικόνα κρατώ, μια εικόνα που προφανώς τώρα αντιμετωπίζεται σχεδόν εχθρικά ή τουλάχιστον αρνητικά από πολλούς Γάλλους με την άνοδο της σκληρής δεξιάς, της άκρας δεξιάς, αλλά και με τη γενικότερη αύξηση της αδιαφορίας προς το ξένο, προς το ερχόμενο από άλλο οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό μοντέλο. Σήμερα ισχύουν άλλες καταστάσεις. Σήμερα υπάρχει πολλαπλασιασμός του φόβου και της ανασφάλειας. Τελικά αυτή είναι και μια εικόνα του εαυτού μου γιατί ποτέ δεν μπορούσα να έχω μια εθνικότητα και μια υπηκοότητα. Οπότε ήμουνα με δύο χώρες που με έκαναν να νιώθω πιο πολύ συνδεδεμένος με τους ξένους, με τους μετανάστες και γενικότερα ανοιχτός προς ιστορίες που έρχονται από αλλού. Όλα τα παραπάνω ήταν και μια από τις αφετηρίες του ΚΕΤ, του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων. Όταν αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για το τι θέλουμε να κάνουμε, εγώ πολύ φυσικά, σαν κάτι τελείως δομικό μέσα μου, είπα ότι θα με ενδιέφερε να «χτίσουμε» ένα χώρο βάσει ενός προγράμματος που θα έχει αυτό τον χαρακτήρα. Ανεξάρτητα από όποιο δρόμο διαλέξουμε, αρκεί να φτάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα. Ασφαλώς επρόκειτο για μια γενική σκέψη, όμως αυτό ήταν το πνεύμα. Γεγονός όμως είναι ότι τον χαρακτήρα αυτό τον είχε η Κυψέλη όταν ανοίξαμε το 2012. Επομένως για μένα υπάρχει μια συνοχή και μια συνέχεια -που πάλι δεν είναι ποτέ δεδομένη- και έχει να κάνει με το πώς βλέπεις εσύ τα πράγματα και πώς τα ερμηνεύεις. Αλλά για μένα όλα αυτά είναι νοήματα και χτίσματα του πνεύματος. Πάντως συνεχίζω να είμαι σε μια γειτονιά που εξακολουθεί να έχει μια ισχυρή σχέση με τα παιδικά μου χρόνια, με την «πολυκατοικία» που λέγαμε. Γενικά δεν θα ήθελα κοινωνικά και πολιτιστικά να είμαι σε άλλο χώρο, σε πιο προστατευμένο. Ασφαλώς δεν μετανιώνω που γύρισα στην Ελλάδα, ούτε μετανιώνω που επιλέξαμε να είμαστε εδώ στην Κυψέλη και στα Πατήσια. Αυτό είναι κάτι που κάπως το κουβαλάω μέσα μου από την εποχή της «ασπρόμαυρης» ζωής μου…

 

*Φωτεινή Μπάνου: Με τον Δημήτρη φτάσαμε στο ίδιο αποτέλεσμα ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες. Οπωσδήποτε και οι δύο έχουμε μια «ποικίλη» καταγωγή – όπως πολλοί άνθρωποι – μιας και οι δύο έχουμε στις οικογένειές μας ιστορίες και μεταναστεύσεως και προσφυγιάς. Να θυμίσω πως εγώ γεννήθηκε στην Κυψέλη, στην πολυκατοικία που στεγάζει το ΚΕΤ, αλλά μεγάλωσα αργότερα στο Χαλάνδρι. Τυχαία γύρισα πάλι στην Κυψέλη. Έχω μια ιστορία υπαρξιακά μεγαλώνοντας, όπου σαν να με τραβάει η καταγωγή μου. Δεν είχα τόσο μεγάλη σχέση στο σχολείο με παιδιά από πολλές διαφορετικές χώρες. Πήγα στη Γερμανική Σχολή που εκεί ήταν παιδιά «δίγλωσσα», υπήρχε δηλαδή ένα άνοιγμα προς έναν άλλο πολιτισμό. Έζησα πάντα στην Αθήνα μόνιμα. Ήμουν συνέχεια πολύ κοντά στις ρίζες μου, με τους γονείς μου εδώ, ωστόσο πάντα ήθελα να έχω πρόσβαση σε άλλους πολιτισμούς. Με την έννοια της εθνικότητας έχω μια πολύ ανοικτή σχέση. Δεν ένιωθα ποτέ να απειλείται η εθνικότητά μου. Μετά χαράς δηλαδή θα είχα διπλή, τριπλή υπηκοότητα. Μου αρέσει πολύ να συναντάω ανθρώπους από άλλες χώρες, από άλλους πολιτισμούς και να τους καλοδέχομαι. Δεν νιώθω ποτέ αυτό τον όποιο περιορισμό των συνόρων. Επίσης αυτό που διαπιστώνω μεγαλώνοντας είναι πως η καταγωγή έρχεται και μου χτυπάει την πόρτα από τη γωνία. Νιώθω πως με τραβάνε πραγματικά σαν μαγνήτες πράγματα που έχουν σχέση με την καταγωγή μου, σε σχέση με ταλέντα ή προτιμήσεις των προγόνων μου. Τα βλέπω ξαφνικά μπροστά μου να ξεπηδάνε στη ζωή μου. Το νιώθω πάρα πολύ αυτό. Προτιμήσεις δικές μου και δρόμους που εγώ επιλέγω, τελικά βλέπω ότι είναι δρόμοι στρωμένοι από τους προγόνους μου. Υπάρχει μια συνέχεια χωρίς να το έχω επιδιώξει συνειδητά. Πατάω στα χνάρια των προγόνων μου, χωρίς ποτέ κανένας να μου έχει πει: «Αυτό πρέπει να κάνεις» ή να πω εγώ: «Θα συνεχίσω αυτό που άρεσε σε εκείνον ή στην άλλη από τους προγόνους μου».

*Δημήτρης Αλεξάκης: Κι εγώ με πολλαπλούς τρόπους πατάω στα χνάρια των προγόνων μου αλλά κάπως διαφορετικά, κυρίως έχοντας στο μυαλό μου το θέμα μιας ασυνέχειας. Στη οικογένειά μου σχεδόν κάθε γενιά μεγαλώνει σε άλλο χώρο, σε άλλη χώρα. Δεν υπάρχει συνέχεια από πολύ παλιά, πολλές γενιές πριν, τουλάχιστον στην ελληνική μεριά. Υπάρχουν πιο πολλοί αποχωρισμοί παρά συνέχειες με συνέπεια εγώ να προσπαθώ να χτίσω κάτι από την αρχή με έναν παράδοξο τρόπο. Αυτό το έκανα επιστρέφοντας στη χώρα στην οποία δεν είχα γεννηθεί. Έχοντας γνώση του παραδόξου ή της αντίφασης αυτής, με την επιστροφή στην ουσία στη χώρα όπου δεν έζησες ποτέ. Η Ελλάδα ήταν μόνο για τις καλοκαιρινές διακοπές. Δεν ήταν η χώρα της παιδικής μου ηλικίας. Οπότε υπάρχει εδώ ταυτόχρονα μια επιστροφή, μια εξερεύνηση των προγόνων και μια αιχμηρή αλλά πιο οδυνηρή αναζήτηση στο μέλλον, στο καινούργιο που έρχεται. Επειδή δεν έχω την πολυτέλεια να στηριχτώ σε μια παράδοση, πρέπει να συνδυάσω κόσμους που δεν μοιάζουν πολύ, κουλτούρες και γλώσσες που μεγαλώνοντας ανακάλυπτα τις βαθιές διαφορές τους. Κάτι δηλαδή που με έκανε να καταλάβω ότι αυτό το κουβαλούσα από την αρχή – το να «σηκώνω» δηλαδή δύο κόσμους, που μερικές φορές συνδιαλέγονται, και κάποιες άλλες φορές όχι – σε πολύ βασικά σημεία δεν επικοινωνούν καλά καλά. Όσον αφορά τις μυρωδιές, όσον αφορά τους ήχους, την αίσθηση της μουσικότητας, της μουσικής, του ρυθμού και βέβαια τις έννοιες των λέξεων. Πώς ονομάζουμε αυτό για το οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στην άλλη γλώσσα; Βέβαια όλο το «παιχνίδι» είναι αυτό: Εκεί που κάτι δεν επικοινωνεί, εκεί πρέπει να χτιστεί μια επικοινωνία. Όταν η επικοινωνία δεν είναι δεδομένη τότε πρέπει να χτιστεί από την αρχή. Η δική μου ιδιοσυγκρασία έχει πιο πολύ να κάνει με την ανάγκη να αρχίσω από το «μηδέν» αφού αποφάσισα στα 29 μου χρόνια να φύγω από τη Γαλλία και να κάνω ένα σάλτο στο κενό, χωρίς να έχω καμιά εγγύηση για το τι θα κάνω στην Ελλάδα. Χωρίς να έχω τα οικονομικά μέσα για να στηριχτώ περισσότερο από λίγους μήνες και ζώντας πολύ λιτά. Τα άφησα όλα πίσω μου αλλά αισθάνθηκα πως ήταν κάτι που έπρεπε να το κάνω και πως έπρεπε να διεκδικήσω αυτή τη δεύτερη χώρα και τη δεύτερη γλώσσα. Πήγα λοιπόν στο Πανεπιστήμιο, στα Γιάννενα, για τρία χρόνια. Έμαθα τα γραμματική και την ορθογραφία. Βελτίωσα τα ελληνικά μου και άλλαξα ζωή. Διεκδίκησα αυτό το στοιχείο, του να αλλάξεις ζωή. Πέτυχα αυτό το παράδοξο: «Αλλάζω ζωή κάνοντας μια τομή στη μέχρι τώρα πορεία μου, με στόχο να κερδίσω την παράδοση. Για να εγγραφώ ή να πάρω ένα στοιχείο από τους προγόνους μου». Είναι αυτή η αντίφαση, αλλά είναι μια αντίφαση που έχει περιεχόμενο.

***

 

Play 2…
ΕΓΧΡΩΜΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Τώρα που προχωράμε στα «έγχρωμα» χρόνια της αθωότητας θυμάμαι ένα δάσκαλο, τον μεσιέ Ολιβιέ. Όταν ήμουν 11 ετών, στην ΣΤ΄ τάξη του τότε γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ ήμουν τελείως ανορθόγραφος, αν και ήμουν αρκετά καλός όσον αφορά την έκφραση, μένοντας ένα χρόνο μαζί του σταμάτησα να κάνω ορθογραφικά λάθη. Οπότε έκανα μια μεγάλη στροφή στις σπουδές μου που την οφείλω σε αυτόν τον άνθρωπο. Βέβαια οι σχέσεις μου με τους κανόνες δεν ήταν πάντα καλές γι’ αυτό με απέβαλαν δυο φορές από το σχολείο. Τη μια φορά εκεί γύρω στα 13-14 όταν με έπιασαν να ζωγραφίζω στον τοίχο του σχολείου την ώρα του μαθήματος. Ασφαλώς δεν θα ξεχάσω κάποιες σημαντικές δασκάλες μου στο δημοτικό. Μία ήταν αραβικής καταγωγής, η μαντάμ Σουχούν. Επίσης ήταν η μαντάμ Μερ. Ακόμη και η μαντάμ Σαμποντιέ, που τη συνάντησα ύστερα από πολλά χρόνια όταν έδειχνα στη Φωτεινή την παλιά μου γειτονιά. Πέρασε μπροστά μας και έμεινα έκπληκτος. Ήταν σαν να έβλεπα σκηνές από το παρελθόν. Δεν είχε αλλάξει. Είχε το ίδιο αγέρωχο παράστημα όπως τότε που ήταν διευθύντρια στο σχολείο μου. Αυτές οι τρεις δασκάλες με σημάδεψαν πολύ κυρίως στο θέμα της γαλλικής γλώσσας. Με ώθησαν ώστε όλα μου τα σχολικά χρόνια να είμαι πρώτος στα γαλλικά και στη λογοτεχνία, έχοντας έναν πατέρα συγγραφέα και μια μάνα που δίδασκε γαλλικά. Δεν ήταν δηλαδή εντελώς τυχαία αυτά τα προσόντα μου. Όμως αυτές οι τρεις δασκάλες και ο μεσιέ Ολιβιέ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην όποια εξέλιξή μου. Περίπου 20-22 χρόνια μετά συνάντησα τυχαία στο μετρό του Παρισιού και τον μεσιέ Ολιβιέ. Αν και εγώ είχα αλλάξει, εκείνος με αναγνώρισε αμέσως. Ήταν το ίδιο βλέμμα που με είχε επηρεάσει και τότε όταν με βοήθησε να πάψω να είμαι ανορθόγραφος. Σηκώθηκα και του μίλησα. Του είπα πως όταν τυγχάνει και συναντώ κάποιον δάσκαλό μου δεν συνηθίζω να του μιλάω, «όμως με σας είναι κάτι διαφορετικό. Ήθελα λοιπόν να σας ευχαριστήσω γιατί ήταν πολύ σημαντική για μένα η προσφορά σας στην παιδεία μου». Εκείνος μόλις άκουσε τα λόγια μου βούρκωσε. Μου έσφιξε τα χέρια και έφυγε έντονα συγκινημένος αλλά δεν είπε τίποτα…

*Φωτεινή Μπάνου: Είχα σχεδόν πάντα καλές σχέσεις με τους δασκάλους μου. Ήμουν ένα παιδί που του άρεσε η σχέση δασκάλου – μαθητή. Τους αγαπούσα πολύ και η ίδια όταν έτυχε αργότερα να διδάξω αντιμετώπιζα τους μαθητές μου με τον ίδιο τρόπο. Είχα μια σχέση αγάπης με τους ανθρώπους που είτε με δίδαξαν, είτε τους δίδαξα. Θυμάμαι πολλούς δασκάλους και δεν ξέρω ποιον να ξεχωρίσω. Μου άρεσαν τα μαθήματα της γλώσσας, της ιστορίας, του αθλητισμού και του θεάτρου. Θυμάμαι τον Στέλιο Παπαπέτρου στη Γερμανική Σχολή στη θεατρική ομάδα, που με επηρέασε πάρα πολύ. Τις δυο δασκάλες μου στο πιάνο, την Κατερίνα Βουρνά και την Κατερίνα Κτώνα, τις δασκάλες μου στο τραγούδι. Πρόκειται για σχέση αγάπης, για σχέση ερωτική, αν και η λέξη είναι παρεξηγημένη. Πιστεύω πως είναι μια πολύ βαθιά σχέση. Το ίδιο συμβαίνει και όταν είμαι εγώ στη θέση του δασκάλου. Ίσως ανεπαίσθητα έκανα μια προέκταση της σχέσης με τους γονείς. Μου άρεσε μέσα στο χάος της παιδικότητας και των επιθυμιών του καθένα να υπάρχει μια τάξη. Από τότε λοιπόν μου άρεσε η έννοια της τάξης αν και εγώ παρέμενα ένα ζωηρό παιδί και δεν διάβαζα πάρα πολύ. Μετά το σχολείο επέλεξα να δώσω πρώτα στο Πανεπιστήμιο. Η καθηγήτρια που με προετοίμαζε μου πρότεινε να ακολουθήσω το Ιστορικό – Αρχαιολογικό. Πράγματι αυτό έκανα, αλλά δεν το τέλειωσα. Στα μισά σταμάτησα και έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή γιατί ήδη από το σχολείο είχα το «μικρόβιο» του θεάτρου. Έκανα λοιπόν μια άσκηση στον εαυτό μου, επειδή πολλοί λένε ότι τους αρέσει το θέατρο. Είπα λοιπόν: «Κάτσε δοκίμασε, κι αν σου λείψει συνέχισέ το… Αν δεν σου λείψει άφησέ το…». Και επειδή διαπίστωσα ότι μου έλειπε, αποφάσισα να προχωρήσω. Πήγα στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Δεν πρόλαβα τον Κάρολο Κουν, είχα όμως ως δασκάλους τους μαθητές του. Είχα τη Ρένη Πιττακή, την Κάτια Γέρου…

***

 

On air…
ΕΚΠΟΜΠΗ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Για μένα ήταν μια περίεργη διαδρομή όταν βρέθηκα on air. Άρχισα την επαγγελματική μου πορεία αμέσως έπειτα από δύο έτη σκληρής και απαιτητικής πανεπιστημιακής διδασκαλίας (ένα σύστημα που διακρίνει τη Γαλλία, με τις προκαταρκτικές τάξεις μετά το απολυτήριο, όπου υπάρχει κάτι το αρκετά ελιτίστικο). Άρχισα λοιπόν να δουλεύω στον εκδοτικό τομέα, σε εκδοτικούς οίκους κάνοντας πρακτική, απλήρωτη δουλειά. Εκεί διακρίθηκα ή μάλλον έδειξα κάποιο ταλέντο στο να διαβάζω τα χειρόγραφα αυτών που έστελναν τις λογοτεχνικές τους προτάσεις. Στην ουσία δούλεψα σχεδόν 10 χρόνια σε τρεις μεγάλους εκδοτικούς οίκους, διαβάζοντας χειρόγραφα, κάνοντας προτάσεις, γράφοντας κριτικές, παρουσιάζοντας βιβλία στους πωλητές του Οίκου που θα τα προωθούσαν στα βιβλιοπωλεία όλης της Γαλλίας. Παράλληλα έγραφα τα κείμενα του εξωφύλλου αυτών των βιβλίων. Επίσης ασχολήθηκα και με τα «βιβλία τσέπης», ενός εκδοτικού οίκου κυρίως, προσπαθώντας να ανακαλύψω στα εκατοντάδες χειρόγραφα που ελάμβαναν κάτι που θα άξιζε να εκδοθεί. Από το 1995 και μετά άρχισα να ασχολούμαι και με την πολιτική, με τα πολιτικά κοινωνικά κινήματα και κυρίως, το 1996, με το κίνημα των «Μεταναστών χωρίς χαρτιά στη Γαλλία». Ήταν άνθρωποι που δεν είχαν άδεια παραμονής στη χώρα και τη διεκδικούσαν σαν πολιτικό δικαίωμα και σαν δικαίωμα που σχετίζεται με την ουσιαστική αξιοπρέπεια. Ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία σε αυτούς τους αγώνες είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί διεκδικούσαν κάτι που ενώ μιλάμε για το χαρτί, για την άδεια παραμονής, για έναν γραφειοκρατικό τίτλο, στην ουσία – και χωρίς να αρθρώνεται καλά καλά αυτό – διεκδικούσαν κάτι που είχε να κάνει με πολύ περισσότερα από αυτό και αφορούσε μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Δηλαδή, εν τέλει, το δικαίωμα στην ύπαρξη. Ασχολήθηκα πολύ ενεργά με αυτόν τον αγώνα όπου εμψυχωτές ήταν οι ίδιοι οι μετανάστες και όχι ενσωματωμένοι, ενταγμένοι πολίτες που είχαν ήδη το δικαίωμα αυτό. Ήταν λοιπόν μετανάστες οργανωμένοι σε συλλογικότητα με μια κάποια αυτονομία. Ήταν το 1996 σε έναν από τους πρώτους και πιο σημαδιακούς αγώνες της εποχής που είχε πολύ ενδιαφέρον αφού οι μετανάστες δέχονταν τις συμβουλές και την όποια υποστήριξη αλλά έπαιρναν μόνοι τους τις τελικές αποφάσεις. Ήταν μια συλλογικότητα 300 ατόμων ανδρών, γυναικών και παιδιών από τη Σενεγάλη, από το Μάλι, από τη Νιγηρία και από τη Μαυριτανία. Ήταν ένας αγώνας που «πέρασε από 40 κύματα», κάποια κύματα αρκετά σκληρά, με θανάτους και απώλειες. Έγινε τότε μια μεγάλη απεργία πείνας που διακόπηκε όμως από την αστυνομία το καλοκαίρι του ’96. Τελικά εκείνος ο πρώτος αγώνας ήταν εν μέρει νικηφόρος ενώ η συνέχεια ήταν μια εποχή που πολλά κοινωνικά κινήματα ήταν σε αλληλεπίδραση και έτσι το 1997 εμφανίσθηκε το κίνημα των ανέργων και επισφαλών εργαζομένων. Αυτό ξέσπασε σε δύο γωνιές της Γαλλίας, στο Νότο και στον Βορρά, σε περιοχές που δοκιμάζονταν καθαρά από μαζική ανεργία. Μετά το κίνημα αυτό έφθασε και στο Παρίσι.
Βλέπουμε λοιπόν ότι η διαδρομή μου περνάει ανάμεσα στον εκδοτικό τομέα, στη λογοτεχνία και στα πολιτικά κινήματα. Το περιεχόμενο αυτής της δράσης μου προσπαθώ να το εντάξω και στον προγραμματισμό του ΚΕΤ. Θέλω να συνυπάρχουν πολιτισμός και πολιτική. Δεν τα χωρίζω. Δεν λέω ότι αυτό άπτεται της τέχνης και αυτό της πολιτικής, ούτε ενδιαφέρομαι για ένα κλασικό κομματικό, πολιτικό λόγο.
Μετά φεύγω από τη Γαλλία, επιστρέφω εδώ και αρχίζω σχεδόν από το «μηδέν». Η διαδρομή μου συνεχίζεται με τη Φωτεινή από το 2012 που ιδρύσαμε το «Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων». Φυσικά ενδιάμεσα κάνω μεταφράσεις και προς τις δύο γλώσσες, κυρίως όμως προς τα γαλλικά, άλλοτε από αγγλικά, άλλοτε από ελληνικά. Αρχίζω παράλληλα να γράφω στα ελληνικά κυρίως από τότε που δημιουργήσαμε τη Θεατρική Ομάδα «Το Κόκκινο δάσος». Κάναμε τότε την πρώτη προσέγγιση στο θέμα του Τσερνόμπιλ. Ήταν μια πρώτη γραφή που πήρε σάρκα και οστά το 2016 στο ΚΕΤ με την παράσταση «Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσερνόμπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει». Αυτή η δουλειά μας με κάποιο τρόπο ίσως να συνεχιστεί και έξω.
Μετά «μπήκε» στη ζωή μου το θέατρο και η θεατρική γραφή στα ελληνικά και τώρα γράφω κυρίως στα γαλλικά, πεζογραφία, ποιητικό λόγο, αφηγηματική γραφή, που έχει να κάνει με την καθημερινότητα εδώ, στην περιοχή που ζούμε, οπότε είναι γαλλικές λέξεις και βέβαια ελληνικό περιεχόμενο. Οπότε ξαναβρίσκω πάλι το αρχικό δίπολο. Τη διπλή χώρα σε αυτό το στοιχείο. Είναι κείμενα σε ένα ωραίο λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, πολιτικό γαλλικό περιοδικό που λέγεται Vacarme και έχει ζωή 20 χρόνων, επίσης στο internet στο «Club» της εφημερίδας Mediapart και στο προσωπικό μου μπλογκ. Ακόμη έγραψα τρία θεατρικά έργα που τα ανεβάσαμε στην Ελλάδα με τη Φωτεινή. Επίσης είναι και κάποια κείμενα που είναι εξ ολοκλήρου πολιτικά. Πρόκειται για πολιτικές αναλύσεις που δημοσιεύω στα γαλλικά αλλά πάντα με ελληνικό, εν μέρει, περιεχόμενο, οπότε προσπαθώ να γράφω κάτι που να είναι ανάμεσα στον πολιτικό λόγο, στον ποιητικό και στην αφήγηση, ώστε να λέω πάντα με κάποιο τρόπο ιστορίες. Αυτό με ενδιαφέρει τώρα ακόμη περισσότερο, παράλληλα με το ΚΕΤ που μας απασχολεί… λιγάκι. Αυτό είναι το περιεχόμενο της δικής μου «εκπομπής».

 

*Φωτεινή Μπάνου: Εγώ ουσιαστικά είμαι μία περφόρμερ. Έχω «φάει τη ζωή μου» να «εκπέμπω» σε μαθήματα χορού, μουσικής, τραγουδιού, μουσικών οργάνων και στη συνέχεια κάνοντας μαθήματα υποκριτικής. Οπότε ήδη πριν αποκτήσω δίπλωμα επαγγελματικό είχα συμμετάσχει σε αρκετές χοροθεατρικές παραστάσεις, μιας και έχω τη σχετική παιδεία. Στη συνέχεια τελειώνοντας τη Δραματική Σχολή, δούλεψα στο θέατρο, επίσης στο παιδικό και αρκετά στη Λυρική Σκηνή. Έχω κάνει μαθήματα κλασικού τραγουδιού αλλά ταυτόχρονα ήμουν και ρεμπέτισσα μιας και ήξερα μπουζούκι. Κάποια στιγμή όμως με κάλεσαν στη Γερμανική Σχολή, της οποίας ήμουν απόφοιτος, με σκοπό να φτιάξω εκεί μια θεατρική ομάδα. Άρχισα έτσι και τη διδασκαλία και τις σκηνοθεσίες. Τότε, σε κάποιο ρεμπέτικο γκρουπ, βρεθήκαμε με τον επίσης ρεμπέτη Δημήτρη και αρχίσαμε να φτιάχνουμε μαζί κάποια έργα. Ήδη είχα κάνει τις πρώτες σκηνοθετικές απόπειρες, όμως κυρίως ήμουν και είμαι περφόρμερ. Αυτή είναι η βάση μου. Μου αρέσει πολύ η αφήγηση ενώ έχω πάρει μέρος σε συναυλίες ως αφηγήτρια, όπως για παράδειγμα στην παρουσίαση του Συνόλου Σύγχρονης Μουσικής «Artefacts Ensemble». Μετά άρχισα κάποιες διδασκαλίες και σκηνοθεσίες αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «εν κρυπτώ» είμαι φιλόλογος. Το θυμίζω αυτό επειδή λανθάνει το συγκεκριμένο στοιχείο μου. Γι’ αυτό ξετρελάθηκα αυτή τη φορά που έκανα τη μετάφραση δύο κειμένων του Δημήτρη από τα γαλλικά στο «Πόλεμος Τοπίων».

*Δημήτρης Αλεξάκης: Αυτή η μετάφραση μου άρεσε πολύ επειδή το κείμενο για τον εμφύλιο πόλεμο που είχα γράψει στα γαλλικά, είχε έναν ρυθμό και σχεδόν πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις ο ρυθμός αυτός κινδυνεύει να χαθεί στη μετάφραση, εδώ όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Εδώ ξαναχτίστηκε το έργο χωρίς να χάσει την αρχική του αξία.

*Φωτεινή Μπάνου: Ήταν μια πολύ σωματική εμπειρία για μένα. Ένιωσα σαν να κάνω βουτιά μέσα στο γαλλικό κείμενο. Είναι κάτι που θέλω να το δοκιμάσω και πάλι. Κάτι άλλο που κάνω τα τελευταία πέντε χρόνια είναι η οργάνωση της παραγωγής. Όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό μερικές φορές, είναι παράλληλα και ευχαρίστηση. Για μένα είναι σαν να κάνω τα όνειρά μου, και τα όνειρά μας, πραγματικότητα…

*Δημήτρης Αλεξάκης: Το «μας» εδώ είναι για όλους τους συντελεστές και τους συνεργάτες…

*Φωτεινή Μπάνου: Το βλέπω αυτό σαν το θεμέλιο επάνω στο οποίο μπορείς να στηρίξεις τα όνειρά σου. Είναι σαν να μεγαλώνεις ένα παιδί. Αυτό μπορούν να το κάνουν ή εκείνοι που είναι υπερφιλόδοξοι ή εκείνοι που έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα της φροντίδας. Σε αυτή τη δουλειά υπάρχει έντονη η έννοια της φροντίδας. Μιλάμε για οικονομικές ευθύνες, για νομικές ευθύνες, για όνειρα μιας ζωής, για project, για ολόκληρες παραγωγές, ακόμη κι αν είναι μικρά τα μεγέθη. Έχουμε μια ζωή όλοι μας και είναι πολύ σημαντικό να μπορέσουμε όσο γίνεται να δούμε την υλοποίηση των ονείρων μας.

***

 

Χρήσιμο εργαλείο…
ΑΝΑΜΕΤΑΔΟΤΗΣ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Πρώτος στόχος, που είναι σκληρός, είναι η επιβίωση επειδή χωρίς αυτόν δεν μπορούν να υλοποιηθούν οι άλλοι στόχοι σε έναν χώρο ο οποίος ναι μεν είναι «αναμεταδότης» πολιτισμού αλλά δεν επιχορηγείται από πουθενά. Ούτε από τον ιδιωτικό τομέα, ούτε από το Δημόσιο, ούτε από κάποιον άλλο φορέα. Επομένως ο πρώτος στόχος του ΚΕΤ, πέραν της επιθυμίας που μας έκανε να το δημιουργήσουμε, είναι η επιβίωση. Όμως εμείς δεν φτιάξαμε το ΚΕΤ μόνο και μόνο γι’ αυτό. Έπρεπε να υπάρχει – και υπήρχε – κάτι άλλο, κι αυτό ήταν η αγάπη για το θέατρο. Ήταν ένα από τα προηγούμενα όνειρά μας από τότε που φτιάξαμε τη Θεατρική Ομάδα «Το Κόκκινο Δάσος». Ήταν στην ουσία το πρώτο σχέδιο, ο πρώτος στόχος, η πρώτη επιθυμία μας, μια παράσταση για το Τσερνόμπιλ που είχαμε θέσει τις βάσεις της στο Αναλόγιο του Εθνικού Θεάτρου και που θέλαμε να συνεχίσουμε και να παρουσιάσουμε στο κοινό. Τότε έπεσε η ιδέα της Φωτεινής στο τραπέζι που μας είπε: «Υπάρχει ένας χώρος ο οποίος ανήκει στην οικογένειά μου, δεν τον έχω δει, ένα παλιό εργαστήρι τηλεοράσεων στην Κυψέλη σε ένα υπόγειο». Η λέξη αυτή – το υπόγειο – δεν με συγκίνησε, μάλλον μου προκάλεσε απέχθεια οπότε γι’ αυτό δεν επέμενα να τον δω. Τελικά τον χώρο αυτό, που είναι σε μια ευθεία από το σπίτι μας, σε απόσταση 12 λεπτών με τα πόδια, κάποτε τον είδαμε όταν μας άνοιξε τον χώρο ο θείος της Φωτεινής. Μας έκανε αμέσως πολύ μεγάλη εντύπωση. Δεν ήταν αυτό που φανταζόμουνα ή που φανταζότανε ίσως και η Φωτεινή. Ήταν ένας χώρος, σε δύο επίπεδα με πολύ ψηλό ταβάνι, που θα μπορούσε να είναι και μικρό δημοτικό κολυμβητήριο, με μια κουπαστή ολόγυρα. Ήταν φανερό πως ένα σχέδιο θεατρικό όπως αυτό για το Τσερνόμπιλ θα ήταν πάρα πολύ ταιριαστό εκεί λόγω του ότι ήταν ένας χώρος που δεν έμοιαζε με τίποτα, δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον καθιερωμένο ως πολιτιστικό χώρο. Τελικά ο πρώτος στόχος ήταν αυτός και τον πετύχαμε ύστερα από 4 ή 5 χρόνια επαγγελματικής καθημερινής ενασχόλησης. Ύστερα από αγώνα για να ζήσει το ΚΕΤ κάναμε μια μεγάλη διαδρομή περνώντας από εκατοντάδες σχέδια άλλων ομάδων και στηρίζοντάς τα, για να φθάσουμε πάλι στον δικό μας πρώτο στόχο που ήταν αυτή η παράσταση για το Τσερνόμπιλ που την ανεβάσαμε το 2016, και πέρυσι, το 2017, στην αρχή της σεζόν. Οπότε η δική μας λαχτάρα για δημιουργία, για θέατρο, για λογοτεχνία, τελικά μας οδήγησε στο να «χτίσουμε» έναν χώρο που κυρίως να φιλοξενεί σχέδια άλλων ομάδων. Είναι λοιπόν αυτή η κοινωνική ζωή γύρω από τον πειραματισμό και γύρω από την αναζήτηση για το πώς η τέχνη μπορεί να έχει κάτι που να είναι ζωντανό και να προκαλεί συναντήσεις όπου οι άνθρωποι συνομιλούν, ανταλλάσσουν απόψεις, χαίρονται και προβληματίζονται.
Το ΚΕΤ είναι ένας χώρος που μας αφορά συνεχώς, είναι μικρής εμβέλειας και δεν μπορεί να έχει υψηλές φιλοδοξίες ως προς την κοινωνική ή οικονομική επιφάνεια του πράγματος. Το θέμα είναι πως όταν αναιρείς τη μεγαλόστομη φιλοδοξία, μένουν άλλες φιλοδοξίες που είναι πιο δυνατές για μας. Οπότε τοποθετούμαστε ξεκάθαρα σε αυτό, στο ότι δηλαδή το ΚΕΤ είναι μεν μικρής εμβέλειας αλλά τελικά είναι πιο προσιτό και υπαρκτό για μας. Είναι μακριά από την γκλαμουριά και από πράγματα που είναι για μας ή φθαρμένα ή και εντελώς σάπια. Εν τέλει την απουσία μέσων, που χαρακτηρίζει και εμάς και αυτούς τους χώρους, την κάνουμε σημαία πέραν του ότι έχουμε επίγνωση της δυσκολίας και χρειαζόμαστε που και που – και θα χρειαστούμε και στο μέλλον – κάποια βοήθεια, όπως είχαμε στην προηγούμενη παράσταση, στο «Πόλεμος Τοπίων» από δύο γαλλικά θέατρα. Ήταν μια καθοριστική υποστήριξη ώστε να έρθει η Irène Bonnaud και να δουλέψει εδώ μαζί μας και όλη η προετοιμασία να γίνει χωρίς προβλήματα. Όμως μπαίνοντας σε αυτό τον χώρο του εναλλακτικού πολιτισμού σε μια γειτονιά που δεν είχε την ανάλογη εμπορική αίγλη και προϊστορία «σκάβοντας» ανακαλύψαμε κάτι που για μας είναι πολύ σημαντικό και που καθόρισε εντελώς την πορεία μας.

*Φωτεινή Μπάνου: Εδώ καταφέραμε και φτιάξαμε ένα «δίκτυο» δυνατών συνεργασιών. Από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο ΚΕΤ «μου ‘ρθε μια κεραμίδα» και «έφαγα πετριά» με την έννοια ότι ερωτεύτηκα τον χώρο, κάτι δηλαδή που συμβαίνει μια – δυο φορές στη ζωή σου με πρόσωπα και πράγματα. Ο χώρος αυτός με σημάδεψε. Μπήκα μέσα και άρχισα να βλέπω πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν και τελικά έγιναν… Ήταν ένα σκοτεινό μέρος, με υγρασία, με αποχετεύσεις από την πολυκατοικία και πάρα πολλές δυσκολίες στην αρχή που τις αγνοούσα και που αν τις ήξερα ίσως και να μην το έκανα ποτέ. Ήταν πολλές και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες, αλλά πήρα την απόφαση και είπα: «Οπωσδήποτε, θα προχωρήσω. Τίποτα δεν θα με σταματήσει». Όταν μπήκαμε ο χώρος ήταν εντελώς άδειος. Είχε μόνο κάποια παλιά εξαρτήματα.
Από αυτά κρατήσαμε μια πρέσα, ένα τεράστιο μηχάνημα και το «ψαλίδι» που ήταν από τα βασικά εργαλεία του θείου μου. Δεκαπέντε χρόνια ο χώρος αυτός δεν ζούσε αλλά τελικά κατέβηκε και πάλι στο υπόγειο η ζωή, το φως και η χαρά της δημιουργίας. Από την αρχή το ένα έφερνε το άλλο. Ήρθαν όλα σχεδόν υπαρξιακά και σαν… τυχαία. Μπήκαμε εδώ με στόχο να μην πληρώνουμε χώρο έτσι ώστε να μπορέσουμε να παρουσιάσουμε κάποια σχέδια που θέλαμε οπωσδήποτε να τα δει ο κόσμος. Αρχίσαμε με πρώτο βήμα να κάνουμε τουλάχιστον κάποιες πρόβες. Στο πίσω μέρος του μυαλού όμως είχαμε και τη σκέψη για κάποια παράσταση ή από μας ή από κάποιους άλλους. Σε ένα λευκό χαρτί υπήρχαν οι τελίτσες που τις συνδέαμε μέρα με τη μέρα. Δεν πήγαμε με τη φιλοδοξία να κάνουμε πρόγραμμα χώρου κ.λπ. δεν θέλαμε να μπλέξουμε με σχέδια μεγαλεπήβολα.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Τότε κάναμε και ένα μπαζάρ με χειροποίητα αντικείμενα. Μας επισκέφθηκε ένας ηθοποιός ο οποίος πρότεινε να κάνει δοκιμαστικά μια μικρή παράσταση, η οποία έγινε εν τέλει και με αυτήν αρχίσαμε σιγά σιγά να βλέπουμε ότι το πράγμα ανοίγει από μόνο του.

*Φωτεινή Μπάνου: Ο χώρος φώναζε και έλεγε ότι είναι για πολλούς ανθρώπους. Δεν είναι για μια χούφτα ανθρώπων που θα κάνουν μόνο το εργαστήρι τους και την παραστασούλα τους. Οπότε έπρεπε να κάνουμε άνοιγμα και αυτό κάναμε. Έτσι αρχίσαμε να αποκτούμε κι άλλες… ειδικότητες αφού προηγουμένως «χτίσαμε» την κοινότητα. Μέσα στην πορεία της ζωής μου στην αρχή πέρασα από τη λατρεία του χώρου. Λειτουργώντας ως ηθοποιός σκεφτόμουνα εγωιστικά τον εαυτό μου πάνω στη σκηνή, μετά όταν άρχισα να κάνω κάποιες διδασκαλίες και σκηνοθεσίες έβλεπα τα πράγματα πιο συνολικά. Στη συνέχεια άρχισα να δένομαι με τους χώρους και να αγαπάω τα… ντουβάρια. Το ένα έφερε το άλλο. Μετά μπήκα στο ΚΕΤ και είπα: «Αυτό είναι»! Τότε είδα τι μπορεί να γίνει. Τότε συνειδητοποίησα ότι πίστη δεν είναι να πιστεύεις αυτό που πιστεύουν οι άλλοι. Πίστη είναι να πιστεύεις σε κάτι που δεν έχει υπάρξει ακόμη και να πεις: «Αυτό»! Δεν πάει να χαλάει ο κόσμος γύρω σου, εσύ να προχωράς μέχρι να φτάσεις στον τελικό προορισμό σου. Τελικά – και από άμυνα – άρχισα να φεύγω από τη λατρεία του χώρου, πράγμα που αναμφισβήτητα είναι κάτι πολύ σημαντικό επειδή ο χώρος συγκεντρώνει και συγκροτεί τα πράγματα και όλες τις δραστηριότητες. Από την άλλη όμως από τον φόβο μήπως όλο αυτό διαλυθεί για οποιονδήποτε λόγο, αφού όλα είναι ευάλωτα και οτιδήποτε χτίζει κανείς μπορεί να γκρεμιστεί και κυριολεκτικά και μεταφορικά, άρχισα να σκέπτομαι πως όλο αυτό μπορεί να παραμείνει σταθερό. Έτσι άρχισα να παίρνω ανάσα από αυτή την ιδέα γιατί το ΚΕΤ δεν είναι μόνο ο χώρος. Το ΚΕΤ είναι ένα «δίκτυο» και ιντερνετικό και καλλιτεχνικό που «γυρνάει» στην Αθήνα, στην Ευρώπη αλλά και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Αυτό που φτιάξαμε είναι μια κοινότητα πάνω στην οποία μπορούμε να πατήσουμε. Αυτό που δεν βρήκαμε από τον Δήμο ή το Κράτος, επειδή δεν είχε τις δυνατότητες και τα μέσα ή την πρόνοια να το φτιάξει, αναγκαστήκαμε να το φτιάξουμε μόνοι μας μην ξέροντας ως πού μπορούμε να φτάσουμε. Ακόμη δεν ξέρουμε μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε οπότε εδώ εν μέρει διαφωνώ με τις μικρές διαστάσεις και τις μικρές δυνατότητες. Θεωρώ ότι το ΚΕΤ ως «δίκτυο» έχει τις δυνατότητες επειδή το ένα project πυροδοτεί το άλλο, η μία σχέση την άλλη και κάποια στιγμή μπορεί να ταξιδέψει αυτό. Κανείς δεν ξέρει αυτό το «δίκτυο» σε πέντε χρόνια τι μορφές και τι διαστάσεις θα έχει πάρει. Δεν φιλοδοξώ κάτι, απλώς δεν ξέρω πού μπορεί να φτάσει επειδή πολλαπλασιάζεται γεωμετρικά και καλλιτεχνικά. Ευτυχώς αυτό που καταλάβαμε εξαρχής ήταν ότι πρέπει να σταθούμε για να μην κλείσει. Πρέπει να γίνεται σωστή διαχείριση ώστε αυτό να αντέξει οργανωτικά και οικονομικά αλλιώς δεν υπάρχει μέλλον, τα πράγματα σοβαρεύουν και οι ευθύνες είναι πολύ μεγάλες.

***

Και τώρα…
ΖΑΠΙΝΓΚ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Από την αρχή θέλουμε να χτίζουμε κάθε χρόνο ένα πρόγραμμα που να είναι του χώρου και επομένως να έχει την υπογραφή μας. Εννοείται πως το πρόγραμμα αυτό έχει μια καθαρά υποκειμενική βάση. Ποτέ δεν κάνουμε «ζάπινγκ» στις επιλογές μας. Έτσι το πρόγραμμα αντικατοπτρίζει πολύ απλά αυτό που μας ενδιαφέρει, αυτό που μας συγκινεί στις συναντήσεις που έχουμε με τους καλλιτέχνες αφού ποτέ δεν είμαστε μόνοι μας. Πρόκειται για τη συνάντηση ενός χώρου και μιας ομάδας καλλιτεχνών που έρχονται από αλλού για να μοιραστούν μαζί μας τα όνειρά τους. Στην πορεία μπήκε μια άλλη διάσταση που δεν ήταν δική μας αλλά την υπαγόρευσε ο χώρος. Ο ίδιος ο χώρος με τη δομή του, με τη φτιαξιά του, με την ιστορία του, με τον ήχο του, με την τοποθέτησή του στην πόλη «επιλέγει» τι του πάει και σε τι αντιδρά καλύτερα. Είναι σχεδόν σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Κλείσαμε τον Νοέμβριο του 2017 το πέμπτο έτος και μαθαίνουμε συνεχώς από τον χώρο για ποιο λόγο αυτό είναι πάρα πολύ όμορφο, σε αυτή ή σε εκείνη τη γωνιά. Μαθαίνουμε για ποιο λόγο κάτι πρέπει να γίνει τώρα ή κάποια άλλη ημέρα. Για ποιο λόγο του πάει αυτό το είδος της συνομιλίας ή αυτό το είδος της θεατρικής πράξης, που δεν είναι ακριβώς θέατρο. Για ποιο λόγο κάτι που μας αρέσει, φαίνεται λίγο αταίριαστο εδώ σαν να ήταν φτιαγμένο για άλλο χώρο, για ποιο θεατρική κατάσταση, με βιδωμένα καθίσματα, με ιταλική σκηνή κ.λπ. Επομένως το πρόγραμμα νομίζω, ελπίζω και πιστεύω ότι προχώρησε από έτος σε έτος, από σεζόν σε σεζόν ακολουθώντας τους κανόνες που όριζε ο χώρος. Νομίζω όμως ότι η τελευταία σεζόν είχε κάποιες διαφορές επειδή τώρα μαθαίνουμε να λέμε και «όχι». Καταλάβαμε μετά το δεύτερο ή τρίτο έτος πως ήταν ανάγκη – αν θέλαμε πραγματικά να φτιάξουμε το πρόγραμμα – να έχουμε μέσα στο λεξιλόγιό μας και το «όχι», κάτι που δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σου αρέσει η ίδια η πρόταση, αλλά αναλογίζεσαι όλο και περισσότερο τον χώρο ως κάτι που αναζητά μια συνέχεια και μια συνέπεια, μια αρμονική κυκλοφορία των διαφορετικών εκδηλώσεων. Αναζητούμε ένα πρόγραμμα που να κρατά σχεδόν ένα χρόνο. Τουλάχιστον οκτώ μήνες κρατάει οπωσδήποτε και μάλιστα οκτώ εντατικούς μήνες. Αναζητούμε λοιπόν μια εν δυνάμει ιδανική κυκλοφορία των όσων γίνονται εντός του χώρου ή αναζητούμε κρυφές συγγένειες μέσα σε όλα όσα παρουσιάζουμε. Αυτό το διεκδικούμε και δεν είναι καθόλου «ζάπινγκ». Είναι σχεδόν το αντίθετο. Αναζητούμε επομένως μια κρυφή κυκλοφορία των ιδεών, των σκέψεων αλλά και των τελευταίων λεπτομερειών στη συνεργασία μας με τους συντελεστές όλων των προγραμμάτων.

 

*Φωτεινή Μπάνου: Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε με τον Δημήτρη όσο περνάει ο καιρός, είναι να αφουγκραζόμαστε καλύτερα τις ανάγκες και τις δυνατότητες του χώρου αλλά και τις δικές μας. Αλλιώς δεν μπορείς να προχωρήσεις. Αναζητούμε τις πραγματικές ανάγκες του χώρου. Έπειτα από κάθε σεζόν που τελειώνει προσπαθούμε να ανακαλύψουμε και να σχεδιάσουμε τα επόμενα βήματά μας. Θέλουμε να είμαστε ζωντανοί στην επικαιρότητά μας και όχι στη μόδα. Ειδικά όταν σκοπός δεν είναι το χρήμα και η κερδοσκοπία. Επομένως πάντα κοιτάμε μόνο την ανάγκη της δικής μας έκφρασης, τις ανάγκες του χώρου και τις δυνατότητες που υπάρχουν. Ώστε να προχωράμε σε όσα μπορούμε, για να αμείβονται οι καλλιτέχνες. Αυτό το «πάντρεμα» είναι εν τέλει το κέρδος. Εδώ να πω ότι είναι πολύ όμορφη και η συνάντησή μας με ανθρώπους που έρχονται από άλλες χώρες, Έλληνες ή ξένους. Νομίζω πως, όπως είχε πει και ο Δημήτρης στην αρχή, έχουμε ιδιαίτερη ευαισθησία στο να συναντιούνται διαφορετικοί πολιτισμοί. Είναι πολύ ωραίο να έρχονται στο ΚΕΤ σε αυτό τον χώρο που αγαπάει όλη γειτονιά. Το πρόγραμμά μας όσο κι αν αποτελείται από διαφορετικά στοιχεία είναι τελικά «ένα». Εμείς το αγαπάμε και το επικοινωνούμε ως ένα πρόγραμμα. Και έτσι γινόμαστε «δύο σε ένα» με τις φιλοξενούμενες ομάδες. Ταιριάζει στον χώρο η μίξη τεχνών. Κάτι επίσης που σιγά σιγά συνειδητοποιούμε και ψάχνουμε είναι η σχέση μας με τους θεατές. Ψάχνω να βρω τι θέλω να μεταδώσω και σε ποιον θέλω να το μεταδώσω.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Είναι όλο και περισσότερο αυτό μας κινεί και γίνεται αντικείμενο μόνιμης αναζήτησης. Είναι κάτι που μας απασχολεί συνεχώς. Κάτι άλλο είναι να δημιουργούμε συνέχειες στον χώρο. Δηλαδή να στερεώσουμε το πρόγραμμα γύρω από συγκεκριμένους θεσμούς.
Για παράδειγμα πέραν των θεατρικών παραστάσεων, είναι ένας θεσμός που είναι αφιερωμένος στην πειραματική αυτοσχεδιαστική μουσική. Ένας άλλος θεσμός είναι οι προβολές κινηματογραφικών ταινιών είτε βουβών, είτε όχι με live μουσική. Ανάμεσα στις ταινίες που προβλήθηκαν φέτος ήταν τα «Πουλιά» και το «Ψυχώ» του Χίτσκοκ, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν.
Σε αυτές τις προβολές οι Silent Move (Βασίλης Τζαβάρας και Γιάννης Παξεβάνης) πρότειναν τη δική τους μουσικο-ηχητική εκδοχή. Όταν έχουμε βουβές ταινίες οι μουσικοί μας παίρνουν τη θέση του παλιού πιανίστα που έπαιζε την ώρα της προβολής. Όταν έχουμε ομιλούσες ταινίες αφαιρούμε τον πραγματικό ήχο της ταινίας και τον αντικαθιστούμε με live μουσική επένδυση. Είναι μια πολύ πρωτότυπη πρόταση.
Προσπαθούμε έτσι να δημιουργήσουμε μικρούς θεσμούς που μπορούν να έχουν ραντεβού με το κοινό μια φορά ή δύο φορές τον μήνα.
Ένας άλλος θεσμός είναι γύρω από σπάνιο κινηματογραφικό υλικό, με τον Γιάννη Παπαδόπουλο, που είναι ραδιοφωνικός παραγωγός και αρθρογράφος για θέματα του σινεμά όπου προσπαθούμε εκεί να παρουσιάσουμε μεταξύ άλλων και ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, μικρού μήκους, μεσαίου μήκους που προβάλλονται μόνο στα φεστιβάλ και μετά δεν τις βλέπει κανείς. Οπότε ένας από τους άξονες αυτού του θεσμού είναι να δώσουμε την ευκαιρία στους δημιουργούς να δείξουν τη δουλειά τους.
Ένας άλλος θεσμός είναι αυτός που εγκαινιάσαμε φέτος με τον Χρήστο Γιοβανόπουλο, από τους ιδρυτές της κίνησης «Αλληλεγγύη για όλους» ο οποίος είναι ειδικός και ασχολείται με την εναλλακτική αλληλέγγυα οικονομία. Είναι αφιερωμένος αυτός ο θεσμός που λέγεται «C C ZONE» σε αυτό το κομμάτι όπου η οικονομία αντιμετωπίζεται σε συνάφεια με την οικολογία, με την κοινωνική δικαιοσύνη, με τις ανάγκες των ανθρώπων και τις ανάγκες του οικοσυστήματος εν γένει. Πώς μπορούμε να διατυπώσουμε ξεκινώντας από υπαρκτά παραδείγματα μια άλλη αντίληψη για το τι σημαίνει οικονομία που να σέβεται τις ζωές των ανθρώπων και τους φυσικούς πόρους. Δηλαδή μία εντελώς διαφορετική οικονομική πρόταση.
Οπότε η ουσία είναι ότι συνεχίζουμε χτίζοντας σιγά σιγά και έτσι γίνεται και αρκετά ευανάγνωστο το πρόγραμμα και βοηθάει πολύ και προς τα έξω. Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται επιλεκτικά μόνο σε ένα θεσμό. Έρχονται κάθε φορά στον αυτοσχεδιασμό, έρχονται κάθε φορά στις προβολές με live μουσική, γίνονται δηλαδή θαμώνες ενός θεσμού και αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον για μας γιατί σημαίνει ότι στην ουσία ο κάθε θεσμός πετυχαίνει και έχει το δικό του κοινό.
Και αυτός είναι ένας από τους βασικούς στόχους του ΚΕΤ που σταδιακά τον κερδίζουμε. Να υποδεχόμαστε δηλαδή διαφορετικό κοινό για διαφορετικές εκδηλώσεις. Κοινό που εν τέλει γίνεται η μεγάλη οικογένεια του «Κέντρου». Κοινό που μερικές φορές δεν ξέρει τι θα δει, ξέρει όμως ότι ο χώρος είναι ανοικτός, εμπιστεύεται τις επιλογές μας, θα ανακαλύψει κάτι και θα δει κάτι που τον ενδιαφέρει.

*Φωτεινή Μπάνου: Το ΚΕΤ λειτουργεί και ως χώρος συνάντησης ιδεών και πριν, και κατά τη διάρκεια, και μετά την παράσταση. Είναι σημαντικές όλες αυτές οι στιγμές και για τους δημιουργούς και για τους θεατές που εν τέλει συμμετέχουν ενεργά ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

***

 

Υπάρχουν…
ΠΑΡΑΣΙΤΑ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Σταδιακά, αλλά αρκετά γρήγορα, μαθαίναμε πού τοποθετείται ο χώρος του ΚΕΤ, σε ολόκληρη την πόλη και την κοινωνία. Μαθαίναμε ποια είναι η θέση του, ποια είναι η δράση του, ποιες είναι οι δυνατότητές του. Καταλάβαμε τότε ότι δεν μπορεί αυτός ο χώρος να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν άλλοι μεγάλοι χώροι, θεσμικοί χώροι της προηγούμενης περιόδου. Καταλάβαμε ότι το ΚΕΤ πρέπει να βρει τους δικούς του κανόνες όσον αφορά την καθημερινή λειτουργία, όσον αφορά τις συνεργασίες και την επικοινωνία του. Όσον αφορά τα πάντα: Τη φιλοσοφία του, το λόγο του, το πώς συνεργαζόμαστε εκεί πέρα, πώς γίνεται η δουλειά, πώς βγαίνουμε προς τα έξω, πώς επικοινωνούμε με το κοινό. Τελικά πήραμε απόφαση ότι δεν πρέπει να αφήσουμε να κάνουν «παράσιτα» στη δουλειά μας τρόποι και νοοτροπίες που δεν είχαν καμία σχέση στην ουσία με αυτή τη νέα εναλλακτική σκηνή από πολύ μικρούς χώρους που ξεκίνησε το 2010 και μετά. Εδώ υπήρχε ένας χώρος που εμείς τον ανακαλύπταμε μέσα από την εμπειρία μας του ΚΕΤ, που αφορούσε όμως και άλλους χώρους. Ένας χώρος όπου οι δημιουργοί του ήταν και είναι συνέχεια εκεί.
Εδώ είμαστε και στα τεχνικά του χώρου, και στην επικοινωνία, και στο ταμείο, και στα λογιστικά. Είμαστε και πολύ στη σχέση με τους θεατές. Αρχίσαμε σταδιακά από την πρώτη στιγμή να αναιρούμε προαπαιτούμενα που χαρακτήριζαν όχι μόνο άλλους χώρους, όχι μόνο άλλη θεατρική πιάτσα, όχι χώρους που έκαναν μόνο θέατρο, αλλά και που ενδεχομένως χαρακτήριζαν και μιαν άλλη εποχή, τη στιγμή που εμείς κάνουμε θέατρο, μουσική, performance, φωτογραφία, προβολές που πολλές φορές αυτά τα είδη διασταυρώνονται μεταξύ τους.

Είμαστε μια μικρή ομάδα: Είναι η Φωτεινή Μπάνου, είναι η Αγγελική Καράμπελα στο μπαρ, που είναι μουσικός και συμμετέχει σε ένα μουσικό κομμάτι του προγραμματισμού, είναι η Μαριέττα Σπηλιοπούλου επίσης στο μπαρ, που όμως είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις, δασκάλα θεατρικού παιχνιδιού και ραδιοφωνική παραγωγός. Έκανε μάλιστα ένα εξαιρετικό σεμινάριο για ασυνόδευτα παιδιά από άλλες χώρες, πολύ συχνά από εμπόλεμες χώρες. Η Μαριέττα ερμήνευσε τον μονόλογο «Δαίμονας» της Μαρίας Ευσταθιάδη. Επίσης έχουμε τη Δάφνη Ανέστη, που έχει αναλάβει ένα μεγάλο κομμάτι της επικοινωνίας. Από την άλλη μεριά εμείς οι δύο κάνουμε από καθαριότητα του χώρου, μέχρι λογιστικά, από καλλιτεχνική διεύθυνση, μέχρι οργάνωση παραγωγής, τεχνική οργάνωση, καλώδια, κονσόλα, φώτα, τσεκάρισμα, φωτογράφηση, social media, υποδοχή.
Οπότε η Φωτεινή κι εγώ είμαστε τα πολυμήχανα ανθρωπάκια του χώρου. Αυτό το πολυμήχανο πολύ σπάνια το συναντάς σε ένα καθιερωμένο θέατρο ή σε ένα θεσμό που έχει επιχορήγηση. Επομένως είναι κάποιοι ρόλοι, με τη θεατρική έννοια του όρου, δηλαδή κάποιες κοινωνικές φιλοδοξίες και κάποιες προκαταλήψεις που πέφτουν. Εμείς ασχολούμαστε με πράγματα εντελώς χειρωνακτικά αλλά και με πράγματα – και είμαστε πολύ υπερήφανοι γι’ αυτό – που είναι αμιγώς καλλιτεχνικά, ακόμη και φιλοσοφικά ή θεωρητικά και όλα αυτά είναι δεμένα. Είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό για μας που μας ξεχωρίζει.

 

*Φωτεινή Μπάνου: Μπορεί να ακουστεί υπερβολικό και ακραίο αλλά όλο αυτό είναι ένα καλλιτεχνικό project, του πώς κόβεις το εισιτήριο, του πώς προσφέρεις το ποτό, του πώς δίνεις το OK για την έναρξη της παράστασης. Φυσικά αυτό οφείλεται και στο ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια ώστε κάθε ένας άνθρωπος να ασχολείται μόνο με ένα αντικείμενο.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Αν και πολλές φορές το πλαίσιο αυτό είναι ασφυκτικό, δεν το κάνουμε «παραμυθάκι», δεν πουλάμε θετική όψη της κρίσης κ.λπ. όπως μερικές φορές ακούγεται γενικά από κάποιους που λένε: «Είναι ωραία η κρίση γιατί η δημιουργικότητα των νέων ανθρώπων καλπάζει». Αυτό δεν είναι αλήθεια γιατί οι περισσότεροι δημιουργικοί νέοι άνθρωποι έχουν ήδη φύγει στο εξωτερικό από το 2010, οπότε εμείς απαντάμε με αυτόν τον τρόπο σε μια αρκετά σκληρή και υπαρκτή καθημερινή πραγματικότητα και παλεύουμε πάντα με την έννοια της επιβίωσης, της δικής μας και του χώρου σαν καλλιτεχνικό, κοινωνικό εγχείρημα. Είναι σημαντικό να το πούμε αυτό, αλλά λειτουργούμε κάπως με κανόνες που αναγκαστήκαμε να βρούμε από την ίδια την πραγματικότητα αυτού του χώρου. Επομένως καμία έτοιμη συνταγή από προηγούμενα έτη, από προηγούμενους χώρους ή από την προηγούμενη αθηναϊκή θεατρική ιστορία, στην ουσία δεν αρμόζει εδώ πέρα. Το γεγονός ότι πολύ συχνά ψάχνουμε μια αρκετά άμεση επικοινωνία με το κοινό μας και με το εν δυνάμει κοινό μας, είναι και αυτό πολύ σημαντικό. Το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι χώροι βγαίνουν στην επιφάνεια σχεδόν ταυτόχρονα με τη μεγάλη άνοδο των social media, με το γεγονός και τη δυνατότητα στην ουσία να πρέπει να χειρίζεσαι εσύ ο ίδιος κάτι σαν αυτόνομο media σε όλα αυτά τα κοινωνικά δίκτυα που είναι του χώρου, είναι και αυτό ενδεικτικό της όλης λειτουργίας και κάτι που εν τέλει «περπατάει» πέντε χρόνια τώρα.
Εν τω μεταξύ φέτος η χρονιά έδειξε αντοχή και δυνατότητες. Είχε ένα βάθος με την έννοια ότι είχε μεγαλύτερη συνάφεια όλο το πρόγραμμα. Υπήρχαν περισσότερες συγγένειες ανάμεσα στα όποια εγχειρήματα παρουσιάσαμε, ενώ έχουμε μπει και εμείς ενεργά στο ίδιο το καλλιτεχνικό πρόγραμμα με δύο παραστάσεις, την πρώτη για το «Τσέρνομπιλ» και την άλλη για τον «Εμφύλιο», οπότε τελικά μας βοηθάει και αυτό να καθορίσουμε το στίγμα του προγράμματος και βοηθάει και τους άλλους να καταλάβουν ποιοι είμαστε και τι είμαστε.
Επομένως έρχονται πιο πολύ και πιο πολλοί εν γνώσει. Δηλαδή όσο πιο σαφής είναι η εικόνα, η ατμόσφαιρα, το μήνυμα, η πολιτική διάσταση, το κοινωνικό περιεχόμενο και όλα αυτά που αναδύονται από ένα πρόγραμμα, τόσο πιο σαφείς και καίριες είναι οι προτάσεις που γίνονται στο χώρο. Έτσι χτίζεται το πρόγραμμα. Έρχεται ένας σκηνοθέτης σε μια από τις δικές μας παραστάσεις και του κάνει «μπαμ» το πώς χειριστήκαμε την ιστορική αναφορά σε μια περίοδο θεατρικά και μουσικά και μας λέει: «Παιδιά, δεν γνωριζόμαστε αλλά έχω στο μυαλό μου ένα παρόμοιο σχέδιο που έχει κάποιες συνάφειες με το δικό σας, επομένως θα ήθελα να το παρουσιάσω στο δικό σας χώρο». Έτσι χτίζεται το πρόγραμμα «λιθαράκι, λιθαράκι» με τέτοιες συναντήσεις και έτσι μεγαλώνει η κοινότητα του ΚΕΤ.
Να θυμίσω και πάλι ότι η ερμηνεία που έδωσα στη λέξη – ερώτηση «Παράσιτα», είναι οι τρόποι μιας προηγούμενης περιόδου, και μάθαμε μέσα στα χρόνια να μην επιτρέπουμε να κάνουν παρεμβολές στο πρόγραμμά μας «παράσιτα» που θα μπορούσαν να είναι υποκειμενικοί δικοί μας στόχοι. Σιγά σιγά, ανακαλύπτοντας τις πραγματικές δυνατότητες του χώρου, απελευθερωθήκαμε από «παράσιτα» που ήτανε νοοτροπίες που δεν ταίριαζαν στον χώρο και κουβαλούσαν άλλα πολιτικά και κοινωνικά πρότυπα. Ό,τι έχει να κάνει – για να το πω λίγο άκομψα – με την γκλαμουριά το πετάξαμε. Πολύ απλά… Και αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τι είναι το ΚΕΤ και ποια είναι η κρυφή δύναμή του, η δύναμη που στέκεται σε κάτι πιο λιτό, ενδεχομένως πιο εσωτερικό.

 

*Φωτεινή Μπάνου: Το ενδιαφέρον στο ΚΕΤ είναι ότι με ανθρώπους ή project ή με καταστάσεις που κι εμείς δεν αισθανόμαστε καλά, ο ίδιος ο χώρος τις πετάει έξω με ένα απλό «κλικ». Σε αυτές τις περιπτώσεις ο άνθρωπος και το σχέδιό του που δεν ταιριάζουν στο χώρο από μόνοι τους αποβάλλονται και δεν υπάρχει λόγος να βρίσκονται εκεί. Γι’ αυτό αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες των φίλων και των συνεργατών του ΚΕΤ. Εδώ δεν υπάρχει «δήθεν» στοιχείο, το ΚΕΤ δεν καμώνεται ότι είναι κάτι πιο σημαντικό από αυτό που στην πραγματικότητα είναι.
Εμένα βέβαια η λέξη «παράσιτα» με παραπέμπει και στα γνωστά ζωύφια που θέλουν να σιτιστούν από την τροφή του άλλου. Τα ζωύφια που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βάζουν εμπόδια στην όποια ανάπτυξη.

 

*Δημήτρης Αλεξάκης: Εμπόδια και εσωτερικά, σε σχέση με τον εαυτό σου και με το εγχείρημά σου. Ποιες είναι οι νοοτροπίες που σε εμποδίζουν να κάνεις αυτό που πραγματικά επιθυμείς και τι σε βγάζει έξω από την επιθυμία σου επειδή αισθάνεσαι την ανάγκη να ακολουθήσεις κάποιο πιο αναγνωρισμένο μονοπάτι ή πιο καθιερωμένο.

 

*Φωτεινή Μπάνου: Υπάρχουν και άλλα «παράσιτα» πιο επικίνδυνα και πιο πρακτικά που έχουν κάνουν με θεσμούς που πραγματικά μπορούν να σου καθορίσουν τη ζωή αλλά και να στην καταστρέψουν. Βέβαια αν δουν ότι δεν έχουν να κερδίσουν κάτι από σένα μπορεί και να σε αφήσουν στο απυρόβλητο, υπάρχουν όμως και κάποια αδηφάγα «παράσιτα» που προσπαθούν να σου πάρουν ακόμη και το ελάχιστο που διαθέτεις. Επιτίθενται τα «παράσιτα» αυτά σε ζωές και σταδιοδρομίες. Δεν είναι καθόλου αστείο αυτό…

*Δημήτρης Αλεξάκης: Να θυμίσω εδώ ότι «παράσιτα» έχουμε και εμείς στο ΚΕΤ. Είναι μια συσκευή τηλεόρασης που έχει στην εικόνα της μονίμως «χιόνι». Μάλιστα αυτά τα δικά μας «παράσιτα» τα έχουμε βάλει εκεί που τους αξίζει: Στην πόρτα εξόδου…

***

 

Σχέδιο για…
ΦΟΡΗΤΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

*Φωτεινή Μπάνου: Κάνουμε αργά αλλά σταθερά τα βήματά μας. Αυτό που έχουμε σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό είναι παραστάσεις που δόθηκαν στο ΚΕΤ να πάνε και σε άλλους χώρους, σε άλλες πόλεις, αλλά και σε άλλες χώρες. Η παράσταση «Πόλεμος τοπίων» είναι προγραμματισμένο να πάει σε ένα Φεστιβάλ στη Γαλλία. Η παράσταση «Παραλήπτης άγνωστος» ταξίδεψε στην Ελλάδα. Με πρωτοβουλία δική μας ή και συνεργατών μας προσπαθούμε να απλώσουμε το δίκτυό μας παντού.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Αυτό ήταν ένα από τα αρχικά μας όνειρα που μετά τον τρίτο ή τον τέταρτο χρόνο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Μάλιστα αυτό έγινε πιο γρήγορα από όσο το περιμέναμε. Δουλειές που ανέβηκαν στο ΚΕΤ πάνε τώρα και στο εξωτερικό μεταφρασμένες. Η «φορητή» παράσταση δείχνει πως σιγά σιγά μπορεί να αποδεσμευτεί από την αποκλειστική χρήση του χώρου και να πάει σε άλλη στέγη μεταφέροντας το πνεύμα του ΚΕΤ. Αυτό είναι η επιτυχία του «δικτύου» των ανθρώπων στο οποίο αναφέρθηκε πριν η Φωτεινή. Έτσι αυτή η δικτύωση, αυτή η σχέση μπορεί να εκφράζεται με πολλούς τρόπους, σε πολλά σημεία της πόλης και της χώρας. Επομένως είναι κάτι ανοιχτό. Δεν έχουμε πια το βλέμμα τόσο στραμμένο προς τον χώρο, αλλά προς το «δίκτυο» και τις προεκτάσεις του.

***

 

Πατάμε…
ΟΝ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Πατάμε ΟΝ για κάποια μελλοντικά μας σχέδια. Συνεχίζουμε τον «Πόλεμο Τοπίων» στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Συνεχίζουμε και τις «Πηνελόπες» που έκαναν ένα μικρό πολύ πετυχημένο κύκλο παραστάσεων εδώ. Είναι μια ομάδα οκτώ γυναικών που παρουσιάζουν μαρτυρίες γυναικών που ήρθαν στην Ελλάδα από τη Γεωργία και πιο πρόσφατα από τη Συρία, μετά τον πόλεμο. Είναι μια δουλειά που μπλέκει το θέατρο με τη μαρτυρία, το τραγούδι και κάτι που έρχεται από το μιούζικ χολ με κοπέλες από τη Χορωδία Εξαρχείων. Είναι ένα μείγμα στοιχείων που έδεσε δυνατά και αρμονικά σε σκηνοθεσία Αφροδίτης Μητσοπούλου.
Από εκεί και πέρα συνεχίζουμε και τους θεσμούς με τις προβολές ταινιών και με μουσική live. Παράλληλα θα έχουμε και τον αυτοσχεδιασμό αλλά και τις βραδιές που θα είναι αφιερωμένες στην εναλλακτική αλληλέγγυα οικονομία. Εκεί θα έχουμε και συναντήσεις, και προβολές ταινιών και συζητήσεις με το κοινό, αλλά κυρίως μεταφορά γνώσεων, βιωμάτων, εμπειριών, τεχνοτροπιών προς το κοινό.

*Φωτεινή Μπάνου: Είμαστε σε μια διαρκή αναζήτηση του πώς μπορεί να στηριχτεί και τώρα και στο μέλλον αυτό το δύσκολο και επώδυνο εγχείρημα. Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι το πώς θα κερδίζουμε, αλλά το πώς θα σταθούμε χωρίς να κοροϊδέψουμε τον άλλο. Δεν θέλουμε να συσσωρεύουμε αλλά να μοιραζόμαστε τα όποια οφέλη της δραστηριότητάς μας όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Για να φτάσουμε στο σημείο αυτό σημαντικό είναι να ανακαλύψουμε τα χέρια που θα βοηθήσουν για να φτάσουμε σε ένα καλό αποτέλεσμα. Η ακατάπαυστη εργασία μας μαζί με την ομάδα μας, αυτό έχει ως στόχο: Το τελικό αποτέλεσμα να είναι θετικό για όλους μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως δεν είμαστε μόνοι μας. Απλά είμαστε η κινητήρια δύναμη, ο μοχλός… η πρώτη μηχανή. Πρακτικά το πρώτο μέλημα είναι η διαρκής αναζήτηση. Δεν επαναπαυόμαστε και νομίζω πως και για τους καλλιτέχνες στην Ελλάδα – όσο ρομαντικοί κι αν είμαστε – νομίζω ότι πρέπει να αναζητήσουμε και εκτός χώρας κάποια στηρίγματα, με κάποια ανοίγματα. Βέβαια και οι δυο μας είμαστε πολύ προσεκτικοί στο πού και σε ποιον θέλουμε να στηριχτούμε. Δηλαδή, ουσιαστικά, είμαστε απόλυτοι στο ότι «είμαστε ανεξάρτητοι». Δεν υπάρχει τίποτα από πίσω και ούτε θα θελήσουμε να υπάρχει κάτι με το οποίο εμείς δεν θα συμφωνούσαμε ή θα μας αλλοίωνε τον χαρακτήρα μας.

***

 

Πατάμε
OFF

*Φωτεινή Μπάνου: Κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα αποφύγεις. Είσαι στη χώρα που είσαι, είσαι στην πόλη που είσαι, έχεις τους θεσμούς που έχεις, αλλά εμένα αυτή η δραστηριότητα με βοήθησε να δω πιο καθαρά τα πάντα επειδή αναγκάστηκα να συγχρωτιστώ με διαφορετικούς ανθρώπους. Είδα τον λογιστή, είδα τον υπάλληλο στην υπηρεσία, είδα τον διευθυντή, είδα τον δήμαρχο, είδα τον φτωχό, είδα τον πλούσιο, είδα την καθαρίστρια, είδα την υποτιθέμενη υπάλληλο, είδα τον καλλιτέχνη από την άλλη χώρα, τον τάδε σταρ, την τάδε σταρ, τον άγνωστο και τον γνωστό απατεώνα, είδα όλο το κύκλωμα των καλών, των κακών και των αγίων της κοινωνίας μας. Σε κάποια πράγματα δεν μπορείς να πατήσεις OFF αφού υπαγορεύονται από κανόνες που έχει θέσει το Κράτος. Μπορεί κάτι να μη σου αρέσει αλλά δεν μπορείς να το αλλάξεις από τη μία ημέρα στην άλλη. Οπωσδήποτε όμως το ON και το OFF μπορώ να το ενεργοποιήσω όταν φτιάχνω μαζί με τον Δημήτρη το πρόγραμμα. Αυτό κανείς δεν μου το υπαγορεύει.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Υπάρχει όμως και μια άλλη περίπτωση που μπορεί να πατήσεις το OFF. Είναι όταν είσαι «καταδικασμένος» στην επιτυχία και για να κρατήσεις το πνεύμα που θέλουμε εμείς για τον χώρο σημαίνει πως εμείς ανά πάσα στιγμή μπορούμε να το κλείσουμε. Αν για κάποιο λόγο θεωρούμε ότι πρέπει να λειτουργήσει ο χώρος πάση θυσία, τότε αυτό γίνεται παγίδα. Οπότε έχουμε, σχεδόν επιθετικά, την επίγνωση του ότι μπορούμε ακόμη και αύριο να το κλείσουμε. Τελικά αυτό το πράγμα είναι όρος όχι μόνο επιβίωσης αλλά και ελευθερίας. Δηλαδή θέλω την ελευθερία του χώρου αυτού, θέλω την αυτονομία του. Πράγμα που σημαίνει ότι αναλαμβάνω την ευθύνη και τον κίνδυνο και το πιο εύθραυστο κομμάτι του, επομένως θέλω να παραμείνει έτσι. Επομένως ξέρω πως μπορώ αύριο να πω «γεια σας». Δεν έχω τη διάθεση να κάνω υποχωρήσεις ώστε το εγχείρημά μας να πάρει εμπορική διάσταση.

*Φωτεινή Μπάνου: Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι και κάποιοι θεσμοί οι οποίοι δεν μας ταιριάζουν. Άρα δεν κάνεις καμιά έκπτωση.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Είναι κάτι καθαρά ανθρώπινο και υποκειμενικό που δεν μπορείς να το διευκρινίσεις εύκολα, αλλά απλώς είναι ένας χώρος που από τη στιγμή που όλα βασίζονται στη σχέση, στη φιλία, στην εμπιστοσύνη, πρέπει να είμαστε καλά με τους φιλοξενούμενους και τις ομάδες τους. Εντελώς απαραίτητο, όπως έλεγε και η Αριάν Μνουσκίν από το «Θέατρο του Ήλιου» για να πω ένα μεγαλεπήβολο παράδειγμα. Είχαμε φιλοξενήσει μάλιστα τη σκηνοθέτιδα Hélène Cinque, από το Théâtre du Soleil (Θέατρο του Ήλιου), που είχε δώσει μια φοβερή διάλεξη και μας έλεγε: «Η επιλογή δεν είναι μόνο η ποιότητα του ηθοποιού ή του μουσικού, είναι το αν θέλω να ζήσω ένα χρονικό διάστημα δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο όταν ανεβάζει ένα καινούργιο έργο. Είναι δυνατόν; Θα γίνει η συμβίωση; Αν ναι, τότε προχωράμε». Και για μας υπάρχει το ίδιο σκεπτικό αν και το χρονικό διάστημα της συμβίωσης είναι μικρότερο. Είναι θέμα που μας απασχολεί πάντα επειδή βασίζεται στην προσωπική επικοινωνία, σε συμφωνίες που έχουν να κάνουν με θέματα που συμμεριζόμαστε, θέματα ανθρώπινα, φιλοσοφικά, υπαρξιακά κ.λπ. Το ΚΕΤ δεν είναι ένας χώρος που θα πούμε «δώστε μας ένα νοίκι και σας αφήνουμε να δουλέψετε μόνοι σας». Εδώ έχουμε συγκατοίκηση, είμαστε κι εμείς εδώ γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η αρμονική συνεργασία με τους συντελεστές.

*Φωτεινή Μπάνου: Θυμάμαι από την αρχή, πριν καν φτιαχτεί το ΚΕΤ και κάνουμε τα εγκαίνια, όταν «μου είχε έρθει η πετριά», είχα πάντα στο νου μου την αίσθηση του OFF, είχα την αίσθηση του κινδύνου επειδή προχωρούσαμε σε ένα εγχείρημα το οποίο είχε μια πολυπλοκότητα. Σκεφτόμουν πάντα το clit off. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η αντίφαση. Του να επιθυμείς κάτι, σχεδόν όσο τίποτα και την ίδια στιγμή να ξέρεις ότι αυτό θα τελειώσει.

***

Οι τελικές
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

*Δημήτρης Αλεξάκης: Πάντα υπάρχουν περιθώρια για βελτίωση της εικόνας. Τεράστια περιθώρια με τις κατάλληλες «ρυθμίσεις». Αρχικά με στόχο τη βελτίωση της επικοινωνίας με τη γειτονιά μας. Είναι κάτι που μας κεντρίζει και πιο πολύ. Είναι κάτι που προχωράει σιγά σιγά και από μας και από μόνο του. Ήδη έρχονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι από τη γειτονιά γιατί πιστεύω ότι αυτή η σχέση είναι προϋπόθεση επιβίωσης του χώρου. Αυτή η σχέση είναι ακόμη υπό διεργασία με την έννοια ότι υπάρχει ακόμη ένα πολύ μεγάλο περιθώριο γιατί μέχρι στιγμής ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων που έρχονται στο ΚΕΤ είναι από άλλες γειτονιές. Ταυτόχρονα η αλήθεια είναι ότι μεταβάλλεται και αλλάζει η γειτονιά γρήγορα. Το άλλο που θέλουμε να εμβαθύνουμε είναι το πρόγραμμα να γίνεται όλο και πιο εύστοχο και προσωπικό, έτσι ώστε κάποιος που έρχεται, χωρίς να ξέρει τι θα δει, να μπορεί να βρει να ανακαλύψει κάτι που θα τον ενδιαφέρει και θα τον συγκινήσει. Το άλλο είναι ο τρόπος λειτουργίας από μέσα. Πώς μπορούμε δηλαδή να κρατήσουμε τη λειτουργία του, αφήνοντας κάποιες περισσότερες διακοπές για μας, κάποια μικρά κενά, ώστε να μην είμαστε εδώ όλο το 24ωρο, όλη την εβδομάδα και μερικές φορές ολόκληρους μήνες που να μην κλείνουμε ποτέ ούτε για μία ημέρα. Αυτό για μας είναι βαρύ και μας στοιχίζει σωματικά. Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε κάποιες ανάσες ακόμη και για να εκτιμήσουμε πιο ωραία και πιο γεμάτα αυτά που γίνονται. Ένας κίνδυνος πολύ απλός είναι η κούραση και η αδιάκοπη εργασία που εκτός από ημερήσια είναι, και εκ των πραγμάτων, νυκτερινή, οπότε θέλει εκεί προσοχή. Χρειαζόμαστε ανάσες μια, δυο φορές την εβδομάδα ώστε να επιστρέφουμε με όρεξη. Είναι κάτι πολύ σημαντικό που νομίζω ότι το έχουμε κερδίσει και μας επιτρέπει πια να το σκεφτόμαστε. Έχουμε βάλει μια βάση και μπορούμε να χτίσουμε και τα υπόλοιπα…

*Φωτεινή Μπάνου: Τώρα που είπες το ρήμα «χτίζω» θα έλεγα πως πρέπει να προσέχουμε ώστε να μη χτίζουμε πάνω σε θεμέλια σαθρά. Πιστεύω σε κάτι και μακάρι να συμβαδίζει η ζωή μου με αυτά που πιστεύω. Μπορεί να λέμε ό,τι θέλουμε στο τραπέζι αλλά στην πράξη να κάνουμε άλλα. Απλά φοβάμαι γιατί στα ίδια θεμέλια στηριζόμαστε όλοι… Και όλοι διακινδυνεύουμε το ίδιο.

*Δημήτρης Αλεξάκης: Μα, γι’ αυτό μιλούσαμε προηγουμένως για το OFF. Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, αν και εμείς έχουμε μάθει να παλεύουμε απέναντι στην πραγματικότητα.

*Φωτεινή Μπάνου: Ασφαλώς, και η πάλη είναι μέσα στα σχέδιά μας απέναντι σε κάθε εμπόδιο. Δεν εγκαταλείπουμε εύκολα τον αγώνα.

 

 

*Δημήτρης Αλεξάκης: Όμως αυτή είναι η πραγματικότητα, δεν είναι άλλη, επομένως πρέπει να ξέρουμε ποια είναι τα εμπόδια…

*Φωτεινή Μπάνου: …δεν πρέπει να είμαστε αιθεροβάμονες. Καλό είναι να ξέρει κανείς τι δυσκολίες έχει να αντιμετωπίσει ώστε να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος. Είναι μεγάλη δύναμη να προβλέπεις τους κινδύνους. Εμείς αυτό κάνουμε…
*Δημήτρης Αλεξάκης: …και είμαστε προετοιμασμένοι και αποφασισμένοι για όλα.

***
-Για όλα όσα μας είπατε σας ευχαριστώ και εύχομαι τα καλύτερα για σας, το ΚΕΤ και τους συνεργάτες σας.

-Κι εμείς ευχαριστούμε το catisart.gr για αυτή τη συζήτηση εφ’ όλης της ύλης.

Εκτύπωση
Παναγιώτης ΜήλαςΔημήτρης Αλεξάκης, Φωτεινή Μπάνου. Στην Κυψέλη, στο ΚΕΤ, μετατρέπουν σε έγχρωμα τα όνειρά μας

Related Posts