Cat Is Art

Οι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») έφτασαν και στην Ελλάδα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Κάποτε, once upon a time, που λένε και οι Αμερικάνοι, στην ξακουστή Κωνσταντινούπολη, ζούσε ένας ναυτικός που βρισκόταν σε σοβαρό οικονομικό αδιέξοδο. Ο άνθρωπος χρειαζόταν 120 λίρες για να ξεπληρώσει ένα χρέος σχετικό με το σκάφος του και αν δεν έβρισκε τα χρήματα και μάλιστα άμεσα, πολύ απλά θα έχανε όλο του το βιος. Ο ναυτικός δεν μπορούσε να δανειστεί από κανέναν, το ποσό ήταν πολύ μεγάλο για τα μέτρα της εποχής.

Ώσπου μια μέρα μια αδέσποτη γάτα, την οποία ο ναυτικός ενίοτε χάιδευε και τάιζε στο λιμάνι, τον πλησίασε και τον παρακίνησε να προσέξει κάτι κουρέλια. Ανάμεσά τους υπήρχε και ένα παλιό, φθαρμένο πορτοφόλι. Ο ναυτικός αγνόησε τα «λάφυρα» του τετράποδου, θεωρώντας πως επρόκειτο για ασήμαντης αξίας εύρημα, εκείνο όμως δεν το έβαλε κάτω. Επέμεινε. Λίγα λεπτά αργότερα η γάτα τον πλησίασε με το πορτοφόλι στο στόμα της. Με τα πολλά, ο ναυτικός άνοιξε το πορτοφόλι και βρήκε μέσα ακριβώς 120 λίρες.
«Αν αυτό δεν είναι θείο δώρο, τότε τι είναι;», είπε χρόνια αργότερα ο ίδιος ναυτικός, ένας από τους ανθρώπους που αφηγούνται τη δική τους γατοϊστορία, τη δική τους γατοεμπειρία, μπροστά στον φακό της Τουρκάλας σκηνοθέτιδας Κέιντα Τορούν και για λογαριασμό του ντοκιμαντέρ της «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») που από τις 9 Νοεμβρίου 2017 θα προβάλλεται και στις ελληνικές αίθουσες.

Όποιοι έχουν επισκεφτεί την Πόλη θα έχουν σίγουρα προσέξει τον απίθανο αριθμό από γάτες που τριγυρίζουν στις γειτονιές και στα σοκάκια, που σουλατσάρουν πάνω-κάτω στο Μπέγιογλου και που αυξάνονται και πληθύνονται διαρκώς. Είναι αλήθεια, οι Τούρκοι αγαπούν τις γάτες περισσότερο από τους σκύλους. Σχεδόν κάθε δεύτερη πολυκατοικία έχει κάποιον ένοικο που θα βγάζει γατοτροφή στον δρόμο καθώς και φρέσκο νερό για τα ζωντανά. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν θα δεις ποτέ στους δρόμους υποσιτισμένες γάτες. Το εντυπωσιακό δε είναι ότι πάρα μα πάρα πολλά μαγαζιά έχουν υιοθετήσει γάτες, οι οποίες θρονιάζονται σε καφετέριες, σε κουρεία, σε κλειστούς χώρους γενικώς, και γίνονται, με την αρχοντιά τους, ένα με το περιβάλλον.

Έχουν ειπωθεί πολλές ιστορίες για το πώς βρέθηκε η Πόλη να έχει τόσο πολλές γάτες. Κάποιοι το αποδίδουν στο ότι οι μουσουλμάνοι κατά βάση είναι ανεκτικοί προς αυτές, άλλοι ότι άρεσαν στους Οθωμανούς αυτοκράτορες, άλλοι ότι τις έφεραν μαζί τους όσοι —πάρα πολλοί— ήρθαν από τα χωριά τους. Όπως είπε ένας Τούρκος γιατρός, αστός από τους λίγους, που τις ελεύθερες ώρες του παίζει βιολί σε ένα ερασιτεχνικό κουαρτέτο, οι γάτες ανέρχονται σε τέτοιους αριθμούς ως αντίδοτο στα ποντίκια που στις αρχές του 20ού αιώνα έτρεχαν ανεξέλεγκτα στα στενοσόκακα του Πέραν και μετέφεραν αρρώστιες. Λογικό, ίσως όχι τόσο ρομαντικό ή ανατολίτικο, αλλά λογικό και πιθανό.

 

Η σκηνοθέτις

Η σκηνοθέτις Κέιντα Τορούν βρίσκεται σήμερα στο Λος Άντζελες όπου πλέον κατοικεί έχοντας φύγει από την Τουρκία. Αυτή την εποχή βιώνει τον πυρετό και τη φρενίτιδα της «προ-οσκαρικής περιόδου». Δουλεύει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς για την προώθηση της ταινίας της, η οποία διόλου απίθανο να κερδίσει τελικά μια θέση στην πεντάδα για το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ 2017.

Οι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» έχουν κάνει παντού θραύση. Στην Αμερική έχουν ξεπεράσει τα 2.800.000 δολάρια σε έσοδα, ποσό αστρονομικό για την αμερικανική αγορά, αφού ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα τουρκικό ντοκιμαντέρ σχετικό με… γάτες. Όμως αυτή ακριβώς η απήχηση που είχε η ταινία στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου προβάλλεται από τον περασμένο Φεβρουάριο, μπορεί τελικά να τη βοηθήσει στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Η Κέιντα Τορούν λέει χαρακτηριστικά: «Συνειδητοποίησα ότι η δική μου ιστορία στο παρελθόν με τις γάτες στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν αποκλειστικά δική μου, αλλά όποιος είχε αφεθεί να αναπτύξει μια ουσιαστική σχέση με αυτά τα πλάσματα είχε καταλήξει να βιώνει τη ζωή διαφορετικά. Αυτή η αλλαγή στην οπτική της ζωής διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά ο παράγοντας που είναι κοινός σε όλους είναι ότι αυτή η διαφορά προκύπτει από τη συνύπαρξη με ένα ζώο που έχει χάρη, πνεύμα και αυτάρκεια».

Παιδιόθεν οι γάτες ήταν οι καλύτεροι φίλοι της Κέιντα Τορούν. Η σκηνοθέτις γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου «παντού βρίσκεις γάτες!», όπως εξάλλου φαίνεται και στην ταινία της. «Νομίζω ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, επομένως μπορείτε ν’ αντιληφτείτε την εικόνα, μια εικόνα που σε άλλες, βόρειες ευρωπαϊκές πόλεις, πόσω μάλλον στην Αμερική, δεν μπορούν εύκολα να συλλάβουν γιατί δεν τη γνωρίζουν. Ήταν ένας υπέροχος τρόπος για να μεγαλώσεις, ιδιαίτερα για έναν χαρακτήρα σαν τον δικό μου. Δεν αγαπούσα ιδιαίτερα τα άλλα παιδιά…. Με τις γάτες είχα καλύτερες φιλίες. Με τον τρόπο τους ήταν οι μικροί δάσκαλοί μου».

Σήμερα η Κέιντα Τορούν, ενώ έχει κάνει οικογένεια, οι γάτες εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν στη ζωή της, αν και δεν κατοικούν μονίμως στο σπίτι. Ούτως ή άλλως δεν είναι ιδιαίτερη υποστηρίκτρια της ιδέας της ιδιοκτησίας γάτας ως κατοικιδίου. Πέρα από αυτό, βρίσκεται διαρκώς εκτός σπιτιού γιατί κάνει ταινίες. Όταν της λένε ότι οι γάτες δεν είναι ιδιοκτησία των ανθρώπων που τις έχουν, αλλά το αντίθετο, οι άνθρωποι είναι ιδιοκτησία των γατών, απαντά: «Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει ακριβώς, το βέβαιο όμως είναι ότι η σχέση ανθρώπου – γάτας δεν μπορεί να συγκριθεί με τη σχέση του ανθρώπου με κανένα άλλο, εξημερωμένο – όπως τα αποκαλούμε – ζώο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στο ότι οι γάτες δεν εξημερώθηκαν με τη βοήθεια των ανθρώπων, αλλά από μόνες τους· κάτι που τις κάνει σχεδόν ανθρώπινες. Εγώ τις αντιμετωπίζω περισσότερο σαν γείτονες ή καλύτερα σαν συγκατοίκους. Οι γάτες δεν βρίσκονται εκεί για να μας ευχαριστήσουν, οι δυναμικές τους είναι πολύ διαφορετικές από των υπόλοιπων εξημερωμένων ζώων. Οι γάτες θέλουν να τις προμηθεύεις με τα πράγματα που ζητούν, αλλά είναι πολύ ανεξάρτητες και πολύ υπερήφανες για να σε χρειάζονται στ’ αλήθεια. Και αυτό ακριβώς τις κάνει τόσο ιδιαίτερες».

 

Γατογειτονιές

Η εμπειρία της κινηματογράφησης γατών στην Κωνσταντινούπολη ήταν – όπως ο καθένας, γατόφιλος ή μη, μπορεί πολύ καλά να φανταστεί – μοναδική. Καθόλου εύκολη, αλλά σίγουρα ιδιαίτερη. Το σύστημα που η Κέιντα Τορούν, ο διευθυντής φωτογραφίας της Τσάρλι Γούπερμαν και οι λοιποί συνεργάτες της ακολούθησαν, όταν άρχισαν την έρευνά τους το καλοκαίρι του 2013, ήταν «το κατά δύναμη δημοκρατικό». H ομάδα επισκέφθηκε, αν όχι όλες, πάντως πολλές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, γιατί η Τορούν δεν ήθελε να αγνοήσει καμία γειτονιά της Πόλης στην έρευνά της. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε «πραγματικά πολύ, πάρα πολύ περπάτημα».
Υπήρξαν ασφαλώς περιοχές στις οποίες οι αδέσποτες γάτες δεν είχαν τόσο μεγάλη παρουσία όσο σε άλλες γνήσιες γατογειτονιές. Αλλά αυτό που η σκηνοθέτις τελικά κατάλαβε ήταν ότι ο μόνος τρόπος για ν’ αντλήσει πληροφορίες για την κάθε γάτα που αποφάσισε να φιλμάρει ήταν με το να μιλήσει με τον άνθρωπο που κατά κάποιον τρόπο είχε σχέση με αυτή τη γάτα, είτε επειδή τη φρόντιζε είτε επειδή τουλάχιστον την είχε υπόψη του. «Δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος που ν’ αρνήθηκε να μου μιλήσει», είπε η Τοκούρ, «και αυτό δείχνει πόσο αγαπητό είναι αυτό το ζώο στην Τουρκία».

Αφηγήσεις

Όντως, υπάρχουν αφηγήσεις στην ταινία που έχουν μια φιλοσοφική ή και θρησκευτική ακόμα διάσταση. Οι άνθρωποι – όπως ο προφανώς θεοσεβούμενος ναυτικός στην αρχή του κειμένου – αναφέρονται στην ουσιαστική σημασία της γάτας στην Τουρκία, στο τι σημαίνει γάτα γι’ αυτούς, στο τι συμβολίζει. «Στην Τουρκία πολύ συχνά αναφέρουν τις διδασκαλίες του προφήτη Μωάμεθ ως λόγο που δικαιολογεί τη συμπάθεια των ανθρώπων απέναντι στις γάτες», είπε η Κέιντα Τορούν. Πράγματι, υπάρχουν πάρα πολλές ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Μωάμεθ αποκρυσταλλώνει τον σεβασμό και την αγάπη του για τους άλλους μέσω της σχέσης του με τη γάτα. «Λέγεται ότι μια γάτα τού έσωσε τη ζωή από ένα δηλητηριώδες φίδι», αναφέρει η δημιουργός της ταινίας. «Και χαϊδεύοντας τη γάτα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Μωάμεθ άφησε πάνω της τα σημάδια των δαχτύλων του που είναι οι ραβδώσεις που βλέπουμε στο τρίχωμα της γάτας. Λέγεται επίσης ότι το στόμα της γάτας είναι τόσο καθαρό, που αν η γάτα δεν είναι άρρωστη από μια προφανή ασθένεια, μπορείς κάλλιστα να πιεις νερό από το κύπελλό της».

 

Η ψυχή της Πόλης

«Χωρίς τις γάτες η Κωνσταντινούπολη θα έχανε ένα κομμάτι από την ψυχή της», λέγεται στην αρχή της ταινίας και σε αυτή τη φράση δεν εμπεριέχεται καμία δόση υπερβολής. «Είναι σαν να προσπαθείς να φανταστείς τη Νέα Υόρκη και τη Βενετία χωρίς τα περιστέρια», δηλώνει αποστομωτικά η Τορούν. Ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλες πόλεις στις οποίες οι γάτες αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο, πόλεις στη Βόρεια Αφρική ή στη Μεσόγειο, όμως τελικά όχι και τόσο πολλές.

Η Ελλάδα είναι σίγουρα μια γατοχώρα και μάλιστα η σκηνοθέτις θεωρεί ότι η γάτα κατά κάποιον τρόπο είναι ένας από τους κρίκους που συνδέουν την Ελλάδα με την Τουρκία. «Μια από τις ομοιότητες της Τουρκίας με την Ελλάδα», λέει, «είναι το επίπεδο χάους μέσα στην αρμονία και την τάξη της ζωής και αυτό το παρατηρείς όταν συγκρίνεις αυτές τις χώρες με άλλες ευρωπαϊκές όπου επικρατούν η κατηγοριοποίηση, ο διαχωρισμός, η στειρότητα, χώρες στις οποίες δεν βλέπεις γάτες στους δρόμους. Εκεί δεν υπάρχουν αδέσποτα, διότι μια γάτα ή ένας σκύλος θεωρούνται μόνον οικόσιτα ζώα, τίποτε άλλο. Αυτό τον οργανικό τρόπο ζωής στην Τουρκία και στην Ελλάδα, αυτό το χάος της ζωής, για μένα το συμβολίζουν οι γάτες».

Γάτα – θρύλος

Αντλώντας από το πρόσφατο δημοσιογραφικό υλικό, αξίζει να θυμίσουμε πως στην Πόλη υπήρξε μια γάτα – θρύλος, η Τόμπιλι, κάτοικος Χαλκηδόνας Κωνσταντινουπόλεως (Καντίκιοϊ). Συχνά καθόταν σε ένα παγκάκι χαλαρή, σαν να ποζάρει. Ήταν αναγνωρίσιμη απ’ όλους και αγαπητή. Και γι’ αυτό, όταν πέθανε τον Αύγουστο του 2016, τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά από το αίτημα για την ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν της… τροφαντής γάτας. Έτσι η Τόμπιλι, όνομα σύνηθες στην Τουρκία για τις γάτες με καμπύλες, κάτι σαν το… Μπουμπού, έγινε άγαλμα. Το φιλοτέχνησε η γλύπτρια Σεβάλ Σαχίν και εγκαινιάστηκε ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας των Ζώων ακριβώς στο σημείο όπου η Τόμπιλι πόζαρε αρχοντικά πριν αρρωστήσει, τον Ιούλιο, και καταλήξει. Όταν πέθανε, οι φίλοι της στην οδό Τσίκμαζι κρέμασαν αφίσες ανακοινώνοντας το θάνατό της με τη φράση: «Θα ζεις πάντα στις καρδιές μας».

Υπομονή

Από την έρευνα της κινηματογραφικής ομάδας της Τορούν προέκυψαν 35 γατοϊστορίες που μπορούσαν να αξιοποιηθούν. Από αυτές – και μετά το τελικό μοντάζ – αναδύθηκαν οι επτά στις οποίες η ταινία εστιάζει. Η ίδια η κινηματογράφηση απαιτούσε τρομερή υπομονή, αφού «ποιος ξέρει πώς θα κινηθεί μια γάτα; Ερχόταν τη μια μέρα και ήταν άφαντη την επομένη. Και τη μεθεπομένη. Επομένως, αναγκαστικά έβγαινε από τη λίστα».
Για την Τοκούρ, ακόμα και να εγκαταλείψεις την ιστορία μιας γάτας ήταν δύσκολη απόφαση. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Πάντως, στο DVD της ταινίας θα υπάρχουν δύο ακόμη ολοκληρωμένες ιστορίες που δεν κατόρθωσαν να μπουν στην ταινία. Τα γυρίσματα κράτησαν τρεις μήνες και γίνονταν σε καθημερινή βάση: «Όποτε ήμασταν ξύπνιοι, φιλμάραμε». Στο σύνολό του το κινηματογραφημένο υλικό υπερβαίνει τις 180 ώρες!

«Η γενική μας γνώση για τις γάτες αυξάνεται ούτως ή άλλως καθημερινά και ασφαλώς με το να περάσω τόσο χρόνο κοντά τους, να τις βλέπω για παράδειγμα να συμπεριφέρονται μητρικά, ήταν κάτι καινούργιο για μένα. Τα περισσότερα πράγματα όμως τα ήξερα σε μια γενική βάση. Αυτό που ανακάλυψα είναι πόσο διαφορετικές είναι οι γάτες μεταξύ τους, καμία δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με την άλλη. Κάθε γάτα που ακολουθήσαμε μας αποκάλυψε κάτι μοναδικό για αυτήν. Και αυτό ήταν θαυμάσιο, διότι ο κόσμος, οι άνθρωποι, θέλουν να κατηγοριοποιούν τα πάντα. Όμως τις γάτες δεν μπορείς με τίποτα να τις κατηγοριοποιήσεις. Και αυτό το κατάλαβα περνώντας χρόνο μαζί τους», επισημαίνει η δημιουργός της ταινίας αντλώντας γνώση από τη συγκεκριμένη εμπειρία.

Η θετική επιρροή

Από την ταινία λείπει εντελώς το στοιχείο της βαρβαρότητας απέναντι στα αδέσποτα γατιά, στοιχείο που δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι περισσεύει στην Ελλάδα. Λείπουν αναφορές σε ασθένειες ή θανάτους, με την εξαίρεση μιας περίπτωσης όπου βλέπουμε έναν άνθρωπο να προσπαθεί να σώσει ένα γατάκι πηγαίνοντάς το στον κτηνίατρο. «Δεν ήθελα να τα δείξω αυτά διότι συχνά νιώθω ότι η οπτική καταγραφή του βασάνου γίνεται για τη χειραγώγηση του κοινού και εγώ δεν θέλω να χειραγωγήσω κανέναν. Δεν ήθελα να κάνω να νιώσει άσχημα το κοινό απλώς για να νιώσει άσχημα. Χωρίς να θέλω να αποφύγω το θέμα, δεν ήθελα να κάνω μια διδακτική ταινία, όλοι υποφέρουμε εξάλλου, όχι μόνο οι γάτες. Δεν ήθελα λοιπόν να δείξω τι γίνεται λάθος και ότι πρέπει να το διορθώσουμε. Με τις «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» ήθελα να εστιάσω στη θετική επιρροή της ζωής μας με ένα μη ανθρώπινο πλάσμα και το πόσο σημαντικό είναι αυτό για την καλυτέρευσή της».

Σήμα κατατεθέν

Τελικά, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε «ξεχάστε Αγιά Σοφιά, Μπλε Τζαμί και Τοπ Καπί». Το πραγματικό αξιοθέατο της Κωνσταντινούπολης είναι οι γάτες της, σήμα κατατεθέν της ανατολίτικης βραδύτητας, τεμπέλες και ναζιάρες γάτες που δεν σε αφήνουν να τις προσπεράσεις χωρίς να τους δώσεις σημασία. Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης έχουν κυριαρχικά δικαιώματα στην πόλη, αλλά και απαιτήσεις από το κοινό τους. Πλησιάζουν στο τραπέζι σου γουργουρίζοντας και αν προσπαθήσεις να τις παραμελήσεις θα βγάλουν νύχια και θα σε ξύσουν τρυφερά (στην αρχή) για να σου υπενθυμίσουν ποιος είναι ο πραγματικός κάτοικος της πόλης και ποιος ο τουρίστας.

35 γάτες – 7 ιστορίες

Στη συνέντευξή της η σκηνοθέτις εξηγεί τη δυνατή σχέση των κατοίκων της Πόλης και των αδέσποτων γάτων της: «Πίσω από αυτή τη σχέση υπάρχει ο θρησκευτικός παράγοντας. Πολλοί κάτοικοι μου είπαν ότι ο πραγματικός μουσουλμάνος αγαπάει τις γάτες. Ορισμένοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Προφήτης Μωάμεθ είχε μια αγαπημένη γάτα, με το όνομα Μουέζα. Λέγεται ότι η αγάπη του για τα ζώα αυτά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα προτιμούσε να έμενε χωρίς το μανδύα του παρά να ενοχλούσε μια γάτα που θα κοιμόταν επάνω σε αυτόν. Και το Ισλάμ έχει τόσες ιστορίες με γάτες. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η σχέση. Οι άνθρωποι μέσω της γάτας εκφράζουν την πνευματική, τη συναισθηματική και τη φιλοσοφική πλευρά τους. Σαν τον άντρα που λέει στην ταινία ότι οι γάτες είναι η σύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό. Το ενδιάμεσο. Στην Τουρκία δεν πρέπει να εκφράζεις τα συναισθήματά σου. Πρέπει να είσαι σκληρός. Ειδικά αν είσαι άντρας. Έτσι έχουν μάθει. Το να δείχνεις συμπόνια και στοργή σε κάτι, όπως οι γάτες, ή το να μιλάς για τις γάτες είναι ένας τρόπος να σπάσει ο πάγος ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Για την ταινία συναντήσαμε 35 γάτες, σε διαφορετικές γειτονιές. Προσπαθήσαμε να βρούμε γάτες που είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με κάποιους ανθρώπους γύρω. Τελικά παρουσιάζουμε 7 γάτες με τις ιστορίες τους. Ξέρεις τι λέμε; Αν θέλεις να μάθεις για τη ζωή κάποιου, ρώτα τη γάτα που φροντίζει. Το άσχημο σε όλο αυτό είναι ότι από τη δεκαετία του ’70 που εγώ μεγάλωσα, έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη ελάχιστοι πράσινοι χώροι για να ζουν οι γάτες. Αυτό δείχνει και το πόσο άλλαξε και η δική μας ζωή. Χαίρομαι όμως που η Πόλη έχει ακόμα τις γάτες της. Και που υπάρχουν άνθρωποι που τις φροντίζουν. Ένα μάλιστα μέρος των χρημάτων της ταινίας θα πάει σε οργανώσεις που φροντίζουν τις γάτες».

Οι περισσότεροι κάτοικοι της Πόλης λατρεύουν τις γάτες και τις θεωρούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και της ιστορίας τους. Από τα καταστήματα συγκεντρώνουν χρήματα για το φαγητό τους και γειτονιές ολόκληρες έχουν άτυπα υιοθετήσει τις δικές τους γάτες, που τις φροντίζουν με μοναδική ευλάβεια, ενώ κανείς δεν λέει «αυτή είναι η γάτα μου», αλλά «αυτή είναι η γάτα που φροντίζω». Παράλληλα, ο Δήμος επιδοτεί κάποιους κατοίκους, που φροντίζουν ώστε οι γάτες της Κωνσταντινούπολης να παραμένουν συνεχώς χορτάτες, υγιείς και χαρούμενες. Απίστευτο;

Αλλά μη νομίζετε ότι δεν υπάρχουν και αδέσποτα σκυλιά στην Τουρκία. Αντιθέτως, είναι πολλά και βρίσκονται παντού, και έχουν άριστες σχέσεις με τις γάτες, στις οποίες συνήθως υπακούν, όπως όλοι μας εξάλλου!

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Πρωτότυπος τίτλος
Kedi

Είδος
Nτοκιμαντέρ

Σκηνοθεσία
Ceyda Torun

Παραγωγή
Ceyda Torun – Charlie Wuppermann

Έτος
2017

Γλώσσα
Τουρκικά

Διάρκεια
79′

Η ταινία που εντυπωσιάζει όπου κι αν προβάλλεται, ακολουθεί 7 διαφορετικούς γατο-χαρακτήρες στις περιπλανήσεις τους στα σοκάκια, τις αγορές, το λιμάνι, τις ταράτσες, στην Κωνσταντινούπολη και τον Βόσπορο. Μέσα από τις ιστορίες αυτών των εντελώς διαφορετικών 7 γατο-προσωπικοτήτων, αλλά και των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή μαζί τους, «Οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης» σκιαγραφούν ένα κοντινό, γεμάτο ζεστασιά πορτρέτο της Πόλης.

• CRITICS’ CHOICE DOCUMENTARY AWARDS 2017
• Best Family Film 2016 (Jury Award at Sidewalk Film Festival)

Πρωταγωνιστούν… οι γάτες:
1. Bengu – Η ερωμένη
2. Aslan Parcasi – Ο κυνηγός
3. Psikopat – Η ψυχοπαθής
4. Duman – Ο τζέντλεμαν
5. Deniz – Ο υπέρ-κοινωνικός
6. Sari – Η καταφερτζού
7. Gamsiz – Ο «παίχτης»

Το ντοκιμαντέρ της Τσεϊντά Τορούν με τίτλο «Kedi» (Γάτα) εστιάζει στις γάτες του Βοσπόρου.

 

  • Το ντοκιμαντέρ «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» θα προβάλλεται στην Ελλάδα από την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 σε διανομή Filmtrade.

Ο Ασλάν Παρκάσι είναι γάτα με ονοματεπώνυμο. Είναι γνωστός στη γειτονιά του ως «κυνηγός» γιατί δεν αφήνει κανέναν ξένο εισβολέα να πλησιάσει. Είναι ο φόβος και ο τρόμος των ποντικιών. Είναι τυχερός, έχει πάντα φαγητό από τους ανθρώπους της Κωνσταντινούπολης και όση αγάπη χρειάζεται.

Η Κέιντα Τορούν και ο κάμεραμαν της Τσάρλι Βούπερμαν πέρασαν τρεις μήνες στην Κωνσταντινούπολη για τα γυρίσματα αυτού του διαφορετικού ντοκιμαντέρ. Δεν ήταν δύσκολο να εντοπίσουν όμως τους τετράποδους πρωταγωνιστές. Οι γάτες στη μεγαλούπολη του Βοσπόρου βρίσκονται παντού. Το ντοκιμαντέρ ήταν από σκηνοθετική άποψη πολύ απαιτητικό.


Τα πλάνα του ντοκιμαντέρ είναι πράγματι συναρπαστικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σκηνές με μάχες μεταξύ γατών στις άκρες των δρόμων με «μήλον της έριδος» λίγο φαγητό. Ειδικά οι γάτες που μόλις έγιναν μητέρες είναι πολύ επιθετικές, ιδίως όταν πρόκειται να διασφαλίσουν το φαγητό των μωρών τους.


Με το που γεννιούνται οι γάτες του δρόμου ξεκινούν έναν πραγματικό αγώνα επιβίωσης. Δεν είναι για όλες το ίδιο εύκολη υπόθεση. Κάποιες θα είναι τυχερές και θα επιβιώσουν, πολλές δεν τα καταφέρνουν. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει και αυτή την πτυχή από τη ζωή στους δρόμους.


Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ κατάφεραν να τραβήξουν κάποιες υπέροχες σκηνές με γάτες την ώρα της ανατολής και της δύσης του ήλιου. Με φόντο πάντα τον ειδυλλιακό Βόσπορο. Υπό μια έννοια πρόκειται για μια πρωτότυπη σκηνοθετική αποτύπωση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα μάτια μιας γάτας.

Κωνσταντινούπολη, Istanbul ή… Catstanbul, όπως θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς μετά το ντοκιμαντέρ της Τορούν, το οποίο αναμένεται στις κινηματογραφικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο τέλος Αυγούστου. Μια ποιητική, εκθαμβωτική, ρεαλιστική αλλά και σουρεαλιστική παρουσίαση της μαγευτικής αυτής πόλης.

Η σκηνοθέτις Κέιντα Τορούν (Ceyda Torun) και ο διευθυντής φωτογραφίας Τσάρλι Βούπερμαν (Charlie Wuppermann) ταξίδεψαν στην Κωνσταντινούπολη για να κινηματογραφήσουν τις γάτες οι ίδιοι, χωρίς να γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να απαθανατίσουν την αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι γάτα στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με συνεργάτες που έκαναν έρευνα τοπικά, μάζεψαν ιστορίες και αναζήτησαν ανθρώπους που έμοιαζε να έχουν εκτεταμένη επαφή με τις γάτες της γειτονιάς τους και γνώριζαν ποιες είναι οι κυρίαρχες προσωπικότητες, ποιο είναι παιδί ποιας, ποια γάτα κλέβει τον ψαρά και ποια μπαίνει στο σπίτι της γειτόνισσας κρυφά. Οι ιστορίες που άκουσαν τους κίνησαν περαιτέρω το ενδιαφέρον να κινηματογραφήσουν αυτά τα μοναδικά ζώα σε δράση.

Στην προσπάθειά τους να έρθουν όσο πιο κοντά γίνεται στις γάτες, οι δημιουργοί της ταινίας πειραματίστηκαν και σχεδίασαν διάφορες «γατο-κάμερες» και με αυτές ακολούθησαν τις γάτες σε σκοτεινά σοκάκια κι έρημα υπόγεια, πέταξαν drones πάνω από τις στέγες της πόλης και πήραν τις γάτες στο κατόπι για να αποκτήσουν την οπτική τους όταν περιδιαβαίνουν την πόλη.
Χρειάστηκε μεγάλη αφοσίωση. Έπρεπε να επιστρέφουν κάθε μέρα και να κινηματογραφούν τις ίδιες γάτες και τους μοναδικούς τους χαρακτήρες, καθώς και την αλληλεπίδρασή τους με τις κοινότητες στις οποίες κατοικούν.

Ύστερα από περίπου δύο μήνες γυρισμάτων η Τορούν και ο μοντέρ Μο Στόμπε άρχισαν να δίνουν μορφή στην ιστορία της κάθε γάτας ξεχωριστά, προσπαθώντας να εντοπίσουν την διαφορετικότητά τους και να τις αφήσουν να «διηγηθούν» τις ιστορίες τους. Ο σκοπός ήταν μέσα από επιλεγμένες γατο–ιστορίες, να δημιουργήσουν μια στοχαστική ταινία με θέμα την αγάπη, την απώλεια, τη χαρά, τη μοναξιά και τη συντροφικότητα.

Στη συνείδηση των τουριστών ανά τον κόσμο, η Κωνσταντινούπολη έχει αποκτήσει εσχάτως μια εντελώς νέα διάσταση: έχει αναχθεί σε «Πόλη των Γατιών», και δικαίως. Η Κωνσταντινούπολη ήταν ανέκαθεν μια πόλη παραδεισένια για τις γάτες. Τώρα όμως, χάρη στη δύναμη των social media, θεωρείται και η πρωτεύουσα όλων των γατόφιλων του κόσμου.

Οι αδέσποτες γάτες της Κωνσταντινούπολης (όπως και των άλλων μεγάλων πόλεων της Τουρκίας, δηλαδή) απολαμβάνουν ένα ιδιαίτερο καθεστώς συλλογικής αγάπης, φροντίδας και σεβασμού από τους κατοίκους. Βρίσκονται παντού και αρχίζουν να συναγωνίζονται πλέον με αξιώσεις τα μεγάλα αξιοθέατα της πόλης στην προτίμηση (και στις φωτογραφίσεις) των τουριστών, που εκπλήσσονται από την αντιμετώπιση των ίδιων των κατοίκων: στους δρόμους βρίσκει κανείς παντού μικρές φωλιές για τα αδέσποτα γατιά και αυτοσχέδιες ταΐστρες τοποθετημένες από τους κατοίκους. Η είσοδος δεν τους απαγορεύεται, στην ουσία, πουθενά. Κανείς δεν τις διώχνει, κανείς δεν τις πειράζει. Κι εκείνες ανταποδίδουν μ’ αυτόν τον ακαταμάχητο τρόπο τους, ποζάροντας, πλησιάζοντας χωρίς φόβο και γουργουρίζοντας, επιδεικνύοντας τον πιο γοητευτικό τους εαυτό (που δεν τους είναι, εξάλλου, και τόσο δύσκολο). Οι γάτες της Κωνσταντινούπολης είναι κάτι αντίστοιχο με τις ιερές αγελάδες της Ινδίας: σχεδόν ιερά ζώα.

Χαρακτηριστική είναι η παλιότερη περίπτωση του περίφημου Γκλι, ενός από τα γατιά που μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στο μουσείο της Αγίας Σοφίας, προσελκύοντας τα φλας των τουριστών, ιδίως από τότε που συναντήθηκε με τον Μπαράκ Ομπάμα κατά τη επίσημη επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη το 2009. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες του Γκλι, έχει κανείς την αλλόκοτη αίσθηση ότι ο αρχοντικός, αν και ελαφρώς αλλήθωρος, γάτος ήταν εκεί από πάντα.

Αλλά ακόμα και τα τζαμιά μοιάζουν να ανοίγουν τις πόρτες τους στις γάτες, όπως το Aziz Mahmud Hüdayi, όπου ο ιμάμης του, ο Μουσταφά Εφέ, επέτρεψε σε μια οικογένεια γατιών να βρει εκεί προστασία. Ίσως και τον Αλλάχ!

Άλλωστε, τον τόνο τον είχε δώσει από παλιά κι ο ίδιος ο Μωάμεθ, σύμφωνα με το Κοράνι: παραδίδεται ότι ο γατόφιλος Προφήτης, βλέποντας τη γάτα του να κοιμάται μακαρίως πάνω στην εσάρπα του, προτίμησε να κόψει το ύφασμα παρά να ξυπνήσει το ζώο. Εξάλλου, πάλι σύμφωνα με την παράδοση, μια γάτα τού είχε σώσει τη ζωή, όταν έδιωξε ένα δηλητηριώδες φίδι που ετοιμαζόταν να τον δαγκώσει. Ναι, οι γάτες είναι περίπου ιερές. «Αν σκοτώσεις γάτα, πρέπει να χτίσεις τζαμί για να σε συγχωρέσει ο Θεός», λένε οι Τούρκοι.

Φυσικά, υπάρχει και η εντελώς πρακτική πλευρά: οι γάτες έχουν αποτρέψει μια ακόμα άλωση της πόλης, αυτή τη φορά από τα ποντίκια.

Κάπως έτσι, και χάρη στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, οι Γάτες της Κωνσταντινούπολης προσφέρουν πλέον στην πόλη μια επιπλέον τουριστική ατραξιόν. Η καλοσύνη πάντα ανταμείβεται, όπως θα έλεγε και ο Μωάμεθ.

 

Οι πρωταγωνιστές

Bengu – Η ερωμένη

Εμφάνιση: Γκριζοκαφέ τρίχωμα με μπούκλες, τσαχπίνα, με σμαραγδένια μάτια
Φύλο: Θηλυκή
Περιοχή: Καρακόι
Απασχόληση: Σύζυγος, μητέρα, ερωμένη

Η Bengü, μια γκρίζα τάμπι που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και αγάπης πολλών αρσενικών. (Σημείωση: Στην κατηγορία Τάμπι ανήκει μια γάτα που το χρώμα της γούνας της σχηματίζει γραμμές, ρίγες, πιτσιλιές ή στριφογυριστά σχέδια και ένα Μ στο μέτωπο). Η Bengü ζει σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη εργαστήρια και τεχνίτες, που περιβάλλεται από μέταλλα, αλυσίδες και σχοινιά. Κι όσο κρύο και σκληρό είναι το περιβάλλον που ζει, τόσο απαλή και γλυκιά είναι εκείνη. Έχει κερδίσει τις καρδιές όλων των εργαζομένων στη γειτονιά, τρελαίνεται για χάδια και χουρχουρίζει μεγαλόφωνα όπου κι αν βρεθεί. Όπως πολύ σωστά δήλωσε ένας απ’ τους ανθρώπους που τη γνωρίζουν καλά, είναι πια τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, που τη θεωρούν μέλος της οικογένειάς τους.

Aslan Parcasi – Ο κυνηγός

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρος, μακρύτριχος, με κιτρινοπράσινα μάτια, ενίοτε λεκιασμένος όταν βγαίνει από την αποχέτευση
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Κυνηγός, ειδήμων στα ψάρια.
Περιοχή: Καντήλι
Χαρακτηριστικά: Κυνηγάει ποντίκια, τρώει ψάρια, αγαπά τα σημεία της πόλης που έχουν ωραία θέα, κοιμάται όλη μέρα και κυνηγάει το βράδυ.

Κατά μήκος της ακτής του Βοσπόρου υπάρχει ένα φημισμένο εστιατόριο ψαρικών που έχει έναν φύλακα, τον Aslan Parcasi που τον φωνάζουν Μικρό Λιοντάρι. Είναι ένας ασπρόμαυρος μακρύτριχος γάτος που έχει ως αποστολή να κυνηγά τα ποντίκια και τους αρουραίους, κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη εκείνων που θαυμάζουν τα κατορθώματά του. Μπορεί να μην καταφέρνει κάθε φορά να πιάσει το θήραμά του, αλλά η παρουσία του και μόνο κρατά τους αρουραίους μακριά.

Psikopat – Η ψυχοπαθής

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρη, κοντότριχη, με πράσινα μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, περπατάει με ύφος και είναι αντιδραστική
Φύλο: Θηλυκή
Απασχόληση: Ζηλιάρα νοικοκυρά, η ψυχοπαθής της γειτονιάς
Περιοχή: Σαματύα
Χαρακτηριστικά: Δεν διστάζει όταν πρόκειται για καβγά, επιθετική γενικώς, δεν «μασάει» και δεν «σηκώνει» πολλά πολλά.

Eίναι «σκληρό καρύδι». Zει σε ένα από τα παλαιότερα μέρη της πόλης και συχνά εμφανίζεται σε μια τσαγερί πίσω από μια παλιά εκκλησία. Έχει κερδίσει το σεβασμό των πωλητών της γειτονιάς, των ψαράδων, ακόμη και των αδέσποτων σκύλων. Δεν φοβάται κανέναν, έχει το πάνω χέρι στη σχέση της, κρατά τους αντιπάλους έξω από την περιοχή της και κάνει κάθε μάγκα να τη σέβεται. Είναι η «ψυχάκιας» της γειτονιάς.

Duman – Ο τζέντλεμαν

Εμφάνιση: Γκριζόασπρος με πράσινα μάτια, έχει προεξέχον στομαχάκι αλλά και αριστοκρατική κοψιά
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Τζέντλεμαν και γνώστης
Περιοχή: Νισάντασι
Χαρακτηριστικά: Χτυπά διακριτικά το τζάμι όταν πεινάει, όμως ποτέ δεν παρακαλάει ούτε μπαίνει μέσα, απαιτεί γκουρμέ γεύσεις όμως ενίοτε βουτάει και σε σκουπιδοτενεκέδες.

Ο Ντουμάν ζει σε μια από τις πιο καλαίσθητες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης και κατά κάποιον τρόπο έχει κάνει μια δική του συμφωνία με τους ιδιοκτήτες ενός πολύ φανταχτερού delicatessen. Ποτέ δεν εισβάλλει στο κατάστημα, αλλά περιμένει υπομονετικά έξω, παρακολουθώντας πότε οι σερβιτόροι θα πάρουν παραγγελία για κάποιο πιάτο, το οποίο συχνά περιλαμβάνει καπνιστά κρέατα και γκουρμέ τυριά. Χαρακτηριστικά ακουμπάει το πατουσάκι του στο παράθυρο κι αυτό είναι κάτι που κι οι πιο σοβαροί πελάτες πλέον έχουν συνηθίσει. Παρόλο που οι ιδιοκτήτες του εστιατορίου τον υπέβαλαν σε διατροφή και απέκτησε πιο κομψό σουλούπι, εκείνος δεν διστάζει να βουτάει ακόμη μέσα στους κάδους, αποδεικνύοντας πως όσο κομψή κι αν γίνει μια γάτα, παραμένει μια γάτα της γειτονιάς.

Deniz – Ο υπερ-κοινωνικός

Εμφάνιση: Γκριζόασπρος τιγρέ-τάμπι, με πράσινα μάτια, γεμάτος ενέργεια, μπρίο και νιάτα.
Φύλο: Αρσενικός
Απασχόληση: Μασκότ, μπελάς
Περιοχή: Βιολογική αγορά Φερικόϊ
Χαρακτηριστικά: Νέος και νεανίζων, κοιμάται στους πάγκους της αγοράς, όπου ταλαιπωρεί εξίσου γάτες και πελάτες.

Ο Ντενίζ από μικρό γατάκι ξεχώριζε. Ήταν στην αρχή διστακτικός με τους ανθρώπους. Τώρα πια είναι η μασκότ της τοπικής βιολογικής αγοράς και απολαμβάνει με τις ώρες τα χάδια των πωλητών και των πελατών της. Συνήθως σκαρφαλώνει και χουζουρεύει επάνω στις τέντες, κοντράρει άλλες γάτες, παίζει πίσω από τους πάγκους ή κοιμάται ανάμεσα στα κουτιά του τσαγιού.

Sari – Η καταφερτζού

Εμφάνιση: Κιτρινόλευκη τιγρέ-τάμπι, με κίτρινα μάτια, ευέλικτη και μικρόσωμη
Φύλο: Θηλυκή
Περιοχή: Πύργος του Γαλατά
Χαρακτηριστικά: Δεν της καίγεται καρφί, κλέβει, ζητιανεύει, παρακαλάει, επιμένει.

Η Σάρι είναι μια κίτρινη τάμπι που ζει στον Πύργο του Γαλατά, σε ένα από τα παλαιότερα και πιο γνωστά αξιοθέατα της Πόλης. Έχει σαφή αποστολή: Νερό-Φαΐ-Επιβίωση.

Κλέβει, ζητιανεύει και βρίσκει έναν τρόπο να πάρει αυτό που χρειάζεται. Παρόλο που τη διώχνουν από τα καφέ και τα εστιατόρια της πλατείας, εκείνη έχει τους συμμάχους της. Όπως μια ιδιοκτήτρια ενός εμπορικού καταστήματος, που θαυμάζει τον επίμονο χαρακτήρα της Σάρι, και -μιας και η Σάρι έγινε μητέρα- της δίνει φαγητό για να πάει στα γατάκια της. Η Σάρι συχνά περνά πολύ χρόνο στο κατάστημα, παρακολουθώντας τους πελάτες που δοκιμάζουν ρούχα, όμως τώρα που έχει γατάκια, δεν ξεχνά την αποστολή της και σπεύδει να εξασφαλίσει τα αναγκαία για εκείνα και τον εαυτό της.

Gamsiz – Ο «παίχτης»

Εμφάνιση: Ασπρόμαυρος, κοντότριχος, πρασινομάτης, γεματούλης και γλύκας
Φύλο: Αρσενικό.
Απασχόληση: Κλασικός άνδρας της γειτονιάς, φούρναρης, εραστής
Περιοχή: Σιχανγκίρ
Χαρακτηριστικά: Έχει κοφτερά νύχια, όταν περπατά γέρνει ελαφρώς στο πλάι, είναι αφεντικό στο δρόμου του.

Μην ξεγελιέστε από το μικρό προσωπάκι και το αθώο ύφος του. Είναι ένας τετραπέρατος γάτος που γνωρίζει όλους τους ανθρώπους της γειτονιάς καθώς και τι είδους τρόφιμα μπορεί ν’ αρπάξει απ’ τον καθένα τους. Είναι δυνατός και ικανότατος και διαπρέπει στην αναρρίχηση και τις μάχες. Μπορεί να σκαρφαλώσει κάθε δέντρο, να φτάσει κάθε μπαλκόνι, να κατατροπώσει κάθε αντίπαλο και να γοητεύσει κάθε άνθρωπο. Βέβαια βοηθά και το γεγονός ότι ζει στο Cihangir, τη αυθεντική γειτονιά των καλλιτεχνών, που είναι πλέον ένας παράδεισος για τις γάτες. Οι «δικοί του άνθρωποι» είναι πολλοί, αλλά απολαμβάνει ειδική μεταχείριση από έναν αρτοποιό και μια ηθοποιό, οι οποίοι τον αγαπούν εξίσου, αλλά για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΟι «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» («Kedi») έφτασαν και στην Ελλάδα…

Related Posts