Cat Is Art

Άσπα Τομπούλη: Το θέατρο είναι ένας χώρος έρευνας, ένας χώρος ουτοπίας, ένα κουτί μαγείας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μια ευκαιρία για συνέντευξη με μια τόσο ξεχωριστή δημιουργό είναι πάντα ευπρόσδεκτη, ιδιαίτερα αν αυτή δίνεται λόγω μιας εξαιρετικής παράστασης. Με αφορμή λοιπόν τη «Γυάλα» της Τζένης Δάγλα, που ρίχνει μια λοξή και αντισυμβατική ματιά στη σημερινή πραγματικότητα της Αθήνας μέσα από τις ιστορίες της ιδιόρρυθμης Λούσης, μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα Άσπα Τομπούλη.

Η Άσπα Τομπούλη, «μία επίμονη σκηνοθέτις», όπως αυτοπροσδιορίζεται, έχει συνδέσει το όνομά της με διακεκριμένες θεατρικές παραστάσεις που άνοιξαν νέους δημιουργικούς δρόμους στη θεατρική τέχνη. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και των θεατρικών τμημάτων των Royal Holloway και Goldsmiths College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (PHD 2005). Ξεκινώντας τη σταδιοδρομία της, εργάστηκε ως βοηθός του Τάσου Μπαντή και της Ρούλας Πατεράκη. Το 1994 δημιούργησε τη θεατρική εταιρεία «Όψεις», της οποίας είναι καλλιτεχνική διευθύντρια. Συνεργάζεται και σκηνοθετεί για λογαριασμό κρατικών οργανισμών και θιάσων του ελεύθερου θεάτρου. Πρωτοεμφανίστηκε ως σκηνοθέτις και μεταφράστρια με το έργο της Ρ. Λ. Γκόλντενμπεργκ «Γράμματα στο Σπίτι μου» (Εμπρός 1994 – 1995), μια ενδιαφέρουσα παράσταση με επίκεντρο τις επιστολές της Σύλβια Πλαθ στη μητέρα της. Έχει διδάξει σκηνοθεσία στο θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών και Ναυπλίου. Επίσης δίδαξε σκηνοθεσία και Text into Performance σε σεμινάρια στο Θέατρο των Αλλαγών, στο Θέατρο-Εργαστήριο και σε workshops που οργάνωσε η ίδια σε διάφορους χώρους. Έχει υπογράψει πολλές σκηνοθεσίες με πιο πρόσφατη αυτή στο πολύ δυνατό έργο του Γκιγιέμ Κλούα «Δέρμα στις φλόγες», που θαυμάσαμε πέρσι στο «Olvio». Έχει σκηνοθετήσει -μεταξύ άλλων- έργα των Γιάννη Ρίτσου, Ευγένιου Ο’ Νιλ, Χρύσας Σπηλιώτη, Ντέιβιντ Μάμετ, Μάρτιν Κριμπ, Τένεσι Ουίλιαμς, Αύγουστου Στρίντμπεργκ και Τομ Μέρφι.

Το αξιοσημείωτο στις σκηνοθεσίες της είναι ότι με γνώση ερευνά κάτω από την επιφάνεια των έργων, ανακαλύπτοντας την ψυχή τους και φανερώνοντας το υπαρξιακό και το κοινωνικό αδιέξοδο του ανθρώπου, αποσπώντας δε υψηλής ποιότητας υποκριτικές από τους ηθοποιούς των παραστάσεών της.

Με τη «Γυάλα», που παρουσιάζεται με επιτυχία στο θέατρο «Φούρνος» για δεύτερη σεζόν, η Άσπα Τομπούλη συνεργάζεται για πρώτη φορά με την ιδιαίτερα ιδιοσυγκρασιακή και δημοφιλή Μάνια Παπαδημητρίου. Πρόκειται για ένα κείμενο με ενδιαφέρουσα δραματουργία από μία νέα Ελληνίδα συγγραφέα. Το έργο αναφέρεται σε δύο… κορίτσια με το ίδιο όνομα. Τη Λούση, μια Αθηναία στο σπίτι της. Και τη Λούση, το χρυσόψαρο στη γυάλα. Η Λούση μιλάει για την ερωτική της απογοήτευση, τον παλιό της συμμαθητή, τον Στέλιο, τις παιδικές της αναμνήσεις, αλλά και για τα όσα συγκλονιστικά ζούμε σήμερα στην πόλη. Η Λούση έχει για συντροφιά το χρυσόψαρό της στη γυάλα. Με απίστευτη ενεργητικότητα και χιούμορ και παρά τις απογοητεύσεις της, μιλάει ακατάπαυστα, ενώ όλα -ερωτικές προδοσίες και ιστορίες καθημερινής τρέλας- λέγονται με σκηνικό την Αθήνα της κρίσης, των ταραχών και των ανθρώπων που καταφθάνουν σε αυτήν αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Η Άσπα Τομπούλη κατορθώνει, χάρη στη σκηνοθετική της δεινότητα, τη φαντασία και τη βαθιά της καλλιέργεια, να κεντήσει έναν υπέροχο καμβά και να στήσει με ψιλοβελονιά ένα δύσκολο έργο που απαιτεί ιδιαίτερη προσέγγιση και σύνθεση.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr, η αξιόλογη σκηνοθέτις μας μάς μιλά με γλαφυρότητα αλλά και εμβρίθεια, για την παράσταση, για τον πολιτισμό, για το παρελθόν και για το μέλλον, για το Διαδίκτυο και για την ενημέρωση, για το θέατρο και τη σκηνοθεσία, για τα επόμενα σχέδιά της αλλά και για ένα πάρτι που έχασε λόγω γρίπης μια παραμονή Πρωτοχρονιάς… Απολαύστε την.

* Είμαι οκτώ ετών με γρίπη στο κρεβάτι, παραμονές Πρωτοχρονιάς. Είμαι όλη γκρίνια, δεν μπορώ να πάω στο πάρτι της εξαδέλφης μου, όλα μου φταίνε. Με ξυπνάει την επομένη η γιαγιά μου που φοράει το σκουφί του Αϊ Βασίλη και τραγουδάει τα κάλαντα μαζί με τον αδελφό μου που κρατάει δύο κουτιά στα χέρια. Θυμάμαι πολύ καλά τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, και τους είδα μπροστά μου. Μου φάνηκε ότι έβλεπα κάτι παράξενα όντα, έμεινα να κοιτάω και μετά με έπιασαν τα γέλια.

Πότε πρωτοήρθατε σε επαφή με το θέατρο και πότε αποφασίσατε ότι θέλετε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με αυτό;

* Οι γονείς μου, πήγαιναν συχνά στο θέατρο. Ο αδελφός της μητέρας μου – πολύ αγαπητός σε μένα και τα αδέλφια μου – ήταν φανατικός του θεάτρου και μας έπαιρνε μαζί του για να βλέπουμε παραστάσεις. Ωστόσο, στην ηλικία του Δημοτικού Σχολείου, η κλίση μου ήταν η ζωγραφική, ζωγράφιζα συνέχεια και έλεγα με φοβερή πεποίθηση ότι θα γίνω ζωγράφος. Μετά, για ένα διάστημα, ήθελα να γίνω ηθοποιός. Με απορρόφησε τελικά η σκηνοθεσία.

Πώς ξεκίνησε η πορεία σας στο χώρο της σκηνοθεσίας;

* Παράλληλα με τις σπουδές μου στο Goldsmiths’, δούλεψα ως βοηθός του Τάσου Μπαντή στην παράσταση του έργου «Σωσμένος» στο «Εμπρός». Κάναμε πρόβες και παράλληλα φτιαχνόταν το θέατρο. Αυτό ήταν ένα μεγάλο σχολείο από πολλές πλευρές. Στη συνέχεια, δούλεψα δύο φορές ως βοηθός της Ρούλας Πατεράκη – άλλη σημαντική εμπειρία. Μετά, μαζί με τη Γιάννα Νικολοπούλου και άλλους συνεργάτες, φτιάξαμε τις Όψεις. Σκηνοθέτησα για πρώτη φορά στον Εξώστη του «Εμπρός», το έργο της Ρ. Λ. Γκόλντενμπεργκ «Γράμματα στο Σπίτι μου», που βασίζεται πάνω στις επιστολές της Σύλβια Πλαθ στη μητέρα της (1994-1995). Έτσι ξεκίνησα.

Υπήρξαν κάποιοι που σας στήριξαν στα πρώτα σας βήματα;

* Πρώτον, οι συνεργάτες μου. Δεύτερον, ο Νίκος Περέλης που είδε την παράσταση του «Πελεκάνου» του Στρίντμπεργκ και μου πρότεινε να κάνω αίτηση στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού -μόλις είχε ανοίξει, τότε. Έκανα αίτηση αλλά δεν με πήραν. Τα κατάφερα την επόμενη χρονιά. Στην Πειραματική σκηνοθέτησα και μετέφρασα τις «Απόπειρες Ζωής» του Μάρτιν Κριμπ. Ήταν μία σημαντική στιγμή στην πορεία μου.

Ποιες είναι οι θεατρικές και κινηματογραφικές επιρροές σας;

* Είναι πολλές. Και από το θέατρο και από τον κινηματογράφο, αλλά και από τη λογοτεχνία και τα εικαστικά. Δύσκολο να τις προσδιορίσω. Από τους σημερινούς σκηνοθέτες μου αρέσει πολύ ο Βαρλικόφσκι.

Τι θα θέλατε να μας πείτε για το έργο της Τζένης Δάγλα «Η Γυάλα», που παρουσιάζετε στο θέατρο «Φούρνος»;

* Η Λούση, η ηρωίδα της «Γυάλας», έχει χωρίσει από τον αγαπημένο της ύστερα από έξι χρόνια δεσμού. Η έναρξη του μονολόγου της, ωστόσο, εισάγει με τις πρώτες ατάκες το γεγονός που την έχει συγκλονίσει: την αυτοκτονία ενός άνεργου γείτονα, παλιού συμμαθητή της. Το γεγονός περιγράφεται με τρόπο συνοπτικότατο («Λοιπόν/ άνοιξα διάπλατα/ άνοιξα διάπλατα το παράθυρο/ με το σάστισμα το οδηγού που βλέπει την κολόνα/ τη βλέπει/ και ορμάει καταπάνω της/ αντί να στρίψει/…το άνοιξα/ όταν άκουσα το ΜΠΑΜ!»), ενώ ο ήχος του πυροβολισμού (το μπαμ) γίνεται ένας κεντρικός άξονας του έργου. Οι σκόρπιες σκέψεις και οι συνειρμοί της ηρωίδας που καταγράφουν την απογοήτευση, την οργή για τον χωρισμό, τη ζήλια για τη σύζυγο του αγαπημένου της, μοιάζουν, ώρες ώρες, να αποτελούν ένα καταφύγιο από το σοκ που της προκαλεί η αυτοκτονία του γείτονα. Σταδιακά, ο αντίκτυπος της αυτοκτονίας αναδύεται όλο και πιο έντονα, όπως και οι εικόνες μιας ταραγμένης Αθήνας με τους αστέγους, τους πρόσφυγες, τις πορείες, τα κλειστά μαγαζιά. Η Λούση αρχίζει να βλέπει με περισσότερη σαφήνεια τον γύρω της κόσμο που εισβάλλει στην καθημερινότητά της και μένει εκεί.

Με τη Μάνια Παπαδημητρίου είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε. Πώς είναι η συνεργασία με μια ισχυρή θεατρική προσωπικότητα όπως η Μάνια και πώς προέκυψε;

* Γνωριζόμαστε από χρόνια και πάντα θέλαμε να συνεργαστούμε. Η Μάνια είναι μία εκρηκτική ηθοποιός με ισχυρές απόψεις. Καθόλου περίεργο. Εγώ είμαι μία επίμονη σκηνοθέτις με τις δικές μου απόψεις. Επίσης καθόλου περίεργο. Αλλά, ποτέ και σε κανένα στάδιο των προβών δεν έλειψε η εμπιστοσύνη, ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που τρέφουμε η μία για την καλλιτεχνική προσωπικότητα της άλλης. Γι’ αυτό και η συνεργασία μας ήταν παραγωγική και κατά τη διάρκεια των προβών και κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, όταν συζητούσαμε πώς πήγε η παράσταση της βραδιάς. Χαίρομαι που με την επανάληψη της «Γυάλας» έχουμε την ευκαιρία να ξαναβρεθούμε και να συνεχίσουμε αυτή τη συνεργασία.

Τι αφορούν οι ιστορίες που εκ των υστέρων προστέθηκαν στο κείμενο;

* «Η Γυάλα» γράφτηκε το 2012 ως μονόλογος. Το καλοκαίρι του 2016 – με την προοπτική του ανεβάσματός της την Άνοιξη του 2017 στον «Φούρνο»- η συγγραφέας, με δική μου προτροπή, έγραψε δύο σύντομα κείμενα, ανεξάρτητα από τον μονόλογο της Λούσης, τα οποία αφορούν τις οδύσσειες δύο προσφύγων που φθάνουν στην Ελλάδα. Ονομάζει τα κείμενα αυτά extensions. Η συγγραφέας αφήνει στην «κρίση του σκηνοθέτη» το αν θα περιληφθούν και με ποιο τρόπο τα κείμενα αυτά στην παράσταση. Εφόσον ο σκηνοθέτης αποφασίσει να τα συμπεριλάβει στην παράσταση, αυτόματα βρίσκεται μπροστά σε μία ανοικτή δομή.

Πώς προσεγγίσατε το έργο σκηνοθετικά;

* Όπως καταλαβαίνετε, ένα μέρος της σκηνοθετικής προσέγγισης αφορούσε τον τρόπο που θα περιληφθούν τα ανεξάρτητα αυτά κείμενα στην παράσταση. Προτίμησα να δημιουργήσω μία δεύτερη, ανεξάρτητη δράση με τις ιστορίες των προσφύγων, και να μην επιχειρήσω να τις εντάξω οργανικά στον μονόλογο. Κατά ανάλογο τρόπο, ήθελα τα video να συνθέτουν μία αφήγηση για την πόλη και τις οδύσσειες των ανθρώπων που καταφεύγουν σε αυτήν. Η παράσταση αποτελείται από τα θραύσματα των σκέψεων της Λούσης, των ιστοριών που αφηγείται, των video και της εισβολής -στην κυριολεξία- του άνδρα (Ευθύμης Χρήστου) επί σκηνής που αποδίδει και τα δύο κείμενα των προσφύγων.

Τι έχετε να πείτε για τη συγγραφέα του έργου, Τζένη Δάγλα;

* Νομίζω πως έχει πολλές δυνατότητες και της εύχομαι να έχει τις ευκαιρίες εκείνες που θα της επιτρέψουν να εξελίσσεται και να πηγαίνει μπροστά.

Πώς είναι να είσαι σκηνοθέτης στην Ελλάδα της κρίσης;

* Αν μετρήσουμε τις παραστάσεις που γίνονται στη Αθήνα τα τελευταία χρόνια (πάνω από χίλιες κάθε σεζόν) θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι σκηνοθέτες είναι περιζήτητο είδος, καλά αμειβόμενο που δουλεύει σε άριστες συνθήκες και ότι οι παραγωγές γίνονται πανεύκολα. Ακούγεται σαν ανέκδοτο. Αλλά δεν μου αρέσει να δραματοποιώ τα πράγματα. Πάντα, οι εποχές κρίσης και αναταραχής είναι δύσκολες, αλλά δίνουν και υλικό για καλλιτεχνική δημιουργία και εμπειρίες βαθιές που μπορεί να γεννήσουν κάτι νέο και ενδιαφέρον. Σήμερα, δουλεύουμε μέσα στις συνθήκες αυτής της κρίσης και προσπαθούμε να εκφραστούμε μέσα σε αυτήν και μέσω αυτής. Πιστεύω, ωστόσο, ότι και πριν από την κρίση και τώρα, η χώρα αυτή δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα φιλική προς την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Τι είναι το πιο σκληρό στο επάγγελμα του σκηνοθέτη;

* Δεν έχει «το πιο». Είναι σκληρό επάγγελμα. Και πολύ συναρπαστικό.

Ηθοποιός γεννιέσαι ή γίνεσαι;

* Και γεννιέσαι και γίνεσαι. Πιστεύω στο ταλέντο, αλλά δεν αρκεί αυτό μόνο.

Στην αξιόλογη πορεία σας έχετε πολύ σημαντικές συνεργασίες. Με ποια κριτήρια επιλέγετε μια δουλειά;

* Η επιλογή του έργου, θεατρικό ή πεζό, και οι συνεργάτες είναι δύο από τα βασικά μου κριτήρια. Γενικά, προσπαθώ να κάνω επιλογές που να είναι κοντά σε αυτά που θέλω και μου αρέσουν. Δεν είναι πάντα εύκολο, ιδιαίτερα σήμερα. Το θέατρο είναι μια πολύ «πραγματική» δουλειά, στην οποία πρέπει να συντονίζονται πολλά πράγματα: άνθρωποι και προσωπικότητες, αισθητικές προσεγγίσεις, οι ανάγκες της παραγωγής, καλλιτεχνικά και οικονομικά μεγέθη.

Έχετε κρατήσει φιλίες από τις παραστάσεις που έχετε σκηνοθετήσει;

* Ναι. Αρκετές και σταθερές.

Τι σας δίδαξε το θέατρο στην προσωπική σας ζωή;

* Να προσπαθώ να καταλαβαίνω αυτά που βλέπω γύρω μου.

Τι θα θυσιάζατε για το θέατρο;

* Δεν έχω την αίσθηση ότι θυσιάζω κάτι δουλεύοντας ως σκηνοθέτης στο θέατρο, παρά τον χρόνο που απαιτεί και τις δυσκολίες που έχει. Αλλά με τα χρόνια, προσπαθώ να μη χάνω πράγματα από την καθημερινή μου ζωή και τους ανθρώπους που αγαπώ. Όσο γίνεται.

Τι θέατρο ονειρεύεστε και ποιο είναι το είδος του θεάτρου που πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε στις μέρες μας;

* Μα αυτό δεν είναι ένα ζητούμενο; Το τι είδος θεάτρου χρειαζόμαστε σήμερα; Δεν υπάρχει ένας και μόνον τρόπος να κάνεις καλό θέατρο. Το θέατρο είναι ένας χώρος έρευνας σε πολλά επίπεδα, ένας χώρος ουτοπίας, ένα κουτί μαγείας, επίσης. Αλλά τι μπορεί να είναι αυτό που χρειαζόμαστε σε μία εποχή σαν τη σημερινή δεν ξέρω να σας το πω. Αν και υποψιάζομαι ότι, πάντα και σε όλες τις εποχές, υπήρχαν αυτά τα ερωτηματικά και οι αμφιβολίες στους καλλιτέχνες. Και η ίδια δυσκολία απάντησης.

Τι ρόλο παίζει η προσωπικότητα του ηθοποιού αλλά και η προσωπικότητα του δασκάλου – σκηνοθέτη κατά τη διάρκεια των προβών;

* Να σας πω. Δεν πολυπιστεύω στο μοντέλο του δασκάλου-σκηνοθέτη. Και με τον τρόπο που υπονοείται κάποιες φορές στην Ελλάδα, μου βγάζει κάτι το ερασιτεχνικό. Προσπαθώ να αντιμετωπίζω τους ηθοποιούς ως αυτενεργά όντα και να συνεργάζομαι μαζί τους. Η διαδικασία της πρόβας είναι μία κατάσταση σύνθετη και συχνά δύστοκη. Δεν βρισκόμαστε στην πρόβα για να περνάμε καλά αλλά με την ελπίδα ότι θα βγάλουμε κάτι δημιουργικό και καλό για όλους. Ένα έργο ανεβαίνει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Ο σκηνοθέτης θα ξεδιπλώσει τη δική του προσέγγιση που θα πραγματοποιηθεί εφόσον ανταποκρίνονται οι ηθοποιοί. Αν αυτή η σύμβαση δεν είναι αποδεκτή, τότε δεν υπάρχει συνεργασία. Ο σκηνοθέτης έχει ένα τελικό αποτέλεσμα στο μυαλό του στο οποίο και αποβλέπει και οφείλει να κτίσει ένα ισχυρό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ηθοποιοί θα έχουν τη δυνατότητα να πλάσουν και να κινηθούν.

Πώς αντιλαμβάνεστε ότι έχετε να κάνετε με πραγματικά ταλαντούχο καλλιτέχνη όταν συνεργάζεστε; Επίσης προτιμάτε να συνεργάζεστε με έναν πολύ ταλαντούχο ή με έναν που έχει λιγότερο ταλέντο αλλά περισσότερη εργατικότητα, δράση και αφοσίωση;

* Μεταξύ άλλων, το αντιλαμβάνομαι και από τις ιδιότητες που αναφέρετε ως χαρακτηριστικά λιγότερο ταλαντούχων ηθοποιών. Από την εμπειρία μου (και με ελάχιστες εξαιρέσεις), η εργατικότητα, η αφοσίωση και η δράση είναι εγγενείς ιδιότητες των πολύ ταλαντούχων ηθοποιών. Και επιζητούν την πρόβα και θέλουν να ανοίγονται σε νέα πράγματα. Και τα τρία είναι συστατικά των ηθοποιών με ταλέντο και με έντονη προσωπικότητα.

Πώς κρίνετε το μεγάλο αριθμό θεάτρων και παραστάσεων στην Αθήνα;

* Από τη μία πλευρά, αυτό δείχνει μεγάλη δημιουργικότητα γύρω από το θέατρο. Και, σίγουρα, γίνονται πολύ καλές και ενδιαφέρουσες παραστάσεις και από νέους και από παλαιότερους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Από την άλλη, ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία, υπάρχει και μία τάση ευκολίας και βεβαιότητας ότι όλοι μπορούν να κάνουν τα πάντα, να σκηνοθετούν ή να κάνουν τους ηθοποιούς. Είναι μία τάση που νομίζω ότι υποστηρίζεται -αν δεν καλλιεργείται κιόλας- η παράσταση ως event, ως ένα αναλώσιμο προϊόν. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στη Ελλάδα. Σήμερα τα κριτήρια είναι τόσο ρευστά και ασαφή (αν πράγματι υπάρχουν κάποια), έχουν καταστραφεί οι βεβαιότητες και οι πεποιθήσεις, δεν υπάρχουν νόρμες. Το να παρακολουθεί κανείς αυτό που βλέπει γύρω του και να προσπαθεί να συλλάβει κάτι από αυτό, είναι ένας τρόπος να δημιουργήσει κάτι που να ανταποκρίνεται σε αυτή τη σύνθετη και άπιαστη πραγματικότητα.

Αγοράζετε / διαβάζετε εφημερίδα;

* Ανελλιπώς.

Τι γνώμη έχετε για το Διαδίκτυο; Πιστεύετε ότι αυτό είναι το μέλλον και ότι η έντυπη ενημέρωση εξαφανίζεται;

* Το Διαδίκτυο είναι μέρος της ζωής μας, συναρπαστικό και, μερικές φορές, εκνευριστικό αλλά υπάρχει και δεν ξέρω τι είναι αυτό που μπορώ να κρίνω και αν έχουν κάποια σημασία τέτοιες κρίσεις. Προσωπικά, αγαπώ τον έντυπο Τύπο και δεν θα ήθελα να εξαφανιστεί. Αλλά αυτό, ίσως να είναι ένας ευσεβής μου πόθος.

Μιλήστε μας για τα προσεχή σας σχέδια.

* Ετοιμάζω κάποια σύγχρονα κείμενα που τα δουλεύω από πολύ καιρό και θα τα ανεβάσω φέτος. Είναι ένα όνειρό μου. Αλλά δεν μπορώ να πω τώρα περισσότερα γι’ αυτό. Θα κάνω επίσης, το «Ενυδρείο» του Μουρσελά, τον Μάιο, στο πλαίσιο ενός προγράμματος με πολλαπλές δράσεις, για την Ελληνική Δραματουργία, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά.

Τι γνώμη έχετε για τη συμπεριφορά των Ελλήνων απέναντι στα ζώα;

* Με εντυπωσιάζει η ξαφνική ζωοφιλία των συμπατριωτών μας – σχεδόν κάθε διαμέρισμα έχει και ένα κατοικίδιο – που όμως, συχνά, αυτοί οι ίδιοι, δεν έχουν πρόβλημα να το εγκαταλείπουν στο δρόμο κ.λπ., κ.λπ. Με ταράζει πολύ όταν άνθρωποι βασανίζουν ζώα.

Ποια είναι η δική σας σχέση με τα ζώα; Έχετε κατοικίδιο;

* Δεν έχω κατοικίδιο. Έχω φυτά και λουλούδια στο μπαλκόνι μου.

Από τις πρόβες της «Γυάλας»

 

Ταυτότητα παράστασης

«Η Γυάλα»
της Τζένης Δάγλα

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Άσπα Τομπούλη
Επιμέλεια σκηνικού χώρου/ κοστούμια: Χριστίνα Παπούλια
Σύνθεση ήχων/ μουσική επιμέλεια: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος || Επιμέλεια κίνησης: Φαίδρα Σούτου
Video: CO.MOD.DOR
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μάνια Παπαδημητρίου, Ευθύμης Χρήστου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ευθύμης Χρήστου
Φωτογραφίες παράστασης: Ελένη Μολφέτα || Γραφιστικά: Σεμέλη Παπαϊκονόμου
Βιβλιο-πρόγραμμα: Εκδόσεις Σοκόλη || Φωτογραφίες προγράμματος: Παύλος Μαυρίδης
Παραγωγή: Θέατρο Φούρνος
Διάρκεια παράστασης: 65 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Παραστάσεις : Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 9.15 μ.μ.
Εισιτήρια: 12 ευρώ, 10 ευρώ (άνω των 65 ετών), 8 ευρώ (φοιτητικό), 5 ευρώ (ατέλειες, άνεργοι, ΑΜΕΑ).
Προπώληση: VIVA || https://www.viva.gr/tickets/theater/theatro-fournos/h-gyala/
Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168, Εξάρχεια, τηλ.: 210-6460.748

  • Διαβάστε ακόμα:

Η Γυάλα – Κριτική παράστασης από τον Παναγιώτη Μήλα

Η Γυάλα – Πληροφορίες

Το δέρμα στις φλόγες – Κριτική παρουσίαση

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΆσπα Τομπούλη: Το θέατρο είναι ένας χώρος έρευνας, ένας χώρος ουτοπίας, ένα κουτί μαγείας

Related Posts