Cat Is Art

Χαρά-Μάτα Γιαννάτου: «Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πέντε ετών παιδί είχε παρευρεθεί, στη Γερμανία, στα γυρίσματα μιας ταινίας στην οποία έπαιζε ο παππούς της, γνωστός ηθοποιός στη χώρα αυτή. Αισθανόταν όμορφα, της άρεσε να τον βλέπει και να τον θαυμάζει. Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό, την πλησίασε ο παραγωγός. «Εσύ μια μέρα θα γίνεις ηθοποιός» της είπε. Η διαίσθηση του επαγγελματία ήταν σωστή. Σήμερα η Χαρά – Μάτα Γιαννάτου, αν και πολύ νέα, διαπρέπει στην τέχνη αυτή. Γιατί μεγαλώνοντας αποφάσισε να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και να δοκιμάσει τις ικανότητές της στην υποκριτική. Τη γνωρίσαμε κι εμείς οι θεατές κι ολοένα αυξάνονται οι θεατρόφιλοι που την επαινούν. Μάθαμε ταυτόχρονα πως πατέρας της είναι ο Νίκος Γιαννάτος, ο μπασίστας των Πυξ Λαξ, και η μητέρα της, Χριστίνα Λάιπνιχ, εργαζόταν ως βοηθός σκηνής και βοηθός σκηνοθέτη στο Βερολίνο. Ηθοποιός όμως έγινε -όπως είπαμε- χάρη στον παππού της, τον Χάραλντ Λάιπνιχ, το Γερμανό ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου που τον ακολουθούσε στα γυρίσματα.
Προσωπικά θυμάμαι μια έντονη και ωραία στιγμή τής μέχρι τώρα σταδιοδρομίας της. Όταν μέσα στη σκοτεινή πνοή μιας νύχτας καλοκαιρινής, με τη μυρωδιά της ρητίνης και της αλμύρας να με κυκλώνει από παντού, στη μοναξιά των προσηλωμένων σκέψεων, προσπαθώντας να βολευτώ στα πέτρινα καθίσματα της αρχαίας θεατρικής αχιβάδας, την είδα να αγγίζει το χώμα, να ισορροπεί, να λυγίζει σαν κλαδί, να μαγεύει. Ήταν στη Μικρή Επίδαυρο, σε μια παράσταση αυτοεξόριστων αγγέλων, τη «Μητρόπολη» της ομάδας Momentum, στην οποία η Μάτα – Χαρά Γιαννάτου με την απόκοσμη παρουσία της εντυπωσίασε τα μάλα το κοινό και μένα μαζί. Μια νεαρή γυναίκα πανέμορφη, χαριτωμένη και χαρισματική, με ουράνια μάτια, που έπαιζε με πάθος, σαν άνεμος θαλασσινός. Μια κόρη Ταναγραία, μια Πιετά, ένας κισσός. Βρόντηξε το ταλέντο εκείνων των παιδιών στο αργολικό Νησί, δίπλα στην αρχαία βυθισμένη πολιτεία. «Φλογεροί βάρδοι του μυθώδους και του ιστορικού, ιερατικοί μέσα στα ωραία και αισθησιακά κοστούμια τους, ανάμεσα στους απέριττους κίονες του σκηνικού», θυμάμαι τους είχα χαρακτηρίσει τότε. Τη «Μητρόπολη» την ξαναείδα ένα χρόνο αργότερα, αρχές καλοκαιριού του 2017, στο Σύγχρονο Θέατρο. Πάλι και τότε θαύμασα τη Χαρά Μάτα, ένα… χάραμα απύθμενης γλυκύτητας. Όπως στη «Λαμπεντούζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στο πλευρό του Αργύρη Ξάφη και στην παράσταση «Ο σεισμός στη Χιλή (2015)», σε σκηνοθεσία Ακύλλα Καραζήση. Όπως στο «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και στην ταινία «Μια ανάσα» του Christian Zübert.
Είναι μια ηθοποιός που έχει τη στόφα μιας ξεχωριστής προσωπικότητας στη σκηνή. Όταν αρχίζει να παίζει, όλα τα άλλα ησυχάζουν στο μυαλό σου. Διαθέτει το χάρισμα μιας εξαιρετικής εμφάνισης αλλά εκείνο που την αναδεικνύει στην τέχνη της είναι η ευγένεια του χαρακτήρα της και η εργατικότητα. Ένα πλάσμα με πολλή ελευθερία μέσα του, που όταν δουλεύει σκαλίζει βαθιά μέσα στις μνήμες, τις εμπειρίες και τη ζωή, και βρίσκει πάντα τον τρόπο που πείθει και γοητεύει το θεατή.

Βλέποντάς της από κοντά για τις ανάγκες της συνέντευξης έχω την αίσθηση πως αντικρίζω μία από κείνες τις θεϊκές, ηρωικές, ρομαντικές και φωτεινές ηρωίδες του Τόλκιν. Μια Πριγκίπισσα των Ξωτικών που σύντομα θα μεταμορφωθεί σε θαλασσοπούλι και με τον λευκό της λαιμό τεντωμένο θα πετάξει πάνω από πελάγη και ωκεανούς, μέχρι που να φέρει το αντίτιμο της συγχώρεσης και της βοήθειας για το γένος των ανθρώπων.
Επιστρέφω όμως από τα σύννεφα στην πραγματικότητα για να σας επισημάνω πως μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου μπορείτε να τη δείτε στο «Έξυπνο πουλί» του Ζωρζ Φεντώ, που παίζεται στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Από τον Φεβρουάριο του 2018, στην επιθεώρηση «Μεγάλο κρεβάτι» και στον «Υμπύ Τύραννο» του Αλφρέ Ζαρρύ (σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο) στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία και τα δύο του Μάνου Βαβαδάκη.

«Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια», λέει στη συνέντευξη – πορτρέτο που παραχώρησε στο catisart.gr. Η ίδια σε κάθε νέα δουλειά επιδιώκει πάντα να μάθει κάτι καινούργιο. Κάτι γι’ αυτήν, κάτι για τη ζωή, κάτι για το θέατρο…

* Θυμάμαι πολύ τα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη και δεν ξεχνώ το παιχνίδι κάθε απόγευμα που βγαίναμε 5 η ώρα, όλα τα παιδιά της γειτονιάς να παίξουμε μαζί. Ακόμα και τώρα όποτε πηγαίνω στη Νέα Σμύρνη συγκινούμαι όταν περνάω από τους δρόμους που έπαιζα όταν ήμουνα παιδί.

– Πώς συνέβη και μπήκε το θέατρο στη ζωή σου.

* Την πρώτη φορά που το σκέφτηκα ήμουνα πολύ μικρή, γύρω στα πέντε νομίζω. Ο Γερμανός παππούς μου, στη Γερμανία, ήταν ηθοποιός και είχαμε πάει στα γυρίσματα μιας ταινίας που έκανε. Γενικότερα μου άρεσε όταν τον έβλεπα. Τον θαύμαζα για όσα έκανε. Παρ’ όλα αυτά δεν το είχα σκεφθεί ποτέ και στα γυρίσματα της ταινίας, όταν έκανε διάλειμμα και τρώγαμε και όλοι μαζί, ήρθε ο παραγωγός και με το που μπήκε μέσα και με είδε μου έσφιξε το χέρι και μου λέει: Εσύ μια μέρα θα γίνεις ηθοποιός. Τότε μου «μπήκε το μικρόβιο» και όταν μεγάλωσα είπα: «Γιατί δεν το δοκιμάζω, ωραίο μου φαίνεται, θα ήθελα να δω τι είναι αυτό». Έτσι όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με αυτό κόλλησα, δεν μπόρεσα μετά να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου.

– Κάποιος άλλος στην οικογένεια έχει σχέση με το θέατρο;

* Η μαμά μου για πολλά χρόνια στο Βερολίνο, είχε υπάρξει βοηθός σκηνής και βοηθός σκηνοθέτη. Ασχολούνταν κι εκείνη με το θέατρο αλλά στην πίσω πλευρά του.

 

– Τελείωσες τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ποιοι ήταν εκεί οι αγαπημένοι σου δάσκαλοι;

* Ήμασταν πολύ τυχεροί στο έτος μου. Ξεχωρίζω σίγουρα τον Ακύλλα Καραζήση, που είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος και σκηνοθέτης. Σίγουρα τη Χαρά Κεφαλά που μας έκανε τραγούδι. Ήταν τελείως διαφορετική αλλά πραγματικά πολύ καλή σε αυτό που μας έκανε. Όλους μας προχώρησε πάρα πολύ σε αυτό το κομμάτι. Επίσης θέλω να αναφέρω με πολλή συγκίνηση μια πολύ σημαντική δασκάλα, την Αμάλια Μπένετ. Μένω σε αυτούς, αν και όλοι μας χάρισαν πολλά με την εμπειρία και τις γνώσεις τους.

– Τώρα είσαι στο θέατρο τέσσερα χρόνια και έχεις μια συνεχή πορεία χωρίς διακοπή.

* Ουσιαστικά τα δυόμισι τελευταία χρόνια έχω καταφέρει να βιοπορίζομαι από το θέατρο.

– Τι αποκόμισες από τις συμμετοχές σου, από τις συνεργασίες σου;

* Η αλήθεια είναι ότι είμαι πολύ τυχερή γιατί ενώ δεν έχω μείνει χωρίς δουλειά για πολύ καιρό από τότε που τελείωσα, παράλληλα και έχω υπάρξει και σε καλές δουλειές, με ανθρώπους που θαυμάζω, και σε δουλειές που ήθελα να είμαι. Οπότε για κάθε μία από αυτές τις δουλειές θυμάμαι τα καλύτερα. Από κάθε μία έχω πάρει κάτι ξεχωριστό και δεν υπάρχει ούτε μία που να λέω ότι έχω μετανιώσει επειδή την έκανα.

 

– Διατηρείς άσβεστο τον ενθουσιασμό σου από τη στιγμή που βγήκες από τη Σχολή μέχρι τώρα;

* Εννοείται. Κάθε φορά είναι κάτι καινούργιο που το αγαπώ και αφοσιώνομαι σ’ αυτό. Αυτό μας το έμαθαν στη Σχολή. Βέβαια αυτό είναι ένα επάγγελμα που καμιά φορά μας κουράζει, είναι πολύ προσωπικό. Όταν γυρνάς σπίτι σου δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Δηλαδή όταν είσαι σε πρόβες για μια παράσταση είσαι σε πρόβες και στον ύπνο σου, δεν σταματάει αυτό ποτέ, οπότε μπορεί πολλές φορές να γίνει κουραστικό. Αυτό υπήρχε και μέσα στη Σχολή, δεν ήταν κάτι που έγινε μετά. Οπότε ο ενθουσιασμός είναι πάντα ο ίδιος γιατί έρχεται κάτι καινούργιο. Έτσι δεν μπορείς να συγκρίνεις τη μια δουλειά με την άλλη, πάλι ενθουσιάζεσαι σαν να είναι σαν πρώτη φορά. Συνεργάζεσαι με καινούργιους ανθρώπους, με καινούργιους σκηνοθέτες, με καινούργιους συναδέλφους. Όλα είναι διαφορετικά. Μόνον ο ενθουσιασμός είναι ο ίδιος, δεν χάνεται. Τουλάχιστον τώρα, δεν ξέρω πώς θα είναι σε κάποια χρόνια. Αλλά τώρα έτσι αισθάνομαι.

– Την προηγούμενη σεζόν σε θαυμάσαμε στο έργο του Άντερς Λουστγκάρτεν «Λαμπεντούζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Αργύρη Ξάφη, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου;

* Ήταν άλλη μία από αυτές τις δουλειές που είχα την τύχη να συμμετέχω. Σε ένα κείμενο πολύ έξυπνο, πολύ σύγχρονο που, ενώ μιλάει για τον ρατσισμό και το προσφυγικό, θέματα για τα οποία όλοι μιλάνε και όλοι έχουν άποψη, εν τούτοις δεν ήταν καθόλου κουραστικό. Το αντίθετο συνέβη και αυτό οφείλεται και στον σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και στον συγγραφέα Άντερς Λουστγκάρτεν. Το κείμενο είναι έξυπνα γραμμένο. Αφηγείται δύο προσωπικές ιστορίες που σε κάνουν να ξεχνάς ότι μιλούν για το προσφυγικό. Το έργο δεν έχει καθόλου διδακτική διάθεση, αν και εμένα με έκανε να νιώσω το πρόβλημα ώστε να θέλω να κάνω κάτι γι’ αυτό. Υποδυόμουν την Ντενίζ, μια Κινεζοεγγλέζα φοιτήτρια στην Αγγλία όπου πάντα βίωνε ένα ρατσισμό και έχει γίνει πολύ σκληρή για να καταφέρει να αντιμετωπίσει και να προχωρήσει κάπως στη ζωή της μέχρι να γίνει η ανατροπή στη ζωή και στον τρόπο που αντιμετώπιζε τα πράγματα ύστερα από μια ερώτηση που της έκανε μια άλλη κοπέλα, επίσης μετανάστης.
Αλλά και ο άλλος ρόλος, ο Στέφανο, που υποδυόταν ο Αργύρης Ξάφης, ήταν ένας άντρας που συναντάμε εδώ στην Ελλάδα, στα δικά μας νησιά, ένας από αυτούς που πέφτουν στη θάλασσα και προσπαθούν να σώσουν ανθρώπινες ζωές που αναζητούν το καλύτερο. Όπως η Ντενίζ έτσι και ο Στέφανο αλλάζει τρόπο σκέψης όταν γνωρίζει έναν μετανάστη από την Αφρική και γίνεται φίλος του. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων μας κάνουν να βλέπουμε πως υπάρχει ελπίδα, μας κάνουν περισσότερο αισιόδοξους για το αύριο.
Τα ίδια θετικά συναισθήματα που είχε η Ντενίζ, τα είχα και εγώ δουλεύοντας με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και δίπλα στον Αργύρη Ξάφη. Ναι, ήμουνα πολύ τυχερή. Ένιωθα από την αρχή ασφάλεια γι’ αυτή τη δουλειά γιατί ήξερα ότι έχω δίπλα μου έμπειρους ανθρώπους. Ένιωθα εμπιστοσύνη και έπαιρνα πράγματα από αυτούς. Είναι και οι δύο άνθρωποι ανοιχτοί, πολύ ωραίοι και ευγενικοί. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που κάναμε αυτή τη δουλειά μαζί.

 

– Θέλω να σε ρωτήσω για την εμπειρία μιας άλλης παράστασης που και πέρυσι παίχτηκε και φέτος την επαναλάβατε με κάποιες διαφορές βέβαια. Τη «Μητρόπολη» σε σκηνοθεσία Αργύρη Πανταζάρα. Πώς ήταν όλη αυτή η εμπειρία στο μικρό αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δίπλα σε ένα νέο και καινοτόμο καλλιτέχνη όπως είναι ο Αργύρης;

* Έχω συνηθίσει να κάνω δουλειές και με συμφοιτητές μου, και με ανθρώπους της ηλικίας μου που κάπως ξέρουμε ότι έχουμε μια κοινή γλώσσα. Οπότε αυτό για μένα ήταν οικείο, το ότι ήμασταν μια ομάδα νέων ηθοποιών που γνωρίζονται και από πριν. Ένιωθα μια ασφάλεια ξεχωριστή αν και την ίδια ασφάλεια νιώθω όταν συνεργάζομαι με παλιότερους, έμπειρους συναδέλφους. Ο Αργύρης είχε μια πολύ όμορφη ιδέα, με τους αγγελιοφόρους από τις πέντε τραγωδίες. Ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι μας δόθηκε η ευκαιρία να αρθρώσουμε σημαντικά αποσπάσματα από τα κείμενα των αρχαίων τραγικών, ειδικά σε αυτό το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Πριν από την παράσταση με φίλους ηθοποιούς, συγγραφείς, ποιητές, μουσικούς, κάναμε μια εξερεύνηση πιο κυκλική πάνω στην όλη παράσταση. Και φέτος όμως η επανάληψη είχε τη δυσκολία της μεταφοράς σε ένα κλειστό θέατρο, στο «Σύγχρονο», χωρίς όμως να λείψει κάτι από τη μαγεία της Επιδαύρου. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία που ήμασταν όλοι μαζί και που προσπαθήσαμε να δώσουμε το καλύτερο.

– Θέλεις να μου πεις αγαπημένους σου ρόλους που σκέπτεσαι ότι θα ήθελες στο μέλλον να τους υποδυθείς.

* Δεν έχω κάποιους συγκεκριμένους που θα ήθελα οπωσδήποτε να τους παίξω. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο ή όταν βλέπω μια ταινία φαντάζομαι τον εαυτό μου ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αλλά μόνο μέχρι εκεί. Δεν έχω ρόλους που λέω ότι θα ήθελα πολύ να παίξω μια ημέρα.

 

– Μάλλον περιμένεις να έρθουν οι ρόλοι.

* Ακριβώς γιατί πάντα ένας ρόλος έχει να κάνει και με το ποιοι θα είναι δίπλα σου. Ποιος σκηνοθέτης, ποια ομάδα, ποιοι άλλοι ηθοποιοί. Για μένα δεν έχει τόσο σημασία ο ρόλος όσο έχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνει η δουλειά.

– Έχεις κάνει και κινηματογράφο. Θα ήθελες να μιλήσεις για αυτή σου την εμπειρία;

* Μέχρι τώρα έχω πάρει μέρος σε δύο ταινίες. Στον «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και στην ελληνογερμανική «Μια ανάσα» του Κρίστιαν Τσούμπερτ. Ήταν πλούσιες και δυνατές ταινίες. Σίγουρα ο κινηματογράφος είναι ένα γοητευτικό μέσο και θα ήθελα να ξανακάνω αν και το θέατρο είναι το βασικό κομμάτι της ζωής μου και δύσκολα θα το απαρνηθώ. Το να μην κάνω ένα χρόνο θέατρο δεν μπορώ να το καταλάβω ενώ δεν θα έλεγα το ίδιο για τον κινηματογράφο. Βέβαια η Δραματική Σχολή ουσιαστικά σε εκπαιδεύει για το θέατρο. Δεν ξέρω όμως αν ξεκινούσα να κάνω πιο πολλές ταινίες αν θα άλλαζα σκέψεις. Σίγουρα και τα δύο μέσα με γοητεύουν… Εδώ όμως μπορώ να πω ότι με γοήτευσε ο Τάσος Μπουλμέτης και με τη μοναδική του «Πολίτικη κουζίνα» αλλά κυρίως με την εξαιρετική συνεργασία που είχα μαζί του στον «Νοτιά». Ήταν τόσο οικείος και τόσο απλός άνθρωπος. Μας άνοιξε το σπίτι του, κάναμε πρόβες, κάναμε παρέα και δουλεύαμε συγχρόνως. Ήτανε πάρα πολύ ωραία εμπειρία. Είναι ένας σκηνοθέτης που σέβεται πολύ τους ηθοποιούς. Ξέρει τι θέλει, έχει ένα όραμα και η δουλειά μαζί του ήταν ήρεμη και όμορφη.

 

– Τώρα θέλω να αναφερθούμε στην τέχνη της μουσικής και του τραγουδιού. Τι ρόλο έχουν παίξει στη ζωή σου;

* Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι γεμάτο νότες. Ο μπαμπάς μου είναι μουσικός (σ.σ.: Νίκος Γιαννάτος, μπασίστας των Πυξ Λαξ), η μαμά μου ακούει πολλή μουσική, κι εγώ έχω προσπαθήσει πολλές φορές να μάθω διάφορα μουσικά όργανα αλλά δεν τα έχω καταφέρει. Δεν είχα ποτέ την πειθαρχία να αφιερώσω τόσο χρόνο όσο χρειάζεται για να μάθεις πραγματικά ένα μουσικό όργανο. Είναι κάτι για το οποίο μετανιώνω που δεν το έχω κάνει. Όπως και με το τραγούδι μετανιώνω που δεν έχω ασχοληθεί περισσότερο ώστε να φθάσω πιο ψηλά. Το μετανιώνω που δεν έχω βρει τη δύναμη, την πειθαρχία, τον χρόνο να το κυνηγήσω λίγο παραπάνω.

– Πιστεύεις ότι ο ηθοποιός πρέπει να μαθαίνει συνέχεια;

* Νομίζω ότι δεν γίνεται διαφορετικά. Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια. Σε οποιαδήποτε νέα δουλειά επιδιώκω να μάθω κάτι καινούργιο. Κάτι για εμένα, κάτι για τη ζωή, κάτι για το θέατρο. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να κάνεις αυτή τη δουλειά.

 

– Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

* Δημιουργικούς πολύ, με όρεξη και με πολλή δύναμη. Βέβαια η γενιά μου έχει γεννηθεί μέσα στα χρόνια της κρίσης, οπότε έχουμε μάθει αυτή τη δουλειά με τις συνθήκες τις τωρινές και δεν χρειάζεται να προσαρμόσουμε τον τρόπο της ζωής μας όπως συμβαίνει με τους παλιότερους συναδέλφους μας, πράγμα που σημαίνει πως μπορεί για κάποιους αυτό να είναι τρομερά δύσκολο. Από την άλλη όμως υπάρχει ο κίνδυνος να υποτιμάς τον εαυτό σου ή να πηγαίνεις εύκολα σε κάποιες δουλειές μόνο και μόνο επειδή θέλεις να είσαι μέσα στον χώρο. Πολλοί σίγουρα εκμεταλλεύονται αυτή την ανάγκη ενός ηθοποιού να παίξει και να φανεί. Όλα αυτά σε αναγκάζουν να είσαι περισσότερο προσεκτικός και υπεύθυνος στις όποιες επιλογές σου. Αυτό για εμένα έχει ένα θετικό, το ότι μας αναγκάζει να είμαστε δημιουργικοί και σε συνεχή αναζήτηση. Πιστεύω ότι η παραίτηση δεν πρέπει να υπάρχει στο λεξιλόγιό μας. Ξέρω συναδέλφους που, ενώ έχουν περάσει μεγάλα διαστήματα χωρίς δουλειά, δεν τα παρατάνε. Συνεχίζουν με κάτι δικό τους και πάντα με όρεξη. Αυτό βέβαια χρειάζεται δύναμη για να το αντέξεις. Όπως λέγανε παλιά, πρέπει να έχεις γερό στομάχι.

– Μάτα, πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου με λίγες λέξεις;

* Γενικά πιστεύω ότι είμαι σχετικά χαλαρή. Προσπαθώ και θέλω να είμαι αισιόδοξη, χαρούμενη. Μου αρέσει να γελάω αλλά δυστυχώς είμαι πολύ αναβλητική.

 

– Τι σε ενοχλεί, τι απεχθάνεσαι;

* Απεχθάνομαι την έλλειψη ευγένειας και σεβασμού. Με ενοχλεί η αγένεια από όποιον κι αν προέρχεται. Αυτές οι συμπεριφορές με θυμώνουν.

– Τι θαυμάζεις;

* Θαυμάζω πολύ τους ανθρώπους που είναι αισιόδοξοι και χαρούμενοι. Επίσης αυτούς που δεν γκρινιάζουν.

– Τι μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις από συγκίνηση;

* Είναι πολύ αστείο αυτό που θα πω αλλά τα παραπάνω συναισθήματα τα νιώθω όταν παρατηρώ τις σχέσεις ζώων και ανθρώπων. Με συγκινεί πάντα η αγάπη των ζώων προς τους ανθρώπους.

 

– Τι μπορεί να σε κάνει να χαμογελάσεις αυθόρμητα;

* Ένα παιδάκι με όλα όσα κάνει, με όλα όσα λέει.

– Τι σημαίνει για σένα η λέξη «αλληλεγγύη»;

* Να μπορείς να κοιτάς τον άλλον στα μάτια.

 

– Έρωτας τι σημαίνει για εσένα;

* Είναι κάτι πολύ σημαντικό, πιστεύω ότι έχει γίνει απαραίτητο στη ζωή κάθε ανθρώπου.

– Διαβάζεις κάποιο βιβλίο αυτή την εποχή;

* Διαβάζω το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ με τον τίτλο «Θέατρο του Σάμπαθ».

– Τι περιμένεις από το μέλλον σου;

* Να μπορώ να συνεχίσω να κάνω αυτή τη δουλειά. Να μπορώ να βιοπορίζομαι από αυτήν. Θέλω να είμαι τόσο τυχερή όσο ήμουν αυτά τα πρώτα τέσσερα χρόνια και να κάνω δουλειές με ανθρώπους που θαυμάζω και αγαπώ και να είναι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Μάλιστα έχω ήδη καλά μηνύματα που μου έφερε η αδελφή μου και το πρώτο μου ανιψάκι αυτό το καλοκαίρι. Μάλιστα πήγα να τους δω στον Καναδά όπου ζει η αδελφή μου για τα γεννητούρια.

– Να σας ζήσει! Επόμενα σχέδια;

* Θα ξανακάνουμε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, από τις 14 Φεβρουαρίου μέχρι και τις 29 Μαρτίου 2018, την επιθεώρηση «Μεγάλο κρεβάτι» που είχαμε ανεβάσει στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ για τον Έρωτα» σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη, με τους Κατερίνα Ζησούδη, Μαρία Μοσχούρη, Γιάννη Νιάρρο, Πάνο Παπαδόπουλο, Νάνσυ Σιδέρη, Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο.

 

– Τι θέλεις να μας πεις για τις δουλειές που παίζεις τώρα; Πρώτα για το «Έξυπνο πουλί» του Ζωρζ Φεντώ…

* Αρχίσαμε στις αρχές Οκτωβρίου και θα παίζουμε από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή ως τις 29 Οκτωβρίου, στο «Tempus Verum – Εν Αθήναις». Το έργο το ανεβάσαμε πέρυσι και τώρα σε επανάληψη κάνουμε δίνουμε λίγες παραστάσεις ακόμη.

– Πώς διαλέξατε έργο του Ζωρζ Φεντώ;

* Ήταν και ανάγκη μας να δουλέψουμε πάλι όλοι μαζί αλλά και μια ανάγκη να δοκιμαστούμε στην κωμωδία, στη φάρσα. Ο Γιώργος Κατσής και ο Μάνος Βαβαδάκης το επέλεξαν, το διασκεύασαν και εν τέλει καταλήξαμε σε αυτό. Μας άρεσε ο Φεντώ επειδή ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με τη φαρσοκωμωδία. Μας άρεσε και το γεγονός ότι χρησιμοποιεί πάντα πολλές πόρτες στα έργα του προκαλώντας συνεχή ξαφνιάσματα στον θεατή.

– Ήταν μια δοκιμασία για σας αυτό το θεατρικό είδος;

* Και ήταν και εξακολουθεί να είναι παρόλο που ήδη είμαστε σε επανάληψη, παρόλο που είμαστε μια παρέα και γνωρίζει ο ένας τον άλλον, είμαστε καλοί φίλοι και επικοινωνούμε, εν τούτοις συνεχίζουμε την αναζήτηση σε αυτό το κομμάτι. Και αυτό είναι κάτι πολύ θετικό και για μας και για τους θεατές.

– Μετά το «Έξυπνο Πουλί» τι θα ακολουθήσει;

* Θα παρουσιάσουμε το έργο του Αλφρέ Ζαρρύ «Υμπύ τύραννος» που θα ανέβει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία του Μάνου Βαβαδάκη στις αρχές Φεβρουαρίου. Από τις 7 του μήνα μέχρι και την 1η Απριλίου 2018. Αχιλλέας Κυριακίδης, Μετάφραση. Μάνος Βαβαδάκης, Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία. Γιωργίνα Γερμανού, Κοστούμια. Στέλλα Κάλτσου, Φωτισμοί. Γιώργος Μιχελάκης, Κίνηση. Κάτια Κουμαριανού, Βοηθός ενδυματολόγου. Στους ρόλους: Μάνος Βαβαδάκης, Στέλλα Βογιατζάκη, Παναγιώτης Εξαρχέας, Κατερίνα Ζησούδη και εγώ…

– Μου είπες προηγουμένως ότι αυτό που μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις είναι η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα. Εσένα η δική σου σχέση με τα ζώα ποια είναι; Έχεις κατοικίδιο;

* Έχω ένα σκυλάκι, τη «Ζουλού». Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι που είχαμε πάντα ζώα, εκτός από σκυλιά που ήταν το πιο σίγουρο, αλλά και γατιά, χελώνες, πουλιά και πολλά άλλα. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είμαι σε ένα σπίτι χωρίς ένα ζώο. Μου φέρνουν πολλή ηρεμία. Είναι καλοί φίλοι. Έχω πάντα πολύ καλή σχέση με τα ζώα και τα αγαπώ.

– Μάτα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

* Κι εγώ ευχαριστώ.

 

«Το έξυπνο πουλί».
Η φάρσα του Ζωρζ Φεντώ, σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη και Γιώργου Κατσή, επιστρέφει στο Tempus Verum-Εν Αθήναις από τις 6 Οκτωβρίου 2017, για δεύτερη χρονιά.
«Ο Ποντανιάκ, αμετανόητος γυναικάς, κυνηγά τη Λουσιέν ως το σαλόνι του σπιτιού της. Εκεί ανακαλύπτει πως είναι παντρεμένη με τον Βατλέν, τον καλύτερό του φίλο. Εκείνος της αποκαλύπτει πως ο Ποντανιάκ είναι κι αυτός παντρεμένος. Η Λουσιέν θα εκμυστηρευτεί στον Ποντανιάκ πως θα απατούσε τον άντρα της, μόνο αν αυτός την απατούσε πρώτος, υπόσχεση που έχει δώσει από καιρό και στον Ρεντιγιόν, οικογενειακό τους φίλο. Τι θα συμβεί, όμως, όταν ο Βατλέν αποκαλύπτει στον Ποντανιάκ, ότι απατά τη γυναίκα του με μια Γερμανίδα που ήρθε από το Μόναχο και τον εκβιάζει; Και τι θα συμβεί, όταν όλοι αυτοί βρεθούν στο ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου Corte-Flirt;
Πόρτες, μοιχεία, παρεξηγήσεις, ψέματα από έξι χαρακτήρες που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιβεβαιώσουν τον ανδρισμό ή τη θηλυκότητά τους αποτυγχάνοντας, ωστόσο, παταγωδώς. Μια φαρσοκωμωδία απογυμνωμένη από τα αστικά της στοιχεία σε μια σύγχρονη αφήγηση που επαναπροσδιορίζει τα βασικά της συστατικά. Κι ενώ οι χαρακτήρες της φάρσας στηρίζονται στον κόσμο που γελά σε βάρος τους, αντί να προσποιηθούν άγνοια κρυμμένοι πίσω απ’ τις πόρτες, την… κατασκευάζουν.
Πόσο δυνατή είναι η σύμβαση του γάμου; Μπορεί να μεταπείσει ακόμα και τον πιο κυνικό; Η αληθινή αγάπη θα επιβιώσει ή θα παραμείνει εγκλωβισμένη στις φωτογραφίες»;
***
Πληροφορίες για «Το έξυπνο πουλί»
Του Ζωρζ Φεντώ
Μετάφραση: Νικηφόρος Παπανδρέου
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Μάνος Βαβαδάκης, Γιώργος Κατσής
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαριέττα Παυλάκη
Με τους: Στέλλα Βογιατζάκη, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Κατερίνα Ζησούδη, Μάνο Βαβαδάκη, Γιώργο Κατσή, Πάνο Παπαδόπουλο
Φωτογραφίες (high res): © Νίκος Πανταζάρας
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Από Τετάρτη έως και Σάββατο στις 21:00
Κυριακή στις 19:00
Τιμές εισιτηρίων
Γενική είσοδος 12 ευρώ, Μειωμένο – Φοιτητικό 8 ευρώ,
Τετάρτη: Γενική είσοδος 10 ευρώ
Ατέλειες: 5 ευρώ
Διάρκεια: 80 λεπτά
***
Tempus Verum – Εν Αθήναις
Ιάκχου 19, Γκάζι. Τηλέφωνο: 210- 342.51.70
Μετρό: Στάση «Κεραμεικός

  • Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr
Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΧαρά-Μάτα Γιαννάτου: «Θεωρώ αποτυχία το να μη μαθαίνεις συνέχεια»

Related Posts