Cat Is Art

Ναταλία Κατσού: «Η Αθήνα είναι σα να καμώνεται ότι όλα είναι βελούδινα ενώ κυκλοφορεί ξυπόλυτη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Φιλοσοφημένη, κατασταλαγμένη, συγκροτημένη, με αυτοπεποίθηση, γνώσεις και ισχυρή θέληση, η Ναταλία Κατσού είναι πραγματικά μια εντυπωσιακή προσωπικότητα.
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, σπούδασε Υποκριτική στη σχολή «Δήλος – Δ. Χατούπη» και Θεατρικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποφοιτώντας με Άριστα το 2010. Ως υπότροφος εξωτερικού της Υποτροφίας Μινωτή χορηγούμενη από το Μ.Ι.Ε.Τ., ολοκλήρωσε το διετές μεταπτυχιακό της Master of Fine Arts (MFA) στη Σκηνοθεσία Θεάτρου στο East 15 Acting School του University of Essex το 2012.
Η πρώτη της συγγραφική και σκηνοθετική δουλειά στο θέατρο ήταν «Το Νυφικό» για τον Άδειο Χώρο στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2006. Το 2006 ίδρυσε την ομάδα «Εν Σπουδή» για την οποία έγραψε και σκηνοθέτησε μέχρι το 2009, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων στο Φεστιβάλ Θεατρική Δράση Αθήνας 2007 (Θέατρο της Άνοιξης) και στο Φεστιβάλ Ερμουπόλεια 2008 (Θέατρο Απόλλων Σύρου).
Έχει δουλέψει ως βοηθός σκηνοθέτη δίπλα σε ταλαντούχους και εξαίρετους επαγγελματίες όπως οι Γιώργος Κιμούλης, Στάθης Λιβαθινός, Chris Rolls, Mehmet Ergen, Martin Lloyd-Evans, James Conway ενώ έχει κερδίσει ένα Observantship στο Royal Opera House.
Από το 2011 εργάζεται ως σκηνοθέτης στο Λονδίνο, έχοντας σκηνοθετήσει θέατρο και όπερα σε μικρότερες και μεγαλύτερες σκηνές, όπως Arcola Theatre, Theatre Technis Camden, Etcetera Theatre, Old Red Lion Theatre, Bread and Roses Theatre, University of Cumbria, Proud Archivist. Διδάσκει θέατρο στην εκπαίδευση και σε δραματικές σχολές. Από το 2014 είναι καλλιτεχνική διευθύντρια της ομάδας Operaview, σκηνοθετώντας σύγχρονη όπερα σε συνεργασία με καλλιτέχνες από τον χώρο του χορού, των ακροβατικών, της φωτογραφίας, του θεάτρου σκιών.
Έχει γράψει τα έργα: Το Νυφικό (2006, Άδειος Χώρος), Ελισάβετ – Πνεύμα της φωτιάς (2007, για το Φεστιβάλ Θεατρική Δράση), Μinotaur (2012- Edinburgh Fringe Festival), In between lives (2013, Arcola Theatre), Fox tales (2014, για παιδιά, St. Paul School), New Home (2014, Hackney College), Σπαράγγια με φτερά (2014), Βυθός (2016, για το Φεστιβάλ Νεοελληνικού Έργου- Αγγέλων Βήμα 2017).
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Μαγωδός» (Καστανιώτης 2008 – Υποψηφιότητα Βραβείου «Διαβάζω» 2009), «Κοχλίας» (Κέδρος 2012 – Υποψηφιότητα Βραβείου «Αναγνώστης» 2013) και «Νυμφαλίδες» (Κέδρος 2015) και το θεατρικό έργο «Σπαράγγια με φτερά» (εκδ. Βακχικόν 2014 – δίγλωσση έκδοση ελληνικά-αγγλικά). Αποσπάσματα της δουλειάς της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά (Γιάννης Γκούμας), στα γαλλικά (Michel Volkovitch) και στα ισπανικά (Mario Dominguez Parra), ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Η Ναταλία Κατσού έχει ασχοληθεί και παρουσιάσει έργα με θέματα δυσπρόσιτα: από το σύνδρομο Asperger μέχρι την άγνωστη ζωή της Ζακυνθινής λόγιας του 19ου αιώνα Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου και την παιδική εργασία, ενώ με την ομάδα της Operaview σκηνοθετεί στο Λονδίνο, στην Κωνσταντινούπολη και αλλού σύγχρονες όπερες αλλά και πολιτικά έργα άλλων συγγραφέων.

Η ευχέρειά της στα γαλλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ισπανικά τής επέτρεψε να σπουδάσει και να εργαστεί σε διάφορες χώρες, από το Πανεπιστήμιο της Limoges μέχρι το GITIS στη Μόσχα και στο Ινστιτούτο Τεχνών στο Μπαλί. Η εμπειρία της, παρά το νεαρό της ηλικίας της, από ένα τόσο ευρύ φάσμα πρακτικών και μεθόδων έχει οξύνει τις δεξιότητές της και διευρύνει τον επαγγελματικό της ορίζοντα τόσο στην ποίηση όσο και στην τέχνη.

Στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου παρουσιάστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία το έργο της «Αγαθό» σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ στο Φεστιβάλ «Αναλόγιο 2017», στο Θέατρο Τέχνης της Φρυνίχου.

Το έργο της, συγγραφικό και θεατρικό, είναι έργο αξιώσεων, πολυεπίπεδο, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο, ενώ περιέχει πάντα τα σύμβολα της ελληνικής της κουλτούρας. Στο πολυπολιτισμικό Λονδίνο, ανέκαθεν κέντρο τέχνης και συνάντησης, όπου υπάρχει και η αντίστοιχη κουλτούρα, ώστε να εκτιμάται και να αναπτύσσεται κάθε μορφή της, βρέθηκαν άνθρωποι που πίστεψαν στην έμπνευση, την εργατικότητα και τη μεθοδικότητά της. Το 2014 δημιούργησε την ομάδα της, Operaview, παρουσιάζοντας σύγχρονη όπερα ενσωματώνοντας χορό, ακροβατικά και εικαστικά. Στο Arcola Theatre, στο ανατολικό Λονδίνο, έχει βρει μια καλλιτεχνική στέγη που φιλοξενεί τις περισσότερες δουλειές της.

H συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr είναι μια έκπληξη. Προσωπικά με ξάφνιασε η ιδιαίτερη ωριμότητά της που δεν της στερεί όμως τίποτα από το νεανικό κι αγνό της ενθουσιασμό, από το δημιουργικό της πάθος και τον αυθορμητισμό της. Μιλά για τα παιδικά της χρόνια, τις πρώτες της επιρροές, τη θεατρική πραγματικότητα στην Αθήνα και στο Λονδίνο, τη δουλειά της, επισημαίνοντας πράγματα σημαντικά. Με γλαφυρότητα, με αλήθεια, με άποψη. Δεν έχετε παρά να τη διαβάσετε.

 

Θέλεις να μας περιγράψεις μια εικόνα ή ένα γεγονός από την παιδική σου ηλικία;

* Το δωμάτιο – ουρανοξύστης: στην πρώτη τάξη του δημοτικού ήμουν ενθουσιασμένη με το καινούριο μου γραφείο και μου άρεσε να απλώνω τα τετράδια και τα βιβλία μου για να διαβάσω. Ταυτόχρονα όμως δυσκολευόμουν να συγκεντρωθώ και το παραμικρό αποτελούσε πηγή διάσπασης, ή μάλλον ονειροπόλησης. Εργαζόμουν λοιπόν σε κάποιο πολυσύνθετο οργανισμό που αναλάμβανε σημαντικές υποθέσεις – με πολύ ασαφή σκοπό. Το γραφείο μου λοιπόν ήταν ένα μόνο από τα πολλά γραφεία του «ορόφου», δηλαδή του δωματίου μου, και συχνά χρειαζόταν να συμβουλευτώ «συναδέλφους» και να παραδώσω ή να παραλάβω κάτι από άλλο «γραφείο», με αποτέλεσμα να σηκώνομαι και να βολτάρω με τα τετράδια στο χέρι, ενώ δεν έλειπαν και οι συναντήσεις με «προϊσταμένους» και εξωτερικούς συνεργάτες οπότε έπρεπε να πάρω το ασανσέρ, δηλαδή να χαζεύω το ημερολόγιο στον διάδρομο αγγίζοντας ανακατωμένους συνδυασμούς από ημερομηνίες, για να πάω στον αντίστοιχο «όροφο», συνήθως στην κουζίνα. Κατέληγα να γυρνοβολάω πολλές ώρες από δω κι από κει, πεπεισμένη ότι έχω κάτι σημαντικό να κάνω κι ότι όλα αυτά αποτελούσαν μέρος των υψηλών καθηκόντων μου. Το ξύσιμο του μολυβιού ήταν μια τελετουργία ενώ κάθε συρτάρι που περιείχε τα βιβλία μου και τις εργασίες μου χρειαζόταν «συνδυασμό» για να ανοίξει, πληκτρολογώντας στον αέρα.

Ποια ήταν τα παιδικά σου αναγνώσματα και οι πρώτες καλλιτεχνικές σου επιρροές;

* Στις πρώτες τάξεις του σχολείου, η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου στα δώρα ήταν τα βιβλία. Είχα ολόκληρες σειρές από τον Ιούλιο Βερν και όλα τα αντίστοιχα κλασικά (και τα εικονογραφημένα) τα οποία άφηνα μισοτελειωμένα. Θυμάμαι διάσπαρτα βιβλία που με ενθουσίαζαν όπως ένα εκτενές βιβλίο μυθολογίας, το «Παραμύθι χωρίς όνομα», η ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η βιογραφία του Αγίου Αιμιλιανού που τυχαία είχα αγοράσει η ίδια σε μια εκδρομή με το σχολείο – μάλλον προσπαθώντας να αποκωδικοποίησω πώς γίνεται κάποιος άγιος, το Watership Down του Richard Adams που με μαγνήτιζε και με τρόμαζε ταυτόχρονα, και τα βιβλία έργων τέχνης που υπήρχαν συγκεντρωμένα στο σπίτι από διάφορα μουσεία τέχνης με αγαπημένο του Van Gogh. Μια σημαντική επιρροή ήταν οι κασέτες (audio) με παραμύθια και κλασική μουσική, ιδίως η σειρά του Ζακ Μέναχεμ με την πολύ γλαφυρή αφήγηση της Λίμνης των Κύκνων και του Καρυοθραύστη. Γρήγορα άρχισα να σκαλίζω τη βιβλιοθήκη για τους «μεγάλους», ξεκινώντας με την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τον «Προφήτη» του Χαλίλ Γκιμπράν και το «Κάστρο» του Κρόνιν σε πολύ νεαρή ηλικία – τα κριτήρια επιλογής περιλάμβαναν αφενός το πάχος των βιβλίων, που σταδιακά αύξαινε, το δερματόδετο ή περίτεχνο εξώφυλλο και τις παλιές εκδόσεις με πολυτονικό. Οι εκθέσεις ζωγραφικής μου έκαναν επίσης έντονη αίσθηση, με σημείο αναφοράς την έκθεση «από τον Θεοτοκόπουλο στο Σεζάν» στην Εθνική Πινακοθήκη.

Πώς βρέθηκες να εργάζεσαι ως σκηνοθέτης και συγγραφέας στο Λονδίνο;

* Η ιδέα του να ζήσω στο εξωτερικό ήταν κάτι που με γοήτευε από την εφηβεία, ίσως λόγω των γαλλικών που μάθαινα και της ανησυχίας ότι υπάρχουν τόσα πράγματα να γνωρίσουμε και να δούμε που είναι απαραίτητο να μετακινούμαστε και να είμαστε πάντα έτοιμοι για προσαρμογή ή για ενσωμάτωση σε κάτι διαφορετικό. Όταν τελείωσα με τις σπουδές μου στην Αθήνα, είχα ήδη προετοιμαστεί για να φύγω, ήθελα να κάνω μεταπτυχιακό στη σκηνοθεσία θεάτρου, κι αυτό δεν προσφέρεται στην Ελλάδα ως ειδικότητα. Το τελικό μου διαβατήριο ήταν η υποτροφία Μινωτή από το ΜΙΕΤ για να μπορέσω να παρακολουθήσω το διετές μεταπτυχιακό στο East 15. Το ότι έμεινα στο Λονδίνο δεν μου φαίνεται ότι δημιουργεί απορίες⸱ πρόκειται για μια χώρα με βαθιά παράδοση στο θέατρο αφενός αλλά, κυρίως, με τους απαραίτητους μηχανισμούς και την καλλιεργημένη νοοτροπία που, αφετέρου, επιτρέπουν σε κάθε βαθμίδα και ειδικότητα του θεάτρου να αναπτυχθεί επαγγελματικά και δημιουργικά. Ενδεχομένως η αναλογία πειραματισμού και αγοράς ζήτησης να λειτουργεί αντιστρόφως, οπότε και θέτει διλήμματα διότι κάποιες επιλογές στην πορεία μας αποκλείουν κάποιες άλλες, όμως το πεδίο είναι ακόμη ανοιχτό και γόνιμο.

Ποια είναι η θέση του σκηνοθέτη στην Αγγλία σε σχέση με την Ελλάδα;

* Πιστεύω ότι κάποια βασικά στοιχεία όπως η εκπαίδευση και η κατάρτιση του σκηνοθέτη, η εμπειρία και η προσφορά ευκαιριών για εμπλουτισμό της εμπειρίας σε άκρως επαγγελματικές συνθήκες και η ισορροπημένη συνεργασία σκηνοθετών και συγγραφέων (εφόσον πρόκειται για σύγχρονο έργο), έχουν συζητηθεί και κατανοηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε, δεν έχω δουλέψει ως σκηνοθέτης στην Ελλάδα από το 2008, με εξαίρεση φυσικά, την παράσταση του έργου μου «Βυθός» πέρυσι την άνοιξη για το Φεστιβάλ Ελληνικού Έργου (καλλιτεχνική διεύθυνση Λεία Βιτάλη). Σ’ αυτήν, λοιπόν, την εμπειρία μου πιστεύω ότι αντιμετώπισα το ωστικό κύμα των όσων κοχλάζουν και σπασμωδικά εκρήγνυνται τα τελευταία 8 χρόνια στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια καινούρια πραγματικότητα, σε κάθε επίπεδο και τομέα εργασίας, την οποία οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, διότι η οριστική και έγκαιρη (;) συνειδητοποίηση μόνο μπορεί να φέρει αλλαγές και να βοηθήσει σε μια αναπροσαρμογή διαδρομής.

Κάτι πολύ σημαντικό που στηρίζει όλη την εξέλιξη μιας παράστασης στην Αγγλία, είναι η αίσθηση της τάξης και της οργάνωσης. Αυτό το κλισέ της αγγλικής κουλτούρας είναι πολύτιμο και αναγκαίο για έναν σαφή προσδιορισμό ρόλων και καθηκόντων μέσα σε μια παραγωγή, για τη στελέχωση μιας ομάδας ικανής, για τον προγραμματισμό και την αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων και απρόοπτων χωρίς αχρείαστες ταραχές. Τίποτα δεν γίνεται «μπαμ – μπαμ», τουλάχιστον όχι με την ελληνική του ευκολία – και, προσωπικά, αυτό μου δημιουργεί μια εμπιστοσύνη και μου επιτρέπει να ανταποκριθώ ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες. Πιστεύω ότι τέτοια στοιχεία, που ανάγονται στη φιλοσοφία περί επαγγελματισμού και αποδοτικότητας, διαγράφουν και την πρακτική. Αυτά τα στοιχεία διαφοροποιούν τη θέση του σκηνοθέτη και του κάθε δημιουργού σε ένα πλαίσιο, και όχι κάτι «καλλιτεχνικό» και μαγικά χαρισμένο. Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται και ο αβυσσαλέος ανταγωνισμός και η εξάρτηση από οικονομικούς παράγοντες που συχνά διαχωρίζουν τις μεγάλες σκηνές από τις περιφερειακές ή τις εναλλακτικές. Σ’ αυτό το τελευταίο, η πρακτική του θεάτρου είναι κοινή σε κάθε χώρα.

Θέλεις να μας μιλήσεις για τις δραστηριότητες της ομάδας Operaview και για το πώς δημιουργήθηκε;

* Η Operaview δημιουργήθηκε το 2014 όταν με προσκάλεσε το Φεστιβάλ Όπερας Grimeborn στο Arcola Theatre να σκηνοθετήσω μια όπερα επιλογής μου. Η μουσική διευθύντρια με την οποία θα συνεργαζόμουν μου είχε προτείνει μεταξύ άλλων, το The Medium του Menotti, το οποίο είχε ανεβάσει ο ίδιος και στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η μουσική με ενθουσίασε και ξεκίνησε η μύησή μου στην αγγλόφωνη όπερα και με οδήγησε στη σύγχρονη βρετανική σχολή συνθετών (ο Menotti ήταν Αμερικανός) όπως ο W. Walton, o G. Holst, ο Vaughn-Williams. Συγκεντρώνοντας κάποιους πολύ ταλαντούχους και ενθουσιώδεις συνεργάτες για την παραγωγή, ξεκίνησε και η ομάδα. O βασικός άξονας της Operaview είναι η παραγωγή σύγχρονης όπερας σε συνδυασμό με χορό, ακροβατικά, εικαστικά και άλλες παραστατικές τέχνες. Μέχρι τώρα είχα την τύχη να συνεργαστώ με διακεκριμένους μουσικούς, τραγουδιστές και performers, όπως η Julia Sitkovetski, o Alexandro Fisher, η ορχήστρα Deco Ensemble, καθώς και πολύ ταλαντούχους εικαστικούς και σχεδιαστές όπως η Jemima Robinson και ο Rob Youngson, ενσωματώνοντας στις παραστάσεις μου aerialhoop, tango, κούκλες σκιών, φωτογραφικές εκθέσεις και artinstallation. H πιο πρόσφατη δουλειά μας, η tango opera Mariade Buenos Aires, ταξίδεψε πρόσφατα προσκεκλημένη στο Bartok Plus Opera Festival στην Ουγγαρία αποσπώντας ενθουσιώδεις αντιδράσεις και κριτικές.

Εκτός από σένα, υπάρχουν κι άλλοι Έλληνες στην ομάδα ή ευρύτεροι συνεργάτες;

* Η ομάδα είναι διεθνής, με την έννοια ότι οι συνεργάτες προέρχονται από διάφορες χώρες, έχοντας έδρα το Λονδίνο συνήθως. Στο Medium είχα συνεργαστεί με τη σκηνογράφο Μαρία Καλαμάρα και τη Σαλώμη Μακαρονίδου για τα κοστούμια. Σταθερός συνεργάτης, σχεδόν εξαρχής, είναι ο Γιάννης Κατσαρής που έχει σχεδιάσει τους φωτισμούς για τις περισσότερες παραστάσεις της Operaview κι έχει επιμεληθεί το φωτογραφικό και οπτικό υλικό.

Ποια είναι η σχέση σου με τη μουσική;

* Έπαιζα πιάνο από 7 χρονών και πήγαινα στο Ωδείο για πολλά χρόνια. Η δασκάλα μου, η Στέλλα Περράκη, με έμαθε τι θα πει ακρίβεια και προετοιμασία. Να ακούς τη μουσική μέσα σου πριν καθίσεις να παίξεις. Και να μην επιστρέφεις για να διορθώσεις. Η μουσική δεν σε περιμένει, πρέπει να προχωράς και να σκέφτεσαι το επόμενο.

Ποια είναι η ιδιαίτερη γοητεία της σκηνοθεσίας σε όπερα;

* Ο συνδυασμός τόσο διαφορετικών μέσων και οι άπειρες εικαστικές και κινησιολογικές δυνατότητες. Η όπερα είναι τετραδιάστατη γιατί συμβαίνει σε δεδομένο χώρο και χρόνο εξαρχής, συμβαίνει μέσα στη μουσική.

Το περιβάλλον στο οποίο κινείσαι επαγγελματικά στη χώρα που ζεις, πόσο ανταγωνιστικό είναι;

* Όπως προανέφερα, αβυσσαλέα ανταγωνιστικό. Πρόκειται για λωρίδες παραγωγής ή για μαραθώνιο σε κυλιόμενες κλίμακες, δεν υπάρχει χρόνος για να χαζέψεις ούτε περιθώριο να πέσεις γιατί θα ξαναβρεθείς στην αρχή.

Πώς θα χαρακτήριζες τους Έλληνες καλλιτέχνες σε σχέση με τους ξένους;

* Παθιασμένους. Δοτικούς και αφοσιωμένους. Εμπνευσμένους και γεμάτους ιδέες. Θέλουν να το κάνουν να πετύχει. Εάν πρόκειται για Έλληνες που δεν έχουν μεγάλη εμπειρία ή τριβή με άλλες νοοτροπίες και πρακτικές, θα έλεγα ότι κάποιες φορές ο κινητήριος παρορμητισμός εγκλωβίζει, δεν επιτρέπει σε μια ενιαία τεχνική να αναπτυχθεί και να εμφανίζεται αυτόματα για να δώσει ώθηση σε όσα έρχονται.

Ποιο είναι το δικό σου σύνθημα που θα ήθελες να ακουστεί;

* Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στα συνθήματα. Ιδίως όταν προκύπτουν από μια θέση βολική και ανέγγιχτη από πραγματικούς κλονισμούς, από ουσιαστικές κινήσεις. Η εποχή μας έχει θρυμματιστεί και αυτή η αποσπασματικότητα τείνει να ιεροποιηθεί, περιφρονώντας τη ματαιότητα (vanity) και το εφήμερο που λανθάνει σε μια τέτοια αντιμετώπιση. Ιδίως στα δημιουργικά επαγγέλματα, πιστεύω ότι ο καθένας έχει το δικό του credo (παλιότερα μου είχε ζητηθεί από την bibliotheque να καταθέσω το δικό μου και με είχε προβληματίσει πολύ) και αυτό πρέπει να εγχαράσσεται στη δουλειά του, στην προσφορά του, στην αλληλεπίδρασή του με ό,τι συμβαίνει γύρω του.

Μου αρέσουν όμως οι στίχοι και τα δάνεια από βιβλία. Οι πρώτοι στίχοι από το Burnt Norton του T.S. Eliot

Time present and time past

Are both perhaps present in time future,

And time future contained in time past.

If all time is eternally present

Alltimeisunredeemable.

και μια φράση από μια αγαπημένη μου ποιήτρια, την Ruth Fainlight:

«I am a poet who is a woman, not a woman poet»

Οι σωστές επιλογές είναι ένας τομέας που επίσης απαιτεί ταλέντο;

* Το ταλέντο είναι πολυχρησιμοποιημένο και υπερεκτιμημένο. Οι σωστές επιλογές απαιτούν σκέψη, έρευνα, προετοιμασία, εμπειρία – από αυτήν που δεν δανείζεται, και γνώση. Όσο πιο συχνά εξασκείται κανείς σ’ αυτά, τόσο πιο γρήγορα καταφέρνει να αποκλείει επιλογές που τον βγάζουν από τους στόχους του. Και κάποτε, πολύ αργότερα, όταν αυτή η λειτουργία γίνεται γρήγορα και με επιτυχία, που πάντα κρίνεται εκ του αποτελέσματος, λέμε είχα διαίσθηση.

Πώς κρίνεις το μεγάλο αριθμό θεάτρων και παραστάσεων στην Αθήνα;

* Superfluous. Χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη γιατί περιέχει τη ρίζα για τη ροή (fluere). Υπάρχει ένα κυριολεκτικό ρεύμα πληθώρας παραστάσεων στην Αθήνα αυτή τη στιγμή.

Οι αριθμοί κι οι στατιστικές των παραστάσεων δεν έχουν σημασία καθεαυτά. Αυτό όμως που οι επισκέψεις μου μού επιτρέπουν να καταλάβω, είναι ότι το ύφος της θεατρικής σκηνής στην Αθήνα σήμερα, δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητά της. Και επ’ ουδενί δεν υπαινίσσομαι να γίνονται παραστάσεις «πολιτικές» και «κατηγορικές» ή να γίνει η τέχνη ένα συμπτωματικό μανιφέστο. Αλλά αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι η θεατρική Αθήνα είναι σα να προσποιείται ότι δε συμβαίνει τίποτα. Ότι όλο αυτό το κύμα ανησυχίας, ταραχής, δυσαρέσκειας, φτώχειας, απογοήτευσης, ξεκινώντας από τη βελονοκεφαλή που ελέγχει ποιοι θα βρεθούν στις μεγάλες σκηνές και στα φεστιβάλ και ποιοι θα ψάχνουν για ένα γκαράζ να το μετατρέψουν σε σκηνή, έως τους σχεδόν μόνιμα απλήρωτους συντελεστές γιατί «τουλάχιστον κάνουν κάτι που τους αρέσει», δεν έχει επιπτώσεις. Υπάρχουν πρωτεύουσες που είναι πολύ πιο ξεσηκωμένες, από άποψη ρεπερτορίου και από άποψη παρουσίασης / πολιτιστικής ανταλλαγής. Η Αθήνα είναι σα να καμώνεται ότι όλα είναι βελούδινα ενώ κυκλοφορεί ξυπόλυτη.

Μέσα σε αυτό το σχήμα, αναγνωρίζω τη μεγάλη ανάγκη των ανθρώπων να εκφραστούν και να δηλώσουν ένα «παρών» καλλιτεχνικό, να κινηθούν πνευματικά και πολιτισμικά διότι αλλιώς θα σκουριάσουν. Υπάρχει πολύ υλικό, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στα δημιουργικά επαγγέλματα, ο καθένας για δικούς του ενδεχομένως λόγους, όμως μοιράζονται μια κοινή θέληση να ακουστούν, ίσως και να ακούσουν, κι ένα μεγάλο ποσοστό είναι εφοδιασμένο με παιδεία και προσόντα για να καταφέρει σπουδαία πράγματα. Και βρίσκονται να πρέπει να κουρδίσουν σε μια καλλιτεχνική πραγματικότητα δύο ταχυτήτων – κάτι που αντανακλά ξεκάθαρα τη γενικότερη ελληνική καθημερινότητα.

Τι γνώμη έχεις για τον πειραματισμό;

Ο πειραματισμός είναι η κινητήριος δύναμη της δουλειάς μας. Όταν σταματάς να δοκιμάζεις και να αλλάζεις αναλογίες και στοιχεία και, βεβαίως, να ρισκάρεις, σταματά κι η εξέλιξη.

Οι βυθοί συνήθως κρύβουν πολλές αλήθειες;

* Η αλήθεια είναι η ουσία που οφείλει να αναδυθεί από τη λήθη -παραφράζοντας τον Heidegger που δανείζεται από τους αρχαίους. Η αλήθεια του καθενός δεν σχετίζεται απαραίτητα με την πραγματικότητα, τη δική του ή την γενικότερη αίσθηση μιας υπαρκτής κατάστασης. Γι’ αυτό και η ερμηνεία αποκτά δύναμη, σχεδόν βαφτίζει κάτι, ιδίως όταν δεν είμαστε σίγουρη από ποια πλευρά κοιτάζουμε. Μπορεί αυτό που γυαλίζει στην επιφάνεια να είναι ο βυθός κι η αλήθεια να μας κοιτάζει κατάματα. Χρειάζεται χρόνος κι εξάσκηση. Κάποιες αλήθειες δεν μας αφορούν καν. Και κάποιες αλήθειες έρχονται να μας συναντήσουν. Τους βυθούς που θα σκαλίσουμε μόνο μπορούμε να επιλέγουμε.

Ποιο ήταν το έναυσμα για να πλησιάσεις και να ερευνήσεις τη ζωή της Ζακυνθινής λόγιας Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου;

* Όπως πάρα πολλά διαβάσματά μου, συναντηθήκαμε τυχαία. Η Ελισάβετ, η αυτοβιογραφία της, είχε ένα παράξενο πορτοκαλί εξώφυλλο και προεξείχε για καιρό στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Κάποια στιγμή τη διάβασα. Σοκαρίστηκα. Η πρώτη μου απορία ήταν αν όλο αυτό ήταν αληθινό ή μήπως ήταν ένα μυθιστόρημα, η μεγάλη μου μανία των εφηβικών χρόνων, που αυτή η γυναίκα είχε αποφασίσει να πλάσει σαν ένα γοητευτικό γρίφο. Με ξένισε η γλώσσα, το ιδίωμα, που δεν είναι απλώς ζακυθινό, είναι το ιδίωμα μιας νεαρής κοπέλας που μαθαίνει ξένες γλώσσες με αντιπαραβολή θεατρικών έργων και μεταφράσεων και τυχαία λεξικά κλειδαμπαρωμένη μέσα στο αρχοντικό του πατέρα της. Ενστικτωδώς πίστεψα ότι η Ελισάβετ θέλει να ακουστεί. Ο παλμός κι ο πόνος της που εκφράζονταν με μια γραφή – κέντημα και με μια ψυχραιμία καλογυμνασμένης διάνοιας, με στοίχειωναν για χρόνια. Το 2007, έχοντας ήδη γράψει ένα έργο που παίχτηκε στον Άδειο Χώρο του Εθνικού κι έχοντας σχηματίσει την ομάδα Εν Σπουδή μαζί με άλλους νέους ανερχόμενους του θεάτρου, ξεκίνησα εντατική έρευνα και σχεδίασα την «Ελισάβετ, πνεύμα της φωτιάς», για το Φεστιβάλ Θεατρική Δράση στο Θέατρο της Άνοιξης. Οι παραστάσεις είχαν επιτυχία, ωθώντας μας να συνεχίσουμε για δύο ακόμη εβδομάδες σε άλλο θέατρο.

 

Πώς νιώθεις που ποιήματά σου έχουν ήδη μεταφραστεί σε τρεις γλώσσες;

* Είναι μεγάλη συγκίνηση και έκπληξη ταυτόχρονα να βλέπει κανείς τη δουλειά του σε μια άλλη γλώσσα. Το ότι κάποιοι ταλαντούχοι μεταφραστές, όπως ο Γιάννης Γκούμας, ο Michel Volkovitch και ο Mario Dominguez-Parra, επέλεξαν να ασχοληθούν με κομμάτια της ποίησής μου αφενός είναι πολύ τιμητικό, αφετέρου απαιτεί να πάρω μια απόσταση και να «ξαναδιαβάσω» το κάθε ποίημα. Να το δω σε ένα άλλο λεξιλογικό και ηχητικό τοπίο, γυμνό από τον εγγενή του ρυθμό στην εσωτερική του συνοχή και σημασία. Πρόκειται για τύχη τεράστια αλλά και για δοκιμασία.

Ποιες είναι οι δραστηριότητές σου αυτή την εποχή;

* Στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου, είχα την ιδιαίτερη χαρά να δω στη σκηνή ένα πολύ αγαπημένο μου κείμενο, το «Αγαθό», στο Φεστιβάλ Αναλόγιο 2017 στο Θέατρο Τέχνης, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Σίσσυς Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ. Πρόκειται για έναν ποιητικό μονόλογο ή ένα πολυφωνικό ενδό-λογο, που γράφτηκε το 2014 στα αγγλικά για το Φεστιβάλ Greek Voices του Theatre Lab Company στο Riverside Studio όπου και παρουσιάστηκε. Η μετάφραση είναι της Αγγελικής Μπούρα και θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Διαπιστώνω τώρα ότι τα Φεστιβάλ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έχουν ανέκαθεν κινητοποιήσει τη δημιουργικότητά μου κι έχουν αποτελέσει έναυσμα είτε για να ολοκληρώσω και να μορφοποιήσω κάτι, είτε για να ξεκινήσω κάτι από το μηδέν. Υπάρχει κάτι πολύ δυναμικό στη συμμετοχή, στο γεγονός ότι μια δουλειά, ένα έργο ή μια σκηνοθεσία, επιλέγεται χωρίς όμως να αποκλείει άλλους από μια θέση, αλλά για να συστεγαστεί και να προωθηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο που πρεσβεύει ένα συγκεκριμένο ήθος, κάποιες ιδέες και μια αισθητική. Υπάρχει κάτι πολύ υγιές σ’ αυτόν τον συν-αγωνισμό που ανοίγει δυνατότητες δημιουργικές αλλά και επικοινωνιακές.

Ταυτόχρονα ετοιμάζουμε ένα βιβλίο με ποίηση και φωτογραφίες γύρω από το Μαρόκο με τον φωτογράφο Γιάννη Κατσαρή, σε συνεργασία με τη σχεδιάστρια Lisa Stephanides, το οποίο θα κυκλοφορήσει στο Λονδίνο μέσα στο επόμενο έτος.

Διδάσκω θεατρικές σπουδές και υποκριτική στο Λονδίνο και σχεδιάζω τα επόμενα γραψίματά μου.

Πώς θα χαρακτήριζες τη συμπεριφορά των Ελλήνων απέναντι στα ζώα και δη στα αδέσποτα;

* Η έλλειψη παιδείας απέναντι στο περιβάλλον, στην προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, καθώς και η έλλειψη παιδείας ως προς τα ζώα είναι χαρακτηριστική και ξεκινά από τις μικρές ηλικίες κι από το σχολείο. Ελπίζοντας ότι γίνονται αξιόλογες κινήσεις για να αλλάξουν κάποια πάγια προβλήματα, τα βήματα είναι αργά και η πλειονότητα χαρακτηρίζεται από μια αδιαφορία. Όλη αυτή η συνεχόμενη πτώση στοιχειωδών αξιών ως απότοκος της καινούριας ελληνικής πραγματικότητας, τρέπεται σε παρωπίδα και σε μια επαναλαμβανόμενη δικαιολογία για να αγνοούμε ζητήματα πολύ σημαντικά που όμως μας βγάζουν έξω από τη βολή μας. Ζυγίζουμε τα ασύγκριτα κι επιλέγουμε να αφοσιωθούμε σε αυτά που μας «καίνε». Δυστυχώς για πολύ κόσμο, τα ζώα και το περιβάλλον δεν είναι μέσα στις προτεραιότητές τους.

Μίλησέ μας για τη δική σου σχέση με τα ζώα! Έχεις κατοικίδιο;

* Παρόλο που είμαι παιδί της πόλης κι η επαφή μου με τα ζώα είναι κάθε φορά μια εξερεύνηση και μια διαπραγμάτευση, έχω μια αδυναμία στα σκυλιά. Είχα έναν ημίαιμο λιχούδη και παιχνιδιάρη Ρούντυ που μεγάλωσε μαζί μου. Υπερέβη κάθε προσδοκία και προηγούμενο κάνοντάς μου παρέα μέχρι να αποφοιτήσω από τη Νομική για να παραδώσει τη δύναμή του. Τον αναπολώ πολύ συχνά. Ο ρυθμός ζωής μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας δεν διευκολύνει δυστυχώς για κατοικίδιο.

Φωτογραφίες: Γιάννης Κατσαρής

Από την παράσταση «Βυθός»

ετοιμόρροπα συνθήματα – Ναταλία Κατσού

 σου είπαν γκρεμίστηκε το σπίτι
κι εσύ γέλασες
κι ας μην το βρήκες καθόλου αστείο
κι έτρεξες έξω
στο διάδρομο με τις χίλιες πόρτες
τις άνοιξες όλες να σιγουρευτείς
πως γκρεμίστηκε κι αυτό
κι ο κήπος κι ο δρόμος μπροστά
κι η μεγάλη καγκελόπορτα
που έβγαζε στο πίσω του ουρανού
και μόλις μπήκε ο θείος Διοπομπαίος
ακόμη έτσι είσαι γούρλωσε τα μάτια
για αστείο και σε πήρε από το χέρι
ξεκάλτσωτη κι αρχίσατε να τρέχετε
έξω στους δρόμους με τους χίλιους ανθρώπους
και κάθε λίγο φούσκωνες από τον καπνό
και τη μαυρίλα στα ρουθούνια
και στο φανάρι του γλίστρησες
στάσου μια στιγμή θείε κρυώνω
κι εκείνος σε τράβηξε
μέχρι το βράχο
εκεί που παλιά ήταν θάλασσα
κοχύλια πέτρες κι αγάλματα
και σε κράτησε πάνω από το κενό
σαν τσόφλι από φιστίκι για αστείο
κι όταν βελόνιασαν τα μάτια
από λευκό κι από έλλειψη
σ’ άφησε κάτω πιο κάτω
και πιο κάτω σε ένα τίποτα
που δεν είχες προβλέψει
γεμάτο φωνές
πού ήσουν άργησες πού ήσουν άργησες γιατί
να έχεις μεγαλώσει σαν σκαθάρι
και μάλιστα τόσο μακρυά
γιατί
εμείς να σερνόμαστε πιο αργά
πάρε μας μαζί σου
χιλιάδες τραυματίες πριν από πόλεμο
να πιάνονται από τα μαλλιά και τα μάτια σου
τσιμπώντας βλαστημώντας δαγκώνοντας
το μήλο που σου χάρισαν στην κούνια
τότε που δεν πνίγηκες
που κράτησες τη φλούδα ξεραμένη
φυλαχτό ανάμεσα στο λαιμό και τον αέρα
να θυμάσαι να μην πνίγεσαι
και να λες ευχαριστώ
ξέρω ότι η Χιονάτη πέθανε
ευχαριστώ πυροβολήστε με
κι ύστερα να γυρνάς την πλάτη
χωρίς να τρέχεις
όπως τρέχοντας γύρισες σήμερα
μόλις οι φήμες βρώμισαν
από το ποτάμι στ’ αφτιά σου
τα καινούρια ξενόγλυπτα αφτιά
πως τα σύννεφα φούντωσαν
η γη ξεκοιλιάστηκε
και το σπίτι γκρεμίστηκεευτυχώς όλοι οι ένοικοι
παραθέριζαν στην εξοχική τους κατοικία
στο νησί
εκτός κινδύνουκαι το ζευγάρι του τρίτου
είχε πεθάνει την προηγούμενη φοράόλα τα πράγματα αρχινημένα τα βρίσκουμε
τα αρπάζουμε από μια τριχιά της κουκούλας τους
τα φέρνουμε μια βόλτα ξεσκέπαστα
κλωτσηδόν τα εγκαταλείπουμε στις σχάρες των υπονόμων
ξεριζώνοντας μαζί με το όνομά τους και το δικό μας
και τότε δίχως ανάσα τρέχουμε στα επόμενα
-σ’ εκείνο το φράγμα της στροφής
κάποιοι κοκαλώνουν και το αφορίζουν
τέλος εποχής
-αγαπητοί απατεώνες ας είμαστε αεί θρασείς
τέλος δεν έχει
γωνίες γκρεμούς και βάραθρα μόνο
μάλιστα αυτά είναι που εξασφαλίζουν
μια κάποια ακεραιότητα
στην επιχείρηση
-διαψεύστε μεετοιμόρροπα συνθήματασυνάντησα και τον καθηγητή ένα μεσημέρι, επιθετικός, έξαλλος, με τα πολιτικά, με τις κομμένες συντάξεις, τις συμβάσεις του ιδιωτικού. το ίδιο βράδυ τον είδα αγκαζέ και χαμογελαστό στο μπράτσο μιας νέας γλυκυτάτης στο φουαγέ εναλλακτικού μπουλβάρ.
χαοτική Αθήνα, χάνω τί είναι μύθος αστικός και τί αλήθεια. ο κόσμος έξω, καθημερινές, όπως πάντα. παραγγέλνει καπουτσίνο και το βράδυ τζιν τόνικ. η γκρίνια γκρίνια. καινούριες αφίξεις, άστεγοι, ζητιάνοι, στα σκαλιά της Βιβλιοθήκης, μια όπερα πραγματικής πεντάρας, μια κακογουστιά κι ένα επίτηδες μιζέριας που σε τραβάει από το μαλλί να αηδιάσεις σαν από γάλα βρασμένο που κρύωσε.
κι εσύ πού στέκεσαι
γυρνάει η ερώτηση χαστούκι στη στροφή για Εξάρχεια
δεν έχω χέρια να κρατήσω ούτε τον κουβά ούτε τον αερογράφο. μπορώ όμως να ακροβατώ
στην πάνω άκρη εκεί που τα παιδιά κολλάνε τσίχλες στο διάλειμμα
σ’ αυτό το γκράφιτι με το ασημί και το πορτοκαλί στον τοίχο του σχολείου ετοιμόρροπα συνθήματα
πάνω από τα κεφάλια των περαστικών

Από την παράσταση «Αγαθό»

Ένα τελευταίο

Όχι άλλο να γράφω στίχους για μιαν
άγρια άνοιξη
«κάθε άνοιξη πεθαίνω»
και κουράστηκα

όμως σ’ αυτήν εδώ
ν’ ανοίξουν τα πατώματα
πετάγονται τα σάβανα
και σκόνη να γίνονται

ανθίζοντας ήλιους κατάμεσα στα μάτια
κι αν δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα
εγώ έτσι τ’ αποφάσισα

όχι άλλα χώματα όλο φτυσιές και κόκαλα
καμένων πεταλούδων

μόνο τη φτέρνα μου γνωρίζω
από την κόψη του καιρού
(ως την άκρη της γλώσσας φοβερή)
αγαπημένοι μου

κι ας μην χανόμαστε

 

 

 

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΝαταλία Κατσού: «Η Αθήνα είναι σα να καμώνεται ότι όλα είναι βελούδινα ενώ κυκλοφορεί ξυπόλυτη»

Related Posts