Cat Is Art

Ρηνιώ Κυριαζή: «Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μας συγκλόνισε με τη «Φεύγουσα κόρη», μας έκανε να ονειρευτούμε ένα μέλλον γεμάτο λιβάδια και θάλασσα στη «Μεγάλη Άρκτο», μας συγκίνησε με τη μαγική της απλότητα στο «Ακραιόφιλο», μας καθήλωσε στο «Δέρμα στις φλόγες» και πάντα θα μας συναρπάζει ό,τι κι αν κάνει. Η Ρηνιώ Κυριαζή είναι ένας πολύπλευρος άνθρωπος του θεάτρου μας -ηθοποιός, σκηνοθέτις, λογοτέχνις, δασκάλα υποκριτικής και φωνητικής, μεταφράστρια. Μεταφυσική, μυστηριώδης αλλά και υπεργειωμένη, χαμηλών τόνων και υψηλών προδιαγραφών, η Ρηνιώ έχει δυνατά χαρίσματα, σεμνότητα, σοβαρότητα και αξιοπρέπεια.
Με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο συνυπήρξαν σκηνικά στην παράσταση – σταθμό «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή, στην Επίδαυρο, το 2006. «Κάτω από τόσο απαιτητικές συνθήκες όπως ήταν οι πρόβες του Λευτέρη Βογιατζή, γνωρίζεις καλά τους συναδέλφους σου, δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί», αναφέρει. Σχεδόν 11 χρόνια μετά, θεατράνθρωποι με ήθος και καλλιέργεια και οι δύο, διατηρώντας αμείωτη την αλληλοεκτίμηση και την καλλιτεχνική τους φιλία, έρχονται να συνεργαστούν ξανά.
Αυτή τη φορά με το θεατρικό έργο του Ισπανού συγγραφέα Πάκο Μπεθέρα «Μικρό πόνι», που πρόκειται να παρουσιαστεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου από τον Οκτώβριο, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη και μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ. Το «Μικρό πόνι», μας λέει η Ρηνιώ Κυριαζή, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr, «μας ωθεί να αναρωτηθούμε αν αγαπάμε τους αγαπημένους μας. Να σκεφτούμε βαθύτερα ποιο είναι το περιεχόμενο της λέξης αγάπη και πώς συχνά το περίβλημα των λέξεων οικογένεια, μητέρα, πατέρας μάς απομακρύνει από την ουσία τους».

Στο έργο η σχέση ενός ζευγαριού δοκιμάζεται όταν ο δεκάχρονος γιος τους επιλέγει να πάει στο σχολείο κρατώντας μια σάκα, που έχει φιγούρες από τη σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι», που είναι κι η αγαπημένη του. Ο διευθυντής ζητάει από τους γονείς να μην ξαναπάει το παιδί στο σχολείο με αυτή τη σάκα γιατί προκαλεί. Το αγόρι όμως αρνείται να την αφήσει και έτσι τα επεισόδια κλιμακώνονται και παίρνουν διαστάσεις ανελέητης βίας. Το σχολείο κατηγορεί το παιδί και ζητάει την απομάκρυνσή του.
Οι γονείς του παιδιού, που διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το χειρισμό της υπόθεσης, μιλάνε συνεχώς για το παιδί τους αλλά ποτέ με το παιδί τους, και φυσικά αποφασίζουν ερήμην του. Το παιδί προσπαθεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του ολομόναχο. Ένα έργο βαθιά κοινωνικό και πολύ ευαίσθητο, επίκαιρο όσο ποτέ και τραγικά αληθινό.
«Όλοι μας προβάλλουμε στα παιδιά μας τις επιθυμίες μας, τα όνειρά μας», τονίζει η Ρηνιώ. Μας μιλά ακόμα, για την εκπαίδευση, για την οικογένεια, για το Λύκειο Επιδαύρου στο οποίο το καλοκαίρι συμμετείχε, για την κατάρτιση του ηθοποιού, για τη συνεργασία, για τη σκληρή εποχή μας. «Πρέπει να ξεκαλομάθουμε -μας λέει- και να θυμηθούμε πώς γίνεται το καβούρι πίτα». Τέλος, επισημαίνει κάτι για το οποίο οφείλουμε να την ευχαριστήσουμε, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για κάθε γονιό, για κάθε άνθρωπο: «Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής».
Το «Μικρό πόνι» ανεβαίνει στις 13 Οκτωβρίου στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και, όπως είναι φυσικό, το προσμένουμε με πολύ ενδιαφέρον.

 

Ρηνιώ, τι θα ήθελες να πεις στους αναγνώστες για το θεατρικό έργο του Πάκο Μπεθέρα «Μικρό πόνι», που πρόκειται να παρουσιάσετε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, από τον Οκτώβριο του 2017, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη;

* Είναι ένα έργο που, κατά τη γνώμη μου, μας ωθεί να αναρωτηθούμε αν αγαπάμε τους αγαπημένους μας. Να σκεφτούμε βαθύτερα ποιο είναι το περιεχόμενο της λέξης αγάπη και πώς συχνά το περίβλημα των λέξεων οικογένεια, μητέρα, πατέρας μάς απομακρύνει από την ουσία τους.

Πιστεύεις πως ο σχολικός εκφοβισμός έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στις μέρες μας; Αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό;

* Πιστεύω πως ο φόβος έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις κι ο φόβος χρειάζεται μεγάλες αντιστάσεις για να μην εξαπλωθεί, δυστυχώς τα σχολεία αναπαριστούν μια μικρογραφία της κοινωνίας των μεγάλων και δημιουργούν παιδιά καθρέφτες των ενηλίκων, μικρομέγαλα που ανακυκλώνουν τις συμπεριφορές τους. Ελάχιστοι εκπαιδευτικοί συνειδητοποιούν τη σοβαρότητα των καταστάσεων και παλεύουν με τα τέρατα.

 

Πόσο έτοιμοι είναι οι γονείς να αποδεχτούν το παιδί τους όπως είναι κι όχι όπως θα ήθελαν αυτοί να είναι;

* Όλοι μας προβάλλουμε στα παιδιά μας τις επιθυμίες μας, τα όνειρά μας, νιώθουμε ότι είναι η συνέχειά μας, ο δρόμος της δικαίωσής μας, όλες οι ματαιώσεις μας επιθυμούμε να ανατραπούν μέσω του παιδιού. Μοιάζει λογικό, αθώο, φυσικό αλλά είναι καταστροφικό. Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής.

Γιατί πολλοί γονείς δεν αντιλαμβάνονται πως η αληθινή αγάπη προϋποθέτει την αποδοχή;

* Γιατί σπάνια κανείς έχει βιώσει ο ίδιος την αγάπη. Συνήθως η αγάπη είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται χωρίς να αντιστοιχεί στο νόημά της, είναι συνήθως μια «βρώμικη» λέξη που καλύπτει άλλες σκληρές αλήθειες, εκφράζει συνήθως παιχνίδια εξουσίας, χειρισμούς, εγωισμούς.

Ο Λουίσμι γιατί, κατά τη γνώμη σου, έχει αυτή την εμμονή με το μικρό πόνι;

* Είναι μια σειρά που μιλάει για τη φιλία και τη μοναδικότητα, καθένας ξεχωριστός, ιδιαίτερος αλλά όχι μόνος. Ο Λουίσμι νιώθει πολύ μόνος, τα παράξενα αλογάκια είναι το καταφύγιό του.

 

Ως μητέρα κι εσύ αλλά και ως καθηγήτρια ηθοποιών, που έρχεσαι σε επαφή με νέους ανθρώπους, τι θα ήθελες να πεις στον Λουίσμι –αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τον γνώριζες;

* Κυρίως θα ‘θελα να μιλήσω στην Ιρένε και μέσα απ’ αυτήν στον καθένα μας που παλεύει να ανταποκριθεί σε χίλιους ρόλους, σε οικονομικές δυσκολίες, σε μια κουραστική καθημερινότητα. Να της πω πως μόνο τα παιδιά μας ή τα παιδιά που οι ίδιοι υπήρξαμε, τα παιδιά βαθιά μέσα μας μπορούν να μας λυτρώσουν.

Γιατί ο συγγραφέας δεν εμφανίζει στη σκηνή το παιδί;

* Πιστεύω πως αυτό είναι ένα πολύ δυνατό στοιχείο του έργου. «Το μικρό πόνι» είναι μια ιστορία για τον Λουίσμι χωρίς τον Λουίσμι, κανείς δεν του μιλά, κανείς δεν τον ρωτάει, κανείς δεν τον βλέπει, σαν να ‘ναι ανύπαρκτος, αόρατος ακόμα και από τους γονείς του.

Έχεις γνωρίσει γονείς σαν τον Χάιμε και την Ιρένε; Οι δυο τους εκπροσωπούν την πλειονότητα των γονέων σήμερα;

* Ο Χάιμε και οι Ιρένε δεν είναι εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν είναι «κακοί» γονείς, δεν είναι τέρατα, αυτή είναι για μένα και η δύναμη του έργου, θα μπορούσαμε όλοι μας, υπό συνθήκες, να κάνουμε τέτοια μικρά ή μεγάλα λάθη. Μακάρι οι θεατές να αναγνωρίσουν στους χαρακτήρες δικές τους συμπεριφορές και να μην τις επαναλάβουν. Να γυρίσουν σπίτι και να πάρουν το παιδάκι τους άλλη μια αγκαλιά.

 

Τι γνώμη έχεις για τον τρόπο που οι εκπαιδευτικοί και το εκπαιδευτικό σύστημα φέρονται σε ένα παιδί διαφορετικό;

* Από το εκπαιδευτικό σύστημα όπως και από κάθε σύστημα δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα, η απαξίωση είναι τόσο μεγάλη που κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει στην παιδεία, στην κοινωνική πρόνοια, στην υγεία. Μερικές φωτεινές εξαιρέσεις ανθρώπων που παλεύουν να σώσουν κάποιες αξίες σεβασμού, διαλόγου, πολιτισμού. Όλοι μας θυμόμαστε ένα δάσκαλο που μας είπε μια σωστή κουβέντα και μπορεί να μας άλλαξε τη ζωή, σαν σφουγγάρια ρουφήξαμε αυτή την καλοσύνη. Μακάρι οι άνθρωποι αυτοί να εισέπρατταν τον σεβασμό που τους αξίζει και να είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη σχολική πραγματικότητα, τότε ίσως θα άλλαζε κάτι.

Με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν. Πώς θα τον χαρακτήριζες ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο;

* Νομίζω πως σε πολύ απαιτητικές συνθήκες όπως ήταν οι πρόβες του Λευτέρη Βογιατζή για την «Αντιγόνη», γνωρίζεις καλά τους συναδέλφους σου, δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί. Πάντα θυμάμαι την αφοσίωση, την ευγένεια, το χιούμορ και την καλοσύνη του Κωνσταντίνου τα ξημερώματα στην Επίδαυρο. Γι’ αυτό χαίρομαι πολύ που ξαναδουλεύω μαζί του.

Πώς είναι το κλίμα στις πρόβες σας;

* Οι πρόβες είναι δύσκολες γιατί το θέμα του έργου είναι σκληρό και μας αγγίζει όλους, συχνά μοιραζόμαστε έντονες προσωπικές παιδικές ιστορίες. Μόνο μέσα σε απόλυτη εμπιστοσύνη μπορεί κανείς να ανοιχτεί κι αυτό το έχουμε πετύχει.

 

Τι θα ήθελες να πεις για τη σκηνοθέτιδά σας, Σοφία Καραγιάννη;

* Δεν είχα ξανασυνεργαστεί με τη Σοφία, ξέρω όμως ήδη πως είναι σκηνοθέτις πραγματική, με γνώση, συνέπεια, φαντασία, πάθος, αποφασιστικότητα, δύναμη και ευαισθησία. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Πρόσφατα έκανες ένα εργαστήριο στο Λύκειο της Επιδαύρου με τίτλο «Η φωνή στην τελετουργία του θρήνου στη νεότερη Ελλάδα, η σύνδεσή της με την αρχαιότητα και η χρήση της στη σκηνή». Ο ανοιχτός χώρος τι κατάρτιση απαιτεί από τον ηθοποιό;

* Στην Ελλάδα είμαστε πολύ τυχεροί που οι παραστάσεις σε ανοιχτούς χώρους είναι κάτι συνηθισμένο, δεν συμβαίνει το ίδιο στο εξωτερικό. Αυτό το άνοιγμα είναι που λείπει από την καθημερινότητά μας, ζούμε σε πολυκατοικίες, δουλεύουμε σε υπόγεια, οι φωνές και τα σώματά μας κλείνουν. Η εμπειρία του ανοιχτού χώρου για τον ηθοποιό αλλά και τον θεατή θυμίζει κάτι από τα παλιά, από το άνοιγμα μιας ζωής στα βουνά και τις θάλασσες, για μένα η εκπαίδευση που απαιτείται δεν έχει να κάνει με κάποια επινοημένη τεχνική… αλλά με το να θυμηθείς έναν παλιότερο άνθρωπο μέσα σου, πιο ελεύθερο.

Το σώμα μπορεί να μετατραπεί σε ηχείο;

* Το σώμα είναι ηχείο και ευτυχισμένος μπορεί να είναι κανείς μόνο όταν ηχεί, αντηχεί και συνηχεί, μόνο τότε μπορεί να αγαπήσει τον δικό του ήχο και να τον αποδεχτεί, τον ήχο του άλλου και να τον δεχτεί. Πόσοι ακούσαμε κάποτε στα σχολεία πως είμαστε φάλτσοι και ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε φάλτσοι ως προς τι; Φάλτσο ένα παιδί είναι μόνο προσπαθώντας να αντισταθεί στο ψέμα των μεγάλων αλλά πόσοι δάσκαλοι ή γονείς το έχουν αυτό σκεφτεί;

Τι θα ήθελες να πεις για το Λύκειο της Επιδαύρου, ένα θεσμό που φέτος το καλοκαίρι έκανε τα πρώτα του βήματα;

* Ήταν μεγάλη μου τιμή που συμμετείχα. Ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία για μαθητές και καθηγητές. Εύχομαι να συνεχίσει δυναμικά όπως ξεκίνησε και να προχωρήσει όπως του αξίζει. Έχει να αποφέρει πολλά σε βάθος χρόνου όχι μόνο σε σχέση με το θέατρο.

 

Στο Φεστιβάλ Επιδαύρου 2017 επιμελήθηκες τη φωνητική επεξεργασία στην παράσταση «Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου. Τι έχεις να μας πεις για την παράσταση και πόσο σημαντική ήταν για σένα αυτή η συμμετοχή ως εμπειρία;

* Ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκα με τον Έκτορα, για μένα ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή. Έχει βαθιά γνώση του αντικειμένου του, πολύ καθαρή ματιά και ταυτόχρονα είναι ανοιχτός να δεχτεί τη δουλειά του άλλου με απόλυτο σεβασμό. Πάντα ο χώρος του θεάτρου της Επιδαύρου είναι μαγικός, κυρίως στις πρόβες, το προνόμιο να δουλεύουμε εκεί δεν νομίζω πως κανείς το αλλάζει με οτιδήποτε. Σκέφτομαι πως όλοι οι κόποι επιβραβεύονται μια τέτοια στιγμή: όταν θα ακούσεις το Χορό να μιλάει τις λέξεις κι αυτές να βαφτίζονται στο χώρο και να αποκτούν το πραγματικό τους νόημα. Αυτός ο γυμνός ήχος ήταν η θέση του Έκτορα κι ήταν μεγάλη χαρά να προσπαθήσω να στηρίξω με τη δουλειά μου.

Πώς νιώθεις που νέοι άνθρωποι σήμερα στην κοινωνία μας δεν μπορούν να βρουν την ευκαιρία τους;

* Είναι σκληρή η εποχή, από την άλλη και οι εποχές της ευμάρειας μπορεί να ήταν σκληρές για κάποιους και οι εποχές των παππούδων μας δεν ήταν ευκολότερες. Πρέπει να ξεκαλομάθουμε και να θυμηθούμε πώς γίνεται το καβούρι πίτα.

Από την άλλη πώς αισθάνεσαι που ωριμότεροι και πιο κουρασμένοι άνθρωποι βιώνουν μια καθημερινή ανασφάλεια, που είναι πέραν του φυσιολογικού και δεν μπορούν να δρέψουν τους καρπούς των κόπων μιας ζωής;

* Αυτό είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει η σωματική και ψυχική δύναμη να τα πάρει κανείς όλα απ’ την αρχή, εκεί θα πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας, να φροντίσουμε όσους μας φρόντισαν όσο μπορούμε καλύτερα.

Τι θέα θα ήθελες να δεις το πρωί, μόλις ανοίξεις το παράθυρό σου;

* Θα ‘θελα να βλέπω θάλασσα ή τα βουνά του χωριού μου – τόσο απέραντα σαν θάλασσα.

Τι σου άφησε αυτό το καλοκαίρι;

* Πολλές διαφορετικές θεατρικές εμπειρίες, όλες δυνατές και πρωτόγνωρες προσωπικές, όπως η κόρη μου να τραγουδάει κάνοντας κούνια!

  • Η Ρηνιώ Κυριαζή γεννήθηκε στα Γιάννενα. Είναι απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου και του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Έχει σπουδάσει συστηματικά τη μέθοδο φωνής της Μίρκας Γεμεντζάκη, τη μέθοδο «freeing the natural voice» της Kristin Linklater στο Columbia University of New York και τη μέθοδο του Roy Hart με τον Jonathan Hart στο New York University και στο Roy Hart centre.

Διδάσκει στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης Αρχή της Νέλλης Καρρά από το 2008 και στη Δραματική Σχολή Αθηνών Γ. Θεοδοσιάδη από το 2014. Δίδαξε στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το 2010 έως το 2013 και από το 2017.

Έχει πραγματοποιήσει τη φωνητική διδασκαλία στην παράσταση Πέρσες του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff με το Εθνικό Θέατρο (Επίδαυρος 2009), στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου όπου δημιούργησε και τα ηχητικά-μουσικά τοπία, και σε σειρά παραστάσεων στο Απλό Θέατρο του Αντώνη Αντύπα και στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Έχει σκηνοθετήσει Τα μάγια της πεταλούδας του Φ.Γ.Λόρκα για το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και την παράσταση Μεταξύ Φαλήρου και Κορυδαλλού για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Έχει γράψει το θεατρικό έργο Η Μεγάλη Άρκτος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις το Ροδακιό. Έχει μεταφράσει από τα γαλλικά το έργο της Alexandra Badea, Ακραιόφιλο.

Ως ηθοποιός έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με τους σκηνοθέτες Dimiter Gotshceff, Λευτέρη Βογιατζή, Γιάννη Χουβαρδά, Θοδωρή Γκόνη, Νίκο Φλέσσα, Βίκτορα Αρδίττη, Elisabeth Marie, Άσπα Τομπούλη, Αύρα Σιδηροπούλου, Νίκο Καμόντο, Δημήτρη Μπίτο, Νίκο Χατζηπαπά, Άννα Συνοδινού και Διονύση Σαββόπουλο.

Έχει παρουσιάσει την παράσταση Φεύγουσα κόρη σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμεντζάκη, βασισμένη στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Μια ψυχή και στη μελέτη, έρευνα και καταγραφή που έχει πραγματοποιήσει πάνω σε παραμύθια, νανουρίσματα και μοιρολόγια της Ηπείρου. Για την παράσταση αυτή ήταν προτεινόμενη για το βραβείο Μελίνας Μερκούρη το 2007.

* Το catisart.gr ευχαριστεί τη Χριστίνα Φυλακτοπούλου για τις φωτογραφίες.

 

Πάκο Μπεθέρα, «Το μικρό πόνι»
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Παίζουν: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή

Ο συγγραφέας, εμπνευσμένος από αληθινά περιστατικά, εξερευνά τις ευθύνες και τα αίτια του εκφοβισμού, εστιάζει στο θέμα της διαφορετικότητας και της αποδοχής του εαυτού μας και των γύρω μας.
Το «Μικρό Πόνι» είναι αφιερωμένο από τον ίδιο στη μνήμη δύο παιδιών, του Μάικλ Μορόνες και του Γκρέισον Μπρους, τα οποία το 2014 υπήρξαν τραγικά θύματα κακοποίησης.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνα Κρίγκου
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Εικαστική επιμέλεια αφίσας: Βασίλης Σελιμάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Μίχα

Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή

ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΚΑΤΩ ΧΩΡΟΣ)
Αντισθένους 7 & Θαρύπου, 117 43 Αθήνα
T: 210 9212900
F: 210 9212901
info@nkt.gr

Aπό 13/10/2017 έως 07/01/2018
Παρασκευή, Σάββατο στις 21.15
Κυριακή στις 19.00

Διαβάστε ακόμη:

Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο

Το πρόγραμμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου

Μικρό πόνι – Πάκο Μπεθέρα

Παλαιότερη συνέντευξη με τη Ρηνιώ Κυριαζή

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΡηνιώ Κυριαζή: «Κάθε μέρα πρέπει κανείς να παλεύει να αγαπήσει τον άλλο γι’ αυτό που είναι, είναι δουλειά ζωής»

Related Posts