Cat Is Art

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Το Μικρό Πόνι αφορά επί της ουσίας όλους μας»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Όταν ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος ανακαλύπτει, ξέρω -από χρόνια- ότι ανακάλυψε «διαμάντι». Αυτή τη φορά το «διαμάντι» έχει τη μορφή ενός πόνι. Πρόκειται για το «Μικρό πόνι», το θεατρικό του Ισπανού συγγραφέα Πάκο Μπεθέρα. Το έργο είναι ένα συγκλονιστικό, τραγικά επίκαιρο αριστούργημα. Ένα αριστούργημα που καταπιάνεται με μεγάλα ζητήματα της ζωής -την οικογένεια, τη διαφορετικότητα, τον σχολικό εκφοβισμό (Bullying), τη βία, τη στάση των γονιών και του σχολείου απέναντι στα παιδιά που ξεφεύγουν από τον λεγόμενο «γενικό κανόνα». Ένα έργο με υπέροχη γλώσσα και εντυπωσιακή πλοκή στο οποίο οι γονείς μιλάνε συνεχώς για το παιδί τους, αλλά ποτέ με το παιδί τους, η παρουσία του οποίου στο σπίτι δηλώνεται μόνο με ένα τεράστιο πορτρέτο στο σαλόνι. Ένα πορτρέτο στο οποίο (σαν σε ένα είδος Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι) καταγράφονται όλες οι ψυχικές μεταπτώσεις του απόντος παιδιού, όλες οι αντιδράσεις του σε όσα γίνονται «για εκείνο, αλλά χωρίς εκείνο». Το «Μικρό πόνι» συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σύγχρονα εκείνα έργα που είναι συναρπαστικά ως προς το περιεχόμενο, απαιτητικά και επινοητικά ως προς τη μορφή. Σύμφωνα με την υπόθεση, η σχέση ενός ζευγαριού δοκιμάζεται όταν ο δεκάχρονος γιος τους επιλέγει να πάει στο σχολείο κρατώντας μια σάκα που έχει φιγούρες από την αγαπημένη του σειρά κινουμένων σχεδίων. Ο διευθυντής ζητάει από τους γονείς να μην ξαναπάει το παιδί στο σχολείο με τη συγκεκριμένη σάκα, καθώς προκαλεί. Το αγόρι όμως αρνείται να την αφήσει και έτσι τα επεισόδια κλιμακώνονται και παίρνουν διαστάσεις ανελέητης σκληρότητας. Το σχολείο κατηγορεί το παιδί και ζητάει την απομάκρυνσή του. Οι γονείς του παιδιού, που διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το χειρισμό της υπόθεσης, αποφασίζουν ερήμην του. Η σάκα στην παιδική πλάτη «βαραίνει» και το παιδί προσπαθεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του ολομόναχο. Ο συγγραφέας, εμπνευσμένος από αληθινά περιστατικά, εξερευνά τις ευθύνες και τα αίτια του εκφοβισμού, εστιάζει στο θέμα της διαφορετικότητας και της αποδοχής του εαυτού μας και των γύρω μας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο Κωνσταντίνος, ως καλλιτέχνης και πατέρας, μας μιλά για το μικρό Λουίσμι του έργου, για τα λάθη των γονιών και τις φοβίες των παιδιών, για τον Χάιμε (το ρόλο του) και μας κάνει μια μελετημένη εισαγωγή στο πνεύμα της παράστασης. Αυτό που τον οδήγησε να πάρει άμεσα τα διακαιώματα του έργου και να το παρουσιάσει πρώτος στην Ελλάδα ήταν η συγκίνηση που προκαλεί. «Κάτι κινήθηκε βαθιά μέσα μου» μου λέει. «Είναι ένα έργο που με κράτησε από την αρχή μέχρι το τέλος σε εγρήγορση. Το διάβασα χωρίς να σταματήσω δευτερόλεπτο. Κι αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά». «Το Μικρό Πόνι αφορά επί της ουσίας όλους μας», συμπληρώνει στοχαστικά.

Με τη Ρηνιώ Κυριαζή, την Ιρένε του έργου, γνωρίστηκαν το 2006 όταν δούλεψαν μαζί στην «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή. Ένιωσαν πως είχαν πολλά κοινά στον τρόπο που βλέπουν το θέατρο και στον τρόπο που πορεύονται μέσα σ’ αυτό. Καθοδηγημένοι από τη Σοφία Καραγιάννη, μια σκηνοθέτιδα αθόρυβη, ώριμη και ουσιαστική, κι ακολουθώντας τη σαγηνευτικά αφηγηματική μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, ετοιμάζονται πυρετωδώς για το θεατρικό γεγονός του φθινοπώρου, το «Μικρό (τους) πόνι», την παράσταση που αναμένουμε να παρακολουθήσουμε στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου από τον Οκτώβριο.

 

Κωνσταντίνε, πώς ανακάλυψες το «Μικρό πόνι», το θεατρικό έργο του Πάκο Μπεθέρα, που πρόκειται να παρουσιάσετε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τη Ρηνιώ Κυριαζή από τον Οκτώβριο του 2017, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη;

* Το «Μικρό πόνι» το ανακάλυψα όταν μου το έδωσε η Σοφία η Καραγιάννη να το διαβάσω πριν από ένα χρόνο περίπου. Ήταν μια περίοδος που διάβαζα συνεχώς θεατρικά έργα αλλά και μυθιστορήματα και διηγήματα. Τα πάντα. Και απ’ όλο τον κόσμο. Ήθελα να βρω κάτι που να κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει. Κι όχι μόνο το μυαλό μου…

Τι ήταν αυτό που βρήκες στο έργο και σε οδήγησε να πάρεις άμεσα τα δικαιώματα για την παράσταση;

* Η συγκίνηση που μου προκάλεσε. Κάτι κινήθηκε βαθιά μέσα μου. Είναι ένα έργο που με κράτησε από την αρχή μέχρι το τέλος σε εγρήγορση. Το διάβασα χωρίς να σταματήσω δευτερόλεπτο. Κι αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά. Επίσης είναι πολύ σύγχρονο, παίχτηκε το 2016 στη Μαδρίτη, και αφορά επί της ουσίας όλους μας.

 

Πιστεύεις πως ο σχολικός εκφοβισμός έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις στις μέρες μας; Αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό;

Πολλές φορές λέμε για κάποια κοινωνικά θέματα πως είναι σημεία των καιρών. Γι’ αυτό το θέμα τολμώ να πω πως δεν ισχύει. Πάντοτε υπήρχε, και ήταν πάντα ένα σοβαρό θέμα. Η διαφορά είναι πως παλιότερα, δεν ασχολούμασταν τόσο πολύ μ’ αυτό. Το αφήναμε να υπάρχει. Ίσως γιατί πιστεύαμε ότι θα περνούσε. Όπως μια γρατζουνιά. Το γιατί είναι κάτι που δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Όπως και πολλά άλλα. Αλλά και τώρα που ασχολούμαστε, πάλι δεν μπορεί να πει κανείς ότι αυτό παύει να υπάρχει ή βρίσκεται σε ύφεση. Το σίγουρο είναι ότι έχουν καταστραφεί ζωές και ζωές απ’ αυτό. Σπάνια ξεχνιέται. Γιατί γίνεται στην πιο τρυφερή περίοδο της ζωής μας. Και χαρακτηρίζει τόσο τους θύτες όσο και τα θύματα. Όσο κι αν οι πρώτοι νομίζουμε πως περνούν αλώβητοι.

Πόσο έτοιμοι είναι οι γονείς να αποδεχτούν το παιδί τους όπως είναι κι όχι όπως θα ήθελαν αυτοί να είναι;

* Αυτό εξαρτάται από το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας απ’ αυτούς την έννοια της λέξης «αγάπη». Γιατί στο όνομα αυτής της λέξης, πολλά εγκλήματα έχουν γίνει.

Γιατί πολλοί γονείς δεν αντιλαμβάνονται πως η αληθινή αγάπη προϋποθέτει την αποδοχή;

* Γιατί υπάρχει ο φόβος. Όλη μας τη ζωή την ξοδεύουμε με μικρούς ή μεγαλύτερους φόβους. Κι αυτό γιατί δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε απλά θνητοί. Οι φοβίες κουβαλούν το συναίσθημα της τιμωρίας και της ενοχής. Και τα λάθη, όσο κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε πάντα, διαδέχονται το ένα το άλλο σε καθημερινή βάση. Μικρά λάθη, που κάποια στιγμή μπορεί να γίνουν βουνά, χωρίς να το καταλάβεις. Ίσως γι’ αυτό η φράση του Walt Whitman «Ανακαλύπτω τον εαυτό μου στην άκρη ενός συνηθισμένου λάθους» μοιάζει να είναι πάντα επίκαιρη, κατά τη γνώμη μου.

 

Ο Λουίσμι γιατί, κατά τη γνώμη σου, έχει αυτή την εμμονή με το μικρό πόνι;

Τα μικρά παιδιά έχουν πάντα κάτι ζηλευτό. Πιστεύουν. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ως εκ τούτου δεν φοβούνται. Είναι ελεύθερα. Και είναι πιο κοντά στην αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι απ’ όσο έχω προλάβει να μάθω για τη σειρά αυτή των κινουμένων σχεδίων που αγαπά ο Λουίσμι, οι χαρακτήρες που αγαπά πρεσβεύουν τη φιλία και την αγάπη. Δεν κάνουν λάθος τα παιδιά. Έχουν άλλα «μάτια». Φιλία και αγάπη. Αυτό ζητάει με μανία. Είτε μέσα απ’ τα πόνι, είτε στο σχολείο, είτε στο σπίτι. Το περίεργο δεν είν’ αυτό. Το περίεργο είναι ότι μόνο το πόνι στέκεται σύμμαχός του σ’ αυτό. Τι κρίμα.

Ως πατέρας κι εσύ, τι θα ήθελες να πεις στον Λουίσμι –αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τον γνώριζες;

Θα ‘θελα να του πω, να έχει πάντα τη δύναμη να συγχωρεί, όλους όσοι προσπαθούν να του κάνουν κακό με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Γιατί δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αληθινή αγάπη. Θα του έλεγα να προχωράει, και να μη λυπάται. Μόνο να πιστεύει.

Γιατί ο συγγραφέας δεν εμφανίζει στη σκηνή το παιδί;

Για τον ίδιο λόγο που στις τραγωδίες του Σοφοκλή του Αισχύλου και του Ευριπίδη δεν εμφανίζονται ποτέ επί σκηνής οι φόνοι. Δεν σου χρειάζεται το σοκ της εικόνας του φόνου, αλλά η ουσία της δικής σου φαντασίας γι’ αυτό που σημαίνει φόνος για σένα εκείνη τη στιγμή. Από την άλλη αυτό που τους ενδιέφερε, ήταν κυρίως τα κίνητρα και οι συνέπειες του φόνου. Κι εδώ συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Παρόλο που το παιδί δεν εμφανίζεται επί σκηνής, νιώθεις πολύ πιο έντονα την παρουσία του, ακριβώς επειδή ξέρεις πως υπάρχει κάπου εκεί δίπλα, το ακούς να αντιδρά και επηρεάζεται απ’ αυτά που οι γονείς του αποφασίζουν για κείνο, και ανά πάσα στιγμή νομίζεις πως θα εμφανιστεί. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας εστιάζει σ’ αυτά που οι γονείς σκέπτονται και πράττουν, γιατί αυτά είναι εν τέλει δημιουργούν την «εικόνα» του Λουίσμι.

 

Έχεις γνωρίσει γονείς σαν τον Χάιμε και την Ιρένε; Οι δυο τους εκπροσωπούν την πλειονότητα των γονέων σήμερα;

Νομίζω πως οι περισσότεροι γονείς σήμερα έχουν πολλές ομοιότητες με τον Χάιμε και την Ιρένε. Είναι δηλαδή αυτό που θα λέγαμε «δύο φυσιολογικοί γονείς» για έναν εξωτερικό παρατηρητή. Όμως όταν θα έρθει η ώρα της δοκιμασίας, μέσα από ένα απλό φαινομενικά περιστατικό, όλη αυτή η εικόνα ανατρέπεται σε βαθμό που δεν ξέρεις αν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έβλεπες πριν από λίγο. «Είμαστε φτιαγμένοι από πράγματα που δεν θυμόμαστε», λέει τόσο εύστοχα ο Τάσος Λειβαδίτης.

Τι γνώμη έχεις για τον τρόπο που οι εκπαιδευτικοί και το εκπαιδευτικό σύστημα φέρονται σε ένα παιδί διαφορετικό;

Δεν συμπεριφέρονται όλοι οι εκπαιδευτικοί με τον ίδιο τρόπο. Ευτυχώς. Από την άλλη δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση υλοποίησης κάποιου εκπαιδευτικού συστήματος, ικανού να προστατέψει περιστατικά βίας. Ισχύει συνήθως αυτό που λέμε «Το μη χείρον βέλτιστον».

Με τη Ρηνιώ Κυριαζή, έχετε συνεργαστεί και στο παρελθόν. Πώς θα τη χαρακτήριζες ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο;

* Τη Ρηνιώ τη γνώρισα το 2006 όταν δουλέψαμε στην «Αντιγόνη» του Λευτέρη Βογιατζή. Όλοι όσοι δουλέψαμε τότε με τον Λευτέρη γνωριστήκαμε πολύ καλά θα έλεγα, αφού ήμασταν μαζί για πολλούς μήνες και για πολλές ώρες. Άλλη ζωή δεν προλαβαίναμε να έχουμε ούτως ή άλλως. Τότε η Ρηνιώ είχε κάνει και τη «Φεύγουσα κόρη» του Παπαδιαμάντη και μάλιστα στην ίδια σκηνή του Νέου Κόσμου που θα παίξουμε μαζί τώρα. Την είδα και μου άρεσε πολύ. Αλλά και στην Αντιγόνη ήταν απ’ τα παιδιά που ένιωθα πως είχαμε πολλά κοινά. Και στον τρόπο που βλέπουμε το θέατρο και στον τρόπο που πορευόμαστε μέσα σ’ αυτό. Από την άλλη για μένα η Ρηνιώ είναι κι ένα πλάσμα ιδιαίτερης ευαισθησίας, ευγένειας και καλοσύνης. Ίσως γι’ αυτό, δεν ξέρω, όταν διάβασα το έργο, η πρώτη εικόνα που μου ήρθε ήταν της Ρηνιώς για το ρόλο της Ιρένε.

 

Τι θα ήθελες να πεις για τη σκηνοθέτιδά σας, Σοφία Καραγιάννη;

* Γνωριζόμαστε απ’ το 2001 όταν παίξαμε μαζί σ’ ένα έργο του Σίσγκαλ. Είναι πολύ καλή σκηνοθέτις, αθόρυβη και ουσιαστική. Μ’ αρέσει ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα σώματα των ηθοποιών στις παραστάσεις της, όπως και το γεγονός ότι δεν καταφεύγει σε σκηνοθετικούς εντυπωσιασμούς. Δουλεύει με τους ηθοποιούς, περιμένει από τους ηθοποιούς, και σχεδιάζει το καλύτερο πλάνο δουλειάς μαζί τους, συλλέγοντας επί της ουσίας, το υλικό της παράστασης. Μια πολύτιμη συνεργάτις και μια πολύ καλή φίλη για μένα.

Η ισπανόφωνη δραματουργία γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μεγάλη άνθηση. Μπορούμε να πούμε κάτι ανάλογο και για την Ελλάδα;

Επειδή όπως σου είπα, πριν καταλήξω στο «Μικρό πόνι» διάβασα αρκετά έργα, κάποια απ’ αυτά βεβαίως ήταν και Ελληνικά. Δεν είναι ασφαλώς η ειδικότητά μου να κρίνω θεατρικά έργα, όμως αυτό που διαπίστωσα σαν απλός αναγνώστης, είναι ότι έχουμε κι εμείς αρκετούς ταλαντούχους συγγραφείς, και μάλιστα με πολύ ωραίες ιδέες. Αυτό όμως που βρήκα ως μεγάλη διαφορά σε σχέση π.χ. με τους Ισπανούς, είναι στην υλοποίηση αυτών των ιδεών. Ενώ ξεκινούν εντυπωσιακά καλά στην αρχή, στην πορεία, και ειδικά προς στο τέλος, «ξεφουσκώνουν». Η δραματουργική δομή τους εξασθενεί. Μοιάζουν σαν μην ολοκληρώνονται. Αυτό βέβαια ήταν η γενική μου εικόνα. Σαφώς υπάρχουν και εξαιρέσεις. Δεν είναι εύκολο πράγμα να γράψεις θέατρο. Γιατί εκτός απ’ τους νόμους της γραφής, υπάρχουν και οι νόμοι της σκηνής.

Τι θα ήθελες να μας πεις για τη μεταφράστρια του έργου Μαρία Χατζηεμμανουήλ και για τη συμβολή της στη διάδοση του σύγχρονου ισπανόφωνου και καταλανικού θεάτρου στη χώρα μας;

Τι να πω εγώ; Τα λέει όλα το μεταφραστικό της έργο. Αλλά και το πάθος που μιλά για τους Ισπανούς και Ισπανόφωνους συγγραφείς. Να όταν μιλάμε π.χ. πάντα με ρωτάει «Το διάβασες αυτό; Είναι πολύ καλό. Α, θα στο στείλω!». Δεν σταματάει ποτέ. Αλλά έχει πρόσφορο έδαφος η αλήθεια είναι. Όσο θα υπάρχει πλούσια δραματουργία τόσο πιο πολύ θα «τρέχει» και η Μαρία.

 

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου, το βασικό στοιχείο που χρειάζεται ο ηθοποιός για να παίξει;

* Την αληθινή χαρά του παιχνιδιού. Σαν μικρό παιδί.

Ποιο νομίζεις πως είναι το πιο σημαντικό πράγμα που το θέατρο φέρνει στην επιφάνεια;

Την ευκαιρία να βγεις απ’ το θέατρο καλύτερος άνθρωπος απ’ ότι όταν μπήκες.

Πώς νιώθεις που νέοι άνθρωποι σήμερα στην κοινωνία μας δεν μπορούν να βρουν την ευκαιρία τους;

* Νιώθω πως ακριβώς επειδή είναι νέοι, θα παλέψουν για να τη βρουν. Όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργα. Και μέσα απ’ τη δουλειά, έρχομαι διαρκώς σ’ επαφή με νέους ανθρώπους και πιστεύω σ’ αυτούς πολύ, γιατί αυτοί είναι έτσι κι αλλιώς το μέλλον. Εύχομαι μόνο να πλανηθούν λιγότερο από μας. Είναι αρκετά έξυπνοι για να το πετύχουν. Χρειάζεται όμως να το πιστέψουν.

Από την άλλη πώς αισθάνεσαι που ωριμότεροι και πιο ηλικιωμένοι άνθρωποι βιώνουν μια καθημερινή ανασφάλεια, που είναι πέραν του φυσιολογικού και δεν μπορούν να δρέψουν τους καρπούς των κόπων μιας ζωής;

* Η πιο δύσκολη ερώτησή σου. Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο που δούλευε τόσα χρόνια για να δρέψει αργότερα τους κόπους μιας ζωής όπως λες. Και που τώρα καταλαβαίνει πως όλο αυτό καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Αισθάνομαι άσχημα δεν σου κρύβω. Είναι άδικο και ανέντιμο. Από την άλλη για μένα που δεν ανήκω ακόμη στην κατηγορία αυτή, είναι και μια ευκαιρία, έστω και τώρα, να δω τι πραγματικά, μπορώ να έχω ως κέρδος ζωής. Ένα κέρδος που να μην μπορεί να μου το πάρει κανείς, ούτε να το γκρεμίσει. Να είναι δηλαδή κάτι που να μην εξαρτάται από τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές τους. Ίσως έτσι αποκτήσουμε και καλύτερους κυβερνήτες. Ποτέ δεν ξέρεις.

Θεωρείς πως τώρα, στους δύσκολους καιρούς μας, περισσότεροι ή λιγότεροι άνθρωποι από πριν στρέφονται στην τέχνη;

* Η τέχνη, όπως φαίνεται από την Ιστορία, αποτελεί πάντα μια έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου. Το πιο ωραίο είναι η ζωή σου να είναι έτσι φτιαγμένη, που να την εμπεριέχει. Αυτό όμως είναι πολύ δύσκολο να συμβεί για όλους. Κι επειδή η τέχνη ασχολείται με το ωραίο και το υψηλό, είναι φυσικό όταν ευημερούμε ψεύτικα, να την παραμερίζουμε λίγο, κι όταν έχουμε περιόδους κρίσης ή περιόδους καταστροφικές για τον άνθρωπο, να την αναζητούμε όπως την όαση στην έρημο.

Αν είχες ένα μαγικό ραβδί, ποιο θα ήταν το πρώτο που θα έκανες;

* Να υπάρχει μόνο αγάπη στις καρδιές των ανθρώπων. Τι άλλο; Όλα τ’ άλλα διορθώνονται όταν αυτή κυριαρχεί.

Τι θέα θα ήθελες να δεις το πρωί, μόλις ανοίξεις το παράθυρό σου;

* Την ηλιόλουστη Ακρόπολη και πιο πέρα τη θάλασσα του Σαρωνικού να απλώνεται μέχρι εκεί που φθάνει το μάτι σου.

Τι σου άφησε το καλοκαίρι;

Την πνευματική και σωματική ξεκούραση που χρειάζομαι τόσο πολύ για να συνεχίσω.

* Φωτογραφίες: catisart.gr

Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης

*  Το «Μικρό Πόνι» είναι αφιερωμένο από τον ίδιο στη μνήμη δύο παιδιών, του Μάικλ Μορόνες και του Γκρέισον Μπρους, τα οποία το 2014 υπήρξαν τραγικά θύματα κακοποίησης.

 

Ταυτότητα παράστασης

 

Τ Ο   Μ Ι Κ Ρ Ο   Π Ο Ν Ι    

του Πάκο Μπεθέρα

Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κάτω Χώρος

Από 13.10.2017 μέχρι 07.01.2018

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη

Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνα Κρίγκου

Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου

Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα

Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Μίχα

Παίζουν οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή

  • Από 13.10.2017 μέχρι 07.01.2018

ΗΜΕΡΕΣ / ΩΡΕΣ

Παρασκευή 21:15

Σάββατο 21:15

Κυριακή 19:00

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Παρασκευή

Κανονικό 13€

Φοιτητικό 10€

Ανέργων 8€

Σάββατο-Κυριακή

Κανονικό 14€

Φοιτητικό / Ανέργων 12€

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80 λεπτά

info@nkt.gr

www.nkt.gr

www.facebook.com/theatroneoukosmou

  • Διαβάστε ακόμα: 

Μικρό πόνι – Πάκο Μπεθέρα

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Ρηνιώ Κυριαζή

 

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΚωνσταντίνος Γιαννακόπουλος: «Το Μικρό Πόνι αφορά επί της ουσίας όλους μας»

Related Posts