Cat Is Art

Ιωάννα Καπουρελάκου. Η Ελληνίδα πιανίστα που βρίσκεται στην 20άδα των jazz μουσικών του πλανήτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Το να βρεθεί μια Ελληνίδα πιανίστα της τζαζ δίπλα στις μεγάλες μπάντες της Νέας Υόρκης δεν είναι και τόσο εύκολο, ούτε και συνηθισμένο. Να όμως που η Ιωάννα Καπουρελάκου κατάφερε μόνο με το πιάνο της και με μία δική της σύνθεση να πάρει μέρος στον πρώτο διεθνή διαγωνισμό για μουσικούς της τζαζ στο Διαδίκτυο. Αρχικά οι κριτές την επέλεξαν ανάμεσα στα 70 best videos. Στη συνέχεια, στους ημιτελικούς, την πρώτη κιόλας μέρα, η βαθμολογία που της έδωσε η διεθνής επιτροπή, συν τις ψήφους του κοινού στο εξωτερικό, της εξασφάλισαν μια θέση στα 35 καλύτερα και όταν ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός η Ιωάννα, ολομόναχη, χωρίς πολυμελή ορχήστρα και εντυπωσιακά εφέ κατέκτησε περίοπτη θέση μέσα στην πρώτη 20άδα των best jazz videos.

 

Την Ιωάννα Καπουρελάκου, είχαμε την τύχη να απολαύσουμε στο 5ο Open September που έγινε στον Πολυχώρο Vault. Εκεί σε μια ιδιαίτερη βραδιά τζαζ πιάνου με έναν άκρως προσωπικό τρόπο ερμηνείας παρουσίασε τους… δασκάλους της, Bach, Beethoven, Liszt, Hindemith, Agostini, Gershwin, Oscar Peterson, Bill Evans, Ron Carter και άλλους σπουδαίους, ενώ παράλληλα μας διηγήθηκε επτά ιστορίες με τον δικό της παραμυθένιο τρόπο.

Πράγματι η Ιωάννα έχει μια ξεχωριστή συνταγή επικοινωνίας με το κοινό. Αυτό το διαπίστωσα μόλις έμαθα – με τον παρακάτω τρόπο – όλα όσα προετοίμαζε. Έλεγε λοιπόν:

«Διαβάσατε ποτέ σε δελτίο Τύπου πως… ο ατάλαντος, μετριότατος «Χ» καλλιτέχνης, την τάδε του μηνός, θα χτυπάει το πιάνο μέχρι να πάθουν τ’ αυτιά σας κι ενώ εσείς θα θέλετε να φύγετε, δεν θα υπάρχει διάλειμμα; Θα παίζει ακαταλαβίστικα πράγματα και ταυτόχρονα ενώ θα βαριέστε, θα νιώθετε και μία ντροπή που δεν καταλαβαίνετε από… τέχνη; Άρα; Δελτίο Τύπου: Άκυρο. Και επειδή όλοι με άριστα παμψηφεί τα πήραμε όοολα τα διπλώματα και μετά σπουδάσαμε στα πέρατα της γης, λέω πως ούτε συνέντευξη μετά βιογραφικού να δώσω. Μπορώ όμως να σας δώσω μια υπόσχεση: Εκείνο το βράδυ θα κρατώ στην αγκαλιά μου μια πολύχρωμη συλλογή, που θα μοιραστώ μαζί σας. Μία συλλογή από καρπούς και αρώματα που μάζεψα με κόπο και αγωνία, όλα αυτά τα χρόνια, μελετώντας τους θρύλους της Jazz και τις μεγάλες μορφές της κλασικής μουσικής. Θα σας διηγηθώ επτά σύντομες ιστορίες που αφορούν στις διασκευές μου. Παρέα με ένα «ιδιαίτερο» πιάνο, θα κάνω: ό,τι περνάει από τα χέρια μου».
***
Αυτά έγραφε η Ιωάννα στο δικής της «σύνθεσης» δελτίο Τύπου. Και μόνο το γεγονός ότι δεν ήθελε να δώσει συνέντευξη ήταν για μένα μια πρόκληση. Έτσι το ίδιο βράδυ, μετά την παράσταση, την ευχαρίστησα επειδή μας ταξίδεψε και με την ερμηνευτική της δεινότητα στο πιάνο και με τις παραμυθένιες αφηγήσεις της. Στη συνέχεια, της έδωσα 21 λέξεις – 21 ερωτήσεις. Μου μίλησε και off the record και on the record. Το σίγουρο είναι ότι με ταξίδεψε με έναν τρόπο μαγικό χαρίζοντας σε όλους μας ένα δώρο, που το φύλαξε για το τέλος της κουβέντας μας.

 

Adagio …Άνετα, αργά, ξεκίνημα

* Οι μνήμες, από την παιδική μου ηλικία, ξεκινούν εκείνον το Σεπτέμβρη. Τότε που βίωσα για πρώτη φορά, την έννοια της επιθυμίας και της διεκδίκησης και μάλιστα στο έπακρο.
[Αχ! Θα το σπάσουν, άδικα περιμένω τη σειρά μου, η μαμά της έρχεται να το πάρει. Θα το κρύψει στην ντουλάπα, δεν προλαβαίνω]
-«Σε παρακαλώ», ακούω τη φωνή μου να τονίζει ικετευτικά τις λέξεις.
-«Δωσ’ το μου λίγο να παίξω. Δεν θα το χτυπάω σαν τα άλλα παιδιά. Εγώ θα στο προσέχω».
-«Καλά παρ’ το» είπε αδιάφορα η επτάχρονη Ασπασία και άφησε στην αγκαλιά μου το δώρο των γενεθλίων της. Ένα πιανάκι. Δίπλα, στο ύψος των ματιών μου, μια ροτόντα. Εκεί το ακούμπησα, ανάμεσα σε δεκάδες γλυκά και ζαχαρωτά. Κι έτσι, στις μύτες των ποδιών μου, πλημμυρισμένη από το άρωμα της ζάχαρης, έπαιξα το πρώτο μου «τραγούδι». Όμως δεν υπήρξε χειροκρότημα στο μονοφωνικό μου debuto. Αντ’ αυτού ένα πολυφωνικό crescendo άρχισε να φτάνει από τη βεράντα. Η μία μετά την άλλη – με την ίδια ερώτηση και απάντηση – οι φωνές των μαμάδων, έπλεκαν μία fuga:
«Ποιο παιδάκι παίζει;»
-«Η Ιωάννα».
Μια fuga που με έφερε απέναντι στη δική μου μαμά, να δίνω εξηγήσεις για το πώς ξέρω να παίζω πιάνο. (Για μένα ήταν αυτονόητο να ξέρω τις νότες από την αδερφή μου, που έπαιζε κιθάρα). Αργότερα, στο δρόμο της επιστροφής, την κράτησα από το χέρι και τη ρώτησα:
-«Μαμά μπορείς να μου πάρεις κι εμένα ένα τέτοιο πιανάκι;».
-«Θα σου πάρω ένα αληθινό», απάντησε και τότε, στα γενέθλια της Ασπασίας γεννήθηκα κι εγώ.

 

Dolce …Κρεμ καραμελέ

-«Και πότε θα το πάρουμε το πιάνο;».
-«Πρέπει να βρούμε πρώτα μία δασκάλα…».
Και βέβαια τη βρήκαμε την επόμενη κιόλας μέρα. Τη διάλεξα, ανάμεσα σε τρεις. Η επιδερμίδα της κάτασπρη. Τα μάτια και τα μαλλιά της, τόσο μαύρα. Είναι η σωστή δασκάλα, σκέφτηκα. Ασπρόμαυρη, όπως τα πλήκτρα του πιάνου της, το πεντάγραμμο, η κιμωλία και ο πίνακας. Ασπρόμαυρη, όπως η γνώση. Ένα απόγευμα, γυρίζοντας από το σχολείο, η ασπρόμαυρη ζωή μου πήρε το χρώμα της σέπιας. Το άρωμα της ζάχαρης είχε επιστρέψει με τον ερχομό του πρώτου μου πιάνου. Δώρο από τη γιαγιά μου. Όπως και η κρέμα καραμελέ της. Έτσι και το δώρο της είχε τη μυρωδιά και το χρώμα της λιωμένης ζάχαρης (έδωσα αυτήν την εξήγηση μέχρι να μάθω για τον σφένδαμο ξύλο – κατασκευή μουσικών οργάνων, σιρόπι – ζαχαροπλαστική). Πλησίασα, μα δεν κατάφερα να παίξω τίποτα από αυτά που είχα στο μυαλό μου. Έσκυψα το κεφάλι μου απογοητευμένη και τότε μία από τις χρυσοκίτρινες μπούκλες μου, ακούμπησε το κιτρινισμένο ελεφαντόδοντο των πλήκτρων. Τι έκπληξη! είχε τα ίδια χρώματα με το mi το sol και το si. Τα άγγιξα ταυτόχρονα κι ο ήχος των μαλλιών μου γέμισε το δωμάτιο.

 

Appassionato …Πάθος για «έγχρωμη» εκπαίδευση

* Η πρώτη μου αγάπη ήταν η αριθμητική. Δίπλα σ’ αυτήν ακουμπούσε η μουσική, μάλλον γιατί η λογική της μίας, βοηθούσε να βάλω τάξη στα πρόωρα συναισθήματα που μου προκαλούσε η άλλη. Η ζωγραφική ήταν σε δικό της βάθρο, γιατί έδινε χρώμα στη ζωή μου, αφού η γνώση, για χρόνια ακόμη, θα ήταν ασπρόμαυρη. Στη Δ’ Δημοτικού ένας δάσκαλος έβαψε τις μέρες μου με το χρώμα του ουρανού. «Να έρθει η μουσικός μας να με βοηθήσει», είπε, κι όλα τα παιδιά με κοίταξαν. Άφησε ένα παράξενο κατασκεύασμα στα χέρια μου κι από το βλέμμα του κατάλαβα. «Αυτό είναι το μονόχορδο του Πυθαγόρα» συνέχισε και το ζωγράφισε στον πίνακα. Εξηγώντας μας με πάθος τα διαστήματα γέμιζε ταυτόχρονα την εικόνα με κλάσματα. Κι εγώ μαγεμένη βοηθός, πιέζοντας με τα δάχτυλά μου τη γαλάζια πετονιά του μονόχορδου, βίωνα τον ήχο της γνώσης, που άρχιζε να έχει χρώμα. Ο γαλάζιος δάσκαλος ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι έχω απόλυτο αυτί και με «έχρισε» επιμελητή των τρίχορδων της τάξης και «επίσημο» χορδιστή της κιθάρας του. Αργότερα υπήρξαν κι άλλοι εκπαιδευτικοί που πρόσθεσαν χρώματα στην παλέτα. Μεγαλώνοντας έμαθα, πως όταν η γνώση είναι ασπρόμαυρη, λέγεται στείρα. Παίρνει χρώμα, μόνο όταν την αναζητάς με πάθος κι όχι με πρέπει.

Beat …σε ρυθμό επιλογής

* Πρέπει να ήμουν γύρω στα οκτώ. Όπως κάθε απόγευμα, «χτένιζα» τα όνειρά μου, πάνω στα πλήκτρα του πιάνου μου. Αυτό το μοναδικό μείγμα αγωνίας και αγαλλίασης διατάραξε η έφηβη τότε (κιθαρίστα) αδερφή μου. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου κλαίγοντας.
[Η μαμά την είχε μαλώσει].
Ήταν κάτι σπάνιο στην οικογένειά μας κι έτσι θεωρώντας πολύ σημαντικό το «συμβάν», έσπευσα να την παρηγορήσω. Την αγκάλιασα και χαϊδεύοντάς την ταυτόχρονα στο πρόσωπο, της είπα με πίστη και βεβαιότητα:
«Μη στενοχωριέσαι, εμείς έχουμε οικογένεια. Έχουμε τον Bach (δείχνοντας το βιβλίο μου), έχουμε τον Beethoven» κι ενώ τέντωνα το χέρι μου ν’ αγγίξω την προτομή του, εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά. Ήταν εκείνη τώρα που με χάιδευε και αυτή τη φορά έκλαιγε πιο δυνατά. Ήταν εκείνη που μόλις είχε καταλάβει ότι η μοίρα μου είχε ήδη χαραχτεί.

 

Di molto …κάτι περισσότερο

* Κάθε χρόνο το γράμμα μου στον Άι Βασίλη, φαίνεται πως χανόταν στη διαδρομή. Φέτος όμως ήταν διαφορετικά. Δεν ήταν απλά μια επιθυμία. Έτσι όχι μόνο Του ξανάγραψα, αλλά προσευχήθηκα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και περίμενα…
«Του-ού τουτούτου του-τιού» ακούστηκε η γνωστή (ελαφρώς φάλτσα) καραμούζα του και βρέθηκα αστραπιαία κάτω από το δέντρο με κίνδυνο να τον συναντήσω. Ήταν τόσο βαρύ το δώρο μου, που μαζί με την ολόχρυση κασετίνα που προστάτευε τα 9 βινύλια, έδωσε στον Beethoven ένα επιπλέον κύρος κι ένιωσα μια δικαίωση που τον είχα ξεχωρίσει. Το δώρο μου ακουγόταν σε όλο το σπίτι κι εγώ κάθισα σε μια πολυθρόνα, κρατώντας το λεύκωμα που το συνόδευε. Το βλέμμα μου αιχμαλωτίστηκε από τη μορφή αυτού του αλλιώτικου Θεού. Ένιωσα φόβο και δέος. Ήταν παντοδύναμος καθώς έσκιζε με την αιχμηρή του τρίαινα τον ήχο, χώριζε και ένωνε την ορχήστρα. «Herbert von Karajan» ψέλλιζα ξανά και ξανά τις ώρες που ο αυστηρός Ποσειδώνας, μου δίδασκε την τελειότητα μέσα από την αρτιότητα της ορχήστρας του και χάραζε δρόμους στην ύπαρξή μου.
Έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση βοήθειας. Όποτε έβρισκα έναν «πολλά υποσχόμενο» δάσκαλο γεννιόμουν κι όταν με απογοήτευε, πέθαινα.
Όπως και στη θρησκεία έτσι και στη μουσική θα βρεις τυπολάτρες, ειδωλολάτρες, μάγους και εξορκιστές και όπου κι αν διαλέξεις να ανήκεις πάντα θα είσαι για κάποιους άλλους, αλλόθρησκος ή αιρετικός. Ποιον να πιστέψεις στην τρυφερή ηλικία των 13; Ένας από μηχανής θεός – με ειδική άδεια – με παίρνει μαζί του σε ένα συνέδριο θετικών επιστημών. Ο κύριος ομιλητής, ένας ταπεινός προσκυνητής. Με σαγηνεύει ο τρόπος που μιλά και σκέφτεται. Με λυτρώνει από ενοχές χρόνων. Δεν έχουν μόνο τα μαλλιά μου ήχο, ούτε το δώρο του Άγιου Βασίλη. Έχουν και τα μαθηματικά και τα κτήρια. Κι όταν στο τέλος της διάλεξης μεταξύ των ερωτήσεών του, μία έμεινε αναπάντητη, τόλμησα να σηκώσω το χέρι μου.
Μέχρι η μετάφραση να φτάσει στα ακουστικά όλων, είχε ζητήσει να με γνωρίσει. Έτσι βρέθηκα απέναντι στο τρυφερό βλέμμα του Ιάννη Ξενάκη και η γνωριμία μας, έδωσε φτερά στη σκέψη μου. Βέβαια, να μην ξεχνιόμαστε, για άλλη μια φορά βρέθηκα να δίνω εξηγήσεις στη μαμά μου.
Στο μεταξύ ο Glen Gould μέσα από τη δισκογραφία του γίνεται καθοδηγητής μου, προκειμένου να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις του αυστηρού ιδρύματος που σπουδάζω.

 

Piu …με κανόνες και οργάνωση

* Η τελειότητα του Ποσειδώνα μου, δεν υπήρχε γύρω μου κι έτσι αποφασίζω να μιμηθώ την πορεία του προσπαθώντας να γίνω καλύτερη σε όλους τους τομείς και να σπουδάσω ό,τι και ένας αληθινός μαέστρος. Δίνω ιδιαίτερη βάση στα θεωρητικά μαθήματα, χρησιμοποιώ ραπιντογράφους και γράφω καλλιγραφικά τις ασκήσεις μου. Οργανώνω τους κανόνες και τις γνώσεις μου σε χειρόγραφα βιβλία, αρχίζω να μελετώ γερμανικά και χάνομαι στη δανειστική βιβλιοθήκη και δισκοθήκη του Ινστιτούτου Γκαίτε.
Με έχει εντυπωσιάσει το κίνημα Bauhaus και κάθε Τετάρτη σε διαφορετική γκαλερί παρακολουθώ έναν εμπνευσμένο καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης να μιλά στους φοιτητές του σε ένα ανοιχτό μάθημα. Μελετάω παράλληλα κλασικά κρουστά κι εκεί γνωρίζω έναν άλλο κόσμο. Όλοι αρκετά μεγαλύτεροί μου κι οι περισσότεροι, οπαδοί της τζαζ. Είμαι δύσπιστη. Οι δικοί μου άγιοι είναι καθωσπρέπει Ευρωπαίοι, με φράκο ή σμόκιν.
Οι δικοί τους; Οι περισσότεροι έγχρωμοι, με ένα στυλ που το βρίσκω κακόγουστο, πίνουν όταν παίζουν και δεν κάνουν καν υπόκλιση.
Χριστέ μου, που έχω μπλέξει; (Ο κίνδυνος να γίνω ρατσιστής τυπολάτρης της κλασικής μουσικής και όχι αληθινός μουσικός ελλοχεύει).

 

Ευτυχώς μέσω ενός φίλου αρχίζω να μελετώ το orchestration του Agostini, νιώθω τεράστια υποχρέωση στους μουσικούς που μου προσφέρουν μυστικιστικές γνώσεις και χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι μπροστά στον μοναδικό Μανώλη Μικέλη. Τότε, πλημμύρισε τις μέρες μου αυτό που λέγεται ήθος και ευγένεια ψυχής. Το internet δεν είχε έρθει ακόμη στη ζωή μας. Αυτός ο υπέροχος πιανίστας και άνθρωπος με μύησε τόσο γλυκά στην ατμόσφαιρα των jazz club μιλώντας μου για τα χρόνια που έπαιζε στην Αμερική συνοδεύοντας τις θεές της vocal jazz και μου έδινε κάθε φορά αμέτρητους δίσκους. Τους έπαιρνα αμήχανη, όπως και την αμέτρητη φροντίδα από την Αμερικανίδα σύζυγό του, τις αμέτρητες ώρες του μαθήματος. Ella Fitzgerald, Billie Holiday, Dinah Washington, είναι οι θεές που κουβαλώ, μαζί με ένα τεράστιο αυτοενισχυόμενο drum machine, για να εξασκηθώ στη bossa nova και το swing. Επιστρέφοντας στο σπίτι βρίσκομαι όπως καταλαβαίνετε να δίνω εξηγήσεις και στον μπαμπά.
Σε έναν πολύ ήρεμο τόνο, με έντονο το άρωμα της απόγνωσης, τον άκουγα να λέει:

«Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Δεν φτάνουν τα ξενύχτια με την αρμονία, το ταμπούρο, το πιάνο, που έχεις αρρωστήσει; Αν θέλεις παιδί μου, να πάρεις ένα ράντζο και να κοιμάσαι στο Ωδείο, φαίνεται πως εσείς δεν χρειάζεστε σπίτια, ούτε οικογένεια».

Ο πατέρας μου ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ένα καλοκαίρι εκεί που όλοι «τεμπέλιαζαν» μου είπε ιδιαιτέρως:

«Αν θέλεις να γίνεις μουσικός πρέπει να ξυπνάς νωρίς και να κάθεσαι στο πιάνο σου. Να κάνεις ένα διάλειμμα για φαγητό και ξεκούραση και εκεί να συνεχίζεις, μέχρι να σε πάρει ο ύπνος».

Επειδή τον αγαπούσα πολύ, όσο δύσκολο κι αν μου ήταν, τον άκουσα κι έτσι πέρασα τα καλοκαίρια της εφηβείας μου. Όμως, γιατί τους χειμώνες είχαμε πρόβλημα;
-Μου πήρε χρόνια να καταλάβω, αλλά όχι να αποδεχτώ, το ότι οι γονείς, όπως ακριβώς και οι δάσκαλοι, ζητούν πάντα περισσότερα από αυτά που θέλουν, για να είναι σίγουροι ότι θα κάνεις τα απαραίτητα. Στην περίπτωση που κάνεις όλα όσα ζήτησαν, συνήθως τρομάζουν, νιώθουν απειλή και παίρνουν αποστάσεις.

 

Con fuoco …πρώτα βήματα

-«Να κάνεις κότσο τα μαλλιά σου».
-«Φόρεσε και τα γυαλιά σου να φαίνεσαι μεγαλύτερη».
-«Τι θα πούμε στους ανθρώπους όταν σε δουν;»
Οι γονείς μου σίγουρα υπερήφανοι, αλλά φανερά αναστατωμένοι, δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι κάποιοι άλλοι γονείς, θα έφερναν τα παιδιά τους, σε ένα άλλο παιδί, για να τα διδάξει. Γελούσα εκείνο το απόγευμα βλέποντας γύρω μου όλον αυτόν τον εκνευρισμό.
[Τα δύσκολα για μένα είχαν περάσει].

Όπως φοβόμουν να συναντήσω τον Άγιο Βασίλη, έτσι ένιωθα και για τον Karajan. Αυτό δε σημαίνει ότι κι ο δεύτερος, δεν μου έστειλε τα «δώρα» του. Η επιθυμία μου να τον «μιμηθώ» είχε φέρει την πρόοδο στη ζωή μου και οι δάσκαλοί μου, μου ζητούσαν να βοηθήσω τους πιο αδύναμους μαθητές. Οι πρώτοι μου μαθητές στο Ωδείο είχαν τα υπερδιπλάσια χρόνια από μένα και το άντεξα. Τώρα που οι μαθητές μου ήταν συνομήλικοι ή μικρότεροι; Γέμιζα χαρά. Όταν χτύπησε το κουδούνι πραγματικά πάγωσαν.

-«Συγχαρητήρια για το παιδί σας που σε αυτή την ηλικία έχει το θάρρος να διδάξει… είμαι εκπαιδευτικός». Μέχρι εκεί άκουσα. Δίδασκα στο μεγάλο σαλόνι και στο μικρό αμφότεροι οι γονείς έκαναν πάρτι. Συχνά πυκνά άνοιγα την ενδιάμεση πόρτα για να τους υπενθυμίσω να κάνουν ησυχία. Όπως καταλαβαίνετε, οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Ο Άγιος Βασίλης ο Δεύτερος, μου έστελνε συνεχώς δώρα. Η καλλιγραφία στη μουσική, μου έδωσε τη δουλειά του αντιγραφέα. Ένα βράδυ, η αθωότητα της ηλικίας με έκανε – χωρίς καν να το σκεφτώ – να τηλεφωνήσω στο συνθέτη και να του πω πως βρήκα κάποια λάθη στη μουσική του. Ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος και δέχτηκε τις παρατηρήσεις μου. Έτσι άρχισα να δουλεύω ταυτόχρονα και σαν διορθωτής. Εν τω μεταξύ στο Γκαίτε, η «συνέπειά» μου στη δανειστική δισκοθήκη, τράβηξε την προσοχή του διευθυντή σπουδών, που με τη γνωριμία μας, μου ζήτησε να δώσω το πρώτο μου επαγγελματικό ρεσιτάλ. Ταυτόχρονα στις εξετάσεις μουσικής δωματίου κερδίζω τη θέση correpetitor. Το θεωρώ τιμητική θέση, μια ευκαιρία να γίνω καλύτερη και δεν συνειδητοποιώ ότι ήταν επ’ αμοιβή.

Παίζω αμέτρητα έργα σαν συνοδός, σε έγχορδα και πνευστά, που βελτιώνουν την prima vista μου κι έτσι δουλεύω συχνά σε (studio) ηχογραφήσεις. Δεν έχω όμως το χρόνο που πρέπει να περνά ένας μουσικός με τον εαυτό του. Το κλίμα στην οικογένεια τεταμένο μεν, αλλά δεν πρέπει με τίποτα να επιστρέψουν οι ρόλοι στο κανονικό. Επομένως, αφού δεν δέχομαι «χαρτζιλίκι» πρέπει να μειώσω τα έξοδά μου και να βρω μια δουλειά. Η άγνοια κινδύνου (ή το θράσος της νεότητας) με οδηγεί σε ένα περιοδικό να ζητώ θέση μουσικοκριτικού. Τους αρέσει η γραφή μου κι έτσι, έχω προσκλήσεις για συναυλίες, πρόσβαση στη νέα δισκογραφία, χρόνο για μελέτη, αναγκαστική άδεια από τους γονείς να μείνω μόνη μου το καλοκαίρι στην πόλη «λόγω δουλειάς» και κάποια χρήματα. Ενώ οι γονείς διαβάζουν τα άρθρα μου από την εξοχή, παίρνω περισσότερες στήλες και αύξηση. Με τις ευλογίες όλων, φυσικά «αποθρασύνομαι». Τολμώ να μπω στα παρασκήνια και να ζητήσω από μεγάλες προσωπικότητες συνέντευξη. Γελούσαν με το νεαρό της ηλικίας μου και χαλάρωναν. Έβρισκα λοιπόν την ευκαιρία να τους ζητήσω να με ακούσουν. Δεν είχα αρκεστεί ποτέ στα πολύτιμα δωρεάν μαθήματα που μου προσέφεραν. Ζητούσα την επόμενη φορά που θα έρθουν να μου επιτρέψουν να δω την πρόβα τους. Έτσι έχτισα σχέσεις ζωής με αγίους και ταπεινούς προσκυνητές της μουσικής.

 

Con Calma …και σκοποβολή

* «Αριστερά κι εις τον πόδα του στόχου» φώναξε το γνώριμο παράγγελμα ο πατέρας μου από το απέναντι ύψωμα στην άκρη του οικοπέδου, κρατώντας στο ύψος των ματιών του, ένα μεταλλικό κουτί . Εγώ από τη βεράντα του σπιτιού φλέρταρα με τη σκανδάλη.
-«Τι κάνεις εκεί»; ακούστηκε η φωνή (σχεδόν κραυγή) της μαμάς. Κανονικά θα έπρεπε να έχω τρομάξει και να έχω ρίξει. Όμως ήμουν «σωστά εκπαιδευμένη» όπως έλεγε ο μπαμπάς και το απέδειξα, σηκώνοντας ήρεμα την κάνη προς τα πάνω. Την κοιτάζαμε κι οι δύο απορημένοι.
Εκείνη προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία της, συνέχισε προς τον πατέρα μου: «Καλά, αυτό είναι παιδί. Εσύ δεν έχεις μυαλό; μα να κρατάς το στόχο; πες μου, τι σκέφτηκες»;
«Μπίιπ μπι μπι μπιιιίπ», και το «θερμό επεισόδιο» διεκόπη από την απρόσμενη επίσκεψη ενός αγαπημένου μας ζευγαριού. Το βλέμμα της μαμάς έβγαζε ακόμη σπίθες. Έτσι ο μπαμπάς αποτραβήχτηκε σε μια συζήτηση με τον επισκέπτη μας (που εργαζόταν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και έφερνε – από τότε – δυσοίωνα νέα για την πορεία της χώρας μας). Η κοπέλα, Βελγίδα ούσα, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει κι έτσι την πήρα να πάμε μια βόλτα στο βουνό. Μεταξύ ολίγων Ελληνικών, Αγγλικών και Γαλλικών της εξηγούσα τι είχε συμβεί λίγο πριν. Της έλεγα πως χρόνια τώρα, τα καλοκαίρια κάνουμε προπόνηση στη σκοποβολή. Ότι είναι οι στιγμές που βλέπω τον πατέρα μου ήρεμο, βάζουμε όλο και πιο μακρινούς στόχους, μου δείχνει εμπιστοσύνη και οι παλμοί της καρδιάς μου πέφτουν, ελέγχω την αναπνοή μου, διώχνω όλες τις περιττές σκέψεις και συγκεντρώνομαι απόλυτα. Της εξηγούσα ότι αυτό το καταφέρνουμε εκείνες τις μαγικές ώρες που σταματά ο αέρας, δεν σε τυφλώνει ο ήλιος, αλλά έχει ακόμη αρκετό φως για να βλέπεις καθαρά και καθώς έψαχνα τη σωστή λέξη. «Entre chien et loup – κογιτσάκι γκλυκό» είπε συγκινημένη η 30χρονη Marie.

 

Για χρόνια στην πόλη, μάταια αναζητούσα αυτό το μαγικό timing του σούρουπου που με ηρεμούσε. Κι όταν ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή, αρκέστηκα εκείνες τις ώρες, στο να στοχεύω με νότες τα συναισθήματα.
Κάποιο βράδυ, επιστρέφω από μία σοβαρή επαγγελματική δοκιμασία. Είμαι πολύ ευχαριστημένη και το άγχος μηνών, έχει φύγει. Είναι περασμένες 4 και η γλυκιά κούραση, με κάνει να οδηγώ αργά, σ’ ένα προάστιο που κοιμάται. Στο βάθος τα φώτα της κεντρικής λεωφόρου μοιάζουν με γιρλάντες κι ανάμεσα στα δέντρα που χορεύουν το βαλς της απουσίας, τα φανάρια -μικροί πορτοκαλί ήλιοι που αναβοσβήνουν. Τσεκάρω τους καθρέφτες -δεν υπάρχει κανένα άλλο όχημα. Η πόλη κι εγώ. Η ησυχία ταξιδεύει στα κτήρια μαζί με το τέλειο φως. Στη σκέψη μου, στον απόηχο του swing εκείνης της βραδιάς, ξεκινά ένα τραγούδι που με συγκινεί:

«Τα ήσυχα βράδια, η Αθήνα θ’ ανάβει, σα μεγάλο καράβι που θα ‘σαι μέσα κι εσύ…και δε θα σου λείπω γιατί θα ‘ναι η ψυχή μου το τραγούδι της ερήμου που θα σ’ ακολουθεί».

-«Αριστερά και εις τον πόδα του στόχου», ακούω μια φωνή από το υποσυνείδητο.
-«Entre chien et loup κογιτσάκι»…

Αυτές τις ώρες διαλέγω από τότε για να ηρεμήσω. Οδηγώντας στο χρονικό μεταίχμιο μιας πόλης που σπανίως ησυχάζει, κοιτάζω «να περνά φωτισμένο της ζωής μου το τρένο». Αφήνομαι, γεμίζει η ψυχή μου από την όση αγάπη πήρα και έδωσα, ζυγίζω τις δυνάμεις μου, κάνω την αυτοκριτική μου, κοιτάζω με πιο καθαρή ματιά τους στόχους μου και μπορώ ξανά να ελπίζω…

Gloria …χειροκρότημα και Όσκαρ

* Όσο περισσότερο εμβαθύνω, πολύ φοβάμαι ότι για καιρό θα επιστρέφω ξανά και ξανά και θα προσκυνώ το ίδιο πρόσωπο.
Μπορεί η λίστα των αγίων μου να μεταβάλλεται, αλλά μάλλον αυτός θα είναι o παντοτινά «αθάνατος αγαπημένος» μου.
Του οφείλω πολλά γι’ αυτό η ψυχή μου πάντα θα χειροκροτεί με συγκίνηση, τον Oscar Peterson.

Risoluto …αποφασιστικά

* «Μην προσπαθείς, με έναν σουγιά, να κόψεις το δέντρο που σου κλείνει το δρόμο. Κάνε ένα βήμα πίσω. Κοίταξε γύρω σου, κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι για να πας εκεί που θέλεις. Μετά από χρόνια, όταν αποκτήσεις τα σωστά εργαλεία, μπορείς να επιστρέψεις και να το κόψεις, αν ακόμη σε αφορά, αν εξακολουθεί να είναι εμπόδιο».
Τότε, μου ήταν δύσκολο να καταλάβω το απόλυτο νόημα. Όμως δεν μπόρεσα να αγνοήσω την επίπληξη που έκρυβε η συμβουλή. Τώρα πια όταν αποφασίζω να κάνω οτιδήποτε, γνωρίζω ότι μπροστά μου θα υψωθούν δέντρα, θα κυλήσουν τεράστιοι βράχοι, θα ματώσω από αγκαθάκια που θεώρησα ακίνδυνα κι ότι ποτέ ο προορισμός όσο κι αν έχω προετοιμαστεί δεν θα έχει την κάτοψη που σχεδίασα. Ποτέ δεν θα μπορέσω να βγω ανέπαφη από τα «μυθικά τέρατα» που ονομάζονται κοινωνία, πολιτική, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, καταξίωση, καθωσπρεπισμός και σας αφήνω να συμπληρώσετε την ατελείωτη λίστα που μπλοκάρει την ψυχή μας και τα όνειρά μας. Όταν μαθητές, μου ζητούν εγγυήσεις (τη μυστική συνταγή, με τη μαγική αναλογία κόπου – θυσίας έναντι ανταμοιβής – επιτυχίας), τους υπενθυμίζω ότι όλοι είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό. Και όλοι, όσοι θαυμάζουμε. Και οι ήρωες και οι καλλιτέχνες και οι επιστήμονες και οι αθλητές. Όλοι πονάνε, όλοι κουράζονται, όλοι φοβούνται κι όλοι αναζητούν την ευτυχία και την ασφάλεια. Μα κάποιοι δεν εγκλωβίζονται σ’ αυτά και συνεχίζουν να βαδίζουν, πολεμώντας συνεχώς τους φόβους τους, με αντάλλαγμα τον προορισμό. Συχνά η νεότητα ή όλη η ζωή, σπαταλιέται φτιάχνοντας λίστες με επιθυμίες. Σχεδιάζοντας την «απόλυτη» διαδρομή. Προσπαθώντας από την εκκίνηση, να υπολογίσεις αν συμφέρει το πάρε-δώσε του κάθε ταξιδιού. Έτσι κι αλλιώς στον τερματισμό θα είσαι ένας άλλος. Άσκοπα θρηνείς εκ των προτέρων για το αν η κάτοψή σου θα έχει απόκλιση. Πολλές φορές θα είναι καλύτερη από αυτήν που ονειρεύτηκες ή πιο σοφή από αυτήν που σχεδίασες ως ανώριμος ταξιδιώτης.
Κάθε τερματισμός έχει αναπάντεχα δώρα. Σου τ’ αφήνουν φεύγοντας οι φόβοι. Αυτοί, ξέρουν τι θα σε κάνει ευτυχισμένο. Έζησαν τόσο καιρό μέσα στην ψυχή σου, στη σκέψη σου. Γιατί τα άφησαν; Ίσως για να γιατρέψεις τις πληγές σου.
Ίσως σαν αντάλλαγμα που τους φιλοξένησες ή σαν βραβείο, μπορεί και σαν Δούρειο Ίππο, για να επιστρέψουν με νέο πρόσωπο, στο επόμενό σου ταξίδι.
-«Πρόσεχε τι εύχεσαι» μου είχε πει ο ίδιος άνθρωπος.

 

Giusto …με αυτοκριτική

* «Η πιο βαριά αποσκευή σε ένα ταξίδι, είναι ένα άδειο πορτοφόλι» έγραφε το μικρό χαρτάκι που βρήκα στο μπισκότο της τύχης.
Και μια άδεια ψυχή; Ένα ανειλικρινές βιογραφικό; Ένα μεταπτυχιακό που δεν πιστεύεις, αλλά όλοι το κάνουν γιατί πρέπει.
Τώρα, οι συνάδελφοί μου θα χωριστούν σε κατηγορίες. Σ’ αυτούς που θα θυμώσουν, σε αυτούς που θα χαμογελάσουν, σε αυτούς που θα αναφωνήσουν «πες τα», σε αυτούς που θα νιώσουν λιγότερο μόνοι (κι ίσως πάρουν ξανά μια ξεχασμένη, βαθιά, διαφραγματική, λυτρωτική αναπνοή), και τέλος σε αυτούς που θα ξεκινήσουν την αυτοκριτική τους.

Το ότι επέλεξα την τζαζ για να συνεχίσω τα ταξίδια μου είναι γιατί θεωρώ ότι είναι ο ορισμός της αυτοκριτικής. Ξέρω ότι επικρατεί μια εσφαλμένη αντίληψη: «Στην τζαζ όλα επιτρέπονται». Η τζαζ είναι όπως η ζωή. Ναι, όλα επιτρέπονται, αρκεί να αντέχεις τις συνέπειες των πράξεών σου. Στην κλασική μουσική μαθαίνεις να έχεις κριτήριο, υπακοή, πειθαρχία και όλα όσα χρειάζεται κάποιος για να ξεκινήσει την ενήλικη ζωή του. Όμως δεν έχεις το δικαίωμα να αποκλίνεις από τις επιλογές των «σπουδαίων».

Στην τζαζ, αφού μελετήσεις το βίο μεγάλων ανδρών, αντέξεις τη μετάλλαξη που θα σου προκαλέσει η ποικίλη κουλτούρα τους, καλείσαι να αποδείξεις τι κατάλαβες.
Αν εκπαιδεύτηκες αρκετά, ώστε να βαδίσεις ελεύθερα με τις επιλογές σου. Δεν θα υπάρχει καμία Βουλή να αποφασίζει για σένα! Ως εκ τούτου όμως και κανένα κόμμα για να ελπίζεις ότι θα σου φτιάξει τη ζωή ή για να του ρίξεις τις ευθύνες των επιλογών σου. Υπάρχει εύκολος δρόμος. Να είσαι ψεύτης, αλλά κι αυτό, θέλει πολύ ταλέντο, για να πείσει. Υπάρχει και πιο εύκολος. Η «μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας». Βέβαια αυτός είναι ο ορισμός της τραγωδίας. Όσοι τον υιοθετούν είναι αυτοί που ποδοπατούν τα χάρτινα καραβάκια των παιδιών, από φόβο μήπως κάποτε διεκδικήσουν τη βάρκα που αυτοί δεν τόλμησαν να ονειρευτούν. Η ζωή είναι τέχνη και η τέχνη ζωή. Καλείσαι να φωτίσεις το δρόμο σου, με τη λάμψη της γνώσης που έλαβες και να φιλτράρεις με το χαρακτήρα σου, το άρωμα των εποχών που μελέτησες ή έζησες. Σε ένα τόσο αφηρημένο πείραμα, το μόνο όπλο για να βαδίσεις με ασφάλεια είναι «ένα δια βίου συμβόλαιο με την αυτοκριτική». Αυτό σε οδηγεί στην αυτοβελτίωση, στην αυτογνωσία κι αν σταθείς τυχερός κάποτε, στην αυτοεκτίμηση.

 

Παραλλαγή …και αλλαγή

* Ω! Ευκαιρία για λίγο χιούμορ. Κάποτε σε μια βόλτα με τη γιαγιά μου, μία κυρία μας σταμάτησε στο δρόμο λέγοντας: «Είναι πολύ μικρό το παιδάκι. Δεν είναι σωστό να του βάφετε τα μαλλιά».
-«Είναι το φυσικό του», είπε η γιαγιά γεμάτη περηφάνια αρχίζοντας να μιλά για τη μοναχοκόρη της.
-«Τότε να της πείτε να κάνει πολλά παιδιά, να πιάσουμε ράτσα»…
Ξαφνικά το πορτοκαλορόζ κοριτσάκι απέκτησε κατάμαυρα μαλλιά. Άλλες συζητήσεις. Στο σχολείο, μια μέρα οι συμμαθητές μου αντί να κοιτούν τον πίνακα κοίταζαν εμένα και γελούσαν.
Η καθηγήτρια των Λατινικών έλαβε το λόγο.
-«Ναι κυρία, είναι σαν τα δικά σας, αλλά της Ιωάννας είναι φυσικά».
Το φωτοστέφανο όπως το ονόμασαν τότε, μου στοίχισε μείον 2 βαθμούς εκείνο το τρίμηνο (μέχρι να ανακάμψει το πληγωμένο «ego» της κυρίας).
Έτσι αφού η εξωτερική μου εμφάνιση άλλαζε ανεξέλεγκτα (εν μια νυκτί) ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση, έμαθα να μην αναζητώ την επιφανειακή αλλαγή και να είμαι «τσακωμένη» με τα κομμωτήρια και τους καθρέφτες. Όμως οι ουσιαστικές αλλαγές είναι αυτό που γενικά επιδιώκω. Χωρίς την αλλαγή, δεν υπάρχει πρόοδος. Όταν κάποιος μου ζητά να τον διδάξω, το πρώτο πράγμα που τον ρωτάω είναι: «Είσαι διατεθειμένος ν’ αλλάξεις;».

Libretto …ώρα για γράψιμο

*Ο πατέρας μου, είχε ένα μοναδικό ταλέντο στο να διηγείται. Τον ζήλευα. Μέχρι που μετακόμισα ως φοιτήτρια σ’ εκείνο το παλιό αρχοντικό. Οι υπερήλικες απόγονοι του εφοπλιστή, εγκαταλείπουν το πατρικό και μαζί με τους γερασμένους υπηρέτες μεταφέρονται απέναντι, σ’ ένα σύγχρονο κτήριο με ασανσέρ. Το ενοίκιο χαμηλό, με τρεις όρους: Να είσαι καλλιτέχνης, να φροντίζεις το σπίτι και να το αγαπήσεις σαν δικό σου.
Αφού υπογράψαμε τα συμβόλαια, μου είπαν να κρατήσω ό,τι θέλω από τα πράγματα και τα υπόλοιπα θα τα δώριζαν σε ίδρυμα.
Μου έδωσαν τα κλειδιά και μαζί μία τελευταία οδηγία. Να μη φοβηθώ τα φαντάσματα.

-«Είναι καλότυχα, όπως και το σπίτι, θα δεις».
-«Τι να δω; Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».

Ανεβαίνοντας τη μεγάλη ξύλινη σκάλα άνοιξα το πρώτο δωμάτιο που ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Έτσι ήταν και τα περισσότερα από τα 9 δωμάτια του επάνω ορόφου. Είχαν πάρει τις βαλίτσες τους, λες και πήγαιναν ταξίδι κι είχαν αφήσει σε μένα, όλη τους τη ζωή. Σκαλιστά ελεφαντόδοντα, περίτεχνα ασημένια μπαστούνια, καπελιέρες, δερμάτινα μπαούλα και βαλιτσάκια με εργαλεία χαρακτικής, πένες, μελανοδοχεία, carnet επιταγών, Banque du Congo. Ξεφυλλίζοντας, διάβασα προορισμούς και ονόματα κι άρχισα να συνθέτω την ταυτότητα όσων έζησαν εκεί. Μου πήρε πάνω από έναν χρόνο να ανέβω τη μικρή σκάλα που οδηγούσε από την κουζίνα στη σοφίτα. Εκεί βρήκα τα κλειδιά της συνέχειας. Εκεί φυλασσόταν – από γενιά σε γενιά – όλη η αλληλογραφία αυτής της τεράστιας οικογένειας. Ερωτική, όταν οι άντρες σπούδαζαν στο Παρίσι. Δραματική, με γρήγορες αφιερώσεις και φωτογραφίες, όταν οι ίδιοι πήγαν στον πόλεμο, κινηματογραφική από σαφάρι, ενθουσιώδης από τις υπερατλαντικές κρουαζιέρες των ζευγαριών. Κάθε μήνα έπινα μαζί τους τσάι, βλέποντας τους απόγονους να σερβίρουν τους «εν αποστρατεία» υπηρέτες, που είχαν πλέον μια θέση στο σαλόνι. Οι ιστορίες τους γέμιζαν τα κενά της αλληλογραφίας και τοποθετούσαν τα πολύτιμα αντικείμενα στο χρόνο.
Πλούτιζαν και επισκεύαζαν την ψυχή μου καθώς ξεδίπλωναν το ιδιόμορφο γενεαλογικό τους δέντρο. Για πέντε χρόνια η ζωή μου, μοιραζόταν μεταξύ της πραγματικότητας κι αυτού του μαγικού χωροχρόνου.
Ήταν σαν τον ορισμό που δίνει ο Duke Ellington για την jazz:
«Ένα δέντρο με διαφορετικούς καρπούς και λουλούδια – μια συζήτηση που λες, λες, λες και δεν τελειώνει ποτέ».

 

***
Η συνέντευξη συνεχίζεται off the record
***
Poco …Κάτι λιγότερο;

* Αχ, τι να σας λέω τώρα …πάμε σε άλλη ερώτηση;

Spiritoso …Τι σε διασκεδάζει;

* Αυτό είναι από μόνο του μία συνέντευξη (γελώντας). Δεν είναι ακόμη η ώρα. Αν απαντήσω με δυο λόγια, δεν θα καταλάβει κανείς τίποτα και θα γίνω μια αντιπαθής βερμπαλίστρια.

Falsetto …Έκανες λανθασμένες επιλογές;

* Έχει απαντηθεί με «επιτυχία»: «Κι αν μας αντέξει …το σκοινί. Θα φανεί στο χειροκρότημα».

Ιντερμέτζο …Κάνεις διάλειμμα για ξεκούραση;

* Αντικειμενικά, υπάρχει γραμμή που θέτει τα όρια, μεταξύ τεμπελιάς και κούρασης; Ας μην το θίξουμε. Φοβάμαι ότι οι αναγνώστες θα κουραστούν.

 Και τώρα …on the record

* Άνοιξη: Συμπληρώνω 12 χρόνια, χωρίς διακοπές. Το 13 είναι γρουσουζιά, έτσι δεν λένε; Είναι λοιπόν η ώρα να μηδενίσω το κοντέρ. Εκτός από βαθιά επιθυμία, είναι πια θέμα υγείας το να βγω λίγο στο φως του ήλιου. Το υπόσχομαι στον εαυτό μου και κανονίζω και την παραμικρή λεπτομέρεια για την προσεχή συναυλία μου. Το καλοκαίρι δικό μου. Χτυπάει το τηλέφωνο: «Ιωάννα ακούσαμε ξανά τη δουλειά σου και νομίζουμε ότι το πιάνο στο χώρο δεν θα σε καλύψει στα ηχοχρώματα που αναζητάς». Χαμογελώ με ικανοποίηση. Όποιος με είπε ιδιότροπη, τώρα θα το πάρει πίσω (που ξόδεψα εβδομάδες μιλώντας με το χορηγό μου για ένα πιάνο-backup).
Στο μεταξύ η Ελλάδα ζει και πορεύεται με τις επιλογές της. Σχέδια υπάρχουν, όνειρα απειλούνται. Ποιος χορηγός;
Απτόητη εγώ. Αλλάζω πορεία πλεύσης. Ένας παλιός μαθητής μου με συγκινεί παραχωρώντας μου τη «δική του ουρά» που θα είναι πιο εύκολη στη μεταφορά. Οι μεταφορικές μασάνε τις υποσχέσεις τους γιατί δεν τους συμφέρει πια το τιμολόγιο που επιβάλλει με τους φόρους της η κυβέρνηση. Αποφασίζω να πάω κόντρα στη συνωμοσία του Σύμπαντος που διέψευδε τη φιλοσοφία του Coelio. Θα φτιάξω το πρώτο πτυσσόμενο πιάνο με ουρά και θα το μεταφέρω μόνη μου. Την απόφασή μου στηρίζουν «τρεις σωματοφύλακες» που θα έρθουν να βοηθήσουν με τα αυτοκίνητά τους. Το σαλόνι μου ένα απέραντο ξυλουργείο κι εγώ σαν τον ψυχοπαθή δολοφόνο με το πριόνι. Τα απογεύματα ο Άθως λυτρώνει τους βασανισμένους μου καρπούς βιδώνοντας τις ατελείωτες βίδες της κατασκευής. Κι εγώ πιο κει με τη σέγα, αρχίζω να δίνω σχήμα στα όνειρά μου. Τα βράδια που αδρανεί ο αφόρητος καύσωνας, λουστράρω με τον Άραμη τα ξύλα στη βεράντα και τα πρωινά παραλαμβάνω με τον Πόρθο ανταλλακτικά από κάθε μεριά της γης.
Έχω ξεχάσει και τον ήλιο και το φαγητό και τον ύπνο. Μαθαίνω ότι τις μέρες πριν από τη συναυλία, θα βρέχει. Άρα πρέπει όλα να γίνουν την ίδια μέρα. Να μεταφέρω, να συναρμολογήσω, να δοκιμάσω τον ήχο και να παίξω.
«Θα το κάνω» λέω και ξαφνικά, αρχίζω να βρίζω θεούς και δαίμονες. Τα τρία «αγόρια» με κοιτούν απορημένα.
«Δεν κυκλοφορούμε» φωνάζω, σηκώνοντας τα χέρια μου προς τον ουρανό. «Όλα πρέπει να γίνουν σε μισή ώρα. Κι αν έχει κίνηση;».

 

– Εκείνη τη μέρα πίνω ό,τι παυσίπονο υπάρχει κι η αλοιφή για φλεγμονές, μυϊκούς πόνους και κακώσεις των μαλακών μορίων γίνεται το συναυλιακό μου body lotion. Ξεκινώ να παίζω. Τα ταλαιπωρημένα χέρια μου είναι πιο σταθερά από ποτέ. Το κάτασπρο αδυνατισμένο σώμα μου, πρωτόγνωρα ελαστικό. «Υπάρχει Θεός», λέω μέσα μου.

Αφήνομαι στο ταξίδι του ήχου, που άθελά μου, μεταφέρει και την κρυμμένη μου αλήθεια. Από την αίθουσα ακούγεται το κλάμα κάποιου. Και κάποιου άλλου. Θυμώνω, πιστεύοντας πως οι τρεις σωματοφύλακες λύγισαν. Γιατί μου το κάνουν αυτό, σκέπτομαι. Δεν με βλέπουν που αντέχω; Ωραία, ας καθίσουμε όλοι μαζί να κλαίμε λέγοντας το γνωστό «στην Ελλάδα δεν γίνεται τίποτα». Ο θυμός μου μετατρέπεται σε ντροπή και θλίψη. «Κουράστηκαν μάλλον – τελικά γι’ αυτούς δεν άξιζε – πώς να σε καταλάβει ο κόσμος» υποθέτω μέσα μου, αλλά το δυνατό ασταμάτητο χειροκρότημα του finale με μπερδεύει.

Με πλησιάζει ένας κύριος. Λέγοντάς μου στα γρήγορα τις εντυπώσεις του, προσθέτει: «Συγγνώμη Ιωάννα μου που πρέπει να φύγω, θα τα πούμε στο face book». Η φυσιογνωμία του, η ευγένεια, η αμεσότητα και το καίριο σχόλιό του, φέρνουν στη μνήμη μου εκείνους τους υπέροχους δασκάλους από άλλες εποχές και διώχνουν όλη την κούραση.

Αναρωτιέμαι αν πρέπει να μετανιώσω για κάτι. Με πλησιάζουν μερικά νέα παιδιά. Ήταν «αυτά» τελικά, που έκλαιγαν. «Μας έδωσες κουράγιο να συνεχίσουμε, μας έπεισες ότι και στην Ελλάδα μπορούν να γίνουν πράγματα».
Τις επόμενες μέρες έκανα αλλαγές στο σπίτι για να χωρέσει το «καινούριο πιάνο». Έκανα αλλαγές στην ψυχή μου, για να χωρέσει ένας σπουδαίος άνθρωπος, ορόσημο τελικά στη ζωή μου. Δεν θα τον γνώριζα αν δεν είχα κάνει εκείνη τη συναυλία. Μετά από αυτά, όταν ακούω το διττό «αχ, σε ζηλεύω», ούτε θυμώνω, ούτε χαίρομαι. Το κρατώ ως δίδαγμα. Έτσι τις στιγμές που λυγίζω ή αμφιβάλω, ακούω μια φωνή: «αν δεν έχεις ζήλο για κάτι στη ζωή σου, έτσι εύκολα, ζηλεύεις τις ζωές των άλλων».

 

Αρμονία …και με τα κατοικίδια;

Σε ένα ταξίδι μου, ερωτεύτηκα ένα μπουκάλι. Δέσποζε στη βιτρίνα μιας Parfumerie. Φτιαγμένο από μαύρο κρύσταλλο. Το καπάκι ήταν μια επιβλητική μύτη που κούμπωνε πάνω στα τέλεια χείλη, που έγραφαν Dali. Υπερμέγεθες, για να φιλοξενεί άρωμα. Πληροφορήθηκα ότι ήταν συλλεκτικό, από την εποχή που ο ζωγράφος κυκλοφόρησε την ιδέα του. Πήγαινα κάθε μέρα και το θαύμαζα. Μάταια ήλπιζα ότι μπορεί να συγκινηθούν και να μου το πουλήσουν.
Εγκαταλείποντας απογοητευμένη την πόλη, διακρίνω τη φιγούρα του, να με περιμένει στη μέση του περιφερειακού δρόμου. Η επιθυμία μου, με έκανε να οραματίζομαι «λίμνες στην έρημο». Τα φρένα του αυτοκινήτου στρίγκλισαν και το αντικείμενο του πόθου μου, χάθηκε στον απότομο γκρεμό στο πλάι του δρόμου. Το θέλω, φώναξα αυθόρμητα κι ο σαστισμένος οδηγός χάθηκε προς την ίδια κατεύθυνση. Επιστρέφοντας ωσάν αυστριακός πρίγκιπας, άφησε στην αγκαλιά μου το πολύτιμο «Εντελβάις». Ένα σκυλάκι. Τον Dali μου. Έχοντας ήδη ένα λυκόσκυλο που λάτρευα, δεν είχα σκεφτεί ποτέ μια τέτοια εξέλιξη. Ο Dali ήταν το τέλειο πλάσμα. Δεν χρειάστηκε ποτέ λουράκι, ποτέ εκπαίδευση, ποτέ μάλωμα. Η «λούτρινη» γούνα του είχε τη μυρωδιά της ζάχαρης των παιδικών μου χρόνων. Μικροσκοπικός, με γενναία ψυχή. Πολύτιμος όπως εκείνο το άρωμα, με συντρόφεψε στα χρόνια της μεγάλης προσπάθειας. Άγρυπνος φρουρός, αφηνόταν σε λίγη ξεκούραση με έναν όρο: Να πατώ ταυτόχρονα με το pedal του πιάνου και την εντυπωσιακή βεντάλια που είχε για ουρά. Έτσι ήταν σίγουρος πως θα ήμασταν συνέχεια μαζί. Όταν η ζωή μου έμελλε ν’ αλλάξει, γεμίζοντας με υποχρεώσεις και ταξίδια, εκείνος το ένιωσε. Με «αποχαιρέτησε» απρόσμενα αθόρυβα. Σ’ ένα κουτί, που είχε το χρώμα του ουρανού, τον έθαψα ένα καλοκαίρι, σ’ εκείνη την εξοχή, που μικρή στόχευα τα όνειρά μου. Κάτω από το θλιμμένο βλέμμα του τρυφερού μας γάτου, το γερασμένο μου λυκόσκυλο, τον αποχαιρέτησε με ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, όπως του λύκου. Εκεί στη γραμμή του ορίζοντα που η Marie, μου είχε πει τη φράση «Εntre chien et loup». Εκεί, που τη στιγμή που δύει ο ήλιος, δεν ξεχωρίζεις τη φιγούρα «είναι ανάμεσα στο σκύλο και το λύκο».

Lacrimoso …Πότε δάκρυσες τελευταία φορά;

«If music be the food of love, play on…» έγραφε μια κάρτα που έλαβα πρόσφατα.
Σαν μωρό δεν έκλαψα. Δεν δούλεψαν οι δακρυγόνοι αδένες και οι γιατροί για το καλό μου έκαναν τα πάντα για να κλάψω. Τι με τρόμαζαν, τι με τσιμπούσαν, ίχνος από δάκρυα. Ήταν για να έχω άφθονα όταν θα γνώριζα τον πόνο και την αδικία που υπάρχει γύρω μας. Αποφάσισα όμως να παλέψω το κακό, αισιόδοξα. Δούλευα μόνο ως αποστολέας αγάπης κι έμαθα να νοιάζομαι για τους παραλήπτες της μουσικής μου. Δεν είχα προετοιμαστεί για την ημέρα που θα γινόμουν παραλήπτης τόσης αγάπης κι αποδοχής κι η ψυχή μου «πιάστηκε αδιάβαστη».

 

Η ζωή έδινε σήματα βέβαια κι έτσι έγραψα το «Snapshots of my soul». Μ’ αυτό το κομμάτι, έμελλε να με κατατάξουν στους 20 καλύτερους μουσικούς στον κόσμο – στον πρώτο παγκόσμιο διαδικτυακό διαγωνισμό για επαγγελματίες μουσικούς και τραγουδιστές της τζαζ. Ορθώς λοιπόν είχα κάνει οικονομία δακρύων. Ήταν κάτι σαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά στη μουσική. Μόνο που τα αθλήματα δεν διαχωρίζονταν. Όταν είδα τους «συναθλητές» μου πάγωσα. Μπάντες από τη Νέα Υόρκη, ορχήστρες από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ήδη επιτυχημένους τραγουδιστές. Πήρα τα ηρεμιστικά που είχα αρνηθεί όλη μου τη ζωή, σε εξετάσεις και συναυλίες. Τη νύχτα των ημιτελικών δεν άντεξα. Μπορούσαμε να παρακολουθούμε ζωντανά την εξέλιξη της ψηφοφορίας.

Πήρα ένα μήνυμα από ένα Πανεπιστήμιο τζαζ σπουδών: «Μπήκαμε για να υποστηρίξουμε την υποψηφιότητα της χώρας μας, αλλά δώσαμε το άριστα σ’ εσένα. Συγγνώμη, αλλά κατά τη γνώμη μας, ήσουν η καλύτερη». Και εδώ ήρθαν τόνοι τα χαρτομάντιλα.

Είδα να φιλοξενούν την προσπάθειά μου στη σελίδα «Great Greeks». Η εταιρεία Zoom UK έγινε επίσημος υποστηρικτής του ήχου μου, μέσω των προϊόντων της. Τα πιο ουσιαστικά δάκρυα βέβαια ήρθαν από την Ελλάδα. Το να σε στηρίζουν ξαφνικά τόσοι Έλληνες, με κάνει να αισιοδοξώ. Τόσο όμορφα μηνύματα, τείνω να πιστέψω πως ζούμε «στη χώρα των κρυμμένων ποιητών». Ε! και βέβαια το πόσο με συγκίνησαν οι μουσικοί και οι συνάδελφοί μου πιανίστες, που φέρθηκαν τόσο γενναιόδωρα. Ήταν εξαιρετικό σε μια χώρα γεμάτη «αγκάθια». Όμως, το ότι στο Διαδίκτυο, θα μείνει για πάντα η λέξη Greece, ανάμεσα σε υπέροχες μουσικές απ’ όλο τον κόσμο, είναι κάτι που θα με κάνει πάντα, να δακρύζω χαμογελώντας.

Ενορχήστρωση …σε επόμενα σχέδια

Στο μεταξύ οι «followers» των ιδεών μου και της μουσικής μου, μου έκαναν ένα δώρο. «Ρούχα στο στυλ σου, Ιωάννα», μου είπαν πονηρά. Το ύφασμα όμως μαρτυρούσε «επισημότητα». Τους ανταπέδωσα το βλέμμα.
-«Σε περιμένει κόσμος, τι θα γίνει»; φώναξαν.
Με αφορμή αυτή τη διάκριση, προέκυψαν πολλές ενδιαφέρουσες προτάσεις και έπρεπε να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Το να τολμήσω να δρομολογήσω την υλοποίηση κάποιων νέων πλάνων και ιδεών, δεν ήταν τόσο απλό. Είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν πίσω οι συναυλίες που είχα στο μυαλό μου. Τώρα σιγά σιγά θεωρώ πως θα ορίσω ημερομηνίες, σε κάποιους χώρους που ταιριάζουν σε μένα, τη μουσική μου και τους καλεσμένους μου. Όλα αυτά βέβαια εφόσον υπάρχει υγεία και προπάντων ειρήνη, μέσα και έξω απ’ την πατρίδα μας.

 

Φινάλε …με δυο λόγια ακόμα

Να σας ευχαριστήσω ολόψυχα που με «αναγκάσατε» να εξωτερικευτώ τόσο «εκτός σκηνής». Αυτή η αναπάντεχη ενδοσκόπηση σίγουρα θα παίξει το ρόλο της. Θα ήθελα να κλείσουμε με μια υπόκλιση προς τους αναγνώστες του catisart.gr που έφτασαν μέχρις εδώ. Και να μου επιτρέψετε να τους απευθυνθώ με ένα πιο άμεσο υστερόγραφο:

* Εύχομαι η «εξομολόγησή μου» να έγινε μια αφορμή να ταξιδέψετε με αισιοδοξία, στη ζωή σας και στα όνειρά σας. Θα χαρώ ιδιαίτερα αν μου «χαρίσετε» μερικές σκέψεις σας, στη σελίδα μου στο facebook. @ioannakapourelakou Σας ευχαριστώ, Ιωάννα
-Κι εμείς σε ευχαριστούμε Ιωάννα γι’ αυτή την προφορική συναυλία αλλά και για το δώρο που μας έκανες και το οποίο το ακούμε αμέσως…

 

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΙωάννα Καπουρελάκου. Η Ελληνίδα πιανίστα που βρίσκεται στην 20άδα των jazz μουσικών του πλανήτη

Related Posts