Cat Is Art

Ο καλός κριτικός…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κείμενο του Αλέξη Σολομού

[…] Οκτώ προϋποθέσεις για νάναι ένας κριτικός αρμόδιος να κρίνη μια θεατρική παράσταση.
Να έχη μερικές γνώσεις γύρω από το θέατρο. Δεν αρκεί δηλαδή να μπορή να γράψη μια διατριβή για την «Κύρου ανάβαση» ή για την ποίηση του Δημητρίου Παπαρρηγοπούλου […] για νάναι σε θέση να καταλάβη πότε ένας ηθοποιός παίζει καλά και πότε όχι […]. Για νάναι ο θεατρικός κριτικός αρμόδιος, πρέπει να έχη σπουδάση θέατρο και να έχη μέσα του μια καθολική έννοια της τέχνης αυτής – τόσο θεωρητική όσο και πρακτική. […]
Να αγαπάη το θέατρο. […] Ο ηθοποιός, ο σκηνογράφος, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους και με το κοινό τους. Βασανίζονται επειδή αγαπούν, μα αγαπούν ακόμα και τα δεινά τους. Ενώ ο κακός κριτικός τι αγαπάει: Ίσως μια νεαρά ηθοποιό, ίσως ένα γηραλέο θιασάρχη, ίσως ένα μεταξύ δύο ηλικιών ενδυματολόγο. […].
Ο καλός κριτικός δεν πρέπει να αγοράζεται. […] κυκλοφορούν πολλά ανέκδοτα για το πόσο ένα δώρο, μια πρόσκληση σε μια μαστίχα, μια υπόσχεση συνεργασίας, ένα χαμόγελο (όταν πρόκειται για το ωραίο φύλο) […] επιδρούνε πάνω στα σοφά συμπεράσματα της «θύραθεν» κριτικής.

Δεν πρέπει να είναι εγωιστής και «κομπλεξικός». Δεν πρέπει δηλαδή […] να κατηγορή έναν ηθοποιό, επειδή ένας άλλος, πιο φίλος του, ήθελε να παίξη τον ίδιο ρόλο, ούτε να κατακρίνη μια παράσταση, επειδή στο βάθος ο ίδιος […] θα ονειρευόταν να την είχε κάνει ακριβώς έτσι. […].
Όταν διαθέτη τα τέσσερα παραπάνω βασικά εφόδια […] ο κριτικός είναι άξιος και για μια πέμπτη προϋπόθεση: την αυστηρότητα. […] ο κριτικός που κρίνει πρέπει να νοιώθη και να νογάη πιο πολλά απ’ τον καλλιτέχνη που κρίνεται. […].
[…] πρέπει να αισθάνεται πως ανήκει στην παράσταση που βλέπει κι όχι στην εφημερίδα που τον έστειλε. Υπηρετεί τη στιγμή εκείνη μια Τέχνη κι όχι έναν αρχισυντάκτη. […]
Να σέβεται το μόχθο των άλλων. […] ο ανάξιος κι εγκληματικός κριτικός έρχεται βιαστικά απ’ το δημοσιογραφικό του γραφείο, απ’ το δημοτικό σχολείο, απ’ το κοσμικό του κοκταίηλ και μέσα σε […] μισή ώρα σκαρώνει ένα ποδοσφαιρικό ρεπορτάζ που το ονομάζει «κριτική θεάτρου». […].
Να πιστεύη σε κάτι. Να έχη μια πνευματική προσωπικότητα – έστω κι αντιδραστική. Να μην είναι ανερμάτιστος. […].

***

Το παραπάνω άρθρο του Αλέξη Σολομού με τον τίτλο «Ο καλός κριτικός» είχε δημοσιευθεί στην «Καθημερινή» την Κυριακή 2 Απριλίου 1961. Εδώ, στο catisart.gr δημοσιεύθηκαν αποσπάσματα από εκείνο το άρθρο, με την ορθογραφία της εποχής.

***

Ακολουθεί άλλο ένα κείμενο για την κριτική θεάτρου (επίσης με την ορθογραφία της εποχής), με την υπογραφή του Αλέξη Σολομού. Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του με τον τίτλο «Θεατρικό Λεξικό – Πρόσωπα και πράγματα στο Παγκόσμιο Θέατρο», Εκδόσεις Κέδρος, 1989.

***

«Η θεατρική δημιουργία εξουδετερώνει την κριτική»

«Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως γίνεσαι θεατρικός κριτικός ετοιμάζοντας τον εαυτό σου για κάποια πραγματική θεατρική δουλειά ή έχοντας αποτύχει κιόλας σ’ αυτήν». Έτσι έγραφε ο αμερικάνος κριτικός και φίλος του Ο’ Νιλ, Τζον Μέησον Μπράουν. Άσχετα με την ορθότητα ή μη της παραπάνω προκατάληψης, εύκολα διακρίνουμε δύο λογής κριτικούς: τους επώνυμους και τους ανώνυμους.
Οι πρώτοι είναι αναγνωρισμένες σε κάποιο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό τομέα προσωπικότητες και, κατά συνέπεια, η γνώμη τους έχει κύρος. Οι δεύτεροι δεν έχουν διακριθεί σε τίποτα και πασχίζουν, κρίνοντας τους δημιουργούς, ν’ αποχτήσουν υπόσταση.
Της πρώτης κατηγορίας αρχαιότερος εκπρόσωπος είναι ο Αριστοφάνης (που εγκωμιάζει ή διασύρει πολλούς συναδέλφους του). Ακολουθάει χρονολογικά ο ανατόμος της δραματικής τέχνης, Αριστοτέλης, ανοίγοντας το δρόμο σε πλείστους όσους φιλοσόφους, ποιητές, ιστορικούς και ρήτορες, έλληνες και ρωμαίους (Ερατοσθένης, Αρίσταρχος, Τερέντιος, Κικέρονας, Οράτιος, Λουκιανός, Πολυδεύκης, Τερτυλλιανός κ.α.) που, μέσα στα πολλά τους συγγράμματα, υπάρχουνε και απόψεις για τη θυμελική και σκηνική τέχνη. Στο Βυζάντιο και στο Μεσαίωνα, υπέρτατοι κριτικοί είναι οι αυτοκράτορες κι οι βασιλιάδες, οι πατριάρχες κι οι πάπες, που η γνώμη τους αποτελεί συχνά δαμόκλεια σπάθη – τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά – για το θέατρο και τους θεατρίνους. Απ’ την Αναγέννηση κι ύστερα, κάμποσοι δραματουργοί ασκούν οι ίδιοι την κριτική της θεατρικής Τέχνης (απ’ τον Μπεν Τζόνσον και τον Λόπε ντε Βέγκα ίσαμε το Λέσσινγκ και τον Γκαίτε, περνώντας απ’ το Βολταίρο). Γενικότερα, οι πρωτοπόροι θεατράνθρωποι όλων των εποχών θεμελιώνουν τις ανανεωτικές θεωρίες τους πάνω στη δυσμενή τους κριτική για το θεατρικό κατεστημένο. Περιβόητα παραδείγματα: του Βίκτορ Ουγκό (μανιφέστο Ρομαντισμού), του Αντουάν (καθιέρωση Νατουραλισμού), του Γκόρντον Κρέηγκ (καταδίκη Νατουραλισμού), του Στανισλάβσκι, του Αρτώ, του Μπρεχτ κ.α.
Η δεύτερη κατηγορία κριτικών πρωτοεμφανίζεται – ιδιαιτέρα στην Αγγλία και τη Γαλλία απ, τις αρχές του 17ου αιώνα – με τους ανειδίκευτους στη θεατρική πράξη «παμφλετίστες» και «λιβελλογράφους», που εχθρεύονται το θέατρο κι ορισμένους θεράποντές του ή έχουν κίνητρα θρησκευτικοπολιτικά κι εξυπηρετούν έμμεσα την κρατική λογοκρισία (λόγου χάρη, οι φανατικοί πολέμιοι του Κορνέιγ και του Μολιέρου, η «Ανηθικότητα της αγγλικής σκηνής» του Τζέρεμυ Κόλλιερ κ.α.). Το 18ο αιώνα, με την καθιέρωση του ημερήσιου Tύπου στις πιο πολλές χώρες, η θεατρική κριτική αποχτάει σιγά σιγά τη μόνιμη θέση της στις στήλες των εφημερίδων – γραμμένη από επαγγελματίες ή ερασιτέχνες δημοσιογράφους, που έχουνε για μόνη θεατρική εμπειρία τη ρουτίνα του ταχτικού θεατή. Μερικοί θα μείνουνε γνωστοί για τη συμβολή τους στη θεατρική πορεία, άλλοι για τις εξολοθρευτικές τους μονομανίες. Τέλος, στον 20ο αιώνα, η τεράστια κυκλοφορία ορισμένων εφημερίδων της Ευρώπης, κι ιδιαίτερα της Αμερικής, θα εξασφαλίσει στους κριτικούς δικτατορική εξουσία πάνω στις τύχες – και τις ζωές – των ανθρώπων του θεάτρου. Όση επίδραση κι αν ασκούν όμως οι εφημερίδες στα λαϊκά κοπάδια, στις πιο πολλές περιπτώσεις η θεατρική δημιουργία εξουδετερώνει την κριτική και οι προτιμήσεις του κοινού διαψεύδουν τις γνωμοδοσίες των δημοσιογράφων. Ας προσθέσουμε πως, γύρω στα μισά του αιώνα τούτου, παρουσιάστηκε το έθιμο της ομαδικής κριτικής των θεατών, με μορφή συζήτησης στο τέλος της παράστασης. Αντί όμως αυτό να δημιουργήσει μεγαλύτερη επαφή σκηνής και πλατείας, μάλλον προκάλεσε κονφούζιο κι απ’ τις δυο πλευρές. (Απ’ τις κωμωδίες που σατιρίζουν το κριτικό επάγγελμα, αξιομνημόνευτες είναι «Ο κριτικός» του Σέρινταν, 1779, με ήρωα το συγγραφέα κ. Παφ που παρουσιάζει προς κρίσιν ένα περιπετειώδες δράμα του, και «Το πρώτο έργο της Φάννη» του Μπέρναρντ Σω, 1911, που εμφανίζει επί σκηνής τέσσερις διακεκριμένους Αρίσταρχους – πραγματικούς, με άλλα ονόματα – να λένε ανοησίες. Στο «Πορφυρένιο νησί» του Μπουλγκάκοφ, 1928, μία κομματική επιτροπή, αλλάζει το κρινόμενο έργο, για να το ευθυγραμμίσει πολιτικά).

***

Ιούνιος 1962. Θέατρο «Μετροπόλιταν». Από αριστερά: Μανώλης Καστρινός, Αλέξης Σολομός, Μάνος Χατζιδάκις, Δημήτρης Χορν, Μίνως Αργυράκης. «Οδός Ονείρων»

Ένα «τετράδιο» γεμάτο επιτυχίες

Ο Αλέξης Σολoμός (επίσημα, Αλέξανδρος Σολωμός), του Ιωάννη, ήταν Έλληνας θεατρικός σκηνοθέτης, μεταφραστής, και θεωρητικός του θεάτρου. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Αυγούστου του 1918, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Υπήρξε μαθητής του Καρόλου Κουν στο Κολέγιο Αθηνών, παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (1939-1942), στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών του Λονδίνου (1945-46), στο Πανεπιστήμιο Γέιλ των ΗΠΑ και στο Δραματικό Εργαστήρι του Πισκάτορ (1946-48). Πριν ολοκληρώσει τις θεατρικές σπουδές του, είχε ήδη σχεδιάσει τα κοστούμια για τον Μάκβεθ που ανέβασε η Μαρίκα Κοτοπούλη το 1937. Εκείνη την εποχή άρχισε και η συνεργασία του (με διηγήματα, μεταφράσεις, καλλιτεχνικές ειδήσεις, συνεντεύξεις κ.α.) με το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Το 1939 παρουσίασε την πρώτη σκηνοθετική του δουλειά στην «Αρκούδα» του Τσέχωφ, που ανεβάστηκε από το θίασο του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου. Στην Κατοχή εργάστηκε ως ηθοποιός, ενδυματολόγος, μεταφραστής και κριτικός κινηματογράφου. Η επαγγελματική θεατρική του σταδιοδρομία άρχισε ουσιαστικά με τη συνεργασία του στο Θέατρο Αθηνών του Κωστή Μπαστιά στα 1942-43. Έπαιξε ως ηθοποιός στο «Δίλημμα του Γιατρού» του Μπέρναρντ Σω (πλάι στους Ελένη Παπαδάκη, Γιώργο Παππά και Θάνο Κωτσόπουλο) στο «Θέατρο Διονύσια». Παράλληλα σχεδίασε τα κοστούμια της παράστασης «Αΐντα» του Βέρντι, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Ολύμπια. Το 1943 συνεργάστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ως ηθοποιός, με το «Θέατρο Τέχνης» του Καρόλου Κουν και με το Θίασο Μανωλίδου-Βεάκη-Παππά-Δενδραμή. Το 1944 ανέβηκε από το Θέατρο Τέχνης το θεατρικό του έργο «Ο τελευταίος ασπροκόρακας» και το 1945 «Το μονοπάτι της λευτεριάς» από το Θίασο Παππά – Μερκούρη. Επιπλέον το 1944 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Τετράδιο».

Άρχισε τη σκηνοθετική του σταδιοδρομία στη Νέα Υόρκη το 1947 στο Cherry Lane Theatre και στο Province Town Playhouse. Το 1949 ανέβασε τον Καλιγούλα του Καμύ στο Embassy Theatre του Λονδίνου. Το 1949 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου η πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησε ήταν η «Κληρονόμος» στο Θέατρο Μουσούρη. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο τις περιόδους 1950-1964, 1968-1985 και το 1992, όπου σκηνοθέτησε περίπου εκατόν δύο (102) θεατρικές παραστάσεις. Εξήντα πέντε (65) περίπου παραστάσεις σκηνοθέτησε σε διάφορους αθηναϊκούς θιάσους, στο Κ.Θ.Β.Ε., στην Ε.Λ.Σ.

Χειμώνας 1962. Θέατρο «Κοτοπούλη – Rex». Αλέξης Σολομός, Μάνος Χατζιδάκις, Αλίκη Βουγιουκλάκη ετοιμάζουν το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα»

Το 1964 ίδρυσε το δικό του θίασο, με την επωνυμία «Προσκήνιο» (1967-1978). Επίσης εργάστηκε στο Μίσιγκαν των ΗΠΑ ως καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Θεωρείται από τους σκηνοθέτες που συνέβαλαν στην αναβίωση των έργων του Αριστοφάνη, ανεβάζοντας στην Επίδαυρο δέκα από τις ένδεκα κωμωδίες του, με τη χρήση στοιχείων από την ελληνική λαογραφική παράδοση. Επιπλέον μελέτησε και με τις αρχαίες τραγωδίες και σκηνοθέτησε έργα και των τριών μεγάλων Ελλήνων Τραγικών. Πλούσιο υπήρξε και το μεταφραστικό έργο του. Για κάποιες από τις μεταφράσεις του χρησιμοποίησε το όνομα Α. Ροσόλυμος. Συχνά μετέφραζε ο ίδιος τα έργα που σκηνοθετούσε ή/και σχεδίαζε και τα κοστούμια.
Επιπλέον χρημάτισε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Ε.Ι.Ρ.Τ. (1974-1975) και δύο φορές διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1980-1983).

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΟ καλός κριτικός…

Related Posts