Αποχαιρετισμός στον “καλό συμμορίτη” Τάκη Σπυριδάκη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Με βαθύ πόνο ψυχής αποχαιρετάμε τον ηθοποιό, τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο, τον γλυκό άνθρωπο Τάκη Σπυριδάκη, που μας άφησε σε ηλικία 61 ετών, αφού έδωσε μια πολύχρονη και σκληρή μάχη με τον καρκίνο.

Τα τελευταία χρόνια ο Τάκης Σπυριδάκης έδωσε ερμηνευτικό ρεσιτάλ στο θεατρικό “Άγριος Σπόρος”, ένα έργο του Γιάννη Τσίρου σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, σε μια που ισορροπεί μεταξύ κωμωδίας και δράματος και λατρεύτηκε από το θεατρικό κοινό της Αθήνας.

Τον έβλεπα συχνά στα παρασκήνια και στο φουαγέ του θεάτρου “Επί Κολωνώ”, όπου έπαιζε την τελευταία του επιτυχία, τον “Άγριο Σπόρο” φυσικά. Με τους θεατές να τον περιμένουν ενθουσιασμένοι κι αυτός προσηνής να τους ευχαριστεί και να απαντά στις ερωτήσεις τους. Αντισυμβατικός, αιρετικός, offbeat, άτυπος, χαλαρός, ξέγνοιαστος.

Τον θυμάμαι όπως ήταν τη βραδιά του αφιερώματος στις ταινίες του, πάλι στο θέατρο “Επί Κολωνώ”. Ήδη ασθενής και τόσο συγκινημένος, γλυκύτατος, τόσο αγαπητός.

Τον θυμάμαι πριν από ένα χρόνο σχεδόν στο “Σύγχρονο Θέατρο”, στην πρεμιέρα του “Με λένε Έμμα”. Ευγενικός, να μας καθησυχάσει για την υγεία του. Αδύναμος, λίγο χλωμός αλλά -ναι- φαινόταν καλύτερα. Φαινόταν όμως…

Ο Τάκης Σπυριδάκης ήταν πάντοτε ένα τρυφερό παιδί, ένα γοητευτικό κι αξιαγάπητο ρεμάλι, ένας πολυσύνθετος άνθρωπος, ένας καλός συμμορίτης, ένα απείθαρχο πνεύμα, ένας μποέμ αλήτης της υποκριτικής, που δεν είχε κανένα δισταγμό να βγει από ένα jazz bar και να μπει σε ένα σκυλάδικο της Αχαρνών.

Είχε μάθει να ακολουθεί το ένστικτό του, να μη φοβάται να προσθέσει στοιχεία στη ζωή και στην τέχνη του αντλώντας έμπνευση από τις πιο απίθανες πηγές.

 

 

Εναλλακτικός, εκκεντρικός κι ακαταμάχητος, η ζωή του όλη ήταν ένα τσιγάρο που μέσα του είχε στρίψει όλες τις χαρές, τις λύπες, τις μουσικές που αγάπησε, τις γυναίκες που λάτρεψε, τις ταινίες που γύρισε, τις νύχτες που έζησε από πιτσιρίκι στον Πειραιά αλλά και το απίστευτο ταλέντο του.

Γεννήθηκε στην Αίγινα. Εκεί πήγε στο δημοτικό σχολείο και στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Μετά έφυγε. Η Αίγινα ήταν ένας χώρος, που -όπως και σήμερα- ιδιαίτερα εκείνη την εποχή ένας νέος άνθρωπος δεν είχε πολλά πράγματα να κάνει.

“Είχα συλλάβει τον εαυτό μου να κάνει βόλτες στην παραλία «αγκαλιά με το τίποτα». Ευτυχώς υπήρχε μια διέξοδος, η γιαγιά μου, που είχε στον Πειραιά κάποιο σπίτι να μείνουμε. Έτσι έφυγα”, εξομολογήθηκε στη συνέντευξή του στον Παναγιώτη Μήλα και το catisart.gr.

Ξεκίνησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Στη συνέχεια πήγε στη Σχολή Βεάκη και πέρασε ένα διάστημα και από τον Κάρολο Κουν. Όμως δεν κατέληγε κάπου. Επέστρεψε όμως στο Εθνικό και εκεί, από μια φωτογραφία, τον ανακάλυψε ο σκηνοθέτης Νίκος Νικολαΐδης. Γύρισαν τότε (1983) τη «Γλυκιά Συμμορία».

“Έτσι δεν τέλειωσα τη Σχολή του Εθνικού επειδή τότε απαγορευόταν να παίζεις πριν πάρει το πτυχίο. Ήμουνα στο 3ο έτος και μου επέτρεψαν να δώσω μόνο κάτι μονολόγους. Την ίδια εποχή επέτρεπαν σε άλλα παιδιά να παίζουν. Αυτό το θεωρούσα άδικο και γι’ αυτό δεν πήγα να δώσω για να πάρω το πτυχίο. Τελικά αυτό δεν μου δημιούργησε κανένα πρόβλημα”, εξηγεί στην ίδια συνέντευξη.

Την Αίγινα όπου γεννήθηκε τη λάτρευε αλλά μόνο τα καλοκαίρια, τότε που έβρισκε τους φίλους του στην παραλία το πρωί και στα «Περδικιώτικα» το βράδυ, όταν άραζε στο μπαρ της αυλής και έπινε το ποτό του ακούγοντας Doors, Rolling Stones και Led Zeppelin.

Με την ίδια άνεση που υποκλινόταν στις μουσικές του Miles Davis και του Dizzy Gillespie εντρυφούσε και σε τραγούδια όπως το «Εγώ τραγούδαγα» aka «Τα σκυλάδικα» όπως το ξέρουν όλοι. Ήταν η ανακάλυψη της φυγής; «Εγώ τραγούδαγα τα βράδια στα σκυλάδικα/ σ’ ένα χαμόγελο κρυμμένη και πουλούσα/ -μία καρδιά μικρού παιδιού και άδικα /μες τα σκοτάδια λίγο φως αναζητούσα/». Τα νιάτα του, γεμάτα δυνατές εμπειρίες.

Ο Τάκης ήταν ένα μεγάλο ατίθασο παιδί που πάντα ονειρευόταν να ταξιδέψει, από τότε που έμενε μαζί με τη γιαγιά του στον Πειραιά στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Κάποια στιγμή μπήκε σ’ ένα Ωδείο χωρίς να ξέρει τι θέλει, σε ηλικία 14 χρονών. Μιλάμε για έναν Πειραιά της Τρούμπας.

“Ήταν πολύ «παιδαγωγικό» να περνάς από τους δρόμους του λιμανιού για να φτάσεις στο Ωδείο και στην αίθουσα με το πιάνο. Εκείνη η δασκάλα του πιάνου με έκανε να χαίρομαι την αίσθηση της αναχώρησης που σου δίνει το λιμάνι, αν και τελικά στο ίδιο μέρος μένεις. Της χρωστάω το ότι έβαζε νότες στη διάθεση για ταξίδι που είχα από τότε”, έλεγε γι’ αυτή την περίοδο.

Τότε πήγαινε νυχτερινό γυμνάσιο και μετά έβγαινε, όταν η γιαγιά κοιμόταν, για να νιώσει τη νύχτα σε μπαρ όπως το «Hungry Years», που ανήκε σε έναν τύπο που έμοιαζε να είχε ξεμείνει εκεί ανάμεσα σε δυο ταξίδια.

Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι η φιλόλογός του στο νυχτερινό Παρασκευή Ξιπτερά πλήρωνε κρυφά το Ωδείο από τον γλίσχρο της μισθό, ώστε να μην το παρατήσει, γιατί είχε αντιληφθεί το ταλέντο του στη μουσική. Δεν την ξέχασε ποτέ. Πάντα την ανέφερε.

Το ποσό ήταν σεβαστό και αυτός, που έκανε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα, δυσκολευότανε πολύ. Τι να πληρώσεις; Το ενοίκιο; Το ωδείο; Τα άλλα τρέχοντα έξοδα;

Παρακολουθεί τις πρώτες ταινίες του Ότο Πρέμινγκερ και του Σαμ Πέκινπα, μαγεύεται από το σινεμά και στα 18 του αποφασίζει να την κάνει για το Λονδίνο, προκειμένου να σπουδάσει υποκριτική. Θα μείνει μόνο για λίγο, αφού τα λεφτά δεν φτάνουν για τίποτα, πριν επιστρέψει το 1976 στην Ελλάδα για να μπει στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου είχε τη χαρά να συναντηθεί με κάποιους ανθρώπους σημαντικούς. Ο πιο σημαντικός γι’ αυτό ήταν ο Γιάννης Λιγνάδης. Τον συμπαθούσε πολύ γιατί ήξερε πως δούλευε, πότε σε οικοδομή και πότε σε μπαρ, για να σπουδάσει.

Σε λίγα χρόνια ο Νίκος Νικολαΐδης θα τον επιλέξει για έναν ρόλο που ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του.

 

 

Από τη “συμμορία” στον “πρόεδρο”

Ο εξαιρετικός αυτός σκηνοθέτης είδε στον Σπυριδάκη έναν τύπο που ταυτιζόταν αρκετά με τον κινηματογραφικό του ήρωα.

Ωραίος σαν χολιγουντιανός ζεν πρεμιέ, ο Τάκης εκείνη την περίοδο σύχναζε στα Εξάρχεια, έκανε παρέα με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και την Κατερίνα Γώγου, έμενε ενίοτε όπου έβρισκε να κοιμηθεί χωρίς να τον ρωτάνε πολλά και σύχναζε στο Dada, σε κουτούκια και σε μπιλιαρδάδικα.

Η ερμηνεία του μπορεί να μην ήταν υποδειγματική, ήταν αληθινή και αυτό ήταν που ζητούσε ο Νίκος Νικολαΐδης από τον 23χρονο Τάκη Σπυριδάκη, ο οποίος χρόνια μετά δήλωνε ότι ουσιαστικά δεν ήθελε να γίνει ηθοποιός αλλά σκηνοθέτης.

Ο Νικολαΐδης είχε επιλέξει για την ταινία του τον Τάκη Μόσχο, τη Δώρα Μασκλαβάνου, τον Σπυριδάκη, δηλαδή πρόσωπα που δεν ήξερε κανείς σχεδόν τότε.

Η ταινία, που περιγράφει τη ζωή μιας ομάδας περίεργων τύπων που ζουν με ληστείες-χωρίς όπλα-κλοπές και διάφορα κόλπα η οποία μπαίνει στο στόχαστρο κρατικών υπηρεσιών, είναι ένα ρέκβιεμ στην ανυπότακτη σκέψη.

Ο Τάκης Σπυριδάκης θα βραβευτεί για την ερμηνεία του, αλλά οι επιλογές του κατόπιν είναι επιλεκτικές, έστω και αν αναγκάστηκε κάποια στιγμή να παίξει σε πράγματα που δεν τον εξέφραζαν. Το έκανε όταν χρειαζόταν χρήματα σε εποχές που η ιδιωτική τηλεόραση πλήρωνε αδρά, αλλά ακόμη και σε τέτοιες δουλειές η αυθεντικότητά του ξεχώριζε αμέσως.

Πριν είχε αφήσει τη σφραγίδα του στην πρώτη «Λούφα και Παραλλαγή» του Περάκη, στο «Αυτή η Νύχτα Μένει» με έναν μικρό αλλά εκπληκτικό ρόλο αγανακτισμένου μουσικού σε σκυλάδικο της επαρχίας, στα «Φθηνά Τσιγάρα» και στα «Τέσσερα Μαύρα Κουστούμια», αμφότερες ταινίες του Ρένου Χαραλαμπίδη.

Δεν είναι υπερβολή αλλά είναι κρίμα ίσως το γεγονός ότι έγινε ευρύτατα γνωστός από τις διαφημιστικές καμπάνιες της Wind στον ρόλο του προέδρου ομάδας που κάνει τα πάντα.

Η ερμηνεία του ως πρόεδρος και η ατάκα «Αγαπούλα, πούλα» ή οι λεκτικοί διαξιφισμοί με τον προπονητή και τον σεΐχη επενδυτή πρόσφεραν τρελό γέλιο στο πανελλήνιο. Έδειξε όμως κι εκεί τη μεγάλη του κλάση. Ακόμη κι εκεί ο Τάκης ήταν ο εαυτός του, αυτός ο αιώνια ονειροπόλος μποέμ τύπος που ήθελε να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα.

 

 

«Ο κήπος του Θεού», τα χρέη και ο καρκίνος

Μετά τη μικρού μήκους ταινία «Βέρα Κρουζ» ο Σπυριδάκης αποφάσισε να κάνει το φιλμ «Ο κήπος του Θεού» στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Αίγινα και όταν προβλήθηκε σάρωσε τα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1994, πραγματευόμενη τις περιπέτειες μιας παρέας φυλακισμένων που φτάνουν μέχρι την εξέγερση.

«Σάρωσε» όμως και τον Τάκη ο οποίος χρεώθηκε αρκετά εκατομμύρια δραχμές για να την τελειώσει, γεγονός που τον έφερε σε δεινή οικονομική κατάσταση.

Βρισκόταν ένα βήμα πριν από τη φυλακή, όταν ένας κριτικός της “Liberation” που παρακολούθησε την ταινία σε ένα φεστιβάλ, έγραψε μια διθυραμβική κριτική με αποτέλεσμα να προβληθεί σε δεκάδες κινηματογράφους του Παρισιού.

Λίγα 24ωρα πριν συλληφθεί για χρέη έλαβε τα χρήματα από τις προβολές στη Γαλλία, τα οποία κάλυπταν όλο του το χρέος που το εξόφλησε με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Έχοντας φτάσει στο αμήν από τα συνεχή τηλεφωνήματα γέμισε τις τσέπες του με λεφτά, πήγε στην εταιρεία που τα χρωστούσε και άρχισε να τα πετάει στον αέρα, επί μία ώρα!

Ανάσανε, αφού στο σπίτι φοβούνταν πλέον να σηκώσουν το τηλέφωνο κάθε φορά που χτυπούσε.

Χρόνια μετά κι ενώ βρισκόταν σε διάσταση με τη γυναίκα του αλλά κρατώντας πολύ καλές σχέσεις μαζί της, αυτή τον έπεισε να πάει για ιατρικές εξετάσεις λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2016.

Τότε που ο Τάκης δυσκολευόταν να φάει, κάτι που απέδιδε σε πολλά αλλά όχι σε ασθένεια και αρχικά ανέβαλλε την επίσκεψη σε γιατρό.

Όταν ζητάει από το γιατρό να μιλήσει ευθέως μετά τις εξετάσεις, ακούει τη φράση «έχεις καρκίνο που μπορεί να αντιμετωπίζεται» και η πρώτη του αντίδραση ήταν η αναμενόμενη για όσους τον ήξεραν. Έδωσε ραντεβού στη σύζυγό του μέρα μεσημέρι σε ένα μπαράκι, όπου μεταξύ ενός πακέτου τσιγάρων και τεσσάρων ουίσκι της ανακοίνωσε τη διάγνωση.

Κατόπιν μίλησε στις δύο κόρες του.

Ύστερα από μια πολύ δύσκολη χειρουργική επέμβαση αυτός ο αντισυμβατικά ανέμελος τύπος που αγαπούσε τις καταχρήσεις -δεν είχε αρνηθεί ποτέ πως κάποτε κάπνιζε φούντα- και λάτρευε τις μεταξύ καπνού και αλκοόλ συζητήσεις με φίλους και ωραίες γυναίκες, επέστρεψε αλλά τελικά ήταν μόνο για λίγο.

Η ασθένεια επανήλθε δριμύτερη και οι τελευταίες μέρες του Τάκη δεν ήταν αυτές που θα άξιζαν σε έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, που θα μπορούσε άνετα να είναι πρωταγωνιστής στις ταινίες του Τζιμ Τζάρμους.

Τώρα πλέον κάνει τη δική του χαλαρή “περίπολο” στα δικά του «μεθυσμένα» νουάρ, εκεί που «οι νεκροί δεν πεθαίνουν», παρέα με φίλους που έφυγαν κι αυτοί νωρίς. Αλίμονο, τόσο νωρίς.

 

 

Αναλυτικό βιογραφικό

Ο Τάκης Σπυριδάκης γεννήθηκε στην Αίγινα το 1958. Ήταν απόφοιτος της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Είχε συμμετάσχει σε 13 ταινίες, ενώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο πραγματοποίησε το 1994 με την ταινία “Ο Κήπος του Θεού”, της οποίας έγραψε και το σενάριο. Η ταινία τιμήθηκε με 7 κρατικά βραβεία ποιότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Τάκης Σπυριδάκης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη ερμηνεύοντας έναν από τους πρωταγωνιστές της ταινίας “Γλυκιά Συμμορία”, σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαΐδη (1983).

Για την ερμηνεία του εκείνη απέσπασε το ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον ίδιο χρόνο.

Στη νέα γενιά έγινε γνωστός μέσα από διαφημίσεις γνωστών εταιρειών όπου πρωταγωνιστούσε.

Αξιοσημείωτη ήταν και η δεύτερη συμμετοχή του, στη “Λούφα και Παραλλαγή” του Νίκου Περάκη (1984).

Ακολούθησαν η “Πρωινή Περίπολος” (Νίκος Νικολαΐδης, 1986), “Προστάτης Οικογένειας” (Νίκος Περάκης, 1997), “Αυτή η Νύχτα Μένει” (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 1999), “Μαύρο Γάλα” (Νίκος Τριανταφυλλίδης, 1999), “Κανείς δεν χάνει σε Όλα” (Διονύσης Γρηγοράτος, 2000), “Φτηνά Τσιγάρα” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2000), “Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου” (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 2002), “Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο” (Νίκος Περάκης, 2005), “Ισοβίτες” (Θόδωρος Μαραγκός, 2008) και “4 Μαύρα Κοστούμια” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2009).

Το 1989 ο Τάκης Σπυριδάκης έγραψε και σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους “Βέρα Κρουζ”, που απέσπασε το 1ο βραβείο καλύτερης ταινίας στο αντίστοιχο Φεστιβάλ, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Ταινιών της Γαλλίας, το 1990.

 

 

Συγκλονισμένοι οι συνάδελφοί του

Συντετριμένοι από την απώλεια σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί του, πολλοί έγραψαν γι’ αυτόν στα μέσα δικτύωσης. Ανάμεσά τους και η Ασπασία Τζιτζικάκη:

«Αναρχικός; Αιθεροβάμων; Εκτός των τειχών; Στον δικό του κόσμο; Ο Σπυριδάκης είχε μια προσωπική κοσμοθεωρία που δεν γίνεται να την κοπιάρεις, αν δεν την αντέχεις. Θέλει άντερα, θέλει να το λέει η ψυχή σου, θέλει να μπορείς να ζεις χορτασμένος με το τίποτα και να βαρυστομαχιάζεις με τα πολλά που δεν χρειάζεσαι!!!

Ο Τάκης λαϊκό παιδί ήταν, δεν το έπαιξε κουλτούρα να φύγουμε, δεν τσάκισε μέσα του την αυθεντικότητα των καταγωγίων του πηγών. Και την ίδια στιγμή οι ταινίες του ήταν ιδιαίτερες. Εκτός της κινηματογραφικής νόρμας που έχουμε συνηθίσει στην ημεδαπή.

Η σκηνοθετική ματιά του αλλόκοτη, αλλότροπη, από αλλού φερμένη. Είναι αυτός ο ίδιος, ατόφιος. Δεν χαρίζει κάστανα σε κανέναν έτσι αβασάνιστα.
Και τώρα… μόλις στα 61 του φεύγει ξαφνικά.
…καληνύχτα αγαπημένε μου», έγραψε η ηθοποιός στην προσωπική της σελίδα στο facebook.

Μια από τις μεγάλες κινηματογραφικές του επιτυχίες ήταν η ταινία «Λούφα και Παραλλαγή» με το ρόλο του «Μπαλούρδου».

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης αποχαιρέτησε μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram, τον καλό του φίλο και «προκάτοχο» του ρόλου στην ταινία με ένα συγκινητικό μήνυμα.

«Αντίο Μπαλούρδε μου αγαπημένε! Σ’ ευχαριστώ για τη σκυτάλη σου, την κρατάω σαν φυλαχτό!!!», έγραψε χαρακτηριστικά ο ηθοποιός.

 

 

Ανακοίνωση του ΚΚΕ

Η σχετική ανακοίνωση του ΚΚΕ αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Γνήσια καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία σε πολλά επίπεδα -ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος- ο Τάκης Σπυριδάκης πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη ως ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας “Γλυκιά Συμμορία”, σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαΐδη (1983). Για την ερμηνεία του τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησε η συμμετοχή σε 12 ακόμα ταινίες, βραβεύτηκε αρκετές φορές ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ενώ τα τελευταία τέσσερα χρόνια πρωταγωνιστούσε στο θέατρο.

Ανιδιοτελής, ιδιαίτερα αγαπητός στους συναδέλφους του, τασσόμενος πάντα στο πλευρό των εργαζομένων στον χώρο του θεάματος, ο Τάκης Σπυριδάκης κατέκτησε με την εγκαρδιότητά του, την ειλικρίνειά του και την τέχνη του που ήταν σύγχρονη, μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά και στο μυαλό του κοινού».

Το ΚΚΕ εκφράζει τα θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένεια του Τάκη Σπυριδάκη.

  • Αρχική φωτογραφία: Στο καμαρίνι του Επί Κολωνώ με τον γάτο Κεφάλα, φωτογραφημένος από το φίλο του Πάνο Κουκουρουβλή.

Διαβάστε επίσης:

Τάκης Σπυριδάκης. Στα 61 του λύγισε ο «άγριος σπόρος» και ταξίδευσε στον «κήπο του Θεού»…

Τάκης Σπυριδάκης: “Αξίζει να βρείτε έναν τρόπο να στείψετε τη ζωή και να την πάτε παρακάτω…”

Δύο ιστορίες με απόσταση 24 χρόνων. Ο Τάκης Σπυριδάκης υπογράφει την πρώτη: «Ο κήπος του Θεού»

Κινηματογραφικό αφιέρωμα στους Τάκη Σπυριδάκη, Λουίς Γκαρθία Μπερλάγκα, Καμίλο Λουσουριάγα στο θέατρο “Επί Κολωνώ”

Ο “Άγριος Σπόρος” και οι πιο άγριες αλήθειες του

“Άγριος Σπόρος”, η “Δίκη” του Κάφκα σε μια ελληνική παραλία