Cat Is Art

Αλβανία: Κάποιοι ζουν, γράφουν, τραγουδούν και δημιουργούν δίπλα μας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

 

Τέλος δεν έχει ο θρήνος στη χώρα των γειτόνων μας, την Αλβανία, η οποία χτυπήθηκε από ισχυρό σεισμό 6,4 Ρίχτερ τα ξημερώματα της Τρίτης, 26ης Νοεμβρίου 2019. Ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών ολοένα και αυξάνεται κι ο πόνος δεν έχει όρια.

Ωστόσο, αυτό που δεν μας έχει απασχολήσει ιδιαίτερα μέχρι τώρα είναι πως η τόσο κοντινή μας Αλβανία έχει ποίηση και λογοτεχνία. Κάποιοι δίπλα μας τραγουδούν, γράφουν, ζωγραφίζουν και δημιουργούν. Το γνωρίζουμε;

 

Ισμαήλ Κανταρέ

 

Ο Ισμαήλ Κανταρέ λέει πως η ποίηση ενός λαού είναι η αυτοβιογραφία του. Για ολόκληρες εποχές το δημοτικό τραγούδι ήταν για τον Αλβανό το χρονικό της ζωής του, η ιστορία του, η εθνική μνήμη του που περνούσε από γενιά σε γενιά.

Μοιρολόγια, νανουρίσματα, της αγάπης, της ξενιτιάς, γνωμικά, ιστορικά, έπη, μπαλάντες το δημοτικό τραγούδι κάνει τους ποιητές να χάνουν πάντα τα διακριτικά τους στοιχεία μόλις περνούν τα σύνορά του.

 

Kole Idromeno, Motra tone

 

Ένα δείγμα αλβανικής δημοτικής ποίησης είναι και το παρακάτω:

Ύπνος να με πάρει πάει
Μια κόρη με ξυπνάει
Και μου λέει: Μην κοιμάσαι!
Πρέπει ξύπνιος πάντα να ‘σαι
Γιατί, τάχα, ποιος το ξέρει
Αν ξανά σ’ αυτά τα μέρη
Θα μπορέσουν ν’ ανταμώσουν
Και γλυκά να ζευγαρώσουν
Μες στης νύχτας το σκοτάδι
Ελαφίνα και ζαρκάδι!

***

Οι επισκέπτες της γειτονικής μας χώρας μας περιγράφουν τα Τίρανα ως μία ιδιαίτερα γοητευτική πόλη, με τα ιστορικά κεντρικά κτήρια στο χρώμα της ώχρας, που είχαν χτίσει οι Ιταλοί, και τα λυγερά, ραδινά, ομπρελόσχημα, σκιερά πεύκα, της ίδιας ακριβώς ποικιλίας που συναντά ο επισκέπτης στη Ρώμη.

Η Αλβανία ολόκληρη δε, είναι πλημμυρισμένη από μια άγρια, ανεξημέρωτη κι αδάμαστη ομορφιά, με τη γαλάζια ακτογραμμή που εκτείνεται από τα Εξαμίλια μέχρι τη Χειμάρρα και τον Αυλώνα, τα πράσινα νερά και τις υπόλευκες όχθες του Αώου, και το αλπικό τοπίο στο εσωτερικό και τον Βορρά.

Οι ποιητές της και οι λογοτέχνες της υμνούν τη ζωή, τη μνήμη και τον έρωτα. Η χώρα διαθέτει μια πλειάδα διανοουμένων στοχαστών, οι οποίοι με το έργο τους εστιάζουν στην κάθε απόλαυση του βίου και στην κάθε πικρία και απογοήτευση, καθώς και χαρά, και λύπη, και αισιοδοξία και πτώση.

Στο χώρο του Πνεύματος και της Τέχνης, δύο είναι τα στοιχεία, από τα οποία αντλεί δύναμη και απαντοχή για να συνεχίζει την ανθρώπινη πορεία του και να μη λυγίσει ο αλβανικός λαός: Φιλόσοφος ο ίδιος, στο ποιητικό του έργο, στέκεται ενεός μπροστά στην αγάπη και την τέχνη, – την Αγάπη, την οποία από τα συμφραζόμενά του θεωρεί έργο Τέχνης και την Τέχνη, η οποία και δύναται να απαθανατίζει, να θεοποιεί και να εξυμνεί την αγάπη και τον έρωτα, τον καημό και την ευτυχία.

Πολίτες του κόσμου, πολλοί από τους ποιητές της χώρας, καταργούν τα επιβεβλημένα σύνορα, τόσο στα εδάφη, όσο και στις προκαταλήψεις, τόσο στις διάφορες προαποφασισμένες αποτυπώσεις, όσο και στις πανταχού και πανταχόθεν ιδέες, επισκεπτόμενοι, ζώντας και αγαπώντας χώρες και ανθρώπους του κόσμου, την ιστορία τους, τα βιώματά τους, τις επιτεύξεις και τις πεποιθήσεις τους, τον πολιτισμό τους, τα ήθη και τα έθιμά τους.

Οι ποιητές της Αλβανίας πραγματεύονται τον έρωτα ως άλγος και συμφορά, όχι ως ηδονή, ως ανεκπλήρωτη επιθυμία. Η ποιητική παράδοση των αλβανόφωνων ποιητών η οποία είναι πλούσια και υπολογίσιμη, είναι γεμάτη υπομονή και καρτερία. Υμνεί τη γενέτειρα και στις αιώνιες ανθρώπινες αξίες, τον πόθο για ζωή και πρόοδο, την αλήθεια, την αξιοπιστία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Σκεντέρμπεης

Ο Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης, ήταν Αλβανός άρχοντας και στρατιωτικός, ενώ κατά άλλες εκδοχές, η καταγωγή του θεωρείται σερβοαλβανοελληνική, σλαβονική ή σερβική. Αντιστάθηκε για χρόνια στην εισβολή των Οθωμανών και είναι ο εθνικός ήρωας της Αλβανίας.

 

Edi Hila

 

Ανθολογία Σύγχρονης Αλβανικής Ποίησης

Πρόλογος

«Οι πρώτοι στίχοι στην αλβανική γλώσσα γράφτηκαν το 1592, από τον Lekë Matrënga (Λεκ Ματράγκα, 1567-1619), τον ορθόδοξο ιερέα του ποιμνίου του Αγίου Γεωργίου της Χώρας των Αλβανών (Piana degli Albanesi), στη Σικελία, όπου, μετά το θάνατο του Καστριώτη, είχαν καταφύγει και εγκατασταθεί πολλοί Αλβανοί για να γλιτώσουν από την ωμή βία των Οθωμανών και την απειλή του εξισλαμισμού:

Άντρες καλοί, γυναίκες του χωριού μας,
Στην εκκλησιά ελάτε ένας ένας
Ν’ ακούσετε το λόγο του Θεού μας!
Δεν είναι αναμάρτητος κανένας
Πολλά τα πάθη του πιστού λαού μας…
Συγχώρεση ζητήστε ο καθένας
Κι ας είναι πάντα ο θάνατος στο νου μας:
Και στην Εδέμ θα μας δεχτεί ο Ένας
Ως αδελφούς και τέκνα του Χριστού μας.

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μικρό ποίημα, αριστοτεχνικό από άποψη μορφής, κάτι που υποδηλώνει -αν όχι την ύπαρξη κάποιας προϋπάρχουσας, χαμένης πλέον, ποιητικής παράδοσης- τα μέχρι εκείνης της στιγμής αξιόλογα επιτεύγματα της αλβανικής δημοτικής μούσας, μέσω της οποίας, κυρίως, εκφραζόταν ο ποιητικός λόγος, έως το 1836, έτος κατά το οποίο σημειώνεται ο πρώτος σταθμός της αλβανικής λογοτεχνίας.
Στον Αλβανό λαϊκό ποιητή εκείνων των εποχών διακρίνεται η ανάγκη έκφρασης του εσωτερικού του κόσμου, καθώς και μια διάθεση πειραματισμού σ’ αυτό που αργότερα θα ονομαστεί “καθαρή ποίηση”:

Κατέβηκε ομίχλη στο ποτάμι
Τρία μερόνυχτα το σκέπασε.
Τρία μερόνυχτα περάσανε
Αέρας φύσηξε ανάλαφρα
Και πάνω την ομίχλη σήκωσε.

Παράλληλα με τη δημοτική ποίηση, σποραδικά όμως λόγω των απαγορεύσεων και των διωγμών από την Υψηλή Πύλη, συνεχίζει να καλλιεργείται από κληρικούς, μοναχούς και άλλους πνευματικούς ανθρώπους η λόγια παράδοση, η οποία, αν και ως βασικό σκοπό έχει την τόνωση του θρησκευτικού αισθήματος μέσω των πεζών κειμένων, ασχολείται και με τη σμίλευση του στίχου -κάποτε, όπως στις περιπτώσεις του Pjetër Bodgani (Πέτρο Μπογντάνι, 1630-1689) και του Jul Varibosa (Ιουλ Βαριμπόμπα, 1724-1788), με άκρως επιτυχή αποτελέσματα.
Αυτές οι δύο παράλληλες πορείες της δημοτικής και της λόγιας παράδοσης θα συγκλίνουν στο έργο του Jeronim De Rada (Ιερώνυμου Ντε Ράντα, 1814-1903).
Ο διανοούμενος αυτός, γόνος Αλβανών αποίκων της Κάτω Ιταλίας, ήταν ένας ρομαντικός ποιητής, σύγχρονος του Σολωμού, προικισμένος με σπάνια χαρίσματα. Θρεμμένος με τα δημοτικά τραγούδια των Αλβανών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρική εστία για να βρουν στέγη στην απέναντι όχθη της Αδριατικής, κουβαλούσε στην ψυχή του τον καημό της χαμένης πατρίδας και στο νου δεν είχε τίποτε άλλο “πάρεξ ελευθερία και γλώσσα”. Μπορεί να μην κατέστησε την απόλυτη έκφραση, μας άφησε όμως και αυτός “λαμπερά θραύσματα”.
Το 1836 δημοσιεύεται το σημαντικότερο έργο του, η ποιητική σύνθεση Τα άσματα του Μιλοσάου, το οποίο τον καθιστά πρωτοπόρο της Εθνικής Αναγέννησης, ενός πολιτικού και πολιτιστικού κινήματος που επιδίωκε την εξέγερση του αλβανικού λαού εναντίον των κατακτητών. Στα Άσματα αυτά, τα οποία αποτελούν οπωσδήποτε ένα καθαρό ποιητικό επίτευγμα -και όχι μόνο για τα τότε δεδομένα της αλβανικής γραμματείας-, ο De Rada, εμπνευσμένος από τους αγώνες των Ελλήνων, λίγο καιρό μετά τη συνθήκη του Μαΐου 1832 που σφραγίζει την Επανάσταση του ’21, αναφωνεί: “Ήρθε η ώρα του Αλβανού / σίγουρα θα πεθάνουμε / όχι όμως στα κρεβάτια μας”.
Αλλά, επειδή οι πατριωτικές αυτές προσπάθειες της Εθνικής Αναγέννησης προσέκρουσαν σε πλήθος δυσκολιών και εμποδίων, ο De Rada δεν ευτύχησε να δει τα μέρη των προγόνων του “όπως ήταν άλλοτε, στα χρόνια του Καστριώτη” και πλήρης ημερών, πέθανε στο κρεβάτι του.
Η εν λόγω περίοδος κλείνει με δύο καθολικούς ιερείς, τον Ndre Mjeda (Ανδρέα Μιέντα, 1866-1937) και τον Gjergj Fishta (Γεώργιο Φίστα, 1871-1940). Η εμμονή του πρώτου ήταν ο θάνατος, τα άδυτα του οποίου εξερεύνησε με πάθος και μετέφερε με δεξιοτεχνία σε όλες σχεδόν τις κλασικές στιχουργικές μορφές που επιτυχώς υπηρέτησε. Ο δεύτερος, λάτρης του Παλαμά, έγραψε μεγάλα, επικά ποιήματα και, με την οξυδέρκειά του, έθεσε τις βάσεις της λογοτεχνικής κριτικής στην Αλβανία.
Άλλοι ποιητές της Εθνικής Αναγέννησης είναι ο Gavril Dara (Γαβριήλ Nτάρα, 1826-1885), ο Naim Frashëri (Nαΐμ Φράσερι, 1846-1900) και ο Andon Zako-Çajupi (Αvτόv Ζάκο – Τσαγιούπι, 1866-1930). Αυτοί, σε αντίθεση με τους τρεις πρώτους, θεώρησαν πρωτεύουσα την ανάγκη να γίνουν όσο το δυνατόν πιο κατανοητοί, ώστε να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα τον εθνικό καθήκον που είχαν αναλάβει, κάτι που επηρέασε κάπως αρνητικά την ποιότητα της ποίησής τους.
Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Faik Konica (Φαΐκ Κόνιτσα, 1875-1942), ένας πεζογράφος και κριτικός που ζούσε στη Δύση και γνώριζε από κοντά όλα τα λογοτεχνικά ρεύματα και τις λογοτεχνικές εξελίξεις της εποχής, αμφισβητώντας την αξία του Νaim Frashëri, ο οποίος, από διάφορους κύκλους, είχε προβληθεί ως εθνικός ποιητής (κάτι που ωστόσο θα συνεχίσει να ισχύει για πολλά χρόνια ακόμα), θα γράψει το 1937: “Ο αληθινός ποιητής επιλέγει τις λέξεις. Δεν χρησιμοποιεί την πρώτη που στάζει από την πένα του. Εξετάζει και άλλες, μέχρι να βρει αυτή που πρέπει, την ακριβέστερη”. Εκείνα τα χρόνια, πρόξενος στην Κορυτσά είναι ο Σεφέρης των δοκιμών, ο ποιητής ο οποίος εισάγει την έννοια της λέξης “ακρίβεια” και επιμένει σ’ αυτή…
Την ίδια εποχή εμφανίζεται στο προσκήνιο ο μεγαλύτερος, ίσως, Αλβανός ποιητής, ο Lasgush Poradeci (Λασγούς Ποραντέτσι, 1899-1987), ένας αυστηρός οπαδός της ακρίβειας. Αυτός “ο επινοητής των αρμονιών” (ο οποίος φοίτησε στο Λεόντιο Λύκειο Αθηνών) εξέδωσε μόνο δύο ποιητικές συλλογές, στη νεότητά του· μετά, βυθίστηκε σε μια σιωπή που έμελλε να διαρκέσει μισό αιώνα. Τη δεκαετία του ’80 ήταν πολλοί οι Αλβανοί που τον θεωρούσαν νεκρό, όπως διηγείται χωρίς ίχνος υπερβολής ο Ismail Kadare (Ισμαήλ Κανταρέ, 1936). Οι ερμηνείες γύρω από τη σιωπή του ήταν πολυποικίλες. Αποτραβήχτηκε για να μην προσφέρει σε μια “τέχνη” κατευθυνόμενη από τα όργανα της δικτατορίας; Έφτασε στην άλλη πλευρά του λόγου και μαγεύτηκε από αυτήν, όπως ο Οδυσσέας από την Κίρκη; Ποιος ξέρει. Δεν μίλησε ποτέ για τέτοια πράγματα. Δεν γνωρίζουμε αν είχε διαβάσει Mallarlé ή Valéry, πάντως, κάτι ανάλογο με ό,τι κατόρθωσαν αυτοί στη γλώσσα τους, το κατόρθωσε ο Poradeci στα αλβανικά. Αν δεν ήταν τόσο φειδωλός, θα μπορούσε και αυτός να μιλήσει για το Βιβλίο ή για την αφηρημένη σκέψη, πράγματα πάνω στα οποία οπωσδήποτε στοχαζόταν διαρκώς.
Σύγχρονός του, αλλά εντελώς διαφορετικός, ήταν ο Gjergj Millosh Nikolla (Μιλός Γεώργιος Νικόλα), γνωστός με το ακρωνύμιο Migjieni (Μιγιένι, 1911-1938), στην επαναστατική ιδιοσυγκρασία του οποίου οφείλεται η απελευθέρωση της αλβανικής στιχουργίας από το μέτρο και τις ομοιοκαταληξίες. Έγραψε κι αυτός ελάχιστα: τα όριά του τα καθόρισε ο πρόωρος θάνατος. Βασανίστηκε από αρρώστιες και συμπλέγματα, δοκιμασίες που τελικά λειτούργησαν ως τροφοδότες της τολμηρής φωνής του. Και, σαν να μην του έφταναν τα δεινά που πέρασε εν ζωή, η εικόνα του αλλοιώθηκε από την κριτική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που τον παρουσίασε απλά ως αντιμοναρχικό (έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ζογκ), ενώ οι ανησυχίες του ήταν βαθιές και διαχρονικές.
Επαναστάτης ήταν και ο κληρικός Fan Noli (Φαν Νόλι, 1882-1965), ο τρίτος σημαντικός ποιητής της γενιάς του ’30, αλλά η επαναστατικότητά του περιορίστηκε στην πολιτική ζωή της εποχής, η δε δραστηριότητά του κορυφώθηκε το 1924, όταν, μετά από λαϊκή εξέγερση, έγινε για έξι μήνες πρωθυπουργός της Αλβανίας. Αν και δεν υστερεί σε αρετές, η ποίησή του επισκιάζεται από το πλούσιο μεταφραστικό του έργο, που περιλαμβάνει μια σειρά αριστουργημάτων του Shakespeare, Cervantes και άλλων. Τη μοναδική του ποιητική του συλλογή την εξέδωσε το 1948. Ο Fan Noli υπήρξε μία από τις τελευταίες ελεύθερες φωνές της Αλβανίας, η οποία έμελλε να γνωρίσει στο πετσί της, για τα επόμενα σαράντα περίπου χρόνια, μια πολύ σκληρή, ίσως την πιο απάνθρωπη δικτατορία του 20ού αιώνα.

Edi Hila

Με την άνοδο στην εξουσία του Enver Hoxha (Ενβέρ Χότζα, 1908-1985) και του περιβάλλοντός του, πρώτο μέλημα της νέας διακυβέρνησης ήταν η μετάλλαξη της λογοτεχνίας σε προπαγανδιστικό μέσο για τη “δημιουργία του νέου ανθρώπου”. Οι απείθαρχοι συγγραφείς, αυτοί που δεν εντάχθηκαν στη συγκεκριμένη γραμμή, διώχτηκαν, εκτελέστηκαν ή κλείστηκαν σε φυλακές, η φήμη των οποίων συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να προκαλεί ανατριχίλα. Ένας από αυτούς ήταν ο ποιητής Arshi Pipa (Αρσί Πίπα, 1920-1997), που πέρασε τα νιάτα του στα φριχτά αυτά κολαστήρια και, με τις εμπειρίες του Γολγοθά του, έγραψε το συγκλονιστικό Βιβλίο της φυλακής. Πάντοτε τα βάσανα, ανεξάρτητα από το πόσο καλά το καταφέρνουν, έχουν μια τάση να μετουσιωθούν σε ποίηση.
Στο μεταξύ, το Κόμμα, κόβοντας μία μία όλες τις γέφυρες επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, είχε απαγορεύσει τη διείσδυση στην Αλβανία όλων εκείνων των βιβλίων που θα έβλαπταν τα συμφέροντά του, ιδιαίτερα τα βιβλία σύγχρονης ποίησης, η οποία, για τα γούστα των συντελεστών της λογοκρισίας -και κυρίως για τους σκοπούς τους-, παραήταν σκοτεινή. Από την άλλη, είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία ενός μεγάλου μέρους της αλβανικής παραδοσιακής λογοτεχνίας. Έτσι, αποκομμένοι τόσο από τα ευρωπαϊκά ρεύματα όσο και από την παράδοση, πολλοί λογοτέχνες εκείνων των καιρών, έκοντες άκοντες, έπλεκαν χαζοχαρούμενους στίχους για τον ηγέτη, για το Κόμμα, για τις συνεχόμενες νίκες του σοσιαλισμού και για τους νέους που γνωρίζονται και ερωτεύονται μόνο στα εργοστάσια ή στους κάμπους με σιτάρι ανοιξιάτικης σποράς.
Είναι λίγοι οι ποιητές -ας αναφέρουμε εδώ τους Fatos Arapi (Φατός Αράπι, 1930), Dritëro Agolli (Ντριτερό Αγκόλι, 1931) και Ismail Kadare, που, βάζοντας καμιά φορά σε κίνδυνο το μέλλον τους, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μερικά αξιόλογα έργα. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα ο Kadare, οι αλληγορίες του οποίου κατά του καθεστώτος αποσκοπούσαν στο να συνειδητοποιήσει o αναγνώστης την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η χώρα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Kadare είναι από τους πρώτους που μετέφρασε σύγχρονους ποιητές στα αλβανικά· και αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους Καβάφη, Σεφέρη και Ελύτη.
Όμως, ο σημαντικότερος Αλβανός ποιητής εκείνης της περιόδου, ο Martin Camaj (Μαρτίν Τσαμαΐ, 1925-1992, φωτογραφία κάτω αριστερά), ζούσε εκτός των συνόρων της Αλβανίας, στη Δυτική Γερμανία. Είχε δραπετεύσει το 1948 για να μην επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του. Δεν είχε την αναγνώριση άλλων ποιητών από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι, προκειμένου να δημιουργήσουν ελεύθερα, εγκαταστάθηκαν στη Δύση -όπως ο Milosz, Herbert, Holub-, αλλά πολλά από τα κοινά χαρακτηριστικά των τελευταίων τα συναντάμε και στον Camaj. Στη χώρα του, το πλούσιο έργο του έγινε γνωστό μετά την πτώση της δικτατορίας και έδειξε σε ποιο επίπεδο θα βρισκόταν η αλβανική ποίηση εάν η παράδοσή της είχε συνεχιστεί φυσιολογικά. Ο Martin Camaj είναι, μαζί με τους De Rada, Mjeda και Poraneci, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Αλβανίας.
Μετά το 1990, τα πράγματα άλλαξαν. Εμφανίστηκε μια νέα γενιά ποιητών που, συγκεντρωμένοι γύρω από το λογοτεχνικό τους περιοδικό Aleph, έδειξαν από την αρχή, σε αυτά τα δύσκολα μεταβατικά χρόνια, αποφασιστικότητα για αλλαγή και αφοσίωση στην ποίηση. Αυτοί οι νέοι είχαν αντιληφθεί ότι η ποιητική τέχνη, προτού αρχίσει ν’ αναλαμβάνει κοινωνικούς, πολιτικούς ή άλλους σκοπούς, πρέπει να μεριμνεί για τον εαυτό της. Παράλληλα με τα γραπτά τους, φρόντισαν από τη μία να μεταφέρουν στα αλβανικά τα απαγορευμένα αγαθά της σύγχρονης ποίησης και από την άλλη να γεφυρώσουν το χάσμα με την καλύτερη αλβανική ποιητική κληρονομιά. Έριξαν φως πάνω στις παραγνωρισμένες αξίες του παρελθόντος· ωστόσο, τους δασκάλους, είναι αλήθεια, τους αναζήτησαν προπαντός στην ξένη μοντέρνα ποίηση και, χάρη στα διδάγματα αυτών, έδωσαν τέλος στην εκφραστική ένδεια και τη μορφική μονοτονία, από τις οποίες είχε υποφέρει ως τότε το μεγαλύτερο μέρος της αλβανικής ποίησης. Γι’ αυτό και χρειάστηκε πολλές φορές (όπως είχε συμβεί και στους Έλληνες ποιητές της γενιάς του ’30, αλλά, βέβαια, εξήντα χρόνια πριν) να έρθουν αντιμέτωποι με τις συντηρητικές απόψεις των ξεπερασμένων σχολών, που ακόμα επιμένουν ότι ο ποιητής πρέπει “τα σύννεφα να τα παίρνει για σύννεφα”.

Και λίγα λόγια για την (παρούσα) ανθολογία: Έγινε με πίστη και αγάπη, με σκοπό να γνωρίσει στους Έλληνες αναγνώστες αυτή την τελευταία γενιά, για την οποία ο Kadare έχει πει ότι “είναι η αληθινή εκπρόσωπος της νέας αλβανικής λογοτεχνίας”, θεωρώντας το έργο της ως “το σπουδαιότερο δημιουργικό επίτευγμα στην Αλβανία των τελευταίων ετών”.»

Romeo Çollaku, Πρόλογος για το βιβλίο Ανθολογία Σύγχρονης Αλβανικής Ποίησης, στη σειρά Ποιητές του Κόσμου, στις εκδόσεις Ροές.

***

Η δίγλωσση αυτή ανθολογία παρουσιάζει τη νέα ποιητική γενιά της γειτονικής χώρας, τη γενιά για την οποία ο Κανταρέ έχει πει ότι αυτή είναι «η αληθινή εκπρόσωπος της νέας αλβανικής λογοτεχνίας», θεωρώντας το έργο της ως «το σπουδαιότερο δημιουργικό επίτευγμα στην Αλβανία των τελευταίων ετών»…

***

Μουσική και λαϊκή παράδοση

Η αλβανική παραδοσιακή μουσική εντάσσεται σε τρεις υφολογικές ομάδες. Με άλλες σημαντικές μουσικές περιοχές γύρω από τη Σκόδρα και τα Τίρανα, οι μεγάλες ομάδες είναι οι Γκέγκηδες στο Βορρά και οι νότιοι Λιάπηδες και Τόσκηδες. Οι βόρειες και νότιες παραδόσεις ξεχωρίζονται από τον «τραχύ και ηρωικό» τόνο του Βορρά και τη «χαλαρή» μορφή του Νότου.

Αυτές οι διαφορετικές μορφές έχουν κοινό «την ένταση που τόσο οι εκτελεστές όσο και οι ακροατές δίνουν στη μουσική τους ως μέσο πατριωτικής έκφρασης και ως όχημα μεταφοράς της αφήγησης της προφορικής ιστορίας», καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά όπως η χρήση ρυθμών όπως 3/8, 5/8 και 10/8. Η πρώτη συλλογή αλβανικής παραδοσιακής μουσικής έγινε από τον Πιέτερ Ντούγκου το 1940.

Τα αλβανικά παραδοσιακά τραγούδια μπορούν να διαιρεθούν σε μεγάλες ομάδες, τα ηρωικά επικά του Βορρά και τα γλυκά μελωδικά νανουρίσματα, ερωτικά τραγούδια, γαμήλια μουσική, τραγούδια της δουλειάς και άλλα. Η μουσική διάφορων φεστιβάλ και εορτών είναι επίσης σημαντικό κομμάτι του αλβανικού παραδοσιακού τραγουδιού, ιδιαίτερα εκείνων της Ημέρας του Αγίου Λαζάρου, που εγκαινιάζει την άνοιξη. Τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια είναι σημαντικά είδη της αλβανικής μουσικής και γενικά εκτελούνται σόλο από γυναίκες.

 

Edi Hila

 

Αλβανική γλώσσα και λογοτεχνία

Η Αλβανική αποδείχθηκε ότι είναι Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα το 1854 από το Γερμανό γλωσσολόγο Φραντς Μποπ. Η αλβανική γλώσσα αποτελεί ξεχωριστό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας.

Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι η Αλβανική προέρχεται από την Ιλλυρική, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από τη Δακο-Θρακική (η Ιλλυρική και η Δακο-Θρακική όμως μπορεί να ήταν στενά συνδεόμενες γλώσσες).

Δημιουργώντας πιο μακροχρόνιες σχέσεις η Αλβανική συγκρίνεται συχνά με τη Βαλτοσλαβική αφ’ ενός και τη Γερμανική αφ’ ετέρου, που και οι δύο έχουν πολλά κοινά ισόγλωσσα με την Αλβανική. Επίσης η Αλβανική έχει υποστεί μια φωνητική μεταβολή κατά την οποία το τονισμένο, μακρό ο έχει μεταπέσει σε α, πολύ όμοια με την πρώτη και αντίθετα με τη δεύτερη. Ομοίως η Αλβανική έχει πάρει το παλιό αναφορικό jos και το χρησιμοποίησε καινοτόμα για να προσδιορίσει αποκλειστικά επίθετα, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, που η Βαλτοσλαβική έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη αυτή για την οριστική κατάληξη των επιθέτων.

Η πολιτιστική αναγέννηση εκφράστηκε πρώτα απ’ όλα με την ανάπτυξη της αλβανικής γλώσσας στην περιοχή των εκκλησιαστικών κειμένων και εκδόσεων, κυρίως της Καθολικής περιοχής στο Βορρά, αλλά επίσης της Ορθόδοξης στο Νότο. Οι προτεσταντικές μεταρρυθμίσεις τόνωσαν τις ελπίδες για την ανάπτυξη της τοπικής γλώσσας και λογοτεχνικής παράδοσης όταν ο κληρικός Τζον Μπουζούκου μετέφερε στην αλβανική γλώσσα την Καθολική λειτουργία, προσπαθώντας να κάνει για την αλβανική γλώσσα ό,τι έκανε ο Λούθηρος για τη γερμανική.

Το Μεσάρι (Συναξάρι) του Τζον Μπουζούκου, που εκδόθηκε το 1555, θεωρείται το πρώτο λογοτεχνικό έργο στη γραπτή Αλβανική. Το εκλεπτυσμένο επίπεδο της γλώσσας και η παγιωμένη ορθογραφία πρέπει να είναι το αποτέλεσμα προγενέστερης παράδοσης γραπτής Αλβανικής, όχι πάντως αρκετά κατανοημένης. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες αποσπασματικές αποδείξεις, χρονολογούμενες πριν από το Μπουζούκου, που δείχνουν ότι η Αλβανική ήταν γραπτή γλώσσα τουλάχιστον από το 14ο αιώνα.

Η παλαιότερη μαρτυρία χρονολογείται από το 1332, με μια αναφορά στα Λατινικά του Γάλλου Δομινικανού Γουλιέλμου Αδάμ, Αρχιεπίσκοπου του Αντιβαρίου, που έγραφε ότι οι Αλβανοί χρησιμοποιούσαν Λατινικά γράμματα στα βιβλία τους, αν και η γλώσσα τους ήταν τελείως διαφορετική από τα Λατινικά. Άλλα σημαντικά παραδείγματα είναι: μία συνταγή βαπτίσματος (Unte paghesont premenit Atit et Birit et spertit senit) από το 1462, γραμμένη στα Αλβανικά με λατινική γραφή από τον Επίσκοπο Δυρραχίου Παλ Εντζέλι, ένα γλωσσάρι αλβανικών λέξεων του 1497 του Άρνολντ φον Χαρφ, Γερμανού που είχε ταξιδέψει στην Αλβανία και ένα απόσπασμα της Βίβλου του 15ου αιώνα του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, επίσης στα Αλβανικά αλλά γραμμένο με ελληνικά γράμματα.

Τα αλβανικά κείμενα από τους αιώνες αυτούς δεν πρέπει να ήταν μόνο θρησκευτικά αλλά επίσης και ιστορικά χρονικά. Αναφέρονται από τον ανθρωπιστή Μαρίνο Μπαρλέτι, που, στο βιβλίο του Rrethimi i Shkodrës (Η Πολιορκία της Σκόδρας) (1504), επιβεβαιώνει ότι ξεφύλλισε τέτοια χρονικά, γραμμένα στη γλώσσα του λαού (in vernacula lingua).

Το 16ο και 17ο αιώνα εκδόθηκαν στα Αλβανικά οι κατηχήσεις E mbësuame krishterë (Χριστιανικές Διδαχές) (1592) του Λέκε Ματρέγκα, Doktrina e krishterë (Το Χριστιανικό Δόγμα) (1618) και Rituale romanum (1621) του Πιέτερ Μπούντι, του πρώτου συγγραφέα πρωτότυπης αλβανικής πεζογραφίας και ποίησης, μια απολογία για τον Γεώργιο Καστριώτη (1636) από τον Φραγκ Μπάρντι, που εξέδωσε επίσης ένα λεξικό και λαογραφικά κείμενα και το θεολογικοφιλοσοφικό δοκίμιο Cuneus Prophetarum (Η Ορχήστρα των Προφητών) (1685) του Πιέτερ Μπογκντάνι, της πιο οικουμενικής προσωπικότητας του Αλβανικού Μεσαίωνα. Ο διασημότερος Αλβανός συγγραφέας είναι ο Ισμαήλ Κανταρέ.

***

Γνωριμία με τη νέα αλβανική ποίηση
Του Παντελή Μπουκάλα

«Ανθολογία σύγχρονης αλβανικής ποίησης». Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Ρομέο Τσολάκου. Επιμέλεια: Παυλίνα Παμπούδη. Εκδόσεις Ροές 2008, σελ. 208.

Αν η τέχνη είναι ένα από τα λιγοστά κύρια ονόματα ενός λαού, όσα προσδιορίζουν σπουδαία στοιχεία της ταυτότητάς του, η τέχνη του λόγου ειδικά, η ανώνυμη και η επώνυμη, ίσως μπορεί να θεωρηθεί το κυριότερο, αφού αποτελεί μια πλούσια και αυθεντική επιτομή εμπειριών, αισθημάτων και αντιλήψεων. Την αλβανική λογοτεχνία, στη μορφή της πεζογραφίας, την ταυτίζουμε, μάλλον περιοριστικά, με τα γραπτά του Ισμαήλ Κανταρέ, πολλά μυθιστορήματα του οποίου έχουν μεταφραστεί από χρόνια στα ελληνικά. Η αλβανική ποίηση, πάντως, είναι μια άγνωστη, ανεξερεύνητη χώρα, όπως άλλωστε και η αλβανική γλώσσα· βρισκόμαστε πια στην τρίτη δεκαετία αφότου μετανάστευσαν στην Ελλάδα χιλιάδες Αλβανοί, ζούνε μαζί μας και στη δούλεψή μας, αλλά η γλώσσα τους μένει κλειστή και άηχη στα αυτιά μας, ανεπιθύμητη – ούτε μία λέξη της, ένας χαιρετισμός, δεν πέρασε στη δική μας γλώσσα.

Σε κάποιες ανθολογίες χρωστάω τα λίγα, τα ελάχιστα που ξέρω για την αλβανική ποίηση, οι πρώτοι στίχοι της οποίας γράφτηκαν το 1592 από τον ορθόδοξο ιερέα Λεκ Ματράγκα, στη Σικελία, όπου είχαν καταφύγει πολλοί Αλβανοί μετά το θάνατο του Καστριώτη, για να σωθούν από την εκδίκηση των Οθωμανών, ενώ έτος-σταθμός θεωρείται το 1836, όταν ο Ντε Ράντα δημοσίευσε «Τα άσματα του Μιλοσάου», με μότο στίχους του Πίνδαρου, όπου, εμπνευσμένος από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, κήρυσσε πως «Ήρθε η ώρα του Αλβανού, / σίγουρα θα πεθάνουμε / όχι όμως στα κρεβάτια μας»). Όσον αφορά τη δημοτική ποίηση, μια καλή γεύση δίνει ο περυσινός τόμος με τον τίτλο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης» (μετάφραση Θωμάς Στεργιόπουλος, επιλεγόμενα Ισμαήλ Κανταρέ, εκδόσεις «Ροές»), ενώ η ποίηση ειδικά της μειονότητας, στις καλές και στις κακές στιγμές της, φιλοξενείται στα βιβλία «Δημοτικά τραγούδια της Βορείου Ηπείρου» του Παναγιώτη Στεφ. Φωτίου και του Νίκου Β. Λύτη (εκδ. «Νεφέλη», 1995), και «Δημοτικά τραγούδια της ελληνικής μειονότητας» του Βασίλη Νίκα (εκδόσεις «Ναΐμ Φράσερι», Τίρανα, 1988). Τέλος, μια πολύ καλή γνωριμία με την επώνυμη αλβανική ποίηση προσφέρει ο τόμος «Αίμος – Ανθολογία βαλκανικής ποίησης» (έκδοση του περιοδικού «Αντί», 2006), εξήντα σελίδες του οποίου περιέχουν ποιήματα των κορυφαίων Αλβανών ποιητών του 19ου και του 20ού αιώνα (Γερονίμ Ντε Ράντα, Ναΐμ Φράσερι, Γκέργκι Φίστα, που λάτρευε τον Παλαμά, Φαν Νόλι, Λάσγκους Ποραντέτσι, μεταφραστής του Μαγιακόφσκι, Μιγκένι, Μάρτιν Τσαμαϊ, το έργο του οποίου τελούσε υπό απαγόρευση έως το 1990, Φατός Αράπι, Ντριτερό Αγκόλλι, Ισμαήλ Κανταρέ, Αζέμ Σκρέλι, Αλί Ποντρίμια, Τζεβαχίρ Σπαχίου), μεταφρασμένα από τον Σταύρο Ζαρμπαλά, τον Πάνο Τσούκα και τον Θωμά Στεργιόπουλο.

Αν ο «Αίμος» αποτελούσε τη «συστατική επιστολή» των θεμελιωτών της αλβανικής ποίησης, η τωρινή «Ανθολογία σύγχρονης αλβανικής ποίησης», που τη συνέταξε ο ποιητής Ρομέο Τσολάκου, μεταφραστής Ελλήνων ποιητών στην αλβανική, αποτελεί μια ξενάγηση, γρήγορη έστω, στο τοπίο της σημερινής αλβανικής λογοτεχνίας. Ανθολογούνται λοιπόν, με τέσσερα ποιήματα ο καθένας, δεκαεφτά ποιητές, που έχουν γεννηθεί από το 1964 και έπειτα και πρωτοεμφανίστηκαν στη λογοτεχνική σκηνή μετά το 1990. Οι δώδεκα είναι άντρες (Αρμπέν Ντέντια, Αριάν Λέκα, Βιριόν Γράτσι, Αγκρόν Τούφα, Τσέλο Χότζα, Ιντλίρ Αζίζι, Ιλίρ Μπελίου, Πάρις Τεφερίτσι, Γκεντιάν Τσοτσόλι, Ρομέο Τσολάκου, Αλκέτ Τσάνι, Ερβίν Χατίμπι) και πέντε γυναίκες (Λουλιέτα Λεσανάκου, Ολυμπία Βελαϊ, Λιντίντα Αράπι, Λιντίτα Αχμέτι, Λέντια Ντούσι). Πολλοί από αυτούς έχουν παρουσιάσει και μεταφραστικό έργο, μεταγλωττίζοντας ξένους ποιητές, ανάμεσά τους και Έλληνες (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο αλλά και Σαπφώ, ποιήματα της οποίας μετάφρασε η Λιντίτα Αχμέτι, που γεννήθηκε στο Πριζρέν του Κοσσυφοπεδίου και ζει στα Σκόπια, όπου και σπούδασε αρχαία ελληνικά και λατινικά).

Για να μείνουμε σε ένα (όχι και τόσο) εξωτερικό γνώρισμα των ανθολογούμενων ποιητών, αρκετοί από αυτούς όχι μόνο σπούδασαν σε χώρες του εξωτερικού αλλά είτε πέρασαν ένα τμήμα της ζωής τους εκτός Αλβανίας είτε παραμένουν ξενιτεμένοι, στην Ιταλία, στην Αγγλία, στη Βουλγαρία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία και στην Ελλάδα, όπου ζει ο ανθολόγος Ρομέο Τσολάκου, που με τη δουλειά του λειτουργεί σαν μεταφορέας διπλής κατεύθυνσης, σαν συνδετικός κρίκος.

Εν αντιθέσει πάντως με τη νέα αλβανική πεζογραφία, στα ανθολογούμενα ποιήματα δεν εντοπίζονται πολλά ίχνη του προσωπικού ή μαζικού ξενιτεμού, που χαρακτηρίζει τη μετά τον Εμβέρ Χότζα Αλβανία, και αν όχι η μοναδική, σίγουρα η σαφέστερη σχετική αναφορά απαρτίζεται από τους εξής στίχους της Λιντίτα Αράπι: «Το βάσανο είναι / η ασυμμετρία / στα αρμονικά πρόσωπα / των σιωπηλών Αλβανών / τους οποίους / διακρίνω από μακριά σε μια / συμμετρική πόλη της Ευρώπης / και, χωρίς να τους ξέρω, / τους χαιρετώ». Δεν εντοπίζονται καν αναδρομικές αναφορές (επικριτικές, σατιρικές, πικρόχολες ή ό,τι άλλο) στη μοίρα της χώρας υπό τον Χότζα, όταν το δεσποτικό δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είχε οδηγήσει είτε στην αθρόα παραγωγή προσωπολατρικών στίχων (ανάμεσά τους και ορισμένα «νεοδημοτικά» της ελληνικής μειονότητας, «δημοτικά τραγούδια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης» όπως χαρακτηρίζονται στον προαναφερθέντα τόμο «Δημοτικά τραγούδια της μειονότητας», όπου και οι στίχοι «Ελεύθεροι, ολόχαροι, / πιασμένοι χέρι χέρι / πάμε μπροστά μ’ οδηγητή /το Κόμμα, τον Ενβέρη»), είτε στην αυτολογοκρισία και τη σιωπή είτε στην έμμεση διαμαρτυρία με τη σύνθεση αλληγορικών στίχων. «Το Κόμμα», γράφει μελαγχολικά ο Ρομέο Τσολάκου στον πρόλογό του, «κόβοντας μια μια όλες τις γέφυρες επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, είχε απαγορεύσει τη διείσδυση στην Αλβανία όλων εκείνων των βιβλίων που θα έβλαπταν τα συμφέροντά του, ιδιαίτερα των βιβλίων σύγχρονης ποίησης, η οποία, για τα γούστα των συντελεστών της λογοκρισίας -και κυρίως για τους σκοπούς τους-, παραήταν σκοτεινή. Από την άλλη είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία ενός μεγάλου μέρους της αλβανικής παραδοσιακής λογοτεχνίας. Έτσι, αποκομμένοι τόσο από τα ευρωπαϊκά ρεύματα όσο και από την παράδοση, πολλοί λογοτέχνες εκείνων των καιρών, εκόντες άκοντες, έπλεκαν χαζοχαρούμενους στίχους για τον ηγέτη, για το Κόμμα, για τις συνεχόμενες νίκες του σοσιαλισμού και για τους νέους που γνωρίζονται μόνο στο εργοστάσιο ή στους κάμπους με σιτάρι ανοιξιάτικης σποράς».

Απελευθερωμένη από αυτό το ασφυκτικό καθεστώς, που την έκλεισε έξω από την ήπειρο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, η αλβανική ποίηση επείγεται τώρα να καλύψει αποστάσεις που δεν καλύφθηκαν στον καιρό τους και φυσικά. Απολαμβάνοντας ακριβώς την απελευθέρωσή της ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο και αποσκοπώντας στην επανασύνδεσή της με τον έξω κόσμο, δείχνει να αποστρέφεται τα «μεγάλα θέματα» και τα «μεγάλα αισθήματα», τα βροντερά, και να αποφεύγει, ως εκ τούτου, τις μεγάλες λέξεις που σχεδόν υποχρεωτικά αναφύονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αποφεύγει επίσης το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που τραυματίστηκε βαριά επί δικτατορίας και επιλέγει το πρώτο ενικό, τη χαμηλόφωνη εξομολόγηση για ψυχικά στιγμιότυπα και όχι την κατασκευή πλατιών εικονογραφιών. Οι περισσότεροι από τους ανθολογούμενους βρίσκονται ακόμα λίγο πριν – λίγο μετά τα μισά της διαδρομής τους και η ποίησή τους, διόλου παράδοξο, δεν έχει την έμπειρη ακρίβεια που διέκρινε την ποίηση των πατέρων τους. Σαν χειρονομία γνωριμίας, ωστόσο, με μια άγνωστη ποιητική γλώσσα, και παρότι τέσσερα ποιήματα δεν φτάνουν για να σχηματίσει κανείς στέρεη άποψη για έναν λογοτέχνη, η Ανθολογία του Ρομέο Τσολάκου υπηρετεί με σεμνή επάρκεια το σκοπό της. Εκτός όλων των άλλων, μας υποχρεώνει να παραμερίσουμε τα αγαπημένα μας στερεότυπα για τους γείτονες και συγκάτοικούς μας, τους «κατσαπλιάδες».

– Πηγή: εφημερίδα Καθημερινή

***

Βισάρ Ζίτι: Έξι Ποιήματα

Ο Βισάρ Ζίτι (Visar Zhiti) γεννήθηκε στο Δυρράχιο της Αλβανίας στις 2 Δεκεμβρίου 1952 και είναι γιος του ηθοποιού και ποιητή Χεκουράν Ζίτι (1911-1989). Μεγάλωσε στη Λούσνια και σπούδασε παιδαγωγικά στο ανώτατο Ινστιτούτο της Σκόδρα και εργάστηκε πέντε χρόνια ως δάσκαλος.

Η ποίησή του, που κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα, του στοίχισε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα που τα πέρασε στα μεταλλεία του Σπάτσι και μετά στο εργοστάσιο κατασκευής τούβλων στη Λούσνια. Στη συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος και εκδότης. Το 1996 εξελέγη βουλευτής, αλλά πολύ γρήγορα παραιτήθηκε και διορίστηκε μορφωτικός ακόλουθος στην αλβανική πρεσβεία της Ρώμης. Για την ποίησή του και τα πεζά του έχει τιμηθεί με διάφορα διεθνή βραβεία.

 

Edi Hila

 

Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι από τη συλλογή του «Η μνήμη του αγέρα», που εκδόθηκε στα Τίρανα το 1993.

-Μετάφραση από τα αλβανικά: Γιάννης Θηβαίος

ΧΡΟΝΟΣ

Πώς γλιστράει μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μου
το δαχτυλίδι σου
πριν ακόμα μου το φορέσεις

κι εγώ μένω μόνος, ο ερωτευμένος.

ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Όσο τα έχουμε στο κεφάλι
τα χτενίζουμε όπως είναι η μόδα,
τα ομορφαίνουμε.
τα φουσκώνουμε στον καθρέφτη,
τα αρωματίζουμε
τους κάνουμε ανταύγειες,

όμως όταν τα κόβουμε
και πέφτουν χάμω
τα μαζεύουμε με τη σκούπα
σαν σκουπίδια
σαν εξουσιαστές…

ΠΟΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

Ω Θεέ μου, πόσα πράγματα με περιμένουν
Θέλω τόσα να κάνω
Και μια ζωή δεν φτάνει.
Μου χρειάζεται ένα δάσος
και δεν έχω ούτε δέντρο.
Μου χρειάζεται δρόμος να περπατήσω
κι εγώ, δυστυχώς, έφτασα νωρίς.

Θέλω να σμιλέψω
το πρόσωπό μου
με τα χέρια σου
όμως δεν είσαι εδώ.
Θέλω να ξεκουραστώ
και δεν έχω κοπιάσει.

Θα ’θελα να στείλω ένα χαμόγελο
στον αέρα, μόνο ένα
όμως εμείς αδυνατούμε να καταλάβουμε
τη μνήμη του αγέρα.

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Όταν χτυπάει η πόρτα της
όποιος και να ’ναι
ο ήλιος
ή καταιγίδα
σκιά της νύχτας
άγγελος
ή στρατιώτης
γυναίκα του δρόμου, ορφανός
δάσος παλλόμενο
ή ποτάμι,
Ποτέ δε ρωτά:
«Ποιος είναι;»
Καθώς την πόρτα ανοίγει
χαρούμενη
αμέσως,
νιώθεις πως ποτέ δεν έχει υπάρξει
αυτή η πόρτα.

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Πάω συχνά
στην ακροθαλασσιά
και πετώ τα παπούτσια στο νερό.

Δεν ξέρω πώς γίνεται
και τα παπούτσια μου
μεγαλώνουν και μεγαλώνουν
γίνονται πλοία
να φέρουν τους Οδυσσείς στα σπίτια τους.

Ξυπόλυτος βγαίνω μπροστά τους
να τους καλωσορίσω.

Μ’ αρέσει να περπατάω στα βάθη της νύχτας
μόνος, χωρίς εμένα.
Να είμαι αγέρας, χωρίς τον αγέρα
που σπάει την ησυχία των δένδρων
που στέκουν σαν άνθρωποι από φύλλα.
Να είμαι δρόμος, όχι σαν δρόμος
που τον πατούν με τα πόδια τους οι άλλοι.
Να φύγω μακριά και να ’μαι εδώ.
Να είμαι κοντά σας
χωρίς να ’μαι εδώ.
Στα μυστήρια της νύχτας να χωθώ
χωρίς μυστήριο να υπάρχει. Κι από κει την αυγή να βγω.
Χωρίς τον εαυτό μου, σας είπα.
Αυτός ας μείνει ανάμεσά σας
σαν ένα τίποτα που στράγγιξε
στο φως.

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

Οι ρίζες της βροχής είναι στη θάλασσα.

Το προφίλ μου, το ξέρετε, είναι ο αγέρας.

Δε θέλω να είμαι μόνος
θέλω να περπατώ.

Εγώ δεν είμαι δέντρο ηλίθιο
με κλαδιά ανοιχτά.
Και μηλιά να ήμουνα
μόνο μήλα θα ’κανα.

Θέλω να πάω στο ποτάμι.

Τα χέρια μου είναι από πέτρα.

Όμως δεν είμαι βάθρο πέτρινο
που πάνω του στήνουν αγάλματα.
Πάνω μου δε σηκώνω άγαλμα κανένα.

Τώρα στο χώρο μου
μπρούμυτα ξάπλωσα,
τον καλπασμό του φλογισμένου αλόγου ακούω
με μάτια υγρά και χαίτη αέρινη. Στάσου!
Σαν να ψιθυρίζουν οι πεθαμένοι με τα φυτά
…οι πεθαμένοι σαν να μην πέθαναν
έτσι καθώς δεν έζησαν.

Το ξέρετε, εμείς είμαστε ένα με τη φύση.
Το δίκιο του ανθρώπου σαν τα κύματα.

-Πηγή: https://www.fractalart.gr/

  • Κεντρική εικόνα: Πίνακας του Αλβανού ζωγράφου Edi Hila

 

  • Διαβάστε επίσης:

“Ορκισμένη παρθένα” – ένα έργο για την ελευθερία, την ανάγκη και τη θυσία

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑλβανία: Κάποιοι ζουν, γράφουν, τραγουδούν και δημιουργούν δίπλα μας

Related Posts